.
.
.ITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-μεταφράζοντας
Η Ανάσταση τού Λαζαρου
-Το Κατά Ιωάννην Άγιον Ευαγγέλιον,Κεφάλαιον ΙΑ'(11) 1-45
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Η Ανάσταση τού Λαζαρου
-Το Κατά Ιωάννην Άγιον Ευαγγέλιον,Κεφάλαιον ΙΑ'(11) 1-45-
Ήταν λοιπόν κάποιος που ασθενουσε Λάζαρος από τη Βηθανία,από το χωριό τής Μαρίας
και τής Μαρθας τής αδελφής της,
η Μαρία ήταν αυτή που άλειψε τον Κύριο με μύρο και που σκούπισε τα πόδια του με
τα μαλλιά της,τής οποίας ο αδελφός Λάζαρος ασθενουσε,
έστειλαν λοιπόν οι αδελφές σ'αυτον και έλεγαν:Κύριε,μάθε,ότι αυτός που αγαπάς ασθενει,
όταν λοιπόν το άκουσε ο Ιησούς είπε:αυτή η ασθένεια δεν είναι για θάνατο,αλλά υπέρ
τής δοξας τού Θεού,για να δοξασθεί ο υιός τού Θεού μέσω αυτής,
αγαπούσε ο Ιησούς τη Μαρθα και την αδελφή της και τον Λάζαρο,
μόλις λοιπόν άκουσε ότι ασθενουσε,τότε έμεινε στον τόπο που ήταν δυο μέρες,έπειτα
μετά από αυτό λέει στους μαθητές:
ας πάμε στην Ιουδαία πάλι,
τότε λένε σ'αυτον οι μαθητές:
ραββί,μα μόλις τώρα ζητούσαν να σε λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι,και πάλι θα πας εκεί;
αποκρίθηκε ο Ιησούς:δεν είναι δωδεκα οι ώρες τής μέρας;αν κάποιος περπατεί μέσα
στη μέρα,δεν σκοντάφτει,γιατί το φως τού κόσμου τούτου βλέπει,
αν όμως κάποιος περπατεί μέσα στη νύχτα,σκοντάφτει,γιατί το φως δεν είναι σ'αυτον,
αυτά είπε και μετά από αυτό λέει σ'αυτούς:
ο Λάζαρος ο φίλος μας έχει κοιμηθεί,αλλά θα πάω για να τον ξυπνήσω,
τότε τού είπαν οι μαθητές του:
Κύριε,αν έχει κοιμηθεί,θα σωθεί,
όμως είχε μιλήσει ο Ιησούς για τον θανατο του,
εκείνοι όμως νόμισαν ότι για το κοιμισμα τού ύπνου λέει,
τότε λοιπόν είπε σ'αυτούς ο Ιησούς καθαρα:
ο Λάζαρος πέθανε,καὶ χαιρομαι για σας,για να πιστεψετε,γιατί δεν ήμουν εκεί,
αλλά ας πάμε σ'αὐτόν,
τότε είπε ο Θωμάς ο λεγόμενος Δίδυμος στους συμμαθητές,ας πάμε κι εμεις να πεθάνουμε
μαζί του,
όταν λοιπόν ήρθε ο Ιησούς τον βρήκε τέσσερις μέρες ήδη να τον έχουν μέσα στο μνημα.
