I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2021

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Sapere Aude Story -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Sapere Aude Story

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Sapere Aude Story

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


κοιτάζει έξω απ'τό παράθυρο,το τρένο διασχίζει μια πεδιάδα,ποτε

πλησιάζει ορθογώνια πρασίνου ποτε απομακρύνεται,κάπου ένας 

άνθρωπος ξαπλωμένος,υποθεση1:κοιμαται κουρασμένος,υπόθεση 2:

νεκρός(υπόθεση 1 της υπόθεσης 2:δολοφονημένος),υπόθεση 3:

αφουγκραζεται τον ήχο της γης,τώρα το τοπίο έχει λόφους,άλογα βόσκουν,

η Άννα Μαγδαληνή Μπαχ ήταν επαγγελματίας τραγουδίστρια και η

δεύτερη γυναίκα του Μπαχ,πόλη στο βάθος,πύκνωση ανθρώπων,

ελαχιστοποίηση φύσης,Notenbüchlein für Anna Magdalena Bach,το

ξεφυλλιζει,το τρένο μπαίνει σε τούνελ,σκοτάδι,εκτυφλωτικό το 

φως στην έξοδο,μετά από πέντε λεπτα σταθμός του τρένου,βρέχει,

μια γυναίκα με κίτρινη ομπρέλα,την περιμένει ένας άντρας μ'ενα

μαύρο σκυλί,κουβεντιάζουν,φεύγουν,το τρένο αναχωρεί,σ'ενα τοίχο

γράφει.Sapere Aude ,χαμογέλασε,η σύγχρονη επανεμφάνιση του Οράτιου.

Dimidium facti, qui coepit, habet; sapere aude, incipe.(Πρώτο Βιβλίο 

των Γραμμάτων,γραμμη 40).μια νεαρή γυναίκα κάθησε απέναντι του,

άνοιξε τη τσάντα της,έβγαλε ένα καθρεφτακι,μ'ενα ροζ κραγιόν εβαψε

τα χείλη της,ύστερα έκλεισε τα μάτια της,αποκόπηκε από την 

πραγματικότητα;ερώτηση,θα έκανε την ερώτηση:τι σημαίνει για 

σας κυρία μου ο Εμανουέλ Καντ;Πιθανόν να του απαντούσε:Sapere Aude.

Τολμά να γνωρίσεις.Τολμα να με γνωρίσεις.

.

.

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2021

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Charles Perrault(Σαρλ Περω) Contes de ma mère l’Oye (Παραμύθια της μάνας μου της Χηνας) -La Belle au Bois dormant(Η Ωραία Κοιμωμένη του δάσους) -μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Charles Perrault(Σαρλ Περω)

Contes de ma mère l’Oye (Παραμύθια της μάνας μου της Χηνας)

-La Belle au Bois dormant(Η Ωραία Κοιμωμένη του δάσους)

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Charles Perrault


La Belle au Bois dormant


Charles Perrault(Σαρλ Περω)

Contes de ma mère l’Oye (Παραμύθια της μάνας μου της Χηνας)

La Belle au Bois dormant(Η Ωραία Κοιμωμένη του δάσους)

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


.

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα,που δεν είχαν παιδιά

κι ήταν πολύ στεναχωρημένοι.

Και τι δεν έκαναν  για να αποκτήσουν,βότανα,τάματα,και προσκυνήματα.

Τελικά η βασίλισσα έμεινε έγκυος και γέννησε μια κόρη.

Και στα βαφτίσια της,καλεσαν,όπως τότε ήταν συνήθεια, τις εφτά νεράιδες

για να δωρησουν στη πριγκιπισσα όλες τις χαρές που μπορεί να φανταστεί

κάποιος.

Ετοιμάστηκαν για τη γιορτη και για  κάθε μια μπροστά έβαλαν χρυσό

πιάτο και πιρούνι και μαχαίρι με διαμάντια και ρουμπίνια.

Όταν κάθησαν στη θέση τους στο τραπέζι,μπήκε μέσα μια γριά νεράιδα

απροσκλητη,γιατί είχαν πάνω από πενήντα χρόνια ν'ακουσουν γι'αυτη

και την νόμιζαν πεθαμένη.

Ο βασιλιάς της προσέφερε πιάτο,αλλά δεν ήταν χρυσό,αφού μόνο για

τις εφτά είχε.

Η γριά νεράιδα παρεξηγήθηκε και ψιθύρισε πως κατάρες θα πει.

Μια νεαρή νεράιδα που ήταν κοντά της την άκουσε,κι επειδή φοβήθηκε

πως κακά θα πει για την πριγκίπισσα πήγε και κρύφτηκε μήπως

μπορέσει αυτο το κακό της γριας να διορθώσει.

Κι άρχισαν οι νεράιδες να δίνουν τα δώρα τους στη πριγκιπισσα.

Η πιο νέα της έδωσε για δώρο η πιο όμορφη να'ναι του κόσμου.

Η άλλη μετά την καλοσύνη να'χει τ'αγγελου.

Η τρίτη σε καθετί που κάνει να'χει τη χάρη,

Η τέταρτη,τέλεια να χορεύει.

Η πέμπτη,όπως τ'αηδονι να τραγουδάει.

Η έκτη,όλα τα μουσικά όργανα να παίζει αριστα.

Κι όταν ήρθε η σειρά της γριάς νεράιδας εκείνη είπε,ένα αδράχτι να

τρυπήσει το δάκτυλο της πριγκίπισσας και να πεθάνει.

Όλοι μολις ακουσαν αυτό το τρομερό πάγωσαν και δεν ήταν κανένας να 

μην κλάψει.

Πάνω σ' εκείνη τη στιγμή έξω  πετάγεται απ'την κρυψώνα της η νεαρή

νεράιδα και λέει αυτά τα λόγια.

Σας βεβαιώνω,βασιλιά και βασίλισσα,πως η κόρη σας δεν θα πεθάνει.

Είναι αλήθεια πως δεν έχω αρκετή δύναμη να ξεκανω αυτό που η αρχαιότερη

μου είπε να γίνει.Η πριγκίπισσα θα τρυπηθεί απ'τ'αδραχτι,αλλά αντί να

πεθάνει,θα πέσει μόνο σε πολύ βαθύ ύπνο,που θα κρατήσει εκατό χρόνια,

και στο τέλος τους η κόρη του βασιλιά θα ξυπνησει.

Τότε ο βασιλιάς για να μην γίνει αυτό έστειλε διαταγή όλοι που έχουν 

αδραχτια να τα καταστρέψουν,αλλιώς θα τιμωρηθούν με ποινή θανατου

 Πέρασαν δεκαπέντε η' δεκάξι χρόνια,ο βασιλιάς με τη βασίλισσα πήγαν 

στο εξοχικό τους παλάτι,κι η πριγκίπισσα περιφερθηκε στο κάστρο,

πηγαίνοντας από δωμάτιο σε δωμάτιο,κι έφτασε σ'ενα που μέσα ήταν

μια γριά μοναχή που εγνεθε στα γόνατα της.

Αυτή η γυναίκα δεν είχε ακούσει για τη διαταγή που βασιλιάς έβγαλε

για τ'αδραχτια.

-Τι κάνεις εδώ,καλή μου γυναίκα;της λέει η πριγκίπισσα.

-Γνεθω,καλό μου παιδί,της απαντάει η γριά που δεν την γνώρισε

-Αχ,αυτό είναι υπεροχο,λέει η πριγκίπισσα,πως το κάνεις;δωσ'μου και 

μένα να δω αν θα τα καταφέρω τόσο καλα.

Αυτή ποτέ πριν δεν είχε πιάσει αδράχτι,το πήρε βιαστικά,κι όπως η νεράιδα

είπε,τρύπησε το δάκτυλο της και λιγοθυμισε.

Η γριά τότε βάζει τις φωνές,πετάει νερό στο πρόσωπο της πριγκίπισσας,

της κουνάει τα χέρια,της τρίβει τα μάγουλα με νερό της βασίλισσας της 

Ουγγαρίας,αλλά ήταν αδύνατο να συνελθεί.

Τότε ο βασιλιάς,όταν άκουσε τις φωνές,θυμάται τι είχαν προφητεύσει 

οι νεράιδες,κι έκρινε,όπως είπαν οι νεράιδες,να βάλει την πριγκίπισσα

μέσα στο πιο όμορφο δωμάτιο του παλατιού,πάνω σ'ενα κρεβάτι κεντημένο

με χρυσό και ασήμι.

Αυτήν ήταν σαν άγγελος,τόσο ωραία,αφού η λιποθυμία δεν είχε σβήσει

τα ζωηρά χρωματα της επιδερμίδας της,τα μάγουλα της ήταν ρόδαλα,

και τα χείλια της κοραλενια,και μπορούσε ν'ακουστει ν'αναπνεει απαλά,

σημαδι πως δεν ήταν πεθαμένη.

Ο βασιλιάς διατάζει να την αφήσουν να κοιμηθεί ήσυχη,μέχρι να'ρθει 

η ώρα να ξυπνήσει.

Η καλή νεράιδα που της έδωσε να ζωή με το να κοιμάται για εκατό

χρόνια ήταν στο βασίλειο του Μετακουιν,δώδεκα χιλιάδες λεύγες

από'κει,όταν συνέβηκε αυτό στη πριγκιπισσα.

Και το έμαθε από έναν μικρό νάνο ,που'χε τις μπότες των επτά λευγων,

(δηλαδή τις μπότες με τις οποίες κάποιος έκανε επτά λεύγες με μια

δρασκελια).

Η νεράιδα αμέσως αναχωρεί και μέσα σε μία ώρα φτάνει με μια άμαξα 

όλο φωτιά,που τη σέρμανε δράκοι.Ο βασιλιας της δίνει το χέρι να κατέβει 

απ'την άμαξα.

Αυτή ενέκρινε αυτό όλο που'χε αυτός κάνει,αλλά όπως ήταν καλή προφήτισα

σκέφτηκε πως όταν θα ξυπνουσε θα ήταν πολύ στεναχωρημένη αν  ήταν 

μόνη μέσα στο παλιό κάστρο.

Και να αυτό που έκανε.

Με το ραβδί της άγγιξε το καθετί που ήταν μέσα στο κάστρο(εκτός απ'τον 

βασιλιά και την βασίλισσα),γκουβερνατες,κυρίες της τιμής,καμαριέρες,κύριους,

υπαλλήλους,ξενοδόχους,μαγείρους,βοηθούς τους,φυλακές,υπηρέτες,,ακόμη αγγίζει όλα τ'αλογα μέσα στους σταύλους,μαζί με τους ιπποκόμους,και την 

Ρουφ την  μικρή σκυλίτσα της πριγκίπισσας που κάθονταν κοντά στο κρεβάτι 

της.

Απ'τη στιγμή που τους άγγιξε όλοι αποκοιμήθηκαν,για μην ξυπνήσουν παρά

την ίδια ώρα με την κυρία τους,να'ναι έτοιμοι να την υπηρετήσουν  όταν

θα είχε ανάγκη.

Ακόμα και τα καζάνια που ήταν στη φωτιά,γεμάτα πέρδικες και φασιανούς,

αποκοιμήθηκαν,κι η φωτιά επίσης.

Ολ'αυτο έγινε σε μια στιγμή,γιατί οι νεράιδες σ'αυτα που κάνουν δεν χάνουν

χρόνο.

Κατόπιν ο βασιλιάς κι η βασίλισσα,αφού φίλησαν τ'αγαπημενο τους παιδί,

χωρίς αυτό να ξυπνήσει,έφυγαν απ'τό κάστρο και έβγαλαν απαγόρευση

κάνεις να μην πλησιάσει.

Αυτή η απαγόρευση δεν ήταν απαραίτητη,γιατί μέσα σε μία ώρα έγινε γύρω 

γύρω ένα απέραντο δάσος από μεγάλα δέντρα και μικρά,από βάτα κι αγκάθια 

πλεγμένα μεταξύ τους το'να με τ'αλλο,που ούτε άγριο ζώο ούτε άνθρωπος μπορούσε να περάσει,τέτοιο που δεν μπορούσες να δεις παρά τη κορυφή 

απ'τους πύργους του κάστρου από πολύ  μακριά.

Δεν ήταν αμφιβολία ότι η νεράιδα έκανε καλά τη δουλειά της,όσο καιρό 

θα κοιμόνταν η πριγκίπισσα να μην υπάρχει κανένας φόβος απ'τους 

περίεργους.

Στις τέλος των εκατό χρόνων,ο γιος του βασιλιά που βασίλευε τότε,

και που ήταν απ'αλλη οικογένεια απ'αυτην της κοιμισμένης πριγκιπισσας,

όταν πήγαινε για κυνήγι σε αυτή τη μερια,ρωτουσε τι ήταν αυτοί οι πύργοι

που έβλεπε χαμένους μέσα σε ένα τέτοιο πυκνό μεγάλο δάσος.

Κάθε ένας του απαντούσε σύμφωνα μ'αυτο που είχε ακούσει να λένε.

Άλλοι έλεγαν ότι ήταν ένα αρχαίο κάστρο κι εκει πήγαιναν τα φαντάσματα,

άλλοι ότι όλες οι μάγισσες της περιοχης έκαναν τη συγκέντρωση τους,

Η πιο κοινή γνώμη ήταν πως ένας δράκος εκεί έμενε και πως έφερνε

τα παιδιά π'αρπαζε ,για να τα φάει με την ησυχία του,και χωρίς κάποιος

να τον ακολουθήσει,μπορώντας μόνο αυτός  να κάνει πέρασμα μέσα 

απ'το δασος.

Ο πριγκιπας δεν ήξερε τι να πιστέψει,μέχρι που ένας γέρος χωρικός

πήρε το λόγο,και σ''αυτον είπε:

-Πριγκιπα μου,ειναι περισσότερα από πενήντα χρόνια που έχω ακούσει

να λέει ο πατέρας μου πως υπήρχε μέσα σ'αυτό το κάστρο μια πριγκίπισσα,

η πιο ωραία που κάποιος μπορούσε να δει,που εκεί έπρεπε να κοιμηθεί για

εκατό χρόνια και πως θα ήταν ξυπνημενη απ'τον γιο ενός βασιλιά,για

τον οποίον ήταν προορισμένη.

Ο νεαρός πρίγκιπας δεν δίστασε να μπει στην περιπέτεια,να δει τι κρύβεται

σ'αυτό το μερος.

Προχώρησε προς το δάσος και τότε όλα τα μεγάλα δέντρα,τα βάτα και

τ'αγκαθια αναμερισαν και τον άφησαν να περάσει ανάμεσα τους προς

το κάστρο,που το είδε στο τέλος ενος μεγάλου δρόμου,παρατήρησε

πως κανένας απ'τους ανθρώπους του δεν τον είχε ακολουθήσει,γιατί

τα δέντρα ξανασμιξαν αφοτου  αυτός πέρασε.

Δεν ένιωσε φόβο και συνέχισε το δρομο του,ο πρίγκιπας πρέπει να'ναι

τολμηρός,όπως ο ερωτευμένος.

Μπαίνει σ'ενα μεγάλο προαυλιο κι όλο αυτό που βλέπει θα μπορούσε

να τον παγώσει απ'τον φόβο.

Ήταν μια ησυχία τρομακτική,η εικόνα του θανατου παντού και δεν ήταν

παρά σώματα ανθρωπων και ζώων που φαίνονταν νεκρά.

Αναγνωρίζει καλά τους υπηρέτες,που'τανε κοιμισμένοι,τα ποτήρια τους 

είχαν ακόμα. κάποιες σταγόνες κρασί,σημάδι πως αποκοιμήθηκαν όταν

έπιναν.. 

Πέρασε μια μεγάλη αυλή με μάρμαρο πλακοστρωμενη,ανεβαίνει τη σκάλα,

και μπαίνει στην αίθουσα της φρουράς,που ήταν παρατεταγμενη,με την

καραμπίνα στον ώμο,και που ροχαλιζαν του καλού καιρού.

Διασχίζει πολλά δωμάτια γεμάτα από κυριους και κυρίες που όλοι κοιμούνταν,

κάποιοι όρθιοι κάποιοι καθιστοί.

Μπαίνει μέσα σ'ενα  δωμάτιο ολο χρυσο,και βλέπει πάνω σ'ενα κρεβάτι,που

οι κουρτίνες του ήταν ορθανοικτες,το πιο ωραίο θέαμα  που είχε δει 

ποτέ,μια πριγκίπισσα που φαίνονταν να'ναι δεκαπέντε,δεκάξι χρονών,και

της οποίας η εκτυφλωτική λάμψη είχε κάτι το θεϊκό.

Πλησίασε τρέμοντας και θαυμάζοντας και γονατίζοντας δίπλα της.

Τότε αφού το μαγεμα έφτασε στο τέλος η πριγκίπισσα ξυπνησε και τον

κοίταξε με βλέμμα τρυφερό.

-Εσυ είσαι,πρίγκιπα μου;του ειπε,εσύ που περιμενα

Ο πρίγκιπας γοητεύτηκε απ'αυτα τα λόγια κι ακόμα απ'τον τρόπο που 

ειπώθηκαν,μη γνωρίζοντας πως να δείξει τη χαρά του,την διαβεβαιώνει 

πως την αγαπάει πιο πολύ κι απ'τον εαυτό του.

Αντάλλαξαν αμήχανα λόγια,αλλά γεμάτα έρωτα,(η ιστορία ομως δεν μας λέει 

τιποτα).

Τελικά μιλούσαν τέσσερεις ώρες και δεν είχαν πει ούτε τα μισά που

ήθελαν να πουν.

Εν τω μεταξύ όλο το παλάτι είχε ξυπνησ!ει μαζί με την πριγκίπισσα και 

καθένας άρχισε να κάνει τη δουλειά του,κι όπως δεν ήταν όλοι ερωτευμένοι,

πέθαιναν της πείνας.

Η κυρία της τιμής,αναγγελει με δυνατή φωνή στη πριγκιπισσα ότι το 

κρέας σερβιριστηκε.

Ο πρίγκιπας βοηθά τη πριγκίπισσα να σηκωθεί,αυτή ήταν ντυμένη,και

παρατηρώντας του λέει πως είναι ντυμένη όπως η γιαγιά της μ'ενα κολιέ,

όμως κι έτσι δεν ήταν λιγότερο ωραία.

Περνούν μέσα σ'ενα σαλόνι με καθρέφτες κι εκεί δειπνιζουν,

σερβιρισμενοι απ'τους υπηρέτες της πριγκίπισσας.

