I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

GREEK POETRY -Τρεις Επιτάφιοι Άδωνις Έκτορας Αστυανακτας -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Τρεις Επιτάφιοι

Άδωνις Έκτορας Αστυανακτας

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis 
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης





My own empire of Heteronyma Paintings

-ο νεκρός Εκτορας-


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τρεις Επιτάφιοι

Άδωνις Έκτορας Αστυανακτας


στα λαγκάδια που κυνηγούσε ο Άδωνις τα δόντια ενός αγριόχοιρου

τρύπησαν τις σάρκες στο πόδι,το αίμα χύθηκε στη γη σαν σπόρος,και

κόκκινες παπαρούνες φύτρωσαν τον Μάη καιρο,

στη μεγάλη της θλίψη και λύπη η Κύπριδα σε μικρά πήλινα δοχεία γεμάτα χώμα φυτεψε σπόρους,που φύτρωσαν γρήγορα,αλλά και γρήγορα μαραθηκαν,

οι κήποι τού Άδωνη,ο κύκλος της φθοράς και τής αναστασης,

τής Τροίας ήτανε στύλος ο Έκτορας,της πόλης τής γυναίκας τού παιδιού του,

πόσο φοβερός φαίνονταν με την αρματωσιά τού πολέμου στον μικρό

Αστυανακτα του,και πόσο το βρέφος τρόμαξε όταν το σήκωσε το πήρε

στην αγκαλιά του και η περικεφαλαία γυαλισε ελαμψε και η χαίτη σείστηκε,

εκείνος τοτε γέλασε αγκαλιάζοντας το,

ύστερα γυρίζοντας η μοίρα ο Αχιλλέας νεκρό σκοτωμένο στ'αρμα και 

στ'αλογα του έδεσε και γύρω έφερνε στα τείχη τής Τροίας πάνω 

στις πέτρες στα χώματα στη σκόνη,

και ο μικρός Ασυανακτας δεν πρόλαβε δεν γνώρισε το μέλλον,σταμάτησε 

η ολιγοήμερη ζωή του όταν οι Αχαιοί στη πτώση τού Ιλίου από τα τείχη 

κάτω τον πέταξαν πάνω στα βράχια ,κομμάτια τ'αγουρο κορμάκι,τροφή 

πουλιων και ορνιων τ'ουρανου


όλη η ζωή μέσα στη φθορά πορευεται

.

.

.

GREEK POETRY -Ηλεκτρα -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Ηλεκτρα
-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis 
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ηλεκτρα


στέκομαι ακίνητη στο ημιφως,έρημος γύρω μου,

νιώθω ξερό δέντρο,

ακούω κάποιον να ψιθυρίζει,αδιάκοπα,γιατί δεν σταματά;

ο πατέρας στο λουτρό πνιγμένος,βατράχια κολυμπούν στα νερά,

φύκια

φυτρώνουν στους βολβούς τών ματιών του,

στο διαδρομο ένα παιδί,κουλουριασμένο όπως βρέφος στη μήτρα,

αγέννητο,

η σκιά τής μητέρας,με μάσκα θεάτρου,αγγίζω με τα χείλη τη θηλή 

τού στήθους της,

με σπρώχνει,δεν κλαίω,

-μανα,φωνάζω,θα σε σκοτώσω,

ακούω να γελάει δυνατά,

-δεν μπορεις να το κάνεις,λέει,είσαι δειλη,

άναψαν τον προβολέα,το δυνατόν φως με τύφλωσε,πρέπει να'ταν τρεις,

-δεν τελειωσε η ανάκριση,άκουσα έναν να λέει,

-γδυσ'την,φώναξε ένας άλλος,

χέρια μού άνοιξαν τα πόδια,ήταν μεθυσμένοι βρωμουσαν, τούς κλώτσησα,

 δόντια μου στο λαιμό τους,τα νύχια μου στη πλατη τους,ματαια,

όταν τελείωσαν έφυγαν,

ποτέ δεν θα φύγει το σκοταδι 


η φωνή της έσπασε σε κομμάτια,θραύσματα,

σαν να την κυνηγούσε κάτι που μόνο εκείνη έβλεπε,

το δείπνο θυμόνταν,όχι δεν ηταν μύθος.Το τραπέζι,τα πιάτα γεμάτα 

με τις μαγειρεμένες σάρκες τών παιδιών,κι εκείνη ήξερε. 

Την εξανάγκασαν να φάει,μια γλυκειά και φρικτή οσμή.

Τα χέρια της ήταν λερωμένα,εκείνη είχε προσφέρει το δείπνο,

όχι οι Ατρείδες,

εκείνη.

 -Εγώ το έκανα,εγώ είμαι η ένοχη τού Θυεστειου δείπνου,είπε.

Κι ύστερα στο λουτρό,βλέπει ξανά και ξανά το νερό,τον ατμό,

τον πατέρα της  ανυποψίαστο.

Εκείνη μπήκε μέσα στη σκηνή,τα χέρια της κρατούσαν το δίχτυ,

το τύλιγε γύρω του,

το σώμα του αντιστέκονταν,πάλευε,σαν το ψάρι σπαρταρουσε,

κι εκείνη δεν ένιωθε τρόμο,αλλά μια παράξενη σκοτεινή βεβαιότητα τού φόνου. 

-Μητέρα ήμουν εγώ που σε σκότωσα,έλεγε.

Κι αλλάζοντας μάσκα βγήκε στη σκηνή,το αμφιθέατρο άδειο από θεατές,

το φεγγάρι πανσέληνο ανέτειλε,ένα ψηλό λεπτό κυπαρίσσι έσφαζε 

τον ουρανό,

μια κραυγή πουλιού εκτινάχτηκε.

Δεν ήξερε ποια ήταν.Η κόρη που θρηνούσε ή η γυναίκα που σκότωσε.

Και το αίμα στα δάκτυλα της ζεστό..

Κάποτε γελούσε,μιλούσε για κείνον,τον Αίγισθο,πως βρέθηκε 

στο κρεβάτι του, 

πως άκουγε την ανάσα του,πως δεν ένιωθε βάρος αμαρτίας,

δεν ήταν η εκδίκηση,ουτε η έλξη τής εξουσίας,

ήταν κάτι αλλο,ο πόθος τής γυναίκας για τον άντρα.

Και τότε μέσα στο ημίφως η σκηνή,το μαχαίρι στο χέρι της,

η πράξη βουβή,χωρίς κραυγή,η πληρωμή ενός κρίματος,

-Ολα εγώ τα έκανα,έλεγε,μην ψάξτε αλλού.

Εγώ η κόρη. Εγώ η μητέρα. Εγώ ο φονιάς. 

Η ανάσα της καυτή,τα μάτια της γυάλιζαν σκοτεινά.

Τίποτα δεν είχε τελειώσει.

Όλα συνέβαιναν ξανά και ξανά.

Η ίδια πάντα ήταν εκεί παρούσα,αμετακίνητη.

.

.

.

GREEK POETRY -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταγράφοντας Βιωνος Σμυρναίου(120 πΧ-57πΧ): Επιτάφιος Αδώνιδος Ο Επιτάφιος τού Αδωνη -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταγράφοντας

Βιωνος Σμυρναίου(120 πΧ-57πΧ):

Επιτάφιος Αδώνιδος

Ο Επιτάφιος τού Αδωνη

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis 
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



Ο θάνατος τού Άδωνη

(σαρκοφάγος,2ος αι. μ.Χ. 

