I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

GREEK POETRY -χνκουβελης cncouvelis -ΠΟΙΗΣΗ η' ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ (και Μελέτη αναλυση) POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.



GREEK POETRY 
-χνκουβελης cncouvelis

-ΠΟΙΗΣΗ  η'  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

(και

Μελέτη αναλυση)

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

ΠΟΙΗΣΗ  η'  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ


(και

Μελέτη αναλυση)


Ενας Αρχιτεκτονας αυστηρος


Αρχτεκτονας


η αρμονια στη λογικη


η συνθεση μιας καθαρης αντιληψης:illic fas [est]

resurgere regna Troiae

Quanto

remordet=αιτιολογικη προταση

Μια πορτοκαλια το χειμωνα γαλαζοματα

Εις τα μονοκυτταρα ζωα η παραγωγη απογονων

γινεται:α]δια της διχοτομησεως [βλ. σελ. 14],

β]δια βλαστογονιας [βλ. σελ.32],γ]δια σπορων

θυμοβορω εριδι

ηματι κε τριτατω Φθιην εριβωλον ικοιμην

Αληθεια

-Το χρωμα δινει τη μορφη

-Η μορφη εμπεριεχει το σωμα

-Ti piaccio eh; , piaccio a tutti

Δεν κοιμαται ποτε

η κομσοτητα χανεται γρηγορα

Δεν εκφραζει την αγωνια του ποτε

στη δυση το νερο χωρις ηλιο

leur organisation est sans ambiguite

Davantage,

L' equilibre des societes est une question

de batiment


Τα παραδοξα ηταν γνωστα απο την αρχαιοτητα,

οταν ο Ζηνωνας ,με το φιλοσοφικο ισχυρισμο

οτι σ'εναν αγωνα δρομου ο Αχιλλεας δεν θα

προσπερασει ποτε μια χελωνα , αρνηθηκε

την κινηση

Τα μαθηματικα παραδοξα:

Απο αχρηστα υλικα κατασκευαστηκε το

τριανταφυλλο

η μεγαλη κυκλοφορια των ασπονδυλων

Τα ζωα εξαπλωθηκαν σε ευρυτερα ορια

Στη θαλασσα επικρατεστερα ειναι τα φυκη

και τα διατομα

Κατα την εσπερα ηπια βροχη επεσε στη λεμονια

ελαφρως κυρτωμενη

Restarono fino al tramonto

Εμειναν ως το δειλινο:ο αντρας μασουσε γρηγορα

Την πλησιασε

Mario si avvicino a lei,la bacio

κομμορε,μη μοι ετ' ενθαδ' οδυρεο

''mikroskopisches ''Erzahlen das an moderne

Techniken

erinnerte:Die Zweite Halfte der Odyssee-zwolf

Gesange-schilderte nur sechs Tage

θα πιεσει δια δουλειας ,ο αχρειος

απο φοβου θα μεταβαλλει γνωμη

Κυπρος ερωμενη

περιμενουν την αννασα

''Ποια χωρα πανω στη γη''

Orontein:''το ονομα επλασθη υπο του ποιητου

Ο αχορταγος πελατης:Ο Παρθενωνας ειναι το προιον

μιας επιλογης σ'ενα καθορισμενο προτυπο


Το διηγημα ειναι ενα γραφικο τοπιο

Καμια αποξηραμενη Θεωρια

quae regio in tetris


Τελικα μεσα σ'ορισμενους χωρους ομορφη

πανεμορφη

Η Ρωμη νικητρια του κοσμου:esprit d' ordre

Η Αθηνα του Πλατωνα:η ''Πολιτεια''

Η Πολι:Η Βασιλιδα των Πολεων

η αγορα χτισμενη με τουβλα.ασχημη

Η εφυια και το παθος :Hard core

-Τι πραγμα θελεις; -Τιποτα.Χθες μιλησα στο

τηλεφωνο για τελευταια φορα

-Mio marito e un orso

Ενα πρωινο στη μεγαλη πεδιαδα

μια γυναικα επαιζε στο ασπρο φως

Ακουστηκαν οι στριγγλιες των παιδιων

ειχε κοντα μαλλια και γυρισε σπιτι

Πηληιαδεω Αχιληος

Εκηβολου Απολλωνος

διογενες Λαερτιαδη ,πολυμηχαν' Οδυσσευ

χρη μεν δη τον μυθον απηλεγεως αποειπεν

Δινεται μια γωνια χΟψ=180 και στις πλευρες

της Οχ και Οψ παιρνουμε τα τμηματα ΟΑ=R1

και ΟΒ=R2 .Αν η διχοτομος Οz της γωνιας χΟψ

τεμνει την ΑΒ στο Γ και θεσουμε ΟΓ=R, να

αποδειξεται οτι:

[1/R]=[1/R1]+[1/R2]

..ψ.....................z

.... .................

....Β..............

...................Γ

.............

........Ο..............Α....................χ


Αποδειξη:

ΒΟΓ τριγωνο.....

ΑΟΒτριγωνο......=>[ΒΟΓ]/[ΑΟΒ] =R.R2/R1.R2

ΒΟΓ+ΑΟΒ=180.

.

ΓΟΑ τριγωνο....

ΑΟΒ τριγωνο.....=>[ΓΟΑ]/[ΑΟΒ]=R.R1/R1.R2

ΓΟΑ+ΑΟΒ=180.

............................------------------------------------

..................[+].[ΑΟΒ]/[ΑΟΒ]=[R.R2+R.R1]/R1.R2

=>R1.R2=R.R2+R.R1=>[I/R]=[1/R1]+[1/R2


'Ειμαι μια ευθεια ακρογυαλια ακονισμενη

στο κυμα'' ειπε το κοχυλι.Θυμηθηκα oτι καποτε

βρηκα καπου στο ''Οιδιπους Τυραννος''του

Σοφοκλη

να εκφερεται αυτουσιο απο καποιον [πιθανως τον

....Οιδιποδα].Φυσικα κατακλεμενο απο ενα

συλλογισμο του Μακρυγιαννη οταν στη Πολιορκια

της Ακροπολης αστραψε [ ισως ] μεσα του η Πολιτεια του Πλατωνα.Ετσι μια

αληθεια επομενη προφητευει μια αληθεια προηγουμενη.Chechez la mot de la beaute

[ ? ] '' Beaute ''

''Ειμαι μια ακρογυαλια ακονισμενη '' πριν η' μετα

ιεραρχηση, κοινωνικη 76-77

ισχυς , κοινωνικη 181

κανονας , κοινωνικος 203

καπιταλιστικος μετασχηματισμος 42 κ.ε

καστα , κοινωνικη 77

καταμερισμος εργασιας 34 , 60-61 , 191

κεφαλαιο 46 κ.ε

κινητικοτητα, κοινωνικη 90 κ.ε ανοδικη-93,

γνησια-93 διαγενεακη-92,δομικη-92 ενδογενετικη-92,

κατιουσα-93,οριζοντια-93

κοινη γνωμη 265-266 , 269- 271

κοινωνια 57 κ.ε αγροτικη -21 κ.ε αστεακη-97

αταξικη-59 ,βιομηχανικη-38 κ.ε 97 γεωργικη 97-

δουλοκτητικη-64,παραδοσιακη-97,πρωτογονη-60-61

συγχρονη-97,ταξικη -59,φεουδαρχικη -30-31,64-65

Ενα ουρλιαχτο, τοσο δυνατο,που σπαραξε η καρδια

Ο αντρας αρωματιζονταν στο μπανιο

η γυναικα στο κρεβατι


[Δεν της αρεσε καθολου η ιδεα να εχει ενα συζυγο

και δυο παιδια και πανω απ'ολα δεν της αρεσε να

εχει τετοιο συζυγο ]

Che hai , sei matta?

No tesoro, non sono matta

Αγαπηθηκαν χωρις να βγαλουν τα ρουχα

Το δωματιο ηταν μεγαλο , ασπρισμενο

με λουλουδια στο ανθοδοχειο

Εβαφε τα νυχια κοκκινα ,κατακοκκινα

''Εχουμε χασει το γουστο του ελευθερου αερα και του φωτος ''

Ειναι μια κλιμακα ανθρωπινη

Υπαρχει

βραδυ 

φωνη

πουλι ωρα

παυση

χειρονομια

κυλινδρος

δακτυλο τραπεζι

χρηση

καπνιζει χερι

Εις τα υδατα της Κρητης υπαρχει εν αλλο

ειδος δελφινος , ο δελφιν η φωκη

Τα πρωτα γραμματα της Χρυσουλας:

ηρ 'ετι παρθενιας επιβαλλομαι ;

Τα πρωτα αποτελεσματα της βιομηχανικης εξελιξης:

Voila un etat d' esprit moderne


Voila un etat d'esprit moderne

.

.

.

Μελέτη αναλυση 


Το ποίημα «ΠΟΙΗΣΗ η΄ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ» του χνκουβελη είναι ένα ιδιαίτερα σύνθετο και ιδιότυπο ποιητικό εγχείρημα. Δεν λειτουργεί ως παραδοσιακό ποίημα με γραμμική ανάπτυξη, αλλά ως ποιητικό αρχείο, ως εργαστήριο σκέψης όπου συνυπάρχουν αρχαία ελληνικά, λατινικά, ιταλικά, γαλλικά, γερμανικά, μαθηματικά, βιολογία, κοινωνιολογία, αρχιτεκτονική, λογοτεχνία και ερωτικές/ανθρώπινες σκηνές.

Η «επανάσταση» του τίτλου βρίσκεται ακριβώς εδώ: η ποίηση επαναστατεί εναντίον της ιδέας ότι η ποίηση πρέπει να αποτελείται μόνο από ποιητική γλώσσα.


Η βασική ποιητική αρχή: η ποίηση ως σύστημα


Το ποίημα αρχίζει:

«Ενας Αρχιτεκτονας αυστηρος

Αρχτεκτονας

η αρμονια στη λογικη

η συνθεση μιας καθαρης αντιληψης»

Η πρώτη εικόνα είναι η αρχιτεκτονική. Ο ποιητής εμφανίζεται σαν αρχιτέκτονας που δεν χτίζει με πέτρα αλλά με γλώσσες, έννοιες, θραύσματα και γνώσεις.

Η λέξη «Αρχιτέκτονας» επαναλαμβάνεται σχεδόν σαν αξίωμα. Η ποίηση παρουσιάζεται ως:

αρμονία → λογική → σύνθεση → αντίληψη → μορφή.

Και αργότερα:

«Το χρώμα δίνει τη μορφή

Η μορφή εμπεριέχει το σώμα»

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες αισθητικές προτάσεις του ποιήματος. Η ποίηση δεν είναι απλώς έκφραση συναισθημάτων. Είναι κατασκευή μορφής.


Η μεγάλη σύγκρουση: τάξη και χάος


Το ποίημα μοιάζει αρχικά να υπερασπίζεται την τάξη.

«η αρμονια στη λογικη»

«leur organisation est sans ambiguite»

«L'équilibre des sociétés est une question de bâtiment»

Όμως αυτή η τάξη διαρκώς διαταράσσεται από:

ελλειπτικές φράσεις,

ξένες γλώσσες,

αρχαία αποσπάσματα,

μαθηματικούς τύπους,

βιολογικές πληροφορίες,

ερωτικές σκηνές,

κοινωνιολογικούς όρους,

ανολοκλήρωτες προτάσεις,

τυπογραφικά κενά.

Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο:

το ποίημα μιλά για τάξη ενώ είναι δομημένο ως ελεγχόμενο χάος.

Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ο πυρήνας της «επανάστασης».

Δεν καταργείται η αρχιτεκτονική.

Επαναστατικοποιείται η αρχιτεκτονική.


Η πολυγλωσσία δεν είναι διακόσμηση


Ιδιαίτερα σημαντική είναι η εναλλαγή γλωσσών:

illic fas [est]

resurgere regna Troiae

Ti piaccio eh; , piaccio a tutti

leur organisation est sans ambiguite

Restarono fino al tramonto

Mario si avvicinò a lei, la baciò

mikroskopisches Erzählen...

Οι γλώσσες δεν λειτουργούν απλώς ως «μορφωτικές αναφορές». Δημιουργούν πολλαπλές φωνές μέσα στο ίδιο ποιητικό σώμα.

Η ελληνική γλώσσα δεν είναι πλέον το μοναδικό κέντρο.

Η ποίηση γίνεται ένα είδος ευρωπαϊκού πολυγλωσσικού δωματίου.

Το λατινικό, το αρχαίο ελληνικό, το ιταλικό, το γαλλικό και το γερμανικό συνυπάρχουν με τη σύγχρονη ελληνική.

Έτσι ο ποιητικός χώρος αποκτά ιστορικό βάθος:

αρχαιότητα → Ρώμη → Αναγέννηση → νεωτερικότητα → σύγχρονη κοινωνία.


Η αρχαιότητα ως ζωντανό υλικό


Εμφανίζονται:

«ηματι κε τριτατω Φθιην εριβωλον ικοιμην»

«κομμορε, μη μοι ετ' ενθαδ' οδυρεο»

«Πηληιάδεω Αχιληος»

«Εκηβολου Απολλωνος»

«διογενες Λαερτιαδη, πολυμηχαν' Οδυσσευ»

«χρη μεν δη τον μυθον απηλεγεως αποειπεν»

Η αρχαία γλώσσα εισέρχεται στο ποίημα όχι ως μουσειακό αντικείμενο αλλά ως ζωντανό θραύσμα.

Ο Αχιλλέας, ο Οδυσσέας, ο Απόλλων, ο Ζήνων, ο Σοφοκλής, ο Πλάτων επιστρέφουν μέσα σε έναν κόσμο όπου υπάρχουν:

τηλέφωνα,

κοινωνιολογία,

βιομηχανική εξέλιξη,

σύγχρονες σχέσεις,

κινητικότητα,

καπιταλισμός.

Ο χρόνος επομένως καταργείται.

Το αρχαίο και το σύγχρονο βρίσκονται στην ίδια σελίδα.

Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά του ποιήματος.


Ζήνων: η φιλοσοφία ως ποιητικό παράδοξο


Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το μεγάλο πέρασμα για τον Ζήνωνα:

«Τα παραδοξα ηταν γνωστα απο την αρχαιοτητα,

οταν ο Ζηνωνας, με το φιλοσοφικο ισχυρισμο

οτι σ'εναν αγωνα δρομου ο Αχιλλεας δεν θα

προσπερασει ποτε μια χελωνα, αρνηθηκε

την κινηση»

Εδώ το ποίημα αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο.

Ολόκληρο το κείμενο λειτουργεί σαν ποίημα-παράδοξο.

Ο αναγνώστης περιμένει να καταλάβει «τι λέει το ποίημα», αλλά κάθε φορά που νομίζει ότι βρήκε έναν άξονα, εισέρχεται ένα νέο υλικό και τον μετακινεί.

Ακριβώς όπως στον Ζήνωνα:

η κίνηση υπάρχει, αλλά η λογική δυσκολεύεται να την εξηγήσει.

Το ίδιο συμβαίνει και εδώ:

η ποίηση υπάρχει, αλλά η παραδοσιακή λογική δυσκολεύεται να την ταξινομήσει.


Η βιολογία και η ποίηση της αναπαραγωγής


Το απόσπασμα:

«Εις τα μονοκυτταρα ζωα η παραγωγη απογονων

γινεται: α] δια της διχοτομησεως

β] δια βλαστογονιας

γ] δια σπορων»

είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό.

Μια εγκυκλοπαιδική πληροφορία εισέρχεται αυτούσια στον ποιητικό χώρο.

Γιατί;

Επειδή ο ποιητής φαίνεται να θέλει να δείξει ότι η ίδια η ζωή είναι μορφοποίηση και αναπαραγωγή μορφών.

Και εδώ υπάρχει ένα υπόγειο παιχνίδι με την ίδια την ποίηση:

το κύτταρο διαιρείται,

το κείμενο διαιρείται,

η φράση διασπάται,

η εικόνα γεννά νέα εικόνα.

Η ποιητική σύνθεση γίνεται ένα είδος κυτταρικής διαίρεσης.


Το τριαντάφυλλο από «άχρηστα υλικά»


Ίσως μία από τις πιο όμορφες φράσεις:

«Απο αχρηστα υλικα κατασκευαστηκε το

τριανταφυλλο»

Εδώ βρίσκεται σχεδόν μια ποιητική ars poetica.

Ο ποιητής παίρνει:

επιστημονικά δεδομένα,

λεξικά,

μαθηματικές αποδείξεις,

κοινωνιολογικούς όρους,

αποσπάσματα,

καθημερινές φράσεις,

αρχαία ελληνικά,

ξένες γλώσσες,

και από αυτά κατασκευάζει ένα «τριαντάφυλλο».

Το «άχρηστο» γίνεται αισθητικά χρήσιμο.

Η ποίηση, επομένως, είναι μεταμόρφωση υλικών.


Η θάλασσα και το φυσικό τοπίο


Μέσα στη διανοητική πυκνότητα εμφανίζονται ξαφνικά εικόνες μεγάλης απλότητας:

«Μια πορτοκαλια το χειμωνα γαλαζοματα»

«στη δυση το νερο χωρις ηλιο»

«Κατα την εσπερα ηπια βροχη επεσε στη λεμονια

ελαφρως κυρτωμενη»

«Ενα πρωινο στη μεγαλη πεδιαδα

μια γυναικα επαιζε στο ασπρο φως»

Εδώ το ποίημα αναπνέει.

Μετά από θεωρία, μαθηματικά και φιλοσοφία, εμφανίζεται η φύση.

Η πορτοκαλιά, η λεμονιά, η βροχή, το νερό, το φως, η θάλασσα λειτουργούν σαν αντιστάθμισμα στη διανοητική υπερφόρτωση.

Η ποίηση δεν είναι μόνο σκέψη.

Είναι και αισθητηριακή εμπειρία.


Ο άνθρωπος εισβάλλει μέσα στο θεωρητικό σύστημα


Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά είναι η ξαφνική εμφάνιση μικρών αφηγηματικών σκηνών:

«Εμειναν ως το δειλινο: ο αντρας μασουσε γρηγορα

Την πλησιασε»

και:

«Mario si avvicinò a lei, la baciò»

και:

«Ο αντρας αρωματιζονταν στο μπανιο

η γυναικα στο κρεβατι»

και:

«Αγαπηθηκαν χωρις να βγαλουν τα ρουχα»

Το ποίημα μετακινείται από την αφαίρεση στη σωματικότητα.

Έτσι το σώμα γίνεται η άλλη πλευρά της λογικής.

Από τη μία:

θεώρημα – κοινωνία – αρχιτεκτονική – οργάνωση

και από την άλλη:

φιλί – σώμα – επιθυμία – μοναξιά – χωρισμός.


Η γυναίκα και η κρίση της κοινωνικής μορφής


Ιδιαίτερα σημαντικό είναι:

«Δεν της αρεσε καθολου η ιδεα να εχει ενα συζυγο

και δυο παιδια και πανω απ'ολα δεν της αρεσε να

εχει τετοιο συζυγο»

Εδώ η «αρχιτεκτονική» μεταφέρεται στην κοινωνία.

Η οικογένεια παρουσιάζεται σαν κατασκευασμένο κοινωνικό μοντέλο:

σύζυγος + δύο παιδιά + συγκεκριμένος ρόλος γυναίκας.

Και η γυναίκα το απορρίπτει.

Έτσι η «επανάσταση» αποκτά κοινωνικό χαρακτήρα.

Δεν αφορά μόνο τη γλώσσα.

Αφορά και τα πρότυπα ζωής.


Ο καπιταλισμός εμφανίζεται ως αρχιτεκτονική


Το κοινωνιολογικό ευρετήριο προς το τέλος είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικό:

«καπιταλιστικος μετασχηματισμος»

«καταμερισμος εργασιας»

«κεφαλαιο»

«κοινωνια»

«βιομηχανικη»

«ταξικη»

«φεουδαρχικη»

«συγχρονη»

Αυτή η εισαγωγή κοινωνιολογικής ορολογίας δεν είναι τυχαία.

Το ποίημα ενδιαφέρεται για το πώς οι κοινωνίες κατασκευάζονται.

