I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η μαρτυρια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η μαρτυρια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η μαρτυρια


Νύχτα,ακόμα δεν είχε ξημερώσει.

Εσπασαν την πόρτα,τρεις άντρες ογκώδεις με πολιτικά,

Τους περίμενε,ήταν ντυμένος,μέρες τούς περίμενε..

-ελα,ακολουθησε μας,ακούστηκε η φωνή προστακτική.

Αυτός την άκουσε στομφωδη,γελοία.

Στα έγγραφα τής σύλληψης τον κατέγραψαν με άλλο όνομα,χωρίς φωτογραφία.

Και οι συνεχείς ανακρίσεις,οι βασανισμοί.

-ξερασε,ποιοι είναι οι άλλοι;

Σιωπή.

-ρε,δεν είσαι ήρωας,προδότης είσαι.

Σιωπή.

Το σταθερό του βλέμμα τούς εξόργιζε.

-παρτε τον,ούρλιαξαν,τυφλωστε τον.

Σαράντα μέρες μετά,τον μετέφεραν στο νοσοκομείο,ένα τσακισμένο σώμα.

Φοβήθηκαν μην πεθάνει στα χέρια τους.

Καταχωρηθηκε ψεύτικα ως:απόπειρα αυτοκτονίας.Ορμησε στο παράθυρο το 

έσπασε και έπεσε στον ακάλυπτο χώρο από τον τρίτο όροφο.

Το πρόσωπό του ήταν πρησμένο.παραμορφωμενο,δυσκολα ανεπνεε.

Η γυναίκα του μετά τη σύλληψη τον έψαχνε παντου.

Κατάφερε να τον εντοπίσει.

Ενας άγνωστος άντρας.

Όταν μπήκε στο δωμάτιο,πάγωσε.Δεν τον αναγνώρισε.

Κάθησε δίπλα του.Ωρες.

Κοιτούσε το πρόσωπο του.

Κάποια στιγμή εκείνος άνοιξε τα μάτια.Ειδε τα μάτια του.

-εσυ είσαι,είπε,

-μην κλαις,ισα που άκουστηκε η φωνή του,


Άκουγε τούς γιατρούς:

-μιλησε;

-οχι

-κινειται;

-ελαχιστα;

-θυμαται;

-δεν ξέρουμε;

-κυριως μας ενδιαφέρει να μην θυμάται

-τι τού έκαναν;

-ο,τι χρειάστηκε για να μη μιλήσει ποτέ.

-και γιατί τον κρατάμε ζωντανό;


Πέρασαν χρόνια και το καθεστώς έπεσε.

Έγιναν δικες.

Δεν πήγε ποτέ να καταθέσει οτιδήποτε.

Έμεινε ακίνητος,παράλυτος.

Αυτή η παρουσία ήταν πιο βαριά από κάθε μαρτυρία.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -μεταφράζοντας Jorge Luis Borges Historia de los dos que sonaron (Historia universal de la infamia) (Del Libro de las 1001 Noches,noche 351) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-μεταφράζοντας

Jorge Luis Borges 

Historia de los dos que sonaron

(Historia universal de la infamia)

(Del Libro de las 1001 Noches,noche 351)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



J.L.Borges-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας


Jorge Luis Borges 

Historia de los dos que sonaron

(Historia universal de la infamia)

(Del Libro de las 1001 Noches,noche 351)


Διηγούνται άνθρωποι αξιόπιστοι ότι υπήρξε στο Κάιρο ένας άνθρωπος που  στη κατοχή του είχε  μεγάλο πλούτο,αλλά τόσο μεγαλοψυχος και γενναιόδωρος που όλα τα έχασε εκτός από το σπιτι τού πατέρα του και ότι εξαναγκάστηκε να δουλεύει για να κερδίσει το ψωμί του.

Δούλεψε τόσο πολύ που ο ύπνος τον κατεβαλε μια νύχτα κάτω από μια συκιά στον κήπο του και είδε στ'ονειρο έναν άνθρωπο 

μουσκεμενο που απ'το στόμα του έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα και τού είπε:

-Η τύχη σου είναι στη Περια,στο Ισφαχάν,πήγαινε να την 

ψάξεις.

Το επόμενο ξημέρωμα ξύπνησε και ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι και αντιμετώπισε τούς κινδύνους τής ερήμου,τών καραβιών, τών πειρατών,τών ποταμών,τών θηριων και τών ανθρωπων.

Έφτασε επιτέλους στο Ισφαχάν,αλλά μέσα στον περιτειχισμενο χώρο αυτής τής πόλης τον έπιασε η νύχτα και ξάπλωσε να κοιμηθεί στην αυλή ενός τζαμιού.

Υπήρχε,δίπλα στο τζάμι,ένα σπίτι και με εντολή τού Μεγαλοδυναμου Αλλάχ,μια συμμορία ληστών διέσχισε το τζαμί και χώθηκε στο σπίτι,

και οι άνθρωποι που κοιμόντουσαν ξύπνησαν από τη φασαρία τών ληστών και ζήτησαν βοήθεια.

Επίσης οι γείτονες φώναξαν,μέχρι που ο επικεφαλής τής νυχτερινής φρουράς εκείνης τής περιοχής κατέφθασε με τούς άντρες του και οι κακοποιοι διέφυγαν  από τη στέγη.

Ο επικεφαλής διέταξε να ψαξουν το τζαμι και σ'αυτο βρήκαν τον άνθρωπο από το Κάιρο και τού έδωσαν τόσα χτυπήματα με ραβδιά από μπαμπού που έφτασε κοντά στο θάνατο.

Μετα απο δυο μέρες ανέκτησε τις αισθήσεις του στη φυλακή.Ο επικεφαλής προσταξε να τού τον φέρουν και τού ειπε:

-Ποιος είσαι και ποια είναι η πατρίδα σου;

Ο άλλος δήλωσε:

-Απο τη φημισμένη πόλη τού Καίρου είμαι και τ' όνομα μου είναι Μοχάμεντ Ελ Μαγκρεμπι.

Ο επικεφαλής τον ρώτησε:

-Τι σ'έφερε στη Περσία;

Ο άλλος προτίμησε την αλήθεια και σ'αυτον είπε:

-Ενας άνθρωπος με διέταξε σ'ενα ονειρο να έρθω στο Ισφαχάν,γιατί εκεί ήταν η τύχη μου.

Και τώρα είμαι στο Ισφαχάν και βλέπω ότι αυτή η τύχη που υποσχέθηκε πρέπει να'ναι τα χτυπήματα που τόσο γενναιόδωρα μού'δωσες.

Με τα τέτοια λόγια,ο επικεφαλής γέλασε μέχρι 

που φάνηκαν και τα πιο πίσω δόντια του και κατέληξε να τού πει:

-Ανθρωπε απ'το πεπρωμενο σημαδεμένε και ευκολοπιστε,τρεις φορές έχω ονειρευτεί ένα σπίτι στη πόλη τού Καίρου,που στο βάθος του έχει ένα κήπο,και μέσα στο κήπο ένα ηλιακό ρολόι και μετά απ'το ηλιακό ρολόι μια συκιά και πέρα απ'τη συκιά μια πηγή και κάτω απ'τη πηγή ένα θησαυρο.

Δεν έδωσα την παραμικρή πιστή σ'αυτο το απατηλό.

Εσύ όμως, παρολαυτα,πλάσμα ενός μουλαριού με ένα δαιμόνιο,έχεις περιπλανηθεί από πόλη σε πόλη,με μοναδική πιστή στ'όνειρο σου.

Να μην σε ξαναδώ στο Ισφαχάν.

Πάρε αυτά τα νομίσματα και φύγε.

Ο άνθρωπος τα πήρε και γύρισε πίσω στη πατρίδα του.Κατω απ'τη πηγή τού κήπου του(που ήταν αυτή στο ονειρου τού επικεφαλής)ξέθαψε τον θησαυρό.

Έτσι ο Αλλάχ τον ευλογησε και τον ανταμειψε και τον εξύψωσε.

Ο Θεός είναι ο Γενναιοδωρος,ο Αποκρυφος.

 


Cuentan hombres dignos de fe que hubo en El Cairo un hombre poseedor de riquezas, pero tan magnánimo y liberal que todas las perdió menos la casa de su padre, y que se vio forzado a trabajar para ganarse el pan .Trabajó tanto que el sueño lo rindió una noche debajo de una higuera de su jardín y vio en el sueño un hombre empapado que sacó de la boca una moneda de oro y le dijo: "Tu fortuna está en Persia, en Isfaján; vete a buscarla". A la madrugada siguiente se despertó y emprendió el largo viaje y afrontó los peligros del desierto, de las naves, de los piratas, de los idólatras, de los ríos, de las fieras y de los hombres. Llegó al fin a Isfaján, pero en el recinto de esa ciudad lo sorprendió la noche y se tendió a dormir en el patio de una mezquita. Había, junto a la mezquita, una casa y por decreto de Alá Todopoderoso, una pandilla de ladrones atravesó la mezquita y se metió en la casa, y las personas que dormían se despertaron con el estruendo de los ladrones y pidieron socorro. Los vecinos también gritaron, hasta que el capitán de los serenos de aquel distrito acudió con sus hombres y los bandoleros huyeron por la azotea.

El capitán hizo registrar la mezquita y en ella dieron con el hombre de El Cairo y le menudearon tales azotes con varas de bambú que estuvo cerca de la muerte. A los dos días recobró el sentido en la cárcel. El capitán lo mandó buscar y le dijo: "¿Quién eres y cuál es tu patria?" El otro declaró: "Soy de la ciudad famosa de El Cairo y mi nombre es Mohamed El Magrebí". El Capitán le preguntó: "¿Qué te trajo a Persia?" El otro optó por la verdad y le dijo: "Un hombre me ordenó en un sueño que viniera a Isfaján, porque ahí estaba mi fortuna. Ya estoy en Isfaján y veo que esa fortuna que prometió deben ser los azotes que tan generosamente me diste".

Ante semejantes palabras, el capitán se rió hasta descubrir las muelas del juicio y acabó por decirle: "Hombre destinado y crédulo, tres veces he soñado con una casa en la ciudad de El Cairo, en cuyo fondo hay un jardín, y en el jardín un reloj de sol y después del reloj de sol una higuera y luego de la higuera una fuente, y bajo la fuente un tesoro. No he dado el menor crédito a esa mentira. Tú, sin embargo, engendro de mula con un demonio, has ido errando de ciudad en ciudad, bajo la sola fe de tu sueño. Que no te vuelva a ver en Isfaján. Toma estas monedas y vete."

El hombre las tomó y regresó a su patria. Debajo de la fuente de su jardín (que era la del sueño del capitán) desenterró el tesoro. Así Alá le dio bendición y lo recompensó y exaltó. Dios es el Generoso, el Oculto.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ιστορίες τού Φανταστικου) Η γυναίκα στον καθρέφτη -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Ιστορίες τού Φανταστικου)

Η γυναίκα στον καθρέφτη

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Ιστορίες τού Φανταστικου)

Η γυναίκα στον καθρέφτη


(Ελληνικά, Spanish, English, Francais, German, Italiano, Portuguese)


Διηγούνται άνθρωποι αξιόπιστοι ότι στη Δαμασκό υπήρξε ένας άντρας χωρίς καμία περιουσία,παρά μόνο μια παράξενη πίστη στα όνειρά του ειχε.

Κοιμόταν στις αυλές τών τζαμιών και στις ταράτσες εγκαταλελειμμένων σπιτιών και κάθε νύχτα εβλελε μια γυναίκα στο όνειρο.

