I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ιστορίες τού κ.Κ) Κρίσιμες Εκδοχές -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Ιστορίες τού κ.Κ)

Κρίσιμες Εκδοχές

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Ιστορίες τού κ.Κ)

Κρίσιμες Εκδοχές 


-ο κ.Κ είπε:

η ανθρωποτητα πλέον πρέπει να ανομαστει απανθρωποτητα.


ο κ.Κ

χάρισε σε κάποιον 100 ευρώ,

αυτό το έκανε όχι από φιλανθρωπία,αλλά για να μην αγοράσει κάτι που δεν το 

έχει ανάγκη.


ο κ.Κ είπε

πώς κάποιος αγαπούσε μια γυναίκα από τις φωτογραφίες της.

Έτσι θα διαρκέσει ο έρωτας πιο πολύ.


ο κ.Κ σχολίασε:

οι μονομάχοι περνώντας μπροστά από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα σήκωναν τα χέρια 

σε χεαιρετισμο και φώναζαν:

Ave Imperator,morituri te salutant

(Αβε Ιμπερατορ,οι μελλοθάνατοι σε χαιρετουν),

ο αυτοκράτορας ήταν αυστηρός δεν συμπαθούσε την ειρωνία,

απλώς τού άρεσε να τού υπενθυμίζεται η θνητότητα τού ανθρώπου.


ο κ.Κ είπε πως ο Οδυσσέας από όλους τούς συντρόφους πιο πολύ ζήλεψε,κι αυτών 

την τύχη θα'θελε,αυτούς που πήδηξαν από το καράβι να πάνε στο νησί τών Σειρηνων 

και πνιγηκαν.


ο κ.Κ αναφέρθηκε ότι η λεξη:

hronrade

από το έπος Beowulf(8ος με 11ος αιώνας μ.Χ)

στα αρχαία Αγγλικά.

είναι ποιητική μεταφορά  τής θάλασσας:

δρόμος φαλαινων,

(ofer hronrade πάνω στο δρόμο τών φαλαινών.)

Στον Όμηρο έχουμε για τη θάλασσα τις εκφράσεις:

-οἶνοψ πόντος

(βαθυκόκκινη θάλασσα,

όπως το χρωμα κρασιου)

-ἰχθυόεσσα θάλασσα

(η γεμάτη ψάρια θάλασσα)

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Σοφιστικές Ιστορίες -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Σοφιστικές Ιστορίες

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Σοφιστικές Ιστορίες


1.

Ο φιλόσοφος που περιφρονούσε το σωμα.


Στην αγορά τής Αθήνας ένα φιλόσοφος μιλούσε περί πολλού για την περιφρόνηση τού σώματος.

Το σώμα,έλεγε στη διδαχή του,είναι ο ταφος τής ψυχής.

Η ηδονή είναι η αλυσίδα τής δουλείας μας.

Η ομορφιά είναι παγίδα αφροσυνης.

Εκείνη την ώρα είδε να πλησιάζει μια όμορφη εταίρα.

Τότε έβγαλε γρήγορα ένα καθρέφτη και άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά του,να τακτοποιεί 

τη γενειάδα του συμμετρικά.

Ένας νεαρός που τον είδε να κάνει αυτό τον ρώτησε:

-Δάσκαλε,αφού το σώμα είναι τάφος τής αρετης, γιατί στολίζεις τόσο επιμελώς τον τάφο;

-Μωρο παιδαριο,είπε ο φιλόσοφος.Άλλο να περιφρονείς τη ζωή κι άλλο να κυκλοφορείς άσχημος.

.

.

2.

Ο πλούσιος στον Άδη.


Ένας πλούσιος πέθανε και κατέβηκε στον Άδης φορώντας χρυσά δαχτυλίδια,πορφυρό ιμάτιο και αρωματισμένος.

Ο βαρκάρης τού Αδη τον κοίταξε και γέλασε.

-Πού πηγαίνεις έτσι;

-Όπως βλέπεις,είπε ο νεκρός,υπήρξα άνθρωπος μεγάλης αξίας.

-Κι εδώ τι σημασία έχει;

-Είχα δούλους,κτήματα, συμποσιαστές,ποιητές που με εγκωμίαζαν.

-Ωραία ολ'αυτα,είπε ο βαρκάρης.Μηπως έφερες κάτι αλλο μαζί σου εκτός από τη 

δυσωδία τού μύρου;

Ο νεκρός έβγαλε χρυσό νομίσματα.

-Λαβε,είπε στον βαρκάρη,έτσι θα έχω πολυ καλύτερη θέση από τούς φτωχούς.

Τότε ένας σκελετός που εκεί κοντά κείτονταν  σήκωσε το κρανίο του και τού είπε:

-Αλλιμονο άνθρωπε μου,δεν κατάλαβες ότι εδώ όλοι φορούμε το ίδιο πρόσωπο;

Ο βαρκάρης τού Άδη συνέχισε να σπρωχνει τη βάρκα στο σκοτάδι.

Και τότε ο πλούσιος κατάλαβε ότι οι άνθρωποι ανεβαίνουν στη γη γυμνοί και κατεβαίνουν κάτω από τη γη πάλι γυμνοί.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Συνεβει -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Συνεβει

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Συνεβει


Ο διάδρομος ήταν μακρύς,οι λάμπες σε ίσες αποστάσεις,πίνακες με πορτρέτα ανθρώπων,

το ξενοδοχείο ήταν δίπλα στη θάλασσα,στη μεγάλη αίθουσα γυναίκες και άντρες,

οι γυμνοί ώμοι τών γυναικών,τα μαύρα κουστούμια τών αντρών,

πήγε στη γυναικα που στέκονταν σε ένα από τα παράθυρα με ένα ποτήρι ποτό,είδε 

τα χέρια της,λευκά γάντια,τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά,

-πέρυσι φύγαμε μαζί,τής είπε,

Η γυναίκα δεν απαντησε.

-το θυμάσαι;ηταν στο τέλος τού καλοκαιριού.

Η γυναίκα κοίταζε έξω από το παράθυρο,τον κήπο,τα δέντρα,τα μονοπάτια,περπάτησαν στον κήπο κάτω από τα μαρμάρινα αγάλματα,

-τι γεωμετρική ακινησία σ'αυτον τον λαβύρινθο,σχολίασε εκείνος.

-δεν ήμουν εδώ πέρυσι,είπε η γυναικα.

Όταν γύρισαν επαιζαν στη ρουλέτα έπαιζαν,πόνταρε στο κόκκινο στον αριθμό 7,

κέρδισε ένα μικρο πόσο,το άφησε,

-ειχα ποντάρει εκ τών προτέρων να χάσω,είπε.

Δεν ήταν δίπλα του 

Την είδε στο βάθος να μιλάει με κάποιον αντρα,

πλησίασε,τούς έβλεπε στο καθρέφτη,

-μού είπες ότι φοβοσουν,άκουσε τον άντρα να τής λέει.

-οχι,απάντησε εκείνη,δεν φοβόμουν.

Η γυναίκα ακούμπησε το ποτήρι πάνω στο τραπέζι,

και απομακρύνθηκε,ο άντρας την ακολούθησε,

-είχες υποσχεθεί πως θα φύγεις μαζί μου,τής φώναξε,

Την έφτασε.Την αρπαξε απ'τους ώμους.

-ο άντρας σου κοιμόνταν, τής είπε,

-δεν έχω αντρα,τού είπε.

Η γυναίκα τον έσπρωξε.

-ασε με,με πονάς

Στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες τού ξενοδοχείου,σε μία απ' αυτές,η γυναίκα στεκονταν μπροστά στην κεντρική είσοδο,ο άντρας τής έδειξε τη φωτογραφία.

-βλέπεις;ησουν εδώ.

-δεν είμαι εγώ.

Αργότερα περπατούσαν στον κήπο,κάτω από τις σκιές τών αγαλμάτων,η γυναίκα 

φορούσε ενα μακρύ λευκό φορεμα.

-ηταν μεσημερι,τής είπε.

-τώρα είναι μεσημέρι,τού είπε.

-σ'εκείνο το σημείο τού κήπου κανένας δεν μπορούσε να μας δεί,είπε ο άντρας.

Φτάσανε στο άγαλμα με τούς δύο ίππους.

-θα ερθω μαζί σου,τού είπε η γυναίκα 

Η γυναίκα άγγιξε το πέτρινο βάθρο.

-δεν θυμάμαι.

-προσπαθείς να ξεχάσεις.

-οχι.

Στο τέλος τού μονοπατιού υπήρχε μια μικρη λίμνη,τα δέντρα καθρεφτίζονταν 

ακίνητα.

Η γυναίκα είπε:

-αν φύγαμε μαζί,τότε γιατί είμαι παλι εδώ;

Ο.ανυρας δεν απάντησε.

Από μακριά ακουγόταν μουσική.

Όταν επέστρεψαν στο ξενοδοχείο,η αίθουσα ήταν άδεια.

Ο άντρας είπε:

-αύριο θα φύγουμε.

-πού θα πάμε;

Ανέβηκαν στον πάνω όροφο,μια πόρτα ήταν μισάνοιχτη,από μέσα βγήκε μιά 

γυναίκα με μια βαλιτσα,η γυναίκα προχώρησε στο μακρύ διάδρομο με τα πορτρέτα 

τών ανθρωπων.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφράζοντας Λουκιανου Επιγράμματα -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας 

Λουκιανου Επιγράμματα

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας 

Λουκιανου Επιγράμματα


Εγώ ο Λουκιανός αυτά δω έγραψα

γνωρίζοντας πως και ξεπερασμενα 

κι ανόητα ειναι,

γιατί στους ανθρώπους ανοητα ειναι

κι αυτά που σοφα

φαινονται.

Τίποτα στούς ανθρώπους καθαρή δεν είναι λογικη σκεψη,

αλλ'αυτο που εσύ θαυμαζεις,

τούτο σ'αλλους για γέλια.


Λουκιανὸς τάδ’ ἔγραψα, παλαιά τε μωρά τε εἰδώς·

μωρὰ γὰρ ἀνθρώποις καὶ τὰ δοκοῦντα σοφά.

Οὐδὲν ἐν ἀνθρώποισι διακριδόν ἐστι νόημα·

ἀλλ’ ὃ σὺ θαυμάζεις, τοῦθ’ ἑτέροισι γέλως.


Παλατινή Ανθολογία XI 410

τοῦ πωγωνοφόρου κυνικοῦ, τοῦ βακτροπροσαίτου,

εἴδομεν ἐν δείπνῳ τὴν μεγάλην σοφίαν.

(τού μουσατου κυνικού,τού μαγκοροφορου ζητιανου,είδαμε στο δείπνο τη τρανή σοφία)


Στην αρχή λοιπόν απ'τα λούπινα απείχε

και τα ραπανάκια

λέγοντας πως δεν πρέπει 

στη κοιλιά 

η αρετή να υποδουλώνεται.

όταν όμως βολβό χιονάτο

μπροστά στα μάτια είδε 

πικάντικο

που ήδη τον συνετό νου τού θολωνε

ζήτησε αντιθετα απ'τα αναμενόμενα 

και στ'αληθεια έτρωγε,

και είπε καθόλου πως ο βολβός 

την αρετή δεν βλαπτει


θέρμων μὲν γὰρ πρῶτον ἀπέσχετο καὶ ῥαφανίδων,

μὴ δεῖν δουλεύειν γαστρὶ λέγων ἀρετήν.

εὖτε δ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἴδεν χιονώδεα βόλβαν

στρυφνήν, ἣ πινυτὸν ἤδη ἔκλεπτε νόον,

ᾔτησεν παρὰ προσδοκίαν, καὶ ἔτρωγεν ἀληθῶς,

κοὐδὲν ἔφη βόλβαν τὴν ἀρετὴν ἀδικεῖν.


Θᾶττον ἔην λευκούς κόρακας πτηνάς τε χελώνας, Λουκιανού, Παλατινή Ανθολογία, 

βιβλίο 11ο, επίγραμμα 436 (AP XI 436)


XI 436 Λουκιανού


πιο πιθανό θα'ναι λευκά κοράκια

και χελώνες που πετούν να βρεις

παρά καλό Καππαδόκη ρητορα


Θᾶττον ἔην λευκοὺς κόρακας πτηνάς τε χελώνας

εὑρεῖν, ἢ δόκιμον ῥήτορα Καππαδόκην


XVI 238 Λουκιανού


σ'ερημο τόπο δώ μενα 

εστησε

τον Πριαπο,επειδή συνηθειο ειναι,ο Ευτυχιδης ξερών κλιμάτων φυλακα

κι από γκρεμό περιβάλλομαι βαθυ

κι όποιος τυχον ερθει τιποτα

να κλέψει δεν εχει

παρά μένα τον φύλακα.


Εἰς τὸ κενόν με τέθεικε, νόμου χάριν, ὧδε Πρίηπον

Εὐστοχίδης ξηρῶν κληματίδων φύλακα·

καὶ περιβέβλημαι κρημνὸν βαθύν. ὃς δ' ἂν ἐπέλθη,

οὐδὲν ἔχει κλέψαι πλὴν ἐμὲ τὸν φύλακα.


XI 432 Λουκιανού


ἔσβεσε τὸν λύχνον μῶρος, ψυλλῶν ὑπὸ πολλῶν

δακνόμενος, λέξας: οὐκέτι με βλέπετε


ένας ανόητος το λυχναρι εσβησε

επειδή ψύλλοι πολλοί 

τον δάγκωμαν

λέγοντας:δεν με βλέπετε πια.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Μηδεια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Μηδεια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Μηδεια


Έφυγα νύχτα από τη Κόρινθο,κρυφά στα σκοτεινα.

Αφηνα πίσω τα παιδιά μου σκοτωμενα.

Δεν με κυνηγησαν.

Οι άνθρωποι φοβούνται το μίασμα,το θεωρούν κατάρα.

Ξημέρωσα στη θάλασσα,έπλυνα τα χέρια μου,όχι το αίμα δεν φεύγει με το νερό.

Ξάπλωσα στην άμμο,ο ήλιος ανέτειλε.Πληρης ακινησία.Συλλογιστικα τη μοίρα μιας ξένης,που καταντησε φόνισσα 

Πολλοί,το ξέρω,θα με κατηγορήσουν.Μαγισσα στυγερή βαρβαρη.

Όμως πριν γίνω σύζυγος μάνα υπήρξα γυναίκα.

Περπατούσα μερες,κοντά στη θάλασσα,να μην χαθώ.Αληθεια,από τι να χαθώ; 

Κοιμομουν ανάμεσα στα βράχια,τις νύχτες έκανε κρύο.Οι ψαράδες έτσι που μ'εβλεπαν 

με λυποντουσαν,δεν με φοβονταν.

Ένας με ρώτησε ποια είμαι.

Δεν ξέρω,τού ειπα.

Την καημένη,άκουσα έναν να λέει,τρελλαθηκε.

Έψηναν ψάρια και μού εδιναν,νερό και επινα.

Μια μέρα ένας νεαρός μού εφερε φρέσκα σύκα.

-Εχεις άντρα;με ρώτησε.

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.

-Πως σε λένε;

Δεν μίλησα.

-Εισαι όμορφη,μού είπε.

Τον κοίταξα.

-Κι εσύ όμορφος είσαι,τού είπα.

Τη νύχτα κοιμηθήκαμε μαζί.

Ξημερώματα,εκείνος κοιμόνταν,έφυγα.

Σ'ένα χωριό είδα παιδιά να τρέχουν στις αυλές,να φωνάζουν,να γελουν.

Σταθηκα και τα κοιτούσα.