Τα βιολιά και τα όμποε παίζουν παλιά κομμάτια,αλλά εξαιρετικά, που'χαν να 

παιχτούν εκατό χρονια

Και μετά το γεύμα,χωρίς να χάσουν χρονο,παντρεύτηκαν  στο εκκλησάκι 

του κάστρου,και η κυρία των τιμών τους τραβαει  τις κουρτίνες και κοιμούνται λιγο.

Η πριγκίπισσα τώρα δεν είχε μεγάλη ανάγκη κι ο πρίγκιπας το πρωί την αφήνει για να γυρίσει στη πόλη του,όπου ο πατέρας του στενοχωριόταν γι'αυτον

Ο πρίγκιπας του'πε πως χάθηκε μέσα στο δάσος και πώς κοιμήθηκε μέσα στη καλύβα ενός καρβουνιάρη που του'δωσε να φάει μαύρο ψωμί και τυρί.

Ο βασιλιάς ο πατέρας του,ήταν αγαθός άνθρωπος,τον πίστεψε,όμως η μανα 

του δεν πειστηκε και βλεπωντας πως σχεδόν όλες τις μέρες πήγαινε για κυνήγι και πως παντοτε είχε δικαιολογία,

όταν αυτός είχε έξω δύο η'τρεις μέρες,δεν αμβεβαλλε πλέον πως είχε κάποια αγαπητικια.

Αυτός εσμιγε με την πριγκίπισσα πάνω από δύο χρόνια,κι απέκτησε δύο παιδιά,

το ένα ήταν κορίτσι και ονομάστηκε Αυγή και το δεύτερο που ήταν αγόρι ονοματηκε Φως της Μέρας,γιατί ήταν ακόμα πιο ομορφο απ'την αδελφή του.

Η βασίλισσα πολλές φορές ρωτούσε τον γιο της να της πει,αλλ'αυτος δεν 

τολμούσε να της πει το μυστικό του.Την φοβόνταν,αν και την αγαπούσε,γιατί 

αυτή ητανναπ'τη γενια των δράκων κι ο βασιλιάς την παντρεύτηκε για την 

μεγάλη της περιουσία.

Στην αυλή λέγανε ότι είχε στο αίμα της τη δρακενα κι οταν έβλεπε να

περνούν μικρά παιδιά με δυσκολία  κρατιόταν να μην τ'αρπαξει,γι'αυτό

ο πρίγκιπας τίποτα δεν ήθελε να της πει.

Αλλά όταν ο βασιλιάς πέθανε,αυτό έγινε σε δύο χρόνια,κι αυτός θα έπαιρνε

τη θέση του κύριος,φανερώνει δημόσια τον γάμο του και με μεγάλη 

συνοδεία πηγαίνει να φερει βασίλισσα τη γυναίκα του στο κάστρο,και 

κάνει μια μεγάλειώδη είσοδο στη πρωτεύουσα ,όπου αυτή εισέρχεται

ανάμεσα στα δύο παιδιά της.

Μετά από κάποιο χρόνο ο βασιλιάς πάει να κάνει πόλεμο με τον αυτοκράτορα

Κανταλαμπουτε τον γείτονα του.Αφηνει την αντιβασιλεία στη βασίλισσα

τη μάνα του και την φροντίδα της γυναίκας και των παιδιών του.

Θα ήταν στον πόλεμο όλο το καλοκαίρι,κι όταν αναχωρησε η μάνα βασίλισσα

προσκαλεί τη νύφη της και τα παιδιά της στο εξοχικό σπίτι μέσα στο δάσος,

για να μπορέσει πιο εύκολα να ικανοποιήσει την φρικτη της επιθυμία.

Πηγαίνει μετά από κάποιες μέρες εκεί κι ένα βράδυ λέει στον αρχιμαγειρα

της.

-Θελω αύριο στο δείπνο μου να φάω την μικρή Αυγή.

Ωχ.κυρια,λέει ο αρχιμαγειρας

-,Εγώ αυτη θελω,λέει η βασίλισσα,(και του το λέει μ'εναν τονο δρακενας που

εχει επιθυμία να φάει φρέσκια σάρκα)και θέλω να την φάω με σάλτσα Ρόμπερτ.

Ο φτωχός άνθρωπος μην μπορώντας να κάνει κάτι με την δρακενα,παίρνει

το μεγάλο του μαχαίρι κι ανεβαίνει στο δωμάτιο της μικρής Αυγής.

Αυτή ήταν τεσσάρων χρόνων και μόλις τον είδε πηδούσε και γελώντας

κρεμαστηκε στο λαιμό του και του ζητούσε καραμέλες.

Τον έπιασαν τα κλάματα ,το μαχαίρι του'πεσε απ'τα χέρια,και πηγαίνοντας

στο αγρόκτημα κόβει το λαιμό ενός μικρού αρνιού και κάνει μια τόσο

καλή σάλτσα που η κυρία του του λέει πως ποτέ δεν είχε φάει τόσο 

καλή. 

Επίσης χωρίς να χάσει καιρό την μικρή Αυγή την παιρνει και την δίνει στη γυναίκα του  να την κρύψει μέσα στο οίκημα που ηταν στο βάθος του αγροκτηματος

Οκτώ μέρες αργότερα,η κακιά βασίλισσα λέει στον αρχιμαγειρα της.

-Θελω να φάω στο δείπνο μου τον μικρό Φως της Μέρας

Αυτός δεν της απάντησε,αποφάσισε να την ξεγελάσει όπως την άλλη φορά.

Πηγαίνει να ψάξει τον μικρό Φως της Μερας,και τον βρισκει μ'ενα μικρό 

σπαθάκιστο χέρι,με το οποίο έπαιζε μ'εναν μεγάλο πίθηκο.

Δεν ήταν παρά τριών χρόνων,το έφερε στη γυναίκα του ,η οποία το'κρυψε

μαζί με την μικρή Αυγή,και της δίνει στη θέση του μικρού Φως της Μέρας 

ενα μικρόκατσίκι πολύ τρυφερό,που η δρακενα το βρίσκει θαυμασια καλο.

Μέχρι εδώ όλα πήγαν πολύ καλά,αλλά ένα βράδυ αυτή η κακιά βασίλισσα 

λέει στον αρχιμαγειρα.

-Θελω να φάω τη βασίλισσα με την ίδια σάλτσα όπως τα παιδιά της.

Τότε ένιωσε τον φτωχό μάγειρα απελπισία αν θα μπορέσει πάλι να την 

ξεγελάσει.

Η νεαρή βασίλισσα ήταν είκοσι χρονών,χωρίς να υπολογιστούν τα εκατό

χρόνια που κοιμόνταν.Το δέρμα της ήταν λιγο σκληρό,αν και ωραίο και

άσπρο.

Και τι ζώο να βρει τόσο σκληρό όπως αυτή μέσα στο κοπάδι;

Αποφασίζει,για να σώσει τη ζωή του,να κόψει το λαιμό της βασίλισσας,

κι ανεβαίνει στο δωμάτιο της,

και μπαίνει με το μαχαίρι στο δωμάτιο της νεαρής βασίλισσας,δεν θέλει

καθόλου να την αιφνιδιασει και της λέει με αρκετο σεβασμό τη διαταγή

που έλαβε απ'την βασιλισσα μητερα.

-Κάντε αυτο που σας διέταξαν,του λέει,τετωντοντας το λαιμό,εκτελέστε

τη διαταγή που σας έδωσαν,εγώ θα πάω να ξαναδώ τα παιδιά μου,τα

φτωχά μου παιδιά που τόσο πολύ αγαπάω.

Αυτή πίστευε ότι ήταν πεθαμενα,αφού τα πήραν να τα κρυψουν χωρίς να

της πουν τιποτα.

-Οχι,όχι,κυρία,της απαντάει ο φτωχός αρχιμαγειρας πολύ συγκινημένος,

δεν θα πεθάνετε,και θα σας πάω να ξαναδείτε τα παιδιά σας,εκεί που

τα,χω κρυμμένα,κι ακόμα μια φορά θα ξεγελάσω τη βασίλισσα δίνοντας

της να φάει ένα νεαρό ελάφι στη θέση σας.

Και την οδηγεί αμέσως στο δωμάτιο του,όπου αφήνοντας την να αγκαλιάζει 

τα παιδια της και να κλαίει μαζι μ'αυτα,πηγαίνει να ετοιμάσει ένα ελάφι,που

η βασίλισσα θα το φάει στο γεύμα της με την ίδια όρεξη σαν να ήταν η νεαρή 

βασίλισσα.

Αυτή ήταν πολύ ικανοποιημένη με την σκληρότητα της,κι είχε προετοιμαστεί

να πει στον βασιλιά,στην επιστροφή του,ότι αγριεμενοι λύκοι είχαν φάει

τη βασίλισσα τη γυναίκα του και τα δύο του παιδιά.

Ένα βράδυ που περιφέρονταν όπως το'χε συνήθεια μέσα στις αυλές και 

στ'αγροκτηματα του κάστρου για να οσμιστει κάποια φρέσκια σάρκα,

ακούει μέσα σ'ενα υπόγειο τον μικρό Φως της Μέρας που έκλαιγε ,γιατί 

η βασίλισσα η μάνα του ήθελε να χτυπήσει,επειδή είχε κανει μια αταξία,

κι ακούειεπίσης την μικρή Αυγή που την παρακαλούσε να συγχωρέσει τον αδελφότης.

Η δρακενα αναγνωρίζει τη φωνή της βασίλισσας και των παιδιών της,

και εξαγριωμένη που ξεγελάστηκε,διατάζει,απ'την επόμενη μέρα το πρωί,

με μια φοβερή φωνή,που έκανε όλον τον κόσμο να τρεμει,να της φέρουν 

στην αυλή μια μεγάλη λεκάνη,που θα τη γεμίσει με φρυνους,οχιές,κροταλίας,

και ερπετά,για να ρίξει μέσα τη βασίλισσα και τα παιδιά της,τον αρχιμαγειρα,

τη γυναίκα του και τον υπηρέτη του,επίσης έδωσε διαταγή να τους φέρουν

με τα χέρια δεμένα πίσω.

Αυτοί ήταν εκεί,κι οι εκτελεστές ετοιμάστηκαν να τους ρίξουν μέσα στη 

λεκάνη,όταν ο βασιλιάς,που δεν τον περίμεναν τόσο γρήγορα,μπαίνει στην 

αυλή με τ'αλογο,και ρωταει μ'απορια τι σημαίνει αυτό το φοβερό θέαμα.

Κανένας δεν τόλμησε να τον πληροφορήσει,

βλέπωντας ν'αποτυχαίνει  αυτό που θέλησε,η δρακενα,εξοργισμένη βουτάει 

το κεφάλι της μέσα στην λεκάνη,και καταβροχθιστηκε σε μια στιγμή απ'τα 

δηλητηριώδη ζώα που εκεί είχε βάλει.

Ο βασιλιάς στεναχωρηκε,ήταν μάνα του,

αλλά παρηγορήθηκε πολύ γρηγορα απ'την ωραία γυναίκα του κι απ'τα

παιδιά του.

.

.


Charles Perrault

Contes de ma mère l’Oye


La Belle au Bois dormant 


Il était une fois un roi et une reine qui étaient 

si fâchés de n’avoir point d’enfants, si fâchés 

qu’on ne saurait dire. Ils allèrent à toutes les eaux 

du monde, vœux, pèlerinages, menues dévotions, 

tout fut mis en œuvre, et rien n’y faisait. Enfin 

pourtant la reine devint grosse et accoucha d’une 

fille : on fit un beau baptême ; on donna pour 

marraines à la petite princesse toutes les fées 

qu’on pût trouver dans le pays (il s’en trouva 

sept), afin que chacune d’elles lui faisant un don, 

comme c’était la coutume des fées en ce temps-

là, la princesse eût par ce moyen toutes les 

perfections imaginables. 

Après les cérémonies du baptême, toute la 

compagnie revint au palais du roi où il y avait un 

grand festin pour les fées. On mit devant chacune 

d’elles un couvert magnifique, avec un étui d’or 

massif où il y avait une cuiller, une fourchette, et

un couteau de fin or, garni de diamants et de 

rubis. Mais comme chacun prenait sa place à 

table, on vit entrer une vieille fée, qu’on n’avait 

point priée, parce qu’il y avait plus de cinquante 

ans qu’elle n’était sortie d’une tour, et qu’on la 

croyait morte ou enchantée. Le roi lui fit donner 

un couvert ; mais il n’y eut pas moyen de lui 

donner un étui d’or massif comme aux autres, 

parce que l’on n’en avait fait faire que sept pour 

les sept fées. La vieille crut qu’on la méprisait, et 

grommela quelques menaces entre ses dents. Une 

des jeunes fées, qui se trouva auprès d’elle 

l’entendit ; et jugeant qu’elle pourrait donner 

quelque fâcheux don à la petite princesse, alla, 

dès qu’on fut sorti de table se cacher derrière la 

tapisserie afin de parler la dernière, et de pouvoir 

réparer, autant qu’il lui serait possible, le mal que 

la vieille aurait fait. 

Cependant les fées commencèrent à faire leurs 

dons à la princesse. La plus jeune lui donna pour 

don qu’elle serait la plus belle personne du 

monde ; celle d’après, qu’elle aurait de l’esprit 

comme un ange ; la troisième, qu’elle aurait une 

grâce admirable à tout ce qu’elle ferait ; la

quatrième, qu’elle danserait parfaitement bien ; la 

cinquième, qu’elle chanterait comme un 

rossignol ; la sixième, qu’elle jouerait de toutes 

sortes d’instruments dans la dernière perfection. 

Le rang de la vieille fée étant venu, elle dit, en 

branlant la tête encore plus de dépit que de 

vieillesse, que la princesse se percerait la main 

d’un fuseau, et qu’elle en mourrait. 

Ce terrible don fit frémir toute la compagnie, 

et il n’y eût personne qui ne pleurât. Dans ce 

moment la jeune fée sortit de derrière la 

tapisserie, et dit tout haut ces paroles : 

– Rassurez-vous, roi et reine, votre fille n’en 

mourra pas ; il est vrai que je n’ai pas assez de 

puissance pour défaire entièrement ce que mon 

ancienne a fait. La princesse se percera la main 

d’un fuseau ; mais au lieu d’en mourir, elle 

tombera seulement dans un profond sommeil qui 

durera cent ans, au bout desquels le fils d’un roi 

viendra la réveiller. 

Le roi, pour tâcher d’éviter le malheur 

annoncé par la vieille, fit publier aussitôt un édit, 

par lequel il défendait à toutes personnes de filer

au fuseau, ni d’avoir des fuseaux chez soi, sur 

peine de la vie. 

Au bout de quinze ou seize ans, le roi et la 

reine étant allés à une de leurs maisons de 

plaisance, il arriva que la jeune princesse courant 

un jour dans le château, et montant de chambre 

en chambre, alla jusqu’au haut d’un donjon dans 

un petit galetas, où une bonne vieille était seule à 

filer sa quenouille. Cette bonne femme n’avait 

point ouï parler des défenses que le roi avait 

faites de filer au fuseau. 

– Que faites-vous là, ma bonne femme ? dit la 

princesse. 

– Je file, ma belle enfant, lui répondit la vieille 

qui ne la connaissait pas. 

– Ah ! que cela est joli, reprit la princesse, 

comment faites-vous ? donnez-moi que je voie si 

j’en ferais bien autant. 

Elle n’eut pas plus tôt pris le fuseau, que 

comme elle était fort vive, un peu étourdie, et que 

d’ailleurs l’arrêt des fées l’ordonnait ainsi, elle 

s’en perça la main, et tomba évanouie.

La bonne vieille, bien embarrassée, crie au 

secours : on vient de tous côtés, on jette de l’eau 

au visage de la princesse, on la délace, on lui 

frappe dans les mains, on lui frotte les tempes

avec de l’eau de la reine de Hongrie ; mais rien 

ne la faisait revenir. 

Alors le roi, qui était monté au bruit, se 

souvint de la prédiction des fées, et jugeant bien 

qu’il fallait que cela arrivât, puisque les fées 

l’avaient dit, fit mettre la princesse dans le plus 

bel appartement du palais, sur un lit en broderie 

d’or et d’argent. On eût dit un ange, tant elle était 

belle ; car son évanouissement n’avait pas ôté les 

couleurs vives de son teint : ses joues étaient 

incarnates, et ses lèvres comme du corail ; elle 

avait seulement les yeux fermés, mais on 

l’entendait respirer doucement, ce qui faisait voir 

qu’elle n’était pas morte. 

Le roi ordonna qu’on la laissât dormir en 

repos, jusqu’à ce que son heure de se réveiller fût 

venue. La bonne fée qui lui avait sauvé la vie en

la condamnant à dormir cent ans, était dans le 

royaume de Mataquin, à douze mille lieues de là,

lorsque l’accident arriva à la princesse ; mais elle 

en fut avertie en un instant par un petit nain, qui 

avait des bottes de sept lieues (c’était des bottes 

avec lesquelles on faisait sept lieues d’une seule 

enjambée). La fée partit aussitôt, et on la vit au

bout d’une heure arriver dans un chariot tout de 

feu, traîné par des dragons. Le roi lui alla 

présenter la main à la descente du chariot. Elle 

approuva tout ce qu’il avait fait ; mais comme 

elle était grandement prévoyante, elle pensa que 

quand la princesse viendrait à se réveiller, elle 

serait bien embarrassée toute seule dans ce vieux 

château : voici ce qu’elle fit. 

Elle toucha de sa baguette tout ce qui était 

dans ce château (hors le roi et la reine), 

gouvernantes, filles d’honneur, femmes de 

chambre, gentilshommes, officiers, maîtres 

d’hôtel, cuisiniers, marmitons, galopins, gardes, 

suisses, pages, valets de pied ; elle toucha aussi 

tous les chevaux qui étaient dans les écuries, avec 

les palefreniers, les gros mâtins de basse-cour, et 

la petite Pouffe, petite chienne de la princesse, 

qui était auprès d’elle sur son lit. Dès qu’elle les

eut touchés, ils s’endormirent tous, pour ne se

réveiller qu’en même temps que leur maîtresse, 

afin d’être tout prêts à la servir quand elle en 

aurait besoin. Les broches mêmes, qui étaient au 

feu, toutes pleines de perdrix et de faisans, 

s’endormirent, et le feu aussi. Tout cela se fit en 

un moment ; les fées n’étaient pas longues à leur 

besogne. 

