I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -χνκουβελης cncouvelis Τα τελευταία λεπτά ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-χνκουβελης cncouvelis

Τα τελευταία λεπτά

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



φωτογράφιση 

-χνκουβελης cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

Τα τελευταία λεπτά


Η γυναίκα στεκονταν στο δρόμο κάτω απ'το φως μιας λάμπας. 

Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά της.

Ο οδηγός άνοιξε το παράθυρο.

-Πόσο;

Εκείνη τον κοίταξε.

-Εξαρτάται.

Ο άντρας χαμογέλασε.

-Ενταξει.

Εκείνη μπήκε στο αυτοκίνητο.

Για λίγα λεπτά δεν μίλησαν.

Η πολη περνούσε έξω από τα τζάμια,σπίτια,αυτοκίνητα,

άδειες στάσεις.

Εκείνη είδε ένα ζευγάρι αγκαλιασμενο που γελούσε,

πιο πέρα ένα σκύλο να σερνει έναν ηλικιωμένο.

-Πού πάμε; ρώτησε.

Ο άντρας δεν απάντησε.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε φόβο.

-Σταμάτα είπε.

Το αυτοκίνητο συνέχισε.

-Σου είπα να σταματήσεις,φώναξε.

Εκείνος της είπε:

-Μη φοβάσαι.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε σ’ έναν σκοτεινό δρόμο.

Εκείνη κοίταξε έξω.

Ύστερα κοίταξε εκείνον.

-Πώς σε λένε;

Εκεινος δεν απάντησε.

-Έχεις μάνα;

-Έχεις μάνα; επέμεινε.

-Τι σημασία έχει;

-Έχει.Καποτε είχα κι εγώ ένα γιο.

-Και τώρα;

-Δεν ξέρω.

Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο.

Εκείνος άνοιξε μια πόρτα σ'ένα σπίτι και μπήκαν.

Σκοτάδι.

Εκείνη πήγε να ανάψει το φως.

-Μην ανάβεις φως,τής είπε.Καλλιτερα είναι έτσι.

Μέσα στο μισοσκόταδο είδε το κρεβάτι.

Εκείνη γδυθηκε.Εκεινος έμεινε με τα ρούχα.

Της είχε γυρισμένη τη πλάτη.

Εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι.

Εκείνος γύρισε και την κοιτουσε.

-Ξερω τι θέλεις να μου κάνεις,τού ειπε.

Εκείνος την πλησιασε.

Εκείνη έκλεισε τα μάτια.

Σκέφτηκε τη μανα της.

Ένα κοκκινο φόρεμα.

Ένα καλοκαίρι που είχε ξεχάσει.

Το πρώτο της φιλί.

Ένα τραγούδι από ένα  ραδιόφωνο.

Το τελευταίο που είπε ήταν:

—Αύριο,κάποιος θα περάσει απ'το σπίτι μου και θα χτυπήσει τη πόρτα.

Ο άντρας δεν απάντησε.

Άκουσε έναν ήχο.

Κι έπειτα τίποτα.


Η πολη εξω συνέχισε τη νύχτα της,σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ χνκουβελης cncouvelis -Volta para mim Fado (στα Ελληνικα,Portuguese, Spanish,Francais,Italian, German,English) Homage στην Maria Severa Onofriana ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

χνκουβελης cncouvelis

-Volta para mim 

Fado

(στα Ελληνικα,Portuguese,

Spanish,Francais,Italian,

German,English)

Homage στην 

Maria Severa Onofriana

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

Volta para mim 

Fado


(στα Ελληνικα,Portuguese,

Spanish,Francais,Italian,

German,English)


(Homage στην 

Maria Severa Onofriana (26 Ιουλιου 1820 - 30 Νοεμβριου 1846),γνωστη με το όνομα Σεβερα,Πορτογαλεζα τραγουδίστρια των fados και κιθαριστρια,

πέθανε από φυματίωση 26 χρόνων,30 Νοεμβρίου 1846 στη Rua do Capelão,

στη συνοικια Μουραρια,Λισαβώνα).


Linda Rodriguez -Maria Severa

https://youtu.be/BlkNdL2wK4Q?is=yr5fCrWC1YUQ1q8K


Lourdes Rodriguez -Maria Severa 

https://youtu.be/ZmtPbqhEr4U?is=5B4WzX10bUviDota


(χειρόγραφο του ετερώνυμου cnc)


Ημουν στην Μουραρια στην αρχαία συνοικία της Λισαβόνας,ηταν Νοέμβριος.

Οι πέτρες στα στενά δρομάκια από τη βροχή ήταν γυαλιστερές.

Έμενα σε ένα παλιό σπίτι στη Rua do Capelão.

Το ενοικίασα από μια ηλικιωμένη γυναίκα που λεγόταν Ντόνα Εμίλια.

-Μην φοβηθητε,μου είπε,αν μετά τα μεσάνυχτα ακουσετε από το διπλανό δωμάτιο μια γυναίκα να τραγουδάει fado.

Χαμογέλασα,δεν μου φάνηκε παράξενο,

οι ηλικιωμένοι το συνηθίζουν   να κάνουν τα παλιά σπίτια πιο μυστηριώδη απ' όσο είναι.

Εκείνη τη νύχτα,ξύπνησα,12 και 10 ,είδα στο ρολόι,ακουσα μια γυναικεία φωνή,χαμηλή,

σχεδόν ψιθυριστή.

Δεν ξεχώριζα τις λέξεις,

μονο στο τέλος κάθε στροφής τη φράση που επαναλαμβανονταν:

-Volta para mim.

(Γύρνα σε μένα.)

Σηκώθηκα.

Έβαλα το αυτί μου πάνω στον τοιχο.

Τίποτα.

Έκανα ένα βήμα πίσω.

Η φωνή ξανάρχισε.

Αυτή τη φορά άκουσα καθαρά.

Βγήκα έξω στη Mouraria.

Η συνοικία είχε ένα παράξενο φως που την εκανε να μοιάζει  βυθισμένη σε αρχαιο όνειρο.

Μπήκα σε μια  casa de fado.

Η τραγουδίστρια ήταν περίπου 25 ετών.

Φορούσε μαύρο μακρύ φόρεμα.

Η φωνή της ήταν βραχνή με μεγάλα κενα σιωπής. 

Κάποια στιγμη αναγνώρισα το τραγούδι που τραγουδουσε

Ήταν το ίδιο τραγούδι,τού διπλανού δωματίου.

Ζήτησα να έρθει η τραγουδίστρια στο τραπέζι μου.

-Σεβερα,μου είπε το όνομα της.Maria Severa Onofriana.

Εγώ λόγω των μουσικολογικων μου σπουδών  στο fado ήξερα ότι η Maria Severa Onofriana

ήταν μια μυθικη μορφη της πρώιμης ιστορίας του fado και ότι η μνήμη της συνδέθηκε βαθιά με τη Mouraria.

-Η Σεβέρα έχει πεθανει,τής είπα, εδώ και 180 χρονια.

-Κανενας δεν πεθαίνει όταν τραγουδάει τα fados,είπε η τραγουδίστρια.

-Τοτε τι πεθαίνει;ρώτησα.

-Εμείς,είπε.

Την κοίταξα,ήταν πανέμορφη,μια σκοτεινή ομορφιά.

Επέστρεψα ξημερώνοντας στο δωμάτιο μου.

Δεν κοιμήθηκα,δεν είχα ύπνο,σαν κάτι να περιμενα.

Άκουσα βήματα στο διάδρομο να πλησιάζουν.

Σηκώθηκα γρήγορα,άνοιξα τη πόρτα.

Στη διπλανη πόρτα ήταν εκείνη όπως το περίμενα.

Η Maria Severa Onofriana.

Με κοίταξε.

Άνοιξε τη πόρτα  και μπήκε μέσα.Εκλεισε τη πόρτα,

Γύρισα στο δωμάτιο μου,ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοίταζα τον τοίχο που με χώριζε από το διπλανό δωμάτιο.

Αποκοιμήθηκα.

Είδα ένα όνειρο.Ο τοίχος άνοιξε και εμφανίσθηκε εκείνη.

-Ποια είσαι;είπα,Τι θέλεις;

-Να με θυμηθείς,είπε.

Και άρχισε να τραγουδάει:

Volta para mim.

Όταν ξύπνησα πήγα στην 

Ντόνα Εμίλια.

-Ποια ειναι η γυναίκα που μενει στο διπλανό δωμάτιο;

ρώτησα.

-Δεν μένει καμία γυναίκα,απάντησε,ποτέ αυτό το δωμάτιο δεν το νοίκιασα.

-Και το τραγουδι;είπα.

Η Ντόνα Εμίλια χαμογέλασε.

-Το λέω έτσι,για να δημιουργήσω μυστήριο.

Πλήρωσα το δωμάτιο και έφυγα από το σπίτι.

Εκείνη τη νύχτα περιπλανήθηκα στη Μουραρια.

Όλη η αρχαία συνοικία κατέβαινε μεσα στην ομίχλη προς τον ποταμό Τάγο.

Σ'ένα στενό δρομάκι μια γυναίκα με σάλι,έπαιζε στη κιθάρα και τραγουδουσε:

Volta para mim.

Στάθηκα και την άκουσα μέχρι το τέλος.

Volta para mim

Fado. 

.

.

Volta para mim

Fado


(Homenagem a Maria Severa Onofriana (26 de julho de 1820 – 30 de novembro de 1846), conhecida pelo nome de Severa, cantora portuguesa de fados e guitarrista, que morreu de tuberculose aos 26 anos, em 30 de novembro de 1846, na Rua do Capelão, no bairro da Mouraria, Lisboa.)


(manuscrito do heterónimo cnc)


Eu estava na Mouraria, no antigo bairro de Lisboa. Era novembro.

As pedras das ruas estreitas, molhadas pela chuva, brilhavam.

Estava hospedado numa casa antiga na Rua do Capelão. Aluguei-a a uma senhora idosa chamada Dona Emília.

— Não tenha medo — disse-me ela — se, depois da meia-noite, ouvir no quarto ao lado uma mulher a cantar fado.

Sorri. Não me pareceu estranho. Os velhos têm o hábito de tornar as casas antigas mais misteriosas do que realmente são.

Nessa noite acordei. Eram doze e dez, vi no relógio. Ouvi uma voz de mulher, baixa, quase sussurrada.

Não distinguia as palavras. Apenas, no fim de cada estrofe, a frase que se repetia:

— Volta para mim.

Levantei-me.

Encostei o ouvido à parede.

Nada.

Dei um passo atrás.

A voz recomeçou.

Desta vez ouvi claramente.

Saí para a Mouraria.

O bairro tinha uma luz estranha que o fazia parecer mergulhado num sonho antigo.

Entrei numa casa de fado.

A cantora teria cerca de vinte e cinco anos.

Vestia um longo vestido preto.

A sua voz era rouca, com grandes intervalos de silêncio.

A certa altura reconheci a canção que estava a cantar.

Era a mesma canção do quarto ao lado.

Pedi à cantora que viesse à minha mesa.

— Severa — disse-me, apresentando-se. — Maria Severa Onofriana.

Eu, devido aos meus estudos de musicologia sobre o fado, sabia que Maria Severa Onofriana era uma figura mítica da história inicial do fado e que a sua memória estava profundamente ligada à Mouraria.

— A Severa morreu — disse-lhe — há cento e oitenta anos.

— Ninguém morre quando canta fados — respondeu a cantora.

— Então o que é que morre? — perguntei.

— Nós — disse ela.

Olhei para ela.

Era belíssima, de uma beleza sombria.

Regressei ao meu quarto ao amanhecer.

Não dormi. Não tinha sono, como se estivesse à espera de alguma coisa.

Ouvi passos no corredor que se aproximavam.

Levantei-me rapidamente e abri a porta.

Na porta ao lado estava ela, como eu esperava.

Maria Severa Onofriana.

Olhou para mim.

Abriu a porta e entrou.

Fechou-a.

Voltei para o meu quarto, deitei-me na cama e fiquei a olhar para a parede que me separava do quarto ao lado.

Adormeci.

Tive um sonho.

A parede abriu-se e ela apareceu.

— Quem és tu? — perguntei. — O que queres?

— Que te lembres de mim — respondeu.

E começou a cantar:

Volta para mim.

Quando acordei, fui ter com Dona Emília.

— Quem é a mulher que vive no quarto ao lado? — perguntei.

— Não vive mulher nenhuma — respondeu ela. — Nunca aluguei esse quarto.

— E a canção? — perguntei.

Dona Emília sorriu.

— Digo isso assim, para criar mistério.

Paguei o quarto e saí da casa.

Nessa noite vagueei pela Mouraria.

Todo o antigo bairro descia através do nevoeiro em direção ao rio Tejo.

Numa rua estreita, uma mulher com um xaile tocava guitarra e cantava:

Volta para mim.

Parei e ouvi-a até ao fim.

Foi então que compreendi o segredo de Lisboa e dos seus antigos bairros.

Os fados nunca deixam os homens partir.

Nunca estão verdadeiramente mortos.

Estão sempre vivos.

Volta para mim.

Fado.

.

.


Volta para mim

Fado


(Homenaje a Maria Severa Onofriana (26 de julio de 1820 – 30 de noviembre de 1846), conocida con el nombre de Severa, cantante portuguesa de fados y guitarrista, que murió de tuberculosis a los 26 años, el 30 de noviembre de 1846, en la Rua do Capelão, en el barrio de la Mouraria, Lisboa.)


(manuscrito del heterónimo cnc)


Estaba en la Mouraria, en el antiguo barrio de Lisboa. Era noviembre.

Las piedras de las estrechas callejuelas, mojadas por la lluvia, brillaban.

Me alojaba en una casa antigua de la Rua do Capelão. Se la alquilé a una anciana llamada doña Emilia.

—No tenga miedo —me dijo— si después de medianoche oye en la habitación de al lado a una mujer cantando fado.

Sonreí. No me pareció extraño. Los ancianos tienen la costumbre de hacer que las casas antiguas parezcan más misteriosas de lo que realmente son.

Aquella noche me desperté. Eran las doce y diez, según vi en el reloj. Escuché una voz de mujer, baja, casi susurrante.

No distinguía las palabras. Solo, al final de cada estrofa, la frase que se repetía:

—Volta para mim.

Me levanté.

Apoyé el oído contra la pared.

Nada.

Di un paso atrás.

La voz volvió a comenzar.

Esta vez la escuché claramente.

Salí a la Mouraria.

El barrio tenía una luz extraña que lo hacía parecer sumergido en un sueño antiguo.

Entré en una casa de fado.

La cantante tendría unos veinticinco años.

Llevaba un largo vestido negro.

Su voz era ronca, con grandes intervalos de silencio.

En cierto momento reconocí la canción que estaba cantando.

Era la misma canción de la habitación de al lado.

Le pedí a la cantante que viniera a mi mesa.

—Severa —me dijo, pronunciando su nombre—. Maria Severa Onofriana.

Yo, debido a mis estudios de musicología sobre el fado, sabía que Maria Severa Onofriana era una figura mítica de la historia temprana del fado y que su memoria estaba profundamente ligada a la Mouraria.

—Severa ha muerto —le dije— hace ciento ochenta años.

—Nadie muere cuando canta fados —dijo la cantante.

—Entonces, ¿qué es lo que muere? —pregunté.

—Nosotros —respondió.

La miré.

Era bellísima, de una belleza oscura.

Regresé a mi habitación al amanecer.

No dormí. No tenía sueño, como si estuviera esperando algo.

Escuché unos pasos en el pasillo que se acercaban.

Me levanté rápidamente y abrí la puerta.

En la puerta de al lado estaba ella, tal como esperaba.

Maria Severa Onofriana.

Me miró.

Abrió la puerta y entró.

Cerró la puerta.

Volví a mi habitación, me acosté en la cama y me quedé mirando la pared que me separaba de la habitación de al lado.

Me quedé dormido.

Tuve un sueño.

La pared se abrió y ella apareció.

—¿Quién eres? —dije—. ¿Qué quieres?

—Que me recuerdes —respondió.

Y comenzó a cantar:

Volta para mim.

