I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Μια φανταστική συνέντευξη του κ.Κ με την Μεγαλη πορτογαλίδα πιανιστρια Maria João Pires -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Μια φανταστική συνέντευξη του κ.Κ με την Μεγαλη πορτογαλίδα πιανιστρια

Maria João Pires

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Μια φανταστική συνέντευξη του κ.Κ με την Μεγαλη πορτογαλίδα πιανιστρια

Maria João Pires

 

Ο κ.Κ συνομιλεί με τη Maria João Pires


κ. Κ.: Κυρία Pires, όταν σας ακούει κανείς να παίζετε Μότσαρτ,έχει την αίσθηση ότι η μουσική δεν εκτελείται αλλά αναπνέει.Εχετε έναν «βουδιστικό» τρόπο στο παίξιμό σας.Συμφωνείτε;


Maria João Pires: Δεν ξέρω αν είναι βουδιστικός.Ξέρω όμως ότι ο εκτελεστής πρέπει να εγκαταλείψει το εγώ του.Να μην θέλεις να επιβληθείς στη μουσική.

Ο Μότσαρτ απαιτεί απόλυτη διαύγεια,δεν συγχωρεί την επίδειξη.Είναι σαν να κάθεσαι ήσυχα δίπλα σε μια λίμνη.

Αν ταράξεις την επιφάνειά της,χάνεις την αντανάκλαση.


κ. Κ.: Δηλαδή η σιωπή είναι μέρος της μουσικής;


Maria João Pires: Η σιωπή είναι η μήτρα της μουσικής. Κάθε νότα γεννιέται από μια σιωπή και επιστρέφει σε αυτήν.Αυτό θυμίζει πράγματι μια ανατολική αντίληψη.

Δεν κυνηγάς τη μουσική,την αφήνεις να εμφανιστεί.


κ. Κ.: Κι όμως,όταν παίζετε Σοπέν, μοιάζει σαν να ανοίγεται ένας τελείως διαφορετικός κόσμος.


Maria João Pires: Ο Σοπέν είναι η ανθρώπινη αναπνοή.

Ο Μότσαρτ κοιτάζει τον ουρανό,ο Σοπέν κοιτάζει την καρδιά.

Στον πρώτο χρειάζεται διαφάνεια.

Στον δεύτερο,τρυφερότητα. Αλλά και οι δύο απαιτούν ειλικρίνεια.Αν προσπαθήσεις να συγκινήσεις το κοινό, έχεις ήδη αποτύχει.

Πρέπει πρώτα να συγκινηθείς εσύ από αυτό που ανακαλύπτεις μέσα στη μουσική.


κ. Κ.: Θα ήθελα να γυρίσουμε στο Άμστερνταμ, το 1999. Μια στιγμή που μοιάζει σχεδόν απίθανη.


Maria João Pires: Δεν ήταν θαύμα. Ήταν πανικός.


κ. Κ.: Όταν η ορχήστρα άρχισε να παίζει το Κοντσέρτο αρ. 20;


Maria João Pires: Ναι. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κατάλαβα ότι είχα προετοιμάσει άλλο έργο. Ένιωσα σαν να εξαφανίστηκε το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.

Ήθελα να σταματήσουν όλα. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.


κ. Κ.: Κι όμως δεν σταμάτησαν.


Maria João Pires: Ευτυχώς όχι.Ο Riccardo Chailly με κοίταξε με απόλυτη ηρεμία. Εκείνο το βλέμμα έλεγε: -Μπορείς.

Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη.Το σώμα θυμήθηκε όσα ο νους πίστευε πως είχε ξεχάσει.


κ. Κ.: Παίξατε ολόκληρο το κοντσέρτο από μνήμης χωρίς λάθος.


Maria João Pires: Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε μνήμη ούτε λογική.Υπήρχε μόνο η μουσική.Όταν τελείωσε η συναυλία, τότε κατάλαβα τι είχε συμβεί και άρχισα να τρέμω.


κ. Κ.: Πολλοί χαρακτήρισαν εκείνη την ερμηνεία θαύμα.


Maria João Pires: Τα θαύματα γεννιούνται από χιλιάδες ώρες μοναξιάς,μελέτης και αμφιβολίας.Δεν είναι υπερφυσικά.Είναι οι στιγμές όπου η προετοιμασία συναντά το άγνωστο.


κ. Κ.: Τα τελευταία χρόνια αφιερώσατε μεγάλο μέρος της ζωής σας σε παιδιά από μειονεκτικά κοινωνικά περιβάλλοντα.Γιατί;


Maria João Pires: Γιατί η μουσική δεν είναι πολυτέλεια.Είναι δικαίωμα. Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στη φτώχεια μπορεί να μη γνωρίσει ποτέ τον Μότσαρτ ή τον Σοπέν,όχι επειδή δεν μπορεί να τους καταλάβει αλλά επειδή κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα.


κ. Κ.: Πιστεύετε ότι η μουσική αλλάζει τη ζωή;


Maria João Pires: Δεν λύνει την πείνα ούτε σταματά τους πολέμους.Αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος κατοικεί τον κόσμο. Κι αυτό είναι η αρχή κάθε αλλαγής.


κ. Κ.: Τι μαθαίνετε από τα παιδιά;


Maria João Pires: Ότι η μουσική δεν ανήκει στους σολίστ ούτε στις μεγάλες αίθουσες.Ανήκει σε όποιον ακούει χωρίς φόβο.


κ. Κ.: Αν ο Μότσαρτ και ο Σοπέν κάθονταν σήμερα εδώ, τι θα τους λέγατε;


Maria João Pires: Τίποτε.Θα προτιμούσα να καθίσουμε όλοι σιωπηλοί.Ίσως τότε να άρχιζε πραγματικά η μουσική.


κ. Κ:Σας ευχαριστώ πολύ.


η Maria João Pires

κάθησε στο πιάνο και έπαιξε

Frederico Chopin 

Nocturne opus 9 no 1


https://youtu.be/yqb9Kl28Cmw?is=aXiW2epzocIgCgRr

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -ο κ.Κ γράφει για την ομορφιά μιας γυναίκας -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-ο κ.Κ γράφει για την ομορφιά μιας γυναίκας

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

ο κ.Κ γράφει για την ομορφιά μιας γυναίκας.


1.Δοκίμιο: 

Η ομορφιά της γυναίκας

 

Στη φωτογραφία διακρίνεται μια γυναίκα με φωτεινό χαμόγελο,προσεγμένο μακιγιάζ,έντονα μάτια και κομψά χρυσά σκουλαρίκια.

Η έκφρασή της είναι γαλήνια και φιλική ενώ η στάση του προσώπου αποπνέει αυτοπεποίθηση χωρίς επιτήδευση. 


Η ομορφιά δεν είναι μια στατική κατάσταση. Μεταβάλλεται καθώς μεταβάλλεται και η ζωή.

Η νεότητα προσφέρει φρεσκάδα,όμως η εμπειρία προσθέτει βάθος.

Οι χαρές και οι δοκιμασίες χαράζουν αδιόρατες γραμμές στο πρόσωπο,οι οποίες δεν αφαιρούν την ομορφιά,συχνά την ολοκληρώνουν.

Έτσι, το πρόσωπο γίνεται ένα είδος βιογραφίας.


Η αισθητική αξία μιας γυναίκας βρίσκεται επίσης στην ικανότητά της να εκφράζει την προσωπικότητά της.

Το ντύσιμο, τα χρώματα, τα κοσμήματα και το χτένισμα δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία,είναι μορφές έκφρασης.

Όταν συνδυάζονται με αυθεντικότητα,δημιουργούν μια παρουσία που δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζει την προσοχή.


Η ομορφιά, τελικά, είναι σχέση.

Υπάρχει στο βλέμμα εκείνου που παρατηρεί.


Αυτή η γυναίκα είναι  πραγματικά όμορφη επειδη η εξωτερική της εικόνα συμφιλιώνεται με την εσωτερική της αλήθεια.

Η εμφάνιση δεν είναι μάσκα, γίνεται αντανάκλαση μιας προσωπικότητας που φωτίζει τον χώρο γύρω της.


2. Αφήγημα: 

Το χαμόγελο στο απογευματινό φως


Το καφέ ήταν σχεδόν άδειο. 

Εκείνη καθονταν δίπλα στο παράθυρο.Το  μαλλιά της αντανακλούσαν το φως.

Τα χρυσά σκουλαρίκια της κινούνταν ανεπαίσθητα κάθε φορά που έστρεφε το κεφάλι.

Ένας άγνωστος άντρας μπήκε και κάθισε απέναντι.

Δεν ήταν ένα εντυπωσιακό γεγονός 

Όμως για λίγη ωρα δύο άγνωστοι άνθρωποι μοιράστηκαν κάτι.

Όταν εκείνος έφυγε,εκείνη χαμογελασε.

Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο.

-Αυτος είναι ο άντρας μου, είπε. 

Όταν βγήκε από το καφέ το απογευματινό φως είχε γίνει  πιο φωτεινό.


3. ποίημα:

Η σιωπή του φωτός


το βλέμμα

η επιμέλεια του χρώματος στα χείλη

το ανεπαίσθητο χαμόγελο

χωρίς θόρυβο

ο κόσμος πιο φωτεινος

τα μάτια

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η παρτίδα σκακιού του Marcel Duchamp -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η  παρτίδα σκακιού του Marcel Duchamp

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Η παρτίδα σκακιού του Marcel Duchamp


Στην αίθουσα μια σκάλα που δεν οδηγούσε πουθενά.

Από εκείνη κατέβαινε μια γυναίκα,υστερα ανέβαινε,

υστερα ξανακατέβαινε.

Το σώμα της διαλυονταν σε επίπεδα,σε διαδοχικές στιγμές.

Ο Duchamp δεν σήκωσε τα μάτια από τη σκακιέρα να κοιτάξει στη σκάλα.

-Η σειρά σας,Κυρια,είπε.

Η γυναίκα μετακίνησε έναν αξιωματικό χωρίς να σταματήσει να ανεβαίνει.

Ο Duchamp χαμογέλασε και κοίταξε στην άλλη άκρη της αίθουσας όπου καθοταν η Mona Lisa Gioconda με τα χέρια σταυρωμένα.

-Τι περιμένετε;τη ρώτησε.

-Να τελειώσει η παρτίδα,απάντησε η Μόνα Λίζα.

-πεντε αιώνες,απάντησε ο Duchamp και μετακίνησε τον λευκό πύργο.

Η γυναίκα της σκάλας κατεβαίνοντας μετακίνησε το  άλογο και έφαγε τον πύργο.

-Το να περιμένεις το ματ ανιαρό,είπε ο Duchamp και σηκώθηκε.

Στο βάθος υπήρχε ένας λευκος ουρητήρας.

Τον σήκωσε,τον γύρισε ανάποδα και τον ακούμπησε πάνω στη σκακιέρα ,ανάμεσα στον βασιλιά του  και στην αντιπαλο βασίλισσα.

Έβγαλε ένα μολύβι και έγραψε πάνω του.

R. Mutt 1917

Η γυναίκα της σκάλας σταμάτησε.

-αυτο είναι σκάνδαλο,φώναξε.

Και ανεβάζοντας το φόρεμα της κατουρησε.

-αυτο,μεσιέ Duchamp είναι ακριβώς η τέχνη,είπε και συνέχισε την κίνηση της στη σκάλα.

Η Gioconda χαμογελούσε.

-το πιο αστείο που άκουσα σήμερα,είπε.

 -L.H.O.O.Q.Elle a chaud au cul,είπε ο Duchamp.

-Σαχ,είπε η γυναίκα.

-Ειναι αδύνατον,αντέδρασε ο Duchamp.

-γι'αυτο ακριβώς,μετρ,είπε η γυναίκα,είναι δυνατόν.Το σκακι μολις έχει αλλάξει κανόνες.

Και κατεβαίνοντας τη σκαλα πήγε στη Mona Lisa,κάτι τής είπε,που δεν ακούστηκε,οι δύο γυναικεςγέλασαν και βγήκαν αγκαζε από την αίθουσα.

.

.

.

GREEK POETRY -μεταφράζοντας Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40, -Αρχη της σελίδας της επικής Βατραχομυομαχιας POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-μεταφράζοντας

Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40,

-Αρχη της σελίδας της επικής   Βατραχομυομαχιας

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40,

-Αρχη της σελίδας της επικής   Βατραχομυομαχιας


ας αρχίσουμε απ'τη πρώτη σελίδα 

κι εύχομαι απ'τη καρδιά μου να'θουν για το τραγούδι 

ο χορεύτριες οι Μουσες απ'τον Ελικωνα,

και τώρα στα γόνατα μου έβαλα τα φύλλα μου,

μιας χωρίς τέλος συγκρουσης,

έργο κι αυτό τού πολεμοχαρου Άρη,

ευχόμενος ν'ακουστει στ'αυτια όλων των θνητων,

πώς τα ποντίκια εναντίον των βατράχων

τη βγάλαν άριστα στη μάχη,

των Γιγαντων που η γη γέννησε τα έργα μιμούμενοι,

όπως στους θνητούς έφτασαν να λέγονται,

και να,τέτοια αρχή είχε,

κάποτε ένας διψασμένος ποντικός,

αφού από μιας γάτας τα νύχια ξέφυγε,

στη λίμνη το λαίμαργο  βουτηξε γεννάκι του,

και το γλυφό νερό ευχαριστιονταν,

τότε τον πήρε μάτι ο πολυδιαφημισμενος της λίμνης κολυμπηστης,

και τέτοια λόγια του'πε

ε φιλαράκο,ποιος είσαι,πως από δω στις ακτές μας,από πού;

ποιος σ'εσπειρε;

πες όλη την αλήθεια,μη καταλάβω ότι λες ψέματα,

γιατί αν σε καταλάβω πως σπαθί είσαι

στο σπίτι μου θα σε μπασω,κι όλα τα καλά θα σε φιλεψω,

εγώ'μαι ο βασιλιάς Φουσκομπουκας,

που δω μέσα στη λίμνη οι βάτραχοι

για τον πρώτο με τιμάνε  όλες τις μερες

και μένα ο πατέρας ο Πηλέας μ'αναθρεψε,

αφου απο την ερωτοδουλειά του με τη Νεροφιδα 

στις όχθες του Ηριδανού ειμαι,

και σε μπανιζω για μαγγιορο και ζορικο καμια σχέση 

με τους αλλους,

με σκήπτρο βασιλιας και στους πολέμους παληκαρι,

όμως έλα πάμε,πες μου μπαμ και κάτω από πού γενοκρατιεσαι,

τότε ο Ψιχαρπαγας τ'αποκριθηκε και του'πε,

ε καλά τώρα δεν ξέρεις τη γενιά μου;

πασίγνωστη σ'όλους είναι,

και στους ανθρώπους και στους θεούς και στα πουλιά τ'ουρανου,

τ'όνομα μου Ψιχαρπαγας,

παιδί'μαι του Ψωμοχαφτη του ορεξατου,

και μανα η Γλειφομυλου,κορίτσι του βασιλιά Γουρνοφαγου,

μέσα σε μια καλύβα με γέννησε,και με τους ανθρώπους 

με τάιζε,συκα και καρύδια και φαγητά απ'ολα,

πώς φίλο να με πιάσεις;αφού απ'τα φυσικά μου ανομοιοι είμαστε,

αφού εσύ μέσα στα νερά τη βρίσκεις να ζεις,

ενώ γω ότι τρώνε οι άνθρωποι έχω συνηθειο να τρώω,

ούτε μου λείπει ψωμί τρις κοπανισμενο απ'ωραίο κανιστρι στρογγυλο,

ούτε γλυκιά πίτα στρωμένη και ψημενη με πολύ σουσάμι και τυρί,

ούτε χοιρινό ποδάρι,ούτε σηκωτια μεσα στ'ασπρο λίπος,

ούτε φρέσκο τυρί από γλυκογαλο,ούτε γλύκισμα εκλεκτό από μέλι,

που κι οι μακάριοι το λιμπιζονται,

ούτε όσα για τα συμπόσια των θνητων ετοιμαζουν οι μάγειροι,

νοστιμευοντας τις χύτρες μ'απ'ολα τα καρυκευματα


Βατραχομυομαχια


Ἀρχόμενος πρώτης σελίδος χορὸν ἐξ Ἑλικῶνος

ἐλθεῖν εἰς ἐμὸν ἧτορ ἐπεύχομαι εἵνεκ’ ἀοιδῆς,

ἣν νέον ἐν δέλτοισιν ἐμοῖς ἐπὶ γούνασι θῆκα,

δῆριν ἀπειρεσίην, πολεμόκλονον ἔργον Ἄρηος,

εὐχόμενος μερόπεσσιν ἐς οὔατα πᾶσι βαλέσθαι5

πῶς μύες ἐν βατράχοισιν ἀριστεύσαντες ἔβησαν,

γηγενέων ἀνδρῶν μιμούμενοι ἔργα Γιγάντων,

ὡς λόγος ἐν θνητοῖσιν ἔην· τοίην δ’ ἔχεν ἀρχήν.

Μῦς ποτε διψαλέος γαλέης κίνδυνον ἀλύξας,

πλησίον ἐν λίμνῃ λίχνον προσέθηκε γένειον,10

ὕδατι τερπόμενος μελιηδέϊ· τὸν δὲ κατεῖδε

λιμνόχαρις πολύφημος, ἔπος δ’ ἐφθέγξατο τοῖον·

Ξεῖνε τίς εἶ; πόδεν ἦλθες ἐπ’ ἠϊόνας; τίς ὁ φυσάς;

πάντα δ’ ἀλήθευσον, μὴ ψευδόμενόν σε νοήσω.

εἰ γάρ σε γνοίην φίλον ἄξιον ἐς δόμον ἄξω·15

δῶρα δέ τοι δώσω ξεινήϊα πολλὰ καὶ ἐσθλά.

εἰμὶ δ’ ἐγὼ βασιλεὺς Φυσίγναθος, ὃς κατὰ λίμνην

τιμῶμαι βατράχων ἡγούμενος ἤματα πάντα·

καί με πατὴρ Πηλεὺς ἀνεθρέψατο, Ὑδρομεδούσῃ

μιχθεὶς ἐν φιλότητι παρ’ ὄχθας Ἠριδανοῖο.20

καὶ σὲ δ’ ὁρῶ καλόν τε καὶ ἄλκιμον ἔξοχον ἄλλων,

σκηπτοῦχον βασιλῆα καὶ ἐν πολέμοισι μαχητὴν

ἔμμεναι· ἀλλ’ ἄγε θᾶσσον ἑὴν γενεὴν ἀγόρευε.

Τὸν δ’ αὖ Ψιχάρπαξ ἀπαμείβετο φώνησέν τε·

τίπτε γένος τοὐμὸν ζητεῖς; δῆλον δ’ ἐν ἅπασιν25

ἀνθρώποις τε θεοῖς τε καὶ οὐρανίοις πετεηνοῖς.

Ψιχάρπαξ μὲν ἐγὼ κικλήσκομαι· εἰμὶ δὲ κοῦρος

Τρωζάρταο πατρὸς μεγαλήτορος· ἡ δέ νυ μήτηρ

Λειχομύλη, θυγάτηρ Πτερνοτρώκτου βασιλῆος.

γείνατο δ’ ἐν καλύβῃ με καὶ ἐξεθρέψατο βροτοῖς,30

σύκοις καὶ καρύοις καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν.

πῶς δὲ φίλον ποιῇ με, τὸν ἐς φύσιν οὐδὲν ὁμοῖον;

σοὶ μὲν γὰρ βίος ἐστὶν ἐν ὕδασιν· αὐτὰρ ἔμοιγε

ὅσσα παρ’ ἀνθρώποις τρώγειν ἔθος· οὐδέ με λήθει

ἄρτος τρισκοπάνιστος ἀπ’ εὐκύκλου κανέοιο,35

οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον,

οὐ τόμος ἐκ πτέρνης, οὐχ ἥπατα λευκοχίτωνα,

οὐ τυρὸς νεόπηκτος ἀπὸ γλυκεροῖο γάλακτος,

οὐ χρηστὸν μελίτωμα, τὸ καὶ μάκαρες ποθέουσιν,

οὐδ’ ὅσα πρὸς θοίνας μερόπων τεύχουσι μάγειροι,40

κοσμοῦντες χύτρας ἀρτύμασι παντοδαπτοῖσιν.

