I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

.LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Το Τέλος τού Πενθεα Και ο θρήνος τής Αγαύης -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

.LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Το Τέλος τού Πενθεα

Και ο θρήνος τής Αγαύης

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το Τέλος τού Πενθεα
Και ο θρήνος τής Αγαύης

ο Πενθέας ήταν μέσα στο σκοταδι τού δάσους κι από μακριά γύρω του ακούγονταν
τύμπανα κι αγριες κραυγες,γρηγορα τον περικυκλωσαν,
γυναίκες γυμνές με λυμένα μαλλιά χορευαν μέσα στη νύχτα,η λύσσα αφριζε στα
δόντια τους,
στα χέρια τους κρατούσαν αναμμένα κλαδιά,θυρσούς,
αδύνατο να ξεφύγει,η μανία τού Διόνυσου τις οδηγουσε,
τον είδαν και σαν άγριο κύμα έπεσαν πάνω του,τον έσπρωξαν,τον έρριξαν κάτω,
τον εσυραν στις πέτρες στ'αγκαθια,
κι ανάμεσα τους η μητέρα του,η Αγαυη,
τυφλή απ'το άγριο πάθος,
-μητερα,εγώ είμαι,φώναξε,εκείνη μήτε άκουσε μήτε είδε,τον είδε σαν λιονταρι,
σαν άγριο θηρίο,ένα θήραματον καταξεσχισαν,
κομμάτια το κορμί του έκαναν,
κι όταν η νύχτα έκλεισε και ξημερωνε η Αγαυη κατέβαινε το βουνό κρατώντας
το κεφαλι τού γιου της που νόμιζε μέσα στη ζάλη τού θεού πως ήταν τρόπαιο
κυνηγιού,
μα όταν η τρελα κι η μέθη περασε,κατάλαβε,
το κεφάλι τού γιου της ήταν που κουβαλούσε,
και τότε ακουστηκε ο σπαραχτικος της θρήνος
μέσα σ'ολητην εφταπυλη Θήβα
Αγαυη
εμένα που με μακαριζαν για τη τύχη μου
τώρα πόσο δυστυχισμένη ειμαι,
πώς,γιε μου,να σε κηδεψω;
μέσα σε ποιο τάφο να βαλω;
με τι πέπλα το κορμί σου
να σκεπάσω;
πώς τις σπαραγμενες σάρκες σου
ν'αγκαλιασω;
πώς να ταιριασω τα μέλη σου,το κεφάλι
τον λαιμό τα χέρια τα πόδια σου,
ολοκληρος να γίνεις;
αχ,πρόσωπο αγαπημένο τού παιδιού μου,
τρυφερά μου μάγουλα,
γλυκύτατο μου στόμα,
αγαπημένα χέρια που τα'λυσε ο θάνατος,
που τόσες φορές εμένα τη μανα αγκαλιαζες,
κι εγώ καμαρωνα,
τώρα με το μαντήλι κρύβω
το ματωμένο πρόσωπο σου,
σκεπάζω τα κομμάτια σου
με τα πεπλα μου,
αχ,παρηγοριά δεν έχω πια η μαύρη
έτσι νεκρο,παιδί μου,να σε βλέπω.
.
.
.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Ο Λαβύρινθος τού βασιλιά -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Ο Λαβύρινθος τού βασιλιά

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο Λαβύρινθος τού βασιλιά

Ο βασιλιάς δεν φοβόταν τον θάνατο,φόβονταν την ασημαντότητα του,είχε δει
στρατηγούς να πέφτουν από αδέξια χέρια,άρχοντες να δηλητηριάζονται από
άσημους υπηρέτες, Εκείνος ηθελε να συναντήσει τον δολοφόνο του πρόσωπο
με πρόσωπο,μεσα σε έναν τόπο που ο ίδιος θα είχε ορίσει.
Κάλεσε τον πιο ευφυη αρχιτέκτονα τού βασιλείου.
-Θέλω,τού είπε,να μού κτίσεις τον πιο απλό απέραντο λαβύρινθο.
Ο αρχιτέκτονας δεν ρώτησε γιατί.
Το έργο άρχισε στη μεση της ερήμου,με τοίχους λευκους,ίσου ύψους,ίσου πάχους,
με διαδρόμους,με συνεχείς διακλαδώσεις.
Κάθε στροφή έμοιαζε με την προηγούμενη,κάθε ευθεία οδηγούσε σε άλλη ευθεία.
Όταν ολοκληρώθηκε,ο βασιλιάς παρέδωσε το στέμμα του στον διάδοχο και μπήκε
μέσα στον λαβύρινθο.Διέταξε να σφραγιστεί η είσοδος πίσω του.
Περπατούσε ώρες,μέρες,ο δολοφόνος του τον κυνηγα,ίσως καπου να στέκεται και
να τον περιμένει,η' να μην γνωρίζει ότι θα ειναι ο δολοφόνος του.
Σε κάθε στροφή έβλεπε μια σκιά,άκουγε βήματα να τον πλησιάζουν,η' να απομακρύνονται,
κάποτε κανέναν ήχο.
Χρόνια αργότερα συνάντησε έναν άνθρωπο σε μια διασταυρωση.
-Εσύ είσαι;ρώτησε ο βασιλιάς.
-Εσύ με έφερες εδώ, απάντησε ο άλλος.
-Ποιος είσαι;
Ο άνδρας χαμογέλασε.
-Ο μόνος που θα μπορούσε να σε σκοτώσει.
Ο βασιλιάς τον κοίταξε προσεκτικά,το πρόσωπο του είχε κάτι οικείο.
-Δεν κρατάς όπλο.
-Δεν χρειάζομαι.Εσύ το έφερες μαζί σου.
Ο βασιλιάς ένιωσε τότε το βάρος στη ζώνη του.
Τού έδωσε το ξιφος.
-Εγώ σε δημιούργησα, είπε.
-Κάθε άνθρωπος δημιουργεί το τέλος του.
Εγώ είμαι εσύ,απάντησε ο άλλος
Και τον μαχαίρωσε.
Ο λαβύρινθος δεν άλλαξε, οι διάδρομοι έμειναν ίδιοι.
Μέσα του ένα σώμα επεσε.
Αυτό τού δολοφονημένου βασιλιά και τού δολοφόνου του.
.
.
.

