I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Σάββατο 30 Μαΐου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Εκ Χρέους Κειμενα -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Εκ Χρέους Κειμενα

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Εκ Χρέους Κειμενα 


μου'ρθε κι ένας βουλευτής γεμάτος ευγλωττία

Η πρόοδος! αναφώνησε.Η δόξα! Η ευημερία!

Όλα σε σένα είναι 

από μένα χάρισμενα!

Κι εγώ ευτυς πέντε φάκελα

του'χαρισα μαζεμενα

.

.

Και συλλογίζομαι ότι ο κόσμος θα ήτο ίσως ολιγότερον γελοίος,

αν οι άνθρωποι εφρόντιζαν να είναι καλοί με την ιδίαν επιμέλειαν που φροντίζουν να φαίνονται καλοί.

Αλλά τούτο είναι δύσκολον έργον,

διότι η αρετή απαιτεί κόπον, ενώ η επίδειξις αρκείται εις τον καθρέπτην.

.

.

Επί του μικρού όρμου επικάθεται ήδη το δειλινόν.

Ως παλαιόν εφθαρμενον πορφυρόν πεπλον. 

Η θάλασσα ήτο ήρεμος, σχεδόν ακίνητος και μόνον εις τα βράχια τού ακρωτηρίου ο αφρός σπαζοντας ηκουετο ως αναπνοή ανθρώπου κοιμωμένου.

Η γραία εκαθητο απο χρονων έξωθεν τής αυλής της και είχεν το βλέμμα εστραμμένο  εις τον δρόμο που εμακρυνε.

Από εκεί είχεν αναχωρησει κάποτε ο γιός της,νέος ακόμη,διά να εύρη εργασίαν εις ξένον μακρυνον τόπον.Είχαν περάσει έτη πολλά.Επιστολαί ολίγαι Έπειτα σιωπή.

Κι όμως,τον επροσμενε και έλεγεβ πως δεν εχάθηκε.

-Ο Θεός θα δείξει εις τούς ανθρώπους τού τούς δρόμους να γυρίσουν.

Όταν οι σκιές τών δέντρων εμακρυναν εις την γην,και τα μάτια της πλέον εθολωναν,εισέρχονταν εις την οικίαν της.

Το δείπνο της πτωχόν,ολίγον ψωμί,ολιγαι ελαιαι μετρημεναι.

Έτρωγεν και έμεινεν και έδινεν και εις τον γάτον της να τραφει το ζωον.

Έπειτα εκάθησεν ως είχεν συνηθειαν πλησίον τού παραθύρου.

Έξω,ο άνεμος εσφύριζεν ανάμεσα εις τα πεύκα.

Η νύχτα πλέον εσκεπαζεν  τον πόντο τού πελαγου.

-Δι'αυτο δεν τον βλέπω να έρχεται και ξημερώνοντας θα είναι εδώ στο σπίτι του,ελεγε.

Και με αυτήν την προσευχήν η αγαθή γραια εκοιμητο τον ύπνο τού δικαίου.

.

.

Ένα πρωί,δηλαδή την κακή συνήθεια τής μέρας να ξημερώνει βγήκα στον δρόμο και όλα ήταν αναποδα.

Τα σπίτια είχαν γυρίσει τα εξωτερικά τους και έδειχναν τα εσωτερικά τους σπλάχνα. 

Στη γωνία στεκονταν ένας αστυφύλακας.Μαλλον,το πιθανότερο,μια κολόνα μεταμφιεσμένη σε αστυφύλακα.

Με κοίταξε καχύποπτα.

-Πού πηγαίνεις;

-Δεν ξέρω, τού είπα.Αν ήξερα,θα είχα ήδη φτάσει,και θα σε είχα πληροφορησει και σένα αν ήθελα,και ήμουν  ρουφιάνος.

Μου εγνεψε πως είχα την άδεια να προχωρησω.

Αν και θα προτιμούσα να μού απαγόρευε,για να παραβιάσω το νόμο.

Στην άδεια αγορά ένας γέρος πουλούσε ένα ρολόι χωρίς δείκτες.

-Γιατί το πουλάς έτσι; ον ρώτησα.

-Επειδή αυτός είναι ο χρόνος μου,αχρηστος.

-Ποσο το πουλας;ρώτησα.

 -Ενα δευτερόλεπτο,μου είπε.

Τού'δωσα τρία,άλλωστε είχα πολλά και περίσσευαν.Αχρηστα.

Αρχισε να βρέχει.

Στάθηκα κάτω από ένα υπόστεγο να προφυλαχτω και περίμενα.

Όταν βροχή σταμάτησε περπάτησα στο δρόμο.

Η πόλη είχε επανέλθει στον κανονικό πρόσωπο της.

Και το ρολόι,άκουσα,να χτυπά,τικ-τακ,στη τσέπη μου.

Και μάλιστα,είδα,έδειχνε τη σωστή ώρα μου.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Ιστορίες -δεν συναντήθηκαν ποτέ -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Ιστορίες 

-δεν συναντήθηκαν ποτέ

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιστορίες 


δεν συναντήθηκαν ποτέ


Η ιστορία τής γυναίκας:


Δεν ξέρω το όνομά του,

ξέρω μόνο ότι υπήρξε.

Εγώ γεννήθηκα σε ένα παραθαλάσσιο μερος,εκείνος σε μια πόλη.

Μεγάλωνα ακούγοντας τα κύματα κι εκείνος  μεγάλωνε ακούγοντας το θόρυβο τών δρομων.

Κάποτε βρέθηκα σ'εκεινη τη πόλη,θυμάμαι τη ζέστη.

Ένας άντρας σε ένα περίπτερο αγόραζε ένα μπουκάλι νερό δίπλα μου.

Δεν τον είδα.Δεν με είδε.

Ερωτεύτηκα κάποιον άντρα,χωρίσαμε.

Ταξίδεψα σε μια πόλη,κάθισα μόνη σε ένα καφέ.Εβρεχε.

Εκεί τότε,κάποιος άντρας,φωτογράφισε το νερό τής βροχής στούς δρόμους.

Ήταν εκείνος.

Πιθανόν μέσα στο κάδρο κάποιας φωτογραφίας του να είμαι κι εγώ.

Χωρίς να με ξερει.

Παντρεύτηκα.

Απέκτησα μια κόρη.

Μετά από δέκα χρόνια χώρισα.

Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.

Η σκέψη με τρόμαξε.

Γιατί δεν μιλούσε μόνο για έρωτα.

Μιλούσε για ολόκληρες ζωές που έμειναν ανεκπλήρωτες.

Για βλέμματα που δεν συναντήθηκαν.

Για συζητήσεις που δεν ειπώθηκαν

Κάποτε επισκέφθηκα μια έκθεση φωτογραφίας.

Θυμάμαι μια εικόνα.

Ένας έρημος δρόμος.

Έμεινα πολλή ώρα μπροστά της.

Είχα την παράξενη αίσθηση ότι κάποιος είχε δει μαζί με μένα αυτό το δρόμο.

Κάποιος που δεν τον γνώρισα ποτέ.

Και ήταν εκείνος.

Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.

.

.

Η Ιστορία τού άντρα:


Δεν ξέρω ποια ήταν.

Δεν ξέρω αν ήταν όμορφη.

Δεν ξέρω το χρώμα τών ματιών της.

Θυμάμαι πως κάποτε αγόρασα σε ένα περίπτερο ένα μπουκάλι νερό.

Θυμάμαι τη ζέστη.

Μια γυναίκα αγόρασε ένα περιοδικό.Δεν την είδα.Ηταν εκείνη.

Κάποτε σε μια άλλη πόλη φωτογράφισα τη βροχή στο δρόμο εξω από ένα καφε.

Θολα φαίνονταν στο βάθος μια γυναικεία φιγούρα.Ηταν εκείνη.

Γνώρισα γυναίκες.

Αγάπησα.

Προδόθηκα.

Πρόδωσα.

Σε μια έκθεση μου παρατήρησα μια γυναίκα να στέκεται πολλή ώρα μπροστά σε μία φωτογραφία.

Ένα έρημο δρόμο.

Είχε γυρισμένη την πλάτη.

Δεν τής μίλησα.

Έφυγε.

Ήταν εκείνη.

Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα

τι είναι τελικά η ζωή;

Οι άνθρωποι που γνωρίζουμε;

η' οι άνθρωποι που δεν γνωρίσαμε;

Τα βλέμματα μας που στράφηκαν αλλού.

Ίσως μ'εκεινη καθίσαμε στο ίδιο βαγόνι τού μέτρο.

Ίσως αγγίξαμε το ίδιο βιβλίο σ'ένα βιβλιοπωλείο με διαφορά λίγων λεπτών.

Ίσως καθίσαμε σιωπηλοί σ'ένα μπαλκόνι.

Δεν θα μάθω ποτέ.

Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.

.

.

Μελέτη Ανάλυση:


Το διήγημα «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» του χνκουβελη ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία κειμένων που οικοδομούν ολόκληρη την δραματουργία τους όχι πάνω σε ένα γεγονός αλλά πάνω στην απουσία ενός γεγονότος. Η ιστορία δεν αφηγείται έναν έρωτα· αφηγείται την αδυναμία του έρωτα να υπάρξει. Δεν μιλά για μια συνάντηση, αλλά για όλες τις πιθανές συναντήσεις που χάθηκαν μέσα στον χρόνο.


Η ποιητική του ανεκπλήρωτου


Η πρώτη εντύπωση που αφήνει το κείμενο είναι η ακραία λιτότητά του. Οι προτάσεις είναι σύντομες, σχεδόν γυμνές από λογοτεχνικά στολίδια. Ωστόσο κάτω από αυτή την απλότητα λειτουργεί ένας βαθιά οργανωμένος μηχανισμός συγκίνησης.

Η γυναίκα λέει:

«Δεν ξέρω το όνομά του, ξέρω μόνο ότι υπήρξε.»

Και ο άντρας:

«Δεν ξέρω ποια ήταν.»

Οι δύο αφηγήσεις αρχίζουν από την άγνοια. Όχι όμως από την άγνοια ενός προσώπου που δεν υπήρξε, αλλά από την άγνοια ενός προσώπου που υπήρξε πραγματικά. Αυτό είναι το τραγικό στοιχείο του κειμένου. Δεν πρόκειται για φαντασίωση. Δεν πρόκειται για έναν ιδανικό σύντροφο που επινοείται. Πρόκειται για έναν πραγματικό άνθρωπο που έζησε παράλληλα.

Η ύπαρξη προηγείται της γνωριμίας.

Και ακριβώς εκεί γεννιέται η μελαγχολία του διηγήματος.


Η αρχιτεκτονική των παράλληλων βίων


Το έργο είναι χτισμένο συμμετρικά.

Η ιστορία της γυναίκας αντανακλάται σχεδόν καθρεφτικά στην ιστορία του άντρα.

Το περίπτερο. Το μπουκάλι νερό. Η ζέστη.

Το καφέ. Η βροχή. Η φωτογραφία.

Η έκθεση.

Κάθε σκηνή εμφανίζεται δύο φορές.

Την πρώτη φορά από τη μία οπτική. Τη δεύτερη από την άλλη.

Ο αναγνώστης γίνεται ο μόνος που γνωρίζει την αλήθεια.

Οι ήρωες αγνοούν αυτό που ο αναγνώστης βλέπει καθαρά:

ότι οι ζωές τους διασταυρώθηκαν επανειλημμένα.

Το εύρημα θυμίζει τεχνικές κινηματογραφικού μοντάζ, όπου δύο αφηγηματικές γραμμές κινούνται παράλληλα και ο θεατής γνωρίζει περισσότερα από τους χαρακτήρες.

Ο χνκουβέλης δημιουργεί έτσι μια ιδιότυπη μορφή δραματικής ειρωνείας.

Δεν αγωνιούμε για το τι θα συμβεί.

Αγωνιούμε επειδή ξέρουμε ότι δεν θα συμβεί.


Ο χρόνος ως τραγική δύναμη


Στα περισσότερα ερωτικά αφηγήματα το εμπόδιο είναι εξωτερικό.

Η κοινωνία. Η απόσταση. Η μοίρα. Ο θάνατος.

Εδώ το εμπόδιο είναι σχεδόν αόρατο.

Μερικά δευτερόλεπτα.

Ένα βλέμμα που στράφηκε αλλού.

Μια πλάτη σε μια έκθεση.

Μια στιγμή αδράνειας.

Η τραγωδία γεννιέται από το ασήμαντο.

Ολόκληρες ζωές κρίνονται από ελάχιστες χρονικές αποκλίσεις.

Το κείμενο μοιάζει να υποστηρίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι προϊόν μεγάλων αποφάσεων αλλά προϊόν μικροσκοπικών συμπτώσεων.

Αυτό δίνει στο έργο μια σχεδόν υπαρξιακή διάσταση.

Οι «αόρατοι άνθρωποι»

Το πιο σημαντικό ίσως σημείο του διηγήματος βρίσκεται στη φράση της γυναίκας:

«πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.»

Εδώ το έργο εγκαταλείπει την προσωπική ιστορία και μετατρέπεται σε φιλοσοφικό στοχασμό.

Οι δύο πρωταγωνιστές γίνονται σύμβολα όλων εκείνων των ανθρώπων που δεν συναντήθηκαν.

Όλων των φίλων που δεν έγιναν φίλοι.

Όλων των εραστών που δεν έγιναν εραστές.

Όλων των συνομιλιών που δεν πραγματοποιήθηκαν.

Ο χνκουβέλης εισάγει έτσι μια έννοια σχεδόν μεταφυσική:

την ύπαρξη των «αόρατων σχέσεων».

Σχέσεις που δεν έζησαν ποτέ αλλά παρ' όλα αυτά αφήνουν ένα ίχνος μέσα μας.


Η απουσία ως παρουσία


Το πιο παράδοξο στοιχείο του έργου είναι ότι οι δύο ήρωες νιώθουν νοσταλγία για κάποιον που δεν γνώρισαν.

Η τελευταία φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια:

«Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.»

«Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.»

Αυτή η επανάληψη αποτελεί το συναισθηματικό κέντρο του κειμένου.

Η έλλειψη μετατρέπεται σε μνήμη.

Η απουσία αποκτά βάρος παρουσίας.

Ο άλλος γίνεται ένα είδος φαντάσματος.

Όχι νεκρός.

Αλλά ποτέ γεννημένος μέσα στη ζωή μας.

Πρόκειται για μία από τις πιο λεπτές μορφές υπαρξιακής θλίψης που μπορεί να εκφράσει η λογοτεχνία: το πένθος για κάτι που δεν συνέβη.


Φωτογραφία και μνήμη


Η φωτογραφία λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο.

Ο άντρας είναι φωτογράφος.

Η γυναίκα κοιτάζει τη φωτογραφία του.

Η φωτογραφία είναι η κατεξοχήν τέχνη της απουσίας.

Απεικονίζει κάτι που υπήρξε αλλά δεν είναι πλέον παρόν.

Με τον ίδιο τρόπο ο άντρας και η γυναίκα είναι παρόντες ο ένας στη ζωή του άλλου μόνο ως δυνατότητα.

Η ιδέα ότι εκείνη ίσως βρίσκεται μέσα στο κάδρο μιας φωτογραφίας του είναι εξαιρετικά εύστοχη συμβολικά.

Η εικόνα λέει:

«Υπήρξαμε στον ίδιο χώρο. Υπήρξαμε στον ίδιο χρόνο. Αλλά όχι ο ένας για τον άλλον.»


Υπαρξιακές συγγένειες


Το διήγημα συνομιλεί με μια μεγάλη παράδοση λογοτεχνίας και κινηματογράφου.