Mantua,Ducal Palace)


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταγράφοντας

Βιωνος Σμυρναίου(120 πΧ-57πΧ):

Επιτάφιος Αδώνιδος

Ο Επιτάφιος τού Αδωνη


ο όμορφος χαθηκε Αδωνης,

ποτέ πια μην κοιμηθείς Κυπριδα 

στα πορφυρα σεντόνια σου 

τα μαύρα βάλε ρούχα

και δυνατα τα στήθια χτυπα

θρηνωντας:

ο όμορφος χαθηκε Άδωνης 


θρηνω τον Άδωνη


στα όρη δαγκωμενος βρίσκεται ο όμορφος Αδωνης 

στο μηρό

στον άσπρο του από δόντι ασπρο τρυπημένος

και μόνη τη Κυπριδα  αφήνει ξεψυχωντας

απ'την χιονατη σαρκα

το αίμα μαύρο στάζει

τα μάτια κάτω απ'τα φρύδια σβήνουν

και το ροδινο χάνεται απ'τα χείλη χρωμα


θρηνω τον Άδωνη


κακιά στο μηρό πληγή ο Άδωνης έχει κακιά,

μα μέσ'στη καρδιά τής Κυθέρεια

πιο βαριά η πληγή

και απ'τον νιο άντρα γυρω

τα πιστα σκυλιά του κλαινε


και η Αφροδίτη με τα μαλλιά λυμένα 

τρελη μέσ'στα δάση περιπλανιεται

ξυπόλητη αχτενιστη θλιμένη 

και τ'αγκαθωτα βάτα καθως περνα

την σχιζουν

και με θεϊκό της ποτιζονται αιμα,


και δυνατα σκουζοντας θρηνοντας

δώθε κειθε στα βαθιά τρεχει φαράγγια

τον Ασσύριο τον άντρα της φωνάζει,

τον νιο καλει


στον αφαλό του γύρω

το μαύρο αναβλυζε αιμα

κι έβαφε απ'τους μηρούς κόκκινα τα στήθια 

κι αυτοί τού Άδωνη οι μαστοί,

χιονάτοι πριν,κόκκινοι γινονταν


ωιμε στη Κυθερεια


τον όμορφο έχασε άντρα

και μαζί του την θεϊκή έχασε ομορφιά της,

όσο ο Άδωνης ζούσε ομορφη

η Κυπριδα ήταν,

όμως μαζί με τον Άδωνη

η ομορφιά της πέθανε


ωιμε στη Κυπριδα,

λένε όλα τα όρη τα βουνά 

και ωιμε στον Άδωνη τα δεντρα

κι οι ποταμοί για το πενθος τής Αφροδίτης 

κλαίνε,

κι οι πηγές στα όρη για τον Άδωνη δακρυζουν,

απ'τον πόνο τ'ανθη  κοκκινιζουν

και σ'ολα τα πλάγια σ'ολα τα λαγκάδια

η Κυθέρεια μοιργιολογαει


ωιμε στη Κυθερεια

ο όμορφος χαθηκε Αδωνης


ὤλετο καλὸς Ἄδωνις

μηκέτι πορφυρέοις ἐνὶ φάρεσι Κύπρι κάθευδε·

ἔγρεο, δειλαία, κυανόστολα καὶ πλατάγησον

5στήθεα καὶ λέγε πᾶσιν, ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις


αἰάζω τὸν Ἄδωνιν


κεῖται καλὸς Ἄδωνις ἐν ὤρεσι μηρὸν ὀδόντι,

λευκῷ λευκὸν ὀδόντι τυπείς, καὶ Κύπριν ἀνιῇ

λεπτὸν ἀποψύχων· τὸ δέ οἱ μέλαν εἴβεται αἷμα

10χιονέας κατὰ σαρκός, ὑπ᾽ ὀφρύσι δ᾽ ὄμματα ναρκῇ,

καὶ τὸ ῥόδον φεύγει τῶ χείλεος·


15αἰάζω τὸν Ἄδωνιν· 


ἄγριον ἄγριον ἕλκος ἔχει κατὰ μηρὸν Ἄδωνις,

μεῖζον δ᾽ ἁ Κυθέρεια φέρει ποτικάρδιον ἕλκος.

τῆνον μὲν περὶ παῖδα φίλοι κύνες ὠρύονται


ἁ δ᾽ Ἀφροδίτα

20λυσαμένα πλοκαμῖδας ἀνὰ δρυμὼς ἀλάληται

πενθαλέα νήπλεκτος ἀσάνδαλος, αἱ δὲ βάτοι νιν

ἐρχομέναν κείροντι καὶ ἱερὸν αἷμα δρέπονται·


ὀξὺ δὲ κωκύοισα δι᾽ ἄγκεα μακρὰ φορεῖται

Ἀσσύριον βοόωσα πόσιν, καὶ παῖδα καλεῦσα.


25ἀμφὶ δέ νιν μέλαν αἷμα παρ᾽ ὀμφαλὸν ᾀωρεῖτο,

στήθεα δ᾽ ἐκ μηρῶν φοινίσσετο, τοὶ δ᾽ ὑπὸ μαζοὶ

χιόνεοι τὸ πάροιθεν Ἀδώνιδι πορφύροντο.


«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν», 


ὤλεσε τὸν καλὸν ἄνδρα, σὺν ὤλεσεν ἱερὸν εἶδος.

30Κύπριδι μὲν καλὸν εἶδος ὅτε ζώεσκεν Ἄδωνις,

κάτθανε δ᾽ ἁ μορφὰ σὺν Ἀδώνιδι. 


«τὰν Κύπριν αἰαῖ».

ὤρεα πάντα λέγοντι, καὶ αἱ δρύες «αἴ τὸν Ἄδωνιν»·

καὶ ποταμοὶ κλαίοντι τὰ πένθεα τᾶς Ἀφροδίτας,

καὶ παγαὶ τὸν Ἄδωνιν ἐν ὤρεσι δακρύοντι,

35ἄνθεα δ᾽ ἐξ ὀδύνας ἐρυθαίνεται, 

ἁ δὲ Κυθήρα

πάντας ἀνὰ κναμώς, ἀνὰ πᾶν νάπος οἰκτρὸν ἀείδει,


«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν· ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις»·

.

.

.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Ο -Poetry Ποιηση -χ,ν,κουβέλης c.n.couvelis

 .

.

Ο -Poetry Ποιηση

-χ,ν,κουβέλης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης  c.n.couvelis

Αρμονία Αντισυμμετρίας Αντινομίας λόγοι


η λέξη γεννιέται διχασμένη στο ρήγμα 

τών ακροαιφνων  εξαιρεσεων

σπειροειδώς σε άναρχη τάξη

εξελκωμενων σωματων

όπου εκτρέφεται το άμωμον και το αμόλυντον

τής αδηφάγου έλλειψης

και η αιωνιοτητα η πιο εκλεπτυσμένη μορφή φθοράς.

ιδιοκαταληκτη εκκωφαντική 

πλεισμονή τού ελλείποντος

περίσσεια τού κενού

λευκή αδρανής πανταχού παρούσα βαρβαροτητα

αείμαχου χρόνου διαπρακτου 

διατέμνωντα  φωνήεντα αντιλογιων,

ως εκ τών αδιαιρέτων το Εν 

ως εκ τών διαιρετών η ονείρωξη τού πραγματικού,

αεί ορατη

συμμετρία αντιφρονούντων στο χείλος 

τής αειρροου ρηξης

ως πειθαρχημένη εκρυθμη απόκλιση

.

.

.


Ο θάνατος τού Άδωνη

(σαρκοφάγος,2ος αι. μ.Χ. 

