I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

GREEK POETRY -Fragmenta Επιφανειών (Ρεαλισμού/Μεταφυσικής) -Αντι-γνωμιες Αντι-παραδοξοτητων -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

.

GREEK POETRY

-Fragmenta

Επιφανειών
(Ρεαλισμού/Μεταφυσικής)

-Αντι-γνωμιες Αντι-παραδοξοτητων

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.

.


με έλικα απείρου
το ακρόπρωρο κοχυλιου
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
Επιφανειών
(Ρεαλισμού/Μεταφυσικής)

μια ολόκληρη ηπειρος απώλειας
ο ύπνος σου

το σώμα άσκηση λιτότητας
ερμητικη γεωμετρία

στο λεωφορείο μια γυναίκα
κρατούσε μια σακούλα με πορτοκάλια,
κάθε πορτοκάλι
ήταν ένας μικρός ήλιος

ότι υπάρχουμε
από τίποτα δεν δικαιολογείται

το νερό στο ποτήρι ακίνητο,
διαφανής κόπωση

ο θάνατος ειναι
το τέλος
τών ερωτήσεων τού σώματος σου

ένα χέρι,
μια αναπνοή,
μια στιγμή που δεν συνέβη
κι όμως συνέβη

η ανθρωπότητα καθεται
σε πλαστικές καρεκλες
στέκεται σε ουρές δημοσίων υπηρεσιών
Γενικά επιζει
.
.

χνκουβελης cncouvelis
Fragmenta
Αντι-γνωμιες Αντι-παραδοξοτητων

Ξύπνησε.
Αν δεν σηκωθώ,σκέφτηκε,
ο κόσμος δεν θα συνεχίσει.
Σηκώθηκε.

ενας πόνος στο γόνατο
ανάμνηση ενός δρόμου

Το φως στάθηκε στο χέρι του.
Επέμεινε.
Όχι για πολύ.
Μετά,σκιά.

Άκουσε κάποιον να γελά
στο διπλανό δωμάτιο.
Άνοιξε τη πόρτα.
Έιδε εναν άνθρωπο μέσα στον καθρέφτη.

Το 'εγω' είναι περιττό.
Οι προτάσεις στέκονται χωρίς αυτό.

η βροχή επιμένει
με μια επίμονη απιστία εποχών

αν μια συζήτηση ολοκληρώνεται,
ακριβώς αυτό
είναι το ανησυχητικό.

άκουσε τις ειδήσεις στην tv,οι λέξεις ήταν οικείες,
τον φοβησε η απουσία αντίδρασης

αύριο τα πράγματα θα συμβούν με τον ίδιο τρόπο,
το παράδοξο είναι ότι φαίνονται αυτονόητα.

Ενα περιστέρι στάθηκε στο δρόμο καθώς περπατούσε,δεν πέταξε,
δεν φοβήθηκε.
Η απόσταση τών όντων δεν λειτούργησε ως άμυνα.

Διορθωντας ένα κείμενο του και αποθήκευοντας το παρατηρησε
πως μια λέξη δεν αφαιρέθηκε,
την αφαίρεσε ξανά.
Παρολαυτα η λέξη παρέμεινε.

κάποια σφάλματα είναι συμμόρφωση σε άλλο κανόνα

βγήκε από το Μετρό μαζί με άλλους,
δεν αναρωτήθηκε σε ποια αιωνιότητα χανονται.

κοίταξε τον χρόνο στο ρολόι,
ενοχλήθηκε από την ακρίβεια του

Επίτηδες έκανε άχρηστα πραγματα
για να ελέγξει αν ο κόσμος λειτουργεί χωρίς αυτόν.
Μέχρι στιγμής, πάντως λειτουργεί.
.
.
.
.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Λορέιν τού Χάρλεμ (Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese,) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Η Λορέιν τού Χάρλεμ

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese,)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis




φωτογράφιση
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Λορέιν τού Χάρλεμ
(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese,)