Θυμόμουν τη Κολχίδα, τη μέρα που πρόδωσα τον πατέρα μου,τον αδελφό μου 

να πνιγεται στη θάλασσα,

τους γάμους στην Ελλάδα.

Θυμόμουν τα παιδιά μου.

Τώρα περιπλανιέμαι μέσα στο σκοταδι.

Άδικη η εκδίκηση όταν είναι δίκαιη.

.

.

.

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφράζοντας Λουκιανος,Βιων Πρασις, Βιων Δημοπρασία -Η Πώληση τού Πυθαγορα -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Λουκιανος,Βιων Πρασις,

Βιων Δημοπρασία

-Η Πώληση τού Πυθαγορα

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Λουκιανος,Βιων Πρασις,

Βιων Δημοπρασία

-Η Πώληση τού Πυθαγορα-


Ερμής:

Ποιον θέλεις πρώτον να παρουσιασουμε προς πώληση;


Ζευς:

Αυτόν δω τον μακρυμάλλη,από την Ιωνία,επειδή και κάπως σοβαρός μού φαίνεται.


Ἑρμης:

Ε εσύ ο Πυθαγόρειος κατέβα και παρουσιάσου προς εξέταση στους συγκεντρωμένους.

Εμπρός λοιπόν κήρυξε τον.


Ἑρμης:

Τον άριστο βίο πουλω,τον πιο σοβαρό.

Ποιος θα τον αγοράσει;

Ποιος ανώτερος από άνθρωπος θέλει να γίνει;

Ποιος θέλει να γνωρίσει την αρμονία τού σύμπαντος και πάλι να ξαναζήσει;


Ἀγοραστής:

Η εμφάνιση είναι αξιοπρεπής,

αλλά τι γνωρίζει πιο πολύ;


Ἑρμης:

Αριθμητική,αστρονομία,

μαντικη,γεωμετρία, μουσική,μαγεία,

έναν κορυφαίο μάντη βλέπεις.


Ἀγοραστής:

Επιτρέπετε να τον εξετάσω;


Ἑρμης:

Εξέτασε τον και καλή επιτυχία.


Ἀγοραστής:

Από πού είσαι;


Πυθαγόρας:

Από τη Σάμο.


Ἀγοραστής:

Και πού σπούδασες;


Πυθαγόρας:

Στην Αίγυπτο στούς εκεί σοφούς.


Ἀγοραστής:

Εμπρός λοιπόν,αν σ'αγορασω,τι θα με διδάξεις;


Πυθαγόρας:

Δεν θα σού διδάξω τίποτα,θα σε κάνω να θυμηθείς όμως.


Ἀγοράστης:

Πώς θα με κάνεις να θυμηθω;


Πυθαγόρας,:

Αφού πρωτα κάνω την ψυχή σου καθαρή και την βρωμιά από πάνω της ξεπλυνω.


Ἀγοραστής:

Λοιπόν θεώρησε πως ήδη έχω καθαρισθεί,

ποιος είναι ο τρόπος τής ανάμνησης;


Πυθαγόρας:

Κατά πρώτον μακρά ησυχία και αφωνία και για πέντε ολόκληρα χρόνια να μην μιλάς καθόλου.


Ἀγοραστής:

Ηρθ'η ώρα σου,αγαπητέ μου,τον γιο τού Κροίσου

να εκπαιδευσεις,γιατί εγώ'μαι πολυλογας,κι άγαλμα δεν θέλω να γινω,

και τι μετά τη σιωπή και τη πενταετία όμως θα γίνει;


Πυθαγόρας:

Στη μουσική και στην γεωμετρία θα εξασκηθεις.


Ἀγοραστής:

Πολύ χαριτωμένα τα λες,αν πρώτα πρέπει κιθαριστής να γίνω κι έπειτα σοφός.


Πυθαγόρας:

Έπειτα από αυτά εδω θα μάθεις να μετράς.


Ἀγοραστής:

Ξέρω και τώρα να μετραω.


Πυθαγόρας:

Πώς μετρας;


Ἀγοραστής:

Ένα,δύο,τρία,τέσσερα.


Πυθαγόρας:

Το βλέπεις;αυτά που εσύ νομίζεις τέσσερα,αυτά δέκα είναι και τρίγωνο τέλειο και ο δικός μας όρκος.

 

Ἀγοραστής:

Μα τον μέγιστο ορκο λοιπόν τών τεσσάρων,

ουδέποτε περισσοτερο θεϊκούς λόγους άκουσα ούτε πιο ιερούς.


Πυθαγόρας:

Και μετά,ξένε,θα μάθεις και περί τής γης και τού αέρα και τού ύδατος και τής φωτιας ποια είναι αυτών η φορά τής κίνησης και ποια μορφή έχουν όπως κινούνται.


Ἀγοραστής:

Δηλαδή πραγματικά η φωτια η' ο αέρας η' το νερό έχουν μορφή;


Πυθαγόρας:

Και μάλιστα εμφανή,

γιατί δεν είναι δυνατόν χωρίς μορφή και χωρίς σχήμα να κινούνται,

και επιπλέον σ' αυτά εδώ θα γνωρίσεις ότι ο θεος αριθμός είναι και νους και αρμονία.


Ἀγοραστής:

Λες θαυμασια.


Πυθαγόρας:

Και πέρα από αυτά εδώ που ήδη εχουν ειπωθεί 

και τον εαυτό σου ενώ έναν τον νομίζεις άλλον να τον βλέπεις και άλλον στην πραγματικότητα.


Ἀγοράστης:

Τι λες:άλλος είμαι κι όχι αυτός που τώρα με σένα συνδιαλέγομαι;


Πυθαγόρας:

Τώρα βέβαια είσαι αυτός,

παλιά όμως σε αλλο σώμα και με άλλο όνομα εμφανιζοσουν,και με το χρόνο πάλι σε άλλο θα μεταβεις.


Ἀγοραστής:

Αυτό λες; ότι αθάνατος  θα'μαι αλλάζοντας σε πολλές μορφές;

αλλ'αυτά δω αρκετά ειναι,

και σχετικά με  τη διατροφή τι είδους ανθρωπος είσαι;


Πυθαγόρας:

έμψυχο κανένα δεν τρώω,από δε τα άλλα ολα εκτός από τα κουκιά.


Ἀγοράστης:

για ποια αιτία; μήπως σιχενεσαι τα κουκιά;


Πυθαγόρας:

Όχι,αλλά ιερά είναι και θαυμαστή αυτών η φύση,

καταρχάς γιατί καθ'ολοκληριαν σπέρμα γέννησης ειναι

και αν ξεφλουδίσεις ένα  κουκί ενώ ακομα χλωρό είναι,θα δεις οτι μοιάζει με τα ανδρικά μόρια στη μορφή,

και αν αφού βράσουν τα αφήσεις στο σεληνόφωτο για ορισμένες νυκτες,αίμα θα κάνεις,

και το κυριότερο,στους Αθηναίους νόμος είναι με κουκιά τούς άρχοντες να εκλεγουν.


Ἀγοραστής:

Καλά όλα τα'πες και με ιερό τροπο,

αλλά γδυσου,γιατί και γυμνό να σε δω θέλω,

μα τον Ηρακλή,χρυσό το μπούτι του είναι,

θεός,και όχι κάποιος θνητός να'ναι φαινεται,

τον αγοράζω λοιπον οπωσδήποτε,

πόσο τον κοστολογείς;


Ἑρμης:

Δέκα μνες.


Ἀγοραστής:

Τόσο τον παίρνω 


Ζεύς:

Γράψε τού αγοραστή το όνομα κι από πού είναι.


Ἑρμης:

Ιταλιωτης,Ζευ,φαίνεται κάποιος να είναι απ' αυτούς στη περιοχή τού Κρότωνα και τού Ταραντα  και τής εκεί Ελλάδας,

αν και όχι ένας,αλλά τριακόσιοι σχεδόν τον αγόρασαν από κοινού.


Ζεύς:

Ας τον πάρουν άλλον να παρουσιάσουμε.


Ἑρμῆς

Tίνα πρῶτον ἐθέλεις παραγάγωμεν;


Ζεύς 

Tουτονὶ τὸν κομήτην, τὸν Ἰωνικόν, ἐπεὶ καὶ σεμνός τις εἶναι φαίνεται.


Ἑρμῆς 

Οὗτος ὁ Πυθαγορικὸς κατάβηθι καὶ πάρεχε σεαυτὸν ἀναθεωρεῖσθαι τοῖς συνειλεγμένοις.

Kήρυττε δή.


Ἑρμῆς

Tὸν ἄριστον βίον πωλῶ, τὸν σεμνότατον. τίς ὠνήσεται; τίς ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι βούλεται; τίς εἰδέναι τὴν τοῦ παντὸς ἁρμονίαν καὶ ἀναβιῶναι πάλιν;


Ἀγοραστής

Tὸ μὲν εἶδος οὐκ ἀγεννής. τί δὲ μάλιστα οἶδεν;


Ἑρμῆς

Ἀριθμητικήν, ἀστρονομίαν, τερατείαν, γεωμετρίαν, μουσικήν, γοητείαν. μάντιν ἄκρον βλέπεις.


Ἀγοραστής

ἔξεστιν αὐτὸν ἀνακρίνειν;


Ἑρμῆς

ἀνάκρινε ἀγαθῇ τύχῃ.


Ἀγοραστής

3 ποδαπὸς εἶ σύ; Πυθαγόρας

Σάμιος


Ἀγοραστής

Ποῦ δ᾽ ἐπαιδεύθης;


Πυθαγόρας

ἐν Αἰγύπτῳ παρὰ τοῖς ἐκεῖ σοφοῖσι.


Ἀγοραστής

Φέρε δέ, ἢν πρίωμαί σε, τί με διδάξει;


Πυθαγόρας

Διδάξομαι μὲν οὐδέν, ἀναμνήσω δέ.


Ἀγοράστης

Πῶς ἀναμνήσεις;


Πυθαγόρας

Καθαρὴν πρότερον τὴν ψυχὴν ἐργασάμενος καὶ τὸν ἐπ᾽ αὐτῇ ῥύπον ἐκκλύσας.


Ἀγοραστής

Καὶ δὴ νόμισον ἤδη ἐκκεκαθάρθαι με, τις ὁ τρόπος τῆς ἀναμνήσεως;


Πυθαγόρας

Τὸ μὲν πρῶτον ἡσυχίη μακρὴ καὶ ἀφωνίη καὶ πέντε ὅλων ἐτέων λαλέειν μηδέν.


Ἀγοραστής

ὥρα σοι, ὦ βέλτιστε, τὸν Κροίσου παῖδα παιδεύειν ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. τί δὲ μετὰ τὴν σιωπὴν ὅμως καὶ τὴν πενταετίαν;


Πυθαγόρας

Μουσουργίῃ καὶ γεωμετρίῃ ἐνασκήσεαι.


Ἀγοραστής

Χάριεν λέγεις, εἰ πρῶτόν με κιθαρῳδὸν γενόμενον κᾆτα εἶναι σοφὸν χρή.


Πυθαγόρας

4 Εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.


Ἀγοραστής

Οἶδα καὶ νῦν ἀριθμεῖν.


Πυθαγόρας

Πῶς ἀριθμέεις;


Ἀγοραστής

ἕν, δύο, τρία, τέτταρα.


Πυθαγόρας

ὁρᾷς; ἃ σὺ δοκέεις τέσσαρα, ταῦτα δέκα ἐστὶ καὶ τρίγωνον ἐντελὲς καὶ ἡμέτερον ὅρκιον.


Ἀγοραστής

Οὐ μὰ τὸν μέγιστον τοίνυν ὅρκον τὰ τέτταρα, οὔποτε θειοτέρους λόγους ἤκουσα οὐδὲ μᾶλλον ἱερούς.


Πυθαγόρας

Μετὰ δέ, ὦ ξεῖνε, εἴσεαι γῆς τε πέρι καὶ ἠέρος καὶ ὕδατος καὶ πυρὸς ἥτις αὐτέοισιν ἡ φορὴ καὶ ὁκοῖα ἐόντα μορφὴν ὅκως κινέονται.


Ἀγοραστής

Μορφὴν γὰρ ἔχει τὸ πῦρ ἢ ἀὴρ ἢ ὕδωρ


Πυθαγόρας

Καὶ μάλα ἐμφανέα: οὐ γὰρ οἷά τε ἀμορφίῃ καὶ ἀσχημοσύνῃ κινέεσθαι. καὶ ἐπὶ τουτέοισι δὲ γνώσεαι τὸν θεὸν ἀριθμὸν ἐόντα καὶ νόον καὶ ἁρμονίην.


Ἀγοραστής

Θαυμάσια λέγεις.


Πυθαγόρας

5 Πρὸς δὲ τοῖσδεσι τοῖσιν εἰρημένοισι καὶ σεωυτὸν [p. 458] ἕνα δοκέοντα ἄλλον ὁρεόμενον καὶ ἄλλον ἐόντα εἴσεαι.


Ἀγοράστης

Τί φής; ἄλλος εἰμὶ καὶ οὐχ οὗτος ὅσπερ νῦν πρὸς σὲ διαλέγομαι;


Πυθαγόρας

Νῦν μὲν οὗτος, πάλαι δὲ ἐν ἄλλῳ σώματι καὶ ἐν ἄλλῳ οὐνόματι ἐφαντάζεο: χρόνῳ δὲ αὖτις ἐς ἄλλον μεταβήσεαι.


Ἀγοραστής

6 Τοῦτο φής, ἀθάνατον ἔσεσθαί με ἀλλαττόμενονἐς μορφὰς πλείονας; ἀλλὰ τάδε μὲν ἱκανῶς. τὰ δ᾽ ἀμφὶ δίαιταν ὁποῖός τις εἶ;


Πυθαγόρας

ἐμψυχήϊον μὲν οὐδὲ ἓν σιτέομαι, τὰ δὲ ἄλλα πλὴν κυάμων.


Ἀγοράστης

Τίνος ἕνεκα; ἢ μυσάττῃ τοὺς κυάμους;


Πυθαγόρας

Οὔκ, ἀλλὰ ἱροί εἰσι καὶ θωυμαστὴ αὐτέων ἡ φύσις: πρῶτον μὲν γὰρ τὸ πᾶν γονή εἰσι, καὶ ἢν ἀποδύσῃς κύαμον ἔτι χ;χλωρὸν ἐόντα, ὄψεαι τοῖσιν ἀνδρείοισι μορίοισιν ἐμφερέα τὴν φυήν: ἑψηθέντα δὲ ἢν ἀφῇς ἐς τὴν σεληναίην νυξὶ μεμετρημένῃσιν, αἷμα ποιήσεις. τὸ δὲ μέζον, Ἀθηναίοισι νόμος κυάμοισι τὰς ἀρχὰς αἱρέεσθαι.


Ἀγοραστής

Καλῶς πάντα ἔφης καὶ ἱεροπρεπῶς. ἀλλὰ ἀπόδυθι, καὶ γυμνὸν γάρ σε ἰδεῖν βούλομαι. ὦ Ἡράκλεις, χρυσοῦς αὐτῷ ὁ μηρός ἐστι. θεός, οὐ βροτός τις εἶναι φαίνεται: ὥστε ὠνήσομαι πάντως αὐτόν. πόσου τοῦτον ἀποκηρύττεις;


Ἑρμῆς

Δέκα μνῶν.


Ἀγοραστής

ἔχω τοσούτου λαβών.


Ζεύς

Γράφε τοῦ ὠνησαμένου τοὔνομα καὶ ὅθεν ἐστίν.