Cuando desperté, fui a ver a doña Emilia.

—¿Quién es la mujer que vive en la habitación de al lado? —pregunté.

—No vive ninguna mujer allí —respondió—. Nunca he alquilado esa habitación.

—¿Y la canción? —dije.

Doña Emilia sonrió.

—Lo digo así, para crear misterio.

Pagué la habitación y abandoné la casa.

Aquella noche me dediqué a vagar por la Mouraria.

Todo el antiguo barrio descendía entre la niebla hacia el río Tajo.

En una estrecha callejuela, una mujer con un chal tocaba la guitarra y cantaba:

Volta para mim.

Me detuve y la escuché hasta el final.

Entonces comprendí el secreto de Lisboa y de sus antiguos barrios.

Los fados nunca dejan que los hombres se marchen.

Nunca están realmente muertos.

Están siempre vivos.

Volta para mim.

Fado.

.

.

Volta para mim

Fado


(Hommage à Maria Severa Onofriana (26 juillet 1820 – 30 novembre 1846), connue sous le nom de Severa, chanteuse portugaise de fados et guitariste, morte de la tuberculose à l’âge de 26 ans, le 30 novembre 1846, Rua do Capelão, dans le quartier de la Mouraria, à Lisbonne.)


(manuscrit de l’hétéronyme cnc)


J’étais à la Mouraria, dans l’ancien quartier de Lisbonne. Nous étions en novembre.

Les pierres des ruelles étroites, mouillées par la pluie, brillaient.

Je logeais dans une vieille maison de la Rua do Capelão. Je l’avais louée à une vieille femme qui s’appelait Dona Emilia.

— N’ayez pas peur, me dit-elle, si, après minuit, vous entendez dans la chambre voisine une femme chanter du fado.

Je souris. Cela ne me parut pas étrange. Les personnes âgées ont l’habitude de rendre les vieilles maisons plus mystérieuses qu’elles ne le sont réellement.

Cette nuit-là, je me réveillai. Il était minuit dix, comme je le vis sur l’horloge. J’entendis une voix de femme, basse, presque murmurée.

Je ne distinguais pas les paroles. Seulement, à la fin de chaque strophe, cette phrase qui revenait :

— Volta para mim.

Je me levai.

Je collai mon oreille contre le mur.

Rien.

Je fis un pas en arrière.

La voix recommença.

Cette fois, je l’entendis clairement.

Je sortis dans la Mouraria.

Le quartier baignait dans une étrange lumière qui lui donnait l’apparence d’un lieu plongé dans un rêve ancien.

J’entrai dans une casa de fado.

La chanteuse avait environ vingt-cinq ans.

Elle portait une longue robe noire.

Sa voix était rauque, entrecoupée de longs silences.

À un moment donné, je reconnus la chanson qu’elle chantait.

C’était la même chanson que celle de la chambre voisine.

Je demandai à la chanteuse de venir à ma table.

— Severa, me dit-elle. Maria Severa Onofriana.

Grâce à mes études de musicologie consacrées au fado, je savais que Maria Severa Onofriana était une figure mythique de l’histoire ancienne du fado et que sa mémoire était profondément liée à la Mouraria.

— Severa est morte, lui dis-je, il y a cent quatre-vingts ans.

— Personne ne meurt lorsqu’il chante des fados, répondit la chanteuse.

— Alors, qu’est-ce qui meurt ? demandai-je.

— Nous, dit-elle.

Je la regardai.

Elle était d’une beauté saisissante, une beauté sombre.

Je regagnai ma chambre à l’aube.

Je ne dormis pas. Je n’avais pas sommeil, comme si j’attendais quelque chose.

J’entendis des pas dans le couloir qui s’approchaient.

Je me levai rapidement et ouvris la porte.

Dans la chambre voisine, elle était là, comme je m’y attendais.

Maria Severa Onofriana.

Elle me regarda.

Elle ouvrit la porte et entra.

Puis elle referma la porte.

Je retournai dans ma chambre, m’allongeai sur le lit et regardai le mur qui me séparait de la chambre voisine.

Je m’endormis.

Je fis un rêve.

Le mur s’ouvrit et elle apparut.

— Qui es-tu ? demandai-je. Que veux-tu ?

— Que tu te souviennes de moi, répondit-elle.

Et elle se mit à chanter :

Volta para mim.

À mon réveil, j’allai trouver Dona Emilia.

— Qui est la femme qui habite dans la chambre voisine ? demandai-je.

— Aucune femme n’y habite, répondit-elle. Je n’ai jamais loué cette chambre.

— Et la chanson ? demandai-je.

Dona Emilia sourit.

— Je dis cela comme ça, pour créer du mystère.

Je payai la chambre et quittai la maison.

Cette nuit-là, j’errai dans la Mouraria.

Tout l’ancien quartier descendait dans le brouillard vers le Tage.

Dans une ruelle étroite, une femme portant un châle jouait de la guitare et chantait :

Volta para mim.

Je m’arrêtai et l’écoutai jusqu’à la fin.

C’est alors que je compris le secret de Lisbonne et de ses anciens quartiers.

Les fados ne laissent jamais les hommes partir.

Ils ne sont jamais vraiment morts.

Ils sont toujours vivants.

Volta para mim.

Fado.

.

.

Volta para mim

Fado


(Omaggio a Maria Severa Onofriana (26 luglio 1820 – 30 novembre 1846), conosciuta con il nome di Severa, cantante portoghese di fado e chitarrista, morta di tubercolosi all’età di 26 anni, il 30 novembre 1846, nella Rua do Capelão, nel quartiere della Mouraria, a Lisbona.)


(manoscritto dell’eteronimo cnc)


Ero nella Mouraria, nell’antico quartiere di Lisbona. Era novembre.

Le pietre degli stretti vicoli, bagnate dalla pioggia, erano lucide.

Alloggiavo in una vecchia casa nella Rua do Capelão. L’avevo affittata da un’anziana donna di nome Dona Emilia.

— Non abbia paura — mi disse — se dopo mezzanotte sentirà, nella stanza accanto, una donna cantare il fado.

Sorrisi. Non mi sembrò strano. Gli anziani hanno l’abitudine di rendere le vecchie case più misteriose di quanto siano realmente.

Quella notte mi svegliai. Erano le dodici e dieci, come vidi sull’orologio. Sentii una voce femminile, bassa, quasi un sussurro.

Non riuscivo a distinguere le parole. Solo, alla fine di ogni strofa, sentivo la frase che si ripeteva:

— Volta para mim.

Mi alzai.

Appoggiai l’orecchio alla parete.

Niente.

Feci un passo indietro.

La voce ricominciò.

Questa volta la sentii chiaramente.

Uscii nella Mouraria.

Il quartiere aveva una luce strana, che lo faceva sembrare immerso in un antico sogno.

Entrai in una casa de fado.

La cantante aveva circa venticinque anni.

Indossava un lungo abito nero.

La sua voce era roca, con lunghi intervalli di silenzio.

A un certo punto riconobbi la canzone che stava cantando.

Era la stessa canzone della stanza accanto.

Le chiesi di venire al mio tavolo.

— Severa — mi disse, pronunciando il suo nome. — Maria Severa Onofriana.

Io, grazie ai miei studi di musicologia sul fado, sapevo che Maria Severa Onofriana era una figura mitica della storia delle origini del fado e che la sua memoria era profondamente legata alla Mouraria.

— Severa è morta — le dissi — da centottant’anni.

— Nessuno muore quando canta i fados — disse la cantante.

— Allora che cosa muore? — domandai.

— Noi — rispose.

La guardai.

Era bellissima, di una bellezza oscura.

Rientrai nella mia stanza all’alba.

Non dormii. Non avevo sonno, come se stessi aspettando qualcosa.

Sentii dei passi nel corridoio che si avvicinavano.

Mi alzai rapidamente e aprii la porta.

Nella stanza accanto c’era lei, proprio come mi aspettavo.

Maria Severa Onofriana.

Mi guardò.

Aprì la porta ed entrò.

La richiuse.

Tornai nella mia stanza, mi sdraiai sul letto e rimasi a fissare la parete che mi separava dalla stanza accanto.

Mi addormentai.

Feci un sogno.

La parete si aprì e lei apparve.

— Chi sei? — dissi. — Che cosa vuoi?

— Che tu ti ricordi di me — rispose.

E cominciò a cantare:

Volta para mim.

Quando mi svegliai, andai da Dona Emilia.

— Chi è la donna che abita nella stanza accanto? — domandai.

— Non abita nessuna donna — rispose. — Non ho mai affittato quella stanza.

— E la canzone? — dissi.

Dona Emilia sorrise.

— Lo dico così, per creare un po’ di mistero.

Pagai la stanza e lasciai la casa.

Quella notte vagai per la Mouraria.

L’intero antico quartiere scendeva attraverso la nebbia verso il fiume Tago.

In uno stretto vicolo, una donna con uno scialle suonava la chitarra e cantava:

Volta para mim.

Mi fermai ad ascoltarla fino alla fine.

Fu allora che compresi il segreto di Lisbona e dei suoi antichi quartieri.

I fados non lasciano mai andare via gli uomini.

Non sono mai veramente morti.

Sono sempre vivi.

Volta para mim.

Fado.

.

.

Volta para mim

Fado


(Hommage an Maria Severa Onofriana (26. Juli 1820 – 30. November 1846), bekannt unter dem Namen Severa, portugiesische Fadista und Gitarristin, die im Alter von 26 Jahren an Tuberkulose starb, am 30. November 1846 in der Rua do Capelão im Lissabonner Stadtteil Mouraria.)


(Manuskript des Heteronyms cnc)


Ich war in der Mouraria, im alten Viertel von Lissabon. Es war November.

Die Steine der engen Gassen glänzten vom Regen.

Ich wohnte in einem alten Haus in der Rua do Capelão. Ich hatte es von einer älteren Frau namens Dona Emilia gemietet.

— Fürchten Sie sich nicht — sagte sie zu mir —, wenn Sie nach Mitternacht aus dem Zimmer nebenan eine Frau Fado singen hören.

Ich lächelte. Es kam mir nicht seltsam vor. Alte Menschen haben die Angewohnheit, alte Häuser geheimnisvoller erscheinen zu lassen, als sie tatsächlich sind.

In jener Nacht wachte ich auf. Es war zehn nach zwölf, wie ich auf der Uhr sah. Ich hörte eine Frauenstimme, leise, beinahe geflüstert.

Ich konnte die Worte nicht verstehen.

Nur am Ende jeder Strophe hörte ich den Satz, der sich wiederholte:

— Volta para mim.

Ich stand auf.

Ich legte mein Ohr an die Wand.

Nichts.

Ich trat einen Schritt zurück.

Die Stimme begann von Neuem.

Diesmal hörte ich sie deutlich.

Ich ging hinaus in die Mouraria.

Das Viertel lag in einem seltsamen Licht, das es erscheinen ließ, als wäre es in einen uralten Traum versunken.

Ich betrat eine Casa de Fado.

Die Sängerin war ungefähr fünfundzwanzig Jahre alt.

Sie trug ein langes schwarzes Kleid.

Ihre Stimme war rau, mit langen Pausen des Schweigens.

Irgendwann erkannte ich das Lied, das sie sang.

Es war dasselbe Lied, das ich aus dem Zimmer nebenan gehört hatte.

Ich bat die Sängerin, an meinen Tisch zu kommen.

— Severa — sagte sie und nannte mir ihren Namen. — Maria Severa Onofriana.

Aufgrund meiner musikwissenschaftlichen Studien über den Fado wusste ich, dass Maria Severa Onofriana eine mythische Gestalt aus der frühen Geschichte des Fado war und dass ihr Andenken eng mit der Mouraria verbunden war.

— Severa ist tot — sagte ich zu ihr —, seit hundertachtzig Jahren.

— Niemand stirbt, wenn er Fados singt — sagte die Sängerin.

— Was stirbt dann? — fragte ich.

— Wir — antwortete sie.

Ich sah sie an.

Sie war wunderschön, von einer dunklen Schönheit.

Bei Tagesanbruch kehrte ich in mein Zimmer zurück.

Ich schlief nicht. Ich war nicht müde, als würde ich auf etwas warten.

Ich hörte Schritte im Flur, die näher kamen.

Ich stand schnell auf und öffnete die Tür.

In der Tür nebenan stand sie, genau wie ich es erwartet hatte.

Maria Severa Onofriana.

Sie sah mich an.

Sie öffnete die Tür und trat ein.

Dann schloss sie die Tür.

Ich ging zurück in mein Zimmer, legte mich auf das Bett und starrte auf die Wand, die mich vom Nachbarzimmer trennte.

Ich schlief ein.

Ich hatte einen Traum.

Die Wand öffnete sich, und sie erschien.

— Wer bist du? — fragte ich. — Was willst du?

— Dass du dich an mich erinnerst — antwortete sie.

Und sie begann zu singen:

Volta para mim.

Als ich aufwachte, ging ich zu Dona Emilia.

— Wer ist die Frau, die im Zimmer nebenan wohnt? — fragte ich.

— Dort wohnt keine Frau — antwortete sie. — Ich habe dieses Zimmer noch nie vermietet.

— Und das Lied? — fragte ich.

Dona Emilia lächelte.

— Ich sage das nur so, um ein wenig Geheimnis zu schaffen.

Ich bezahlte das Zimmer und verließ das Haus.

In jener Nacht streifte ich durch die Mouraria.

Das gesamte alte Viertel sank im Nebel hinunter zum Fluss Tejo.

In einer engen Gasse spielte eine Frau mit einem Schal Gitarre und sang:

Volta para mim.

Ich blieb stehen und hörte ihr bis zum Ende zu.

Da verstand ich das Geheimnis von Lissabon und seinen alten Vierteln.

Die Fados lassen die Menschen niemals fortgehen.

Sie sind niemals wirklich tot.

Sie sind immer lebendig.

Volta para mim.

Fado.

.

.

Volta para mim

Fado


(Homage to Maria Severa Onofriana (26 July 1820 – 30 November 1846), known as Severa, a Portuguese fado singer and guitarist, who died of tuberculosis at the age of 26, on 30 November 1846, in Rua do Capelão, in the Mouraria district of Lisbon.)


(manuscript of the heteronym cnc)


I was in Mouraria, in the old quarter of Lisbon. It was November.

The stones of the narrow streets, wet from the rain, were gleaming.

I was staying in an old house on Rua do Capelão. I had rented it from an elderly woman named Dona Emilia.

“Do not be afraid,” she told me, “if, after midnight, you hear a woman singing fado in the room next door.”

I smiled. It did not seem strange to me. Old people have a habit of making old houses seem more mysterious than they really are.

That night, I woke up. It was ten past twelve, as I saw on the clock. I heard a woman’s voice, low, almost whispered.

I could not make out the words.

Only at the end of each stanza could I hear the phrase that was repeated:

— Volta para mim.

I got up.

I pressed my ear against the wall.

Nothing.

I took a step back.

The voice began again.

This time I heard it clearly.

I went out into Mouraria.

The quarter was filled with a strange light that made it seem as though it were immersed in an ancient dream.

I entered a casa de fado.

The singer was about twenty-five years old.

She was wearing a long black dress.

Her voice was hoarse, with long intervals of silence.

At some point I recognized the song she was singing.

It was the same song I had heard in the room next door.

I asked the singer to come to my table.

“Severa,” she told me, giving me her name. “Maria Severa Onofriana.”

Because of my studies in musicology and fado, I knew that Maria Severa Onofriana was a mythical figure in the early history of fado, and that her memory was deeply connected with Mouraria.

“Severa is dead,” I told her, “and has been for one hundred and eighty years.”

“No one dies when they sing fados,” the singer said.

“Then what dies?” I asked.

“We do,” she replied.

I looked at her.

She was beautiful, with a dark beauty.

I returned to my room at dawn.

I did not sleep. I was not tired, as though I were waiting for something.

I heard footsteps approaching along the corridor.

I got up quickly and opened the door.

She was standing at the door next to mine, just as I had expected.

Maria Severa Onofriana.

She looked at me.

She opened the door and went inside.

Then she closed it.

I returned to my room, lay down on the bed, and stared at the wall that separated me from the room next door.