.

.

.

GREEK POETRY -Συγγραφες POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Συγγραφες
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Συγγραφες


κατά κάποιο τρόπο όλα είναι

επινοήσεις της μνήμης

οι μέρες μετακινούνται προς μια ολοκληρωτική νύχτα

και

η γλώσσα πρώτα αφαιρεί την πραγματικότητα

και ύστερα την ονοματίζει


γύριζαν απ'το μέτωπο,όσοι εκεί δεν έμειναν μέσα στη σκόνη,

στις τσέπες τους κουβαλούσαν μικρές πέτρες,

ήταν εκείνοι οι πεθαμένοι,

να πληρώσουν το πέρασμα τους

στον άλλο κόσμο

και κάθε νύχτα ξεχνούσαν τα όνοματα τους

να ξημερώσει ήθελαν μια μέρα

χωρίς τη βαριά ευθύνη της αναγνώρισης

και μια συνήθεια είχαν

να βάφουν τα φεγγάρια λευκά

σαν πιστοποιητικά αθωότητας 

αναρτημένα πάνω απ'τις στέγες τους

ενώ εκείνοι παρέμειναν σαν δέντρα

που τρέφονταν από τη σιωπη


τελικά

μια ατέλειωτη εξορία από τον εαυτό μας

είναι η ζωή μας

.

.

.

GREEK POETRY -μεταφραζοντας Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ' στίχοι 123-163 η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212 -η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ'

στίχοι 123-163

η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212

-η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ'

στίχοι 123-163

η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος.


και τότε η φρόνιμη τ'αποκριθηκε Πηνελοπη,

ξένε,την δική μου αξία και την ομορφιά

και το παραστημα οι αθάνατοι τ'αφανισαν θεοι,

όταν στο Ίλιο ανέβηκαν οι Αργείοι,

και μαζί μ'αυτους κι ο δικος μου άντρας πήγε

ο Οδυσσέας,

αν εκείνος έρχονταν και τη ζωή μου φρόντιζε,

τότε μεγαλύτερη θα'ταν η τιμή μου κι η ζωή μου καλύτερη ετσι,

τώρα όμως θλίβομαι,γιατι τόσα κακά σε μένα έστειλε ο δαιμονας,

γιατί όσοι στα νησιά οι ισχυρότεροι είναι αρχοντες,

και στο Δουλίχι και στη Σάμη και στη δασωμένη Ζάκυνθο,

κι όσοι αυτή δω την Ιθακη κατεχουν που από μακριά καλά 

φαίνεται,

αυτοί για γαμο χωρίς τη θέληση μου  με θέλουν,

και το σπίτι μου ρημάζουν,

γι'αυτό ούτε τους ξένους περιποιουμε ούτε τους ικέτες

ούτε σε τιποτα τους κήρυκες,που δημόσιοι είναι λειτουργοί,

αλλά τον αγαπημένο ποθώντας Οδυσσέα

η καρδιά μου λιώνει,

κι εκείνοι για το γάμο βιάζονται,εγώ όμως τεχνάσματα υφαινω,

πρώτα το πέπλο μέσα στο μυαλό

ένας θεός αφου σε μένα έβαλε,

μέσα στο σπίτι έναν μεγάλο έστησα αργαλειό να υφανω,

λεπτό και πλατύ,

κι ύστερα σ'αυτους είπα:

νεαροί άντρες,μνηστήρες μου,αφού ο θεϊκός πέθανε Οδυσσέας,

περιμένετε αν και βιάζεστε για τον γάμο μου,

ώσπου το πεπλο αυτό να τελειώσω,

για να μην ανώφελα χαθούν τα νήματα μου,

για τον ήρωα Λαέρτη επιτάφιο κάλυμμα,όταν η ολέθρια

κάτω τον ρίξει μοιρα του θανατου,

μην κάποια απ'τις Αχαιες μέσα στη πόλη εμένα κατηγορησει,

πώς εκείνος χωρίς σαβανο κείται αν και πολλά πλούτη απέκτησε,

έτσι τους μίλησα,κι αυτών ο αγερωχος νους πεισθηκε,

τότε λοιπόν τη μέρα το μεγάλο υφανα ύφασμα,

και τη νύχτα το ξηλωνα,

αφού τις δάδες κοντά μου έβανα κι αναβα,

έτσι για τρία χρόνια εγώ τους ξεφευγα κι επειθα τους Αχαιους,

αλλά όταν ο τέταρτος ήρθε χρόνος

και περασαν οι εποχες,καθως λιγόστευαν οι μήνες,

και πολλές ολοκληρώθηκαν εν τω μεταξύ μέρες,

και τότε ακριβώς μέσω των δούλων,τις σκυλες 

που δεν με φρόντιζαν, επ'αυτοφορω μ'επιασαν

και με λόγια μ'επεπληξαν,

έτσι να το τελειώσω χωρίς να θέλω εξαναγκαστικα,

τώρα λοιπόν ούτε τον γάμο ν'αποφυγω μπορώ

ούτε κάποιο τέχνασμα άλλο βρισκω,

και να παντρευτώ οι γονεις πολύ με πιεζουν 

ενώ ο γιος μου  η περιουσια του να κατατρωγεται

αγανακτει,

αφού καταλαβαίνει,γιατι τωρα πια άντρας τέτοιος ειναι 

όσο κανείς άλλος τα του σπιτιου να φροντίζει,

και σ'αυτον ο Ζευς ευημερία  παρέχει,

αλλά κι εσύ τη γενιά σου πες μου,κι από πού είσαι,

γιατί ούτε από αρχαία είσαι βελανιδια ούτε από πετρα.


τὸν δ' ἠμείβετ' ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια·123

«ξεῖν', ἦ τοι μὲν ἐμὴν ἀρετὴν εἶδός τε δέμας τε

ὤλεσαν ἀθάνατοι, ὅτε Ἴλιον εἰσανέβαινον125

Ἀργεῖοι, μετὰ τοῖσι δ' ἐμὸς πόσις ᾖεν Ὀδυσσεύς.

εἰ κεῖνός γ' ἐλθὼν τὸν ἐμὸν βίον ἀμφιπολεύοι,

μεῖζόν κε κλέος εἴη ἐμὸν καὶ κάλλιον οὕτω.

νῦν δ' ἄχομαι· τόσα γάρ μοι ἐπέσσευεν κακὰ δαίμων.

ὅσσοι γὰρ νήσοισιν ἐπικρατέουσιν ἄριστοι,130

Δουλιχίῳ τε Σάμῃ τε καὶ ὑλήεντι Ζακύνθῳ,

οἵ τ' αὐτὴν Ἰθάκην εὐδείελον ἀμφινέμονται,

οἵ μ' ἀεκαζομένην μνῶνται, τρύχουσι δὲ οἶκον.

τῶ οὔτε ξείνων ἐμπάζομαι οὔθ' ἱκετάων

οὔτε τι κηρύκων, οἳ δημιοεργοὶ ἔασιν·135

ἀλλ' Ὀδυσῆ ποθέουσα φίλον κατατήκομαι ἦτορ.

οἱ δὲ γάμον σπεύδουσιν· ἐγὼ δὲ δόλους τολυπεύω.

φᾶρος μέν μοι πρῶτον ἐνέπνευσε φρεσὶ δαίμων

στησαμένῃ μέγαν ἱστὸν ἐνὶ μεγάροισιν ὑφαίνειν,

λεπτὸν καὶ περίμετρον· ἄφαρ δ' αὐτοῖς μετέειπον·140

«κοῦροι, ἐμοὶ μνηστῆρες, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς,

μίμνετ' ἐπειγόμενοι τὸν ἐμὸν γάμον, εἰς ὅ κε φᾶρος

ἐκτελέσω, μή μοι μεταμώνια νήματ' ὄληται,

Λαέρτῃ ἥρωϊ ταφήϊον, εἰς ὅτε κέν μιν

μοῖρ' ὀλοὴ καθέλῃσι τανηλεγέος θανάτοιο·145

μή τίς μοι κατὰ δῆμον Ἀχαιϊάδων νεμεσήσῃ,

αἴ κεν ἄτερ σπείρου κεῖται πολλὰ κτεατίσσας.»

ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ' ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.

ἔνθα καὶ ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκον μέγαν ἱστόν,

νύκτας δ' ἀλλύεσκον, ἐπὴν δαΐδας παραθείμην.150

ὣς τρίετες μὲν ἔληθον ἐγὼ καὶ ἔπειθον Ἀχαιούς·

ἀλλ' ὅτε τέτρατον ἦλθεν ἔτος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,

μηνῶν φθινόντων, περὶ δ' ἤματα πόλλ' ἐτελέσθη,

καὶ τότε δή με διὰ δμῳάς, κύνας οὐκ ἀλεγούσας,

εἷλον ἐπελθόντες καὶ ὁμόκλησαν ἐπέεσσιν.155

ὣς τὸ μὲν ἐξετέλεσσα καὶ οὐκ ἐθέλουσ', ὑπ' ἀνάγκης·

νῦν δ' οὔτ' ἐκφυγέειν δύναμαι γάμον οὔτε τιν' ἄλλην

μῆτιν ἔθ' εὑρίσκω· μάλα δ' ὀτρύνουσι τοκῆες

γήμασθ', ἀσχαλάᾳ δὲ πάϊς βίοτον κατεδόντων,

γινώσκων· ἤδη γὰρ ἀνὴρ οἷός τε μάλιστα160

οἴκου κήδεσθαι, τῷ τε Ζεὺς ὄλβον ὀπάζει.

ἀλλὰ καὶ ὧς μοι εἰπὲ τεὸν γένος, ὁππόθεν ἐσσί·

οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι παλαιφάτου οὐδ' ἀπὸ πέτρης.»163

.

.

.


χνκουβελης cncouvelis

μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212

-η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη


και σ' αυτήν αποκρινομενος είπε ο πολυμηχανος Οδυσσέας,

ω σεβαστή γυναίκα του Λαερτιαδη Οδυσσεα,

δεν θα πάψεις πια για τη γενιά μου να ρωτάς;

αλλά σε σένα θα πω,

αν και θλίψη βέβαια μεγάλυτερη θα μου δωσεις 

απ'οτι έχω,

γιατί αυτο'ναι το σωστό,όταν κάποτε απ'τη πατρίδα του 

ένας άνθρωπος μακριά βρισκεται τόσο καιρό όσο εγώ τωρα

σε πολλές περιπλανώμενος πόλεις θνητών,

βασανα υποφέροντας,

αλλ'ομως κι έτσι αυτό θα σου πω που με ρωτάς και θες να μάθεις,

είναι μια χώρα,η Κρήτη,μέσα στη μέση

του σκοτεινού σαν κρασί πελάγου,

όμορφη κι εύφορη,ολόγυρα από θάλασσα βρεγμένη,

κι άνθρωποι την κατοικούν πολλοί αμέτρητοι,

κι ενενήντα πόλεις είναι,

του ενος η γλώσσα άλλη απ'των αλλων ανακατεμένη,

εκει'ναι οι Αχαιοί,εκεί οι μεγαλοκαρδοι Ετεοκρητες,

και εκεί οι Κυδωνες,

και οι Δωριείς σε τρεις φυλες χωρισμενοι και οι θεικοί Πελασγοι

κι ανάμεσα σ' αυτούς είναι η Κνωσός,μεγάλη πόλη,

όπου ο Μινωας εννιά χρόνους βασίλευε του μεγάλου Δία ο συνομιλητης,

πατέρας του πατέρα μου,τού μεγαλοψυχου Δευκαλίωνα,

ο Δευκαλίωνας εμένα γέννησε και τον βασιλιά Ιδομενεα,

αλλά εκείνος για το Ίλιο με τα κυρτα αναχώρησε 

καραβια μαζί με τους Ατρειδες,

και σε μένα τ'όνομα που με φωνάζουν Αιθωνας είναι,

νεωτερος στη γέννα,ενώ αυτός πρωτύτερος και γενναιοτερος,

όπου εγώ εκεί τον Οδυσσέα είδα και τον φιλοξένησα,

γιατί ανεμος στην Κρήτη ισχυριος τον έσυρε,

ενώ προς τη Τροια πήγαινε,απ'τον Μαλέα παρεκτρέποντας τον,

και στάθηκε στην Αμνισό,όπου και το σπήλαιο της Ειλειθυίας,

σ'επικινδυνο λιμανι,και μόλις που απ'τις θύελλες γλυτωσε,

αμέσως τότε για τον Ιδομενεα ανεβαίνοντας στη πόλη ρώτησε,

γιατί γι'αυτον έλεγε πως αγαπητός φίλος ήταν 

και σεβαστός ξένος,

όμως εκείνος ήδη δέκα η έντεκα είχε αυγές

που για το Ίλιο με τα κυρτα καράβια αναχωρήσει,

τοτ'εγω στο σπίτι μου τον έφερα και καλά τον φιλοξένησα,

φιλια δείχνοντας του,και στο σπίτι μου πολλά τ'αγαθά ήταν,

και για τους άλλους συντρόφους,που αυτόν ακολουθούσαν,

απ'το λαο μαζεύοντας αλεύρι εδωκα και φλογερό κρασί

και βόδια για θυσία,για χορτάσουν την ψυχή τους,

εκεί λοιπόν δώδεκα οι θεικοι Αχαιοί έμειναν μερες

γιατί βοριάς τους εμπόδιζε άνεμος δυνατός

ούτε στη στεριά πάνω να πατήσουν,

που κάποιος δαίμονας είχε ξεσηκώσει φοβερός,

όμως στις δεκατρείς ο άνεμος επεσε,κι αυτοί απεπλευσαν,

πολλά ελεγε ψέματα που ομοια μ'αληθινα εμοιαζαν,

κι εκείνη ακούγοντας τον δάκρυα έχυνε,

και έλιωνε το κορμί της,

όπως το χιόνι στις ψηλες των βουνων κορφές λιώνει,

όταν κι ο νοτιάς το'λιώσει,

κι ο Ζέφυρος πάνω του τη ζεστασιά του απλώσει,

κι όπως λιώνει τα ποτάμια γεμίζουν και κυλούν,

έτσι κι αυτής τα όμορφα έλιωναν μαγουλα

καθώς δάκρυα έχυνε,

κλαιοντας τον άντρας της που δίπλα της παρων ητανε,

όμως τη γυναίκα του που θρηνούσε

ο Οδυσσέας μέσα στη ψυχή του σπλαχνιζονταν,

και τα μάτια του στέκονταν ακίνητα σαν από κέρατο

η' σίδερο να ησαν,και τα δάκρυα του με τέχνη εκρυβε


τὴν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«ὦ γύναι αἰδοίη Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος,165

οὐκέτ' ἀπολλήξεις τὸν ἐμὸν γόνον ἐξερέουσα;

ἀλλ' ἔκ τοι ἐρέω. ἦ μέν μ' ἀχέεσσί γε δώσεις

πλείοσιν ἢ ἔχομαι· ἡ γὰρ δίκη, ὁππότε πάτρης

ἧς ἀπέῃσιν ἀνὴρ τόσσον χρόνον ὅσσον ἐγὼ νῦν,

πολλὰ βροτῶν ἐπὶ ἄστε' ἀλώμενος, ἄλγεα πάσχων.170

ἀλλὰ καὶ ὧς ἐρέω ὅ μ' ἀνείρεαι ἠδὲ μεταλλᾷς.

Κρήτη τις γαῖ' ἔστι μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,

καλὴ καὶ πίειρα, περίῤῥυτος· ἐν δ' ἄνθρωποι

πολλοὶ ἀπειρέσιοι, καὶ ἐννήκοντα πόληες· -

ἄλλη δ' ἄλλων γλῶσσα μεμιγμένη· ἐν μὲν Ἀχαιοί,175

ἐν δ' Ἐτεόκρητες μεγαλήτορες, ἐν δὲ Κύδωνες

Δωριέες τε τριχάϊκες δῖοί τε Πελασγοί· -

τῇσι δ' ἐνὶ Κνωσός, μεγάλη πόλις, ἔνθα τε Μίνως

ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής,

πατρὸς ἐμοῖο πατήρ, μεγαθύμου Δευκαλίωνος.180

Δευκαλίων δ' ἐμὲ τίκτε καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα·

ἀλλ' ὁ μὲν ἐν νήεσσι κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω

ᾤχεθ' ἅμ' Ἀτρεΐδῃσιν· ἐμοὶ δ' ὄνομα κλυτὸν Αἴθων,

ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ' ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων.

ἔνθ' Ὀδυσῆα ἐγὼν ἰδόμην καὶ ξείνια δῶκα.185

καὶ γὰρ τὸν Κρήτηνδε κατήγαγεν ἲς ἀνέμοιο

ἱέμενον Τροίηνδε, παραπλάγξασα Μαλειῶν·

στῆσε δ' ἐν Ἀμνισῷ, ὅθι τε σπέος Εἰλειθυίης,

ἐν λιμέσιν χαλεποῖσι, μόγις δ' ὑπάλυξεν ἀέλλας.

αὐτίκα δ' Ἰδομενῆα μετάλλα ἄστυδ' ἀνελθών·190

ξεῖνον γάρ οἱ ἔφασκε φίλον τ' ἔμεν αἰδοῖόν τε.

τῷ δ' ἤδη δεκάτη ἢ ἑνδεκάτη πέλεν ἠὼς

οἰχομένῳ σὺν νηυσὶ κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω.

τὸν μὲν ἐγὼ πρὸς δώματ' ἄγων ἐῢ ἐξείνισσα,

ἐνδυκέως φιλέων, πολλῶν κατὰ οἶκον ἐόντων·195

καί οἱ τοῖς ἄλλοισ' ἑτάροισ', οἳ ἅμ' αὐτῷ ἕποντο,

δημόθεν ἄλφιτα δῶκα καὶ αἴθοπα οἶνον ἀγείρας

καὶ βοῦς ἱρεύσασθαι, ἵνα πλησαίατο θυμόν.

ἔνθα δυώδεκα μὲν μένον ἤματα δῖοι Ἀχαιοί·

εἴλει γὰρ βορέης ἄνεμος μέγας οὐδ' ἐπὶ γαίῃ200

εἴα ἵστασθαι, χαλεπὸς δέ τις ὤρορε δαίμων·

τῇ τρεισκαιδεκάτῃ δ' ἄνεμος πέσε, τοὶ δ' ἀνάγοντο.»

ἴσκε ψεύδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα·

τῆς δ' ἄρ' ἀκουούσης ῥέε δάκρυα, τήκετο δὲ χρώς.

ὡς δὲ χιὼν κατατήκετ' ἐν ἀκροπόλοισιν ὄρεσσιν,205

ἥν τ' εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν ζέφυρος καταχεύῃ,

τηκομένης δ' ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες·

ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης,

κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα, παρήμενον. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς

θυμῷ μὲν γοόωσαν ἑὴν ἐλέαιρε γυναῖκα,210

ὀφθαλμοὶ δ' ὡς εἰ κέρα ἕστασαν ἠὲ σίδηρος

ἀτρέμας ἐν βλεφάροισι· δόλῳ δ' ὅ γε δάκρυα κεῦθεν.

.

.

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η φωνή της Koko Taylor -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η  φωνή της Koko Taylor

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Η φωνή της Koko Taylor


https://www.facebook.com/share/v/1HMvCHVFdc/


Δεν υπήρξε καβγάς,ούτε θεατρικές χειρονομίες,η πόρτα έκλεισε,ήχος από βηματα που κατεβαιναν στη σκαλα.

Εκείνη έμεινε ακίνητη στο χολ.

Πήγε στο παράθυρο.

Ένα λεωφορείο πέρασε,ένα παιδί γελούσε στην απέναντι πολυκατοικία,κάποια γυναικα τίναζε ένα χαλί.

Εκλεισε τα παντζούρια.

Από εκείνη την ημέρα κλείδωσε την πόρτα και δεν ξαναβγηκε έξω.Τα ψώνια τα άφηναν έξω στη πορτα.

Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα,αλλά εκείνη δεν απαντούσε.