Alors le roi et la reine, après avoir baisé leur 

chère enfant sans qu’elle s’éveillât, sortirent du 

château, et firent publier des défenses à qui que 

ce soit d’en approcher. Ces défenses n’étaient pas 

nécessaires ; car il poussa, dans un quart d’heure, 

tout autour du parc, une si grande quantité de 

grands arbres et de petits, de ronces et d’épines 

entrelacées les unes dans les autres, que bête ni 

homme n’y aurait pu passer ; en sorte qu’on ne 

voyait plus que le haut des tours du château, 

encore n’était-ce que de bien loin. On ne douta 

point que la fée n’eût fait là encore un tour de son 

métier, afin que la princesse, pendant qu’elle 

dormirait, n’eût rien à craindre des curieux. 

Au bout de cent ans, le fils du roi qui régnait 

alors, et qui était d’une autre famille que la

princesse endormie, étant allé à la chasse de ce 

côté-là, demanda ce que c’était que des tours 

qu’il voyait au-dessus d’un grand bois fort épais. 

Chacun lui répondit selon qu’il en avait ouï 

parler. Les uns disaient que c’était un vieux 

château où il revenait des esprits ; les autres, que 

tous les sorciers de la contrée y faisaient leur 

sabbat. La plus commune opinion était qu’un 

ogre y demeurait, et que là il emportait tous les 

enfants qu’il pouvait attraper, pour les pouvoir 

manger à son aise, et sans qu’on le pût suivre, 

ayant seul le pouvoir de se faire un passage au 

travers du bois. 

Le prince ne savait qu’en croire, lorsqu’un 

vieux paysan prit la parole, et lui dit : 

– Mon prince, il y a plus de cinquante ans que 

j’ai ouï dire à mon père qu’il y avait dans ce 

château une princesse, la plus belle qu’on eût su 

voir ; qu’elle y devait dormir cent ans et qu’elle 

serait réveillée par le fils d’un roi, à qui elle était 

réservée. 

Le jeune prince, à ce discours, se sentit tout de 

feu ; il crut sans balancer qu’il mettrait fin à une

si belle aventure ; et poussé par l’amour et par la 

gloire, il résolut de voir sur-le-champ ce qui en 

était. À peine s’avança-t-il vers le bois, que tous 

ces grands arbres, ces ronces et ces épines 

s’écartèrent d’elles-mêmes pour le laisser passer. 

Il marcha vers le château, qu’il voyait au bout 

d’une grande avenue où il entra ; et, ce qui le 

surprit un peu, il vit que personne de ses gens ne 

l’avait pu suivre, parce que les arbres s’étaient 

rapprochés dès qu’il avait été passé. Il ne laissa 

pas de continuer son chemin : un prince jeune et 

amoureux est toujours vaillant. Il entra dans une 

grande avant-cour où tout ce qu’il vit d’abord 

était capable de le glacer de crainte. C’était un 

silence affreux : l’image de la mort s’y présentait 

partout, et ce n’était que des corps étendus 

d’hommes et d’animaux, qui paraissaient morts. 

Il reconnut pourtant bien, au nez bourgeonné et à 

la face vermeille des suisses, qu’ils n’étaient 

qu’endormis, et leurs tasses où il y avait encore 

quelques gouttes de vin, montraient assez qu’ils 

s’étaient endormis en buvant. 

Il passa une grande cour pavée de marbre ; il 

monta l’escalier, il entra dans la salle des gardes

qui étaient rangés en haie, la carabine sur 

l’épaule, et ronflants de leur mieux. Il traversa 

plusieurs chambres pleines de gentilshommes et 

de dames, dormant tous, les uns debout, les autres 

assis. Il entra dans une chambre toute dorée, et il 

vit sur un lit, dont les rideaux étaient ouverts de 

tous côtés, le plus beau spectacle qu’il eût jamais 

vu : une princesse qui paraissait avoir quinze ou 

seize ans, et dont l’éclat resplendissant avait 

quelque chose de lumineux et de divin. Il 

s’approcha en tremblant et en admirant et se mit à 

genoux auprès d’elle. 

Alors, comme la fin de l’enchantement était 

venue, la princesse s’éveilla ; et le regardant avec 

des yeux plus tendres qu’une première vue ne 

semblait le permettre : 

– Est-ce vous, mon prince ? lui dit-elle, vous 

vous êtes bien fait attendre. 

Le prince, charmé de ces paroles, et plus 

encore de la manière dont elles étaient dites, ne 

savait comment lui témoigner sa joie et sa 

reconnaissance ; il l’assura qu’il l’aimait plus que 

lui-même. Ses discours furent mal rangés, ils en

plurent davantage ; peu d’éloquence, beaucoup 

d’amour. Il était plus embarrassé qu’elle, et l’on 

ne doit pas s’en étonner ; elle avait eu le temps de 

songer à ce qu’elle aurait à lui dire, car il y a 

apparence (l’histoire n’en dit pourtant rien) que la 

bonne fée, pendant un si long sommeil, lui avait 

procuré le plaisir des songes agréables. Enfin il y 

avait quatre heures qu’ils se parlaient, et ils ne 

s’étaient pas encore dit la moitié des choses qu’ils 

avaient à se dire. 

Cependant tout le palais s’était réveillé avec la 

princesse ; chacun songeait à faire sa charge, et 

comme ils n’étaient pas tous amoureux, ils 

mouraient de faim ; la dame d’honneur, pressée 

comme les autres, s’impatienta, et dit tout haut à 

la princesse que la viande était servie. Le prince 

aida la princesse à se lever ; elle était tout 

habillée et fort magnifiquement, mais il se garda 

bien de lui dire qu’elle était habillée comme sa 

mère-grand, et qu’elle avait un collet monté ; elle 

n’en était pas moins belle. 

Ils passèrent dans un salon de miroirs, et y 

soupèrent, servis par les officiers de la princesse.

Les violons et les hautbois jouèrent de vieilles 

pièces, mais excellentes, quoiqu’il y eût près de 

cent ans qu’on ne les jouât plus ; et après souper, 

sans perdre de temps, le grand aumônier les 

maria dans la chapelle du château, et la dame 

d’honneur leur tira le rideau : ils dormirent peu, 

la princesse n’en avait pas grand besoin, et le 

prince la quitta dès le matin pour retourner à la 

ville, où son père devait être en peine de lui. 

Le prince lui dit qu’en chassant il s’était perdu 

dans la forêt, et qu’il avait couché dans la hutte 

d’un charbonnier, qui lui avait fait manger du 

pain noir et du fromage. Le roi son père, qui était 

un bonhomme, le crut ; mais sa mère n’en fut pas 

bien persuadée, et voyant qu’il allait presque tous 

les jours à la chasse, et qu’il avait toujours une 

raison en main pour s’excuser, quand il avait 

couché deux ou trois nuits dehors, elle ne douta 

plus qu’il n’eût quelque amourette ; car il vécut 

avec la princesse plus de deux ans entiers, et en 

eut deux enfants, dont le premier, qui fut une 

fille, fut nommée Aurore, et le second un fils 

qu’on nomma Jour, parce qu’il paraissait encore 

plus beau que sa sœur.

La reine dit plusieurs fois à son fils, pour le 

faire expliquer, qu’il fallait se contenter dans la 

vie ; mais il n’osa jamais se fier à elle de son 

secret : il la craignait quoiqu’il l’aimât, car elle 

était de race ogresse, et le roi ne l’avait épousée 

qu’à cause de ses grands biens. On disait même 

tout bas à la cour qu’elle avait les inclinations des 

ogres et qu’en voyant passer de petits enfants, 

elle avait toutes les peines du monde à se retenir 

de se jeter sur eux ; ainsi le prince ne voulut 

jamais rien dire. 

Mais quand le roi fut mort, ce qui arriva au 

bout de deux ans, et qu’il se vit le maître, il 

déclara publiquement son mariage, et alla en 

grande cérémonie quérir la reine sa femme dans 

son château. On lui fit une entrée magnifique 

dans la ville capitale, où elle entra au milieu de 

ses deux enfants. 

Quelque temps après le roi alla faire la guerre 

à l’empereur Cantalabutte son voisin. Il laissa la 

régence du royaume à la reine sa mère, et lui 

recommanda fort sa femme et ses enfants : il 

devait être à la guerre tout l’été, et dès qu’il fut

parti, la reine mère envoya sa bru et ses enfants à 

une maison de campagne dans les bois, pour 

pouvoir plus aisément assouvir son horrible 

envie. Elle y alla quelques jours après, et dit un 

soir à son maître d’hôtel : 

– Je veux manger demain à mon dîner la petite 

Aurore. 

– Ah ! madame, dit le maître d’hôtel... 

– Je le veux, dit la reine (et elle le dit d’un ton 

d’ogresse qui a envie de manger de la chair

fraîche), et je la veux manger à la sauce Robert. 

Ce pauvre homme voyant bien qu’il ne fallait 

pas se jouer à une ogresse, prit son grand 

couteau, et monta à la chambre de la petite 

Aurore : elle avait pour lors quatre ans et vint en 

sautant et en riant se jeter à son cou, et lui 

demander du bonbon. Il se mit à pleurer : le 

couteau lui tomba des mains, et il alla dans la 

basse-cour couper la gorge à un petit agneau, et 

lui fit une si bonne sauce, que sa maîtresse 

l’assura qu’elle n’avait jamais rien mangé de si 

bon. Il avait emporté en même temps la petite 

Aurore, et l’avait donnée à sa femme, pour la

cacher dans le logement qu’elle avait au fond de 

la basse-cour. 

Huit jours après, la méchante reine dit à son 

maître d’hôtel : 

– Je veux manger à mon souper le petit Jour. 

Il ne répliqua pas, résolu de la tromper comme 

l’autre fois ; il alla chercher le petit Jour, et le 

trouva avec un petit fleuret à la main, dont il 

faisait des armes avec un gros singe ; il n’avait 

pourtant que trois ans. Il le porta à sa femme qui 

le cacha avec la petite Aurore, et donna à la place 

du petit Jour un petit chevreau fort tendre, que 

l’ogresse trouva admirablement bon. 

Cela était fort bien allé jusque-là ; mais un soir 

cette méchante reine dit au maître d’hôtel : 

– Je veux manger la reine à la même sauce que 

ses enfants. 

Ce fut alors que le pauvre maître d’hôtel 

désespéra de la pouvoir encore tromper. La jeune 

reine avait vingt ans passés, sans compter les cent 

ans qu’elle avait dormi : sa peau était un peu 

dure, quoique belle et blanche ; et le moyen de

trouver, dans la ménagerie, une bête aussi dure 

que cela ? Il prit la résolution, pour sauver sa vie, 

de couper la gorge à la reine, et monta dans sa 

chambre, dans l’intention de n’en pas faire à deux 

fois ; il s’excitait à la fureur, et entra, le poignard 

à la main, dans la chambre de la jeune reine. Il ne 

voulut pourtant point la surprendre et il lui dit 

avec beaucoup de respect l’ordre qu’il avait reçu 

de la reine mère. 

– Faites votre devoir, lui dit-elle, en lui 

tendant le col, exécutez l’ordre qu’on vous a 

donné ; j’irai revoir mes enfants, mes pauvres 

enfants que j’ai tant aimés. 

Elle les croyait morts, depuis qu’on les avait

enlevés sans lui rien dire. 

– Non, non, madame, lui répondit le pauvre 

maître d’hôtel tout attendri, vous ne mourrez 

point, et vous ne laisserez pas d’aller revoir vos 

enfants ; mais ce sera chez moi où je les ai 

cachés, et je tromperai encore la reine en lui 

faisant manger une jeune biche en votre place. 

Il la mena aussitôt à sa chambre, où la laissant 

embrasser ses enfants et pleurer avec eux, il alla

accommoder une biche, que la reine mangea à 

son souper, avec le même appétit que si c’eût été 

la jeune reine ; elle était bien contente de sa 

cruauté, et elle se préparait à dire au roi, à son 

retour, que les loups enragés avaient mangé la 

reine sa femme et ses deux enfants. 

Un soir qu’elle rôdait à son ordinaire dans les 

cours et basses-cours du château pour y halener 

quelque viande fraîche, elle entendit dans une 

salle basse le petit Jour qui pleurait, parce que la 

reine sa mère le voulait faire fouetter, à cause 

qu’il avait été méchant ; et elle entendit aussi la 

petite Aurore qui demandait pardon pour son 

frère. L’ogresse reconnut la voix de la reine et de 

ses enfants, et furieuse d’avoir été trompée, elle 

commanda, dès le lendemain au matin, avec une 

voix épouvantable qui faisait trembler tout le 

monde, qu’on apportât au milieu de la cour une 

grande cuve, qu’elle fit remplir de crapauds, de 

vipères, de couleuvres et de serpents, pour y faire 

jeter la reine et ses enfants, le maître d’hôtel, sa 

femme et sa servante : elle avait donné l’ordre de 

les amener les mains liées derrière le dos.

Ils étaient là, et les bourreaux se préparaient à 

les jeter dans la cuve, lorsque le roi, qu’on 

n’attendait pas si tôt, entra dans la cour à cheval ; 

il était venu en poste, et demanda tout étonné ce 

que voulait dire cet horrible spectacle. Personne 

n’osait l’en instruire, quand l’ogresse, enragée de 

voir ce qu’elle voyait, se jeta elle-même la tête la 

première dans la cuve, et fut dévorée en un 

instant par les vilaines bêtes qu’elle y avait fait 

mettre. Le roi ne laissa pas d’en être fâché : elle 

était sa mère ; mais il s’en consola bientôt avec sa 

belle femme et ses enfants. 

.

.

.

Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2021

recording 2-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis https://youtu.be/rvJ07CL-j0k.

 .

.

recording 2-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

https://youtu.be/rvJ07CL-j0k.

.

.


recording 1-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis https://youtu.be/8E5m0RoKHJs

 .

.

recording 1-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

https://youtu.be/8E5m0RoKHJs

.

.

organ 1-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis https://youtu.be/HBqycl7XyxI

 .

.

organ 1-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

https://youtu.be/HBqycl7XyxI

.

.



xylophone 1-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis https://youtu.be/GYtoTENTI_E

 .

.

xylophone 1-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

https://youtu.be/GYtoTENTI_E

.

.

voice 1-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis https://youtu.be/982Q6p50XgU

 .

.

voice 1-music composition χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

https://youtu.be/982Q6p50XgU

.

.


Σάββατο, 29 Μαΐου 2021

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Αδελφοί Γκριμ, Παραμύθια -Brüder Grimm,Märchen -Τα δώδεκα αδέλφια και η μικρη αδελφή -Zwölf Brüder und das Schwesterchen -μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Αδελφοί Γκριμ, Παραμύθια

-Brüder Grimm,Märchen

-Τα δώδεκα αδέλφια και η μικρη αδελφή

-Zwölf Brüder und das Schwesterchen

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

Αδελφοί Γκριμ, Παραμύθια

Brüder Grimm,Märchen

Τα δώδεκα αδέλφια και η μικρη αδελφή

Zwölf Brüder und das Schwesterchen

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα, αυτοι είχαν δώδεκα  

παιδια όλα μαζί,που όλα ήταν αγόρια.Κι ο βασιλιάς είπε,αν το δέκατο 

τρίτο παιδί ενα κορίτσι ήταν,τότε όλα τα δώδεκα παιδιά του θα σκότωνε,

αλλά αν αυτό πάλι γιος ήταν,θα έπρεπε αυτα να ζήσουν.

Επειδή η βασίλισσα πολύ στεναχωρήθηκε κι είχε στους δώδεκα γιους 

της μεγάλη αγάπη στη καρδιά πήγε στους δώδεκα γιους και τους είπε:

ο βασιλιάς ο πατέρας σας είπε,αν εγω ένα κορίτσι κάνω,εσάς θελει

όλους να σκοτωσει,αλλά αν αυτό μια μικρή αδελφή ήταν,θέλει εσείς

όλοι να ζήσετε,

Κι η μητέρα τους συμβουλεύει και τους λέει:

της καρδιας μου παιδιά πηγαίνετε στο δάσος,κι αν ένας γιος είναι,

τότε ψηλά πάνω στον πύργο μια λευκή σημαία θα σηκώσω,αλλά

αν κορούλα είναι,μια κόκκινη,κι ο πατέρας σας δεν θα μπορεί να

σας σκοτώσει.

Έτσι πήγαν τα δώδεκα παιδιά στο δάσος και κοιτούσαν όλες τις μέρες

προς τον πύργο και δεν έβλεπαν καμία σημαία να ανεμίζει,αλλά

μια μέρα είδαν μια κόκκινη σημαία να ανεμίζει,και θύμωσαν πολύ,

ότι για χάρη ενός κοριτσιου όλα πρέπει να πεθάνουν κι ορκίστηκαν

να ζήσουν μέσα στο δάσος και κάθε κορίτσι που εκεί μέσα θα

έρχονταν να παραφυλαξουν και να το σκοτωσουν,

και κάθε μέρα πήγαιναν τα έντεκα απ'αυτα για κυνήγι κι ένα έπρεπε 

με τη σειρά πάντα στο σπίτι να μένει και να μαγειρεύει και το νοικοκυριό 

να φροντίζει.

Κι η μικρή αδελφή ήταν εντελώς μόνη στο σπίτι,και μια μέρα που είχε 

πολύ  χρόνο στη διάθεσή της,βγήκε έξω κι έφτασε στο δασος και μπήκε μέσα,όπου τα δώδεκα αδέλφια της κατοικούσαν,αλλ'αυτα όλα είχαν 

πάει έξω εκτός το ένα που έπρεπε να μαγειρέψει.

Κι όπως αυτό το κορίτσι είδε,ήθελε να το σκοτώσει,επειδή έτσι είχε

ορκιστεί,τοτε τον παρακάλεσε το κορίτσι για τη ζωή και επίσης θα του

μαγειρεύε και το σπίτι θα περιποιούνταν,αν το άφηνε να ζησει,

και για καλή τύχη,ήταν ο πιο νεώτερος αδελφός,που την λυπήθηκε και

της υποσχέθηκε πως θα την αφήσει να ζήσει,

και σαν οι άλλοι έντεκα απ'τό κυνήγι στο σπίτι ήρθαν,τόσο ξαφνιάστηκαν

το κορίτσι ζωντανό να βρουν κι ο πιο νεώτερος αδελφός μίλησε κι είπε:

αγαπητά μου αδέλφια,αυτό είναι το νεαρό κορίτσι που στο δάσος μέσα

έχει έρθει κι εμένα έχει τόσο πολύ για τη ζωή του παρακαλέσει,έτσι 

έχω σκεφτεί,πως θα μπορουσε να μας μαγειρευει και το νοικοκυριό

να φροντίζει,έτσι που θα μπορούσαμε όλοι κι οι δώδεκα για κυνήγι

να πάμε.