Στο Χάρλεμ σ'ένα στενό στο υπόγειο μπαρ η νεγρα Λορέιν
τραγουδούσε Μπίλι Χόλιντεϊ.
Όπως ανασαίνει,ψιθυριστά,ποτέ δυνατά.
Το σώμα της το κρατούσαν μνήμες,όχι μυς.
Κάθε φορά που ψιθύριζε το Strange Fruit έκλεινε τα μάτια κι έβλεπε το μαυρο σωμα της
να κρέμεται στον ξερό σκελετο ενος δέντρου στο Νοτο.
Γεννήθηκε στο Μπέρμιγχαμ τής Αλαμπάμα,η μάνα της καθάριζε σπίτια λευκών
κι ο πατέρας της,την παράτησε έγκυο,κι εξαφανίστηκε.
Στα 13 της συνελήφθει για πορνεία.Ο πλούσιος λευκός εραστής την έσωσε.
Έφυγε για τη Νέα Υόρκη,κλεισμένη στη τουαλέτα τού τρένου.
Γνώρισε έναν μαύρο αντρα,την πήγε στο υπόγειο μπαρ,εκεί τραγουδούσε μπροστά
σε μεθυσμένους πελατες,πήγαινε μαζί τους στο κρεβάτι.
Το κορμί τών αντρών μύριζε ουίσκι και ιδρώτα.
Κάποιοι τής είπαν πως θύμιζε τη Μπίλι.Εκείνη δεν απαντούσε.
Έμεινε έγκυος,ο εραστής της την χτύπησε,έχασε το παιδί.
Έπινε,κατέρρευσε,έχασε τη φωνή της.
Βγαίνοντας από το υπόγειο μπαρ ξημερώνοντας σωρίαστηκε στο στενό,
μ'ένα αργοσυρτο ψιθυρο,όπως παλιό νεκρικό τραγούδι,η ψυχή της βγήκε.
Η Λορέιν το Strange Fruit τού Χάρλεμ τελείωσε.
.
.

