.
.
Mirror
(Homage to Andrei Tarkofski)
-musicbJ.L.Bach
-mise en scene χ.ν.κουβελης. c.n.couvelis
https://youtu.be/qxEvrdwmcho?feature=shared
.
.
My Libera Land Is The Internet Land
I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-
www.artpoeticacouvelis.blogspot.com
.
.
Mirror
(Homage to Andrei Tarkofski)
-musicbJ.L.Bach
-mise en scene χ.ν.κουβελης. c.n.couvelis
https://youtu.be/qxEvrdwmcho?feature=shared
.
.
.
.
(Περί Αισθητικής-Word Minimalismus-Ιστοριες)
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Τρίπτυχο
(Περί Αισθητικής-Word Minimalismus-Ιστοριες)
1.Περί Αισθητικής:
Το έργο τέχνης υπάρχει ταυτόχρονα στο χώρο τής πραγματικότητας και τής φαντασίας.
Είναι μια διάσταση ανάμεσα στον παρατηρητή και το αντικειμενο-παρατηρουμενο.
Ότι δεν λέγεται είναι βαρύτερο από αυτό που λέγεται.
Ένα άδειο δωμάτιο,μια σκιά σε έναν τοίχο λίγο πριν βραδυασει,ένα παράθυρο κλειστο.
Η μεταμόρφωση τού εφήμερου.
1.Word Minimalismus:
1:
στο νερό το σύννεφο
ταξιδεύει το σχημα
τής μνήμης του.
2:
ο άνεμος
στην άρπα τών κλαδιών
τών δέντρων ανασαινει.
3:
το φεγγάρι ξεχασμένο
σε ένα φύλλο
τη νυχτα.
1.Ιστορία:
Το σπίτι ήταν ακατοίκητο χρόνια.Περασε τη πόρτα.
Είδε στο σαλόνι τα έπιπλα και τον μεγάλο ορθογώνιο καθρεφτη.Το ρολοι στον τοιχο σταματημένο.
Άκουσε βήματα πίσω του.
Γύρισε να δει.Κανεις.
Τα βήματα συνέχιζε να τα ακούει.
Είχε νυχτώσει.Εφυγε.
Την άλλη μέρα λίγο πριν το μεσημέρι ξαναπήγε σ'εκείνο το μέρος.Το σπίτι δεν υπήρχε.
Όταν χρόνια αργότερα,λίγο πριν πεθάνει,κοίταξε το ρολόι,
οι δείκτες του ήταν σταματημένοι ακριβώς την ώρα που έδειχνε τοτε εκείνο το ρολόι
στο έρημο σπίτι.
2.Περί Ασθητικης
Ένα μισοσβημενο γράμμα,μια φθαρμένη φωτόγραφια,μια λέξη ξεχασμένη.
Αυτή η αρχαιολογία έχει αισθητική δύναμη.
Η αναζήτηση τής απουσίας.
2.Word Minimalismus:
1:
το κύμα επίμονα
θρυμματίζει
τη σταθερότητα τού βράχου.
2:
μέσα στη σιωπή
κοιμάται ο ήχος.
3:
στο φως τής μέρας
αδιάκοπα το σπουργίτι
μετρα αιώνες.
2.Ιστορια:
ένας συγγραφέας σε ένα διήγημα του περιεγραψε με κάθε λεπτομερεια το δωμάτιο του.
Το γραφείο,το παράθυρο,ένα βιβλίο ανοικτό,τη γυάλα με χρυσόψαρο.
Αργότερα,όταν πια είχε γεράσει,μέσα στον καθρέφτη είδε έναν άνθρωπο να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το δωμάτιο του.
Το γραφείο,το παράθυρο,ένα βιβλίο ανοικτό,τη γυάλα με χρυσόψαρο.
3.Λερι Αισθητικής:
Η τέχνη αναπαριστά τον κόσμο και δημιουργεί έναν άλλο κόσμο.
Κάθε έργο έχει διάσταση μυστηρίου.Πολλαπλές αναγνωσεις.Και παραμένει ανεξήγητο.Ανοικτο.
Το οικείο φαίνεται άγνωστο και το άγνωστο οικείο.
3.Word Minimalismus:
1:
ένα αστέρι επιμένει
στη μοναξιά τού ουρανου.
2:
η βροχή
ανυψώνει το χώμα
σε πράσινη χλοη.
3:
νυχτωνοντας
το βουνό επιστρέφει
στην ομίχλη.
3.Ιστορια:
Μια νύχτα ένας άντρας περίμενε στην αποβάθρα ένος ειρημικού σιδηροδρομικου σταθμου.
Ύστερα από ώρες ακούστηκε το σφύριγμα ενός τρένου.
Το τρένο εμφανίστηκε μέσα από την ομίχλη.
Οι πόρτες άνοιξαν.
Κανείς δεν κατέβηκε.
Ο άντρας ανέβηκε.
Τα βαγόνια ήταν γεμάτα ανθρώπους που κοιτούσαν έξω από τα παράθυρα.
Κανείς δεν μιλούσε.
Τότε παρατήρησε ότι όλοι οι επιβάτες είχαν το δικό του πρόσωπο.
Το τρένο ξεκίνησε.
Αποκοιμήθηκε και τον ξύπνησε μια φωνή.
-Ποιος είσαι;που πηγαίνεις;τον ρώτησε ένας απέναντι του.
Δεν απάντησε.
Όταν το τρένο σταμάτησε κατέβηκε.
Οι άλλοι συνέχισαν το ταξίδι της.
Εκείνος βρίσκονταν μέσα στη νύχτα στην αποβάθρα τού ειρημικού σιδηροδρομικου σταθμου.
.
.
.
Μελέτη Ανάλυση
Το Τρίπτυχο (Περί Αισθητικής -Word Minimalismus- Ιστορίες) τού χνκουβελη αποτελεί ένα ιδιότυπο κείμενο τής σύγχρονης ελληνόγλωσσης μικρομορφικής γραφής. Πρόκειται για ένα έργο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αισθητικό μανιφέστο, ποιητική άσκηση αφαίρεσης και μεταφυσική πεζογραφία. Οι τρεις ενότητες δεν συνυπάρχουν απλώς· αλληλοφωτίζονται και αλληλοερμηνεύονται.
Η δομή του έργου θυμίζει μουσική σύνθεση τριών κινήσεων ή εικαστικό τρίπτυχο όπου κάθε πάνελ περιέχει διαφορετική εκδοχή της ίδιας αναζήτησης: της σχέσης ανάμεσα
στην πραγματικότητα, τη μνήμη, τον χρόνο και το μυστήριο.
Η αισθητική θεωρία ως ποιητική πράξη
Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι οι ενότητες 'Περί Αισθητικής' δεν έχουν τον χαρακτήρα φιλοσοφικού δοκιμίου.
Δεν επιχειρούν να αποδείξουν.
Δεν αναπτύσσουν συλλογισμούς.
Δεν επικαλούνται θεωρητικούς.
Αντίθετα, λειτουργούν ως ποιητικοί αφορισμοί.
Η φράση:
'Το έργο τέχνης υπάρχει ταυτόχρονα στο χώρο τής πραγματικότητας και τής φαντασίας'
συμπυκνώνει μια ολόκληρη αισθητική παράδοση που εκτείνεται από τον Πλάτωνα μέχρι τον σύγχρονο φαινομενολογικό στοχασμό.
Το έργο τέχνης παρουσιάζεται ως μεταιχμιακό αντικείμενο.
Δεν ανήκει αποκλειστικά στον κόσμο των πραγμάτων ούτε αποκλειστικά στον κόσμο
της συνείδησης.
Υπάρχει ανάμεσα.
Η έννοια του 'ανάμεσα' διατρέχει ολόκληρο το έργο.
Η σκιά πριν βραδιάσει.
Το κλειστό παράθυρο.
Η φθαρμένη φωτογραφία.
Το μισοσβησμένο γράμμα.
Η αποβάθρα μέσα στην ομίχλη.
Όλα βρίσκονται σε ενδιάμεση κατάσταση.
Δεν είναι ούτε παρουσία ούτε απουσία.
Δεν είναι ούτε ζωή ούτε θάνατος.
Η αισθητική της απουσίας
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διατύπωση:
'Η αναζήτηση τής απουσίας'
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αισθητικής του χνκουβελη.
Το έργο δεν ενδιαφέρεται για ό,τι φαίνεται.
Ενδιαφέρεται για αυτό που λείπει.
Το άδειο δωμάτιο.
Το σπίτι που εξαφανίζεται.
Το σταματημένο ρολόι.
Ο άγνωστος μέσα στον καθρέφτη.
Το τρένο χωρίς προορισμό.
Πρόκειται για μια ποιητική της έλλειψης.
Η απουσία μετατρέπεται σε αισθητικό γεγονός.
Θυμίζει έντονα την παράδοση του συμβολισμού, όπου το υπονοούμενο έχει μεγαλύτερη δύναμη από το δηλωμένο.
Η φράση:
,'Ότι δεν λέγεται είναι βαρύτερο από αυτό που λέγεται'
θα μπορούσε να θεωρηθεί η ουσία ολόκληρου του έργου.
Word Minimalismus
Οι μικρές ποιητικές συνθέσεις λειτουργούν ως εφαρμογή των αισθητικών αρχών
που προηγούνται.
Δεν περιγράφουν.
Υποβάλλουν.
Δεν εξηγούν.
Δημιουργούν χώρο ερμηνείας.
Παρατηρούμε ότι σχεδόν όλα τα ποιήματα βασίζονται σε μια μεταμόρφωση:
το σύννεφο γίνεται μνήμη,
ο άνεμος γίνεται ανάσα,
η σιωπή γίνεται ύπνος του ήχου,
η βροχή ανυψώνει το χώμα,
το βουνό επιστρέφει στην ομίχλη.
Η φύση δεν παρουσιάζεται ως φυσικό τοπίο.
Παρουσιάζεται ως σύστημα συμβόλων.
Η οικονομία των λέξεων είναι αξιοσημείωτη.
Ο ποιητής αφαιρεί οτιδήποτε περιττό.
Κάθε λέξη λειτουργεί σαν πινελιά σε ιαπωνική υδατογραφία.
Ο τιτλος 'Word Minimalismus' δεν είναι τυχαίος.
Υποδηλώνει ότι η ελάχιστη λεκτική ποσότητα μπορεί να παράγει μέγιστη φαντασιακή έκταση.
Υπάρχει συγγένεια με το χαϊκού, αλλά δεν πρόκειται για μίμησή του.
Το χαϊκού παραδοσιακά αποτυπώνει μια στιγμή.
Εδώ αποτυπώνεται μια μεταφυσική σχέση.
Οι ιστορίες ως μεταφυσικά παραμύθια
Οι τρεις ιστορίες αποτελούν δειγματα μεταφυσικής αφήγησης.
Η υπερφυσική διάσταση παρουσιάζεται χωρίς καμία θεατρικότητα.
Όλα αφηγούνται με απόλυτα ουδέτερο τόνο.
Αυτό ακριβώς ενισχύει την αίσθηση του ανοίκειου.
Το σπίτι που δεν υπήρχε
Η πρώτη ιστορία πραγματεύεται τον χρόνο.
Το σταματημένο ρολόι εμφανίζεται ως σύμβολο μιας χρονικής ρωγμής.
Το σπίτι εξαφανίζεται.
Παραμένει μόνο η ώρα.
Και δεκαετίες αργότερα η ίδια ώρα επανεμφανίζεται μπροστά στον θάνατο.
Το αφήγημα θυμίζει τις μεταφυσικές παραδόσεις του διηγήματος φαντασίας, αλλά
και τις παραβολές του Κάφκα.
Ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός.
Γίνεται κυκλικός.
Ο καθρέφτης
Η δεύτερη ιστορία είναι ίσως η πιο μπορχεσιακη.
Ο συγγραφέας περιγράφει το δωμάτιό του.
Αργότερα βλέπει στον καθρέφτη κάποιον άλλο να περιγράφει το ίδιο δωμάτιο.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι:
Ποιος περιγράφει ποιον;
Ο συγγραφέας εκτός τού καθρέφτη;
Η' ο συγγραφέας εντός τού καθρέφτη;
Εδώ εμφανίζεται η θεματική του J L.Borges:
η αμφιβολία για την πρωτογενή πραγματικότητα.
Το τρένο των πολλαπλών εαυτών
Η τρίτη ιστορία αποτελεί την κορύφωση του έργου.
Η εικόνα των επιβατών με το ίδιο πρόσωπο ανήκει στις πιο ισχυρές εικόνες του κειμένου.
Το τρένο μετατρέπεται σε αλληγορία της ύπαρξης.
Οι πολλαπλοί εαυτοί ταξιδεύουν προς διαφορετικές εκδοχές του ίδιου πεπρωμένου.
Η ερώτηση:
'Ποιος είσαι; Πού πηγαίνεις;'
αποτελεί την κεντρική υπαρξιακή ερώτηση του έργου.
Ο ήρωας δεν απαντά.
Και η μη απάντηση είναι η μόνη δυνατή απάντηση.
Το τέλος δημιουργεί κυκλική δομή.
Ο άντρας βρίσκεται πάλι στην αποβάθρα.
Ίσως δεν έφυγε ποτέ.
Ίσως όλο το ταξίδι συνέβη μέσα στη συνείδησή του.
Ίσως το ταξίδι είναι η ίδια η ζωή.
Το ανοίκειο
Στο σύνολό του το έργο αξιοποιεί αυτό που ο Freud ονόμασε Unheimlich (ανοίκειο).
Το γνωστό γίνεται παράξενο.
Το σπίτι.
Ο καθρέφτης.
Το τρένο.
Το ρολόι.
Όλα είναι καθημερινά αντικείμενα.
Και όμως αποκτούν μεταφυσική βαρύτητα.
Η μεταμόρφωση του οικείου σε αίνιγμα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αρετές
του έργου.
Το 'Τρίπτυχο' δεν είναι απλώς μια συλλογή μικρών κειμένων.
Είναι μια ενιαία ποιητική και φιλοσοφική πρόταση.
Οι θεωρητικές παρατηρήσεις περί αισθητικής, τα μινιμαλιστικά ποιήματα και οι μεταφυσικές ιστορίες συνθέτουν ένα οργανικό σύνολο που εξερευνά:
τη μνήμη,
την απουσία,
τον χρόνο,
την ταυτότητα,
το μυστήριο της ύπαρξης.