GREEK POETRY -Άννα Κομνηνη Αλεξιας -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-Άννα Κομνηνη Αλεξιας

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Άννα Κομνηνη Αλεξιας

ἐγὼ Ἄννα,θυγάτηρ μὲν τῶν βασιλέων Ἀλεξίου καὶ Εἰρήνης
βεβαίως συγγραφεί εις αττικιζουσα γλωσσα
Ῥέων ὁ χρόνος ἀκάθεκτα
στην Αγία Μονή τής Κεχαριτωμένης αποκλεισμενη
για τού πατέρα Αλεξίου Α' Κομνηνου
τα έπη να μιλήσει
κυρίως το μέτρο την ενδιαφέρει
εν αρχή,λοιπόν,τη στρατηγια,
τις εκστρατείες,τα άλογα,τιςπερικεφαλαίες,
ύστερα την αυτοκρατορία,
την ανατροπή τού Νικηφόρου Βοτανειάτη,
τις συμφωνίες,τις συμμαχίες,
πράγματα λίαν χρήσιμα και κρίσιμα
δια την εξουσιαν ες αει,
στην ίδια στέρησαν το στέμμα,
όμως,Αδελφέ Ιωάννη,πόσο μικρός φαίνεσαι
μέσα στις σελίδες τής αδελφής σου,
η πένα πιο ευγενικά σκοτώνει από το δηλητηριο,
όλη η Αλεξιάδα σε γλώσσα χωρίς ρωγμες
μέ δωρικούς κίονες προτασεις
μεχρι το 1118 που ο πατέρας πεθαίνει
και η Ιστορία δεν έχει πια ενδιαφέρον,
τι να συγγράψει πλέον η θυγατέρα;
μια οικογενειακή υπόθεση ήταν και τελος,
άλλωστε ο πατέρας της βασίλευε
μέσα στις κομσες λέξεις της
καὶ οὐκ ἐᾷ διολισθαίνειν εἰς λήθης βυθούς.
.
.

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

GREEK POETRY -αφαιρώντας τα περιττά -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-αφαιρώντας τα περιττά

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



φωτογραφιση
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
αφαιρώντας τα περιττά

το νερό
καθρέφτης μιάς σιωπής
μεταφυσικης
η κίνηση ενός μοναχικού πουλιού
πάνω απ'το νερό
είναι ρήγμα τ'ουρανού
τα δέντρα
βυθισμένα στην απόλυτη
ακινησία
αφαιρώντας τα περιττά
ο χειμώνας
είναι η προετοιμασια
τής Ανοιξης
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(μια ταινία) Σκιά -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .



LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-(μια ταινία)