Mantua,Ducal Palace)


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταγράφοντας

Βιωνος Σμυρναίου(120 πΧ-57πΧ):

Επιτάφιος Αδώνιδος

Ο Επιτάφιος τού Αδωνη


ο όμορφος χαθηκε Αδωνης,

ποτέ πια μην κοιμηθείς Κυπριδα 

στα πορφυρα σεντόνια σου 

τα μαύρα βάλε ρούχα

και δυνατα τα στήθια χτυπα

θρηνωντας:

ο όμορφος χαθηκε Άδωνης 


θρηνω τον Άδωνη


στα όρη δαγκωμενος βρίσκεται ο όμορφος Αδωνης 

στο μηρό

στον άσπρο του από δόντι ασπρο τρυπημένος

και μόνη τη Κυπριδα  αφήνει ξεψυχωντας

απ'την χιονατη σαρκα

το αίμα μαύρο στάζει

τα μάτια κάτω απ'τα φρύδια σβήνουν

και το ροδινο χάνεται απ'τα χείλη χρωμα


θρηνω τον Άδωνη


κακιά στο μηρό πληγή ο Άδωνης έχει κακιά,

μα μέσ'στη καρδιά τής Κυθέρεια

πιο βαριά η πληγή

και απ'τον νιο άντρα γυρω

τα πιστα σκυλιά του κλαινε


και η Αφροδίτη με τα μαλλιά λυμένα 

τρελη μέσ'στα δάση περιπλανιεται

ξυπόλητη αχτενιστη θλιμένη 

και τ'αγκαθωτα βάτα καθως περνα

την σχιζουν

και με θεϊκό της ποτιζονται αιμα,


και δυνατα σκουζοντας θρηνοντας

δώθε κειθε στα βαθιά τρεχει φαράγγια

τον Ασσύριο τον άντρα της φωνάζει,

τον νιο καλει


στον αφαλό του γύρω

το μαύρο αναβλυζε αιμα

κι έβαφε απ'τους μηρούς κόκκινα τα στήθια 

κι αυτοί τού Άδωνη οι μαστοί,

χιονάτοι πριν,κόκκινοι γινονταν


ωιμε στη Κυθερεια


τον όμορφο έχασε άντρα

και μαζί του την θεϊκή έχασε ομορφιά της,

όσο ο Άδωνης ζούσε ομορφη

η Κυπριδα ήταν,

όμως μαζί με τον Άδωνη

η ομορφιά της πέθανε


ωιμε στη Κυπριδα,

λένε όλα τα όρη τα βουνά 

και ωιμε στον Άδωνη τα δεντρα

κι οι ποταμοί για το πενθος τής Αφροδίτης 

κλαίνε,

κι οι πηγές στα όρη για τον Άδωνη δακρυζουν,

απ'τον πόνο τ'ανθη  κοκκινιζουν

και σ'ολα τα πλάγια σ'ολα τα λαγκάδια

η Κυθέρεια μοιργιολογαει


ωιμε στη Κυθερεια

ο όμορφος χαθηκε Αδωνης


ὤλετο καλὸς Ἄδωνις

μηκέτι πορφυρέοις ἐνὶ φάρεσι Κύπρι κάθευδε·

ἔγρεο, δειλαία, κυανόστολα καὶ πλατάγησον

5στήθεα καὶ λέγε πᾶσιν, ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις


αἰάζω τὸν Ἄδωνιν


κεῖται καλὸς Ἄδωνις ἐν ὤρεσι μηρὸν ὀδόντι,

λευκῷ λευκὸν ὀδόντι τυπείς, καὶ Κύπριν ἀνιῇ

λεπτὸν ἀποψύχων· τὸ δέ οἱ μέλαν εἴβεται αἷμα

10χιονέας κατὰ σαρκός, ὑπ᾽ ὀφρύσι δ᾽ ὄμματα ναρκῇ,

καὶ τὸ ῥόδον φεύγει τῶ χείλεος·


15αἰάζω τὸν Ἄδωνιν· 


ἄγριον ἄγριον ἕλκος ἔχει κατὰ μηρὸν Ἄδωνις,

μεῖζον δ᾽ ἁ Κυθέρεια φέρει ποτικάρδιον ἕλκος.

τῆνον μὲν περὶ παῖδα φίλοι κύνες ὠρύονται


ἁ δ᾽ Ἀφροδίτα

20λυσαμένα πλοκαμῖδας ἀνὰ δρυμὼς ἀλάληται

πενθαλέα νήπλεκτος ἀσάνδαλος, αἱ δὲ βάτοι νιν

ἐρχομέναν κείροντι καὶ ἱερὸν αἷμα δρέπονται·


ὀξὺ δὲ κωκύοισα δι᾽ ἄγκεα μακρὰ φορεῖται

Ἀσσύριον βοόωσα πόσιν, καὶ παῖδα καλεῦσα.


25ἀμφὶ δέ νιν μέλαν αἷμα παρ᾽ ὀμφαλὸν ᾀωρεῖτο,

στήθεα δ᾽ ἐκ μηρῶν φοινίσσετο, τοὶ δ᾽ ὑπὸ μαζοὶ

χιόνεοι τὸ πάροιθεν Ἀδώνιδι πορφύροντο.


«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν», 


ὤλεσε τὸν καλὸν ἄνδρα, σὺν ὤλεσεν ἱερὸν εἶδος.

30Κύπριδι μὲν καλὸν εἶδος ὅτε ζώεσκεν Ἄδωνις,

κάτθανε δ᾽ ἁ μορφὰ σὺν Ἀδώνιδι. 


«τὰν Κύπριν αἰαῖ».

ὤρεα πάντα λέγοντι, καὶ αἱ δρύες «αἴ τὸν Ἄδωνιν»·

καὶ ποταμοὶ κλαίοντι τὰ πένθεα τᾶς Ἀφροδίτας,

καὶ παγαὶ τὸν Ἄδωνιν ἐν ὤρεσι δακρύοντι,

35ἄνθεα δ᾽ ἐξ ὀδύνας ἐρυθαίνεται, 

ἁ δὲ Κυθήρα

πάντας ἀνὰ κναμώς, ἀνὰ πᾶν νάπος οἰκτρὸν ἀείδει,


«αἰαῖ τὰν Κυθέρειαν· ἀπώλετο καλὸς Ἄδωνις»·

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ηλεκτρα


στέκομαι ακίνητη στο ημιφως,έρημος γύρω μου,

νιώθω ξερό δέντρο,

ακούω κάποιον να ψιθυρίζει,αδιάκοπα,γιατί δεν σταματά;

ο πατέρας στο λουτρό πνιγμένος,βατράχια κολυμπούν στα νερά,

φύκια

φυτρώνουν στους βολβούς τών ματιών του,

στο διαδρομο ένα παιδί,κουλουριασμένο όπως βρέφος στη μήτρα,

αγέννητο,

η σκιά τής μητέρας,με μάσκα θεάτρου,αγγίζω με τα χείλη τη θηλή 

τού στήθους της,

με σπρώχνει,δεν κλαίω,

-μανα,φωνάζω,θα σε σκοτώσω,

ακούω να γελάει δυνατά,

-δεν μπορεις να το κάνεις,λέει,είσαι δειλη,

άναψαν τον προβολέα,το δυνατόν φως με τύφλωσε,πρέπει να'ταν τρεις,

-δεν τελειωσε η ανάκριση,άκουσα έναν να λέει,

-γδυσ'την,φώναξε ένας άλλος,

χέρια μού άνοιξαν τα πόδια,ήταν μεθυσμένοι βρωμουσαν, τούς κλώτσησα,

 δόντια μου στο λαιμό τους,τα νύχια μου στη πλατη τους,ματαια,

όταν τελείωσαν έφυγαν,

ποτέ δεν θα φύγει το σκοταδι 


η φωνή της έσπασε σε κομμάτια,θραύσματα,

σαν να την κυνηγούσε κάτι που μόνο εκείνη έβλεπε,

το δείπνο θυμόνταν,όχι δεν ηταν μύθος.Το τραπέζι,τα πιάτα γεμάτα 

με τις μαγειρεμένες σάρκες τών παιδιών,κι εκείνη ήξερε. 