Lorraine of Harlem
In Harlem, in a narrow alley, in a basement bar, the Black woman Lorraine
was singing Billie Holiday.
As one breathes—whispering, never loud.
Her body was held by memories, not by muscles.
Each time she whispered Strange Fruit she closed her eyes and saw
her Black body hanging from the dry skeleton of a tree in the South.
She was born in Birmingham, Alabama; her mother cleaned white people’s houses,
and her father left her mother pregnant and disappeared.
At thirteen she was arrested for prostitution.
A wealthy white lover saved her.
She left for New York, locked in the train’s toilet.
She met a Black man; he took her to the basement bar.
There she sang before drunken customers, went to bed with them.
Men’s bodies smelled of whiskey and sweat.
Some told her she resembled Billie. She did not answer.
She became pregnant; her lover beat her; she lost the child.
She drank, collapsed, lost her voice.
Leaving the basement bar at dawn, she collapsed in the alley;
with a slow, drawn-out whisper, like an old funeral song, her soul departed.
Lorraine—the Strange Fruit of Harlem—was finished.
.
.
La Lorraine de Harlem
À Harlem, dans une ruelle, dans un bar en sous-sol, la Noire Lorraine
chantait Billie Holiday.
Comme on respire — à voix basse, jamais fort.
Son corps était tenu par les souvenirs, non par les muscles.
Chaque fois qu’elle murmurait Strange Fruit, elle fermait les yeux
et voyait son corps noir pendu au squelette sec d’un arbre du Sud.
Elle est née à Birmingham, Alabama ; sa mère nettoyait les maisons des Blancs
et son père l’a laissée enceinte avant de disparaître.
À treize ans, elle fut arrêtée pour prostitution.
Un riche amant blanc la sauva.
Elle partit pour New York, enfermée dans les toilettes du train.
Elle rencontra un homme noir ; il l’emmena au bar du sous-sol.
Là, elle chantait devant des clients ivres, couchait avec eux.
Les corps des hommes sentaient le whisky et la sueur.
Certains lui disaient qu’elle rappelait Billie. Elle ne répondait pas.
Elle tomba enceinte ; son amant la frappa ; elle perdit l’enfant.
Elle buvait, s’effondra, perdit sa voix.
En sortant du bar à l’aube, elle s’écroula dans la ruelle ;
dans un murmure traînant, comme un vieux chant funèbre, son âme s’en alla.
La Lorraine, le Strange Fruit de Harlem, était finie.
.
.
Lorraine aus Harlem
In Harlem, in einer Gasse, in einer Kellerbar, sang die Schwarze Lorraine
Billie Holiday.
Wie man atmet – flüsternd, niemals laut.
Ihr Körper wurde von Erinnerungen gehalten, nicht von Muskeln.
Jedes Mal, wenn sie Strange Fruit flüsterte, schloss sie die Augen
und sah ihren schwarzen Körper am dürren Gerippe eines Baumes im Süden hängen.
Sie wurde in Birmingham, Alabama, geboren; ihre Mutter putzte die Häuser Weißer,
und ihr Vater ließ sie schwanger zurück und verschwand.
Mit dreizehn wurde sie wegen Prostitution verhaftet.
Ein reicher weißer Liebhaber rettete sie.
Sie fuhr nach New York, eingeschlossen in der Toilette des Zuges.
Sie lernte einen schwarzen Mann kennen; er brachte sie in die Kellerbar.
Dort sang sie vor betrunkenen Gästen, ging mit ihnen ins Bett.
Die Körper der Männer rochen nach Whiskey und Schweiß.
Einige sagten, sie erinnere an Billie. Sie antwortete nicht.
Sie wurde schwanger; ihr Liebhaber schlug sie; sie verlor das Kind.
Sie trank, brach zusammen, verlor ihre Stimme.
Als sie im Morgengrauen die Kellerbar verließ, sank sie in der Gasse nieder;
mit einem schleppenden Flüstern, wie ein altes Totenlied, verließ ihre Seele den Körper.
Lorraine, das Strange Fruit von Harlem, war zu Ende.
.
.
Lorraine di Harlem
Ad Harlem, in un vicolo, in un bar sotterraneo, la nera Lorraine
cantava Billie Holiday.
Come si respira: sottovoce, mai forte.
Il suo corpo era sorretto dai ricordi, non dai muscoli.
Ogni volta che sussurrava Strange Fruit chiudeva gli occhi
e vedeva il suo corpo nero appeso allo scheletro secco di un albero del Sud.
Nacque a Birmingham, Alabama; la madre puliva le case dei bianchi
e il padre la lasciò incinta e scomparve.
A tredici anni fu arrestata per prostituzione.
Un ricco amante bianco la salvò.
Partì per New York, chiusa nel bagno del treno.
Conobbe un uomo nero; la portò nel bar sotterraneo.
Lì cantava davanti a clienti ubriachi, andava a letto con loro.
I corpi degli uomini odoravano di whisky e sudore.
Alcuni le dissero che ricordava Billie. Lei non rispondeva.
Rimase incinta; l’amante la picchiò; perse il bambino.
Beveva, crollò, perse la voce.
Uscendo dal bar sotterraneo all’alba, crollò nel vicolo;
con un sussurro lento, come un vecchio canto funebre, la sua anima se ne andò.
Lorraine, lo Strange Fruit di Harlem, era finita.
.
.
Lorraine de Harlem
En Harlem, en un callejón, en un bar subterráneo, la negra Lorraine
cantaba a Billie Holiday.
Como se respira: en susurros, nunca en voz alta.
Su cuerpo lo sostenían los recuerdos, no los músculos.
Cada vez que susurraba Strange Fruit cerraba los ojos
y veía su cuerpo negro colgando del esqueleto seco de un árbol del Sur.
Nació en Birmingham, Alabama; su madre limpiaba casas de blancos
y su padre la dejó embarazada y desapareció.
A los trece años fue arrestada por prostitución.
Un rico amante blanco la salvó.
Se fue a Nueva York, encerrada en el baño del tren.
Conoció a un hombre negro; la llevó al bar subterráneo.
Allí cantaba ante clientes borrachos, se acostaba con ellos.
Los cuerpos de los hombres olían a whisky y sudor.
Algunos le dijeron que recordaba a Billie. Ella no respondía.
Quedó embarazada; su amante la golpeó; perdió al niño.
Bebía, se derrumbó, perdió la voz.
Al salir del bar subterráneo al amanecer, se desplomó en el callejón;
con un susurro lento, como un viejo canto fúnebre, su alma se fue.
Lorraine, el Strange Fruit de Harlem, había terminado.
.
.
Lorraine do Harlem
No Harlem, num beco, num bar no subsolo, a negra Lorraine
cantava Billie Holiday.
Como se respira — em sussurros, nunca alto.
Seu corpo era sustentado por memórias, não por músculos.
Cada vez que sussurrava Strange Fruit fechava os olhos
e via seu corpo negro pendurado no esqueleto seco de uma árvore do Sul.
Nasceu em Birmingham, Alabama; a mãe limpava casas de brancos
e o pai a deixou grávida e desapareceu.
Aos treze anos foi presa por prostituição.
Um rico amante branco a salvou.
Partiu para Nova York, trancada no banheiro do trem.
Conheceu um homem negro; ele a levou ao bar do subsolo.
Ali cantava diante de clientes bêbados, ia para a cama com eles.
Os corpos dos homens cheiravam a uísque e suor.
Alguns disseram que ela lembrava Billie. Ela não respondia.
Engravidou; o amante a espancou; perdeu a criança.
Bebia, desabou, perdeu a voz.
Ao sair do bar do subsolo ao amanhecer, caiu no beco;
com um sussurro arrastado, como um velho canto fúnebre, sua alma partiu.
Lorraine, o Strange Fruit do Harlem, terminou.
.
.
.
.