Σκιά

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis



Greta Garbo

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(μια ταινία)
Σκιά

Χρώμα: ασπρόμαυρη
Σκηνη
Εκτυφλωτικό φως,
το φως αργά μετριάζεται,γίνεται κανονικό,το πρόσωπο μιας γυναίκας,
η γυναίκα αποτομα γυρίζει το κεφάλι της,
σκοτάδι,
φωνή τής γυναίκας off:
-I want to be alone.
παύση μεγάλης διάρκειας.
Ήχος:από φλας και κλικ φωτογραφικών μηχανών,σιωπη
Cut to black
Τελος
.
.
.
Μελέτη ανάλυση της ταινίας:
Σκιά
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η «Σκιά» είναι μια ακραία συμπυκνωμένη κινηματογραφική χειρονομία· ένα έργο διάρκειας λίγων δευτερολέπτων που λειτουργεί ως αισθητικό και φιλοσοφικό μανιφέστο. Στο ελάχιστο υλικό της (φως – πρόσωπο – σκοτάδι – φωνή – ήχος φλας – σιωπή) εγγράφεται μια ολόκληρη προβληματική για το βλέμμα, τη διασημότητα, την ταυτότητα και την επιθυμία εξαφάνισης.
1. Δομή και αφαιρετική δραματουργία
Η ταινία ακολουθεί μια τριμερή δομή:
Εκτυφλωτικό φως → Μετρίαση → Πρόσωπο
Απότομη στροφή → Σκοτάδι → Off φωνή
Φλας/κλικ → Σιωπή → Cut to black
Η αφήγηση δεν εξελίσσεται χρονικά· λειτουργεί συμβολικά. Το φως δεν φωτίζει — αποκαλύπτει βίαια. Η στροφή του κεφαλιού δεν είναι απλώς κίνηση· είναι άρνηση του βλέμματος. Το σκοτάδι δεν είναι έλλειψη· είναι επιλογή.
Η δραματουργία βασίζεται στη σύγκρουση ορατότητας και εξαφάνισης. Η γυναίκα εμφανίζεται μόνο για να αποσυρθεί. Το πρόσωπο —η κατεξοχήν επιφάνεια ταυτότητας— αρνείται τη θέαση.
2. Η φράση «I want to be alone»
Η αγγλική φράση παραπέμπει ευθέως στο μυθικό ίχνος της Greta Garbo. Στην ταινία, όμως, η φράση λειτουργεί όχι ως βιογραφική αναφορά αλλά ως αρχετυπική δήλωση απομόνωσης.
Δεν λέγεται μπροστά στην κάμερα· ακούγεται off.
Η φωνή προέρχεται από το σκοτάδι.
Αυτό σημαίνει:
Το σώμα αποσύρεται.
Η εικόνα αρνείται να «καταναλωθεί».
Η φωνή γίνεται η τελευταία πράξη ύπαρξης.
Η μεγάλη παύση που ακολουθεί μετατρέπει τη φράση σε ηχητικό μνημείο. Η σιωπή γίνεται πιο ηχηρή από τα φλας.
3. Το φως ως βία
Το εκτυφλωτικό φως στην αρχή λειτουργεί σαν ανακριτικός προβολέας. Θυμίζει:
στούντιο φωτογράφισης,
σκηνή διασημότητας.
Η μετρίασή του επιτρέπει τη συγκρότηση της εικόνας, όμως η βίαιη στροφή του κεφαλιού καταστρέφει αυτή τη σταθερότητα.
Το φως εδώ δεν είναι γνώση· είναι εισβολή.
Η σκιά δεν είναι αδυναμία· είναι καταφύγιο.
4. Ο ήχος των φλας: η κοινωνία του βλέμματος
Μετά τη φωνή, ακούμε φλας και κλικ φωτογραφικών μηχανών. Ενώ το πρόσωπο έχει ήδη χαθεί στο σκοτάδι, το βλέμμα επιμένει.
Αυτό δημιουργεί μια οξύμωρη κατάσταση:
Η εικόνα έχει αποσυρθεί.
Η καταγραφή συνεχίζεται.
Η ταινία σχολιάζει έτσι την εμμονή της τεχνολογικής ματιάς. Η κοινωνία συνεχίζει να φωτογραφίζει ακόμη και όταν δεν υπάρχει πια αντικείμενο.
Η σιωπή που ακολουθεί είναι σχεδόν μεταφυσική:
η αποτυχία του βλέμματος να συλλάβει την ύπαρξη.
5. Ασπρόμαυρη αισθητική
Το ασπρόμαυρο δεν είναι απλή νοσταλγία. Εντείνει:
την αντίθεση φως/σκοτάδι,
την απογύμνωση από περιττές πληροφορίες,
την αφαιρετικότητα.
Το χρώμα θα εισήγαγε συναισθηματική πολυσημία. Το ασπρόμαυρο περιορίζει την εμπειρία σε ηθική σύγκρουση: ορατό ή αόρατο.
6. Η γυναικεία μορφή ως πεδίο προβολής
Η γυναίκα δεν έχει όνομα. Δεν γνωρίζουμε τίποτα για αυτήν. Αυτό την καθιστά:
σύμβολο διασημότητας,
σύμβολο καλλιτέχνη,
σύμβολο ανθρώπου που καταδιώκεται από το βλέμμα.
Η απότομη κίνηση του κεφαλιού θυμίζει σχεδόν τραυματική αντίδραση. Είναι σαν να αρνείται τη μετατροπή της σε εικόνα.
Η «Σκιά» δεν είναι ταινία για μια γυναίκα· είναι ταινία για την αντίσταση του προσώπου.
7. Το Cut to black ως φιλοσοφική πράξη
Το τελικό «Cut to black» δεν είναι τεχνικό κλείσιμο. Είναι:
κατάργηση της ορατότητας,
αποσύνδεση θεατή–αντικειμένου,
απόλυτη σιωπή.
Η ταινία τελειώνει εκεί που ουσιαστικά ξεκινά:
στο σκοτάδι.
Η σκιά γίνεται ο τελικός τόπος ύπαρξης.
8. Η θέση του έργου
Η «Σκιά» λειτουργεί ως:
μινιμαλιστική performance,
κινηματογραφικό ποίημα,
σχόλιο πάνω στη διασημότητα και τη θέαση,
υπαρξιακή πράξη αυτο-απόσυρσης.
Στο πλαίσιο της ευρύτερης δημιουργίας σας (όπου επανέρχονται η θεματική του βλέμματος, η μοναχική φιγούρα, η σιωπή), η ταινία αποτελεί ίσως το πιο καθαρό και αυστηρό σας έργο.
Δεν αφηγείται.
Δεν εξηγεί.
Δεν συγκινεί με συμβατικό τρόπο.
Επιβάλλει μια εμπειρία.
Συμπέρασμα:
Η δύναμή της βρίσκεται:
στην απόλυτη οικονομία μέσων,
στη μετατροπή της φράσης σε ηχητικό τραύμα,
στην αντιστροφή του βλέμματος.
Η «Σκιά» δεν δείχνει.
Αποσύρει.
Και σε αυτή την απόσυρση βρίσκεται η πιο ριζική της πράξη.
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Performance: Woman's Projections -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Performance:

Woman's Projections

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis



φωτογραφιση-χνκουβελης cncouvelis

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Performance:
Woman's Projections