Στο όνειρο,η γυναίκα δεν μιλούσε,μόνο τον κοιτούσε.

Μια νύχτα εκείνη τού είπε:

-Ψάξε με στην πόλη με τούς καθρέφτες.

Όταν ξύπνησε, ο άντρας ξεκίνησε το μακρυνό ταξίδι.

Διέσχισε απέραντες ερήμους,πέρασε ποτάμια αδιάβατα,τεράστια δάση σκοτεινα,πόλεις τυφλών ανθρώπων.

Τελικά έφτασε σε μια πόλη.Εκεί βρήκε ένα παλάτι γεμάτο καθρέφτες.

Σε έναν από αυτούς είδε τη γυναίκα.

Και πίσω από το είδωλο της υπήρχε ένας άλλος άντρας,που κοιμόνταν και ονειρευόταν την ίδια γυναίκα σε έναν άλλον καθρέφτη μέσα και πίσω της ένας άλλος άντρας που κοιμόνταν και την ονειρεύονταν,...

Ο άντρας τότε κατάλαβε πως η γυναίκα ήταν το όνειρο όλων τών αντρών και πως κανείς δεν θα την κατείχε ποτέ μοναδικά δική του.

Γύρισε πισω στη Δαμασκό.

Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε και δεν είδε στο ονειρο τη γυναίκα.

Ούτε και τις επόμενες νύχτες την ξαναείδε.

.

.


(Historias de lo Fantástico)

La mujer en el espejo


Cuentan personas fiables que en Damasco vivió un hombre sin ninguna propiedad, salvo una extraña fe en sus sueños.

Dormía en los patios de las mezquitas y en las azoteas de casas abandonadas, y cada noche veía a una mujer en sueños.

En el sueño, la mujer no hablaba, solo lo miraba.

Una noche ella le dijo:

—Búscame en la ciudad de los espejos.

Cuando despertó, el hombre emprendió el largo viaje.

Atravesó desiertos inmensos, cruzó ríos intransitables, bosques oscuros y ciudades de hombres ciegos.

Finalmente llegó a una ciudad. Allí encontró un palacio lleno de espejos.

En uno de ellos vio a la mujer.

Y detrás de su imagen había otro hombre, que dormía y soñaba con la misma mujer en otro espejo, y detrás de él otro hombre que dormía y la soñaba…

Entonces el hombre comprendió que la mujer era el sueño de todos los hombres y que nadie la poseería nunca como suya únicamente.

Regresó a Damasco.

Aquella noche durmió y no vio a la mujer en sueños.

Ni en las noches siguientes la volvió a ver.

.

.


(Stories of the Fantastic)

The Woman in the Mirror


Reliable people tell that in Damascus there once lived a man with no possessions, only a strange faith in his dreams.

He slept in mosque courtyards and on the rooftops of abandoned houses, and every night he saw a woman in his dreams.

In the dream, the woman did not speak, only looked at him.

One night she said to him:

—Look for me in the city of mirrors.

When he awoke, the man set out on a long journey.

He crossed vast deserts, impassable rivers, dark forests, and cities of blind men.

Finally he reached a city. There he found a palace full of mirrors.

In one of them he saw the woman.

And behind her reflection there was another man, who slept and dreamed of the same woman in another mirror, and behind him another man who slept and dreamed of her…

Then the man understood that the woman was the dream of all men and that no one would ever possess her as uniquely his own.

He returned to Damascus.

That night he slept and did not see the woman in his dream.

Nor did he see her in the nights that followed.

.

.


(Histoires du Fantastique)

La femme dans le miroir


Des personnes fiables racontent qu’à Damas vivait un homme sans aucune fortune, seulement doté d’une étrange foi en ses rêves.

Il dormait dans les cours des mosquées et sur les toits des maisons abandonnées, et chaque nuit il voyait une femme en rêve.

Dans le rêve, la femme ne parlait pas, elle le regardait seulement.

Une nuit, elle lui dit :

—Cherche-moi dans la ville des miroirs.

Lorsqu’il se réveilla, l’homme entreprit un long voyage.

Il traversa d’immenses déserts, des rivières infranchissables, de sombres forêts et des villes d’hommes aveugles.

Finalement, il arriva dans une ville. Là, il trouva un palais rempli de miroirs.

Dans l’un d’eux, il vit la femme.

Et derrière son image se trouvait un autre homme, qui dormait et rêvait de la même femme dans un autre miroir, et derrière lui encore un autre homme qui dormait et la rêvait…

Alors l’homme comprit que la femme était le rêve de tous les hommes et que personne ne pourrait jamais la posséder comme sienne uniquement.

Il retourna à Damas.

Cette nuit-là, il dormit et ne vit pas la femme en rêve.

Et dans les nuits suivantes, il ne la revit plus.

.

.


(Geschichten des Fantastischen)

Die Frau im Spiegel


Zuverlässige Menschen berichten, dass in Damaskus einst ein Mann lebte, der keinerlei Besitz hatte, nur einen seltsamen Glauben an seine Träume.

Er schlief in den Höfen der Moscheen und auf den Dächern verlassener Häuser, und jede Nacht sah er eine Frau in seinen Träumen.

Im Traum sprach die Frau nicht, sie sah ihn nur an.

Eines Nachts sagte sie zu ihm:

—Suche mich in der Stadt der Spiegel.

Als er erwachte, begann der Mann eine lange Reise.

Er durchquerte gewaltige Wüsten, unüberquerbare Flüsse, dunkle Wälder und Städte blinder Menschen.

Schließlich erreichte er eine Stadt. Dort fand er einen Palast voller Spiegel.

In einem davon sah er die Frau.

Und hinter ihrem Spiegelbild war ein anderer Mann, der schlief und von derselben Frau in einem anderen Spiegel träumte, und hinter ihm ein weiterer Mann, der schlief und sie träumte…

Da verstand der Mann, dass die Frau der Traum aller Männer war und dass niemand sie jemals ausschließlich besitzen würde.

Er kehrte nach Damaskus zurück.

In jener Nacht schlief er und sah die Frau nicht im Traum.

Auch in den folgenden Nächten sah er sie nicht mehr.

.

.


(Storie del Fantastico)

La donna nello specchio


Persone affidabili raccontano che a Damasco visse un uomo senza alcuna proprietà, solo con una strana fede nei suoi sogni.

Dormiva nei cortili delle moschee e sui tetti delle case abbandonate, e ogni notte vedeva una donna nei sogni.

Nel sogno, la donna non parlava, lo guardava soltanto.

Una notte gli disse:

—Cercami nella città degli specchi.

Quando si svegliò, l’uomo intraprese un lungo viaggio.

Attraversò deserti immensi, fiumi impraticabili, foreste oscure e città di uomini ciechi.

Infine giunse a una città. Lì trovò un palazzo pieno di specchi.

In uno di essi vide la donna.

E dietro la sua immagine c’era un altro uomo, che dormiva e sognava la stessa donna in un altro specchio, e dietro di lui un altro uomo che dormiva e la sognava…

Allora l’uomo capì che la donna era il sogno di tutti gli uomini e che nessuno l’avrebbe mai posseduta come propria in modo esclusivo.

Tornò a Damasco.

Quella notte dormì e non vide la donna in sogno.

E nemmeno nelle notti successive la rivide.

.

.


(Histórias do Fantástico)

A mulher no espelho


Pessoas confiáveis contam que em Damasco viveu um homem sem qualquer propriedade, apenas com uma estranha fé nos seus sonhos.

Dormia nos pátios das mesquitas e nos telhados de casas abandonadas, e todas as noites via uma mulher em sonhos.

No sonho, a mulher não falava, apenas o olhava.

Uma noite ela lhe disse:

—Procura-me na cidade dos espelhos.

Quando acordou, o homem iniciou uma longa viagem.

Atravessou desertos imensos, rios intransponíveis, florestas escuras e cidades de homens cegos.

Finalmente chegou a uma cidade. Ali encontrou um palácio cheio de espelhos.

Num deles viu a mulher.

E atrás da sua imagem havia outro homem, que dormia e sonhava com a mesma mulher noutro espelho, e atrás dele outro homem que dormia e a sonhava…

Então o homem compreendeu que a mulher era o sonho de todos os homens e que ninguém a possuiria jamais como sua de forma exclusiva.

Regressou a Damasco.

Nessa noite dormiu e não viu a mulher em sonho.

Nem nas noites seguintes a voltou a ver.

.

.

.

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Το Κεφαλαιο Das Kapital,Karl Marx -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Το Κεφαλαιο
Das Kapital,Karl Marx

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Karl Marx-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Το Κεφαλαιο

Das Kapital, Karl Marx 


Στο London τα μαύρα δέντρα τών καμινάδων,

η πανώλη τού καπνού αιωρείται πάνω από τις εργατικές συνοικίες,

ο θόρυβος τών μηχανών ειναι ο βρυχηθμός τού τέρατος παραγωγής.

Ο Καρλ Μαρξ εχει τα στοιχεία:αριθμοί για μισθούς,ώρες εργασίας, θανάτους από εξάντληση,

για τη ζωή ως αφηρημένη μονάδα.

Ο καπιταλισμός δεν ειναι απλά ένα οικονομικό σύστημα,

αλλα μια μηχανή μετατροπής τού ζωντανού σε αφηρημένη αξία.

Το βράδυ, περιπλανιεται  στα σκοτεινά σοκακια τού Soho.Η υγρασία κολλά στα ρούχα του.

Εργάτες βγαίνουν από τα έγκατα τών εργοστασίων, πρόσωπα χλωμα,μάτια κουρασμένα,σώματα μηχανικά.

Γνωρίζει πως η θεωρία του αν δεν στηριχθεί στην εμπειρια δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά μια αφηρημένη κατασκευή.

Μια γυναίκα μεθυσμένη τον σκουντα 

-sorry,my boss,λεει και γελάει δυνατα.

Την άλλη μέρα λαμβάνει μια  επιστολή από τον Friedrich Engels.

Γράφει πως και στο  Manchester οι ίδιες συνθήκες επικρατούν,ίσως ακόμη πιο σκληρές.Το ίδιο σύστημα allworld.

Πώς γίνεται ένα αντικείμενο να έχει αξία; Δεν είναι η χρησιμότητά του μόνο,αλλά κάτι αλλο,που προκύπτει από την κοινωνική σχέση.

Αν η αξία προκύπτει από την εργασία,τότε γιατί ο εργάτης παραμένει φτωχός; 

Αργότερα τη νύχτα 

γράφει για την υπεραξία  ως κάτι που αφαιρείται,

που δεν  επιστρέφεται στον εργάτη.Η εργασία παράγει περισσότερο από ό,τι πληρώνεται.Αυτή η διαφορά,αυτή η 

'σκιώδης ποσότητα', 

είναι η καρδιά τού συστήματος.

Ο βήχας τον.ταλαιπωρει,η υγεία του είναι ασχημη.

Παρολαυτα επιμένει:

να αποκαλύψει το νόμο με το οποίο λειτουργούν τα φαινόμενα.

Τον απασχολούν οι οικονομικές κρίσεις.

Τα εργοστάσια παράγουν περισσότερα από όσα μπορούν να καταναλωθούν.οι αποθήκες γεμίζουν προϊόντα,οι τιμές πέφτουν,οι εργάτες απολύονται.

Το σύστημα φαίνεται να αποσυντονιζεται παρα την επιτυχία του.