Οι φίλοι έστελναν μηνύματα που δεν διάβαζε.Ο κόσμος είχε μικρύνει στα εβδομήντα τετραγωνικά του διαμερίσματος της.

Έβαζε τον δίσκο στο πικ-απ να γυρίζει ξανά και ξανά.Η φωνή της Koko Taylor γέμιζε το σπίτι με εκείνο το βαθύ, τραχύ μπλουζ που δεν ζητούσε συγγνώμη για τον πόνο του.

Ηταν μια φωνή που δεν έκλαιγε,πάλευε.Σαν γυναίκα που είχε δει τον κόσμο να καταρρέει πολλές φορές.

Εκείνη ξάπλωνε στο πάτωμα και ακουγε.

Μια γυναίκα που γελούσε δυνατά,που χόρευε στην κουζίνα,που αγόραζε λουλούδια χωρίς λόγο.

Μια ζωή στο σπίτι που είχε τελειώσει.

Δύο φλιτζάνια στον νεροχύτη,ένα βιβλίο ανοιχτο στο κομοδίνο,ένα σακάκι πεταμενο στον καναπέ.

Τα βράδια έβαζε πιο δυνατά την Koko Taylor.

Έκανε δύο βήματα,να χορέψει,σταματούσε, γελούσε και ξανάρχιζε. 

Ένα αργό χορό.

Πέρασαν μέρες.Τα φυτά στο μπαλκόνι ξεράθηκαν..

Ένα απόγευμα έβρεχε και διακόπηκε το ρεύμα.Η μουσική σταμάτησε.

Μετά από καιρό το σπίτι βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή.

Ενιωσε φόβο.

Άνοιξε το παράθυρο.

Έξω η βροχή είχε πλημμυρίσει το δρόμο.

Από ένα απέναντι διαμέρισμα, ακουγόταν ένα πιάνο.

Χαμογέλασε.

Εκείνη δεν ηταν ευτυχισμένη,και ο κόσμος συνεχιζε να υπάρχει.

Κάθισε για αρκετή ώρα ξαπλωμένη στον καναπέ  ακούγοντας μόνο την αναπνοή της.

Γυμνωσε τα πόδια της σηκώνοντας το φουστάνι της.

Τα κοιτούσε.Τα ανοιγε και τα έκλεινε.

Όταν το ρεύμα επέστρεψε

σηκώθηκε και ακούμπησε τη βελόνα στο πικ-απ πάνω στο δίσκο.

Η φωνή της Koko Taylor ήταν πάλι στο δωμάτιο.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Τι συνέβει στον Georgy Lukacs? -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Τι συνέβει στον Georgy Lukacs?

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




https://www.facebook.com/share/v/1ETRp4KJMU/

χνκουβελης cncouvelis

Τι συνέβει στον Georgy Lukacs?


Όταν ο Γκεόργκι Λούκατς ξύπνησε εκείνο το πρωινό

σκέφτηκε ότι ήταν ένας φιλόσοφος σε ένα μυθιστόρημα του σύγχρονου ολοκληρωτισμού.

Στο δωμάτιο η βιβλιοθήκη ηταν γεμάτη Χέγκελ,Μαρξ, Ντοστογιέφσκι,Μπαλζάκ.

Όμως,χαμογέλασε,η ίδια η πραγματικότητα είχε μετακινηθεί,είχε αλλάξει θέση.

Βγήκε στον δρόμο της Βουδαπέστης,τα ίχνη από τα τανκς ορατα,οι οδοκαθαριστες προσπαθούσαν να τα εξαλείψουν.

Οι άνθρωποι περπατούσαν γρηγορα,κάθε τόσο σταματούσαν,κοιτούσαν πίσω τους και συνέχιζαν χωρίς να κοιτάζουν ποτέ ο ένας τον άλλον.

-Η πραγμοποίηση,ψιθύρισε.

Προχώρησε ανήσυχος.

Στο καφενείο όπου σύχναζε, οι θαμώνες διάβαζαν εφημερίδες χωρίς γράμματα. Γύριζαν τις λευκές σελίδες με σοβαρότητα,σαν να διάβαζαν τις σημαντικότερες ειδήσεις του κόσμου.

-Τι συμβαίνει;ρώτησε τον σερβιτόρο.

-Δεν υπάρχουν πια γεγονότα, αποκρίθηκε εκείνος.Μόνο ερμηνείες.

Ο Λούκατς γέλασε.

-Οχι,είπε.Πρώτα υπάρχουν τα γεγονότα.Υστερα οι ερμηνείες.

Ο σερβιτόρος τον κοίταξε παράξενα  σαν να είχε ακούσει μια αγνωστη γλώσσα.

Το ίδιο απογευμα επισκέφθηκε τη δημόσια βιβλιοθήκη.

Όλα τα βιβλία είχαν αλλάξει.

αν και οι τίτλοι ήταν ίδιοι,και οι συγγραφείς επίσης.

Ο Πόλεμος και Ειρήνη τελείωνε χωρίς να αρχίζει.

Οι Αδελφοί Καραμάζοφ είχαν απομείνει μια ακατανόητη προταση.

Η Θεία Κωμωδία ήταν μόνο η έξοδος από τον Παράδεισο.

Ένιωσε πως κάποιος είχε αφαιρέσει την ιστορία από τον κόσμο.

-Έτσι πεθαίνει η ολότητα,σκεφτηκε.

Τότε εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος βιβλιοθηκάριος.

-Αργησατε,του είπε.Τωρα πλεον ο κόσμος διαβάζει το τέλος πριν ζήσει την αρχή.

Ο Λούκατς έσκυψε το κεφάλι.

-Νιωθετε ενοχή; άκουσε τον βιβλιοθηκάριο.

Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει.

Τα πόδια του βυθίζονταν στο χιόνι.

Ο Λούκατς γονατισε και μάζεψε με το χέρι του χιόνι.

 Όταν σηκώθηκε μπροστά του στέκονταν ένα μικρό παιδί.

-Εσύ ποιος είσαι;ρώτησε ο Λούκατς.

Το παιδί χαμογέλασε.

-Εγω είμαι ο Μαρξ,είπε το παιδι κι έφυγε τρέχοντας.

Είχε νυχτώσει.

Περπάτησε δίπλα στον Δούναβη.

Η ιστορία,σκέφτηκε,όσο κι αν κατακερματίζεται, εξακολουθεί να αναζητά εκείνον που θα μπορέσει να τη δει ξανά ως όλον.

Ως το 'Συνολο'.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -end (a white black photo-movie -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-end

(a white black photo-movie

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

end

(a white black photo-movie)


https://www.facebook.com/share/v/1d5MhzHq1k/



Σκηνή 1

φωτογραφία ενος άδειου σιδηροδρομικου σταθμου

ομίχλη

voice over

-Δεν θυμάμαι πότε ήμουν εδω


Cut up black


Σκηνή 2

φωτογραφία ενος άντρα στο σταθμό

Voice over

-Μου ζήτησαν να επιστρέψω σε μια ανάμνηση,για να εξακριβώσουν αν υπήρξε ποτέ.


Cut up black


Σκηνή 3

Φωτογραφία ενός παιδιού που κρατά μια χάρτινη βάρκα

Voice over

-Η μνήμη αλλάζει κάθε φορά που κάποιος την αφηγείται.


Cut up black


Σκηνή 4

φωτογραφία ενός 

αδειο διαμέρισματος,

ενα ποτήρι νερό στο πάτωμα.

Καμία ανθρώπινη παρουσία.

Voice over

 -Ελειπα εγώ.


Cut up black


Σκηνή 5

Διαδοχή φωτογραφιών,:

να παράθυρο.ενα δέντρο. ενα περιστέρι.το ίδιο παράθυρο ξανά.

Voice over

-Ο χρόνος δεν κινείται.

Εμείς μεταμινουμασυε στις εικόνες του.


Cut up black


Σκηνή 6

Φωτογραφια

Κοντινό σε πρόσωπο γυναίκας.

Η γυναικα σχεδόν μοιάζει να αναπνέει.

Voice over

-Δεν γνώριζα το όνομά της. 


Cut up black


Σκηνή 7

Φωτογραφίες σε έρημη πόλη.

αδειοι δρομοι.

Voice over

-Το τελος.


Cut up black


Σκηνή 8

Η φωτογραφία ενός καθρέφτη.

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 9

Μια φωτογραφία με προσωπα.

δείχνεται 5 φορές.

κάθε φορά λείπει και ένα πρόσωπο

μεχρι που μένει κενη.

Voice over

-θυμομουν τις απουσίες.


Voice over


Σκηνή 10

Φωτογραφία

Νύχτα 

Ένα φως σε παράθυρο.

Το φως σβήνει. 

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 11

φωτογραφία στο σταθμό.

Ο άντρας περιμένει.

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 12

φωτογραφία.

Το παιδί της αρχής κοιτάζει κατευθείαν στον φακό.

σιωπή.

Voice-over

-Πέρασα μια ζωή αναζητώντας εκείνη που θυμόμουν.

Η τελευταία φωτογραφία  είναι πάντα η πρώτη.


Cut up black


Ακούγεται ο ήχος ενός φωτογραφικού κλείστρου.


ΤΕΛΟΣ

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -οι τελευταίες εικόνες της Οφηλιας -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-οι τελευταίες εικόνες της Οφηλιας

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης







φωτογράφιση

-cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

οι τελευταίες εικόνες της Οφηλιας


δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει,ισως έβρεχε από την ημέρα που εκείνος μου είπε πως δεν με αγάπησε ποτέ,η γη μαλάκωσε,έγινε λάσπη, κι εγώ κάθισα επάνω της σαν να ήταν η μητέρα μου,κράτησα τα γόνατά μου σφιχτά.

-να πας σε μοναστήρι,είπε,

πόσο παράξενη ήταν η φωνή του,ήθελε να με προφυλαξει, από έναν κόσμο που είχε  σαπίσει,από τον θείο του,τη μητέρα του,τον πατέρα μου, τον εαυτό του

θυμάμαι το πρώτο του βλέμμα,δεν ήταν βλέμμα πρίγκιπα,ηταν το βλέμμα παιδιού που φοβόνταν το σκοτάδι,τότε νόμιζα ότι θα μπορούσα να του φωτισω το σκοτάδι,

όμως εκείνος είχε διαλέξει τη νύχτα,

σηκώθηκα,

το νερό αγγιζε τους αστραγάλους μου,τα καλάμια άκουγα να  ψιθυριζουνν ονόματα νεκρών, άκουσα και του πατέρα μου,Ο Πολώνιος δεν μου μίλησε ποτέ τόσο τρυφερά όσο μετά τον θάνατό του,

-δεν έφταιγες εσύ,

αλλά οι νεκροί συγχωρούν εύκολα,οι ζωντανοί ποτέ

λροχώρησα βαθύτερα,

το νερό ήταν κρύο σαν το μέτωπο του Άμλετ όταν τον είδα για τελευταία φορά, ηθελα να αγγίξω το πρόσωπό το,να του πω πως θα προσευχηθώ να απαλλαγει από την τρέλα του,δεν τόλμησα,

ποτέ δεν τόλμησα,

το νερό ανέβαινε,στο στήθος,

στον λαιμό,δεν φοβόμουν,

εκλεισα τα μάτια και είδα τον Άμλετ,χωρίς μαύρα ρούχα,χωρίς να ζητά εκδίκηση,χωρίς το φάντασμα του πατέρα του να τον προστάζει,τον είδα να χαμογελαει,έτσι να τον αγάπησα,

-Οφηλια,άκουσα τη φωνή του,

ξάπλωσα κάτω από τα δέντρα,

τα φύλλα έπεφταν αργά πάνω μου,με σκέπαζαν,

δεν ένιωθα πια βάρος,

ήμουνα μέσα στη διαύγεια τών νουφαρων,

τότε θυμήθηκα ένα απόγευμα,

ενα μικρό λουλούδι που είχε πιαστεί στο μανίκι του,

τον τρόπο που το αφαίρεσε προσεκτικά,σαν να φοβόταν μήπως πληγώσει ακόμη κι ένα πέταλο,

εκείνος ο τρυφερος άνθρωπος υπήρξε,

για μια στιγμή μόνο,

υστερα χάθηκε μέσα στον Άμλετ που απομακρύνονταν λέγοντας:to be or not to be,

τωρα επιπλέω μέσα στο νερό σαν άγριο λουλουδι

σε μια ακίνητη λιμνουλα

και αναπνέω την παράξενη γαλήνη των νουφαρων

.

.

.

GREEK POETRY -Συγγραφες POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Συγγραφες
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Συγγραφες


όταν όλοι μας έχουμε φορέσει

το προσωπείο της βεβαιότητας


γράφω γιατι οι λέξεις πέφτουν από μέσα μου 

όπως πέφτουν οι σοβάδες από εγκαταλειμμένα σπίτια όχι για να δείξουν 

την αρχιτεκτονική τους

αλλά για να φανερώσουν τις ρωγμές 

που τόσα χρόνια κρατούσαν κρυφές.


επειδή εχει εξαντληθει η υπομονή της σιωπής


μάθαμε να κυκλοφορούμε σαν δημόσια έγγραφα.


να ζυγίζεις την ύπαρξή σου σε αριθμούς,σε επαίνους,σε ονόματα,σε θέσεις,

σαν να μπορούσε ποτέ η ψυχή να χωρέσει σε λογιστικό βιβλίο


δεν αυτό δεν απαντώ με αγανάκτηση 

κάποτε,θα έρθει ο καιρός,θα αναρωτηθουμε 

αν ζησαμε για να μας εγκρίνουν 

ή αν τολμησαμε,έστω και μία φορά,

να υπάρξουμε χωρίς να ζητήσουμε την άδεια κανενός


η αυταπάτη ενός καθρέφτη που πιστεύουμε 

πως κατόρθωσε να συγκρατήσει το ειδωλο μας

τη στιγμή ακριβώς 

που εκείνο διαλύεται στο σκοτάδι


εσύ είσαι

στο σημείο όπου ο εγώ ο Ορφέας 

γυρίζω το κεφάλι μου για δεύτερη φορά

εκεί όπου εσύ η Ευρυδίκη δεν χάνεσαι,

αλλά μεταμορφώνεσαι σ' εκείνη τη λεπτή σιωπή 

που άκουσε ο Ηράκλειτος 

και είπε:

Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει


βλέπω

το ίδιο πρόσωπο να αλλάζει 

μάσκες

άλλοτε είναι ο Άμλετ,που κρατα ένα κρανίο

και χρησματοδοτει:

to be or not to be

πάνω στα νούφαρα των νερών

που σκεπάζουν την Οφηλια

άλλοτε είναι ο Δον Κιχωτης

και δεν αμφιβάλει πως ο άνεμος που φυσά 

χαιδευει τα μαλλιά της Δουλτσινεας του

κι όχι τα άγρια  γενιά των Γιγάντων,

αφού ξέρει 

πως είναι μόνο ανεμομυλοι

και καθόλου δεν τον ξεγελουν

και άλλοτε είναι ο Οιδιποδας

μέσα στην ερημο

και αδιαφορεί για το αίνιγμα της Θηβαίος Σφιγγας:

Τί ἐστιν ὃ μίαν ἔχον φωνὴν τετράπουν καὶ δίπουν καὶ τρίπουν γίνεται;

η καταρα των Λαμβδακιδων μονο τον απασχολει


η αξία του ανθρωπου

κόπηκε σαν νόμισμα σε κάποιο πλατωνικο νομισματοκοπείο και κυκλοφόρησε 

στη γη ήδη φθαρμένο


ο Νάρκισσος δεν πνίγηκε επειδή αγάπησε την εικόνα του,αλλά επειδή ήταν τελεια η αντανακλαση της θνητότητας του 


ισως γι' αυτό γράφεις

για να συνομιλήσειε με εκείνον τον αόρατο αναγνώστη που δεν έχει ακόμη γεννηθεί,ή που πέθανε πριν από αιώνες και εξακολουθεί να περπατά στις βιβλιοθήκες του Μπόρχες κρατώντας ένα βιβλίο που κάθε φορά που ανοίγει γράφει διαφορετικό ποίημα

σου


και οι λέξεις λέξεις μας

θα επιστρέψουν στο πρώτο τους άναρθρο φως


θα απομείνει μόνο εκείνο το άγνωστο βλέμμα 

που σε κοιτάζει πριν γεννηθούμε 

και συνεχίζει να σε κοιτάζει αφού τελειώσει το τελευταίο ποίημα σου

σαν να μην υπήρξαμε ποτέ παρά μέσα στο όνειρο των λεξεων μας

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -μεταφράζοντας Frederico Garcia Lorca,Bodas de Sangre Ματωμένος Γαμος -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-μεταφράζοντας

Frederico Garcia  Lorca,Bodas de Sangre

Ματωμένος Γαμος

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Frederico Garcia  Lorca,Bodas de Sangre

Ματωμένος Γαμος


ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ


Δωμάτιο βαμμένο κιτρινο


ΓΑΜΠΡΟΣ

(μπαίνοντας)

μανα

ΜΑΝΑ

τι;

ΓΑΜΠΡΟΣ

φευγω

ΜΑΝΑ

που πας;

ΓΑΜΠΡΟΣ

στ'αμπελι(παει να φύγει)

ΜΑΝΑ

περίμενε

ΓΑΜΠΡΟΣ

θέλεις κάτι;

ΜΑΝΑ

γιε μου,το μεσημεριανο

ΓΑΜΠΡΟΣ

ασ'το.

θα φάω σταφύλια.

δος μου το σουγιά.

ΜΑΝΑ

γιατί;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(γελώντας)για να τα κοψω

ΜΑΝΑ

(μουρμουριζοντας και 

ψάχνωντας)

ο σουγιάς,ο σουγιάς,...

καταραμενοι να'ναι όλοι,κι ο παλιανθρωπος που τον σκεφτηκε

ΜΑΝΑ

ας πούμε κάτι αλλο

ΜΑΝΑ

κι οι καραμπίνες και τα πιστόλια

και το πιο μικρό μαχαιρι,

κι,ακόμα,οι τσάπες και τα δικριανια τ'αλωνιου.

ΓΑΜΠΡΟΣ

καλα

ΜΑΝΑ

ότι μπορεί να κόψει το κορμί ενος άντρα.

ενός άντρα όμορφου,με το λουλούδι του στο στόμα,που φευγει για τ'αμπελι,

η' που στις δικές του ελιες πάει,

γιατί δικές του είναι,

κληρονομιά...

ΓΑΜΠΡΟΣ

(χαμηλώνοντας το κεφάλι)

ησυχασε

ΜΑΝΑ

...κι αυτός ο άντρας δεν γυρίζει.

η' αν γυρίσει είναι για να του βάλουν ένα κλαδί φοινικιάς πάνω του,

η' ένα πιατο μ'αλατι χοντρό για να μην φουσκωσει,

δεν ξέρω πως τολμάς να κουβαλάς ένα σουγιά στο κορμί σου,

ούτε πως εγώ αφήνω ένα φίδι μέσ'στο μπαουλο

ΓΑΜΠΡΟΣ

αρκετά δεν είπες;

ΜΑΝΑ

κι εκατό χρόνια να ζούσα,για τίποτε άλλο δεν θα μιλουσα.

πρώτα ο πατέρας σου,που μου μύριζε γαριφαλο και τον χαρηκα τρία χρόνια μοναχα.

υστερα ο αδελφός σου.

κι είναι δίκιο,και μπορεί να γίνεται ένα τόσο δα μικρό  όπως ένα πιστολι η' ένας σουγιάς να μπορεί να τελειώσει ένα αντρα,

που'ναι ένας ταύρος;

δεν θα ησυχαζα ποτέ.

περνουν οι μήνες κι η απελπισια με τσιμπάει στα μάτια και μέχρι τις άκρες των μαλλιών

ΓΑΜΠΡΟΣ

(έντονα)

θα τελειώσουμε επιτέλους;

ΜΑΝΑ

όχι,δεν θα τελειώσουμε.

μπορεί κανείς να μου φέρει πίσω τον πατερα σου;

και τον αδελφό σου;

κι ύστερα η φυλακη.

τι είναι η φυλακή;

εκεί τρωνε,εκεί καπνίζουν,

εκεί χτυπούν τα όργανα!