Την εξανάγκασαν να φάει,μια γλυκειά και φρικτή οσμή.

Τα χέρια της ήταν λερωμένα,εκείνη είχε προσφέρει το δείπνο,

όχι οι Ατρείδες,

εκείνη.

 -Εγώ το έκανα,εγώ είμαι η ένοχη τού Θυεστειου δείπνου,είπε.

Κι ύστερα στο λουτρό,βλέπει ξανά και ξανά το νερό,τον ατμό,

τον πατέρα της  ανυποψίαστο.

Εκείνη μπήκε μέσα στη σκηνή,τα χέρια της κρατούσαν το δίχτυ,

το τύλιγε γύρω του,

το σώμα του αντιστέκονταν,πάλευε,σαν το ψάρι σπαρταρουσε,

κι εκείνη δεν ένιωθε τρόμο,αλλά μια παράξενη σκοτεινή βεβαιότητα τού φόνου. 

-Μητέρα ήμουν εγώ που σε σκότωσα,έλεγε.

Κι αλλάζοντας μάσκα βγήκε στη σκηνή,το αμφιθέατρο άδειο από θεατές,

το φεγγάρι πανσέληνο ανέτειλε,ένα ψηλό λεπτό κυπαρίσσι έσφαζε 

τον ουρανό,

μια κραυγή πουλιού εκτινάχτηκε.

Δεν ήξερε ποια ήταν.Η κόρη που θρηνούσε ή η γυναίκα που σκότωσε.

Και το αίμα στα δάκτυλα της ζεστό..

Κάποτε γελούσε,μιλούσε για κείνον,τον Αίγισθο,πως βρέθηκε 

στο κρεβάτι του, 

πως άκουγε την ανάσα του,πως δεν ένιωθε βάρος αμαρτίας,

δεν ήταν η εκδίκηση,ουτε η έλξη τής εξουσίας,

ήταν κάτι αλλο,ο πόθος τής γυναίκας για τον άντρα.

Και τότε μέσα στο ημίφως η σκηνή,το μαχαίρι στο χέρι της,

η πράξη βουβή,χωρίς κραυγή,η πληρωμή ενός κρίματος,

-Ολα εγώ τα έκανα,έλεγε,μην ψάξτε αλλού.

Εγώ η κόρη. Εγώ η μητέρα. Εγώ ο φονιάς. 

Η ανάσα της καυτή,τα μάτια της γυάλιζαν σκοτεινά.

Τίποτα δεν είχε τελειώσει.

Όλα συνέβαιναν ξανά και ξανά.

Η ίδια πάντα ήταν εκεί παρούσα,αμετακίνητη.

.

.

.




My own empire of Heteronyma Paintings

-ο νεκρός Εκτορας-


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τρεις Επιτάφιοι

Άδωνις Έκτορας Αστυανακτας


στα λαγκάδια που κυνηγούσε ο Άδωνις τα δόντια ενός αγριόχοιρου

τρύπησαν τις σάρκες στο πόδι,το αίμα χύθηκε στη γη σαν σπόρος,και

κόκκινες παπαρούνες φύτρωσαν τον Μάη καιρο,

στη μεγάλη της θλίψη και λύπη η Κύπριδα σε μικρά πήλινα δοχεία γεμάτα χώμα φυτεψε σπόρους,που φύτρωσαν γρήγορα,αλλά και γρήγορα μαραθηκαν,

οι κήποι τού Άδωνη,ο κύκλος της φθοράς και τής αναστασης,

τής Τροίας ήτανε στύλος ο Έκτορας,της πόλης τής γυναίκας τού παιδιού του,

πόσο φοβερός φαίνονταν με την αρματωσιά τού πολέμου στον μικρό

Αστυανακτα του,και πόσο το βρέφος τρόμαξε όταν το σήκωσε το πήρε

στην αγκαλιά του και η περικεφαλαία γυαλισε ελαμψε και η χαίτη σείστηκε,

εκείνος τοτε γέλασε αγκαλιάζοντας το,

ύστερα γυρίζοντας η μοίρα ο Αχιλλέας νεκρό σκοτωμένο στ'αρμα και 

στ'αλογα του έδεσε και γύρω έφερνε στα τείχη τής Τροίας πάνω 

στις πέτρες στα χώματα στη σκόνη,

και ο μικρός Ασυανακτας δεν πρόλαβε δεν γνώρισε το μέλλον,σταμάτησε 

η ολιγοήμερη ζωή του όταν οι Αχαιοί στη πτώση τού Ιλίου από τα τείχη 

κάτω τον πέταξαν πάνω στα βράχια ,κομμάτια τ'αγουρο κορμάκι,τροφή 

πουλιων και ορνιων τ'ουρανου


όλη η ζωή μέσα στη φθορά πορευεται

.

.

.

GREEK POETRY -Αρμονία Αντισυμμετρίας Αντινομίας λόγοι -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Αρμονία Αντισυμμετρίας Αντινομίας λόγοι
-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis 
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χ.ν.κουβελης  c.n.couvelis

Αρμονία Αντισυμμετρίας Αντινομίας λόγοι


η λέξη γεννιέται διχασμένη στο ρήγμα 

τών ακροαιφνων  εξαιρεσεων

σπειροειδώς σε άναρχη τάξη

εξελκωμενων σωματων

όπου εκτρέφεται το άμωμον και το αμόλυντον

τής αδηφάγου έλλειψης

και η αιωνιοτητα η πιο εκλεπτυσμένη μορφή φθοράς.

ιδιοκαταληκτη εκκωφαντική 

πλεισμονή τού ελλείποντος

περίσσεια τού κενού

λευκή αδρανής πανταχού παρούσα βαρβαροτητα

αείμαχου χρόνου διαπρακτου 

διατέμνωντα  φωνήεντα αντιλογιων,

ως εκ τών αδιαιρέτων το Εν 

ως εκ τών διαιρετών η ονείρωξη τού πραγματικού,

αεί ορατη

συμμετρία αντιφρονούντων στο χείλος 

τής αειρροου ρηξης

ως πειθαρχημένη εκρυθμη απόκλιση

.

.

.

GREEK POETRY -χ.ν.κουβελης c.n.couvelisμεταγράφονταςαπό τον Ρωμανό τον Μελωδοαποσπάσματα από τον Ύμνο: Εις το Πάθος τού Κυρίου και εις τον Θρήνον τής Θεοτόκου -Το μοιρολογι τής Παναγιας-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.
.
GREEK POETRY 
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταγράφοντας
από τον Ρωμανό τον Μελωδο
αποσπάσματα από τον Ύμνο:
 Εις το Πάθος τού Κυρίου και εις τον Θρήνον τής Θεοτόκου 
-Το μοιρολογι τής Παναγιας
-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis 
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταγράφοντας
από τον Ρωμανό τον Μελωδο
αποσπάσματα από τον Ύμνο:
 Εις το Πάθος τού Κυρίου και εις τον Θρήνον τής Θεοτόκου 

Το μοιρολογι τής Παναγιας 

Το αρνί της η αρνάδα  βλέποντας 
στη σφαγή να το σέρνουν
περίλυπη ακολουθούσε η Μαρία 
μαζί μ'αλλες γυναίκες μοιρολογοντας:

που πας,παιδί μου,
γιατί έτσι βιαστικος περνας
μη κι άλλος γάμος πάλι ε
στη Κανα γίνεται,
και για κει τωρα κινας,
το νερό κρασί να κάνεις;
να'ρθω,παιδί μου,μαζί σου,
η' δω μόνη να μείνω;
μιλά μου,
μη μού φεύγεις σιωπηλος,
δεν το περίμενα,παιδί μου,έτσι να σε δω,
ποτέ δεν πιστευα πως
τέτοια μανία 
θα'δειχναν οι ανομοι
κι άδικα χέρια πάνω σου θ'απλωναν,
αφού ακόμα δυνατά τα βρέφη τους σού φωνάζουν:
ευλογημένος,
κι απ'τα βάγια γεμάτος ο δρομος είναι,
και τώρα γιατί το κακό έγινε,θέλω να μάθω,
πώς χάνεται το φως μου;
πώς στο σταυρό καρφωνεται,το σπλαχνο μου;
παιδί μου,άδικα σε φονεύουν
και κανεις δεν σε πονα,
αν πάθεις,αν πεθανεις,πες μου,
θα ξανάρθεις σε μένα;
όμως φοβάμαι,
να σε δω θα ζητω 
και θα κλαιω,
παιδί μου πού είσαι;θα οδυρομαι θα λεω
δεν αντέχω,παιδί μου,
απ'την αγαπη νικιέται
εγώ στο σπίτι να'μαι κι εσύ στο ξυλο,
άσε με,καλέ μου,κοντά σου να'μαι,

Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα
προς σφαγήν ελκόμενον ηκολούθει η Μαρία τρυχομένη
μεθ’ ετέρων γυναικών ταύτα βοώσα,
«Πού πορεύη, τέκνον; τίνος χάριν τον ταχύν
δρόμον τελέεις;
μη έτερος γάμος πάλιν έστιν εν Κανά,
κακεί νυνί σπεύδεις, ίν’ εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης;
συνέλθω σοι, τέκνον, ή μείνω σε μάλλον;
δος μοι λόγον,μη σιγών παρέλθης με,

Ουκ ήλπιζον, τέκνον, εν τούτοις ιδείν σε,
ουδ’ επίστευον ποτέ έως τούτου τους ανόμους εκμανήναι
και εκτείναι επί σε χείρας αδίκως,
έτι γαρ τα βρέφη τούτων κράζουσί σοι το «ευλογημένος».
ακμήν δε βαϊων πεπλησμένη η οδός

και νυν τίνος χάριν επράχθη το χείρον;
γνώναι θέλω, οίμοι, πώς το φως μου σβέννυται,
πώς σταυρώ προσπήγνυται

Υπάγεις, ω τέκνον, προς άδικον φόνον
και ουδείς σοι συναλγεί

αν πάθης, αν θάνης, αναλύσεις προς εμέ;

γαρ φοβούμαι, 
και ζητούσα σε ιδείν
κλαύσω, κράξω, «πού εστιν;»

Νικώμαι, ω τέκνον, νικώμαι τω πόθω
και ου στέγω αληθώς, ίν’ εγώ μεν εν θαλάμω,
συ δ’ εν ξύλω,
και εγώ μεν εν οικιά, συ δ’ εν μνημείω,
άφες ουν συνέλθω, 
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - ιστορίες τού φανταστικου-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 
- ιστορίες τού φανταστικου
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis  
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


πλάνο από την ταινία:the blood of a poet (1932) τού Jean Cocteau 

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ιστορίες τού φανταστικου

το δωμάτιο είχε τέσσερις πόρτες,μια στον κάθε τοίχο,
άνοιξε αυτή στο βάθος,βρέθηκε σε ένα θεατρο όπου οι θεατές 
χωρίς πρόσωπα χειροκροτούσαν έναν νεκρό ηθοποιό,
γύρισε στο δωμάτιο,
σε ένα κρεβάτι στη είδε μια γυναίκα γυμνή να κοιμάται,
-είναι πεθαμενη,άκουσε μια φωνή,πριν αιώνες,

βγήκε από το δωμάτιο,
στο διάδρομο το δάπεδο ήταν γεμάτο από σπασμένα αγάλματα,
είδε τη γυναίκα που ήταν στο δωμάτιο,
-Θελω να συναρμολογησω το σώμα μου,τού είπε,

τότε την θυμήθηκε.
.
.


GREEK POETRY -Το μοιρολογι τής Παναγιας -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-Το μοιρολογι τής Παναγιας

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το μοιρολογι τής Παναγιας

ήρθαν με φωτιες,παιδι μου,με σπαθια
με φίλημα προδοτη
και σ'επιασαν σαν κλέφτη
εσένα που'σουνα το φως τής γέννας μου,
μικρό σε κράταγα στο στήθος μου
σε βυζανα,
τώρα τα χέρια σου
που χαϊδευα τα δερνουν
σε περιπαίζουν,γιόκα μου γλυκέ μου,
οι ανομοι ακάνθινο σού φόρεσαν στεφανι
και καλάμι αντί για σκήπτρο
βασιλιά σου'δωκαν,
γιατί η γής στα δυό δεν σκίζεται
την ερμη μέσα της να με δεχτεί
να πεσω
φωνάζω δέρνομαι αυτί δεν είναι
να μ’ακούσει
και τα καρφιά στα χέρια σου
αλύπητα καρφωνουν
ο πλατυς εραγισε ουρανος
και τα ψηλά βουνά τρανταξαν
τα δέντρα ξεριζώθηκαν
και τα πουλιά σώπασαν
την ώρα που στον σταυρό το σώμα σου
σηκώσαν
γέρνει,παιδί μου σπλαχνο μου,
γέρνει το κεφάλι σου
σβήνει το βλέμμα σου φεύγει η ψυχή σου
κι εγω η μάνα σου χίλιες φορές πεθαίνω
η γης εμαυρισε εχυθει σκότος
κι ο ήλιος εμαρανθη εσβηστηκε,
γιε μου κι ανοιξη μου,που πας
που χάθηκες;
και το κορμι σου νεκρό άψυχη έμεινε πέτρα,
πώς να σε μοιργιολογισω;
φως μου,που σβηστηκες
για να βρεις τού κόσμου το σκοτάδι,
όμως εγω θα καρτερω απ'τ'αραχνα
τής κάτω γής ν'ανεβεις,
πάλι να λάμψει ο κόσμος ο ντουνιάς
και να φωτίσει
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -φωτογραφιση -Ένα παιδί κρατούσε ένα κλειστό κουτί -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-φωτογραφιση
-Ένα παιδί κρατούσε ένα κλειστό κουτί

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[





φωτογραφιση
-χνκουβελης cncouvelis
Μια γυναίκα κάθεται σε ένα ξύλινο παγκάκι, μπροστά
σε έναν άδειο ωμό τοίχο από σκυρόδεμα.
Ποσο το σώμα της είναι εύθραυστο δεν φαινεται.
Δεν θυμάται πότε έγινε εκείνο.
Η αρχιτεκτονική γραμμική,αυστηρή,αδιαφορη.

-θα φύγω,είχε πει.

τώρα ξέρει:
Πάντα υπάρχει ένα σημείο από το οποίο ξεκινάς
και ένα που δεν φτάνεις ποτέ.

Ένας άδειος χώρος.
Ένας τοίχος λευκός.
Εκείνη μόνη μέσα στην απεραντοσύνη τής απουσίας.

Και τότε θυμάται.
Η σιωπή που ακολούθησε.
Εκεί σε εκείνο το κενό ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.
.
.
.




My own Empire of Heteronyma Paintings
-χνκουβελης cncouvelis

Ένα παιδί κρατούσε ένα κλειστό κουτί.
Το ρώτησε:
-Τι έχει μέσα;
Και εκείνο απάντησε:
-Αν το ανοίξω,θα πάψει να έχει αυτό που έχει.
-Και τι είναι αυτό που έχει;
-Το ενδεχόμενο όλων,
απάντησε το παιδι
.
.
.

Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

GREEK POETRY -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφράζοντας Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Ω',στιχοι 31-54 Ο Φοίβος μέμφεται τη πράξη τού Αχιλλέα στον νεκρό Εκτορα -Ο νεκυν Έκτορας συρεται -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Ω',στιχοι 31-54
Ο Φοίβος μέμφεται τη πράξη τού Αχιλλέα στον νεκρό Εκτορα

-Ο νεκυν Έκτορας συρεται
-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



My own Empire of Heteronyma Paintings
-Ο νεκρός Έκτορας-
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Ω',στιχοι 31-54
Ο Φοίβος μέμφεται τη πράξη τού Αχιλλέα στον νεκρό Εκτορα

αλλά όταν πια η δωδέκατη εφεξε αυγη
τότε λοιπόν στους αθανατους ο Φοίβος μίλησε:
σκληροί είστε,θεοί,ολεθριοι,γιατί ποτέ σε σας
ο Έκτορας μεριά από βόδια δεν έκαιγε
και παχιές κατσικιες;
και τώρα αυτόν δεν τόλμησατε,αν και νεκρός είναι,
να διασωσεται,
για να τον δει κι η γυναίκα του κι η μάνα και το παιδί του
κι ο Πριαμος ο πατέρας κι οι άνθρωποι του
που στη φωτιά αμέσως θα'καιγαν και με τιμές
θα κηδευαν
αλλά στον φονιά Αχιλλέα ,θεοί,
βοηθοι θέλετε να'στε,
που ούτε συνετα τα φρένα έχει
ούτε νου που να λυγίσει μέσα στα στήθια,
αλλά σαν το λιονταρι τ'άγρια ξερει
που όταν με τρομερη βία κι ορμή αχαλίνωτη
πάνω στα κοπάδια των ανθρώπων πεφτει
για να τα καταβροχθισει,
έτσι κι ο Αχιλλέας ανελέητος είναι,
ούτε ντροπή έχει που
πολύ τον άνθρωπο βλάπτει,
αλλά και τον ωφελει,
αν μέλλει κάπου κάποιος κι άλλον καποιον
αγαπημένο χασει
είτε αδελφό από την ίδια μάνα είτε και γιο
αλλά όμως αφού κλάψει και θρηνήσει παυει,
γιατί στους ανθρώπους οι μοίρες υπομονετική
εδωσαν να'χουν καρδια,
όμως αυτός τον γενναίο Έκτορα αφού την γλυκειά
τού στερησε ζωη απ'τ'αλογα δένοντας
γύρω απ'τον τάφο τού φίλου συντρόφου σερνει,
όμως αυτο σ'αυτον ούτε σωστό
κι ουτε ωφέλιμο είναι, γιατί αν κι ήρωας είναι,
εμεις θα αγανακτησομαι
γιατί την ατάραχη γη ατιμάζει μανιασμενος

ἀλλ’ ὅτε δή ῥ’ ἐκ τοῖο δυωδεκάτη γένετ’ ἠώς,
καὶ τότ’ ἄρ’ ἀθανάτοισι μετηύδα Φοῖβος Ἀπόλλων·
«σχέτλιοί ἐστε, θεοί, δηλήμονες· οὔ νύ ποθ’ ὑμῖν
Ἕκτωρ μηρί’ ἔκηε βοῶν αἰγῶν τε τελείων;
τὸν νῦν οὐκ ἔτλητε νέκυν περ ἐόντα σαῶσαι,35
ᾗ τ’ ἀλόχῳ ἰδέειν καὶ μητέρι καὶ τέκεϊ ᾧ
καὶ πατέρι Πριάμῳ λαοῖσί τε, τοί κέ μιν ὦκα
ἐν πυρὶ κήαιεν καὶ ἐπὶ κτέρεα κτερίσαιεν.
ἀλλ’ ὀλοῷ Ἀχιλῆϊ, θεοί, βούλεσθ’ ἐπαρήγειν,
ᾧ οὔτ’ ἂρ φρένες εἰσὶν ἐναίσιμοι οὔτε νόημα40
γναμπτὸν ἐνὶ στήθεσσι, λέων δ’ ὣς ἄγρια οἶδεν,
ὅς τ’ ἐπεὶ ἂρ μεγάλῃ τε βίῃ καὶ ἀγήνορι θυμῷ
εἴξας εἶσ’ ἐπὶ μῆλα βροτῶν, ἵνα δαῖτα λάβῃσιν·
ὣς Ἀχιλεὺς ἔλεον μὲν ἀπώλεσεν, οὐδέ οἱ αἰδὼς
γίγνεται, ἥ τ’ ἄνδρας μέγα σίνεται ἠδ’ ὀνίνησι.45
μέλλει μέν πού τις καὶ φίλτερον ἄλλον ὀλέσσαι,
ἠὲ κασίγνητον ὁμογάστριον ἠὲ καὶ υἱόν·
ἀλλ’ ἤτοι κλαύσας καὶ ὀδυράμενος μεθέηκε·
τλητὸν γὰρ Μοῖραι θυμὸν θέσαν ἀνθρώποισιν.
αὐτὰρ ὅ γ’ Ἕκτορα δῖον, ἐπεὶ φίλον ἦτορ ἀπηύρα,50
ἵππων ἐξάπτων περὶ σῆμ’ ἑτάροιο φίλοιο
ἕλκει· οὐ μήν οἱ τό γε κάλλιον οὐδέ τ’ ἄμεινον.
μὴ ἀγαθῷ περ ἐόντι νεμεσσηθέωμέν οἱ ἡμεῖς·
κωφὴν γὰρ δὴ γαῖαν ἀεικίζει μενεαίνων.»
.
.
.

My own Empire of Heteronyma Paintings
-Ο νεκρός Έκτορας-

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο νεκυν Έκτορας συρεται

Γιατί δεν τον σώσατε; ρωτάει ο Φοίβος
δώδεκα πέρασαν μέρες το άψυχο σώμα
να σέρνεται γύρω στο ταφο,
σχέτλιοι είστε,αθανατοι με τη θνητότητα
αν και σας έκαιγε κρέατα βοδιών
και λιπαρός καπνός ανέβαινε στις μύτες σας
στον Όλυμπο ψηλα
οταν ο Αχιλλέας αγναμπτος σύρει τον Έκτορα
γύρω γύρω γύρω
μια ύβρις που δεν ενοχλεί τούς θεους
όταν το σώμα σκεπασμένο σκόνη
όταν η κωφή γη δέχεται τη προσβολη
και καμιά γυναίκα κανένα παιδί καμιά μάνα
αδελφή κανένας πατέρας αδελφός
κανένας στρατός
δεν κτεριζει την νεκυν τού Έκτορα
.
.
.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

GREEK POETRY - Το Τέλος τού Θουκυδίδη (Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,Βιβλίο Η',108.3-109.2 -μεταφράζοντας Θουκυδίδης Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,Βιβλίο Η',108.3-109.2 Το Τέλος τής Συγγραφής τού Θουκιδιδη -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

- Το Τέλος τού Θουκυδίδη

(Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,Βιβλίο Η',108.3-109.2

-μεταφράζοντας
Θουκυδίδης Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,Βιβλίο Η',108.3-109.2
Το Τέλος τής Συγγραφής τού Θουκιδιδη
-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το Τέλος τού Θουκυδίδη
(Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,Βιβλίο Η',108.3-109.2