Και έτσι επιστρέφουμε στον αρχιτέκτονα.

Η αρχιτεκτονική δεν είναι πλέον μόνο αισθητική.

Υπάρχει:

αρχιτεκτονική του κτιρίου

→ αρχιτεκτονική της πόλης

→ αρχιτεκτονική της κοινωνίας

→ αρχιτεκτονική της σκέψης

→ αρχιτεκτονική της ποίησης.


Αθήνα – Ρώμη – Κωνσταντινούπολη


Η τριάδα:

«Η Ρωμη νικητρια του κοσμου: esprit d'ordre

Η Αθηνα του Πλατωνα: η "Πολιτεια"

Η Πολι: Η Βασιλιδα των Πολεων»

είναι σχεδόν ιστορικο-πολιτισμική γεωμετρία.

Τρεις πολιτισμικοί χώροι:

Ρώμη → Αθήνα → Κωνσταντινούπολη

και τρεις μορφές οργάνωσης:

αυτοκρατορία → πολιτεία → πόλη/βασιλεία.

Η φράση:

«η αγορα χτισμενη με τουβλα. ασχημη»

φέρει την ιδέα ότι η πόλη δεν είναι απλώς κοινωνικός χώρος αλλά αισθητικό αποτέλεσμα κοινωνικών επιλογών.


Το μαθηματικό θεώρημα ως ποίημα


Το μεγάλο μαθηματικό τμήμα είναι ίσως η πιο ακραία χειρονομία του έργου.

Ο ποιητής εισάγει ολόκληρη γεωμετρική κατασκευή και απόδειξη:

«Δινεται μια γωνια χΟψ=180...»

και καταλήγει:

«1/R = 1/R1 + 1/R2»

Εδώ η ποίηση κάνει κάτι ριζοσπαστικό:

αρνείται να ξεχωρίσει το ποιητικό από το μη ποιητικό.

Για έναν παραδοσιακό ποιητικό κανόνα, η μαθηματική απόδειξη είναι «ξένο σώμα».

Για το συγκεκριμένο ποίημα όμως ακριβώς αυτό είναι το ζητούμενο:

να μην υπάρχει ξένο σώμα.

Το θεώρημα γίνεται ποιητικό αντικείμενο επειδή εντάσσεται στη συνολική αρχιτεκτονική του έργου.


Η πιο αυτοαναφορική στιγμή


Εξαιρετικό είναι το απόσπασμα:

«Ειμαι μια ευθεια ακρογυαλια ακονισμενη

στο κυμα'' ειπε το κοχυλι.»

Το κοχύλι μιλά.

Και αμέσως μετά:

«Θυμηθηκα οτι καποτε βρηκα καπου στο "Οιδιπους Τυραννος"

του Σοφοκλη...»

Ακολουθεί μία αλυσίδα πολιτισμικών μετασχηματισμών:

κοχύλι → Σοφοκλής → Μακρυγιάννης → Πολιτεία του Πλάτωνα → αισθητική αλήθεια.

Και εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα ιδέα του ποιήματος:

«Ετσι μια αληθεια επομενη προφητευει μια αληθεια προηγουμενη.»

Αυτό είναι σχεδόν θεωρία της λογοτεχνίας μέσα στο ίδιο το ποίημα.

Το μεταγενέστερο έργο μπορεί να αποκαλύψει το νόημα ενός παλαιότερου έργου.

Ο χρόνος δεν είναι ευθεία.

Είναι δίκτυο αλληλοαναγνώσεων.


«Πριν ή μετά;»


Η ερώτηση:

«"Ειμαι μια ακρογυαλια ακονισμενη" πριν η' μετα»

είναι εξαιρετικά σημαντική.

Το ποίημα αναρωτιέται:

Ποιος προηγείται; Η αλήθεια ή η διατύπωσή της;

Μήπως μια φράση που εμφανίζεται σήμερα υπήρχε ήδη ως δυνατότητα στο παρελθόν;

Μήπως ο ποιητής δεν «εφευρίσκει» αλλά ανακαλύπτει;

Εδώ το ποίημα συναντά την πλατωνική σκέψη, τη φιλοσοφία της γλώσσας και τη θεωρία της διακειμενικότητας.


Το κοχύλι ως ποιητικό σύμβολο


Το κοχύλι είναι ιδιαίτερα ταιριαστό σύμβολο για ολόκληρο το έργο.

Είναι:

αντικείμενο,

φυσικό σώμα,

γεωμετρική μορφή,

ήχος,

θάλασσα,

μνήμη,

γλώσσα.

Και όταν λέει:

«Είμαι μια ευθεία ακρογυαλιά ακονισμένη στο κύμα»

μετατρέπει τη φύση σε γεωμετρικό και ποιητικό σχήμα.

Εδώ συναντώνται ξανά:

φύση + γεωμετρία + γλώσσα + σώμα.


Η ερωτική διάσταση


Οι ιταλικές φράσεις:

«Ti piaccio eh; piaccio a tutti»

«Mio marito è un orso»

«Che hai, sei matta?»

«No tesoro, non sono matta»

εισάγουν ένα σχεδόν κινηματογραφικό επίπεδο.

Ξαφνικά το ποίημα γίνεται διάλογος.

Η φιλοσοφία μετατρέπεται σε καθημερινή κουβέντα.

Το υψηλό και το χαμηλό συνυπάρχουν.

Αυτό θυμίζει κινηματογραφικό μοντάζ: ένα πλάνο Ακολουθεί ένα πλάνο Β χωρίς να χρειάζεται παραδοσιακή αφηγηματική γέφυρα.


Η κινηματογραφική τεχνική


Το ποίημα έχει έντονα στοιχεία μοντάζ.

Για παράδειγμα:

«Κατά την εσπέρα ήπια βροχή έπεσε στη λεμονιά...»

και αμέσως:

«Restarono fino al tramonto»

και μετά:

«Έμειναν ως το δειλινό: ο άντρας μασούσε γρήγορα»

και:

«Mario si avvicinò a lei, la baciò»

Αυτό είναι σχεδόν κινηματογραφικό cut.

Δεν εξηγείται τι συνέβη ανάμεσα στα πλάνα.

Ο αναγνώστης πρέπει να κατασκευάσει τη συνέχεια.

Έτσι το ποίημα λειτουργεί ταυτόχρονα ως:

ποίημα + κινηματογραφικό μοντάζ + αρχείο + δοκίμιο.


«Το διήγημα είναι ένα γραφικό τοπίο»


Η φράση:

«Το διηγημα ειναι ενα γραφικο τοπιο»

είναι εξαιρετική.

Το διήγημα εδώ δεν ορίζεται με όρους πλοκής.

Ορίζεται ως τοπίο.

Και το ποίημα κάνει ακριβώς το ίδιο.

Δεν μας δίνει μια ιστορία.

Μας δίνει ένα τοπίο ιδεών.

Ο αναγνώστης περιπλανιέται μέσα του.


Η φράση «Καμιά αποξηραμένη Θεωρία»


«Καμια αποξηραμενη Θεωρια»

Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί το μανιφέστο του ποιήματος.

Το έργο χρησιμοποιεί θεωρία, αλλά δεν θέλει να γίνει θεωρητικό δοκίμιο.

Χρησιμοποιεί κοινωνιολογία, αλλά δεν γίνεται κοινωνιολογικό εγχειρίδιο.

Χρησιμοποιεί μαθηματικά, αλλά δεν γίνεται μαθηματικό σύγγραμμα.

Χρησιμοποιεί αρχαία φιλολογία, αλλά δεν γίνεται φιλολογική πραγματεία.

Όλα πρέπει να ξαναζωντανέψουν μέσα στην ποιητική σύνθεση.


«Η ευφυΐα και το πάθος: Hard core»


Αυτή η φράση:

«Η εφυια και το παθος : Hard core»

είναι σχεδόν πρόγραμμα αισθητικής.

Το ποίημα θέλει ταυτόχρονα:

ευφυΐα + πάθος.

Όχι ψυχρή διανόηση.

Όχι ανεπεξέργαστο συναίσθημα.

Αλλά:

σκέψη που έχει σώμα

και σώμα που έχει σκέψη.

Αυτό εξηγεί γιατί στο ίδιο έργο μπορούν να συνυπάρχουν μια γεωμετρική απόδειξη και ένα φιλί.


Η πιο δραματική φράση


Προς το τέλος:

«Ενα ουρλιαχτο, τοσο δυνατο, που σπαραξε η καρδια»

Μετά:

«Ο αντρας αρωματιζονταν στο μπανιο

η γυναικα στο κρεβατι»

Η αντίθεση είναι πολύ δυνατή.

Το ουρλιαχτό θα μπορούσε να σημαίνει:

θάνατο,

απώλεια,

εσωτερική κραυγή,

ερωτική αγωνία,

κοινωνική βία.

Αλλά το ποίημα δεν εξηγεί.

Η κραυγή παραμένει απομονωμένο γεγονός.

Και αυτή η ασάφεια είναι αισθητικά σημαντική.


Η τελική φράση


Το ποίημα κλείνει:

«Voila un etat d'esprit moderne»

Η επιλογή της γαλλικής γλώσσας έχει ιδιαίτερη σημασία.

Το έργο καταλήγει σε:

«Να λοιπόν μια σύγχρονη κατάσταση πνεύματος».

Και πράγματι, ολόκληρο το ποίημα μπορεί να διαβαστεί ως κατάσταση του σύγχρονου ανθρώπου:

υπερπληροφόρηση, γλώσσες, επιστήμες, ιστορία, σώμα, κοινωνία, έρωτας, μνήμη, τέχνη, τεχνολογία, πολιτική, μαθηματικά.

Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ζει πλέον μέσα σε μία μόνο αφήγηση.

Ζει μέσα σε πολλά συστήματα ταυτόχρονα.


Τι σημαίνει τελικά «Ποίηση η΄ Επανάσταση»;


Ο τίτλος μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα.

Επανάσταση της μορφής

Καταργείται η γραμμική ποιητική σύνθεση.

Επανάσταση της γλώσσας

Η ελληνική συνυπάρχει με πολλές γλώσσες.

Επανάσταση της γνώσης

Η ποίηση εισάγει επιστήμη, μαθηματικά και κοινωνιολογία.

Επανάσταση της ιστορίας

Ο Όμηρος, ο Πλάτων, ο Σοφοκλής, ο Μακρυγιάννης και ο σύγχρονος άνθρωπος υπάρχουν στον ίδιο χρόνο.

Επανάσταση της αφήγησης

Το ποίημα χρησιμοποιεί μικροδιηγήσεις και κινηματογραφικά cuts.

Επανάσταση του ποιητικού υλικού

Ακόμη και ένας τύπος ή ένας βιβλιογραφικός κατάλογος μπορεί να γίνει ποιητικό αντικείμενο.


Η βαθύτερη ανάγνωση


Θα έλεγα ότι το ποίημα του χνκουβελη δεν προσπαθεί κυρίως να περιγράψει τον κόσμο.

Προσπαθεί να δείξει πώς ο κόσμος κατασκευάζεται μέσα στη συνείδηση.

Γι' αυτό ξεκινά με τον αρχιτέκτονα.

Ο κόσμος είναι αρχιτεκτονική.

Η κοινωνία είναι αρχιτεκτονική.

Η σκέψη είναι αρχιτεκτονική.

Η γλώσσα είναι αρχιτεκτονική.

Και τελικά:

η ποίηση είναι η αρχιτεκτονική όλων αυτών των αρχιτεκτονικών.

Όμως ο ποιητής δεν χτίζει ένα τέλειο οικοδόμημα.

Χτίζει ένα οικοδόμημα με ρωγμές.

Μέσα στις ρωγμές μπαίνουν:

η βροχή,

η λεμονιά,

το φιλί,

ο Αχιλλέας,

ο Οδυσσέας,

ο Ζήνων,

ο Πλάτων,

η Ρώμη,

η γυναίκα,

ο άντρας,

το κοχύλι,

το θεώρημα,

η κοινωνία,

ο καπιταλισμός,

οι ξένες γλώσσες.

Και ακριβώς αυτές οι ρωγμές κάνουν το οικοδόμημα ζωντανό.


Επομένως:

Το «ΠΟΙΗΣΗ η΄ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ» είναι ένα είδος ποιητικού υπερκειμένου πριν ακόμη ολοκληρωθεί η ανάγνωσή του: δεν ζητά από τον αναγνώστη να ακολουθήσει έναν δρόμο, αλλά να κινηθεί ανάμεσα σε ετερογενή θραύσματα και να δημιουργήσει ο ίδιος τις συνδέσεις.

Η δύναμη του βρίσκεται στο ότι δεν προσπαθεί να κρύψει την ετερογένειά του. Την κάνει αισθητική αρχή.

Και η κεντρική του εξίσωση θα μπορούσε να διατυπωθεί έτσι:

Ποίηση = Αρχιτεκτονική + Χάος + Μνήμη + Γνώση + Σώμα + Γλώσσα + Παράδοξο.

Ή, ακόμη πιο απλά:

ο ποιητής είναι ο αρχιτέκτονας που κατασκευάζει ένα κτίριο μέσα στο οποίο η ίδια η τάξη επαναστατεί εναντίον του εαυτού της.

.

.

 .

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ χνκουβέλης cncouvelis -Ο κ. Κ. συναντά τον Αλεξάντρ Ζακόμπ ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
χνκουβέλης cncouvelis
-Ο  κ. Κ. συναντά τον Αλεξάντρ Ζακόμπ
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




χνκουβελης cncouvelis

Ο κ. Κ. συναντά τον Αλεξάντρ Ζακόμπ


και

Η Δικη του Αλεξαντρ Ζακομπ

κατά το Σύγχρονο Θετικό Ποινικό Δίκαιο και το Φυσικό Δικαιο


 ο Αλεξάντρ Μάριους Ζακόμπ (1879–1954),γνωστός ως αναρχικός 'παράνομος' και αρχηγός των Travailleurs de la nuit (Εργατών της Νύχτας).


ο κ.Κ έπινε καφέ και περιμενε.

ξαφνικά άκουσε μια φωνή πίσω του:

-ειστε ο κ.Κ ;

γύρισε και είδε ένα άντρα.

-ειμαι ο Αλεξάντρ Ζακομπ,είπε.

-καθίστε,είπε ο κ.Κ.

ο άντρας χαμογέλασε.

-εξαρτάται.αν είστε αστυνομικός,

-όχι.ειμαι συγγραφέας,είπε ο κ.Κ.

-ακόμη χειρότερα.

-γιατί;

- οι συγγραφείς κάνουν περισσότερες ερωτήσεις από τους αστυνομικούς.

ο Ζακομπ κάθισε απέναντί του.

-ας αρχίσουμε την συνέντευξη.

κύριε Ζακόμπ,ποιος ειστε;

-αυτό είναι το πρόβλημα,απάντησε ο Ζακομπ 

οι άνθρωποι θέλουν πάντα να σε βάλουν σε μία ταξη.κατηγορια,θέση. κλέφτης.αναρχικός. εγκληματίας.επαναστάτης. ηρωας.

-και σεις ποια ταξη προτιμάτε;

-καμία.

-γιατί;

-επειδή μια ταξη είναι ένα  κελί.

-σας αποκαλούν:Εργάτη της Νύχτας.σας αρεσει;

-ναι,περισσότερο από το 'εγκληματίας'.

-πιστεύατε,είπε κ.Κ,ότι η κλοπή μπορει να είναι πολιτική πράξη;

ο Ζακόμπ κοίταξε έξω από το παράθυρο.

-οταν ένας άνθρωπος έχει περισσότερα απ' όσα χρειάζεται και ένας άλλος δεν έχει ούτε ψωμί,τότε η κοινωνία έχει ήδη διαπράξει την πρώτη κλοπή.

-αυτό όμως δικαιολογεί τον κλέφτη;

-οχι.

-υπαρχει όμως κίνδυνος να γίνει η κλοπη μια άλλη μορφή απληστίας.

ο Ζακόμπ χαμογέλασε.

-αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.

-τον φοβαστε;

-κάθε μέρα.

-και πώς τον αντιμετωπίζετε;

-δεν κρατω ποτέ για μένα αυτό που δεν χρειαζομαι.

-σκοτώσατε ποτέ;

το πρόσωπο του σοβαρευτηκε.

δεν απάντησε αμεσως.

-δεν θελω να σκοτώνω.

ο άνθρωπος δεν είναι χρηματοκιβώτιο.

σιωπή.

-το χρηματοκιβώτιο μπορείς να το ανοίξεις,είπε. 

τον άνθρωπο δεν πρέπει να τον ανοίξεις με μια σφαίρα.

-σας συγκρινουν με τον Αρσέν Λουπέν.

ο Ζακόμπ γέλασε δυνατά.

-ο Λουπέν! φοράει ωραίο κοστούμι,έχει καλούς τρόπους και κλέβει με χάρη.

-κι εσείς;

-εγώ εχω πάντα λιγότερα χρήματα για κοστούμια.

-ειστε όμως πραγματικός,είπε ο κ.Κ.

-οι μυθιστορηματικοί ομως κλέφτες,απαντήσει ο.Κ,είναι πολύ πιο ευχάριστοι από τους πραγματικούς.

-και ποια είναι η διαφορά;

-ο μυθιστορηματικός κλέφτης επιστρέφει πάντα στο τέλος.ενα φάντασμα.

-και ο πραγματικός;

- πραγματικός συναντά την αστυνομία.

-και μετά;

-μετά συναντά τον δικαστή.

-περάσατε χρόνια στη φυλακή και στο κάτεργο.

τι σας έμαθε αυτό;

ο Ζακόμπ ήπιε από τον καφέ του.

-οτι το κράτος έχει πολύ χρόνο.και ο άνθρωπος πολύ λίγο.

-τι φοβόσασταν περισσότερο στη φυλακή;

-να συνηθίσω.τα καγγελα.

κοίταξε έξω.

-και το χειρότερο,συνέχισε,είναι να πάψεις να τα βλέπεις.

-πιστεύετε ακόμη στην επανάσταση;

ο Ζακόμπ χαμογέλασε ειρωνικά.

-οι επαναστάσεις είναι σαν τα τρένα.ολοι μιλούν γι' αυτά, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε θα περάσουν από τον σταθμό του.

-εσείς περιμένατε το τρένο;

-οχι.

-τι θα θέλατε σήμερα πιο πολύ να κλέψετε;

-τον χρόνο.

ο Ζακόμπ κοίταξε τον κ. Κ. 

-από αυτούς που μας τον πουλάνε.

θα έκλεβα ωρες από κάθε άνθρωπο που δουλεύει δώδεκα ώρες για να αγοράσει μια ζωή που δεν προλαβαίνει να ζήσει.

ο κ. Κ. χαμογέλασε.

-αυτό δεν είναι κλοπή.ειναι επανάσταση.

-οχι,όμως οπωσδήποτε μαρξιστική,απάντησε ο Ζακομπ και κοίταξε το ρολόι του.

-ο χρόνος είναι χρήμα,είπε.

και το χρήμα είναι ένας περίεργος θεός.

ολοι προσεύχονται σ'αυτον.

-εσείς;

-εγώ όχι.προτιμω το ψωμί.

-και η ελευθερία;

-η ελευθερία είναι μια πόρτα που πρέπει να ανοίξεις μόνος σου.

-κι αν είναι κλειδωμένη;

-τότε πρέπει να μάθεις να φτιάχνεις τα κλειδιά της.

εξω νύχτωνε.

-κύριε Ζακόμπ, ειστε ευτυχισμένος;

έξω είχε αρχίσει να βρεχει.

-οχι πάντα.

-αν μπορούσατε να ξαναζήσετε τη ζωή σας,θα κάνατε τα ίδια;τον ρώτησε ο κ.Κ.

ο Ζακόμπ χαμογέλασε.

-οχι.θα έκανα άλλα λάθη.τα ίδια λάθη τα γνωρίζω ήδη.

-τι θα λέγατε σε έναν νέο άνθρωπο που αισθάνεται ότι ο κόσμος είναι άδικος;

σηκώθηκε.

-να μην περιμένει από τον κόσμο να γίνει δίκαιος.

τι να κάνει λοιπόν;

να μην γίνει ο ίδιος άδικος.

ο κ. Κ. τον κοίταξε.