I fell asleep.

I had a dream.

The wall opened, and she appeared.

“Who are you?” I asked. “What do you want?”

“I want you to remember me,” she replied.

And she began to sing:

Volta para mim.

When I woke up, I went to Dona Emilia.

“Who is the woman who lives in the room next door?” I asked.

“No woman lives there,” she replied. “I have never rented that room.”

“And the song?” I asked.

Dona Emilia smiled.

“I only say that to create a little mystery.”

I paid for the room and left the house.

That night I wandered through Mouraria.

The entire ancient quarter descended through the fog towards the River Tagus.

In a narrow alley, a woman wearing a shawl was playing the guitar and singing:

Volta para mim.

I stopped and listened to her until the end.

That was when I understood the secret of Lisbon and its ancient quarters.

Fados never let people leave.

They are never truly dead.

They are always alive.

Volta para mim.

Fado.

.

.

.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2026

PHOTOGRAPHY SELECTION χνκουβέλης PHOTOS cncouvelis

 .

.


PHOTOGRAPHY SELECTION 

χνκουβέλης PHOTOS cncouvelis



(Christos Couvelis-tiktok)

https://vm.tiktok.com/ZN8Na14Jm/

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η σοπράνο (performance -cncouvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η σοπράνο

(performance

-cncouvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Η σοπράνο

(performance) 


Χώρος: ένα  λευκό δωμάτιο. Μία πολυθρόνα,ένας καθρέφτης,ένα μικρό τραπέζι με καλλυντικά και ένα μικρόφωνο.

(Φωτογραφική αισθητική: κάθε σκηνή μοιάζει με αυτοτελή φωτογραφία, θεατρική πόζα,τεχνητό φως, υπερβολικά επιμελημένη εμφάνιση,αμφισημία ανάμεσα στο πρόσωπο και στον ρόλο.)


Η σοπράνο μπαίνει φορώντας ένα μακρυ μαύρο φόρεμα.

Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη.

Κοιτάζει το είδωλό της.

Αργά με κόκκινο κραγιόν βαφει το περίγραμμα των χειλιών, μεγαλύτερο από το φυσικό.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1.

Η σοπράνο χαμογελά.

Κλικ.

Σβήνουν τα φώτα.


Όταν ανάβουν, φοράει ένα συνηθισμένο φόρεμα.Τα μαλλιά της είναι ατημέλητα.

Κάθεται στην πολυθρόνα.

Αρχίζει να τραγουδά την αρια:

'Deh vieni, non tardar' από την όπερα 'Οι Γάμοι του Φίγκαρο' (Le nozze di Figaro)τού Μότσαρτ.

Το πρόσωπο της παραμένει ανέκφραστο.


Κλικ.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 2.


Εχει αλλάξει φόρεμα.

Τώρα είναι μια ηλικιωμένη ντίβα.

Γκρι περούκα.Βαρύ κόσμημα. Υπερβολικό μακιγιάζ.

Κρατά ένα βεντάλια μπροστά στο πρόσωπο.

Τραγουδά μία μόνο φράση από την αρια.

Σταματά.

Κοιτάζει τους θεατες.

Ψιθυρίζει:

-Είμαι αυτή που βλέπετε.

Σιωπή.


Κλικ.

Στο επόμενο tableau είναι ορθια γυρισμένη προς τους θεατές.

Χωρίς κοσμήματα και μακιγιάζ.

Κρατά το μικρόφωνο,δεν τραγουδα.

Ακούγεται ηχογραφημένο χειροκρότημα.

Η σοπράνο υποκλίνεται.

Το χειροκρότημα δυναμώνει.

Υποκλίνεται ξανά.

Ακόμη περισσότερο χειροκρότημα.

Υποκλίνεται ξανά.

Ξαφνικά το χειροκρότημα σταματά.

Εκείνη παραμένει σκυμμένη.

Σηκώνεται αργά.


ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ

Η σοπράνο κάθεται μπροστά στον καθρέφτη.

Έχει αφαιρέσει το μακιγιάζ μόνο από το μισό πρόσωπο.

Το άλλο μισό παραμένει βαριά βαμμένο.

Αρχίζει να τραγουδά μια πολύ υψηλή,σχεδόν υπερφυσική νότα

Η νότα σβήνει.

Σκοτάδι.

Κλικ.

Στον τοίχο εμφανίζεται μία φωτογραφία:

το πρόσωπο της σοπράνο , μισό στο φως,μισό στη σκιά.


Ακούγεται όλη η Άρια του Μότσαρτ με την Ileana Cotrubas

https://youtu.be/ak6Baspge1g?is=FOUx4cS19sppZyyW

.

.

.

GREEK POETRY -χνκουβελης cncouvelis μεταφράζοντας -Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία Β' στίχοι 625-644 -Καταλογος των πλοιων- -Ακαρνάνες του Μεγη,Ιθακισιοι Κεφαλληνιοι του Οδυσσεα,Αιτωλοί του Θοα POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

-Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία Β' στίχοι 625-644

-Καταλογος των πλοιων-

-Ακαρνάνες του Μεγη,Ιθακισιοι Κεφαλληνιοι του Οδυσσεα,Αιτωλοί του Θοα

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χνκουβέλης cncouvelis

μεταφράζοντας

Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία Β' στίχοι 625-644

-Καταλογος των πλοιων-

-Ακαρνάνες του Μεγη,Ιθακισιοι Κεφαλληνιοι του Οδυσσεα,Αιτωλοί του Θοα-


Και μελέτη ανάλυση των ομηρικών στερεοτυπων και μνημονικών εκφρασεων στο αποσπασμα


κι εκείνοι απ'το Δουλιχι και τις ιερές Εχινάδες νήσους

που κατοικούν πέρα στη θάλασσα απ'την Ήλιδα αντικρυ

κι αυτών ο Μέγης  με τη σειρά του  ηγεμονευε

ισοζυγος με τον Αρη ο Φυλειδης,

που ο αγαπητός στον Δία γέννησε ιππέας Φυλέας,

ο οποίος απ'το Δουλίχι κάποτε εκπατριστηκε 

επειδή με τον πατέρα του χολωθηκε,

και μαζί μ'αυτον σαράντα μαύρα καράβια ακολουθούσαν,

κι επειτα ο Οδυσσέας τους μεγαλόψυχους οδηγούσε Κεφαλλονιτες,

οι οποίοι την Ιθάκη είχαν και την Νηριτο με τα φύλλα που σείονται,

και την Κροκύλεια κατοικούσαν και την δύσβατη Αιγιλιπα,

κι εκείνοι που την Ζάκυνθο είχαν και γύρω απ'τη Σάμη 

κατοικούσαν,

κι εκείνοι που τη στεριά κατείχαν και στην αντιπερα γη κατοικουσαν,

αυτών λοιπόν αρχηγευε ο Οδυσσέας με τον Δία 

στην ευφυια ισοζυγος,

και μαζί μ'αυτον δωδεκα ακολουθουσαν 

κοκκινοπλευρα καραβια,

και των Αιτωλών ηγείτο ο Θοας του Ανδραιμονα  ο γιος,

οι οποίοι την Πλευρώνα κατοικούσαν,και την Ωλενο

και την Πυληνη,

και την Χαλκίδα την παραθαλασσια και την πετρώδη Καλυδώνα,

γιατί δεν ήσαν πια του μεγαλοκαρδου Οινέα οι γιοι

αφού κι ίδιος πια δεν ήταν,

και πεθανε κι ο ξανθός Μελέαγρος,

και σ'αυτον στους Αιτωλους είχε ανατεθεί να βασιλεύει,

και μαζί μ'αυτον σαράντα μαύρα καράβια ακολουθούσαν, 


Οἳ δ’ ἐκ Δουλιχίοιο Ἐχινάων θ’ ἱεράων625

νήσων, αἳ ναίουσι πέρην ἁλὸς Ἤλιδος ἄντα,

τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευε Μέγης ἀτάλαντος Ἄρηϊ

Φυλεΐδης, ὃν τίκτε Διῒ φίλος ἱππότα Φυλεύς,

ὅς ποτε Δουλίχιον δ’ ἀπενάσσατο πατρὶ χολωθείς·

τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.630

Αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ἦγε Κεφαλλῆνας μεγαθύμους,

οἵ ῥ’ Ἰθάκην εἶχον καὶ Νήριτον εἰνοσίφυλλον

καὶ Κροκύλει’ ἐνέμοντο καὶ Αἰγίλιπα τρηχεῖαν,

οἵ τε Ζάκυνθον ἔχον ἠδ’ οἳ Σάμον ἀμφενέμοντο,

οἵ τ’ ἤπειρον ἔχον ἠδ’ ἀντιπέραι’ ἐνέμοντο·635

τῶν μὲν Ὀδυσσεὺς ἦρχε Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος·

τῷ δ’ ἅμα νῆες ἕποντο δυώδεκα μιλτοπάρῃοι.

Αἰτωλῶν δ’ ἡγεῖτο Θόας Ἀνδραίμονος υἱός,

οἳ Πλευρῶν’ ἐνέμοντο καὶ Ὤλενον ἠδὲ Πυλήνην

Χαλκίδα τ’ ἀγχίαλον Καλυδῶνά τε πετρήεσσαν·640

οὐ γὰρ ἔτ’ Οἰνῆος μεγαλήτορος υἱέες ἦσαν,

οὐδ’ ἄρ’ ἔτ’ αὐτὸς ἔην, θάνε δὲ ξανθὸς Μελέαγρος·

τῷ δ’ ἐπὶ πάντ’ ἐτέταλτο ἀνασσέμεν Αἰτωλοῖσι·

τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.

.

.

Μελέτη των ομηρικών στερεοτυπων και μνημονικών σχημάτων


στο απόσπασμα των στιχων 625–644 τα ομηρικά στερεοτυπα και μνημονικά σχήματα είναι ιδιαίτερα έντονα,επειδή ο 'Κατάλογος των πλοίων' είναι κατεξοχήν τυπικός, καταλογικός και προφορικός λόγος.Ο ποιητής δεν επινοεί κάθε φορά από την αρχή τη φράση,χρησιμοποιεί έτοιμες λεκτικές μονάδες, που λειτουργούν σαν μνημονικά καλούπια για τον αοιδό.


1. Το βασικό μνημονικό σχήμα:

 τόπος → αρχηγός → γενεαλογία → πλοία


Η πιο χαρακτηριστική επαναληπτική δομή είναι:

Οἳ δ’... → ποιοι είναι

τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευε... → ποιος τους αρχηγεύει


ὃν τίκτε... → γενεαλογική αναφορά


τῷ δ’ ἅμα... νῆες ἕποντο → πόσα πλοία


Έτσι ο κατάλογος οργανώνεται σε μια σχεδόν μαθηματική ακολουθία.


Για τον Μέγη:

λαός → Μέγης → Φυλεύς → σαράντα πλοία


Για τον Οδυσσέα:

Κεφαλλήνες → Οδυσσέας → τόποι → ιδιαίτερη αρετή → δώδεκα πλοία


Για τον Θόαντα:

Αιτωλοί → Θόας → πόλεις → οικογενειακή/ηρωική κατάσταση → σαράντα πλοία


Αυτή η επαναληπτικότητα δεν είναι φτώχεια έκφρασης. Είναι μηχανισμός μνήμης.


2. Το 'οἳ δ’' ως στερεότυπος καταλογικός σύνδεσμος

Οι στίχοι αρχίζουν:

Οἳ δ’ ἐκ Δουλιχίοιο...

και αργότερα:

Αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ἦγε...

και:

Αἰτωλῶν δ’ ἡγεῖτο Θόας...

Το οἳ δ’ είναι τυπικός τρόπος μετάβασης από το ένα τμήμα του καταλόγου στο άλλο.

Στη μετάφραση:

'κι εκείνοι απ’ το Δουλίχι...

η επιλογή είναι πολύ καλή ως προς τη λειτουργία του κλισέ. Το 'κι εκείνοι' διατηρεί την αίσθηση της διαδοχικής απαρίθμησης.

Δεν χρειάζεται να μεταφράζεται κάθε φορά διαφορετικά. Αν το αποδώσεις μια φορά 'εκείνοι', άλλη 'οι άλλοι', άλλη 'αυτοί', χάνεται κάτι από την τυπική επανάληψη του ομηρικού λόγου.


3. Το στερεότυπο 'τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευε'

τῶν αὖθ’ ἡγεμόνευε Μέγης

Το ἡγεμόνευε είναι κατεξοχήν καταλογική λέξη: δηλώνει ποιος βρίσκεται στην κεφαλή μιας ομάδας.

Η μεταφραση:

'κι αυτών ο Μέγης με τη σειρά του ηγεμόνευε'

διατηρεί την επαναληπτική λειτουργία, αν και το 'με τη σειρά του' είναι περισσότερο ερμηνευτικό παρά κυριολεκτικό.

Το αὖθ’ εδώ δεν σημαίνει απλώς 'πάλι' με τη χρονική έννοια. Στο καταλογικό περιβάλλον λειτουργεί ως δείκτης μετάβασης σε νέο αρχηγό/νέα ομάδα.

Γι’ αυτό θα μπορούσε να αποδοθεί:

'κι αυτών τώρα αρχηγός ήταν ο Μέγης'

'κι αυτών με τη σειρά αρχηγός ήταν ο Μέγης'

'κι αυτών αρχηγούσε ο Μέγης'

Το 'με τη σειρά του' είναι πολύ ενδιαφέρον επειδή αναπαριστά τη διαδοχή των καταλογικών ενοτήτων.


4. Το στερεότυπο  'ἀτάλαντος Ἄρηϊ'

Μέγης ἀτάλαντος Ἄρηϊ

και λίγο αργότερα:

Ὀδυσσεὺς ἦρχε Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος

Έχουμε εδώ ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ομηρικά φόρμουλα-ικα-επίθετα/στερεότυπα συγκριτικά σχήματα.

Ο Μέγης είναι:

ἀτάλαντος Ἄρηϊ

δηλαδή 'ισοδύναμος με τον Άρη', ιδιαίτερα ως προς την πολεμική ικανότητα.

Ο Οδυσσέας όμως είναι:

Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος

'ισότιμος με τον Δία στη μῆτιν'.

Η παράλληλη κατασκευή δημιουργεί ένα μνημονικό δίπολο:

Μέγης → Άρης → πολεμική δύναμη

Οδυσσέας → Δίας → μῆτις Η επιλογή στη μεταφραση:

'ισόζυγος με τον Άρη'

είναι πολύ επιτυχημένη, γιατί το 'ισόζυγος' διατηρεί την εικόνα της ισορροπίας που υπάρχει στο ἀτάλαντος.

Αντίστοιχα:

'με τον Δία στην ευφυΐα ισόζυγος'

διατηρεί την παράλληλη αρχιτεκτονική.


5. Το 'ὃν τίκτε...' ως γενεαλογικό κλισέ

ὃν τίκτε Διῒ φίλος ἱππότα Φυλεύς

Εδώ ο ποιητής περνά από τον αρχηγό στον πατέρα του.

Το σχήμα:

ήρωας → πατέρας → επίθετο πατέρα

είναι τυπικό της επικής γενεαλογικής αφήγησης.

Η μεταφραση:

'που ο αγαπητός στον Δία γέννησε ιππέας Φυλέας'

να μη χαθεί το τυπικό επικό ύφος της γενεαλογικής παρένθεσης.


6. Το «'τῷ δ’ ἅμα...' — η κατεξοχήν καταλογική φόρμουλα των πλοίων

Στον στ. 630:

τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο

και στον 637:

τῷ δ’ ἅμα νῆες ἕποντο δυώδεκα μιλτοπάρῃοι

και στον 644:

τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο.

Εδώ έχουμε σχεδόν αυτούσια επανάληψη.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για την προφορική σύνθεση.

Ο αοιδός μπορεί να έχει στο μυαλό του ένα σταθερό σχήμα:

τῷ δ’ ἅμα + αριθμός + επίθετο + νῆες + ἕποντο

και απλώς να αλλάζει τον αριθμό και το επίθετο.