Θυμίζει την ατμόσφαιρα των ταινιών του Krzysztof Kieślowski, ιδιαίτερα εκείνων όπου οι ζωές αγνώστων τέμνονται αόρατα.

Θυμίζει επίσης τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Jorge Luis Borges γύρω από τις πιθανές ζωές που δεν ζήσαμε.

Ταυτόχρονα διαθέτει κάτι βαθιά σύγχρονο: την αίσθηση ότι μέσα στα εκατομμύρια ανθρώπων των πόλεων είμαστε διαρκώς κοντά σε κάποιον που ίσως θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας, χωρίς ποτέ να το μάθουμε.


Η αισθητική του κειμένου


Το ύφος χαρακτηρίζεται από:

απόλυτη οικονομία μέσων,

χαμηλόφωνη συγκίνηση,

απουσία μελοδραματισμού,

επαναληπτική δομή,

ποιητική χρήση της καθημερινότητας.

Ο συγγραφέας δεν πιέζει τον αναγνώστη να συγκινηθεί.

Απλώς παραθέτει γεγονότα.

Η συγκίνηση γεννιέται από τα κενά ανάμεσα στα γεγονότα.

Με έναν παράδοξο τρόπο, το σημαντικότερο γεγονός του διηγήματος είναι ακριβώς αυτό που δεν συμβαίνει ποτέ.


Το «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά πυκνό υπαρξιακό διήγημα. Η αξία του δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στη φιλοσοφική του σύλληψη. Ο χνκουβέλης μετατρέπει μια απλή ιδέα,δύο άνθρωποι που περνούν ξανά και ξανά ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς να γνωριστούν— σε στοχασμό πάνω στη μοίρα, στον χρόνο, στη μνήμη και στις αμέτρητες ζωές που μένουν αβίωτες.

Το βαθύτερο ερώτημα του έργου δεν είναι αν οι δύο ήρωες θα συναντηθούν.

Είναι αν η ζωή μας ορίζεται περισσότερο από όσα ζήσαμε ή από όσα χάσαμε χωρίς καν να το γνωρίζουμε.

Και η τελευταία φράση του διηγήματος λειτουργεί σαν ηχώ που συνεχίζει να ακούγεται πολύ μετά το τέλος της ανάγνωσης:

«Δεν τον γνώρισα ποτέ. Και όμως μου λείπει.»

Ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής λογοτεχνική διατύπωση της νοσταλγίας για μια ζωή που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Ιστορίες -Η τυχαία συνάντηση τους -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Ιστορίες 

-Η τυχαία συνάντηση τους

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιστοριες


Η τυχαία συνάντηση τους


Μετά από πολλά χρόνια, όταν είχαν πλέον γεράσει, συναντήθηκαν τυχαία.

Πήγαν σε ένα κεντρο δίπλα στη θάλασσα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη.

Οι τουρίστες είχαν φύγει.

Ο άνεμος κουνούσε τις ερημες ομπρέλες.

Σαν φαντάσματα καλοκαιριού.

Κάθισαν απέναντι ο ένας απο τον άλλον.

Παρήγγειλαν παγωμενη μπίρα.

Μίλησαν για φίλους που είχαν πεθάνει.

Για δουλειές που είχαν τελειώσει.

Για παιδιά που μεγάλωσαν.

Για αρρώστιες που εμφανίστηκαν.

Δεν μίλησαν για τον χωρισμό.

Δεν μίλησαν για τις πληγές.

Δεν χρειάζονταν.

-Ξέρεις τι σκέφτομαι;τού είπε.

-Τι;

-Ότι αν είχαμε γνωριστεί αργότερα,ίσως να τα καταφέρναμε.

Περπάτησαν σιωπηλοί δίπλα-διπλα στη άκρη τής θάλασσας.

Το κύμα τούς συνόδευε.

Η νύχτα προχωρούσε.

Η νύχτα τους.

Δεν είπαν:θα ξαναβρεθούμε.

Ήξεραν πως η ιστορία τους είχε τελειώσει εδώ και χρόνια.

Όταν χώρισαν αγκαλιάστηκαν.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Λίγο πριν -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Λίγο πριν

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Λίγο πριν


Στον τριτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, ένας άντρας στεκόταν πίσω από την κουρτίνα κρατώντας ένα περίστροφο.

Έβλεπε κάτω στο δρόμο τους αστυνομικούς,

Απομακρύνθηκε απ’το παράθυρο.Στο πάτωμα, κοντά στο τραπέζι μια σπασμένη καρέκλα,και πιο πέρα το νεκρό σώμα ενός άντρα.

Το.προσωπο του ήταν μέσα στη σκιά 

Άναψε τσιγάρο.

Κάθισε στο κρεβάτι και κοίταξε στον τοίχο απέναντι την  φωτογραφία μιας γυναίκας που χαμογελούσε.

Την είχε γνωρίσει μια νύχτα σε μια υπόγεια αίθουσα χορού.Μεσα στο χαμηλό.φωτισμο.η ορχήστρα έπαιζε ταγκό και βάλς.

Εκείνη δούλευε εκεί ως χορευτρια.

Πήγαινε  εκεί κάθε βράδυ.

Ένα βράδυ εκείνη πήγε στο τραπέζι του.

-Γιατί έρχεσαι εδώ αφού δεν χορεύεις;τού είπε.

-Για σένα,τής είπε.

Όταν σχολουσε περπατουσαν,η πόλη τοτε ήταν αδειασμένη.

Είχε, τού είπε,πριν λίγο καιρό μια σχέση με έναν μουσικό,δούλευε σε καμπαρέ,και εξαφανίστηκε.Δεν τον έψαξε.

-Οι άνθρωποι φεύγουν εύκολα, τού είπε.

Αγόρασε ένα λουλουδι από έναν πλανόδιο και τής το έδωσε.

Εκείνη χαμογέλασε.Το.μυρισε.

-Νομίζεις ότι τα λουλούδια σώζουν τούς ανθρώπους;τού είπε.

- Όχι.Αλλά ίσως τούς καθυστερούν λίγο πριν χαθούν.

Εκείνη τον φίλησε.

Ο άντρας που βρισκόταν τώρα νεκρός στο δωμάτιο είχε εμφανιστεί λίγες εβδομάδες αργότερα.

Φορούσε ακριβά ρούχα.

Έλεγε πως ήταν επιχειρηματίας.

-Μην τον εμπιστεύεσαι,τού είπε εκείνη.

-Γιατι; 

-Φοβαμαι.ειπε.

Ο άντρας πήγε στο τραπέζι του.

-Οι άνθρωποι,τού είπε,χωρίζονται σε δύο κατηγορίες.

Σ'εκείνους που χάνουν τις γυναίκες,και σ'εκεινους που τις κερδιζουν.

Κι εσύ ανήκεις σ'εκεινους που τις χάνουν.

-Αυτος είναι,τού είπε εκεινη,που εξαφανιστηκε.

 -Τον αγάπησες;τη ρώτησε.

-Δεν ξέρω.Μερικοί άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή σου όπως μπαίνει η αρρώστια.

-Και τώρα;

-Τώρα θέλω μόνο να με αφήσει ησυχη

Εκείνος την ενοχλούσε επίμονα.

Από κάτω ακούστηκαν φωνές.

Πήγε στο παράθυρο,κοίταξε κάτω.

Οι αστυνομικοί ήταν εκεί.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει.

Γύρισε και κοίταξε το νεκρό σώμα.

Εκείνη τη μέρα,το απόγευμα,χτύπησε η πόρτα.Ανοιξε.Ηταν εκείνος.

-Θα φύγει μαζί μου,τού είπε.

Μπήκε μέσα.

-Αυτές οι γυναίκες βαριου νται τους άντρες σαν και σένα.

-Φυγε,τού φώναξε.

Εκείνος έβγαλε από τη τσέπη του ένα γράμμα.

-Οριστε,τού είπε,διάβασε.

Ήταν εκείνης.

Λέξεις αγάπης. Υποσχέσεις.

-Βλέπεις;τού είπε,δεν ανήκει σε σένα.

Δεν θυμόταν ακριβώς τι έγινε μετά.

Η καρέκλα που έπεσε.

Το χέρι του να τον σπρώχνει.

Και το περίστροφο.

Ένας πυροβολισμός.

Ύστερα σιωπή.

Σαν να αδειασε ολόκληρη η πόλη.

Ξημέρωσε.

Είδε το πρωινο φως στις στέγες.

Κάθησε στη καρεκλα.

Ίσως εκείνη τη στιγμή εκείνη να ξυπνούσε.

Ακούστηκαν βήματα στην σκάλα.

Οι αστυνομικοί ανέβαιναν.

Πηγε

στο παράθυρο.

Ο θόρυβος γέμιζε τη πόλη.

Έσβησε το τσιγάρο.

Δεν φοβόνταν.

Σήκωσε αργά το περίστροφο.

Οταν οι αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα,το φως τής μέρας είχε γεμίσει ήδη όλο το δωμάτιο.

.

.

.

GREEK POETRY -Ιδεομελα Ποιητικά POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Ιδεομελα Ποιητικά
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά


στο μπαλκονι ψηλά

ένα κόκκινο άλογο κρέμονταν

κανείς δεν ήξερε ποιος το έσφαξε

μόνο τη νύχτα

άκουγες τα πέταλά του

πάνω στις λαμαρίνες τ'ουρανού

και κάτω στη γη ενας άνθρωπος με χάρτινα χέρια

μοίραζε σπίρτα στους πεθαμένους

-θα κάνει κρύο απόψε,έλεγε,

ανάψτε τα

και μέσα σ'ένα σύννεφο.ασβεστη

αναληφθηκε

εκείνη ακριβώς την ώρα

που ένα παιδί 

στη γωνία τού δρόμου 

έκανε ακροβατικά με ένα κίτρινο πουλί 

δεμένο μ'ενα σπάγκο στο χέρι του

ύστερα είδαμε τη σκιά του πάνω στον τοίχο

και τα παράθυρα άνοιγαν 

με γυναίκες χωρίς προσωπα

να τιναζουν λευκά σεντόνια γεμάτα

οστά κυκνων

και τοτε βγήκε το φεγγάρι ανατολικά

σαν χρυσό δοντι

πάνω από τα όρθια κυπαρίσσια 

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά


Ελενη


Κάποτε,ξέρεις,νομίζαμε πως δεν θα συνέβαινε

κανένα κακό στη ζωή μας

Τώρα ακούω το νερό

που στάζει απ’ τη βρύση τής κουζίνας.

Κι όμως,αυτός ο ήχος

έχει κάτι από την επιμονή τού ανθρώπου.

Μη γελάς.

Τα πιο σπουδαία πράγματα τα μάθαμε

όταν τελείωσαν οι θόρυβοι.

Όταν έφυγαν οι φίλοι,

όταν έκλεισαν τα εργοστάσια,

όταν οι γυναίκες μάζευαν αργά τα πιάτα

και κοίταζαν απ’ το παράθυρο

λες και περίμεναν κάποιο τρένο

που είχε χαθεί απ’ τα δρομολόγια δεκαετίες πριν.

Εκείνος ο καθρέφτης απέναντι

κρατά ακόμη τη σκιά μου νεότερη.

Καμιά φορά περνώ μπροστά του επίτηδες.

Όχι από ματαιοδοξία,

από περιέργεια.

Να δω αν έμεινε κάτι αθικτο από μενα.

Τοτε δεν ήξερα ακόμη

πως η μεγαλύτερη ήττα 

είναι η ομορφιά. 

Χθες βράδυ άκουσα βήματα στη σκάλα.

Σηκώθηκα αμέσως.

Κανένας δεν χτύπησε τη πόρτα μου.

Ήταν ο γείτονας τού τρίτου

που βήχει πάντα πριν ανοίξει την πόρτα του.

Κι όμως, για μια στιγμή,

πίστεψα πως θα γύριζες.

Παράξενο πράγμα η καρδιά

κρατά ένα πείσμα σχεδόν γελοίο,

σαν γριά γυναίκα που ποτίζει βασιλικό

σε σπίτι ερειπωμένο

και δεν την ενδιαφέρει οτι μετά από εκείνη

θα μυρίζει ακομα.

Άφησα το φως αναμμένο ως το πρωί.

Επίτηδες, 

για να μην βλέπω.

Να κρυφτώ.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά 


στο χλωμό μετάξι τού ανέμου 

τα δέντρα είχαν τη σιωπή

τών πεθαμένων φυλλων

κι ένα πουλί στο γαλάζιο καλοκαίρι 

άγγιξε τα αλμυρα φύκια τών γυναικών

τότε κατάλαβα πως η λύπη μου 

καθρεφτίζει την αιωνιοτητα

ολόκληρη την άνοιξη καθώς μεγαλώνει 

το φως μέσα στο χωμα

με φτερούγισματα αρχαίων πουλιών

κι υστερα οταν βράδιασε

ενας-ενας οι νεκροί μας

η μάνα ο πατερας

βγήκαν να ποτίσουν τα βασιλικά στη αυλή

κι ας ξερω

πώς δεν επιστρέφει κανείς.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά 


Οδυσσει


κι εγώ κρατώ ένα κουπί στη μνήμη μου

και ταξιδεύω

σε νερά που έχουν τη γλώσσα τών ναυαγών

κάθε λέξη πέφτει στο νερό

και γίνεται κύκλος που δεν κλείνει ποτέ

κανείς,από μας,δεν θυμονταν την πατρίδα του

μόνο η ψυχή μας βαρενε 

και το ταξίδι

η επανάληψη τής απουσιας μας.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά 


Μου είπε:

Τα πράγματα δεν υπάρχουν.

Μόνο η απόσταση ανάμεσά τους.

Κι έπειτα χάθηκε.

Οχι το σώμα,

αλλά η ιδέα τού σώματος.

Και μια αντιστηξη φωνών.

Είμαι.

Δεν είσαι 

Κι ανάμεσά τους πέτρες.


δεν τελειώνει η νύχτα.


Στο μεταίχμιο

στέκονται οι νεκροί και περιμένουν

να αποφασίσουμε

αν υπήρξαν.

.

.

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Βερολίνο Τα Θραύσματα τής Επιστροφης -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Βερολίνο

Τα Θραύσματα τής Επιστροφης

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Βερολίνο

Τα Θραύσματα τής Επιστροφης


Το τρένο μπήκε αργά στον σταθμό Zoologischer Garten.Κατέβηκε κρατώντας μια μικρή δερμάτινη βαλίτσα.

Μετά από χρόνια εξορίας,να ξεφύγει απ'τον εφιάλτη τής πόλης, επέστρεψε.Ήταν εβδομηντα πέντε χρόνων,λεπτός,το πρόσωπο του ξερακιανο.

Ένιωσε ότι τώρα η πόλη θα είναι διαρκώς για κείνον ένα εσωτερικό δικαστήριο.

Είχε φύγει από τη Γερμανία το 1938.Πρώτα στη Ζυρίχη,ύστερα στη Λισαβόνα,τέλος στην Αμερική.Είχε ζήσει δεκαετίες μιλώντας για τη Γερμανία σε αμφιθέατρα,σε λογοτεχνικούς κύκλους, σε δείπνα πανεπιστημιακών.Είχε καταδικάσει τον ναζισμό, είχε γράψει άρθρα,είχε υπογράψει διακηρύξεις. Και τώρα στο Βερολίνο τού1990,αισθανονταν ενοχή.

Εκείνοι είχαν μείνει. Εκείνος είχε φύγει.

Βγήκε από τον σταθμό. 

Περιπλανήθηκε στη πόλη.