ήταν δε η Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα περίπου δεκαπέντε στάδια,και πολλοί από τους Ιουδαίους είχαν έρθει προς τη Μάρθα και τη Μαρία για να τις παρηγορήσουν για τον αδελφό τους,
η Μαρθα λοιπόν όταν ακουσε ότι ο Ιησούς έρχεται,πήγε να τον συναντήσει,
η δε Μαρία στο σπίτι κάθονταν,
είπε λοιπόν η Μαρθα στον Ιησού:
Κυριε,αν ήσουν εδώ,ο αδελφός μου δεν θα πεθανε,αλλά και τώρα γνωρίζω ότι αν ζητήσεις
από τον Θεό,σε σένα ο Θεος θα δωσει,
λέει σ'αυτη ο Ιησούς:
θα αναστηθεί ο αδελφός σου,
λέει σ'αυτον η Μάρθα:
γνωρίζω ότι θα αναστηθεί στην ανάσταση στην τελευταία μέρα,
είπε σ'αυτη ο Ιησούς:
εγώ είμαι η ανάσταση και η ζωή,αυτός που πιστεύει σε μένα,κι αν πεθάνει,θα ζησει,και
ο καθένας που ζει και πιστεύει σε μένα δεν θα πεθάνει στον αιώνα,το πιστεύεις αυτό;
λέει σ'αυτον:
ναι,Κύριε,έχω πιστέψει ότι συ είσαι ο Χριστός ο υιός τού Θεού αυτός που στον κόσμο ηρθε,
και αυτά αφού είπε έφυγε και φώναξε τη Μαρια την αδελφή της και κρυφά τής είπε:
ο διδάσκαλος βρίσκεται εδώ και σε φωνάζει,
εκείνη μόλις το άκουσε,σηκώνεται γρήγορα και πάει σ'αυτον,
γιατί ακόμα δεν είχε πάει ο Ιησούς στο χωριό,αλλά ήταν στο τόπο που τον συνάντησε
η Μάρθα,
οι Ιουδαίοι λοιπόν που ήταν μαζί της στο σπίτι και την παρηγορούσαν,βλέποντας τη Μαρία ότι γρήγορα σηκώθηκε και βγήκε,την ακολούθησαν,λέγοντας ότι πάει στο μνημείο για να κλάψει εκεί,
η Μαρία λοιπόν όταν ήρθε όπου ήταν ο Ιησούς,αφού τον είδε έπεσε στα πόδια του λέγοντας σ'αυτον:
Κύριε,αν ήσουν εδώ,δεν θα πέθανε ο αδελφός μου,
ο Ιησούς λοιπόν όταν τη είδε να κλαιει και τους Ιουδαίους που ήρθαν μ'αυτη να κλαίνε,
αναστεναξε βαθειά μέσα του και ταραχτηκε,και είπε:
που τον έχετε τοποθετήσει;
λένε σ'αυτον:
Κύριε,έλα και δες,
δακρυσε ο Ιησούς,
έλεγαν τότε οι Ιουδαίοι:
δες τε πως τον αγαπούσε,
κάποιοι όμως από αυτους ειπαν:
δεν μπορούσε αυτός,που άνοιξε τα μάτια τού τυφλού,για να κάνει κι αυτός να μην πεθάνει;
ο Ιησούς λοιπόν αφού αναστεναξε βαθειά μέσα του,έρχεται στο μνημείο,σπήλαιο ήταν,και
λίθος ήταν τοποθετημενος πάνω σ'αυτο,
λέει ο Ιησούς:σήκωστε το λίθο,
λέει σ'αυτον η αδελφή τού πεθαμένου η Μάρθα:
Κύριε,ηδη μυρίζει,γιατί τέσσερις μέρες είναι,
λεει σ'αυτη ο Ιησούς:δεν σου είπα ότι αν πιστέψεις,θα δεις τη δόξα τού Θεού;
σήκωσαν λοιπόν το λίθο,που ήταν ο πεθαμένος τοποθετειμένος,
ο δε Ιησούς σήκωσε τα μάτια πάνω και είπε:
πατέρα,σε ευχαριστω γιατί με άκουσες,εγώ βέβαια το γνωρίζω ότι πάντοτε με ακούς,
αλλά για το πλήθος που βρίσκεται εδώ το είπα,για να πιστέψουν ότι εσύ με έστειλες,
και αυτά αφού είπε με φωνή μεγάλη δυνατά φώναξε:
Λάζαρε,δεῦρο ἔξω
(βγες εδώ έξω)
και βγήκε έξω ο πεθαμένος με δεμένα τα πόδια και τα χέρια με λουρίδες υφασματινες,
και το πρόσωπο του με νεκρικό μαντήλι περιτυλιγμενο,
λέει σ'αυτούς ο Ιησούς:
λύστε τον και αφήστε τον να παει,
πολλοί λοιπόν από τούς Ιουδαίους,που ήρθαν στη Μαρία και είδαν αυτά που έκανε
ο Ιησούς,πίστεψαν σ'αυτον.