οι νεκροί μου γεμάτοι χορτάρια,χωρίς να μιλούν,γίναν σκονη,

δυο άντρες που ήταν δυο γεράνια...

οι φονιάδες,στη φυλακη,ζωντανοί,

κοιτάζοντας τα βουνά...

ΓΑΜΠΡΟΣ

δηλαδή θέλεις να τους σκοτώσω;

ΜΑΝΑ

όχι...αν μιλώ είναι γιατί...

πώς μπορώ να μην μιλήσω βλέποντας σε να βγαίνεις απ'αυτή τη πορτα;

είναι που δεν μ'αρεσει που κρατάς σουγιά.

είναι που...που δεν θα'θελα να φεύγεις για τα χωράφια.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(γελώντας)

έλα τώρα!

ΜΑΝΑ

θα μου άρεσε να'σουν γυναίκα.

δεν θα πήγαινες τώρα στο ρυάκι και θα κεντούσαμε οι δυο μας μπορντούρες και μαλλινα σκυλάκια.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(πιάνει τη μάνα απ'το μπρατσο και γελάει)

μάνα,κι αν σ'επαιρνα μαζί μου στ'αμπελια;

ΜΑΝΑ

και τι να κάνει στ'αμπελια μια γριά;

θα μ'εβαζες κάτω απ'τα κληματα και τα φυλλα;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(σηκώνοντας την στα μπράτσα του)

γριά,παλιογριά,παμπογρια

ΜΑΝΑ

κι ο πατέρας σου μ'επαιρνε.

αυτό είναι καλή ρατσα.το αίμα.

ο παππούς σου άφησε ένα γιο σε κάθε γωνιά.

αυτό μ'αρεσει.

οι άντρες,αντρες,

το στάρι,σταρι.

ΓΑΜΠΡΟΣ

κι εγώ μάνα;

ΜΑΝΑ

εσύ,τι;

ΓΑΜΠΡΟΣ 

χρειάζεται να στο πω κι άλλη φορά;

ΜΑΝΑ

(σοβαρή) α!

ΓΑΜΠΡΟΣ

μήπως σου κανει κακό;

ΜΑΝΑ

οχι

ΓΑΜΠΡΟΣ

τότε;

ΜΑΝΑ

ούτε κι εγώ η ίδια το ξερω.

έτσι,ξαφνικά,πάντα με πιάνει απροετοίμαστη.

ξερω πως το κορίτσι είναι καλό.

αλήθεια έτσι δεν είναι;

σεμνό,εργατικο,

ζυμώνει το ψωμί και ραβει τις φούστες της,

κι όμως αισθάνομαι,όταν την αναφέρω,σαν να μου'διναν μια πετριά στο μέτωπο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

ανοησίες

ΜΑΝΑ

πιο πολύ από ανοησίες.

είναι που μενω μονη.

δεν μου μένεις παρά μόνο εσύ

και νιώθω πως φευγεις.

ΓΑΜΠΡΟΣ

αλλά θα'ρθεις μαζί μου.

ΜΑΝΑ

όχι.δεν μπορώ ν'αφησω εδώ μόνους το πατέρα σου και τον αδελφό σου.

πρέπει να πηγαίνω κάθε πρωί,και αν φύγω ειναι πιθανό να πεθάνει ένας απ'τους Φελιξ,ένας από τη φαμίλια των φονιάδων,και να τον θαψουν δίπλα.

κι αυτό όχι!ποτέ!αποκλείεται!

γιατί με τα νύχια θα τους ξεθαψω κι εγώ μόνη θα τους συντρίψω πάνω στον μαντροτοιχο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(έντονα)

πάλι στα ίδια γυρίζεις

ΜΑΝΑ

συγχωραμε.

(παύση)

πόσο καιρό έχετε σχέσεις;

ΓΑΜΠΡΟΣ

τρία χρόνια.

και πια μπορώ ν'αγορασω τ'αμπελι.

ΜΑΝΑ

τρια χρόνια.

αυτή δεν είχε έναν αρραβωνιαστικό;

ΓΑΜΠΡΟΣ

δεν ξέρω.

πιστεύω πως όχι.

τα κορίτσια πρέπει να προσέχουν με ποιον παντρευονται.

ΜΑΝΑ

ναι.εγω κανέναν δεν κοίταξα.

κοίταξα τον πατέρα σου,κι όταν τον σκότωσαν κοίταξα στον απέναντι τοίχο.

μια γυναίκα με έναν αντρα  

κι αυτό είναι όλο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

να ξέρεις ότι η αρραβωνιαστικιά μου είναι καλη

ΜΑΝΑ 

δεν αμφιβάλω.

παρ'ολ'αυτα ομως με στεναχωρεί που δεν ξέρω ποια ήταν η μάνα της.

ΓΑΜΠΡΟΣ

και τι μ'αυτο;

ΜΑΝΑ

(κοιτάζοντας τον)

γιε μου

ΓΑΜΠΡΟΣ

τι θέλεις;

ΜΑΝΑ

είναι αλήθεια!έχεις δίκιο!

ποτέ θέλεις να πάω να τη ζητήσω;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(χαρούμενος)

φαίνεται καλά για τη Κυριακή;

ΜΑΝΑ

(σοβαρή)

θα της πάω τα μπρούτζινα σκουλαρίκια,που'ναι παλιά,κι εσύ της αγοραζεις...

ΓΑΜΠΡΟΣ

εσύ καταλαβαίνεις καλύτερα...

ΜΑΝΑ

της αγοραζεις λεπτές δαντελωτες κάλτσες,

και για σένα δύο κοστούμια...

τρια!

δεν έχω κανέναν άλλον από σένα!

ΓΑΜΠΡΟΣ

φευγω.

αύριο θα πάω να τη δω

ΜΑΝΑ

ναι,ναι,για να δούμε αν θα με κάνεις χαρούμενη με έξι εγγόνια,η όσα σου κάνει κέφι,

αφού ο πατέρας σου δεν πρόλαβε να μου τα κάνει.

ΓΑΜΠΡΟΣ

το πρώτο για σενα

ΜΑΝΑ

ναι,αλλά να,'χει και κορίτσια.

θέλω να κενταω και να πλεκω δαντελες και να'μαι ησυχη.

ΓΑΜΠΡΟΣ

είμαι σίγουρος πως θα την αγαπήσεις την αρραβωνιαστικιά μου

ΜΑΝΑ

θα την αγαπήσω.

(πάει να την φιλήσει και συγκρατείται)

άντε,είσαι πια πολυ μεγάλος για φιλιά.

θα τα δινεις στη γυναίκα σου.

(παύση,στον εαυτό της)

όταν αυτό θα γίνει.

ΓΑΜΠΡΟΣ

πηγαίνω

ΜΑΝΑ

να σκάψεις καλά το μέρος εκει στ'αυλακι του μύλου,γιατι το'χεις παραμελημενο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

έγινε όπως ειπαμε

ΜΑΝΑ

αντε με το θεο

(βγαίνει ο ΓΑΜΠΡΟΣ.

η ΜΑΝΑ μένει καθισμένη με τη πλάτη στη πόρτα.)


ACTO PRIMERO

CUADRO PRIMERO


Habitación pintada de amarillo.


NOVIO

(Entrando.) Madre.

MADRE

¿Que?

NOVIO

Me voy.

MADRE

¿Adónde?

NOVIO

A la viña. (Va a salir.)

MADRE

Espera.

NOVIO

¿Quiere algo?

MADRE

Hijo, el almuerzo.

NOVIO

Déjelo. Comeré uvas. Deme la navaja.

MADRE

¿Para qué? NOVIO

(Riendo.) Para cortarlas.

MADRE

(Entre dientes y buscándola.) La navaja, la navaja... Malditas sean todas y

el bribón que las inventó.

NOVIO

Vamos a otro asunto.

MADRE

Y las escopetas y las pistolas y el cuchillo más pequeño, y hasta las azadas

y los bieldos de la era.

NOVIO

Bueno.

MADRE

Todo lo que puede cortar el cuerpo de un hombre. Un hombre hermoso, con

su flor en la boca, que sale a las viñas o va a sus olivos propios, porque son

de él, heredados...

NOVIO

(Bajando la cabeza.) Calle usted.

MADRE

...y ese hombre no vuelve. O si vuelve es para ponerle una palma encima o

un plato de sal gorda para que no se hinche. No sé cómo te atreves a llevar

una navaja en tu cuerpo, ni cómo yo dejo a la serpiente dentro del arcón.

NOVIO

¿Está bueno ya?

MADRE

Cien años que yo viviera, no hablaría de otra cosa. Primero tu padre; que

me olía a clavel y lo disfruté tres años escasos. Luego tu hermano. ¿Y es

justo y puede ser que cosa pequeña como una pistola o una navaja pueda acabar con un hombre, que es un toro? No callaría nunca. Pasan los meses y

la desesperación me pica en los ojos y hasta en las puntas del pelo.

NOVIO

(Fuerte.) ¿Vamos a acabar?

MADRE

No. No vamos a acabar. ¿Me puede alguien traer a tu padre? ¿Y a tu

hermano? Y luego el presidio. ¿Qué es el presidio? ¡Allí comen, allí fuman,

allí tocan los instrumentos! Mis muertos llenos de hierba, sin hablar, hechos

polvo; dos hombres que eran dos geranios... Los matadores, en presidio,

frescos, viendo los montes...

NOVIO

¿Es que quiere usted que los mate?

MADRE

No... Si hablo es porque... ¿Cómo no voy a hablar viéndote salir por esa

puerta? Es que no me gusta que lleves navaja. Es que... que no quisiera que

salieras al campo.

NOVIO

(Riendo.) ¡Vamos!

MADRE

Que me gustaría que fueras una mujer. No te irías al arroyo ahora y

bordaríamos las dos cenefas y perritos de lana.

NOVIO

(Coge de un brazo a la MADRE y ríe.) Madre, ¿y si yo la llevara conmigo a

las viñas?

MADRE

¿Qué hace en las viñas una vieja? ¿Me ibas a meter debajo de los

pámpanos?

NOVIO

(Levantándola en sus brazos.) Vieja, revieja, requetevieja. MADRE

Tu padre sí que me llevaba. Eso es buena casta. Sangre. Tu abuelo dejó un

hijo en cada esquina. Eso me gusta. Los hombres, hombres; el trigo, trigo.

NOVIO

¿Y yo, madre?

MADRE

¿Tú, qué?

NOVIO

¿Necesito decírselo otra vez?

MADRE

(Seria.) ¡Ah!

NOVIO

¿Es que le hace mal?

MADRE

No.

NOVIO

¿Entonces?

MADRE

No lo sé yo misma. Así, de pronto, siempre me sorprende. Yo sé que la

muchacha es buena. ¿Verdad que sí? Modosa. Trabajadora. Amasa su pan y

cose sus faldas, y siento, sin embargo, cuando la nombro, como si me

dieran una pedrada en la frente.

NOVIO

Tonterías.

MADRE

Más que tonterías. Es que me quedo sola. Ya no me quedas más que tú y

siento que te vayas.

NOVIO Pero usted vendrá con nosotros.

MADRE

No. Yo no puedo dejar aquí solos a tu padre y a tu hermano. Tengo que ir

todas las mañanas, y si me voy es fácil que muera uno de los Félix, uno de

familia de los matadores, y lo entierren al lado. ¡Y eso sí que no! ¡Ca! ¡Eso

sí que no! Porque con las uñas los desentierro y yo sola los machaco contra

la tapia.

NOVIO

(Fuerte.) Vuelta otra vez.

MADRE

Perdóname. (Pausa.) ¿Cuánto tiempo llevas en relaciones?

NOVIO

Tres años. Ya puedo comprar la viña.

MADRE

Tres años. ¿Ella tuvo un novio, no?

NOVIO

No sé. Creo que no. Las muchachas tienen que mirar con quién se casan.

MADRE

Sí. Yo no miré a nadie. Miré a tu padre, y cuando lo mataron miré a la pared

de enfrente. Una mujer con un hombre, y ya está.

NOVIO

Usted sabe que mi novia es buena.

MADRE

No lo dudo. De todos modos siento no saber cómo fue su madre.

NOVIO

¿Qué más da?

MADRE

(Mirándolo.) Hijo. 

NOVIO

¿Qué quiere usted?

MADRE

¡Que es verdad! ¡Que tienes razón! ¿Cuándo quieres que la pida?

NOVIO

(Alegre.) ¿Le parece bien el domingo?

MADRE

(Seria.) Le llevaré los pendientes de azófar, que son antiguos, y tú le

compras...

NOVIO

Usted entiende más...

MADRE

Le compras unas medias caladas, y para ti dos trajes... ¡Tres! ¡No te tengo

más que a ti!

NOVIO

Me voy. Mañana iré a verla.

MADRE

Sí, sí, y a ver si me alegras con seis nietos, o lo que te dé la gana, ya que tu

padre no tuvo lugar de hacérmelos a mí.

NOVIO

El primero para usted.

MADRE

Sí, pero que haya niñas. Que yo quiero bordar y hacer encaje y estar

tranquila.

NOVIO

Estoy seguro de que usted querrá a mi novia.

MADRE La querré. (Se dirige a besarlo y reacciona.) Anda, ya estás muy grande

para besos. Se los das a tu mujer. (Pausa. Aparte.) Cuando lo sea.

NOVIO

Me voy.

MADRE

Que caves bien la parte del molinillo, que la tienes descuidada.

NOVIO

¡Lo dicho!

MADRE

Anda con Dios. (Vase el NOVIO. La MADRE queda sentada de espaldas a la

puerta. 

.

.

.

GREEK POETRY -Συγγραφες POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Συγγραφες
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χνκουβέλης cncouvelis

Συγγραφες


και μη μου πεις πως ο κόσμος αλλάζει μόνος του


γιατί κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.


και θα μείνει μόνο ένα χέρι που άγγιξε ένα άλλο χέρι μέσα στο σκοτάδι.

εκεί να ψάξεις την επανάσταση


το σωμα

ένα ίχνος από αγγίγματα

που δεν έγιναν ποτέ


κάποτε είχαμε λέξεις

κι ύστερα χαθηκαμε σε δυο σιωπες


Κάποιοι είπαν πως νικήσαμε.

Κάποιοι πως ηττηθήκαμε.

Εμείς απλώς μετρήσαμε τα πρόσωπα

που έλειπαν από τη φωτογραφία


ένα φύλλο στροβιλιζονταν. ηταν η τελευταία κίνηση ενός κόσμου 

που έφευγε


Οχι τους νεκρούς.Αυτούς τους κρατά γαληνια η γη.

Να μη ξεχνάςεκείνους που έζησαν και έμειναν για πάντα με το βάρος 

μιας απουσίας


νυχτα

και ο καθρεφτης έδειχνε μόνο μια καρέκλα

που περίμενε κάποιον νεκρό

να αναστηθει


Μην συνηθίσεις στο σκοταδι

Κράτα μια σπίθα

Για να θυμάσαι

πως κάποτε είχες μέσα σου

μια φωτιά

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Έκλειψη (a movie) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Έκλειψη

(a movie)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης





χνκουβελης cncouvelis

Έκλειψη

(a movie)


Σενάριο

10 Σκηνές

η γυναίκα με μαυρο φόρεμα και γοβες

Ένα άδειο σαλόνι με μια μεγάλη  μπαλκονόπορτα. Έξω,η πόλη.

Μέσα,σχεδόν σκοτάδι.

Μονο το φως από το παράθυρο.

Όλη η ταινία χωρίς διάλογο

Ήχος περιβαλλοντος


Σκηνή 1.

Στατική κάμερα.

Η γυναίκα με τα χέρια ψηλά,

ακουμπάει δεξιά και αριστερά τα ακρα του παραθυρου

Η σιλουέτα της 100% μαυρη,

εκτός καμένο λευκό,

15 δευτερολεπτα


Cut up black


Σκηνη 2,3

Η γυναίκα γέρνει στον τοίχο. Κατεβαίνει αργά,ένα αργό γλίστρημα στον τοίχο.

Η κάμερα κάνει dolly-in 

Ήχος: ρολόι

15 δευτερολεπτα


Cut up black 


Σκηνη 4

Η γυναίκα γονατίζει,σκύβει το κεφάλι

Χαμηλή γωνία της καμερας Φωτισμός,μόνο η ανάκλαση από το πάτωμα

15 δευτερολεπτα


Cut up red


Σκηνή 5,6,7 

Το φως γίνεται κοκκινο 

5.Το κεφάλι της γυναίκας πίσω

Μια κραυγή χωρίς ήχο

15 δευτερολεπτα


Cut up red


6.Γυρίζει με την πλάτη, χτυπάει τα χέρια στο τζάμι

15 δευτερολεπτα


Cut up red


7.Πετάγεται,ένα πόδι στον αέρα,χέρι τεντωμένο 

Κάμερα στο χερι(handheld camera) κινειται

 24fps σε 28fps 

Ήχος,stop στον ήχο του ρολογιού,

ένα βόμβος χαμηλός (60hz),

15 δευτερολεπτα


Σκηνή 8,9,10

Επιστροφή στο ασπρομαυρο

8.η γυναίκα κάθεται στο περβάζι

15 δευτερολεπτα

9.Όρθια,με σταυρωμένα χέρια.

15 δευτερολεπτα

10. Κάθεται πάλι,το χερι στο

σαγονι 

Κάμερα στατική.

Το τελευταίο καρέ κρατάει 30 δευτερόλεπτα 

μέχρι το 

Cut up black 

Ο ήχος του ρολογιού 


Τελος


Φως Chiaroscuro 

από το παράθυρο.

Καθόλου fill light,

ένταση σκιων.


Κοστούμι/Σκηνικά: Τίποτα. Μαύρο φόρεμα,γυμνό πάτωμα,μια καρέκλα εκτός κάδρου που φαίνεται η σκιά της 


Μοντάζ: Κοφτό.

10 σταθερά πλάνα,όχι ροή.

Τα cuts ακούγονται σαν κλικ φωτογραφικής.


4

Ήχος: Σιωπή,μακρινή πόλη, αναπνοη. 

Το κόκκινο έχει άλλο ήχο από το ασπρόμαυρο.


Θέμα:Η Έκλειψη της γυναικας

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Madame Bovary -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Madame Bovary

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χνκουβέλης cncouvelis

Madame Bovary  


Nous étions à l’Étude, quand le Proviseur entra, suivi d’un 

nouveau habillé en bourgeois et d’un garçon de classe qui portait 

un grand pupitre. Ceux qui dormaient se réveillèrent, et chacun 

se leva comme surpris dans son travail.


Την Μαντάμ Μποβαρύ τού Φλωμπερ τη διάβασε στα τριάντα οκτώ.Δεν τη συγκίνησε ο έρωτας της Έμμας,τη φόβισε η επιμονή της στον έρωτα.

Δεν πεθαίνει από τον έρωτα, πεθαίνει από τις εικόνες που διάβασε και δεν πραγματοποηθηκαν.

Απόγευμα.Στεκονταν 

μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του διαμερίσματος.

Το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο. Είχε αφαιρέσει όλα τα διακοσμητικά.

Δεν ήθελε τίποτε που να υπόσχεται μια ζωή ωραιότερη από εκείνη που υπήρχε.

Η πόλη απλωνόταν κάτω και περα γκρίζα χωρίς προεκτάσεις.

Κτίρια,δρόμοι,και άνθρωποι που δεν ήταν ήρωες κανενός μυθιστορήματος. 

Διάβαζε στις εφημερίδες:

Ζητείται λογιστής.

Ενοικιάζεται δυάρι.

Χάθηκε γάτα.

Αυτές οι αγγελίες της φαίνονταν πιο αληθινές από τα μεγάλα πρωτοσέλιδα.

Ο κόσμος δεν αποτελούνταν από τραγωδίες αλλά από ανθρώπους που έχαναν τα κλειδιά τους,που γέμιζαν το καλαθι στο σούπερ μάρκετ,που  ξέχναγαν να ποτίσουν ένα φυτό.

Κάποτε είχε αγαπήσει έναν άντρα που της έλεγε πως γεννήθηκε για την ευτυχία. 

Τον άκουγε με την ίδια ηλιθιοτητα όπως κάποτε η Έμμα άκουγε τις ερωτικές διακηρύξεις των θαυμαστών της.