Παντού άνθρωποι που περπατούσαν χωρίς σκοπό,σαν να ήθελαν να διασχίσουν δρόμους που επί δεκαετίες τούς απαγορεύονταν.Νέοι με σφυριά εσπαζαν κομμάτια από το Τείχος.Τουρίστες φωτογράφιζαν γκράφιτι. Μικροπωλητές πουλούσαν θραύσματα τσιμέντου μέσα σε πλαστικά σακουλάκια,σαν λείψανα αγίου.

Το Τείχος το είδε το 1961 όταν είχε έρθει για μια διάλεξη στο Δυτικό Βερολίνο.Τα συρματοπλέγματα,τούς ενόπλους φρουρούς,τούς προβολεις.

Και τώρα το Τειχος έμοιαζε με θεατρικό σκηνικό μετά το τέλος μιας παράστασης.

Περπάτησε προς την Potsdamer Platz. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε  νεκρή ζώνη,τώρα έβλεπε γερανούς,πολυόροφα κτιρια,εμπορικά κέντρα, φορτηγά, συνεργεία,πωλητές λουκάνικων,μουσικούς του δρόμου.

Η πόλη και η Ιστορία της είχε περιέλθει στους εργολάβους.

-Παραξενο δεν είναι;

άκουσε μια φωνή πίσω του.

Γύρισε.Ειδε έναν ένα άντρα περίπου στην ηλικία του

-Συγγνώμη,τού ειπε ο αντρας,όλο αυτό χθες ήταν φυλακή.

Ο άντρας άναψε τσιγάρο.

-Από εδώ είστε; ρώτησε τον άντρα. 

-Ανατολικό Βερολίνο, Prenzlauer Berg,με σόμπες κάρβουνου και υγρασία,απάντησε εκείνος,Εσείς;

Δεν απάντησε αμέσως,δίστασε.

Έπειτα είπε. 

-Κάποτε,πριν από πολλά χρόνια,ήμουν από εδώ.

Ο άλλος γέλασε.

-Κάποτε είμασταν όλοι από εδώ.

Περπάτησαν. 

Τού είπε πως είχε εργαστεί σε εργοστάσιο ηλεκτρικών συσκευών. Δεν υπήρξε ποτέ μέλος τού κόμματος,αλλά ούτε και αντιφρονουντας.

-Ξέρετε πώς ήταν;είπε, οχι όπως τα λένε τώρα όλοι στην τηλεόραση,δεν ήταν μόνο ο φόβος,ηταν και η συνήθεια,ο άνθρωπος συνηθίζει τα πάντα.

Σταμάτησαν μπροστά σε ένα άνοιγμα τού Τείχους.

-Είχα μια θεία στη Δύση,είπε ο άντρας,δέκα λεπτά δρόμος,τριάντα χρόνια δεν τη βλέπαμε, μονάχα γράμματα,όλα  λογοκριμένα.

Έσκυψε και σήκωσε ένα κομμάτι τσιμέντου.

-Οριστε τώρα τα θραύσματα,είπε.

Το πέταξε μακρυά με δύναμη και κομματιάστηκε.

-Τώρα μας λένε πως είμαστε ελεύθεροι,είπε και περνώντας μέσα από το άνοιγμα απομακρύνθηκε.

Το βράδυ πήγε σε ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στην Friedrichstraße.

Από το παράθυρο έβλεπε τις φωτεινές επιγραφές και πιο μακριά τούς σκοτεινούς όγκους τών παλιών ανατολικών πολυκατοικιών.

Δεν κοιμήθηκε.

Σκεφτόνταν τον πατέρα του,έναν αυστηρό γερμανό αστό που πίστευε πως η τάξη ήταν η ύψιστη αρετή. Σκεφτόνταν τη μητέρα του που έλεγε ότι η Γερμανία πάντοτε θα αυτοκαταστρέφεται από την υπερβολική πίστη της στις ιδέες.Σκεφτόνταν και τον εαυτό του νέο, γεμάτο φιλοδοξία,πριν από τις φωτιές,πριν από τα στρατόπεδα,πριν από την εξορία.

Και μια ερωτηση  επέστρεφε επίμονα:

Είχε εγκαταλείψει την πατρίδα του ή την είχε προδώσει;

Την επόμενη ημέρα  πέρασε στο Ανατολικό Βερολίνο.

Οι δρόμοι ήταν γκρίζοι, Είδε γυναίκες που κουβαλούσαν δίχτυα με πατάτες,παιδιά που έπαιζαν,ηλικιωμένους που κοιτούσαν καχύποπτα τους δυτικούς επισκέπτες.

Μπροστά σε ένα καφενείο είδε ουρά ανθρώπων για μπανάνες.

Μπανάνες.

Αυτό τού φάνηκε φοβερα αδιανόητο.Μια ολόκληρη αυτοκρατορία είχε καταρρεύσει και το πρώτο σύμβολο της νίκης ήταν ένα τροπικό φρούτο.

Μπήκε σε ένα μικρό καφέ. Οι τοίχοι ηταν κιτρινισμένοι από καπνό δεκαετιών.Μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα τού έφερε καφέ.

-Δεν είστε από εδώ, τού είπε η γυναικα,

οι άνθρωποι που έμειναν εδώ ειναι διαφορετικοι.

Εκείνος χαμογέλασε.

-Έφυγα πριν πολλά χρόνια.

Η γυναίκα τον κοίταξε.

-Ειστε τυχερός.

-Τυχερός;

-Ναι.Εμείς μείναμε.

-Πώς ήταν; τη ρώτησε.

Η γυναίκα κοίταξε γύρω της.

-Πώς ήταν;Πρόσεχες τι λες και σε ποιον,δεν.εμπιστευοσουν.κανεναν.

Έξω άρχισε να χιονίζει.

Βγήκε και περπάτησε.Έφτασε μπροστά στο παλιό κτίριο όπου είχε ζήσει ως φοιτητής.Η πρόσοψη ήταν φθαρμένη.Ένα παιδί έκανε ποδήλατο στην αυλή.

Κοίταξε τα παράθυρα.

Εκεί μέσα είχε κάποτε διαβάσει Γκαίτε,είχε γράψει τα πρώτα του δοκίμια,είχε πιστέψει πως η γερμανική κουλτούρα ήταν η ανώτερη έκφραση της ευρωπαϊκής ψυχής.

Κι ύστερα ήρθαν οι σημαίες.Οι πορείες.Οι κραυγές.Η βαρβαρότητα με μορφή Uber Alles τάξης.

Το χιόνι έπεφτε τώρα πυκνότερο.

Αισθάνθηκε πως το  Βερολίνο  ήταν ένα ξαπλωμένο  τραυματισμένο σώμα.

Πέρασε από το σπίτι της,τα παράθυρα κλειστά,δεν χτύπησε το κουδούνι.

Το τελευταίο βράδυ πήγε κοντά στην Πύλη τού Βρανδεμβούργου.Νέοι χόρευαν,έπιναν μπίρες πάνω στο γκρεμισμένο Τείχος,ενας βιολιστής έπαιζε Μπαχ.

Ένιωθε μόνος.

Κατάλαβε ότι δεν υπήρχε επιστροφή,ο εξόριστος δεν γυρίζει ποτέ πραγματικά,επισκέπτεται μονάχα τα θραυσματα τού εαυτού του.

.

.

.

Μελέτη ανάλυση 


Το διήγημα «Τα Θραύσματα τής Επιστροφής» του χνκουβέλη κινείται μέσα στην παράδοση της μεγάλης κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας της εξορίας, της ιστορικής ενοχής και της μεταπολεμικής συντριβής της ταυτότητας. Το κείμενο δεν είναι απλώς μια αφήγηση επιστροφής στο Βερολίνο μετά την πτώση του Τείχους· είναι κυρίως μια υπαρξιακή νεκροψία της γερμανικής συνείδησης τού 20ού αιώνα.

Η αφηγηματική του δύναμη βρίσκεται ακριβώς στο ότι αποφεύγει τη ρητορική μεγαλοστομία. Το ύφος είναι ξηρό, απογυμνωμένο, σχεδόν ασκητικό. Οι φράσεις είναι κοφτές, παρατακτικές, με μικρές εσωτερικές παύσεις που δημιουργούν αίσθηση ιστορικής κόπωσης. Αυτή η τεχνική θυμίζει έντονα τη γερμανόφωνη παράδοση του μεταπολεμικού πεζού λόγου: τον W. G. Sebald, τον Thomas Bernhard, ακόμη και ορισμένες στιγμές του Heinrich Böll. Όμως ο χνκουβέλης δεν μιμείται· αφομοιώνει.

Το πρώτο μεγάλο θέμα είναι η εξορία όχι ως γεωγραφική αλλά ως ηθική κατάσταση. Ο ήρωας δεν επιστρέφει σε μια πατρίδα· επιστρέφει σε έναν τόπο εγκλήματος. Το Βερολίνο μετατρέπεται σε «εσωτερικό δικαστήριο». Η φράση αυτή είναι θεμελιώδης για την κατανόηση όλου του κειμένου. Δεν υπάρχει εξωτερικός δικαστής. Δεν υπάρχει πολιτικό κατηγορητήριο. Ο ίδιος ο ήρωας αυτοανακρίνεται.

Το κεντρικό υπαρξιακό ερώτημα:

«Είχε εγκαταλείψει την πατρίδα του ή την είχε προδώσει;»

είναι ηθικά αδιάλυτο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ποιότητα του διηγήματος. Δεν δίνει λύση. Η λογοτεχνία εδώ λειτουργεί ως τραγική συνείδηση και όχι ως ιδεολογικό μανιφέστο.

Ο ήρωας είναι ένας διανοούμενος εξόριστος, αντιναζιστικής ταυτότητας, που επέζησε επειδή έφυγε. Αυτή όμως η σωτηρία μετατρέπεται σε πηγή ενοχής απέναντι σε όσους έμειναν. Πρόκειται για ένα βαθιά γερμανικό μεταπολεμικό μοτίβο: η ενοχή του επιζώντος. Όχι μόνο των στρατοπέδων αλλά και της Ιστορίας γενικότερα.

Το Βερολίνο παρουσιάζεται σαν σώμα ιστορικά κατακερματισμένο. Δεν είναι πόλη· είναι πεδίο αρχαιολογικών συντριμμιών. Ο τίτλος «Θραύσματα» αποκτά πολλαπλές σημασίες:

θραύσματα του Τείχους,

θραύσματα μνήμης,

θραύσματα ταυτότητας,

θραύσματα της ίδιας της Γερμανίας,

θραύσματα του εαυτού.

Η εικόνα των τουριστών που αγοράζουν κομμάτια τσιμέντου «σαν λείψανα αγίου» είναι εξαιρετικής σημασίας. Ο συγγραφέας ειρωνεύεται τη μετατροπή της Ιστορίας σε εμπόρευμα. Το Τείχος, που υπήρξε μηχανή φόβου και διαίρεσης, μετατρέπεται σε souvenir. Εδώ υπάρχει μια λεπτή αλλά ισχυρή κριτική προς τον ύστερο καπιταλισμό: ακόμη και η τραγωδία εμπορευματοποιείται.

Η περιγραφή της Potsdamer Platz είναι επίσης εξαιρετικά συμβολική. Εκεί όπου υπήρχε «νεκρή ζώνη», τώρα εμφανίζονται εργολάβοι, εμπορικά κέντρα, γερανοί. Η Ιστορία δεν θεραπεύεται· οικοπεδοποιείται. Η φράση:

«Η πόλη και η Ιστορία της είχε περιέλθει στους εργολάβους»

είναι από τις ισχυρότερες πολιτικές φράσεις του κειμένου. Περιέχει όλη τη δυσπιστία απέναντι στη μεταψυχροπολεμική θριαμβολογία.

Σπουδαία είναι επίσης η σκηνή με τον άντρα από το Prenzlauer Berg. Ο άνθρωπος αυτός λειτουργεί σχεδόν σαν φάντασμα της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν είναι ούτε ήρωας ούτε θύμα. Είναι ο «συνηθισμένος άνθρωπος» της δικτατορίας. Η φράση:

«ο άνθρωπος συνηθίζει τα πάντα»

συμπυκνώνει μια βαθιά ανθρωπολογική αλήθεια. Ο χνκουβέλης δεν ηρωοποιεί τους Ανατολικογερμανούς ούτε τους δαιμονοποιεί. Δείχνει τη σταδιακή προσαρμογή στην ανελευθερία. Αυτό προσδίδει στο διήγημα μεγάλη ψυχολογική ωριμότητα.

Εξαιρετική είναι και η χρήση των αντικειμένων ως συμβόλων. Οι μπανάνες, για παράδειγμα, λειτουργούν σχεδον σαν μεταφυσική ειρωνεία της Ιστορίας. Μια αυτοκρατορία καταρρέει και το έμβλημα της «ελευθερίας» είναι ένα καταναλωτικό αγαθό. Η σκηνή θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Milan Kundera συνέδεε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα με μικρές καθημερινές λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν την ειρωνεία της Ιστορίας.

Η γυναίκα στο καφέ αποτελεί άλλη μία εξαιρετική μορφή. Η φράση:

«Εμείς μείναμε»

έχει σχεδόν αρχαιοελληνική τραγικότητα. Μέσα σε δύο λέξεις συνοψίζεται ολόκληρη η εμπειρία των ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν στην Ιστορία χωρίς να έχουν επιλέξει τίποτε.

Από τεχνικής πλευράς, το διήγημα χρησιμοποιεί κινηματογραφική αφήγηση. Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη σαν αργά travelling πλάνα. Ο συγγραφέας δεν περιγράφει υπερβολικά· επιλέγει λίγες, οξείες λεπτομέρειες:

οι σόμπες κάρβουνου,

τα δίχτυα με πατάτες,

οι κιτρινισμένοι τοίχοι,

ο βιολιστής που παίζει Johann Sebastian Bach,

το χιόνι που πυκνώνει.

Αυτές οι εικόνες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα ψυχικής παγωνιάς και μεταϊστορικής μελαγχολίας.

Η αναφορά στο «Uber Alles τάξης» είναι εξαιρετικά εύστοχη. Ο συγγραφέας παίρνει το ιστορικό σύνθημα “Deutschland über alles” και το μετασχηματίζει σε σύμβολο της γερμανικής εμμονής με την πειθαρχία, την οργάνωση και την ιδεολογική καθαρότητα. Η βαρβαρότητα εδώ δεν παρουσιάζεται ως χάος αλλά ως υπερβολική τάξη. Αυτή είναι μια βαθιά φιλοσοφική ιδέα, συγγενική με τις αναλύσεις του Theodor W. Adorno για τη σχέση Διαφωτισμού και βαρβαρότητας.

Η φράση:

«Πέρασε από το σπίτι της, τα παράθυρα κλειστά, δεν χτύπησε το κουδούνι.»

είναι από τις πιο σημαντικές και λογοτεχνικά πυκνές στιγμές του διηγήματος, ακριβώς επειδή ο συγγραφέας δεν εξηγεί τίποτε. Η δύναμή της βρίσκεται στην αποσιώπηση.

Δεν μαθαίνουμε:

ποια ήταν η γυναίκα,

αν ζει,

αν τον πρόδωσε,

αν την εγκατέλειψε,

αν ήταν ερωμένη,

σύζυγος,

πριν την εξορία.