.
.
Ἦν δέ τις ἀσθενῶν Λάζαρος ἀπὸ Βηθανίας, ἐκ τῆς κώμης Μαρίας καὶ Μάρθας τῆς ἀδελφῆς αὐτῆς.
ἦν δὲ Μαρία ἡ ἀλείψασα τὸν Κύριον μύρῳ καὶ ἐκμάξασα τοὺς πόδας αὐτοῦ ταῖς θριξὶν αὐτῆς, ἧς ὁ ἀδελφὸς Λάζαρος ἠσθένει.
ἀπέστειλαν οὖν αἱ ἀδελφαὶ πρὸς αὐτὸν λέγουσαι· Κύριε, ἴδε ὃν φιλεῖς ἀσθενεῖ.
ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν· αὕτη ἡ ἀσθένεια οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ δι’ αὐτῆς.
ἠγάπα δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς τὴν Μάρθαν καὶ τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς καὶ τὸν Λάζαρον.
ὡς οὖν ἤκουσεν ὅτι ἀσθενεῖ, τότε μὲν ἔμεινεν ἐν ᾧ ἦν τόπῳ δύο ἡμέρας·
ἔπειτα μετὰ τοῦτο λέγει τοῖς μαθηταῖς· ἄγωμεν εἰς τὴν ᾿Ιουδαίαν πάλιν.
λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί· ραββί, νῦν ἐζήτουν σε λιθάσαι οἱ ᾿Ιουδαῖοι, καὶ πάλιν ὑπάγεις ἐκεῖ;
ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς· οὐχὶ δώδεκά εἰσιν ὧραι τῆς ἡμέρας; ἐάν τις περιπατῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ, οὐ προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου βλέπει·
ἐὰν δέ τις περιπατῇ ἐν τῇ νυκτί, προσκόπτει, ὅτι τὸ φῶς οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ.
ταῦτα εἶπε, καὶ μετὰ τοῦτο λέγει αὐτοῖς· Λάζαρος ὁ φίλος ἡμῶν κεκοίμηται· ἀλλὰ πορεύομαι ἵνα ἐξυπνίσω αὐτόν.
εἶπον οὖν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· Κύριε, εἰ κεκοίμηται, σωθήσεται.
εἰρήκει δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς περὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ· ἐκεῖνοι δὲ ἔδοξαν ὅτι περὶ τῆς κοιμήσεως τοῦ ὕπνου λέγει.
τότε οὖν εἶπεν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς παρρησίᾳ· Λάζαρος ἀπέθανε,
καὶ χαίρω δι’ ὑμᾶς, ἵνα πιστεύσητε, ὅτι οὐκ ἤμην ἐκεῖ· ἀλλ’ ἄγωμεν πρὸς αὐτόν.
εἶπεν οὖν Θωμᾶς ὁ λεγόμενος Δίδυμος τοῖς συμμαθηταῖς· ἄγωμεν καὶ ἡμεῖς ἵνα ἀποθάνωμεν μετ’ αὐτοῦ.
᾿Ελθὼν οὖν ὁ ᾿Ιησοῦς εὗρεν αὐτὸν τέσσαρας ἡμέρας ἤδη ἔχοντα ἐν τῷ μνημείῳ.