Αργότερα κατάλαβε την απάτη.

Η ζωή αρκείται σε δύο καρέκλες,ένα τραπέζι και κάποιον που να λέει: Πέρασε η μέρα.

Οπου μια μέρα μοιάζει αρκετή επειδή δεν προσπαθεί να μοιάσει με μυθιστόρημα.

Έτσι έμεινε μόνη,όχι γιατί την εγκατέλειψαν,αλλά γιατι προτιμούσε τη μοναξιά από την αυταπατη,το θέατρο της επιθυμίας.

Άρχισε να βραδυαζει.Η πόλη θολωνε.

Αναρωτήθηκε αν η Έμμα Μποβαρύ είχε ποτέ σταθεί έτσι,μπροστά σε ένα παράθυρο, χωρίς να περιμένει κανέναν.

Όπως αυτή.

Ίσως όχι.

Η Έμμα πάντοτε περίμενε.

Έναν άντρα.

Ένα γράμμα.

Ένα άλογο.

Μια άμαξα.

Ένα φιλί.

Μια άλλη ζωή.

Εκείνη δεν περίμενε τίποτε.

Τα φώτα είχαν ανάψει στη πόλη.

Σκέφτηκε ότι ο Φλωμπέρ είχε γράψει ένα βιβλίο εναντίον των ψευδαισθήσεων.

Το δωμάτιο σκοτείνιασε.

Δεν άναψε το φως.


Depuis la mort de Bovary, trois médecins se sont succédé à 

Yonville sans pouvoir y réussir, tant M. Homais les a tout de suite 

battus en brèche. Il fait une clientèle d’enfer ; l’autorité le ménage 

et l’opinion publique le protège.

Il vient de recevoir la croix d’honneur.

.

.

.

GREEK POETRY -Το τέλος του Βρουτου (Στους Φιλίππους,Καβάλα,3 Οκτωβρίου 42 π.Χ) POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Το τέλος του Βρουτου

(Στους Φιλίππους,Καβάλα,3 Οκτωβρίου 42 π.Χ)

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης





χνκουβελης cncouvelis

Το τέλος του Βρουτου

(Στους Φιλίππους,Καβάλα,3 Οκτωβρίου 42 π.Χ)


ο Βρούτος κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό 

μίλησε τού Δία

μην ξεχάσεις τον αίτιο των κακων,αυτό ζητησε

υστερα ονοματισε τους νεκρούς του έναν προς έναν,

κάποιος έτρεξε να φέρει νερό μέσα στο κράνος 

οταν ρώτησαν για το νερό,

το ήπιαν,είπε ο Βρούτος χαμογελώντας

εστειλαν άλλον,παραλίγο να συλληφθεί,

αλλον να δει το στρατόπεδο σήκωσε πυρσό,

δεν γύρισε ποτέ

η νύχτα προχωρούσε κι εκείνος παρακαλούσε τώρα 

κάποιον φίλο 

να κρατήσει το ξίφος για να τελευτησει,

πόσο παράξενο,αυτός που κάποτε τη τύχη  κρατούσε  

της Ρωμης

κανείς δεν ήθελε,αρνήθηκαν,τού είπαν να φύγουν

κι εκεινος ειπε:η φυγή με τα χέρια θα γίνει

οχι με τα ποδια,

χαιρέτησε τους φίλους του με αξιοπρέπεια,

κανείς σας δεν με πρόδωσε,είπε

μόνο τη τύχη για τη πατρίδα κατηγορω

κι απ'τους νικητές τυχεροτερος είμαι

αφού φημη αρετης πίσω αφηνω

υστερα γαληνια μπροστά στο ξίφος στάθηκε,

ούτε ορχήστρα θεάτρου ήταν

ούτε σάλπιγγα ήχησε

ούτε χειροκρότημα ακούστηκε

μόνο η μεταλλική σιωπή μιας ένδοξης ηττας

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -μεταφράζοντας Πλούταρχος,Βίοι Παράλληλοι,Βρούτος,51,-5 -51)Λιγο πριν το τέλος του Βρουτου- 52)Το τέλος του Βρουτου -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-μεταφράζοντας

Πλούταρχος,Βίοι Παράλληλοι,Βρούτος,51,-5

-51)Λιγο πριν το τέλος του Βρουτου-

52)Το τέλος του Βρουτου

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Πλούταρχος,Βίοι Παράλληλοι,Βρούτος,51,-5

-51)Λιγο πριν το τέλος του Βρουτου-

52)Το τέλος του Βρουτου


Ο Βρούτος αφού διάβηκε ένα ρεμα δασωμένο και απόκρημνο είχε ήδη σκοτεινιάσει και δεν προχώρησε πολύ,αλλά σ'ένα κοίλωμα και μπροστά από ένα βράχο αφού καθισε,ενώ γύρω του λίγοι στρατηγοί και φίλοι ήταν,πρώτα σήκωνοντας το βλεμμα στον ουρανο που ήταν γεμάτος αστερια,απήγγειλε δύο στίχους,απ'τους οποίους τον έναν ο Βολουμνιος κατεγραψε.


Ζευ,μη ξεχάσεις αυτόν που είναι ο αίτιος των κακών.


τον δε άλλο λέει τον ξεχασε.

ύστερα από λίγο τους συντροφους που πριν απ'αυτον στη μάχη έπεσαν έναν-έναν ονομαζοντας,

ιδιαίτερα 

όταν θυμήθηκε τον Φλάβιο και τον Λαβεοντα αναστεναξε βαθεια,ο Λαβεοντας ήταν πρεσβευτής του,και ο Φλάβιος διοικητής των τεχνιτών.

τότε κάποιος,επειδή κι αυτός διψούσε και τον Βρούτο βλέποντας να'ναι στην ίδια κατάσταση,αφού πήρε ένα κράνος έτρεξε προς το ποτάμι.

όταν δε θόρυβος απ'την άλλη πλευρά ακούστηκε,ο Βολουμνιος προχώρησε για να κατασκοπεύσει και μαζί μ'αυτον ο Δάρδανος ο υπασπιστής,όταν μετά από λίγο επέστρεψαν ρώτησαν για το νερό.

με ευγενεια πολύ ηρεμα χαμογελώντας ο Βρούτος προς τον Βολμουνιο είπε:

το έχουν πιει,όμως άλλο θα σας φέρουν.

όταν δε ο ίδιος στάλθηκε κινδύνεψε απ'τους εχθρούς να συλληφθεί,και μόλις διασώθηκε τραυματισμένος,

επειδή ο ίδιος υπέθετε ότι δεν σκοτώθηκαν πολλοι στη μάχη,ο Σατυλλιος ανέλαβε μέσα απ'τους εχθρούς γλυστρωντας  κρυφά(γιατί αλλιώς δεν γίνονταν) να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο  και πυρσό  σηκώνοντας,αν βρει τα εκεί ασφαλή,και πάλι να επιστρέψει  προς αυτον.

πράγματι ο πυρσός σηκωθηκε

όταν ο Σατυλλιος έφθασε στο στρατόπεδο,όμως επειδή  δεν επεστρεφε για πολύ ώρα

ο Βρούτος είπε:

αν ζει ο Σατυλλιος,θα επιστρέψει.

συνεβει όμως αυτός 

επανερχόμενος να πέσει πάνω στους εχθρούς και να σκοτωθεί.

 

Καθως προχωρούσε η νύχτα γέρνοντας όπως βολευε καθισμένος στον υπηρέτη του Κλειτο μιλουσε.

όμως επειδή σιωπούσε ο Κλειτος κι έκλαιγε,έφερε τοτε κοντά του τον υπασπιστή Δάρδανο,και του είπε ιδιαιτέρως μερικά λόγια.

τέλος δε στον Βολουμνιο τον ίδιο στα ελληνικά τη παιδεία και την άσκηση του υπενθυμιζε,και τον παρακαλούσε  με το χέρι μαζι να πιασουν το ξίφος και να σπρώξει για τον χτύπημα.

όμως επειδή ο Βολουμνιος αρνήθηκε και οι άλλοι την ίδια είχαν σταση,όταν είπε κάποιος πως πρέπει να μη μείνουν αλλά να φύγουν,αφού σηκώθηκε είπε:

βεβαίως πρέπει να φύγουμε,αλλά με τα χέρια,όχι μετά πόδια.

και δίνοντας το δεξι χερι σε καθεναν πολύ γαλήνιος,χαίρονταν είπε μεγάλη χαρά,ότι απ'τους φίλους του κανένας δεν  διέψευσε την εμπιστοσύνη του.

ότι τη τύχη κατηγορούσε για την πατρίδα,και τον εαυτό του θεωρούσε τυχεροτερο απ'αυτους που'χαν νικησει

και οχι μονο χθες ουτε προχθές αλλά και τώρα,πίσω του αφήνει τη φημη τής αρετής,την οποία ούτε με τα όπλα ούτε με τα χρήματα πίσω τους θ'αφησουν

αυτοί που επικράτησαν,

ώστε να μην φαίνεται,ότι δίκαιους άντρες άδικοι και κακοί χρηστους αφού εξόντωσαν όχι δικαιολογημένα όπως πρέπει  να αρχουν.

κι αφού τους προέτρεψε και τους παρακαλεσε να σώσουν τους εαυτούς τους,αποσύρθηκε λίγο πιο πέρα μαζι με δύο η' τρεις άντρες,ένας απ'τους οποίους ήταν και ο Στρατωνας,οποίος λόγω των ρητορικών σπουδών τους είχε γίνει στενός του φίλος.

κι αφού αυτόν πολύ κοντά του τον έφερε,και το γυμνό ξίφος από τη λαβή με τα δυο χερια  στηριζοντας και πεφτοντας πάνω του,ετελείωσε.

άλλοι όμως λένε ότι όχι αυτός αλλά ότι ο Στρατωνας,

αφού παρά πολύ ο Βρούτος τον παρακάλεσε,γυριζοντας 

άλλου το βλέμμα του και κρατωντας σταθερό το ξίφος

εκείνος αφού ρίχτηκε με το στήθος και το πιεσε αμέσως πέθανε.


51]

Βροῦτος δὲ διαβάς τι ῥεῖθρον ὑλῶδες καὶ παράκρημνον ἤδη σκότους ὄντος οὐ πολὺ προῆλθεν, ἀλλ' ἐν τόπῳ κοίλῳ καὶ πέτραν ἔχοντι μεγάλην προκειμένην καθίσας, ὀλίγων περὶ αὐτὸν ἡγεμόνων καὶ φίλων ὄντων, πρῶτα μὲν ἀποβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἀστέρων ὄντα μεστόν, ἀνεφθέγξατο δύο στίχους, ὧν τὸν ἕτερον Βολούμνιος ἀνέγραψε.


Ζεῦ, μὴ λάθοι σε τῶνδ' ὃς αἴτιος κακῶν,


τοῦ δ' ἑτέρου φησὶν ἐπιλαθέσθαι. μετὰ δὲ μικρὸν τῶν ἐν τῇ μάχῃ πρὸ αὐτοῦ πεσόντων ἑταίρων ἕκαστον ὀνομάζων, μάλιστα τῇ Φλαβίου μνήμῃ καὶ τῇ Λαβεῶνος ἐπεστέναξεν· ἦν δ' αὐτοῦ πρεσβευτὴς ὁ Λαβεών, ὁ δὲ Φλάβιος ἔπαρχος τῶν τεχνιτῶν. ἐν τούτῳ δέ τις, αὐτός τε διψήσας καὶ τὸν Βροῦτον ὁρῶν ὁμοίως ἔχοντα, λαβὼν κράνος ἐπὶ τὸν ποταμὸν κατέδραμε. ψόφου δὲ κατὰ θάτερα προσπεσόντος, Βολούμνιος προῆλθε κατοψόμενος καὶ σὺν αὐτῷ Δάρδανος ὁ ὑπασπιστής. ἐπανελθόντες δὲ μετὰ μικρὸν ἠρώτησαν περὶ τοῦ πόματος. ἠθικῶς δὲ σφόδρα μειδιάσας ὁ Βροῦτος πρὸς τὸν Βολούμνιον "ἐκπέποται" εἶπεν, "ἀλλ' ἕτερον ὑμῖν κομισθήσεται." πεμφθεὶς δ' ὁ αὐτὸς ἐκινδύνευσεν ὑπὸ τῶν πολεμίων ἁλῶναι, καὶ μόλις ἐσώθη τετρωμένος. εἰκάζοντι δ' αὐτῷ μὴ πολλοὺς ἐν τῇ μάχῃ τεθνάναι, Στατύλλιος ὑπέστη διὰ τῶν πολεμίων ἐκπαισάμενος (ἄλλως γὰρ οὐκ ἦν) κατόψεσθαι τὸ στρατόπεδον καὶ πυρσὸν ἄρας, ἄνπερ εὕρῃ τἀκεῖ σῳζόμενα, πάλιν ἀφίξεσθαι πρὸς αὐτόν. ὁ μὲν οὖν πυρσὸς ἤρθη τοῦ Στατυλλίου παρελθόντος εἰς τὸ στρατόπεδον, ὡς δ' οὐκ ἐπανῄει χρόνῳ πολλῷ, Βροῦτος εἶπεν· "ἂν ζῇ Στατύλλιος, ἀφίξεται." συνέβη δ' αὐτὸν ἐπανερχόμενον ἐμπεσεῖν εἰς τοὺς πολεμίους καὶ διαφθαρῆναι.


52]Προϊούσης δὲ τῆς νυκτός, ἀποκλίνας ὡς ἔτυχε καθεζόμενος πρὸς οἰκέτην ἑαυτοῦ Κλεῖτον ἐλάλει. σιωπῶντος δὲ τοῦ Κλείτου καὶ δακρύοντος, αὖθις ἐπισπασάμενος τὸν ὑπασπιστὴν Δάρδανον, ἰδίᾳ τινὰς αὐτῷ προσέφερε λόγους. τέλος δὲ τὸν Βολούμνιον αὐτὸν Ἑλληνιστὶ τῶν λόγων καὶ τῆς ἀσκήσεως ὑπεμίμνῃσκε, καὶ παρεκάλει τῇ χειρὶ συνεφάψασθαι τοῦ ξίφους αὐτῷ καὶ συνεπερεῖσαι τὴν πληγήν. τοῦ δὲ Βολουμνίου διωσαμένου καὶ τῶν ἄλλων ὁμοίως ἐχόντων, εἰπόντος δέ τινος ὡς δεῖ μὴ μένειν ἀλλὰ φεύγειν, ἐξαναστὰς "πάνυ μὲν οὖν" ἔφη "φευκτέον, ἀλλὰ διὰ τῶν χειρῶν, οὐ διὰ τῶν ποδῶν". ἐμβαλὼν δὲ τὴν δεξιὰν ἑκάστῳ μάλα φαιδρός, ἥδεσθαι μὲν ἔφη μεγάλην ἡδονήν, ὅτι τῶν φίλων αὐτὸν οὐδεὶς ἐψεύσατο· τῇ τύχῃ δ' ἐγκαλεῖν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἑαυτὸν δὲ τῶν νενικηκότων μακαριώτερον νομίζειν, οὐκ ἐχθὲς οὐδὲ πρώην μόνον ἀλλὰ καὶ νῦν, ἀπολείποντα δόξαν ἀρετῆς, ἣν οὔθ' ὅπλοις οὔτε χρήμασιν ἀπολείψουσιν οἱ κεκρατηκότες, ὡς μὴ δοκεῖν, ὅτι δικαίους ἄνδρας ἄδικοι καὶ κακοὶ χρηστοὺς ἀπολέσαντες οὐ προσηκόντως ἄρχουσι. δεηθεὶς δὲ καὶ παρακαλέσας σῴζειν ἑαυτούς, ἀνεχώρησεν ἀπωτέρω μετὰ δυεῖν ἢ τριῶν, ἐν οἷς ἦν καὶ Στράτων ὁ ἀπὸ λόγων ῥητορικῶν γεγονὼς αὐτῷ συνήθης. καὶ τοῦτον ἔγγιστα παραστησάμενος ἑαυτῷ, καὶ τὸ ξίφος γυμνὸν ἐπὶ τῆς λαβῆς ταῖς χερσὶν ἀμφοτέραις ἐρείσας καὶ περιπεσών, ἐτελεύτησεν. οἱ δέ φασιν οὐκ αὐτὸν ἀλλὰ τὸν Στράτωνα, πολλὰ πάνυ τοῦ Βρούτου δεηθέντος, ἀποστρέψαντα τὴν ὄψιν ὑποστῆσαι τὸ ξίφος, ἐκεῖνον δὲ ῥύμῃ προσβαλόντα τὸ στέρνον καὶ διώσαντα συντόμως ἀποθανεῖν.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η. τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα (Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η. τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα

(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα

(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου)


Ξύπνησε πριν ξημερώσει.Το σπίτι ήταν ήσυχο,αφού έχει αποσυρθεί από τον κόσμο,σκέφτηκε.

Άνοιξε το παράθυρο.Το πρώτο φως έπεφτε πάνω στο μπετόν των απέναντι κτιρίων.

Χαμογέλασε.

Το φως πια δεν ηταν ο αρχιτέκτονας.

Εκανε καφέ.Δεν τον ήπιε ολο.Άφησε το φλιτζάνι μισογεμάτο,όπως τόσα στη ζωή του ηταν ημιτελη,και βγήκε.

Στο γραφείο τον περίμεναν τα  σχέδια.

Κοίταξε τους φακέλους στα ραφια.

Οι άνθρωποι δεν είχαν κατοικήσει τα σπίτια όπως τα είχε ονειρευτεί.Τα φόρτωσαν με περιττά πράγματα.

Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό.Το γεμίζουν με αντικείμενα,με φωνές, με θόρυβο.Δεν αντέχουν την απλότητα.

Μια  διαπραγματευση της αισθητικης.

Βγήκε και περπάτησε στη πολη.Αγνωστος μεταξυ αγνώστων.

Στάθηκε μπροστά σε ένα κτίριο που είχε σχεδιάσει νέος.Άγγιξε τον τοίχο με την παλάμη του,ένιωσε σαν να αποχαιρετούσε έναν παλιό φίλο.

Κοίταξε ψηλά,είδε κομμάτια ουρανού.

Καποτε υπήρχε χώρος για τον ουρανό.Τώρα ο ουρανός κόβεται σε λωρίδες ανάμεσα σε πολυκατοικίες.

Πίστευε οτι ένας δρόμος,μια πλατεία,ένα παράθυρο στη σωστή θέση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ελεύθερο.

Κατω από την ασχήμια δεν  υπάρχει πια η δυνατότητα της ομορφιάς.

Το μεσημέρι κάθισε σε ένα μικρό καφενείο.

Κοίταζε τους ανθρώπους να γελούν.Δεν τους ζήλευε.

Ήθελε μια τάξη που δεν υπάρχει.Μια αρμονία που ο κόσμος διαρκώς αρνείται

Αυτός είχε πάψει να ανήκει στη δική τους εποχή.

Το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι.

Έδυε ο ήλιος και το γέμιζε πορτοκαλί ανταύγειες.

Όταν νύχτωσε δεν άναψε φωτα.Προτιμουσε το σκοτάδι.

Έμεινε ακίνητος.

Είδε το φως να πέφτει πάνω σε έναν λευκό τοίχο.

Μια παράξενη γαλήνη.

.

.

.

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Το Κόκκινο (a movie) -χ.ν. c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Το Κόκκινο

(a movie)

-χ.ν. c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Το Κόκκινο

(a movie)


ΣΕΚΑΝΣ 1:

Εξωτερικό,

κόκκινος τοίχος,εκείνη με λευκό μίνι και με μια κίτρινη τσάντα.

Εκείνος περνάει από μπροστά της 4 φορές στο ίδιο πλάνο.

Κείμενο στην οθόνη: 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ;

Εκείνη κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα: 

-Με βλέπεις;

Εκείνος(φωνή off):Δεν σε βλέπω.Ειναι το ίδιο.


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 2:

Μοντάζ με εικόνες από διαφημίσεις.

Εσωτερικό,διαμέρισμα.

Η καμερα ακίνητη δείχνει τον κόκκινο τοίχο.