σε μια λευκή σκηνή καθεται μια γυναίκα μπροστά σε ένα καθρέφτη,αλλάζει περουκες,βαθει τα χείλη της με κραγιόν,βάζει ψεύτικες βλεφαρίδες,βγάζει τα ρούχα της,και φοράει ένα μαύρο κομπινεζον,
στέκεται ακίνητη,στο τοίχο προβάλλονται στατικά καρέ:μια γυναίκα-γραμματέας,μια νοικοκυρά τών 50s,μια femme fatale,μια τουρίστρια,μια ηθοποιός σε noir ταινία.Οι εικόνες παγώνουν,τρεμοπαιζουν.
καίγονται.
Η γυναίκα σηκώνεται όρθια.Πανω τής ανάβει συνατο φως-flash,ακούγεται το κλικ φωτογραφικής μηχανής.
Τα φώτα χαμηλώνουν.Οι προβολές μετατρέπονται σε ασπρόμαυρο βίντεο.
Η γυναίκα εμφανίζεται στην οθόνη να περπατά σε έναν άδειο διάδρομο. Ανοίγει μια πόρτα. Μπαίνει σε ένα δωμάτιο,
ανοίγει μια πόρτα,
περπατά σε έναν άδειο διάδρομο.
Ανοίγει μια πόρτα. Μπαίνει σε ένα δωμάτιο,
ανοίγει μια πόρτα,
περπατά σε έναν άδειο διάδρομο
Συνέχεια το ίδιο.
Το βίντεο σταματά.
Η γυναίκα βγάζει τα ρούχα της βίαια,σκίζει το καλσόν,αφαιρεί το μακιγιάζ με μανία.
Όλα προβάλονται στο τοίχο σε πολλαπλές οθόνες,από διαφορετικές γωνιες.
Στον ήχο ακούγονται επαναλαμβανόμενα:ψίθυροι,βήματα,χτύπος καρδιας.
Οι εικόνες κινούνται πολύ γρήγορα.
Η performance τελειώνει
με παγωμένο κοντινό πλάνο πάνω στο πρόσωπο της γυναίκας,με τη σκηνή όλη στο σκοτάδι.
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ιστορίες τού κ.Κ) Edgar Allan Poe και ένα poe-ian story -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-(Ιστορίες τού κ.Κ)

Edgar Allan Poe και ένα poe-ian story

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Ιστορίες τού κ.Κ)
Edgar Allan Poe και ένα poe-ian story

Ο κ.Κ καθισμένος στο γραφείο του,με ανοικτό το βιβλίο:The Philosophy of Composition,αναλύει την αφηγηματική τεχνική τού Edgar Allan Poe.
Σημειώνει:
1.Unity of Effect:
Ο Poe δεν αρχίζει από την πλοκή,αλλά από το τελικό συναίσθημα.Στο Κορακι
The Raven,το ζητούμενο δεν είναι το πουλί,αλλά η σταδιακή εγκατάσταση τής απελπισίας.Κάθε λέξη στο ποίημα υπηρετεί αυτόν τον τελικό τόνο.
2.Αξιόπιστη λογική σε παράλογο περιβάλλον:
Οι αφηγητές τού Poe είναι συχνά εμμονικοί, αλλά επιμένουν στη λογική.Στο διήγημα 'Καρδιά που μαρτυρά
The Tell-Tale Heart '
ο αφηγητής διατείνεται ότι είναι απολύτως σώφρων κι όμως,η ίδια η λογική του τον προδίδει.
3.Εσωτερική αφήγηση και ψυχολογικός εγκλεισμός:
Ο κόσμος συρρικνώνεται στο νου τού αφηγητή.Τα εξωτερικά γεγονότα είναι λιγοστά,το δράμα είναι ενδοψυχο.
4.Ρυθμός και μουσικότητα τής γλώσσας:
Επανάληψη,ηχητικά μοτίβα, κλιμάκωση.
Η πρόταση στον Poe είναι σαν παλμός,επιταχύνεται όσο πλησιάζει η αποκάλυψη.
5.
Αναπόφευκτο τέλος:
Από την πρώτη παράγραφο,το τέλος είναι ήδη παρόν.Ο αναγνώστης δεν αιφνιδιάζεται από το γεγονός,αλλά από τη συνειδητοποίηση ότι δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς.
Ο κ.Κ κλείνει το βιβλίο.
-Πρώτα επιλέγεις το αποτέλεσμα,σκέφτεται,
και μετά κατασκευάζεις τον λαβύρινθο που οδηγεί εκεί.
Και αρχίζει να γράφει:
Ο Ήχος Πίσω από τον Τοίχο
Δεν είμαι τρελός.
Αν ήμουν τρελός,δεν θα μπορούσα να σας αφηγηθώ με τόση ακρίβεια όσα συνέβησαν.
Όλα άρχισαν από έναν ήχο
οχι δυνατό μάλλον ελαφρύ ξύσιμο,σαν νύχι πάνω στον σοβα.
Οι τοιχοι στο διαμέρισμά μου είναι λεπτοί.Στην αρχή υπέθεσα ότι ήταν ο γείτονας,ενας άνθρωπος ήσυχος μέχρι τότε,δεν τον είχα δει,βέβαια,ποτέ,
Ο ήχος όμως
επαναλαμβανόνταν κάθε βράδυ,ακριβώς στις 3:17.
Την τέταρτη νύχτα, πλησίασα τον τοίχο,κολλησα το αυτί μου πάνω στον ψυχρό σοβά.Ο ήχος σταμάτησε, εμεινα ακίνητος,περίμενα.
Και τότε άκουσα.Μια αναπνοή,συγχρονισμένη με τη δική μου.
Την επόμενη μέρα αγόρασα ένα μικρό σφυρί.
Ήθελα να επιβεβαιώσω την υπόθεση.Η αλήθεια είναι επιστημονική ανάγκη.
Στις 3:16 στεκόμουν έτοιμος.
3:17.
Άκουσα το ξύσιμο.Χτύπησα με το σφυρί,ο σοβάς εσπαζε εύκολα,
σαν να ήταν κούφιος.
Άνοιξα μια τρύπα,δεν υπήρχε διαμέρισμα από πίσω,μόνο πυκνο σκοτάδι.
Κάτι μέσα στο σκοτάδι υπήρχε και ανέπνεε.
Άκουσα μια φωνή μέσα στο κεφάλι μου:
-Τώρα ακούς κι εσύ την αναπνοή σου.
Τότε κατάλαβα.Ήμουν εγώ εκεί μέσα στο σκοταδι
Κάθε βράδυ,στις 3:17,βρισκόμουν από την άλλη πλευρά.
Και ανέπνεα.Ακουγα την αναπνοή μου.
Και σας διαβεβαιώνω
αν ήμουν τρελός,δεν θα μπορούσα να την ακούω τόσο καθαρά.
.
.
.