Επομένως,αντιλαμβάνεται,ο καπιταλισμός δεν είναι σταθερός,είναι εγγενώς ασταθης.Οι κρίσεις του δεν είναι εξαιρεση αλλά σύμπτωμα τής λειτουργίας του.

Ξημερώνει γράφοντας.

Το Κεφάλαιο αρχίζει να αποκτά συνοχή. 

Το έργο που θα γίνει το: Das Kapital,δεν είναι απλώς ανάλυση.Είναι μια προσπάθεια να συλληφθεί ο τρόπος με τον οποίο μια ολόκληρη κοινωνία οργανώνεται γύρω από την αόρατη κυκλοφορία τηςτ αξίας και πώς αυτή η κυκλοφορία διαμορφώνει τις ζωές, τις επιθυμίες,ακόμη και την ίδια την αντίληψη τής πραγματικότητας.

Στο τέλος έχει συλλάβει κάτι ουσιαστικό:την κατανόηση ότι οι νόμοι τού καπιταλισμού δεν είναι φυσικοί νόμοι,αλλά ιστορικοί και άρα, ενδεχομένως νομοτελειακα, μεταβλητοί.

Έξω το London συνεχίζει βυθισμένο μέσα στο πυκνό και σκοτεινο  δάσος τών καμιναδων του.

Πάνω του αιωρειται 

Das Kapital τού Karl Marx.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Σκηνες -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Σκηνες

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Σκηνες


ενα παιδί στέκεται μπροστά σε μια πόρτα, ακούει μέσα φωνές,μια γυναίκα γελάει,ένας άντρας μιλάει χαμηλά.

Όταν ανοίγει τη πόρτα,δεν υπάρχει μέσα κανείς.


Σε ένα νοσοκομείο,μια γυναίκα καλείται να αναγνωρίσει έναν νεκρό.

Τον κοιτάζει προσεκτικά.

-Δεν είναι αυτός,λέει.

Όταν φεύγει,καταρρέει στο διάδρομο.

Ήταν αυτός.

Δεν άντεχε να τον αφήσει να γίνει παρελθόν.


Μια γυναίκα λέει ψέματα σε ένα παιδί:

-Η μητέρα σου θα γυρίσει.

Ξέρει ότι δεν θα γυρίσει.

Το παιδί χαμογελάει για πρώτη φορά μετά από μέρες.

Η γυναίκα φεύγει και κλαίει στο ασανσέρ.


ενα παιδί κοιτάζει απέναντι σε άλλο διαμέρισμα.

Βλέπει έναν ηλικιωμένο αντρα να κάθεται ακίνητος για ώρες στο παράθυρο.

Το παιδί ρωτάει τη μητέρα του αν ο άνθρωπος είναι ζωντανός.

Η μητέρα απαντά χωρίς να κοιτάξει: 

-Ναι, φυσικά.

Το επόμενο πρωί,το παράθυρο είναι κλειστό.


ενας άντρας βρίσκει έναν τραυματισμένο  αδέσποτο σκυλι και το παίρνει σπίτι.

Η γυναίκα του αντιδρά,δεν το θέλει.

Το πρωί βρισκει το σκυλι πεθαμένο.

Η γυναίκα το παιρνει αγκαλιά και το χαϊδεύει.


μια γυναίκα καλεί εναν αριθμό  που είχε χρόνια να πάρει.

Στην άλλη άκρη,ένας άντρας απαντά.

-Ξέρω ότι είσαι εσύ,λέει εκείνη.

Σιωπή.

Στο βάθος ακούγεται μια γυναικεία φωνή

Η γυναίκα κλείνει.


ενα παιδί παίζει με ένα μικρό αυτοκίνητο στο πάτωμα.

Το σπρώχνει μέχρι να χτυπήσει στον τοίχο.

Ο πατέρας του το κοίτα χωρίς να μιλά.

Το παιδί συνέχεια παίζει το ίδιο.

Δεν εξηγεί γιατί.


στο διαμέρισμα απέναντι, μια γυναίκα κοιτάζει επίμονα προς το μέρος του.

Από εκείνη τη μέρα κάθε βράδυ κρυμμένος μέσα στο σκοταδι τού δωματίου του την παρακολουθεί με τα κυάλια.


μια μητέρα γεμίζει ξανα και ξανά ένα ποτήρι νερό για το παιδί της,που επιμένει ότι διψά.

Το παιδί όμως δεν πίνει ποτέ.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Επαφη -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η Επαφη

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Επαφη


Απόγευμα,η θάλασσα λίγο πιο πέρα,μια ρυθμικη αναπνοή.

Και τότε την είδε,σε κάποια απόσταση.

Του φάνηκε παράξενο το βάδισμα της,σαν να διστάζει να κάνει το επόμενο βήμα.

Καθησε σε μια πέτρα,σε μια κάπως πλάγια σταση.

Το βλέμμα του πάνω της.

Σκέφτηκε πως το φόρεμα της ήταν  ελαφρύ για μια τέτοια εποχή,που ακόμα δεν είχε ζεστανει.

Η σκέψη τον τρόμαξε.

Ένα παιδί πέρασε τρέχοντας ανάμεσά τους κυνηγώντας μια μπάλα.

Τώρα εκείνη είχε αλλάξει ελαφρά στάση,το αριστερό της πόδι είχε τεντωθεί,το φόρεμα της τραβηχτηκε,έβλεπε τον γυμνό μηρό της.

Ξαφνικά η άγνωστη γυναίκα έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος του.

Ήταν σίγουρος,προς αυτόν.

Είχε αρχίσει να νυχτώνει.

Αυτό θα τον έκανε κατά κάποιο τρόπο αόρατο.

Όταν τελείωσε,η γυναίκα σηκώθηκε και απομακρύνθηκε μέσα στη νύχτα.

Αυτό ήταν το τέλος τής σιωπηρης επαφής τους.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Φωτογραφίες -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Φωτογραφίες

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



η Rolleiflex μου


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Φωτογραφίες


ένας άντρας μόνος μεσα σε μια απέραντη έρημο,


σε κάθε έρημο ο Οιδίπους  και η Σφίγγα της


έναν άλλο άντρα από απόσταση 7 μέτρων τον πυροβολουσαν


το τέλος τού Che Guevara καρε-καρε


μπροστά από έναν κίτρινο τοίχο μια  έγκυος γυναίκα


η Sien τού van Gogh θα διαρκέσει μία αιωνιοτητα


κανείς δεν κοιτάζει την κάμερα,όλοι την αποφευγουν,


παρόμοιοι οι άνθρωποι με θραύσματα ζωων


ένας άντρας καρφώνει με πρόγκες τούς δείκτες ενός ρολογιου 


να προκαλέσει τη σιωπή τού χρόνου


μια γυναίκα ξαπλωμένη σε ένα καναπέ

ποζάρει καθώς η Gerty


(στο κεφάλαιο 13,Ναυσικά,τού Ulysses τού Joyce)

για τον τυφλωμένο Leopold Bloom


ενα παιδί κοιτάζει κατευθείαν στον φακό, δεν χαμογελά


η τελευταία εικόνα τής ανθρωπότητας 

.

.

.

Κυριακή 19 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Κραυγη -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η Κραυγη

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Κραυγη


τού είπε:-φευγω,δεν μπορώ να συνεχίσω,


στη δουλειά ο θορυβος ήταν ανυπόφορος

 

την γνώρισε σε ένα μπαρ,

πήγαν σε ένα ξενοδοχείο,δεν ρώτησε το όνομα της

 

νύχτα,γκρίζα ομίχλη βύθιζε τη πόλη,

μια γυναικεία φιγούρα ξεπήδησε μέσα από αυτή,

-τι ψάχνεις; τον ρώτησε,

δεν απάντησε,

η γυναίκα γέλασε δυνατά και διαλύθηκε ξανα στην ομιχλη


περιπλανήθηκε με το αυτοκίνητο στα περίχωρα τής πόλης


μια νεαρή κοπέλα τού έκανε ωτο-στοπ,σταμάτησε και την πήρε,


είχε την αίσθηση μιας αργής διαλυσης,

ο ουρανός είχε χαμηλώσει,τον πίεζε,

μια κραυγή βγήκε από μέσα του

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -κατάλαβε -Τότε συνέβη -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-κατάλαβε
-Τότε συνέβη

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


κατάλαβε 

ότι το δέντρο δεν την κατέστρεφε

την αντικαθιστούσε


Το δέντρο είχε αρχίσει να ανθίζει

την Άνοιξη

.

.

.


φωτογράφιση 

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis 


Τότε συνέβη 


Καθώς περπατούσε στον δρόμο,είδε μια γυναίκα.


Ίδιο προφίλ.Ίδια στάση. Ίδιος λαιμός,ίδια σιωπή.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Τι συνεβει στη Marilyn (The Misfits (1961) τού John Huston) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Τι συνεβει στη Marilyn 

(The Misfits (1961) τού John Huston)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Η Marilyn Monroe στην ταινία 

The Misfits (1961) τού John Huston


-ένα σώμα που δεν αντέχει πλέον να παράγει εικόνα-


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τι συνεβει στη Marilyn 

(The Misfits (1961) τού John Huston)


Η έρημος τής Νεβάδα ξεγυμνωμενη μπροστά στη καμερα,μέσα στην αχανή σιωπή.

The Misfits.

Η Marilyn Monroe.

Ο John Huston  αφηνε στις σκηνές τη σκόνη να εισχωρεί στα μάτια,στο στόμα,στις λέξεις της,μέχρι που αντεχει. 

Το.σεναριο τού συζύγου της Arthur Miller ήταν μια ελεγεία αποχαιρετισμού.  Η Marilyn το ένιωθε αυτό, σε κάθε φράση της  ακουγόνταν κάτι πιο βαθύ,πιο ανεπιστρεπτο.

Στα γυρίσματα δεν υπήρχε σταθερότητα.Αργούσε,

υπήρχαν μέρες που έμενε στο δωμάτιο τού ξενοδοχιου της,στο  Mapes Hotel,βυθισμενη στα χάπια και στην  αϋπνία.

Μια απουσία  καταγράφονταν.

Ο Clark Gable κουρασμένος την κοιτούσε με τρυφερότητα,έβλεπε σε εκείνη το τέλος τού  παλιού Χόλιγουντ.

Κι αυτός στις σκηνές ήταν μια σκιά με μεταφυσική βαρυτητα τού τέλους του.

Λίγες εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση τών γυρισμάτων τής ταινίας θα πέθαινε.

Ο Montgomery Clift με το προσωπο σημαδεμένο από το αυτοκινητιστικό ατύχημα τού 1956 και την εξάρτηση από το αλκοόλ. 

Ανάμεσα σε αυτόν και στην Marilyn υπήρχε μια σιωπηλή κατανοηση,τής επερχομενης καταρρευσης.

Οι σκηνές με τα άγρια άλογα δύσκολες.

Η Marilyn έπρεπε να φωνάξει,να αντιδράσει,να σπάσει,δεν υποκρινόταν.

Με τον Arthur Miller η σχέση της διαλυονταν.

Ο John Huston παρατηρουσε.Η ένταση είναι απαραίτητη για να υπάρξει κάτι αληθινό στο σινεμά.

Τα γυρίσματα κράτησαν περισσότερο από καθε αναμενόμενο.Όταν τελικά η ταινία ολοκληρώθηκε ήταν αθλος.

Άθλος επιβίωσης.

Η Marilyn ήταν λαμπερή σε μια ληψη και λίγες ώρες μετά σωματικά και ψυχικά φαντασμα.