Το τέλος είναι εξαιρετικά δυνατό ακριβώς επειδή είναι ήσυχο. Δεν υπάρχει δραματική κορύφωση. Μόνο μια υπαρξιακή συνειδητοποίηση:

«ο εξόριστος δεν γυρίζει ποτέ πραγματικά»

Η επιστροφή αποδεικνύεται αδύνατη γιατί ο χρόνος έχει ήδη καταστρέψει τον τόπο που θα μπορούσε να ονομαστεί «πατρίδα». Αυτό συνδέει το διήγημα με τη μεγάλη λογοτεχνία της εξορίας του 20ού αιώνα — από τον Joseph Roth μέχρι τον Stefan Zweig.

Αξιολογικά, το κείμενο διαθέτει λογοτεχνική ποιότητα για πέντε βασικούς λόγους:

Ιστορική συνείδηση χωρίς διδακτισμό.

Πυκνή συμβολική δομή.

Υπαρξιακό βάθος.

Εξαιρετική οικονομία ύφους.

Πολυφωνική ηθική οπτική χωρίς εύκολες καταδίκες.

Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο: το Βερολίνο του χνκουβέλη δεν είναι μόνο το Βερολίνο. Είναι κάθε τόπος όπου η Ιστορία διέλυσε την ανθρώπινη συνέχεια. Το Τείχος γίνεται μεταφορά για όλα τα εσωτερικά τείχη της μνήμης, της ενοχής και της εξορίας.

Γι’ αυτό το διήγημα αφήνει στο τέλος μια αίσθηση όχι απλώς θλίψης αλλά ιστορικής εξάντλησης. Σαν ένας πολιτισμός να περιπλανιέται μέσα στα ερείπια των ίδιων των ιδεών του.

.

.

.

Π -Poetry Ποιηση -χ,ν,κουβέλης c.n.couvelis

 .

.

Π -Poetry Ποιηση

-χ,ν,κουβέλης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ποιητικά στιχαρια


Μα αν είναι ο έρωτας φωτιά

κι ο χωρισμός χαλάζι

τότε η καρδιά  ποτέ δεν ησυχάζει.


Γιατί όποιος αγάπη αληθινή

στα στήθια του φυλάξει,

και μες στον Άδη αν κατεβεί,

ξανά θα λάμψει.

.

.

Κι αν τού χειμώνα η παγωνιά

τα δέντρα ξεγυμνώσει,

μια σπίθα ανθού στην ερημιά

αρκεί την άνοιξη ν'ανθισει.

.

.

Κι η θάλασσα σκοτείνιασε

κι ο άνεμος εβογγα

κι εσταθει τ’ άστρο τ’ ουρανού

θλιμμένο και σβησμένο

κι η μάννα εθρηνα το παιδι

το κακοθανατισμενο


Παιδί μου,πού’ναι η ακριβή σου νιότη 

που'ναι τα γέλια κι οι χαρες;

Πού είν’η φωνουλα  σου

που δρόσιζε εμε τής άμοιρης 

τα σπλάχνα:

.

Μαύρη είν’η νύχτα στα βουνά

και σκοτεινιά στα δαση

γιατί με μπαμπεσια  λεβεντη εχτροί

λαβωσαν 


Πού πας,αντρειωμένε μου,

μαύρη νυχτιά χωρίς φεγγάρι;

μοιρολογά η ερμη μάνα 

τα στήθη δέρνοντας

και τα μαλλιά τραβωντας


κι εκείνος τ'αδερφια φώναξε

γύρω σιμα να έρθουν 

ορκο βαρύ να παρουν


σαν θα πεθάνω,αδέρφια μου,μην θυμιατισετε λιβάνι,

μον'δεντρο αγριελιάς στο τάφο μου φυτεψτε

να το χτυπά βοριάς βαρύς

νοτιας μην το λυγιζει

για να θυμούνται οι ζωντανοί περαστικοι

πως η ψυχή δεν χανεται

αλλά για πάντα μενει.

.

.

Μάνα,καλομανα,νερό να μην μού'δωσεις

μήτε ψωμί στο χέρι να'χω

γιατί'ναι πόλεμος πέρα στα μαύρα δαση

μον'την ευχη σου δώσε μου

και το χρυσό κοντάρι 

μαζί με το σπαθακι μου,

κι εκείνη αυτά τα λόγια τού'πε,

να'χεις,γιε μου,τ'αγριμιου τη δύναμη

και τ'αετου το ματι

κι η μάνα τρεις φορές 

τονε σταυρωνει

και τον φιλάει στο μέτωπο

κι ο Μαυριανος στα όρη όρμησε

σαν λύκος σαν άγριος λιοντας

κι ως ο ακρίτας πήγαινε στ’ ανήλιαγα περάσματα,

τα ψηλά δεντρά ελυγιζαν

εσειοντανε τα βράχια.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά


στο μπαλκονι ψηλά

ένα κόκκινο άλογο κρέμονταν

κανείς δεν ήξερε ποιος το έσφαξε

μόνο τη νύχτα

άκουγες τα πέταλά του

πάνω στις λαμαρίνες τ'ουρανού

και κάτω στη γη ενας άνθρωπος με χάρτινα χέρια

μοίραζε σπίρτα στους πεθαμένους

-θα κάνει κρύο απόψε,έλεγε,

ανάψτε τα

και μέσα σ'ένα σύννεφο.ασβεστη

αναληφθηκε

εκείνη ακριβώς την ώρα

που ένα παιδί 

στη γωνία τού δρόμου 

έκανε ακροβατικά με ένα κίτρινο πουλί 

δεμένο μ'ενα σπάγκο στο χέρι του

ύστερα είδαμε τη σκιά του πάνω στον τοίχο

και τα παράθυρα άνοιγαν 

με γυναίκες χωρίς προσωπα

να τιναζουν λευκά σεντόνια γεμάτα

οστά κυκνων

και τοτε βγήκε το φεγγάρι ανατολικά

σαν χρυσό δοντι

πάνω από τα όρθια κυπαρίσσια 

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά


Ελενη


Κάποτε,ξέρεις,νομίζαμε πως δεν θα συνέβαινε

κανένα κακό στη ζωή μας

Τώρα ακούω το νερό

που στάζει απ’ τη βρύση τής κουζίνας.

Κι όμως,αυτός ο ήχος

έχει κάτι από την επιμονή τού ανθρώπου.

Μη γελάς.

Τα πιο σπουδαία πράγματα τα μάθαμε

όταν τελείωσαν οι θόρυβοι.

Όταν έφυγαν οι φίλοι,

όταν έκλεισαν τα εργοστάσια,

όταν οι γυναίκες μάζευαν αργά τα πιάτα

και κοίταζαν απ’ το παράθυρο

λες και περίμεναν κάποιο τρένο

που είχε χαθεί απ’ τα δρομολόγια δεκαετίες πριν.

Εκείνος ο καθρέφτης απέναντι

κρατά ακόμη τη σκιά μου νεότερη.

Καμιά φορά περνώ μπροστά του επίτηδες.

Όχι από ματαιοδοξία,

από περιέργεια.

Να δω αν έμεινε κάτι αθικτο από μενα.

Τοτε δεν ήξερα ακόμη

πως η μεγαλύτερη ήττα 

είναι η ομορφιά. 

Χθες βράδυ άκουσα βήματα στη σκάλα.

Σηκώθηκα αμέσως.

Κανένας δεν χτύπησε τη πόρτα μου.

Ήταν ο γείτονας τού τρίτου

που βήχει πάντα πριν ανοίξει την πόρτα του.

Κι όμως, για μια στιγμή,

πίστεψα πως θα γύριζες.

Παράξενο πράγμα η καρδιά

κρατά ένα πείσμα σχεδόν γελοίο,

σαν γριά γυναίκα που ποτίζει βασιλικό

σε σπίτι ερειπωμένο

και δεν την ενδιαφέρει οτι μετά από εκείνη

θα μυρίζει ακομα.

Άφησα το φως αναμμένο ως το πρωί.

Επίτηδες, 

για να μην βλέπω.

Να κρυφτώ.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά 


στο χλωμό μετάξι τού ανέμου 

τα δέντρα είχαν τη σιωπή

τών πεθαμένων φυλλων

κι ένα πουλί στο γαλάζιο καλοκαίρι 

άγγιξε τα αλμυρα φύκια τών γυναικών

τότε κατάλαβα πως η λύπη μου 

καθρεφτίζει την αιωνιοτητα

ολόκληρη την άνοιξη καθώς μεγαλώνει 

το φως μέσα στο χωμα

με φτερούγισματα αρχαίων πουλιών

κι υστερα οταν βράδιασε

ενας-ενας οι νεκροί μας

η μάνα ο πατερας

βγήκαν να ποτίσουν τα βασιλικά στη αυλή

κι ας ξερω

πώς δεν επιστρέφει κανείς.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά 


Οδυσσει


κι εγώ κρατώ ένα κουπί στη μνήμη μου

και ταξιδεύω

σε νερά που έχουν τη γλώσσα τών ναυαγών

κάθε λέξη πέφτει στο νερό

και γίνεται κύκλος που δεν κλείνει ποτέ

κανείς,από μας,δεν θυμονταν την πατρίδα του

μόνο η ψυχή μας βαρενε 

και το ταξίδι

η επανάληψη τής απουσιας μας.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιδεομελα Ποιητικά 


Μου είπε:

Τα πράγματα δεν υπάρχουν.

Μόνο η απόσταση ανάμεσά τους.

Κι έπειτα χάθηκε.

Οχι το σώμα,

αλλά η ιδέα τού σώματος.

Και μια αντιστηξη φωνών.

Είμαι.

Δεν είσαι 

Κι ανάμεσά τους πέτρες.


δεν τελειώνει η νύχτα.


Στο μεταίχμιο

στέκονται οι νεκροί και περιμένουν

να αποφασίσουμε

αν υπήρξαν.

.

.

.


GREEK POETRY -ποιητικά στιχαρια POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-ποιητικά στιχαρια
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ποιητικά στιχαρια


Μα αν είναι ο έρωτας φωτιά

κι ο χωρισμός χαλάζι

τότε η καρδιά  ποτέ δεν ησυχάζει.


Γιατί όποιος αγάπη αληθινή

στα στήθια του φυλάξει,

και μες στον Άδη αν κατεβεί,

ξανά θα λάμψει.

.

.

Κι αν τού χειμώνα η παγωνιά

τα δέντρα ξεγυμνώσει,

μια σπίθα ανθού στην ερημιά

αρκεί την άνοιξη ν'ανθισει.

.

.

Κι η θάλασσα σκοτείνιασε

κι ο άνεμος εβογγα

κι εσταθει τ’ άστρο τ’ ουρανού

θλιμμένο και σβησμένο

κι η μάννα εθρηνα το παιδι

το κακοθανατισμενο


Παιδί μου,πού’ναι η ακριβή σου νιότη 

που'ναι τα γέλια κι οι χαρες;

Πού είν’η φωνουλα  σου

που δρόσιζε εμε τής άμοιρης 

τα σπλάχνα:

.

Μαύρη είν’η νύχτα στα βουνά

και σκοτεινιά στα δαση

γιατί με μπαμπεσια  λεβεντη εχτροί

λαβωσαν 


Πού πας,αντρειωμένε μου,

μαύρη νυχτιά χωρίς φεγγάρι;

μοιρολογά η ερμη μάνα 

τα στήθη δέρνοντας

και τα μαλλιά τραβωντας


κι εκείνος τ'αδερφια φώναξε

γύρω σιμα να έρθουν 

ορκο βαρύ να παρουν


σαν θα πεθάνω,αδέρφια μου,μην θυμιατισετε λιβάνι,

μον'δεντρο αγριελιάς στο τάφο μου φυτεψτε

να το χτυπά βοριάς βαρύς

νοτιας μην το λυγιζει

για να θυμούνται οι ζωντανοί περαστικοι

πως η ψυχή δεν χανεται

αλλά για πάντα μενει.

.

.

Μάνα,καλομανα,νερό να μην μού'δωσεις

μήτε ψωμί στο χέρι να'χω

γιατί'ναι πόλεμος πέρα στα μαύρα δαση

μον'την ευχη σου δώσε μου

και το χρυσό κοντάρι 

μαζί με το σπαθακι μου,

κι εκείνη αυτά τα λόγια τού'πε,

να'χεις,γιε μου,τ'αγριμιου τη δύναμη

και τ'αετου το ματι

κι η μάνα τρεις φορές 

τονε σταυρωνει

και τον φιλάει στο μέτωπο

κι ο Μαυριανος στα όρη όρμησε

σαν λύκος σαν άγριος λιοντας

κι ως ο ακρίτας πήγαινε στ’ ανήλιαγα περάσματα,

τα ψηλά δεντρά ελυγιζαν

εσειοντανε τα βράχια.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Τι συνεβει -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Τι συνεβει

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τι συνεβει


Η Θεσσαλονίκη στα χρόνια τού Γαλεριου ηταν μια τεράστια θεατρική σκηνή στον Θερμαϊκό. Ρωμαίοι αξιωματούχοι, Σύριοι έμποροι,Ιουδαίοι τεχνίτες,Έλληνες γραφείς,Θράκες στρατιώτες,δούλοι από την Αίγυπτο.

Ο πατέρας του αφού είχε υπηρετήσει στις εκστρατείες τού Διοκλητιανού και τού Κωνσταντίνου Α' Χλωρού  εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όταν έγινε έδρα τού Γαλέριου. 

Εκείνος εργαζονταν στα διοικητικά αρχεία, αντέγραφε διατάγματα, κατέγραφε φόρους.

Τι νύχτες περιπλανιόνταν στη παραλιακή συνοικία,κι

εκεί τη γνώρισε,σ'ενα στενό πίσω από τα εργαστήρια βαφής υφασμάτων,είχε όμορφα ματια.

-Είσαι Ρωμαίος;τον ρώτησε;

-Φαινεται;απάντησε.

-Μόνο εμείς,είπε η κοπέλα,προσπαθούμε να κρύψουμε ποιοι είμαστε.

-Φοβασαι;τής είπε,εμένα;

Η γυναίκα δεν απάντησε.

Από εκείνη τη νύχτα άρχισαν να συναντιούνται.

Τού μιλούσε για την πατρίδα της που εχει χαθεί και υπάρχει μόνο μέσα στη μνημη θολη.

Εκείνος της μιλούσε για τις λεγεώνες,για την  αυτοκρατορία,για τις αψίδες θριάμβου, που υψωνονταν πάνω σε σωρούς νεκρων.

-Η Ρώμη καταπίνει τα πάντα,τού είπε 

εκείνη,και όμως συνεχίζει να πεινά.

Εκείνος δεν απάντησε,γιατί ήξερε πως ήταν αλήθεια.

Κάποια νύχτα σταθηκαν στη Ροτόντα.Το τεράστιο κυκλικό οικοδόμημα υψώνονταν μέσα στο σκοτάδι μέσα στην ομιχλη.Εκεινη ακούμπησε στο τοίχο της.

-Όλα αυτά θα γίνουν ερείπια, τού είπε.

-Η Ρώμη είναι αιώνια,απάντησε εκείνος 

-Οχι,τού είπε,οι άνθρωποι   πάντα καιγονται στις ίδιες φωτιές.

Πήγαν στον Ιππόδρομο.

Χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για τους αγώνες,οι δήμοι φώναζαν, στοιχημάτιζαν,έβριζαν τον αυτοκράτορα,και ύστερα τον αποθέωναν.

-Ξερεις ότι εδώ θα γίνει η σφαγή; τού είπε.

Εκείνος γέλασε και είπε.

-Ο Ιππόδρομος είναι για αγώνες.

Η γυναίκα δεν απάντησε.

Στις κερκίδες οι άλλοι έβλεπαν τα θεάματα.