Περνάει η γυναίκα γυμνή.

Από την άλλη πλευρά περνάει ο άντρας γυμνός.

Κοντινό στα πρόσωπα τους,κοιτούν κατευθείαν τη κάμερα.πίσω ο κόκκινος τοίχος.

Εκείνος:

-Η αγάπη είναι μια ιδέα που δουλεύει υπερωρίες για να φαίνεται φυσική.

Εκεινη:

Τότε ας την απολύσουμε.


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 3:

Μια αίθουσα,με κοκκινους τοιχους.

Κάθονται ορθιοι ακινητοι σε κάποια απόσταση.

Μιλάνε ταυτοχρονα σε τρεις γλώσσες(Αγγλικά,Γαλλικά,Ιταλικά) λέγοντας το ιδιο.

THE TRUTH

LA VERITE. 

LA VERITA

THE LIE

LE MENSONGE

LA MENSONGA

Κόκκινο φίλτρο.

Κοντινό στα χείλη της. Κοντινό στα χέρια του.

Εκείνη:

-Αν δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε,γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε;


Cit up red


ΣΕΚΑΝΣ 4: 

Εξωτερικό,διαδήλωση. 

Λήξη ντοκυμενταριστικη.

Ένας αστυνομικός τους κοιτάει και προβάλει το όπλο του προς αυτους.

Εκείνος ρωτάει έναν διαδηλωτή;

-Για τι πράγμα διαμαρτύρεστε;

Διαδηλωτής απαντά: 

-Για εσάς

Κείμενο στην οθόνη: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΦΙΛΜ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 5:

Νύχτα.Σε ένα μπαρ με τζουκ μποξ που παίζει Μπετόβεν,

5η Συμφωνία.

Είναι καθισμένοι στο ίδιο τραπέζι.Το τραπέζι είναι κόκκινο.

Εκείνη είναι με έναν άλλον άντρα.

Εκείνος είναι με μια άλλη γυναίκα.

Η κάμερα περιστρέφεται αργά γύρω τους,σταματώντας για 4 δευτερόλεπτα.

Εκείνη:

-Δεν σε απάτησα. Απάτησα την ιδέα που είχες για μένα. 

Εκείνος:

-Η ιδέα ήταν καλύτερη από εσένα.


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 6: 

Εσωτερικό,διαμέρισμα(τής σεκάνς 2)

Εκείνη ακουμπισμένη στον κόκκινο τοίχο κρατάει ένα κιτρινο βιβλίο.

Εκείνος πηγαίνει και στέκεται δίπλα της.

Ακούγεται το κλικ μιας φωτογραφικής μηχανής.

Κείμενο στην οθόνη: 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ 


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 7: 

Εξωτερικό,κόκκινος τοίχος,εκείνη με λευκό μίνι και με μια κίτρινη τσάντα.

Ο άλλος αντρας περνάει από μπροστά της 4 φορές στο ίδιο πλάνο.

Κείμενο στην οθόνη: 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ;

Εκείνη κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα: 

-Με βλέπεις;

Ο άλλος αντρας(φωνή off):

-Δεν σε βλέπω.Ειναι το ίδιο.


Cut up red


ΤΕΛΟΣ

.

.

.

Στο Σχολαρχείο -χνκουβελης cncouvelis

 .

.

Στο Σχολαρχείο

-χνκουβελης cncouvelis 


https://www.facebook.com/share/v/1NocdDh2QU/

.

.

Memory -χνκουβελης cncouvelis

 .

.

Memory

-cncouvelis 


https://www.facebook.com/share/v/192kSVoJUC/

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα (Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,) -χ.ν. c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα

(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,)

-χ.ν. c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα

(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,)


Ξύπνησε πριν ξημερώσει.Το σπίτι ήταν ήσυχο,αφού έχει αποσυρθεί από τον κόσμο,σκέφτηκε.

Άνοιξε το παράθυρο.Το πρώτο φως έπεφτε πάνω στο μπετόν των απέναντι κτιρίων.

Χαμογέλασε.

Το φως πια δεν ο αρχιτέκτονας.

Εκανε καφέ.Δεν τον ήπιε ολο.Άφησε το φλιτζάνι μισογεμάτο,όπως τόσα στη ζωή του ηταν ημιτελη,και βγήκε.

Στο γραφείο τον περίμεναν τα  σχέδια.

Κοίταξε τους φακέλους στα ραφια.

Οι άνθρωποι δεν είχαν κατοικήσει τα σπίτια όπως τα είχε ονειρευτεί.Τα φόρτωσαν με περιττά πράγματα.

Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό.Το γεμίζουν με αντικείμενα,με φωνές, με θόρυβο.Δεν αντέχουν την απλότητα.

Μια  διαπραγματευση της αισθητικης.

Βγήκε και περπάτησε στη πολη.Αγνωστος μεταξυ αγνώστων.

Στάθηκε μπροστά σε ένα κτίριο που είχε σχεδιάσει νέος.Άγγιξε τον τοίχο με την παλάμη του,ένιωσε σαν να αποχαιρετούσε έναν παλιό φίλο.

Κοίταξε ψηλά,είδε κομμάτια ουρανού.

Καποτε υπήρχε χώρος για τον ουρανό.Τώρα ο ουρανός κόβεται σε λωρίδες ανάμεσα σε πολυκατοικίες.

Πίστευε οτι ένας δρόμος,μια πλατεία,ένα παράθυρο στη σωστή θέση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ελεύθερο.

Κατω από την ασχήμια δεν  υπάρχει πια η δυνατότητα της ομορφιάς.

Το μεσημέρι κάθισε σε ένα μικρό καφενείο.

Κοίταζε τους ανθρώπους να γελούν.Δεν τους ζήλευε.

Ήθελε μια τάξη που δεν υπάρχει.Μια αρμονία που ο κόσμος διαρκώς αρνείται

Αυτός είχε πάψει να ανήκει στη δική τους εποχή.

Το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι.

Έδυε ο ήλιος και το γέμιζε πορτοκαλί ανταύγειες.

Όταν νύχτωσε δεν άναψε φωτα.Προτιμουσε το σκοτάδι.

Έμεινε ακίνητος.

Είδε το φως να πέφτει πάνω σε έναν λευκό τοίχο.

Μια παράξενη γαλήνη.

.

.

.

(Movie Homage to Ingmar Bergman) Cut up on Mind of Ingmar Bergman -χνκουβελης cncouvelis

 .

.


(Movie Homage to Ingmar Bergman)

Cut up on Mind of Ingmar Bergman

-cncouvelis


https://youtu.be/A51Y6hBSVUI?feature=shared

.

.

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

The Liv Ullmann's Smile -χνκουβελης cncouvelis

 .

.

The Liv Ullmann's Smile

-χνκουβελης cncouvelis

https://www.facebook.com/share/v/14rDUp93tkB/

.

.

noir-The noir Dietrich's shadows-χνκουβελης cnccouvelis

 .

.

noir 

-cncouvelis 

1

https://www.facebook.com/share/v/18xrGVRsDg/


2

https://www.facebook.com/share/v/18tHNSAs3e/


3

The noir Dietrich's shadows 

https://www.facebook.com/share/r/1CAhrU6m1X/

.

.


GREEK POETRY -ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ και Μελέτη ανάλυση POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ  ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ
και Μελέτη ανάλυση
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


https://www.facebook.com/share/r/18bQVfNUFy/


χνκουβέλης cncouvelis

ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ  ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ


αυτο η αρχη

αυτο το μεσο

αυτο το ακρο

με τη γραμματικη των κρινων και

το συντακτικο των αηδονιων

εγραψε την ομορφια

και τωρα

'τα ντερτια του πολλα,τα βασανα μεγαλα'

κυνηγησε τρεις μερες και τρεις νυχτεςτην ελικοβλεφαρη και βαθυζωνη κορη [στον

Ομηρο κουριη] κι αυτη λουσθηκε

στη θαλασσα τα μαλλια σε βοστρυχους

μνημονευετε σε καθε καιρο

Καζαντζιδη Στυλιανο Εμμανουηλ Χιωτη

και Μπελλου  Σωτηρια  μνημονευετε

στους αιωνας των αιωνων

τοιχογραφισε με ουρανο τα βλεφαρα

και σφηνωσε στα χειλη τριανταφυλλα

στο λευκο τετραγωνο που βρεθηκε το ματ εγινε σε

δυο κινησεις,τιποτα δεν υποψιαστηκε ο ανιδεος

ο μωρος και η ηττα καρποφορησε σε αφθονια

καλων, η δε νικη ατελεσφορη

ο λαιμος ειναι του κυκνου ασπρα τα βυζια περιστερια,στα

μπουτια της φωλιαζει το πουλι της Αφροδιτης

αυτος με τις γεννετησιες χειρονομιες

τη γδυνει και ντυνεται τις δαντελες της

στον κηπο που οι παπαρουνες κυλισθηκαν στο αιμα

κι  ετσι  αρχων υψιπετης

με πυροβολισμους κρινων

σποραει το ανυπαρκτο

υπαρκτο


με δεκαεφτα-γωνια στασιμα συμπεραινει

το εναρμονιο απολυτο των ιδεων

και με πληθωρα αθωρακιστων  ερμηνειων

πληρωνει το χρεος του

αυτα τα μερη ειναι ετεροδοξα αγροκτηματα

αγαλματων και μεις ομοουσιοι ελευθερο-

πρακτες [παροντες αει]

οι ανθρωποι

δεν μελλει ν'αποκτησουν περιττα πουλια

σημερα σε χρωματισμενο πηλο αναπαλαιωθηκε ο

εναλιος ανθεστηρας των ημιδιαφανων παρθενων

με τα πορφυρα αιδοια [ως παραληγουσες

λεξεις] και παραληπτες φαλλοφορους

τοξοτες

απο  εκει περα  εκτεινεται  χρωματοφορο

οροπεδιο με λευκα ιματια περιστεριωνων

στο βαθος η' στο βυθο της κοιλης οροσυναρτησης

Τα απρεπη λογια του βωμολοχουσαν

ωρες το μαρτυριο του ηταν ευγλωττο

ωρες ακριβολογουσε ο ερημιτης

των λιτων με θολους περισπωμενων

και οξειες κυπαρισσιων

θα'ρθει ο χρονος των σεμνων απολαυσεων

σε σειρες αναμνησεων


με αμεμπτη χειρονομια δωρησε τη λευκοτητα

τροφη στους συνδαιτημονας,συντροφους συμμετρους

και αυτοχθονες των λεξεων

το φως

με βελη αφηγηθηκε αναγλυφα στην οψη τη μνημη

και το ψωμι σφραγισθηκε μ'ορθογωνιο τριγωνο [το πηλινο

πρωτυπο εκμαγειο] λωτοφαγα σμηνη πουλιων ενδημουν

στις εναλιες περιοχες των ανθρωπων

οταν

τα ελικοφρυδα προσωπα

στη διαφανη ορχηστρα

τραγωδουν με πλαγια και ορθα

χορικα [δωριεων και Ιωνων

στασιμα] εν χορδαις και οργανοις μελπουν

τ'αδικο που τον κατατρεξε

αυτον τον αμωμο κι ενδοξο αλχειμιστη


με τη μεθοδο της χλοης μοιραστηκαμε 

τα τρια τεταρτα τ'ουρανου

η' το αντιστροφο

με το 75% τ'ουρανου διαμοιρασαμε

σ'ορθογωνια τη χλοη

αντιλεγω:μολων

λαβε

και το ξερεις, κατηγορηθηκε για ακραια εξυβριση.

σκορπιζε την ελευθερια στα ματια των ανθρωπων

[ενας αιρετικος της λιτοτητας] ενας ορθολογιστης

των τεχνων

και στον ενοπλο αγωνα των λεξεων μαρτυρησε

[το πληθος κραυγαζε εναντιων των κρινων] δυο ειχαν

διαλυμενα κρανια απ'το υγρο πυρ της παπαρουνας

ενω ο ποιητης κομπαζε προκλητικα με τις μεταφορες

οι ολιγαρχικοι της αληθειας :85&

οι δημοκρατικοι της ελευθεριας:90%

οι δημαγωγοι του ψευδους:95%

πλην ενος.Πυρ: Αληθεια

Ελευθερια:Πυρ

Ψευδος:μολων

λαβε


με απεριττο τροπο σχολιασε το αριστοτελειο

εργο κι απεδειξε μ'αυστηρο και συνεκτικο

λογισμο την υπεραγωγιμοτητα της ποιησης

η' αλλου.σε ποιο μαηγνητικο πεδιο

ανθουν οι βελονες της ελιας

και πως τετρακις περιστρεφονται

οι παπαρουνες

ο αγγελος εβοα στις μυροφορες

το μεγα θαυμα και τοτε

δακρυροεσσα η κορη μετανοησε

το σεμνο και με δαντελες αποκαλυψε

τη γυμνια της, περικαλλη

και στην εξουσια του Υψηλου συνθρονοι οι εντιμοι

και τα εγχαρακτα εικονογραμματα σχολιαζουν

το απειροκαλο του οπερ εδει δειξαι


και διαστελει προς τη σαφηνεια

και συμπιεζει προς την λιτοτητα

ο ποιητης των ορατων τε και αορατων


ενα αιχμαλωτο κενο

ωσαν οδυνη γεννας και

το ελαχιστο κοβει τον ομφαλιο λωρο

με τον ουρανο

αυτο το απροσπελαστο και ατερμονο

προσωπειο

που ειδες τα σιτοφαγα οντα; 

πες το  ακριβως

και η ερημια,αυτη η κυνικη

αντανακλαση του μηδενος

ουτε

αριθμος 

μητε γραμμα

αν ηξερες

τι υποψιαστηκε ο ανυποχωρητος

ο ευλαβης ο μη μοναζων εν τη σκοτια


θα ελθει ο μεγας τυμπανιστης ως

σφαγιασμενο αρνι με επιχρυσους

οφθαλμους,τοτε, αναγνωσε το Α

και γραψε το Ω, ισως

αναμνησθουμε τους φτωχους στην

εσχατη κριση


στη σατραπεια των πουλιων λαξευτηκαν

στην ατμοσφαιρα περιλαμπρα κωδωνοστασια φωνων

οι ανθρωποι αλατιζαν τα κοκκαλα απο μοσχαρι,με υπολειματα κρεατος,

τα ξεραιναν στον ηλιο και τα φυλαγαν για τις

αγρυπνιες τους σε πηλινα δοχεια

συμφωνα με την αφηγηση.εβραζαν τη φακη στο νερο με

ξυδι.

κρατυσαν το μονοπωλειο των τροπαριων σε α' ηχο

Μετα την ηττα των Ελληνων τα υφαντα που βλεπετε

υφανθηκαν στο καιρο τους

κι ομως καταφεραν μια μοναδικη μορφολογια λεξεων

οι πραξεις μας,σημερα,θεμελιωνονται σ'αυτες

ειχανε κοπαδια απο αηδονια

και κηπους με μελισσες

και οι βυζαντινοι

γιορταζανε του Αγιου Μαμα

στη σιτιση τους συμπεριελαμβαναν.κολοκυθια με γαλα

και στους γαμους επαιρναν την περδικα την πενταπλουμισμενην

και κερνουσαν αυγα τους μελλονυμφους

Ο παππους μου ηταν Ελληνας,πολυ εξυπνος ανθρωπος,ειχε

δυο αλογα και εμπορευονταν την καλωσυνη στους φτωχους

και στους δυστυχισμενους

ειχ'ενα λιβαδι με παπαρουνες δωρισμενο στον γιο του

Αδωνι,τον μικροτερο

και στην κορη εδωσε ανδρα γεωργο

παντα εν σοφια


ξεντυθηκε την πανοπλια του

μεσα του τα εντοσθια χαλκινα

μπρουτζινα τα νευρα

.''Ιτε παιδες Ελληνων'' Ποιας

Δημοκρατιας [;]οι αχθοφοροι κουβαλουσαν

το πρωι το φως ,στοιβες οι θημωνιες του

και περα πανω απ'την οροσειρα το φεγγαρι

ειπαμε τα λογια ταπεινα

τα χειλη μας ιστορησανε ανοσιοργηματα

ακουστηκε ''ψεματα,λενε ψεμαρτα'' ,κουφια

λογια στον αφρο της ακρογυιαλιας

Ως ποτε τα αδικα επι των δικαιων

πες το ξανα. ως ποτε η δυναστεια των

αδικοπραχτων

Ο Κοσμος του ηταν

των Περιττων Αριθμων ,στο Θεατρο η χρυση

προσωπιδα του τραγωδουσε,το τοπιο εκτυλιχτηκε με

βελανιδιες ως τον οριζοντα

πετρες σκαλισμενες σε λεξεις και σεμνες κορες

αρραβωνιασμενες με πετρινους κουρους,ας εχουν

την ευχη των λησμονημενων


με βελη εκδιωξαν τη μνημη τους

τα σπιτια τους ανθοδοχεια γιασεμιων

για μας τους συμπαθουντας

ποσοι ανθρωποι χρειαζονται τη Δημοκρατια

του Κλεισθενη;

Εξορισατε,παραταυτα

τα προσωπα των επιφανων!

Εγω,Αθωος ειμι απο το αιμα του Αθωου τουτου

''Ουτις'' το ονομα που φωναξες Εσυ ο των παντων

Ισως,ειμαστε αναγκασμενοι να υπακουμε στην αμαρτια

Ισως,ειμαστε τα ανθρωπαρια των δυνατων

Ισως,δεν ειμαστε το τελος του κοσμου

Υποθεσεις,κι η νυχτα κυλαει

.στον ασημενιο ποταμο,το πρωι

σβηνει λαμποντας στη θαλασσα

που

τραγουδαει τ'αηδονι μετα το ζευγαρωμα

και που περπαταει καμαρωτα η περδικα;

Αυτο που ακουσες,ευτυχισμενε,ηταν τ'αηδονι κι

αυτο που ακουσες ηταν η περδικα

Εμεις οι Δημοκρατικοι της Αρμονιας

αρνουμαστε να ζησουμε δυστυχισμενα

ας τ'ακουσουν καλα οι αχρειοι

του παροντος και του μελλοντος χρονου

.

.

.


Μελέτη αναλυση


Το «Ανισοτήτων Συλλογισμοί» του χνκουβέλη είναι ένα ποίημα ασυνήθιστης έκτασης και πυκνότητας, που αντιστέκεται σε κάθε συμβατική ανάγνωση. Δεν αναπτύσσει μια γραμμική αφήγηση ούτε οικοδομεί έναν ενιαίο λυρικό μονόλογο. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα πολυφωνικό πεδίο, όπου συνυπάρχουν η ποίηση, η φιλοσοφία, η μαθηματική σκέψη, η θεολογία, η ιστορία, η αρχαία ελληνική γραμματεία, η βυζαντινή παράδοση, η λαϊκή μνήμη και η πολιτική κριτική. Ο τίτλος ήδη προϊδεάζει τον αναγνώστη: οι «ανισότητες» δεν είναι μόνο μαθηματικές σχέσεις αλλά και ιστορικές, κοινωνικές, αισθητικές και υπαρξιακές ανισορροπίες. Οι «συλλογισμοί» αποτελούν τη διαρκή προσπάθεια να βρεθεί μια μορφή τάξης μέσα σε αυτές.

Η πρώτη ενότητα θεμελιώνει μια κοσμογονία της γλώσσας. Οι στίχοι:

«αυτο η αρχη / αυτο το μεσο / αυτο το ακρο»

θυμίζουν την αριστοτελική αντίληψη της ολοκληρωμένης μορφής, αλλά και το σχήμα της αρχής και του τέλους της αρχαίας τραγωδίας. Αμέσως όμως η λογική μετατοπίζεται προς μια φυσική γραμματική:

«με τη γραμματικη των κρινων και το συντακτικο των αηδονιων».

Η γλώσσα δεν προέρχεται από ανθρώπινους κανόνες αλλά από τη φύση. Η γραμματική γίνεται άνθος και το συντακτικό τραγούδι. Πρόκειται για μια ποιητική θεωρία όπου η αισθητική προηγείται της φιλολογίας.