-αυτό είναι όλο;

-οχι.

-τι άλλο;

-να βοηθήσει έναν άνθρωπο.

και μετά άλλον έναν.

βγήκαν από το καφέ,ο κ.Κ τον συνόδευσε στο δρόμο.

-κύριε Ζακόμπ,ποιο είναι τελικά το μεγαλύτερο έγκλημα;

ο Ζακόμπ στάθηκε.

-να συνηθίσεις την αδικία τόσο πολύ, ώστε να τη θεωρείς φυσιολογική.

συνέχισε το δρόμο.

-και το μεγαλύτερο έγκλημα του κλέφτη;

-να κλέψει και να ξεχάσει γιατί έκλεψε.

-και το μεγαλύτερο έγκλημα του πλούσιου;

-να νομίζει ότι όλα όσα έχει είναι δικά του.

η βροχή δυνάμωσε.

-ειμαι ένας άνθρωπος που ξέρει να ανοίγει πόρτες που τις κλειδώνουν,

εδω σας αφήνω,είπε ο Ζακομπ.

και ο κ.Κ τον είδε να χάνεται μέσα στη νύχτα.

.

.

.

Η Δικη του Αλεξαντρ Ζακομπ

κατά το Σύγχρονο Θετικό Ποινικό Δίκαιο και το Φυσικό Δικαιο


Το σύγχρονο θετικό ποινικό δίκαιο δεν θα δίκαζε τον Ζακόμπ για το ότι είναι αναρχικός,ούτε θα δεχόταν ως δικαιολογία την κοινωνική αδικία.

Θα δίκαζε συγκεκριμένες πράξεις,με βάση την αρχή της νομιμότητας,την υπαιτιότητα, την απόδειξη και την εξατομίκευση της ποινής. Παράλληλα,το φυσικό δίκαιο θα έθετε ένα βαθύτερο ερώτημα: 

γιατί δεσμεύει ο νόμος τη συνείδηση του ανθρώπου και πότε ένας θετικός νόμος είναι δίκαιος;


Η αφετηρία: το θετικό ποινικό δίκαιο


Το βασικό αξίωμα είναι η αρχή:

nullum crimen, nulla poena sine lege:

(κανένα έγκλημα και καμία ποινή χωρίς προηγούμενο νόμο.)

Ο Ποινικοος Κώδικας προβλέπει ότι κανείς δεν μπορεί να τιμωρηθεί για έγκλημα η' πλημμέλημα του οποίου τα στοιχεία δεν καθορίζονται από τον νόμο ούτε να του επιβληθεί ποινή που δεν προβλέπεται από τον νόμο.

Αυτό έχει τεράστια σημασία για τον Ζακόμπ.

Ο δικαστής δεν μπορεί να πει:

-Ο Ζακόμπ είναι κοινωνικά επικίνδυνος, άρα θα τον τιμωρήσω.-

Πρέπει να αποδείξει:

ποια συγκεκριμένη πράξη έκανε,

ποια διάταξη την απαγορεύει,

ποια υποκειμενικά στοιχεία απαιτούνται,

ποια ποινή προβλέπει ο νόμος.


Το πρώτο αδίκημα: η κλοπή


Ο  Ποινικός Κώδικας ορίζει την κλοπή ως δόλια αφαίρεση ξένου πράγματος.

Άρα η υπεράσπιση του Ζακόμπ δεν μπορεί να είναι:

-Ο πλούσιος είχε περισσότερα από όσα χρειαζόταν.-

Αυτό δεν εξαφανίζει την ιδιοκτησία.

Ούτε:

-Η κοινωνία διέπραξε πρώτη κλοπή.-

αποτελεί αυτομάτως νομικό λόγο άρσης του αδίκου.

Ο δικαστής θα ρωτήσει:

Ήταν πράγμα άλλου;

Αφαιρέθηκε χωρίς συναίνεση;

Υπήρχε δόλος;

Ποιος το έκανε;

Υπάρχουν αποδείξεις;

Εάν η απάντηση είναι καταφατική, υπάρχει κλοπή.

Στο σημερινό δίκαιο η απλή κλοπή τιμωρείται κατ' αρχήν με έως τρία χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 45.000 ευρώ.


Όταν όμως ο Ζακόμπ δρα με άλλους


Εδώ η υπόθεση γίνεται πολύ σοβαρότερη.

Το σύγχρονο δίκαιο διακρίνει τις διάφορες μορφές οργανωμένης ή ομαδικής δράσης.

Για παράδειγμα, κλοπή από περισσότερα πρόσωπα χωρίς να συγκροτούν bande organisée μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρότερη ποινική μεταχείριση. 

Για οργανωμένη συμμορία οι ποινές αυξάνονται δραστικά.

Άρα ο Ζακόμπ δεν θα δικαζόταν απλώς ως:

-ο άνθρωπος που έκλεψε-.

Θα εξεταζόταν:

-ποιος ήταν ο ρόλος του στην οργάνωση;-

Και εδώ εμφανίζεται η αρχή της προσωπικής ευθύνης.

Δεν αρκεί:

-ήταν αρχηγός των Εργατών της Νύχτας.-

Πρέπει να αποδειχθεί τι ακριβώς έκανε ο ίδιος.


Η αρχή της προσωπικής ενοχής


Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες διαφορές ανάμεσα στο κράτος δικαίου και σε ένα αυταρχικό σύστημα.

Δεν υπάρχει:

culpa per associationem

δηλαδή ενοχή επειδή κάποιος ανήκει σε μια ομάδα.

Το γεγονός ότι κάποιος είναι αναρχικός η' μέλος μιας ομάδας δεν αποδεικνύει από μόνο του συγκεκριμένη κλοπή ή συγκεκριμένη βίαιη πράξη.

Και αυτό ταιριάζει πολύ με τον Ζακόμπ.

Όταν λέει:

-οι άνθρωποι θέλουν πάντα να σε βάλουν σε μία κατηγορία-

στην πραγματικότητα αγγίζει ένα θεμελιώδες ζήτημα του ποινικού δικαίου:

δεν δικάζεται η ταυτότητα· δικάζεται η πράξη.


Η αρχή της αυστηρής ερμηνείας


Ο Ποινικος Κώδικας λέει:

La loi pénale est d'interprétation stricte.

Δηλαδή η ποινική διάταξη ερμηνεύεται αυστηρά.

Αυτό θα ήταν πολύ σημαντικό στη δίκη του Ζακόμπ.

Ο δικαστής δεν μπορεί να επεκτείνει αυθαίρετα μια ποινική διάταξη επειδή θεωρεί τον κατηγορούμενο επικίνδυνο.

Η αρχή είναι:

ό,τι δεν έχει ποινικοποιηθεί σαφώς, δεν μπορεί να τιμωρηθεί ως έγκλημα.


Η πολιτική ιδεολογία του Ζακόμπ


Εδώ το θετικό δίκαιο συναντά την ελευθερία της σκέψης.

Ο Ζακόμπ μπορεί να λέει:

-Η ιδιοκτησία είναι άδικη.-

-Ο καπιταλισμός παράγει ανισότητα.-

-Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει.-

-Πιστεύω στην αναρχία.-

Αυτές οι απόψεις δεν είναι από μόνες τους ποινικες.

Ο δικαστής δεν μπορεί να τον καταδικάσει επειδή έχει συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία.

Μπορεί όμως να τον καταδικάσει εάν αποδειχθεί ότι:

η πολιτική ιδέα μετατράπηκε σε συγκεκριμένη εγκληματική πράξη.

Αυτή είναι η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή:

ιδέα → προστατευόμενη

εγκληματική πράξη → τιμωρητέα


Και εδώ μπαίνει το φυσικό δίκαιο


Το φυσικό δίκαιο ξεκινά από διαφορετική αφετηρία.

Δεν ρωτά μόνο:

,-Τι λέει ο νόμος;-

Ρωτά:

-Είναι δίκαιος αυτός ο νόμος;-

Αυτό είναι το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα.

Στον Αριστοτέλη υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στο φυσικό δίκαιο και στο νομικό/θετό δίκαιο.

Αργότερα, στον Θωμά Ακινάτη, ο νόμος συνδέεται με την ορθή λογική και το κοινό αγαθό.

Στον νεότερο φυσικοδικαιικό στοχασμό,ιδιαίτερα στον Locke,εμφανίζεται ισχυρά η ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει δικαιώματα που δεν δημιουργεί το κράτος.

Έτσι ο Ζακόμπ θα μπορούσε να υποστηρίξει φιλοσοφικά:

-Ο νόμος μπορεί να είναι νόμιμος χωρίς να είναι δίκαιος.-

Αλλά εδώ υπάρχει η μεγάλη δυσκολία:

αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθένας αποκτά δικαίωμα να παραβιάζει τον νόμο κατά βούληση.


Το φυσικό δίκαιο δεν σημαίνει 'κάνω ό,τι θεωρώ δίκαιο'


Αυτό είναι θεμελιώδες.

Αν ο Ζακόμπ πει:

-Η κοινωνία είναι άδικη, επομένως μπορώ να κλέβω.-

το φυσικό δίκαιο δεν του δίνει αυτομάτως δίκιο.

Γιατί υπάρχει και το φυσικό δικαίωμα του θύματος:

να μην του αφαιρείται αυθαίρετα η περιουσία του.

Άρα έχουμε σύγκρουση δύο αξιών:

κοινωνική δικαιοσύνη

εναντίον

ατομικής ιδιοκτησίας και προσωπικής ασφάλειας.

Και αυτό κάνει τον χαρακτήρα του πολύ ενδιαφέροντα.


Το μεγάλο παράδοξο του Ζακόμπ


Ο Ζακόμπ μπορεί να πει:

-Ο πλούσιος δεν έχει ηθικό δικαίωμα να θεωρεί όλα όσα έχει αποκτήσει απολύτως δικά του.-

Ο δικαστής μπορεί να απαντήσει:

-Μπορεί να έχεις πολιτικό επιχείρημα. Δεν έχεις όμως δικαίωμα να αφαιρείς μόνος σου την περιουσία του.-

Και εδώ βρίσκεται η σύγκρουση:

Θετικό δίκαιο

Η περιουσία προστατεύεται επειδή ο νόμος την προστατεύει.

Φυσικό δίκαιο

Η ιδιοκτησία μπορεί να θεωρηθεί φυσικό δικαίωμα — αλλά και αυτή υπόκειται σε ηθικούς περιορισμούς και στο κοινό αγαθό.

Ζακόμπ:

Η ιδιοκτησία χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να μετατραπεί σε μορφή εξουσίας.

Κανένα από τα τρία δεν εξαντλεί το πρόβλημα.


Η βία είναι πολύ δυσκολότερη περίπτωση


Αν ο Ζακόμπ χρησιμοποιούσε όπλο η' ασκούσε βία,το επιχείρημα της κοινωνικής αδικίας θα γινόταν ακόμη πιο αδύναμο.

Στο σύγχρονο δίκαιο οι ένοπλες η' βίαιες μορφές κλοπής αντιμετωπίζονται πολύ αυστηρότερα. Για παράδειγμα, η οργανωμένη κλοπή με χρήση η: απειλή όπλου μπορεί να φτάσει σε εξαιρετικά βαριές ποινές.

Για τον φυσικοδικαιικό στοχασμό, επίσης, υπάρχει ένα ισχυρό όριο:

η ανθρώπινη ζωή και σωματική ακεραιότητα έχουν μεγαλύτερη ηθική βαρύτητα από την περιουσία.

Γι' αυτό η φράση του Ζακόμπ:

-το χρηματοκιβώτιο μπορείς να το ανοίξεις. τον άνθρωπο δεν πρέπει να τον ανοίξεις με μια σφαίρα.-

είναι εξαιρετικά σημαντική.

Είναι σχεδόν μια φυσικοδικαιική αρχή μέσα στο στόμα ενός αναρχικού.


Η αρχή της αναλογικότητας


Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν λέει απλώς:

έγκλημα → ποινή.

Η ποινή πρέπει να είναι εξατομικευμένη.

Ο Ποινικού Κώδικας προβλέπει ότι κάθε ποινή πρέπει να εξατομικεύεται και ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις της πράξης,την προσωπικότητα του δράστη και την υλική, οικογενειακή και κοινωνική του κατάσταση.

Αυτό σημαίνει ότι ο σύγχρονος δικαστής θα μπορούσε να λάβει υπόψη:

αν χρησιμοποίησε βία,

αν τραυματίστηκε κάποιος,

την αξία των κλοπιμαίων,

τον ρόλο του στην ομάδα,

την προηγούμενη συμπεριφορά,

την αποκατάσταση της ζημίας,

τον κίνδυνο υποτροπής,

την προσωπικότητά του.

Δεν θα έλεγε απλώς:

-Είσαι κλέφτης.Άρα η μέγιστη ποινή.-


Η ακριβής ιστορική διάσταση


Εδώ χρειάζεται μια σημαντική προσοχή.

Ο πραγματικός Ζακόμπ έδρασε στις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν θα μπορούσε να δικαστεί σήμερα με τον σημερινό Ποινικό Κώδικα για πράξεις που έγιναν τότε.

Η αρχή της μη αναδρομικότητας είναι θεμελιώδης: το ποινικό δικαιο ορίζει ότι τιμωρούνται οι πράξεις που αποτελούσαν αδίκημα κατά τον χρόνο που τελέστηκαν.

Επομένως έχουμε δύο διαφορετικά πειράματα:

Ιστορική δίκη του Ζακόμπ → το δίκαιο της εποχής του.

Υποθετική σύγχρονη δίκη → το σημερινό ποινικό δίκαιο.

Το δεύτερο είναι αυτό που εξετάζουμε εδώ.


Και τελικά: ποιος έχει δίκιο, ο νόμος η' ο Ζακόμπ;


Ο θετικιστής δικαστής θα μπορούσε να πει:

-Δεν με ενδιαφέρει αν θεωρείς τον νόμο δίκαιο. Με ενδιαφέρει αν τον παραβίασες.-

Ο φυσικοδικαιικός φιλόσοφος θα ρωτούσε:

-Και αν ο νόμος είναι άδικος;-

Ο Ζακόμπ θα απαντούσε:

-Τότε πρέπει να τον αλλάξεις.-

Ο δικαστής:

-Όχι να τον παραβιάσεις;-

Ο Ζακόμπ:

Μερικές φορές η ιστορία αλλάζει μόνο όταν κάποιος παραβιάζει έναν νόμο που θεωρεί άδικο.-

Και ο δικαστής θα μπορούσε να του απαντήσει:

-Αυτό μπορεί να εξηγεί έναν άνθρωπο. Δεν τον αθωώνει.-

Αυτή είναι η καρδιά της δίκης του Ζακόμπ.

Το θετικό ποινικό δίκαιο τον ρωτά:

Τι έκανες;

Το φυσικό δίκαιο:

Ήταν δίκαιο αυτό που έκανες;

Η πολιτική φιλοσοφία:

Ήταν δίκαιη η κοινωνία εναντίον της οποίας έδρασες;


Και τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος παραβιάζει έναν άδικο κόσμο χωρίς να θέλει να γίνει ο ίδιος άδικος;

Και εδώ ο Ζακόμπ αποκτά την πιο ενδιαφέρουσα μορφή του: δεν είναι ο άνθρωπος που λέει 'ο νόμος δεν με αφορά'. Είναι ο άνθρωπος που αναγκάζει τον νόμο να εξηγήσει γιατί είναι δίκαιος.

.

.

.


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2026

Continuo -cncouvelis

 .

.

Continuo

-cncouvelis


https://www.facebook.com/share/v/19PRC67AwQ/

.

.

Continuo -cncouvelis

 .

.

Continuo

-cncouvelis

music Karlheinz Stockhausen Kontakte


https://www.facebook.com/share/v/1DfRdefapr/

.

.


Magritte's Bird -cncouvelis

 .

.

Magritte's Bird

-cncouvelis

music John Cage


ένιωσε ότι κάτι πέρασε μπροστά από το πρόσωπό του.

Κάτι λευκό.


Ένα πουλί ηταν.



https://www.facebook.com/share/v/1GLtDcuVjJ/

.

.

Yayoi Kusama Polca Doting -cncouvelis

 

.

.

Yayoi Kusama Polca Doting

-cncouvelis


music Karlheinz Stockhausen Kontakte

https://www.facebook.com/share/v/193E45LbkB/

.

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ χνκουβέλης cncouvelis -Η Υπόθεση του συγγραφέα στο Μιλάνο (Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese) ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
χνκουβέλης cncouvelis
-Η  Υπόθεση του συγγραφέα στο Μιλάνο

(Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese)

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




χνκουβελης cncouvelis

Η Υπόθεση του συγγραφέα στο Μιλάνο


(Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese)


Η βροχή γλιστράει πάνω στο Duomo.

Η νύχτα,απόψε,σκέφτηκε,

θα είναι μεγαλύτερη και πιο σκοτεινή.

Εκείνο το βράδυ βγήκε από το ξενοδοχείο  του στη via Brera στις 22:17.

Από τότε κανείς δεν τον ξαναείδε.

Ηταν πενήντα δύο ετών και είχε γράψει 5 βιβλία.

Το πέμπτο τον έκανε γνωστό.

Ένας φόνος στο Τορίνο τον μεσοπολεμο. 

Οι ανθρωποι καταφεύγουν στη δολοφονία για να εξαφανισουν τις ενοχές τους.

Στο Μιλάνο είχε έρθει πριν πέντε μέρες.

Στη γυναίκα του και στον εκδότη είπε αόριστα:ότι πάει να τελειώσει κάτι.

Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου βρέθηκε ένα χειρόγραφο.

Έγραφε:

στις 22:17 βγήκα από το ξενοδοχείο και είδα έναν άνδρα να με περιμένει απέναντι.

Στην έρευνα της αστυνομίας μια σερβιτόρα σε ένα καφέ στη via Brera θυμόνταν τον συγγραφέα,είχε καθήσει μόνος του στο τραπέζι,έδειξε το τραπέζι,ήπιε φρέντο καπουτσίνο.

-Συνεχεια κοιτούσε προς την πόρτα,ειπε η κοπέλα,μου έκανε εντύπωση η εμμονή του.

Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν:

Στις 22:17 ο συγγραφεας βγήκε από το ξενοδοχείο.

Στις 22:41 μπήκε στο καφέ.

Στις 22:48 σηκώθηκε.

Στις 22:49 ξαναμπήκε.

Στις 22:51 ξαναβγήκε.

Στις 22:57 εμφανίστηκε στην Piazza del Duomo.

Ο εκδότης είπε,ότι αν και είναι παράξενο,εξωπραγματικό,υπάρχει στη σελίδα 157 τού τελευταίου μυθιστορήματος του μια περιγραφή:

Ένας άνδρας περπατούσε νύχτα στο Μιλάνο και έφτανε σε έναν εγκαταλειμμένο κινηματογράφο.

Το Cinema Aurora.

Το Cinema Aurora είχε εγκατελειφθει το 1978.

Πήγαν εκεί.

Μπήκαν στην αίθουσα,

άνοιξαν έναν προβολέα,τα καθίσματα υπήρχαν,και η οθόνη.


Εκείνος στάθηκε τη μέση της

Piazza del Duomo.

Μετά μπήκε μέσα στον καθεδρικό ναό.

.

.

.


The Case of the Writer in Milan


The rain slides over the Duomo.

Tonight, he thought,

the night will be longer and darker.

That evening, he left his hotel on Via Brera at 22:17.

From that moment on, no one ever saw him again.

He was fifty-two years old and had written five books.

The fifth had made him famous.

A Murder in Turin in the Interwar Years.

People resort to murder to make their guilt disappear.

He had arrived in Milan five days earlier.

To his wife and his publisher, he had said vaguely that he was going there to finish something.

A manuscript was found in his hotel room.

It read:

“At 22:17 I left the hotel and saw a man waiting for me across the street.”

During the police investigation, a waitress at a café on Via Brera remembered the writer. He had sat alone at a table.

She pointed to the table.

He drank a freddo cappuccino.

“He kept looking toward the door,” the young woman said. “His obsession with it struck me as strange.”

The security cameras recorded:

At 22:17, the writer left the hotel.