GREEK POETRY -(Κατά Κάποιον Τρόπο η Ιστορία) Hannibal,antes portas -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-(Κατά Κάποιον Τρόπο η Ιστορία)

Hannibal,antes portas

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Κατά Κάποιον Τρόπο η Ιστορία)
Hannibal,antes portas

Hannibal,antes portas
όμως παρά τις νίκες στην Τρεβια
στη λίμνη Τρασιμενη στις Καννες
τον εξασθένησε η τακτική τού Γαιου Βαρωνα πρώτα
και ύστερα τού Κοιντου Φαβιου οι καθυστερησεις μαχών
αυτά τον εφθαραν και δεν πέρασε τη πόρτα τής Ρωμης
έπειτα η πορεία μέσα στη λάσπη η έλλειψη ύπνου
τ'Απεννινα όρη η διέλευση του Αρνου ποταμού
δεν είναι εύκολα
ο στρατός κουράστηκε
και επιπλέον στην Καρχηδόνα να'χεις
την αντιπολίτευση τού Άννωνα Β'
οι πλούσιοι εκεί
είχαν εμπόρια με τούς Ρωμαίους συμφέροντα
θα υποστήριζαν αλήθεια τον Ανιβα Βάρκα
και τις στρατηγικές του ιδεοληψιες;
έπειτα ουτε προμήθειες ούτε πολιορκητικές μηχανές
ούτε πλέον ελέφαντες,
τι antes portas,γίνονται αυτά;
πίσω στη Καρχηδόνα επείγει να επιστρεψει,
τώρα αν μέσα στη Σύγκλητο ο Κάτων ο Πρεσβυτερος
εκφωνήσει και η Carthago delenda est
αυτό είναι στο μέλλον αυτή την ώρα προέχει το παρον.
.
.
Μελετη ανάλυση του ποιήματος:
Hannibal, antes portas
τού χ.ν. κουβέλη