Στη μετάφρασή:

'και μαζί μ' αυτόν σαράντα μαύρα καράβια ακολουθούσαν'

είναι πολύ καλή απόδοση του τῷ δ’ ἅμα... ἕποντο, επειδή κρατάς την κινητική εικόνα: 

ο αρχηγός προχωρεί και τα πλοία τον ακολουθούν.

Μάλιστα, η επανάληψη του:

:και μαζί μ' αυτόν... ακολουθούσαν'

στους στ. 630 και 644 είναι καλό να παραμένει σχεδόν ίδια. Εδώ η μεταφραστική επανάληψη είναι αρετή, όχι αδυναμία.


7. 'Κεφαλλῆνας μεγαθύμους' — στερεότυπο επίθετο

Κεφαλλῆνας μεγαθύμους

Η μετάφρασή :

'τους μεγαλόψυχους Κεφαλλονίτες'

είναι κυριολεκτικά πολύ καλή.

Το μεγαθύμος όμως δεν είναι απλώς 'καλός» ή «μεγαλόψυχος'. Είναι ένα από τα τυπικά ομηρικά επίθετα που χαρακτηρίζουν ήρωες και λαούς με σημασιολογικό πεδίο γύρω από:

το υψηλό φρόνημα,

το θάρρος,

τη γενναιότητα,

την ισχυρή ψυχική διάθεση.

Εδώ το επίθετο λειτουργεί και μνημονικά: 'Κεφαλλῆνας μεγαθύμους' είναι έτοιμη επική μονάδα.


8. Τα τοπωνύμια ως μνημονική αλυσίδα

Στους στ. 632–635 έχουμε μια εντυπωσιακή αλυσίδα:

Ἰθάκην

Νήριτον

Κροκύλει’

Αἰγίλιπα

Ζάκυνθον

Σάμον

ἤπειρον

ἀντιπέραια

Η λειτουργία της δεν είναι μόνο γεωγραφική.

Είναι μνημονικός κατάλογος.

Ο αοιδός δεν χρειάζεται να θυμηθεί ένα αφηγηματικό επεισόδιο. Χρειάζεται να ανακαλέσει μια σειρά τόπων μέσα σε ένα σταθερό συντακτικό πλαίσιο:

οἵ... εἶχον

οἵ... ἐνέμοντο

οἵ τε... ἔχον

οἳ... ἐνέμοντο

Αυτή η επανάληψη του οἵ / οἳ / οἵ τε λειτουργεί σαν ρυθμικός και μνημονικός σκελετός.

Η μετάφραση:

'οι οποίοι την Ιθάκη είχαν και την Νήριτον...

και την Κροκύλεια κατοικούσαν...

κι εκείνοι που τη Ζάκυνθο είχαν...

κι εκείνοι που τη στεριά κατείχαν...

κρατά πολύ καλά αυτή τη συσσώρευση.


9. Η επανάληψη του 'ἔχον / ἐνέμοντο'

Ιδιαίτερα χαρακτηριστικό:

Ἰθάκην εἶχον

Κροκύλει’ ἐνέμοντο

Ζάκυνθον ἔχον

Σάμον ἀμφενέμοντο

ἤπειρον ἔχον

ἀντιπέραι’ ἐνέμοντο

Εδώ ο Όμηρος εναλλάσσει περιορισμένο αριθμό ρημάτων.

Αυτό ακριβώς είναι η φορμουλα -οικονομία της επικής ποίησης.

Δεν προσπαθεί κάθε φορά να βρει διαφορετικό συνώνυμο για το 'κατέχω'. Η επανάληψη επιτρέπει στον ακροατή να παρακολουθεί εύκολα την απαρίθμηση και στον αοιδό να ανακαλεί τη δομή.


10. 'Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος' — χαρακτηριστικό μνημονικό επίθετο του Οδυσσέα

τῶν μὲν Ὀδυσσεὺς ἦρχε

Διὶ μῆτιν ἀτάλαντος

Εδώ έχουμε κάτι περισσότερο από ένα απλό επίθετο.

Ο Όμηρος συμπυκνώνει σε μια φόρμουλα ολόκληρη την ταυτότητα του Οδυσσέα:

Οδυσσέας = μῆτις.

Η μεταφραση:

'αυτών λοιπόν αρχηγεύε ο Οδυσσέας με τον Δία στην ευφυΐα ισόζυγος'

είναι σημασιολογικά ενδιαφέρουσα.


11. 'μιλτοπάρῃοι — στερεότυπο χρωματικό επίθετο

νῆες ... μιλτοπάρῃοι

Η μετάφρασή σου παραλείπει ουσιαστικά την ειδική χρωματική πληροφορία:

'δώδεκα ... καράβια'

ενώ το πρωτότυπο έχει:

μιλτοπάρῃοι

δηλαδή πλοία με χαρακτηριστικά ερυθρού/κόκκινου χρώματος, από τη μίλτο, την κόκκινη ώχρα/βαφή.

Η επιλογή στη μεταφραση:

'δώδεκα κοκκινόπλευρα καράβια'

,είναι πολύ καλή επιλογή, γιατί αποδίδει όχι απλώς το χρώμα αλλά και την εικαστική ένταση του ομηρικού επιθέτου.


12. 'ἀγχίαλος', 'πετρήεσσα', 'εἰνοσίφυλλος', 'τρηχεῖα'

Τα επίθετα των τόπων είναι επίσης μνημονικές ετικέτες:

Νήριτον εἰνοσίφυλλον

Αἰγίλιπα τρηχεῖαν

Χαλκίδα ἀγχίαλον

Καλυδῶνα πετρήεσσαν

Δεν χρειάζεται ο ποιητής να εξηγεί κάθε φορά τον τόπο. Ένα επίθετο αρκεί για να τον κάνει ποιητικά αναγνωρίσιμο:

εἰνοσίφυλλος → με φύλλα που σαλεύουν

τρηχεῖα → τραχιά, δύσβατη

ἀγχίαλος → κοντά στη θάλασσα

πετρήεσσα → πετρώδης

Οι μεταφράσεις:

'Νήριτον με τα φύλλα που σείονται'

'δύσβατη Αιγίλιπα'

'Χαλκίδα την παραθαλάσσια

'την πετρώδη Καλυδώνα

είναι γενικά πολύ επιτυχημένες, γιατί ξεδιπλώνουν το συμπυκνωμένο ομηρικό επίθετο.


13. Η πατρική γενεαλογία ως μνημονικό 'άγκιστρο'

Στο τέλος αλλάζει ο μηχανισμός:

οὐ γὰρ ἔτ’ Οἰνῆος μεγαλήτορος υἱέες ἦσαν,

οὐδ’ ἄρ’ ἔτ’ αὐτὸς ἔην,

θάνε δὲ ξανθὸς Μελέαγρος

Εδώ η καταλογική απαρίθμηση διακόπτεται από μια μικρή γενεαλογική/ηρωική αναδρομή.

Γιατί;

Επειδή ο ποιητής πρέπει να εξηγήσει γιατί αρχηγός των Αιτωλών είναι ο Θόας και όχι κάποιος από τους γνωστούς γιους του Οινέα.

Η ακολουθία είναι εξαιρετικά μνημονική:

Οἰνεύς → οι γιοι του → ο ίδιος ο Οἰνεύς → Μελέαγρος → Θόας

και μάλιστα με επαναλήψεις:

οὐ γὰρ ἔτ’...

οὐδ’ ἄρ’ ἔτ’...

Αυτό είναι χαρακτηριστικό παρατακτικού επικού λόγου.

Η μετάφρασή :

'γιατί δεν ήταν πια του μεγαλόκαρδου Οινέα οι γιοι

αφού κι ίδιος πια δεν ήταν,

και πέθανε κι ο ξανθός Μελέαγρος'

κρατά την επαναληπτικότητα πολύ καλά.


14. 'μεγαλήτορος Οἰνῆος' και 'ξανθὸς Μελέαγρος'

Εδώ έχουμε δύο ακόμη στερεότυπα επίθετα:

Οἰνῆος μεγαλήτορος

ξανθὸς Μελέαγρος

Το μεγαλήτωρ είναι τυπικός επικός χαρακτηρισμός υψηλού φρονήματος/γενναιότητας.

Το ξανθός στον Μελέαγρο δεν είναι απαραίτητα απλή πληροφορία για το χρώμα των μαλλιών. Είναι τυπικό ηρωικό επίθετο, που προσδίδει αναγνωρισιμότητα και ποιητικό κύρος.

Η μετάφρασή :

'του μεγαλόκαρδου Οινέα'

είναι ποιητικά εύστοχη.

Και:

'ο ξανθός Μελέαγρος'

πρέπει οπωσδήποτε να παραμείνει. Η παράλειψή του θα αφαιρούσε ένα σημαντικό κομμάτι της ομηρικής φόρμουλας.


15. Το σημαντικότερο: τα στερεοτυπα δεν είναι 'κοινοτοπίες'

Στον σύγχρονο λόγο η λέξη στερεοτυπο έχει συνήθως αρνητική σημασία: κάτι τετριμμένο, χιλιοειπωμένο.

Στον Όμηρο όμως πρέπει να μιλάμε ακριβέστερα για επικές φόρμουλες.

Η φόρμουλα:

τῷ δ’ ἅμα τεσσαράκοντα μέλαιναι νῆες ἕποντο

δεν υπάρχει επειδή ο ποιητής 'τεμπελιάζει' και επαναλαμβάνεται.

Λειτουργεί ταυτόχρονα:

ρυθμικά + μετρικά + μνημονικά + σημασιολογικά + αφηγηματικά.

Είναι ένα εργαλείο προφορικής σύνθεσης.


16.Στη μετάφραση  διατηρείται η επανάληψη

Και το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της μετάφρασής είναι ότι δεν προσπαθεί να εξαλείψει όλες τις ομηρικές επαναλήψεις.

Αυτό είναι σωστό.

Ιδίως αξίζει να διατηρούνται:

'κι εκείνοι...'

'κι αυτών...'

'και μαζί μ' αυτόν...'

'αυτών λοιπόν...

'οι οποίοι...'

'κι εκείνοι που...

Γιατί έτσι ο αναγνώστης της νεοελληνικής μετάφρασης αισθάνεται κάτι από τον ρυθμό του καταλόγου.

Μια υπερβολικά 'λογοτεχνικά καλλωπισμένη' μετάφραση, που θα απέφευγε τις επαναλήψεις με συνώνυμα, θα ήταν ίσως πιο κομψή νεοελληνικά αλλά λιγότερο ομηρική.


Επομενως

στους στ. 625–644 τα μνημονικά στερεότυπα συγκροτούν σχεδόν έναν σκελετό της αφήγησης:

οἳ δ’ → τόπος → ἡγεμών → πατρική γενεαλογία → ηρωικό επίθετο → αριθμός πλοίων

και κατόπιν ξανά:

αὐτάρ → ἦγε → λαός → τόποι → οἳ/οἵ → ἦρχε → μῆτις → αριθμός πλοίων.

Η μετάφρασή  έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: αισθάνεται αυτή τη φορμουλα-ικη φύση του κειμένου και δεν φοβάται την επανάληψη. Εκεί ακριβώς βρίσκεται μεγάλο μέρος της ομηρικής 'μουσικής'. Το ζητούμενο δεν είναι να κάνουμε τον Όμηρο να ακούγεται σαν σύγχρονος πεζογράφος, αλλά να μεταφέρουμε στη νέα ελληνική τη ρυθμική και μνημονική αρχιτεκτονική του επικού λόγου.

.

.

.

GREEK POETRY -χνκουβελης cncouvelis μεταφράζοντας Όμηρος Ιλιάδα ραψωδία Α' στιχοι 551-569 -Η φιλονικία τού Δία με την Ηρα- POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Όμηρος Ιλιάδα ραψωδία Α'

στιχοι 551-569

-Η φιλονικία τού Δία με την Ηρα-

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Όμηρος Ιλιάδα ραψωδία Α'

στιχοι 551-569

-Η φιλονικία τού Δία με την Ηρα-


κι έπειτα η σεβαστή μεγαλοματα Ηρα τού αποκριθηκε,

φοβεροτατε Κρονιδη ποιο λόγο ειπες;

και βεβαια μέχρι τωρα ούτε σε ρωτώ,ούτε εξηγησεις

σου ζητώ, 

αλλά εσύ πολύ ήσυχος όσα θέλεις σχεδιάζεις,

τώρα όμως παρά πολύ μεσα μου φοβάμαι 

μή σε παρεσυρε η αργυροποδη Θέτιδα,

η κόρη του θαλάσσιου γέροντα,

γιατί νωρίς το πρωί κοντά σου κάθησε και σου'πιασε

τα γονατα,

και σ'αυτη,νομίζω,έδωσες καθαρά την συγκατανευση σου

ώστε τον Αχιλεα να τιμησεις,

και ν'αφανισεις πολλούς απ'τους Αχαιούς κοντά στα πλοια,

κι αποκρινομενος σ'αυτη ο Ζευς που τα σύννεφα μαζεύει

ειπε,

δαίμονα γυναίκα πάντα νομίζεις πως δεν θα σε καταλαβω,

και να το κάνεις πάντως καθόλου δεν θα μπορέσεις,

αλλά μάλλον θυμό θα μου προκαλεσεις,

κι αυτό για σενα πιο φοβερό θα'ναι,

κι αν έτσι τουτα είναι,εμένα με μέλλει να'ναι

αυτό που θέλω,

αλλά χωρίς να μιλάς κάθησε,

και συμμορφωσου στα λογια μου,

μήπως τώρα δεν σου χρησιμεύσουν όσοι θεοί

στον Όλυμπο είναι,

αν έρθω πιο κοντά,κι όταν πάνω σου τα χέρια μου 

που δεν θα μπορώ να συγκρατησω απλωσω,

έτσι είπε κι η σεβαστή μεγαλοματα Ηρα φοβήθηκε

και σωπαινοντας καθησε την καρδιά της καμπτοντας,


Τὸν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη·

«Αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες;

καὶ λίην σε πάρος γ’ οὔτ’ εἴρομαι οὔτε μεταλλῶ,

ἀλλὰ μάλ’ εὔκηλος τὰ φράζεαι ἅσσα θέλῃσθα.

νῦν δ’ αἰνῶς δείδοικα κατὰ φρένα μή σε παρείπῃ555

ἀργυρόπεζα Θέτις θυγάτηρ ἁλίοιο γέροντος·

ἠερίη γὰρ σοί γε παρέζετο καὶ λάβε γούνων·

τῇ σ’ ὀΐω κατανεῦσαι ἐτήτυμον ὡς Ἀχιλῆα

τιμήσῃς, ὀλέσῃς δὲ πολέας ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν

Τὴν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·560

«Δαιμονίη αἰεὶ μὲν ὀΐεαι οὐδέ σε λήθω·

πρῆξαι δ’ ἔμπης οὔ τι δυνήσεαι, ἀλλ’ ἀπὸ θυμοῦ

μᾶλλον ἐμοὶ ἔσεαι· τὸ δέ τοι καὶ ῥίγιον ἔσται.

εἰ δ’ οὕτω τοῦτ’ ἐστὶν ἐμοὶ μέλλει φίλον εἶναι·

ἀλλ’ ἀκέουσα κάθησο, ἐμῷ δ’ ἐπιπείθεο μύθῳ,565

μή νύ τοι οὐ χραίσμωσιν ὅσοι θεοί εἰσ’ ἐν Ὀλύμπῳ

ἆσσον ἰόνθ’, ὅτε κέν τοι ἀάπτους χεῖρας ἐφείω.»

είω.»

Ὣς ἔφατ’ ἔδεισεν δὲ βοῶπις πότνια Ἥρη,

καί ῥ’ ἀκέουσα καθῆστο ἐπιγνάμψασα φίλον κῆρ


.

.

.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -πορτρετο- -cncouvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-πορτρετο-

-cncouvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



φωτογράφιση

-πορτρετο-

χνκουβελης cncouvelis


Η γυναίκα στεκονταν απέναντι από τον φωτογράφο ακίνητη,το φως χαμηλό.

-Δεν υπήρχει,τής είπε,η σκληρότητα του προβολέα.