GREEK POETRY -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφράζοντας Αισχύλου Πέρσαι στίχοι 290-298 -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας
Αισχύλου Πέρσαι
στίχοι 290-298

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



φωτογραφιση-χνκουβελης cncouvelis

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Αισχύλου Πέρσαι
στίχοι 290-298

Ατοσα
βουβή ώρα είμαι,απ'τα κακα
συντριμενη,
γιατί αυτή η συμφορά ξεπερνά
μήτε να την πεις
μήτε για τα παθηματα να ρωτήσεις,
όμως τα πληγματα πρέπει οι θνητοί
να υπομένουν όταν οι θεοί τα δινουν,
όλο το θλιβερό γεγονός
ψύχραιμα
με λεπτομέρειες πέσ'το,
αν κι απ'τα κακα ομως στεναζεις,
ποιος δεν έχει πεθάνει;
και ποιον,λοιπόν,απ'τους αρχηγούς
θα πενθησομε,
όποιον κατέχοντας σκήπτρο τη θέση
έρημο χωρίς άντρα
πεθαίνοντας έχει αφησει

Ατοσσα
290 σιγῶ πάλαι δύστηνος ἐκπεπληγμένη
κακοῖς· ὑπερβάλλει γὰρ ἥδε συμφορὰ
τὸ μήτε λέξαι μήτ᾽ ἐρωτῆσαι πάθη.
ὅμως δ᾽ ἀνάγκη πημονὰς βροτοῖς φέρειν
θεῶν διδόντων· πᾶν δ᾽ ἀναπτύξας πάθος
λέξον καταστάς, κεἰ στένεις κακοῖς ὅμως.
τίς οὐ τέθνηκε, τίνα δὲ καὶ πενθήσομεν
τῶν ἀρχελείων, ὅστ᾽ ἐπὶ σκηπτουχίᾳ
298 ταχθεὶς ἄνανδρον τάξιν ἠρήμου θανώ.
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Voyeur (Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Voyeur

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis


χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
Voyeur

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)