Είχε ήδη αρχίσει να αποσύρεται από τον κόσμο 

Η ταινία The Misfits κυκλοφόρησε και δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Ήταν η ιστορία-καταγραφή μιας φθοράς,μιας εποχής,μιας κινηματογραφικής βιομηχανίας,μιας γυναίκας ειδώλου.

Έναν χρόνο αργότερα,4 Αυγούστου 1962,η Marilyn Monroe θα πέθαινε.

Η έρημος την απορροφησε.


Ο Montgomery Clift στις 22 Ιουλίου τού 1962,όταν ρωτήθηκε από τον γραμματέα του αν ήθελε να δει την ταινία:The Misfits,που πρόβαλε η τηλεοραση αρνήθηκε,

-όχι,είπε,

και ξημερώνοντας στις 6 πμ,23 Ιουλίου 1966,πεθανε απο έμφραγμα,σε ηλικία 46 ετών,

.

.

.

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Διαδικασία -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η Διαδικασία 

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Διαδικασία 


ίσως το πιο ουσιαστικό μέρος τής ζωής δεν είναι αυτό που ζούμε,αλλά αυτό που αποφεύγουμε


η ενοχη δεν εξαγεται από τις πράξεις,αλλά από τη δυνατοτητα να πράξεις


την επόμενη μέρα πήγε στην υπηρεσία όπου εργαζόταν,κανείς δεν τον ρώτησε τίποτα,κανείς δεν τού έδωσε εντολές. κάθισε στο γραφείο του και περίμενε,οι ώρες πέρασαν χωρίς να συμβεί τίποτα,στο τέλος τής μέρας,ένας άντρας που δεν είχε ξαναδεί τον πλησίασε και τού είπε,με ψυχρή φωνή:

 -η καθυστέρηση,κύριε, καταγράφεται,

χαμογελασε αμηχανα

-ποια καθυστέρηση; ρώτησε,

ο άντρας τον κοίταξε,το πρόσωπο του ήταν ανέκφραστο,

-Η δική σας,είπε,και έφυγε.


αρχισε να ανακαλεί τη ζωή του με εμμονική ακρίβεια,μήπως σε κάποια ασήμαντη στιγμή, είχε συντελεστεί το καθοριστικό σφάλμα.


μια γυναίκα στο λεωφορείο τον κοίταξε έντονα και τού ψιθύρισε: -δεν είσαι ο μόνος,

η γυναίκα κατέβηκε στην επόμενη στάση


έλαβε ένα φάκελο στο σπίτι του,

-η διαδικασία έχει ήδη αρχίσει,

εγραφε


αργότερα μπήκε σε ένα καφέ και είδε την γυναικα τού λεωφορείου,

-σε περίμενα,τού είπε,

-ξέρεις γιατί;τη ρωτησε,

η γυναίκα χαμογέλασε,

-δεν έχει σημασία αν το ξέρω εγώ,εχει σημασία ότι το ξέρουν εκείνοι,

απάντησε,

-ποιοι; ρώτησε,

η γυναίκα δεν απάντησε,

τού έδωσε ένα φάκελο,

-τι σημαίνει αυτό; ρώτησε.

-ο,τι πάντα σήμαινε,οτι είσαι ενοχος,είπε η γυναίκα,και σηκώθηκε και έφυγε,


μπήκε στο κτίριο που τού είπαν,ανέβηκε στον όροφο,ο διάδρομος τού φανηκε πως ήταν  ατελειωτος,πόρτες αριστερά και δεξιά κλειστές,άνοιξε μια,μέσα στην αίθουσα,στο κέντρο της,ένας άντρας κάθονταν σε ένα γραφείο και έγραφε,χωρίς να σηκώσει το κεφάλι είπε:

-ηρθες;

στάθηκε μπροστά του,

-δεν ξέρω γιατί είμαι εδώ,είπε,

-αυτό δεν είναι απαραίτητο,απάντησε ο άντρας,η άγνοια δεν σε απαλλάσσει,

-από τι; ρώτησε,

ο άντρας σταμάτησε να γράφει,σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε,τα μάτια του 

ήταν άχρωμα,νόμισε ότι είναι τυφλός, 

-και τώρα;ρώτησε τον άντρα,

ο άντρας επέστρεψε στο γράψιμο.

-τώρα μπορείς να φύγεις,

τού είπε,


πηγαινε κάθε μέρα στο ίδιο κτίριο,την ιδια ώρα,δέκα το πρωί,

στον διάδρομο ανοιγε μια πορτα,κάθε φορά αλλη,η αίθουσα άδεια,κάθονταν σε μια καρέκλα και περίμενε,πίστευε πως κάποιος θα έρχονταν να τού δώσει οδηγίες,κανείς όμως δεν ερχονταν,

μια μέρα ο φύλακας στην είσοδο τού κτιρίου τον ρώτησε:

τι περιμένετε εδώ; 

δεν ήξερε τι να απαντήσει,

ύστερα είπε:

-νομιζω,μια απόφαση,

ο φύλακας χαμογέλασε,

-οι αποφάσεις συνέχεια αναβάλλονται,τού ειπε,


το πρωί βρήκε μια επιστολή κάτω από την πόρτα τού σπιτιού του,την άνοιξε,

-εχεις ήδη κριθεί,εγραφε


στο πίσω μέρος τού χαρτιού έγραψε:

-αρνούμαι την κρίση σας,

πήγε στο κτίριο,μπήκε στην αίθουσα,μέσα ήταν ο άντρας,η' κάποιος άλλος,που έγραφε 

στο γραφειο,δίπλα του,τη γνώρισε,κάθονταν η γυναικα τού λεωφορείου,

εκείνη όταν τον είδε τού χαμογελασε προκλητικα,

εκείνος πέταξε το χαρτί στο γραφείο,ο αντρας χωρίς να τον κοιτάξει τού είπε:

-η διαδικασία για σήμερα,κυριε,έχει τελειώσει τώρα,

μπορείτε να φύγετε,

και σήκωσε το βλέμμα του,τα μάτια του ήταν θολά,ήταν πραγματικά τυφλός,

-και την άλλη φορά μην καθυστερήσετε,

συμπληρωσε και επέστρεψε στο γραψιμο,

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(νουάρ ιστορία) το όνειρο πριν το τέλος -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(νουάρ ιστορία)

το όνειρο πριν το τέλος

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(νουάρ ιστορία)

το όνειρο πριν το τέλος


άλλαζε συνέχεια το όνομα της,από μικρή έμαθε ότι το σώμα της δεν τής ανήκε,

η ανήλικη μάνα που τη γεννησε την παρατησε,την κακοποιούσαν,στα δεκατέσσερα έφυγε,ζούσε στους δρόμους,με ευκαιριακές σχέσεις,άρχισε να διαλύεται,τι είναι 

καλό τι είναι κακό,

ήταν νύχτα,στο δρόμο,το αμάξι σταμάτησε,η πόρτα άνοιξε,

-ποσο;τη ρώτησε ο άντρας,

δεν απάντησε,μπήκε στο αυτοκίνητο,

όταν βρέθηκε το νεκρό σώμα τού άντρα ένας άλλος οδηγός μαρτυρησε

πώς τούς είχε δει να τσακωνονται,ο άντρας φώναζε,την εσπρωξε,-έφυγα μην μπλέξω,

είπε,

τον πυροβόλησε τρεις φορές,το σώμα του το έσυρε σ'ένα χαντάκι,για κάποιο λόγο παράξενο ένιωσε ηρεμία,

έπειτα ακολούθησαν και άλλοι φόνοι,σημάδια πάλης σε όλα τα νεκρά σώματα,τα περισσότερα γυμνά η' μισογυμνα,οι πυροβολισμοί από κοντινή απόσταση,

σε όλα τα πρόσωπα τών θυμάτων τα μάτια καλυμμένα με χώμα,

όταν την συνέλαβαν και την ρώτησαν γιατί απάντησε,

-δεν ήθελα να με κοιτάνε.

στο κελί τής φυλακής της απομονωμένη την άκουγαν που μιλούσε τις νύχτες,

-τους βλέπω,φώναζε,

ο ψυχίατρος γνωματευσε:

-η ασθενής δεν διαχωρίζει την αυτοάμυνα από την εκδίκηση,αντιλαμβάνεται 

τούς φόνους ως πράξεις ισορροπίας,

η ίδια,σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της είπε:

-δεν σκότωνα ανθρώπους,σκότωνα αυτό που μού έκαναν.

στη δίκη δεν ένιωσε μεταμέλεια,δεν απολογήθηκε,κοίταξε τούς ενόρκους έναν-έναν,

-και σάς θα μπορούσα να σάς σκοτώσω,τούς ειπε,

την καταδίκασαν σε θάνατο,περιμενε να την εκτελέσουν δεν ήθελε να ζει,

την τελευταία νύχτα ξάπλωσε και το σώμα της βυθίστηκε σε έναν ύπνο παραξενα γαλήνιο,και είδε ένα όνειρο,βρεθηκε σε ένα δρόμο,δεν ήταν σκοτάδι αλλά φως,προχωρούσε ξυπόλητη,δεν ένιωθε τα ποδια της να την πονουν,

στο βάθος είδε ένα παιδί,πλησίασε,ήταν ένα ένα κορίτσι καθισμένο στο χώμα και 

σχεδίαζε κύκλους με ένα ξύλο,το παιδί γύρισε το πρόσωπο του και την κοίταξε,ήταν 

εκείνη η ίδια,

-γιατί άργησες;τη ρώτησε το κορίτσι,

κάθησε δίπλα της και κοιτούσε τούς κύκλους που το παιδι χάραζε,

-πονάς;ρώτησε το παιδί,

δεν μπορούσε να μιλήσει,

-δεν πειράζει,είπε το παιδί,τώρα τελείωσε,

τότε εκείνη άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το μικρό κορίτσι,το φως έγινε πιο έντονο,εκτυφλωτικό,και όλα χάθηκαν,

το πρωί όταν ήρθαν να πάρουν ήταν ήρεμη,

λίγο πριν την ξαπλώσουν και τη δέσουν στη καρεκλα για την  εκτέλεση τη ρωτησαν 

αν είχε κάτι τελευταίο να πει,

είπε:-δεν ήμουν ποτέ ζωντανή,

και μετά σιωπη,

είπαν πως ήταν σκληρή μέχρι το τέλος

.

.