Ἑρμῆς

Ἰταλιώτης, ὦ Ζεῦ, δοκεῖ τις εἶναι τῶν ἀμφὶ Κρότωνα καὶ Τάραντα καὶ τὴν ταύτῃ Ἑλλάδα: καίτοι οὐχ εἷς, ἀλλὰ τριακόσιοι σχεδὸν ἐώνηνται κατὰ κοινὸν αὐτόν.


Ζεύς

ἀπαγέτωσαν ἄλλον παράγωμεν.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η επιστροφή -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η επιστροφή

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η επιστροφή 


Μετά από είκοσι χρόνια επέστρεψε.

Η μητέρα κάθονταν στη κουζίνα. 

Φορούσε το σκούρο φόρεμα που φορούσε λίγο πριν πεθάνει,εκείνον το χειμώνα 

έβρεχε  ασταμάτητα. 

Στο τραπέζι ένα ποτήρι γάλα και ένα κόκκινο μήλο.

-Πεινας;έλα να φας,τού είπε.

Η φωνή της ήρεμη.

Κάθησε.Καθαρισε το μήλο.

-Ειχε ομίχλη,ειπε.

Πήγε στο δωμάτιο του.

Θυμήθηκε πως μέσα σε ένα γυάλινο βάζο έκλεινε μέλισσες να δει πόσο θα άντεχαν.

Ήταν οκτώ χρόνων.

Άκουγε τη βροχή.

Μπήκε μέσα ένα παιδί.

-Ποιος είσαι;τον ρώτησε.

Το παιδί έφυγε.

Είδε τη μητέρα του να πλένει τα μαλλιά της στη λεκάνη.

-Που είναι ο πατέρας;ρώτησε.

Από εκείνη τη μέρα δεν τον ξαναείδε.

Ήταν καλοκαίρι,η ζέστη αποπνικτική.Η μητέρα απλωνε τα ρούχα στο σύρμα στην 

αυλή να στεγνώσουν.

Ο πατέρας απομακρύνονταν στα χωριαφια.

-Θα γυρίσω,τού είχε πει.

Αργότερα έμαθε πως χάθηκε στο μέτωπο.

Η μητέρα δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν.

Γύρισε στο δωμάτιο του.

Εκείνη φορούσε ένα λευκό φόρεμα.

-Σου αρέσει;τού είπε.

Την είχε αγαπήσει.

Σε εκείνο το τροχαίο δυστύχημα σκοτώθηκε εκείνη.Πριν δεκαπέντε χρόνια.

Το πρωί είχαν κολυμπήσει.

Εκείνος βγήκε.Εκείνη κολυμπούσε ακόμη,σήκωσε το χέρι,τον χαιρετούσε.

Άκουσε μουσική.

Η μητέρα του χόρευε μόνη στο σαλόνι.Στο γραμμόφωνο ένα βαλς.

-Γιατι γύρισες;τον ρώτησε χωρίς να σταματήσει να χορεύει.

-Δεν ξέρω.

-Το ξέρεις.

Μια αστραπή φώτισε το χώρο.

Έπειτα σκοτείνιασε.

Το σπιτι καίγονταν.Η μητέρα έκλαιγε.Ο πατέρας έρριχνε νερό.

Η γυναίκα ήταν μέσα στους καπνους.

Οι μέλισσες μέσα στο γυάλινο βάζο ακίνητες.

Πήγε στο παράθυρο.

Ξεχώρισε μέσα στην ομίχλη τον πατέρα να κρατά από το χέρι το παιδί.

Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε.

-Πατέρα,φώναξε.

Δεν τον είδε.

Η μητέρα στεκονταν στην πόρτα τού σπιτιού,δίπλα της η γυναίκα του με το παιδί 

στην αγκαλιά.

-Σε περιμέναμε,τού είπε η γυναίκα.

Προχώρησε προς το μέρος τους.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Εξ αφορμής τής φωτογραφίας τής Marilyn και τού παιδιού.) (-Μια εικόνα που η Marylin δεν εζησε-) το καραβάκι -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Εξ αφορμής τής φωτογραφίας τής Marilyn και τού παιδιού.)

(-Μια εικόνα που η Marylin δεν εζησε-)

το καραβάκι

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Marilyn Monroe and Kid


(Εξ αφορμής τής φωτογραφίας τής Marilyn και τού παιδιού.)


(-Μια εικόνα που η Marylin δεν εζησε-)


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

το καραβάκι


Η λίμνη ακίνητη,πότε πότε ακούγονταν ένα πουλί κι έπειτα πάλι σιωπή.

Το αγόρι κρατούσε ένα μικρό ξύλινο καραβάκι.

-Θα το ρίξουμε στη θάλασσα;ρώτησε.

Η γυναίκα κουνησε το κεφάλι καταφατικα

Το παιδί γονάτισε στην άκρη τού νερού και ακούμπησε προσεκτικά το καραβάκι.

Για μια στιγμή εκείνο έμεινε ακίνητο, υστερα ένα ανεπαίσθητο ρεύμα το πήρε αργά.

Το έβλεπαν να απομακρύνεται.

-Μαμά,ρώτησε,θα γυρίσει ποτέ;

 Εκείνη εσκυψε προς το παιδί και τού χάιδεψε τα μαλλιά.

-Μερικα πραγματα,είπε,χάνονται.

Ο ήλιος χαμήλωνε στη δύση,το νερό χρωματίζονταν πορτοκαλί.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Βραδυαζε -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Βραδυαζε

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Βραδυαζε


Ξύπνησε,το δωμάτιο τού ξενοδοχείου ήταν  μισοσκότεινο,έξω βραδυαζε.

Σηκώθηκε.Πηγε στον καθρέφτη,κοίταξε,ένας άγνωστος άνθρωπος,χαμογέλασε.

Στα σαράντα δύο του όλα είχαν μετατραπεί σε μνήμη.

Άνθρωποι που κάποτε είχε γνωρίσει,γυναίκες που είχε ερωτευθεί,φίλοι με τους οποίους είχε ξενυχτήσει σε μπαρ,πολιτικές συζητήσεις με γελοίες βεβαιότητες για το μέλλον.

Ντύθηκε και βγήκε.

Η πόλη σιγα-σιγα νύχτωνε.

Σταμάτησε μπροστά σε ένα βιβλιοπωλείο.Ειδε ένα βιβλίο.Σκεφτηκε πως ήταν ανώφελο να το αγοράσει.

Προχωρησε.

Ύστερα πήγε σε ένα καφέ.

Ο άντρας στο διπλανό τραπέζι μιλουσε στη γυναίκα δίπλα του ασταματητα.Για τη δουλειά του,γιατί τα παιδιά που μεγαλώνουν,για ταξίδια,...

Δεν τού φάνηκε παράξενο ,

οι ανθρωποι μιλούν τόσο πολύ γιατί φοβούνται τη σιωπή.

Κάποια στιγμή σταμάτησε.

-Και εσύ; ρώτησε τη γυναίκα,πώς είσαι;

Η γυναίκα άναψε τσιγάρο.

-Δεν ξέρω,απαντησε

-Ξαναπίνεις;ρώτησε ο άντρας.

-Όχι πολύ,απάντησε η γυναίκα.

-Αυτο είναι καλό,είπε ο αντρας.

-Τίποτα δεν είναι καλό η' κακό πια,είπε η γυναίκα.

Στο σημείο εκείνο σηκώθηκε και έφυγε.

-Να μη χανόμαστε,άκουσε στο δρόμο έναν ηλικιωμένο άντρα να λέει σε μια γυναίκα ίδιας περίπου ηλικίας.

-Έχουμε ήδη χαθεί,τού είπε η γυναίκα και χάθηκε στο βάθος τού δρόμου 

Η νύχτα είχε προχωρήσει. 

Μπήκε σε ένα μπαρ,θολή ατμόσφαιρα,καπνός,τζαζ μουσική.

Κάθισε.Ουισκι.

Δίπλα του καθονταν μια νεαρή γυναίκα με μαύρο φόρεμα.

Η γυναίκα τον κοίταξε.

-Δεν είστε ο...; τον ρώτησε.

-Ημουν,απάντησε.

Τον πλησίασε,το άρωμα της τον άγγιξε.

-Περιμένετε κάποια;τον ρώτησε.

-Όχι.

-Εγω,είπε η γυναίκα,βαριέμαι να γυρίσω σπίτι.

Πήγαν σε ενα ξενοδοχείο .

Εκείνη μιλούσε για ταινίες,για τη πόλη που είχε ζήσει παιδί.

-Εσυ;τού είπε.

Τής είπε για μια γυναίκα που τής εμοιαζε,αυτο έτσι το είπε.

-Εισαι...;τού είπε.

-Δεν είμαι,τής είπε.

Η γυναίκα κάθισε στο κρεβάτι.

-Σ'αρεσει να με βλέπεις να γδυνομαι; τού είπε.

Είχαν σχέση δεκαπέντε χρόνια,εκείνος συνέχισε.

Η γυναίκα φόρεσε ένα μαύρο κομπινεζον.

-Τι σημαίνει γερνάμε;τον ρώτησε.

-Εσυ λιγότερο,τής απάντησε.

Η γυναίκα γέλασε.

Τη συνάντησε πριν ένα χρόνο,πήγαν σπίτι της,κάθησαν στη κουζίνα, τού έφτιαξε καφέ,

-Θυμασαι εκείνο το καλοκαιρι; τού είπε,ήσουνα ευτυχισμένος τότε.Τωρα;

Εκείνος δεν απάντησε.

Τού έπιασε το χέρι.

-Φοβαμαι για σένα,τού είπε.

Όταν έφυγε τον αγκάλιασε σφιχτά.

-Τηλεφώνησέ μου αύριο,τού είπε.

-Δεν τής τηλεφώνησες,είπε η γυναίκα,βάζοντας το κομπινεζον της.

Εκείνος δεν απάντησε.

Η γυναίκα πήγε στο μπανιο.

Άκουσε το νερό που κυλούσε στο κορμί της,τού φάνηκε ένας πολύ μακρυνος ήχος.

Κάτι που πέφτει.

Πριν βγει η γυναίκα από το μπάνιο εκείνος έφυγε από το ξενοδοχειο.

Περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο  του.

Η πόλη είχε αδειάσει από ανθρώπους.Ηταν λίγο πριν ξημερώσει.

Προσπέρασε έναν οδοκαθαριστη,ένα σκυλί κοιμόνταν στο πεζοδρόμιο.

Όλα θα συνέχιζαν.

Στο δωμάτιο του ανοιξε το παράθυρο.

Έξω γκριζαριζε.

Κάθισε στο κρεβάτι.

Άναψε ένα τσιγάρο.

Θυμήθηκε έκεινο το καλοκαίρι στη θάλασσα. Τη γυναίκα στο μπαλκόνι. Τη γυναίκα 

να κοιμάται γυμνή δίπλα του.

Τη γυναίκα να γελά.

Το τσιγάρο τελείωσε.

Σηκώθηκε.Και πλησίασε αργα στο παράθυρο.

Η πόλη θα ξυπνούσε χωρίς αυτόν.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Επιστροφή -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η Επιστροφή

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Enigma 

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Επιστροφή 


Η γυναίκα στη παραλία,σε λίγο θα νυχτωνε,φορούσε λευκό φορεμα


Δεκαεπτά χρόνια πριν


Εβρεχε όταν έφτασε.

Το σπίτι ήταν σκοτεινό.

Άνοιξε τη πορτα.

-Πατερα; φώναξε.

Καμιά απάντηση.

Προχωρησε στο διάδρομο,η πόρτα τής κουζίνας ήταν μισάνοιχτη.

Ο πατέρας του καθόνταν στο σκοτάδι,ακίνητος,

τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.

-Ηρθες;,είπε χωρίς να τον κοιτάξει.

Αναψε το φως.

-Δεν έπρεπε να γυρίσεις, τού είπε και σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.

Εξω ακούγονταν η θάλασσα.

-Την είδες;τον ρώτησε,

η αδελφή σου πνιγηκε.Τις νύχτες τη βλέπω,περπατά στην ακτή.


Εκείνη τη νύχτα ακουγε το νερό τής βροχής.

Ξύπνησε από έναν ήχο.

Πατήματα.Στον πάνω όροφο.

Το πάνω δωμάτιο ήταν κλειστό δεκαεπτά χρόνια.

Ήταν το δωμάτιο της.

Σηκώθηκε.Ανεβηκε τη σκάλα.Ανοιξε τη πόρτα.Το παράθυρο ήταν ανοικτό.

Άνοιξε το φως.Στο πάτωμα υπήρχαν βρεγμένες πατημασιές.

-Αργησες πολύ,μια φωνή ακούστηκε πίσω του.

Γύρισε.

Η αδελφή στέκονταν στη πορτα.Τα μαλλιά της ήταν μακριά,φορούσε λευκό φόρεμα,τα πόδια της ήταν γυμνα,βρεγμένα 

-Εσυ;τής είπε,πού ήσουν τόσα χρόνια;

-Εγω εδώ έμεινα,είπε η γυναίκα,να περιμένω.

-Τι; ρώτησε εκείνος.

-Να γυρίσεις και να πάμε στη παραλία,τού είπε και άπλωσε το χέρι.

-Ελα.


Πήγαν στη παραλία.

Είδαν μια γυναίκα με λευκό φόρεμα να περπατά μπροστά τους.

-Ποια είναι;ρώτησε εκείνος.

-Ειναι εκείνη,τού απάντησε,τώρα θέλω να φύγεις.Να μην δεις.

-Εσυ;τής είπε.

-Εγω θα μείνω,τού είπε.


Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι άκουσε τα βήματα της να πλησιάζουν στο νερό.

.

.

.

Σ-Litterature Λογοτεχνια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

.

.

Σ-Litterature Λογοτεχνια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφραζοντας

Harriet Elisabeth Beecher Stowe,

Uncle Tom's Cabin(1852)

-the end of anti-slavery novel-


Ένας ηλικιωμένος,σεβάσμιος  νέγρος,που είχε ασπρίσει καὶ τυφλωθεῖ μέσα στο κτήμα,σηκώθηκε τότε καὶ  υψώνοντας το τρεμάμενο χέρι του είπε:

'Ἂς Ευχαριστησουμε τον Κύριο.'

Καθως όλοι γονάτισαν ομοφωνα,ποτέ πιο συγκινητικό και θερμό 

Te Deum δεν υψώθηκε στα ουράνια,ακόμη κι αν παράγονταν από τον βροντωδη ήχο οργάνου,καμπάνας και κανονιων,από εκείνο που βγήκε από εκείνη την αγνή γέρικη καρδιά.

Όταν σηκώθηκαν,ένας άλλος άρχισε να ψάλλει έναν Μεθοδιστικο υμνο, τού οποίου η επωδός ηταν:

Το έτος τού Ιωβηλαίου εχει ερθει

Επιστρέψτε,εσείς απολυτρωμενοι αμαρτωλοί,σπιτι.

'Ενα πράγμα ακομα',είπε ο

Τζωρτζ,καθως σταματησε τίς ενθουσιώδεις εκδηλώσεις τού πλήθους,

'ολοι σας θυμάστε τον καλό μας γερο μπαρμπα-Θωμα.'

Ο Τζωρτζ τότε διηγήθηκε σύντομα τη σκηνή τού θανάτου του,και τον γεμάτο αγάπη αποχαιρετισμό του προς όλους στη φυτεία,και προσθεσε:

'Ήταν πάνω στον τάφο του,αδέλφια μου,που αποφάσισα,ενώπιον τού Θεού,πως ποτέ δεν θα είχα στη κατοχή μου άλλον σκλαβο,ενώ θα μπορούσα να τον ελευθερώσω,ώστε κανείς,εξαιτίας μου,να μην διατρέξει ποτέ τον κίνδυνο να χωρισθει απ'το σπίτι και τους φίλους,και να πεθάνει σε μια απομονωμένη φυτεία,όπως αυτός πέθανε.