At 22:41, he entered the café.

At 22:48, he stood up.

At 22:49, he entered again.

At 22:51, he left again.

At 22:57, he appeared in Piazza del Duomo.

The publisher said that, strange and almost unreal as it might seem, there was a description on page 157 of his latest novel:

A man was walking through Milan at night and arrived at an abandoned cinema.

The Cinema Aurora.

The Cinema Aurora had been abandoned in 1978.

They went there.

They entered the auditorium.

They switched on a projector.

The seats were still there.

And the screen.


He stood in the middle of Piazza del Duomo.

Then he entered the cathedral.

.

.

.


L’Affaire de l’écrivain à Milan


La pluie glisse sur le Duomo.

Cette nuit, pensa-t-il,

sera plus longue et plus sombre.

Ce soir-là, il quitta son hôtel, via Brera, à 22 h 17.

À partir de cet instant, plus personne ne le revit.

Il avait cinquante-deux ans et avait écrit cinq livres.

Le cinquième l’avait rendu célèbre.

Un meurtre à Turin pendant l’entre-deux-guerres.

Les hommes ont recours au meurtre pour faire disparaître leurs culpabilités.

Il était arrivé à Milan cinq jours auparavant.

À sa femme et à son éditeur, il avait dit vaguement qu’il allait terminer quelque chose.

Dans sa chambre d’hôtel, on trouva un manuscrit.

Il disait :

« À 22 h 17, je suis sorti de l’hôtel et j’ai vu un homme qui m’attendait de l’autre côté de la rue. »

Au cours de l’enquête, une serveuse d’un café de la via Brera se souvenait de l’écrivain. Il s’était assis seul à une table.

Elle montra la table.

Il avait commandé un freddo cappuccino.

« Il n’arrêtait pas de regarder vers la porte, dit la jeune femme. Son obsession m’avait frappée. »

Les caméras de surveillance enregistrèrent :

À 22 h 17, l’écrivain sortit de l’hôtel.

À 22 h 41, il entra dans le café.

À 22 h 48, il se leva.

À 22 h 49, il entra de nouveau.

À 22 h 51, il ressortit.

À 22 h 57, il apparut sur la Piazza del Duomo.

L’éditeur déclara que, aussi étrange et irréel que cela puisse paraître, une description figurait à la page 157 de son dernier roman :

Un homme marchait la nuit dans Milan et arrivait devant un cinéma abandonné.

Le Cinema Aurora.

Le Cinema Aurora avait été abandonné en 1978.

Ils y allèrent.

Ils entrèrent dans la salle.

Ils allumèrent un projecteur.

Les sièges étaient encore là.

Et l’écran. 


Il se tenait au milieu de la Piazza del Duomo.

Puis il entra dans la cathédrale.

.

.

.

Der Fall des Schriftstellers in Milano


Der Regen gleitet über den Dom.

Heute Nacht, dachte er,

wird die Nacht länger und dunkler sein.

An jenem Abend verließ er um 22:17 Uhr sein Hotel in der Via Brera.

Von diesem Augenblick an sah ihn niemand mehr.

Er war zweiundfünfzig Jahre alt und hatte fünf Bücher geschrieben.

Das fünfte hatte ihn berühmt gemacht.

Ein Mord in Turin in der Zwischenkriegszeit.

Die Menschen greifen zum Mord, um ihre Schuld verschwinden zu lassen.

Er war fünf Tage zuvor nach Milano  gekommen.

Seiner Frau und seinem Verleger hatte er vage gesagt, dass er etwas zu Ende bringen wolle.

In seinem Hotelzimmer wurde ein Manuskript gefunden.

Darin stand:

„Um 22:17 Uhr verließ ich das Hotel und sah einen Mann, der mir gegenüber auf mich wartete.“

Bei den Ermittlungen erinnerte sich eine Kellnerin in einem Café in der Via Brera an den Schriftsteller. Er hatte allein an einem Tisch gesessen.

Sie zeigte auf den Tisch.

Er hatte einen Freddo Cappuccino getrunken.

„Er sah ständig zur Tür“, sagte die junge Frau. „Seine Besessenheit davon fiel mir auf.“

Die Überwachungskameras zeichneten Folgendes auf:

Um 22:17 Uhr verließ der Schriftsteller das Hotel.

Um 22:41 Uhr betrat er das Café.

Um 22:48 Uhr stand er auf.

Um 22:49 Uhr betrat er es erneut.

Um 22:51 Uhr verließ er es wieder.

Um 22:57 Uhr erschien er auf der Piazza del Duomo.

Der Verleger sagte, dass sich – so seltsam und unwirklich es auch klingen mochte – auf Seite 157 seines letzten Romans eine Beschreibung befand:

Ein Mann ging nachts durch Mailand und gelangte zu einem verlassenen Kino.

Das Cinema Aurora.

Das Cinema Aurora war 1978 aufgegeben worden.

Sie gingen dorthin.

Sie betraten den Kinosaal.

Sie schalteten einen Projektor ein.

Die Sitze waren noch da.

Und die Leinwand.


Er stand mitten auf der Piazza del Duomo.

Dann betrat er den Dom.

.

.

.

Il caso dello scrittore a Milano


La pioggia scivola sul Duomo.

Questa notte, pensò,

sarà più lunga e più buia.

Quella sera uscì dal suo albergo in via Brera alle 22:17.

Da quel momento, nessuno lo vide più.

Aveva cinquantadue anni e aveva scritto cinque libri.

Il quinto lo aveva reso famoso.

Un omicidio a Torino nel periodo tra le due gue

rre.

Gli uomini ricorrono all’omicidio per far scomparire le proprie colpe.

Era arrivato a Milano cinque giorni prima.

Alla moglie e all’editore aveva detto vagamente che sarebbe andato a finire qualcosa.

Nella sua camera d’albergo fu trovato un manoscritto.

C’era scritto:

«Alle 22:17 sono uscito dall’albergo e ho visto un uomo che mi aspettava dall’altra parte della strada.»

Durante le indagini della polizia, una cameriera di un caffè in via Brera ricordò lo scrittore. Si era seduto da solo a un tavolo.

Indicò il tavolo.

Aveva bevuto un freddo cappuccino.

«Continuava a guardare verso la porta», disse la ragazza. «Mi aveva colpito la sua ossessione.»

Le telecamere di sicurezza registrarono:

Alle 22:17 lo scrittore uscì dall’albergo.

Alle 22:41 entrò nel caffè.

Alle 22:48 si alzò.

Alle 22:49 rientrò.

Alle 22:51 uscì di nuovo.

Alle 22:57 apparve in Piazza del Duomo.

L’editore disse che, per quanto strano e irreale potesse sembrare, a pagina 157 del suo ultimo romanzo c’era una descrizione:

Un uomo camminava di notte per Milano e arrivava davanti a un cinema abbandonato.

Il Cinema Aurora.

Il Cinema Aurora era stato abbandonato nel 1978.

Andarono là.

Entrarono nella sala.

Accesero un proiettore.

Le poltrone erano ancora lì.

E lo schermo.


Lui si fermò al centro di Piazza del Duomo.

Poi entrò nel Duomo.

.

.

.

El caso del escritor en Milán


La lluvia resbala sobre el Duomo.

Esta noche, pensó,

será más larga y más oscura.

Aquella noche salió de su hotel, en la via Brera, a las 22:17.

Desde ese momento, nadie volvió a verlo.

Tenía cincuenta y dos años y había escrito cinco libros.

El quinto lo había hecho famoso.

Un asesinato en Turín durante el período de entreguerras.

Los hombres recurren al asesinato para hacer desaparecer sus culpas.

Había llegado a Milán cinco días antes.

A su mujer y a su editor les había dicho vagamente que iba a terminar algo.

En su habitación del hotel encontraron un manuscrito.

Decía:

«A las 22:17 salí del hotel y vi a un hombre que me esperaba al otro lado de la calle.»

Durante la investigación policial, una camarera de un café de la via Brera recordó al escritor. Se había sentado solo en una mesa.

Señaló la mesa.

Había tomado un freddo cappuccino.

«No dejaba de mirar hacia la puerta —dijo la joven—. Me llamó la atención su obsesión.»

Las cámaras de seguridad registraron:

A las 22:17, el escritor salió del hotel.

A las 22:41, entró en el café.

A las 22:48, se levantó.

A las 22:49, volvió a entrar.

A las 22:51, salió de nuevo.

A las 22:57, apareció en la Piazza del Duomo.

El editor dijo que, aunque resultaba extraño, casi irreal, en la página 157 de su última novela había una descripción:

Un hombre caminaba de noche por Milán y llegaba a un cine abandonado.

El Cinema Aurora.

El Cinema Aurora había sido abandonado en 1978.

Fueron allí.

Entraron en la sala.

Encendieron un proyector.

Las butacas seguían allí.

Y la pantalla.


Él se quedó de pie en el centro de la Piazza del Duomo.

Después entró en la catedral.

.

.

.


O caso do escritor em Milão


A chuva escorrega sobre o Duomo.

Esta noite, pensou,

será mais longa e mais escura.

Naquela noite, saiu do seu hotel, na via Brera, às 22h17.

A partir daquele momento, ninguém mais o viu.

Tinha cinquenta e dois anos e havia escrito cinco livros.

O quinto tornara-o famoso.

Um assassinato em Turim no período entre as duas guerras.

Os homens recorrem ao assassinato para fazer desaparecer as suas culpas.

Ele tinha chegado a Milão cinco dias antes.

À mulher e ao editor, dissera vagamente que ia terminar alguma coisa.

No seu quarto de hotel foi encontrado um manuscrito.

Dizia:

«Às 22h17 saí do hotel e vi um homem que me esperava do outro lado da rua.»

Durante a investigação policial, uma empregada de mesa de um café na via Brera recordou-se do escritor. Ele tinha-se sentado sozinho a uma mesa.

Ela apontou para a mesa.

Tinha bebido um freddo cappuccino.

«Estava sempre a olhar para a porta — disse a jovem. — Chamou-me a atenção a sua obsessão.»

As câmaras de segurança registaram:

Às 22h17, o escritor saiu do hotel.

Às 22h41, entrou no café.

Às 22h48, levantou-se.

Às 22h49, voltou a entrar.

Às 22h51, saiu novamente.

Às 22h57, apareceu na Piazza del Duomo.

O editor disse que, embora parecesse estranho, quase irreal, na página 157 do seu último romance havia uma descrição:

Um homem caminhava à noite por Milão e chegava a um cinema abandonado.

O Cinema Aurora.

O Cinema Aurora tinha sido abandonado em 1978.

Foram até lá.

Entraram na sala.

Ligaram um projetor.

As cadeiras ainda estavam lá.

E o ecrã.


Ele ficou parado no centro da Piazza del Duomo.

Depois entrou na catedral.

.

.

.

Σάββατο 29 Αυγούστου 2026

Kandinsky -cncouvelis music John Cage

 .

.

Kandinsky 

-cncouvelis 

music John Cage 

https://www.facebook.com/share/v/19gik7fpKE/

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ χνκουβέλης cncouvelis - Η Αλίκη μεσα στις ατελείωτες κουκκίδες της Yayoi Kusama ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
χνκουβέλης cncouvelis
- Η Αλίκη μεσα στις ατελείωτες κουκκίδες της Yayoi Kusama
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




χνκουβέλης cncouvelis

Η Αλίκη μεσα στις ατελείωτες κουκκίδες της Yayoi Kusama


(Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese)


Η Αλίκη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και κοιτούσε το είδωλο της.

-Δεν είσαι και πολύ ενδιαφέρουσα σήμερα,είπε στον εαυτό της.

-Ωραία,είπε κι άπλωσε το χερι της,αν και δεν είναι φυσιολογικό,αλλά μήπως είναι η ζωή,

Κι αγγίζοντας την επιφάνεια του καθρέφτη πέρασε μέσα του από την αλλη πλευρά.

Βρέθηκε σε έναν τεράστιο χώρο,οι τοίχοι,το πάτωμα και η οροφή ήταν γεμάτοι κόκκινες,κίτρινες και μαύρες κουκκίδες.Μερικές ήταν μικρές μόλις μπορούσες να να τις δεις.Άλλες τεράστιες,

-Εισαι μέσα στο άπειρο,άκουσε μια φωνή.

Είδε μια γυναίκα με γιαπωνέζικα χαρακτηριστικά, με κόκκινη περούκα και ρούχο γεμάτο λευκές βουλες.

-Καλως ήρθες,είπε η γυναίκα,είμαι η Yayoi Kusama.

Η Αλίκη κοίταξε.

Σε ένα καθρέφτη είδε να χτενιζεται,σε άλλον κοιμόνταν,σε άλλον έτρωγε μια γαλαζια τούρτα με κίτρινες βούλες.

-Ποια από όλες είμαι εγώ;ρώτησε.

-Εξαρταται ποια θέλεις να είσαι,απάντησε η Yayoi Kasuma.

-Αυτος ο κόσμος,αναφώνησε με ενθουσιασμό,είναι πολυ ενδιαφέρων.

Προχώρησε στο χώρο.

Ολες οι κουκκίδες άρχισαν να μετακινούνται,η τεράστια αίθουσα μεταμορφώθηκε σε έναν λαβύρινθο.

-Για να βγεις,βρες την κουκκίδα που δεν υπάρχει.

Άκουσε μια φωνή πίσω της.Γύρισε να δει.

Της μίλησε ο Λαγός με λευκό κοστούμι  με μαυρα πουά που τον κρατούσε στην αγκαλιά της η Yayoi Kusama.

 -Αυτό είναι αδύνατο,είπε η Αλίκη

-Καθόλου,απάντησε ο λαγός.

-Πού είναι;αφού δεν υπάρχει,είπε,αρα;

-Αρα αν υπήρχε,είπε ο Λαγός, δεν θα ήταν αυτή που δεν υπάρχει.

-Άρα;

-Άρα ψάχνεις κάτι που δεν μπορείς να βρεις.

-Αρα;

-Τότε θα μείνεις εδώ.

-Για πάντα;

-Εδω το 'για παντα' είπε η Yayoi Kusama,

 διαρκεί ακριβώς 7  λεπτά.

-Και μετά;

-Μετά αρχίζει ξανά.

-Ξέρεις τουλάχιστον πού είναι η έξοδος;

-Βεβαίως.

-Πού;

-Εκεί που δεν θα την βρεις ποτέ.

-Τότε,λογικά,ας μην ψάξω,

είπε η Αλίκη και προχώρησε στο χώρο.

-Αρα,τοτε,τής φώναξε ο λαγός,δεν θα βγεις ποτε.

Βρέθηκε σε ένα χώρο που είχε μονο  κόκκινες κουκκίδες.

Προχώρησε μέσα στις άπειρες κόκκινες κουκκίδες.

Είδε μια να είναι λευκή.

Στάθηκε.

-Αυτη είναι η απουσία μιας κουκκίδας,άκουσε μια φωνή.

Γύρισε και είδε την Yayoi Kusama πίσω της,ορθια μπροστά από μια τεράστια κίτρινη πουά κολοκύθα,με κοκκινο πουά μακρύ φόρεμα.

-Ειναι μια τρύπα,και πρέπει τώρα να επιστρέψεις,

της είπε η Yayoi Kusama σοβαρα.

Η Αλίκη κοίταξε τα χέρια της,

το αριστερό  ήταν γεμάτο μικρές κίτρινες κουκκίδες.

κοίταξε το δεξί.

Και αυτό είχε πορτοκαλι κουκκίδες.

Τα φώτα άρχισαν να χαμηλώνουν,.

Οι χιλιάδες κουκκίδες στο χώρο εξαφανίσθηκαν.

Ενώ περνούσε μέσα από τον καθρεφτη άκουσε τη φωνή του λαγού.

-Ξεχασες τη τούρτα.Γύρνα πίσω!

Ήταν πάλι στο δωμάτιό της,

μπροστά στον καθρέφτη.

Κοίταξε το είδωλο της.

Η αντανάκλασης της άπλωσε το δεξί χέρι.

Στη παλάμη υπήρχε μια μικρή κίτρινη κουκκίδα.

.

.


Alice Among Yayoi Kusama’s Endless Dots


Alice stood in front of the mirror and looked at her reflection.

“You’re not very interesting today,” she said to herself.

“Fine,” she said, and stretched out her hand. “Although it isn’t normal… but then, what is life?”

And as she touched the surface of the mirror, she passed through it to the other side.

She found herself in an enormous space. The walls, the floor, and the ceiling were covered with red, yellow, and black dots. Some were tiny, barely visible. Others were enormous.

“You are inside infinity,” a voice said.

She saw a woman with Japanese features, wearing a red wig and a garment covered with white dots.

“Welcome,” said the woman. “I’m Yayoi Kusama.”

Alice looked around.

In one mirror she saw herself combing her hair; in another, she was sleeping; in yet another, she was eating a blue cake covered with yellow dots.

“Which one of all these am I?” she asked.

“That depends on which one you want to be,” Yayoi Kusama replied.

“This world,” Alice exclaimed excitedly, “is very interesting!”

She moved farther into the space.

All the dots began to move, and the enormous hall transformed into a labyrinth.

“To get out, find the dot that doesn’t exist.”

She heard a voice behind her. She turned around.

It was the Rabbit, dressed in a white suit with black polka dots, held in Yayoi Kusama’s arms.

“That’s impossible,” Alice said.

“Not at all,” the Rabbit replied.

“Where is it? Since it doesn’t exist, where could it be?”

“Exactly. If it existed,” said the Rabbit, “it wouldn’t be the one that doesn’t exist.”

“So?”

“So you are looking for something you cannot find.”

“So?”

“Then you’ll stay here.”

“For ever?”

“Here,” said Yayoi Kusama, “ ‘forever’ lasts exactly seven minutes.”

“And then?”

“Then it starts all over again.”

“Do you at least know where the exit is?”

“Of course.”

“Where?”

“Where you will never find it.”

“Then, logically, I shouldn’t look for it,” Alice said, and continued walking through the space.

“Then you’ll never get out!” the Rabbit shouted after her.

She found herself in a room containing nothing but red dots.

She walked among the endless red dots.

Then she saw one that was white.

She stopped.

“That is the absence of a dot,” she heard a voice say.

She turned and saw Yayoi Kusama standing behind her, in front of an enormous yellow polka-dot pumpkin, wearing a long red dress covered with polka dots.

“It is a hole, and now you must return,” Yayoi Kusama told her seriously.

Alice looked at her hands.

Her left hand was covered with tiny yellow dots.

She looked at her right.

That one, too, was covered with orange dots.

The lights began to dim.

The thousands of dots in the room disappeared.

As she passed through the mirror, she heard the Rabbit’s voice:

“You forgot the cake. Come back!”

She was back in her room, standing in front of the mirror.

She looked at her reflection.

Her reflection stretched out its right hand.

In the palm of its hand was a tiny yellow dot.

. . .

.

Alice au milieu des points infinis de Yayoi Kusama


Alice se tenait devant le miroir et regardait son reflet.

« Tu n’es pas très intéressante aujourd’hui », se dit-elle.

« Très bien », dit-elle en tendant la main. « Même si ce n’est pas normal… mais après tout, qu’est-ce qui est normal dans la vie ? »

Et, en touchant la surface du miroir, elle passa à travers et se retrouva de l’autre côté.

Elle se retrouva dans un espace immense. Les murs, le sol et le plafond étaient couverts de points rouges, jaunes et noirs. Certains étaient minuscules, à peine visibles. D’autres étaient gigantesques.

« Tu es à l’intérieur de l’infini », entendit-elle dire.

Elle aperçut une femme aux traits japonais, portant une perruque rouge et un vêtement couvert de pois blancs.

« Bienvenue », dit la femme. « Je suis Yayoi Kusama. »

Alice regarda autour d’elle.

Dans un miroir, elle se vit en train de se coiffer ; dans un autre, elle dormait ; dans un troisième, elle mangeait un gâteau bleu couvert de pois jaunes.

« Laquelle de toutes ces femmes suis-je ? » demanda-t-elle.

« Cela dépend de celle que tu veux être », répondit Yayoi Kusama.

« Ce monde », s’exclama Alice avec enthousiasme, « est vraiment très intéressant ! »

Elle avança dans l’espace.