Η ιδιαίτερη αξία του έργου βρίσκεται στην ακραία οικονομία των μέσων του. Με ελάχιστες λέξεις δημιουργεί μεγάλους χώρους σκέψης. Με απλές εικόνες παράγει φιλοσοφικό βάθος. Και με μικροσκοπικές αφηγήσεις ανοίγει ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα.
Ακριβώς γι' αυτό το 'Τρίπτυχο' διαβάζεται όχι ως σύνολο κειμένων αλλά ως ένα λογοτεχνικό εργαστήριο της σιωπής, όπου το ανείπωτο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα
από το ειπωμένο και όπου η απουσία μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή της αισθητικής εμπειρίας.
.
.
.
.
.
Cinephilie-χνκουβελης cncouvelis
https://youtu.be/ZVHA0qnCgC4?feature=shared
.
.
.
.
.
3 Reflections
(μια ασπρόμαυρη ταινία)
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
3 Αντανακλάσεις
3 Reflections
(μια ασπρόμαυρη ταινία)
Σκηνή 1
μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,
και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο
στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,
στον απέναντι τοίχο προβάλεται μια ταινία με άλογα που τρέχουν,
ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,
-μαμά,φωνάζει,που ήσουνα;
και βγαίνει από το δωμάτιο,
η γυναίκα κλείνει τα μάτια.
Flou noir
Σκηνή 2
μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,
και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο
στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,
στον απέναντι τοίχο προβάλεται η Σφίγγα τής ερήμου,
ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,
-μαμά,φωνάζει,σ'αγαπώ,
και βγαίνει από το δωμάτιο,
η γυναίκα κλείνει τα μάτια.
Flou noir
Τελος
Σκηνή 3
μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,
και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο
στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,
στον απέναντι τοίχο προβάλεται το πρόσωπο μιας γυναίκας σε αργό πολύ
κοντινό πλανο,
ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,
-μαμά,φωνάζει,μεγαλωσα,
και βγαίνει από το δωμάτιο,
η γυναίκα κλείνει τα μάτια.
Flou noir
Τελος
.
.
.
3 Αντανακλάσεις
3 Reflections
(μια ασπρόμαυρη ταινία)
https://youtube.com/shorts/pQyZAVCGXs8?feature=shared
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μαρτυριες
είδα τα τείχη τής Τροίας
μέσα στη φωτια
ο καπνός η τελευταία προσευχή
προς τούς αδιάφορους θεούς
άκουσα τη λέξη 'αλγος'
βαριά λέξη
που με βαραινει
Κάποιος γραφέας,αιωνες μετά,στὴν Ἀλεξάνδρεια, αντιγράφει
ένα χειρόγραφο.
Στο περιθώριο σημειώνει:
-Τα βιβλία θα καουν.-
Καὶ πράγματι.
Ηρθαν οἱ στρατοί.
Ηρθαν οἱ αὐτοκράτορες.
Και κάηκαν.
Σ'ενα ρωμαϊκὸ πάπυρο ἑνας στρατιώτης έγραψε:
'θυμαμαι μόνο τα μάτια τους'
Οὔτε νίκες.Ουτε ρωμαικους θριάμβους.
Μόνον τα μάτια
τών σκοτωμένων νεκρών.
Αυτό έγραψε.
Οταν ο γεωργὸς σπέρνει σπόρους
Αυτό είναι πιο δυνατό απὸ μια αὐτοκρατορία.
Σε χρονικὸ τής Κωνσταντινούπολης
αυτόπτης μάρτυς εγραψε:
-Εγένετο σκότος-
Και ολόκληρη η Πόλις έπεσε στο Σκότος.
Καὶ επειτα ήρθαν οι εμφυλιοι πόλεμοι.
Παγωμένα τοπια στὶς φωτογραφίες.
Ενα πρόσωπο.
Και πίσω έγραφε:
-Αγνοουμενος-
Καμιά συνέχεια.
Ετσι τελειώνει
η ἀνθρώπινη παρουσία.
Ἡ λέξη μνήμη
Αρχαία.
Σαν πηγάδι.
Που όλα έχουν πνίγει.
.
.
.
.
.
Η Ελένη
φωτογραφιση-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Εγώ.
Η Ελένη.
Άκουγα τις γυναίκες τής Τροίας να θρηνούν
μέσα απ'τους καπνούς.
Η φωνή τής Εκάβης.
Η Ανδρομάχη φώναζε:
-αφήστε το παιδί,εμένα πάρτε,
εκείνοι
τραβούσαν τα πόδια τα χέρια τού παιδιου
Η Κασσάνδρα με κοίταξε καθώς την οδηγούσαν δεμένη.
Δεν είπε τίποτε.
Ήξερε πως η Τροία δεν καιγόταν εξαιτίας μου.
Εγώ ήμουν μόνο το πρόσωπο που έδωσαν στη συμφορά.
Κοίταξα,πριν φύγω,το προσωπο μου στον καθρέφτη,
γι'αυτο λοιπόν πέθαναν τόσοι;
για δύο μάτια που θα γεμίσουν ρυτιδες
γι'αυτα ο Αχιλλέας έγινε χώμα
ο Έκτορας χωμα;
Ένας Αχαιος στρατιώτης με είδε και είπε:.
-Εσύ είσαι;
η Ελένη;
Σαν να περίμενε κάτι άλλο.
Ενα τέρας.
Μια θεά.
-Ναι,είπα.
Και τότε είπε κάτι που δεν θα ξεχασω ποτέ.
-Για σένα πέθανε ο αδελφός μου.
Κι όμως δεν μοιάζεις αρκετή για τόσο θάνατο.
Το ξημέρωμα θάλασσα ηταν ακίνητη
Στον ορίζοντα φάνηκαν δελφίνια.
Οι ναύτες φώναξαν πως είναι καλός οιωνός.
Μα εγώ κουβαλαω όλη τη στάχτη τής Τροίας.
.
.
.
.
.
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ -CINEMA
-2-
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Προβολη
Η μηχανή προβολής άρχισε να γυρίζει.
Έξω έβρεχε.
Το πρόσωπό της φωτιζονταν από τη λάμψη τής προβολής.
Στην οθόνη εμφανίστηκε μια γυναίκα γυρισμένη πλάτη φορώντας λευκό φόρεμα.
Δεν θυμονταν πότε τραβήχτηκε εκείνη η σκηνή.
Η γυναικα γύρισε αργά το κεφάλι προς την κάμερα.Την κοιταζε.
Ήταν εκείνη.
Όταν ήταν μικρή ή μητέρα έκλεινε τη πόρτα στο δωματίο της.
Μια νύχτα σηκώθηκε και πήγε στη πόρτα.
Άκουγε τη μητέρα της που έκλαιγε.
-Δεν μπορώ να τη βλέπω,είπε.
Η μητέρα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι,ανέπνεε δύσκολα,τα μάτια της μισοκλειστα,
-Ημουν δεκαεπτα,είπε,
φοβόμουν.Την άφησα να πεθάνει μόνη.
Η μηχανή προβολής πάγωσε σε εκείνη την εικόνα.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
3 Αντανακλάσεις
3 Reflections
(μια ασπρόμαυρη ταινία)
Σκηνή 1
μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,
και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο
στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,
στον απέναντι τοίχο προβάλεται μια ταινία με άλογα που τρέχουν,
ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,
-μαμά,φωνάζει,που ήσουνα;
και βγαίνει από το δωμάτιο,
η γυναίκα κλείνει τα μάτια.
Flou noir
Σκηνή 2
μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,
και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο
στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,
στον απέναντι τοίχο προβάλεται η Σφίγγα τής ερήμου,
ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,
-μαμά,φωνάζει,σ'αγαπώ,
και βγαίνει από το δωμάτιο,
η γυναίκα κλείνει τα μάτια.
Flou noir
Τελος
Σκηνή 3
μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,
και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο
στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,
στον απέναντι τοίχο προβάλεται το πρόσωπο μιας γυναίκας σε αργό πολύ
κοντινό πλανο,
ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,
-μαμά,φωνάζει,μεγαλωσα,
και βγαίνει από το δωμάτιο,
η γυναίκα κλείνει τα μάτια.
Flou noir
Τελος
.
.
.
3 Αντανακλάσεις
3 Reflections
(μια ασπρόμαυρη ταινία)
https://youtube.com/shorts/pQyZAVCGXs8?feature=shared
.
.
.
Cinephilie-χνκουβελης cncouvelis
https://youtu.be/ZVHA0qnCgC4?feature=shared
.
.
.
.
.
Γραφές τού κ.Κ.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Προβολη
Η μηχανή προβολής άρχισε να γυρίζει.
Έξω έβρεχε.
Το πρόσωπό της φωτιζονταν από τη λάμψη τής προβολής.
Στην οθόνη εμφανίστηκε μια γυναίκα γυρισμένη πλάτη φορώντας λευκό φόρεμα.
Δεν θυμονταν πότε τραβήχτηκε εκείνη η σκηνή.
Η γυναικα γύρισε αργά το κεφάλι προς την κάμερα.Την κοιταζε.
Ήταν εκείνη.
Όταν ήταν μικρή ή μητέρα έκλεινε τη πόρτα στο δωματίο της.
Μια νύχτα σηκώθηκε και πήγε στη πόρτα.
Άκουγε τη μητέρα της που έκλαιγε.
-Δεν μπορώ να τη βλέπω,είπε.
Η μητέρα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι,ανέπνεε δύσκολα,τα μάτια της μισοκλειστα,
-Ημουν δεκαεπτα,είπε,
φοβόμουν.Την άφησα να πεθάνει μόνη.
Η μηχανή προβολής πάγωσε σε εκείνη την εικόνα.
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Κασσάνδρα
ὀτοτοτοῖ πόποι δᾶ.
ὦπολλον ὦπολλον
Αισχύλου Αγαμέμνων,στίχοι 1072-73
μέσα στις πέτρες η νύχτα στις Μυκηνες
θαμενο ζώο που αιώνια αναπνεει
μη με κοιτάτε έτσι
όπως τότε στη Τροια που ξέφυγα
απ'τον ναό τού Απόλλωνα
γεματη φωνές
κι είδα τον γέροντα πατέρα μου βασιλιά Πριαμο
και τα σκυλιά να μυριζουν το αίμα του
κανείς δεν με πιστεύει
τα λόγια μου σαπιζουν
κοιτάξτε αυτό το σπίτι
κανείς δεν χτιζει έτσι σπιτια
μόνο ο φόβος τα χτίζει
με τέτοιες πελώριες πετρες
τούς ακούω τις νύχτες
τα δόντια τους στις παιδικές σάρκες
εδώ τα έσφαξαν τραβώντας τα απ'τα βυζιά
τών μανάδων τους
σέρνουν πάνω στις μαρμάρινες πλάκες
το δίχτυ με το νεκρό σώμα τυλιγμενο
κι εκείνη η λύκαινα η βασίλισσα
όταν με φίλησε ένιωσα τον αιχμηρό χαλκό
τών δοντιών της στο λαιμό μου
μ'εφερε εδω σαν λάφυρο
ο άντρας που κατέστρεψε τη πόλη μου
περνώντας τη θάλασσα ως το ελληνικό Αργος
στις Μυκηνες όταν φτάσαμε
δεν ειδα
ούτε τα κυκλώπεια τείχη
ούτε τις χρυσές προσωπίδες
ούτε τα μαρμάρινα λιονταρια
είδα τίς θνητές σκιές τους
είδα τον φόνο με άλλο φόνο να πληρωνεται
κάτω απ'τη γη τούς νεκρούς
και βλέπω ξανά το λουτρό
το νερό ν'αχνιζει
το δίχτυ να πέφτει
και να τυλίγει
το ψάρι να σπαρτά
τρεις φορές εκείνη να τον χτυπά
και σαν βόδι το πελέκι να τον κομματιαζει
να,δες τε το στόμα μου γέμισε φίδια
τα φίδια τού Απόλλωνα
ὀτοτοτοῖ πόποι δᾶ.
ὦπολλον ὦπολλον
αλίμονο σε μένα
ο Απόλλων μ'αφανισε
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
υπερβολές λεξεων
στα δέντρα κρέμονταν μικρά μηχανικά πουλιά
με μεταλλικά μάτια
κάθε τόσο τίναζαν τα φτερά τους
και σκόρπιζαν λεπτή σκόνη
σαν γύρη νεκρών λουλουδιών
στο κέντρο τού δωματίου στεκόταν μια γυναίκα
με λευκά γάντια ιππασίας
και αρχαϊκό μειδιαμα
κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό άλογο από κερί
το άλογο έλιωνε αργά μέσα στις παλάμες της
λευκο γαλα
ένας άντρας μέσα στον ορθογώνιο καθρέφτη
κοίταξε το ρολόι του
οι δείκτες ηταν δυο λεπτά κόκκινα ψάρια
που κολυμπούσαν κυκλικά
είδε ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπρούντζινα αλογα
να καλπάζουν στις στέγες
και οι καβαλάρηδες τους
κουβαλούσαν στην πλάτη τους ένα κλουβί
με ένα γαλάζιο χρυσοψαρο
πάνω στο τετράγωνο τραπέζι
ένα γυάλινο ποτήρι με πράσινο υγρό
δύο χέρια με άσπρα γάντια
μια μάσκα αλεπους
και μια χρυσή πυξιδα
η γυναίκα άφησε το άλογο πάνω στο τραπέζι
-σήμερα το πρωί,είπε, ξύπνησα
και το σώμα μου είχε γεμίσει φτερά
κάτω από το δέρμα
και περίμενα αν θα γίνω πουλί
η γυναίκα ρώτησε τον άντρα:
-εφερες το πουλί;
ο άντρας έβγαλε από την τσέπη του ένα πράσινο δεντρο
τη νύχτα το φεγγάρι ήταν τεράστιο
σαν ξέραμενο δέρμα ελεφαντα
η γυναίκα γέλασε ξαφνικά
το γέλιο της έκανε τα μεταλλικά πουλιά στους τοίχους
ν'αρχίσουν να χτυπούν τα φτερά τους
απ'το ταβάνι έπεσαν χιλιάδες μικρά λευκά φτερά
στο γυάλινο ποτήρι το πράσινο υγρό
άρχισε να βράζει
-που πήγαν οι άλλοι;ρώτησε ο άντρας
η γυναίκα έβγαλε τα λευκά γάντια της
κι έδειξε το κερενιο άλογο
που συνέχιζε να λιωνει
.