Έτσι,όταν χαιρεστε την ελευθερία σας,να σκέφτεστε ότι την οφείλετε σ'εκεινη την καλή γέρικη ψυχή,και να το ανταποδίδετε με καλοσύνη στη γυναίκα και στα παιδιά του.

Να σκέφτεστε την ελευθερία σας κάθε φορά που βλέπετε την ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΘΩΜΑ,

κι ας είναι αυτό ένα μνημείο σ'όλους σας να θυμιζει να ακολουθείτε τα βήματα του,και να είστε έντιμοι και γεμάτοι πιστη και χριστιανοί όπως αυτός ήταν.


An aged, partriarchal negro, who had grown gray and blind on the estate, now rose, and, lifting his trembling hand said, "Let us give thanks unto the Lord!" As all kneeled by one consent, a more touching and hearty Te Deum never ascended to heaven, though borne on the peal of organ, bell and cannon, than came from that honest old heart.

On rising, another struck up a Methodist hymn, of which the burden was,

"The year of Jubilee is come,—

Return, ye ransomed sinners, home."

"One thing more," said George, as he stopped the congratulations of the throng; "you all remember our good old Uncle Tom?"

George here gave a short narration of the scene of his death, and of his loving farewell to all on the place, and added,

"It was on his grave, my friends, that I resolved, before God, that I would never own another slave, while it was possible to free him; that nobody, through me, should ever run the risk of being parted from home and friends, and dying on a lonely plantation, as he died. So, when you rejoice in your freedom, think that you owe it to that good old soul, and pay it back in kindness to his wife and children. Think of your freedom, every time you see UNCLE TOM'S CABIN; and let it be a memorial to put you all in mind to follow in his steps, and be honest and faithful and Christian as he was."

.

.

.



Enigma 

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Επιστροφή 


Η γυναίκα στη παραλία,σε λίγο θα νυχτωνε,φορούσε λευκό φορεμα


Δεκαεπτά χρόνια πριν


Εβρεχε όταν έφτασε.

Το σπίτι ήταν σκοτεινό.

Άνοιξε τη πορτα.

-Πατερα; φώναξε.

Καμιά απάντηση.

Προχωρησε στο διάδρομο,η πόρτα τής κουζίνας ήταν μισάνοιχτη.

Ο πατέρας του καθόνταν στο σκοτάδι,ακίνητος,

τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.

-Ηρθες;,είπε χωρίς να τον κοιτάξει.

Αναψε το φως.

-Δεν έπρεπε να γυρίσεις, τού είπε και σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.

Εξω ακούγονταν η θάλασσα.

-Την είδες;τον ρώτησε,

η αδελφή σου πνιγηκε.Τις νύχτες τη βλέπω,περπατά στην ακτή.


Εκείνη τη νύχτα ακουγε το νερό τής βροχής.

Ξύπνησε από έναν ήχο.

Πατήματα.Στον πάνω όροφο.

Το πάνω δωμάτιο ήταν κλειστό δεκαεπτά χρόνια.

Ήταν το δωμάτιο της.

Σηκώθηκε.Ανεβηκε τη σκάλα.Ανοιξε τη πόρτα.Το παράθυρο ήταν ανοικτό.

Άνοιξε το φως.Στο πάτωμα υπήρχαν βρεγμένες πατημασιές.

-Αργησες πολύ,μια φωνή ακούστηκε πίσω του.

Γύρισε.

Η αδελφή στέκονταν στη πορτα.Τα μαλλιά της ήταν μακριά,φορούσε λευκό φόρεμα,τα πόδια της ήταν γυμνα,βρεγμένα 

-Εσυ;τής είπε,πού ήσουν τόσα χρόνια;

-Εγω εδώ έμεινα,είπε η γυναίκα,να περιμένω.

-Τι; ρώτησε εκείνος.

-Να γυρίσεις και να πάμε στη παραλία,τού είπε και άπλωσε το χέρι.

-Ελα.


Πήγαν στη παραλία.

Είδαν μια γυναίκα με λευκό φόρεμα να περπατά μπροστά τους.

-Ποια είναι;ρώτησε εκείνος.

-Ειναι εκείνη,τού απάντησε,τώρα θέλω να φύγεις.Να μην δεις.

-Εσυ;τής είπε.

-Εγω θα μείνω,τού είπε.


Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι άκουσε τα βήματα της να πλησιάζουν στο νερό.

.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Βραδυαζε


Ξύπνησε,το δωμάτιο τού ξενοδοχείου ήταν  μισοσκότεινο,έξω βραδυαζε.

Σηκώθηκε.Πηγε στον καθρέφτη,κοίταξε,ένας άγνωστος άνθρωπος,χαμογέλασε.

Στα σαράντα δύο του όλα είχαν μετατραπεί σε μνήμη.

Άνθρωποι που κάποτε είχε γνωρίσει,γυναίκες που είχε ερωτευθεί,φίλοι με τους οποίους είχε ξενυχτήσει σε μπαρ,πολιτικές συζητήσεις με γελοίες βεβαιότητες για το μέλλον.

Ντύθηκε και βγήκε.

Η πόλη σιγα-σιγα νύχτωνε.

Σταμάτησε μπροστά σε ένα βιβλιοπωλείο.Ειδε ένα βιβλίο.Σκεφτηκε πως ήταν ανώφελο να το αγοράσει.

Προχωρησε.

Ύστερα πήγε σε ένα καφέ.

Ο άντρας στο διπλανό τραπέζι μιλουσε στη γυναίκα δίπλα του ασταματητα.Για τη δουλειά του,γιατί τα παιδιά που μεγαλώνουν,για ταξίδια,...

Δεν τού φάνηκε παράξενο ,

οι ανθρωποι μιλούν τόσο πολύ γιατί φοβούνται τη σιωπή.

Κάποια στιγμή σταμάτησε.

-Και εσύ; ρώτησε τη γυναίκα,πώς είσαι;

Η γυναίκα άναψε τσιγάρο.

-Δεν ξέρω,απαντησε

-Ξαναπίνεις;ρώτησε ο άντρας.

-Όχι πολύ,απάντησε η γυναίκα.

-Αυτο είναι καλό,είπε ο αντρας.

-Τίποτα δεν είναι καλό η' κακό πια,είπε η γυναίκα.

Στο σημείο εκείνο σηκώθηκε και έφυγε.

-Να μη χανόμαστε,άκουσε στο δρόμο έναν ηλικιωμένο άντρα να λέει σε μια γυναίκα ίδιας περίπου ηλικίας.

-Έχουμε ήδη χαθεί,τού είπε η γυναίκα και χάθηκε στο βάθος τού δρόμου 

Η νύχτα είχε προχωρήσει. 

Μπήκε σε ένα μπαρ,θολή ατμόσφαιρα,καπνός,τζαζ μουσική.

Κάθισε.Ουισκι.

Δίπλα του καθονταν μια νεαρή γυναίκα με μαύρο φόρεμα.

Η γυναίκα τον κοίταξε.

-Δεν είστε ο...; τον ρώτησε.

-Ημουν,απάντησε.

Τον πλησίασε,το άρωμα της τον άγγιξε.

-Περιμένετε κάποια;τον ρώτησε.

-Όχι.

-Εγω,είπε η γυναίκα,βαριέμαι να γυρίσω σπίτι.

Πήγαν σε ενα ξενοδοχείο .

Εκείνη μιλούσε για ταινίες,για τη πόλη που είχε ζήσει παιδί.

-Εσυ;τού είπε.

Τής είπε για μια γυναίκα που τής εμοιαζε,αυτο έτσι το είπε.

-Εισαι...;τού είπε.

-Δεν είμαι,τής είπε.

Η γυναίκα κάθισε στο κρεβάτι.

-Σ'αρεσει να με βλέπεις να γδυνομαι; τού είπε.

Είχαν σχέση δεκαπέντε χρόνια,εκείνος συνέχισε.

Η γυναίκα φόρεσε ένα μαύρο κομπινεζον.

-Τι σημαίνει γερνάμε;τον ρώτησε.

-Εσυ λιγότερο,τής απάντησε.

Η γυναίκα γέλασε.

Τη συνάντησε πριν ένα χρόνο,πήγαν σπίτι της,κάθησαν στη κουζίνα, τού έφτιαξε καφέ,

-Θυμασαι εκείνο το καλοκαιρι; τού είπε,ήσουνα ευτυχισμένος τότε.Τωρα;

Εκείνος δεν απάντησε.

Τού έπιασε το χέρι.

-Φοβαμαι για σένα,τού είπε.

Όταν έφυγε τον αγκάλιασε σφιχτά.

-Τηλεφώνησέ μου αύριο,τού είπε.

-Δεν τής τηλεφώνησες,είπε η γυναίκα,βάζοντας το κομπινεζον της.

Εκείνος δεν απάντησε.

Η γυναίκα πήγε στο μπανιο.

Άκουσε το νερό που κυλούσε στο κορμί της,τού φάνηκε ένας πολύ μακρυνος ήχος.

Κάτι που πέφτει.

Πριν βγει η γυναίκα από το μπάνιο εκείνος έφυγε από το ξενοδοχειο.

Περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο  του.

Η πόλη είχε αδειάσει από ανθρώπους.Ηταν λίγο πριν ξημερώσει.

Προσπέρασε έναν οδοκαθαριστη,ένα σκυλί κοιμόνταν στο πεζοδρόμιο.

Όλα θα συνέχιζαν.

Στο δωμάτιο του ανοιξε το παράθυρο.

Έξω γκριζαριζε.

Κάθισε στο κρεβάτι.

Άναψε ένα τσιγάρο.

Θυμήθηκε έκεινο το καλοκαίρι στη θάλασσα. Τη γυναίκα στο μπαλκόνι. Τη γυναίκα 

να κοιμάται γυμνή δίπλα του.

Τη γυναίκα να γελά.

Το τσιγάρο τελείωσε.

Σηκώθηκε.Και πλησίασε αργα στο παράθυρο.

Η πόλη θα ξυπνούσε χωρίς αυτόν.

.

.

.



Marilyn Monroe and Kid


(Εξ αφορμής τής φωτογραφίας τής Marilyn και τού παιδιού.)


(-Μια εικόνα που η Marylin δεν εζησε-)


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

το καραβάκι


Η λίμνη ακίνητη,πότε πότε ακούγονταν ένα πουλί κι έπειτα πάλι σιωπή.

Το αγόρι κρατούσε ένα μικρό ξύλινο καραβάκι.

-Θα το ρίξουμε στη θάλασσα;ρώτησε.

Η γυναίκα κουνησε το κεφάλι καταφατικα

Το παιδί γονάτισε στην άκρη τού νερού και ακούμπησε προσεκτικά το καραβάκι.

Για μια στιγμή εκείνο έμεινε ακίνητο, υστερα ένα ανεπαίσθητο ρεύμα το πήρε αργά.

Το έβλεπαν να απομακρύνεται.

-Μαμά,ρώτησε,θα γυρίσει ποτέ;

 Εκείνη εσκυψε προς το παιδί και τού χάιδεψε τα μαλλιά.

-Μερικα πραγματα,είπε,χάνονται.

Ο ήλιος χαμήλωνε στη δύση,το νερό χρωματίζονταν πορτοκαλί.

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η επιστροφή 


Μετά από είκοσι χρόνια επέστρεψε.

Η μητέρα κάθονταν στη κουζίνα. 

Φορούσε το σκούρο φόρεμα που φορούσε λίγο πριν πεθάνει,εκείνον το χειμώνα 

έβρεχε  ασταμάτητα. 

Στο τραπέζι ένα ποτήρι γάλα και ένα κόκκινο μήλο.

-Πεινας;έλα να φας,τού είπε.

Η φωνή της ήρεμη.

Κάθησε.Καθαρισε το μήλο.

-Ειχε ομίχλη,ειπε.

Πήγε στο δωμάτιο του.

Θυμήθηκε πως μέσα σε ένα γυάλινο βάζο έκλεινε μέλισσες να δει πόσο θα άντεχαν.

Ήταν οκτώ χρόνων.

Άκουγε τη βροχή.

Μπήκε μέσα ένα παιδί.

-Ποιος είσαι;τον ρώτησε.

Το παιδί έφυγε.

Είδε τη μητέρα του να πλένει τα μαλλιά της στη λεκάνη.

-Που είναι ο πατέρας;ρώτησε.

Από εκείνη τη μέρα δεν τον ξαναείδε.

Ήταν καλοκαίρι,η ζέστη αποπνικτική.Η μητέρα απλωνε τα ρούχα στο σύρμα στην 

αυλή να στεγνώσουν.

Ο πατέρας απομακρύνονταν στα χωριαφια.

-Θα γυρίσω,τού είχε πει.

Αργότερα έμαθε πως χάθηκε στο μέτωπο.

Η μητέρα δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν.

Γύρισε στο δωμάτιο του.

Εκείνη φορούσε ένα λευκό φόρεμα.

-Σου αρέσει;τού είπε.

Την είχε αγαπήσει.

Σε εκείνο το τροχαίο δυστύχημα σκοτώθηκε εκείνη.Πριν δεκαπέντε χρόνια.

Το πρωί είχαν κολυμπήσει.

Εκείνος βγήκε.Εκείνη κολυμπούσε ακόμη,σήκωσε το χέρι,τον χαιρετούσε.

Άκουσε μουσική.

Η μητέρα του χόρευε μόνη στο σαλόνι.Στο γραμμόφωνο ένα βαλς.

-Γιατι γύρισες;τον ρώτησε χωρίς να σταματήσει να χορεύει.

-Δεν ξέρω.

-Το ξέρεις.

Μια αστραπή φώτισε το χώρο.

Έπειτα σκοτείνιασε.

Το σπιτι καίγονταν.Η μητέρα έκλαιγε.Ο πατέρας έρριχνε νερό.

Η γυναίκα ήταν μέσα στους καπνους.

Οι μέλισσες μέσα στο γυάλινο βάζο ακίνητες.

Πήγε στο παράθυρο.

Ξεχώρισε μέσα στην ομίχλη τον πατέρα να κρατά από το χέρι το παιδί.

Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε.

-Πατέρα,φώναξε.

Δεν τον είδε.

Η μητέρα στεκονταν στην πόρτα τού σπιτιού,δίπλα της η γυναίκα του με το παιδί 

στην αγκαλιά.

-Σε περιμέναμε,τού είπε η γυναίκα.

Προχώρησε προς το μέρος τους.

.

.

.



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Λουκιανος,Βιων Πρασις,

Βιων Δημοπρασία

-Η Πώληση τού Πυθαγορα-


Ερμής:

Ποιον θέλεις πρώτον να παρουσιασουμε προς πώληση;


Ζευς:

Αυτόν δω τον μακρυμάλλη,από την Ιωνία,επειδή και κάπως σοβαρός μού φαίνεται.


Ἑρμης:

Ε εσύ ο Πυθαγόρειος κατέβα και παρουσιάσου προς εξέταση στους συγκεντρωμένους.

Εμπρός λοιπόν κήρυξε τον.


Ἑρμης:

Τον άριστο βίο πουλω,τον πιο σοβαρό.