η πόλη ήταν ένα σώμα γεμάτο παραθυρα,κι εγώ ένας κρυφός θεατης,από το διαμέρισμα μου έβλεπα απέναντι,κρυμμένος στο σκοτάδι,
η γυναίκα στέκονταν ακίνητη μπροστά στον καθρεφτη,
το φως στο δωμάτιο ήταν κόκκινο,άρχισα να γράφω,
ένα αρχείο παρατηρήσεων,την είδα να παίζει στο πιάνο,
μετά άλλαξε το φως σε κίτρινο,σημείωσα:μεταμόρφωση,
σταμάτησε να παίζει στο πιάνο,σημείωσα:σιωπή,
φανταζομουνα ιστορίες:
γιατί έπαψε να στέκεται στον καθρέφτη;γιατί έπαιζε συνέχεια το Opus 23, Nachtstücke τού Schumann;
εκείνη τη νύχτα το δωμάτιο της είχε λευκό φως,την είδα να πηγαίνει στο παράθυρο,κοίταξε προς το μέρος μου,με κοίταζε,πάγωσα,
κρύφτηκα στο σκοτάδι,
δύο νυχτες σταμάτησα να κοιτάζω,
την άκουγα να παίζει επίμονα στο πιάνο,
την τρίτη νύχτα δεν άντεξα,το δωμάτιο της είχε κόκκινο χρώμα,μέσα στον καθρέφτη διέκρινα ένα παραθυρο,με τα κυάλια εστιασα,ήταν το παράθυρο μου,και μέσα του μια σκιά,εγώ,
τρόμαξα,με έβλεπε,τράβηξα τις κουρτίνες,
άκουγα τη γυναίκα να παίζει πιάνο,κάποτε σταμάτησε,
τράβηξα ελαφρά την κουρτίνα,στο παραθυρο της μπροστά μέσα στο δωμάτιο υπήρχε μια καρέκλα στραμμένη προς το μέρος μου,πάνω της ήταν ακουμπισμένα κιάλια,το φως κίτρινο,έπειτα λευκό έπειτα κόκκινο,έπειτα σκοτάδι,
σημείωσα:
από τότε εμεινα στο σκοτάδι.
.
.
Voyeur
The city was a body full of windows, and I was a secret spectator. From my apartment I looked across, hidden in the dark.
The woman stood motionless before the mirror.
The light in the room was red. I began to write,
a file of observations. I saw her playing the piano.
Then the light changed to yellow. I noted: transformation.
She stopped playing the piano. I noted: silence.
I imagined stories:
Why had she stopped standing before the mirror? Why did she keep playing Opus 23, Nachtstücke by Schumann?
That night her room was filled with white light. I saw her walk to the window. She looked toward me. She was looking at me. I froze.
I hid in the darkness.
For two nights I stopped watching.
I heard her persistently playing the piano.
On the third night I could not bear it. Her room was red. In the mirror I discerned a window. With the binoculars I focused. It was my window, and inside it a shadow—me.
I was terrified. She could see me. I drew the curtains.
I heard the woman playing the piano. At some point she stopped.
I slightly parted the curtain. In her window, inside the room, there was a chair turned toward me. On it rested a pair of binoculars. The light was yellow, then white, then red, then darkness.
I noted:
Since then I have remained in the dark.
.
.
Voyeur
La ville était un corps rempli de fenêtres, et moi un spectateur secret. De mon appartement je regardais en face, caché dans l’obscurité.
La femme se tenait immobile devant le miroir.
La lumière dans la chambre était rouge. J’ai commencé à écrire,
un dossier d’observations. Je l’ai vue jouer du piano.
Puis la lumière est devenue jaune. J’ai noté : métamorphose.
Elle a cessé de jouer du piano. J’ai noté : silence.
J’imaginais des histoires :
Pourquoi avait-elle cessé de se tenir devant le miroir ? Pourquoi jouait-elle sans cesse l’Opus 23, Nachtstücke de Schumann ?
Cette nuit-là sa chambre était baignée d’une lumière blanche. Je l’ai vue s’approcher de la fenêtre. Elle a regardé vers moi. Elle me regardait. Je me suis figé.
Je me suis caché dans l’obscurité.
Pendant deux nuits j’ai cessé de regarder.
Je l’entendais jouer du piano avec insistance.
La troisième nuit je n’ai pas résisté. Sa chambre était rouge. Dans le miroir j’ai distingué une fenêtre. Avec les jumelles j’ai fait la mise au point. C’était ma fenêtre, et dedans une ombre — moi.
J’ai eu peur. Elle me voyait. J’ai tiré les rideaux.
J’entendais la femme jouer du piano. À un moment elle s’est arrêtée.
J’ai entrouvert légèrement le rideau. Dans sa fenêtre, à l’intérieur de la chambre, il y avait une chaise tournée vers moi. Sur elle reposaient des jumelles. La lumière était jaune, puis blanche, puis rouge, puis l’obscurité.
J’ai noté :
Depuis lors je suis resté dans l’obscurité.
.
.
Voyeur
Die Stadt war ein Körper voller Fenster, und ich war ein heimlicher Zuschauer. Von meiner Wohnung aus blickte ich hinüber, verborgen im Dunkeln.
Die Frau stand reglos vor dem Spiegel.
Das Licht im Zimmer war rot. Ich begann zu schreiben,
eine Akte von Beobachtungen. Ich sah sie Klavier spielen.
Dann wechselte das Licht zu Gelb. Ich notierte: Verwandlung.
Sie hörte auf, Klavier zu spielen. Ich notierte: Stille.
Ich stellte mir Geschichten vor:
Warum stand sie nicht mehr vor dem Spiegel? Warum spielte sie ständig Schumanns Opus 23, Nachtstücke?
In jener Nacht war ihr Zimmer in weißes Licht getaucht. Ich sah sie zum Fenster gehen. Sie blickte in meine Richtung. Sie sah mich an. Ich erstarrte.