Tous les points commencèrent à se déplacer, et l’immense salle se transforma en un labyrinthe.

« Pour sortir, trouve le point qui n’existe pas. »

Elle entendit une voix derrière elle. Elle se retourna.

C’était le Lapin, vêtu d’un costume blanc à pois noirs, que Yayoi Kusama tenait dans ses bras.

« C’est impossible », dit Alice.

« Pas du tout », répondit le Lapin.

« Où est-il ? Puisqu’il n’existe pas, où peut-il être ? »

« Justement. S’il existait », dit le Lapin, « ce ne serait pas celui qui n’existe pas. »

« Alors ? »

« Alors tu cherches quelque chose que tu ne peux pas trouver. »

« Alors ? »

« Alors tu resteras ici. »

« Pour toujours ? »

« Ici », dit Yayoi Kusama, « le “pour toujours” dure exactement sept minutes. »

« Et après ? »

« Après, ça recommence. »

« Tu sais au moins où se trouve la sortie ? »

« Bien sûr. »

« Où ? »

« Là où tu ne la trouveras jamais. »

« Alors, logiquement, je ne devrais pas la chercher », dit Alice en continuant d’avancer dans l’espace.

« Alors tu ne sortiras jamais ! » lui cria le Lapin.

Elle se retrouva dans un espace qui ne contenait que des points rouges.

Elle avança parmi les points rouges infinis.

Elle en vit un qui était blanc.

Elle s’arrêta.

« C’est l’absence d’un point », entendit-elle dire.

Elle se retourna et vit Yayoi Kusama debout derrière elle, devant une immense citrouille jaune à pois, vêtue d’une longue robe rouge à pois.

« C’est un trou, et maintenant tu dois revenir », lui dit sérieusement Yayoi Kusama.

Alice regarda ses mains.

Sa main gauche était couverte de petits points jaunes.

Elle regarda sa main droite.

Celle-ci aussi était couverte de points orange.

Les lumières commencèrent à s’éteindre.

Les milliers de points de la pièce disparurent.

Alors qu’elle traversait le miroir, elle entendit la voix du Lapin :

« Tu as oublié le gâteau. Reviens ! »

Elle se retrouva de nouveau dans sa chambre, devant le miroir.

Elle regarda son reflet.

Son reflet tendit la main droite.

Dans sa paume, il y avait un petit point jaune.

. . .

.

Alice zwischen den endlosen Punkten von Yayoi Kusama


Alice stand vor dem Spiegel und betrachtete ihr Spiegelbild.

„Du bist heute nicht besonders interessant“, sagte sie zu sich selbst.

„Na gut“, sagte sie und streckte ihre Hand aus. „Auch wenn das nicht normal ist … aber was ist schon das Leben?“

Und als sie die Oberfläche des Spiegels berührte, ging sie durch ihn hindurch auf die andere Seite.

Sie fand sich in einem riesigen Raum wieder. Die Wände, der Boden und die Decke waren mit roten, gelben und schwarzen Punkten bedeckt. Manche waren winzig, kaum sichtbar. Andere waren riesengroß.

„Du bist im Unendlichen“, hörte sie eine Stimme sagen.

Sie sah eine Frau mit japanischen Gesichtszügen, einer roten Perücke und einem Kleidungsstück voller weißer Punkte.

„Willkommen“, sagte die Frau. „Ich bin Yayoi Kusama.“

Alice sah sich um.

In einem Spiegel sah sie sich beim Kämmen, in einem anderen schlief sie, in einem dritten aß sie einen blauen Kuchen mit gelben Punkten.

„Welche von all diesen bin ich?“, fragte sie.

„Das hängt davon ab, welche du sein möchtest“, antwortete Yayoi Kusama.

„Diese Welt“, rief Alice begeistert, „ist wirklich sehr interessant!“

Sie ging weiter durch den Raum.

Alle Punkte begannen sich zu bewegen, und der riesige Saal verwandelte sich in ein Labyrinth.

„Um hinauszukommen, musst du den Punkt finden, den es nicht gibt.“

Sie hörte hinter sich eine Stimme. Sie drehte sich um.

Es war der Hase in einem weißen Anzug mit schwarzen Punkten, den Yayoi Kusama in ihren Armen hielt.

„Das ist unmöglich“, sagte Alice.

„Überhaupt nicht“, antwortete der Hase.

„Wo ist er? Wenn es ihn nicht gibt, wo soll er dann sein?“

„Eben. Wenn es ihn gäbe“, sagte der Hase, „wäre er nicht derjenige, den es nicht gibt.“

„Also?“

„Also suchst du nach etwas, das du nicht finden kannst.“

„Also?“

„Dann wirst du hierbleiben.“

„Für immer?“

„Hier“, sagte Yayoi Kusama, „dauert das ‚Für immer‘ genau sieben Minuten.“

„Und danach?“

„Danach beginnt alles wieder von vorn.“

„Weißt du wenigstens, wo der Ausgang ist?“

„Natürlich.“

„Wo?“

„Dort, wo du ihn niemals finden wirst.“

„Dann sollte ich ihn logischerweise gar nicht suchen“, sagte Alice und ging weiter durch den Raum.

„Dann wirst du niemals hinauskommen!“, rief ihr der Hase hinterher.

Sie fand sich in einem Raum wieder, in dem es nur rote Punkte gab.

Sie ging zwischen den unzähligen roten Punkten hindurch.

Dann sah sie einen, der weiß war.

Sie blieb stehen.

„Das ist die Abwesenheit eines Punktes“, hörte sie eine Stimme sagen.

Sie drehte sich um und sah Yayoi Kusama hinter sich stehen, vor einem riesigen gelben Kürbis mit Punkten. Sie trug ein langes rotes Kleid mit schwarzen Punkten.

„Es ist ein Loch, und jetzt musst du zurück“, sagte Yayoi Kusama ernst.

Alice sah auf ihre Hände.

Ihre linke Hand war mit kleinen gelben Punkten bedeckt.

Sie betrachtete ihre rechte Hand.

Auch sie war mit orangefarbenen Punkten bedeckt.

Die Lichter begannen schwächer zu werden.

Die Tausenden von Punkten im Raum verschwanden.

Während sie durch den Spiegel zurückging, hörte sie die Stimme des Hasen:

„Du hast den Kuchen vergessen. Komm zurück!“

Sie war wieder in ihrem Zimmer, vor dem Spiegel.

Sie betrachtete ihr Spiegelbild.

Ihr Spiegelbild streckte die rechte Hand aus.

In der Handfläche befand sich ein kleiner gelber Punkt.

. . .

.

Alice tra gli infiniti puntini di Yayoi Kusama


Alice era in piedi davanti allo specchio e guardava la propria immagine riflessa.

«Oggi non sei poi così interessante», disse a se stessa.

«Va bene», disse, allungando la mano. «Anche se non è normale… ma, in fondo, che cos’è la vita?»

E, toccando la superficie dello specchio, la attraversò e passò dall’altra parte.

Si ritrovò in uno spazio enorme. Le pareti, il pavimento e il soffitto erano ricoperti di puntini rossi, gialli e neri. Alcuni erano minuscoli, appena visibili. Altri erano giganteschi.

«Sei dentro l’infinito», udì una voce.

Vide una donna dai tratti giapponesi, con una parrucca rossa e un abito ricoperto di pois bianchi.

«Benvenuta», disse la donna. «Sono Yayoi Kusama.»

Alice guardò intorno a sé.

In uno specchio si vide mentre si pettinava; in un altro dormiva; in un altro ancora mangiava una torta azzurra ricoperta di pois gialli.

«Quale di tutte sono io?» domandò.

«Dipende da quale vuoi essere», rispose Yayoi Kusama.

«Questo mondo», esclamò Alice con entusiasmo, «è davvero molto interessante!»

Proseguì nello spazio.

Tutti i puntini cominciarono a muoversi e l’enorme sala si trasformò in un labirinto.

«Per uscire, trova il puntino che non esiste.»

Udì una voce alle sue spalle. Si voltò.

Era il Coniglio, vestito con un completo bianco a pois neri, che Yayoi Kusama teneva tra le braccia.

«È impossibile», disse Alice.

«Niente affatto», rispose il Coniglio.

«Dov’è? Se non esiste, dove può essere?»

«Appunto. Se esistesse», disse il Coniglio, «non sarebbe quello che non esiste.»

«Quindi?»

«Quindi stai cercando qualcosa che non puoi trovare.»

«Quindi?»

«Allora resterai qui.»

«Per sempre?»

«Qui», disse Yayoi Kusama, «il “per sempre” dura esattamente sette minuti.»

«E dopo?»

«Dopo ricomincia tutto da capo.»

«Sai almeno dov’è l’uscita?»

«Certamente.»

«Dove?»

«Là dove non la troverai mai.»

«Allora, logicamente, non dovrei cercarla», disse Alice, continuando ad avanzare nello spazio.

«Allora non uscirai mai!», le gridò il Coniglio.

Si ritrovò in uno spazio dove c’erano soltanto puntini rossi.

Camminò in mezzo agli infiniti puntini rossi.

Ne vide uno bianco.

Si fermò.

«Questa è l’assenza di un puntino», udì una voce.

Si voltò e vide Yayoi Kusama dietro di lei, in piedi davanti a un’enorme zucca gialla a pois, con indosso un lungo vestito rosso a pois.

«È un buco, e adesso devi tornare indietro», le disse seriamente Yayoi Kusama.

Alice guardò le proprie mani.

La mano sinistra era ricoperta di piccoli puntini gialli.

Guardò la destra.

Anche quella aveva dei puntini arancioni.

Le luci cominciarono ad affievolirsi.

Le migliaia di puntini nello spazio scomparvero.

Mentre attraversava lo specchio, sentì la voce del Coniglio:

«Hai dimenticato la torta. Torna indietro!»

Era di nuovo nella sua stanza, davanti allo specchio.

Guardò la propria immagine riflessa.

La sua immagine riflessa allungò la mano destra.

Sul palmo c’era un piccolo puntino giallo.

. . .

.

Alicia entre los infinitos puntos de Yayoi Kusama


Alicia estaba de pie frente al espejo y contemplaba su reflejo.

—Hoy no eres muy interesante —se dijo a sí misma.

—Está bien —dijo, y extendió la mano—. Aunque no sea normal… pero, al fin y al cabo, ¿qué es la vida?

Y, al tocar la superficie del espejo, atravesó su superficie y pasó al otro lado.

Se encontró en un espacio enorme. Las paredes, el suelo y el techo estaban cubiertos de puntos rojos, amarillos y negros. Algunos eran diminutos, apenas podían verse. Otros eran enormes.

—Estás dentro del infinito —oyó decir a una voz.

Vio a una mujer de rasgos japoneses, con una peluca roja y una prenda cubierta de lunares blancos.

—Bienvenida —dijo la mujer—. Soy Yayoi Kusama.

Alicia miró a su alrededor.

En un espejo se vio peinándose; en otro estaba durmiendo; en otro comía una tarta azul cubierta de lunares amarillos.

—¿Cuál de todas soy yo? —preguntó.

—Depende de cuál quieras ser —respondió Yayoi Kusama.

—Este mundo —exclamó Alicia con entusiasmo— es muy interesante.

Avanzó por el espacio.

Todos los puntos comenzaron a moverse y la enorme sala se transformó en un laberinto.

—Para salir, encuentra el punto que no existe.

Oyó una voz detrás de ella. Se volvió para mirar.

Era el Conejo, vestido con un traje blanco de lunares negros, que Yayoi Kusama sostenía entre sus brazos.

—Eso es imposible —dijo Alicia.

—En absoluto —respondió el Conejo.

—¿Dónde está? Si no existe, ¿dónde puede estar?

—Precisamente. Si existiera —dijo el Conejo—, no sería el que no existe.

—¿Entonces?

—Entonces estás buscando algo que no puedes encontrar.

—¿Entonces?

—Entonces te quedarás aquí.

—¿Para siempre?

—Aquí —dijo Yayoi Kusama—, el «para siempre» dura exactamente siete minutos.

—¿Y después?

—Después vuelve a empezar.

—¿Sabes al menos dónde está la salida?

—Por supuesto.

—¿Dónde?

—Allí donde nunca la encontrarás.

—Entonces, lógicamente, no debería buscarla —dijo Alicia, y continuó avanzando por el espacio.

—¡Entonces nunca saldrás! —le gritó el Conejo.

Se encontró en un espacio que solo tenía puntos rojos.

Avanzó entre los infinitos puntos rojos.

Vio uno que era blanco.

Se detuvo.

—Esta es la ausencia de un punto —oyó decir a una voz.

Se volvió y vio a Yayoi Kusama detrás de ella, de pie frente a una enorme calabaza amarilla con lunares, vestida con un largo vestido rojo de lunares.

—Es un agujero, y ahora tienes que regresar —le dijo Yayoi Kusama seriamente.

Alicia miró sus manos.

La izquierda estaba cubierta de pequeños puntos amarillos.

Miró la derecha.

También tenía puntos naranjas.

Las luces comenzaron a apagarse.

Los miles de puntos del espacio desaparecieron.

Mientras atravesaba el espejo, oyó la voz del Conejo:

—¡Te has olvidado de la tarta! ¡Vuelve!

Ya estaba otra vez en su habitación, frente al espejo.

Miró su reflejo.

Su reflejo extendió la mano derecha.

En la palma había un pequeño punto amarillo.

. . .

.

Alice entre os pontos infinitos de Yayoi Kusama


Alice estava parada diante do espelho e olhava para o seu reflexo.

—Hoje você não é muito interessante —disse para si mesma.

—Está bem —disse, estendendo a mão—. Embora isso não seja normal… mas, afinal, o que é a vida?

E, ao tocar a superfície do espelho, atravessou-a e passou para o outro lado.

Encontrou-se num espaço enorme. As paredes, o chão e o teto estavam cobertos de pontos vermelhos, amarelos e pretos. Alguns eram minúsculos, mal se podiam ver. Outros eram enormes.

—Você está dentro do infinito —ouviu uma voz dizer.

Viu uma mulher de traços japoneses, com uma peruca vermelha e uma roupa coberta de bolinhas brancas.

—Bem-vinda —disse a mulher—. Eu sou Yayoi Kusama.

Alice olhou ao redor.

Num espelho viu-se penteando o cabelo; noutro, estava dormindo; noutro ainda, comia um bolo azul coberto de bolinhas amarelas.

—Qual de todas sou eu? —perguntou.

—Depende de qual você quer ser —respondeu Yayoi Kusama.

—Este mundo —exclamou Alice com entusiasmo— é muito interessante.

Ela avançou pelo espaço.

Todas as bolinhas começaram a se mover, e o enorme salão transformou-se num labirinto.

—Para sair, encontre a bolinha que não existe.

Ela ouviu uma voz atrás de si. Virou-se para olhar.

Era o Coelho, vestido com um terno branco de bolinhas pretas, que Yayoi Kusama segurava nos braços.

—Isso é impossível —disse Alice.

—De jeito nenhum —respondeu o Coelho.

—Onde está? Se ela não existe, onde pode estar?

—Exatamente. Se existisse —disse o Coelho—, não seria aquela que não existe.

—Então?

—Então você está procurando algo que não pode encontrar.

—Então?

—Então ficará aqui.

—Para sempre?

—Aqui —disse Yayoi Kusama—, o «para sempre» dura exatamente sete minutos.

—E depois?

—Depois começa tudo de novo.

—Você sabe pelo menos onde fica a saída?

—Claro.

—Onde?

—Lá onde você nunca a encontrará.

—Então, logicamente, é melhor não procurá-la —disse Alice, continuando a caminhar pelo espaço.

—Então você nunca sairá! —gritou o Coelho atrás dela.

Ela se encontrou num espaço onde havia apenas pontos vermelhos.

Caminhou entre os infinitos pontos vermelhos.

Viu um que era branco.

Parou.

—Esta é a ausência de um ponto —ouviu uma voz dizer.

Virou-se e viu Yayoi Kusama atrás dela, de pé diante de uma enorme abóbora amarela com bolinhas, usando um longo vestido vermelho de bolinhas.

—É um buraco, e agora você precisa voltar —disse Yayoi Kusama seriamente.

Alice olhou para as suas mãos.

A mão esquerda estava coberta de pequenos pontos amarelos.

Olhou para a direita.

Ela também tinha pontos cor de laranja.

As luzes começaram a diminuir.

Os milhares de pontos no espaço desapareceram.

Enquanto atravessava o espelho, ouviu a voz do Coelho:

—Você esqueceu o bolo. Volte!

Ela estava novamente no seu quarto, diante do espelho.

Olhou para o seu reflexo.

O reflexo estendeu a mão direita.

Na palma havia um pequeno ponto amarelo.

. . .

.

.

.

.

Χ-Litterature Λογοτεχνια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

 .

.

Χ-Litterature Λογοτεχνια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

.

.

 


φωτογράφιση

-χνκουβελης cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis 

Το σώμα και η επιφάνεια

(performance)


Σε έναν άδειο χώρο,με ξύλινο πάτωμα και χαμηλό φωτισμό, μια γυναίκα βρίσκεται πίσω από μια μεγάλη,λευκή, επιμήκη επιφάνεια.

Το σώμα της παραμένει μερικώς κρυμμένο.

Μόνο τα χέρια και τα πόδια εμφανίζονται γύρω από τις άκρες του αντικειμένου.

Η γυναίκα αρχίζει να κινεί αργά το ένα χέρι πάνω στο ξύλινο πάτωμα,τα δάχτυλα , σαν να αναζητούν κάτι. Σταματούν.Ξαναρχίζουν.

Το άλλο χέρι ακουμπά στην άκρη της λευκής επιφάνειας.

Σιωπή.

Έπειτα,με μια πολύ αργή κίνηση, το χέρι διατρέχει την επιφάνεια από τη μία άκρη στην άλλη.

Η περφόρμερ προσπαθεί να μετακινήσει την επιφάνεια.Δεν τα καταφέρνει.Ξαναπροσπαθεί. Η επιφανεια παραμένει ακίνητη.

Ύστερα αρχίζει μετακινείται για να 

κρυφθει πίσω της.

Για πεντε λεπτα εξαφανίζεται σχεδόν ολόκληρη.

Ύστερα αργά ένα πόδι γίνεται ορατο.

Ύστερα ένα χέρι.

Κινει τα δαχτυλα.

Σιωπή.

Ακούγονται βήματα.

Η τριβή του σώματος πάνω στην επιφάνεια.

Σιωπή.

Στο τέλος η γυναίκα βγαίνει αργά από πίσω από την επιφάνεια.

Σηκώνεται.

Σκοτάδι.

.

.

.




χνκουβέλης cncouvelis

Η Αλίκη μεσα στις ατελείωτες κουκκίδες της Yayoi Kusama


(Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese)


Η Αλίκη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και κοιτούσε το είδωλο της.

-Δεν είσαι και πολύ ενδιαφέρουσα σήμερα,είπε στον εαυτό της.

-Ωραία,είπε κι άπλωσε το χερι της,αν και δεν είναι φυσιολογικό,αλλά μήπως είναι η ζωή,

Κι αγγίζοντας την επιφάνεια του καθρέφτη πέρασε μέσα του από την αλλη πλευρά.

Βρέθηκε σε έναν τεράστιο χώρο,οι τοίχοι,το πάτωμα και η οροφή ήταν γεμάτοι κόκκινες,κίτρινες και μαύρες κουκκίδες.Μερικές ήταν μικρές μόλις μπορούσες να να τις δεις.Άλλες τεράστιες,

-Εισαι μέσα στο άπειρο,άκουσε μια φωνή.

Είδε μια γυναίκα με γιαπωνέζικα χαρακτηριστικά, με κόκκινη περούκα και ρούχο γεμάτο λευκές βουλες.

-Καλως ήρθες,είπε η γυναίκα,είμαι η Yayoi Kusama.

Η Αλίκη κοίταξε.

Σε ένα καθρέφτη είδε να χτενιζεται,σε άλλον κοιμόνταν,σε άλλον έτρωγε μια γαλαζια τούρτα με κίτρινες βούλες.

-Ποια από όλες είμαι εγώ;ρώτησε.

-Εξαρταται ποια θέλεις να είσαι,απάντησε η Yayoi Kasuma.