Ποιος θα τον αγοράσει;

Ποιος ανώτερος από άνθρωπος θέλει να γίνει;

Ποιος θέλει να γνωρίσει την αρμονία τού σύμπαντος και πάλι να ξαναζήσει;


Ἀγοραστής:

Η εμφάνιση είναι αξιοπρεπής,

αλλά τι γνωρίζει πιο πολύ;


Ἑρμης:

Αριθμητική,αστρονομία,

μαντικη,γεωμετρία, μουσική,μαγεία,

έναν κορυφαίο μάντη βλέπεις.


Ἀγοραστής:

Επιτρέπετε να τον εξετάσω;


Ἑρμης:

Εξέτασε τον και καλή επιτυχία.


Ἀγοραστής:

Από πού είσαι;


Πυθαγόρας:

Από τη Σάμο.


Ἀγοραστής:

Και πού σπούδασες;


Πυθαγόρας:

Στην Αίγυπτο στούς εκεί σοφούς.


Ἀγοραστής:

Εμπρός λοιπόν,αν σ'αγορασω,τι θα με διδάξεις;


Πυθαγόρας:

Δεν θα σού διδάξω τίποτα,θα σε κάνω να θυμηθείς όμως.


Ἀγοράστης:

Πώς θα με κάνεις να θυμηθω;


Πυθαγόρας,:

Αφού πρωτα κάνω την ψυχή σου καθαρή και την βρωμιά από πάνω της ξεπλυνω.


Ἀγοραστής:

Λοιπόν θεώρησε πως ήδη έχω καθαρισθεί,

ποιος είναι ο τρόπος τής ανάμνησης;


Πυθαγόρας:

Κατά πρώτον μακρά ησυχία και αφωνία και για πέντε ολόκληρα χρόνια να μην μιλάς καθόλου.


Ἀγοραστής:

Ηρθ'η ώρα σου,αγαπητέ μου,τον γιο τού Κροίσου

να εκπαιδευσεις,γιατί εγώ'μαι πολυλογας,κι άγαλμα δεν θέλω να γινω,

και τι μετά τη σιωπή και τη πενταετία όμως θα γίνει;


Πυθαγόρας:

Στη μουσική και στην γεωμετρία θα εξασκηθεις.


Ἀγοραστής:

Πολύ χαριτωμένα τα λες,αν πρώτα πρέπει κιθαριστής να γίνω κι έπειτα σοφός.


Πυθαγόρας:

Έπειτα από αυτά εδω θα μάθεις να μετράς.


Ἀγοραστής:

Ξέρω και τώρα να μετραω.


Πυθαγόρας:

Πώς μετρας;


Ἀγοραστής:

Ένα,δύο,τρία,τέσσερα.


Πυθαγόρας:

Το βλέπεις;αυτά που εσύ νομίζεις τέσσερα,αυτά δέκα είναι και τρίγωνο τέλειο και ο δικός μας όρκος.

 

Ἀγοραστής:

Μα τον μέγιστο ορκο λοιπόν τών τεσσάρων,

ουδέποτε περισσοτερο θεϊκούς λόγους άκουσα ούτε πιο ιερούς.


Πυθαγόρας:

Και μετά,ξένε,θα μάθεις και περί τής γης και τού αέρα και τού ύδατος και τής φωτιας ποια είναι αυτών η φορά τής κίνησης και ποια μορφή έχουν όπως κινούνται.


Ἀγοραστής:

Δηλαδή πραγματικά η φωτια η' ο αέρας η' το νερό έχουν μορφή;


Πυθαγόρας:

Και μάλιστα εμφανή,

γιατί δεν είναι δυνατόν χωρίς μορφή και χωρίς σχήμα να κινούνται,

και επιπλέον σ' αυτά εδώ θα γνωρίσεις ότι ο θεος αριθμός είναι και νους και αρμονία.


Ἀγοραστής:

Λες θαυμασια.


Πυθαγόρας:

Και πέρα από αυτά εδώ που ήδη εχουν ειπωθεί 

και τον εαυτό σου ενώ έναν τον νομίζεις άλλον να τον βλέπεις και άλλον στην πραγματικότητα.


Ἀγοράστης:

Τι λες:άλλος είμαι κι όχι αυτός που τώρα με σένα συνδιαλέγομαι;


Πυθαγόρας:

Τώρα βέβαια είσαι αυτός,

παλιά όμως σε αλλο σώμα και με άλλο όνομα εμφανιζοσουν,και με το χρόνο πάλι σε άλλο θα μεταβεις.


Ἀγοραστής:

Αυτό λες; ότι αθάνατος  θα'μαι αλλάζοντας σε πολλές μορφές;

αλλ'αυτά δω αρκετά ειναι,

και σχετικά με  τη διατροφή τι είδους ανθρωπος είσαι;


Πυθαγόρας:

έμψυχο κανένα δεν τρώω,από δε τα άλλα ολα εκτός από τα κουκιά.


Ἀγοράστης:

για ποια αιτία; μήπως σιχενεσαι τα κουκιά;


Πυθαγόρας:

Όχι,αλλά ιερά είναι και θαυμαστή αυτών η φύση,

καταρχάς γιατί καθ'ολοκληριαν σπέρμα γέννησης ειναι

και αν ξεφλουδίσεις ένα  κουκί ενώ ακομα χλωρό είναι,θα δεις οτι μοιάζει με τα ανδρικά μόρια στη μορφή,

και αν αφού βράσουν τα αφήσεις στο σεληνόφωτο για ορισμένες νυκτες,αίμα θα κάνεις,

και το κυριότερο,στους Αθηναίους νόμος είναι με κουκιά τούς άρχοντες να εκλεγουν.


Ἀγοραστής:

Καλά όλα τα'πες και με ιερό τροπο,

αλλά γδυσου,γιατί και γυμνό να σε δω θέλω,

μα τον Ηρακλή,χρυσό το μπούτι του είναι,

θεός,και όχι κάποιος θνητός να'ναι φαινεται,

τον αγοράζω λοιπον οπωσδήποτε,

πόσο τον κοστολογείς;


Ἑρμης:

Δέκα μνες.


Ἀγοραστής:

Τόσο τον παίρνω 


Ζεύς:

Γράψε τού αγοραστή το όνομα κι από πού είναι.


Ἑρμης:

Ιταλιωτης,Ζευ,φαίνεται κάποιος να είναι απ' αυτούς στη περιοχή τού Κρότωνα και τού Ταραντα  και τής εκεί Ελλάδας,

αν και όχι ένας,αλλά τριακόσιοι σχεδόν τον αγόρασαν από κοινού.


Ζεύς:

Ας τον πάρουν άλλον να παρουσιάσουμε.


Ἑρμῆς

Tίνα πρῶτον ἐθέλεις παραγάγωμεν;


Ζεύς 

Tουτονὶ τὸν κομήτην, τὸν Ἰωνικόν, ἐπεὶ καὶ σεμνός τις εἶναι φαίνεται.


Ἑρμῆς 

Οὗτος ὁ Πυθαγορικὸς κατάβηθι καὶ πάρεχε σεαυτὸν ἀναθεωρεῖσθαι τοῖς συνειλεγμένοις.

Kήρυττε δή.


Ἑρμῆς

Tὸν ἄριστον βίον πωλῶ, τὸν σεμνότατον. τίς ὠνήσεται; τίς ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι βούλεται; τίς εἰδέναι τὴν τοῦ παντὸς ἁρμονίαν καὶ ἀναβιῶναι πάλιν;


Ἀγοραστής

Tὸ μὲν εἶδος οὐκ ἀγεννής. τί δὲ μάλιστα οἶδεν;


Ἑρμῆς

Ἀριθμητικήν, ἀστρονομίαν, τερατείαν, γεωμετρίαν, μουσικήν, γοητείαν. μάντιν ἄκρον βλέπεις.


Ἀγοραστής

ἔξεστιν αὐτὸν ἀνακρίνειν;


Ἑρμῆς

ἀνάκρινε ἀγαθῇ τύχῃ.


Ἀγοραστής

3 ποδαπὸς εἶ σύ; Πυθαγόρας

Σάμιος


Ἀγοραστής

Ποῦ δ᾽ ἐπαιδεύθης;


Πυθαγόρας

ἐν Αἰγύπτῳ παρὰ τοῖς ἐκεῖ σοφοῖσι.


Ἀγοραστής

Φέρε δέ, ἢν πρίωμαί σε, τί με διδάξει;


Πυθαγόρας

Διδάξομαι μὲν οὐδέν, ἀναμνήσω δέ.


Ἀγοράστης

Πῶς ἀναμνήσεις;


Πυθαγόρας

Καθαρὴν πρότερον τὴν ψυχὴν ἐργασάμενος καὶ τὸν ἐπ᾽ αὐτῇ ῥύπον ἐκκλύσας.


Ἀγοραστής

Καὶ δὴ νόμισον ἤδη ἐκκεκαθάρθαι με, τις ὁ τρόπος τῆς ἀναμνήσεως;


Πυθαγόρας

Τὸ μὲν πρῶτον ἡσυχίη μακρὴ καὶ ἀφωνίη καὶ πέντε ὅλων ἐτέων λαλέειν μηδέν.


Ἀγοραστής

ὥρα σοι, ὦ βέλτιστε, τὸν Κροίσου παῖδα παιδεύειν ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. τί δὲ μετὰ τὴν σιωπὴν ὅμως καὶ τὴν πενταετίαν;


Πυθαγόρας

Μουσουργίῃ καὶ γεωμετρίῃ ἐνασκήσεαι.


Ἀγοραστής

Χάριεν λέγεις, εἰ πρῶτόν με κιθαρῳδὸν γενόμενον κᾆτα εἶναι σοφὸν χρή.


Πυθαγόρας

4 Εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.


Ἀγοραστής

Οἶδα καὶ νῦν ἀριθμεῖν.


Πυθαγόρας

Πῶς ἀριθμέεις;


Ἀγοραστής

ἕν, δύο, τρία, τέτταρα.


Πυθαγόρας

ὁρᾷς; ἃ σὺ δοκέεις τέσσαρα, ταῦτα δέκα ἐστὶ καὶ τρίγωνον ἐντελὲς καὶ ἡμέτερον ὅρκιον.


Ἀγοραστής

Οὐ μὰ τὸν μέγιστον τοίνυν ὅρκον τὰ τέτταρα, οὔποτε θειοτέρους λόγους ἤκουσα οὐδὲ μᾶλλον ἱερούς.


Πυθαγόρας

Μετὰ δέ, ὦ ξεῖνε, εἴσεαι γῆς τε πέρι καὶ ἠέρος καὶ ὕδατος καὶ πυρὸς ἥτις αὐτέοισιν ἡ φορὴ καὶ ὁκοῖα ἐόντα μορφὴν ὅκως κινέονται.


Ἀγοραστής

Μορφὴν γὰρ ἔχει τὸ πῦρ ἢ ἀὴρ ἢ ὕδωρ


Πυθαγόρας

Καὶ μάλα ἐμφανέα: οὐ γὰρ οἷά τε ἀμορφίῃ καὶ ἀσχημοσύνῃ κινέεσθαι. καὶ ἐπὶ τουτέοισι δὲ γνώσεαι τὸν θεὸν ἀριθμὸν ἐόντα καὶ νόον καὶ ἁρμονίην.


Ἀγοραστής

Θαυμάσια λέγεις.


Πυθαγόρας

5 Πρὸς δὲ τοῖσδεσι τοῖσιν εἰρημένοισι καὶ σεωυτὸν [p. 458] ἕνα δοκέοντα ἄλλον ὁρεόμενον καὶ ἄλλον ἐόντα εἴσεαι.


Ἀγοράστης

Τί φής; ἄλλος εἰμὶ καὶ οὐχ οὗτος ὅσπερ νῦν πρὸς σὲ διαλέγομαι;


Πυθαγόρας

Νῦν μὲν οὗτος, πάλαι δὲ ἐν ἄλλῳ σώματι καὶ ἐν ἄλλῳ οὐνόματι ἐφαντάζεο: χρόνῳ δὲ αὖτις ἐς ἄλλον μεταβήσεαι.


Ἀγοραστής

6 Τοῦτο φής, ἀθάνατον ἔσεσθαί με ἀλλαττόμενονἐς μορφὰς πλείονας; ἀλλὰ τάδε μὲν ἱκανῶς. τὰ δ᾽ ἀμφὶ δίαιταν ὁποῖός τις εἶ;


Πυθαγόρας

ἐμψυχήϊον μὲν οὐδὲ ἓν σιτέομαι, τὰ δὲ ἄλλα πλὴν κυάμων.


Ἀγοράστης

Τίνος ἕνεκα; ἢ μυσάττῃ τοὺς κυάμους;


Πυθαγόρας

Οὔκ, ἀλλὰ ἱροί εἰσι καὶ θωυμαστὴ αὐτέων ἡ φύσις: πρῶτον μὲν γὰρ τὸ πᾶν γονή εἰσι, καὶ ἢν ἀποδύσῃς κύαμον ἔτι χ;χλωρὸν ἐόντα, ὄψεαι τοῖσιν ἀνδρείοισι μορίοισιν ἐμφερέα τὴν φυήν: ἑψηθέντα δὲ ἢν ἀφῇς ἐς τὴν σεληναίην νυξὶ μεμετρημένῃσιν, αἷμα ποιήσεις. τὸ δὲ μέζον, Ἀθηναίοισι νόμος κυάμοισι τὰς ἀρχὰς αἱρέεσθαι.


Ἀγοραστής

Καλῶς πάντα ἔφης καὶ ἱεροπρεπῶς. ἀλλὰ ἀπόδυθι, καὶ γυμνὸν γάρ σε ἰδεῖν βούλομαι. ὦ Ἡράκλεις, χρυσοῦς αὐτῷ ὁ μηρός ἐστι. θεός, οὐ βροτός τις εἶναι φαίνεται: ὥστε ὠνήσομαι πάντως αὐτόν. πόσου τοῦτον ἀποκηρύττεις;


Ἑρμῆς

Δέκα μνῶν.


Ἀγοραστής

ἔχω τοσούτου λαβών.


Ζεύς

Γράφε τοῦ ὠνησαμένου τοὔνομα καὶ ὅθεν ἐστίν.


Ἑρμῆς

Ἰταλιώτης, ὦ Ζεῦ, δοκεῖ τις εἶναι τῶν ἀμφὶ Κρότωνα καὶ Τάραντα καὶ τὴν ταύτῃ Ἑλλάδα: καίτοι οὐχ εἷς, ἀλλὰ τριακόσιοι σχεδὸν ἐώνηνται κατὰ κοινὸν αὐτόν.


Ζεύς

ἀπαγέτωσαν ἄλλον παράγωμεν.

.

.

.


.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Μηδεια


Έφυγα νύχτα από τη Κόρινθο,κρυφά στα σκοτεινα.

Αφηνα πίσω τα παιδιά μου σκοτωμενα.

Δεν με κυνηγησαν.

Οι άνθρωποι φοβούνται το μίασμα,το θεωρούν κατάρα.

Ξημέρωσα στη θάλασσα,έπλυνα τα χέρια μου,όχι το αίμα δεν φεύγει με το νερό.

Ξάπλωσα στην άμμο,ο ήλιος ανέτειλε.Πληρης ακινησία.Συλλογιστικα τη μοίρα μιας ξένης,που καταντησε φόνισσα 

Πολλοί,το ξέρω,θα με κατηγορήσουν.Μαγισσα στυγερή βαρβαρη.

Όμως πριν γίνω σύζυγος μάνα υπήρξα γυναίκα.

Περπατούσα μερες,κοντά στη θάλασσα,να μην χαθώ.Αληθεια,από τι να χαθώ; 

Κοιμομουν ανάμεσα στα βράχια,τις νύχτες έκανε κρύο.Οι ψαράδες έτσι που μ'εβλεπαν 

με λυποντουσαν,δεν με φοβονταν.