.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

GREEK POETRY -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis μεταφράζοντας Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία ω',στίχοι 328-344 -η αναγνώριση πατέρα και γιου (Λαέρτη και Οδυσσέα) -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία ω',στίχοι 328-344

-η αναγνώριση πατέρα και γιου

(Λαέρτη και Οδυσσέα)

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis 
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία ω',στίχοι 328-344

-η αναγνώριση πατέρα και γιου

(Λαέρτη και Οδυσσέα)


και τότε ο Λαέρτης τού αποκριθηκε και μιλησε:

αν ο Οδυσσέας λοιπόν  πραγματικά έχεις έρθει,

κάποιο σημάδι τώρα  καθαρό πες μου για να πειστω

κιpι αποκρινομενος ο πολυμηχανος τού'πε Οδυσσέας:

πρώτα πρωτα την ουλή αυτή δω στα μάτια σου θα δείξω

που στον Παρνασσό αγριόχοιρος με δάγκωσε με το λευκό του δοντι

εκεί όταν πήγαινα,που εσύ κι η σεβαστή μάνα με στειλατε

στον παππού Αυτολυκο τής μάνας τον αγαπημένο,

δωρα για να λάβω,που όταν εδώ ήρθα

σε μένα υποσχέθηκε και επιβεβαιωσε,

και ελα και για τα δέντρα στο περιποιημένο να σού πω το περιβολι

που κάποτε σε μένα εδωκες,κι εγώ παιδί οντας για το καθένα 

σε ρωτούσα ένα προς ένα,στο κήπο καθώς σ'ακολουθουσα,

κι ανάμεσα τους περπατούσαμε,κι εσύ ονομαζες και το καθένα έλεγες 

ένα προς ενα,

σε μένα αχλαδιες εδωκες δεκατρειςκαι μηλιές δεκα

συκιές σαράντα και σειρές κλήματα σε μεναξεχώριζες πενηντα 

να δωσεις με διαφορετική τρύγου εποχή τρύγου να'χει το καθένα,

κι εκεί κάθε λογής τσαμπια σταφύλια ήτανε,

όταν κάθε φορά τού Δια οι εποχές με καρπούς από πάνω 

τα φορτωνουν


τὸν δ' αὖ Λαέρτης ἀπαμείβετο φώνησέν τε·

«εἰ μὲν δὴ Ὀδυσεύς γε, ἐμὸς πάϊς, εἰλήλουθας,

σῆμά τί μοι νῦν εἰπὲ ἀριφραδές, ὄφρα πεποίθω.»

τὸν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·330

«οὐλὴν μὲν πρῶτον τήνδε φράσαι ὀφθαλμοῖσι,

τὴν ἐν Παρνησῷ μ' ἔλασεν σῦς λευκῷ ὀδόντι

οἰχόμενον· σὺ δέ με προΐεις καὶ πότνια μήτηρ

ἐς πατέρ' Αὐτόλυκον μητρὸς φίλον, ὄφρ' ἂν ἑλοίμην

δῶρα, τὰ δεῦρο μολών μοι ὑπέσχετο καὶ κατένευσεν.335

εἰ δ' ἄγε τοι καὶ δένδρε' ἐϋκτιμένην κατ' ἀλῳὴν

εἴπω, ἅ μοί ποτ' ἔδωκας, ἐγὼ δ' ᾔτευν σε ἕκαστα

παιδνὸς ἐών, κατὰ κῆπον ἐπισπόμενος· διὰ δ' αὐτῶν

ἱκνεύμεσθα, σὺ δ' ὠνόμασας καὶ ἔειπες ἕκαστα.

ὄγχνας μοι δῶκας τρεισκαίδεκα καὶ δέκα μηλέας,340

συκέας τεσσαράκοντ'· ὄρχους δέ μοι ὧδ' ὀνόμηνας

δώσειν πεντήκοντα, διατρύγιος δὲ ἕκαστος

ἤην; ἔνθα δ' ἀνὰ σταφυλαὶ παντοῖαι ἔασιν,

ὁππότε δὴ Διὸς ὧραι ἐπιβρίσειαν ὕπερθεν

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Paolo e Francesca de Dante -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Paolo e Francesca de Dante

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Paolo e Francesca de Dante


Στη σκοτεινή περιδίνηση τού δεύτερου κύκλου τής Κόλασης δεν παύουν ποτέ 

να στροβιλίζονται οι ψυχές,τών λαγνων.

Ο Dante Alighieri βλεπει με δέος,δίπλα του οδηγος ο Ρωμαίος ποιητής Virgil  

τού δείχνει τις σκιές που παρασύρονται αδιάκοπα μέσα στην καταιγίδα.

Ανάμεσα σε αυτές δύο μορφές παραμένουν ενωμένες αρνούμενες να διαχωριστούν 

ακόμη και στην αιώνια τιμωρία. 

Ο Dante συγκινημένος τις καλεί:


O anime affannate, venite a noi parlare

(Ω ψυχές βασανισμένες,

ελάτε να μας μιλήστε)


Οι μορφές πλησιάζουν. Είναι ο Paolo Malatesta και η Francesca da Rimini.

Πρώτη μιλά η Francesca:


-Amor ci prese, come vento prende foglia

Non fummo forti contro il dolce inganno

(Ο έρωτας μάς συνεπήρε,

όπως ο άνεμος τα φύλλα παίρνει,

και δεν σταθήκαμε δυνατοί

στη γλυκειά του πλανη)


Ο Dante βλέπει πόσο όμορφοι είναι.Και καταλαβαίνει το πάθος τους.

Η Francesca συνεχίζει:


Leggevamo un giorno per diletto

di Lancialotto, come amor lo strinse.

Soli eravamo, e senza alcun sospetto.


Quando leggemmo il desiato riso

esser baciato da cotanto amante,

questi, che mai da me non fia diviso,

la bocca mi baciò tutto tremante.


(διαβάσαμε μια μέρα για

ευχαρίστηση

για τον Λανσελοτο,πως ο έρωτας

τον κατεβαλε,

μονοι ημασταν και χωρίς καμία

υποψια


όταν διαβάσαμε πως 

με ποθητό 

χαμόγελο ήταν φιλημενη

από τέτοιον παθιασμένο εραστη,

αυτός εδώ,που από μένα ποτέ 

δεν θα χωρισθεί,

το στόμα μού φίλησε όλος

τρέμοντας)


Ο Paolo λέει με βαρύ αναστεναγμο.


Nessun maggior dolore  che ricordarsi del tempo felice nella miseria

(δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος

να θυμάσαι τις ευτυχισμένες στιγμες

μέσα στη δυστυχία)


Ο Dante συγκλονισμένος γράφει( Divine Comedy,Canto V, Inferno,II circle)όχι στην μεσαιωνική τοσκανικη γλωσσα,αλλά Versi in 

neoitaliano:


Amore ci prese ,

non fu colpa sola,

ma un lento cedere al sogno narrato.

Eravamo vivi, e già ombra nella parola.


Il libro tremava tra dita e fiato,

e il mondo intero si chiuse in un istante:

un bacio ,e il destino fu pronunciato.


Ora il vento ci porta incessante,

ma non divide ciò che fu peccato:

due corpi,un errore, un amore costante


(ο έρωτας μάς κατέλαβε,

δεν ήταν μόνο αμαρτια,

αλλά μια αργή πτώση

στο ιστορημενο ονειρο


το βιβλίο έτρεμε ανάμεσα 

στα δάκτυλα 

και στην ανάσα 

κι όλος ο κόσμος κλείστηκε

σε μια στιγμή

ένα φιλί και το πεπρωμένο γραφτηκε


τώρα που ο άνεμος μάς παρασέρνει,

μα δεν χωρίζει αυτό 

που ήταν αμαρτία,

δυο κορμιά,ένα σφαλμα,ένας ερωτας ακλόνητος)


Ο Dante σιωπά. 


Poi mi rivolsi a loro e parla' io,

 e cominciai: “Francesca, i tuoi martìri

 a lagrimar mi fanno tristo e pio.


Ma dimmi: al tempo d'i dolci sospiri,

 a che e come concedette amore

 che conosceste i dubbiosi disiri?”


E quella a me: “Nessun maggior dolore

 che ricordarsi del tempo felice

 ne la miseria; e ciò sa 'l tuo dottore.


Ma s'a conoscer la prima radice

 del nostro amor tu hai cotanto affetto,

 dirò come colui che piange e dice


Noi leggiavamo un giorno per diletto

 di Lancialotto come amor lo strinse;

 soli eravamo e sanza alcun sospetto.


Per più fïate li occhi ci sospinse

 quella lettura, e scolorocci il viso;

 ma solo un punto fu quel che ci vinse.


Quando leggemmo il disïato riso

 esser basciato da cotanto amante,

 questi, che mai da me non fia diviso,


la bocca mi basciò tutto tremante.

 Galeotto fu 'l libro e chi lo scrisse:

 quel giorno più non vi leggemmo avante.”


Mentre che l'uno spirto questo disse,

 l'altro piangëa; sì che di pietade

 io venni men così com' io morisse.

E caddi come corpo morto cade.


(τότε σ'αυτούς στραφηκα και μιλησα αρχίζοντας:

Φραντσέσκα,τα μαρτύρια σου 

με λύπη με κάνουν να δακρύζω 

και μ'ευσπλαχνια


μα πες μου,τον καιρό τών γλυκών

αναστεναγμων

πώς και με ποιο τρόπο συναινεσε

ο έρωτας τις αμφίβολες

να γνωρίσετε επιθυμιες


κι εκείνη μ'απαντησε:μεγαλύτερος κανένας

πόνος δεν υπάρχει

από το να θυμάσαι τις ευχισμενες

στιγμές μέσα στη δυστυχία,

κι αυτό ο δάσκαλος σου το ξερει


αλλά αν το πώς ο έρωτας μας

πρωτοριζωσε έχεις τόση λαχτάρα να μαθεις,

θα σου πω όπως αυτός

που κλαιει και μιλά


μια μέρα διαβάζαμε για ευχαρίστηση

για τον Λανσελοτο πως ο έρωτας

τον κατεβαλε

μόνοι ήμασταν και χωρίς υποψια καμια


πολλές φορές τα μάτια συναντηθηκαν 

καθώς διαβάζαμε

και χλωμιασε το προσωπο μας,

μα μόνο μια στιγμή ήταν εκείνη

που μάς νικησε


όταν διαβάσαμε ότι με ποθητό

χαμόγελο 

φιληθηκε από τον παθιασμένο εραστη,

αυτός,που ποτέ από μένα

δεν θα χωρισθει

το στόμα μου φίλησε όλος

τρεμοντας


ο Γκαλεοτο ήταν το βιβλίο 

κι αυτός που το'γραψε,

εκείνη τη μέρα δεν διαβάσαμε από κει

και παραπερα αλλο


ενώ αυτό το ένα πνεύμα

έλεγε,

τ'αλλο εκλαιγε,

ετσι τις αισθήσεις μου σαν να πεθαινα 

απ'τη συμπόνια έχασα

κι όπως πέφτει νεκρό σώμα έπεσα)

.

.

.

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Ιστορία σαν φάρσα στην 18th Brumaire τού Karl Marx -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η Ιστορία σαν φάρσα στην

18th Brumaire τού Karl Marx

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Ιστορία σαν φάρσα στην

18th Brumaire τού Karl Marx


Karl Marx

 

Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte


I

Hegel bemerkte irgendwo, daß alle großen weltgeschichtlichen Tatsachen und Personen sich sozusagen zweimal ereignen. Er hat vergessen, hinzuzufügen: das eine Mal als Tragödie, das andere Mal als Farce


(Ο Χέγκελ παρατήρησε κάπου,ότι όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα συμβαίνουν, όπως κατά κάποιον τρόπο μπορεί να ειπωθει,δύο φορές.Αυτος όμως έχει παραληψει να προσθέσει: τη μία φορά ως τραγωδία, την άλλη ως φάρσα.)


Έξω ο κόσμος αναπνέει βαρια,οι εργάτες γύριζαν από τα εργοστασια,η ομίχλη τούς επνιγε.

Βούτηξε την πένα στο μελάνοδοχειο και έγραψε: 

-Η Ιστορία επαναλαμβάνεται-

Στο Παρίσι τα πλήθη φώναζαν,στους δρόμους οδοφραγματα.

Εμφανιζόνταν ο άλλος,το κακόγουστο αντίγραφο.

Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης.Ο ανιψιός.Ο γελοίος διάδοχος.

Ο Μαρξ συνέχισε να γράφει:

-την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.