-Αυτος ο κόσμος,αναφώνησε με ενθουσιασμό,είναι πολυ ενδιαφέρων.

Προχώρησε στο χώρο.

Ολες οι κουκκίδες άρχισαν να μετακινούνται,η τεράστια αίθουσα μεταμορφώθηκε σε έναν λαβύρινθο.

-Για να βγεις,βρες την κουκκίδα που δεν υπάρχει.

Άκουσε μια φωνή πίσω της.Γύρισε να δει.

Της μίλησε ο Λαγός με λευκό κοστούμι  με μαυρα πουά που τον κρατούσε στην αγκαλιά της η Yayoi Kusama.

 -Αυτό είναι αδύνατο,είπε η Αλίκη

-Καθόλου,απάντησε ο λαγός.

-Πού είναι;αφού δεν υπάρχει,είπε,αρα;

-Αρα αν υπήρχε,είπε ο Λαγός, δεν θα ήταν αυτή που δεν υπάρχει.

-Άρα;

-Άρα ψάχνεις κάτι που δεν μπορείς να βρεις.

-Αρα;

-Τότε θα μείνεις εδώ.

-Για πάντα;

-Εδω το 'για παντα' είπε η Yayoi Kusama,

 διαρκεί ακριβώς 7  λεπτά.

-Και μετά;

-Μετά αρχίζει ξανά.

-Ξέρεις τουλάχιστον πού είναι η έξοδος;

-Βεβαίως.

-Πού;

-Εκεί που δεν θα την βρεις ποτέ.

-Τότε,λογικά,ας μην ψάξω,

είπε η Αλίκη και προχώρησε στο χώρο.

-Αρα,τοτε,τής φώναξε ο λαγός,δεν θα βγεις ποτε.

Βρέθηκε σε ένα χώρο που είχε μονο  κόκκινες κουκκίδες.

Προχώρησε μέσα στις άπειρες κόκκινες κουκκίδες.

Είδε μια να είναι λευκή.

Στάθηκε.

-Αυτη είναι η απουσία μιας κουκκίδας,άκουσε μια φωνή.

Γύρισε και είδε την Yayoi Kusama πίσω της,ορθια μπροστά από μια τεράστια κίτρινη πουά κολοκύθα,με κοκκινο πουά μακρύ φόρεμα.

-Ειναι μια τρύπα,και πρέπει τώρα να επιστρέψεις,

της είπε η Yayoi Kusama σοβαρα.

Η Αλίκη κοίταξε τα χέρια της,

το αριστερό  ήταν γεμάτο μικρές κίτρινες κουκκίδες.

κοίταξε το δεξί.

Και αυτό είχε πορτοκαλι κουκκίδες.

Τα φώτα άρχισαν να χαμηλώνουν,.

Οι χιλιάδες κουκκίδες στο χώρο εξαφανίσθηκαν.

Ενώ περνούσε μέσα από τον καθρεφτη άκουσε τη φωνή του λαγού.

-Ξεχασες τη τούρτα.Γύρνα πίσω!

Ήταν πάλι στο δωμάτιό της,

μπροστά στον καθρέφτη.

Κοίταξε το είδωλο της.

Η αντανάκλασης της άπλωσε το δεξί χέρι.

Στη παλάμη υπήρχε μια μικρή κίτρινη κουκκίδα.

.

.


Alice Among Yayoi Kusama’s Endless Dots


Alice stood in front of the mirror and looked at her reflection.

“You’re not very interesting today,” she said to herself.

“Fine,” she said, and stretched out her hand. “Although it isn’t normal… but then, what is life?”

And as she touched the surface of the mirror, she passed through it to the other side.

She found herself in an enormous space. The walls, the floor, and the ceiling were covered with red, yellow, and black dots. Some were tiny, barely visible. Others were enormous.

“You are inside infinity,” a voice said.

She saw a woman with Japanese features, wearing a red wig and a garment covered with white dots.

“Welcome,” said the woman. “I’m Yayoi Kusama.”

Alice looked around.

In one mirror she saw herself combing her hair; in another, she was sleeping; in yet another, she was eating a blue cake covered with yellow dots.

“Which one of all these am I?” she asked.

“That depends on which one you want to be,” Yayoi Kusama replied.

“This world,” Alice exclaimed excitedly, “is very interesting!”

She moved farther into the space.

All the dots began to move, and the enormous hall transformed into a labyrinth.

“To get out, find the dot that doesn’t exist.”

She heard a voice behind her. She turned around.

It was the Rabbit, dressed in a white suit with black polka dots, held in Yayoi Kusama’s arms.

“That’s impossible,” Alice said.

“Not at all,” the Rabbit replied.

“Where is it? Since it doesn’t exist, where could it be?”

“Exactly. If it existed,” said the Rabbit, “it wouldn’t be the one that doesn’t exist.”

“So?”

“So you are looking for something you cannot find.”

“So?”

“Then you’ll stay here.”

“For ever?”

“Here,” said Yayoi Kusama, “ ‘forever’ lasts exactly seven minutes.”

“And then?”

“Then it starts all over again.”

“Do you at least know where the exit is?”

“Of course.”

“Where?”

“Where you will never find it.”

“Then, logically, I shouldn’t look for it,” Alice said, and continued walking through the space.

“Then you’ll never get out!” the Rabbit shouted after her.

She found herself in a room containing nothing but red dots.

She walked among the endless red dots.

Then she saw one that was white.

She stopped.

“That is the absence of a dot,” she heard a voice say.

She turned and saw Yayoi Kusama standing behind her, in front of an enormous yellow polka-dot pumpkin, wearing a long red dress covered with polka dots.

“It is a hole, and now you must return,” Yayoi Kusama told her seriously.

Alice looked at her hands.

Her left hand was covered with tiny yellow dots.

She looked at her right.

That one, too, was covered with orange dots.

The lights began to dim.

The thousands of dots in the room disappeared.

As she passed through the mirror, she heard the Rabbit’s voice:

“You forgot the cake. Come back!”

She was back in her room, standing in front of the mirror.

She looked at her reflection.

Her reflection stretched out its right hand.

In the palm of its hand was a tiny yellow dot.

. . .

.

Alice au milieu des points infinis de Yayoi Kusama


Alice se tenait devant le miroir et regardait son reflet.

« Tu n’es pas très intéressante aujourd’hui », se dit-elle.

« Très bien », dit-elle en tendant la main. « Même si ce n’est pas normal… mais après tout, qu’est-ce qui est normal dans la vie ? »

Et, en touchant la surface du miroir, elle passa à travers et se retrouva de l’autre côté.

Elle se retrouva dans un espace immense. Les murs, le sol et le plafond étaient couverts de points rouges, jaunes et noirs. Certains étaient minuscules, à peine visibles. D’autres étaient gigantesques.

« Tu es à l’intérieur de l’infini », entendit-elle dire.

Elle aperçut une femme aux traits japonais, portant une perruque rouge et un vêtement couvert de pois blancs.

« Bienvenue », dit la femme. « Je suis Yayoi Kusama. »

Alice regarda autour d’elle.

Dans un miroir, elle se vit en train de se coiffer ; dans un autre, elle dormait ; dans un troisième, elle mangeait un gâteau bleu couvert de pois jaunes.

« Laquelle de toutes ces femmes suis-je ? » demanda-t-elle.

« Cela dépend de celle que tu veux être », répondit Yayoi Kusama.

« Ce monde », s’exclama Alice avec enthousiasme, « est vraiment très intéressant ! »

Elle avança dans l’espace.

Tous les points commencèrent à se déplacer, et l’immense salle se transforma en un labyrinthe.

« Pour sortir, trouve le point qui n’existe pas. »

Elle entendit une voix derrière elle. Elle se retourna.

C’était le Lapin, vêtu d’un costume blanc à pois noirs, que Yayoi Kusama tenait dans ses bras.

« C’est impossible », dit Alice.

« Pas du tout », répondit le Lapin.

« Où est-il ? Puisqu’il n’existe pas, où peut-il être ? »

« Justement. S’il existait », dit le Lapin, « ce ne serait pas celui qui n’existe pas. »

« Alors ? »

« Alors tu cherches quelque chose que tu ne peux pas trouver. »

« Alors ? »

« Alors tu resteras ici. »

« Pour toujours ? »

« Ici », dit Yayoi Kusama, « le “pour toujours” dure exactement sept minutes. »

« Et après ? »

« Après, ça recommence. »

« Tu sais au moins où se trouve la sortie ? »

« Bien sûr. »

« Où ? »

« Là où tu ne la trouveras jamais. »

« Alors, logiquement, je ne devrais pas la chercher », dit Alice en continuant d’avancer dans l’espace.

« Alors tu ne sortiras jamais ! » lui cria le Lapin.

Elle se retrouva dans un espace qui ne contenait que des points rouges.

Elle avança parmi les points rouges infinis.

Elle en vit un qui était blanc.

Elle s’arrêta.

« C’est l’absence d’un point », entendit-elle dire.

Elle se retourna et vit Yayoi Kusama debout derrière elle, devant une immense citrouille jaune à pois, vêtue d’une longue robe rouge à pois.

« C’est un trou, et maintenant tu dois revenir », lui dit sérieusement Yayoi Kusama.

Alice regarda ses mains.

Sa main gauche était couverte de petits points jaunes.

Elle regarda sa main droite.

Celle-ci aussi était couverte de points orange.

Les lumières commencèrent à s’éteindre.

Les milliers de points de la pièce disparurent.

Alors qu’elle traversait le miroir, elle entendit la voix du Lapin :

« Tu as oublié le gâteau. Reviens ! »

Elle se retrouva de nouveau dans sa chambre, devant le miroir.

Elle regarda son reflet.

Son reflet tendit la main droite.

Dans sa paume, il y avait un petit point jaune.

. . .

.

Alice zwischen den endlosen Punkten von Yayoi Kusama


Alice stand vor dem Spiegel und betrachtete ihr Spiegelbild.

„Du bist heute nicht besonders interessant“, sagte sie zu sich selbst.

„Na gut“, sagte sie und streckte ihre Hand aus. „Auch wenn das nicht normal ist … aber was ist schon das Leben?“

Und als sie die Oberfläche des Spiegels berührte, ging sie durch ihn hindurch auf die andere Seite.

Sie fand sich in einem riesigen Raum wieder. Die Wände, der Boden und die Decke waren mit roten, gelben und schwarzen Punkten bedeckt. Manche waren winzig, kaum sichtbar. Andere waren riesengroß.

„Du bist im Unendlichen“, hörte sie eine Stimme sagen.

Sie sah eine Frau mit japanischen Gesichtszügen, einer roten Perücke und einem Kleidungsstück voller weißer Punkte.

„Willkommen“, sagte die Frau. „Ich bin Yayoi Kusama.“

Alice sah sich um.

In einem Spiegel sah sie sich beim Kämmen, in einem anderen schlief sie, in einem dritten aß sie einen blauen Kuchen mit gelben Punkten.

„Welche von all diesen bin ich?“, fragte sie.

„Das hängt davon ab, welche du sein möchtest“, antwortete Yayoi Kusama.

„Diese Welt“, rief Alice begeistert, „ist wirklich sehr interessant!“

Sie ging weiter durch den Raum.

Alle Punkte begannen sich zu bewegen, und der riesige Saal verwandelte sich in ein Labyrinth.

„Um hinauszukommen, musst du den Punkt finden, den es nicht gibt.“

Sie hörte hinter sich eine Stimme. Sie drehte sich um.

Es war der Hase in einem weißen Anzug mit schwarzen Punkten, den Yayoi Kusama in ihren Armen hielt.

„Das ist unmöglich“, sagte Alice.

„Überhaupt nicht“, antwortete der Hase.

„Wo ist er? Wenn es ihn nicht gibt, wo soll er dann sein?“

„Eben. Wenn es ihn gäbe“, sagte der Hase, „wäre er nicht derjenige, den es nicht gibt.“

„Also?“

„Also suchst du nach etwas, das du nicht finden kannst.“

„Also?“

„Dann wirst du hierbleiben.“

„Für immer?“

„Hier“, sagte Yayoi Kusama, „dauert das ‚Für immer‘ genau sieben Minuten.“

„Und danach?“

„Danach beginnt alles wieder von vorn.“

„Weißt du wenigstens, wo der Ausgang ist?“

„Natürlich.“

„Wo?“

„Dort, wo du ihn niemals finden wirst.“

„Dann sollte ich ihn logischerweise gar nicht suchen“, sagte Alice und ging weiter durch den Raum.

„Dann wirst du niemals hinauskommen!“, rief ihr der Hase hinterher.

Sie fand sich in einem Raum wieder, in dem es nur rote Punkte gab.

Sie ging zwischen den unzähligen roten Punkten hindurch.

Dann sah sie einen, der weiß war.

Sie blieb stehen.

„Das ist die Abwesenheit eines Punktes“, hörte sie eine Stimme sagen.

Sie drehte sich um und sah Yayoi Kusama hinter sich stehen, vor einem riesigen gelben Kürbis mit Punkten. Sie trug ein langes rotes Kleid mit schwarzen Punkten.

„Es ist ein Loch, und jetzt musst du zurück“, sagte Yayoi Kusama ernst.

Alice sah auf ihre Hände.

Ihre linke Hand war mit kleinen gelben Punkten bedeckt.

Sie betrachtete ihre rechte Hand.

Auch sie war mit orangefarbenen Punkten bedeckt.

Die Lichter begannen schwächer zu werden.

Die Tausenden von Punkten im Raum verschwanden.

Während sie durch den Spiegel zurückging, hörte sie die Stimme des Hasen:

„Du hast den Kuchen vergessen. Komm zurück!“

Sie war wieder in ihrem Zimmer, vor dem Spiegel.

Sie betrachtete ihr Spiegelbild.

Ihr Spiegelbild streckte die rechte Hand aus.

In der Handfläche befand sich ein kleiner gelber Punkt.

. . .

.

Alice tra gli infiniti puntini di Yayoi Kusama


Alice era in piedi davanti allo specchio e guardava la propria immagine riflessa.

«Oggi non sei poi così interessante», disse a se stessa.

«Va bene», disse, allungando la mano. «Anche se non è normale… ma, in fondo, che cos’è la vita?»

E, toccando la superficie dello specchio, la attraversò e passò dall’altra parte.

Si ritrovò in uno spazio enorme. Le pareti, il pavimento e il soffitto erano ricoperti di puntini rossi, gialli e neri. Alcuni erano minuscoli, appena visibili. Altri erano giganteschi.

«Sei dentro l’infinito», udì una voce.

Vide una donna dai tratti giapponesi, con una parrucca rossa e un abito ricoperto di pois bianchi.

«Benvenuta», disse la donna. «Sono Yayoi Kusama.»

Alice guardò intorno a sé.

In uno specchio si vide mentre si pettinava; in un altro dormiva; in un altro ancora mangiava una torta azzurra ricoperta di pois gialli.

«Quale di tutte sono io?» domandò.

«Dipende da quale vuoi essere», rispose Yayoi Kusama.

«Questo mondo», esclamò Alice con entusiasmo, «è davvero molto interessante!»

Proseguì nello spazio.

Tutti i puntini cominciarono a muoversi e l’enorme sala si trasformò in un labirinto.

«Per uscire, trova il puntino che non esiste.»

Udì una voce alle sue spalle. Si voltò.

Era il Coniglio, vestito con un completo bianco a pois neri, che Yayoi Kusama teneva tra le braccia.

«È impossibile», disse Alice.

«Niente affatto», rispose il Coniglio.

«Dov’è? Se non esiste, dove può essere?»

«Appunto. Se esistesse», disse il Coniglio, «non sarebbe quello che non esiste.»

«Quindi?»

«Quindi stai cercando qualcosa che non puoi trovare.»

«Quindi?»

«Allora resterai qui.»

«Per sempre?»

«Qui», disse Yayoi Kusama, «il “per sempre” dura esattamente sette minuti.»

«E dopo?»

«Dopo ricomincia tutto da capo.»

«Sai almeno dov’è l’uscita?»

«Certamente.»

«Dove?»

«Là dove non la troverai mai.»

«Allora, logicamente, non dovrei cercarla», disse Alice, continuando ad avanzare nello spazio.

«Allora non uscirai mai!», le gridò il Coniglio.

Si ritrovò in uno spazio dove c’erano soltanto puntini rossi.

Camminò in mezzo agli infiniti puntini rossi.

Ne vide uno bianco.

Si fermò.

«Questa è l’assenza di un puntino», udì una voce.

Si voltò e vide Yayoi Kusama dietro di lei, in piedi davanti a un’enorme zucca gialla a pois, con indosso un lungo vestito rosso a pois.

«È un buco, e adesso devi tornare indietro», le disse seriamente Yayoi Kusama.

Alice guardò le proprie mani.

La mano sinistra era ricoperta di piccoli puntini gialli.

Guardò la destra.

Anche quella aveva dei puntini arancioni.

Le luci cominciarono ad affievolirsi.

Le migliaia di puntini nello spazio scomparvero.

Mentre attraversava lo specchio, sentì la voce del Coniglio:

«Hai dimenticato la torta. Torna indietro!»

Era di nuovo nella sua stanza, davanti allo specchio.

Guardò la propria immagine riflessa.

La sua immagine riflessa allungò la mano destra.

Sul palmo c’era un piccolo puntino giallo.

. . .

.

Alicia entre los infinitos puntos de Yayoi Kusama


Alicia estaba de pie frente al espejo y contemplaba su reflejo.

—Hoy no eres muy interesante —se dijo a sí misma.

—Está bien —dijo, y extendió la mano—. Aunque no sea normal… pero, al fin y al cabo, ¿qué es la vida?

Y, al tocar la superficie del espejo, atravesó su superficie y pasó al otro lado.

Se encontró en un espacio enorme. Las paredes, el suelo y el techo estaban cubiertos de puntos rojos, amarillos y negros. Algunos eran diminutos, apenas podían verse. Otros eran enormes.

—Estás dentro del infinito —oyó decir a una voz.

Vio a una mujer de rasgos japoneses, con una peluca roja y una prenda cubierta de lunares blancos.

—Bienvenida —dijo la mujer—. Soy Yayoi Kusama.

Alicia miró a su alrededor.

En un espejo se vio peinándose; en otro estaba durmiendo; en otro comía una tarta azul cubierta de lunares amarillos.

—¿Cuál de todas soy yo? —preguntó.

—Depende de cuál quieras ser —respondió Yayoi Kusama.

—Este mundo —exclamó Alicia con entusiasmo— es muy interesante.

Avanzó por el espacio.

Todos los puntos comenzaron a moverse y la enorme sala se transformó en un laberinto.

—Para salir, encuentra el punto que no existe.

Oyó una voz detrás de ella. Se volvió para mirar.

Era el Conejo, vestido con un traje blanco de lunares negros, que Yayoi Kusama sostenía entre sus brazos.

—Eso es imposible —dijo Alicia.

—En absoluto —respondió el Conejo.

—¿Dónde está? Si no existe, ¿dónde puede estar?

—Precisamente. Si existiera —dijo el Conejo—, no sería el que no existe.

—¿Entonces?

—Entonces estás buscando algo que no puedes encontrar.

—¿Entonces?

—Entonces te quedarás aquí.

—¿Para siempre?

—Aquí —dijo Yayoi Kusama—, el «para siempre» dura exactamente siete minutos.

—¿Y después?

—Después vuelve a empezar.

—¿Sabes al menos dónde está la salida?

—Por supuesto.

—¿Dónde?

—Allí donde nunca la encontrarás.

—Entonces, lógicamente, no debería buscarla —dijo Alicia, y continuó avanzando por el espacio.

—¡Entonces nunca saldrás! —le gritó el Conejo.

Se encontró en un espacio que solo tenía puntos rojos.

Avanzó entre los infinitos puntos rojos.

Vio uno que era blanco.

Se detuvo.

—Esta es la ausencia de un punto —oyó decir a una voz.

Se volvió y vio a Yayoi Kusama detrás de ella, de pie frente a una enorme calabaza amarilla con lunares, vestida con un largo vestido rojo de lunares.

—Es un agujero, y ahora tienes que regresar —le dijo Yayoi Kusama seriamente.

Alicia miró sus manos.