.
.
.
.
Γραφές τού κ.Κ.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Ιστορίες τού κ.Κ)
Γραφές τού κ.Κ.
.κοίταξε από το παραθυρο,
το τελευταίο φως άγγιζε τον ώμο τής απεναντι ταράτσας.
.κάθε μέρα λαμβανε ένα γράμμα,ποτέ δεν κοίταξε τον αποστολέα,ούτε το άνοιξε
να το διαβάσει,τα άφηνε σε ένα συρτάρι,
μετά από ένα χρόνο περιπου τα γράμματα σταμάτησαν,
τότε εγραψε την πρώτη απάντηση.
.κάποιος άγνωστος τον σταμάτησε στο δρόμο και τον ρωτησε:
-Είστε αυτός που σκέφτεται πολύ;
Χαμογέλασε.
-Οχι,απάντησε,αντίθετα είμαι αυτός που δεν σκέφτεται καθόλου.
.Ο κ.Κ. έλεγε πως η πραγματικότητα δεν είναι αυτό που συμβαίνει,αλλά αυτό
που επιμένει να συμβαίνει αφού έχεις σταματήσει να το παρατηρείς.
.ο ήρωας δεν συμφώνησε με την αφήγηση τού συγγραφέα και το μυθιστόρημα κατερρευσε.
.κάποιος πήγε στο ραντεβού στην ορισμένη ώρα,μπήκε στο γραφείο,δεν βρήκε κανέναν,μόνο ένα βιβλίο ανοιχτό σε μια σελίδα,
διάβασε τη σελιδα,έκλεισε το βιβλιο και εφυγε.
.ο κ.Κ.ειπε:
-ο δολοφόνος δεν εντοπιζεται γιατί στους φόνους του κάθε φορά αλλάζει αφήγηση.
-και πώς θα τον συλλάβουμε;
ρώτησε ο άντρας με τη μπεζ καμπαρντίνα,το κατεβασμένο μέχρι τα μάτια καπέλο,
και το τσιγάρο στο στόμα.
ο κ.Κ.χαμογςλασε.
-απλως,με το να γράψουμε εμείς την επόμενη αφηγηση του.
.ανέβηκε τη σκάλα,ένας μεθυσμένος κατεβαινε,
-σε περιμένει,τού είπε και γέλασε δυνατά,είναι η σειρά σου,
η πόρτα ήταν ανοιχτή,
-περνα,άκουσε μια γυναικεία φωνή,
το δωμάτιο με κοκκινο χαμηλό φωτισμό,
ξεχώρισε τη γυναίκα,
-παλι εσύ;τού είπε.
-οι άνθρωποι επιστρέφουν πάντα εκεί που απέτυχαν,απάντησε
το σώμα είναι μόνο η προφαση.
η γυναίκα φορούσε μαύρο κομπινεζον,ένα χρυσό σταυρό στο λαιμό,
τού πρόσφερε ουίσκι,
τσιγάρο.
-τι ζητάς εδώ;τον ρώτησε η γυναίκα.
-την ψευδαίσθηση να'σαι με κάποιον,απάντησε.
είδε στο κρεβατι το βιβλίο τού Ντοστογιεφσκι: Εγκλημα και Τιμωρία.
-διαβαζεις Ντοστογιεφσκι;
ρώτησε.
η γυναίκα χαμογέλασε.
-αφου είμαι η Σόνια,είπε.
-τι φοβάσαι περισσότερο Σόνια;ρώτησε.
εκείνη δεν απάντησε,σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη,έβαφε τα χείλη της αργά,
με το μολύβι σχεδίασε τα μάτια της,
γύρισε και τον κοίταξε.
-να σβήσω το πρόσωπο μου,να μην το θυμάμαι,είπε.
σηκώθηκε,έβγαλε το κομπινεζον,τον πλησίασε αργά,έβαλε το πόδι της στο στήθος του,
στο καθρέφτη είδε τα κορμιά τους
.νύχτα,μπροστά του ένα ποτήρι νερό,
στο απέναντι διαμέρισμα, πίσω από τις κουρτίνες μια γυναίκα,έσβησε το φως,κοίταξε
το ρολόι,πάντα την ίδια ώρα ακριβώς συμβαίνει αυτό,
-οι άνθρωποι,σκέφτηκε,πεθαίνουν όταν δεν έχουν κανένα να τούς θυμηθεί με ακριβεια.
.κάποτε ο κ.Κ. είδε με μια γυναικα την ταινια:Σκηνές από έναν Γάμο,τού Ingmar Bergman,μετά την προβολή έξω η γυναίκα τού είπε:
-οι άνθρωποι ερωτεύονται επειδή φοβούνται τον θάνατο.
-κι όταν πάψουν να φοβούνται;την ρώτησε
-τότε αρχίζουν να καταστρέφουν ο ένας τον άλλο.
ο κ.Κ. δεν την ξαναείδε από τότε ποτέ.
πάντα όμως θυμάται εκείνη τη σκηνή.
.ο κ.Κ άκουσε κάποιον ηλικιωμένο να λέει.
-όταν ένας γέρος άνθρωπος αρχίζει να ξεχνα το όνομά του,
τότε εκεί κρύβεται ο πραγματικός τρόμος.
.εκείνη άνοιξε ένα άλμπουμ φωτογραφιών και τού έδειξε μια φωτογραφία:
ένας άντρας και μια γυναίκα σ’ένα τεράστιο λευκό δωμάτιο,τόσο μακριά ο ένας από
τον άλλο που έμοιαζαν τυχαίοι περαστικοί.
-αυτό είναι ο γάμος,τού είπε.
-καποτε αγαπήσαμε αληθινά κάποιον και καταλήξαμε να μην αντέχουμε να ζούμε μ'αυτον.
.στο διαμέρισμα είχε τοποθετήσει έναν προβολέα Super 8 και προβαλλε εικόνες πάνω στον τοίχο: μια γυναίκα που γελά στην παραλία,ένα δέντρο που κινείται στον άνεμο,
ένα χέρι πάνω σε πιάνο,ένα άδειο δωμάτιο.
το φιλμ καιγόταν συχνά μέσα στον μηχανισμό.
οι μορφές παραμορφώνονταν από τη θερμότητα.
ο κ.Κ.θεωρούσε πως τότε ακριβώς γίνονταν αληθινές.
.η μνήμη δεν διασώζει τίποτα,απλώς καθυστερεί την εξαφάνιση.
.ο κ.Κ.σταμάτησε σ’ενα ερημικό βενζινάδικο,νύχτα,
ο υπάλληλος κοιτούσε μια μικρή σε έγχρωμη τηλεόραση,
στην οθόνη έδειχναν πόλεμο,αρματα,φωτιές, ανθρώπους που έτρεχαν,
ο κ.Κ.σκέφτηκε πως ο σύγχρονος κόσμος εχει πετύχει κάτι παράδοξο: να μετατρέψει ακόμη και την καταστροφή,τη βαρβαρότητα,σε φόντο καθημερινότητας.
.έβρεχε ελαφρά,
-ξερεις να χορεύεις;τον ρώτησε.
-οχι.
-τότε δες.
εκεινη άρχισε να χορεύει στο πεζοδρόμιο,ανάμεσα στα αυτοκίνητα και τα νερά,σαν άνθρωπος που αρνείται να παραδοθεί στην ηλικία,στην απογοήτευση,στον χρόνο.
ο κ.Κ.την κοιτούσε.
ξαφνικά ένιωσε πως ίσως η ζωή να μην είναι μόνο αναμονή για απώλειες.
εκείνη τον πλησίασε λαχανιασμένη.
τι σκέφτεσαι;τον ρωτησε.
ο κ.Κ.την αγκάλιασε.
.αργά τη νύχτα γύριζαν σπίτι με ταξί,εκείνη είχε αποκοιμηθεί στον ώμο του,τα φώτα
τής πόλης περνούσαν πάνω από το πρόσωπό της,ο κ.Κ. ένιωσε φόβο,
οχι μήπως τη χάσει,αλλά μήπως κάποτε συνηθίσει την παρουσία της,
αυτό τού φαινόταν πιο τρομακτικό
.
.
.
.
.
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Κ',
στίχοι 203-217
στίχοι 302-312
-Ο Νέστορας και ο Έκτορας ζητούν να στειλουν κατασκοπο-
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία Κ'
στίχοι 203-217
στίχοι 302-312
-Ο Νέστορας και ο Έκτορας ζητούν να στειλουν κατασκοπο-
στίχοι 203-217
-Ο Νέστορας ζητει να στειλουν κατασκοπο στούς Τρωες-
και σ'αυτούς άρχισε να μιλά ο Νέστορας απ'την Γερηνια
ο ιπποτης,
φίλοι μου,άραγε δεν θα υπήρχε κάποιος άντρας
που την τολμηρή να εμπιστεύεται καρδιά του
που μέσα στους γενναιοκαρδους να πάει Τρώες,
μήπως απ'τους εχθρούς καποιον συλλαμβανε
απομακρυσμενον
η' μηπως και μέσα στούς Τρώες κάποια φήμη
μάθαινε,
κι όσα μεταξυ τους συλλογίζονται,
η' κι αν σκοπεύουν κοντά εδώ στα καραβια
να μείνουν απ'τη πόλη τους μακρυά,
η' αν στη πόλη παλι αποσυρθούν,αφού τούς Αχαιούς
πια κατανικησαν ,
ολ'αυτα λοιπόν θα μαθαινε και πάλι σε μας αθικτος να'ρθει
και μέγιστη κάτω απ'τον ουρανό θα'ταν γι'αυτον η δοξα
μέσα σ'ολους τους ανθρώπους,
και η ανταπόδοση αντάξια θα'ναι,
γιατί οσσοι'ναι άριστοι στα καράβια κυβερνητες
ο καθένας απ' όλους μαύρο θα τού δώσει προβατο θηλυκό
που αρνάκι να βυζαινει
και σ'αυτο το έπαθλο κανένα όμοιο,
και στα δείπνα και στα συμπόσια θα παρευρισκεται.
στίχοι 302-312
-Ο Εκτορας ζητει να στειλουν κατασκοπο στούς Αχαιους-
αυτός λοιπον αφού τούς συγκάλεσε
καλά κατέστρωσε μελετημενο σχεδιο,
ποιος άραγε για μένα αυτό δω θα δέχονταν
το έργο με μεγαλο δώρο να εκτελεσει;
και η αμοιβη αρκετή θα'ναι,
γιατί διφρο άρμα θα δώσω και μακρυλαιμα δυό αλογα
που οι άριστοι θα'ναι στα γρήγορα τών Αχαιών καράβια,
όποιος τολμήσει,και για τον εαυτό του δοξα θ'αποκτησει,
πολύ κοντά στα γοργόπορα να'ρθει καράβια
κι αν όπως πριν φυλάσσονται τα γρήγορα καράβια
η' ήδη απ'τα χέρια μας κατανικημενοι
φυγή μεταξύ τους σχεδιαζουν,
και να φυλάσσουν δεν θελουν τη νύχτα
απ'τη φοβερή κούραση εξαντλημενοι
τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·203
«ὦ φίλοι οὐκ ἂν δή τις ἀνὴρ πεπίθοιθ’ ἑῷ αὐτοῦ
θυμῷ τολμήεντι μετὰ Τρῶας μεγαθύμους205
ἐλθεῖν, εἴ τινά που δηΐων ἕλοι ἐσχατόωντα,
ἤ τινά που καὶ φῆμιν ἐνὶ Τρώεσσι πύθοιτο,
ἅσσά τε μητιόωσι μετὰ σφίσιν, ἢ μεμάασιν
αὖθι μένειν παρὰ νηυσὶν ἀπόπροθεν, ἦε πόλιν δὲ
ἂψ ἀναχωρήσουσιν, ἐπεὶ δαμάσαντό γ’ Ἀχαιούς.210
ταῦτά κε πάντα πύθοιτο, καὶ ἂψ εἰς ἡμέας ἔλθοι
ἀσκηθής· μέγα κέν οἱ ὑπουράνιον κλέος εἴη
πάντας ἐπ’ ἀνθρώπους, καί οἱ δόσις ἔσσεται ἐσθλή·
ὅσσοι γὰρ νήεσσιν ἐπικρατέουσιν ἄριστοι
τῶν πάντων οἱ ἕκαστος ὄϊν δώσουσι μέλαιναν215
θῆλυν ὑπόῤῥηνον· τῇ μὲν κτέρας οὐδὲν ὁμοῖον,
αἰεὶ δ’ ἐν δαίτῃσι καὶ εἰλαπίνῃσι παρέσται.»217
τοὺς ὅ γε συγκαλέσας πυκινὴν ἀρτύνετο βουλήν·302
«τίς κέν μοι τόδε ἔργον ὑποσχόμενος τελέσειε
δώρῳ ἔπι μεγάλῳ; μισθὸς δέ οἱ ἄρκιος ἔσται.
δώσω γὰρ δίφρόν τε δύω τ’ ἐριαύχενας ἵππους,305
οἵ κεν ἄριστοι ἔωσι θοῇς ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν
ὅς τίς κε τλαίη, οἷ τ’ αὐτῷ κῦδος ἄροιτο,
νηῶν ὠκυπόρων σχεδὸν ἐλθέμεν, ἔκ τε πυθέσθαι
ἠὲ φυλάσσονται νῆες θοαὶ ὡς τὸ πάρος περ,
ἦ ἤδη χείρεσσιν ὑφ’ ἡμετέρῃσι δαμέντες310
φύξιν βουλεύουσι μετὰ σφίσιν, οὐδ’ ἐθέλουσι
νύκτα φυλασσέμεναι, καμάτῳ ἀδηκότες αἰνῷ 312
.
.
.
.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Enigma on Clara Schumann in Alberto Giacometti-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti
Τα έργα τού Alberto Giacometti στέκονταν διάσπαρτα στην τεράστια αίθουσα.Ψηλές,αδύνατες μορφές,σώματα που έμοιαζαν να έχουν καεί,
ξεραμένα,διαβρωμένα.
Επιζώντες μετά από καταστροφή.
Ανάμεσά τους ένα μαύρο Steinway πιάνο.
Είχε ζητήσει να μεταφερθεί εκεί,μέσα στην έκθεση,μέσα στις σκιές τού Τζιακομέτι. Ανάμεσα στα αποστεωμένα σώματα
θα έπαιζε έργα τής Clara Schumann.