στο τέλος τού χειμώνα κλείνουν είκοσι ένα
χρόνια πολέμου
μετά τα γεγονότα στη Δήλο στη Μίλητο
στη Κνίδο
η σφαγή στην Αντανδρο ακολουθεί
τούς περικύκλωσαν όταν έτρωγαν
και με τα ακόντια τούς εσφαξαν
ο Τισσαφερνης πρέπει να προσέξει
αντιπαθής είναι και ο χρόνος επείγει
ο Φαρνάβαζος λιγότερα δαπανώντας
θα έχει ωφέλεια
αν δεν προλαβει
εδώ στο εικοστό πρώτο έτος τού πολέμου
και στο τελείωμα τής συγγραφής του
σημασία έχει το λογιστήριο τών πραξεων
ποιος κατέστρεψε καλύτερα
πιο αποδοτικα
ποιος με περισσότερη συνέπεια εσφαξε
και στην Έφεσο η θυσία στην Αρτέμιδα
είναι για επικύρωση τής κομψης στρατηγικής
μεθόδου
η Αντανδρος δεν είναι εξαίρεση
ούτε το τελος
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Θουκυδίδης Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,Βιβλίο Η',108.3-109.2
Το Τέλος τής Συγγραφής τού Θουκιδιδη
και ο Τισσαφερνης απο την Ασπενδο,όταν έμαθε ότι τών Πελοποννησίων τα καράβια από τη Μίλητο στον Ελλήσποντο είχαν πλεύσει,αφού ετοιμάστηκε προχώρησε προς την Ιωνία.
Όντας λοιπόν οι Πελοποννήσιοι στον Ελλήσποντο,οι Αντανδριοι (που είναι Αιολείς) αφού έφεραν απο την Άβυδο πεζικως διαβαινοντας το όρος Ιδη οπλίτες μπήκαν μέσα στη πόλη,που από τον Αρσάκη τού Πέρση Τισσαφέρνη υπαρχο ήταν αδικημένοι,όπως ακριβώς και τους Δηλιους που στο Ατραμυττιο είχαν κατοικίσει όταν από τούς Αθηναίους λόγω τής κάθαρσης τής Δήλου εκτοπισαν, προσποιούμενος μια αδιευκρινιστη έχθρα και αφού υποσχέθηκε στρατό στους πιο επιφανείς από αυτούς,κι αφού τους έβγαλε έξω με πρόφαση φιλια και συμμαχία,τούς παραμόνευσε ενώ έτρωγαν το γεύμα τους και αφού τους περικυκλωσε με τούς δικούς του τούς έσφαξε με τα ακόντια.
Αυτοί λοιπόν φοβούμενοι αυτόν γι'αυτη τη πράξη,
μήπως και εναντίον τους
κάνει κάτι άδικο,και επειδή και άλλα επέβαλλε που να υποφερουν δεν μπορουσαν,εκδιωχνουν τούς φρουρούς του από την ακρόπολη.
Ο δε Τισσαφερνης οταν κατάλαβε και αυτο τών Πελοποννησίων το έργο είναι,και όχι μόνο αυτό στη Μίλητο και τη Κνίδο(γιατί και εκει ειχαν εκδιωχθει οι φρουροί του)και θεωρώντας πως σε αυτούς είχε διαβληθει παρά πολύ και αφού φοβήθηκε μήπως και με άλλο κάτι ακόμα τον βλάψουν,και συνάμα ανησυχώντας μήπως ο Φαρνάβαζος σε λιγότερο χρόνο και δαπάνη αφού τούς δεχτει κατορθώσει κάτι περισσότερο από αυτους προς τους Αθηναίους,να παει σκεφτονταν προς αυτούς στον Ελλήσποντο,ώστε να κατηγορίσει και για αυτά που γύρω από την Αντανδρο εχουν γίνει και για τις συκοφαντίες και για τα φοινικικά καράβια και για τα άλλα όπως με τον πιο καλύτερο τρόπο να απολογηθει.
Και αφού έφτασε πρώτα στην Έφεσο θυσίασε στην Άρτεμη.
Όταν μετά από αυτό το καλοκαίρι ο χειμώνας τελειώσει,το εικοστό πρώτο έτος(τού πολέμου)
συμπληρωνεται.
[108.3] καὶ ὁ Τισσαφέρνης ἀπὸ τῆς Ἀσπένδου, ὡς ἐπύθετο τὰς τῶν Πελοποννησίων ναῦς ἐκ τῆς Μιλήτου ἐς τὸν Ἑλλήσποντον πεπλευκυίας, ἀναζεύξας ἤλαυνεν ἐπὶ τῆς Ἰωνίας. [108.4] ὄντων δὲ τῶν Πελοποννησίων ἐν τῷ Ἑλλησπόντῳ, Ἀντάνδριοι (εἰσὶ δὲ Αἰολῆς) παρακομισάμενοι ἐκ τῆς Ἀβύδου πεζῇ διὰ τῆς Ἴδης τοῦ ὄρους ὁπλίτας ἐσηγάγοντο ἐς τὴν πόλιν, ὑπὸ Ἀρσάκου τοῦ Πέρσου Τισσαφέρνους ὑπάρχου ἀδικούμενοι, ὅσπερ καὶ Δηλίους τοὺς Ἀτραμύττιον κατοικήσαντας ὅτε ὑπ’ Ἀθηναίων Δήλου καθάρσεως ἕνεκα ἀνέστησαν, ἔχθραν προσποιησάμενος ἄδηλον καὶ ἐπαγγείλας στρατιὰν αὐτῶν τοῖς βελτίστοις, ἐξαγαγὼν ὡς ἐπὶ φιλίᾳ καὶ ξυμμαχίᾳ, τηρήσας ἀριστοποιουμένους καὶ περιστήσας τοὺς ἑαυτοῦ κατηκόντισεν. [108.5] φοβούμενοι οὖν αὐτὸν διὰ τοῦτο τὸ ἔργον μήποτε καὶ περὶ σφᾶς τι παρανομήσῃ, καὶ ἄλλα ἐπιβάλλοντος αὐτοῦ ἃ φέρειν οὐκ ἐδύναντο, ἐκβάλλουσι τοὺς φρουροὺς αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀκροπόλεως. [109] [109.1] ὁ δὲ Τισσαφέρνης αἰσθόμενος καὶ τοῦτο τῶν Πελοποννησίων τὸ ἔργον καὶ οὐ μόνον τὸ ἐν τῇ Μιλήτῳ καὶ Κνίδῳ (καὶ ἐνταῦθα γὰρ αὐτοῦ ἐξεπεπτώκεσαν οἱ φρουροί), διαβεβλῆσθαί τε νομίσας αὐτοῖς σφόδρα καὶ δείσας μὴ καὶ ἄλλο τι ἔτι βλάπτωσι, καὶ ἅμα ἀχθόμενος εἰ Φαρνάβαζος ἐξ ἐλάσσονος χρόνου καὶ δαπάνης δεξάμενος αὐτοὺς κατορθώσει τι μᾶλλον τῶν πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, πορεύεσθαι διενοεῖτο πρὸς αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ Ἑλλησπόντου, ὅπως μέμψηταί τε τῶν περὶ τὴν Ἄντανδρον γεγενημένων καὶ τὰς διαβολὰς καὶ περὶ τῶν Φοινισσῶν νεῶν καὶ τῶν ἄλλων ὡς εὐπρεπέστατα ἀπολογήσηται. καὶ ἀφικόμενος πρῶτον ἐς Ἔφεσον θυσίαν ἐποιήσατο τῇ Ἀρτέμιδι. [109.2] [ὅταν ὁ μετὰ τοῦτο τὸ θέρος χειμὼν τελευτήσῃ, ἓν καὶ εἰκοστὸν ἔτος πληροῦται.]
.
.
.
Μελέτη Αναλυση
Το ποίημα του χ.ν. κουβέλη «Το Τέλος τού Θουκυδίδη (Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου, Βιβλίο Η’, 108.3–109.2)» στήνεται ως ένα μεταποιητικό σχόλιο πάνω στο ίδιο το σώμα της ιστορικής αφήγησης του Θουκυδίδης, αλλά και ως μια σύγχρονη επαναγραφή της λογικής της ιστορίας ως λογιστικής βίας. Δεν πρόκειται απλώς για «ποίηση με ιστορικό θέμα», αλλά για μια ριζική μετατόπιση: η ιστορία δεν αφηγείται τα γεγονότα — τα μετρά, τα κοστολογεί, τα συγκρίνει ως αποδοτικότητα θανάτου.