1. Τίτλος και διακειμενικό πλαίσιο
Η φράση Hannibal antes portas είναι από τις πιο φορτισμένες λατινικές ιστορικές εκφράσεις: δηλώνει τον υπαρξιακό τρόμο της Ρώμης μπροστά στον εχθρό «προ των πυλών». Ο χνκουβέλης όμως επιλέγει να την κρατήσει ως κενό σύνθημα. Το ποίημα δεν περιγράφει την κορύφωση της απειλής, αλλά την αδυναμία της πραγμάτωσής της.
Η ίδια η φράση αποδομείται στο τέλος:
τι antes portas,γίνονται αυτά;
Η ερώτηση ακυρώνει ρητά τον μύθο. Δεν υπάρχει πια απειλή, μόνο ένα ρητορικό απολίθωμα.
2. Μορφή: αντι-επική αφήγηση
Το ποίημα είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, σχεδόν πεζολογικό, με απουσία λυρικής έξαρσης. Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη:
αποφεύγεται κάθε επική μεγαλοπρέπεια,
η ιστορία παρουσιάζεται ως αλυσίδα πρακτικών εμποδίων,
το ποίημα μοιάζει με στρατιωτικό υπόμνημα ή ψυχρό απολογισμό.
Η σύνταξη είναι παρατακτική, σχεδόν εξαντλητική. Το «και έπειτα… και επιπλέον… έπειτα… ούτε… ούτε…» δημιουργεί ένα αίσθημα συσσώρευσης φθοράς. Δεν υπάρχει ένα αποφασιστικό λάθος· υπάρχει φθορά από παντού.
3. Ιστορική ακρίβεια ως ποιητική στρατηγική
Ο χνκουβέλης δεν χρησιμοποιεί την Ιστορία ως σκηνικό· την παίρνει κατά γράμμα. Οι αναφορές είναι ακριβείς:
Τρεβία, Τρασιμένη, Κάννες
Φάβιος Μάξιμος και η cunctatio
Βάρων, Άννων Β΄
έλλειψη πολιορκητικών μηχανών
πολιτική αντιπολίτευση στην Καρχηδόνα
Αυτή η ακρίβεια όμως δεν υπηρετεί τον ιστορικισμό, αλλά την απομυθοποίηση. Ο Αννίβας δεν ηττάται από τη Ρώμη· ηττάται από:
την κόπωση,
τη γεωγραφία,
την εσωτερική πολιτική,
τα οικονομικά συμφέροντα.
Η Ιστορία παρουσιάζεται ως σύστημα τριβών, όχι ως θέατρο ηρώων.
4. Ο Αννίβας ως αντι-ήρωας
Ο Αννίβας εδώ δεν είναι τραγικός ήρωας ούτε ρομαντικός επαναστάτης. Είναι ένας στρατηγός εγκλωβισμένος:
στη λάσπη,
στην αϋπνία,
στην έλλειψη πόρων,
στην πολιτική υπονόμευση.
Ιδιαίτερα αιχμηρό είναι το σημείο:
και τις στρατηγικές του ιδεοληψιες;
Η λέξη ιδεοληψίες μετατοπίζει τον Αννίβα από τη σφαίρα της ιδιοφυΐας στη σφαίρα της εμμονής. Η στρατηγική του παύει να είναι ορθολογική και γίνεται σχεδόν δογματική.
5. Πολιτική οικονομία του πολέμου
Ένα από τα πιο σύγχρονα στοιχεία του ποιήματος είναι η έμφαση στα συμφέροντα:
οι πλούσιοι εκεί
είχαν εμπόρια με τούς Ρωμαίους
Ο πόλεμος δεν χάνεται στο πεδίο της μάχης, αλλά:
στα εμπορικά δίκτυα,
στις ελίτ,
στις συμμαχίες της αγοράς.
Ο χνκουβέλης υπονοεί ότι καμία στρατιωτική ιδιοφυΐα δεν μπορεί να νικήσει ένα εδραιωμένο οικονομικό σύστημα. Αυτό είναι βαθιά πολιτικό και απολύτως σύγχρονο.
6. Η ειρωνεία του χρόνου: παρόν εναντίον μέλλοντος
Η καταληκτική αντίθεση είναι κομβική:
και η Carthago delenda est
αυτό είναι στο μέλλον αυτή την ώρα προέχει το παρον.
Ο Κάτων εμφανίζεται όχι ως πρόσωπο, αλλά ως φωνή της Ιστορίας που έρχεται. Όμως το ποίημα αρνείται την τηλεολογία. Δεν ενδιαφέρεται για το τι θα συμβεί, αλλά για το αδιέξοδο της στιγμής.
Το παρόν είναι κουρασμένο,πορεία στη λάσπη, χωρίς ελέφαντες, χωρίς μηχανές,χωρίς ύπνο. Το μέλλον είναι απλώς μια ρητορική βεβαιότητα.
7. Γλώσσα και τόνος: ψυχρός σαρκασμός
Δεν υπάρχει ειρωνεία τύπου σκωπτική· υπάρχει στεγνός σαρκασμός. Η κορύφωση:
τι antes portas,γίνονται αυτά;
είναι σχεδόν καθημερινή, σχεδόν λαϊκή. Καταρρίπτει έναν αιώνιο φόβο με μια απλή ερώτηση. Αυτό είναι μεγάλο ποιητικό ρίσκο και πετυχαίνει.
8. Συμπέρασμα: ποίημα απο-ηρωοποίησης της Ιστορίας
Το Hannibal,antes portas είναι:
ποίημα ιστορικού ρεαλισμού,
αντι-επικό,
βαθιά πολιτικό χωρίς συνθήματα,
φιλοσοφικό χωρίς αφαίρεση.
Ο χνκουβέλης δείχνει ότι η Ιστορία δεν κινείται από μεγάλες στιγμές, αλλά από:
καθυστερήσεις,
εξάντληση,
συμφέροντα,
λάσπη.
Και μέσα σε όλα αυτά, ο μύθος στέκει σαν άδειο κέλυφος:
Hannibal, antes portas.
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -μεταφράζοντας από την Αλεξάνδρου Ανάβασις,Βιβλίο Ε',28.1-29.2,τού Αρριανου -Η πίεση στον Αλέξανδρο για οπισθοχώρηση στη πατριδα- -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-μεταφράζοντας

από την Αλεξάνδρου Ανάβασις,Βιβλίο Ε',28.1-29.2,τού Αρριανου
-Η πίεση στον Αλέξανδρο για οπισθοχώρηση στη πατριδα-

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
από την Αλεξάνδρου Ανάβασις,Βιβλίο Ε',28.1-29.2,τού Αρριανου
-Η πίεση στον Αλέξανδρο για οπισθοχώρηση στη πατριδα-