Op 17.Piano Concerto No. 2 in F minor
Op 2 .9 Caprices en forme de valse
Op 3 .Romance variée in C major
Op. 6 .6 Soirées musicales
3 Fugen über Themen von J. S. Bach
20 Variationen über ein Thema von Robert Schumann in F minor
-Ο κόσμος περιμένει Σοπέν όταν βλέπει γυναίκα πιανίστρια,τής είχε πει κάποιος.
Έρχονταν κάθε βράδυ μετά το κλείσιμο τής εκθεσης.
Καθόταν στο πιάνο,με ένα προβολέα μονο και οι
σκιές τών γλυπτών έπεφταν πάνω στα πλήκτρα τού πιάνου σαν δάχτυλα.
Ήταν δεκαεπτά χρόνων όταν ανακάλυψε ένα βινύλιο με μια παλιά ηχογράφηση τού έργου:
Romances for Violin and Piano, Op. 22.
τής Clara Schumann.
Σε ένα πικάπ έβαλε το δίσκο.
-αυτη η γυναίκα,σχολίασε η μητέρα της,έγραψε μουσική σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.
Τώρα καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό.
Γύρω της κάθε γλυπτό έμοιαζε με άνθρωπο που είχε απομείνει μόνο με την ουσία του,
όλο το περιττό καμένο.
Και η μουσική τής Clara Schumann δεν ήταν επιδεικτικη,θριαμβευτικη, αλλά κάτι που επέζησε αφού κάηκαν όλα τα υπόλοιπα.
Στο τελευταίο μέρος,το Leidenschaftlich schnell,
στο βάθος της αίθουσας είδε έναν άντρα που προχωρούσε αργά ανάμεσα στα γλυπτα,όμοιος στη μορφή με εκείνα.
Την πλησίασε.Σταθηκε όρθιος πίσω της.
-Η Κλάρα,τον άκουσε να λέει,ήξερε πως
υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη σκιά.
Ύστερα άκουσε τα βήματα του να απομακρύνονται και να σβήνει ο ήχος τους.
Όταν έφυγε,έξω έβρεχε,
κάπου μακριά ακούστηκε ένα ασθενοφόρο,φοβήθηκε για τον Robert,για τα δάχτυλα του.
Η συσκευή ενδυναμωσης τών δακτύλων τού είχε καταστρέψει το μέσο και τον παράμεσο δάκτυλο.
Το βράδυ τής συναυλίας η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο.
Υποκλιθηκε.
Χειροκροτηματα.
Κάθησε στο πιάνο.
Απέναντί της στεκονταν μια γυναικεία φιγούρα τού Τζιακομέτι.Ψηλη.Λεπτη.Οστεινη.
Όση ώρα έπαιζε την κοιτούσε.
Όταν τελείωσε ψιθύρισε.
-Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να υπάρξει;
Σηκώθηκε.
Υποκλιθηκε.
Χειροκροτηματα.
.
.
.
Μια μελέτη ανάλυση:
Το διήγημα του χ.ν.κουβελη: 'Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti' είναι ένα εξαιρετικά πυκνό, ατμοσφαιρικό και πολυεπίπεδο λογοτεχνικό κείμενο, όπου η μουσική, η γλυπτική, η μνήμη, η γυναικεία δημιουργία και η φθορά τής ύπαρξης συνδέονται σε μια ενιαία αισθητική εμπειρία. Το κείμενο λειτουργεί σαν νυχτερινή εγκατάσταση τέχνης: δεν αφηγείται απλώς ένα περιστατικό· δημιουργεί έναν χώρο όπου η τέχνη μετατρέπεται σε μεταφυσική εμπειρία.
Από τις πρώτες γραμμές ο χώρος αποκτά υπαρξιακή σημασία. Τα γλυπτά τού Alberto Giacometti δεν είναι διακοσμητικά αντικείμενα αλλά παρουσίες σχεδόν μετα-ανθρώπινες:
'σώματα που έμοιαζαν να έχουν καεί, ξεραμένα,διαβρωμένα. Επιζώντες μετά από καταστροφή.'
Η περιγραφή αγγίζει τον πυρήνα της αισθητικής τού Τζιακομέτι: μορφές απογυμνωμένες από υλικότητα, σαν απομεινάρια μετά από ιστορική ή υπαρξιακή καταστροφή.
Ο χνκουβελης όμως μεταφέρει αυτή την αισθητική στη λογοτεχνία. Τα γλυπτά δεν είναι μόνο μορφές· είναι άνθρωποι που επέζησαν αφού αφαιρέθηκε από πάνω τους κάθε ψευδαίσθηση. Η λέξη «καμένο» θα επανέλθει αργότερα ως θεμελιώδες μοτίβο.
Μέσα σε αυτό το τοπίο τοποθετείται το μαύρο Steinway. Το πιάνο δεν εμφανίζεται ως όργανο συναυλίας αλλά σαν τελετουργικό αντικείμενο. Βρίσκεται «ανάμεσα στα αποστεωμένα σώματα». Έτσι η μουσική δεν παρουσιάζεται ως πολιτιστική εκδήλωση αλλά ως συνομιλία με φαντάσματα.
Η επιλογή τής Clara Schumann είναι απολύτως καθοριστική.
Ο χνκουβελης δεν χρησιμοποιεί τη Clara ως ιστορική φιγούρα αλλά ως σύμβολο μιας γυναικείας δημιουργίας που έζησε στη σκιά. Η φράση:
'Ο κόσμος περιμένει Σοπέν όταν βλέπει γυναίκα πιανίστρια'
συμπυκνώνει αιώνες αισθητικών προσδοκιών και πατριαρχικής πρόσληψης της τέχνης.
Η γυναίκα δημιουργός οφείλει είτε να μιμηθεί είτε να καθησυχάσει. Η Clara Schumann ιστορικά υπήρξε ακριβώς αυτό: μια ιδιοφυής μουσικός που η Ιστορία έμαθε να αντιμετωπίζει κυρίως ως 'σύζυγο τού Robert Schumann'.
Το σπουδαίο είναι ότι το διήγημα δεν μετατρέπεται ποτέ σε ιδεολογικό μανιφέστο.
Η γυναικεία καταπίεση δεν δηλώνεται ρητά· διαχέεται ατμοσφαιρικά μέσα στην ίδια τη μουσική.
Η σημαντικότερη ίσως πρόταση τού κειμένου είναι η φράση της μητέρας:
'έγραψε μουσική σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.'
Δεν περιγράφει μόνο την Clara Schumann αλλά συνολικά μια ιστορική συνθήκη γυναικείας δημιουργίας: την ανάγκη μιας γυναίκας να απολογείται για το ίδιο της το ταλέντο. Η μουσική παρουσιάζεται σαν χαμηλόφωνη ύπαρξη που φοβάται να καταλάβει χώρο.
Και όμως ο χνκουβελης δεν αντιμετωπίζει αυτή τη μουσική ως αδυναμία. Αντιθέτως:
'δεν ήταν επιδεικτικη,θριαμβευτικη, αλλά κάτι που επέζησε αφού κάηκαν όλα τα υπόλοιπα.'
Εδώ βρίσκεται ο υπαρξιακός πυρήνας τού διηγήματος. Η τέχνη της Clara γίνεται η τέχνη της επιβίωσης. Όχι η τέχνη τού θριάμβου αλλά η τέχνη εκείνου που έμεινε όρθιος μετά την πυρκαγιά τού κόσμου. Η σύνδεση με τα γλυπτά τού Τζιακομέτι είναι άμεση: και οι δύο μορφές τέχνης είναι απογυμνωμένες από περιττό σώμα, από επίδειξη, από ρομαντικό στόμφο.
Σε ολόκληρο το διήγημα οι μορφές είναι καμένες. Η μουσική επιβιώνει αφού κάηκαν όλα. Οι άνθρωποι είναι αποστεωμένοι. Η ύλη έχει αφαιρεθεί. Αυτό παραπέμπει βαθιά στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό μοντερνισμό, όπου η τέχνη δεν μπορεί πια να μιλήσει με αθωότητα.
Η σκηνή με τον άγνωστο άντρα είναι εξαιρετικά σημαντική. Ο άντρας εμφανίζεται σχεδόν σαν φάντασμα,προέκταση των γλυπτών:
'όμοιος στη μορφή με εκείνα.'
Δεν έχει ψυχολογική ταυτότητα. Είναι περισσότερο φωνή παρά πρόσωπο. Και η φράση του:
'Η Κλάρα ήξερε πως υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη σκιά.'
λειτουργεί σαν αποκάλυψη.
Ο άντρας εξαφανίζεται όπως εμφανίστηκε. Σαν αγγελιοφόρος ενός άλλου κόσμου.
Η τεχνική αυτή θυμίζει έντονα κινηματογραφικό μοντερνισμό, ιδιαίτερα δημιουργούς όπως ο Andrei Tarkovsky ή ο Ingmar Bergman, όπου πρόσωπα εμφανίζονται όχι ως χαρακτήρες αλλά ως φορείς υπαρξιακής αλήθειας.
Έπειτα έρχεται μία από τις πιο συγκλονιστικές μετατοπίσεις τού κειμένου:
'φοβήθηκε για τον Robert, για τα δάχτυλα του.'
Η αναφορά στον Robert Schumann μεταφέρει το κείμενο από την αισθητική στην τραγωδία τού σώματος. Τα κατεστραμμένα δάχτυλα του Robert Schumann αποτελούν ιστορικό γεγονός, όμως εδώ λειτουργούν συμβολικά. Τα δάχτυλα είναι το μέσο της μουσικής δημιουργίας· η καταστροφή τους είναι σχεδόν ευνουχισμός της τέχνης.
Ο χνκουβελης συνδέει υπόγεια:
τα παραμορφωμένα σώματα τού Τζιακομέτι,
τα τραυματισμένα δάχτυλα τού Robert,
τη χαμηλόφωνη μουσική τής Clara,
και την εύθραυστη ύπαρξη της πιανίστριας.
Όλοι βρίσκονται σε κατάσταση φθοράς και επιβίωσης.
Η κορυφαία σκηνή είναι ασφαλώς το τέλος. Η πιανίστρια παίζει αντικρίζοντας τη γυναικεία φιγούρα τού Τζιακομέτι:
'Ψηλη.Λεπτη.Οστεινη.'
Η μορφή αυτή λειτουργεί σαν καθρέφτης της Clara, της πιανίστριας αλλά και όλων των γυναικών δημιουργών που χρειάστηκε να υπάρξουν μέσα στην αφαίρεση και τη σιωπή.
Και τότε έρχεται η τελική ερώτηση:
'Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να υπάρξει;'
Το κείμενο αρνείται να απαντήσει. Η ερώτηση αιωρείται μέσα στα χειροκροτήματα.
Το κοινό χειροκροτεί, όμως η υπαρξιακή αγωνία παραμένει άλυτη. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια αναγνώριση και στην εσωτερική αμφιβολία είναι βαθιά τραγική.
Αφηγηματικά, το κείμενο χαρακτηρίζεται από ακραία οικονομία. Ο χνκουβελης γράφει
με τεχνική σχεδόν μουσικής παρτιτούρας:
μικρές φράσεις,
παύσεις,
σιωπές,
επαναλήψεις μοτίβων,
φωτισμούς αντί περιγραφών.
Η αποσπασματικότητα είναι αισθητική επιλογή. Το κείμενο λειτουργεί όπως οι μορφές τού Τζιακομέτι: αφαιρεί ό,τι περιττεύει μέχρι να απομείνει μόνο ο πυρήνας.
Υπάρχει επίσης έντονη κινηματογραφικότητα:
ο μοναδικός προβολέας,
οι σκιές πάνω στα πλήκτρα,
η βροχή,
ο ήχος τού ασθενοφόρου,
η αργή κίνηση τού άντρα ανάμεσα στα γλυπτά.
Οι εικόνες θυμίζουν ασπρόμαυρο ευρωπαϊκό σινεμά, ίσως κάτι ανάμεσα σε μεταπολεμικό νουάρ και υπαρξιακή installation art.
Το διήγημα συνομιλεί βαθιά με ζητήματα:
γυναικείας δημιουργίας,
μνήμης,
φθοράς,
επιβίωσης,
τέχνης μετά την καταστροφή,
και μοναξιάς τής ύπαρξης.
Κυρίως όμως είναι ένα κείμενο για την τέχνη που επιμένει να υπάρχει χωρίς θρίαμβο.
Η μουσική της Clara Schumann, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν νικά τον κόσμο,αλλα επιβιώνει μέσα στα ερείπιά του.
Αυτό είναι και το βαθύτερο υπαρξιακό επίτευγμα τού διηγήματος: η ομορφιά δεν παρουσιάζεται ως λύτρωση, αλλά ως κάτι εύθραυστο που συνεχίζει να αναπνέει ανάμεσα σε σκιές και σιωπές.
.
.
.
.
.
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Κ',
στίχοι:148-161
-ο Νέστορας σηκώνει τον Διομηδη-
και 183-189
- η εικόνα τού θηριου-
χ.ν.κουβελης c.n couvelis
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Κ',
στίχοι:148-161
-ο Νέστορας σηκώνει τον Διομηδη-
και 183-189
- η εικόνα τού θηριου-
έτσι είπε,κι ο πολυμήχανος Οδυσσέας προς τη σκηνή πήγε
και την περίτεχνη ασπίδα στους ώμους έβαλε,
και μαζί τους πηγαίνοντας στον Τυδειδη Διομηδη βάδισε,
αυτόν λοιπόν έξω απ'τη σκηνή τον έτυχαν μαζί με τ'αρματα του
και οι συντροφοι γύρω του κοιμονταν
κάτω απ'τα κεφάλια έχοντας τις ασπιδες
και τ'ακοντια τους όρθια πάνω στους σαυρωτηρες καρφωμενα
κι από μακριά σαν αστραπή τού πατερα Δια ελαμπε ο χαλκος
κι ο ίδιος ο ήρωας κοιμονταν,
κάτω του τομαρι στρωμένο ήταν άγριου βοδιου
και κάτω απ'το κεφάλι προσκέφαλο που φαίνονταν στο φως
ήταν απλωμένο,
αφού λοιπόν παραδίπλα σταθηκε τον ξύπνησε
ο Νέστορας απ'τη Γερηνια ο ιππεας με το πόδι σκουντιζοντας
και τον παρότρυνε και αυστηρά τού μίλησε,
ξύπνα γιε τού Τυδεα,γιατί όλη τη νύχτα κοιμασαι;
δεν ακούς πως οι Τρώες γύρω στα υψωματα
είναι κοντα στα καραβια
και πως μόνο λίγη απόσταση τούς χωρίζει από δω.