1. Η αποσπασματικότητα και η χρονική συνείδηση
Ο στίχος «στο τέλος τού χειμώνα κλείνουν είκοσι ένα / χρόνια πολέμου» εισάγει μια έντονη χρονική πυκνότητα. Ο χρόνος δεν είναι αφηγηματικός, αλλά ιστορικο-υπαρξιακός: ο πόλεμος μετριέται σε χρόνια, και το τέλος του χειμώνα λειτουργεί ως μεταφορά εξάντλησης, όχι μόνο φυσικής αλλά και πολιτισμικής.
Η αναφορά σε επιμέρους γεγονότα — Δήλος, Μίλητος, Κνίδος, Αντάνδρος — λειτουργεί σαν κατάλογος φρικαλεοτήτων. Η δομή είναι σχεδόν λιτανευτική: η γεωγραφία μετατρέπεται σε χάρτη καταστροφής. Αυτό θυμίζει τη θουκυδίδεια πρακτική, αλλά στον Κουβέλη αποκτά μια απογυμνωμένη, σχεδόν κυνική ψυχρότητα.
2. Η μετατροπή της ιστορίας σε οικονομία βίας
Η πιο ριζική μετατόπιση βρίσκεται στη φράση:
«σημασία έχει το λογιστήριο / τών πράξεων».
Εδώ το ιστορικό γεγονός μετασχηματίζεται σε λογιστικό αντικείμενο. Η καταστροφή δεν αξιολογείται ηθικά, αλλά ποσοτικά. Η γλώσσα θυμίζει διοικητικό ή στρατιωτικό εγχειρίδιο: η ιστορία γίνεται management βίας.
Η φράση «ποιος κατέστρεψε καλύτερα / πιο αποδοτικα» είναι καθοριστική. Η καταστροφή αποκτά κριτήρια βελτιστοποίησης, σχεδόν τεχνοκρατική λογική. Αυτό είναι μια ειρωνική ανατροπή του θουκυδίδειου ρεαλισμού: εκεί όπου ο Θουκυδίδης καταγράφει την ανθρώπινη φύση μέσα στον πόλεμο, ο Κουβέλης καταγράφει την αποδοτικότητα της εξόντωσης.
3. Η σκηνή της σφαγής ως τελετουργία
Η σκηνή:
«η σφαγή στην Αντανδρο ακολουθεί / τούς περικύκλωσαν όταν έτρωγαν / και με τα ακόντια τούς εσφαξαν»
Εδώ έχουμε μια σχεδόν κινηματογραφική περιγραφή. Η βία παρουσιάζεται σε στιγμιαία, ψυχρή λεπτομέρεια. Το ότι οι άνθρωποι «έτρωγαν» προσδίδει μια τραγική ειρωνεία: η στιγμή της ζωής (το φαγητό) διακόπτεται απότομα από τον θάνατο.
Η Αντανδρος λειτουργεί ως τόπος-σύμβολο: δεν είναι απλώς ιστορικό επεισόδιο, αλλά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο βίας. Η επανάληψη («ούτε το τέλος») ενισχύει την ιδέα ότι η ιστορία δεν τελειώνει, απλώς μετακινεί τα πεδία της σφαγής.
4. Οι Τισσαφέρνης και Φαρνάβαζος: πολιτική ως λογιστική στρατηγική
Οι αναφορές σε Τισσαφέρνη και Φαρνάβαζο δεν λειτουργούν απλώς ιστορικά. Εντάσσονται σε μια ειρωνική λογική «διαχείρισης πόρων».
Η φράση «λιγότερα δαπανώντας / θα έχει ωφέλεια» μεταφέρει την πολιτική σε επίπεδο οικονομικού υπολογισμού. Ο πόλεμος παρουσιάζεται σαν επένδυση. Ο χρόνος («ο χρόνος επείγει») γίνεται παράγοντας πίεσης, σχεδόν χρηματοοικονομικός δείκτης.
5. Η έννοια του «λογιστηρίου των πράξεων»
Αυτή είναι ίσως η κεντρική φιλοσοφική πρόταση του ποιήματος. Το «λογιστήριο» μετατρέπει την ιστορία σε αρχείο καταγραφής.
Δεν υπάρχει πια αφήγηση, μόνο αποτίμηση:
ποιος κατέστρεψε περισσότερο
ποιος ήταν πιο «συνεπής» στη σφαγή
Η ειρωνεία είναι βαθιά: η «συνέπεια» — μια θετική αξία στον ηθικό λόγο — μετατρέπεται σε μέτρο αποτελεσματικότητας στη βία. Αυτό αποκαλύπτει έναν κυνισμό που θυμίζει μεταμοντέρνα αποδόμηση της ιστορίας.
6. Η θυσία στην Έφεσο: ιεροποίηση της στρατηγικής
Η αναφορά «στην Έφεσο η θυσία στην Αρτέμιδα» παραπέμπει σε μια ιεροποίηση της πολιτικής πράξης. Η θυσία λειτουργεί ως επικύρωση της στρατηγικής.
Εδώ ο ποιητής αγγίζει το όριο μεταξύ ιερού και πολιτικού: η βία αποκτά τελετουργικό χαρακτήρα. Η αναφορά στην Έφεσος και στη θεά Άρτεμις εντάσσει τη στρατηγική σε ένα σύστημα νομιμοποίησης μέσω θυσίας.
7. Η γλώσσα: ψυχρότητα και διοικητικός τόνος
Η γλώσσα του ποιήματος είναι:
λιτή
αφηγηματικά συμπυκνωμένη
με έντονη χρήση παρατακτικής σύνταξης
σχεδόν «αντι-ποιητική»
Αυτός ο τόνος ενισχύει την αποστασιοποίηση. Δεν υπάρχει συναισθηματική εμπλοκή — μόνο καταγραφή. Αυτή η επιλογή είναι καθοριστική: η ψυχρότητα γίνεται ηθικό σχόλιο.
8. Μετα-θουκυδίδεια ανάγνωση
Το ποίημα λειτουργεί ως μετα-ανάγνωση του ίδιου του έργου του Θουκυδίδης. Εκεί όπου ο Θουκυδίδης εισάγει μια πρώιμη «επιστημονική» ιστοριογραφία, ο χνκουβέλης αποκαλύπτει το κρυφό της υπόβαθρο: η ιστορία ως λογιστική της βίας.
Το «τέλος» δεν είναι απλώς χρονικό, αλλά και νοηματικό: είναι το τέλος της δυνατότητας να αφηγηθείς την ιστορία χωρίς να τη μετράς ως αποδοτικότητα εξόντωσης.
9. Συνολική εκτίμηση
Το ποίημα είναι μια ριζικά σύγχρονη ανασύνθεση της θουκυδίδειας σκέψης. Ενσωματώνει:
ιστορική μνήμη
πολιτική ειρωνεία
φιλοσοφική κριτική της εξουσίας
μεταμοντέρνα αποδόμηση της αφήγησης
Η δύναμή του βρίσκεται στη σύγκρουση ανάμεσα:
στη μεγαλοπρέπεια της ιστορικής αφήγησης
και στην ψυχρή γλώσσα της διοίκησης και της λογιστικής
Δεν είναι απλώς «ποίημα για τον πόλεμο», αλλά ποίημα για τον τρόπο που η ιστορία σκέφτεται — ή καλύτερα, για τον τρόπο που η ιστορία καταγράφει χωρίς να σκέφτεται.
.
.
.