Και σ'αυτο συμφωνησαν τ'αλλα αδέλφια κι από δω και πέρα πήγαιναν 

πάντα όλα και τα δώδεκα έξω για κυνήγι κι η μικρή αδελφή εμενε μόνη

στο σπίτι,έκανε τα κρεβάτια και μαγείρευε το φαγητό.

Τώρα μια μέρα,που οι δώδεκα αδελφοί πάλι έξω ήταν,πήγε η μικρή

αδελφή στο δάσος να περπατήσει κι έφτασε σ' ένα άνοιγμα ,εκεί ήταν

δώδεκα λευκά κρίνα,που ήταν τόσο ομορφα κι όλα μαζί τα έκοψε.

Εκεί ήταν μια γριά,που μίλησε:αχ κορούλα μου γιατί δεν έχεις αφήσει

τα άνθη του χρόνου να στέκονται όρθια,αυτά είναι τα δώδεκα αδέλφια

σου κι αυτά πρέπει τώρα όλα σε δώδεκα κοράκια να μεταμορφωθούν.

Τότε άρχισε η μικρή αδελφή να κλαπεί απ'τη μεγάλη της στεναχώρια,

για ότι είχε κάνει κι είπε,αν κάποιος τρόπος ήταν ,τα δώδεκα αδέλφια

να λυτρώσει.

Η γριά είπε:είναι μονάχα ένας,αλλ'ομως είναι πολύ δύσκολος.

Και το παιδί μίλησε:αν μπορούσε να του τον πει.

Τότε αυτή είπε:εσύ πρέπει για δώδεκα ολόκληρα χρόνια βουβή να

είσαι και ούτε μια λέξη να μιλησεις κι αν ακόμα μία ώρα μονάχα από

τα δώδεκα χρόνια λειπει,κι έχεις μια μονάχα λέξη μιλήσει,τότε

όλα είναι κατεστραμμένα και τ'αδελφια σου ποτέ πια δεν θα λυτρωθούν.

Το κορίτσι πήγε στο δάσος και κάθησε μέσα σ'ενα κουφαλιασμενο 

δέντρο κι ύφαινε,

μια φορά  πήγε ένας βασιλιάς για κυνήγι και το σκυλί του γαυγισε

μπροστά απ'το δέντρο,

(τότε ο βασιλιάς είδε το όμορφο κοριτσι και του ειπε):

αν θέλει μαζί του στο βασίλειο να ερθει κι αυτόν αν θέλει να παντρευτεί.

Αλλ'αυτο ήταν εντελώς σιωπηλό και δεν απάντησε ούτε μια συλλαβη.

Τότε αυτός το πήρε μαζί του κι εκανε γάμο μαζί του,

αλλά η πεθερά δεν μπορούσε αυτό να ανεχθει και πίστευε πως αυτό 

ήταν ένα ανηθικο κοριτσι.

Η κακια πεθερά άρχισε τώρα,αυτό στον βασιλιά να συκοφαντεί και

γι'αυτό τα πιο αισχρά πράγματα να λέει,κι επειδή αυτό ούτε με μια

συλλαβη δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του,στο τέλος πειστηκε ο

βασιλιάς και το καταδίκασε σε θάνατο και διέταξε μια μεγάλη φωτιά

να ετοιμαστεί κι αυτό να καει.

Κι όταν αυτό στη φωτιά ήταν,τότε ήταν ακριβώς η τελευταία ώρα

περασμενη από τα δώδεκα χρόνια κι οι άνθρωποι άκουσαν έναν θόρυβο

στον αερα και δώδεκα κοράκια ήρθαν πετώντας,σαν αυτά πάνω στη γη έφτασαν,εγιναν  δώδεκα βασιλοπούλα κι απελευθέρωσαν την μικρή τους αδελφή,κι ηαθωότητα της ήρθε στο φως της μέρας,

η κακια πεθερά όμως μέσα σ'ενα βαρέλι με καυτο λάδι ρίχτηκε,όπου 

μέσα φαρμακερά φίδια ηταν 

.

.

Brüder Grimm  Märchen

Zwölf Brüder und das Schwesterchen.


Es war einmal ein König u. eine Königin, die hatten

zwölf Kinder zusammen, die waren alle Jungen. Und der

König sprach, wenn das dreizehnte Kind ein Mädchen

wäre, so wollte er alle seine 12 Söhne umbringen, wenn es

aber wieder ein Sohn wäre, so sollten sie am Leben blei-

ben. Da wurde die Königin gar traurig u. hatte ihre 12

Söhne von Herzen gar lieb u. ging zu ihren 12 Söhnen

und sprach zu ihnen: der König euer Vater hat gesagt,

wenn ich ein Mädchen kriegte, so wollte er euch alle um-

bringen, wenn es aber noch ein Brüderchen wäre, so woll-

te er euch alle leben laßen. Und die Mutter rieth ihnen u.

sprach: herzliebe Kinder geht in den Wald, u. wenn es ein

Söhnchen ist, so will ich oben auf dem Thurm eine weiße

Fahne aufstecken, ist es aber ein Töchterchen, eine rothe,

so kann euch der Vater doch nicht tödten. Also gingen die

zwölf Kinder in den Wald und guckten alle Tage nach dem

Schloß u. sahen immer keine Fahne wehen, eines Tags

aber sahen sie eine rothe Fahne wehen, u. wurden recht

erzürnt, daß sie um eines Mädchens willen alle hätten ster-

ben sollen u. schwuren sie wollten im Wald leben u. jedem

Mädchen das hinein käme aufpaßen und wollten es um-

bringen, u. jeden Tag gingen elf von ihnen auf die Jagd

und einer mußte abwechselnd immer zu Haus bleiben u.

kochen u. den Haushalt führen.

Und das Schwesterchen war ganz allein zu Haus, u. ei-

nes Tags wurde ihm die Zeit gar zu lang, da ging es aus u.

kam in den Wald, u. kam dahin, wo seine zwölf Brüder

wohnten, die waren aber alle ausgegangen auser der eine,

der kochen mußte. Und wie er das Mädchen sah, so wollte

er es umbringen, denn er hatte den Schwur also gethan, da

flehte ihn das Mädchen um das Leben u. es wollte ihnen

auch kochen u. das Haus zurechthalten, wenn er es leben

ließe, und zum Glück, war es der jüngste Bruder, der wur-

de erbarmt und versprach ihm das Leben zu laßen, u. als

die andern elf von der Jagd nach Haus kamen, so verwun-

derten sie sich das lebendige Mädchen zu finden u. der

jüngste Bruder sprach und sagte: liebe Brüder, da ist das

junge Mädchen in den Wald hereingekommen u. hat mich

so sehr um ihr Leben gebeten, so habe ich gedacht, es

könnte uns kochen u. den Haushalt führen, so könnten

wir auch alle zwölf zusammen auf die Jagd gehen. Und da

ließen es die andern Brüder zu, u. nun gingen sie immer

alle zwölf aus auf die Jagd u. das Schwesterchen blieb al-

lein zu Haus, machte die Betten und kochte das Eßen.

Nun eines Tags, da die zwölf Brüder wieder aus waren,

ging das Schwesterchen in den Wald spazieren u. kam an

einen Platz, da standen zwölf weiße Lilien, die waren so

schön und es brach sie alle miteinander ab. Da war eine

alte Frau, die sprach: ach mein Töchterchen warum hast

du die zwölf studentenblumen nicht stehen gelaßen, das

sind deine zwölf Brüder und die müßen nun alle in zwölf

Raben verwandelt werden. Da fing das Schwesterchen an

zu weinen vor großer Traurigkeit, daß es das gethan hätte,

und sagte, ob denn gar kein Mittel wäre, die zwölf Brüder

zu erlösen. Die alte Frau sagte: es ist nur eines, das ist aber

sehr schwer. Und das Kind sprach: sie mögte es nur sagen.

Da sagte sie: du mußt zwölf ganze Jahr stumm seyn u.

kein einziges Wort reden und wenn nur noch eine Stunde

an den zwölf Jahren fehlte, u. du hättest ein einziges Wort

geredet, so ist alles verdorben u. deine Brüder werden

nimmermehr erlöst.

Das Mädchen geht in den Wald u. setzt sich in einen

holen Baum u. spinnt, einmal geht ein König auf die Jagd

u. sein Hund bellt vor dem Baum pp: ob es mit in sein

Königreich kommen u. ihn heirathen wollte. Es war aber

ganz still und antwortete keine Silbe. Da nahm er es mit

sich u. hielt Hochzeit mit ihm, die Schwiegermutter konn-

te es aber nicht leiden u. meinte es sey ein gemeines Mäd-

chen. Die böse Schwiegermutter fing nun an, es bei dem

König zu verleumden u. ihm die schändlichsten Dinge

nachzusagen, u. weil es sich mit keiner Silbe vertheidigte,

so glaubte es zuletzt der König u. verurtheilte es zum

Tode, u. befahl ein großes Feuer anzumachen u. es zu ver-

brennen. Und als es am Feuer stand, so war eben die letzte

Stunde verfloßen von den zwölf Jahren u. man hörte ein

Geraüsch in der Luft und zwölf Raben kamen geflogen,

als sie auf die Erde kamen, wurden sie zwölf Königssöhne

u. machten ihre Schwester los, und ihre Unschuld kam an

den Tag, die böse Schwiegermutter wurde aber in ein Faß

siedenden Öls gethan, worin giftige Schlangen waren.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Αδελφοί Γκριμ, Παραμύθια -Brüder Grimm,Märchen -Οι τρεις νάνοι στο δασος -Die drei Männlein im Walde -μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Αδελφοί Γκριμ, Παραμύθια

-Brüder Grimm,Märchen

-Οι τρεις νάνοι στο δασος

-Die drei Männlein im Walde

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Αδελφοί Γκριμ, Παραμύθια

Brüder Grimm,Märchen

Οι τρεις νάνοι στο δασος

Die drei Männlein im Walde

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Ήταν ένας άντρας,που πέθανε η γυναίκα του,και μια γυναίκα,που πέθανε

ο άντρας της,

ο άντρας είχε μια κόρη κι η γυναίκα επίσης ειχε μια κόρη.

Τα κορίτσια γνωρίζονταν το ένα το αλλο και πήγαν μαζί να περπατήσουν 

κι ύστερα ήρθαν στο σπίτι της γυναίκας.

Εκει είπε αυτή στη κόρη του άντρα:Άκου,πες στον πατέρα αου,πως θέλω 

να τον παντρευτώ,τότε κάθε πρωί στο γάλα θα πλένεααι και κρασί θα πίνεις,

ενω η κόρη μου στο νερό θα πλένεται και νερό θα πίνει.

Το κορίτσι πήγε στο σπίτι κι είπε στο πατέρα του,τι η γυναίκα του'χε πει.

Ο άντρας ειπε.Τι πρέπει να κάνω;Η παντρεια είναι χαρά  κι είναι επίσης

βάσανο.

Τελικά,αφού καμία απόφαση δεν μπορούσε να πάρει,τράβηξε τη μπότα του,

κι είπε.Παρε αυτή τη μπότα,που έχει στη σόλα μια τρυπα,σηκωσε την από

κάτω,κρεμασε την σ'αυτό το μεγάλο καρφί και χύσε  νερό μέσα.Αν κρατήσει 

το νερό,τότε θέλω πάλι μια γυναίκα να πάρω,αλλά αν περάσει από μέσα,

τότε δεν θέλω να παρω.

Το κορίτσι έκανε,όπως του ζητήθηκε,αλλά το νερό κολλησε τη τρύπα κι 

η μπότα γέμισε νερό μέχρι πάνω.

Το ανάγγειλε στον πατέρα του,τι συνέβηκε.

Ανέβηκε ο ίδιος,και σαν ειδε,ότι σωστό ήταν,πήγε στη χήρα και την αρραβω-

βιάστηκε,κι ο γάμος τελέστηκε.

Τ'αλλο πρωί,όταν τα δύο κορίτσια σηκωθηκαν,ήταν μπροστά απ'του άντρα 

την κόρη γάλα για πλύσιμο και κρασί για να πιει,ενώ μπροστα απ'της γυναίκας

την κόρη ήταν νερό για πλύσιμο και νερό για  να πιει.

Στο δεύτερο πρωινό ήταν νερό για πλύσιμο και νερό για να πιει τόσο καλό μπροστά απ'του άντρα την κόρη όπως μπροστά απ'της γυναίκας τη κορη.

Και στο τριτο πρωινό ήταν νερό για πλύσιμο και νερό για να πιει μπροστά 

απ'του άντρα την κόρη και γάλα για πλύσιμο  και κρασί για να πιει μπροστά απ'της γυναίκας την κόρη,

κι αυτό ετσι έμεινε να'ναι

Η γυναίκα αντιπαθούσε την θετή της κόρη και δεν ήξερε πως απ'την μια μέρα στην άλλη πιο δυστυχισμενη να την κανει.Επισης ήταν ζηλοφθονη,γιατί η θετή της κόρη  όμορφη κι αξιαγάπητη ήταν,ενώ η κανονική της κόρη άσχημη και 

αποκρουστική.

Κάποτε μεσ'στον χειμώνα,όταν ήταν πάγος σαν πέτρα και τα βουνα κι οι 

κοιλάδες ήταν στο χιόνι σκεπασμένες,εφκιαξε η γυναίκα ένα φορεμα χάρτινο,

φωναξε το κορίτσι κι είπε.

Να,βάλε αυτο το φόρεμα ,βγες έξω στο δάσος και φέρε μου ένα καλάθι 

γεμάτο φράουλες,τις έχω πολύ επιθυμησει.

 Θεέ μου,είπε το κορίτσι,στο χειμώνα δεν μεγαλώνουν φράουλες,η γη είναι

παγωμένη,και το χιόνι επίσης τα 'χει ολα σκεπάσει.Και γιατί να πάω μ'αυτο 

το χάρτινο φόρεμα;Έξω είναι τόσο κρύο,που η ανάσα παγωνει,ο άνεμος δεν

σταματαει να φυσαει,και τ'αγκαθια θα μου σκίσουν το κορμι.

Θέλεις να μου φέρεις αντίρρηση;είπε η μητριά.Αντε φύγε,χάσου από'δω

και να μην σε ξαναδω,παρά μόνο μέχρι να'χεις το καλάθι γεμάτο φραουλες.

Κατόπιν του έδωσε ένα κομμάτι ξερό ψωμί κι είπε.Απ'αυτο μπορεις να φας

όλη τη μέρα,και σκέφτηκε.Εκει έξω θα παγώσει και θα πεθάνει από την πείνα 

και ποτέ πια δεν θα την ξαναδούν τα μάτια μου.

Λοιπόν,τι να κανει,το κορίτσι υπακουσε,φόρεσε το χάρτινο φόρεμα και βγήκε 

έξω με το καλάθι.Εκει δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μόνο χιόνι πέρα ως πέρα 

και δεν υπήρχε ούτε μια λωρίδα πρασινάδα να δει.

Όταν στο δάσος έφτασε,είδε είναι μικρό σπιτάκι,απ'οπου κοιτούσαν έξω 

τρεις νανοι.Τους ευχήθηκε καλή μέρα και χτύπησε σιγανα τη πόρτα.

 Αυτοί φώναξαν.Ελατε μέσα,κι αυτό μπήκε στο δωματιο και κάθησε στον

πάγκο κοντά στη σόμπα,γιατί ήθελε να ζεσταθεί και να φάει το πρωινό 

της.

Οι νάνοι είπαν.Δωστε μας ένα κομμάτι απ'αυτο.

Ευχαρίστως,είπε,μοίρασε στη μέση το κομμάτι του ψωμιού της και τους

έδωσε το μισό.Αυτοι ρώτησαν.Τι θέλεις μεσ'στον χειμώνα μ'αυτο το ελαφρύ

φόρεμα εδώ μέσα στο δάσος;

 Αχ,απαντησε,πρεπει ένα καλάθι να γεμίσω με φράουλες και να μην γυρίσω 

στο σπίτι αν δεν το φέρω.

Όταν έφαγε το ψωμί του του έδωσαν μια σκούπα και του είπαν.Απομακρυνε μ'αυτη το χιόνι στη πίσω πόρτα.

Όπως αυτό λοιπόν έξω ήταν ,είπαν οι νάνοι μεταξύ τους.

Τι πρέπει να το δωρησουμε,γιατί τόσο ευγενικό και καλό είναι και το ψωμί 

του μαζί μας μοιράστηκε.

Εδώ ο πρώτος ειπε.Εγω το δωριζω ,καθε μερα ομορφοτερο να γίνεται

Ο δεύτερος είπε.Εγω το δωριζω,χρυσα νομίσματα έξω απ'το στομα του να πέφτουν,οποτε μιλάει.

Ο τρίτος ειπε.Εγω το δωριζω,ένας βασιλιάς να'ρθει και γυναίκα του να το 

παρει.

Ενώ το κορίτσι,όπως οι νάνοι του'χαν πει,απομάκρυνε το χιόνι με τη σκούπα 

πίσω απ'τό μικρό σπίτι,και τι πιστεύετε,ότι βρήκε;

Αφθονες ώριμες φράουλες,που σκούρες κόκκινες στο χιόνι ξεχώριζαν.

Μεσ'στη χαρά του τις μάζεψε και γέμισε το καλάθι,ευχαρίστησε τους

νάνους,τους χαιρέτησε έναν έναν κι έτρεξε για το σπίτι και την επιθυμία

της μητριάς να φερει

Όταν μπήκε μέσα και Καλησπέρα είπε,αμέσως έπεσε ένα χρυσό νόμισμα

απ'τό στόμα.Κατοπιν διηγήθηκε,τι συνάντησε μέσα στο δάσος,και με κάθε

λέξη,που έλεγε,έπεφταν χρυσά νομίσματα απ'τό στόμα,έτσι ώστε σε λιγο

όλο το δωματιο σκεπάστηκε μ'αυτα

Τώρα  βλεπει  κάποιος με τι ανοησία,φώναξε η θετή αδελφή,το χρήμα πετάει.

Αλλά κρυφά αυτήν ήταν ζηλοφθονη, γι'αυτο κι ήθελε επίσης έξω στο δάσος

να βγει και φράουλες να ψάξει.

Η μητέρα ειπε.Οχι,όχι αγαπημένη μου κορούλα,κάνει τόσο κρύο,και θα 

παγώσεις.