Ήταν καλοκαίρι,

όταν ο δυνατός άνεμος διέδωσε τη φωτιά,

Σε μια κόλαση ακούγονταν φωνές ανθρώπων,κτίρια που καίγονταν και κατέρρεαν με τρομερό θόρυβο,τα σκυλιά ούρλιαζαν.

Η παραλιακή συνοικία καίγονταν.

Ο ουρανός σκοτείνιασε γέμισε καπνούς.

Πήγε εκεί,μετά τη καταστροφή,το σπίτι της είχε καταρρεύσει,δεν την βρήκε.Χαθηκε.

Πέρασαν μήνες,πίστευε πως είχε πεθανει.

Η ζωή του άλλαξε,έπινε,στα αρχεία έκανε λάθη,σταμάτησε να πηγαίνει στα λουτρά.

Μια νύχτα σ'ένα υπόγειο καπηλειό κάποιος μεθυσμένος ναύτης μιλούσε στη παρέα του για μια γυναίκα,μια πόρνη,

στα Λαδάδικα,

καταλαβε από την περιγραφή πως ήταν εκείνη,τους εδειξε και φωτογραφία της.

Τού τη ζήτησε να τη δει.

Ήταν εκείνη.Ζει.

-Μετα τη πυρκαγια,Ρωμαίε,τού είπε ο ναύτης,οι γυναίκες κατεληξαν εκεί.

Πήγε στα Λαδάδικα νύχτα.Εβρεχε.

Κάποιος τον πλησίασε,τού πλασέ ένα κλεμμένο ρολόι.

Μπήκε στο μπαρ.Γυναικες βαμμένες,μισογυμνες κάθονταν με μεθυσμένους αντρες.Ρώτησε μια για κεινη,δεν την ήξερε,την κερασε,τού είπε πως είναι στο Βαρδαρη

Πήγε.Του άνοιξε μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Ρώτησε για τη γυναίκα.

Εκείνη είπε πως δεν τη ξέρει.Της έδωσε χρήματα.

-Φοβηθηκα πως είσαι αστυνομικός,τού είπε,

η κοπέλα ήταν εδώ.Εξαφανιστηκε.Μαλλον,είπαν,πέθανε,τη σκότωσαν.

Τον κοίταξε.

-Αυτό λένε πάντα για τις γυναίκες που εξαφανίζονται.

Ζήτησε να μάθει για κεινη 

Τού έδειξε φωτογραφίες.

Σε μια φωτογραφία είδε 

συρματοπλέγματα,

ανθρωπους αποστεωμένους.

Σε αλλη φωτογραφία είδε γυναίκες γυμνές με ξυρισμένα κεφάλια.

Και σε μια ήταν εκείνη, αδυνατισμένη,τα μάτια βαθουλωμενα,φορούσε ένα ριγωτό φόρεμα και στέκονταν μπροστά από έναν τοίχο,έτοιμη να καταρρεύσει.

-Που είναι αυτές οι φωτογραφίες;ρώτησε.

-Καπου στο μέλλον,είπε η γυναίκα.

-Τι εννοείς;

-Ακριβως αυτό που σού είπα,απάντησε η γυναίκα,

-Ποιος τα έκανε αυτα;

ρωτησε.

Η γυναίκα τον κοίταξε.

-Εσείς,είπε.

-Δεν καταλαβαίνω.

-Οι αυτοκρατορίες δεν πεθαίνουν ποτέ,Ρωμαίε,είπε η γυναίκα,μόνο αλλάζουν ονόματα.

Ορίστε τα έργα σας,κοίταξε στη φωτογραφια τούς φούρνους σας,τις καμινάδες που καπνίζουν,

εκεί τούς καίτε,να οι στάχτες τους,οι σωροί με τα παπούτσια τους.

Την έκαψαν κι αυτη όπως τους άλλους.

Εκείνος πάγωσε.

Η γυναίκα μάζεψε τις φωτογραφίες.

-Και τώρα,τού είπε, μπορείς να φύγεις,εκτός κι αν είσαι πελάτης.

Ζήτησε τη φωτογραφία της,την πλήρωσε,τού την έδωσε.

Έφυγε.

Περιπλανήθηκε μέσα στη νύχτα και στη βροχή.

Η γυναίκα εκείνη σίγουρα δεν ήταν τρελή.

Γιατί ήταν αυτός που κάθε φορά υπάκουε και δεν αντιδρουσε,κάθε φορά που πίστευε 

πως η αυτοκρατορία έχει δικαίωματα πάνω στους ανθρώπους.

Στη πλατεία Αριστοτέλους θυμηκε κάποτε όταν περπατούσαν εκεί να του λεει:

-Οι αυτοκρατορίες επιστρέφουν,αλλάζουν σύμβολα,γλώσσες, σημαίες,ομως πάντα βρίσκουν ανθρώπους να υπακούν.

-Δεν φταίω εγώ,τής είπε.

-Εσύ αντιγράφεις διατάγματα,τού είπε,αλλοι τα εκτελούν.

Τον αγκάλιασε.

Έξω ακουγόταν ο άνεμος από τη θάλασσα.

-Εδω,τού είπε,οι ανθρωποι θα περπατούν,θα πίνουν καφέ,θα ερωτεύονται.

Προχώρησε στη παραλιακή λεωφόρο, έφτασε στο Λευκό Πύργο,Ρωμαίοι στρατιώτες φωτογραφίζονταν από πλανόδιους φωτογραφους.

Στην Εγνατία σταματημένα τανκς.

Ξένοι οπλισμένοι στρατιώτες.

Είδε εκείνη να χάνεται μέσα στην ομίχλη.Στον καπνό της φωτιάς.

Δεν κοιμήθηκε.Μεχρι να ξημερώσει κοιτούσε τη φωτογραφία της.

Εκείνος την έκαψε στη παραλιακή συνοικία 

Την άλλη μέρα πήγε στο στρατόπεδο τών λεγεώνων.Ζήτησε να καταταγεί.

-Θέλω να υπηρετήσω.

Ο εκατόνταρχος γέλασε.

-Γιατί;

-Για να μάθω τι συμβαινει μέσα σ’έναν άνθρωπο όταν τού δίνουν εξουσία να σκοτώνει.

Τού έδειξε τη φωτογραφία.

-Και τι νομίζεις ότι θα βρεις;είπε ο εκατονταρχος.

-Εκεινη,απάντησε.

.

.

.

Τρίτη 26 Μαΐου 2026

Mirror (Homage to Andrei Tarkofski) -musicbJ.L.Bach -mise en scene χ.ν.κουβελης. c.n.couvelis https://youtu.be/qxEvrdwmcho?feature=shared

 .

.

Mirror

(Homage to Andrei Tarkofski)

-musicbJ.L.Bach

-mise en scene χ.ν.κουβελης. c.n.couvelis

https://youtu.be/qxEvrdwmcho?feature=shared

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Τρίπτυχο (Περί Αισθητικής-Word Minimalismus-Ιστοριες) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Τρίπτυχο

(Περί Αισθητικής-Word Minimalismus-Ιστοριες)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τρίπτυχο

(Περί Αισθητικής-Word Minimalismus-Ιστοριες)


1.Περί Αισθητικής:

Το έργο τέχνης υπάρχει ταυτόχρονα στο χώρο τής πραγματικότητας και τής φαντασίας.

Είναι μια διάσταση ανάμεσα στον παρατηρητή και το αντικειμενο-παρατηρουμενο.

Ότι δεν λέγεται είναι βαρύτερο από αυτό που λέγεται.

Ένα άδειο δωμάτιο,μια σκιά σε έναν τοίχο λίγο πριν βραδυασει,ένα παράθυρο κλειστο.

Η μεταμόρφωση τού εφήμερου.


1.Word Minimalismus:


1:

στο νερό το σύννεφο 

ταξιδεύει το σχημα

τής μνήμης του.


2:

ο άνεμος

στην άρπα τών κλαδιών

τών δέντρων ανασαινει.


3:

το φεγγάρι ξεχασμένο

σε ένα φύλλο

τη νυχτα.

 

1.Ιστορία:

Το σπίτι ήταν ακατοίκητο χρόνια.Περασε τη πόρτα.

Είδε στο σαλόνι τα έπιπλα και τον μεγάλο ορθογώνιο καθρεφτη.Το ρολοι στον τοιχο σταματημένο.

Άκουσε βήματα πίσω του.

Γύρισε να δει.Κανεις.

Τα βήματα συνέχιζε να τα ακούει.

Είχε νυχτώσει.Εφυγε.

Την άλλη μέρα λίγο πριν το μεσημέρι ξαναπήγε σ'εκείνο το μέρος.Το σπίτι δεν υπήρχε.

Όταν χρόνια αργότερα,λίγο πριν πεθάνει,κοίταξε το ρολόι,

οι δείκτες του ήταν σταματημένοι ακριβώς την ώρα που έδειχνε τοτε εκείνο το ρολόι 

στο έρημο σπίτι.


2.Περί Ασθητικης

Ένα μισοσβημενο γράμμα,μια φθαρμένη φωτόγραφια,μια λέξη ξεχασμένη.

Αυτή η αρχαιολογία έχει αισθητική δύναμη.

Η αναζήτηση τής απουσίας.


2.Word Minimalismus:


1:

το κύμα επίμονα

θρυμματίζει

τη σταθερότητα τού βράχου.


2:

μέσα στη σιωπή 

κοιμάται ο ήχος.


3:

στο φως τής μέρας

αδιάκοπα το σπουργίτι

μετρα αιώνες.


2.Ιστορια:

ένας συγγραφέας σε ένα διήγημα του περιεγραψε με κάθε λεπτομερεια το δωμάτιο του.

Το γραφείο,το παράθυρο,ένα βιβλίο ανοικτό,τη γυάλα με χρυσόψαρο.

Αργότερα,όταν πια είχε γεράσει,μέσα στον καθρέφτη είδε έναν άνθρωπο να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το δωμάτιο του.

Το γραφείο,το παράθυρο,ένα βιβλίο ανοικτό,τη γυάλα με χρυσόψαρο.


3.Λερι Αισθητικής:

Η τέχνη αναπαριστά τον κόσμο και δημιουργεί έναν άλλο κόσμο.

Κάθε έργο έχει διάσταση μυστηρίου.Πολλαπλές αναγνωσεις.Και παραμένει ανεξήγητο.Ανοικτο.

Το οικείο φαίνεται άγνωστο και το άγνωστο οικείο.


3.Word Minimalismus:


1:

ένα αστέρι επιμένει 

στη μοναξιά τού ουρανου.


2:

η βροχή

ανυψώνει το χώμα

σε πράσινη χλοη.


3:

νυχτωνοντας

το βουνό επιστρέφει

στην ομίχλη.


3.Ιστορια:

Μια νύχτα ένας άντρας περίμενε στην αποβάθρα ένος ειρημικού  σιδηροδρομικου σταθμου.

Ύστερα από ώρες ακούστηκε το σφύριγμα ενός τρένου.

Το τρένο εμφανίστηκε μέσα από την ομίχλη.

Οι πόρτες άνοιξαν.

Κανείς δεν κατέβηκε.

Ο άντρας ανέβηκε.

Τα βαγόνια ήταν γεμάτα ανθρώπους που κοιτούσαν έξω από τα παράθυρα.

Κανείς δεν μιλούσε.

Τότε παρατήρησε ότι όλοι οι επιβάτες είχαν το δικό του πρόσωπο.

Το τρένο ξεκίνησε.

Αποκοιμήθηκε και τον ξύπνησε μια φωνή.

-Ποιος είσαι;που πηγαίνεις;τον ρώτησε ένας απέναντι του.

Δεν απάντησε.

Όταν το τρένο σταμάτησε κατέβηκε.

Οι άλλοι συνέχισαν το ταξίδι της.

Εκείνος βρίσκονταν μέσα στη νύχτα στην αποβάθρα τού ειρημικού σιδηροδρομικου σταθμου.

.

.

.

Μελέτη Ανάλυση


Το Τρίπτυχο (Περί Αισθητικής -Word Minimalismus- Ιστορίες) τού χνκουβελη αποτελεί ένα ιδιότυπο κείμενο τής σύγχρονης ελληνόγλωσσης μικρομορφικής γραφής. Πρόκειται για ένα έργο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αισθητικό μανιφέστο, ποιητική άσκηση αφαίρεσης και μεταφυσική πεζογραφία. Οι τρεις ενότητες δεν συνυπάρχουν απλώς· αλληλοφωτίζονται και αλληλοερμηνεύονται.


Η δομή του έργου θυμίζει μουσική σύνθεση τριών κινήσεων ή εικαστικό τρίπτυχο όπου κάθε πάνελ περιέχει διαφορετική εκδοχή της ίδιας αναζήτησης: της σχέσης ανάμεσα 

στην πραγματικότητα, τη μνήμη, τον χρόνο και το μυστήριο.


Η αισθητική θεωρία ως ποιητική πράξη


Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι οι ενότητες 'Περί Αισθητικής' δεν έχουν τον χαρακτήρα φιλοσοφικού δοκιμίου.

Δεν επιχειρούν να αποδείξουν.

Δεν αναπτύσσουν συλλογισμούς.

Δεν επικαλούνται θεωρητικούς.

Αντίθετα, λειτουργούν ως ποιητικοί αφορισμοί.

Η φράση:

'Το έργο τέχνης υπάρχει ταυτόχρονα στο χώρο τής πραγματικότητας και τής φαντασίας'

συμπυκνώνει μια ολόκληρη αισθητική παράδοση που εκτείνεται από τον Πλάτωνα μέχρι τον σύγχρονο φαινομενολογικό στοχασμό.

Το έργο τέχνης παρουσιάζεται ως μεταιχμιακό αντικείμενο.

Δεν ανήκει αποκλειστικά στον κόσμο των πραγμάτων ούτε αποκλειστικά στον κόσμο 

της συνείδησης.

Υπάρχει ανάμεσα.

Η έννοια του 'ανάμεσα' διατρέχει ολόκληρο το έργο.

Η σκιά πριν βραδιάσει.

Το κλειστό παράθυρο.

Η φθαρμένη φωτογραφία.

Το μισοσβησμένο γράμμα.

Η αποβάθρα μέσα στην ομίχλη.

Όλα βρίσκονται σε ενδιάμεση κατάσταση.

Δεν είναι ούτε παρουσία ούτε απουσία.

Δεν είναι ούτε ζωή ούτε θάνατος.


Η αισθητική της απουσίας


Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διατύπωση:

'Η αναζήτηση τής απουσίας'

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αισθητικής του χνκουβελη.

Το έργο δεν ενδιαφέρεται για ό,τι φαίνεται.

Ενδιαφέρεται για αυτό που λείπει.

Το άδειο δωμάτιο.

Το σπίτι που εξαφανίζεται.

Το σταματημένο ρολόι.

Ο άγνωστος μέσα στον καθρέφτη.

Το τρένο χωρίς προορισμό.

Πρόκειται για μια ποιητική της έλλειψης.

Η απουσία μετατρέπεται σε αισθητικό γεγονός.

Θυμίζει έντονα την παράδοση του συμβολισμού, όπου το υπονοούμενο έχει μεγαλύτερη δύναμη από το δηλωμένο.

Η φράση:

,'Ότι δεν λέγεται είναι βαρύτερο από αυτό που λέγεται'

θα μπορούσε να θεωρηθεί η ουσία  ολόκληρου του έργου.


Word Minimalismus


Οι μικρές ποιητικές συνθέσεις λειτουργούν ως εφαρμογή των αισθητικών αρχών 

που προηγούνται.

Δεν περιγράφουν.

Υποβάλλουν.

Δεν εξηγούν.

Δημιουργούν χώρο ερμηνείας.