Το φως σαν ομίχλη έσβηνε τις λεπτομέρειες και έμεινε μόνο η αίσθηση της παρουσίας της.

-Το πρόσωπό σου,τής είπε, δεν θα αποτυπωθεί με ακρίβεια. 

Ο φωτογράφος κανόνισε το διάφραγμα και το βάθος πεδίου.

Τα χαρακτηριστικά της άρχισαν να συγχέονται μεταξύ τους.Τα μάτια,τα χείλη,το περίγραμμα του προσώπου υπαινιγμοι. 

-Μην κοιτάζεις τον φακό,της είπε,κοίταξε λίγο χαμηλότερα.

Ακούστηκε το κλικ.

Η μηχανή κατέγραψε τις απαλές σκιές,τη θερμή απόχρωση του δέρματος,το σκοτεινότερο φόντο,την αδιόρατη καμπύλη του λαιμού.

Η γυναίκα παρέμεινε κρυμμένη μέσα στο θάμπωμα. 

Όταν είδε την εικόνα της είπε:

-Δεν φαίνομαι καθαρά.

Ο φωτογράφος χαμογέλασε.

-Ακριβώς γι’ αυτό φαίνεσαι.

.

.

.

portrait -cncouvelis

 .

.
portrait 

-cncouvelis 


https://www.facebook.com/share/r/197KP6NPkw/

.

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ελενη της Σπάρτης) Το λουτρό -cncouvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Ελενη της Σπάρτης)
Το λουτρό 

-cncouvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




φωτογράφιση

-χνκουβελης cncouvelis

(Ελένη της Σπάρτης)

Το λουτρό


(Η ιστορία εκτυλίσσεται πριν τη μοιραία συναντηση τής Ελένης με τον Πάρη)


Εκείνο το απόγευμα η ζεστη ήταν μεγαλη.

Η Ελένη πήγε στο λουτρό και μπήκε στη λεκάνη.

Οι κοπέλες είχαν αρωματίσει το νερό με έλαιο τριαντάφυλλου και δεντρολιβανου.

Χώθηκε μέσα στο νερό.

Το λεπτό διάφανο φόρεμα βραχηκε και κόλλησε πάνω στο σώμα της.

Είδε το στήθος της,τη λευκη κοιλιά και τα ποδια.

Στη Σπάρτη οι κοπέλες μάθαιναν να μην ντρέπονται για το γυμνό σώμα τους.

Τώρα ήταν μόνη,δεν ήταν η ωραία κτήση κανενος.

Άγγιξε το στήθος,η ανάσα της έγινε βαριά,ένα βογγητο βγήκε από τα χείλη της.

Αγγιζε το σώμα της όπως δεν την είχε αγγίζει ποτέ κανεις.

Όλοι οι άντρες την θαύμαζαν σαν αγαλμα.

Το ρούχο γλίστρησε από τον ώμο,το δέρμα της κοκκινησε από την επιθυμια.Λυγισε τα πόδια και τα ανοιξε.Τα χέρια της κατέβηκαν αργά χαμηλά.

Τεντωσε το κορμί της.Τρανταχτηκε.


Έμεινε πολύ ώρα μέσα στο νερό,ακίνητη,μέχρι να ηρεμήσει η ανασα της


Βγήκε από το λουτρό στάζοντας,και δεν φώναξε καμία από τις κοπέλες της.


Εκείνη τη νύχτα όταν ο άντρας της γύρισε τη βρήκε να κοιμάται βαθια με τα μαλλιά της ακόμα υγρά.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ελενη της Σπάρτης) Το φιλι -cncouvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Ελενη της Σπάρτης)

Το φιλι

-cncouvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Φωτογράφιση

-χνκουβελης cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

(Ελενη της Σπάρτης)

Το φιλι


Τότε άκουσε βήματα.

Άνοιξε τα μάτια.

Γύρισε και είδε έναν ξένο άντρα.

-Απο που είσαι;τον ρωτησε.

-Απο την Ιωνία πέρα,είπε ο ξενος.

-Γιατί ήρθες εδώ;τον ρώτησε.

-Εσυ με κάλεσες

Εκείνη χαμογέλασε.

-Αυτό αλήθεια είναι.

Από εκείνη τη μέρα  συναντιόνταν τη νύχτα κρυφά,μέσα στους κήπους,κάτω από τις μηλιές,μέσα στα ελιοφυτα.

Ποτέ δεν τής είπε πόσο όμορφη είναι.

Της έλεγε για ένα σπίτι στη θάλασσα,για την καθημερινή επίσκεψη των γλάρων,για τα νησιά στο βάθος του οριζοντα,

για τα άσπρα σπιτάκια στους λοφους.

Η Ελένη τον ακουγε.

-Εκει,τού είπε,θα είμαι άγνωστη.

Εκείνος άγγιξε απαλά το χέρι της.

Η Ελένη τον κοίταξε για πολλή ώρα.

Ύστερα τον φίλησε.

Πέρασαν δεκα μέρες.

Πρώτα οι ψίθυροι,ο κόσμος άρχισε να καταλαβαίνει,ο άντρας της υποψιάζονταν,

παντού υπήρχε ένα βλέμμα να κατασκοπεύει.

Μια νύχτα ο ξένος αντρας τής είπε:

-Αυριο φευγω.

Η Ελένη πάγωσε,δεν μίλησε.

-Μόνος.Αν έρθεις μαζί μου, δεν θα υπάρχει επιστροφή.

Η Ελένη ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό του.

Εκείνος έφυγε.Τον είδε να απομακρυνεται και να χάνεται στο σκοτάδι.

Γύρισε σπίτι,ο άντρας της δεν κοιμόνταν.Δεν την ρώτησε πού ήταν.

Εκείνη κάθησε στον καθρέφτη και περίμενε.

-Γιατι δεν έφυγες μαζί του;τη ρώτησε.

Δεν απάντησε.

-Με λυπηθηκες;

Δεν απάντησε.

Ξεμακιγιαριστηκε.

-Μισω την ομορφιά μου,τού φώναξε.

Σηκώθηκε,και πήγε και ξάπλωσε δίπλα του στο κρεβάτι.

Έκλεισε τα μάτια.

Εκείνος ο ξένος τη φιλούσε στο στόμα.

.

.


(η ιστορία εκτυλίσσεται πριν η Ελένη κάνει την μοιραία συνάντηση με τον Πάρη)

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Κάποτε η Κυρά Ρήνη ο Μελέαγρος η Αταλαντη (Αρχαία Αιτωλοακαρνανία) -cncouvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Κάποτε η Κυρά Ρήνη ο Μελέαγρος η Αταλαντη
(Αρχαία Αιτωλοακαρνανία)

-cncouvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης













Αρχαία Αιτωλοακαρνανία

(φωτογράφιση -χνκουβελης cncouvelis)


χνκουβελης cncouvelis

Κάποτε η Κυρά Ρήνη ο Μελέαγρος η Αταλαντη


Μια φορά στ'αρχαια χρόνια των Ελληνων ζούσε στις Οινιάδες μια γυναίκα που τη φώναζαν κυρά Ρήνη.

Κανείς δεν ήξερε τη γενιά της.

Άλλοι έλεγαν πως ήταν κόρη ενός αρχαιου βασιλιά που είχε χαθεί στον πόλεμο. 

Άλλοι πως γεννηθηκε μέσα σε μια νύχτα καταιγίδας κι ο Αχελώος είχε ξεχειλίσει και πλημμύρισε τη γη. 

Άλλοι έλεγαν:

-Η Ρήνη γεννήθηκε από θνητη γυναίκα που την άφησε μέσα σε καλαθι στην όχθη του ποταμού Αχελώου,εκεί στο δέλτα του,απέναντι από τα νησιά των Εχινάδων.

Η κυρά Ρήνη ζούσε μόνη της σ’ ένα πέτρινο σπίτι μέσα στα έλη.

Ήξερε όλα τα δέντρα και φυτα κι όλες τις κρυφές πηγές,τα πουλιά  και τα ελάφια τα'χε φίλους.

Κι ήρθε τότε ο μαύρος αγριόχοιρος που ηταν η ράχη του θεόρατη σαν βράχος και τ'ασπρα δόντια του κοφτερές λεπίδες.

Τα μάτια ειχε άγρια,κόκκινα κι όπου περνούσε ξεριζωνε δέντρα,τις φραχτες συντριβε κι έσκαβε βαθιά τη γη.

Έλεγαν πως η Άρτεμη τον έστειλε,για να τιμωρήσει τον βασιλια που ξεχασε σ'αυτη να θυσιάσει.

Αφού κανένας άνθρωπος,ούτε κι ο βασιλιάς τους,απ'τους θεούς δεν είναι ανώτερος.

Από τότε κάθε νύχτα στις αρχαίες Οινιαδες ακούγονταν τρομερός ο βρυχηθμός του απ'ακρο απ'ακρο του τόπου.

Τότε στον μεγάλο κίνδυνο ο βασιλιάς Οινεας κάλεσε στην Καλυδώνα τον Μελεαγρο τον μεγα κυνηγό να φέρει όλης της Ελλαδας τους πιο ικανούς άντρες.

Και με τους γενναίους αντρες ήρθε και η Αταλάντη.

Οι άντρες ως την είδαν  κρυφογελασαν,κι η κυρά Ρήνη τους είπε:

-Η Αταλάντη,να το ξέρετε,θα τον αγριόχοιρο θα πιασει,γιατι ο αγριόχοιρος φοβαται αυτόν που τον θάνατο δεν φοβάται.

Και γυρίζοντας στην ομορφη Αταλάντη ειπε:

-Είναι η οργή της γης,γιατι οι άνθρωποι των Οινιαδων έκοψαν το ιερό δάσος της θεας,κι εκείνη τον έστειλε να τους τιμωρησει.

Τη νύχτα ακούστηκε ο φοβερός θόρυβος του.

Τ'αλογα αφηνιασαν κι οι ελληνες κυνηγοί,κι η Αταλάντη μαζί,άρπαξαν τα τόξα τους να τον τοξεύσουν.

Κι ορμησαν,όμως όσο καλα κι αν τοξευαν κανένα βέλος δεν τον εβρισκε.

Έναν άντρα το θηριο τραυμάτισε ,κι άλλον με τα δόντια τον ξέσκισε κι αμεσως ξεψύχησε.

Κι η Αταλάντη ατρόμητη τεντώνοντας το τόξο  έστειλε το βέλος  να καρφωθεί στο λαιμό του αγριόχοιρου και να τον διαπεράσει.

Το θηρίο  ολοτρανταχτήκε,αλλοφρενο ξεθεμελίωσε το τόπο,και ξέπνοο σωριάστηκε στο χώμα.

Τότε όλοι οι κνηγοι το περικύκλωσαν και πανηγύρισαν το μεγα κατόρθωμα.

Και την Αταλάντη θαύμαζαν.


Έπειτα οι κυνηγοί έφυγαν κι η χώρα ολη ησύχασε.


Τα χρόνια περασαν πολλά 

Η κυρά Ρηνη

ο Μελέαγρος η Αταλαντη κι ο αγριόχοιρος έγιναν θρύλος.


Κάθε άνοιξη,όταν ο Αχελώος φούσκωνει απ'τα νερα και τα καλάμια λυγιζουν στην πνοή του αερα,λένε πως η κυρά Ρηνη περπατα στις όχθες του

κι ακούγεται πέρα μακρυά και γυρω ο βρυχηθμός ενός αγριοχοιρου.

Κι όταν πανσέληνος ειναι βλεπουν καθαρά τρεις σκιές να περνούν.

Την κυρά Ρήνη τον Μελέαγρος και την Αταλάντη με το τόξο στον ώμο.

Και πέρα βλέπουν να τρέχει ο μαύρος αγριόχοιρος.

Γιατι ούτε νεκρός είναι,ούτε ζωντανός.

Αλλά ο φύλακας της γης είναι.

Και λένε πως αν κάποιος μπει με πονηρή κακή καρδιά στις Οινιάδες ο αγριόχοιρος αγρια θα τον κυνηγησει.

Αν όμως με καθαρή αγαθή μπει καρδιά τα κελαρυστα νερά του Αχελώου θ'ακουσει και των αηδονιων του το γλυκο τραγούδι.

.

.

.

GREEK POETRY -χνκουβελης cncouvelis μεταφραζοντας Όμηρος,Ιλιάδα,ραψωδία Ξ,στιχοι 292–353 -ο Έρωτας του Δία για την Ηρα- Ο δόλος της Ήρας,το σχέδιο της,να κοιμηθεί ο Δίας για να βοηθήσει τους Έλληνες στη Τροια- POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-χνκουβελης cncouvelis

μεταφραζοντας 

Όμηρος,Ιλιάδα,ραψωδία Ξ,στιχοι 292–353

-ο Έρωτας του Δία για την Ηρα-

Ο δόλος της Ήρας,το σχέδιο της,να κοιμηθεί ο Δίας για να βοηθήσει τους Έλληνες στη Τροια-

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χνκουβελης cncouvelis

μεταφραζοντας 

Όμηρος,Ιλιάδα,ραψωδία Ξ,στιχοι 292–353

-ο Έρωτας του Δία για την Ηρα-

Ο δόλος της Ήρας,το σχέδιο της,να κοιμηθεί ο Δίας για να βοηθήσει τους Έλληνες στη Τροια-


η Ήρα στην κορφή της ψηλής Ίδης

Γαργαρο γρήγορα ανεβηκε 

κι ο Ζευς που τα σύννεφα μαζεύει την είδε,

κι ως την είδε,αμέσως ο έρωτας γι'αυτην

του θολωσε το νου,

όπως τότε που για πρώτη φορά 

έσμιξαν ερωτικα στο κρεβάτι ξαπλωνοντας,

κρυφά απ'τους γονείς,

στάθηκε μπροστά της 

κι αυτά τής είπε λογια ονομάζοντας την:

Ηρα προς τα πού θες να πας,

απ'τον Όλυμπο εδώ κατεβαινοντας;

κι ουτ'αλογα εδώ βλέπω να'ναι

κι αρματα πάνω για ν'ανεβεις;

τότε η σεβαστή  Ήρα έχοντας το νου για να ξεφύγει

τ'αποκριθηκε:

στα πέρατα πάω τής γης που πολλά τρεφει,

τον Ωκεανό να δω,τον γενναρχή των θεών,

και τη μητερα Τηθυ,

που μεσ'στα παλάτια τους καλά με φροντισαν

κι ανάθρεψαν, 

αυτούς πηγαίνω για να δω,

και την ατέλειωτη να τελειώσω φιλονικια τους,

γιατί ήδη ο ένας απ'τον αλλον πολύ καιρό 

χωρισμένοι μένουν απ'το κρεβάτι 

και την αγάπη, 

αφού ο θυμός την καρδιά τους κύριεψε,

και τα άλογα στις πρόποδες  της Ίδης 

με τις πολλές πηγές στέκονται,

κι αυτά θα με περάσουν πάνω απ'τη στεριά που θρέφει

και την υγρή θαλασσα,

τώρα όμως για σένα εδώ ήρθα 

φτάνοντας εδω απ'τον Όλυμπο,

μήπως αργότερα μαζί μου θυμώσεις,

αν χωρίς να σου πω 

φύγω για το παλάτι του βαθυρροου Ωκεανου.