Αλλά επειδή δεν την άφησε σε ησυχία,δέχτηκε στο τελος,της έραψε ένα

λαμπερό γούνινο παλτο,που θα το φορουσε και της έδωσε βουτυρωμενο

ψωμί και κέικ να πάρει μαζί της για το δρόμο.

Το κορίτσι πήγε στο δάσος κατευθείαν στο μικρό σπίτι.

Οι τρεις νάνοι πάλι κοιτούσαν έξω,όμως δεν τους χαιρέτησε,και χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει και χωρίς να τους χαιρετήσει,όρμησε μέσα στο δωμάτιο,κάθησε κοντά στη σόμπα κι άρχισε το βουτυρωμενο ψωμί του και 

το κέικ να τρωει

Δώσε και σε μας λίγο,φώναξαν οι νάνοι,αλλά δεν απάντησε.

Δεν φτανει για μένα,πως να δώσω σ'αλλους;

Όταν λοιπόν με το φαι τελείωσε,είπαν.Να εκει πάρε μια σκούπα,κι ελα μαζί 

μας έξω να καθάρισεις απ'την πίσω πορτα για μας

Ε,καθηστε εκεί που κάθεστε,απάντησε,δεν είμαι υπηρέτρια σας.

Όταν είδε πως δεν ήθελαν τίποτε να του δωρίσουν βγήκε απ'τη πόρτα έξω.

Τότε είπαν οι νάνοι ο ένας στον άλλον.Τι πρέπει να το δώσουμε,γιατί τόσο 

αγενές είναι και κακό,ζηλοφθονη καρδιά έχει,που σε κανέναν τίποτα δεν

δίνει;

Ο πρώτος είπε.Εγω το δωριζω ,καθε μερα ασχημοτερο να γίνεται.

Ο δεύτερος είπε.Εγω το δωρίζω ,με κάθε λέξη που λέει ένας φρυνος

έξω απ'τό στόμα του να πηδαει.

Ο τρίτος είπε.Εγω το δωριζω ,μ'εναν δυστυχισμένο θάνατο να πεθανει.

Το κορίτσι έψαχνε έξω για φράουλες,όταν λοιπόν καμια δεν βρήκε,πήγε

σκυθρωπό στο σπίτι.

Κι όπως το στόμα άνοιξε και στη μητέρα θέλησε να διηγηθεί τι συνάντησε

μέσα  στο δάσο,τότε πηδούσε με κάθε λέξη ένας φρυνος απ'το στόμα του,

έτσι ώστε όλους μια αηδία τους έπιασε.

Τώρα η μητριά θύμωσε ακόμα πιο πολύ και σκέφτονταν μονάχα αυτό,

πως τη κόρη του άντρα να κάνει να πονέσει η καρδιά,που η ομορφιά της

κάθε μέρα όλο και μεγάλωνε.

Τελικά πήρε ένα καζάνι,το'βαλε στη φωτιά κι έβρασε νήματα μεσα.

Όταν έβρασε,το κρέμασε πάνω στον ώμο του φτωχού κοριτσιού και 

του'δωσε ένα τσεκούρι,μ'αυτο έπρεπε να πάει στον παγωμενο ποταμό,

μια τρύπα στον πάγο να ανοίξει και τα νήματα να βυθίσει.

Αυτό υπάκουσε,πήγε και χτυπώντας έκανε μια τρύπα στο παγο κι όταν

αυτό στη μέση του κομματιασματος ήταν,ήρθε εκεί μια λαμπερή άμαξα,

όπου μέσα ο βασιλιάς κάθονταν.

Η άμαξα σταμάτησε κι ο βασιλιάς ρώτησε.Παιδι μου,ποιο είσαι,και τι 

κάνεις εδώ;

Είμαι ένα φτωχό κορίτσι και βουτάω νήματα.

Τότε ο βασιλιάς ένιωσε συμπόνια,κι όταν είδε,πόσο όμορφο ήταν,,είπε.

Θες μαζί μου να ταξιδέψεις;

Αχ ναι,μ'ολη μου τη καρδιά,απάντησε,γιατί χάρηκε,που απ'τα μάτια της

μητέρας και της αδελφης θα εξαφανίζονταν.

Έτσι ανέβηκε στην άμαξα και πήγε με τον βασιλια,κι όταν στο κάστρο

του ήρθαν,έγιναν οι γάμοι και με μεγαλη λαμπρότητα γιορτάστηκαν,όπως

οι νάνοι στο κορίτσι είχαν δωρήσει.

Σ'ενα χρόνο γέννησε η νεαρή βασίλισσα έναν γιο,κι όταν η μητριά για τη

μεγάλη της τυχη άκουσε,ήρθε με την κόρη της στο κάστρο και προσποιήθηκε

πως μια επίσκεψη ήθελε να της κάνει.

Αλλά όταν ο βασιλιάς καποτε πηγε έξω και σχεδόν κανένας δεν ήταν μαρτυρας,

άρπαξε η κακια γυναίκα τη βασίλισσα απ'το κεφάλι,κι η κόρης την άρπαξε

απ'τα πόδια,την σήκωσαν απ'τό κρεβάτι και την πέταξαν απ'τό παράθυρο

έξω στο ρέμα που εκεί μπροστά κυλούσε.

Τότε η άσχημη κόρη της ξάπλωσε στο κρεβάτι,κι η γριά την σκέπασε μέχρι

πάνω στο κεφάλι.

 Όταν ο βασιλιάς πάλι επέστρεψε και με την γυναίκα του θέλησε να μιλήσει,

φώναξε η γριά.Στασου,στασου,τώρα δεν γίνεται,είναι ξαπλωμένη με μεγάλο

ιδρώτα,πρέπει σήμερα να την αφήσεις να ησυχάσει.

Ο βασιλιάς δεν σκέφτηκε κάτι κακό και ξανάρθε μόνο τ'αλλο πρωί,κι όπως 

με την γυναίκα του μίλησε και του'δωσε απάντηση,πετάγονταν με κάθε λέξη

ένας φρυνος,ενώ αλλοτε ένα χρυσό νόμισμα εξω έπεφτε.

Τότε ρώτησε,τι συνέβαινε,αλλά η γριά είπε,ότι απ'τόν μεγάλο ιδρώτα το

έπαθε και θα'χασε τον εαυτό της

Αλλά μέσα στη νύχτα είδε ο νεαρός μάγειρας,μια πάπια που ήρθε μέσα απ'το

βάλτο κολυμπώντας ,που ειπε.


Βασιλιά,τι κάνεις;

Κοιμάσαι η' ξύπνησες;


Κι όταν δεν πήρε καμία απάντηση,είπε.


Τι κάνουν οι καλεσμένοι μου;


Τότε απάντησε ο νεαρός μάγειρας


Κοιμούνται βαθιά


 Ξαναρωτησε


Τι κάνει το παιδάκι μου;


Αυτός απάντησε


Κοιμάται ήσυχα στη κουνια


Κατόπιν ανέβηκε με τη μορφή της βασίλισσας,του'δωσε να πιει,κούνησε

το κρεβατάκι του,το σκέπασε και κολύμπησε πάλι σαν πάπια μέσα απ'το

βάλτο.

Το ίδιο ήρθε δύο νύχτες,και την τρίτη μίλησε στον νεαρό μάγειρα.

Πηγαινε και πες στον βασιλιά,να πάρει το σπαθί του και στό κατώφλι 

τρεις φορές πάνω μου να το κουνήσει.

Τότε έτρεξε ο νεαρός μάγειρας και το' πε στον βασιλιά,

αυτός ήρθε με το σπαθί του και το κούνησε τρεις φορές πάνω απ'τό φάντασμα,

και στη τρίτη φορά στάθηκε μπροστά του η γυναίκα του,νέα,ζωντανή και υγιής,όπως ήταν πριν

Τώρα ο βασιλιάς ηταν σε μεγάλη χαρά,αλλ'ομως κράτησε τη βασίλισσα σε

μια κάμαρα κρυμμένη μέχρι την Κυριακή,που έπρεπε το παιδί να βαφτιστεί.

Κι όταν βαφτίστηκε είπε.Τι αξίζει να πάθει ενας άνθρωπος,που άλλον απ'τό

κρεβάτι τραβαει και στο νερό πεταει;

Τίποτα καλύτερο,απάντησε η γριά,από το βάλεις τον κακούργο μέσα σ'ενα

βαρέλι κι απ'τό βουνό να το κυλησεις κάτω στο νερο.

Τότε είπε ο βασιλιάς.Εχεις την καταδίκη σου πει,

πήρε ένα βαρέλι και τη γριά μαζί με τη κόρη της μέσα εβάλε,κατόπιν τον

πατο κάρφωσε και το βαρέλι έσπρωξε στον κατήφορο ,μέχρι που μέσα στον ποταμο κυλλησε

.

.

Die drei Männlein im Walde


 Ein Märchen der Brüder Grimm


 Es war ein Mann, dem starb seine Frau, und eine Frau, der starb ihr Mann; und der Mann hatte eine Tochter, und die Frau hatte auch eine Tochter. Die Mädchen waren miteinander bekannt und gingen zusammen spazieren und kamen hernach zu der Frau ins Haus. Da sprach sie zu des Mannes Tochter: "Hör, sage deinem Vater, ich wollt ihn heiraten, dann sollst du jeden Morgen dich in Milch waschen und Wein trinken, meine Tochter aber soll sich in Wasser waschen und Wasser trinken." Das Mädchen ging nach Haus und erzählte seinem Vater, was die Frau gesagt hatte.


 Der Mann sprach: "Was soll ich tun? Das Heiraten ist eine Freude und ist auch eine Qual." Endlich, weil er keinen Entschluß fassen konnte, zog er seinen Stiefel aus und sagte: "Nimm diesen Stiefel, der hat in der Sohle ein Loch, geh damit auf den Boden, häng ihn an den großen Nagel und gieß dann Wasser hinein. Hält er das Wasser, so will ich wieder eine Frau nehmen, läuft's aber durch, so will ich nicht."


 Das Mädchen tat, wie ihm geheißen war; aber das Wasser zog das Loch zusammen, und der Stiefel ward voll bis obenhin. Es verkündigte seinem Vater, wie's ausgefallen war. Da stieg er selbst hinauf, und als er sah, daß es seine Richtigkeit hatte, ging er zu der Witwe und freite sie, und die Hochzeit ward gehalten.


 Am andern Morgen, als die beiden Mädchen sich aufmachten, da stand vor des Mannes Tochter Milch zum Waschen und Wein zum Trinken, vor der Frau Tochter aber stand Wasser zum Waschen und Wasser zum Trinken. Am zweiten Morgen stand Wasser zum Waschen und Wasser zum Trinken so gut vor des Mannes Tochter als vor der Frau Tochter. Und am dritten Morgen stand Wasser zum Waschen und Wasser zum Trinken vor des Mannes Tochter und Milch zum Waschen und Wein zum Trinken vor der Frau Tochter, und dabei blieb's. Die Frau ward ihrer Stieftochter spinnefeind und wußte nicht, wie sie es ihr von einem Tag zum andern schlimmer machen sollte. Auch war sie neidisch, weil ihre Stieftochter schön und lieblich war, ihre rechte Tochter aber häßlich und widerlich.


 Einmal im Winter, als es steinhart gefroren hatte und Berg und Tal vollgeschneit lag, machte die Frau ein Kleid von Papier, rief das Mädchen und sprach: "Da, zieh das Kleid an, geh hinaus in den Wald und hol mir ein Körbchen voll Erdbeeren; ich habe Verlangen danach."


 "Du lieber Gott," sagte das Mädchen, "im Winter wachsen ja keine Erdbeeren, die Erde ist gefroren, und der Schnee hat auch alles zugedeckt. Und warum soll ich in dem Papierkleide gehen? Es ist draußen so kalt, daß einem der Atem friert; da weht ja der Wind hindurch, und die Dornen reißen mir's vom Leib."


 "Willst du mir noch widersprechen?" sagte die Stiefmutter. "Mach, daß du fortkommst, und laß dich nicht eher wieder sehen, als bis du das Körbchen voll Erdbeeren hast." Dann gab sie ihm noch ein Stückchen hartes Brot und sprach: "Davon kannst du den Tag über essen," und dachte: Draußen wird's erfrieren und verhungern und mir nimmermehr wieder vor die Augen kommen.


 Nun war das Mädchen gehorsam, tat das Papierkleid an und ging mit dem Körbchen hinaus. Da war nichts als Schnee die Weite und Breite, und war kein grünes Hälmchen zu merken. Als es in den Wald kam, sah es ein kleines Häuschen, daraus guckten drei kleine Haulemännerchen. Es wünschte ihnen die Tageszeit und klopfte bescheidenlich an die Tür. Sie riefen "Herein," und es trat in die Stube und setzte sich auf die Bank am Ofen, da wollte es sich wärmen und sein Frühstück essen. Die Haulemännerchen sprachen: "Gib uns auch etwas davon."


 "Gerne," sprach es, teilte sein Stückchen Brot entzwei und gab ihnen die Hälfte. Sie fragten: "Was willst du zur Winterzeit in deinem dünnen Kleidchen hier im Wald?"


 "Ach," antwortete es, "ich soll ein Körbchen voll Erdbeeren suchen und darf nicht eher nach Hause kommen, als bis ich es mitbringe." Als es sein Brot gegessen hatte, gaben sie ihm einen Besen und sprachen: "Kehre damit an der Hintertüre den Schnee weg." Wie es aber draußen war, sprachen die drei Männerchen untereinander: "Was sollen wir ihm schenken, weil es so artig und gut ist und sein Brot mit uns geteilt hat." Da sagte der erste: "Ich schenk ihm, daß es jeden Tag schöner wird." Der zweite sprach: "Ich schenk ihm, daß Goldstücke ihm aus dem Mund fallen, sooft es ein Wort spricht." Der dritte sprach: "Ich schenk ihm, daß ein König kommt und es zu seiner Gemahlin nimmt."


 Das Mädchen aber tat, wie die Haulemännerchen gesagt hatten, kehrte mit dem Besen den Schnee hinter dem kleinen Hause weg, und was glaubt ihr wohl, das es gefunden hat? Lauter reife Erdbeeren, die ganz dunkelrot aus dem Schnee hervorkamen. Da raffte es in seiner Freude sein Körbchen voll, dankte den kleinen Männern, gab jedem die Hand und lief nach Haus und wollte der Stiefmutter das Verlangte bringen. Wie es eintrat und "Guten Abend" sagte, fiel ihm gleich ein Goldstück aus dem Mund. Darauf erzählte es, was ihm im Walde begegnet war, aber bei jedem Worte, das es sprach, fielen ihm die Goldstücke aus dem Mund, so daß bald die ganze Stube damit bedeckt ward.


 "Nun sehe einer den Übermut," rief die Stiefschwester, "das Geld so hinzuwerfen," aber heimlich war sie neidisch darüber und wollte auch hinaus in den Wald und Erdbeeren suchen. Die Mutter: "Nein, mein liebes Töchterchen, es ist zu kalt, du könntest mir erfrieren." Weil sie ihr aber keine Ruhe ließ, gab sie endlich nach, nähte ihm einen prächtigen Pelzrock, den es anziehen mußte, und gab ihm Butterbrot und Kuchen mit auf den Weg.


 Das Mädchen ging in den Wald und gerade auf das kleine Häuschen zu. Die drei kleinen Haulemänner guckten wieder, aber es grüßte sie nicht, und ohne sich nach ihnen umzusehen und ohne sie zu grüßen, stolperte es in die Stube hinein, setzte sich an den Ofen und fing an, sein Butterbrot und seinen Kuchen zu essen.


 "Gib uns etwas davon" riefen die Kleinen, aber es antwortete: "Es schickt mir selber nicht, wie kann ich andern noch davon abgeben?" Als es nun fertig war mit dem Essen, sprachen sie: "Da hast du einen Besen, kehr uns draußen vor der Hintertür rein."


 "Ei, kehrt euch selber," antwortete es, "ich bin eure Magd nicht." Wie es sah, daß sie ihm nichts schenken wollten, ging es zur Türe hinaus. Da sprachen die kleinen Männer untereinander: "Was sollen wir ihm schenken, weil es so unartig ist und ein böses, neidisches Herz hat, das niemand etwas gönnt?" Der erste sprach: "Ich schenk ihm, daß es jeden Tag häßlicher wird." Der zweite sprach: "Ich schenk ihm, daß ihm bei jedem Wort, das es spricht, eine Kröte aus dem Munde springt." Der dritte sprach: "Ich schenk ihm, daß es eines unglücklichen Todes stirbt."


 Das Mädchen suchte draußen nach Erdbeeren, als es aber keine fand, ging es verdrießlich nach Haus. Und wie es den Mund auftat und seiner Mutter erzählen wollte, was ihm im Walde begegnet war, da sprang ihm bei jedem Wort eine Kröte aus dem Mund, so daß alle einen Abscheu vor ihm bekamen.


 Nun ärgerte sich die Stiefmutter noch viel mehr und dachte nur darauf, wie sie der Tochter des Mannes alles Herzeleid antun wollte, deren Schönheit doch alle Tage größer ward. Endlich nahm sie einen Kessel, setzte ihn zum Feuer und sott Garn darin. Als es gesotten war, hing sie es dem armen Mädchen auf die Schulter und gab ihm eine Axt dazu, damit sollte es auf den gefrornen Fluß gehen, ein Eisloch hauen und das Garn schlittern. Es war gehorsam, ging hin und hackte ein Loch in das Eis, und als es mitten im Hacken war, kam ein prächtiger Wagen hergefahren, worin der König saß. Der Wagen hielt still, und der König fragte: "Mein Kind, wer bist du, und was machst du da?"


 "Ich bin ein armes Mädchen und schlittere Garn." Da fühlte der König Mitleiden, und als er sah, wie es so gar schön war, sprach er: "Willst du mit mir fahren?"


 "Ach ja, von Herzen gern," antwortete es, denn es war froh, daß es der Mutter und Schwester aus den Augen kommen sollte.


 Also stieg es in den Wagen und fuhr mit dem König fort, und als sie auf sein Schloß gekommen waren, ward die Hochzeit mit großer Pracht gefeiert, wie es die kleinen Männlein dem Mädchen geschenkt hatten. Über ein Jahr gebar die junge Königin einen Sohn, und als die Stiefmutter von dem großen Glücke gehört hatte, so kam sie mit ihrer Tochter in das Schloß und tat, als wollte sie einen Besuch machen. Als aber der König einmal hinausgegangen und sonst niemand zugegen war, packte das böse Weib die Königin am Kopf, und ihre Tochter packte sie an den Füßen, hoben sie aus dem Bett und warfen sie zum Fenster hinaus in den vorbeifließenden Strom. Darauf legte sich ihre häßliche Tochter ins Bett, und die Alte deckte sie zu bis über den Kopf.