ἦν δὲ ἡ Βηθανία ἐγγὺς τῶν ῾Ιεροσολύμων ὡς ἀπὸ σταδίων δεκαπέντε,
καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐληλύθεισαν πρὸς τὰς περὶ Μάρθαν καὶ Μαρίαν ἵνα παραμυθήσωνται αὐτὰς περὶ τοῦ ἀδελφοῦ αὐτῶν.
ἡ οὖν Μάρθα ὡς ἤκουσεν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς ἔρχεται, ὑπήντησεν αὐτῷ· Μαρία δὲ ἐν τῷ οἴκῳ ἐκαθέζετο.
εἶπεν οὖν ἡ Μάρθα πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, ὁ ἀδελφός μου οὐκ ἂν ἐτεθνήκει.
ἀλλὰ καὶ νῦν οἶδα ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσῃ τὸν Θεόν, δώσει σοι ὁ Θεός.
λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀναστήσεται ὁ ἀδελφός σου.
λέγει αὐτῷ Μάρθα· οἶδα ὅτι ἀναστήσεται ἐν τῇ ἀναστάσει ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.
εἶπεν αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή.
ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, κἂν ἀποθάνῃ, ζήσεται· καὶ πᾶς ὁ ζῶν καὶ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ ἀποθάνῃ εἰς τὸν αἰῶνα. πιστεύεις τοῦτο;
λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε, ἐγὼ πεπίστευκα ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ εἰς τὸν κόσμον ἐρχόμενος.
καὶ ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθε καὶ ἐφώνησε Μαρίαν τὴν ἀδελφὴν αὐτῆς λάθρᾳ εἰποῦσα· ὁ διδάσκαλος πάρεστι καὶ φωνεῖ σε.
ἐκείνη ὡς ἤκουσεν, ἐγείρεται ταχὺ καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτόν.
οὔπω δὲ ἐληλύθει ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς τὴν κώμην, ἀλλ’ ἦν ἐν τῷ τόπῳ ὅπου ὑπήντησεν αὐτῷ ἡ Μάρθα.
οἱ οὖν ᾿Ιουδαῖοι οἱ ὄντες μετ’ αὐτῆς ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ παραμυθούμενοι αὐτήν, ἰδόντες τὴν Μαρίαν ὅτι ταχέως ἀνέστη καὶ ἐξῆλθεν, ἠκολούθησαν αὐτῇ, λέγοντες ὅτι ὑπάγει εἰς τὸ μνημεῖον ἵνα κλαύσῃ ἐκεῖ.
ἡ οὖν Μαρία ὡς ἦλθεν ὅπου ἦν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἰδοῦσα αὐτὸν ἔπεσεν αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας λέγουσα αὐτῷ· Κύριε, εἰ ἦς ὧδε, οὐκ ἂν ἀπέθανέ μου ὁ ἀδελφός.
᾿Ιησοῦς οὖν ὡς εἶδεν αὐτὴν κλαίουσαν καὶ τοὺς συνελθόντας αὐτῇ ᾿Ιουδαίους κλαίοντας, ἐνεβριμήσατο τῷ πνεύματι καὶ ἐτάραξεν ἑαυτόν,
καὶ εἶπε· ποῦ τεθείκατε αὐτόν;
λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἔρχου καὶ ἴδε. ἐδάκρυσεν ὁ ᾿Ιησοῦς.
ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι· ἴδε πῶς ἐφίλει αὐτόν·
τινὲς δὲ ἐξ αὐτῶν εἶπον· οὐκ ἠδύνατο οὗτος, ὁ ἀνοίξας τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ, ποιῆσαι ἵνα καὶ οὗτος μὴ ἀποθάνῃ;
᾿Ιησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ’ αὐτῷ.
λέγει ὁ ᾿Ιησοῦς· ἄρατε τὸν λίθον. λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι.
λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;
ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ ᾿Ιησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου.
ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας.
καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω.
καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις, καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν.
Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν
.
.
.