La izquierda estaba cubierta de pequeños puntos amarillos.

Miró la derecha.

También tenía puntos naranjas.

Las luces comenzaron a apagarse.

Los miles de puntos del espacio desaparecieron.

Mientras atravesaba el espejo, oyó la voz del Conejo:

—¡Te has olvidado de la tarta! ¡Vuelve!

Ya estaba otra vez en su habitación, frente al espejo.

Miró su reflejo.

Su reflejo extendió la mano derecha.

En la palma había un pequeño punto amarillo.

. . .

.

Alice entre os pontos infinitos de Yayoi Kusama


Alice estava parada diante do espelho e olhava para o seu reflexo.

—Hoje você não é muito interessante —disse para si mesma.

—Está bem —disse, estendendo a mão—. Embora isso não seja normal… mas, afinal, o que é a vida?

E, ao tocar a superfície do espelho, atravessou-a e passou para o outro lado.

Encontrou-se num espaço enorme. As paredes, o chão e o teto estavam cobertos de pontos vermelhos, amarelos e pretos. Alguns eram minúsculos, mal se podiam ver. Outros eram enormes.

—Você está dentro do infinito —ouviu uma voz dizer.

Viu uma mulher de traços japoneses, com uma peruca vermelha e uma roupa coberta de bolinhas brancas.

—Bem-vinda —disse a mulher—. Eu sou Yayoi Kusama.

Alice olhou ao redor.

Num espelho viu-se penteando o cabelo; noutro, estava dormindo; noutro ainda, comia um bolo azul coberto de bolinhas amarelas.

—Qual de todas sou eu? —perguntou.

—Depende de qual você quer ser —respondeu Yayoi Kusama.

—Este mundo —exclamou Alice com entusiasmo— é muito interessante.

Ela avançou pelo espaço.

Todas as bolinhas começaram a se mover, e o enorme salão transformou-se num labirinto.

—Para sair, encontre a bolinha que não existe.

Ela ouviu uma voz atrás de si. Virou-se para olhar.

Era o Coelho, vestido com um terno branco de bolinhas pretas, que Yayoi Kusama segurava nos braços.

—Isso é impossível —disse Alice.

—De jeito nenhum —respondeu o Coelho.

—Onde está? Se ela não existe, onde pode estar?

—Exatamente. Se existisse —disse o Coelho—, não seria aquela que não existe.

—Então?

—Então você está procurando algo que não pode encontrar.

—Então?

—Então ficará aqui.

—Para sempre?

—Aqui —disse Yayoi Kusama—, o «para sempre» dura exatamente sete minutos.

—E depois?

—Depois começa tudo de novo.

—Você sabe pelo menos onde fica a saída?

—Claro.

—Onde?

—Lá onde você nunca a encontrará.

—Então, logicamente, é melhor não procurá-la —disse Alice, continuando a caminhar pelo espaço.

—Então você nunca sairá! —gritou o Coelho atrás dela.

Ela se encontrou num espaço onde havia apenas pontos vermelhos.

Caminhou entre os infinitos pontos vermelhos.

Viu um que era branco.

Parou.

—Esta é a ausência de um ponto —ouviu uma voz dizer.

Virou-se e viu Yayoi Kusama atrás dela, de pé diante de uma enorme abóbora amarela com bolinhas, usando um longo vestido vermelho de bolinhas.

—É um buraco, e agora você precisa voltar —disse Yayoi Kusama seriamente.

Alice olhou para as suas mãos.

A mão esquerda estava coberta de pequenos pontos amarelos.

Olhou para a direita.

Ela também tinha pontos cor de laranja.

As luzes começaram a diminuir.

Os milhares de pontos no espaço desapareceram.

Enquanto atravessava o espelho, ouviu a voz do Coelho:

—Você esqueceu o bolo. Volte!

Ela estava novamente no seu quarto, diante do espelho.

Olhou para o seu reflexo.

O reflexo estendeu a mão direita.

Na palma havia um pequeno ponto amarelo.

. . .

.

.

.

.


χνκουβελης cncouvelis

Η Υπόθεση του συγγραφέα στο Μιλάνο


(Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese)


Η βροχή γλιστράει πάνω στο Duomo.

Η νύχτα,απόψε,σκέφτηκε,

θα είναι μεγαλύτερη και πιο σκοτεινή.

Εκείνο το βράδυ βγήκε από το ξενοδοχείο  του στη via Brera στις 22:17.

Από τότε κανείς δεν τον ξαναείδε.

Ηταν πενήντα δύο ετών και είχε γράψει 5 βιβλία.

Το πέμπτο τον έκανε γνωστό.

Ένας φόνος στο Τορίνο τον μεσοπολεμο. 

Οι ανθρωποι καταφεύγουν στη δολοφονία για να εξαφανισουν τις ενοχές τους.

Στο Μιλάνο είχε έρθει πριν πέντε μέρες.

Στη γυναίκα του και στον εκδότη είπε αόριστα:ότι πάει να τελειώσει κάτι.

Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου βρέθηκε ένα χειρόγραφο.

Έγραφε:

στις 22:17 βγήκα από το ξενοδοχείο και είδα έναν άνδρα να με περιμένει απέναντι.

Στην έρευνα της αστυνομίας μια σερβιτόρα σε ένα καφέ στη via Brera θυμόνταν τον συγγραφέα,είχε καθήσει μόνος του στο τραπέζι,έδειξε το τραπέζι,ήπιε φρέντο καπουτσίνο.

-Συνεχεια κοιτούσε προς την πόρτα,ειπε η κοπέλα,μου έκανε εντύπωση η εμμονή του.

Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν:

Στις 22:17 ο συγγραφεας βγήκε από το ξενοδοχείο.

Στις 22:41 μπήκε στο καφέ.

Στις 22:48 σηκώθηκε.

Στις 22:49 ξαναμπήκε.

Στις 22:51 ξαναβγήκε.

Στις 22:57 εμφανίστηκε στην Piazza del Duomo.

Ο εκδότης είπε,ότι αν και είναι παράξενο,εξωπραγματικό,υπάρχει στη σελίδα 157 τού τελευταίου μυθιστορήματος του μια περιγραφή:

Ένας άνδρας περπατούσε νύχτα στο Μιλάνο και έφτανε σε έναν εγκαταλειμμένο κινηματογράφο.

Το Cinema Aurora.

Το Cinema Aurora είχε εγκατελειφθει το 1978.

Πήγαν εκεί.

Μπήκαν στην αίθουσα,

άνοιξαν έναν προβολέα,τα καθίσματα υπήρχαν,και η οθόνη.


Εκείνος στάθηκε τη μέση της

Piazza del Duomo.

Μετά μπήκε μέσα στον καθεδρικό ναό.

.

.

.


The Case of the Writer in Milan


The rain slides over the Duomo.

Tonight, he thought,

the night will be longer and darker.

That evening, he left his hotel on Via Brera at 22:17.

From that moment on, no one ever saw him again.

He was fifty-two years old and had written five books.

The fifth had made him famous.

A Murder in Turin in the Interwar Years.

People resort to murder to make their guilt disappear.

He had arrived in Milan five days earlier.

To his wife and his publisher, he had said vaguely that he was going there to finish something.

A manuscript was found in his hotel room.

It read:

“At 22:17 I left the hotel and saw a man waiting for me across the street.”

During the police investigation, a waitress at a café on Via Brera remembered the writer. He had sat alone at a table.

She pointed to the table.

He drank a freddo cappuccino.

“He kept looking toward the door,” the young woman said. “His obsession with it struck me as strange.”

The security cameras recorded:

At 22:17, the writer left the hotel.

At 22:41, he entered the café.

At 22:48, he stood up.

At 22:49, he entered again.

At 22:51, he left again.

At 22:57, he appeared in Piazza del Duomo.

The publisher said that, strange and almost unreal as it might seem, there was a description on page 157 of his latest novel:

A man was walking through Milan at night and arrived at an abandoned cinema.

The Cinema Aurora.

The Cinema Aurora had been abandoned in 1978.

They went there.

They entered the auditorium.

They switched on a projector.

The seats were still there.

And the screen.


He stood in the middle of Piazza del Duomo.

Then he entered the cathedral.

.

.

.


L’Affaire de l’écrivain à Milan


La pluie glisse sur le Duomo.

Cette nuit, pensa-t-il,

sera plus longue et plus sombre.

Ce soir-là, il quitta son hôtel, via Brera, à 22 h 17.

À partir de cet instant, plus personne ne le revit.

Il avait cinquante-deux ans et avait écrit cinq livres.

Le cinquième l’avait rendu célèbre.

Un meurtre à Turin pendant l’entre-deux-guerres.

Les hommes ont recours au meurtre pour faire disparaître leurs culpabilités.

Il était arrivé à Milan cinq jours auparavant.

À sa femme et à son éditeur, il avait dit vaguement qu’il allait terminer quelque chose.

Dans sa chambre d’hôtel, on trouva un manuscrit.

Il disait :

« À 22 h 17, je suis sorti de l’hôtel et j’ai vu un homme qui m’attendait de l’autre côté de la rue. »

Au cours de l’enquête, une serveuse d’un café de la via Brera se souvenait de l’écrivain. Il s’était assis seul à une table.

Elle montra la table.

Il avait commandé un freddo cappuccino.

« Il n’arrêtait pas de regarder vers la porte, dit la jeune femme. Son obsession m’avait frappée. »

Les caméras de surveillance enregistrèrent :

À 22 h 17, l’écrivain sortit de l’hôtel.

À 22 h 41, il entra dans le café.

À 22 h 48, il se leva.

À 22 h 49, il entra de nouveau.

À 22 h 51, il ressortit.

À 22 h 57, il apparut sur la Piazza del Duomo.

L’éditeur déclara que, aussi étrange et irréel que cela puisse paraître, une description figurait à la page 157 de son dernier roman :

Un homme marchait la nuit dans Milan et arrivait devant un cinéma abandonné.

Le Cinema Aurora.

Le Cinema Aurora avait été abandonné en 1978.

Ils y allèrent.

Ils entrèrent dans la salle.

Ils allumèrent un projecteur.

Les sièges étaient encore là.

Et l’écran. 


Il se tenait au milieu de la Piazza del Duomo.

Puis il entra dans la cathédrale.

.

.

.

Der Fall des Schriftstellers in Milano


Der Regen gleitet über den Dom.

Heute Nacht, dachte er,

wird die Nacht länger und dunkler sein.

An jenem Abend verließ er um 22:17 Uhr sein Hotel in der Via Brera.

Von diesem Augenblick an sah ihn niemand mehr.

Er war zweiundfünfzig Jahre alt und hatte fünf Bücher geschrieben.

Das fünfte hatte ihn berühmt gemacht.

Ein Mord in Turin in der Zwischenkriegszeit.

Die Menschen greifen zum Mord, um ihre Schuld verschwinden zu lassen.

Er war fünf Tage zuvor nach Milano  gekommen.

Seiner Frau und seinem Verleger hatte er vage gesagt, dass er etwas zu Ende bringen wolle.

In seinem Hotelzimmer wurde ein Manuskript gefunden.

Darin stand:

„Um 22:17 Uhr verließ ich das Hotel und sah einen Mann, der mir gegenüber auf mich wartete.“

Bei den Ermittlungen erinnerte sich eine Kellnerin in einem Café in der Via Brera an den Schriftsteller. Er hatte allein an einem Tisch gesessen.

Sie zeigte auf den Tisch.

Er hatte einen Freddo Cappuccino getrunken.

„Er sah ständig zur Tür“, sagte die junge Frau. „Seine Besessenheit davon fiel mir auf.“

Die Überwachungskameras zeichneten Folgendes auf:

Um 22:17 Uhr verließ der Schriftsteller das Hotel.

Um 22:41 Uhr betrat er das Café.

Um 22:48 Uhr stand er auf.

Um 22:49 Uhr betrat er es erneut.

Um 22:51 Uhr verließ er es wieder.

Um 22:57 Uhr erschien er auf der Piazza del Duomo.

Der Verleger sagte, dass sich – so seltsam und unwirklich es auch klingen mochte – auf Seite 157 seines letzten Romans eine Beschreibung befand:

Ein Mann ging nachts durch Mailand und gelangte zu einem verlassenen Kino.

Das Cinema Aurora.

Das Cinema Aurora war 1978 aufgegeben worden.

Sie gingen dorthin.

Sie betraten den Kinosaal.

Sie schalteten einen Projektor ein.

Die Sitze waren noch da.

Und die Leinwand.


Er stand mitten auf der Piazza del Duomo.

Dann betrat er den Dom.

.

.

.

Il caso dello scrittore a Milano


La pioggia scivola sul Duomo.

Questa notte, pensò,

sarà più lunga e più buia.

Quella sera uscì dal suo albergo in via Brera alle 22:17.

Da quel momento, nessuno lo vide più.

Aveva cinquantadue anni e aveva scritto cinque libri.

Il quinto lo aveva reso famoso.

Un omicidio a Torino nel periodo tra le due gue

rre.

Gli uomini ricorrono all’omicidio per far scomparire le proprie colpe.

Era arrivato a Milano cinque giorni prima.

Alla moglie e all’editore aveva detto vagamente che sarebbe andato a finire qualcosa.

Nella sua camera d’albergo fu trovato un manoscritto.

C’era scritto:

«Alle 22:17 sono uscito dall’albergo e ho visto un uomo che mi aspettava dall’altra parte della strada.»

Durante le indagini della polizia, una cameriera di un caffè in via Brera ricordò lo scrittore. Si era seduto da solo a un tavolo.

Indicò il tavolo.

Aveva bevuto un freddo cappuccino.

«Continuava a guardare verso la porta», disse la ragazza. «Mi aveva colpito la sua ossessione.»

Le telecamere di sicurezza registrarono:

Alle 22:17 lo scrittore uscì dall’albergo.

Alle 22:41 entrò nel caffè.

Alle 22:48 si alzò.

Alle 22:49 rientrò.

Alle 22:51 uscì di nuovo.

Alle 22:57 apparve in Piazza del Duomo.

L’editore disse che, per quanto strano e irreale potesse sembrare, a pagina 157 del suo ultimo romanzo c’era una descrizione:

Un uomo camminava di notte per Milano e arrivava davanti a un cinema abbandonato.

Il Cinema Aurora.

Il Cinema Aurora era stato abbandonato nel 1978.

Andarono là.

Entrarono nella sala.

Accesero un proiettore.

Le poltrone erano ancora lì.

E lo schermo.


Lui si fermò al centro di Piazza del Duomo.

Poi entrò nel Duomo.

.

.

.

El caso del escritor en Milán


La lluvia resbala sobre el Duomo.

Esta noche, pensó,

será más larga y más oscura.

Aquella noche salió de su hotel, en la via Brera, a las 22:17.

Desde ese momento, nadie volvió a verlo.

Tenía cincuenta y dos años y había escrito cinco libros.

El quinto lo había hecho famoso.

Un asesinato en Turín durante el período de entreguerras.

Los hombres recurren al asesinato para hacer desaparecer sus culpas.

Había llegado a Milán cinco días antes.

A su mujer y a su editor les había dicho vagamente que iba a terminar algo.

En su habitación del hotel encontraron un manuscrito.

Decía:

«A las 22:17 salí del hotel y vi a un hombre que me esperaba al otro lado de la calle.»

Durante la investigación policial, una camarera de un café de la via Brera recordó al escritor. Se había sentado solo en una mesa.

Señaló la mesa.

Había tomado un freddo cappuccino.

«No dejaba de mirar hacia la puerta —dijo la joven—. Me llamó la atención su obsesión.»

Las cámaras de seguridad registraron:

A las 22:17, el escritor salió del hotel.

A las 22:41, entró en el café.

A las 22:48, se levantó.

A las 22:49, volvió a entrar.

A las 22:51, salió de nuevo.

A las 22:57, apareció en la Piazza del Duomo.

El editor dijo que, aunque resultaba extraño, casi irreal, en la página 157 de su última novela había una descripción:

Un hombre caminaba de noche por Milán y llegaba a un cine abandonado.

El Cinema Aurora.

El Cinema Aurora había sido abandonado en 1978.

Fueron allí.

Entraron en la sala.

Encendieron un proyector.

Las butacas seguían allí.

Y la pantalla.


Él se quedó de pie en el centro de la Piazza del Duomo.

Después entró en la catedral.

.

.

.


O caso do escritor em Milão


A chuva escorrega sobre o Duomo.

Esta noite, pensou,

será mais longa e mais escura.

Naquela noite, saiu do seu hotel, na via Brera, às 22h17.

A partir daquele momento, ninguém mais o viu.

Tinha cinquenta e dois anos e havia escrito cinco livros.

O quinto tornara-o famoso.

Um assassinato em Turim no período entre as duas guerras.

Os homens recorrem ao assassinato para fazer desaparecer as suas culpas.

Ele tinha chegado a Milão cinco dias antes.

À mulher e ao editor, dissera vagamente que ia terminar alguma coisa.

No seu quarto de hotel foi encontrado um manuscrito.

Dizia:

«Às 22h17 saí do hotel e vi um homem que me esperava do outro lado da rua.»

Durante a investigação policial, uma empregada de mesa de um café na via Brera recordou-se do escritor. Ele tinha-se sentado sozinho a uma mesa.

Ela apontou para a mesa.

Tinha bebido um freddo cappuccino.

«Estava sempre a olhar para a porta — disse a jovem. — Chamou-me a atenção a sua obsessão.»

As câmaras de segurança registaram:

Às 22h17, o escritor saiu do hotel.

Às 22h41, entrou no café.

Às 22h48, levantou-se.

Às 22h49, voltou a entrar.

Às 22h51, saiu novamente.

Às 22h57, apareceu na Piazza del Duomo.

O editor disse que, embora parecesse estranho, quase irreal, na página 157 do seu último romance havia uma descrição:

Um homem caminhava à noite por Milão e chegava a um cinema abandonado.

O Cinema Aurora.

O Cinema Aurora tinha sido abandonado em 1978.

Foram até lá.

Entraram na sala.

Ligaram um projetor.

As cadeiras ainda estavam lá.

E o ecrã.


Ele ficou parado no centro da Piazza del Duomo.

Depois entrou na catedral.

.

.

.



χνκουβελης cncouvelis

Ο κ. Κ. συναντά τον Αλεξάντρ Ζακόμπ


και

Η Δικη του Αλεξαντρ Ζακομπ

κατά το Σύγχρονο Θετικό Ποινικό Δίκαιο και το Φυσικό Δικαιο


 ο Αλεξάντρ Μάριους Ζακόμπ (1879–1954),γνωστός ως αναρχικός 'παράνομος' και αρχηγός των Travailleurs de la nuit (Εργατών της Νύχτας).


ο κ.Κ έπινε καφέ και περιμενε.

ξαφνικά άκουσε μια φωνή πίσω του:

-ειστε ο κ.Κ ;

γύρισε και είδε ένα άντρα.

-ειμαι ο Αλεξάντρ Ζακομπ,είπε.

-καθίστε,είπε ο κ.Κ.

ο άντρας χαμογέλασε.

-εξαρτάται.αν είστε αστυνομικός,

-όχι.ειμαι συγγραφέας,είπε ο κ.Κ.

-ακόμη χειρότερα.

-γιατί;

- οι συγγραφείς κάνουν περισσότερες ερωτήσεις από τους αστυνομικούς.

ο Ζακομπ κάθισε απέναντί του.

-ας αρχίσουμε την συνέντευξη.

κύριε Ζακόμπ,ποιος ειστε;

-αυτό είναι το πρόβλημα,απάντησε ο Ζακομπ 

οι άνθρωποι θέλουν πάντα να σε βάλουν σε μία ταξη.κατηγορια,θέση. κλέφτης.αναρχικός. εγκληματίας.επαναστάτης. ηρωας.

-και σεις ποια ταξη προτιμάτε;

-καμία.

-γιατί;

-επειδή μια ταξη είναι ένα  κελί.

-σας αποκαλούν:Εργάτη της Νύχτας.σας αρεσει;

-ναι,περισσότερο από το 'εγκληματίας'.

-πιστεύατε,είπε κ.Κ,ότι η κλοπή μπορει να είναι πολιτική πράξη;

ο Ζακόμπ κοίταξε έξω από το παράθυρο.