και τότε ο Ζευς που τα σύννεφα μαζεύει

της αποκριθηκε:

Ήρα,για κει να πας μπορείς κι αργότερα

να ξεκινησεις,

έλα λοιπόν οι δυο μας ερωτικά να ενωθουμε

στο κρεβάτι ξαπλωνοντας,

γιατί ποτέ ως τώρα ούτε θεάς έρωτας

ούτε γυναίκας

μέσα στα στήθια μου χυθηκε

και τη καρδιά μου υποταξε,

ούτε όταν την γυναίκα του Ιξιονα ερωτευθηκα

που τον Πειρίθοο γέννησε

με θεό ομοιο ασυγκριτο στη σκεψη,

ούτε όταν την Δανάη με τους ωραίους αστραγάλους

του Ακρισιου τη κόρη,

που τον Περσέα γέννησε απ'τους άντρες

τον πιο ξεχωριστο,

ούτε όταν την κόρη του ξακουστου Φοίνικα

που και τον Μίνωα μου γέννησε 

και τον ισο με θεό Ροδαμανθη,

ούτε όταν την Σεμέλη ούτε την Αλκμήνη στη Θήβα,

που το γενναίο παιδί γέννησε Ηρακλή,

ενώ τον Διόνυσο η Σεμέλη γέννησε

χαρά στους θνητους,

ούτε όταν την Δήμητρα με τις όμορφες πλεξούδες 

βασίλισσα,

ούτε κάποτε την λαμπρή απ'τη δοξα Λητώ,

ούτε και σένα την ίδια,όπως τώρα

σε λαχταρω και γλυκός ποθος μ'αναστατωνει,

και η σεβαστή Ήρα σχεδιο έχοντας στο νου του ειπε,

πανίσχυρε Κρονίδη τι λόγο ειπες,

αν τώρα ερωτικά στο κρεβάτι μαζί μου ποθείς

να πεσεις 

στης Ίδης τις κορφές,που όλα γυρω μας φανερά θα'ναι,

πώς θα'ταν δυνατόν,αν κάποιος απ'τους αιώνια γεννημένους θεούς

ένας τους δυο μας έβλεπε να κοιμομαστε,

και στους θεούς αφού πήγαινε σ'όλους θα το'λεγε;

εγώ τότε στο δικό σου δεν θα γύριζα σπίτι,

απ'το κρεβάτι αφού σηκωνομουν,

γιατι αυτό ντροπιαστικό θα'ταν,

αλλά αφού πραγματικά αυτό το θέλεις και με ποθο σε σενα η καρδιά γεμιζει,

ενας θάλαμος για σένα είναι,

που για σένα ο αγαπημένος σου γιος εφτιαξε ο Ήφαιστος,

και στις παραστάδες καλά κλειστες πόρτες στεριωσε,

εκεί να ξαπλώσουμε ας πάμε,

αφού τώρα φαίνεται  το κρεβάτι σε σενα ν'αρεσει,

κι ο Ζευς που τα σύννεφα μαζεύει της αποκριθηκε,

Ήρα μήτε απ'τους θεούς ότι κάποιος θα μας δει

να φοβασαι μήτε κάποιος απ'τους ανθρωπους,

γιατί τέτοιο χρυσό  θ'απλωσω σύννεφο γύρω μας,

π'ουτε ο Ήλιος τους δυο μας θα μπορούσε να διακρινει,

του οποίου το φως είναι το πιο διαπεραστικό για να βλέπει,

έτσι λοιπόν είπε και στη αγκαλια του  αρπαξε

τη γυναίκα του του Κρόνου το παιδί,

και από κάτω τους η θεικη γη  φύτρωσε νιο τρυφερό χορταρι,

και λωτό δροσιά γεμάτο και κρόκο και υακινθο

πυκνο και μαλακό,,που απ'τη γη υψώνονταν και τους έκρυβε,

σ'αυτο μέσα ξάπλωσαν,κι από πάνω σύννεφο χρυσό όμορφο,

και γυαλιστερές επεφταν σταγόνες δροσιας,

έτσι λοιπόν ήρεμα κοιμόνταν ο πατέρας των θεών

στου Γαργαρου τη κορφή,

απ'τον ύπνο και τον έρωτα κυριευμένος,

κι είχε τη γυναίκα του στην αγκαλιά,


Ἥρη δὲ κραιπνῶς προσεβήσετο Γάργαρον ἄκρον

Ἴδης ὑψηλῆς· ἴδε δὲ νεφεληγερέτα Ζεύς.

ὡς δ’ ἴδεν, ὥς μιν ἔρως πυκινὰς φρένας ἀμφεκάλυψεν,

οἷον ὅτε πρῶτόν περ ἐμισγέσθην φιλότητι,

εἰς εὐνὴν φοιτῶντε, φίλους λήθοντε τοκῆας.

στῆ δ’ αὐτῆς προπάροιθεν ἔπος τ’ ἔφατ’ ἔκ τ’ ὀνόμαζεν·

Ἥρη, πῇ μεμαυῖα κατ’ Οὐλύμπου τόδ’ ἱκάνεις;

ἵπποι δ’ οὐ παρέασι καὶ ἅρματα τῶν κ’ ἐπιβαίης.

Τὸν δὲ δολοφρονέουσα προσηύδα πότνια Ἥρη·300

«ἔρχομαι ὀψομένη πολυφόρβου πείρατα γαίης,

Ὠκεανόν τε, θεῶν γένεσιν καὶ μητέρα Τηθύν,

οἵ με σφοῖσι δόμοισιν ἐῢ τρέφον ἠδ’ ἀτίταλλον·

τοὺς εἶμ’ ὀψομένη, καί σφ’ ἄκριτα νείκεα λύσω·

ἤδη γὰρ δηρὸν χρόνον ἀλλήλων ἀπέχονται305

εὐνῆς καὶ φιλότητος, ἐπεὶ χόλος ἔμπεσε θυμῷ.

ἵπποι δ’ ἐν πρυμνωρείῃ πολυπίδακος Ἴδης

ἑστᾶσ’, οἵ μ’ οἴσουσιν ἐπὶ τραφερήν τε καὶ ὑγρήν.

νῦν δὲ σεῦ εἵνεκα δεῦρο κατ’ Οὐλύμπου τόδ’ ἱκάνω,

μή πώς μοι μετέπειτα χολώσεαι, αἴ κε σιωπῇ310

οἴχωμαι πρὸς δῶμα βαθυῤῥόου Ὠκεανοῖο.»

Τὴν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·

«Ἥρη, κεῖσε μὲν ἔστι καὶ ὕστερον ὁρμηθῆναι,

νῶϊ δ’ ἄγ’ ἐν φιλότητι τραπείομεν εὐνηθέντε.

οὐ γάρ πώ ποτέ μ’ ὧδε θεᾶς ἔρος οὐδὲ γυναικὸς315

θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι περιπροχυθεὶς ἐδάμασσεν,

οὐδ’ ὁπότ’ ἠρασάμην Ἰξιονίης ἀλόχοιο,

ἣ τέκε Πειρίθοον θεόφιν μήστωρ’ ἀτάλαντον·

οὐδ’ ὅτε περ Δανάης καλλισφύρου Ἀκρισιώνης,

ἣ τέκε Περσῆα πάντων ἀριδείκετον ἀνδρῶν·320

οὐδ’ ὅτε Φοίνικος κούρης τηλεκλειτοῖο,

ἣ τέκε μοι Μίνων τε καὶ ἀντίθεον Ῥαδάμανθυν·

οὐδ’ ὅτε περ Σεμέλης οὐδ’ Ἀλκμήνης ἐνὶ Θήβῃ,

ἥ ῥ’ Ἡρακλῆα κρατερόφρονα γείνατο παῖδα·

ἣ δὲ Διώνυσον Σεμέλη τέκε χάρμα βροτοῖσιν·325

οὐδ’ ὅτε Δήμητρος καλλιπλοκάμοιο ἀνάσσης,

οὐδ’ ὁπότε Λητοῦς ἐρικυδέος, οὐδὲ σεῦ αὐτῆς,

ὡς σέο νῦν ἔραμαι καί με γλυκὺς ἵμερος αἱρεῖ.»

Τὸν δὲ δολοφρονέουσα προσηύδα πότνια Ἥρη·

«αἰνότατε Κρονίδη ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες.330

εἰ νῦν ἐν φιλότητι λιλαίεαι εὐνηθῆναι

Ἴδης ἐν κορυφῇσι, τὰ δὲ προπέφανται ἅπαντα·

πῶς κ’ ἔοι εἴ τις νῶϊ θεῶν αἰειγενετάων

εὕδοντ’ ἀθρήσειε, θεοῖσι δὲ πᾶσι μετελθὼν

πεφράδοι; οὐκ ἂν ἔγωγε τεὸν πρὸς δῶμα νεοίμην335

ἐξ εὐνῆς ἀνστᾶσα, νεμεσσητὸν δέ κεν εἴη.

ἀλλ’ εἰ δή ῥ’ ἐθέλεις καί τοι φίλον ἔπλετο θυμῷ,

ἔστιν τοι θάλαμος, τόν τοι φίλος υἱὸς ἔτευξεν

Ἥφαιστος, πυκινὰς δὲ θύρας σταθμοῖσιν ἐπῆρσεν·

ἔνθ’ ἴομεν κείοντες, ἐπεί νύ τοι εὔαδεν εὐνή.»340

Τὴν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·

«Ἥρη μήτε θεῶν τό γε δείδιθι μήτέ τιν’ ἀνδρῶν

ὄψεσθαι· τοῖόν τοι ἐγὼ νέφος ἀμφικαλύψω

χρύσεον· οὐδ’ ἂν νῶϊ διαδράκοι Ἠέλιός περ,

οὗ τε καὶ ὀξύτατον πέλεται φάος εἰσοράασθαι.»345

Ἦ ῥα καὶ ἀγκὰς ἔμαρπτε Κρόνου παῖς ἣν παράκοιτιν·

τοῖσι δ’ ὑπὸ χθὼν δῖα φύεν νεοθηλέα ποίην,

λωτόν θ’ ἑρσήεντα ἰδὲ κρόκον ἠδ’ ὑάκινθον

πυκνὸν καὶ μαλακόν, ὃς ἀπὸ χθονὸς ὑψόσ’ ἔεργε.

τῷ ἔνι λεξάσθην, ἐπὶ δὲ νεφέλην ἕσσαντο350

καλὴν χρυσείην· στιλπναὶ δ’ ἀπέπιπτον ἔερσαι.

Ὣς ὁ μὲν ἀτρέμας εὗδε πατὴρ ἀνὰ Γαργάρῳ ἄκρῳ,

ὕπνῳ καὶ φιλότητι δαμείς, ἔχε δ’ ἀγκὰς ἄκοιτιν·

.

.

.

.

.

.

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Σκηνή -Ηλεκτρα -cncouvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Σκηνή

Ηλεκτρα

-cncouvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




Σκηνή

Ηλεκτρα

-cncouvelis


https://www.facebook.com/share/v/19Xo2eZFN7/


Η Κλυταιμνήστρα ο Αίγισθος στο δωμάτιο. 

Η Ηλέκτρα στεκονταν απέναντί τους..

Η Κλυταιμνήστρα την κοίταζε με το βλέμμα αποφασισμένης γυναίκας.

 Ο Αίγισθος,ακίνητος,με την αλαζονική στάση  της εξουσίας που σφετεριστηκε..

Η Ηλέκτρα κοίταξε την Κλυταιμνηστρα.

-Εσύ είσαι η μάνα μου;Περίμενες τον πατέρα να γυρίζει για να τον σκοτώσεις.

Ο Αίγισθος σήκωσε το χέρι απειλητικα.

-Πρόσεχε,Ηλέκτρα,τι λες,μάζεψε τα λόγια σου.

Η Ηλέκτρα στράφηκε προς το μέρος του γελώντας ειρωνικά.

-Εσυ πήρες τη θέση του βασιλιά αλλά βασιλιάς δεν έγινες.Μια κούφια σκιά είσαι.

Τα μάτια της Κλυταιμνήστρας αγριεψαν.

-Αρκετά!Δεν ξέρεις τίποτα απ'όσα έγιναν.

Η Ηλέκτρα την πλησίασε.

-Ξέρω πως ο πατέρας έφυγε για έναν πόλεμο που δεν ήθελε.Οι Έλληνες τον κανονισαν,για τον όρκο στους γάμους της Ελένης,Ξέρω για την αδερφή μου Ιφιγένεια.Ξερω το μίσος σου.

Όταν μάθαινες ότι οι Αχαιοί στη Τροια νικούσαν στεναχωριοσουν,όταν εχαναν στη μάχη χαιροσουν.Ποτε δεν τον συγχωρεσες.

Η Κλυταιμνήστρα πάγωσε.

Η Ηλέκτρα συνέχισε.

-Και τώρα ο φόνος,το λουτρό,το δίχτυ

-Σωπα,φώναξε η Κλυταιμνήστρα.


Σιωπή.


Ακούστηκαν βήματα  

Η Ηλέκτρα κοιταξε προς τη πόρτα.

-Έρχεται,είπε.

Ο Αίγισθος κοίταξε την Κλυταιμνήστρα.

Η Ηλέκτρα τους κοίταξε.

-Θα τον σκοτώσετε.

Δεν απάντησαν.

-Μανα,θα σκοτωσεις τον άντρα σου,είπε ή Ηλέκτρα.

-Φύγε από εδώ,ούρλιαξε η Κλυταιμνήστρα.

Η Ηλέκτρα δεν κινήθηκε.

-Οχι,θέλω να είμαι εδώ όταν θα έρθει.

Στη σκηνή του λουτρού.

Ο Αίγισθος γύρισε και την κοίταξε.

-Για ποιο λόγο;

Η Ηλέκτρα τον κοίταξε.

-Για να θυμάμαι τα πρόσωπά σας φόνο.Φοβισμενα.

Η πόρτα άνοιξε.

Ο Αγαμέμνωνας μπήκε μέσα.

Στάθηκε ακίνητος.

-Ειμαι έτοιμος,είπε.

Από τότε,από το Θυεστειο Δείπνο είμαι έτοιμος.

Ελάτε.

Η Ηλέκτρα ψιθύρισε:

-Μανα,σε καλεί.Πηγαινε.

Τους γύρισε τη πλάτη.

Τούς άκουσε να φεύγουν.


Σιωπή.

.

.

.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - -Η soprano Olga Peretyatko τραγουδά την αρια: Addio,del passato της Violetta από την Γ' Πράξη της όπερας:La Traviata τού Giuseppe Verdi -Addio τής Traviata Violetta ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-

-Η soprano Olga Peretyatko

τραγουδά την αρια:

Addio,del passato

της Violetta από την Γ' Πράξη της όπερας:La Traviata τού Giuseppe Verdi

-Addio τής Traviata Violetta

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



(φωτογραφία)Η soprano Olga Peretyatko

τραγουδά την αρια:

Addio,del passato

της Violetta από την Γ' Πράξη της όπερας:La Traviata τού Giuseppe Verdi(1813-1901)

Λιμπρέτο: Francesco Maria Piave

Βασισμένη στο: La Dame aux camélias του Alexandre Dumas fils

Πρεμιέρα:

6 Μαρτίου 1853 στο Teatro La Fenice της Βενετίας.


https://youtu.be/QM5Qneu21uM?is=siBLgrnPBSp_MP1E


Η Βιολέττα,βαριά άρρωστη από φυματίωση, αντιλαμβάνεται ότι ο θάνατός της πλησιάζει και αποχαιρετά όχι μόνο τον έρωτα για τον Αλφρέντο,και τη νεότητα,αλλά ολόκληρη τη ζωή της.


(μετάφραση χνκουβελης couvelis)


Αντίο,όμορφα όνειρα του παρελθοντος γελαστα,

τα ροδα στο πρόσωπο μου  ωχρα πια ειναι

Και η αγάπη του Αλφρεντο κι εκείνη

επίσης μου λειπει,

παρηγοριά,στήριγμα της κουρασμένης ψυχης,

αχ,χαμογέλασε στης παραστρατημενης την επιθυμία,

αυτήν,σε ικετεύω,συγχώρεσε την,

εσύ δέξου την,θεέ μου,

τωρα όλα τελειωσαν,

οι χαρές,οι πόνοι σε λίγο θα'χουν τέλος,

ο τάφος για τους θνητούς το τέλος είναι των πάντων,

ούτε δάκρυα ούτε ανθη δεν θα'χει

το μνήμα μου,

ούτε σταυρος με τ'ονομα μου τα οστά αυτα θα σκεπαζει

αχ,χαμογέλασε στης παραστρατημενης την επιθυμία,

αυτήν,σε ικετεύω,συγχώρεσε την,

εσύ δέξου την,θεέ μου,

τωρα όλα τελειωσαν


Addio, del passato bei sogni ridenti

Le rose del volto già son pallenti

L'amore d'Alfredo pur esso mi manca

 Conforto, sostegno dell'anima

stanca

Ah, della traviata sorridi al desio

A lei, deh, perdona; tu accoglila,o Dio

Or tutto finì

Le gioie,i dolori tra poco avran fine

La tomba ai mortali di tutto è confine!