Ένας με ρώτησε ποια είμαι.

Δεν ξέρω,τού ειπα.

Την καημένη,άκουσα έναν να λέει,τρελλαθηκε.

Έψηναν ψάρια και μού εδιναν,νερό και επινα.

Μια μέρα ένας νεαρός μού εφερε φρέσκα σύκα.

-Εχεις άντρα;με ρώτησε.

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.

-Πως σε λένε;

Δεν μίλησα.

-Εισαι όμορφη,μού είπε.

Τον κοίταξα.

-Κι εσύ όμορφος είσαι,τού είπα.

Τη νύχτα κοιμηθήκαμε μαζί.

Ξημερώματα,εκείνος κοιμόνταν,έφυγα.

Σ'ένα χωριό είδα παιδιά να τρέχουν στις αυλές,να φωνάζουν,να γελουν.

Σταθηκα και τα κοιτούσα.

Θυμόμουν τη Κολχίδα, τη μέρα που πρόδωσα τον πατέρα μου,τον αδελφό μου 

να πνιγεται στη θάλασσα,

τους γάμους στην Ελλάδα.

Θυμόμουν τα παιδιά μου.

Τώρα περιπλανιέμαι μέσα στο σκοταδι.

Άδικη η εκδίκηση όταν είναι δίκαιη.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας 

Λουκιανου Επιγράμματα


Εγώ ο Λουκιανός αυτά δω έγραψα

γνωρίζοντας πως και ξεπερασμενα 

κι ανόητα ειναι,

γιατί στους ανθρώπους ανοητα ειναι

κι αυτά που σοφα

φαινονται.

Τίποτα στούς ανθρώπους καθαρή δεν είναι λογικη σκεψη,

αλλ'αυτο που εσύ θαυμαζεις,

τούτο σ'αλλους για γέλια.


Λουκιανὸς τάδ’ ἔγραψα, παλαιά τε μωρά τε εἰδώς·

μωρὰ γὰρ ἀνθρώποις καὶ τὰ δοκοῦντα σοφά.

Οὐδὲν ἐν ἀνθρώποισι διακριδόν ἐστι νόημα·

ἀλλ’ ὃ σὺ θαυμάζεις, τοῦθ’ ἑτέροισι γέλως.


Παλατινή Ανθολογία XI 410

τοῦ πωγωνοφόρου κυνικοῦ, τοῦ βακτροπροσαίτου,

εἴδομεν ἐν δείπνῳ τὴν μεγάλην σοφίαν.

(τού μουσατου κυνικού,τού μαγκοροφορου ζητιανου,είδαμε στο δείπνο τη τρανή σοφία)


Στην αρχή λοιπόν απ'τα λούπινα απείχε

και τα ραπανάκια

λέγοντας πως δεν πρέπει 

στη κοιλιά 

η αρετή να υποδουλώνεται.

όταν όμως βολβό χιονάτο

μπροστά στα μάτια είδε 

πικάντικο

που ήδη τον συνετό νου τού θολωνε

ζήτησε αντιθετα απ'τα αναμενόμενα 

και στ'αληθεια έτρωγε,

και είπε καθόλου πως ο βολβός 

την αρετή δεν βλαπτει


θέρμων μὲν γὰρ πρῶτον ἀπέσχετο καὶ ῥαφανίδων,

μὴ δεῖν δουλεύειν γαστρὶ λέγων ἀρετήν.

εὖτε δ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἴδεν χιονώδεα βόλβαν

στρυφνήν, ἣ πινυτὸν ἤδη ἔκλεπτε νόον,

ᾔτησεν παρὰ προσδοκίαν, καὶ ἔτρωγεν ἀληθῶς,

κοὐδὲν ἔφη βόλβαν τὴν ἀρετὴν ἀδικεῖν.


Θᾶττον ἔην λευκούς κόρακας πτηνάς τε χελώνας, Λουκιανού, Παλατινή Ανθολογία, 

βιβλίο 11ο, επίγραμμα 436 (AP XI 436)


XI 436 Λουκιανού


πιο πιθανό θα'ναι λευκά κοράκια

και χελώνες που πετούν να βρεις

παρά καλό Καππαδόκη ρητορα


Θᾶττον ἔην λευκοὺς κόρακας πτηνάς τε χελώνας

εὑρεῖν, ἢ δόκιμον ῥήτορα Καππαδόκην


XVI 238 Λουκιανού


σ'ερημο τόπο δώ μενα 

εστησε

τον Πριαπο,επειδή συνηθειο ειναι,ο Ευτυχιδης ξερών κλιμάτων φυλακα

κι από γκρεμό περιβάλλομαι βαθυ

κι όποιος τυχον ερθει τιποτα

να κλέψει δεν εχει

παρά μένα τον φύλακα.


Εἰς τὸ κενόν με τέθεικε, νόμου χάριν, ὧδε Πρίηπον

Εὐστοχίδης ξηρῶν κληματίδων φύλακα·

καὶ περιβέβλημαι κρημνὸν βαθύν. ὃς δ' ἂν ἐπέλθη,

οὐδὲν ἔχει κλέψαι πλὴν ἐμὲ τὸν φύλακα.


XI 432 Λουκιανού


ἔσβεσε τὸν λύχνον μῶρος, ψυλλῶν ὑπὸ πολλῶν

δακνόμενος, λέξας: οὐκέτι με βλέπετε


ένας ανόητος το λυχναρι εσβησε

επειδή ψύλλοι πολλοί 

τον δάγκωμαν

λέγοντας:δεν με βλέπετε πια.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Συνεβει


Ο διάδρομος ήταν μακρύς,οι λάμπες σε ίσες αποστάσεις,πίνακες με πορτρέτα ανθρώπων,

το ξενοδοχείο ήταν δίπλα στη θάλασσα,στη μεγάλη αίθουσα γυναίκες και άντρες,

οι γυμνοί ώμοι τών γυναικών,τα μαύρα κουστούμια τών αντρών,

πήγε στη γυναικα που στέκονταν σε ένα από τα παράθυρα με ένα ποτήρι ποτό,είδε 

τα χέρια της,λευκά γάντια,τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά,

-πέρυσι φύγαμε μαζί,τής είπε,

Η γυναίκα δεν απαντησε.

-το θυμάσαι;ηταν στο τέλος τού καλοκαιριού.

Η γυναίκα κοίταζε έξω από το παράθυρο,τον κήπο,τα δέντρα,τα μονοπάτια,περπάτησαν στον κήπο κάτω από τα μαρμάρινα αγάλματα,

-τι γεωμετρική ακινησία σ'αυτον τον λαβύρινθο,σχολίασε εκείνος.

-δεν ήμουν εδώ πέρυσι,είπε η γυναικα.

Όταν γύρισαν επαιζαν στη ρουλέτα έπαιζαν,πόνταρε στο κόκκινο στον αριθμό 7,

κέρδισε ένα μικρο πόσο,το άφησε,

-ειχα ποντάρει εκ τών προτέρων να χάσω,είπε.

Δεν ήταν δίπλα του 

Την είδε στο βάθος να μιλάει με κάποιον αντρα,

πλησίασε,τούς έβλεπε στο καθρέφτη,

-μού είπες ότι φοβοσουν,άκουσε τον άντρα να τής λέει.

-οχι,απάντησε εκείνη,δεν φοβόμουν.

Η γυναίκα ακούμπησε το ποτήρι πάνω στο τραπέζι,

και απομακρύνθηκε,ο άντρας την ακολούθησε,

-είχες υποσχεθεί πως θα φύγεις μαζί μου,τής φώναξε,

Την έφτασε.Την αρπαξε απ'τους ώμους.

-ο άντρας σου κοιμόνταν, τής είπε,

-δεν έχω αντρα,τού είπε.

Η γυναίκα τον έσπρωξε.

-ασε με,με πονάς

Στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες τού ξενοδοχείου,σε μία απ' αυτές,η γυναίκα στεκονταν μπροστά στην κεντρική είσοδο,ο άντρας τής έδειξε τη φωτογραφία.

-βλέπεις;ησουν εδώ.

-δεν είμαι εγώ.

Αργότερα περπατούσαν στον κήπο,κάτω από τις σκιές τών αγαλμάτων,η γυναίκα 

φορούσε ενα μακρύ λευκό φορεμα.

-ηταν μεσημερι,τής είπε.

-τώρα είναι μεσημέρι,τού είπε.

-σ'εκείνο το σημείο τού κήπου κανένας δεν μπορούσε να μας δεί,είπε ο άντρας.

Φτάσανε στο άγαλμα με τούς δύο ίππους.

-θα ερθω μαζί σου,τού είπε η γυναίκα 

Η γυναίκα άγγιξε το πέτρινο βάθρο.

-δεν θυμάμαι.

-προσπαθείς να ξεχάσεις.

-οχι.

Στο τέλος τού μονοπατιού υπήρχε μια μικρη λίμνη,τα δέντρα καθρεφτίζονταν 

ακίνητα.

Η γυναίκα είπε:

-αν φύγαμε μαζί,τότε γιατί είμαι παλι εδώ;

Ο.ανυρας δεν απάντησε.

Από μακριά ακουγόταν μουσική.

Όταν επέστρεψαν στο ξενοδοχείο,η αίθουσα ήταν άδεια.

Ο άντρας είπε:

-αύριο θα φύγουμε.

-πού θα πάμε;

Ανέβηκαν στον πάνω όροφο,μια πόρτα ήταν μισάνοιχτη,από μέσα βγήκε μιά 

γυναίκα με μια βαλιτσα,η γυναίκα προχώρησε στο μακρύ διάδρομο με τα πορτρέτα 

τών ανθρωπων.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Σοφιστικές Ιστορίες


1.

Ο φιλόσοφος που περιφρονούσε το σωμα.


Στην αγορά τής Αθήνας ένα φιλόσοφος μιλούσε περί πολλού για την περιφρόνηση τού σώματος.

Το σώμα,έλεγε στη διδαχή του,είναι ο ταφος τής ψυχής.

Η ηδονή είναι η αλυσίδα τής δουλείας μας.

Η ομορφιά είναι παγίδα αφροσυνης.

Εκείνη την ώρα είδε να πλησιάζει μια όμορφη εταίρα.

Τότε έβγαλε γρήγορα ένα καθρέφτη και άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά του,να τακτοποιεί τη γενειάδα του συμμετρικά.

Ένας νεαρός που τον είδε να κάνει αυτό τον ρώτησε:

-Δάσκαλε,αφού το σώμα είναι τάφος τής αρετης, γιατί στολίζεις τόσο επιμελώς τον τάφο;

-Μωρο παιδαριο,είπε ο φιλόσοφος.Άλλο να περιφρονείς τη ζωή κι άλλο να κυκλοφορείς άσχημος.

.

.

2.

Ο πλούσιος στον Άδη.


Ένας πλούσιος πέθανε και κατέβηκε στον Άδης φορώντας χρυσά δαχτυλίδια,πορφυρό ιμάτιο και αρωματισμένος.

Ο βαρκάρης τού Αδη τον κοίταξε και γέλασε.

-Πού πηγαίνεις έτσι;

-Όπως βλέπεις,είπε ο νεκρός,υπήρξα άνθρωπος μεγάλης αξίας.

-Κι εδώ τι σημασία έχει;

-Είχα δούλους,κτήματα, συμποσιαστές,ποιητές που με εγκωμίαζαν.

-Ωραία ολ'αυτα,είπε ο βαρκάρης.Μηπως έφερες κάτι αλλο μαζί σου εκτός από τη δυσωδία τού μύρου;

Ο νεκρός έβγαλε χρυσό νομίσματα.

-Λαβε,είπε στον βαρκάρη,έτσι θα έχω πολυ καλύτερη θέση από τούς φτωχούς.

Τότε ένας σκελετός που εκεί κοντά κείτονταν  σήκωσε το κρανίο του και τού είπε:

-Αλλιμονο άνθρωπε μου,δεν κατάλαβες ότι εδώ όλοι φορούμε το ίδιο πρόσωπο;

Ο βαρκάρης τού Άδη συνέχισε να σπρωχνει τη βάρκα στο σκοτάδι.

Και τότε ο πλούσιος κατάλαβε ότι οι άνθρωποι ανεβαίνουν στη γη γυμνοί και κατεβαίνουν κάτω από τη γη πάλι γυμνοί.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Ιστορίες τού κ.Κ)

Κρίσιμες Εκδοχές 


-ο κ.Κ είπε:

η ανθρωποτητα πλέον πρέπει να ανομαστει απανθρωποτητα.


ο κ.Κ

χάρισε σε κάποιον 100 ευρώ,

αυτό το έκανε όχι από φιλανθρωπία,αλλά για να μην αγοράσει κάτι που δεν το 

έχει ανάγκη.


ο κ.Κ είπε

πώς κάποιος αγαπούσε μια γυναίκα από τις φωτογραφίες της.

Έτσι θα διαρκέσει ο έρωτας πιο πολύ.


ο κ.Κ σχολίασε:

οι μονομάχοι περνώντας μπροστά από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα σήκωναν τα χέρια 

σε χεαιρετισμο και φώναζαν:

Ave Imperator,morituri te salutant

(Αβε Ιμπερατορ,οι μελλοθάνατοι σε χαιρετουν),

ο αυτοκράτορας ήταν αυστηρός δεν συμπαθούσε την ειρωνία,

απλώς τού άρεσε να τού υπενθυμίζεται η θνητότητα τού ανθρώπου.


ο κ.Κ είπε πως ο Οδυσσέας από όλους τούς συντρόφους πιο πολύ ζήλεψε,κι αυτών 

την τύχη θα'θελε,αυτούς που πήδηξαν από το καράβι να πάνε στο νησί τών Σειρηνων 

και πνιγηκαν.


ο κ.Κ αναφέρθηκε ότι η λεξη:

hronrade

από το έπος Beowulf(8ος με 11ος αιώνας μ.Χ)

στα αρχαία Αγγλικά.

είναι ποιητική μεταφορά  τής θάλασσας:

δρόμος φαλαινων,

(ofer hronrade πάνω στο δρόμο τών φαλαινών.)

Στον Όμηρο έχουμε για τη θάλασσα τις εκφράσεις:

-οἶνοψ πόντος

(βαθυκόκκινη θάλασσα,

όπως το χρωμα κρασιου)

-ἰχθυόεσσα θάλασσα

(η γεμάτη ψάρια θάλασσα)

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφραζοντας Harriet Elisabeth Beecher Stowe, Uncle Tom's Cabin(1852) -the end of anti-slavery novel- -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφραζοντας

Harriet Elisabeth Beecher Stowe,

Uncle Tom's Cabin(1852)

-the end of anti-slavery novel-

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφραζοντας

Harriet Elisabeth Beecher Stowe,

Uncle Tom's Cabin(1852)

-the end of anti-slavery novel-


Ένας ηλικιωμένος,σεβάσμιος  νέγρος,που είχε ασπρίσει καὶ τυφλωθεῖ μέσα στο κτήμα,σηκώθηκε τότε καὶ  υψώνοντας το τρεμάμενο χέρι του είπε:

'Ἂς Ευχαριστησουμε τον Κύριο.'

Καθως όλοι γονάτισαν ομοφωνα,ποτέ πιο συγκινητικό και θερμό 

Te Deum δεν υψώθηκε στα ουράνια,ακόμη κι αν παράγονταν από τον βροντωδη ήχο οργάνου,καμπάνας και κανονιων,από εκείνο που βγήκε από εκείνη την αγνή γέρικη καρδιά.