 Als der König wieder zurückkam und mit seiner Frau sprechen wollte, rief die Alte: "Still, still, jetzt geht das nicht, sie liegt in starkem Schweiß, Ihr müßt sie heute ruhen lassen." Der König dachte nichts Böses dabei und kam erst den andern Morgen wieder, und wie er mit seiner Frau sprach und sie ihm Antwort gab, sprang bei jedem Wort eine Kröte hervor, während sonst ein Goldstück herausgefallen war. Da fragte er, was das wäre, aber die Alte sprach, das hätte sie von dem starken Schweiß gekriegt und würde sich schon wieder verlieren.


 In der Nacht aber sah der Küchenjunge, wie eine Ente durch die Gosse geschwommen kam, die sprach:


 "König, was machst du?

 Schläfst du oder wachst du?"


 Und als er keine Antwort gab, sprach sie:


 "Was machen meine Gäste?"


 Da antwortete der Küchenjunge:


 "Sie schlafen feste."


 Fragte sie weiter:


 "Was macht mein Kindelein?"


 Antwortete er:


 "Es schläft in der Wiege fein."


 Da ging sie in der Königin Gestalt hinauf, gab ihm zu trinken, schüttelte ihm sein Bettchen, deckte es zu und schwamm als Ente wieder durch die Gosse fort. So kam sie zwei Nächte, in der dritten sprach sie zu dem Küchenjungen: "Geh und sage dem König, daß er sein Schwert nimmt und auf der Schwelle dreimal über mir schwingt." Da lief der Küchenjunge und sagte es dem König, der kam mit seinem Schwert und schwang es dreimal über dem Geist; und beim drittenmal stand seine Gemahlin vor ihm, frisch, lebendig und gesund, wie sie vorher gewesen war.


 Nun war der König in großer Freude, er hielt aber die Königin in einer Kammer verborgen bis auf den Sonntag, wo das Kind getauft werden sollte. Und als es getauft war, sprach er: "Was gehört einem Menschen, der den andern aus dem Bett trägt und ins Wasser wirft?"


 "Nichts Besseres," antwortete die Alte, "als daß man den Bösewicht in ein Faß steckt und den Berg hinab ins Wasser rollt." Da sagte der König: "Du hast dein Urteil gesprochen," ließ ein Faß holen und die Alte mit ihrer Tochter hineinstecken, dann ward der Boden zugehämmert und das Faß bergab gekullert, bis es in den Fluß rollte.

.

.

 .

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2021

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Το ονειρο -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Το ονειρο

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.



Το όνειρο

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


στο ονειρο της είδε εκείνο τον άνθρωπο,δεν ξαναξυπνησε για να συνεχίσει 

να τον ονειρεύεται,να μην το χασει,

γιατί ήξερε πως στην πραγματικοτητα ποτέ δεν θα τον ευρισκε.

.

.

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2021

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ -Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΨΕ ΕΙΝΑΙ: -Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΉΣ -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΨΕ ΕΙΝΑΙ:

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΉΣ

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΨΕ ΕΙΝΑΙ:

Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΉΣ

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Χατζηβατης:(φωνάζει έξω από τη παράγκα)Καραγκιόζη

Καραγκιόζη βγες έξω

Καραγκιόζης:,(πετάγεται έξω)εσύ βρε γρουσουζη;

Χατζηβατης:γιατί ποιον περίμενες;

Καραγκιόζης:τους άλλους,τους αποτετοιους

Χατζηβατης:τους ποιους;

Καραγκιόζης:τους μυστικούς,τους μυστήριους

Χατζηβατης:βρε τι μυστήρια είναι αυτά;τι σου συμβαίνει;

Καραγκιόζης:θες να μάθεις;

Χατζηβατης:και βέβαια φίλος μου είσαι

Καραγκιόζης:(πολύ σοβαρά)είμαι κομμουνιστής

Χατζηβατης:(γελάει)εσύ;από ποτέ;

Καραγκιόζης:από πάντα

Χατζηβατης:έλα τώρα κοροιδευεις

Καραγκιόζης:είμαι προλετάριος και όχι πλανηταριος,δεν έχω ιδιοκτησία

στα μέσα παραγωγής,είμαι εργατική δύναμη προς εκμεταλλευση

Χατζηβατης: μα ποτέ δούλεψες για να σε εκμεταλλευτούν;

Καραγκιόζης:ποτέ των ποτων,δεν θα τους χαρισω την υπεραξία μου

Χατζηβατης:τι ;ποια υπεραξία σου;

Καραγκιόζης:αν για να παραχθεί ένα α προϊόν χρειάζεται χ χρονο

και συ δουλεύεις περισσότερο χρόνο,ας πούμε ψ,τότε τη διαφορά της

εργασίας ψ-χ την καρπώνεται ο καπιταλιστής,κι αυτή είναι η υπεραξία

Χατζηβατης:και που τα'μαθες εσύ αυτά;

Καραγκιόζης:να διαβάσεις το Κεφάλαιο του Μαρξ,ν'ανοιξεις τα στραβά

σου,αν δεν συνειδητοποιήσεις πως λειτουργεί ο καπιταλισμός

δεν θα τον ανατρέψεις

Χατζηβατης:γιατί να τον ανατρέψω,έχω την ησυχία μου,την βολεψη μου

Καραγκιόζης:αυτή η ησυχία θα σε φαει,να ξέρεις όλα θα αλλάξουν,θέλουν

δεν θέλουν,δεν σταματάει η ιστορία,

Χατζηβατης:τι ιστορομανας;τι'ναι αυτά; τι λες;

Καραγκιόζης:δεν τα λέω εγώ,τα λέει ο ιστορικός υλισμός,η ανθρωπότητα

από τη δουλοκρατια πέρασε στην φεουδοαρχια από κει στον καπιταλισμό 

και νομοτελειακά θα καταλήξει στον σοσιαλισμο,

αυτά είναι τα στάδια,και πάει τελείωσε

Χατζηβατης:φοβάμαι για σένα,είσαι αγνώριστος,έχασες το χιούμορ σου

Καραγκιόζης:τέρμα αυτά,χιούμορ,σαχλαμαρες,μικροαστικές αγκυλώσεις,

όλα υπόκεινται στην πάλη των τάξεων,από δω και πέρα όλα τα έργα του Καραγκιόζη θα εξηγούνται μαρξιστικά,δεν είναι κωμωδιουλες της πλάκας,

με χοντρά αστεία,όλα ταξικά ξεγελασματα,να σε αποκοιμησουν απ'τα 

πραγματικά προβληματα

Χατζηβατης:ταξικά;δηλαδη;

Καραγκιοζης:θες μαρξιστική ανάλυση;να,εσύ ο Χατζηβατης είσαι ο μικροαστός υπηρέτης των αφεντάδων,ο μπάρμπα Γιώργος είναι ο εκπρόσωπος της  αγροτοκτηνοτροφικης ταξης που σύρεται από'δω  κι από'κεί,ο Νιονιος ξεπεσμενος ψευτοαριστοκρατης,ο Σταύρακας λούμπεν στοιχείο,

μαχαιροβγάλτες,κλεφτρονια,ο Μέγας Αλέξανδρος Ιμπεριαλιστης,ο Μορφονιος αστικό βουτυροπαιδο,η Αγλαία η γυναίκα μου η καταπιεσμένη γυναίκα,τα Κολλητηρια  τα φτωχοπαιδα της εργατικής τάξης

Χατζηβατης:κι εσύ τι είσαι;

Καραγκιόζης:η εργατική τάξη αυτοπροσώπως

Χατζηβατης:ο Καραγκιόζης;εργατική τάξη;συμμαζέψου γιατί θα σε μαζέψουν

Καραγκιόζης:δεν φοβάμαι,Όλα,να ξέρεις, κατακτωνται με ταξικούς αγώνες

Χατζηβατης:κι είσαι αληθεια κομμουνιστής;

Καραγκιόζης:αμ'τι ψέματα,δεν πεινάω;

Χατζηβατης:πεινας

Καραγκιόζης:είμαι πλούσιος;

Χατζηβατης,όχι,φτωχός

Καραγκιόζης:δεν δουλεύω μεροκάματο;

Χατζηβατης:εσύ; πότε;

Καραγκιόζης:δεν παίζω Καραγκιόζη;

Χατζηβατης:παίζεις,και τι μ'αυτο;

Καραγκιόζης:μεροκάματο δεν είναι αυτό;βιομηχανία είναι;καράβια;τράπεζες;

Χατζηβατης:όχι βέβαια,μεροκάματο

Καραγκιόζης:η παράγκα μου δεν είναι ετοιμόρροπη; είναι βίλα;

Χατζηβατης:από την ανάποδη

Καραγκιόζης:κλέβω;

Χατζηβατης:άλλο καλό

Καραγκιόζης:κλέφτης είμαι δεν είμαι επενδυτης

Χατζηβατης:πολύ σωστά

Καραγκιόζης:δεν λέω ψέματα;

Χατζηβατης:αν λες;με το τσουβάλι

Καραγκιόζης:ψεύτης είμαι δεν είμαι πολιτικος

Χατζηβατης:κι αυτό πολύ σωστό

Καραγκιόζης:και τώρα,συνήθεια είναι,ψέματα λέω

Χατζηβατης:πως είσαι κομμουνιστής;

Καραγκιόζης:ναι κομμουνιστής

Χατζηβατης:είπα κι εγώ,ο Καραγκιόζης Κομμουνιστής;

Καραγκιόζης:λάθος,είπα τώρα δεν είμαι,που θα παει όμως θα γίνω,

χρειάζεται πολλά καρβέλια να φάω,δεν πατάς ένα κουμπί και γίνεσαι κομμουνιστής,

όμως το βλέπω καθαρά στο μέλλον θα παίξω οπωσδηποτε το Έργο

ο Καραγκιόζης Κομμουνιστής,

Χατζηβατης:και τώρα τι παίζεις;

Καραγκιόζης:προς το παρόν ονειρεύομαι και θα ξυπνήσω,

να τώρα ακούω να μου φωνάζεις Καραγκιόζη Καραγκιόζη βγες έξω,

με θέλεις για τις εργολαβίες,και τα ντελαλισματα,που σου αναθέτουν

οι διαφορες εξουσιες

Χατζηβατης:(φωνάζει έξω από τη παράγκα)Καραγκιόζη

Καραγκιόζη βγες έξω

Καραγκιόζης:,(πετάγεται έξω)εσύ βρε γρουσουζη;τι με ξυπνάς;πάνω,

στο καλλιτερο,που είχανε στρώσει τραπέζι να φαω,κάτι μακαρόνια 

με μπόλικη κόκκινη σαλτσα

Χατζηβατης:έλα άσε τα όνειρα κι έλα στην πραγματικότητα,σε θέλω 

να με βοηθήσεις στο τελαλημα,με το αζημιωτο

Καραγκιόζης:ωπ,δεν γίνεται,κάνω απεργία

Χατζηβατης:σε τι απεργία;

Καραγκιόζης:στην εκμετάλλευση της Υπεραξιας.

Προλετάριοι Όλων των Λαών Ενωθείτε

.

.

.

Κυριακή, 16 Μαΐου 2021

GREEK POETRY -Requiem for Rosa Luxemburg -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-Requiem for Rosa Luxemburg

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.

.


Requiem for Rosa Luxemburg

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


(Bertolt Brecht)

Die rote Rosa nun such verschwand

Wo sie liegt is unbekannt

Weil sie den Armen die Wahrheit gesagt

Haben sie die Reichen aus der Welt gejagt

σαν ζώα στον ζωολογικό κήπο,εκείνα μέσα στα κλουβιά υπάκουα,

εγώ,εσύ,εμείς πρέπει να φωνάξουμε,να πούμε αυτό που συμβαίνει

ένας πυροβολισμός

ο Καρλ νεκρός

όχι ο Karl Liebknecht ζει,ήταν είναι θα ειναι

ακούγονται οι τρομπέτες,

Die rote Rosa nun such verschwand

Η κόκκινη Ρόζα επίσης τώρα έχει εξαφανισθεί

την μεταφέρουν στο Hotel Eden,

εδώ εισαι στον Παράδεισο,την χτυπάνε με το τουφέκι στο κεφάλι και 

στους ωμους,μην πάρετε μέρος στον πόλεμο,μην είστε υπηρέτες

του μιλιταρισμού,το όπλο χτυπά το κεφάλι,το κέντρο της σκέψης,

Rosa Rosalia Luxemburg Jew,προφίλ,φωτό, ηλικία 47 χρόνων

χτύπησαν την διαδηλωση,30-40 πτώματα στο δρόμο,οι εργάτες ήρθαν

και τα σήκωσαν,Δολοφόνοι!η Ευρώπη θα γίνει σοσιαλιστική!

Ευρωπαϊκή Πολιτεία!

Wo sie liegt is unbekannt

Που αυτή βρίσκεται είναι αγνωστο

την σέρνουν σε ένα σταματημενο αυτοκίνητο έξω από το Hotel

Ελευθερία μόνο για τα μέλη της κυβέρνησης,για τα μέλη του κομματος,

όσο μεγάλος και να είναι ο αριθμός τους,δεν είναι ελευθερία.

η βαρβαρότητα των Freikorps

ο Θρακιώτης Σπαρτακος

ο στρατιώτης τράβηξε το όπλο

Freiheit ist immer die Freiheit des Andersdenkenden

Ελευθερια είναι η ελευθερία αυτού που σκέφτεται διαφορετικά

Ο στρατιώτης ψυχρός εκτελεστής

Μιλάει η Rosa Luxemburg

Εδώ,κάθε μέρα δύο,τρία άτομα είναι μαχαιρωμένα από τους στρατιώτες,

συλλήψεις καθημερινές,

Γιατί αυτή στους φτωχούς την αλήθεια ειπε

Ο στρατιωτης την πυροβολεί

Weil sie den Armen die Wahrheit gesagt

Ένα τριαντάφυλλο κόκκινο αίμα στα χείλη της

Θάνατος,θάνατοι,για να αυξηθούν τα κερδη

Landwehr canal,η κατάδυση στα νερά,ένα ανθρώπινο σώμα κάτω από

τα παγωμένα νερά,

μια γυναίκα,η Rosa Luxemburg πνιγμενη 15 Ιανουαρίου 1919

Haben sie die Reichen aus der Welt gejagt

Οι πλούσιου την έχουν εκδιώξει από τον κοσμο

Περπατά κουτσενοντας,εδώ γύρω στις φυλακές μας,οποίος δεν κινείται,

μας λέει,δεν καταλαβαίνει τις αλυσίδες του

Die rote Rosa nun such verschwand

Wo sie liegt is unbekannt

Weil sie den Armen die Wahrheit gesagt

Haben sie die Reichen aus der Welt gejagt

(Bertolt Brecht)

.

.

Πέμπτη, 13 Μαΐου 2021

GREEK POETRY -Αριστοφάνης,Σφηκες -Η Τρίτη Εξοδος του Φιλοκλεωνος Ως Ούτις-στιχ. 168-197 -Τυραννοφοβια-στιχ. 463-511 -Ο γέροντοερωτας του Φιλοκλεωνα-στιχ. 1333-1387 -Τα δύο όνειρα και οι ονειροκρισιες τους-στιχ. 13-53 -μεταφραση κείμενο χ.ν.κουβελης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-Αριστοφάνης,Σφηκες

-Η Τρίτη Εξοδος του Φιλοκλεωνος Ως Ούτις-στιχ. 168-197

-Τυραννοφοβια-στιχ. 463-511

-Ο γέροντοερωτας του Φιλοκλεωνα-στιχ.  1333-1387

-Τα δύο όνειρα και οι ονειροκρισιες τους-στιχ. 13-53

-μεταφραση κείμενο χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.

.