Χαμογέλασε πικρά. 

Η αστική τάξη,οι αγρότες, το προλεταριάτο,όλα κινούνταν σαν πιόνια σε μια σκακιέρα. 

Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ήταν το σύμπτωμα,το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που είχε χάσει τον προσανατολισμό της,που είχε ξεχάσει τη δύναμη τής ίδιας τής ιστορικής της κίνησης.

Σταμάτησε να γράφει.

Τα πρόσωπά τών εργατών κουρασμένα,άδεια.

Η Ιστορία γραφονταν ερήμην τους.

Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά νευρικά στο δωμάτιο.

-Η Ιστορία δεν είναι θέατρο,σκεφτηκε,είναι σύγκρουση.Είναι υλική δύναμη.

Ξανακάθησε στο τραπέζι. Πήρε μια εφημερίδα.Τα γεγονότα τής Επανάστασης τού 1848.

Οι πληγες τους.

Οι ελπίδες είχαν καταρρεύσει.

Η επαναστάση είχε προδοθεί.Και μέσα από τα ερείπια,ένας γελοίος αυτοκράτορας είχε αναδυθεί.

Το φάντασμα πάνω στην Ευρώπη.Η ειρωνεία τής Ιστορίας.

Έγραψε:

Η Ιστορία δημιουργείται κάτω από συνθήκες που ο  ο άνθρωπος ο ίδιος δεν επιλέγει.

Η νύχτα προχωρούσε.

Η απογύμνωση από τις ψευδαισθήσεις.

Η 18η Μπρυμαίρ τού Λουδοβίκου Βοναπάρτη.

Έξω το πρώτο φως τής αυγής παλευε να διαλύσει την ομίχλη τού Λονδίνου.

Κοίταξε το χειρόγραφο του.Κάθε φράση επρεπε να αντέξει σε διαλεκτική δοκιμασία,να διαπεραστεί από την αντίφαση,να αποκαλύψει την εσωτερική της κίνηση.

Τραγωδία και φάρσα.

Σηκώθηκε.Πηγε στο παραθυρο.

Ο Χέγκελ θα το ονόμαζε Aufhebung:Αρση και Διατήρηση συγχρονως.

Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά.Δεν είναι κύκλος.Είναι σπείρα.

Η Γαλλική Επανάσταση δεν 'επιστρέφει' στον Λουδοβίκο Βοναπάρτη.

Αλλα μετασχηματίζεται μέσα από τις νέες υλικές συνθήκες.

Εκεί όπου ο πρώτος Ναπολέων Βοναπάρτης εξέφραζε την επαναστατική δυναμική τής ανερχόμενης αστικής τάξης,ο ανιψιός του εκφράζει κάτι εντελώς διαφορετικό:τη φθορά αυτής τής ίδιας τάξης, την αδυναμία της να κυβερνήσει άμεσα.

Ο Μαρξ έβλεπε τη πόλη που ξυπνούσε.

Και τις τάξεις της ως ιστορικά υποκείμενα.

Γύρισε στο τραπέζι.

-Η αστική τάξη,σημειώνει,που κάποτε υπήρξε επαναστατική,τώρα φοβάται την ίδια της τη σκιά.Αντιμέτωπη με το προλεταριάτο,προτιμά να παραδώσει την εξουσία σε έναν γελοίο δεσπότη παρά να ρισκάρει την πλήρη κοινωνική ανατροπή.

Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο τής διαλεκτικής: η τάξη που γεννά την επανάσταση,γίνεται η δύναμη που την αναστέλλει.

Η Επανάσταση τού 1848, εκείνη η θύελλα που υποσχέθηκε τα πάντα και δεν ολοκλήρωσε τίποτα.

-Γιατί απέτυχε;

Το προλεταριάτο εμφανίστηκε στη σκηνή τής Ιστορίας,αλλά όχι ακόμη ως ώριμη δύναμη. Δεν είχε αποκτήσει την αναγκαία συνείδηση τού εαυτού του ως τάξης.Η αστική τάξη,από την άλλη, δεν μπορούσε πλέον να ολοκληρώσει το έργο της χωρίς να καταστρέψει τον εαυτό της.

Έτσι, η Ιστορία 'πάγωσε'.

Και μέσα σε αυτό το πάγωμα,αναδύθηκε ο βοναπαρτισμός.

Ο βοναπαρτισμός,

συνέχισε να γράφει,δεν είναι εξαίρεση. Είναι μορφή ισορροπίας,μια φαινομενική υπέρβαση της ταξικής σύγκρουσης, όπου το κράτος εμφανίζεται ως ανεξάρτητη δύναμη,ενώ στην πραγματικότητα αιωρείται πάνω από τις τάξεις,αντλώντας δύναμη από την αδυναμία όλων.

Άκουσε τη βουή τής πόλης.Να εξαπλώνεται αδιαπέραστη.

Το κράτος,σε αυτή τη μορφή,δεν είναι απλώς όργανο.Είναι μια σχετική αυτονομία,μια σκηνή όπου η αδυναμία τών τάξεων μεταμφιέζεται σε δύναμη ενός προσώπου.

Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης δεν κυβερνά επειδή είναι ισχυρός. Κυβερνά επειδή οι άλλοι είναι αδύναμοι.

Ο Μαρξ χαμογέλασε πικρά.

-Να λοιπόν η φάρσα,είπε.

Έπειτα,σκέφτηκε,οι αγρότες,όπως είναι διάσπαρτοι,απομονωμένοι μικροϊδιοκτήτες αποτελούν τη βάση τού καθεστώτος.

-Μια τάξη χωρίς ενότητα, σημειωνει,σαν σακί με πατάτες.

Δεν μπορούσαν να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους.Επρεπε να εκπροσωπηθούν.

Και έτσι,ο βοναπαρτισμός εμφανίζεται ως η πολιτική μορφή αυτής της ανικανότητας:μια εξουσία που μιλά στο όνομα εκείνων που δεν μπορούν να μιλήσουν συλλογικά.

Εδώ η διαλεκτική αποκτά σχεδόν ειρωνική μορφή:

Η αδυναμία γίνεται δύναμη.Η αποσύνθεση γίνεται ενότητα.Η απουσία πολιτικής γίνεται πολιτική εξουσία.

Ο Μαρξ ένιωσε βαθειά πως:

Η Ιστορία δεν είναι γραμμική πρόοδος.Είναι πεδίο αντιφάσεων όπου το παλιό επιβιώνει μέσα στο νέο,και το νέο γεννιέται μέσα από το παλιό.

Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ήταν η αναγκαία μορφή μιας επανάστασης που έπρεπε να ολοκληρωθεί. Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης είναι η αναγκαία μορφή μιας επανάστασης που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.

Αυτό είναι το παράδοξο.

Σταμάτησε να γράφει.

Σκέφτηκε:αν η Ιστορία παράγει τέτοιες μορφές, τότε η κατανόησή της δεν είναι απλώς θεωρητική πράξη.Είναι πολιτική πράξη.

Η ανάλυση δεν είναι ουδέτερη.

Είναι όπλο.

Κοίταξε το χειρόγραφο του.

Η 18η Μπρυμαίρ τού Λουδοβίκου Βοναπάρτη.

Τώρα δεν έβλεπε απλώς μια ερμηνεία τών γεγονότων.Έβλεπε μια μεθοδολογία έναν τρόπο να διαβάζει κανείς την Ιστορία όχι ως αφήγηση προσώπων,αλλά ως δυναμική σχέσεων.

Και μέσα σε αυτή τη δυναμική,κάθε γεγονός, κάθε πραξικόπημα,κάθε επανάσταση,δεν είναι παρά μια στιγμή τής συνολικής κίνησης.


VII

Von den widersprechenden Forderungen dieser Situation gejagt, zugleich wie ein Taschenspieler in der Notwendigkeit, durch beständige Überraschung die Augen des Publikums auf sich als den Ersatzmann Napoleons gerichtet zu halten, also jeden Tag einen Staatsstreich en miniature zu verrichten, bringt Bonaparte die ganze bürgerliche Wirtschaft in Wirrwarr, tastet alles an, was der Revolution von 1848 unantastbar schien, macht die einen revolutionsgeduldig, die andern revolutionslustig und erzeugt die Anarchie selbst im Namen der Ordnung, während er zugleich der ganzen Staatsmaschine den Heiligenschein abstreift, sie profaniert, sie zugleich ekelhaft und lächerlich macht. Den Kultus des heiligen Rocks zu Trier wiederholt er zu Paris im Kultus des napoleonischen Kaisermantels. Aber wenn der Kaisermantel endlich auf die Schultern des Louis Bonaparte fällt, wird das eherne Standbild Napoleons von der Höhe der Vendôme-Säule herabstürzen.


(Από τις αντιφατικές απαιτήσεις αυτης τής κατάστασης κυνηγημενος

και συγχρόνως όπως ενας ταχυδακτυλουργός είναι εξαναγκασμένες,μέσω διαρκών αιφνιδιαστικών εκπλήξεων,τα μάτια τού κοινού πάνω του ως αντικαταστάτη τού Ναπολέοντα να κρατά στραμμενα,επίσης κάθε μέρα ένα πραξικοπημα σε μινιατούρα να εκτελεί,

φέρνει ο Βοναπάρτης ολόκληρη την αστική οικονομία σε σύγχυση,

βάζει χέρι σε όλα,οσα φαίνονταν στην Επανάσταση τού 1848 ανέγγιχτα να είναι,

κάνει τους μεν να είναι υπομονετικοί με την επανάσταση,τούς άλλους 

να επιθυμούν την επανάσταση,και προκαλεί την αναρχία στο όνομα τής ταξης,ενώ συγχρόνως από ολόκληρη την κρατική μηχανή το φωτοστέφανο της ιεροτητας αφαιρεί,την βεβηλώνει,και συγχρόνως αποκρουστική και γελοία κάνει.

Την λατρεία τού ιερού χιτώνα στο Τρηρ αυτός επαναλαμβάνει στο Παρίσι με τη λατρεία τού ναπολεόντειου αυτοκρατορικού μανδυα.

Αλλά όταν ο αυτοκρατορικός μανδύας τελικά πάνω στους ώμους τού Λουδοβίκου Βοναπάρτη πέσει,ο ορειχάλκινος ανδριάντας τού Ναπολέοντα από το ύψος τής Στήλης τής Βαντομ θα γκρεμιστει)

.

.

Κρίσιμες Επεκτάσεις Διαλεκτικης


Karl Marx

 

Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte


I

Hegel bemerkte irgendwo, daß alle großen weltgeschichtlichen Tatsachen und Personen sich sozusagen zweimal ereignen. Er hat vergessen, hinzuzufügen: das eine Mal als Tragödie, das andere Mal als Farce


Η αρχή του πρώτου κεφαλαίου της «18ης Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» του Μαρξ λειτουργεί ως θεωρητική είσοδος σε ολόκληρη την ιστορική του ανάλυση: δεν ξεκινά αφηγηματικά, αλλά εννοιολογικά, θέτοντας εξαρχής το πρόβλημα της ιστορικής επανάληψης και της σχέσης ανάμεσα σε μορφές του παρελθόντος και νέα πολιτικά γεγονότα.