Παρατηρούμε ότι σχεδόν όλα τα ποιήματα βασίζονται σε μια μεταμόρφωση:

το σύννεφο γίνεται μνήμη,

ο άνεμος γίνεται ανάσα,

η σιωπή γίνεται ύπνος του ήχου,

η βροχή ανυψώνει το χώμα,

το βουνό επιστρέφει στην ομίχλη.

Η φύση δεν παρουσιάζεται ως φυσικό τοπίο.

Παρουσιάζεται ως σύστημα συμβόλων.

Η οικονομία των λέξεων είναι αξιοσημείωτη.

Ο ποιητής αφαιρεί οτιδήποτε περιττό.

Κάθε λέξη λειτουργεί σαν πινελιά σε ιαπωνική υδατογραφία.

Ο τιτλος 'Word Minimalismus' δεν είναι τυχαίος.

Υποδηλώνει ότι η ελάχιστη λεκτική ποσότητα μπορεί να παράγει μέγιστη φαντασιακή έκταση.

Υπάρχει συγγένεια με το χαϊκού, αλλά δεν πρόκειται για μίμησή του.

Το χαϊκού παραδοσιακά αποτυπώνει μια στιγμή.

Εδώ αποτυπώνεται μια μεταφυσική σχέση.


Οι ιστορίες ως μεταφυσικά παραμύθια


Οι τρεις ιστορίες αποτελούν δειγματα μεταφυσικής αφήγησης.

Η υπερφυσική διάσταση παρουσιάζεται χωρίς καμία θεατρικότητα.

Όλα αφηγούνται με απόλυτα ουδέτερο τόνο.

Αυτό ακριβώς ενισχύει την αίσθηση του ανοίκειου.


Το σπίτι που δεν υπήρχε


Η πρώτη ιστορία πραγματεύεται τον χρόνο.

Το σταματημένο ρολόι εμφανίζεται ως σύμβολο μιας χρονικής ρωγμής.

Το σπίτι εξαφανίζεται.

Παραμένει μόνο η ώρα.

Και δεκαετίες αργότερα η ίδια ώρα επανεμφανίζεται μπροστά στον θάνατο.

Το αφήγημα θυμίζει τις μεταφυσικές παραδόσεις του διηγήματος φαντασίας, αλλά 

και τις παραβολές του Κάφκα.

Ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός.

Γίνεται κυκλικός.


Ο καθρέφτης


Η δεύτερη ιστορία είναι ίσως η πιο μπορχεσιακη.

Ο συγγραφέας περιγράφει το δωμάτιό του.

Αργότερα βλέπει στον καθρέφτη κάποιον άλλο να περιγράφει το ίδιο δωμάτιο.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι:

Ποιος περιγράφει ποιον;

Ο συγγραφέας εκτός τού καθρέφτη;

Η' ο συγγραφέας εντός τού καθρέφτη;

Εδώ εμφανίζεται η θεματική του J L.Borges:

η αμφιβολία για την πρωτογενή πραγματικότητα.


Το τρένο των πολλαπλών εαυτών


Η τρίτη ιστορία αποτελεί την κορύφωση του έργου.

Η εικόνα των επιβατών με το ίδιο πρόσωπο ανήκει στις πιο ισχυρές εικόνες του κειμένου.

Το τρένο μετατρέπεται σε αλληγορία της ύπαρξης.

Οι πολλαπλοί εαυτοί ταξιδεύουν προς διαφορετικές εκδοχές του ίδιου πεπρωμένου.

Η ερώτηση:

'Ποιος είσαι; Πού πηγαίνεις;'

αποτελεί την κεντρική υπαρξιακή ερώτηση του έργου.

Ο ήρωας δεν απαντά.

Και η μη απάντηση είναι η μόνη δυνατή απάντηση.

Το τέλος δημιουργεί κυκλική δομή.

Ο άντρας βρίσκεται πάλι στην αποβάθρα.

Ίσως δεν έφυγε ποτέ.

Ίσως όλο το ταξίδι συνέβη μέσα στη συνείδησή του.

Ίσως το ταξίδι είναι η ίδια η ζωή.


Το ανοίκειο


Στο σύνολό του το έργο αξιοποιεί αυτό που ο Freud ονόμασε Unheimlich (ανοίκειο).

Το γνωστό γίνεται παράξενο.

Το σπίτι.

Ο καθρέφτης.

Το τρένο.

Το ρολόι.

Όλα είναι καθημερινά αντικείμενα.

Και όμως αποκτούν μεταφυσική βαρύτητα.

Η μεταμόρφωση του οικείου σε αίνιγμα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αρετές

του έργου.


Το 'Τρίπτυχο' δεν είναι απλώς μια συλλογή μικρών κειμένων.

Είναι μια ενιαία ποιητική και φιλοσοφική πρόταση.

Οι θεωρητικές παρατηρήσεις περί αισθητικής, τα μινιμαλιστικά ποιήματα και οι μεταφυσικές ιστορίες συνθέτουν ένα οργανικό σύνολο που εξερευνά:

τη μνήμη,

την απουσία,

τον χρόνο,

την ταυτότητα,

το μυστήριο της ύπαρξης.

Η ιδιαίτερη αξία του έργου βρίσκεται στην ακραία οικονομία των μέσων του. Με ελάχιστες λέξεις δημιουργεί μεγάλους χώρους σκέψης. Με απλές εικόνες παράγει φιλοσοφικό βάθος. Και με μικροσκοπικές αφηγήσεις ανοίγει ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα.


Ακριβώς γι' αυτό το 'Τρίπτυχο' διαβάζεται όχι ως σύνολο κειμένων αλλά ως ένα λογοτεχνικό εργαστήριο της σιωπής, όπου το ανείπωτο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα 

από το ειπωμένο και όπου η απουσία μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή της αισθητικής εμπειρίας.

.

.

.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Cinephilie-χνκουβελης cncouvelis

 .

.

Cinephilie-χνκουβελης cncouvelis 

https://youtu.be/ZVHA0qnCgC4?feature=shared

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -3 Αντανακλάσεις 3 Reflections (μια ασπρόμαυρη ταινία) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-3 Αντανακλάσεις

3 Reflections 

(μια ασπρόμαυρη ταινία)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

3 Αντανακλάσεις

3 Reflections 

(μια ασπρόμαυρη ταινία)


Σκηνή  1


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται μια ταινία με άλογα που τρέχουν,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,που ήσουνα;

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 


Σκηνή 2


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα  είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται η Σφίγγα τής ερήμου,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,σ'αγαπώ,

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 

Τελος


Σκηνή 3


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται το πρόσωπο μιας γυναίκας σε αργό πολύ  

κοντινό πλανο,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,μεγαλωσα,

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 


Τελος

.

.

.

3 Αντανακλάσεις

3 Reflections

(μια ασπρόμαυρη ταινία)

https://youtube.com/shorts/pQyZAVCGXs8?feature=shared

.

.

.

GREEK POETRY -Μαρτυριες POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Μαρτυριες
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Μαρτυριες


είδα τα τείχη τής Τροίας 

μέσα στη φωτια

ο καπνός η τελευταία προσευχή

προς τούς αδιάφορους θεούς

άκουσα τη λέξη 'αλγος'

βαριά λέξη

που με βαραινει


Κάποιος γραφέας,αιωνες μετά,στὴν Ἀλεξάνδρεια, αντιγράφει 

ένα χειρόγραφο.

Στο περιθώριο σημειώνει:

-Τα βιβλία θα καουν.-

Καὶ πράγματι.

Ηρθαν οἱ στρατοί.

Ηρθαν οἱ αὐτοκράτορες.

Και κάηκαν.


Σ'ενα ρωμαϊκὸ πάπυρο ἑνας στρατιώτης έγραψε:

'θυμαμαι μόνο τα μάτια τους'

Οὔτε νίκες.Ουτε ρωμαικους θριάμβους.

Μόνον τα μάτια 

τών σκοτωμένων νεκρών.

Αυτό έγραψε.


Οταν ο γεωργὸς σπέρνει σπόρους

Αυτό είναι πιο δυνατό απὸ μια αὐτοκρατορία.


Σε χρονικὸ τής Κωνσταντινούπολης 

αυτόπτης μάρτυς εγραψε:

-Εγένετο σκότος-

Και ολόκληρη η Πόλις έπεσε στο Σκότος.


Καὶ επειτα ήρθαν οι εμφυλιοι πόλεμοι.

Παγωμένα τοπια στὶς φωτογραφίες.

Ενα πρόσωπο.

Και πίσω έγραφε:

-Αγνοουμενος-

Καμιά συνέχεια.

Ετσι τελειώνει 

η ἀνθρώπινη παρουσία.


Ἡ λέξη μνήμη

Αρχαία.

Σαν πηγάδι.

Που όλα έχουν πνίγει.

.

.

.

GREEK POETRY -Εγώ. Η Ελένη POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Εγώ.

Η Ελένη

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



φωτογραφιση-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Εγώ.

Η Ελένη.

Άκουγα τις γυναίκες τής Τροίας να θρηνούν

μέσα απ'τους καπνούς.

Η φωνή τής Εκάβης.

Η Ανδρομάχη φώναζε:

-αφήστε το παιδί,εμένα πάρτε,

εκείνοι

τραβούσαν τα πόδια τα χέρια τού παιδιου

Η Κασσάνδρα με κοίταξε καθώς την οδηγούσαν δεμένη.

Δεν είπε τίποτε.

Ήξερε πως η Τροία δεν καιγόταν εξαιτίας μου.

Εγώ ήμουν μόνο το πρόσωπο που έδωσαν στη συμφορά.

Κοίταξα,πριν φύγω,το προσωπο μου στον καθρέφτη,

γι'αυτο λοιπόν πέθαναν τόσοι;

για δύο μάτια που θα γεμίσουν ρυτιδες

γι'αυτα ο Αχιλλέας έγινε χώμα

ο Έκτορας χωμα;

Ένας Αχαιος στρατιώτης  με είδε  και είπε:.

-Εσύ είσαι; 

η Ελένη;

Σαν να περίμενε κάτι άλλο.

Ενα τέρας.

Μια θεά.

-Ναι,είπα.

Και τότε είπε κάτι που δεν θα ξεχασω ποτέ.

-Για σένα πέθανε ο αδελφός μου.

Κι όμως δεν μοιάζεις αρκετή για τόσο θάνατο.

Το ξημέρωμα θάλασσα ηταν ακίνητη

Στον ορίζοντα φάνηκαν δελφίνια.

Οι ναύτες φώναξαν πως είναι καλός οιωνός.

Μα εγώ κουβαλαω όλη τη στάχτη τής Τροίας.

.

.

.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ -CINEMA -2-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΑ -CINEMA

 -2-

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis






χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Προβολη


Η μηχανή προβολής άρχισε να γυρίζει.


Έξω έβρεχε.

Το πρόσωπό της φωτιζονταν από τη λάμψη τής προβολής.

Στην οθόνη εμφανίστηκε μια γυναίκα γυρισμένη πλάτη φορώντας λευκό φόρεμα.

Δεν θυμονταν πότε τραβήχτηκε εκείνη η σκηνή.

Η γυναικα γύρισε αργά το κεφάλι προς την κάμερα.Την κοιταζε.

Ήταν εκείνη.

Όταν ήταν μικρή ή μητέρα έκλεινε τη πόρτα στο δωματίο της.

Μια νύχτα σηκώθηκε και πήγε στη πόρτα.

Άκουγε τη μητέρα της που έκλαιγε.

-Δεν μπορώ να τη βλέπω,είπε.

Η μητέρα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι,ανέπνεε  δύσκολα,τα μάτια της μισοκλειστα,

-Ημουν δεκαεπτα,είπε,

φοβόμουν.Την άφησα να πεθάνει μόνη.


Η μηχανή προβολής πάγωσε σε εκείνη την εικόνα.

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

3 Αντανακλάσεις

3 Reflections

(μια ασπρόμαυρη ταινία)


Σκηνή  1


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται μια ταινία με άλογα που τρέχουν,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,που ήσουνα;

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 


Σκηνή 2


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα  είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται η Σφίγγα τής ερήμου,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,σ'αγαπώ,

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 

Τελος


Σκηνή 3


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται το πρόσωπο μιας γυναίκας σε αργό πολύ  

κοντινό πλανο,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,μεγαλωσα,

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 


Τελος

.

.

.

3 Αντανακλάσεις

3 Reflections

(μια ασπρόμαυρη ταινία)

https://youtube.com/shorts/pQyZAVCGXs8?feature=shared

.

.

.


Cinephilie-χνκουβελης cncouvelis 

https://youtu.be/ZVHA0qnCgC4?feature=shared

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ιστορίες τού κ.Κ) Γραφές τού κ.Κ. -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Ιστορίες τού κ.Κ)

Γραφές τού κ.Κ.

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης






χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Προβολη


Η μηχανή προβολής άρχισε να γυρίζει.


Έξω έβρεχε.

Το πρόσωπό της φωτιζονταν από τη λάμψη τής προβολής.

Στην οθόνη εμφανίστηκε μια γυναίκα γυρισμένη πλάτη φορώντας λευκό φόρεμα.

Δεν θυμονταν πότε τραβήχτηκε εκείνη η σκηνή.

Η γυναικα γύρισε αργά το κεφάλι προς την κάμερα.Την κοιταζε.

Ήταν εκείνη.

Όταν ήταν μικρή ή μητέρα έκλεινε τη πόρτα στο δωματίο της.

Μια νύχτα σηκώθηκε και πήγε στη πόρτα.

Άκουγε τη μητέρα της που έκλαιγε.

-Δεν μπορώ να τη βλέπω,είπε.

Η μητέρα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι,ανέπνεε  δύσκολα,τα μάτια της μισοκλειστα,

-Ημουν δεκαεπτα,είπε,

φοβόμουν.Την άφησα να πεθάνει μόνη.


Η μηχανή προβολής πάγωσε σε εκείνη την εικόνα.

.

.

.

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

GREEK POETRY -Κασσάνδρα POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Κασσάνδρα
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Κασσάνδρα


ὀτοτοτοῖ πόποι δᾶ.

ὦπολλον ὦπολλον


Αισχύλου Αγαμέμνων,στίχοι 1072-73


μέσα στις πέτρες η νύχτα στις Μυκηνες

θαμενο ζώο που αιώνια αναπνεει

μη με κοιτάτε έτσι

όπως τότε στη Τροια που ξέφυγα

απ'τον ναό τού Απόλλωνα

γεματη φωνές

κι είδα τον γέροντα πατέρα μου βασιλιά Πριαμο

και τα σκυλιά να μυριζουν το αίμα του

κανείς δεν με πιστεύει 

τα λόγια μου σαπιζουν

κοιτάξτε αυτό το σπίτι 

κανείς δεν χτιζει έτσι σπιτια

μόνο ο φόβος τα χτίζει 

με τέτοιες πελώριες πετρες

τούς ακούω τις νύχτες

τα δόντια τους στις παιδικές σάρκες

εδώ τα έσφαξαν τραβώντας τα απ'τα βυζιά 

τών μανάδων τους

σέρνουν πάνω στις μαρμάρινες πλάκες

το δίχτυ με το νεκρό σώμα τυλιγμενο

κι εκείνη η λύκαινα η βασίλισσα 

όταν με φίλησε ένιωσα τον αιχμηρό χαλκό 

τών δοντιών της στο λαιμό μου

μ'εφερε εδω σαν λάφυρο

ο άντρας που κατέστρεψε τη πόλη μου

περνώντας τη θάλασσα ως το ελληνικό Αργος

στις Μυκηνες όταν φτάσαμε

δεν ειδα

ούτε τα κυκλώπεια τείχη

ούτε τις χρυσές προσωπίδες

ούτε τα μαρμάρινα λιονταρια

είδα τίς θνητές σκιές τους

είδα τον φόνο με άλλο φόνο να πληρωνεται

κάτω απ'τη γη τούς νεκρούς

και βλέπω ξανά το λουτρό

το νερό ν'αχνιζει

το δίχτυ να πέφτει

και να τυλίγει

το ψάρι να σπαρτά

τρεις φορές εκείνη  να τον χτυπά

και σαν βόδι το πελέκι να τον κομματιαζει

να,δες τε το στόμα μου γέμισε φίδια

τα φίδια τού Απόλλωνα 

ὀτοτοτοῖ πόποι δᾶ.