Όταν σηκώθηκαν,ένας άλλος άρχισε να ψάλλει έναν Μεθοδιστικο υμνο, τού οποίου η επωδός ηταν:

Το έτος τού Ιωβηλαίου εχει ερθει

Επιστρέψτε,εσείς απολυτρωμενοι αμαρτωλοί,σπιτι.

'Ενα πράγμα ακομα',είπε ο

Τζωρτζ,καθως σταματησε τίς ενθουσιώδεις εκδηλώσεις τού πλήθους,

'ολοι σας θυμάστε τον καλό μας γερο μπαρμπα-Θωμα.'

Ο Τζωρτζ τότε διηγήθηκε σύντομα τη σκηνή τού θανάτου του,και τον γεμάτο αγάπη αποχαιρετισμό του προς όλους στη φυτεία,και προσθεσε:

'Ήταν πάνω στον τάφο του,αδέλφια μου,που αποφάσισα,ενώπιον τού Θεού,πως ποτέ δεν θα είχα στη κατοχή μου άλλον σκλαβο,ενώ θα μπορούσα να τον ελευθερώσω,ώστε κανείς,εξαιτίας μου,να μην διατρέξει ποτέ τον κίνδυνο να χωρισθει απ'το σπίτι και τους φίλους,και να πεθάνει σε μια απομονωμένη φυτεία,όπως αυτός πέθανε.

Έτσι,όταν χαιρεστε την ελευθερία σας,να σκέφτεστε ότι την οφείλετε σ'εκεινη την καλή γέρικη ψυχή,και να το ανταποδίδετε με καλοσύνη στη γυναίκα και στα παιδιά του.

Να σκέφτεστε την ελευθερία σας κάθε φορά που βλέπετε την ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΘΩΜΑ,

κι ας είναι αυτό ένα μνημείο σ'όλους σας να θυμιζει να ακολουθείτε τα βήματα του,και να είστε έντιμοι και γεμάτοι πιστη και χριστιανοί όπως αυτός ήταν.


An aged, partriarchal negro, who had grown gray and blind on the estate, now rose, and, lifting his trembling hand said, "Let us give thanks unto the Lord!" As all kneeled by one consent, a more touching and hearty Te Deum never ascended to heaven, though borne on the peal of organ, bell and cannon, than came from that honest old heart.

On rising, another struck up a Methodist hymn, of which the burden was,

"The year of Jubilee is come,—

Return, ye ransomed sinners, home."

"One thing more," said George, as he stopped the congratulations of the throng; "you all remember our good old Uncle Tom?"

George here gave a short narration of the scene of his death, and of his loving farewell to all on the place, and added,

"It was on his grave, my friends, that I resolved, before God, that I would never own another slave, while it was possible to free him; that nobody, through me, should ever run the risk of being parted from home and friends, and dying on a lonely plantation, as he died. So, when you rejoice in your freedom, think that you owe it to that good old soul, and pay it back in kindness to his wife and children. Think of your freedom, every time you see UNCLE TOM'S CABIN; and let it be a memorial to put you all in mind to follow in his steps, and be honest and faithful and Christian as he was."

.

.

.

Σάββατο 9 Μαΐου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Ένα απόγευμα με την Ελένη -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Ένα απόγευμα με την Ελένη

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ένα απόγευμα με την Ελένη


Η Ελένη καθονταν δίπλα στό παράθυρο,στό τραπέζι υπήρχαν βιβλία ιστορίας τέχνης, σημειώσεις,τσιγάρα,μία κούπα καφέ πού είχε κρυώσει από ώρα.

Έγραφε μια εργασία γιά τό έργο τού Rembrandt van Rijn:Το Μάθημα Ανατομίας

τού Δρ. Τουλπ.

Αυτός ο πίνακας την τρομαζε,οχι ο νεκρός.αλλα οι ζωντανοί.

Εκείνα τά πρόσωπα πού σκύβουν πάνω από τό νεκρό σώμα 

σαν νά μήν εξετάζουν έναν νεκρό άνθρωπο αλλά τό μυστηριο τής ύπαρξης.

Η Ελένη σημείωσε:

Στον πίνακα:The Anatomy Lesson of Dr. Nicolaes Tulp ο Rembrandt δεν...

Σταμάτησε.

Έσβησε τήν πρόταση.

Από τό ανοιχτό παράθυρο ακούγονταν παιδιά πού έπαιζαν κάπου μακριά.

Απογευμα.

Σηκώθηκε.

Βγήκε έξω.

Στην στάση τού τραμ περίμενε ένας άντρας με γκρίζα γάντια.

Κρατούσε μιά εφημερίδα διπλωμένη.

-Πηγαίνετε κάπου συγκεκριμένα;τήν ρώτησε χωρίς να τήν κοιτάξει.

-Όχι,είπε εκείνη.

-Κανεις δεν είναι ελεύθερος να πάει κάπου, τής είπε.

Ήρθε το τραμ,μπήκε μέσα,απέναντι της κσθονταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που 

κοιτούσε το αριστερο της χερι.Σ'αυτο ο δείκτης και ο αντίχειρας ήταν ενωμένα με 

μια μεμβράνη.Ενιωσε ντροπή,έκλεισε τα δάκτυλα.Η γυναίκα έπαψε να κοιτάει.

Σκέφτηκε το χέρι τού νεκρού στον πίνακα,

τον τένοντα πού σηκώνει ο Δρ. Τουλπ.

Κατέβηκε και πήγε στη θάλασσα,από τα βράχια σηκώθηκαν οι γλάροι,

Μπροστα της πέρασε μια κοπελα κουτσαίνοντας ελαφρά.

Η Ελένη την παρακολούθησε.

 Η κοπέλα μπήκε στο νερό και σήκωσε τη φούστα της ψηλά για να μήν βραχεί.

Στάθηκε ακίνητη.

Η Ελένη θυμήθηκε την Gerty MacDowell από τον Ulysses.

Η Ελένη αισθάνθηκε ότι κάποιος τήν κοιτούσε.

Γύρισε.

Ένας άντρας στεκονταν πιο πέρα,μέσα στην ομίχλη.

Δεν μπορούσε να δει τό πρόσωπό του,αλλά αισθάνθηκε πάνω της τό βλέμμα του να 

τής αγγίζει τό σώμα.

Ντράπηκε.

Απομακρύνθηκε από την άλλη πλευρά.

Μπήκε σ’ένα μπαρ κοντά στό λιμάνι,ένα γραμμόφωνο έπαιζε ένα γερμανικό τραγουδι:

Muss i denn.

Όταν τα μάτια της συνήθισαν στο χαμηλό φωτισμό και στους καπνους είδε στο βάθος μια γυναίκα μονη.

Φορούσε καπέλο,μαύρα γάντια και καπνιζε.

Το πρόσωπό της είχε μια ψυχρή λάμψη.

Η Ελένη σκέφτηκε την Marlene Dietrich.

Η άγνωστη γυναικα τήν κάλεσε με ένα νεύμα.

Πήγε.

-Άργησες,τής είπε.

-Με ξέρετε;

-Όλοι γνωρίζουν κάποιον πριν τον συναντήσουν. Μετά απογοητεύονται.

Η φωνή της ήταν βραχνή. 

Η Ελένη κάθισε απέναντί της.

-Γιατι σε ενδιαφέρουν οι  νεκροί άντρες; είπε η γυναίκα.

Δεν απάντησε.

Η γυναίκα χαμογέλασε,ο καπνός τού τσιγάρο τής κάλυψε το πρόσωπο.

-Ξερεις γιατι; τής είπε,γιατί οι νεκροί αντρες δεν εγκαταλείπουν ποτέ μια γυναίκα.

Έξω,είδε στο τζάμι,είχε αρχίσει να βρέχει.

Η γυναικα άναψε τσιγάρο.

Λίγο αργότερα η Ελένη βρεθηκε μπροστά σ’ ένα τεράστιο κτίριο κοντά στο κέντρο.

Στην πόρτα είδε τον άντρα τού τραμ.

-Σας περιμένουν,τής ειπε,και αναμερισε να περάσει.

Η Ελένη μπήκε μέσα,ανέβηκε έναν οροφο,ένας μακρύς διάδρομος,άνοιξε μια πόρτα,

ένας άντρας έγραφε σε ένα γραφείο,

-Αργησατε,τής είπε χωρίς να σηκώσει το κεφαλι.

Αν καθίστε να ξερετε πως κανένας δεν θα σας καλέσει.

Κάθησε σε μια καρέκλα,στους τοίχους ήταν πορτραίτα ανθρώπων,για να περάσει 

η ώρα χαζευε με τα χαρακτηριστικά τους.

Άκουσε βήματα.

Ο άντρας με τά γκρίζα γάντια στεκόταν στην πόρτα.

-Πως βγαίνω;ρώτησε.

-Απο που;ρώτησε ο αντρας στο γραφείο.

Η Ελένη σηκώθηκε και βγήκε,εκείνος την ακολούθησε στον διάδρομο.

-Ξέρετε γιατί ο πίνακας τού Ρέμπραντ είναι τόσο τρομακτικός;τής είπε.

-Γιατί;ρώτησε εκείνη.

-Επειδή όλοι κοιτούν τον νεκρό,απάντησε εκείνος.

Εκτός από έναν,που μάς κοιτα.

Κατέβηκε τη σκαλα,στο διάδρομο άνοιξε μια πόρτα.

Στην αίθουσα είδε ένα νεκρό σώμα πάνω σε ένα τραπεζι,γύρω του σκυμμένοι άνθρωποι κρατούσαν σημειώσεις.

Παρατήρησε πως ο γιατρός ήταν ο αντρας τού τραμ με τα γκρίζα γάντια.

Είδε τη γυναίκα τού μπαρ να μπαίνει με τη κοπέλα τής παραλίας.

-Αυτο είναι ένα μάθημα ανατομίας,είπε στην Ελένη.

-Αυτος ο νεκρός αντρας είναι ο άντρας πού με κοιτούσε στη παραλία,

είπε η κοπέλα και σήκωσε ψηλά τη φούστα της.

-Ωραια,καλλιγραμμα ποδια,είπε εκείνος ο άντρας που τούς κοιτούσε. 

Οι μαθητές τής ανατομίας σήκωσαν τα κεφάλια τους  και γελασαν.

Όταν η Ελένη βγήκε τελικά από τό κτίριο είχε νυχτώσει.

Γύρισε σπίτι περπατώντας.

Ξενύχτησε γράφοντας την εργασία της.

.

.

.

GREEK POETRY -Τής Αγάπης POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Τής Αγάπης
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τής Αγάπης


καὶ τότε τὸ βουνὸ συνθεμελα εσειστη

κι απ'τα γκρεμνα ανέβαιναν ψηλά φωτιές

οταν εφάνη καβάλα στ'αλογο ο ακρίτας 

γιὰ σένα λυγερη όλο τον κόσμο αναγυρισα

και τα τρομερά τού δάσους αντιπαλεψα θηρία 

τι σένα να'χω μού τάξανε γυναικα ταιρι

απ'την αγαπη ο θάνατος πιο δυνατός δεν ειναι

τ'ατσαλενια σιδερα τής φυλακής λυγαει 

τις πόρτες τις βαριες ορθανοιχτα ανοιγει

ομορφη κόρη από φυλακή ελευτερωνει

κι εκείνη απ'τον λαιμό χρυσό βγάζοντας σταυρό 

σ'αυτον αγιο φυλακτό τον δινει

και στ'αλογο ανεβάζοντας την πήρε 

στην άκρη τών ακρών βασίλισσα του

.

.

.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Auschwitz concentration camp τής ανθρωπότητας -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Auschwitz concentration camp τής ανθρωπότητας

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Auschwitz concentration camp τής ανθρωπότητας


Ενας άντρας περπατά 

ανάμεσα στα μπλοκ τών κρατουμένων αμίλητος,κοιτάζει την αβυσσο,τη βιομηχανία θανάτου,σκύβει σε ένα σωρό από παπούτσια,αγγίζει ένα μικρό παιδικό κόκκινο παπούτσι,το χέρι του τρεμει,

-εδω,σκέφτηκε,

συντριφτηκαν τα πόδια του,τα έλιωσαν,

μπήκε σε ένα θάλαμο,η μυρωδιά τής καμένης σάρκας,άγγιξε τον τοίχο,

τον γρατσουνισε όπως αυτοί,μάτωσαν τα νύχια του,

άκουσε τις κραυγές τους,

κραυγές,κραυγές,κραυγές,

τούς είδε με τις στολές,φώναζαν διαταγές,να εκτελεστεί η οργανωμενη βαρβαροτητα.


εκείνη τη μέρα έγραψε:


περπάτησα εκεί όπου τελειωσε η ανθρωπότητα 

Ο θάνατος τού ανθρώπου.

Εδώ.

Στο Άουσβιτς.

Εδώ που οι άνθρωποι καηκαν.

Οι δολοφόνοι τους άκουγαν μουσική το βράδυ 

και

όλα τα είχαν με απόλυτη τεχνική σχεδιασμένα:

Οι θάλαμοι.

Οι κατάλογοι.

Οι αποτεφρώσεις.

Ο χρόνος καύσης ανά σώμα.

Η αποδοτικότητα τής ψυχρής  αποτελεσματικότητας.

Χρειάζονταν εκατομμύρια πτώματα για να αισθανθούν.


Με έντυσαν με στολή,με διέταξαν:

-σκότωσε τώρα.