Αριστοφάνης,Σφηκες,στιχ. 168-197
Η Τρίτη Εξοδος του Φιλοκλεωνος Ως Ούτις
-μεταφραση κείμενο χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΣΦΗΚΩΝ

Οι Σφήκες είναι το έκτο από τα εργα του Αριστοφάνη (Δαιταλής, 
Βαβυλώνιοι,Αχαρνής, Ιππής, Νεφέλαι, Σφήκες)
και το τέταρτο από τα σωζομενα (Αχαρνής, Ιππής, Νεφέλαι, Σφήκες)
,η κωμωδία παίχθηκε στα Λήναια το 422 π.Χ,όπου πήρε το δεύτερο
βραβείο, και σατυρίζει
την δικομανία των Αθηναίων και τον δημαγωγό στρατηγό Κλεωνα
Ο Κλέων είχε αυξήσει σε τρεις οβολούς το μισθό των ηλιαστων
δικαστών,
ο γέρος Φιλοκλεων(Φίλος του Κλεωνος)ήταν από τους φανατικούς
δικαστές και ήταν όλη τη μέρα στην Ηλιαία στα Δικαστηρια και
δίκαζε,
ο γιος του Βδελυκλεων(Βδελυσσομαι τον Κλεωνα,απεχθάνομαι
τον Κλεωνα) τον έχει κλείσει στο σπίτι,κι έχει βάλει φρουρούς
να μην βγει έξω,
ο Φιλοκλεων μην αντέχοντας την στέρηση του δικαστηρίου προσπαθεί 
να αποδράσει,
την πρώτη βγαίνοντας από την καμινάδα  σαν καπνός,
την δεύτερη  σπρώχνοντας βίαια τη πόρτα,
την τρίτη κρυμμένος κάτω από την κοιλιά γαϊδάρου,ως Ούτις,Κανένας,
όπως ο Οδυσσέας στην ραψωδία ι' της Οδυσσειας που κρύφθηκε κάτω 
από τη κοιλιά κριαριού νά ξεφύγει από τον Κύκλωπα Πολύφημο ως 
Ούτις,
έρχονται οι συνδικαστες ηλιαστες,ο χορός με μορφή σφηκών,να
πάρουν το μέρος του Φιλοκλεωνα,κι επιδεικνύουν Τυραννοφοβια,
ο Βδελυκλεων πείθει τον Φιλοκλεωνα να δικάζει μέσα στο σπίτι,
οικιακά,με την ησυχία του 
και τότε γίνεται και η περίφημη δική των δύο σκύλων:
κατά του σκύλου Αιξωνέα Λαβη που έκλεψε ένα κομμάτι τυρί από τον 
σκύλο Κυδαθηναιέα,
η δίκη αυτή είναι σάτυρα κατά του Κλεωνα που κατηγόρησε τον Λαχη
για δωροδοκία στη Σικελία,
επίσης ο Βλεδυκλεων καταφέρνει να αλλάξει εντελώς ζωή ο γέρος 
πατέρας δικαστής και να το ρίξει έξω ,στην ντόλτσε βιτα,οινοποσία
και αυλητριδα,πάντα με την ίδια μανία,μέχρι που στο τέλος της κωμωδίας 
να συμμετέχει σε διαγωνισμό χορου
.
.
Αριστοφάνης,Σφηκες,στιχ. 168-197
Η Τρίτη Εξοδος του Φιλοκλεωνος Ως Ούτις
-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Βδελυκλέων
ο άνθρωπος αυτός κάτι πονηρό πολύ μεγάλο θα κάνει

Φιλοκλέων
μα το θεό καθόλου,αλλά να δώσω για πούλημα θέλω
το γαϊδούρι πηγαίνοντας μ'αυτα τα καλάθια 170
γιατί η πρώτη του μήνα ειναι

Βδελυκλέων
λοιπόν τι δεν ξερω
κι εγώ να το δώσω για πούλημα;

Φιλοκλέων
όχι βέβαια ακριβώς όπως εγω

Βδελυκλέων
αλλ'ομως μα το θεό πιο καλα

Φιλοκλέων
τότε το γαϊδούρι βγάλε εξω

Σωσίας
ποια πρόφαση βρήκε,με ποση υποκρισια,
για τον αφήσεις να βγει εξω 175

Βδελυκλέων
αλλ'ομως δεν έπιασε
αυτή,γιατί κατάλαβα το τέχνασμα του.
λοιπόν μπαίνοντας μέσα το γαϊδούρι νομίζω πρέπει
να βγάλω έξω για να μην ο γέρος ξεγλυστρισει πάλι
γομάρι γιατί κλαίς;επειδή θα πουληθεις σήμερα;
περπατα γρήγορα.γιατι αγκομαχας;μηπως κουβαλάς 180
κάποιον Οδυσσέα;

Σωσίας
ναι,μα το θεό, κουβαλά 
από κάτω πραγματικά κάποιον που έχει κρυφτεί

Βδελυκλέων
ποιον;ας τον δούμε.αυτος εδώ ποιος να'ναι;
ποιος αληθεια εισαι άνθρωπε;

Φιλοκλέων
Ο Κανένας μα το θεο

Βδελυκλέων
εσύ ο Κανένας; από πού; 185

Φιλοκλέων
του Ιθακου του Αποδραστηαλογιδη

Βδελυκλέων
Κανένα μα το θεό κανένα δεν θα χαρείς εσύ
τράβηξε τον από κάτω γρηγορα.ο βρωμιαρης
που κρυφτηκε εκει κάτω.ετσι που να μου φαίνεται
πάρα πολύ όμοιος να'ναι με το πουλάρι κλητηρα

Φιλοκλέων
αν δεν μ'αφησεις ήσυχο,θα λογομαχησουμε 190

Βδελυκλέων
κι αλήθεια εμείς οι δυο γιατί θα λογομαχησουμε;

Φιλοκλέων
για σκιά γαιδουριου
(περὶ ὄνου σκιᾶς)

Βδελυκλέων
πονηρός είσαι πολύ στο τέχνασμα κι αγύριστο κεφαλι

Φιλοκλέων
εγώ πονηρός;όχι μα το θεό αλλά δεν γνωρίζεις 
τι άξιος είμαι,αλλ'ισως όταν θα φας 
τη πατσοκοιλια γεροντα ηλιαστη 195

Βδελυκλέων
σπρώξε το γαϊδούρι και μπες κι εσυ  μέσα στο σπιτι

Φιλοκλέων
ε συνδικαστες και Κλέων βοηθατε
.
.
Αριστοφάνης,Σφηκες,στιχ. 168-197
Η Τρίτη Εξοδος του Φιλοκλεωνος Ως Ούτις

Βδελυκλέων
ἅνθρωπος οὗτος μέγα τι δρασείει κακόν.

Φιλοκλέων
μὰ τὸν Δί᾽ οὐ δῆτ᾽, ἀλλ᾽ ἀποδόσθαι βούλομαι
τὸν ὄνον ἄγων αὐτοῖσι τοῖς κανθηλίοις·    170
νουμηνία γάρ ἐστιν.

Βδελυκλέων
οὔκουν κἂν ἐγὼ
αὐτὸν ἀποδοίμην δῆτ᾽ ἄν;

Φιλοκλέων
οὐχ ὥσπερ γ᾽ ἐγώ.

Βδελυκλέων
μὰ Δἴ ἀλλ᾽ ἄμεινον.

Φιλοκλέων
ἀλλὰ τὸν ὄνον ἔξαγε.

Σωσίας
οἵαν πρόφασιν καθῆκεν, ὡς εἰρωνικῶς,
ἵν᾽ αὐτὸν ἐκπέμψειας.    175

Βδελυκλέων
ἀλλ᾽ οὐκ ἔσπασεν
ταύτῃ γ᾽· ἐγὼ γὰρ ᾐσθόμην τεχνωμένου.
ἀλλ᾽ εἰσιών μοι τὸν ὄνον ἐξάγειν δοκῶ
ὅπως ἂν ὁ γέρων μηδὲ παρακύψῃ πάλιν.
κάνθων τί κλάεις; ὅτι πεπράσει τήμερον;
βάδιζε θᾶττον. τί στένεις, εἰ μὴ φέρεις    180
Ὀδυσσέα τιν᾽;

Σωσίας
ἀλλὰ ναὶ μὰ Δία φέρει
κάτω γε τουτονί τιν᾽ ὑποδεδυκότα.

Βδελυκλέων
ποῖον; φέρ᾽ ἴδωμαι τουτονί. τουτὶ τί ἦν;
τίς εἶ ποτ᾽ ὦνθρωπ᾽ ἐτεόν;

Φιλοκλέων
Οὖτις νὴ Δία.

Βδελυκλέων
Οὖτις σύ; ποδαπός;    185

Φιλοκλέων
Ἴθακος Ἀποδρασιππίδου.

Βδελυκλέων
Οὖτις μὰ τὸν Δἴ οὔτι χαιρήσων γε σύ.
ὕφελκε θᾶττον αὐτόν. ὦ μιαρώτατος
ἵν᾽ ὑποδέδυκεν· ὥστ᾽ ἔμοιγ᾽ ἰνδάλλεται
ὁμοιότατος κλητῆρος εἶναι πωλίῳ.

Φιλοκλέων
εἰ μή μ᾽ ἐάσεθ᾽ ἥσυχον, μαχούμεθα.    190

Βδελυκλέων
περὶ τοῦ μαχεῖ νῷν δῆτα;

Φιλοκλέων
περὶ ὄνου σκιᾶς.

Βδελυκλέων
πονηρὸς εἶ πόῤῥω τέχνης καὶ παράβολος.

Φιλοκλέων
ἐγὼ πονηρός; οὐ μὰ Δἴ ἀλλ᾽ οὐκ οἶσθα σὺ
νῦν μ᾽ ὄντ᾽ ἄριστον· ἀλλ᾽ ἴσως, ὅταν φάγῃς
ὑπογάστριον γέροντος ἡλιαστικοῦ.    195

Βδελυκλέων
ὤθει τὸν ὄνον καὶ σαυτὸν ἐς τὴν οἰκίαν.

Φιλοκλέων
ὦ ξυνδικασταὶ καὶ Κλέων ἀμύνατε.
.
.
.

Αριστοφάνης.Σφηκες.στιχ. 463-511

-Τυραννοφοβια-

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Χορός


δεν είναι φως φανάρι

στους φτωχούς,πως τυραννία

'στα μουλωχτα θα μας την κατσουν'465

αφού εσύ πονηρέ και παρατρεχαμενε τ'Αμυνια

απ'τους νομους μας εμποδας που'ταξε η πολη

χωρις κάποια δικαιολογια 

χωρις λογικη καθαρη

παρά μόνος διαταζεις;  470


Βδελυκλέων

δεν γίνετε χωρίς κοκορομαχίες και στριγκλιες

να μιλήσουμε μεταξύ μας και να συμφωνήσουμε;


Χορός

με σένα κουβέντες εχθρε του λαού και φιλομοναρχικε, 475

και τον κολλητό του Βρασίδα και που φοράει ποδογυρους 

με γιρλάντες και τρέφει αξύριστο γενακι; 


Βδελυκλέων

μα το θεό,πιο καλά για μένα να παρατήσω εντελώς τον πατέρα

παρά με τοσες φασαρίες να θαλασσωνω  κάθε μερα


Χορός

κι ούτε ακόμα στην άκρη με το σέλινο δεν είσαι και τον απηγανο 480

αυτό έτσι με περιτύλιγμα τριχοινικων  επών να πούμε

όμως τώρα τίποτα δεν περνάς αλλά όταν ο συνήγορος 

αυτά και αυτά θα σου λούσει και συνωμοτη θα σ'ονομασει


Βδελυκλέων

επιτέλους για το θεό πότε θα με ξεφορτωθείτε;

ν'αφήνω να με γδερνουν και να γδερνω ολη τη μέρα;485


Χορός

ποτέ,κι ακόμα ένα τίποτα από μένα να μείνει,

αφού πάνω μας τυραννία θέλεις να βαλεις

.


Βδελυκλέων

τα πάντα για σας τυραννία είναι και συνωμοτες

και στα μεγάλα και στα μικρά καποιος κατηγορει

αυτης εγώ δεν άκουσα τ',όνομα  ποτέ σε πενήντα χρονια 490

τώρα πιο πολύ απ'τό παστωμενο είναι  ακριβοτερη

ώστε και τ'ονομα της στην αγορά να κυκλοφορει 

αν κάποιος ψωνίσει ροφούς και  σαρδέλες δεν θελει

αμέσως λέει ο διπλανός που  πουλα τις σαρδελες 

αυτός ψωνίζει σαν άνθρωπος που συμπαθα την τυραννία 495

αν πράσο επιπλέον ζητά στις φρυσες κάτι ορεκτικο

η λαχανοπωλησα λοξοκοιτωντας λέει στον άλλον

πες μου,πράσο ζητάς,ποιο απ'τα δύο την τυραννια

η' νομίζεις πως η Αθήνα για σε παρέχει ορεκτικά;


Ξανθίας

κι εμένα η πόρνη που χθες το μεσημέρι μπήκα μέσα 500

και να την ιππευσω ζητησα θυμωνοντας πολύ 

σε μένα ειπε πως ήθελα του Ιππία την τυραννία να επανορθωσω


Βδελυκλέων

αυτά λοιπόν ν'ακουνε τους ευχαριστούν,και τώρα εγω

που τον πατέρα θέλω απ'αυτες ν'απαλλαξω

τις πρωινοδικαστικοσυκοφαντικοταλαιπωροσυναναστροφες 505

να ζει βίο καθώς πρέπει όπως ακριβώς ο Μορυχος, πως αιτία

έχω αυτά να πραττω συνωμότης οντας και με τυραννικά φρονηματα


Φιλοκλέων

μα το θεό και πολύ σωστά,γιατι εγώ ούτε κι αν του πουλιού το γαλα

αντί του βιου μου να λάβω δεν θα μου τον στερησεις τωρα

ούτε ευχαριστιεμαι με τα κοτσύφια ούτε με τα χέλια,αλλά ευχαριστη

μια δικουλα τοση δα αν φάω μέσα σε πήλινη χύτρα να'ναι βουτηγμενη


.

Αριστοφάνης.Σφηκες.στιχ. 463-511

Τυραννοφοβια


Χορός

ἆρα δῆτ᾽ οὐκ αὐτὰ δῆλα

τοῖς πένησιν, ἡ τυραννὶς

“ὡς λάθρᾳ γ᾽ ἐλάνθαν᾽ ὑπιοῦσά με”,    465

εἰ σύ γ᾽ ὦ πόνῳ πόνηρε καὶ κομηταμυνία

τῶν νόμων ἡμᾶς ἀπείργεις ὧν ἔθηκεν ἡ πόλις,

οὔτε τιν᾽ ἔχων πρόφασιν

οὔτε λόγον εὐτράπελον,

αὐτὸς ἄρχων μόνος;    470


Βδελυκλέων

ἔσθ᾽ ὅπως ἄνευ μάχης καὶ τῆς κατοξείας βοῆς

ἐς λόγους ἔλθοιμεν ἀλλήλοισι καὶ διαλλαγάς;


Χορός

σοὐς λόγους ὦ μισόδημε καὶ μοναρχίας ἐραστά,

καὶ ξυνὼν Βρασίδᾳ καὶ φορῶν κράσπεδα    475

στεμμάτων τήν θ᾽ ὑπήνην ἄκουρον τρέφων;


Βδελυκλέων

νὴ Δί᾽ ἦ μοι κρεῖττον ἐκστῆναι τὸ παράπαν τοῦ πατρὸς

μᾶλλον ἢ κακοῖς τοσούτοις ναυμαχεῖν ὁσημέραι.


Χορός

οὐδὲ μὴν οὐδ᾽ ἐν σελίνῳ σοὐστὶν οὐδ᾽ ἐν πηγάνῳ·    480

τοῦτο γὰρ παρεμβαλοῦμεν τῶν τριχοινίκων ἐπῶν.

ἀλλὰ νῦν μὲν οὐδὲν ἀλγεῖς, ἀλλ᾽ ὅταν ξυνήγορος

ταὐτὰ ταῦτα σου καταντλῇ καὶ ξυνωμότας καλῇ.


Βδελυκλέων

ἆρ᾽ ἂν ὦ πρὸς τῶν θεῶν ὑμεῖς ἀπαλλαχθεῖτέ μου;

ἢ δέδοκταί μοι δέρεσθαι καὶ δέρειν δι᾽ ἡμέρας;    485


Χορός

οὐδέποτέ γ᾽, οὐχ ἕως ἄν τί μου λοιπὸν ᾖ,

ὅστις ἡμῶν ἐπὶ τυραννίδ᾽ ὧδ᾽ ἐστάλης.


Βδελυκλέων

ὡς ἅπανθ᾽ ὑμῖν τυραννίς ἐστι καὶ ξυνωμόται,

ἤν τε μεῖζον ἤν τ᾽ ἔλαττον πρᾶγμά τις κατηγορῇ,

ἧς ἐγὼ οὐκ ἤκουσα τοὔνομ᾽ οὐδὲ πεντήκοντ᾽ ἐτῶν·    490

νῦν δὲ πολλῷ τοῦ ταρίχους ἐστὶν ἀξιωτέρα,

ὥστε καὶ δὴ τοὔνομ᾽ αὐτῆς ἐν ἀγορᾷ κυλίνδεται.

ἢν μὲν ὠνῆταί τις ὀρφὼς μεμβράδας δὲ μὴ ᾽θέλῃ,

εὐθέως εἴρηχ᾽ ὁ πωλῶν πλησίον τὰς μεμβράδας·

᾽οὗτος ὀψωνεῖν ἔοιχ᾽ ἅνθρωπος ἐπὶ τυραννίδι.᾽    495

ἢν δὲ γήτειον προσαιτῇ ταῖς ἀφύαις ἥδυσμά τι,

ἡ λαχανόπωλις παραβλέψασά φησι θατέρῳ·

“εἰπέ μοι, γήτειον αἰτεῖς· πότερον ἐπὶ τυραννίδι,

ἢ νομίζεις τὰς Ἀθήνας σοὶ φέρειν ἡδύσματα;”


Ξανθίας

κἀμέ γ᾽ ἡ πόρνη χθὲς εἰσελθόντα τῆς μεσημβρίας,    500

ὅτι κελητίσαι ᾽κέλευον, ὀξυθυμηθεῖσά μοι

ἤρετ᾽ εἰ τὴν Ἱππίου καθίσταμαι τυραννίδα.


Βδελυκλέων

ταῦτα γὰρ τούτοις ἀκούειν ἡδἔ, εἰ καὶ νῦν ἐγὼ

τὸν πατέρ᾽ ὅτι βούλομαι τούτων ἀπαλλαχθέντα τῶν

ὀρθροφοιτοσυκοφαντοδικοταλαιπώρων τρόπων    505

ζῆν βίον γενναῖον ὥσπερ Μόρυχος, αἰτίαν ἔχω

ταῦτα δρᾶν ξυνωμότης ὢν καὶ φρονῶν τυραννικά.


Φιλοκλέων

νὴ Δἴ ἐν δίκῃ γ᾽· ἐγὼ γὰρ οὐδ᾽ ἂν ὀρνίθων γάλα

ἀντὶ τοῦ βίου λάβοιμ᾽ ἂν οὗ με νῦν ἀποστερεῖς·

οὐδὲ χαίρω βατίσιν οὐδ᾽ ἐγχέλεσιν, ἀλλ᾽ ἥδιον ἄν    510

δικίδιον σμικρὸν φάγοιμ᾽ ἂν ἐν λοπάδι πεπνιγμένον.

.

.

.

Αριστοφάνης Σφηκες στιχ.  1333-1387

Ο γέροντοερωτας του Φιλοκλεωνα

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


.

Ξυμότης τις(καποιος Συμποτης)

αύριο θα δώσεις για τούτα λόγο στο δικαστήριο·

σ'εμας όλους,κι ας παιδιαριζεις,

γιατί μαζί όλοι θα σε εγκαλεσουμε


Φιλοκλέων

ω ω θα με εγκαλεστε 1335

στα παλιά είστε,δεν καταλαβατε

πως ούτε ν'ακουω δεν ανεχομε

για δικές,χα χα

αυτο'δω μ'αρεσει(πιάνει το κορίτσι την αυλητριδα)

πετα τα ψηφοκουτια 1340

γιατί δεν εξαφανίζεστε;που'ναι ηλιαστης;μακρυά πέρα 


(στην αυλητριδα)

έλα ανέβα εδώ χρυσομαμουνακι μου

με το χέρι τούτο δω πιάσε το σχοινι

κράτα το,προσεξε το ,γιατι χαλαρωμένο το σχοινι

όμως σίγουρα αν τριφθει δεν θα στεναχωρηθει

βλέπεις εγώ πόσο έξυπνα σ'αρπαξα 1345

ενώ'σουν έτοιμη για λεσβιακά με τους συμποσιαστες

γι'αυτό ένεκα αυτού αποδωσε στο πέος αυτη'δω τη χάρη

αλλά δεν θα την αποδώσεις ούτε θ'απλωσεις χέρι το ξέρω

αλλά θα με κοροϊδέψεις και θα γελάσεις μ'αυτο παρά πολυ

όπως ήδη με πολλους άλλους έτσι έκανες 1350

αν όμως γίνεις όχι ψυχρή όπως τώρα δα γυναίκα

εγώ εσένα όταν ο γιος μου θα πεθάνει

θα σ'εξαγορασω παλλακίδα να σ'εχω γουρουνάκι μου

τώρα δεν κάνω εγώ κουμάντο στα πράγματα μου

γιατι'μαι νέος και με φυλάνε πολύ στενά 1355

γιατί το παιδάκι μου με επιτηρεί,κι είναι ιδιότροπο

κι επίσης κυμινοπριονιζοκαρδαμογλυφο

αυτά τα κάνει γιατί για μένα φοβάται μην ξωκυλλω

γιατί πατέρας κανένας άλλος σ''αυτο δεν είναι εκτός από μενα.