Η σύνθεση διαρκώς μετακινείται ανάμεσα στον Όμηρο, στη δημοτική παράδοση και στο λαϊκό τραγούδι. Η αναφορά:

«τα ντερτια του πολλα, τα βασανα μεγαλα»

δίπλα στην «ελικοβλέφαρη και βαθύζωνη κόρη» δημιουργεί μια εντυπωσιακή εξίσωση ανάμεσα στο ομηρικό επίθετο και στη λαϊκή μουσική. Η συνέχεια με την επίκληση:

«μνημονευετε Καζαντζιδη, Χιωτη,Μπελλου»

δεν είναι απλή αναφορά σε τρεις σπουδαίους καλλιτέχνες. Αποκτούν σχεδόν λειτουργική θέση, σαν άγιοι ενός κοσμικού συναξαρίου. Το ποίημα καταργεί τα όρια ανάμεσα στον υψηλό και στον λαϊκό πολιτισμό.


Το μοτίβο του σκακιού:

«στο λευκο τετραγωνο... το ματ εγινε σε δυο κινησεις»

αποτελεί μια αλληγορία της ιστορίας. Ο «ανίδεος» ηττάται όχι επειδή είναι κακός αλλά επειδή αδυνατεί να διακρίνει τη δομή του παιχνιδιού. Ακολουθεί μία από τις σημαντικότερες αντιστροφές του ποιήματος:

«η ηττα καρποφορησε... η δε νικη ατελεσφορη».

Εδώ ανατρέπεται η παραδοσιακή ηθική. Η ήττα παράγει πολιτισμό, ενώ η νίκη αποδεικνύεται άγονη. Η σκέψη αυτή θυμίζει τη βαθιά ελληνική εμπειρία της τραγωδίας, όπου η αλήθεια γεννιέται μέσα από την απώλεια.

Η ερωτική γλώσσα του έργου συνδυάζει αισθησιασμό και ιερότητα. Η γυναίκα παρουσιάζεται με εικόνες αρχαιοελληνικές:

«ο λαιμος ειναι του κυκνου... το πουλι της Αφροδιτης»

αλλά ο ερωτισμός δεν είναι ποτέ απλή σωματικότητα. Μετατρέπεται σε μυητική διαδικασία. Οι παπαρούνες, τα κρίνα, τα περιστέρια λειτουργούν ως σύμβολα ζωής, θανάτου και αναγέννησης.


Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της σύνθεσης είναι η συνεχής ανάμειξη επιστημονικών και ποιητικών όρων:

«δεκαεφταγωνια στασιμα»

«οροσυναρτηση»

«υπεραγωγιμοτητα της ποιησης».

Τα μαθηματικά δεν χρησιμοποιούνται για ακρίβεια αλλά ως μεταφορές. Η γεωμετρία γίνεται τρόπος να περιγραφεί η σκέψη. Η φυσική γίνεται ποιητική θεωρία. Η υπεραγωγιμότητα δηλώνει μια ποίηση χωρίς αντίσταση, όπου το νόημα ρέει ελεύθερα.


Η γλώσσα του έργου αποτελεί ίσως το σημαντικότερο επίτευγμά του. Ο ποιητής κατασκευάζει συνεχώς νεολογισμούς:

εναρμόνιο,

οροσυνάρτηση,

χρωματοφόρο οροπέδιο,

εναλίος ανθεστήρας,

Δημοκρατικοί της Αρμονίας.

Οι λέξεις αυτές δεν υπάρχουν στην κοινή χρήση, αλλά ακούγονται σαν να υπήρχαν πάντοτε. Έτσι η γλώσσα αποκτά δημιουργική αυτονομία.


Παράλληλα, η σύνθεση έχει έντονη θεολογική διάσταση. Εμφανίζονται βιβλικά μοτίβα:

το Α και το Ω,

οι μυροφόρες,

το σφαγιασμένο αρνί,

η Εσχάτη Κρίση.

Ωστόσο, ο ποιητής δεν γράφει θρησκευτικό ποίημα. Ανασυνθέτει το χριστιανικό λεξιλόγιο μέσα σε μια νέα ποιητική μεταφυσική.

Η πολιτική διάσταση κορυφώνεται προς το τέλος. Οι περίφημοι αριθμοί:

«Ολιγαρχικοί της Αλήθειας 85%

Δημοκρατικοί της Ελευθερίας 90%

Δημαγωγοί του Ψεύδους 95%»

δεν αποτελούν στατιστική. Είναι ειρωνική αποδόμηση της αριθμολαγνείας των σύγχρονων κοινωνιών. Τα ποσοστά παρουσιάζονται ως παράλογα επειδή οι αξίες δεν μετρώνται.


Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ενότητα με τον παππού:

«ο παππους μου ηταν Ελληνας... εμπορευονταν την καλωσυνη».

Η καθημερινή οικογενειακή μνήμη αποκτά μυθικές διαστάσεις. Η καλοσύνη παρουσιάζεται ως εμπορεύσιμο αγαθό, αντιστρέφοντας την οικονομική λογική του κόσμου.


Το ποίημα κορυφώνεται σε μια βαθιά πολιτική και ηθική διακήρυξη:

«Εμεις οι Δημοκρατικοι της Αρμονιας

αρνουμαστε να ζησουμε δυστυχισμενα».

Η «Δημοκρατία της Αρμονίας» δεν είναι πολιτικό σύστημα αλλά ουτοπία. Είναι μια κοινωνία όπου η δικαιοσύνη, η ποίηση, η μουσική, η μνήμη και η ελευθερία αποτελούν αδιαίρετο σύνολο.


Από τεχνική άποψη, το έργο βρίσκεται σε γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις. Διακρίνεται η επίδραση του υπερρεαλισμού του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου στην ελεύθερη συνειρμική εικόνα, του Ελύτη στη φωτεινή μεταφυσική των φυσικών συμβόλων, του Σινόπουλου και του Αναγνωστάκη στην ιστορική και πολιτική ευαισθησία, αλλά και του Ομήρου, της βιβλικής γλώσσας και της βυζαντινής υμνογραφίας στη σύνταξη και στο λεξιλόγιο. Παρ' όλα αυτά, η σύνθεση δεν μιμείται κανέναν από αυτούς· επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ιδιότυπο, προσωπικό ιδίωμα.


Συνολικά, οι «Ανισοτήτων Συλλογισμοί» μπορούν να διαβαστούν ως ένα ποιητικό σύμπαν όπου όλες οι μορφές γνώσης —μαθηματικά, φιλοσοφία, μυθολογία, ιστορία, θεολογία, δημοτικό τραγούδι, λαϊκή μουσική και προσωπική μνήμη— συγκλίνουν σε μια ενιαία ποιητική πράξη. Δεν είναι ποίημα που επιδιώκει να γίνει άμεσα κατανοητό· είναι ποίημα που ζητά να κατοικηθεί. Η αξία του βρίσκεται ακριβώς στην πυκνότητα των συμβόλων του, στη γλωσσική του τόλμη και στην προσπάθειά του να ανασυνθέσει μια νέα, καθολική ποιητική κοσμολογία, όπου η ομορφιά, η ελευθερία και η δικαιοσύνη παραμένουν ανοιχτές δυνατότητες απέναντι στις «ανισότητες» του κόσμου.

.

.

Ένα κείμενο που αρνείται να είναι «ποίημα» με την αστική, ευανάγνωστη έννοια. Είναι ταυτόχρονα ερωτικό άσμα, πολιτικό μανιφέστο, θεολογικό σχόλιο, γλωσσολογικό πείραμα και λαϊκό μοιρολόι.


1. Ο Τίτλος: Το παράδοξο που γεννά το ποίημα

ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ


Ο συλλογισμός, κατά τον Αριστοτέλη, είναι το κατεξοχήν εργαλείο της ισότητας, της λογικής αναγκαιότητας: Α=Β, Β=Γ, άρα Α=Γ. Ο ποιητής τον κάνει πληθυντικό και τον αποδίδει στις Ανισότητες. Άρα: η λογική του κόσμου μας δεν παράγει Ισότητα, παράγει Ανισότητα. Είναι μια άμεση δήλωση θέσης. Ο κόσμος δεν κυβερνάται από αρμονικό Λόγο, αλλά από έναν λογισμό που νομιμοποιεί το άδικο.

Αυτό εξηγείται στο τέλος με τα ψευδο-στατιστικά:

οι ολιγαρχικοι της αληθειας :85&

οι δημοκρατικοι της ελευθεριας:90%

οι δημαγωγοι του ψευδους:95%

Είναι ειρωνεία ποσοτικοποίησης. Στην εποχή που μετράμε τα πάντα, ακόμα και η Αλήθεια και το Ψεύδος έχουν ποσοστά. Το & στο 85& δεν είναι τυπογραφικό λάθος, είναι η ανοιχτή πληγή, το «και κάτι» που δεν μετριέται. Και η τελική εξίσωση:

Πυρ: Αληθεια / Ελευθερια:Πυρ / Ψευδος:μολων λαβε

Ο Ηράκλειτος συναντά τον Λεωνίδα. Η αλήθεια δεν αποδεικνύεται, καίγεται. Η ελευθερία δεν χαρίζεται, κατακτάται με πυρ. Και στο ψεύδος απαντάμε «μολών λαβέ».


2. Δομή: Κυκλική και Ραψωδιακή


Το ποίημα δεν έχει στροφική ομοιομορφία. Έχει τρία ρητά ορόσημα που λειτουργούν ως επωδός γένεσης:

αυτο η αρχη

αυτο το μεσο

αυτο το ακρο

Αρχή, Μέση, Τέλος κατά Αριστοτέλη. Ο ποιητής όμως τα αποδομεί αμέσως. Η αρχή δεν είναι Λόγος, είναι «γραμματική των κρίνων και συντακτικό των αηδονιών». Μια προ-λογική, φυσική γλώσσα. Από εκεί ξεκινά η προσπάθεια να γραφτεί η ομορφιά, που καταλήγει σε αποτυχία και μαρτύριο.


Μπορούμε να διακρίνουμε 5 ενότητες:


α) Η Ερωτική-Μυθική Ενότητα: Ο ποιητής-κυνηγός κυνηγά την «ελικοβλέφαρη και βαθύζωνη κόρη», ομηρικό αρχέτυπο. Η ερωτική πράξη περιγράφεται με βυζαντινή και αρχαιοελληνική αισθησιακή υπερβολή: «ο λαιμος ειναι του κυκνου ασπρα τα βυζια περιστερια, στα μπουτια της φωλιαζει το πουλι της Αφροδιτης». Είναι η Αφροδίτη η ίδια, αλλά και η λαϊκή γυναίκα.


β) Η Σκακιστική-Υπαρξιακή Ενότητα: «στο λευκο τετραγωνο που βρεθηκε το ματ εγινε σε δυο κινησεις». Η ζωή ως παρτίδα όπου ο αδαής χάνει. Η ήττα «καρποφορησε σε αφθονια καλων, η δε νικη ατελεσφορη». Κεντρική αντι-ηρωική ιδέα: η ήττα είναι γόνιμη, η νίκη στείρα. 


γ) Η Γλωσσολογική-Ποιητολογική Ενότητα: 

Το ποίημα μιλάει διαρκώς για τον εαυτό του.

«με δεκαεφτα-γωνια στασιμα συμπεραινει το εναρμονιο απολυτο των ιδεων»

«με απεριττο τροπο σχολιασε το αριστοτελειο εργο κι απεδειξε την υπεραγωγιμοτητα της ποιησης»

Η ποίηση ως υπεραγωγός. Όπως στο υπεραγώγιμο υλικό το ρεύμα περνά χωρίς αντίσταση, έτσι και η ποίηση περνά μέσα από τα μαγνητικά πεδία του κόσμου χωρίς απώλεια. Είναι αυτο-αναφορικό, σχεδόν αλαζονικό, αλλά αμέσως αναιρείται: «ο ενοπλο αγωνα των λεξεων».


δ) Η Λαϊκή-Βυζαντινή Ενότητα: Το πιο συγκλονιστικό εύρημα. Μέσα στο υψηλό, ερμητικό λεξιλόγιο, εισβάλλουν ξαφνικά:

«μνημονευετε σε καθε καιρο Καζαντζιδη Στυλιανο Εμμανουηλ Χιωτη και Μπελλου Σωτηρια μνημονευετε στους αιωνας των αιωνων»

Είναι δέηση. Αντί για αγίους, μνημονεύει τους λαϊκούς αγίους του ελληνισμού. Ο Καζαντζίδης, ο Χιώτης, η Μπέλλου γίνονται το νέο αγιολόγιο. 


Λίγο μετά περιγράφει βυζαντινά ήθη: «κρατυσαν το μονοπωλειο των τροπαριων σε α' ηχο», «γιορταζανε του Αγιου Μαμα», «κολοκυθια με γαλα». Είναι μια ιστορία του λαϊκού σώματος, της διατροφής, της μουσικής, της επιβίωσης.


Εκεί εντάσσεται και το βιογραφικό θραύσμα, που σπάει κάθε απόσταση:

«Ο παππους μου ηταν Ελληνας, πολυ εξυπνος ανθρωπος, ειχε δυο αλογα και εμπορευονταν την καλωσυνη στους φτωχους... ειχ'ενα λιβαδι με παπαρουνες δωρισμενο στον γιο του Αδωνι»

Ο Αδωνις - ο νεκρός νέος της μυθολογίας, αλλά και το πραγματικό παιδί. Η προσωπική μνήμη γίνεται μύθος.


ε) Η Πολιτική-Εσχατολογική Ενότητα: Το ποίημα κλείνει με κραυγή.

«Ιτε παιδες Ελληνων Ποιας Δημοκρατιας»

«ποσοι ανθρωποι χρειαζονται τη Δημοκρατια του Κλεισθενη;»

«Εγω, Αθωος ειμι απο το αιμα του Αθωου τουτου»

Ο Πόντιος Πιλάτος, ο Αισχύλος,ο Κλεισθένης σε ένα στίχο. Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό.Είναι κατηγορία. Η Δημοκρατία έγινε ρητορικό σχήμα. Και η τελική θέση:

«Εμεις οι Δημοκρατικοι της Αρμονιας αρνουμαστε να ζησουμε δυστυχισμενα»


3. Γλώσσα και Υφολογία


Εδώ είναι η μεγάλη δύναμη του κειμένου.


α) Η Σύγκρουση Υφών: Λέξεις υψηλής λογιότητας [ετεροδοξα αγροκτηματα αγαλματων, ομοουσιοι, εναλιος ανθεστηρας, οροσυναρτησης] συγκρούονται με ωμό, σωματικό λεξιλόγιο [αιδοια, βυζια, μπουτια, γδυνει] και με λαϊκές φράσεις [ντερτια, βασανα].Αυτή η ανισότητα υφών είναι η ίδια η «ανισότητα των συλλογισμών».Ο ποιητής αρνείται την καθαρότητα.


β) Ορθογραφική Αναρχία: Η έλλειψη τόνων, η μονοτονική κατάργηση σημείων στίξης, τα κενά που άλλοτε λείπουν [«νυχτεςτην»] και άλλοτε περισσεύουν, είναι συνειδητή πράξη. Είναι η «μέθοδος της χλόης» - να μοιράσεις τον ουρανό σε ορθογώνια. Να βάλεις το άπειρο σε τετράγωνα. Η ανορθογραφία είναι πολιτική πράξη: άρνηση του ακαδημαϊκού καλλωπισμού.


γ) Οι Εικόνες: Κυριαρχούν τρία σύμβολα:

Ο Κρίνος και η Παπαρούνα: Ο κρίνος ,αγνότητα, ομορφιά, το λευκό τετράγωνο. Η παπαρούνα ,αίμα, επανάσταση, «υγρο πυρ». «με πυροβολισμους κρινων σποραει το ανυπαρκτο». Η ομορφιά πυροβολεί. Το Πουλί / Το Αηδόνι / Η Πέρδικα: Η φωνή που δεν μπορεί να φυλακιστεί. «στη σατραπεια των πουλιων λαξευτηκαν... κωδωνοστασια φωνων». • Το Τρίγωνο / Το Τετράγωνο: Γεωμετρική εμμονή. «ορθογωνιο τριγωνο», «λευκο τετραγωνο», «δεκαεφτα-γωνια στασιμα». Προσπάθεια να γεωμετρηθεί το άρρητο.


4. Φιλοσοφικό Διακύβευμα

Το ποίημα θέτει ένα ερώτημα: Πώς να μιλήσεις για το Απόλυτο με φθαρμένες λέξεις;


Η απάντησή του είναι: με αφθονία αθωράκιστων ερμηνειών. Να πληρώσεις το χρέος σου όχι με μια ερμηνεία οχυρωμένη, αλλά με πολλές γυμνές.

Γι' αυτό ο ποιητής αυτοχαρακτηρίζεται:

«ενας αιρετικος της λιτοτητας, ενας ορθολογιστης των τεχνων»

Οξύμωρο. Αιρετικός της λιτότητας σημαίνει ότι πιστεύει στην υπερβολή. Ορθολογιστής των τεχνών σημαίνει ότι πιστεύει ότι η τέχνη έχει λογική, αλλά δική της.


Το τελικό του συμπέρασμα είναι βαθιά αντι-μηδενιστικό:

«το ελαχιστο κοβει τον ομφαλιο λωρο με τον ουρανο»

Το ελάχιστο, το ταπεινό, το ανθρώπινο, είναι αυτό που μας χωρίζει αλλά και μας συνδέει με το υπερβατικό. Και:

«θα ελθει ο μεγας τυμπανιστης ως σφαγιασμενο αρνι με επιχρυσους οφθαλμους, τοτε, αναγνωσε το Α και γραψε το Ω»

Μια Αποκάλυψη χωρίς φόβο. Το τέλος είναι αρχή γραφής.


Είναι ένα ποίημα που δεν διαβάζεται για να «κατανοηθεί» με την σχολική έννοια. Βιώνεται.Σε αναγκάζει να αποφασίσεις αν θα μείνεις με τους «ολιγαρχικους της αληθειας» ή με τους «δημοκρατικους της αρμονιας».

.

.

1.Ο Πρόλογος της Γένεσης:

αυτο η αρχη / αυτο το μεσο / αυτο το ακρο

Τριαδική φόρμουλα. Είναι ο ορισμός του δράματος από την Ποιητική του Αριστοτέλη. Και το Ωμέγα. 

Το «αυτο» χωρίς ταυτότητα. Δεν λέει αυτή είναι η αρχή. Λέει αυτό. Ουδέτερο, απρόσωπο, υλικό.


με τη γραμματικη των κρινων και / το συντακτικο των αηδονιων / εγραψε την ομορφια


Εδώ είναι όλο το ποιητολογικό μανιφέστο. Πριν υπάρξει ανθρώπινη γλώσσα, υπάρχει γραμματική της φύσης. Ο κρίνος έχει γραμματική - κάθετη, λευκή, αγνή. Το αηδόνι έχει συντακτικό - περίπλοκο, μελωδικό, νυχτερινό. Η ομορφιά δεν γράφεται με λέξεις, γράφεται με αυτό:

 «Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική».

και τωρα / 'τα ντερτια του πολλα,τα βασανα μεγαλα'


Από το υπερβατικό.στο λαϊκό δίστιχο. Είναι στίχος από παραδοσιακό μοιρολόι / λαϊκό τραγούδι. Το «ντέρτι» είναι τούρκικη λέξη, το βάσανο. 


2. Ο Ομηρικός Κυνηγός

κυνηγησε τρεις μερες και τρεις νυχτες την ελικοβλεφαρη και βαθυζωνη κορη [στον Ομηρο κουριη]

Τρεις μέρες και τρεις νύχτες = αριθμός του παραμυθιού, άθλος. 

«Ελικοβλέφαρη» και «βαθύζωνη» είναι ομηρικά επίθετα. Η Ελένη, η Ναυσικά. Η βαθύζωνη σημαίνει αυτή που έχει βαθιά τη ζώνη της, δηλαδή παρθενική, σεμνή. Το σχόλιο σε αγκύλη [στον Ομηρο κουριη] είναι είναι υποσημείωση φιλολογικη. Κούρη = κόρη. Ο ποιητής κυνηγάει το ιδανικό θηλυκό, το αρχέτυπο.