-οταν ένας άνθρωπος έχει περισσότερα απ' όσα χρειάζεται και ένας άλλος δεν έχει ούτε ψωμί,τότε η κοινωνία έχει ήδη διαπράξει την πρώτη κλοπή.

-αυτό όμως δικαιολογεί τον κλέφτη;

-οχι.

-υπαρχει όμως κίνδυνος να γίνει η κλοπη μια άλλη μορφή απληστίας.

ο Ζακόμπ χαμογέλασε.

-αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.

-τον φοβαστε;

-κάθε μέρα.

-και πώς τον αντιμετωπίζετε;

-δεν κρατω ποτέ για μένα αυτό που δεν χρειαζομαι.

-σκοτώσατε ποτέ;

το πρόσωπο του σοβαρευτηκε.

δεν απάντησε αμεσως.

-δεν θελω να σκοτώνω.

ο άνθρωπος δεν είναι χρηματοκιβώτιο.

σιωπή.

-το χρηματοκιβώτιο μπορείς να το ανοίξεις,είπε. 

τον άνθρωπο δεν πρέπει να τον ανοίξεις με μια σφαίρα.

-σας συγκρινουν με τον Αρσέν Λουπέν.

ο Ζακόμπ γέλασε δυνατά.

-ο Λουπέν! φοράει ωραίο κοστούμι,έχει καλούς τρόπους και κλέβει με χάρη.

-κι εσείς;

-εγώ εχω πάντα λιγότερα χρήματα για κοστούμια.

-ειστε όμως πραγματικός,είπε ο κ.Κ.

-οι μυθιστορηματικοί ομως κλέφτες,απαντήσει ο.Κ,είναι πολύ πιο ευχάριστοι από τους πραγματικούς.

-και ποια είναι η διαφορά;

-ο μυθιστορηματικός κλέφτης επιστρέφει πάντα στο τέλος.ενα φάντασμα.

-και ο πραγματικός;

- πραγματικός συναντά την αστυνομία.

-και μετά;

-μετά συναντά τον δικαστή.

-περάσατε χρόνια στη φυλακή και στο κάτεργο.

τι σας έμαθε αυτό;

ο Ζακόμπ ήπιε από τον καφέ του.

-οτι το κράτος έχει πολύ χρόνο.και ο άνθρωπος πολύ λίγο.

-τι φοβόσασταν περισσότερο στη φυλακή;

-να συνηθίσω.τα καγγελα.

κοίταξε έξω.

-και το χειρότερο,συνέχισε,είναι να πάψεις να τα βλέπεις.

-πιστεύετε ακόμη στην επανάσταση;

ο Ζακόμπ χαμογέλασε ειρωνικά.

-οι επαναστάσεις είναι σαν τα τρένα.ολοι μιλούν γι' αυτά, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε θα περάσουν από τον σταθμό του.

-εσείς περιμένατε το τρένο;

-οχι.

-τι θα θέλατε σήμερα πιο πολύ να κλέψετε;

-τον χρόνο.

ο Ζακόμπ κοίταξε τον κ. Κ. 

-από αυτούς που μας τον πουλάνε.

θα έκλεβα ωρες από κάθε άνθρωπο που δουλεύει δώδεκα ώρες για να αγοράσει μια ζωή που δεν προλαβαίνει να ζήσει.

ο κ. Κ. χαμογέλασε.

-αυτό δεν είναι κλοπή.ειναι επανάσταση.

-οχι,όμως οπωσδήποτε μαρξιστική,απάντησε ο Ζακομπ και κοίταξε το ρολόι του.

-ο χρόνος είναι χρήμα,είπε.

και το χρήμα είναι ένας περίεργος θεός.

ολοι προσεύχονται σ'αυτον.

-εσείς;

-εγώ όχι.προτιμω το ψωμί.

-και η ελευθερία;

-η ελευθερία είναι μια πόρτα που πρέπει να ανοίξεις μόνος σου.

-κι αν είναι κλειδωμένη;

-τότε πρέπει να μάθεις να φτιάχνεις τα κλειδιά της.

εξω νύχτωνε.

-κύριε Ζακόμπ, ειστε ευτυχισμένος;

έξω είχε αρχίσει να βρεχει.

-οχι πάντα.

-αν μπορούσατε να ξαναζήσετε τη ζωή σας,θα κάνατε τα ίδια;τον ρώτησε ο κ.Κ.

ο Ζακόμπ χαμογέλασε.

-οχι.θα έκανα άλλα λάθη.τα ίδια λάθη τα γνωρίζω ήδη.

-τι θα λέγατε σε έναν νέο άνθρωπο που αισθάνεται ότι ο κόσμος είναι άδικος;

σηκώθηκε.

-να μην περιμένει από τον κόσμο να γίνει δίκαιος.

τι να κάνει λοιπόν;

να μην γίνει ο ίδιος άδικος.

ο κ. Κ. τον κοίταξε.

-αυτό είναι όλο;

-οχι.

-τι άλλο;

-να βοηθήσει έναν άνθρωπο.

και μετά άλλον έναν.

βγήκαν από το καφέ,ο κ.Κ τον συνόδευσε στο δρόμο.

-κύριε Ζακόμπ,ποιο είναι τελικά το μεγαλύτερο έγκλημα;

ο Ζακόμπ στάθηκε.

-να συνηθίσεις την αδικία τόσο πολύ, ώστε να τη θεωρείς φυσιολογική.

συνέχισε το δρόμο.

-και το μεγαλύτερο έγκλημα του κλέφτη;

-να κλέψει και να ξεχάσει γιατί έκλεψε.

-και το μεγαλύτερο έγκλημα του πλούσιου;

-να νομίζει ότι όλα όσα έχει είναι δικά του.

η βροχή δυνάμωσε.

-ειμαι ένας άνθρωπος που ξέρει να ανοίγει πόρτες που τις κλειδώνουν,

εδω σας αφήνω,είπε ο Ζακομπ.

και ο κ.Κ τον είδε να χάνεται μέσα στη νύχτα.

.

.

.

Η Δικη του Αλεξαντρ Ζακομπ

κατά το Σύγχρονο Θετικό Ποινικό Δίκαιο και το Φυσικό Δικαιο


Το σύγχρονο θετικό ποινικό δίκαιο δεν θα δίκαζε τον Ζακόμπ για το ότι είναι αναρχικός,ούτε θα δεχόταν ως δικαιολογία την κοινωνική αδικία.

Θα δίκαζε συγκεκριμένες πράξεις,με βάση την αρχή της νομιμότητας,την υπαιτιότητα, την απόδειξη και την εξατομίκευση της ποινής. Παράλληλα,το φυσικό δίκαιο θα έθετε ένα βαθύτερο ερώτημα: 

γιατί δεσμεύει ο νόμος τη συνείδηση του ανθρώπου και πότε ένας θετικός νόμος είναι δίκαιος;


Η αφετηρία: το θετικό ποινικό δίκαιο


Το βασικό αξίωμα είναι η αρχή:

nullum crimen, nulla poena sine lege:

(κανένα έγκλημα και καμία ποινή χωρίς προηγούμενο νόμο.)

Ο Ποινικοος Κώδικας προβλέπει ότι κανείς δεν μπορεί να τιμωρηθεί για έγκλημα η' πλημμέλημα του οποίου τα στοιχεία δεν καθορίζονται από τον νόμο ούτε να του επιβληθεί ποινή που δεν προβλέπεται από τον νόμο.

Αυτό έχει τεράστια σημασία για τον Ζακόμπ.

Ο δικαστής δεν μπορεί να πει:

-Ο Ζακόμπ είναι κοινωνικά επικίνδυνος, άρα θα τον τιμωρήσω.-

Πρέπει να αποδείξει:

ποια συγκεκριμένη πράξη έκανε,

ποια διάταξη την απαγορεύει,

ποια υποκειμενικά στοιχεία απαιτούνται,

ποια ποινή προβλέπει ο νόμος.


Το πρώτο αδίκημα: η κλοπή


Ο  Ποινικός Κώδικας ορίζει την κλοπή ως δόλια αφαίρεση ξένου πράγματος.

Άρα η υπεράσπιση του Ζακόμπ δεν μπορεί να είναι:

-Ο πλούσιος είχε περισσότερα από όσα χρειαζόταν.-

Αυτό δεν εξαφανίζει την ιδιοκτησία.

Ούτε:

-Η κοινωνία διέπραξε πρώτη κλοπή.-

αποτελεί αυτομάτως νομικό λόγο άρσης του αδίκου.

Ο δικαστής θα ρωτήσει:

Ήταν πράγμα άλλου;

Αφαιρέθηκε χωρίς συναίνεση;

Υπήρχε δόλος;

Ποιος το έκανε;

Υπάρχουν αποδείξεις;

Εάν η απάντηση είναι καταφατική, υπάρχει κλοπή.

Στο σημερινό δίκαιο η απλή κλοπή τιμωρείται κατ' αρχήν με έως τρία χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 45.000 ευρώ.


Όταν όμως ο Ζακόμπ δρα με άλλους


Εδώ η υπόθεση γίνεται πολύ σοβαρότερη.

Το σύγχρονο δίκαιο διακρίνει τις διάφορες μορφές οργανωμένης ή ομαδικής δράσης.

Για παράδειγμα, κλοπή από περισσότερα πρόσωπα χωρίς να συγκροτούν bande organisée μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρότερη ποινική μεταχείριση. 

Για οργανωμένη συμμορία οι ποινές αυξάνονται δραστικά.

Άρα ο Ζακόμπ δεν θα δικαζόταν απλώς ως:

-ο άνθρωπος που έκλεψε-.

Θα εξεταζόταν:

-ποιος ήταν ο ρόλος του στην οργάνωση;-

Και εδώ εμφανίζεται η αρχή της προσωπικής ευθύνης.

Δεν αρκεί:

-ήταν αρχηγός των Εργατών της Νύχτας.-

Πρέπει να αποδειχθεί τι ακριβώς έκανε ο ίδιος.


Η αρχή της προσωπικής ενοχής


Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες διαφορές ανάμεσα στο κράτος δικαίου και σε ένα αυταρχικό σύστημα.

Δεν υπάρχει:

culpa per associationem

δηλαδή ενοχή επειδή κάποιος ανήκει σε μια ομάδα.

Το γεγονός ότι κάποιος είναι αναρχικός η' μέλος μιας ομάδας δεν αποδεικνύει από μόνο του συγκεκριμένη κλοπή ή συγκεκριμένη βίαιη πράξη.

Και αυτό ταιριάζει πολύ με τον Ζακόμπ.

Όταν λέει:

-οι άνθρωποι θέλουν πάντα να σε βάλουν σε μία κατηγορία-

στην πραγματικότητα αγγίζει ένα θεμελιώδες ζήτημα του ποινικού δικαίου:

δεν δικάζεται η ταυτότητα· δικάζεται η πράξη.


Η αρχή της αυστηρής ερμηνείας


Ο Ποινικος Κώδικας λέει:

La loi pénale est d'interprétation stricte.

Δηλαδή η ποινική διάταξη ερμηνεύεται αυστηρά.

Αυτό θα ήταν πολύ σημαντικό στη δίκη του Ζακόμπ.

Ο δικαστής δεν μπορεί να επεκτείνει αυθαίρετα μια ποινική διάταξη επειδή θεωρεί τον κατηγορούμενο επικίνδυνο.

Η αρχή είναι:

ό,τι δεν έχει ποινικοποιηθεί σαφώς, δεν μπορεί να τιμωρηθεί ως έγκλημα.


Η πολιτική ιδεολογία του Ζακόμπ


Εδώ το θετικό δίκαιο συναντά την ελευθερία της σκέψης.

Ο Ζακόμπ μπορεί να λέει:

-Η ιδιοκτησία είναι άδικη.-

-Ο καπιταλισμός παράγει ανισότητα.-

-Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει.-

-Πιστεύω στην αναρχία.-

Αυτές οι απόψεις δεν είναι από μόνες τους ποινικες.

Ο δικαστής δεν μπορεί να τον καταδικάσει επειδή έχει συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία.

Μπορεί όμως να τον καταδικάσει εάν αποδειχθεί ότι:

η πολιτική ιδέα μετατράπηκε σε συγκεκριμένη εγκληματική πράξη.

Αυτή είναι η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή:

ιδέα → προστατευόμενη

εγκληματική πράξη → τιμωρητέα


Και εδώ μπαίνει το φυσικό δίκαιο


Το φυσικό δίκαιο ξεκινά από διαφορετική αφετηρία.

Δεν ρωτά μόνο:

,-Τι λέει ο νόμος;-

Ρωτά:

-Είναι δίκαιος αυτός ο νόμος;-

Αυτό είναι το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα.

Στον Αριστοτέλη υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στο φυσικό δίκαιο και στο νομικό/θετό δίκαιο.

Αργότερα, στον Θωμά Ακινάτη, ο νόμος συνδέεται με την ορθή λογική και το κοινό αγαθό.

Στον νεότερο φυσικοδικαιικό στοχασμό,ιδιαίτερα στον Locke,εμφανίζεται ισχυρά η ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει δικαιώματα που δεν δημιουργεί το κράτος.

Έτσι ο Ζακόμπ θα μπορούσε να υποστηρίξει φιλοσοφικά:

-Ο νόμος μπορεί να είναι νόμιμος χωρίς να είναι δίκαιος.-

Αλλά εδώ υπάρχει η μεγάλη δυσκολία:

αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθένας αποκτά δικαίωμα να παραβιάζει τον νόμο κατά βούληση.


Το φυσικό δίκαιο δεν σημαίνει 'κάνω ό,τι θεωρώ δίκαιο'


Αυτό είναι θεμελιώδες.

Αν ο Ζακόμπ πει:

-Η κοινωνία είναι άδικη, επομένως μπορώ να κλέβω.-

το φυσικό δίκαιο δεν του δίνει αυτομάτως δίκιο.

Γιατί υπάρχει και το φυσικό δικαίωμα του θύματος:

να μην του αφαιρείται αυθαίρετα η περιουσία του.

Άρα έχουμε σύγκρουση δύο αξιών:

κοινωνική δικαιοσύνη

εναντίον

ατομικής ιδιοκτησίας και προσωπικής ασφάλειας.

Και αυτό κάνει τον χαρακτήρα του πολύ ενδιαφέροντα.


Το μεγάλο παράδοξο του Ζακόμπ


Ο Ζακόμπ μπορεί να πει:

-Ο πλούσιος δεν έχει ηθικό δικαίωμα να θεωρεί όλα όσα έχει αποκτήσει απολύτως δικά του.-

Ο δικαστής μπορεί να απαντήσει:

-Μπορεί να έχεις πολιτικό επιχείρημα. Δεν έχεις όμως δικαίωμα να αφαιρείς μόνος σου την περιουσία του.-

Και εδώ βρίσκεται η σύγκρουση:

Θετικό δίκαιο

Η περιουσία προστατεύεται επειδή ο νόμος την προστατεύει.

Φυσικό δίκαιο

Η ιδιοκτησία μπορεί να θεωρηθεί φυσικό δικαίωμα — αλλά και αυτή υπόκειται σε ηθικούς περιορισμούς και στο κοινό αγαθό.

Ζακόμπ:

Η ιδιοκτησία χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να μετατραπεί σε μορφή εξουσίας.

Κανένα από τα τρία δεν εξαντλεί το πρόβλημα.


Η βία είναι πολύ δυσκολότερη περίπτωση


Αν ο Ζακόμπ χρησιμοποιούσε όπλο η' ασκούσε βία,το επιχείρημα της κοινωνικής αδικίας θα γινόταν ακόμη πιο αδύναμο.

Στο σύγχρονο δίκαιο οι ένοπλες η' βίαιες μορφές κλοπής αντιμετωπίζονται πολύ αυστηρότερα. Για παράδειγμα, η οργανωμένη κλοπή με χρήση η: απειλή όπλου μπορεί να φτάσει σε εξαιρετικά βαριές ποινές.

Για τον φυσικοδικαιικό στοχασμό, επίσης, υπάρχει ένα ισχυρό όριο:

η ανθρώπινη ζωή και σωματική ακεραιότητα έχουν μεγαλύτερη ηθική βαρύτητα από την περιουσία.

Γι' αυτό η φράση του Ζακόμπ:

-το χρηματοκιβώτιο μπορείς να το ανοίξεις. τον άνθρωπο δεν πρέπει να τον ανοίξεις με μια σφαίρα.-

είναι εξαιρετικά σημαντική.

Είναι σχεδόν μια φυσικοδικαιική αρχή μέσα στο στόμα ενός αναρχικού.


Η αρχή της αναλογικότητας


Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν λέει απλώς:

έγκλημα → ποινή.

Η ποινή πρέπει να είναι εξατομικευμένη.

Ο Ποινικού Κώδικας προβλέπει ότι κάθε ποινή πρέπει να εξατομικεύεται και ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις της πράξης,την προσωπικότητα του δράστη και την υλική, οικογενειακή και κοινωνική του κατάσταση.

Αυτό σημαίνει ότι ο σύγχρονος δικαστής θα μπορούσε να λάβει υπόψη:

αν χρησιμοποίησε βία,

αν τραυματίστηκε κάποιος,

την αξία των κλοπιμαίων,

τον ρόλο του στην ομάδα,

την προηγούμενη συμπεριφορά,

την αποκατάσταση της ζημίας,

τον κίνδυνο υποτροπής,

την προσωπικότητά του.

Δεν θα έλεγε απλώς:

-Είσαι κλέφτης.Άρα η μέγιστη ποινή.-


Η ακριβής ιστορική διάσταση


Εδώ χρειάζεται μια σημαντική προσοχή.

Ο πραγματικός Ζακόμπ έδρασε στις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν θα μπορούσε να δικαστεί σήμερα με τον σημερινό Ποινικό Κώδικα για πράξεις που έγιναν τότε.

Η αρχή της μη αναδρομικότητας είναι θεμελιώδης: το ποινικό δικαιο ορίζει ότι τιμωρούνται οι πράξεις που αποτελούσαν αδίκημα κατά τον χρόνο που τελέστηκαν.

Επομένως έχουμε δύο διαφορετικά πειράματα:

Ιστορική δίκη του Ζακόμπ → το δίκαιο της εποχής του.

Υποθετική σύγχρονη δίκη → το σημερινό ποινικό δίκαιο.

Το δεύτερο είναι αυτό που εξετάζουμε εδώ.


Και τελικά: ποιος έχει δίκιο, ο νόμος η' ο Ζακόμπ;


Ο θετικιστής δικαστής θα μπορούσε να πει:

-Δεν με ενδιαφέρει αν θεωρείς τον νόμο δίκαιο. Με ενδιαφέρει αν τον παραβίασες.-

Ο φυσικοδικαιικός φιλόσοφος θα ρωτούσε:

-Και αν ο νόμος είναι άδικος;-

Ο Ζακόμπ θα απαντούσε:

-Τότε πρέπει να τον αλλάξεις.-

Ο δικαστής:

-Όχι να τον παραβιάσεις;-

Ο Ζακόμπ:

Μερικές φορές η ιστορία αλλάζει μόνο όταν κάποιος παραβιάζει έναν νόμο που θεωρεί άδικο.-

Και ο δικαστής θα μπορούσε να του απαντήσει:

-Αυτό μπορεί να εξηγεί έναν άνθρωπο. Δεν τον αθωώνει.-

Αυτή είναι η καρδιά της δίκης του Ζακόμπ.

Το θετικό ποινικό δίκαιο τον ρωτά:

Τι έκανες;

Το φυσικό δίκαιο:

Ήταν δίκαιο αυτό που έκανες;

Η πολιτική φιλοσοφία:

Ήταν δίκαιη η κοινωνία εναντίον της οποίας έδρασες;


Και τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος παραβιάζει έναν άδικο κόσμο χωρίς να θέλει να γίνει ο ίδιος άδικος;

Και εδώ ο Ζακόμπ αποκτά την πιο ενδιαφέρουσα μορφή του: δεν είναι ο άνθρωπος που λέει 'ο νόμος δεν με αφορά'. Είναι ο άνθρωπος που αναγκάζει τον νόμο να εξηγήσει γιατί είναι δίκαιος.

.

.

.