.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
- Το κίτρινο φως μεσα
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Edward Hopper paintings
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το κίτρινο φως μεσα
Ξημέρωνε στη πολη.Εξω.Μέσα στο δωμάτιο ενα χλωμό, μεταλλικό φως μέσα από τις περσίδες τού δωματίου σε λωρίδες πάνω στούς τοίχους.
Εκείνη, καθόταν στην άκρη τού κρεβατιού, φορώντας ένα λευκό νυχτικο και κοιτούσε το άδειο ποτήρι στο κομοδίνο. Το ρολόι απέναντι χτυπούσε σταθερά,
τα δευτερόλεπτα ενοχλητικά τής υπενθύμιζαν ότι ο χρόνος δεν σταματά, ακόμα
κι όταν όλα μέσα σου έχουν παγώσει.
Εκείνος ήταν στην κουζίνα. Ένας άντρας γύρω στα σαράντα πέντε. Έφτιαχνε καφέ χωρίς να σκέφτεται, οι κινήσεις του αυτόματες,το κουτάλι, η ζάχαρη, το ανακάτεμα, ο ήχος τού μεταλλου στο φλιτζάνι.
Έξω, από το παράθυρο, η πόλη ξυπνούσε σβήνοντας τα φώτα νέον και μεγαλωνοντας τούς θορύβους. Μέσα, τίποτα δεν άλλαζε.
Δεν μιλουσαν πολύ τον τελευταίο καιρό. Ζούσαν μαζί, αλλά ο καθένας
κατοικούσε σ’ έναν διαφορετικό κόσμο.
Τα βράδια κάθονταν απεναντι στο μικρο σαλονι, το φως κίτρινο.
Εκείνη διάβαζε ένα βιβλίο.Εκείνος ακινητος περίμενε κάτι να συμβεί, κάτι που ποτέ δεν συνέβαινε..
Μια νύχτα, εκείνη πήγε στο παράθυρο. Κοίταξε απέναντι στη πολυκατοικία τα φωτισμένα παραθυρα.Πισω από τις κουρτίνες στα δωμάτια σκιές αγνωστων
ανθρώπων.Μια γυναίκα που χτένιζε τα μαλλιά της, ένας άντρας που έβγαζε το σακάκι του, μια σκιά που έσβηνε το φως και χανονταν.
Εβλεπε ζωές εγκλωβισμένες, όπως τη δική της. Κάθε παράθυρο μια ιστορία
μοναξιάς.
Εκείνος σταθηκε πίσω της. Δεν μίλησε.Δεν την άγγιξε. Κοίταζαν μαζί το απέναντι κτίριο. .
-Νομίζεις ότι μας βλέπουν; είπε εκείνη.
-Όχι. Κανείς δεν βλέπει κανέναν, πια, απάντησε εκείνος.
Το επόμενη μέρα ,το απογευμα, εκείνη πηγε στο μικρό καφέ που συνειθιζε να πηγαίνει.
Κάθισε στο παράθυρο, παρήγγειλε έναν καφέ φίλτρου.Το φως έμπαινε πλάγια.
Το ραδιόφωνο έπαιζε μια παλιά μελωδία που έκανε τον χρόνο να κυλά πιο αργά. Από το τζάμι έβλεπε τούς περαστικούς.Πρόσωπα που περνούσαν βιαστικά.
Αυτός ήταν ο τρόπος τους να υπάρχουν,σκέφτηκε.
Εκείνος είχε μείνει σπίτι.Σταθηκε στη μέση τού σαλονιου περιτριγυρισμενος
από έπιπλα που δεν είχαν μετακινηθεί μήνες.
Είχε νυχτωσει όταν εκείνη γυρισε. Δεν μιλησαν.Εκείνος κάθονταν στον καναπε .Εκείνη κάθισε δίπλα του. .
Το φως εξω ήταν κίτρινο.Μια επιγραφή νέον απέναντι αναβοσβηνε.
Ενας ρυθμός ζωης ξενης,σκέφτηκε εκείνος.
Ταυτόχρονα κι εκείνη σκέφτηκε το ιδιο
-Δεν έχουμε που να πάμε,την άκουσε να λεει.
-ναι,δεν εχουμε που να πάμε,τον άκουσε να απαντάει.
.
.
.
.webp)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου