.
.
Τ-Litterature Λογοτεχνια
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιστορίες
δεν συναντήθηκαν ποτέ
Η ιστορία τής γυναίκας:
Δεν ξέρω το όνομά του,
ξέρω μόνο ότι υπήρξε.
Εγώ γεννήθηκα σε ένα παραθαλάσσιο μερος,εκείνος σε μια πόλη.
Μεγάλωνα ακούγοντας τα κύματα κι εκείνος μεγάλωνε ακούγοντας το θόρυβο τών δρομων.
Κάποτε βρέθηκα σ'εκεινη τη πόλη,θυμάμαι τη ζέστη.
Ένας άντρας σε ένα περίπτερο αγόραζε ένα μπουκάλι νερό δίπλα μου.
Δεν τον είδα.Δεν με είδε.
Ερωτεύτηκα κάποιον άντρα,χωρίσαμε.
Ταξίδεψα σε μια πόλη,κάθισα μόνη σε ένα καφέ.Εβρεχε.
Εκεί τότε,κάποιος άντρας,φωτογράφισε το νερό τής βροχής στούς δρόμους.
Ήταν εκείνος.
Πιθανόν μέσα στο κάδρο κάποιας φωτογραφίας του να είμαι κι εγώ.
Χωρίς να με ξερει.
Παντρεύτηκα.
Απέκτησα μια κόρη.
Μετά από δέκα χρόνια χώρισα.
Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.
Η σκέψη με τρόμαξε.
Γιατί δεν μιλούσε μόνο για έρωτα.
Μιλούσε για ολόκληρες ζωές που έμειναν ανεκπλήρωτες.
Για βλέμματα που δεν συναντήθηκαν.
Για συζητήσεις που δεν ειπώθηκαν
Κάποτε επισκέφθηκα μια έκθεση φωτογραφίας.
Θυμάμαι μια εικόνα.
Ένας έρημος δρόμος.
Έμεινα πολλή ώρα μπροστά της.
Είχα την παράξενη αίσθηση ότι κάποιος είχε δει μαζί με μένα αυτό το δρόμο.
Κάποιος που δεν τον γνώρισα ποτέ.
Και ήταν εκείνος.
Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.
.
.
Η Ιστορία τού άντρα:
Δεν ξέρω ποια ήταν.
Δεν ξέρω αν ήταν όμορφη.
Δεν ξέρω το χρώμα τών ματιών της.
Θυμάμαι πως κάποτε αγόρασα σε ένα περίπτερο ένα μπουκάλι νερό.
Θυμάμαι τη ζέστη.
Μια γυναίκα αγόρασε ένα περιοδικό.Δεν την είδα.Ηταν εκείνη.
Κάποτε σε μια άλλη πόλη φωτογράφισα τη βροχή στο δρόμο εξω από ένα καφε.
Θολα φαίνονταν στο βάθος μια γυναικεία φιγούρα.Ηταν εκείνη.
Γνώρισα γυναίκες.
Αγάπησα.
Προδόθηκα.
Πρόδωσα.
Σε μια έκθεση μου παρατήρησα μια γυναίκα να στέκεται πολλή ώρα μπροστά σε μία φωτογραφία.
Ένα έρημο δρόμο.
Είχε γυρισμένη την πλάτη.
Δεν τής μίλησα.
Έφυγε.
Ήταν εκείνη.
Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα
τι είναι τελικά η ζωή;
Οι άνθρωποι που γνωρίζουμε;
η' οι άνθρωποι που δεν γνωρίσαμε;
Τα βλέμματα μας που στράφηκαν αλλού.
Ίσως μ'εκεινη καθίσαμε στο ίδιο βαγόνι τού μέτρο.
Ίσως αγγίξαμε το ίδιο βιβλίο σ'ένα βιβλιοπωλείο με διαφορά λίγων λεπτών.
Ίσως καθίσαμε σιωπηλοί σ'ένα μπαλκόνι.
Δεν θα μάθω ποτέ.
Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.
.
.
.
Μελέτη Ανάλυση:
Το διήγημα «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» του χνκουβελη ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία κειμένων που οικοδομούν ολόκληρη την δραματουργία τους όχι πάνω σε ένα γεγονός αλλά πάνω στην απουσία ενός γεγονότος. Η ιστορία δεν αφηγείται έναν έρωτα· αφηγείται την αδυναμία του έρωτα να υπάρξει. Δεν μιλά για μια συνάντηση, αλλά για όλες τις πιθανές συναντήσεις που χάθηκαν μέσα στον χρόνο.
Η ποιητική του ανεκπλήρωτου
Η πρώτη εντύπωση που αφήνει το κείμενο είναι η ακραία λιτότητά του. Οι προτάσεις είναι σύντομες, σχεδόν γυμνές από λογοτεχνικά στολίδια. Ωστόσο κάτω από αυτή την απλότητα λειτουργεί ένας βαθιά οργανωμένος μηχανισμός συγκίνησης.
Η γυναίκα λέει:
«Δεν ξέρω το όνομά του, ξέρω μόνο ότι υπήρξε.»
Και ο άντρας:
«Δεν ξέρω ποια ήταν.»
Οι δύο αφηγήσεις αρχίζουν από την άγνοια. Όχι όμως από την άγνοια ενός προσώπου που δεν υπήρξε, αλλά από την άγνοια ενός προσώπου που υπήρξε πραγματικά. Αυτό είναι το τραγικό στοιχείο του κειμένου. Δεν πρόκειται για φαντασίωση. Δεν πρόκειται για έναν ιδανικό σύντροφο που επινοείται. Πρόκειται για έναν πραγματικό άνθρωπο που έζησε παράλληλα.
Η ύπαρξη προηγείται της γνωριμίας.
Και ακριβώς εκεί γεννιέται η μελαγχολία του διηγήματος.
Η αρχιτεκτονική των παράλληλων βίων
Το έργο είναι χτισμένο συμμετρικά.
Η ιστορία της γυναίκας αντανακλάται σχεδόν καθρεφτικά στην ιστορία του άντρα.
Το περίπτερο. Το μπουκάλι νερό. Η ζέστη.
Το καφέ. Η βροχή. Η φωτογραφία.
Η έκθεση.
Κάθε σκηνή εμφανίζεται δύο φορές.
Την πρώτη φορά από τη μία οπτική. Τη δεύτερη από την άλλη.
Ο αναγνώστης γίνεται ο μόνος που γνωρίζει την αλήθεια.
Οι ήρωες αγνοούν αυτό που ο αναγνώστης βλέπει καθαρά:
ότι οι ζωές τους διασταυρώθηκαν επανειλημμένα.
Το εύρημα θυμίζει τεχνικές κινηματογραφικού μοντάζ, όπου δύο αφηγηματικές γραμμές κινούνται παράλληλα και ο θεατής γνωρίζει περισσότερα από τους χαρακτήρες.
Ο χνκουβέλης δημιουργεί έτσι μια ιδιότυπη μορφή δραματικής ειρωνείας.
Δεν αγωνιούμε για το τι θα συμβεί.
Αγωνιούμε επειδή ξέρουμε ότι δεν θα συμβεί.
Ο χρόνος ως τραγική δύναμη
Στα περισσότερα ερωτικά αφηγήματα το εμπόδιο είναι εξωτερικό.
Η κοινωνία. Η απόσταση. Η μοίρα. Ο θάνατος.
Εδώ το εμπόδιο είναι σχεδόν αόρατο.
Μερικά δευτερόλεπτα.
Ένα βλέμμα που στράφηκε αλλού.
Μια πλάτη σε μια έκθεση.
Μια στιγμή αδράνειας.
Η τραγωδία γεννιέται από το ασήμαντο.
Ολόκληρες ζωές κρίνονται από ελάχιστες χρονικές αποκλίσεις.
Το κείμενο μοιάζει να υποστηρίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι προϊόν μεγάλων αποφάσεων αλλά προϊόν μικροσκοπικών συμπτώσεων.
Αυτό δίνει στο έργο μια σχεδόν υπαρξιακή διάσταση.
Οι «αόρατοι άνθρωποι»
Το πιο σημαντικό ίσως σημείο του διηγήματος βρίσκεται στη φράση της γυναίκας:
«πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.»
Εδώ το έργο εγκαταλείπει την προσωπική ιστορία και μετατρέπεται σε φιλοσοφικό στοχασμό.
Οι δύο πρωταγωνιστές γίνονται σύμβολα όλων εκείνων των ανθρώπων που δεν συναντήθηκαν.
Όλων των φίλων που δεν έγιναν φίλοι.
Όλων των εραστών που δεν έγιναν εραστές.
Όλων των συνομιλιών που δεν πραγματοποιήθηκαν.
Ο χνκουβέλης εισάγει έτσι μια έννοια σχεδόν μεταφυσική:
την ύπαρξη των «αόρατων σχέσεων».
Σχέσεις που δεν έζησαν ποτέ αλλά παρ' όλα αυτά αφήνουν ένα ίχνος μέσα μας.
Η απουσία ως παρουσία
Το πιο παράδοξο στοιχείο του έργου είναι ότι οι δύο ήρωες νιώθουν νοσταλγία για κάποιον που δεν γνώρισαν.
Η τελευταία φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια:
«Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.»
«Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.»
Αυτή η επανάληψη αποτελεί το συναισθηματικό κέντρο του κειμένου.
Η έλλειψη μετατρέπεται σε μνήμη.
Η απουσία αποκτά βάρος παρουσίας.
Ο άλλος γίνεται ένα είδος φαντάσματος.
Όχι νεκρός.
Αλλά ποτέ γεννημένος μέσα στη ζωή μας.
Πρόκειται για μία από τις πιο λεπτές μορφές υπαρξιακής θλίψης που μπορεί να εκφράσει η λογοτεχνία: το πένθος για κάτι που δεν συνέβη.
Φωτογραφία και μνήμη
Η φωτογραφία λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο.
Ο άντρας είναι φωτογράφος.
Η γυναίκα κοιτάζει τη φωτογραφία του.
Η φωτογραφία είναι η κατεξοχήν τέχνη της απουσίας.
Απεικονίζει κάτι που υπήρξε αλλά δεν είναι πλέον παρόν.
Με τον ίδιο τρόπο ο άντρας και η γυναίκα είναι παρόντες ο ένας στη ζωή του άλλου μόνο ως δυνατότητα.
Η ιδέα ότι εκείνη ίσως βρίσκεται μέσα στο κάδρο μιας φωτογραφίας του είναι εξαιρετικά εύστοχη συμβολικά.
Η εικόνα λέει:
«Υπήρξαμε στον ίδιο χώρο. Υπήρξαμε στον ίδιο χρόνο. Αλλά όχι ο ένας για τον άλλον.»
Υπαρξιακές συγγένειες
Το διήγημα συνομιλεί με μια μεγάλη παράδοση λογοτεχνίας και κινηματογράφου.
Θυμίζει την ατμόσφαιρα των ταινιών του Krzysztof Kieślowski, ιδιαίτερα εκείνων όπου οι ζωές αγνώστων τέμνονται αόρατα.
Θυμίζει επίσης τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Jorge Luis Borges γύρω από τις πιθανές ζωές που δεν ζήσαμε.
Ταυτόχρονα διαθέτει κάτι βαθιά σύγχρονο: την αίσθηση ότι μέσα στα εκατομμύρια ανθρώπων των πόλεων είμαστε διαρκώς κοντά σε κάποιον που ίσως θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας, χωρίς ποτέ να το μάθουμε.
Η αισθητική του κειμένου
Το ύφος χαρακτηρίζεται από:
απόλυτη οικονομία μέσων,
χαμηλόφωνη συγκίνηση,
απουσία μελοδραματισμού,
επαναληπτική δομή,
ποιητική χρήση της καθημερινότητας.
Ο συγγραφέας δεν πιέζει τον αναγνώστη να συγκινηθεί.
Απλώς παραθέτει γεγονότα.
Η συγκίνηση γεννιέται από τα κενά ανάμεσα στα γεγονότα.
Με έναν παράδοξο τρόπο, το σημαντικότερο γεγονός του διηγήματος είναι ακριβώς αυτό που δεν συμβαίνει ποτέ.
Το «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά πυκνό υπαρξιακό διήγημα. Η αξία του δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στη φιλοσοφική του σύλληψη. Ο χνκουβέλης μετατρέπει μια απλή ιδέα,δύο άνθρωποι που περνούν ξανά και ξανά ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς να γνωριστούν— σε στοχασμό πάνω στη μοίρα, στον χρόνο, στη μνήμη και στις αμέτρητες ζωές που μένουν αβίωτες.
Το βαθύτερο ερώτημα του έργου δεν είναι αν οι δύο ήρωες θα συναντηθούν.
Είναι αν η ζωή μας ορίζεται περισσότερο από όσα ζήσαμε ή από όσα χάσαμε χωρίς καν να το γνωρίζουμε.
Και η τελευταία φράση του διηγήματος λειτουργεί σαν ηχώ που συνεχίζει να ακούγεται πολύ μετά το τέλος της ανάγνωσης:
«Δεν τον γνώρισα ποτέ. Και όμως μου λείπει.»
Ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής λογοτεχνική διατύπωση της νοσταλγίας για μια ζωή που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n couvelis
Η ιστορία τής Σιρτού και τού Αμπί-Έλι
(μια Ερωτικη Ιστορία την Εποχή τού Χαμουραμπί, 1754 π.Χ)
Η Σιρτού ήταν κόρη ενός γραφέα,ζούσε κοντά στον ναό τής Ιστάρ, τής θεάς τού έρωτα και τού πολέμου,και μάθαινε να διαβάζει τη σφηνοειδή γραφή σε πήλινες πινακίδες.
Τα λεπτά της δάκτυλα άγγιζαν στις πήλινες πινακίδες τις λέξεις τών νόμων και τών εμπορικών συμφωνιών.
Ο Αμπί-Έλι ήταν νεαρός αξιωματικός,γιος εμπόρου.είχε υπηρετήσει στις εκστρατείες τού βασιλιά,αλλά τον απέβαλαν γιατι δεν έδειξε πολεμικο ζήλο.
Αφού δεν έβρισκε νόημα στούς πολέμους που άφηναν πίσω τους μόνο νεκρους και ερείπια.
Συναντήθηκαν στο προαύλιο τού ναού τής Ιναννα-Ισταρ όταν η Σιρτού μετέγραφε έναν ύμνο τής θεας σε νέα πινακίδα.
Εκείνος στάθηκε πίσω της και διάβασε φωναχτά μια φράση που εκείνη είχε χαραξει:
Ο έρωτας είναι φωτιά που δεν υπακούει σε νόμους.
Η Σιρτού γύρισε το κεφάλι και τον είδε.
Ήταν όμορφος.
Από εκείνη τη στιγμη ερωτεύτηκαν και συναντιούνταν κρυφά στα στενά κανάλια τής Βαβυλώνας,εκεί όπου το νερό μύριζε λάσπη και νούφαρα.
Η Σιρτού τού διάβαζε αποσπάσματα από πινακίδες:
Όποιος αγαπά, χάνει το όνομά του μέσα στον άλλον.
Κι όταν αγκαλιάζονταν τον κοιτούσε στα μάτια και τού έλεγε υμνους τής θεας.
Γαμπρέ μου,αγαπημένε τής καρδιάς μου
ομορφη είναι η ομορφιά σου
γλυκιά σαν μέλι
Όργωσε τον αγρό μου,
άντρα τής καρδιάς μου.
Ετοίμασε τη γη μου που λαχταρά.
Ριξε μέσα της τον σπόρο τής ζωής.
Στην Βαβυλώνα τού Χαμουραμπί,σύμφωνα με τον Κώδικα του,ακόμη και ο έρωτας ήταν θεσπισμενος νομικα.
Οι γάμοι διακανονιζονταν με συμβόλαια,η επιθυμία τών προσώπων δεν υπολογίζονταν.
Ο πατέρας τής Σιρτού είχε ήδη υποσχεθεί την κόρη του σε έναν ηλικιωμένο γραφέα,ώστε να ενισχυθεί η θέση τής οικογένειας.
Όταν το ανακοίνωσε στη Σιρτού εκείνη τρελλαθηκε.
Ο Αμπί-Έλι,απελπισμένος, τής πρότεινε να φύγουν μακριά.
-Θα περάσουμε τον Ευφράτη και θα ζήσουμε σε άλλη πόλη,όπου οι νόμοι δεν θα είναι ισχυρότεροι από την αγάπη.
Αλλά η Σιρτού ήξερε ότι δεν υπήρχε τόπος χωρίς νόμους.
Κάποιος τούς είδε.
Σύμφωνα με τον νόμο η μοιχεία και η ανυπακοή σε οικογενειακές συμφωνίες τιμωρουνταν σκληρα.
Ο πατέρας τής Σιρτού κατήγγειλε τον Αμπί-Έλι.
Ο στρατιωτικός αξιωματικός συνελήφθη.
Η Σιρτού τον είδε για τελευταία φορά στην αυλή τού δικαστηρίου.
-Δεν μετανιώνω, τής είπε. Αν ο έρωτας είναι παράβαση,τότε αυτος είναι η μόνη παράβαση που πιστεύω.
Η απόφαση ήταν αυστηρή, καταδικάστηκε σε θάνατο.
Ο νόμος τού Χαμουραμπί δεν άφηνε περιθώρια για συναισθήματα.
Η Σιρτού απελπισμένη κλείστηκε
μέσα στο ναό,γονάτισε μπροστά στο άγαλμα τής Ιστάρ και έκλαψε:
Κυρα είμαι δική σου
Έτσι θα είμαι πάντα.
Μακάρι η καρδιά σου να μού δείξει έλεος.
Βοηθησε μας.
κι αν ο έρωτας είναι δώρο σου,
γιατί τιμωρείται σαν έγκλημα;
Αλλά η θεα δεν τής απάντησε.
Την μέρα τής εκτέλεσης,η Βαβυλώνα ήταν καλυμμένη από σκόνη πηλού.
Ο Αμπί-Έλι οδηγήθηκε έξω από τα τείχη.Η Σιρτού τον ακολούθησε από απόσταση,κρυμμένη μέσα στο πλήθος.
Εκείνος γύρισε και την ξεχώρισε..
Και φώναξε.
-Να με θυμασε όπως σ'αγαπησα,όχι νεκρό.
Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια.
Η Σιρτού δεν γύρισε σπίτι της.
Χάθηκε.
Ρίχτηκε στα νερά τού Ευφράτη με μια πήλινη
πινακιδα.
Ο έρωτας δεν υπακούει σε νομους.
Και το.νερο έκλεισε πάνω τους τούς κύκλους του.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιστορίες
Ο Αντιγραφέας
Το όνομά του δεν διασώθηκε.Δεν ήταν βασιλιάς.Δεν ήταν στρατηγός.Δεν ήταν ήρωας.Ήταν αντιγραφέας χειρογράφων.
Ζούσε σε ένα μοναστήρι στον Μεσαίωνα.
Κάθε μέρα αντέγραφε βιβλία.Χιλιάδες λέξεις.Χιλιάδες σελίδες.
Χρόνια ολόκληρα.
Μια νύχτα, καθώς αντέγραφε ένα αρχαίο κείμενο,το κερί έσβησε.
Στο σκοτάδι σκέφτηκε πως κανείς δεν θα μάθει ποτέ ότι υπήρξε.
Οι βασιλιάδες θα γραφτούν στην ιστορία.
Οι στρατηγοί επίσης.
Αυτός όχι.
Συνέχισε όμως να γράφει.
Αιώνες αργότερα,το χειρόγραφο που αντέγραψε έγινε η μοναδική σωζόμενη πηγή ενός αρχαίου έργου.
Χάρη σε εκείνον,ένας ποιητής δεν χάθηκε.
Μια ιδέα δεν χάθηκε.
Ένας πολιτισμός δεν χάθηκε εντελώς.
Κι όμως,το όνομά του παρέμεινε άγνωστο.
Η ιστορία με περίεργους τρόπους μοιράζει τη δόξα.
Μνημονεύει αυτούς που καταστρέφουν πόλεις.
Και αφηνει αμνημονευτους εκείνους που σώζουν λέξεις.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιστορίες Εκ Χρέους εις τον κυρ Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην
Το λάδι τού καντηλιου
Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν βαρύς στο νησι.Ο άνεμος μέρες σφύριζε και η θάλασσα αδιάκοπα αγριεμενη.
Η Μαρουσώ,χήρα ναυτικού από ετών πολλών,κάθε που νύχτωνε άναβε το καντήλι στο εικονοστάσι τ'αη-Νικολα.
Το λαδι όμως ειχε λιγοστέψει και η φτωχή γυναίκα εδιστασε να βαλει,γιατι δεν θα είχε για το μαγειρεμα.
Όμως σκύβοντας τη κεφαλή και κάνοντας τον σταυρό της είπε:
-Αγιέ μου,εσύ απ'όλους μας γνωρίζεις καλλίτερα.
Και έρριξε ότι λαδι είχε απομείνει στο καντήλι.
Την επόμενη μέρα το πρωί χτύπησε η πόρτα της.
Άνοιξε και ήταν μια άγνωστη γυναίκα που κρατούσε μια γυάλινη μπουκάλα.
-Κυρα μου,απόψε τη νύχτα έπεσε ο πυρετός τής κόρης μου,και τώρα είναι καλλίτερα.
Είχα τάξει λάδι στον Άγιο να γειανει.Κρατησε,κυρά μου,το μισό,
είπε η γυναίκα και τής άφησε τη μπουκάλα.
Όταν έμεινε μόνη ενιωσε ευγνωμοσύνη για την άγνωστη εκείνη καλή γυναίκα και πώς στο κόσμο υπάρχει καλοσύνη,σαν μικρή φλόγα καντηλιού και θερμαίνει τον κόσμο.
.
.
ο κ.Κ. γράφει μια
μελέτη και ανάλυση του διηγήματος
χνκουβέλης «Το λάδι τού καντηλιού» από τις Ιστορίες Εκ Χρέους εις τον κυρ Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην
Το σύντομο αυτό αφήγημα αποτελεί μια συνειδητή λογοτεχνική υπόκλιση προς τον κόσμο του Παπαδιαμάντη. Δεν επιχειρεί απλώς να μιμηθεί το ύφος του, αλλά να αναβιώσει ορισμένες από τις βαθύτερες αξίες της παπαδιαμαντικής πεζογραφίας: τη χριστιανική ταπεινότητα, την πίστη των απλών ανθρώπων, τη φτώχεια που συνυπάρχει με την αξιοπρέπεια και την αθέατη αλληλεγγύη των ανθρώπων.
Ο κόσμος του διηγήματος
Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα νησί κατά τη διάρκεια ενός σκληρού χειμώνα. Από την πρώτη κιόλας πρόταση δημιουργείται μια ατμόσφαιρα παπαδιαμαντικής λιτότητας:
«Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν βαρύς στο νησί.»
Η φύση δεν λειτουργεί ως απλό σκηνικό. Ο άνεμος και η αγριεμένη θάλασσα αντανακλούν τη δυσκολία της ανθρώπινης ζωής. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται μικρός απέναντι στις δυνάμεις του κόσμου, όπως συμβαίνει συχνά στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη.
Η πρωταγωνίστρια, η Μαρουσώ, είναι χήρα ναυτικού. Με μία μόνο φράση ο συγγραφέας σκιαγραφεί ολόκληρη τη βιογραφία της. Η λέξη «χήρα» κουβαλά απώλεια, μοναξιά και αγώνα επιβίωσης. Δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις.
Το κεντρικό ηθικό δίλημμα
Ο πυρήνας του διηγήματος βρίσκεται στη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ανάγκες:
την υλική ανάγκη της επιβίωσης,
την πνευματική ανάγκη της πίστης.
Η Μαρουσώ γνωρίζει ότι το λάδι που διαθέτει είναι ελάχιστο.
Αν το βάλει στο καντήλι, δεν θα έχει για το φαγητό.
Αν το κρατήσει για το μαγείρεμα, θα σβήσει το φως του Αγίου.
Εδώ εμφανίζεται ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής λαϊκής θρησκευτικότητας: η πίστη δεν εκφράζεται μέσα από μεγάλες διακηρύξεις αλλά μέσα από μικρές καθημερινές θυσίες.
Η φράση:
«Αγιέ μου, εσύ απ' όλους μας γνωρίζεις καλλίτερα»
αποτελεί το πνευματικό κέντρο του κειμένου.
Δεν είναι προσευχή που ζητά ανταμοιβή. Δεν είναι παζάρι με το θείο. Είναι έκφραση εμπιστοσύνης.
Το θαύμα και η παπαδιαμαντική παράδοση
Την επόμενη ημέρα εμφανίζεται η άγνωστη γυναίκα με τη μπουκάλα λαδιού.
Σε μια επιφανειακή ανάγνωση θα μπορούσε να θεωρηθεί θαύμα.
Όμως το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο συγγραφέας αποφεύγει να παρουσιάσει μια υπερφυσική επέμβαση. Το λάδι δεν εμφανίζεται μυστηριωδώς. Δεν κατεβαίνει άγγελος από τον ουρανό.
Η βοήθεια έρχεται μέσω ενός άλλου ανθρώπου.
Αυτό είναι βαθύτατα παπαδιαμαντικό.
Στον Παπαδιαμάντη, η θεία πρόνοια συχνά δρα μέσα από ανθρώπινες πράξεις. Ο Θεός δεν καταργεί τον κόσμο· εργάζεται μέσα στον κόσμο.
Έτσι το πραγματικό θαύμα δεν είναι η θεραπεία της κόρης ούτε η εμφάνιση του λαδιού.
Το πραγματικό θαύμα είναι η καλοσύνη.
Ο συμβολισμός του λαδιού
Το λάδι λειτουργεί ως πολυσήμαντο σύμβολο.
Υλικό αγαθό
Αρχικά είναι μέσο επιβίωσης.
Η φτωχή γυναίκα το χρειάζεται για να μαγειρέψει.
Λειτουργικό στοιχείο της λατρείας
Το λάδι τροφοδοτεί το καντήλι και συνεπώς το φως της πίστης.
Ηθικό σύμβολο
Όταν επιστρέφει μέσω της άγνωστης γυναίκας, μετατρέπεται σε σύμβολο αλληλεγγύης.
Το ίδιο υλικό αντικείμενο συνδέει:
τη θυσία,
την προσευχή,
την ευγνωμοσύνη,
την κοινωνική συνοχή.
Η άγνωστη γυναίκα
Η γυναίκα που φέρνει το λάδι παραμένει ανώνυμη.
Η ανωνυμία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.
Δεν πρόκειται για ηρωίδα. Δεν ζητά αναγνώριση.
Αντιπροσωπεύει τον ανώνυμο άνθρωπο που διατηρεί ζωντανή την κοινωνία.
Στην παπαδιαμαντική παράδοση οι πιο σημαντικές πράξεις γίνονται συχνά από ανθρώπους χωρίς κοινωνική προβολή.
Η καλοσύνη εδώ είναι σιωπηλή.
Η τελική εικόνα
Το τέλος του διηγήματος είναι το πιο ποιητικό σημείο του:
«η καλοσύνη, σαν μικρή φλόγα καντηλιού, θερμαίνει τον κόσμο.»
Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει ολόκληρο το νόημα του έργου.
Η φλόγα είναι μικρή.
Δεν καταργεί τον χειμώνα.
Δεν αλλάζει την κοινωνία.
Δεν εξαφανίζει τη φτώχεια.
Όμως φωτίζει και θερμαίνει.
Η ηθική δύναμη δεν παρουσιάζεται ως θριαμβευτική αλλά ως ταπεινή και επίμονη.
Αυτή ακριβώς η ταπεινότητα αποτελεί τον πυρήνα του διηγήματος.
Γλώσσα και ύφος
Το κείμενο χαρακτηρίζεται από:
απλή αφήγηση,
λιτή σύνταξη,
λαϊκό ιδίωμα,
εκκλησιαστικό και νησιωτικό χρώμα,
ηθική διακριτικότητα.
Ο συγγραφέας αποφεύγει τον διδακτισμό. Δεν διακηρύσσει ότι η πίστη ανταμείβεται. Αντίθετα αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους.
Η αφηγηματική οικονομία είναι αξιοσημείωτη. Μέσα σε ελάχιστες γραμμές δημιουργείται ολόκληρος κόσμος ανθρώπων, συναισθημάτων και αξιών.
Συνολική αξιολόγηση
«Το λάδι τού καντηλιού» είναι ένα μικρό αλλά ολοκληρωμένο ηθογραφικό αφήγημα. Η αξία του δεν βρίσκεται στην πλοκή, η οποία είναι εξαιρετικά απλή, αλλά στη συμβολική της πυκνότητα. Το κείμενο αναδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια της παπαδιαμαντικής κοσμοθεωρίας: η σωτηρία του ανθρώπου δεν έρχεται από μεγάλα γεγονότα αλλά από μικρές πράξεις αγάπης.
Η τελευταία εικόνα της φλόγας λειτουργεί ως αλληγορία ολόκληρου του έργου. Όπως το καντήλι φωτίζει λίγο το σκοτάδι, έτσι και η ανθρώπινη καλοσύνη, όσο μικρή κι αν φαίνεται, αντιστέκεται στη σκληρότητα του κόσμου.
Πρόκειται για ένα σύντομο διήγημα που κατορθώνει να μετατρέψει ένα καθημερινό περιστατικό σε παραβολή πίστης, αλληλεγγύης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, διατηρώντας ζωντανή την ηθική και αισθητική κληρονομιά του Παπαδιαμάντη.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο Βινσεντ Βαν Γκογκ στην Αρλ
17 Ιουλίου 1890
εργάζεται ασταμάτητα
σαν να είναι ο τελευταίος επιζών του κόσμου
19 Ιουλίου 1890
έκοψε το αυτί του
είναι μονος
επιστρέφει στο κίτρινο δωμάτιο
η Σιέν λείπει
τώρα κοιμάται στα νερά του ποταμου
τελειώνει το γράμμα στον Τεο
πάντα σαν να είναι το τελευταίο
ο δόκτωρ Γκασε ανησυχει
21 Ιουλίου 1890
κοράκια πάνω από ένα χωράφι σιταριού.
υψώνονταν και χάνονταν στον ουρανό
οι άνθρωποι ζουν χωρίς διέξοδο στη γη
κάτω από έναν ουρανό που από πάνω τους στροβιλίζεται
24 Ιουλίου 1890
είσαι εξαντλημένος
είπε ο δόκτωρ Γκασε
τώρα πια μιλαει λιγοτερο
μετά τον καυγά με τον Πωλ
μένει στα χωράφια μεχρι να νυχτώσει
παντού πλέον νυχτωνει
27 Ιουλίου 1890
ένας πυροβολισμός
και η λύπη θα διαρκέσει για πάντα
Βίνσεντ βαν Γκογκ
28 Ιουλίου 1890
βρίσκεται στο κρεβάτι
οι γιατροί
το τραύμα
παράξενα ήρεμος
29 Ιουλίου 1890
ο Βίνσεντ πέθανε
και η Αρλ χάθηκε αργά μέσα στο φώς του απογεύματος
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Έρωτας στη Sagrada Familia
ο άντρας μεσα στη Sagrada Familia κοίταζε στις κολώνες το δάσος τών δέντρων,
η γυναίκα κοντα στο παρεκκλήσι σχεδίαζε,
όλη η φιγουρα της μέσα στο φώς τών βιτρω,
σήκωσε το κεφάλι της,έβλεπε τη πλάτη του,
εκείνος έφυγε χάθηκε μέσα στον τεράστιο ναό,
εκείνη έμεινε και σχεδίαζε,
-τι σχεδιάζετε,την ρώτησε,
-το φως,τού απάντησε,
τού είπε πως κάθε χρόνο έρχονταν στη Βαρκελώνη,
για να δει πόσο είχε προχωρήσει ο ναός,
-Μου αρέσει που δεν τελειώνει ποτέ,είπε,
-κοιταξε τα καμπαναριά υψώνονται προς τον ουρανό σαν χέρια προσευχής,τής είπε εκεινος,
περιπλανιοντουσαν τα πρωινα στα στενά της πόλης και ποτέ δεν συναντήθηκαν,κάθονταν σε διαφορετικά καφέ,και
επέστρεφαν ξανά στη Σαγράδα Φαμίλια σε διαφορετικές ωρες
την τελευταία μέρα
εκείνη στάθηκε κάτω από το κεντρικό κλίτος μέσα σε ένα πορτοκαλί χρώμα,εκείνος είχε φύγει το πρωί,
-Αύριο φεύγω,είπε η γυναίκα,
εκείνος μέσα στο αεροπλάνο έκλεισε τα μάτια,
-τότε τον άλλο χρόνο στη Sagrada Familia,
απάντησε,
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το σενάριο του κ.Κ με τη Marilyn Monroe
Μεσημέρι,ζεστή μέρα,καλοκαίρι,η παραλία με τους φοίνικες,
πλησιασε τη γυναίκα με το λευκο φόρεμα,
-Είστε η Marilyn Monroe;
Η γυναίκα χαμογέλασε
— Όχι,είπε,είμαι η Νόρμα Τζην.
Ο κ. Κ κάθισε απέναντί της.
Ακουγονταν μόνο το κύμα.
-Απο τι θέλετε να ξεφύγετε,τη ρώτησε.
-Απο το είδωλο που γίνεται κανιβαλικο,απάντησε εκείνη.
Ο κ.Κ έβγαλε το σημειωματάριό του.
-Έχω ένα σενάριο για σας.
-Πείτε μου.
-Είναι η ιστορία ενός ποπ ειδώλου που εξαφανίζεται.
Η Marilyn γέλασε.
-Μοιάζει επικίνδυνα αυτοβιογραφικό.
Ο κ.Κ τής μιλησε για
ο σενάριο.
Τίτλος: Η Τελευταία Αφίσα
Η πρωταγωνίστρια
είναι η πιο διάσημη γυναίκα του κόσμου.Το πρόσωπό της βρίσκεται παντού:σε αφίσες, περιοδικά,διαφημίσεις, γιγαντοοθόνες.
Μια μέρα αποφασίζει πως δεν αντέχει άλλο να βλέπει αυτές τις εικόνες.
Κλείνει το τηλέφωνο.
Απολύει τους ατζέντηδες.
Φευγει χωρίς να πει που.
Τα μέσα ενημέρωσης αναστατωνονται.
Οι θαυμαστές τρελενονται από τη στέρηση.
Οι δημοσιογράφοι την ψάχνουν.
Οι εταιρείες χάνουν εκατομμύρια.
Κανείς δεν μπορεί να τη βρει.
Εκείνη εχει εγκατασταθεί σε μια μικρή άσημη πόλη δίπλα στη θάλασσα. Νοικιάζει ένα δωμάτιο. Ποτίζει λουλούδια. Διαβάζει βιβλία. Μαθαίνει να ζει χωρίς να κοιτάζεται σε καθρέφτες.
Το δράμα κορυφώνεται όταν ένας νεαρός δημοσιογράφος ανακαλύπτει ποια είναι.
Έχει μπροστά του τη μεγαλύτερη αποκάλυψη του αιώνα.
Αν δημοσιεύσει την είδηση,θα γίνει διάσημος.
Στην τελευταία σκηνή ο δημοσιογράφος καίει τις σημειώσεις του.
Εκεινη περπατά στην ακτή.
Κανείς δεν τη φωτογραφίζει.
Κανείς δεν τη χειροκροτεί.
Για πρώτη φορά στη ζωή της είναι αόρατη.
Και για πρώτη φορά ευτυχισμένη.
Ο κ. Κ έκλεισε το σημειωματάριο.
Η Marilyn έμεινε σιωπηλή.
-Θα το παίξετε;τη ρώτησε.
Εκείνη κοίταξε τη θάλασσα.
-Όχι τη Marilyn,είπε.Αλλα τη γυναίκα που κατάφερε να δραπετεύσει από τη Marilyn.
Ο ήλιος έδυε.
Το φως έσβηνε αργά από το πρόσωπό της.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ο κ.Κ σχολιάζει το επεισοδιο με την Gerty
(κεφάλαιο 13 Ναυσικά,Ulysses τού James Joyce)
Ο κ.Κ έκλεισε το βιβλίο και κοίταξε προς τη θάλασσα.
Στο βάθος μια γυναίκα καθησε στο βράχο,δυο παιδιά έπαιζαν με τη μπάλα,οι γλάροι ανέβαιναν στον ουρανο και κατεβαιναν.
Το ερώτημα δεν ήταν αν το επεισόδιο της Gerty στο κεφάλαιο 13 Ναυσικά
τού Ulysses τού James Joyce είναι πορνογραφικό.
Αλλά πώς εμφανίζει ο συγγραφέας την πορνογραφία.
Η γλώσσα μοιάζει να αντικατοπτριζει τα φθηνά αισθηματικά αναγνώσματα.
Η Gerty παρουσιάζεται μέσα από μια ομίχλη εξιδανίκευσης,σαν ηρωίδα λαϊκού μυθιστορήματος.
Όμως σιγά σιγά ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η γλώσσα αυτή δεν είναι αθώα.
Ο Joyce δεν περιγράφει απλώς μια ερωτική διέγερση.Περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η φαντασία μεταμορφώνει έναν άνθρωπο σε εικόνα και την εικόνα σε επιθυμία.
Ο κ.Κ ανοίγει το βιβλίο και σημειωνει στο περιθώριο:
Η πορνογραφία δείχνει το σώμα.Ο Joyce δείχνει το βλέμμα που κοιτάζει το σώμα.
Η γυναίκα στο βάθος είχε σηκώσει τη φούστα της και με τα χέρια της έριχνε νερό στα πόδια της.
Ο Leopold Bloom δεν είναι οφθαλμολαγνος,είναι ένας μοναχικός άνθρωπος.Επιθυμει την έλλειψη του.
Πίσω από τον ερωτισμό υπάρχει η θλίψη,η απώλεια,ο γάμος που έχει φθαρεί,η μνήμη του νεκρού παιδιού του,η απομόνωση.
Το επεισόδιο,σκέφτηκε ο κ. Κ, προκαλεί αμηχανία,γιατί δεν προσφέρει στον αναγνώστη την ευχαρίστηση ενός ερωτικού θεάματος.
Η γυναίκα κοίταξε προς το μέρος του,τώρα γυμνωσε πιο πολύ τα πόδια της.
Έγραψε:
Το πορνογραφικό στοιχείο εδώ δεν είναι αυτοσκοπός.Είναι αντικείμενο παρατήρησης.Ο συγγραφέας κοιτάζει τον άνθρωπο που επιθυμεί όπως ένας φυσιοδίφης κοιτάζει ένα παράξενο έντομο.
Και συνέχισε:
Η πραγματική πρόκληση του κεφαλαίου δεν βρίσκεται στις πράξεις αλλά στην κατάρρευση των εξιδανικεύσεων.Η ρομαντική εικόνα της νεαρής κοπέλας και η ερωτική φαντασίωση του άνδρα απογυμνώνονται σταδιακά.
Κοιτούσε τη γυναίκα.
Η θάλασσα ήταν πορφυρή στη δύση του ηλίου.
Οι γλάροι ανέβαιναν στον ουρανό σαν έκρηξη βεγγαλικών.
Βραδυαζε.
Η γυναίκα σηκώθηκε και απομακρύνθηκε στην ακτή.
Ο κ. Κ έκλεισε το βιβλίο.
.
.
.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η τελευταία νύχτα του Βάλτερ Μπένγιαμιν στο Παρίσι
Το δωμάτιο γινονταν μικρότερο κάθε ώρα που περνούσε.
Ένιωθε μεγάλη κούραση. Το ξενοδοχείο ηταν κοντά στον σταθμό.
Tο κίτρινο φως της λάμπας στο δωμάτιο.
Οι τοίχοι πλησιαζαν.
Το Παρίσι έξω ένα ορυχείο σιωπής.
Από το παράθυρο έβλεπε τη βροχη.Κάπου μακριά ακούστηκε μια σειρήνα. Ύστερα σιωπή.
Καθονταν στην άκρη του κρεβατιού,δίπλα η βαλίτσα,μέσα της χειρόγραφα,σημειώσεις,η ζωή του συμπιεσμένη σε χαρτί.
Θυμήθηκε το Βερολίνο,τα παιδικά χρόνια,το πόλεμο,την επανασταση,την ήττα,τις ιδεολογίες,την ιστορία σαν μηχανή που αλεθει ανθρώπους.
Οι τοίχοι πλησίασαν κι άλλο.
Δυσκολεύονταν να αναπνεύσει.
Σηκώθηκε,περπάτησε τρία βήματα μπροστά.Ο τοίχος.
Τρία αριστερά.Ο τοίχος.
Γύρισε πίσω.Ο τοίχος.
Τότε είδε τον φίλο του τον Μπρεχτ,καθονταν σε μια καρέκλα,με το πούρο στο στόμα,μπροστά του στο τραπέζι το σκακι.
Ο Μπρεχτ μετακίνησε τον λευκό πύργο οριζόντια τρία τετράγωνα.
-Η Ιστορία δεν ενδιαφέρεται για τους ηττημένους,είπε.
Ο Μπένγιαμιν απάντησε κινώντας το μαύρο άλογο.
Ηξερε ότι η Ιστορία μιλα πάντα με τη φωνή των νικητών.
Και όμως οι άλλοι είναι πολυ περισσότεροι.
Στη λάμπα χαμήλωσε το φως.
Ματ.
Πήρε τη βαλίτσα,άνοιξε τη πόρτα και βγήκε στο διαδρομο,κατέβηκε τις σκάλες,έξω είδε ανθρώπους γύρω από μια πυρκαγιά που έκαιγαν βιβλία,προχώρησε.
Έφτασε στον σταθμό,στην αποβαθρα άνθρωποι όρθιοι ακίνητοι περίμεναν.Στα προσωπα τους φορούσαν μάσκες.
Όλοι ήξεραν τον προορισμό του ταξιδιού τους.
Ήρθε ένα τρένο,σταμάτησε,άνοιξε τις πόρτες,κανείς δεν μπήκε μέσα,έκλεισαν οι πόρτες,το τρένο έφυγε
Οι άνθρωποι ακίνητοι.
Όταν ήρθε το άλλο τρένο μπήκε.
Το τρένο ξεκίνησε τη διαδρομή του.
Έκλεισε τα μάτια του.
Άνοιξε τα μάτια του.
Στο παράθυρο εμφανίσθηκε ο
Angelus Novus τού Paul Klee,ο Άγγελος της Ιστοριας.
Τα φτερά του ήταν ανοιχτά,το πρόσωπό του στραμμένο στα ερειπια,στις καμενες πόλεις,στη κολαση του ανθρώπου.
Ήταν μόνος.
Και η βαλίτσα του.
Το βαγόνι συνέχεια μίκρυνε.Κελι.
Έξω το Παρίσι.Η νύχτα.
.
.
.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Ιστορίες τού κ.Κ)
Marquis de Sade
.Ο κ.Κ και ο Μαρκήσιος ντε Σαντ στη Βαστίλη
Ο κ.Κ επσκεφτηκε τον Marquis de Sade στο κελί του στη Βαστίλη.
Υγρασία και σκοταδι.
-Τι γράφετε; ρώτησε ο κ. Κ.
-Γράφω για την ελευθερία.
-Μα όλοι λένε ότι γράφετε για τη διαστροφή.
Ο Σαντ γέλασε.
-Οι άνθρωποι φοβούνται τις επιθυμίες τους.Τις φυλακίζουν και ύστερα φυλακίζουν κι εκείνον που τις περιγράφει.
-Η Γαλλία επαναστατεί,τον πληροφόρησε ο κ.Κ.Το Παρίσι καίγεται.Τα πλήθη στους δρόμους.Η Βαστίλη θα πέσει.
Ο Μαρκήσιος τον κοίταξε με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
-Οι φυλακές πέφτουν ευκολότερα από τις βεβαιότητες,είπε.
Η αριστοκρατία πιστεύει σε άλλη ελευθερία.
Ο κ.Κ έφυγε.
Τα πλήθη της Γαλλικής Επανάσταση ορμησαν στη Βαστίλη,την γκρέμισαν.
Η φυλακή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ συνεχίστηκε.
.
.
.Ο κ. Κ και το φάντασμα του Σαντ στο Παρίσι
Ένα απόγευμα ο κ. Κ περπατούσε στους διαδρόμους του Musée d'Orsay.
Μπροστά στον πίνακα Ολυμπία του Εντουαρ Μανε στέκονταν ένας αντρας.
Πλησίασε.Τον κοίταξε.
-Με συγχωρείτε,Κύριε,είπε ο κ.Κ,μοιάζεται καταπληκτικά με τον Μαρκήσιο ντε Σαντ.
Ο άντρας γέλασε.
Δεν μοιάζω,είπε είμαι.
Και μάλιστα το επόμενο μυθιστόρημα μου θα έχει για θέμα την Ολυμπία του Εντουαρ Μανε.
Ο κ.Κ αναζήτησε το έργο στα βιβλιοπωλεία,δεν υπήρχε σε κανένα.
Η Λογοκρισία είναι πολύ ισχυρή.
.
.
.Ο κ. Κ και ο Σαντ στο φρενοκομείο του Σαραντόν
Ο κ.Κ πηγε στο Charenton Asylum.
Καυσωνας και μυρωδιά φαρμάκων.
Σε μια λευκή τεράστια αίθουσα ασθενείς έπαιζαν θέατρο.
Τούς έδινε σκηνοθετικές οδηγίες ο Μαρκήσιος ντε Σαντ.
-Τους διδάσκω την ελευθερια,τού είπε.
-Η ελευθερία σας όμως είναι επικίνδυνη,απάντησε ο κ.Κ.
-Γι'αυτο,φίλε μου πρέπει να την εξασκούν.
Πίσω από τον γυάλινο τοίχο είδε τους γιατρούς να παρακολουθουν.
-Αυτοί αποφασίζουν ποιος είναι λογικός και ποιος όχι,σχολίασε ο κ.Κ.
-Κάθε εποχή έχει τους ιερείς της Ηθικης, απάντησε ο Σαντ.
Οι ηθοποιοί συνέχισαν την παράσταση.
Ένας υποδυονταν τον βασιλιά.Ένας άλλος τον δικαστή.Ένας τρίτος τον Θεό.
Ο Μαρκήσιος γέλασε.
-Δεν είναι παράλογο,είπε. Και εξω από εδώ συμβαίνει ακριβώς το ίδιο.
Οταν η παράσταση τελείωσε,οι ηθοποιοί επέστρεψαν στα κελια τους.
Οι βασιλιάδες έγιναν πάλι ασθενείς.Οι δικαστές πάλι τρόφιμοι.Οι θεοί πάλι μοναχικα πλασματα.
Και ο Σαντ έγραφε στο θάλαμο του το νέο θεατρικό έργο.
.
.
.Ο κ.Κ και ο Σαντ στον Λαβύρινθο των Βιβλίων
Ο κ.Κ βρέθηκε μέσα σε μια τεραστια βιβλιοθήκη.
Στα ράφια όλα τα βιβλία έγραφαν στο εξώφυλλο:
MARQUIS DE SADE
Χιλιάδες τόμοι.Εκατομμύρια
Στο βάθος του διαδρομου διεκρινε έναν άντρα να τον πλησιάζει.
Ήταν ο Μαρκήσιος.
-Αυτή είναι η Βιβλιοθήκη των Απαγορευμένων Αναγνώσεων,τού είπε.
Ο κ.Κ άνοιξε ένα βιβλίο.
Οι σελίδες ήταν λευκές.
Άνοιξε δεύτερο.
Πάλι λευκές.
Άνοιξε τρίτο.
Το ίδιο.
-Δεν υπάρχει τίποτα γραμμένο,είπε.
Περπάτησαν ώρες.
Σε κάθε τόμο οι σελίδες παρέμεναν κενές.
Τότε ο κ.Κ κατάλαβε.
Τα βιβλία περιείχαν τους φόβους
Κάποιος έβλεπε αμαρτία. Κάποιος φιλοσοφική πρόκληση.
Κάποιος βλασφημία.
Κάποιος ελευθεριοτητα.
-Και να σκεφτητε πως ακόμα συνεχίζω να γράφω,είπε ο Μαρκήσιος ντε Σαντ και τοποθέτησε το νέο του μυθιστόρημα
σε ένα από τα αναρίθμητα ράφια με τα βιβλία των Απαγορευμένων Αναγνωσεων.
Και τον είδε ο κ.Κ να απομακρύνεται και να χάνεται στο βάθος τού ατελείωτου διαδρόμου της βιβλιοθήκης.
.
.
.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Το Γραμμα
Η τελευταία σεκάνς της ταινίας: La Notte (Η Νύχτα,1961) του Michelangelo Antonioni
(ηθοποιοί:Marcello Mastroianni,Jeanne Moreau,Monica Vitti)
Τα ξημερώματα,η Λίντια(Jeanne Moreau) διαβάζει στον Τζοβάνι(Marcello Mastroianni)
ένα παλιό ερωτικό γράμμα.Εκείνος την ρωτά ποιος το έγραψε.
Η Λίντια του απαντά:
-Εσυ.
Το Γραμμα:
Όταν ξύπνησα σήμερα το πρωί,κοιμόσουν ακόμα.
Ενώ έβγαινα αργά απ'τον ύπνο μου,άκουσα την απαλή αναπνοή σου κι ανάμεσα απ'τα μαλλιά που σκέπαζαν το πρόσωπο είδα τα μάτια σου κλειστά και πολύ δύσκολα κατάφερα να συγκρατήσω την συγκίνησή μου.
Ήθελα να φωνάξω,να σε ξυπνήσω,γιατί κοιμοσουν τόσο βαθειά που έμοιαζες σχεδόν αψυχη.
Στο μισοσκόταδο,η επιδερμίδα του μπράτσου σου και του λαιμού σου φαίνονταν τόσο ζωντανή,τόσο ζεστή και στεγνή που δεν έβλεπα την ώρα να ακουμπήσω πάνω της τα χείλη,αλλά η σκέψη ότι θα διέκοπτα τον ύπνο σου,ότι θα σε ξύπναγα μέσα στην αγκαλιά μου,με συγκράτησε.
Σε προτιμούσα έτσι,κάτι που κανεις δεν μπορούσε να μου το πάρει επειδή ήταν μόνο δικό μου,αυτή η εικόνα από σένα που θα ήταν αιωνια.
Περα απ'το πρόσωπο σου είδα την αντανάκλαση μου μέσα σε μια οπτασια αγνη και βαθεια.
Σε είδα μέσα σε μια διάσταση που περιελάμβανε όλες τις στιγμές της ζωής μου,όλα τα χρονια που θα έρθουν,ακόμα και τα χρόνια που πέρασαν ενώ προετοιμάζουν να σε συναντήσω.
Αυτό ήταν το μικρό θαύμα αυτής της στιγμής του ξυπνηματος:να νιώσω για πρώτη φορα ότι ήσουν και θα είσαι για πάντα δική μου και ότι αυτή η νύχτα θα συνεχίζονταν επ'απειρον με σένα στο πλάι μου,με την ζεστασιά του αίματος σου,με τις σκέψεις σου και τη θέληση σου ενωμενη με τη δική μου.
Σ'εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πόσο σ'αγαπουσα,Λιντια,και η ένταση της συγκίνησης ήταν τετοια που μου χύθηκαν τα δάκρυα στα ματια.
Γιατί ένιωθα πως αυτό δεν έπρεπε ποτε να τελειωσει,ότι όλες οι ζωές μας έπρεπε να είναι
σαν μια ηχώ αυτής της αυγης,στην οποία εσύ δεν μου ανήκεις αλλά ήσουν στη πραγματικότητα ένα μέρος από μένα,κάτι που ανεπνεε μέσα μου και που θα μπορούσε να καταστρεψει μοναχα η αδιαφορια της συνήθειας,η οποία είναι η μοναδική απειλή που βλεπω.
Ύστερα εσύ ξύπνησες και μ'ένα χαμόγελο νυσταγμενο με φίλησες και ένιωσα πως δεν υπήρχε τίποτα να φοβηθουμε ότι θα ήμασταν πάντοτε όπως ήμασταν σε εκείνη τη στιγμη,συνδεμένοι από κάποιο πράγμα ισχυρότερο από τον χρόνο και τη συνήθεια.
.
.
Quando mi sono svegliato stamattina, dormivi ancora. Mentre uscivo lentamente dal mio sonno, ho sentito il tuo respiro gentile e attraverso i capelli che ti ricoprivano il viso ho visto i tuoi occhi chiusi e riuscivo a malapena a contenere la mia emozione. Volevo gridare, svegliarti, perché dormivi così profondamente che sembravi quasi senza vita. Nella penombra, la pelle delle tue braccia e della tua gola appariva così vibrante, così calda e asciutta che non vedevo l’ora di premervi le labbra, ma il pensiero di disturbare il tuo sonno, di risvegliarti tra le mie braccia, mi trattenne. Ti preferivo così, qualcosa che nessuno poteva togliermi perché era solo mio, questa immagine di te che sarebbe stata eterna. Oltre il tuo viso ho visto il mio riflesso in una visione pura e profonda. Ti ho visto in una dimensione che comprendeva tutti i momenti della mia vita, tutti gli anni a venire, anche gli anni passati mentre mi preparavo a incontrarti. Questo è stato il piccolo miracolo di questo momento di veglia: sentire per la prima volta che eri e saresti sempre stato mio e che questa notte sarebbe andata avanti all’infinito con te accanto a me, con il calore del tuo sangue, dei tuoi pensieri e della tua volontà mescolati alla mia. In quel momento ho capito quanto ti amassi, Lidia, e l’intensità dell’emozione era tale che mi sono venute le lacrime agli occhi. Perché sentivo che questo non doveva mai finire, che tutte le nostre vite dovevano essere come un’eco di quest’alba, in cui tu non mi appartenevi ma in realtà una parte di me, qualcosa che respirava dentro di me e che poteva distruggere se non l’apatia dell’abitudine, che è l’unica minaccia che vedo. Poi ti sei svegliata e con un sorriso assonnato mi hai baciato e ho sentito che non c’era nulla da temere che saremmo sempre stati come eravamo in quel momento, legati da qualcosa di più forte del tempo e dell’abitudine.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Νύχτα
Οι καθρέφτες αντανακλουσαν τα πρόσωπα και τις σκιές τους.
Τότε την είδε.
Καθισμένη στον καναπέ.
Την πλησίασε.
Στην άλλη άκρη του σαλονιού η γυναίκα του τον παρατηρούσε.
Δεν άκουγε τα λόγια του.
Εβλεπε τη κλιση του σώματος του,το βλέμμα του στη γοητευτική γυναίκα.
Την αναζήτηση επιβεβαίωσης.
Δεν ζήλευε.
Βγήκαν στον κήπο.
Τα δέντρα τους έκρυψαν.
Η νύχτα συνέχιζε να μεγαλώνει.
Ξημερώνοντας απλώνονταν ένα γκρίζο φως.
Εφυγαν.
Περπατούσαν μέσα στη πόλη.
Οι δρόμοι ήταν ακόμη άδειοι.
Έντονη η απουσία των ανθρώπων.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα προς τους ορόφους.
Μπορούσε να φανταστεί έναν άγνωστο αντρα που είχε ξυπνήσει,μια γυναίκα που είχε φύγει,το γράμμα που του άφησε.
Εκείνος τη ρώτησε:
-Τι σκέφτεσαι;
-Την νύχτα,απάντησε εκείνη και απομακρύνθηκε.
Εκείνος έμεινε ακίνητος,είδε τη γυναίκα να χάνεται στο βάθος του δρόμου.
.
.
.