κι αυτη λουσθηκε / στη θαλασσα τα μαλλια σε βοστρυχους


Η σκηνή της λουόμενης Αφροδίτης. Οι βόστρυχοι είναι ομηρική λέξη για τις μπούκλες.Το ερωτικό αντικείμενο δεν πιάνεται, αυτο-καθαίρεται, αυτο-θεοποιείται.


3. Η Δέηση των Λαϊκών Αγίων


μνημονευετε σε καθε καιρο / Καζαντζιδη Στυλιανο Εμμανουηλ Χιωτη / και Μπελλου Σωτηρια μνημονευετε / στους αιωνας των αιωνων


Αυτό είναι το κλειδί όλου του ποιήματος. Τυπική εκκλησιαστική φόρμουλα: «Μνημονεύετε Κύριε...». Αντί για ονόματα αγίων: 

Στέλιος Καζαντζίδης, Μανώλης Χιώτης, Σωτηρία Μπέλλου. 

Τρεις πρόσφυγες, τρεις καταραμένοι,τρεις φωνές του περιθωρίου που έγιναν κεντρικές.


τοιχογραφισε με ουρανο τα βλεφαρα / και σφηνωσε στα χειλη τριανταφυλλα


Αγιογραφική τεχνική. Ο αγιογράφος δεν ζωγραφίζει, τοιχογραφεί. Τα βλέφαρα δεν βάφονται, γίνονται ουρανός. Τα χείλη δεν φιλιούνται, σφηνώνονται με τριαντάφυλλα. Είναι η βυζαντινή τεχνική του εγκλεισμού της σάρκας στο σύμβολο. Εδώ το ερωτικό σώμα γίνεται εικόνα εκκλησίας.


στο λευκο τετραγωνο που βρεθηκε το ματ εγινε σε / δυο κινησεις,τιποτα δεν υποψιαστηκε ο ανιδεος / ο μωρος και η ηττα καρποφορησε σε αφθονια / καλων, η δε νικη ατελεσφορη


Κεντρική φιλοσοφική θέση.


Το «λευκό τετράγωνο» είναι η σκακιέρα, αλλά και ο λευκός καμβάς,και το πουκάμισο του νεκρού.Το ματ σε δύο κινήσεις είναι η πιο ταπεινωτική ήττα στο σκάκι. Ο «ανίδεος / ο μωρός» είναι ο άνθρωπος που νομίζει ότι παίζει. Και έρχεται η ανατροπή που είναι όλος ο ελληνικός πολιτισμός: η ήττα καρποφορεί, η νίκη είναι στείρα. Όπως μετά την Μικρασιατική καταστροφή καρποφόρησε η λογοτεχνία. Όπως ο Καζαντζίδης τραγούδησε καλύτερα ηττημένος.


ο λαιμος ειναι του κυκνου ασπρα τα βυζια περιστερια,στα / μπουτια της φωλιαζει το πουλι της Αφροδιτης


Ανακρέων και λαϊκό δημοτικό τραγούδι μαζί.«Ο λαιμός σου κρούσταλλο», «τα βυζιά σου περιστέρια» είναι στίχοι από αμανέδες.Το «πουλί της Αφροδίτης» είναι αρχαίος ευφημισμός για το αιδοίο, αλλά και κυριολεξία. Εδώ η γλώσσα γίνεται απολύτως σώμα.Δεν περιγράφει, αγγίζει.


αυτος με τις γεννετησιες χειρονομιες / τη γδυνει και ντυνεται τις δαντελες της / στον κηπο που οι παπαρουνες κυλισθηκαν στο αιμα


 Η παπαρούνα που κυλιέται στο αίμα είναι διπλή: είναι η παπαρούνα του αγρού μετά τη μάχη, αλλά και η παπαρούνα, το «υγρό πυρ».


κι ετσι αρχων υψιπετης / με πυροβολισμους κρινων / σποραει το ανυπαρκτο / υπαρκτο


Ο άρχων υψιπέτης,ο αετός, ο άρχοντας που πετάει ψηλά. Πώς σπέρνει; Με πυροβολισμούς κρίνων. Ο απόλυτος οξύμωρος.

Ο κρίνος,το πιο απαλό λουλούδι,γίνεται σφαίρα.

Και τι σπέρνει;Το ανύπαρκτο που γίνεται υπαρκτό.

Αυτός είναι ο ορισμός της ποίησης:

Να σπέρνεις κάτι που δεν υπάρχει και φυτρώνει.


4. Η Γεωμετρία του Απολύτου


με δεκαεφτα-γωνια στασιμα συμπεραινει / το εναρμονιο απολυτο των ιδεων


Στάσιμο,το χορικό τραγούδι στην αρχαία τραγωδία ανάμεσα στα επεισόδια. Δεκαεφτα-γώνιο,σχήμα που δεν υπάρχει στην αρχαία τραγωδία.Είναι αδύνατον, παράλογο.Με αυτό το αδύνατο σχήμα προσπαθεί να συμπεράνει το απόλυτο.


 Ειρωνεία για κάθε φιλοσοφικό σύστημα.

και με πληθωρα αθωρακιστων ερμηνειων / πληρωνει το χρεος του

Αθωράκιστων ,χωρίς θώρακα, γυμνών,ευάλωτων.  Το πληρώνεις με πολλές γυμνές, εκτεθειμένες προσπάθειες. Είναι η ποιητική ηθική


αυτα τα μερη να ειναι ετεροδοξα αγροκτηματα / αγαλματων και μεις ομοουσιοι ελευθερο- / πρακτες [παροντες αει] / οι ανθρωποι


Η Ελλάδα ως αγρόκτημα αγαλμάτων - τόπος όπου τα αγάλματα καλλιεργούνται σαν φυτά. Και εμείς; «Ομοούσιοι ελευθεροπράκτες». 

Ομοούσιοι. Είμαστε της ίδιας ουσίας με τα αγάλματα, με τους θεούς. Αλλά και ελευθεροπράκτες  Το «παροντες αει» .Δηλώνει ότι  είμαστε παρόντες στο αιώνιο.


δεν μελλει ν'αποκτησουν περιττα πουλια


Τα «περιττά πουλιά» είναι η ομορφιά που περισσεύει. 

Ο κόσμος της χρησιμότητας δεν θέλει περιττά πουλιά.

Εμείς θα τα αποκτήσουμε


σημερα σε χρωματισμενο πηλο αναπαλαιωθηκε ο / εναλιος ανθεστηρας των ημιδιαφανων παρθενων / με τα πορφυρα αιδοια [ως παραληγουσες / λεξεις] και παραληπτες φαλλοφορους / τοξοτες


Αρχαιολογική αναφορά. «Εναλιος ανθεστηρας» ο κήπος με λουλούδια που είναι στη θάλασσα,σαν τις τοιχογραφίες της Σαντορίνης.Οι ημιδιαφανείς παρθένοι είναι οι τοιχογραφίες.Τα «πορφυρά αιδοία ως παραληγούσες λέξεις» είναι το πιο τολμηρό σημείο. Παραλήγουσα ,η προτελευταία συλλαβή στη γραμματική.Το αιδοίο είναι σαν λέξη που τονίζεται στην παραλήγουσα,δηλαδή σχεδόν στο τέλος, με ένταση. Και οι παραλήπτες είναι φαλλοφόροι τοξότες - οι άνδρες που λαμβάνουν το μήνυμα. Αρχαιότητα, ερωτισμός και γλωσσολογία γίνονται ένα σώμα.


5. Το Βάθος της Σκοτεινής Γλώσσας


απο εκει περα εκτεινεται χρωματοφορο / οροπεδιο με λευκα ιματια περιστεριωνων / στο βαθος η' στο βυθο της κοιλης οροσυναρτησης


Χρωματοφόρο οροπέδιο ,ο ουρανός, αλλά και η ζωγραφική του Θεοτοκόπουλου. 

Ιμάτια περιστεριώνων = τα σύννεφα. 

«Κοίλη οροσυνάρτηση» - όρος από τα μαθηματικά, συνάρτηση που έχει κοιλότητα. Το τοπίο γίνεται μαθηματική εξίσωση.


Το βάθος γίνεται βυθός.


Τα απρεπη λογια του βωμολοχουσαν / ωρες το μαρτυριο του ηταν ευγλωττο / ωρες ακριβολογουσε ο ερημιτης / των λιτων με θολους περισπωμενων / και οξειες κυπαρισσιων


Ποιος βωμολοχούσε; Ο ίδιος ο ποιητής, ο βωμολόχος. Το μαρτύριο του γίνεται εύγλωττο - μιλάει. Και μετά σιωπά και ακριβολογεί σαν ερημίτης ανάμεσα σε κυπαρίσσια που είναι περισπωμένες και οξείες - τόνοι της γραμματικής.Το τοπίο ξαναγίνεται γλώσσα.

θα'ρθει ο χρονος των σεμνων απολαυσεων / σε σειρες αναμνησεων

Προφητεία σχεδόν μοναστηριακή.Μετά από όλη αυτή τη βία και το αίμα,θα έρθει ένας χρόνος σεμνος.


6. Η Θεία Κοινωνία των Λέξεων


με αμεμπτη χειρονομια δωρησε τη λευκοτητα / τροφη στους συνδαιτημονας,συντροφους συμμετρους / και αυτοχθονες των λεξεων


Θεία Μετάληψη. Δωρίζει τη λευκότητα - το ψωμί, το σώμα - στους συνδαιτυμόνες. Ποιοι είναι; Οι λέξεις. Οι λέξεις είναι σύντροφοι και αυτόχθονες, γηγενείς. Δεν τις φέρνεις απ' έξω, φυτρώνουν εδώ.


το φως / με βελη αφηγηθηκε αναγλυφα στην οψη τη μνημη / και το ψωμι σφραγισθηκε μ'ορθογωνιο τριγωνο [το πηλινο / πρωτυπο εκμαγειο]


Το φως αφηγείται με βέλη - σαν Απόλλωνας. Το ψωμί σφραγίζεται με ορθογώνιο τρίγωνο.Το τρίγωνο. Πυθαγόρειο σύμβολο.Το πήλινο πρωτότυπο εκμαγείο είναι το πρόσφορο πριν ψηθεί.


λωτοφαγα σμηνη πουλιων ενδημουν / στις εναλιες περιοχες των ανθρωπων


Οι Λωτοφάγοι του Ομήρου έτρωγαν λωτό και ξεχνούσαν. Τα πουλιά που τρώνε λωτό ενδημούν μέσα μας,ξεχνάμε.


7. Ο Χορός και η Μέθοδος της Χλόης


οταν / τα ελικοφρυδα προσωπα / στη διαφανη ορχηστρα / τραγωδουν με πλαγια και ορθα / χορικα [δωριεων και Ιωνων / στασιμα] εν χορδαις και οργανοις μελπουν / τ'αδικο που τον κατατρεξε


Ελικοφρυδα ,με σγουρά φρύδια, ομηρικό. 

Διαφανής ορχήστρα , η ορχήστρα της αρχαίας τραγωδίας, αλλά από γυαλί. Πλάγια και ορθά,όπως γράφονταν οι βυζαντινές νότες. 

Δωριέων και Ιώνων στάσιμα ,οι δύο ρυθμοί, ο δωρικός αυστηρός και ο ιωνικός μαλακός. 

Όλη η ιστορία της ελληνικής μουσικής τραγουδάει το άδικο του ποιητή-αλχημιστή.


με τη μεθοδο της χλοης μοιραστηκαμε / τα τρια τεταρτα τ'ουρανου / η' το αντιστροφο / με το 75% τ'ουρανου διαμοιρασαμε / σ'ορθογωνια τη χλοη


Αυτή είναι η πιο καθαρή εξίσωση. Η μέθοδος της χλόης: πώς μοιράζεται ουρανό; Σαν χωράφι. Τα 3/4 του ουρανού για χλόη, ή το αντίστροφο. 75% ουρανός, 25% γη. Είναι η απόλυτη ανισότητα. 


αντιλεγω:μολων / λαβε / και το ξερεις, κατηγορηθηκε για ακραια εξυβριση.


Το «μολών λαβέ» ειπώθηκε και θεωρήθηκε ύβρις.Γιατί η εξουσία θεωρεί ύβρη την άρνηση υποταγής.


8. Το Μαρτύριο και η Στατιστική


σκορπιζε την ελευθερια στα ματια των ανθρωπων / [ενας αιρετικος της λιτοτητας] ενας ορθολογιστης / των τεχνων / και στον ενοπλο αγωνα των λεξεων μαρτυρησε


Ο ποιητής σκορπίζει ελευθερία σαν σπόρο στα μάτια. Όχι στα χέρια,στα μάτια. Να δουν.Και γι' αυτό μαρτυρεί στον ένοπλο αγώνα των λέξεων. Οι λέξεις έχουν όπλα.


[το πληθος κραυγαζε εναντιων των κρινων] δυο ειχαν / διαλυμενα κρανια απ'το υγρο πυρ της παπαρουνας / ενω ο ποιητης κομπαζε προκλητικα με τις μεταφορες


Το πλήθος εναντίον των κρίνων - εναντίον της ομορφιάς. Το υγρό πυρ είναι το βυζαντινό όπλο, εδώ είναι της παπαρούνας που διαλύει κρανία. Ο ποιητής κομπάζει με τις μεταφορές του ενώ γύρω γίνεται σφαγή.

Αυτοσαρκασμός.

οι ολιγαρχικοι της αληθειας :85& / οι δημοκρατικοι της ελευθεριας:90% / οι δημαγωγοι του ψευδους:95% / πλην ενος.Πυρ: Αληθεια / Ελευθερια:Πυρ / Ψευδος:μολων / λαβε


Το «πλην ενός» είναι ο ένας που περισσεύει,ο ποιητής,ο μάρτυρας.


9. Η Υπεραγωγιμότητα και το Θαύμα


με απεριττο τροπο σχολιασε το αριστοτελειο / εργο κι απεδειξε μ'αυστηρο και συνεκτικο / λογισμο την υπεραγωγιμοτητα της ποιησης


Εδώ δηλώνεται η ποιητική φυσική.Η ποίηση είναι υπεραγωγός.Περνάει το ρεύμα χωρίς αντίσταση, χωρίς απώλεια θερμότητας. Σε ποιο μαγνητικό πεδίο; 


η' αλλου.σε ποιο μαγνητικο πεδιο / ανθουν οι βελονες της ελιας / και πως τετρακις περιστρεφονται / οι παπαρουνες


Βελόνες της ελιάς,τα φύλλα της.Πώς ανθίζουν; Τετράκις περιστρεφόμενες παπαρούνες,σαν έλικες.

Ερώτημα φυσικής που δεν απαντιέται.


ο αγγελος εβοα στις μυροφορες / το μεγα θαυμα και τοτε / δακρυροεσσα η κορη μετανοησε / το σεμνο και με δαντελες αποκαλυψε / τη γυμνια της, περικαλλη


Ευαγγελισμός. Άγγελος στις Μυροφόρες - Ανάσταση με Ευαγγελισμό.

Η κόρη δακρυρόεσσα μετανοεί και αποκαλύπτει τη γύμνια της με δαντέλες. Σεμνή πορνογραφία, ιερή γύμνια.


10. Το Αιχμάλωτο Κενό και ο Μέγας Τυμπανιστής


και διαστελει προς τη σαφηνεια / και συμπιεζει προς την λιτοτητα / ο ποιητης των ορατων τε και αορατων


Ορισμός του ποιητή: Διαστολή προς σαφήνεια, συστολή προς λιτότητα.


ενα αιχμαλωτο κενο / ωσαν οδυνη γεννας και / το ελαχιστο κοβει τον ομφαλιο λωρο / με τον ουρανο


Το κενό είναι αιχμάλωτο, γεννάει με οδύνη. Και το ελάχιστο - μια ψαλίδα, μια λέξη - κόβει τον ομφάλιο λώρο με τον ουρανό. Η γέννηση ως αποκοπή από το θείο.


θα ελθει ο μεγας τυμπανιστης ως / σφαγιασμενο αρνι με επιχρυσους / οφθαλμους,τοτε, αναγνωσε το Α / και γραψε το Ω, ισως / αναμνησθουμε τους φτωχους στην / εσχατη κριση


Ο Μέγας Τυμπανιστής είναι ο Αγγελος της Αποκάλυψης. Έρχεται ως σφαγμένο αρνί με χρυσά μάτια - εικόνα απόλυτου τρόμου και ομορφιάς,βγαλμένη από το Βυζάντιο.Τότε πρέπει να διαβάσεις το Α και να γράψεις το Ω.Να τελειώσεις την ιστορία. Μόνο τότε, ίσως, θυμηθούμε τους φτωχούς. 


11. Η Εθνογραφία και το Βίωμα


στη σατραπεια των πουλιων λαξευτηκαν / στην ατμοσφαιρα περιλαμπρα κωδωνοστασια φωνων / οι ανθρωποι αλατιζαν τα κοκκαλα απο μοσχαρι... / εβραζαν τη φακη στο νερο με ξυδι.


Εδώ εχουμε λαογράφια-ιστορικη. Η σατραπεία των πουλιών , η ελευθερία που έχει ιεραρχία. Τα κωδωνοστάσια φωνών , οι φωνές γίνονται καμπάνες. Και αμέσως μετα: κόκαλα αλατισμένα, φακή με ξύδι. Αυτή είναι η Ελλάδα της επιβίωσης Όχι των αγαλμάτων.


Ο παππους μου ηταν Ελληνας,πολυ εξυπνος ανθρωπος... / ειχ'ενα λιβαδι με παπαρουνες δωρισμενο στον γιο του / Αδωνι,τον μικροτερο


Το πιο τρυφερό σημείο. Ο παππούς που εμπορεύεται καλοσύνη. Το λιβάδι με παπαρούνες δωρισμένο στον Άδωνι - στον νεκρό νέο. Είναι η μνήμη που γίνεται μύθος.


12. Το Τέλος: Κραυγή


ξεντυθηκε την πανοπλια του / μεσα του τα εντοσθια χαλκινα / μπρουτζινα τα νευρα / .''Ιτε παιδες Ελληνων'' Ποιας / Δημοκρατιας [;]


Ο πολεμιστής γδύνεται και μέσα του είναι χάλκινος,σαν τον Τάλω. 

Φωνάζει το «Ίτε παίδες Ελλήνων» των Περσών του Αισχύλου,αλλά ρωτάει:ποιας Δημοκρατίας; 

Της τότε ή της σημερινής;


Εγω,Αθωος ειμι απο το αιμα του Αθωου τουτου / ''Ουτις'' το ονομα που φωναξες Εσυ ο των παντων


Πιλάτος και Οδυσσέας μαζί. «Αθώος είμαι από του αίματος του δικαίου τούτου» είπε ο Πιλάτος. «Ούτις» είπε ο Οδυσσέας στον Κύκλωπα για να σωθεί. Εσύ είσαι και οι δύο. Και απευθύνεσαι σε «Εσύ ο των πάντων» - στον Θεό ή στον αναγνώστη.


Ισως,ειμαστε αναγκασμενοι να υπακουμε στην αμαρτια / Ισως,ειμαστε τα ανθρωπαρια των δυνατων / Ισως,δεν ειμαστε το τελος του κοσμου


Τρία «Ίσως» που είναι όλη η σύγχρονη τραγωδία. Μήπως δεν είμαστε τίποτα;


Και η απάντηση έρχεται με το αηδόνι και την πέρδικα:


που / τραγουδαει τ'αηδονι μετα το ζευγαρωμα / και που περπαταει καμαρωτα η περδικα; / Αυτο που ακουσες,ευτυχισμενε,ηταν τ'αηδονι κι / αυτο που ακουσες ηταν η περδικα


Επιστροφή στην αρχή. Στη γραμματική των κρίνων και το συντακτικό των αηδονιών. Το αηδόνι τραγουδάει μετά το ζευγάρωμα, η πέρδικα περπατάει καμαρωτά. Η φύση συνεχίζει. Ευτυχισμένος όποιος το άκουσε.


Και κλείνει με όρκο:


Εμεις οι Δημοκρατικοι της Αρμονιας / αρνουμαστε να ζησουμε δυστυχισμενα / ας τ'ακουσουν καλα οι αχρειοι / του παροντος και του μελλοντος χρονου


Ενας όρκος άρνησης. Αρνούμαστε να ζήσουμε δυστυχισμένα.

.

.

.