να τώρα αυτος για σενα και για μενα φαινεται να τρέχει 1360

έλα γρήγορα στάσου αυτες εδώ τις λαμπαδες

πιάνοντας,για να τον περιπαιξω σαν νεαρουλη

μ'αυτα που κάποτε αυτός εμένα πριν τα μυστηρια


Βδελυκλέων

ου να χαθείς γεροραμολιμεντο και μουνικλαμενο

να ποθείς τον έρωτα μου φαίνεται ωραίου πτώματος 1365

ξινα θα τιμωρηθεις μα το θεό γι' αυτο που κανεις.


Φιλοκλέων.

πόσο θα σ'αρεσει να φας μια δικη από ξιδι


Βδελυκλέων

αισχρά δεν περιπαιζεις εσύ που την αυλητριδα

απ'τους συμποσιαστες έκλεψες;


Φιλοκλέων

ποια αυλητριδα;

τι'ναι αυτά που παραληρείς σαν από τύμβο να'πεσες; 1370


Βδελυκλέων

μα το θεό αυτή που στέκεται κοντά σου η Δαρδανιδα


Φιλοκλέων

καθόλου,αλλά η λαμπαδα που στην αγορά στους θεούς καιεται


Βδελυκλέων

λαμπαδα αυτή;


Φιλοκλέων

βεβαίως λαμπάδα,δεν την βλέπεις που έχει χρωματιστα στίγματα;


Βδελυκλέων

τι'ναι αυτό το μαύρο στη μέση της;


Φιλοκλέων

η πίσσα απ'οπου καθώς καιεται βγαίνει έξω 1375


Βδελυκλέων

αυτό εδώ πίσω δεν είναι ο κωλος της;


Φιλοκλέων

εξογκωμα που απ'τη λαμπαδα αυτό προεξεχει


Βδελυκλέων

τι μας λες;ποιο εξόγκωμα;(μιλάει στην αυλητριδα)ε συ δεν θα'ρθεις εδώ;


Φιλοκλέων

α α τι πρόκειται να κάνεις;


Βδελυκλέων

να την πάω αλλού την παίρνω 

αφαιρωντας από σενα και κρίνω ότι είσαι σάπιο κρεας 1380

και τίποτα δεν μπορεις να κανεις


Φιλοκλέων

άκου τώρα κι εμενα

στα Ολυμπια,όταν εγω θεωρος ημουνα ,

ο Εφουδίων  μάχονταν τον Ασκωνδα καλα

όντας ήδη γερος.κατοπιν με τη γροθιά χτυπώντας

ο γεροντότερος έβγαλε νοκ αουτ τον νεωτερο 1385

γι'αυτό πρόσεξε καλά μην το μάτι σου μαυρισει


Βδελυκλέων

μα το θεό την έμαθες καλά την Ολυμπια

.

.

Αριστοφάνης Σφηκες στιχ.  1333-1387

Ο γέροντοερωτας του Φιλοκλεωνα


Φιλοκλέων

ἄνεχε πάρεχε·

κλαύσεταί τις τῶν ὄπισθεν

ἐπακολουθούντων ἐμοί·

οἷον, εἰ μὴ ᾽ῤῥήσεθ᾽, ὑμᾶς

ὦ πόνηροι ταυτῃὶ τῇ    1330

δᾳδὶ φρυκτοὺς σκευάσω.

Ξυμότης τις

ἦ μὴν σὺ δώσεις αὔριον τούτων δίκην

ἡμῖν ἅπασι, κεἰ σφόδρ᾽ εἶ νεανίας.

ἁθρόοι γὰρ ἥξομέν σε προσκαλούμενοι.

ἰὴ ἰεῦ, καλούμενοι.    1335

ἀρχαῖά γ᾽ ὑμῶν· ἆρά γ᾽ ἴσθ᾽

ὡς οὐδ᾽ ἀκούων ἀνέχομαι

δικῶν; ἰαιβοῖ, αἰβοῖ.

τάδε μ᾽ ἀρέσκει· βάλλε κημούς.

οὐκ ἄπεισι; ποῦ ᾽στιν <ἡμῖν>    1340

ἡλιαστής; ἐκποδών.


ἀνάβαινε δεῦρο χρυσομηλολόνθιον,

τῇ χειρὶ τουδὶ λαβομένη τοῦ σχοινίου.

ἔχου· φυλάττου δ᾽, ὡς σαπρὸν τὸ σχοινίον·

ὅμως γε μέντοι τριβόμενον οὐκ ἄχθεται.

ὁρᾷς ἐγώ σ᾽ ὡς δεξιῶς ὑφειλόμην    1345

μέλλουσαν ἤδη λεσβιᾶν τοὺς ξυμπότας·

ὧν οὕνεκ᾽ ἀπόδος τῷ πέει τῳδὶ χάριν.

ἀλλ᾽ οὐκ ἀποδώσεις οὐδ᾽ ἐφιαλεῖς οἶδ᾽ ὅτι,

ἀλλ᾽ ἐξαπατήσεις κἀγχανεῖ τούτῳ μέγα·

πολλοῖς γὰρ ἤδη χἀτέροις αὔτ᾽ ἠργάσω.    1350

ἐὰν γένῃ δὲ μὴ κακὴ νυνὶ γυνή,

ἐγώ σ᾽ ἐπειδὰν οὑμὸς υἱὸς ἀποθάνῃ,

λυσάμενος ἕξω παλλακὴν ὦ χοιρίον.

νῦν δ᾽ οὐ κρατῶ ᾽γὼ τῶν ἐμαυτοῦ χρημάτων

νέος γάρ εἰμι καὶ φυλάττομαι σφόδρα.    1355

τὸ γὰρ υἵδιον τηρεῖ με, κἄστι δύσκολον

κἄλλως κυμινοπριστοκαρδαμογλύφον.

ταῦτ᾽ οὖν περί μου δέδοικε μὴ διαφθαρῶ.

πατὴρ γὰρ οὐδείς ἐστιν αὐτῷ πλὴν ἐμοῦ.

ὁδὶ δὲ καὐτὸς ἐπὶ σὲ κἄμ᾽ ἔοικε θεῖν.    1360

ἀλλ᾽ ὡς τάχιστα στῆθι τάσδε τὰς δετὰς

λαβοῦσ᾽, ἵν᾽ αὐτὸν τωθάσω νεανικῶς,

οἵοις ποθ᾽ οὗτος ἐμὲ πρὸ τῶν μυστηρίων.


Βδελυκλέων

ὦ οὗτος οὗτος τυφεδανὲ καὶ χοιρόθλιψ,

ποθεῖν ἐρᾶν τ᾽ ἔοικας ὡραίας σοροῦ.    1365

οὔτοι καταπροίξει μὰ τὸν Ἀπόλλω τοῦτο δρῶν.


Φιλοκλέων

ὡς ἡδέως φάγοις ἂν ἐξ ὄξους δίκην.


Βδελυκλέων

οὐ δεινὰ τωθάζειν σε τὴν αὐλητρίδα

τῶν ξυμποτῶν κλέψαντα;


Φιλοκλέων

ποίαν αὐλητρίδα;

τί ταῦτα ληρεῖς ὥσπερ ἀπὸ τύμβου πεσών;    1370


Βδελυκλέων

νὴ τὸν Δἴ αὕτη πού ᾽στί σοί γ᾽ ἡ Δαρδανίς.


Φιλοκλέων

οὔκ, ἀλλ᾽ ἐν ἀγορᾷ τοῖς θεοῖς δᾲς κάεται.


Βδελυκλέων

δᾲς ἥδε;


Φιλοκλέων

δᾲς δῆτ᾽. οὐχ ὁρᾷς ἐστιγμένην;


Βδελυκλέων

τί δὲ τὸ μέλαν τοῦτ᾽ ἐστὶν αὐτῆς τοὐν μέσῳ;


Φιλοκλέων

ἡ πίττα δήπου καομένης ἐξέρχεται.    1375


Βδελυκλέων

ὁ δ᾽ ὄπισθεν οὐχὶ πρωκτός ἐστιν οὑτοσί;


Φιλοκλέων

ὄζος μὲν οὖν τῆς δᾳδὸς οὗτος ἐξέχει.


Βδελυκλέων

τί λέγεις σύ; ποῖος ὄζος; οὐκ εἶ δεῦρο σύ;


Φιλοκλέων

ἆ ἆ τί μέλλεις δρᾶν;


Βδελυκλέων

ἄγειν ταύτην λαβὼν

ἀφελόμενός σε καὶ νομίσας εἶναι σαπρὸν    1380

κοὐδὲν δύνασθαι δρᾶν.


Φιλοκλέων

ἄκουσόν νυν ἐμοῦ.

Ὀλυμπίασιν, ἡνίκ᾽ ἐθεώρουν ἐγώ,

Ἐφουδίων ἐμαχέσατ᾽ Ἀσκώνδᾳ καλῶς

ἤδη γέρων ὤν· εἶτα τῇ πυγμῇ θενὼν

ὁ πρεσβύτερος κατέβαλε τὸν νεώτερον.    1385

πρὸς ταῦτα τηροῦ μὴ λάβῃς ὑπώπια.


Βδελυκλέων

νὴ τὸν Δἴ ἐξέμαθές γε τὴν Ὀλυμπίαν.

.

.

.

Αριστοφάνης.Σφηκες.στιχ. 13-53

Τα δύο όνειρα και οι ονειροκρισιες τους

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


(Ο Ξανθίας και ο Σωσίας είναι οι δυο φύλακες που έβαλε ο Βδελυκλεων 

να φυλάνε νύχτα και μέρα να μην αποδρασει απ'το σπιτι  ο έγκλειστος 

ο δικομανης ηλιαστης:γέρος πατέρας του Φιλοκλεων)


Ξανθίας

....

και τοτε όνειρο παράξενο είδα εντελως·


Σωσίας

κι εγώ αλήθεια τέτοιο ουδέποτε

τώρα πες το πρωτος 15


Ξανθίας

μου φάνηκε αετός

να χυμαει κάτω στην αγορά τεράστιος

αρπάζοντας στα νύχια ασπιδα με χαλκό

καλυμμένη ν'ανεβαινει ψηλά στον ουρανό

κι έπειτα αυτή να πετα του Κλεωνυμου


Σωσίας

επομένως σε τίποτα του γρίφου δεν διαφέρει ο Κλεωνυμος 20


Ξανθίας

πως αληθεια;


Σωσίας

θα ρωτησει κάποιος σ'αυτους τους συμποσιαστες,λέγοντας

'ποιο είν'αυτό το θηρίο που στη γη και στον ουρανο

καί στη θάλασσα πεταξε την ασπίδα;'


Ξανθίας

αλλιμονο αλήθεια τι κακό θα πάθω

βλέποντας τέτοιο όνειρο;


Σωσίας

μην ανησυχείς

γιατί δεν είναι τρομερό μα τους θεους


Ξανθίας

τρομερό όμως είναι ο άνθρωπος να πετά τα όπλα

τώρα το δικό σου πες.


Σωσίας

κατά τα άλλα είναι πολύ σημαντικο

γιατί για της πόλης είναι το σκάφος ολο


Ξανθίας

λέγε τώρα ξεκινώντας κάπως απ'την καρίνα το πράγμα 30


Σωσίας

μου φάνηκε εκεί στον πρώτο ύπνο στη Πνυκα

να συνεδριάζουν προβατα συγκεντρωμένα

έχοντας μπαστούνια και τριμμένα πανωφορια

κι έπειτα σ'αυτα τα πρόβατα μου φάνηκε

να δημογορει μια φάλαινα που τα πάντα καταβροχθίζει 35

που'χε φωνή πρησμενης γουρουνας


Ξανθίας

πω πω


Σωσίας

τι ειναι;


Ξανθίας

σταματα σταματα, μη λες

βρωμαει πολύ άσχημα το όνειρο τομάρι σάπιο 


Σωσίας

έπειτα η ακάθαρτη φάλαινα εχοντας ζυγαρια

ζύγιζε βορινο λιπος για θυσία του δημου 40


Ξανθίας

αλίμονο φοβάμαι

τον δημο μας θέλει να διασπάσει


Σωσίας

μου φάνηκε πως ο Θεωρος σ'αυτη κοντά

χάμω κάθονταν το κεφαλι κόρακα έχοντας

τότε ο Αλκιβιάδης μου είπε ψευδιζοντας

'ολας,ο Θεωλος το κεφαλι κόλακα εχει'


Ξανθίας

ορθά αυτό ο Αλκιβιάδης ψευδισε


Σωσίας

δεν είναι εκείνο αλλόκοτο,ο Θεωρος κόρακας

να γίνει;


Ξανθίας

καθόλου,αλλά υπεροχο


Σωσίας

πῶς;


Ξανθίας

τι πως;

άνθρωπος όντας έπειτα έγινε ξαφνικά κορακας

δεν είναι φανερό αυτο που καταλήγει,ότι 50

από μας αρπαχθεις στους κόρακες θα οδηγηθεί;


Σωσίας

τότε δεν πρέπει δίνοντας δύο οβολούς να σε μισθωσω

έτσι που ερμηνεύεις σοφα τα όνειρα;

.

.

Αριστοφάνης.Σφηκες.στιχ. 13-53

Τα δύο όνειρα και οι ονειροκρισιες τους


Ξανθίας

....

καὶ δῆτ᾽ ὄναρ θαυμαστὸν εἶδον ἀρτίως.


Σωσίας

κἄγωγ᾽ ἀληθῶς οἷον οὐδεπώποτε.

ἀτὰρ σὺ λέξον πρότερος.    15


Ξανθίας

ἐδόκουν αἰετὸν

καταπτόμενον ἐς τὴν ἀγορὰν μέγαν πάνυ

ἀναρπάσαντα τοῖς ὄνυξιν ἀσπίδα

φέρειν ἐπίχαλκον ἀνεκὰς ἐς τὸν οὐρανόν,

κἄπειτα ταύτην ἀποβαλεῖν Κλεώνυμον.


Σωσίας

οὐδὲν ἄρα γρίφου διαφέρει Κλεώνυμος.    20


Ξανθίας

πῶς δή;


Σωσίας

προσερεῖ τις τοῖσι συμπόταις, λέγων

“τί ταὐτὸν ἐν γῇ τ᾽ ἀπέβαλεν κἀν οὐρανῷ

κἀν τῇ θαλάττῃ θηρίον τὴν ἀσπίδα;”


Ξανθίας

οἴμοι τί δῆτά μοι κακὸν γενήσεται

ἰδόντι τοιοῦτον ἐνύπνιον;    25


Σωσίας

μὴ φροντίσῃς.

οὐδὲν γὰρ ἔσται δεινὸν οὐ μὰ τοὺς θεούς.


Ξανθίας

δεινόν γέ ποὔστ᾽ ἄνθρωπος ἀποβαλὼν ὅπλα.

ἀτὰρ σὺ τὸ σὸν αὖ λέξον.


Σωσίας

ἀλλ᾽ ἐστὶν μέγα.

περὶ τῆς πόλεως γάρ ἐστι τοῦ σκάφους ὅλου.


Ξανθίας

λέγε νυν ἀνύσας τι τὴν τρόπιν τοῦ πράγματος.    30


Σωσίας

ἔδοξέ μοι περὶ πρῶτον ὕπνον ἐν τῇ πυκνὶ

ἐκκλησιάζειν πρόβατα συγκαθήμενα,

βακτηρίας ἔχοντα καὶ τριβώνια·

κἄπειτα τούτοις τοῖς προβάτοισι μοὐδόκει

δημηγορεῖν φάλαινα πανδοκεύτρια,    35

ἔχουσα φωνὴν ἐμπεπρησμένης ὑός.


Ξανθίας

αἰβοῖ.


Σωσίας

τί ἔστι;


Ξανθίας

παῦε παῦε, μὴ λέγε·

ὄζει κάκιστον τοὐνύπνιον βύρσης σαπρᾶς.


Σωσίας

εἶθ᾽ ἡ μιαρὰ φάλαιν᾽ ἔχουσα τρυτάνην

ἵστη βόειον δημόν.    40


Ξανθίας

οἴμοι δείλαιος·

τὸν δῆμον ἡμῶν βούλεται διιστάναι.


Σωσίας

ἐδόκει δέ μοι Θέωρος αὐτῆς πλησίον

χαμαὶ καθῆσθαι τὴν κεφαλὴν κόρακος ἔχων.

εἶτ᾽ Ἀλκιβιάδης εἶπε πρός με τραυλίσας,

“ὁλᾷς; Θέωλος τὴν κεφαλὴν κόλακος ἔχει”.    45


Ξανθίας

ὀρθῶς γε τοῦτ᾽ Ἀλκιβιάδης ἐτραύλισεν.


Σωσίας

οὔκουν ἐκεῖν᾽ ἀλλόκοτον, ὁ Θέωρος κόραξ

γιγνόμενος;


Ξανθίας

ἥκιστ᾽, ἀλλ᾽ ἄριστον.


Σωσίας

πῶς;


Ξανθίας

ὅπως;

ἄνθρωπος ὢν εἶτ᾽ ἐγένετ᾽ ἐξαίφνης κόραξ·

οὔκουν ἐναργὲς τοῦτο συμβαλεῖν, ὅτι    50

ἀρθεὶς ἀφ᾽ ἡμῶν ἐς κόρακας οἰχήσεται;


Σωσίας

εἶτ᾽ οὐκ ἐγὼ δοὺς δύ᾽ ὀβολὼ μισθώσομαι

οὕτως ὑποκρινόμενον σοφῶς ὀνείρατα;

.

.

.