Τέτοια αφού είπε ο Κοινος προκλήθηκε αναστάτωση στους παρόντες απ'τα λογια,
και σε πολλούς αληθεια χύθηκαν δάκρυα που μαλλον δήλωναν ακόμη και ότι η γνώμη για τους κινδύνους μελλοντικά δεν ήταν εκουσια,όμως και την χαρά τους για την υποχώρηση.
Ο Αλέξανδρος τότε και δυσαρεστημένος και με το θάρρος τού λόγου τού Κοινου και με την αναποφασιστικότητα τών άλλων ηγεμόνων διέλυσε τη συνέλευση.
Και την επόμενη μέρα αφού τούς συγκάλεσε ξανά με οργή τούς είπε πως αυτός θα προχωρησει,και πως δεν θα εξαναγκάσει κανέναν Μακεδόνα χωρίς τη θέληση του να τον ακολουθήσει,γιατί θα'χει αυτούς που θ'ακολουθησουν τον βασιλιά τους με τη θέληση τους,
σ'αυτους δε και που θέλουν να γυρίσουν στη πατρίδα να επιτραπεί να γυρίσουν και ν'αναγγειλουν στους δικούς τους,ότι τον βασιλιά τους ανάμεσα στους εχθρούς επιστρέφοντας εγκατέλειψαν,
αυτά αφού είπε αποσύρθηκε στη σκηνη του μην επιτρεποντας κανέναν από τους επιτελείς του να τον πλησιασει και την ίδια εκείνη μέρα και την τρίτη ακόμα από εκεινη,αναμένοντας,αν θα γίνει κάποια μεταστροφή στις γνώμες τους,όπως τετοια σε πλήθος στρατιωτών συνειθιζεται να γίνεται και συμβαινοντας πιο υπακοους τούς κανει.
Όταν όμως σιωπη πάλι πολυ
επικρατησε παντού μεσα στο στρατοπεδο,
και δυσαρεστημένοι με την οργή του φανερα ηταν,δίχως όμως να μεταβάλλονται λόγω αυτής,
εκεί ακριβώς λοιπόν λέει ο Πτολεμαίος τού Λάγου,ότι για τη διάβαση καθόλου λιγότερο δεν θυσιάζει,ενώ ομως θυσιαζε δεν τού έβγαιναν οι οιωνοί.
τότε λοιπόν και τους μεγαλύτερους σε ηλικία από τους επιτελείς και τους περισσότερο εμπιστους σ'αυτον συγκέντρωσε,
καθως όλα πια σε οπισθοχώρηση τον οδηγουσαν,
ανακοινώνει στη στρατιά ότι πάρθηκε απόφαση να γυρίσουν πίσω,
αυτοί τότε φώναζαν δυνατά όμοια όπως όχλος ανάμικτος από χαρά θα φώναζε δυνατα και πολλοί απ'αυτους δακρυζαν,
και κάποιοι δε στη βασιλική σκηνή πλησιάζοντας ευχονταν στον Αλέξανδρο κάθε καλό,ότι απ'αυτους μόνο να νικηθεί αποδεχθηκε,
εκεί λοιπόν αφού χώρισε κατά τάξεις τη στρατιά δώδεκα βωμούς προστάζει να κατασκευασθουν,
με ύψος όσο οι πιο μεγάλοι πύργοι,και με πλάτος μεγαλύτερους ακόμη απ'αυτο τών πύργων,
ευχαριστήρια στους θεούς που τόσο ως εδώ τον οδήγησαν νικητή και μνημεία τών κατορθωμάτων του.