Η περίφημη αναφορά στον Χέγκελ,ότι τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα εμφανίζονται «δύο φορές» δεν παρουσιάζεται απλώς ως φιλοσοφική ρήση, αλλά ως αντικείμενο κριτικής αναστροφής. Ο Μαρξ προσθέτει ειρωνικά τη δική του θεμελιώδη διόρθωση: τη μία φορά ως τραγωδία, την άλλη ως φάρσα. Αυτή η προσθήκη δεν είναι ρητορική· είναι θεωρητική τομή. Ο Μαρξ μετατρέπει τη χεγκελιανή ιδέα της ιστορικής επανάληψης σε κριτική της ιστορικής αποτυχίας της αστικής επανάστασης και των πολιτικών μιμήσεων.

Στην αρχή του κεφαλαίου, λοιπόν, εγκαθιδρύεται ένας διπλός άξονας:

Από τη μία, η ιστορία δεν είναι γραμμική εξέλιξη αλλά πεδίο επανεμφάνισης μορφών. Από την άλλη,αυτές οι επανεμφανίσεις δεν είναι ισότιμες,η δεύτερη φορά είναι υποβάθμιση, αποδυνάμωση, παραμόρφωση.Η «φάρσα» δεν είναι απλώς κωμικό στοιχείο· είναι η ιστορική στιγμή όπου οι επαναστατικές μορφές του παρελθόντος επιστρατεύονται χωρίς το πραγματικό τους περιεχόμενο.

Ο Μαρξ εδώ επιτίθεται εμμέσως στη γαλλική πολιτική σκηνή μετά το 1848.Οι ηγεσίες, τα κόμματα και οι τάξεις δεν δημιουργούν νέες μορφές, αλλά δανείζονται τις στολές της ιστορίας:ο Βοναπαρτισμός εμφανίζεται ως σκιά του Ναπολέοντα Α΄,η επανάσταση ως απομίμηση προηγούμενης επανάστασης.Έτσι, η ιστορία γίνεται θέατρο, όπου οι ρόλοι επαναλαμβάνονται χωρίς την αρχική τους αναγκαιότητα.

Σημαντικό είναι ότι ο Μαρξ δεν ειρωνεύεται απλώς τα πρόσωπα,αλλά αποκαλύπτει μια δομική αδυναμία της αστικής κοινωνίας: την αδυναμία της να παραγάγει αυθεντική πολιτική μορφή όταν οι υλικές της αντιφάσεις έχουν ήδη ωριμάσει.Η επανάληψη γίνεται σύμπτωμα εξάντλησης της ιστορικής δημιουργικότητας.

Ταυτόχρονα, στο βάθος της αρχής αυτής του κεφαλαίου, διαμορφώνεται μια μεθοδολογία: η ιστορία δεν πρέπει να διαβάζεται ως αφήγηση μεγάλων ανδρών ή γεγονότων, αλλά ως σχέση ανάμεσα σε κοινωνικές δυνάμεις που επανεμφανίζονται με μεταμφιέσεις. Οι «μάσκες» της ιστορίας είναι ουσιαστικό μέρος της ανάλυσης, όχι επιφαινόμενο.

Έτσι, η εισαγωγή του Μαρξ δεν είναι απλώς ένα ευφυολόγημα περί επανάληψης.Είναι μια δήλωση για τον τρόπο που η ιστορία παράγει ψευδο-νέα μορφή:η επανάσταση μπορεί να γίνει αντιγραφή του εαυτού της, και η πολιτική να μετατραπεί σε σκηνοθεσία χωρίς ιστορικό βάθος.


VII

Von den widersprechenden Forderungen dieser Situation gejagt, zugleich wie ein Taschenspieler in der Notwendigkeit, durch beständige Überraschung die Augen des Publikums auf sich als den Ersatzmann Napoleons gerichtet zu halten, also jeden Tag einen Staatsstreich en miniature zu verrichten, bringt Bonaparte die ganze bürgerliche Wirtschaft in Wirrwarr, tastet alles an, was der Revolution von 1848 unantastbar schien, macht die einen revolutionsgeduldig, die andern revolutionslustig und erzeugt die Anarchie selbst im Namen der Ordnung, während er zugleich der ganzen Staatsmaschine den Heiligenschein abstreift, sie profaniert, sie zugleich ekelhaft und lächerlich macht. Den Kultus des heiligen Rocks zu Trier wiederholt er zu Paris im Kultus des napoleonischen Kaisermantels. Aber wenn der Kaisermantel endlich auf die Schultern des Louis Bonaparte fällt, wird das eherne Standbild Napoleons von der Höhe der Vendôme-Säule herabstürzen.


Το τελικό απόσπασμα του κεφαλαίου VII της Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη συμπυκνώνει τη μαρξική μέθοδο: ιστορική ανάλυση ως θεατρική σκηνοθεσία αντιφάσεων, όπου η πολιτική εξουσία εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κωμωδία, τραγωδία και φετιχισμός.


1. Ο Βοναπάρτης ως «ταχυδακτυλουργός της κρίσης»


Η αρχή του αποσπάσματος παρουσιάζει τον Λουδοβίκος Βοναπάρτης ως υποκείμενο που δεν κυβερνά σταθερά, αλλά αντιδρά σε αντιφατικές πιέσεις:

«κυνηγημένος από τις αντιφατικές απαιτήσεις»

«σαν ταχυδακτυλουργός»

«αναγκασμένος σε συνεχή έκπληξη»

Η πολιτική εδώ δεν είναι ορθολογική διακυβέρνηση, αλλά διαρκής παραπλάνηση. Η έννοια του „Staatsstreich en miniature“ (πραξικόπημα σε μινιατουρα) δείχνει ότι η εξουσία του Βοναπάρτη είναι:

όχι σταθερό καθεστώς

αλλά σειρά μικρών, καθημερινών ανατροπών

Η πολιτική γίνεται performance επιβίωσης.


2. Η διάλυση της αστικής οικονομίας και η παραγωγή χάους


Ο Μαρξ τονίζει ότι ο Βοναπάρτης:

«φέρνει την αστική οικονομία σε σύγχυση»

«αγγίζει ό,τι θεωρούνταν ανέγγιχτο από το 1848»

Η αναφορά στην Επανάσταση του 1848 είναι κρίσιμη:πρόκειται για το ιστορικό όριο όπου η αστική τάξη πίστεψε ότι σταθεροποιεί την κυριαρχία της.

Ο Βοναπάρτης, αντί να διαφυλάξει αυτή τη σταθερότητα:

τη διαβρώνει

την αποσταθεροποιεί

και παράγει αντιφατικά πολιτικά υποκείμενα:

άλλους «υπομονετικούς με την επανάσταση»

άλλους «να επιθυμουν για επανάσταση»

Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο:

«παράγει την αναρχία στο όνομα της τάξης»

Αυτό είναι κεντρική μαρξική ειρωνεία:η εξουσία που υπόσχεται τάξη γεννά δομική αταξία.


3. Η αποϊεροποίηση του κράτους


Ένα από τα πιο ισχυρά σημεία:

«αφαιρεί από ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό το φωτοστέφανο»

Ο κράτος δεν είναι εδώ ουδέτερος θεσμός, αλλά φέρει «ιερότητα» — ιδεολογική νομιμοποίηση.

Ο Βοναπάρτης:

τον απο-ιεροποιεί (profaniert)

τον καθιστά:

«αποκρουστικο» (ekelhaft)

«γελοίο» (lächerlich)

Δηλαδή αποκαλύπτει ότι η κρατική εξουσία:

δεν έχει θεϊκή ή φυσική νομιμοποίηση

είναι ιστορική και φθαρτή κατασκευή

Αυτό είναι βαθιά διαλεκτικό: η αποδόμηση της εξουσίας γίνεται μέσα από την ίδια την εξουσία της.


4. Η πολιτική ως θρησκευτικός φετιχισμός


Η φράση:

«ο χιτώνας της Τρηρ… ο μανδύας του Ναπολέοντα»

παράγει μια αναλογία ανάμεσα σε:

Άγιος Χιτώνας του Τρηρ

και το αυτοκρατορικό ένδυμα του Ναπολέοντα

Η πολιτική εξουσία λειτουργεί ως:

λατρευτικό αντικείμενο

φετιχιστικό σύμβολο

Ο Καρλ Μαρξ δείχνει ότι:

η κοινωνία δεν πιστεύει απλώς σε θεσμούς

αλλά τους «λατρεύει» όπως ιερά αντικείμενα

Ο Βοναπάρτης απλώς αντιγράφει αυτόν τον μηχανισμό:

από θρησκευτική λατρεία → σε πολιτική λατρεία προσώπου


5. Η τελική κατάρρευση του μύθου


Το κλείσιμο:

«ο ορειχάλκινος ανδριάντας τού Ναπολέοντα από το ύψος τής Στήλης τής Βαντομ θα γκρεμιστει»

αναφέρεται στο μνημείο της Στήλη της Βαντόμ.

Εδώ συμβαίνει μια καθαρή συμβολική αντιστροφή:

Ο Ναπολέων Α΄ είναι το σύμβολο του ιστορικού μεγαλείου

Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης είναι η παρωδία του

Όταν ο «μανδύας» της εξουσίας πέσει στον Βοναπάρτη:

ο μύθος του Ναπολέοντα δεν επιβεβαιώνεται

αλλά καταρρέει αναδρομικά

Το παρελθόν απομυθοποιείται από το παρόν.


6.Το απόσπασμα συμπυκνώνει τρεις μεγάλες μαρξικές θέσεις:


(α) Η πολιτική ως θέατρο

Η εξουσία λειτουργεί ως σκηνή όπου κυριαρχεί:

η μεταμφίεση

η επανάληψη

η φάρσα


(β) Η ιδεολογία ως φετιχισμός

Κράτος και σύμβολα αποκτούν:

«φωτοστέφανα»

«μανδύες»

«ιερά αντικείμενα»


(γ) Η ιστορία ως διαλεκτική παρωδία

Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται απλώς:

επαναλαμβάνεται ως φάρσα (κεντρική ιδέα όλου του έργου).


Το τέλος του κεφαλαίου VII δείχνει ότι ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης δεν είναι «ισχυρός ηγεμόνας», αλλά:

σύμπτωμα ιστορικών αντιφάσεων

μηχανισμός αποσταθεροποίησης

παρωδία του ναπολεόντειου μύθου

Και τελικά, για τον Καρλ Μαρξ:

η εξουσία δεν αποκαλύπτεται όταν είναι μεγαλοπρεπής, αλλά όταν γίνεται γελοία.

.

.

Σημείωση:

Ο «Ιερός Χιτώνας της Τρηρ» αναφέρεται στο κειμήλιο που φυλάσσεται στον καθεδρικό ναό της Τρηρ (Trier) στη Γερμανία και είναι γνωστό ως Άγιος Χιτώνας του Τρηρ.

Πρόκειται, σύμφωνα με την παράδοση, για τον άρραφο χιτώνα που φορούσε ο Ιησούς Χριστός κατά τη Σταύρωση.Το κειμήλιο έγινε αντικείμενο έντονης λατρείας,ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα,όταν εκτέθηκε δημόσια και προσέλκυσε μαζικά προσκυνήματα.

Ο Καρλ Μαρξ χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα ειρωνικά: συγκρίνει τη θρησκευτική λατρεία του ιερού χιτώνα με τη «λατρεία» του ναπολεόντειου μανδύα στο Παρίσι. Δηλαδή, υπονοεί ότι η πολιτική εξουσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη αποκτά έναν σχεδόν θρησκευτικό, φετιχιστικό χαρακτήρα, ένα θέαμα πίστης και αυταπάτης που καλύπτει την πραγματική πολιτική κενότητα.

.

.