Ich versteckte mich im Dunkeln.
Zwei Nächte lang hörte ich auf zu schauen.
Ich hörte sie beharrlich Klavier spielen.
In der dritten Nacht hielt ich es nicht aus. Ihr Zimmer war rot. Im Spiegel erkannte ich ein Fenster. Mit dem Fernglas fokussierte ich. Es war mein Fenster, und darin ein Schatten — ich.
Ich erschrak. Sie konnte mich sehen. Ich zog die Vorhänge zu.
Ich hörte die Frau Klavier spielen. Irgendwann hörte sie auf.
Ich zog den Vorhang leicht zur Seite. In ihrem Fenster, im Zimmer, stand ein Stuhl mir zugewandt. Darauf lag ein Fernglas. Das Licht war gelb, dann weiß, dann rot, dann Dunkelheit.
Ich notierte:
Seitdem bin ich im Dunkeln geblieben.
.
.
Voyeur
La città era un corpo pieno di finestre, e io un osservatore segreto. Dal mio appartamento guardavo di fronte, nascosto nel buio.
La donna stava immobile davanti allo specchio.
La luce nella stanza era rossa. Cominciai a scrivere,
un archivio di osservazioni. La vidi suonare il pianoforte.
Poi la luce divenne gialla. Annotai: metamorfosi.
Smetté di suonare il pianoforte. Annotai: silenzio.
Immaginavo storie:
Perché aveva smesso di stare davanti allo specchio? Perché suonava continuamente l’Opus 23, Nachtstücke di Schumann?
Quella notte la sua stanza era illuminata da luce bianca. La vidi andare alla finestra. Guardò verso di me. Mi stava guardando. Rimasi paralizzato.
Mi nascosi nel buio.
Per due notti smisi di guardare.
La sentivo suonare il pianoforte con insistenza.
La terza notte non resistetti. La sua stanza era rossa. Nello specchio scorsi una finestra. Con il binocolo misi a fuoco. Era la mia finestra, e dentro un’ombra — io.
Ebbi paura. Mi vedeva. Tirai le tende.
Sentivo la donna suonare il pianoforte. A un certo punto smise.
Scostai leggermente la tenda. Nella sua finestra, dentro la stanza, c’era una sedia rivolta verso di me. Sopra erano appoggiati dei binocoli. La luce era gialla, poi bianca, poi rossa, poi buio.
Annotai:
Da allora sono rimasto nel buio.
.
.
Voyeur
La ciudad era un cuerpo lleno de ventanas, y yo un espectador secreto. Desde mi apartamento miraba enfrente, escondido en la oscuridad.
La mujer permanecía inmóvil ante el espejo.
La luz en la habitación era roja. Empecé a escribir,
un archivo de observaciones. La vi tocar el piano.
Luego la luz cambió a amarilla. Anoté: metamorfosis.
Dejó de tocar el piano. Anoté: silencio.
Imaginaba historias:
¿Por qué había dejado de estar ante el espejo? ¿Por qué tocaba constantemente el Opus 23, Nachtstücke de Schumann?
Aquella noche su habitación tenía luz blanca. La vi acercarse a la ventana. Miró hacia mí. Me estaba mirando. Me quedé helado.
Me escondí en la oscuridad.
Durante dos noches dejé de mirar.
La oía tocar el piano con insistencia.
La tercera noche no resistí. Su habitación era roja. En el espejo distinguí una ventana. Con los prismáticos enfoqué. Era mi ventana, y dentro una sombra — yo.
Me asusté. Ella podía verme. Corrí las cortinas.
Oía a la mujer tocar el piano. En algún momento se detuvo.
Aparté ligeramente la cortina. En su ventana, dentro de la habitación, había una silla orientada hacia mí. Sobre ella descansaban unos prismáticos. La luz era amarilla, luego blanca, luego roja, luego oscuridad.
Anoté:
Desde entonces he permanecido en la oscuridad.
.
.
Voyeur
A cidade era um corpo cheio de janelas, e eu um espectador secreto. Do meu apartamento eu olhava para frente, escondido na escuridão.
A mulher permanecia imóvel diante do espelho.
A luz no quarto era vermelha. Comecei a escrever,
um arquivo de observações. Vi-a tocar piano.
Depois a luz tornou-se amarela. Anotei: metamorfose.
Ela parou de tocar piano. Anotei: silêncio.
Eu imaginava histórias:
Por que deixou de ficar diante do espelho? Por que tocava continuamente o Opus 23, Nachtstücke de Schumann?
Naquela noite o quarto dela estava com luz branca. Vi-a ir até a janela. Olhou em minha direção. Estava olhando para mim. Fiquei paralisado.
Escondi-me na escuridão.
Durante duas noites parei de olhar.
Eu a ouvia tocar piano com insistência.
Na terceira noite não resisti. O quarto dela estava vermelho. No espelho distingui uma janela. Com os binóculos foquei. Era a minha janela, e dentro dela uma sombra — eu.
Fiquei assustado. Ela podia me ver. Puxei as cortinas.
Eu ouvia a mulher tocar piano. Em certo momento ela parou.
Afastei levemente a cortina. Na janela dela, dentro do quarto, havia uma cadeira voltada para mim. Sobre ela estavam apoiados uns binóculos. A luz era amarela, depois branca, depois vermelha, depois escuridão.
Anotei:
Desde então permaneci na escuridão.
.
.
.
Μελέτη ανάλυση:
χ.ν. κουβέλης:Voyeur