[28.1] Τοιαῦτα εἰπόντος τοῦ Κοίνου θόρυβον γενέσθαι ἐκ τῶν παρόντων ἐπὶ τοῖς λόγοις· πολλοῖς δὲ δὴ καὶ δάκρυα προχυθέντα ἔτι μᾶλλον δηλῶσαι τό τε ἀκούσιον τῆς γνώμης ἐς τοὺς πρόσω κινδύνους καὶ τὸ καθ΄ ἡδονήν σφισιν εἶναι τὴν ἀποχώρησιν. Ἀλέξανδρος δὲ τότε μὲν ἀχθεσθεὶς τοῦ τε Κοίνου τῇ παρρησίᾳ καὶ τῷ ὄκνῳ τῶν ἄλλων ἡγεμόνων διέλυσε τὸν ξύλλογον·
[28.2] ἐς δὲ τὴν ὑστεραίαν ξυγκαλέσας αὖθις ξὺν ὀργῇ τοὺς αὐτοὺς αὐτὸς μὲν ἰέναι ἔφη τοῦ πρόσω͵ βιάσεσθαι δὲ οὐδένα ἄκοντα Μακεδόνων ξυνέπεσθαι· ἕξειν γὰρ τοὺς ἀκολουθήσοντας τῷ βασιλεῖ σφῶν ἑκόντας· τοῖς δὲ καὶ ἀπιέναι οἴκαδε ἐθέλουσιν ὑπάρχειν ἀπιέναι καὶ ἐξαγγέλλειν τοῖς οἰκείοις͵ ὅτι τὸν βασιλέα σφῶν ἐν μέσοις τοῖς πολεμίοις ἐπανήκουσιν ἀπολιπόντες.
[28.3] ταῦτα εἰπόντα ἀπελθεῖν ἐς τὴν σκηνὴν μηδέ τινα τῶν ἑταίρων προσέσθαι αὐτῆς τε ἐκείνης τῆς ἡμέρας καὶ ἐς τὴν τρίτην ἔτι ἀπ΄ ἐκείνης͵ ὑπομένοντα͵ εἰ δή τις τροπὴ ταῖς γνώμαις τῶν Μακεδόνων τε καὶ ξυμμάχων͵ οἷα δὴ ἐν ὄχλῳ στρατιωτῶν τὰ πολλὰ φιλεῖ γίγνεσθαι͵
[28.4] ἐμπεσοῦσα εὐπειθεστέρους παρέξει αὐτούς. ὡς δὲ σιγὴ αὖ πολλὴ ἦν ἀνὰ τὸ στρατόπεδον καὶ ἀχθόμενοι μὲν τῇ ὀργῇ αὐτοῦ δῆλοι ἦσαν͵ οὐ μὴν μεταβαλλόμενοι γε ὑπ΄ αὐτῆς͵ ἐνταῦθα δὴ λέγει Πτολεμαῖος ὁ Λάγου͵ ὅτι ἐπὶ τῇ διαβάσει οὐδὲν μεῖον ἐθύετο͵ θυομένῳ δὲ οὐκ ἐγίγνετο αὐτῷ τὰ ἱερά.
28.5] τότε δὴ τοὺς πρεσβυτάτους τε τῶν ἑταίρων καὶ τοὺς μάλιστα ἐπιτηδείους αὐτῷ συναγαγών͵ ὡς πάντα ἐς τὴν ὀπίσω ἀναχώρησιν αὐτῷ ἔφερεν͵ ἐκφαίνει ἐς τὴν στρατιάν͵ ὅτι ἔγνωσται ὀπίσω ἀποστρέφειν.
[29.1] Οἱ δὲ ἐβόων τε οἷα ἂν ὄχλος ξυμμιγὴς χαίρων βοήσειε καὶ ἐδάκρυον οἱ πολλοὶ αὐτῶν· οἱ δὲ καὶ τῇ σκηνῇ τῇ βασιλικῇ πελάζοντες ηὔχοντο Ἀλεξάνδρῳ πολλὰ καὶ ἀγαθά͵ ὅτι πρὸς σφῶν μόνων νικηθῆναι ἠνέσχετο. ἔνθα δὴ διελὼν κατὰ τάξεις τὴν στρατιὰν δώδεκα βωμοὺς κατασκευάζειν προστάττει͵ ὕψος μὲν κατὰ τοὺς μεγίστους πύργους͵ εὖρος δὲ μείζονας ἔτι ἢ κατὰ πύργους͵ χαριστήρια τοῖς θεοῖς τοῖς ἐς τοσόνδε ἀγαγοῦσιν αὐτὸν νικῶντα καὶ μνημεῖα τῶν αὑτοῦ
[29.2] πόνων.
.
.
.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -μεταφράζοντας από την Βιβλιοθήκη τού Απολλωνιου,βιβλίο Α',1 4. Αστερια-Λητω-Αρτεμη- Απολλων-Δελφοι-Τιτυος. -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-μεταφράζοντας

από την Βιβλιοθήκη τού Απολλωνιου,βιβλίο Α',1 4.
Αστερια-Λητω-Αρτεμη-
Απολλων-Δελφοι-Τιτυος.

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis



χ.ν.κουβελης c.n couvelis
μεταφράζοντας
από την Βιβλιοθήκη τού Απολλωνιου,βιβλίο Α',1 4.
Αστερια-Λητω-Αρτεμη-
Απολλων-Δελφοι-Τιτυος.