να υπηρετώ σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,να απαιτω εξασκώντας βία μαζική υπάκουη,


τώρα μονος,κανείς ποτέ πια δεν θα με ονομάσει άνθρωπο.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Ο Friedrich Nietzsche για τον Martin Heidegger -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Ο Friedrich Nietzsche για τον Martin Heidegger

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ο Friedrich Nietzsche για τον Martin Heidegger 


Δεν θα τον κατακρινω ως έναν απλό οπορτουνιστή ή ως έναν κοινό ιδεολόγο τού ναζισμού,γιατί βλεπω κάτι βαθύτερο και τραγικότερο: 

έναν φιλόσοφο που προσπάθησε να μετατρέψει την οντολογία σε ιστορικό πεπρωμένο 

και τελικά παρασύρθηκε από την ίδια τη μέθη τής Ιστορίας,

εγώ μισω,απεχθανομαι, τις μάζες,αλλά μισω ακόμη περισσότερο το κράτος,το κράτος είναι το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα,ο ναζισμός, αντίθετα,ήταν η απόλυτη λατρεία τού κράτους,τής φυλής,τής συλλογικής ταυτότητας,τής ιστορικής αποστολής τού έθνους,ο Χάιντεγκερ πίστεψε για ένα διάστημα πως μέσα στο εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα υπήρχε η δυνατότητα μιας 'πνευματικής αναγέννησης' τής Γερμανίας,πως ο λαός θα μπορούσε να ξαναβρεί μια αυθεντική σχέση με το Είναι,με τη γη,με τη μοίρα του,εγώ θα έβλεπα μια μοιραία αυταπάτη: 

τη στιγμή που ένας φιλόσοφος άφησε τη σκέψη να υποταχθεί στη μεταφυσική τής συλλογικής ταυτότητας,

θα τού έλεγα:

εσύ,που μιλούσες για αυθεντικότητα,πώς πίστεψες σε μια εποχή σημαιών,παρελάσεων και κραυγών; πώς μπόρεσες να θεωρήσεις ότι η αλήθεια τού Είναι κατοικεί μέσα σε στολές;

γιατί εγώ παρά τις παρερμηνείες,που μού έγιναν,ημουν βαθιά αντιεθνικιστής,περιφρονούσα τον γερμανικό σωβινισμό στην εποχή μου,χλεύαζα τον αντισημιτισμό,μισούσα τον όχλο,είτε αυτός εμφανιζονταν ως σοσιαλιστική μάζα είτε ως εθνικιστικό πλήθος,

ο υπεράνθρωπος μου δεν ήταν στρατιώτης ενός κράτους,ήταν μια μοναχική μορφή δημιουργίας,ένας άνθρωπος που ξεπερνά τον εαυτό του,όχι ένας κομματικός πιστός,

ο Χάιντεγκερ όμως,στον πρυτανικο του λόγο το 1933,μίλησε για το πεπρωμένο τού γερμανικού λαού με σχεδόν μυστικιστικούς όρους,εκεί ακριβώς αναγνωριζω ένα παλιό πρόβλημα τής γερμανικής μεταφυσικής: 

την ανάγκη να μετατρέπεται η σκέψη σε αποστολή,η φιλοσοφία σε σωτηριολογία,εγω ήθελα να γκρεμίσω τα είδωλα,ο Χάιντεγκερ,έστω προσωρινά,βοήθησε να χτιστεί ένα νέο είδωλο, ιστορικό και πολιτικό,

ισως η πιο σκληρή κριτική μου γι'αυτον να μην αφορω καν τη στράτευση του στον ναζισμό, αλλά τη μεταγενέστερη σιωπή του,ο Χάιντεγκερ, μετά την κατάρρευση τού Τρίτου Ράιχ,δεν μίλησε ποτέ με καθαρή μεταμέλεια,εμοιαζε να θεωρεί την καταστροφή μέρος μιας γενικότερης 'λήθης τού Είναι',σαν το Άουσβιτς να ήταν σύμπτωμα τής τεχνικής εποχής και όχι και προσωπική ηθική αποτυχία,

αλήθεια,μισω αυτή τη φυγή προς την αφαίρεση,

θα τού έλεγα πως ίσως πίσω από τις πυκνές έννοιες,πίσω από τη γλώσσα τής οντολογίας, κρύβεται τελικά μια αδυναμία να αντικρίσει κανείς το συγκεκριμένο ανθρώπινο γεγονός,γιατι απαιτω από τον φιλόσοφο να αναλαμβάνει το βάρος τής μοίρας του προσωπικά,να λέει 'ναι' ακόμη και στο σφάλμα του,να μη χάνεται μέσα σε απρόσωπες ιστορικές αναγκαιότητες,

και ίσως εκεί να βρισκεται η βαθύτερη καταδίκη,ο Χάιντεγκερ επιχείρησε να σκεφτεί το Είναι πέρα από την ηθική, όμως εγώ θα τού απαντούσα πως όταν ο φιλόσοφος πλησιάζει την εξουσία χωρίς τραγική επίγνωση,η σκέψη μετατρέπεται εύκολα σε μυστικισμό τής δύναμης, και τότε η φιλοσοφία παύει να είναι σφυρί που θρυμματίζει είδωλα, γίνεται ηχώ μιας εποχής που λατρεύει τα δικά της τέρατα,

όχι,δεν τον βλέπω τελικά,ως προδότη τής φιλοσοφίας αλλά ως τραγική μορφή της: 

έναν στοχαστή που πλησίασε υπερβολικά την άβυσσο τής Ιστορίας και, αντί να την αντικρίσει,να την αντιμετωπίσει,μιλουσε γι'αυτη σαν να ήταν το πεπρωμένο.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Interaction on: Rose für Direkte Demokratie τού Joseph Beuys -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Interaction on:

 Rose für Direkte Demokratie τού Joseph Beuys

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Joseph Beuys-Rose für Direkte Demokratie


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Interaction on:

 Rose für Direkte Demokratie τού Joseph Beuys 


Το έργο Rose für Direkte Demokratie του Joseph Beuys(at docoumeta 5 Kassel Germany,1972) εντάσσεται στον ευρύτερο στοχασμό τού καλλιτέχνη πάνω στη σχέση ανάμεσα στη φύση, την πολιτική και τη δυνατότητα μιας ριζικής επαναθεμελίωσης τής δημοκρατίας ως ζωντανού οργανισμού και όχι ως τυπικού θεσμικού μηχανισμού.

Η εικόνα τηςς τριανταφυλλιάς που τοποθετείται μέσα σε ένα διαφανές,εργαστηριακό δοχείο μέτρησης δημιουργεί εξαρχής μια ένταση:

το ζωντανό στοιχείο τής φύσης παγιδεύεται μέσα σε ένα περιβάλλον επιστημονικής καταγραφής,σχεδόν ψυχρής ουδετερότητας. Η τριανταφυλλια, εύθραυστη αλλά ταυτόχρονα φορτισμένη με έντονο συμβολισμό, δεν παρουσιάζεται ως διακοσμητικό αντικείμενο αλλά ως 'πολιτικό σώμα' που αντιστέκεται στη μετρησιμότητα,στη λογική τής ποσοτικοποίησης και τής ελέγξιμης πραγματικότητας.

Στη σκέψη τού Beuys,η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα σύστημα διακυβέρνησης αλλά μια διαρκής διαδικασία διαμόρφωσης τής κοινωνίας μέσω τής ανθρώπινης δημιουργικότητας,αυτό που ο ίδιος ονόμαζε 'κοινωνική γλυπτική'. 

Η τριανταφυλλια,ως σύμβολο ζωής,αγάπης αλλά και τραύματος καθώς φέρει αγκάθια, λειτουργεί εδώ ως υλικό- φορέας αυτής τής ιδέας: η δημοκρατία δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά κάτι εύθραυστο,που χρειάζεται φροντίδα, συμμετοχή και συνεχή αναδιαμόρφωση.

Το γυάλινο δοχείο,από την άλλη, παραπέμπει σε μια επιστημονική,ίσως και ψυχρή,αντιμετώπιση τού ζωντανού.

Έτσι δημιουργείται ένα διπλό επίπεδο ανάγνωσης:

από τη μία η φύση ως ζωντανή δύναμη,από την άλλη η κοινωνία που επιχειρεί να την περιορίσει,να την μετρήσει,να την εντάξει σε δομές ελέγχου.

Η ένταση αυτή αντανακλά την πολιτική αγωνία τού Beuys:

τη σύγκρουση ανάμεσα στη ζωντανή δημοκρατία και στους μηχανισμούς τυποποίησης τής εξουσίας.

Το έργο μπορεί να ιδωθεί και ως μια σιωπηλή προειδοποίηση:

η δημοκρατία,όπως και το άνθος,δεν είναι αυτονόητη ούτε σταθερή. Είναι ένα εύθραυστο βιολογικό και κοινωνικό φαινόμενο που μπορεί να μαραθεί αν αποκοπεί από τη ζωντανή συμμετοχή τών ανθρώπων.

Η 'τριανταφυλλιά για την άμεση δημοκρατία' δεν είναι επομένως απλώς ένα αντικείμενο τέχνης, αλλά μια πρόταση ύπαρξης:

μια πρόσκληση να ξανασκεφτούμε την πολιτική ως κάτι οργανικό, αισθητικό και βαθιά ανθρώπινο.

Κάτι που,κάθε άνθρωπος,με πολύ απλό τρόπο μπορεί να βάλει στο τραπέζι τού σπιτιου του.

Αφού κατά τον Joseph Beuys:

-Jeder Mensch ist ein Künstler-

Κάθε άνθρωπος είναι ενας καλλιτέχνης.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Οικολογικη Διασταση τού Joseph Beuys -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η Οικολογικη Διασταση τού Joseph Beuys

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Joseph Beuys


χ.ν.κουβελης c n.couvelis

Η Οικολογικη Διασταση τού Joseph Beuys


Ο Joseph Beuys υπήρξε μία από τις πιο ιδιομορφες και ριζοσπαστικές μορφές τής ευρωπαϊκής τέχνης του 20ού αιώνα. 

Η οικολογική διάσταση του έργου του δεν αποτελεί ένα περιφερειακό ή διακοσμητικό στοιχείο τής δημιουργίας του, αντίθετα,βρίσκεται στον πυρήνα τής σκέψης του. Για τον Beuys,η φύση δεν ήταν απλώς θέμα αναπαράστασης αλλά ένας ζωντανός οργανισμός μέσα στον οποίο ο άνθρωπος συμμετέχει ηθικά, πολιτικά και πνευματικά. Η οικολογία,στην περίπτωσή του, συνδέεται με την κοινωνική αλλαγή,τη θεραπεία τής συλλογικής συνείδησης και την επανένωση ανθρώπου και κόσμου.

Η σκέψη τού Beuys διαμορφώθηκε μέσα από την εμπειρία τού πολέμου, τής καταστροφής και τής μεταπολεμικής αποξένωσης. 

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πολεμο.αντιλαμβανόταν τον δυτικό πολιτισμό ως έναν μηχανισμό που είχε αποκόψει τον άνθρωπο από τις οργανικές και πνευματικές του ρίζες. 

Η βιομηχανική κοινωνία,ο τεχνοκρατικός ορθολογισμός και ο καταναλωτισμός οδηγούσαν,κατά τη γνώμη του,όχι μόνο σε πολιτική βία αλλά και σε οικολογική ερήμωση. Έτσι,το καλλιτεχνικό του έργο απέκτησε χαρακτήρα σχεδόν 'θεραπευτικό':

η τέχνη όφειλε να επουλώσει τη ρήξη ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Beuys χρησιμοποιούσε υλικά οργανικά: 

λίπος,τσόχα,μέλι,κερί, ξύλο,αίμα,χώμα.

Τα υλικά αυτά δεν είχαν μόνο συμβολική σημασία αλλά λειτουργούσαν ως φορείς ενέργειας και μεταμόρφωσης.

Το λίπος,συμβόλιζε τη θερμότητα,τη ζωή και τη δυνατότητα αλλαγής μορφής.

Η τσόχα παρέπεμπε στην προστασία και τη διατήρηση της ζωτικής ενέργειας.

Ο καλλιτέχνης επιδίωκε να επαναφέρει στην τέχνη μία αίσθηση οργανικής ύλης,αντιπαραθέτοντας την ζωντανή μεταβλητότητα τής φύσης στην ψυχρή ακαμψία τής βιομηχανικής κοινωνίας.

Η οικολογική του σκέψη συνδέεται άμεσα με την έννοια της 'κοινωνικής γλυπτικής' Soziale Plastik. Σύμφωνα με αυτήν,κάθε άνθρωπος μπορεί να συμβάλει δημιουργικά στη διαμόρφωση τής κοινωνίας,όπως ο γλύπτης μορφοποιεί την ύλη.

Η κοινωνία ολόκληρη γίνεται ένα έργο τέχνης υπό διαρκή μετασχηματισμό.

Η οικολογία εδώ αποκτά βαθύ πολιτικό περιεχόμενο: 

η προστασία τής φύσης δεν είναι τεχνικό πρόβλημα αλλά πρόβλημα φαντασίας,συμμετοχής και συνείδησης.

Ο Beuys πίστευε ότι η οικολογική κρίση είναι ταυτόχρονα κρίση πνευματική.

Η κορυφαία έκφραση τής οικολογικής του αντίληψης υπήρξε το έργο:7000 Oaks,που παρουσιάστηκε στην documenta 7 στο Kassel. Ο Beuys ξεκίνησε τη φύτευση 7.000  βελανιδιών,δίπλα σε πέτρες βασάλτη.

Το έργο αυτό δεν ήταν ένα απλό περιβαλλοντικό happening ούτε μια συμβολική χειρονομία. Αποτελούσε μια μακροχρόνια διαδικασία μετασχηματισμού τού αστικού χώρου και της συλλογικής συνείδησης.

Η βελανιδιά, δέντρο αντοχής και ιστορικής μνήμης,λειτουργούσε ως σύμβολο αργής αλλά ουσιαστικής ανάπτυξης.

Ο βασάλτης,αντίθετα, παρέπεμπε στη σταθερότητα και στη γεωλογική διάρκεια.

Η συνύπαρξη οργανικού και ανόργανου στοιχείου εξέφραζε τη βαθιά αλληλεξάρτηση ανθρώπου, φύσης και ιστορίας.

Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο τουυ έργου ήταν η συμμετοχή της κοινότητας.

Πολίτες,εθελοντές και θεσμοί συνεργάστηκαν στη φύτευση τών δέντρων,μετατρέποντας το έργο σε συλλογική πράξη οικολογικής ευθύνης.

Ο Beuys δεν ήθελε να δημιουργήσει ένα αντικείμενο προς αισθητική κατανάλωση αλλά μια διαδικασία ενεργού μεταμόρφωσης τού κόσμου.

Με αυτή την έννοια,η τέχνη γίνεται οικολογική πράξη.

Η οικολογική στάση τού Beuys είχε επίσης σαφή πολιτική διάσταση. Συνδέθηκε με το γερμανικό οικολογικό κίνημα και υπήρξε από τους πρώτους δημόσιους διανοούμενους που υποστήριξαν το Die Grünen.Για εκείνον,η οικολογία δεν περιοριζόταν στην προστασία τού φυσικού περιβάλλοντος αλλά αφορούσε μια συνολική αναθεώρηση τής οικονομίας, της εκπαίδευσης και τής δημοκρατίας.

Η καταστροφή τής φύσης ήταν αποτέλεσμα ενός συστήματος που αντιμετώπιζε τον κόσμο αποκλειστικά ως αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Στο έργο τού Beuys διακρίνεται επίσης μια σχεδόν μυστικιστική αντίληψη τής φύσης. Επηρεασμένος από τον γερμανικό ρομαντισμό, την ανθρωποσοφία τού Rudolf Steiner και τις αρχαϊκές τελετουργικές παραδόσεις,έβλεπε τη φύση ως φορέα πνευματικής ενέργειας. Τα ζώα εμφανίζονται συχνά στις δράσεις του: λαγοί, κογιότ, ελάφια,

όχι ως διακοσμητικά μοτίβα αλλά ως σύμβολα μιας χαμένης επικοινωνίας ανάμεσα στον άνθρωπο και το φυσικό σύμπαν.

Στην περίφημη performance:

I Like America and America Likes Me

η συμβίωσή του με ένα κογιότ μέσα σε γκαλερί λειτουργούσε ως αλληγορία συμφιλίωσης ανάμεσα στον σύγχρονο πολιτισμό και την άγρια φύση.

Η οικολογική διάσταση του έργου τού Beuys αποδείχθηκε εξαιρετικά προδρομική.

Πολύ πριν η κλιματική κρίση γίνει κεντρικό παγκόσμιο ζήτημα,ο ίδιος είχε ήδη αντιληφθεί ότι η καταστροφή τού περιβάλλοντος συνδέεται με την πνευματική απονέκρωση και την κοινωνική αλλοτρίωση.

Η τέχνη του δεν προτείνει απλώς μια αισθητική επιστροφή στη φύση, προτείνει έναν νέο τρόπο ύπαρξης μέσα στον κόσμο, όπου η δημιουργικότητα, η συλλογικότητα και η οικολογική συνείδηση αποτελούν αδιαχώριστες έννοιες.

Έτσι,ο Joseph Beuys δεν υπήρξε μόνο καλλιτέχνης της avant-garde αλλά και ένας από τους πρώτους μεγάλους οικολογικούς στοχαστές τής σύγχρονης τέχνης.

Η δημιουργία του εξακολουθεί να λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η οικολογία δεν είναι απλώς ζήτημα διαχείρισης φυσικών πόρων αλλά ζήτημα πολιτισμού,φαντασίας και ανθρώπινης ευθύνης.

.

.

.