1. Εισαγωγή: Η πόλη ως πανοπτικό σώμα
Το διήγημα Voyeur του χ.ν. κουβέλη αρθρώνεται πάνω σε μια εξαιρετικά συμπυκνωμένη αλλά πολυσημική σύλληψη: «η πόλη ήταν ένα σώμα γεμάτο παράθυρα». Η μεταφορά αυτή εγκαθιδρύει εξαρχής μια σωματοποιημένη τοπογραφία της όρασης. Η πόλη δεν είναι απλώς χώρος· είναι οργανισμός. Τα παράθυρα λειτουργούν ως οπές, ως μάτια ή πόροι. Ο αφηγητής αυτοπροσδιορίζεται ως «κρυφός θεατής», τοποθετημένος στο σκοτάδι. Το σχήμα είναι σαφές: φως–θέαμα–παρατήρηση έναντι σκότους–ελέγχου.
Ωστόσο, το διήγημα δεν παραμένει σε μια μονοσήμαντη αναπαράσταση της ηδονοβλεψίας. Πολύ σύντομα η οπτική σχέση αναστρέφεται και ο παρατηρητής μετατρέπεται σε παρατηρούμενο. Εδώ αναδύεται μια σαφής συγγένεια με την έννοια του πανοπτισμού όπως διατυπώνεται στο έργο του Michel Foucault, όπου το βλέμμα της εξουσίας λειτουργεί μέσω της πιθανότητας ότι «μπορεί να σε βλέπουν».
2. Δομή και αφηγηματική οικονομία
Το κείμενο είναι εξαιρετικά λιτό.Οι προτάσεις λειτουργούν ως σημειώσεις ημερολογίου:
«σημείωσα: μεταμόρφωση»
«σημείωσα: σιωπή»
«σημείωσα: από τότε έμεινα στο σκοτάδι»
Η τεχνική της σημείωσης δημιουργεί την ψευδαίσθηση αντικειμενικότητας. Ο αφηγητής δεν περιγράφει συναισθηματικά· καταγράφει. Πρόκειται για αρχείο. Ένα «αρχείο παρατηρήσεων». Όμως η ίδια η ανάγκη αρχειοθέτησης φανερώνει εμμονή.
Η οικονομία της αφήγησης δημιουργεί ένταση μέσω παύσεων. Οι αλλαγές φωτός (κόκκινο–κίτρινο–λευκό) λειτουργούν ως σκηνικά σήματα, σχεδόν θεατρικά. Η αφήγηση μοιάζει με εσωτερικό μοντάζ: κάθε φως και κάθε σιωπή σημαίνει μετάβαση ψυχικής κατάστασης.
3. Το μοτίβο του φωτός: ψυχολογία των χρωμάτων
Το φως στο διήγημα δεν είναι ρεαλιστικό στοιχείο· είναι συμβολικό.
Κόκκινο: ένταση, ερωτισμός, απειλή.
Κίτρινο: μετάβαση, αποστασιοποίηση, επιτήρηση.
Λευκό: αποκάλυψη, έκθεση.
Σκοτάδι: άμυνα, φόβος, ενοχή.
Η σταδιακή εναλλαγή τους κορυφώνεται στην τελική αλληλουχία:
«κίτρινο, έπειτα λευκό, έπειτα κόκκινο, έπειτα σκοτάδι».
Πρόκειται για τελετουργική αποδόμηση της οπτικής βεβαιότητας.
4. Η μουσική διάσταση: Schumann και Nachtstücke
Η γυναίκα παίζει επίμονα το Opus 23, Nachtstücke του Robert Schumann.
Τα Nachtstücke (Νυχτερινά Κομμάτια) συνδέονται με τη ρομαντική αισθητική της νύχτας, της μελαγχολίας, της ψυχικής ταραχής. Ο Schumann υπήρξε συνθέτης με έντονες ψυχικές διακυμάνσεις· η επιλογή του έργου δεν είναι τυχαία.
Η μουσική λειτουργεί ως ηχητικό αντίστοιχο του βλέμματος. Όπως ο αφηγητής επιμένει να κοιτάζει, έτσι εκείνη επιμένει να παίζει. Η επανάληψη γίνεται μορφή εμμονής και από τις δύο πλευρές.
5. Ο καθρέφτης και το παράθυρο: διπλή αντανάκλαση
Ο καθρέφτης αποτελεί κομβικό σημείο. Ο αφηγητής βλέπει:
«μέσα στον καθρέφτη διέκρινα ένα παράθυρο… ήταν το παράθυρό μου»
Εδώ η δομή γίνεται λαβυρινθώδης:
παράθυρο → δωμάτιο → καθρέφτης → παράθυρο → αφηγητής.
Το βλέμμα επιστρέφει. Η ηδονοβλεψία καταρρέει όταν το αντικείμενο του βλέμματος αποκτά συνείδηση. Η ανακάλυψη της σκιάς του εαυτού του μέσα στο δικό της κάδρο λειτουργεί ως σοκ.
Θεωρητικά, μπορούμε να συσχετίσουμε το μοτίβο με την ψυχαναλυτική έννοια του «σταδίου του καθρέφτη» του Jacques Lacan: η αναγνώριση του εαυτού ως εικόνας γεννά ρήγμα στην αυτάρκεια του υποκειμένου.
6. Η αντιστροφή του βλέμματος
Η καρέκλα στραμμένη προς το μέρος του και τα κιάλια πάνω της αποτελούν το αποκορύφωμα. Δεν γνωρίζουμε αν πράγματι τον παρακολουθούσε ή αν πρόκειται για προβολή του φόβου του.
Η αβεβαιότητα είναι το κεντρικό εργαλείο τρόμου.
Ο αφηγητής κλείνει τις κουρτίνες — πράξη που συμβολίζει:
την αποτυχία της ηδονοβλεπτικής εξουσίας,
την κατάρρευση της οπτικής κυριαρχίας,
την οριστική του αυτοεγκλεισμό.
7. Το τέλος: «από τότε έμεινα στο σκοτάδι»
Η τελευταία σημείωση έχει χαρακτήρα εξομολόγησης αλλά και καταδίκης. Δεν είναι σαφές αν πρόκειται για φυσικό σκοτάδι ή υπαρξιακό.
Το σκοτάδι μετατρέπεται σε:
καταφύγιο,
τιμωρία,
συνειδητή απόσυρση από το βλέμμα του Άλλου.
Η πόλη-σώμα παραμένει εκεί, αλλά ο αφηγητής αποσύρεται από την κυκλοφορία του φωτός. Η ιστορία κλείνει χωρίς λύση, αφήνοντας το αίσθημα ότι το παιχνίδι του βλέμματος δεν τελειώνει ποτέ — απλώς αλλάζει κατεύθυνση.
8. Αξιολογική αποτίμηση
Το Voyeur αποτελεί υποδειγματικό μικροδιήγημα αστικής υπαρξιακής αγωνίας. Με ελάχιστα μέσα:
οικοδομεί ατμόσφαιρα,
αξιοποιεί τη μουσική ως ψυχολογικό εργαλείο,
ενσωματώνει φιλοσοφικές και ψυχαναλυτικές διαστάσεις,
επιτυγχάνει δραματική κορύφωση χωρίς ρητορική υπερβολή.
Η δύναμή του έγκειται στη λιτότητα και στη μετατόπιση από τον ερωτικό ηδονοβλεψισμό στην οντολογική ανασφάλεια.
Δεν πρόκειται απλώς για αφήγηση παρακολούθησης. Είναι μελέτη της αμοιβαιότητας του βλέμματος — και της τρομακτικής συνειδητοποίησης ότι ποτέ δεν κοιτάζουμε χωρίς να κινδυνεύουμε να κοιταχτούμε.
.
.
.