Non lagrima o fiore avrà la mia fossa

Non croce col nome che copra quest'ossa!

Ah, della traviata sorridi al desio

A lei, deh, perdona; tu accoglila, o Dio

Or tutto finì

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Addio τής Traviata Violetta

(La Traviata τού Giuseppe  Verdi)


https://youtu.be/QM5Qneu21uM?is=siBLgrnPBSp_MP1E


Άκουγε και εβλεπε τη σοπράνο  Olga Peretyatko σε βίντεο να ερμηνεύει την αρια Addio,del pasato τής Violetta,από την Γ' πραξη της οπερας La Traviata τού Verdi.

Έβαλε ξανά το βίντεο.

Και πάλι.

Και πάλι.

Την επόμενη μέρα στη βιβλιοθηκη 

διάβασε για τη Violetta,για την πραγματική γυναίκα που ενέπνευσε τον Dumas υιο,για το Παρίσι του 19ου αιώνα.

Για τις traviata τις παραστρατημενης γυναίκες.

Άρχισε να βγαίνει τη νύχτα.

Πήγαινε στα μπαρ όπου οι γυναίκες περίμεναν.

Στα ροζ ξενοδοχεία.

Στους δρόμους μετά τα μεσάνυχτα.

Μια γυναίκα τού είπε:

-Ποια ψάχνεις;

-Μια γυναίκα.

-Ποια;Όνομα δεν έχει;

-Βιολετα

Η γυναίκα γέλασε.

-Ηξερα μια  κοπέλα,παλιά, μ'αυτο το όνομα,αν ήταν αληθινό,μαζί βγήκαμε στην δουλειά.Την έχασα.Τι μου θύμησες;

Ένα βράδυ συνάντησε μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά.

-Βιολετα,με λένε τού είπε.

-Ποια Βιολέτα;τη ρώτησε.

-Η Βιολέτα,απάντησε εκείνη.

-Δεν είσαι η Βιολέτα,τής είπε.

-Και ποια είμαι;είπε η κοπέλα και γέλασε δυνατά.

Ξέρεις εσύ και δεν ξέρω εγώ;

Γύρισε σπίτι.

Έβαλε το βίντεο να παίζει συνεχώς.

Ήθελε να βρει τη Βιολέτα πριν εκείνη πεθάνει.

Βγήκε έξω,πήγε σε ένα μπαρ,σε μια μεθυσμένη γυναίκα διηγήθηκε την ιστορία της Traviata.

Στο τέλος εκείνη τού είπε.

-Κι εγώ La Traviata είμαι.

Έξω ξημερωνε,μπήκε σε ένα άδειο μπαρ.

Μια γυναίκα καθονταν μόνη.

-Κλεισαμε,τού είπε.

Της ζήτησε παρέα.Την κέρασε.Την κοιταζε.

-Γιατί με κοιτάς έτσι;τον ρώτησε η γυναίκα.

-Γιατί μου θυμίζεις μια γυναίκα.

-Ποια;Τη γυναίκα σου;

-Τη Βιολέτα,τής είπε.

Έπειτα της είπε.

-Καμία.

Η γυναίκα χαμογέλασε.

-Α,ωραίο όνομα,από αύριο θα με φωνάζουν μ'αυτο.Βιολετα.

Πλήρωσε και βγήκε από το μπαρ.

Είχε ξημερώσει.

Γύρισε σπίτι.

Το βίντεο έπαιζε ακόμη.


Addio, del passato bei sogni ridenti

Le rose del volto già son pallenti

L'amore d'Alfredo pur esso mi manca

 Conforto, sostegno dell'anima

stanca

Ah, della traviata sorridi al desio

A lei, deh, perdona; tu accoglila,o Dio

Or tutto finì

Le gioie,i dolori tra poco avran fine

La tomba ai mortali di tutto è confine!

Non lagrima o fiore avrà la mia fossa

Non croce col nome che copra quest'ossa!

Ah, della traviata sorridi al desio

A lei, deh, perdona; tu accoglila, o Dio

Or tutto finì


Αντίο,όμορφα όνειρα του παρελθοντος γελαστα,

τα ροδα στο πρόσωπο μου  ωχρα πια ειναι

Και η αγάπη του Αλφρεντο κι εκείνη

επίσης μου λειπει,

παρηγοριά,στήριγμα της κουρασμένης ψυχης,

αχ,χαμογέλασε στης παραστρατημενης την επιθυμία,

αυτήν,σε ικετεύω,συγχώρεσε την,

εσύ δέξου την,θεέ μου,

τωρα όλα τελειωσαν,

οι χαρές,οι πόνοι σε λίγο θα'χουν τέλος,

ο τάφος για τους θνητούς το τέλος είναι των πάντων,

ούτε δάκρυα ούτε ανθη δεν θα'χει

το μνήμα μου,

ούτε σταυρος με τ'ονομα μου τα οστά αυτα θα σκεπαζει

αχ,χαμογέλασε στης παραστρατημενης την επιθυμία,

αυτήν,σε ικετεύω,συγχώρεσε την,

εσύ δέξου την,θεέ μου,

τωρα όλα τελειωσαν


Κοιμήθηκε.

Το βίντεο συνέχιζε.


Όταν ξύπνησε το απόγευμα, αποφάσισε να σταματήσει την αναζήτηση.

Σταματησε το βιντεο

Addio στη La Traviata Violetta.

Να προσπαθεί να μετατρέψει μια γυναίκα στη Violetta. 

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - -Τα 2: THE KISS (Gustav Klimt /cncouvelis) ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-

-Τα 2:

THE KISS

(Gustav Klimt /cncouvelis)

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης





χνκουβελης cncouvelis

Τα 2:

THE KISS

(Gustav Klimt /cncouvelis)


Οι δύο εικόνες του:The Kiss  ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους. 

Η πρώτη είναι το περίφημο The Kiss του Gustav Klimt,ένα από τα εμβληματικότερα έργα της βιεννέζικης Secession και του ευρωπαϊκού συμβολισμού.

Η δεύτερη (τού cncouvelis) παίρνει το ίδιο θεμελιώδες θέμα ,την ερωτική ένωση δύο ανθρώπων,και το μεταφέρει σε ένα μοντέρνο,σχεδόν κινηματογραφικό, ασπρόμαυρο λεξιλόγιο,όπου η γεωμετρία, η μόδα, η φωτογραφική πόζα και η ένταση του σώματος αντικαθιστούν τη χρυσοποίκιλτη συμβολική επιφάνεια του Klimt.

Το ίδιο ανθρώπινο γεγονός,ένα φιλί, μεταμορφώνεται σε δύο διαφορετικές φιλοσοφίες της εικόνας.

Στον Klimt το φιλί είναι σχεδόν ένας μικρός μύθος.

Στον cncouvelis είναι μια στιγμή.

Στον Klimt οι δύο άνθρωποι μοιάζουν να έχουν βγει από τον χρόνο.

Στον cncouvelis μοιάζουν να βρίσκονται μέσα στον χρόνο,σε μια πόλη, σε μια κινηματογραφική σκηνή,σε μια μοντέρνα ερωτική ζωή.

.

Ο Klimt: το φιλί ως χρυσή τελετουργία


Στον πίνακα του Klimt,το ζευγάρι δεν βρίσκεται απλώς σε έναν χώρο.Βρίσκεται μέσα σε μια χρυσή κοσμική επιφάνεια.

Ο άνδρας σκύβει προς τη γυναίκα και την αγκαλιάζει. Εκείνη έχει κλειστά μάτια και το πρόσωπό της στρέφεται προς το φιλί.Η στάση της είναι περισσότερο παραδομένη παρά ενεργητική.Ο άνδρας γίνεται μια προστατευτική, σχεδόν αρχιτεκτονική μορφή γύρω της.

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο Klimt σχεδόν εξαφανίζει το φυσικό περιβάλλον.

Δεν έχουμε δωμάτιο.

Δεν έχουμε έπιπλα.

Δεν έχουμε αρχιτεκτονική.

Δεν έχουμε κοινωνικό πλαίσιο.

Έχουμε χρυσό.

Ο χρυσός λειτουργεί σαν να έχει καταργηθεί ο πραγματικός κόσμος.Το φιλί μετατρέπεται σε τελετουργία.

Η ερωτική πράξη δεν παρουσιάζεται ως ένα επεισόδιο της καθημερινότητας αλλά ως μια στιγμή που ξεφευγει από την καθημερινότητα.

Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα μυστικά του έργου.

Ο Klimt δεν ζωγραφίζει απλώς δύο ανθρώπους που φιλιούνται.

Ζωγραφίζει την επιθυμία του ανθρώπου να πιστέψει ότι ο έρωτας μπορεί να γίνει αιωνιότητα.

.

Το σώμα εξαφανίζεται μέσα στο στολίδι


Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά στο:The Kiss του Klimt είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο οργανικό σώμα και στη διακοσμητική επιφάνεια.

Τα πρόσωπα και τα χέρια είναι αναγνωρίσιμα ως ανθρώπινα,ευαίσθητα, θερμά.

Όμως τα ενδύματα μετατρέπονται σε σχεδόν αφηρημένες επιφάνειες.

Οι γεωμετρικές μορφές του ανδρικού ενδύματος και τα κυκλικά,φυτικά μοτίβα της γυναικείας πλευράς λειτουργούν σαν δύο διαφορετικοί κώδικες.

Η γεωμετρία και η καμπύλη.

Το αρσενικό και το θηλυκό.

Η δομή και η ανθοφορία.

Η αυστηρότητα και η αισθησιακή επανάληψη.

Η διακόσμηση δεν είναι απλό στολίδι.

Είναι γλώσσα.

Το ύφασμα μιλά για τους χαρακτήρες.

Το μοτίβο γίνεται ψυχολογία.

Η επιφάνεια γίνεται ερωτισμός.

.

Το φιλί του Klimt δεν είναι απλώς φιλί


Υπάρχει κάτι εξαιρετικά χαρακτηριστικό στη στάση των προσώπων.

Ο άνδρας φιλά τη γυναίκα από το πλάι.

Εκείνη έχει κλειστά μάτια.

Αυτό δημιουργεί την αίσθηση ότι η γυναίκα βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής παράδοσης.

Δεν παρακολουθεί τον κόσμο.

Δεν κοιτάζει τον θεατή.

Δεν ενδιαφέρεται για το τι υπάρχει έξω από την αγκαλιά.

Ο κόσμος έχει περιοριστεί σε δύο σώματα.

Αυτό είναι κρίσιμο για τη συμβολική λειτουργία του πίνακα:

ο έρωτας δημιουργεί έναν ιδιωτικό κόσμο μέσα στον δημόσιο κόσμο.

Και επιπλεον ο ιδιωτικός αυτός κόσμος δεν είναι απλώς ιδιωτικός.

Γίνεται ιερός.

Ο χρυσός τον κάνει να μοιάζει με εικόνα, λείψανο, βυζαντινό ψηφιδωτό, κόσμημα, τελετουργικό αντικείμενο.

Ο έρωτας γίνεται σχεδόν θρησκευτική εμπειρία.

.

Και στο:The Kiss τού cncouvelis αφαιρουνται σχεδόν όλα όσα κάνουν το έργο του Klimt να μοιάζει με όνειρο.

Εδώ το ζευγάρι βρίσκεται μπροστά μας με πολύ πιο άμεσο τρόπο.

Δεν υπάρχει χρυσή ατμόσφαιρα.

Δεν υπάρχει μυθολογική απόσταση.

Δεν υπάρχει η αίσθηση μιας ερωτικής αιωνιότητας.

Υπάρχει ασπρόμαυρο.

Και το ασπρόμαυρο αλλάζει τα πάντα.

.

Από τον χρυσό στο ασπρόμαυρο


Αν ο Klimt λέει:

-Ο έρωτας είναι αιωνιότητα.-

ο cncouvelis λέει:

-Ο έρωτας είναι μια στιγμή που συμβαίνει τώρα.-

Το ασπρόμαυρο δημιουργεί διαφορετική ψυχολογία.

Θυμίζει κινηματογράφο, φωτογραφία,αφίσα,μόδα,noir, παλιό περιοδικό,αστική κουλτούρα.

Το κόκκινο των χειλιών της γυναίκας αποτελεί μια πολύ μικρή αλλά εξαιρετικά δυνατή χρωματική παρέμβαση.

Και αυτή η λεπτομέρεια έχει μεγάλη σημασία.

Στον Klimt το χρώμα είναι παντού.

Στον cncouvelis το χρώμα συγκεντρώνεται σε ένα σημείο.

Τα χείλη.

Έτσι το κόκκινο γίνεται σχεδόν σημασιολογικό σύμβολο.

Δεν είναι απλώς χρώμα.

Είναι η ίδια η εστία του φιλιού.

.

Η γυναίκα στον cncouvelis


Η γυναίκα της δεύτερης εικόνας είναι εντυπωσιακά διαφορετική από τη γυναίκα του Klimt.

Η γυναίκα του Klimt είναι μέσα στην αγκαλιά του άνδρα.

Η γυναίκα του cncouvelis, αντίθετα, φαίνεται να συμμετέχει ενεργά στη σκηνή.

Το σώμα της έχει ισχυρή παρουσία.

Η στάση της είναι σύγχρονη, σχεδόν κινηματογραφική.

Το χτένισμα,η σιλουέτα και η ενδυματολογική αισθητική παραπέμπουν σε έναν κόσμο αστικής κομψότητας.

Δεν είναι μια μυθική γυναίκα.

Είναι μια γυναίκα που θα μπορούσε να υπάρχει σε μια πόλη.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της μεταμόρφωσης.

Ο Klimt παίρνει τον έρωτα από την πραγματικότητα και τον μετατρέπει σε σύμβολο.

Ο cncouvelis παίρνει το σύμβολο και το επιστρέφει στην πραγματικότητα.

.

Το ανδρικό σώμα


Και εδώ βρίσκεται μια ουσιώδης διαφορά.

Στον Klimt ο άνδρας είναι σχεδόν μυθολογικός.

Δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η προσωπικότητά του.

Είναι ο Άνδρας.

Το αρσενικό αρχέτυπο.

Η αγκαλιά του σχηματίζει ένα περίβλημα γύρω από τη γυναίκα.

Στον cncouvelis,αντίθετα, ο άνδρας είναι πολύ πιο συγκεκριμένος.

Έχει πρόσωπο που θυμίζει κινηματογραφικό ή φωτογραφικό πορτρέτο.

Το χτένισμά του,το λευκό πουκάμισο,η στάση του σώματος,ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ακουμπά τη γυναίκα, δημιουργούν μια αναγνωρίσιμη σύγχρονη ανδρική εικόνα.

Είναι λιγότερο 'θεός' και περισσότερο άνδρας.

Και ακριβώς γι' αυτό η ερωτική σκηνή γίνεται πιο άμεση.

.

Η αγκαλιά ως σύνθεση


Στον Klimt η αγκαλιά είναι σχεδόν κάθετη και μνημειακή.

Το ζευγάρι σχηματίζει έναν ενιαίο χρυσό όγκο.

Στον cncouvelis η σύνθεση είναι πιο δυναμική.

Τα σώματα δημιουργούν μια διαγώνια σχέση.

Το κεφάλι της γυναίκας,το κεφάλι του άνδρα,οι ώμοι,τα χέρια και η κατεύθυνση των σωμάτων δημιουργούν μια αλυσίδα κινήσεων.

Η εικόνα θυμίζει κινηματογραφικό καρέ.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Ο Klimt θέλει να κοιτάζουμε.

Ο cncouvelis μοιάζει να θέλει να δούμε μια σκηνή.

Η πρώτη εικόνα είναι πίνακας.

Η δεύτερη είναι σχεδόν freeze-frame από μια ταινία που δεν βλέπουμε.

.

Ο χώρος: παράδεισος εναντίον πόλης


Η διαφορά του φόντου είναι επίσης ουσιαστικη.

Στον Klimt ο χώρος γίνεται διακοσμητικός και σχεδόν άχρονος.