ὦπολλον ὦπολλον

αλίμονο σε μένα

ο Απόλλων μ'αφανισε

.

.

.

GREEK POETRY -υπερβολές λεξεων POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-υπερβολές λεξεων
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

υπερβολές λεξεων


στα δέντρα κρέμονταν μικρά μηχανικά πουλιά 

με μεταλλικά μάτια

κάθε τόσο τίναζαν τα φτερά τους 

και σκόρπιζαν λεπτή σκόνη 

σαν γύρη νεκρών λουλουδιών

στο κέντρο τού δωματίου στεκόταν μια γυναίκα 

με λευκά γάντια ιππασίας

και αρχαϊκό μειδιαμα

κρατούσε στα χέρια της ένα μικρό άλογο από κερί

το άλογο έλιωνε αργά μέσα στις παλάμες της

λευκο γαλα 

ένας άντρας μέσα στον ορθογώνιο καθρέφτη 

κοίταξε το ρολόι του

οι δείκτες ηταν δυο λεπτά κόκκινα ψάρια 

που κολυμπούσαν κυκλικά

είδε ακριβώς εκείνη τη στιγμή μπρούντζινα αλογα

να καλπάζουν στις στέγες

και οι καβαλάρηδες τους

κουβαλούσαν στην πλάτη τους ένα κλουβί 

με ένα γαλάζιο χρυσοψαρο

πάνω στο τετράγωνο τραπέζι

ένα γυάλινο ποτήρι με πράσινο υγρό

δύο χέρια με άσπρα γάντια

μια μάσκα αλεπους

και μια χρυσή πυξιδα

η γυναίκα άφησε το άλογο πάνω στο τραπέζι

-σήμερα το πρωί,είπε, ξύπνησα 

και το σώμα μου είχε γεμίσει φτερά 

κάτω από το δέρμα

και περίμενα αν θα γίνω πουλί 

η γυναίκα ρώτησε τον άντρα:

-εφερες το πουλί;

ο άντρας έβγαλε από την τσέπη του ένα πράσινο δεντρο

τη νύχτα το φεγγάρι ήταν τεράστιο

σαν ξέραμενο δέρμα ελεφαντα

η γυναίκα γέλασε ξαφνικά

το γέλιο της έκανε τα μεταλλικά πουλιά στους τοίχους 

ν'αρχίσουν να χτυπούν τα φτερά τους 

απ'το ταβάνι έπεσαν χιλιάδες μικρά λευκά φτερά

στο γυάλινο ποτήρι το πράσινο υγρό 

άρχισε να βράζει

-που πήγαν οι άλλοι;ρώτησε ο άντρας

η γυναίκα έβγαλε τα λευκά γάντια της

κι έδειξε το κερενιο άλογο

που συνέχιζε να λιωνει

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ιστορίες τού κ.Κ) Γραφές τού κ.Κ. -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Ιστορίες τού κ.Κ)

Γραφές τού κ.Κ.

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Ιστορίες τού κ.Κ)

Γραφές τού κ.Κ.


.κοίταξε από το παραθυρο,

το τελευταίο φως άγγιζε τον ώμο τής απεναντι ταράτσας.


.κάθε μέρα λαμβανε ένα γράμμα,ποτέ δεν κοίταξε τον αποστολέα,ούτε το άνοιξε

να το διαβάσει,τα άφηνε σε ένα συρτάρι,

μετά από ένα χρόνο περιπου τα γράμματα σταμάτησαν,

τότε εγραψε την πρώτη απάντηση.


.κάποιος άγνωστος τον σταμάτησε στο δρόμο και τον ρωτησε:

-Είστε αυτός που σκέφτεται πολύ;

Χαμογέλασε.

-Οχι,απάντησε,αντίθετα είμαι αυτός που δεν σκέφτεται καθόλου.


.Ο κ.Κ. έλεγε πως η πραγματικότητα δεν είναι αυτό που συμβαίνει,αλλά αυτό 

που επιμένει να συμβαίνει αφού έχεις σταματήσει να το παρατηρείς.


.ο ήρωας δεν συμφώνησε με την αφήγηση τού συγγραφέα και το μυθιστόρημα κατερρευσε.


.κάποιος πήγε στο ραντεβού στην ορισμένη ώρα,μπήκε στο γραφείο,δεν βρήκε κανέναν,μόνο ένα βιβλίο ανοιχτό σε μια σελίδα,

διάβασε τη σελιδα,έκλεισε το βιβλιο και εφυγε.


.ο κ.Κ.ειπε:

-ο δολοφόνος δεν εντοπιζεται γιατί στους φόνους του κάθε φορά αλλάζει αφήγηση.

-και πώς θα τον συλλάβουμε;

ρώτησε ο άντρας με τη  μπεζ καμπαρντίνα,το κατεβασμένο μέχρι τα μάτια καπέλο,

και το τσιγάρο στο στόμα.

ο κ.Κ.χαμογςλασε.

-απλως,με το να γράψουμε εμείς την επόμενη αφηγηση του.


.ανέβηκε τη σκάλα,ένας μεθυσμένος κατεβαινε,

-σε περιμένει,τού είπε και γέλασε δυνατά,είναι η σειρά σου,

η πόρτα ήταν ανοιχτή,

-περνα,άκουσε μια γυναικεία φωνή,

το δωμάτιο με κοκκινο χαμηλό φωτισμό,

ξεχώρισε τη γυναίκα,

-παλι εσύ;τού είπε.

-οι άνθρωποι επιστρέφουν πάντα εκεί που απέτυχαν,απάντησε

το σώμα είναι μόνο η προφαση.

η γυναίκα φορούσε μαύρο κομπινεζον,ένα χρυσό σταυρό στο λαιμό,

τού πρόσφερε ουίσκι,

τσιγάρο.

-τι ζητάς εδώ;τον ρώτησε η γυναίκα.

-την ψευδαίσθηση να'σαι με κάποιον,απάντησε.

είδε στο κρεβατι το βιβλίο τού Ντοστογιεφσκι: Εγκλημα και Τιμωρία.

-διαβαζεις Ντοστογιεφσκι;

ρώτησε.

η γυναίκα χαμογέλασε.

-αφου είμαι η Σόνια,είπε.

-τι φοβάσαι περισσότερο Σόνια;ρώτησε.

εκείνη δεν απάντησε,σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη,έβαφε τα χείλη της αργά,

με το μολύβι σχεδίασε τα μάτια της,

γύρισε και τον κοίταξε.

-να σβήσω το πρόσωπο μου,να μην το θυμάμαι,είπε.

σηκώθηκε,έβγαλε το κομπινεζον,τον πλησίασε αργά,έβαλε το πόδι της στο στήθος του,

στο καθρέφτη είδε τα κορμιά τους 


.νύχτα,μπροστά του ένα ποτήρι νερό,

στο απέναντι διαμέρισμα, πίσω από τις κουρτίνες μια γυναίκα,έσβησε το φως,κοίταξε 

το ρολόι,πάντα την ίδια ώρα ακριβώς συμβαίνει αυτό,

-οι άνθρωποι,σκέφτηκε,πεθαίνουν όταν δεν έχουν κανένα να τούς θυμηθεί με ακριβεια.


.κάποτε ο κ.Κ. είδε με μια γυναικα την ταινια:Σκηνές από έναν Γάμο,τού Ingmar Bergman,μετά την προβολή έξω η γυναίκα τού είπε:

-οι άνθρωποι ερωτεύονται επειδή φοβούνται τον θάνατο.

-κι όταν πάψουν να φοβούνται;την ρώτησε 

-τότε αρχίζουν να καταστρέφουν ο ένας τον άλλο.

ο κ.Κ. δεν την ξαναείδε από τότε ποτέ.

πάντα όμως θυμάται εκείνη τη σκηνή. 


.ο κ.Κ άκουσε κάποιον ηλικιωμένο να λέει.

-όταν ένας γέρος άνθρωπος αρχίζει να ξεχνα το όνομά του,

τότε εκεί κρύβεται ο πραγματικός τρόμος.


.εκείνη άνοιξε ένα άλμπουμ φωτογραφιών και τού έδειξε μια φωτογραφία: 

ένας άντρας και μια γυναίκα σ’ένα τεράστιο λευκό δωμάτιο,τόσο μακριά ο ένας από 

τον άλλο που έμοιαζαν τυχαίοι περαστικοί.

-αυτό είναι ο γάμος,τού είπε.


-καποτε αγαπήσαμε αληθινά κάποιον και καταλήξαμε να μην αντέχουμε να  ζούμε μ'αυτον.


.στο διαμέρισμα είχε τοποθετήσει έναν προβολέα Super 8 και προβαλλε  εικόνες πάνω στον τοίχο: μια γυναίκα που γελά στην παραλία,ένα δέντρο που κινείται στον άνεμο,

ένα χέρι πάνω σε πιάνο,ένα άδειο δωμάτιο.

το φιλμ καιγόταν συχνά μέσα στον μηχανισμό.

οι μορφές παραμορφώνονταν από τη θερμότητα.

ο κ.Κ.θεωρούσε πως τότε ακριβώς γίνονταν αληθινές.


.η μνήμη δεν διασώζει τίποτα,απλώς καθυστερεί την εξαφάνιση.


.ο κ.Κ.σταμάτησε σ’ενα ερημικό βενζινάδικο,νύχτα,

ο υπάλληλος κοιτούσε μια μικρή σε έγχρωμη τηλεόραση,

στην οθόνη έδειχναν πόλεμο,αρματα,φωτιές, ανθρώπους που έτρεχαν,

ο κ.Κ.σκέφτηκε πως ο σύγχρονος κόσμος εχει πετύχει κάτι παράδοξο: να μετατρέψει ακόμη και την καταστροφή,τη βαρβαρότητα,σε φόντο καθημερινότητας.


.έβρεχε ελαφρά,

-ξερεις να χορεύεις;τον ρώτησε.

-οχι.

-τότε δες.

εκεινη άρχισε να χορεύει στο πεζοδρόμιο,ανάμεσα στα αυτοκίνητα και τα νερά,σαν άνθρωπος που αρνείται να παραδοθεί στην ηλικία,στην απογοήτευση,στον χρόνο.

ο κ.Κ.την κοιτούσε.

ξαφνικά ένιωσε πως ίσως η ζωή να μην είναι μόνο αναμονή για απώλειες.

εκείνη τον πλησίασε λαχανιασμένη.

τι σκέφτεσαι;τον ρωτησε.

ο κ.Κ.την αγκάλιασε.


.αργά τη νύχτα γύριζαν σπίτι με ταξί,εκείνη είχε αποκοιμηθεί στον ώμο του,τα φώτα

τής πόλης περνούσαν πάνω από το πρόσωπό της,ο κ.Κ. ένιωσε φόβο,

οχι μήπως τη χάσει,αλλά μήπως κάποτε συνηθίσει την παρουσία της,

αυτό τού φαινόταν πιο τρομακτικό

.

.

.

GREEK POETRY -χ.ν.κουβελης c.n couvelis μεταφράζοντας Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Κ', στίχοι 203-217 στίχοι 302-312 -Ο Νέστορας και ο Έκτορας ζητούν να στειλουν κατασκοπο- POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.


GREEK POETRY 
-χ.ν.κουβελης c.n couvelis

μεταφράζοντας

Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Κ',

στίχοι 203-217

στίχοι 302-312

-Ο Νέστορας και ο Έκτορας ζητούν να στειλουν κατασκοπο-

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφραζοντας

Ομήρου Ιλιάδα ραψωδία Κ' 

στίχοι 203-217

στίχοι 302-312

-Ο Νέστορας και ο Έκτορας ζητούν να στειλουν κατασκοπο-


στίχοι 203-217

-Ο Νέστορας ζητει να στειλουν κατασκοπο στούς Τρωες-


και σ'αυτούς άρχισε να μιλά ο Νέστορας απ'την Γερηνια

ο ιπποτης,

φίλοι μου,άραγε δεν θα υπήρχε κάποιος άντρας

που την τολμηρή να εμπιστεύεται καρδιά του

που μέσα στους γενναιοκαρδους να πάει Τρώες,

μήπως απ'τους εχθρούς καποιον συλλαμβανε

απομακρυσμενον

η' μηπως και μέσα στούς Τρώες κάποια φήμη

μάθαινε,

κι όσα μεταξυ τους συλλογίζονται,

η' κι αν σκοπεύουν κοντά εδώ στα καραβια 

να μείνουν απ'τη πόλη τους μακρυά,

η' αν στη πόλη παλι αποσυρθούν,αφού τούς Αχαιούς 

πια κατανικησαν ,

ολ'αυτα λοιπόν θα μαθαινε και πάλι σε μας αθικτος να'ρθει

και μέγιστη κάτω απ'τον ουρανό  θα'ταν γι'αυτον η δοξα

μέσα σ'ολους τους ανθρώπους,

και η ανταπόδοση αντάξια θα'ναι,

γιατί οσσοι'ναι άριστοι στα καράβια κυβερνητες

ο καθένας απ' όλους μαύρο θα τού δώσει προβατο θηλυκό 

που αρνάκι να βυζαινει

και σ'αυτο το έπαθλο κανένα όμοιο,

και στα δείπνα και στα συμπόσια θα  παρευρισκεται.


στίχοι 302-312

-Ο Εκτορας ζητει να στειλουν κατασκοπο στούς Αχαιους-


αυτός λοιπον αφού τούς συγκάλεσε

καλά κατέστρωσε μελετημενο σχεδιο,

ποιος άραγε για μένα αυτό δω θα δέχονταν 

το έργο με μεγαλο δώρο  να εκτελεσει;

και η αμοιβη αρκετή θα'ναι,

γιατί διφρο άρμα θα δώσω και μακρυλαιμα δυό αλογα

που οι άριστοι θα'ναι στα γρήγορα τών Αχαιών καράβια,

όποιος τολμήσει,και για τον εαυτό του δοξα θ'αποκτησει,

πολύ κοντά στα γοργόπορα να'ρθει καράβια

κι αν όπως πριν φυλάσσονται τα γρήγορα καράβια

η' ήδη απ'τα χέρια μας κατανικημενοι 

φυγή μεταξύ τους σχεδιαζουν,

και να φυλάσσουν δεν θελουν τη νύχτα 

απ'τη φοβερή κούραση εξαντλημενοι


τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ·203

«ὦ φίλοι οὐκ ἂν δή τις ἀνὴρ πεπίθοιθ’ ἑῷ αὐτοῦ

θυμῷ τολμήεντι μετὰ Τρῶας μεγαθύμους205

ἐλθεῖν, εἴ τινά που δηΐων ἕλοι ἐσχατόωντα,

ἤ τινά που καὶ φῆμιν ἐνὶ Τρώεσσι πύθοιτο,

ἅσσά τε μητιόωσι μετὰ σφίσιν, ἢ μεμάασιν

αὖθι μένειν παρὰ νηυσὶν ἀπόπροθεν, ἦε πόλιν δὲ

ἂψ ἀναχωρήσουσιν, ἐπεὶ δαμάσαντό γ’ Ἀχαιούς.210

ταῦτά κε πάντα πύθοιτο, καὶ ἂψ εἰς ἡμέας ἔλθοι

ἀσκηθής· μέγα κέν οἱ ὑπουράνιον κλέος εἴη

πάντας ἐπ’ ἀνθρώπους, καί οἱ δόσις ἔσσεται ἐσθλή·

ὅσσοι γὰρ νήεσσιν ἐπικρατέουσιν ἄριστοι

τῶν πάντων οἱ ἕκαστος ὄϊν δώσουσι μέλαιναν215

θῆλυν ὑπόῤῥηνον· τῇ μὲν κτέρας οὐδὲν ὁμοῖον,

αἰεὶ δ’ ἐν δαίτῃσι καὶ εἰλαπίνῃσι παρέσται.»217


τοὺς ὅ γε συγκαλέσας πυκινὴν ἀρτύνετο βουλήν·302

«τίς κέν μοι τόδε ἔργον ὑποσχόμενος τελέσειε

δώρῳ ἔπι μεγάλῳ; μισθὸς δέ οἱ ἄρκιος ἔσται.