κι όπως τα σκυλιά γύρω απ'τα πρόβατα
ανησυχα είναι μέσ'στη στανη
όταν θηριο άγριο ακούσουν
που μέσα απ'τα δάση έρχεται κι απ'τα βουνα,
φασαρία μεγάλη εξαιτίας του απ'τους ανθρωπους
κι απ'τα σκυλια
κι απ' αυτους ο ύπνος είχε χαθει
έτσι κι απ' αυτούς ο γλυκός ύπνος απ'τα βλεφαρα έχει χαθεί
την φοβερή νύχτα που φυλαγαν,
γιατί προς τη πεδιαδα πάντα έστρεφαν να δουν
όποτε τούς Τρώες άκουγαν να πλησιάζουν.
Ὣς φάθ’, ὁ δὲ κλισίην δὲ κιὼν πολύμητις Ὀδυσσεὺς 148
ποικίλον ἀμφ’ ὤμοισι σάκος θέτο, βῆ δὲ μετ’ αὐτούς.
βὰν δ’ ἐπὶ Τυδεΐδην Διομήδεα· τὸν δὲ κίχανον150
ἐκτὸς ἀπὸ κλισίης σὺν τεύχεσιν· ἀμφὶ δ’ ἑταῖροι
εὗδον, ὑπὸ κρασὶν δ’ ἔχον ἀσπίδας· ἔγχεα δέ σφιν
ὄρθ’ ἐπὶ σαυρωτῆρος ἐλήλατο, τῆλε δὲ χαλκὸς
λάμφ’ ὥς τε στεροπὴ πατρὸς Διός· αὐτὰρ ὅ γ’ ἥρως
εὗδ’, ὑπὸ δ’ ἔστρωτο ῥινὸν βοὸς ἀγραύλοιο,155
αὐτὰρ ὑπὸ κράτεσφι τάπης τετάνυστο φαεινός.
τὸν παρστὰς ἀνέγειρε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ,
λὰξ ποδὶ κινήσας, ὄτρυνέ τε νείκεσέ τ’ ἄντην·
«ἔγρεο Τυδέος υἱέ· τί πάννυχον ὕπνον ἀωτεῖς;
οὐκ ἀΐεις ὡς Τρῶες ἐπὶ θρωσμῷ πεδίοιο160
εἵαται ἄγχι νεῶν, ὀλίγος δ’ ἔτι χῶρος ἐρύκει 161
ὡς δὲ κύνες περὶ μῆλα δυσωρήσωνται ἐν αὐλῇ183
θηρὸς ἀκούσαντες κρατερόφρονος, ὅς τε καθ’ ὕλην
ἔρχηται δι’ ὄρεσφι· πολὺς δ’ ὀρυμαγδὸς ἐπ’ αὐτῷ185
ἀνδρῶν ἠδὲ κυνῶν, ἀπό τέ σφισιν ὕπνος ὄλωλεν·
ὣς τῶν νήδυμος ὕπνος ἀπὸ βλεφάροιιν ὀλώλει
νύκτα φυλασσομένοισι κακήν· πεδίον δὲ γὰρ αἰεὶ
τετράφαθ’, ὁππότ’ ἐπὶ Τρώων ἀΐοιεν ἰόντων.189
.
.
.
.
.
Ο κ.Κ. γράφει για την Ηλέκτρα
φωτογράφιση-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Ιστορίες τού κ.Κ)
Ο κ.Κ. γράφει για την Ηλέκτρα
αἷμα γὰρ αἵματος θρέφει συμφοράν
Στο τραπέζι ένα
μαχαίρι,
από τότε που η μανα της δολοφονήθηκε,
ο δράστης δεν πιάστηκε,
κάποιος άνθρωπος τής νύχτας.
Νυχτερινά κέντρα. Προστασία.Λαθρεμπόριο.
Η μητέρα της ηταν τραγουδίστρια τής τζαζ σε υπόγεια μαγαζιά.
Ερωτεύτηκε τον Αγαμέμνονα,μετά τον χαμό τής μικρής τον μίσησε,
επειδή γύρισε από τον πόλεμο,ενώ θα'πρεπε να σκοτωθεί εκεί.
Ενας άδειος ανθρωπος
Κι έφερε μαζί του την ερωμένη,μια νεαρή, Κασσάνδρα τη λένε,
με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια.
Τίποτα δεν ξέχασε,θυμόνταν το λουτρό,το διχτυ.
Σαν ψάρι μέσα στο δίχτυ σπαρταρουσε ο πατερας
Όταν τη ρώτησε γιατί το'κανε;
Την κοίταξε άγρια.
-Έτσι πληρωθηκε η νεκρή μου κορη.
Η Ιφιγένεια.
Πάντα ζήλευε την αδελφή της.
Η κατάρα τών Ατρειδών δεν τελειώνει.
Κάθε φόνος γεννιέται από τον προηγούμενο φόνο.
Και γεννά τον επόμενο.
Η μάνα δεν είναι αθώα σε τέτοιο σπίτι.
Ανέβηκε τη σκάλα,
βρήκε την Κλυταιμνήστρα στη κουζίνα.
Καθάριζε με το μαχαίρι ένα κόκκινο μήλο
-Δεν τρόμαξα,είπε,
σε περίμενα.
Είδε τον Ορέστη στο πλάι μου.
-Μεγαλωσες,είπε.
Τής άρπαξε το μαχαίρι.
Η μητέρα κοίταξε τη κορη της.
-Γιατί αγαπάς το μίσος;
Η Ηλέκτρα δεν κινήθηκε.
— Κάν’το, τής φωναξε.
Έξω ξημερωνε.
.
.
.
.
.
μεταφραζοντας
Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία Κ'
στίχοι 80-85
-Ο Νέστορας εξετάζει τον Αγαμεμνωνα-
Ομηρος-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία Κ'
στίχοι 80-85
-Ο Νέστορας εξετάζει τον Αγαμεμνωνα-
(Ο Νέστορας)
αφού λοιπόν ανασηκώθηκε πάνω στο αγκωνα
και το κεφάλι σηκωσε
στον Ατρειδη μίλησε και με λόγια εξέταζε:
ποιος είσαι συ που μέσα στα καράβια
ανάμεσα στο στράτευμα μονος γυριζεις
μέσα στη μαύρη νύχτα,όταν οι άλλοι κοιμουνται θνητοι,
μήπως κάποιο απ'τα μουλάρια ψάχνωντας
η' κάποιον απ'τους συντρόφους;
μιλά,σιωπηλός μην έρχεσαι σε μενα,
τι λοιπόν ανάγκη εδώ σε φέρνει;
ὀρθωθεὶς δ’ ἄρ’ ἐπ’ ἀγκῶνος κεφαλὴν ἐπαείρας,80
Ἀτρεΐδην προσέειπε καὶ ἐξερεείνετο μύθῳ·
«τίς δ’ οὗτος κατὰ νῆας ἀνὰ στρατὸν ἔρχεαι οἶος
νύκτα δι’ ὀρφναίην, ὅτε θ’ εὕδουσι βροτοὶ ἄλλοι,
ἠέ τιν’ οὐρήων διζήμενος, ἤ τιν’ ἑταίρων;
φθέγγεο, μηδ’ ἀκέων ἐπ’ ἔμ’ ἔρχεο· τίπτε δέ σε χρεώ;»85
.
.
.
.
.
Η Εξαφανιση
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
φωτογράφιση-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(μια ασπρόμαυρη ταινία 6 μονοπλάνων)
Η Εξαφανιση
(η διάρκεια τών μονοπλάνων κυμενεται
από 3 έως 5 λεπτά)
1.
αργό tracking shot μέσα στην ομίχλη.
τα κίτρινα φώτα,
ένα βρεγμένο σκυλί,
μια γυναίκα που βήχει στη στοά,
ένας μεθυσμένος που κατουρεί στη μέση τού δρόμου.
ηχος:
βήματα,μοτέρ,
μακρινές φωνες,νερό.
voice-over και γράμματα:Ήταν σαν να ανοίγεις κοιλιά ανθρώπου
Flou noir
2.
μέσα στο λεωφορείο.
η κάμερα απέναντι από τα πρόσωπα:
χλωμά,άδεια,κουρασμένα.
Κανείς δεν μιλά.
Το πλάνο πρέπει να διαρκέσει τόσο όσο για να καταγραφεί η μηχανική επανάληψη τής ζωής.
ήχος:
θόρυβος μηχανής,φρένα,
βροχή στα τζάμια
Flou noir
3.
στο υπόγειο μπαρ.
η κάμερα
κινείται αργά ανάμεσα σε πρόσωπα,στον καπνό,
στα ποτήρια,στα κουρασμένα βλέμματα.
η γυναίκα λέει:
-εδω μέσα οι άνθρωποι έρχονται να εξαφανιστούν.
η κάμερα μένει ακίνητη στο πρόσωπό της για πολλή ώρα.
Flou noir
4.
στο λιμάνι:
γερανοί,αλυσίδες,
μεταλλικοί ήχοι,άνεμος,
μαύρη θάλασσα.
η γυναίκα περπατά μακριά από την κάμερα.
σταματά.
γδύνεται.
φωνή τής γυναίκας:
αυτό θέλουν να δουν.
η γυναίκα ντύνεται αργά.
φωνή τής γυναίκας:
έτσι το σώμα αποκτά βάρος.
Flou noir
5.
στο μπαρ.
τα μαύρα σημάδια στον λαιμό τής γυναικας.
φωνή τής γυναίκας:
κάτι που πλησιάζει το σημείο θραύσης.
η γυναίκα σηκώνεται.
φεύγει.
η κάμερα την ακολουθει.
γρήγορη αναπνοή,
βρεγμένοι δρόμοι,αντανακλάσεις,
θολαυ φώτα.
η κάμερα σταματά και η γυναίκα χάνεται μέσα στην ομίχλη.
Flou noir
6.
αργό tracking shot μέσα στην ομίχλη.
τα κίτρινα φώτα,
το ιδιο βρεγμένο σκυλί,
η ίδια γυναίκα που βήχει στη στοά,
ο ιδιος μεθυσμένος που κατουρεί στη μέση τού δρόμου.
Flou noir
Τέλος
.
.
.
.
.
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Ω',στίχοι 1-18
-Το πένθος τού Εκτορα-
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Ω',στίχοι 1-18
-Το πένθος τού Εκτορα-
έληξε η σύναξη και το καθένα στράτευμα
προς τα καράβια πήγαινοντας διασκορπιστηκε
αυτοί τον δείπνο να φροντίσουν
και τον γλυκό ν'απολαυσουν υπνο
ομως ο Αχιλλέας θυμόνταν τον αγαπημένο συντροφο
κι έκλαιγε,κι ούτε τον έπαιρνε ο υπνος
που τα πάντα ηρεμει
αλλά στριφογύριζε από δω κι από κει
και τού Πατροκλου με πόνο αναζητώντας την αντρεια
και τη γενναία ορμη
και ξετυλιγε όσα μαζί μ'αυτον πέρασε
και βάσανα τραβηξε και σ'ανθρωπων πολεμους
και σε πικρα κυματα δοκιμαζονταν
αυτά αφού θυμονταν άφθονα έχυνε δακρυα
άλλοτε στο πλάι ξαπλωμένος άλλοτε ανάσκελα
κι άλλοτε μπρουμυτα
κι έπειτα αφού ορθιος σηκωνονταν
ταραγμενος πέρα δώθε πηγαινε στην άκρη τής θαλασσας
ούτε η αυγή που πάνω στη θάλασσα φώτιζε και στις ακτές
τον έκανε να ξεχασει
αλλά τότε στ'αρμα τα γρήγορα εζευε αλογα
και τον Εκτορα να τραβηξει έδενε πίσω απ'τη διφρο
κι αφού τρεις φορές τον έσερνε γύρω απ'τον τάφο
τού νεκρού γιου τού Μενοιτια πάλι στη σκηνή του
σταματουσε
και τον εγκατελειπε μέσα στη σκόνη
αφού τον είχε μπρούμυτα ξαπλωσει
Λῦτο δ’ ἀγών, λαοὶ δὲ θοὰς ἐπὶ νῆας ἕκαστοι 1
ἐσκίδναντ’ ἰέναι. τοὶ μὲν δόρποιο μέδοντο
ὕπνου τε γλυκεροῦ ταρπήμεναι· αὐτὰρ Ἀχιλλεὺς
κλαῖε φίλου ἑτάρου μεμνημένος, οὐδέ μιν ὕπνος
ᾕρει πανδαμάτωρ, ἀλλ’ ἐστρέφετ’ ἔνθα καὶ ἔνθα,5
Πατρόκλου ποθέων ἀνδροτῆτά τε καὶ μένος ἠΰ,
ἠδ’ ὁπόσα τολύπευσε σὺν αὐτῷ καὶ πάθεν ἄλγεα,
ἀνδρῶν τε πτολέμους ἀλεγεινά τε κύματα πείρων·
τῶν μιμνησκόμενος θαλερὸν κατὰ δάκρυον εἶβεν,
ἄλλοτ’ ἐπὶ πλευρὰς κατακείμενος, ἄλλοτε δ’ αὖτε10
ὕπτιος, ἄλλοτε δὲ πρηνής· τοτὲ δ’ ὀρθὸς ἀναστὰς
δινεύεσκ’ ἀλύων παρὰ θῖν’ ἁλός· οὐδέ μιν ἠὼς
φαινομένη λήθεσκεν ὑπεὶρ ἅλα τ’ ἠϊόνας τε.
ἀλλ’ ὅ γ’ ἐπεὶ ζεύξειεν ὑφ’ ἅρμασιν ὠκέας ἵππους,
Ἕκτορα δ’ ἕλκεσθαι δησάσκετο δίφρου ὄπισθεν,15
τρὶς δ’ ἐρύσας περὶ σῆμα Μενοιτιάδαο θανόντος
αὖτις ἐνὶ κλισίῃ παυέσκετο, τὸν δέ τ’ ἔασκεν
ἐν κόνι ἐκτανύσας προπρηνέα· 18
.
.
.