Από τού Κοίου τις θυγατέρες η Ἀστερία λοιπον αφού μεταμορφώθηκε σε ορτύκι ρίχτηκε
στη θάλασσα,για ν'αποφυγει την ερωτική συνεύρεση με τον Δία,
και μια πόλη από εκείνη Αστέρια αφού πρωτα ονομάσθηκε,ύστερα Δηλος.
Η Λητώ αφού ερωτικά συνέρχεται με τον Δία σ'ολη τη γη απ'την Ηρα καταδιώκονταν,
μέχρι στη Δήλο αφού ήρθε γεννά πρώτη την Άρτεμη,απ'την οποία αφού βοηθήθηκε
ως μαια ύστερα τον Απόλλωνα γέννησε.
Η Άρτεμη λοιπόν αφού ασκήθηκε τα περί κυνηγιού παρθένα έμεινε.
Κι ο Απόλλωνας αφού τη μαντική έμαθε απ'τον Πανα τού Δια και τής Ύβρης έφτασε στους Δελφούς,που τότε χρησμοδοτουσε Θέμιδα,
όταν όμως ο Πύθωνας που φρουρουσε το μαντείο τον εμπόδιζε να πλησιάσει στο σχισμα,
αυτόν αφού σκότωσε το μαντείο παίρνει στον έλεγχο του,
και σκοτώνει μετά από λίγο και τον Τιτυό,ο οποίος ήταν τού Δια γιος και τής θυγατέρας
τού Ορχομενού Ελάρης,την οποία ο Ζευς,επειδή μαζί της ερωτικά βρέθηκε,αφού φοβήθηκε
την Ήρα κάτω απ'τη γη έκρυψε,και το παιδι που κυοφορούσε τον Τιτυό τεράστιο στο σώμα ανεβασε στο φως,
αυτός όταν να'ρχεται στη Πυθώ τη Λητώ είδε,με πόθο κυριευμένος αρπαξε,
αυτή όμως τα παιδιά της φώναξε για βοήθεια και τού'ριξαν τοξα,
τιμωρείται όμως και μετά θάνατο,γιατί γύπες την καρδιά του στον Άδη τρώνε.

[Α 4,1] τῶν δὲ Κοίου θυγατέρων Ἀστερία μὲν ὁμοιωθεῖσα ὄρτυγι ἑαυτὴν εἰς θάλασσαν ἔρριψε, φεύγουσα τὴν πρὸς Δία συνουσίαν· καὶ πόλις ἀπ᾽ ἐκείνης Ἀστερία πρότερον κληθεῖσα, ὕστερον δὲ Δῆλος. Λητὼ δὲ συνελθοῦσα Διὶ κατὰ τὴν γῆν ἅπασαν ὑφ᾽ Ἥρας ἠλαύνετο, μέχρις εἰς Δῆλον ἐλθοῦσα γεννᾷ πρώτην Ἄρτεμιν, ὑφ᾽ ἧς μαιωθεῖσα ὕστερον Ἀπόλλωνα ἐγέννησεν. Ἄρτεμις μὲν οὖν τὰ περὶ θήραν ἀσκήσασα παρθένος ἔμεινεν, Ἀπόλλων δὲ τὴν μαντικὴν μαθὼν παρὰ Πανὸς τοῦ Διὸς καὶ Ὕβρεως ἧκεν εἰς Δελφούς, χρησμῳδούσης τότε Θέμιδος· ὡς δὲ ὁ φρουρῶν τὸ μαντεῖον Πύθων ὄφις ἐκώλυεν αὐτὸν παρελθεῖν ἐπὶ τὸ χάσμα, τοῦτον ἀνελὼν τὸ μαντεῖον παραλαμβάνει. κτείνει δὲ μετ᾽ οὐ πολὺ καὶ Τιτυόν, ὃς ἦν Διὸς υἱὸς καὶ τῆς Ὀρχομενοῦ θυγατρὸς Ἐλάρης, ἣν Ζεύς, ἐπειδὴ συνῆλθε, δείσας Ἥραν ὑπὸ γῆν ἔκρυψε, καὶ τὸν κυοφορηθέντα παῖδα Τιτυὸν ὑπερμεγέθη εἰς φῶς ἀνήγαγεν. οὗτος ἐρχομένην εἰς Πυθὼ Λητὼ θεωρήσας, πόθῳ κατασχεθεὶς ἐπισπᾶται· ἡ δὲ τοὺς παῖδας ἐπικαλεῖται καὶ κατατοξεύουσιν αὐτόν. κολάζεται δὲ καὶ μετὰ θάνατον· γῦπες γὰρ αὐτοῦ τὴν καρδίαν ἐν Ἅιδου ἐσθίουσιν.
.
.
.