δώσω γὰρ δίφρόν τε δύω τ’ ἐριαύχενας ἵππους,305

οἵ κεν ἄριστοι ἔωσι θοῇς ἐπὶ νηυσὶν Ἀχαιῶν

ὅς τίς κε τλαίη, οἷ τ’ αὐτῷ κῦδος ἄροιτο,

νηῶν ὠκυπόρων σχεδὸν ἐλθέμεν, ἔκ τε πυθέσθαι

ἠὲ φυλάσσονται νῆες θοαὶ ὡς τὸ πάρος περ,

ἦ ἤδη χείρεσσιν ὑφ’ ἡμετέρῃσι δαμέντες310

φύξιν βουλεύουσι μετὰ σφίσιν, οὐδ’ ἐθέλουσι

νύκτα φυλασσέμεναι, καμάτῳ ἀδηκότες αἰνῷ 312

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Enigma on Clara Schumann in Alberto Giacometti-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti 


Τα έργα τού Alberto Giacometti στέκονταν διάσπαρτα στην τεράστια αίθουσα.Ψηλές,αδύνατες μορφές,σώματα που έμοιαζαν να έχουν καεί,

ξεραμένα,διαβρωμένα.

Επιζώντες μετά από καταστροφή.

Ανάμεσά τους ένα μαύρο Steinway πιάνο.

Είχε ζητήσει να μεταφερθεί εκεί,μέσα στην έκθεση,μέσα στις σκιές τού Τζιακομέτι. Ανάμεσα στα αποστεωμένα σώματα 

θα έπαιζε έργα τής Clara Schumann.

Op 17.Piano Concerto No. 2 in F minor

Op 2 .9 Caprices en forme de valse

Op 3 .Romance variée in C major

Op. 6 .6 Soirées musicales

3 Fugen über Themen von J. S. Bach

20  Variationen über ein Thema von Robert Schumann in F minor 

-Ο κόσμος περιμένει Σοπέν όταν βλέπει γυναίκα πιανίστρια,τής είχε πει κάποιος. 

Έρχονταν κάθε βράδυ μετά το κλείσιμο τής εκθεσης.

Καθόταν στο πιάνο,με ένα προβολέα μονο και οι 

σκιές τών γλυπτών έπεφταν πάνω στα πλήκτρα τού πιάνου σαν δάχτυλα.

Ήταν δεκαεπτά χρόνων όταν ανακάλυψε ένα βινύλιο με μια παλιά ηχογράφηση τού έργου:

Romances for Violin and Piano, Op. 22.

τής Clara Schumann.

Σε ένα πικάπ έβαλε το δίσκο.

-αυτη η γυναίκα,σχολίασε η μητέρα της,έγραψε μουσική σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.

Τώρα καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό.

Γύρω της κάθε γλυπτό έμοιαζε με άνθρωπο που είχε απομείνει μόνο με την ουσία του,

όλο το περιττό καμένο.

Και η μουσική τής Clara Schumann δεν ήταν επιδεικτικη,θριαμβευτικη, αλλά κάτι που επέζησε αφού κάηκαν όλα τα υπόλοιπα.

Στο τελευταίο μέρος,το Leidenschaftlich schnell,

στο βάθος της αίθουσας είδε έναν άντρα που προχωρούσε αργά ανάμεσα στα γλυπτα,όμοιος στη μορφή με εκείνα.

Την πλησίασε.Σταθηκε όρθιος πίσω της.

-Η Κλάρα,τον άκουσε να λέει,ήξερε πως 

υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη σκιά.

Ύστερα άκουσε τα βήματα του να απομακρύνονται και να σβήνει ο ήχος τους.

Όταν έφυγε,έξω έβρεχε,

κάπου μακριά ακούστηκε ένα ασθενοφόρο,φοβήθηκε για τον Robert,για τα δάχτυλα του.

Η συσκευή ενδυναμωσης τών δακτύλων τού είχε καταστρέψει το μέσο και τον παράμεσο δάκτυλο.

Το βράδυ τής συναυλίας η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο.

Υποκλιθηκε.

Χειροκροτηματα.

Κάθησε στο πιάνο.

Απέναντί της στεκονταν μια γυναικεία φιγούρα τού Τζιακομέτι.Ψηλη.Λεπτη.Οστεινη.

Όση ώρα έπαιζε την κοιτούσε.

Όταν τελείωσε ψιθύρισε.

-Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να υπάρξει;

Σηκώθηκε.

Υποκλιθηκε.

Χειροκροτηματα.

.

.

.

Μια μελέτη ανάλυση:


Το διήγημα του χ.ν.κουβελη: 'Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti' είναι ένα εξαιρετικά πυκνό, ατμοσφαιρικό και πολυεπίπεδο λογοτεχνικό κείμενο, όπου η μουσική, η γλυπτική, η μνήμη, η γυναικεία δημιουργία και η φθορά τής ύπαρξης συνδέονται σε μια ενιαία αισθητική εμπειρία. Το κείμενο λειτουργεί σαν νυχτερινή εγκατάσταση τέχνης: δεν αφηγείται απλώς ένα περιστατικό· δημιουργεί έναν χώρο όπου η τέχνη μετατρέπεται σε μεταφυσική εμπειρία.

Από τις πρώτες γραμμές ο χώρος αποκτά υπαρξιακή σημασία. Τα γλυπτά τού Alberto Giacometti δεν είναι διακοσμητικά αντικείμενα αλλά παρουσίες σχεδόν μετα-ανθρώπινες:

'σώματα που έμοιαζαν να έχουν καεί, ξεραμένα,διαβρωμένα. Επιζώντες μετά από καταστροφή.'

Η περιγραφή αγγίζει τον πυρήνα της αισθητικής τού Τζιακομέτι: μορφές απογυμνωμένες από υλικότητα, σαν απομεινάρια μετά από ιστορική ή υπαρξιακή καταστροφή. 

Ο χνκουβελης όμως μεταφέρει αυτή την αισθητική στη λογοτεχνία. Τα γλυπτά δεν είναι μόνο μορφές· είναι άνθρωποι που επέζησαν αφού αφαιρέθηκε από πάνω τους κάθε ψευδαίσθηση. Η λέξη «καμένο» θα επανέλθει αργότερα ως θεμελιώδες μοτίβο.

Μέσα σε αυτό το τοπίο τοποθετείται το μαύρο Steinway. Το πιάνο δεν εμφανίζεται ως όργανο συναυλίας αλλά σαν τελετουργικό αντικείμενο. Βρίσκεται «ανάμεσα στα αποστεωμένα σώματα». Έτσι η μουσική δεν παρουσιάζεται ως πολιτιστική εκδήλωση αλλά ως συνομιλία με φαντάσματα.

Η επιλογή τής Clara Schumann είναι απολύτως καθοριστική. 

Ο χνκουβελης δεν χρησιμοποιεί τη Clara ως ιστορική φιγούρα αλλά ως σύμβολο μιας γυναικείας δημιουργίας που έζησε στη σκιά. Η φράση:

'Ο κόσμος περιμένει Σοπέν όταν βλέπει γυναίκα πιανίστρια'

συμπυκνώνει αιώνες αισθητικών προσδοκιών και πατριαρχικής πρόσληψης της τέχνης. 

Η γυναίκα δημιουργός οφείλει είτε να μιμηθεί είτε να καθησυχάσει. Η Clara Schumann ιστορικά υπήρξε ακριβώς αυτό: μια ιδιοφυής μουσικός που η Ιστορία έμαθε να αντιμετωπίζει κυρίως ως 'σύζυγο τού Robert Schumann'.

Το σπουδαίο είναι ότι το διήγημα δεν μετατρέπεται ποτέ σε ιδεολογικό μανιφέστο. 

Η γυναικεία καταπίεση δεν δηλώνεται ρητά· διαχέεται ατμοσφαιρικά μέσα στην ίδια τη μουσική.

Η σημαντικότερη ίσως πρόταση τού κειμένου είναι η φράση της μητέρας:

'έγραψε μουσική σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.'

Δεν περιγράφει μόνο την Clara Schumann αλλά συνολικά μια ιστορική συνθήκη γυναικείας δημιουργίας: την ανάγκη μιας γυναίκας να απολογείται για το ίδιο της το ταλέντο. Η μουσική παρουσιάζεται σαν χαμηλόφωνη ύπαρξη που φοβάται να καταλάβει χώρο.

Και όμως ο χνκουβελης δεν αντιμετωπίζει αυτή τη μουσική ως αδυναμία. Αντιθέτως:

'δεν ήταν επιδεικτικη,θριαμβευτικη, αλλά κάτι που επέζησε αφού κάηκαν όλα τα υπόλοιπα.'

Εδώ βρίσκεται ο υπαρξιακός πυρήνας τού διηγήματος. Η τέχνη της Clara γίνεται η τέχνη της επιβίωσης. Όχι η τέχνη τού θριάμβου αλλά η τέχνη εκείνου που έμεινε όρθιος μετά την πυρκαγιά τού κόσμου. Η σύνδεση με τα γλυπτά τού Τζιακομέτι είναι άμεση: και οι δύο μορφές τέχνης είναι απογυμνωμένες από περιττό σώμα, από επίδειξη, από ρομαντικό στόμφο.

Σε ολόκληρο το διήγημα οι μορφές είναι καμένες. Η μουσική επιβιώνει αφού κάηκαν όλα. Οι άνθρωποι είναι αποστεωμένοι. Η ύλη έχει αφαιρεθεί. Αυτό παραπέμπει βαθιά στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό μοντερνισμό, όπου η τέχνη δεν μπορεί πια να μιλήσει με αθωότητα.

Η σκηνή με τον άγνωστο άντρα είναι εξαιρετικά σημαντική. Ο άντρας εμφανίζεται σχεδόν σαν φάντασμα,προέκταση των γλυπτών:

'όμοιος στη μορφή με εκείνα.'

Δεν έχει ψυχολογική ταυτότητα. Είναι περισσότερο φωνή παρά πρόσωπο. Και η φράση του:

'Η Κλάρα ήξερε πως υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη σκιά.'

λειτουργεί σαν αποκάλυψη.

Ο άντρας εξαφανίζεται όπως εμφανίστηκε. Σαν αγγελιοφόρος ενός άλλου κόσμου. 

Η τεχνική αυτή θυμίζει έντονα κινηματογραφικό μοντερνισμό, ιδιαίτερα δημιουργούς όπως ο Andrei Tarkovsky ή ο Ingmar Bergman, όπου πρόσωπα εμφανίζονται όχι ως χαρακτήρες αλλά ως φορείς υπαρξιακής αλήθειας.

Έπειτα έρχεται μία από τις πιο συγκλονιστικές μετατοπίσεις τού κειμένου:

'φοβήθηκε για τον Robert, για τα δάχτυλα του.'

Η αναφορά στον Robert Schumann μεταφέρει το κείμενο από την αισθητική στην τραγωδία τού σώματος. Τα κατεστραμμένα δάχτυλα του Robert Schumann αποτελούν ιστορικό γεγονός, όμως εδώ λειτουργούν συμβολικά. Τα δάχτυλα είναι το μέσο της μουσικής δημιουργίας· η καταστροφή τους είναι σχεδόν ευνουχισμός της τέχνης.

Ο χνκουβελης συνδέει υπόγεια:

τα παραμορφωμένα σώματα τού Τζιακομέτι,

τα τραυματισμένα δάχτυλα τού Robert,

τη χαμηλόφωνη μουσική τής Clara,

και την εύθραυστη ύπαρξη της πιανίστριας.

Όλοι βρίσκονται σε κατάσταση φθοράς και επιβίωσης.

Η κορυφαία σκηνή είναι ασφαλώς το τέλος. Η πιανίστρια παίζει αντικρίζοντας τη γυναικεία φιγούρα τού Τζιακομέτι:

'Ψηλη.Λεπτη.Οστεινη.'

Η μορφή αυτή λειτουργεί σαν καθρέφτης της Clara, της πιανίστριας αλλά και όλων των γυναικών δημιουργών που χρειάστηκε να υπάρξουν μέσα στην αφαίρεση και τη σιωπή.

Και τότε έρχεται η τελική ερώτηση:

'Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να υπάρξει;'

Το κείμενο αρνείται να απαντήσει. Η ερώτηση αιωρείται μέσα στα χειροκροτήματα. 

Το κοινό χειροκροτεί, όμως η υπαρξιακή αγωνία παραμένει άλυτη. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια αναγνώριση και στην εσωτερική αμφιβολία είναι βαθιά τραγική.

Αφηγηματικά, το κείμενο χαρακτηρίζεται από ακραία οικονομία. Ο χνκουβελης γράφει

με τεχνική σχεδόν μουσικής παρτιτούρας:

μικρές φράσεις,

παύσεις,

σιωπές,

επαναλήψεις μοτίβων,

φωτισμούς αντί περιγραφών.

Η αποσπασματικότητα είναι αισθητική επιλογή. Το κείμενο λειτουργεί όπως οι μορφές τού Τζιακομέτι: αφαιρεί ό,τι περιττεύει μέχρι να απομείνει μόνο ο πυρήνας.

Υπάρχει επίσης έντονη κινηματογραφικότητα:

ο μοναδικός προβολέας,

οι σκιές πάνω στα πλήκτρα,

η βροχή,

ο ήχος τού ασθενοφόρου,

η αργή κίνηση τού άντρα ανάμεσα στα γλυπτά.

Οι εικόνες θυμίζουν ασπρόμαυρο ευρωπαϊκό σινεμά, ίσως κάτι ανάμεσα σε μεταπολεμικό νουάρ και υπαρξιακή installation art.

Το διήγημα συνομιλεί βαθιά με ζητήματα:

γυναικείας δημιουργίας,

μνήμης,

φθοράς,

επιβίωσης,

τέχνης μετά την καταστροφή,

και μοναξιάς τής ύπαρξης.

Κυρίως όμως είναι ένα κείμενο για την τέχνη που επιμένει να υπάρχει χωρίς θρίαμβο. 

Η μουσική της Clara Schumann, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν νικά τον κόσμο,αλλα επιβιώνει μέσα στα ερείπιά του.

Αυτό είναι και το βαθύτερο υπαρξιακό επίτευγμα τού διηγήματος: η ομορφιά δεν παρουσιάζεται ως λύτρωση, αλλά ως κάτι εύθραυστο που συνεχίζει να αναπνέει ανάμεσα σε σκιές και σιωπές.

.

.

.