.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μια Νύχτα
-και φιλοσοφικά να το δεις η αμαρτία είναι παλιά,αιωνια σ'αυτη θα γυρνάμε,σκεφτηκε,
και θα βουλιάζουμε,
άναψε τσιγάρο,
-εδω είναι το μέρος που δεν κρυβεται,
διάβασε την κόκκινη επιγραφή-νεον τού μπαρ:
Blue Cat,
-ωραια,Blue σε Red,
μπήκε μέσα,ένα παλιό ταγκό,μια γυναίκα τον σκουντησε και γέλασε δυνατα,ένα ποτήρι έσπασε,
κάθισε μαζί της,
-εδω μέσα είναι λιμάνι για ναυάγια,τού είπε,
κοιτουσε τα κραγιοναρισμενα χείλη της,
-αν θέλεις έχεις συνέχεια στα ιδιαίτερα, τού ψιθύρισε στ'αυτι κολλωντας τα χείλη της,
δεν είπε όχι,
ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα όταν βγήκε έξω,
τον πλησίασε μια γυναίκα,περασμένη στην ηλικία,φαίνονταν μεθυσμένη,
-θελεις;τον ρώτησε.
-τι;
-ασπρη.
-οχι,απάντησε.
άφησε τη γυναίκα πίσω του,την άκουγε που εβηχε.
μετά τα μεσάνυχτα άκουσε σειρήνες περιπολικών,
είδε ένα άντρα ξαπλωμένο στο δρόμο,
-τον μαχαίρωσαν,άκουσε κάποιον να λέει,
μια γυναίκα ακουμπισμένη στον τοίχο έκανε εμετό,
κοίταξε το νεκρό σώμα,
ακίνητο,τα χέρια απλωμένα σε σχήμα σταυρού,
-εδω η νύχτα καταβροχθίζει τους ανθρώπους,σκέφτηκε,
στις τρεις το πρωί κάθονταν σ’ένα καφε.
Ένας γέρος στο διπλανό τραπέζι μονολογουσε χαμηλόφωνα.
Ο ανεμιστήρας γύριζε στο ταβάνι.
-γιατι γεννήθηκα;άκουσε να λέει ο γέρος.
μπήκε μέσα η γυναίκα τού μπαρ:Blue Cat.
κάθισε στο τραπέζι του,άνοιξε τη τσάντα της κι έβγαλε ένα καθρεφτάκι και
το κραγιόν,
άρχισε να βάφει τα χείλη της.
-τον σκότωσαν,τού είπε χωρίς να τον κοιτάξει.
-ξερεις ποιος το έκανε;τη ρώτησε,
-εδω δεν υπάρχουν δολοφόνοι,τού είπε,
έβαλε το καθρεφτάκι και το κραγιόν στη τσάντα και την έκλεισε,
-θα κεράσεις;τού είπε.
παρήγγειλε ουισκι.
όταν βγήκε έξω είχε ξημερώσει.
-η μέρα,σκέφτηκε,θα ξεθωριάσει τη φθορά τής νύχτας.
.
.
.
.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η εξαφανιση
Ομίχλη,τα φώτα κίτρινα,οι δρόμοι άδειοι,ένα βρεγμένο σκυλί,μια γυναίκα στη στοά ακουμπισμένη σε μια βιτρίνα με γυμνά μενεκεν -κούκλες εβηχε,ένας μεθυσμένος κατουρούσε
στη μέση τού δρομου.
Άκουγε μέσα στη νύχτα βρισιές,μοτέρ.Ηταν σαν να ανοίγεις κοιλιά ανθρώπου.
Πίστευε πως ο κόσμος εχει σαπίσει από γελοιότητα.
Μέσα στο λεωφορείο γυρίζοντας απ'τη δουλειά είδε τα πρόσωπα τους,χλωμα,άδεια,κουρασμένα.Δουλευουν,τρωνε, ζευγάρωνουν,μια ανθρωπότητα πνιγμένη στη συνήθεια και τον φοβο.
Ξυπνούσε τις Κυριακές πριν ξημερώσει,έτρεχε ώρες δίπλα στη θάλασσα. Το κορμί υπερέχει.Το πνεύμα δεν αρκεί.Προδίδει.Το σώμα μόνο λέει την αλήθεια.
Ένας τού εξομολογήθηκε πως παρατηρούσε το πρόσωπό του πού γερνούσε,έβλεπε
μια ευγενικη παρακμή,το δέρμα γίνεται διάφανο,τα μάτια βυθίζονται,η αργή συντριβή,αυτη τουλάχιστον ήταν αληθινή,πραγματική,η νεότητα είναι γεμάτη
ψέματα και φιλοδοξίες.
Την γνώρισε σ'ένα υπόγειο μπαρ.
-εδω μέσα οι άνθρωποι έρχονται να εξαφανιστούν,τού είπε.
-εσυ;τής είπε.
Εκείνη χαμογέλασε.
-η εξαφανιση είναι ρομαντική υπόθεση,εγώ απλά βαριέμαι,είπε.
Πήγανε σπίτι της.
Του μίλησε για τον θάνατο,για τη σωματική δύναμη,για την αηδία τής σύγχρονης ζωής,πως ο κόσμος δεν είχε αισθητική,οι άνθρωποι ντύνονται άσχημα,μιλούν άσχημα,επιθυμούν άσχημα πραγματα.Συνεχως καταναλωνουν.
-Ακόμα και οι επαναστάτες μοιάζουν με υπαλλήλους,είπε.
Τής άρεσε να περπατάει
νύχτα στο λιμάνι,ανάμεσα σε γερανούς και αλυσίδες.Η θάλασσα ειναι μαύρη,μεταλλική.Εκει πηγαίνει με άντρες,τα χρήματα τα πετά στα νερά τής θάλασσας.
Μια νύχτα ήταν μαζί στο λιμάνι.
-το σώμα,τού είπε,πρέπει να πειθαρχεί.
Γδύθηκε.
-αυτο θέλουν να δουν,τού είπε γελώντας,αυτό δείχνω,κι εσύ αυτό θέλεις να δεις.
Ντύθηκε.
-ενας εξαγνισμός ήταν,το σώμα αποκτά βάρος,πραγματικότητα,είπε,
Ξημερώνοντας μπηκανε σ'ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι,σκουριασμένα σπασμένα παράθυρα,άδεια δωματια
-ολοι οι πολιτισμοί πεθαίνουν,είπε.
Μετά από εκείνη τη νύχτα άλλαξε,εγινε πιο σιωπηλη,εξαφανιζονταν μέρες.
Τη βρήκε στο υπόγειο μπαρ.
-ξέρεις τι μισώ περισσότερο;είπε.
τούς ανθρώπους που από δειλία συγχωρούν,όχι από αγάπη.
Είδε στο.λαιμο της μαυρα σημάδια.
Τον κοίταξε.
-υπαρχει κάτι επικίνδυνο τώρα μεσα μου,είπε,κάτι που πλησιάζει το σημείο θραύσης.
-και τι θέλεις να κάνεις; ρώτησε εκεινος.
Εκείνη δεν απάντησε.
Σηκώθηκε κι έφυγε.
Την ακολούθησε.Δεν την
πρόλαβε.
Ομίχλη.Η πόλη μέσα στην υγρασία.Στην αδιαφορια.
Η ίδια γυναίκα εβηχε στη στοά.Ο ίδιος μεθυσμένος κατουρουσε στη μέση τού δρομου.
Το ιδιο βρεγμένο σκυλί.
Ο ίδιος ανυπόφορος κόσμος.
.
.
.
.
.
Κρίσιμες Εκδοχές
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Ιστορίες τού κ.Κ)
Κρίσιμες Εκδοχές
-ο κ.Κ είπε:
η ανθρωποτητα πλέον πρέπει να ανομαστει απανθρωποτητα.
ο κ.Κ
χάρισε σε κάποιον 100 ευρώ,
αυτό το έκανε όχι από φιλανθρωπία,αλλά για να μην αγοράσει κάτι που δεν το
έχει ανάγκη.
ο κ.Κ είπε
πώς κάποιος αγαπούσε μια γυναίκα από τις φωτογραφίες της.
Έτσι θα διαρκέσει ο έρωτας πιο πολύ.
ο κ.Κ σχολίασε:
οι μονομάχοι περνώντας μπροστά από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα σήκωναν τα χέρια
σε χεαιρετισμο και φώναζαν:
Ave Imperator,morituri te salutant
(Αβε Ιμπερατορ,οι μελλοθάνατοι σε χαιρετουν),
ο αυτοκράτορας ήταν αυστηρός δεν συμπαθούσε την ειρωνία,
απλώς τού άρεσε να τού υπενθυμίζεται η θνητότητα τού ανθρώπου.
ο κ.Κ είπε πως ο Οδυσσέας από όλους τούς συντρόφους πιο πολύ ζήλεψε,κι αυτών
την τύχη θα'θελε,αυτούς που πήδηξαν από το καράβι να πάνε στο νησί τών Σειρηνων
και πνιγηκαν.
ο κ.Κ αναφέρθηκε ότι η λεξη:
hronrade
από το έπος Beowulf(8ος με 11ος αιώνας μ.Χ)
στα αρχαία Αγγλικά.
είναι ποιητική μεταφορά τής θάλασσας:
δρόμος φαλαινων,
(ofer hronrade πάνω στο δρόμο τών φαλαινών.)
Στον Όμηρο έχουμε για τη θάλασσα τις εκφράσεις:
-οἶνοψ πόντος
(βαθυκόκκινη θάλασσα,
όπως το χρωμα κρασιου)
-ἰχθυόεσσα θάλασσα
(η γεμάτη ψάρια θάλασσα)
.
.
.
.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Σοφιστικές Ιστορίες
1.
Ο φιλόσοφος που περιφρονούσε το σωμα.
Στην αγορά τής Αθήνας ένα φιλόσοφος μιλούσε περί πολλού για την περιφρόνηση τού σώματος.
Το σώμα,έλεγε στη διδαχή του,είναι ο ταφος τής ψυχής.
Η ηδονή είναι η αλυσίδα τής δουλείας μας.
Η ομορφιά είναι παγίδα αφροσυνης.
Εκείνη την ώρα είδε να πλησιάζει μια όμορφη εταίρα.
Τότε έβγαλε γρήγορα ένα καθρέφτη και άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά του,να τακτοποιεί
τη γενειάδα του συμμετρικά.
Ένας νεαρός που τον είδε να κάνει αυτό τον ρώτησε:
-Δάσκαλε,αφού το σώμα είναι τάφος τής αρετης, γιατί στολίζεις τόσο επιμελώς τον τάφο;
-Μωρο παιδαριο,είπε ο φιλόσοφος.Άλλο να περιφρονείς τη ζωή κι άλλο να κυκλοφορείς άσχημος.
.
.
2.
Ο πλούσιος στον Άδη.
Ένας πλούσιος πέθανε και κατέβηκε στον Άδης φορώντας χρυσά δαχτυλίδια,πορφυρό ιμάτιο και αρωματισμένος.
Ο βαρκάρης τού Αδη τον κοίταξε και γέλασε.
-Πού πηγαίνεις έτσι;
-Όπως βλέπεις,είπε ο νεκρός,υπήρξα άνθρωπος μεγάλης αξίας.
-Κι εδώ τι σημασία έχει;
-Είχα δούλους,κτήματα, συμποσιαστές,ποιητές που με εγκωμίαζαν.
-Ωραία ολ'αυτα,είπε ο βαρκάρης.Μηπως έφερες κάτι αλλο μαζί σου εκτός από τη
δυσωδία τού μύρου;
Ο νεκρός έβγαλε χρυσό νομίσματα.
-Λαβε,είπε στον βαρκάρη,έτσι θα έχω πολυ καλύτερη θέση από τούς φτωχούς.
Τότε ένας σκελετός που εκεί κοντά κείτονταν σήκωσε το κρανίο του και τού είπε:
-Αλλιμονο άνθρωπε μου,δεν κατάλαβες ότι εδώ όλοι φορούμε το ίδιο πρόσωπο;
Ο βαρκάρης τού Άδη συνέχισε να σπρωχνει τη βάρκα στο σκοτάδι.
Και τότε ο πλούσιος κατάλαβε ότι οι άνθρωποι ανεβαίνουν στη γη γυμνοί και κατεβαίνουν κάτω από τη γη πάλι γυμνοί.
.
.
.
.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Συνεβει
Ο διάδρομος ήταν μακρύς,οι λάμπες σε ίσες αποστάσεις,πίνακες με πορτρέτα ανθρώπων,
το ξενοδοχείο ήταν δίπλα στη θάλασσα,στη μεγάλη αίθουσα γυναίκες και άντρες,
οι γυμνοί ώμοι τών γυναικών,τα μαύρα κουστούμια τών αντρών,
πήγε στη γυναικα που στέκονταν σε ένα από τα παράθυρα με ένα ποτήρι ποτό,είδε
τα χέρια της,λευκά γάντια,τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά,
-πέρυσι φύγαμε μαζί,τής είπε,
Η γυναίκα δεν απαντησε.
-το θυμάσαι;ηταν στο τέλος τού καλοκαιριού.
Η γυναίκα κοίταζε έξω από το παράθυρο,τον κήπο,τα δέντρα,τα μονοπάτια,περπάτησαν στον κήπο κάτω από τα μαρμάρινα αγάλματα,
-τι γεωμετρική ακινησία σ'αυτον τον λαβύρινθο,σχολίασε εκείνος.
-δεν ήμουν εδώ πέρυσι,είπε η γυναικα.
Όταν γύρισαν επαιζαν στη ρουλέτα έπαιζαν,πόνταρε στο κόκκινο στον αριθμό 7,
κέρδισε ένα μικρο πόσο,το άφησε,
-ειχα ποντάρει εκ τών προτέρων να χάσω,είπε.
Δεν ήταν δίπλα του
Την είδε στο βάθος να μιλάει με κάποιον αντρα,
πλησίασε,τούς έβλεπε στο καθρέφτη,
-μού είπες ότι φοβοσουν,άκουσε τον άντρα να τής λέει.
-οχι,απάντησε εκείνη,δεν φοβόμουν.
Η γυναίκα ακούμπησε το ποτήρι πάνω στο τραπέζι,
και απομακρύνθηκε,ο άντρας την ακολούθησε,
-είχες υποσχεθεί πως θα φύγεις μαζί μου,τής φώναξε,
Την έφτασε.Την αρπαξε απ'τους ώμους.