Στον cncouvelis ο χώρος είναι γεωμετρικός και αστικός.

Οι χρωματικές επιφάνειες πίσω από το ζευγάρι θυμίζουν αρχιτεκτονική, αφίσα,μοντέρνο design.

Έτσι η σχέση των δύο ανθρώπων τοποθετείται σε έναν σύγχρονο πολιτισμό της εικόνας.

Ο Klimt δημιουργεί έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος χάνεται μέσα στη διακοσμητική ομορφιά.

Ο cncouvelis δημιουργεί έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος βρίσκεται μέσα σε ένα σύστημα εικόνων.

Και αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές.

Στον Klimt η διακόσμηση είναι η γλώσσα του αισθησιασμού.

Στον cncouvelis η γραφιστική και η γεωμετρία γίνονται η γλώσσα της σύγχρονης οπτικής κουλτούρας.

.

Από το Art Nouveau στο pop/noir


Ο Klimt ανήκει σε μια εποχή όπου η ζωγραφική βρίσκεται σε διάλογο με το Art Nouveau, τον συμβολισμό,τη διακοσμητική τέχνη και τη βιεννέζικη Secession.

Ο cncouvelis, αντίθετα, μοιάζει να συνομιλεί με πολύ μεταγενέστερα οπτικά συστήματα:

την κινηματογραφική αφίσα,

το noir,

τη φωτογραφία μόδας,

το pop art,

τη διαφήμιση,

το graphic design,

την ασπρόμαυρη κινηματογραφική εικόνα,

την αισθητική των περιοδικών,

την κουλτούρα της σύγχρονης ερωτικής εικόνας.

Επομένως το έργο δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί απλώς ως 'μοντέρνα εκδοχή' του Klimt.

Μάλλον πρεπει να το δούμε ως μεταφορά ενός ερωτικού αρχέτυπου από τον κόσμο του συμβολισμού στον κόσμο της μαζικής και κινηματογραφικής εικόνας.

.

Το φιλί ως αντικείμενο λατρείας και ως εικόνα επιθυμίας


Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη διαφορά.

Ο Klimt κάνει το φιλί αντικείμενο λατρείας.

Ο cncouvelis κάνει το φιλί αντικείμενο επιθυμίας.

Στον Klimt ο θεατής αισθάνεται ότι παρακολουθεί κάτι σχεδόν απαγορευμένο αλλά ταυτόχρονα ιερό.

Στον cncouvelis ο θεατής αισθάνεται ότι παρακολουθεί μια σκηνή από μια ιστορία.

Ο πρώτος δημιουργεί απόσταση μέσω της ομορφιάς.

Ο δεύτερος δημιουργεί εγγύτητα μέσω της αναγνωρίσιμης ανθρώπινης σκηνής.

.

Το βλέμμα


Κανένας από τους δύο χαρακτήρες δεν κοιτάζει τον θεατή.

Αυτό είναι καθοριστικό.

Ο θεατής δεν γίνεται συνομιλητής.

Γίνεται μάρτυρας.

Στον Klimt η απουσία βλέμματος μας εισάγει σε έναν κλειστό, σχεδόν ιερό κύκλο.

Στον cncouvelis η ίδια απουσία λειτουργεί διαφορετικά.

Μας κάνει να αισθανόμαστε σαν να κοιτάζουμε ένα ζευγάρι που έχει ξεχάσει ότι υπάρχει κάμερα.

Η διαφορά είναι λεπτή αλλά σημαντική:

στον Klimt παρακολουθούμε μια τελετουργία· στον cncouvelis κρυφοκοιτάζουμε( μια στιγμή.

.

Η αισθητική της επιθυμίας


Το έργο του Klimt είναι εξαιρετικά αισθησιακό χωρίς να είναι ωμά ερωτικό.

Η επιθυμία είναι κρυμμένη μέσα στη διακόσμηση.

Το σώμα καλύπτεται.

Η επιφάνεια γίνεται το μέσο της αποκάλυψης.

Στον cncouvelis η επιθυμία είναι πιο άμεση.

Η φιγούρα της γυναίκας,το γυμνό της χέρι και η εγγύτητα των σωμάτων δεν κρύβονται πίσω από μια περίπλοκη συμβολική επιφάνεια.

Αλλά και εδώ δεν υπάρχει χυδαιότητα.

Το φιλί παραμένει αισθητικό γεγονός.

Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η εικόνα κινείται πάνω στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ερωτική τέχνη και στην αισθητική της μόδας.

.

Η γεωμετρία στον cncouvelis


Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της δεύτερης εικόνας είναι ότι τα σώματα δεν βρίσκονται σε ένα απλό φόντο.

Πλαισιώνονται από μεγάλες γεωμετρικές χρωματικές επιφάνειες.

Αυτό λειτουργεί σαν ένα είδος σύγχρονου εικαστικού μοντάζ.

Το σώμα είναι οργανικό.

Το φόντο είναι γεωμετρικό.

Το φιλί είναι συναισθηματικό.

Η σύνθεση είναι σχεδόν ψυχρή.

Έτσι δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα αντίθεση:

θερμότητα του σώματος — ψυχρότητα της εικόνας.

Και αυτή η αντίθεση κάνει το φιλί πιο έντονο.

.

Klimt: η συγχώνευση


Στον Klimt τα δύο σώματα σχεδόν παύουν να είναι δύο.

Γίνονται ένα διακοσμητικό σύνολο.

Αυτό είναι και ερωτικό και συμβολικό.

Ο έρωτας σημαίνει:

εγώ + εσύ = εμείς.

Η ατομικότητα υποχωρεί.

.

cncouvelis: η συνάντηση δύο ατομικοτήτων


Στον cncouvelis,αντίθετα,τα πρόσωπα παραμένουν σαφώς διακριτά.

Ο άνδρας είναι άνδρας.

Η γυναίκα είναι γυναίκα.

Δεν εξαφανίζονται ο ένας μέσα στον άλλον.

Συναντιούνται.

Αυτό δημιουργεί μια διαφορετική φιλοσοφία του έρωτα:

όχι τόσο συγχώνευση,όσο συνάντηση.

Και αυτό κάνει τη δεύτερη εικόνα περισσότερο σύγχρονη.

Ο μοντέρνος έρωτας δεν είναι υποχρεωτικά η απώλεια του εαυτού μέσα στον άλλο.

Μπορεί να είναι η έντονη συνύπαρξη δύο ξεχωριστών υπάρξεων.

.

Το φιλί ως 'καρέ'


Αν ο Klimt ζωγραφίζει έναν μύθο,ο cncouvelis ζωγραφίζει ένα καρέ.

Αυτό επιτρέπει να φανταστούμε τι συνέβη πριν και τι θα συμβεί μετά.

Πριν:

οι δύο άνθρωποι ίσως μιλούσαν.

Μετά:

θα απομακρυνθούν.

Ή θα μείνουν μαζί.

Ή θα φιληθούν ξανά.

Ή θα χωρίσουν.

Η εικόνα δεν μας δίνει την απάντηση.

Ακριβώς γι' αυτό δημιουργεί αφήγηση.

Ο Klimt έχει σχεδόν καταργήσει το 'πριν' και το 'μετά'.

Ο cncouvelis τα αφήνει να υπάρχουν ως πιθανότητες.

.

Η μεγάλη ειρωνεία του τίτλου


Το ενδιαφέρον της συνύπαρξης των δύο έργων κάτω από τον ίδιο τίτλο The Kiss βρίσκεται ακριβώς εδώ:

Ο τίτλος είναι ίδιος.

Το εικαστικό λεξιλόγιο είναι διαφορετικό.

Το ανθρώπινο γεγονός όμως είναι το ίδιο.

Ένα φιλί.

Και αυτό σημαίνει ότι ο cncouvelis δεν χρειάζεται να αντιγράψει τον Klimt για να συνομιλήσει μαζί του.

Αρκεί να πάρει το ίδιο αρχέτυπο.

Είναι σαν δύο σκηνοθέτες να κινηματογραφούν την ίδια σκηνή με εκατό χρόνια διαφορά.

Ο ένας χρησιμοποιεί χρυσό.

Ο άλλος χρησιμοποιεί ασπρόμαυρο.

Ο ένας μιλά για την αιωνιότητα.

Ο άλλος για τη στιγμή.

.

Η σχέση με την ποπ κουλτούρα


Η δεύτερη εικόνα έχει έντονο ποπ δυναμικό.

Το φιλί παρουσιάζεται με τρόπο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως:

εξώφυλλο περιοδικού,

κινηματογραφική αφίσα,

fashion image,

αφίσα μιας φανταστικής ταινίας,

εξώφυλλο μουσικού άλμπουμ,

εικόνα μιας ιστορίας noir.

Αυτό την απομακρύνει από την καθαρά 'ζωγραφική' αντίληψη και την εισάγει στον πολιτισμό της αναπαραγώγιμης εικόνας.

Και εδώ ο cncouvelis κάνει κάτι χαρακτηριστικά σύγχρονο:

ο έρωτας δεν είναι μόνο εμπειρία.

Είναι και εικόνα της εμπειρίας.

.

Ο Klimt και η αιωνιότητα


Ο Klimt μοιάζει να λέει:

ας σταματήσει ο χρόνος εδώ.

Ο cncouvelis μοιάζει να λέει:

ο χρόνος συνεχίζεται, αλλά ας κρατήσουμε αυτή τη στιγμή.

Αυτή ίσως είναι η πιο συμπυκνωμένη διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα.

Ο πρώτος παγώνει την αιωνιότητα.

Ο δεύτερος παγώνει το στιγμιότυπο.

.

Η αισθητική της επιφάνειας


Υπάρχει ακόμη μια σημαντική διαφορά.

Ο Klimt αγαπά την επιφάνεια.

Η επιφάνεια είναι σχεδόν το ίδιο σημαντική με το σώμα.

Χρυσό, σχέδια, σπείρες, κύκλοι,τετράγωνα, λουλούδια.

Το σώμα γίνεται μέρος μιας τεράστιας διακοσμητικής μηχανής.

Στον cncouvelis η επιφάνεια είναι περισσότερο γραφιστική.

Οι επίπεδες χρωματικές ζώνες λειτουργούν σαν πλαίσια.

Η εικόνα θυμίζει έντυπο.

Και αυτή η διαφορά είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική:

Klimt = διακοσμητική ζωγραφική.

cncouvelis = ζωγραφική που συνομιλεί με τη γραφιστική και τον κινηματογράφο.

.

Η ψυχολογία


Στον Klimt η ψυχολογία είναι εσωτερική και ονειρική.

Τα κλειστά μάτια της γυναίκας υποδηλώνουν εσωτερική απόσυρση.

Στον cncouvelis η ψυχολογία είναι περισσότερο σωματική.

Βλέπουμε την εγγύτητα.

Την ένταση των χεριών.

Την επαφή των προσώπων.

Την ακριβή στιγμή πριν ή κατά τη διάρκεια του φιλιού.

Έτσι η ψυχολογία μεταφέρεται από την εσωτερικότητα στην πράξη.

.

Δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον έρωτα


Θα μπορούσαμε να συμπυκνώσουμε τις δύο εικόνες ως εξής:

Gustav Klimt

cncouvelis

Έρωτας ως αιωνιότητα

Έρωτας ως στιγμή

Χρυσό

Ασπρόμαυρο

Μύθος

Αφήγηση

Τελετουργία

Σκηνή

Συγχώνευση

Συνάντηση

Διακοσμητικότητα

Γραφιστική

Συμβολισμός

Κινηματογραφικότητα

Αρχέτυπο

Σύγχρονο ζευγάρι

Όνειρο

Εικόνα

Ιερότητα

Επιθυμία

Ακινησία

Δυναμική

Αχρονικότητα

Χρονικότητα

.

 Είναι ο cncouvelis απλώς 'επηρεασμένος' από τον Klimt;


Όχι με την απλή έννοια της μίμησης.

Η σχέση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Ο τίτλος The Kiss λειτουργεί ως δήλωση διαλόγου.

Ο cncouvelis παίρνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ερωτικά αρχέτυπα της δυτικής τέχνης και το μεταφέρει σε έναν άλλο οπτικό πολιτισμό.

Αυτό μπορεί να ονομαστεί εικαστική μεταγραφή.

Δεν μεταγράφεται το σχέδιο.

Μεταγράφεται η ιδέα.

Το φιλί παραμένει.

Η τελετουργική χρυσή επιφάνεια εξαφανίζεται.

Στη θέση της εμφανίζεται η μοντέρνα αστική εικόνα.

.

Η μεγάλη δύναμη της σύγκρισης


Το σημαντικότερο επίτευγμα της δεύτερης εικόνας είναι ότι, όταν την κοιτάξουμε δίπλα στον Klimt, μας κάνει να ξαναδούμε και τον Klimt.

Ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι ο Klimt δεν ζωγραφίζει απλώς 'ένα ζευγάρι που φιλιέται'.

Ζωγραφίζει μια ιδέα του έρωτα.

Και ο cncouvelis κάνει το ίδιο από διαφορετικό δρόμο.

Δεν παρουσιάζει απλώς δύο ανθρώπους.

Παρουσιάζει μια σύγχρονη ιδέα του έρωτα:

κομψή,σωματική,φωτογενή, αστική,ελαφρώς κινηματογραφική και ταυτόχρονα αβέβαιη.

.

Το ουσιαστικό σημείο: από την αιωνιότητα στη φωτογραφία


Αν θέλαμε να γράψουμε μια ολόκληρη ιστορία της δυτικής ερωτικής εικόνας σε μία γραμμή,οι δύο πίνακες θα μπορούσαν να σταθούν ως δύο ακραίοι σταθμοί:

Klimt: ο έρωτας ως εικόνα που πρέπει να διαρκέσει για πάντα.

cncouvelis: ο έρωτας ως εικόνα που πρέπει να αποτυπωθεί τώρα.

Στον πρώτο,η εικόνα αντιστέκεται στον χρόνο.

Στον δεύτερο,η εικόνα είναι προϊόν του χρόνου.

Και αυτό κάνει τη δεύτερη εκδοχή όχι απλώς 'μοντέρνα', αλλά μεταμοντέρνα ως προς τη συνείδηση της εικόνας: γνωρίζει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει πλέον τον έρωτα μέσα από εικόνες, φωτογραφίες, κινηματογραφικά πρότυπα, μόδα,διαφήμιση και ποπ κουλτούρα.

.

Επομενως

τα δύο The Kiss δεν είναι δύο ανταγωνιστικές απεικονίσεις.

Είναι δύο διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα:

Τι είναι ένα φιλί;

Ο Klimt απαντά:

Είναι η στιγμή κατά την οποία δύο άνθρωποι ξεφεύγουν από τον κόσμο και γίνονται ένα.

Ο cncouvelis απαντά:

Είναι η στιγμή κατά την οποία δύο ξεχωριστοί άνθρωποι συναντιούνται μέσα στον κόσμο και,για μια ελάχιστη χρονική διάρκεια,ο κόσμος παύει να έχει σημασία.

Ο Klimt τυλίγει τον έρωτα με χρυσό για να τον κάνει αιώνιο.

Ο cncouvelis τον περιβάλλει με ασπρόμαυρη γεωμετρία για να τον κάνει σύγχρονο.

Ο Klimt ζωγραφίζει το φιλί σαν μύθο.

Ο cncouvelis το παρουσιάζει σαν κινηματογραφικό συμβάν.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα συγγένειά τους:

παρά την απόσταση ενός αιώνα και την τεράστια διαφορά αισθητικής,και οι δύο αρνούνται να αντιμετωπίσουν το φιλί ως κάτι ασήμαντο.

Το μεγεθύνουν.

Το απομονώνουν.

Το κάνουν κεντρικό γεγονός.

Ο Klimt το κάνει χρυσό.

Ο cncouvelis το κάνει εικόνα.

Και στις δύο περιπτώσεις,ο κόσμος γύρω από τους εραστές υποχωρεί.

Μένει μόνο η επαφή.

Ένα φιλί,δύο εποχές,δύο αισθητικές,μία ανθρώπινη χειρονομία.

.

.

.