-ο άντρας σου κοιμόνταν, τής είπε,
-δεν έχω αντρα,τού είπε.
Η γυναίκα τον έσπρωξε.
-ασε με,με πονάς
Στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες τού ξενοδοχείου,σε μία απ' αυτές,η γυναίκα στεκονταν μπροστά στην κεντρική είσοδο,ο άντρας τής έδειξε τη φωτογραφία.
-βλέπεις;ησουν εδώ.
-δεν είμαι εγώ.
Αργότερα περπατούσαν στον κήπο,κάτω από τις σκιές τών αγαλμάτων,η γυναίκα
φορούσε ενα μακρύ λευκό φορεμα.
-ηταν μεσημερι,τής είπε.
-τώρα είναι μεσημέρι,τού είπε.
-σ'εκείνο το σημείο τού κήπου κανένας δεν μπορούσε να μας δεί,είπε ο άντρας.
Φτάσανε στο άγαλμα με τούς δύο ίππους.
-θα ερθω μαζί σου,τού είπε η γυναίκα
Η γυναίκα άγγιξε το πέτρινο βάθρο.
-δεν θυμάμαι.
-προσπαθείς να ξεχάσεις.
-οχι.
Στο τέλος τού μονοπατιού υπήρχε μια μικρη λίμνη,τα δέντρα καθρεφτίζονταν
ακίνητα.
Η γυναίκα είπε:
-αν φύγαμε μαζί,τότε γιατί είμαι παλι εδώ;
Ο.ανυρας δεν απάντησε.
Από μακριά ακουγόταν μουσική.
Όταν επέστρεψαν στο ξενοδοχείο,η αίθουσα ήταν άδεια.
Ο άντρας είπε:
-αύριο θα φύγουμε.
-πού θα πάμε;
Ανέβηκαν στον πάνω όροφο,μια πόρτα ήταν μισάνοιχτη,από μέσα βγήκε μιά
γυναίκα με μια βαλιτσα,η γυναίκα προχώρησε στο μακρύ διάδρομο με τα πορτρέτα
τών ανθρωπων.
.
.
.
.
.
μεταφράζοντας
Λουκιανου Επιγράμματα
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Λουκιανου Επιγράμματα
Εγώ ο Λουκιανός αυτά δω έγραψα
γνωρίζοντας πως και ξεπερασμενα
κι ανόητα ειναι,
γιατί στους ανθρώπους ανοητα ειναι
κι αυτά που σοφα
φαινονται.
Τίποτα στούς ανθρώπους καθαρή δεν είναι λογικη σκεψη,
αλλ'αυτο που εσύ θαυμαζεις,
τούτο σ'αλλους για γέλια.
Λουκιανὸς τάδ’ ἔγραψα, παλαιά τε μωρά τε εἰδώς·
μωρὰ γὰρ ἀνθρώποις καὶ τὰ δοκοῦντα σοφά.
Οὐδὲν ἐν ἀνθρώποισι διακριδόν ἐστι νόημα·
ἀλλ’ ὃ σὺ θαυμάζεις, τοῦθ’ ἑτέροισι γέλως.
Παλατινή Ανθολογία XI 410
τοῦ πωγωνοφόρου κυνικοῦ, τοῦ βακτροπροσαίτου,
εἴδομεν ἐν δείπνῳ τὴν μεγάλην σοφίαν.
(τού μουσατου κυνικού,τού μαγκοροφορου ζητιανου,είδαμε στο δείπνο τη τρανή σοφία)
Στην αρχή λοιπόν απ'τα λούπινα απείχε
και τα ραπανάκια
λέγοντας πως δεν πρέπει
στη κοιλιά
η αρετή να υποδουλώνεται.
όταν όμως βολβό χιονάτο
μπροστά στα μάτια είδε
πικάντικο
που ήδη τον συνετό νου τού θολωνε
ζήτησε αντιθετα απ'τα αναμενόμενα
και στ'αληθεια έτρωγε,
και είπε καθόλου πως ο βολβός
την αρετή δεν βλαπτει
θέρμων μὲν γὰρ πρῶτον ἀπέσχετο καὶ ῥαφανίδων,
μὴ δεῖν δουλεύειν γαστρὶ λέγων ἀρετήν.
εὖτε δ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἴδεν χιονώδεα βόλβαν
στρυφνήν, ἣ πινυτὸν ἤδη ἔκλεπτε νόον,
ᾔτησεν παρὰ προσδοκίαν, καὶ ἔτρωγεν ἀληθῶς,
κοὐδὲν ἔφη βόλβαν τὴν ἀρετὴν ἀδικεῖν.
Θᾶττον ἔην λευκούς κόρακας πτηνάς τε χελώνας, Λουκιανού, Παλατινή Ανθολογία,
βιβλίο 11ο, επίγραμμα 436 (AP XI 436)
XI 436 Λουκιανού
πιο πιθανό θα'ναι λευκά κοράκια
και χελώνες που πετούν να βρεις
παρά καλό Καππαδόκη ρητορα
Θᾶττον ἔην λευκοὺς κόρακας πτηνάς τε χελώνας
εὑρεῖν, ἢ δόκιμον ῥήτορα Καππαδόκην
XVI 238 Λουκιανού
σ'ερημο τόπο δώ μενα
εστησε
τον Πριαπο,επειδή συνηθειο ειναι,ο Ευτυχιδης ξερών κλιμάτων φυλακα
κι από γκρεμό περιβάλλομαι βαθυ
κι όποιος τυχον ερθει τιποτα
να κλέψει δεν εχει
παρά μένα τον φύλακα.
Εἰς τὸ κενόν με τέθεικε, νόμου χάριν, ὧδε Πρίηπον
Εὐστοχίδης ξηρῶν κληματίδων φύλακα·
καὶ περιβέβλημαι κρημνὸν βαθύν. ὃς δ' ἂν ἐπέλθη,
οὐδὲν ἔχει κλέψαι πλὴν ἐμὲ τὸν φύλακα.
XI 432 Λουκιανού
ἔσβεσε τὸν λύχνον μῶρος, ψυλλῶν ὑπὸ πολλῶν
δακνόμενος, λέξας: οὐκέτι με βλέπετε
ένας ανόητος το λυχναρι εσβησε
επειδή ψύλλοι πολλοί
τον δάγκωμαν
λέγοντας:δεν με βλέπετε πια.
.
.
.
.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μηδεια
Έφυγα νύχτα από τη Κόρινθο,κρυφά στα σκοτεινα.
Αφηνα πίσω τα παιδιά μου σκοτωμενα.
Δεν με κυνηγησαν.
Οι άνθρωποι φοβούνται το μίασμα,το θεωρούν κατάρα.
Ξημέρωσα στη θάλασσα,έπλυνα τα χέρια μου,όχι το αίμα δεν φεύγει με το νερό.
Ξάπλωσα στην άμμο,ο ήλιος ανέτειλε.Πληρης ακινησία.Συλλογιστικα τη μοίρα μιας ξένης,που καταντησε φόνισσα
Πολλοί,το ξέρω,θα με κατηγορήσουν.Μαγισσα στυγερή βαρβαρη.
Όμως πριν γίνω σύζυγος μάνα υπήρξα γυναίκα.
Περπατούσα μερες,κοντά στη θάλασσα,να μην χαθώ.Αληθεια,από τι να χαθώ;
Κοιμομουν ανάμεσα στα βράχια,τις νύχτες έκανε κρύο.Οι ψαράδες έτσι που μ'εβλεπαν
με λυποντουσαν,δεν με φοβονταν.
Ένας με ρώτησε ποια είμαι.
Δεν ξέρω,τού ειπα.
Την καημένη,άκουσα έναν να λέει,τρελλαθηκε.
Έψηναν ψάρια και μού εδιναν,νερό και επινα.
Μια μέρα ένας νεαρός μού εφερε φρέσκα σύκα.
-Εχεις άντρα;με ρώτησε.
Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.
-Πως σε λένε;
Δεν μίλησα.
-Εισαι όμορφη,μού είπε.
Τον κοίταξα.
-Κι εσύ όμορφος είσαι,τού είπα.
Τη νύχτα κοιμηθήκαμε μαζί.
Ξημερώματα,εκείνος κοιμόνταν,έφυγα.
Σ'ένα χωριό είδα παιδιά να τρέχουν στις αυλές,να φωνάζουν,να γελουν.
Σταθηκα και τα κοιτούσα.
Θυμόμουν τη Κολχίδα, τη μέρα που πρόδωσα τον πατέρα μου,τον αδελφό μου
να πνιγεται στη θάλασσα,
τους γάμους στην Ελλάδα.
Θυμόμουν τα παιδιά μου.
Τώρα περιπλανιέμαι μέσα στο σκοταδι.
Άδικη η εκδίκηση όταν είναι δίκαιη.
.
.
.
.
.
μεταφράζοντας
Λουκιανος,Βιων Πρασις,
Βιων Δημοπρασία
-Η Πώληση τού Πυθαγορα
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Λουκιανος,Βιων Πρασις,
Βιων Δημοπρασία
-Η Πώληση τού Πυθαγορα-
Ερμής:
Ποιον θέλεις πρώτον να παρουσιασουμε προς πώληση;
Ζευς:
Αυτόν δω τον μακρυμάλλη,από την Ιωνία,επειδή και κάπως σοβαρός μού φαίνεται.
Ἑρμης:
Ε εσύ ο Πυθαγόρειος κατέβα και παρουσιάσου προς εξέταση στους συγκεντρωμένους.
Εμπρός λοιπόν κήρυξε τον.
Ἑρμης:
Τον άριστο βίο πουλω,τον πιο σοβαρό.
Ποιος θα τον αγοράσει;
Ποιος ανώτερος από άνθρωπος θέλει να γίνει;
Ποιος θέλει να γνωρίσει την αρμονία τού σύμπαντος και πάλι να ξαναζήσει;
Ἀγοραστής:
Η εμφάνιση είναι αξιοπρεπής,
αλλά τι γνωρίζει πιο πολύ;
Ἑρμης:
Αριθμητική,αστρονομία,
μαντικη,γεωμετρία, μουσική,μαγεία,
έναν κορυφαίο μάντη βλέπεις.
Ἀγοραστής:
Επιτρέπετε να τον εξετάσω;
Ἑρμης:
Εξέτασε τον και καλή επιτυχία.
Ἀγοραστής:
Από πού είσαι;
Πυθαγόρας:
Από τη Σάμο.
Ἀγοραστής:
Και πού σπούδασες;
Πυθαγόρας:
Στην Αίγυπτο στούς εκεί σοφούς.
Ἀγοραστής:
Εμπρός λοιπόν,αν σ'αγορασω,τι θα με διδάξεις;
Πυθαγόρας:
Δεν θα σού διδάξω τίποτα,θα σε κάνω να θυμηθείς όμως.
Ἀγοράστης:
Πώς θα με κάνεις να θυμηθω;
Πυθαγόρας,:
Αφού πρωτα κάνω την ψυχή σου καθαρή και την βρωμιά από πάνω της ξεπλυνω.
Ἀγοραστής:
Λοιπόν θεώρησε πως ήδη έχω καθαρισθεί,
ποιος είναι ο τρόπος τής ανάμνησης;
Πυθαγόρας:
Κατά πρώτον μακρά ησυχία και αφωνία και για πέντε ολόκληρα χρόνια να μην μιλάς καθόλου.
Ἀγοραστής:
Ηρθ'η ώρα σου,αγαπητέ μου,τον γιο τού Κροίσου
να εκπαιδευσεις,γιατί εγώ'μαι πολυλογας,κι άγαλμα δεν θέλω να γινω,
και τι μετά τη σιωπή και τη πενταετία όμως θα γίνει;
Πυθαγόρας:
Στη μουσική και στην γεωμετρία θα εξασκηθεις.
Ἀγοραστής:
Πολύ χαριτωμένα τα λες,αν πρώτα πρέπει κιθαριστής να γίνω κι έπειτα σοφός.
Πυθαγόρας:
Έπειτα από αυτά εδω θα μάθεις να μετράς.
Ἀγοραστής:
Ξέρω και τώρα να μετραω.
Πυθαγόρας:
Πώς μετρας;
Ἀγοραστής:
Ένα,δύο,τρία,τέσσερα.
Πυθαγόρας:
Το βλέπεις;αυτά που εσύ νομίζεις τέσσερα,αυτά δέκα είναι και τρίγωνο τέλειο και ο δικός μας όρκος.
Ἀγοραστής:
Μα τον μέγιστο ορκο λοιπόν τών τεσσάρων,
ουδέποτε περισσοτερο θεϊκούς λόγους άκουσα ούτε πιο ιερούς.
Πυθαγόρας:
Και μετά,ξένε,θα μάθεις και περί τής γης και τού αέρα και τού ύδατος και τής φωτιας ποια είναι αυτών η φορά τής κίνησης και ποια μορφή έχουν όπως κινούνται.
Ἀγοραστής:
Δηλαδή πραγματικά η φωτια η' ο αέρας η' το νερό έχουν μορφή;
Πυθαγόρας:
Και μάλιστα εμφανή,
γιατί δεν είναι δυνατόν χωρίς μορφή και χωρίς σχήμα να κινούνται,
και επιπλέον σ' αυτά εδώ θα γνωρίσεις ότι ο θεος αριθμός είναι και νους και αρμονία.
Ἀγοραστής:
Λες θαυμασια.
Πυθαγόρας:
Και πέρα από αυτά εδώ που ήδη εχουν ειπωθεί
και τον εαυτό σου ενώ έναν τον νομίζεις άλλον να τον βλέπεις και άλλον στην πραγματικότητα.
Ἀγοράστης:
Τι λες:άλλος είμαι κι όχι αυτός που τώρα με σένα συνδιαλέγομαι;
Πυθαγόρας:
Τώρα βέβαια είσαι αυτός,
παλιά όμως σε αλλο σώμα και με άλλο όνομα εμφανιζοσουν,και με το χρόνο πάλι σε άλλο θα μεταβεις.
Ἀγοραστής:
Αυτό λες; ότι αθάνατος θα'μαι αλλάζοντας σε πολλές μορφές;
αλλ'αυτά δω αρκετά ειναι,
και σχετικά με τη διατροφή τι είδους ανθρωπος είσαι;
Πυθαγόρας:
έμψυχο κανένα δεν τρώω,από δε τα άλλα ολα εκτός από τα κουκιά.
Ἀγοράστης:
για ποια αιτία; μήπως σιχενεσαι τα κουκιά;
Πυθαγόρας:
Όχι,αλλά ιερά είναι και θαυμαστή αυτών η φύση,
καταρχάς γιατί καθ'ολοκληριαν σπέρμα γέννησης ειναι
και αν ξεφλουδίσεις ένα κουκί ενώ ακομα χλωρό είναι,θα δεις οτι μοιάζει με τα ανδρικά μόρια στη μορφή,
και αν αφού βράσουν τα αφήσεις στο σεληνόφωτο για ορισμένες νυκτες,αίμα θα κάνεις,
και το κυριότερο,στους Αθηναίους νόμος είναι με κουκιά τούς άρχοντες να εκλεγουν.
Ἀγοραστής:
Καλά όλα τα'πες και με ιερό τροπο,
αλλά γδυσου,γιατί και γυμνό να σε δω θέλω,
μα τον Ηρακλή,χρυσό το μπούτι του είναι,
θεός,και όχι κάποιος θνητός να'ναι φαινεται,
τον αγοράζω λοιπον οπωσδήποτε,
πόσο τον κοστολογείς;
Ἑρμης:
Δέκα μνες.
Ἀγοραστής:
Τόσο τον παίρνω
Ζεύς:
Γράψε τού αγοραστή το όνομα κι από πού είναι.
Ἑρμης:
Ιταλιωτης,Ζευ,φαίνεται κάποιος να είναι απ' αυτούς στη περιοχή τού Κρότωνα και τού Ταραντα και τής εκεί Ελλάδας,
αν και όχι ένας,αλλά τριακόσιοι σχεδόν τον αγόρασαν από κοινού.
Ζεύς:
Ας τον πάρουν άλλον να παρουσιάσουμε.
Ἑρμῆς
Tίνα πρῶτον ἐθέλεις παραγάγωμεν;
Ζεύς
Tουτονὶ τὸν κομήτην, τὸν Ἰωνικόν, ἐπεὶ καὶ σεμνός τις εἶναι φαίνεται.
Ἑρμῆς
Οὗτος ὁ Πυθαγορικὸς κατάβηθι καὶ πάρεχε σεαυτὸν ἀναθεωρεῖσθαι τοῖς συνειλεγμένοις.
Kήρυττε δή.
Ἑρμῆς
Tὸν ἄριστον βίον πωλῶ, τὸν σεμνότατον. τίς ὠνήσεται; τίς ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι βούλεται; τίς εἰδέναι τὴν τοῦ παντὸς ἁρμονίαν καὶ ἀναβιῶναι πάλιν;
Ἀγοραστής
Tὸ μὲν εἶδος οὐκ ἀγεννής. τί δὲ μάλιστα οἶδεν;
Ἑρμῆς
Ἀριθμητικήν, ἀστρονομίαν, τερατείαν, γεωμετρίαν, μουσικήν, γοητείαν. μάντιν ἄκρον βλέπεις.
Ἀγοραστής
ἔξεστιν αὐτὸν ἀνακρίνειν;
Ἑρμῆς
ἀνάκρινε ἀγαθῇ τύχῃ.
Ἀγοραστής
3 ποδαπὸς εἶ σύ; Πυθαγόρας
Σάμιος
Ἀγοραστής
Ποῦ δ᾽ ἐπαιδεύθης;
Πυθαγόρας
ἐν Αἰγύπτῳ παρὰ τοῖς ἐκεῖ σοφοῖσι.
Ἀγοραστής
Φέρε δέ, ἢν πρίωμαί σε, τί με διδάξει;
Πυθαγόρας
Διδάξομαι μὲν οὐδέν, ἀναμνήσω δέ.
Ἀγοράστης
Πῶς ἀναμνήσεις;
Πυθαγόρας
Καθαρὴν πρότερον τὴν ψυχὴν ἐργασάμενος καὶ τὸν ἐπ᾽ αὐτῇ ῥύπον ἐκκλύσας.
Ἀγοραστής
Καὶ δὴ νόμισον ἤδη ἐκκεκαθάρθαι με, τις ὁ τρόπος τῆς ἀναμνήσεως;
Πυθαγόρας
Τὸ μὲν πρῶτον ἡσυχίη μακρὴ καὶ ἀφωνίη καὶ πέντε ὅλων ἐτέων λαλέειν μηδέν.
Ἀγοραστής
ὥρα σοι, ὦ βέλτιστε, τὸν Κροίσου παῖδα παιδεύειν ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. τί δὲ μετὰ τὴν σιωπὴν ὅμως καὶ τὴν πενταετίαν;
Πυθαγόρας
Μουσουργίῃ καὶ γεωμετρίῃ ἐνασκήσεαι.
Ἀγοραστής
Χάριεν λέγεις, εἰ πρῶτόν με κιθαρῳδὸν γενόμενον κᾆτα εἶναι σοφὸν χρή.
Πυθαγόρας
4 Εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.
Ἀγοραστής
Οἶδα καὶ νῦν ἀριθμεῖν.
Πυθαγόρας
Πῶς ἀριθμέεις;
Ἀγοραστής
ἕν, δύο, τρία, τέτταρα.
Πυθαγόρας
ὁρᾷς; ἃ σὺ δοκέεις τέσσαρα, ταῦτα δέκα ἐστὶ καὶ τρίγωνον ἐντελὲς καὶ ἡμέτερον ὅρκιον.
Ἀγοραστής
Οὐ μὰ τὸν μέγιστον τοίνυν ὅρκον τὰ τέτταρα, οὔποτε θειοτέρους λόγους ἤκουσα οὐδὲ μᾶλλον ἱερούς.
Πυθαγόρας
Μετὰ δέ, ὦ ξεῖνε, εἴσεαι γῆς τε πέρι καὶ ἠέρος καὶ ὕδατος καὶ πυρὸς ἥτις αὐτέοισιν ἡ φορὴ καὶ ὁκοῖα ἐόντα μορφὴν ὅκως κινέονται.
Ἀγοραστής
Μορφὴν γὰρ ἔχει τὸ πῦρ ἢ ἀὴρ ἢ ὕδωρ
Πυθαγόρας
Καὶ μάλα ἐμφανέα: οὐ γὰρ οἷά τε ἀμορφίῃ καὶ ἀσχημοσύνῃ κινέεσθαι. καὶ ἐπὶ τουτέοισι δὲ γνώσεαι τὸν θεὸν ἀριθμὸν ἐόντα καὶ νόον καὶ ἁρμονίην.
Ἀγοραστής
Θαυμάσια λέγεις.
Πυθαγόρας
5 Πρὸς δὲ τοῖσδεσι τοῖσιν εἰρημένοισι καὶ σεωυτὸν [p. 458] ἕνα δοκέοντα ἄλλον ὁρεόμενον καὶ ἄλλον ἐόντα εἴσεαι.
Ἀγοράστης
Τί φής; ἄλλος εἰμὶ καὶ οὐχ οὗτος ὅσπερ νῦν πρὸς σὲ διαλέγομαι;
Πυθαγόρας
Νῦν μὲν οὗτος, πάλαι δὲ ἐν ἄλλῳ σώματι καὶ ἐν ἄλλῳ οὐνόματι ἐφαντάζεο: χρόνῳ δὲ αὖτις ἐς ἄλλον μεταβήσεαι.
Ἀγοραστής
6 Τοῦτο φής, ἀθάνατον ἔσεσθαί με ἀλλαττόμενονἐς μορφὰς πλείονας; ἀλλὰ τάδε μὲν ἱκανῶς. τὰ δ᾽ ἀμφὶ δίαιταν ὁποῖός τις εἶ;
Πυθαγόρας
ἐμψυχήϊον μὲν οὐδὲ ἓν σιτέομαι, τὰ δὲ ἄλλα πλὴν κυάμων.
Ἀγοράστης
Τίνος ἕνεκα; ἢ μυσάττῃ τοὺς κυάμους;
Πυθαγόρας
Οὔκ, ἀλλὰ ἱροί εἰσι καὶ θωυμαστὴ αὐτέων ἡ φύσις: πρῶτον μὲν γὰρ τὸ πᾶν γονή εἰσι, καὶ ἢν ἀποδύσῃς κύαμον ἔτι χ;χλωρὸν ἐόντα, ὄψεαι τοῖσιν ἀνδρείοισι μορίοισιν ἐμφερέα τὴν φυήν: ἑψηθέντα δὲ ἢν ἀφῇς ἐς τὴν σεληναίην νυξὶ μεμετρημένῃσιν, αἷμα ποιήσεις. τὸ δὲ μέζον, Ἀθηναίοισι νόμος κυάμοισι τὰς ἀρχὰς αἱρέεσθαι.
Ἀγοραστής
Καλῶς πάντα ἔφης καὶ ἱεροπρεπῶς. ἀλλὰ ἀπόδυθι, καὶ γυμνὸν γάρ σε ἰδεῖν βούλομαι. ὦ Ἡράκλεις, χρυσοῦς αὐτῷ ὁ μηρός ἐστι. θεός, οὐ βροτός τις εἶναι φαίνεται: ὥστε ὠνήσομαι πάντως αὐτόν. πόσου τοῦτον ἀποκηρύττεις;
Ἑρμῆς
Δέκα μνῶν.
Ἀγοραστής
ἔχω τοσούτου λαβών.
Ζεύς
Γράφε τοῦ ὠνησαμένου τοὔνομα καὶ ὅθεν ἐστίν.
Ἑρμῆς
Ἰταλιώτης, ὦ Ζεῦ, δοκεῖ τις εἶναι τῶν ἀμφὶ Κρότωνα καὶ Τάραντα καὶ τὴν ταύτῃ Ἑλλάδα: καίτοι οὐχ εἷς, ἀλλὰ τριακόσιοι σχεδὸν ἐώνηνται κατὰ κοινὸν αὐτόν.
Ζεύς
ἀπαγέτωσαν ἄλλον παράγωμεν.
.
.
.
.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η επιστροφή
Μετά από είκοσι χρόνια επέστρεψε.
Η μητέρα κάθονταν στη κουζίνα.
Φορούσε το σκούρο φόρεμα που φορούσε λίγο πριν πεθάνει,εκείνον το χειμώνα
έβρεχε ασταμάτητα.
Στο τραπέζι ένα ποτήρι γάλα και ένα κόκκινο μήλο.
-Πεινας;έλα να φας,τού είπε.
Η φωνή της ήρεμη.
Κάθησε.Καθαρισε το μήλο.
-Ειχε ομίχλη,ειπε.
Πήγε στο δωμάτιο του.
Θυμήθηκε πως μέσα σε ένα γυάλινο βάζο έκλεινε μέλισσες να δει πόσο θα άντεχαν.
Ήταν οκτώ χρόνων.
Άκουγε τη βροχή.
Μπήκε μέσα ένα παιδί.
-Ποιος είσαι;τον ρώτησε.
Το παιδί έφυγε.
Είδε τη μητέρα του να πλένει τα μαλλιά της στη λεκάνη.
-Που είναι ο πατέρας;ρώτησε.
Από εκείνη τη μέρα δεν τον ξαναείδε.
Ήταν καλοκαίρι,η ζέστη αποπνικτική.Η μητέρα απλωνε τα ρούχα στο σύρμα στην
αυλή να στεγνώσουν.
Ο πατέρας απομακρύνονταν στα χωριαφια.
-Θα γυρίσω,τού είχε πει.
Αργότερα έμαθε πως χάθηκε στο μέτωπο.
Η μητέρα δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν.
Γύρισε στο δωμάτιο του.
Εκείνη φορούσε ένα λευκό φόρεμα.
-Σου αρέσει;τού είπε.
Την είχε αγαπήσει.
Σε εκείνο το τροχαίο δυστύχημα σκοτώθηκε εκείνη.Πριν δεκαπέντε χρόνια.
Το πρωί είχαν κολυμπήσει.
Εκείνος βγήκε.Εκείνη κολυμπούσε ακόμη,σήκωσε το χέρι,τον χαιρετούσε.
Άκουσε μουσική.
Η μητέρα του χόρευε μόνη στο σαλόνι.Στο γραμμόφωνο ένα βαλς.
-Γιατι γύρισες;τον ρώτησε χωρίς να σταματήσει να χορεύει.
-Δεν ξέρω.
-Το ξέρεις.
Μια αστραπή φώτισε το χώρο.
Έπειτα σκοτείνιασε.
Το σπιτι καίγονταν.Η μητέρα έκλαιγε.Ο πατέρας έρριχνε νερό.
Η γυναίκα ήταν μέσα στους καπνους.
Οι μέλισσες μέσα στο γυάλινο βάζο ακίνητες.
Πήγε στο παράθυρο.
Ξεχώρισε μέσα στην ομίχλη τον πατέρα να κρατά από το χέρι το παιδί.
Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε.
-Πατέρα,φώναξε.
Δεν τον είδε.
Η μητέρα στεκονταν στην πόρτα τού σπιτιού,δίπλα της η γυναίκα του με το παιδί
στην αγκαλιά.
-Σε περιμέναμε,τού είπε η γυναίκα.
Προχώρησε προς το μέρος τους.
.
.
.
.
.
(-Μια εικόνα που η Marylin δεν εζησε-)
το καραβάκι
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Marilyn Monroe and Kid
(Εξ αφορμής τής φωτογραφίας τής Marilyn και τού παιδιού.)
(-Μια εικόνα που η Marylin δεν εζησε-)
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
το καραβάκι
Η λίμνη ακίνητη,πότε πότε ακούγονταν ένα πουλί κι έπειτα πάλι σιωπή.
Το αγόρι κρατούσε ένα μικρό ξύλινο καραβάκι.
-Θα το ρίξουμε στη θάλασσα;ρώτησε.
Η γυναίκα κουνησε το κεφάλι καταφατικα
Το παιδί γονάτισε στην άκρη τού νερού και ακούμπησε προσεκτικά το καραβάκι.
Για μια στιγμή εκείνο έμεινε ακίνητο, υστερα ένα ανεπαίσθητο ρεύμα το πήρε αργά.
Το έβλεπαν να απομακρύνεται.
-Μαμά,ρώτησε,θα γυρίσει ποτέ;
Εκείνη εσκυψε προς το παιδί και τού χάιδεψε τα μαλλιά.
-Μερικα πραγματα,είπε,χάνονται.
Ο ήλιος χαμήλωνε στη δύση,το νερό χρωματίζονταν πορτοκαλί.
.
.
.