.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Μονόπρακτο) Η Λευκή Συνομιλια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Μονόπρακτο)

Η Λευκή Συνομιλια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



woman and man-Alberto Giacometti 


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Μονόπρακτο)

Η Λευκή Συνομιλια


(Πρόσωπα:

Άντρας/Γυναίκα

Φωνές εκτός σκηνης

Σκηνικό:

Ένα λευκό άδειο δωμάτιο  Μια πόρτα.Δύο καρέκλες.

Μια ηλεκτρική λάμπα κρέμεται από την οροφή.)


(ο άντρας κάθεται,

η γυναίκα ορθια)


Γ:Πάλι εδώ.


Α:Δεν έφυγα ποτέ.


Γ:Εγώ έφυγα. Αλλά γύρισα.


Α:Είσαι πιο ασφαλης εδώ.


(Παύση) 

(Ακούγεται ένας ήχος σαν κλειδί που γυρίζει σε πορτα)


Γ:Ποιος μάς κλειδώνει;


Α:Κανείς.Άρα δεν είμαστε ελεύθεροι.


Γ:Η' καποιος μάς ανοίγει.


Α:Το ίδιο είναι.


(Σιωπή. 

Το φως τής ηλεκτρικής λαμπας αναβοσβηνει πολλές φορές)


(Η γυναίκα κάθεται.

Ο αντρας σηκώνεται)


Α:Χθες που ήσουν;


Γ:Δεν ήμουν εδω.


(Παύση.

Ακούγεται ένα γέλιο γυναίκας.

Το φως τής ηλεκτρικής καμπάνιας αναβοσβηνει πολλές φορες) 


Α:Μας παρακολουθούν.


Γ:Ποιος;


(η γυναίκα σηκώνεται)


Α: Μού είπαν ότι είμαι θεραπευμένος.


Γ:Ποιος σού το είπε;


(Σιωπή,

Ακουγεται ο ήχος ενός ρολογιού)


Γ:Εγώ δεν είμαι θεραπευμένη.


Α:Γιατι;


(Σιωπή.

Ακουγεται ο ήχος ενός ρολογιού)


Α:Δεν υπάρχει χρόνος.


Γ:Υπάρχει.


(Ο άντρας πηγαίνει στη πορτα)


Α:Αν ανοίξουμε την πόρτα, τι θα βρούμε;


Γ:Άλλη πόρτα.


Α:Κι αν δεν την ανοίξουμε;


Γ:Δεν θα είμαστε εδώ κλεισμένοι.


(Παύση.

Το ηλεκτρικό φως σβηνει.

Ακούγονται φωνές εκτός σκηνης)


Φωνη1:Η συνεδρία ολοκληρώθηκε.


Φωνή 2:Δεν υπήρξε συνεδρία.


Γ:Μας αξιολογούν.


Α:Καθε στιγμή.


Γ:Για ποιο σκοπό;


Α:Αυτό δεν το θυμάμαι. 


(Η γυναίκα πηγαίνει στη πόρτα και την ανοίγει.

Κοιταζει)


Γ:Είμαστε κι εκεί.


Α:Εκεί δεν είμαστε.


Γ:Ούτε είμαστε εδώ.


(Σιωπή.

Το ηλεκτρικό φως αναβοσβηνει)


Α:Εκείνη η γυναίκα με κοιτάζει.


Γ:Δεν είμαι εγώ.


Α:Εγώ σε κοιτάζω.


(Η γυναίκα γυρίζει και κάθεται στη καρεκλα)


Γ:Πεινάω.


Α:(κοιτάζει το ρολόι του)

Δεν είναι η ώρα τού φαγητού.


Γ:Τότε γιατί πεινάω; 


Α:Γιατί θέλεις να φας.


(Παύση.

Η γυναίκα σηκωνεται.

Ο αντρας πηγαίνει και  κάθεται)


Γ:Τι κάνουν έξω;


Α:Ποιοι;


Γ:Εμείς.


Α:Παντού είναι μέσα.


(Παύση.

Το φως γίνεται εκτυφλωτικό)


Γ:Κάποτε ήμουνα.


Α:Που;


Γ:Δεν ξέρω.


Α:Και τώρα;


Γ:Τώρα είμαι εδώ μαζί σου και συζητώ 


(Πλησιάζουν ο ένας πολύ κοντά στον άλλον) 


Γ:Αυτό θέλαμε.


Α.Να είμαστε εδώ.


Γ:Ναι,να είμαστε εδώ μαζί κλεισμένοι.


(Μεγάλη παύση.

Ακούγεται κλειδί σε πόρτα.

Φωνη εκτός σκηνης)


Φωνή:Η συνεδρία αναβάλλεται.


(Σιωπή)


Τέλος

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Enigma -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Enigma

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Enigma 

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Καθόνταν στο τραπέζι με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι της. 

Μπροστά της ένα σύννεφο είχε σταθεί ακίνητο.

Κάποτε σηκώθηκε. Περπατούσε αργά.

Ειδε ενα  σώμα.που υψώθηκε. 

Ένα πουλί διευφεγε από το παράθυρο.

Στο βάθος μπροστά σε μια θάλασσα μια γυναικα.

Στο τραπέζι η γυναίκα σήκωσε αργά το κεφάλι.

Το σύννεφο είχε διαλυθεί.

Το πουλί είχε χαθεί.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ένα παραμύθι) Ο αυτοκράτορας και το πουλί τού δάσους (Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-(Ένα παραμύθι)

Ο αυτοκράτορας και το πουλί τού δάσους

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Ένα παραμύθι)

Ο αυτοκράτορας και το πουλί τού δάσους


(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια απέραντη αυτοκρατορία ο αυτοκράτορας είχε στο παλάτι μηχανικά λουλούδια που άνοιγαν με τη μουσική,καθρέφτες που αντι για πρόσωπα έδειχναν φανταστικούς κόσμους όπως στα όνειρα,πουλιά από ασήμι που κελαηδούσαν κάθε που ξημερωνε. 

Όμως ο αυτοκράτορας δεν ένιωθε ευτυχισμένος.

-Ολα αυτά,έλεγε στους αυλικούς του,είναι τέλεια θαύματα,αλλά τίποτα από αυτά δεν με συγκινεί πραγματικά.

Μια μέρα έφτασε ένας ταξιδιώτης από πολύ μακριά και τού μίλησε για ένα μικρό πουλί που ζούσε βαθιά μέσα σε ένα δάσος πολύ μακριά από κει. 

-Κελαηδαει τόσο ομορφα,είπε στον αυτοκράτορα,όσο κανένα άλλο πουλί στον κοσμο αυτο.

Και ο αυτοκρατος διέταξε να πάνε και να τού φέρουν το πουλί.

Έτσι και έγινε.

Πήγαν κι εφεραν το πουλί στον αυτοκράτορα.

Και το πουλί κελαηδησε,και ο αυτοκρατος στο τραγουδι άκουσε τη βροχή,το φως τού φεγγαριού,τη σιωπή τής λίμνης,το γέλιο ενός μικρού παιδιού,τη φωνή τής μάνας του που έχασε.

Όλα ήταν που αγαπουσε μέσα στο τραγούδι τού πουλιού.

Κι ο αυτοκράτορας από τη μεγάλη συγκίνησε δακρυσε.

Οι αυλικοί όμως,άνθρωποι δόλιοι και πονηροί,δεν άντεχαν αυτή τη τελειότητα τού πουλιού γιατι θα έχαναν τα προνόμια τους.

Έφεραν,λοιπον,έναν τεχνίτη που έφτιαξε ένα άλλο πουλί,χρυσό.

Τραγουδούσε το ίδιο τέλεια και επιπλέον δεν κουράζονταν ποτέ να σταματήσει.

Και ο αυτοκρατορας συνειθισε και προτιμούσε να ακούει μονάχα το χρυσό πουλί.

Τοτε το αλλο πουλί,το πραγματικό,ξεχασμενο,

πέταξε και γύρισε πίσω στο δάσος του.

Τα χρόνια πέρασαν.

Και μια μέρα ο αυτοκράτορας αρρώστησε βαριά για να πεθάνει.Και ουτε το χρυσό πουλί δεν ήθελε πια να τού τραγουδαει.

Οι γιατροί δεν ήξεραν τη γιατρειά του.

Και ένα ξημέρωμα άκουσε το κελάηδισμα τής καρδιάς του.

Το πουλί τού δάσους είχε επιστρέψει και ήταν στο παράθυρο και τού τραγουδουσε.

Ο αυτοκράτορας ένιωσε τη ζωή μέσα του να αναστενεται.

Διεταξε τότε όλα τα μηχανικά παιχνίδια στο παλάτι του,λουλούδια,καθρέφτες,ασημένια πουλιά,και το χρυσό πουλί ακομη να καταστραφούν.

Τώρα άφηνε το παράθυρο του ανοιχτό και κάθε ξημέρωμα τον ξύπναγε τού τραγούδι τού πουλιού από το δασος.

Και έτσι γίνονταν και πέρναγαν τα χρόνια και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλλίτερα.

.

.


(A Fairy Tale)

The Emperor and the Bird of the Forest


Once upon a time, in a vast empire, the emperor had in his palace mechanical flowers that opened to music, mirrors that, instead of reflecting faces, revealed fantastical worlds like dreams, and silver birds that sang every dawn.

Yet the emperor was not happy.

“All these,” he would say to his courtiers, “are perfect wonders, but none of them truly move me.”

One day, a traveler arrived from a distant land and told him about a small bird that lived deep within a faraway forest.

“It sings so beautifully,” he said to the emperor, “as no other bird in this world.”

The emperor ordered that the bird be brought to him.

And so it was done.

They went and brought the bird to the emperor.

And the bird sang, and in its song the emperor heard the rain, the light of the moon, the silence of the lake, the laughter of a small child, the voice of the mother he had lost.

Everything he loved was within the bird’s song.

And the emperor, overcome with emotion, wept.

But the courtiers, deceitful and cunning, could not bear the bird’s perfection, for they feared losing their privileges.

So they brought a craftsman who made another bird—one of gold.

It sang just as perfectly, and moreover, it never tired or stopped.

And the emperor grew accustomed to it and preferred to listen only to the golden bird.

Then the other bird—the real one—forgotten, flew away and returned to its forest.

Years passed.

One day, the emperor fell gravely ill, close to death.

Even the golden bird would no longer sing to him.

The doctors did not know how to cure him.

And one dawn, he heard the song of his heart.

The bird of the forest had returned and was at his window, singing to him.

The emperor felt life awakening within him.

Then he ordered all the mechanical wonders in his palace—flowers, mirrors, silver birds, and even the golden bird—to be destroyed.

Now he kept his window open, and every dawn he was awakened by the song of the bird from the forest.

And so the years passed, and they lived happily ever after—and we even better.

.

.


(Un conte)

L’Empereur et l’Oiseau de la Forêt


Il était une fois, dans un immense empire, un empereur qui possédait dans son palais des fleurs mécaniques qui s’ouvraient avec la musique, des miroirs qui, au lieu de refléter les visages, montraient des mondes fantastiques comme dans les rêves, et des oiseaux d’argent qui chantaient à chaque aube.

Mais l’empereur n’était pas heureux.

« Tout cela, disait-il à ses courtisans, ce sont des merveilles parfaites, mais rien de tout cela ne m’émeut vraiment. »

Un jour, un voyageur venu de très loin lui parla d’un petit oiseau qui vivait au cœur d’une forêt lointaine.

« Il chante si merveilleusement, dit-il à l’empereur, qu’aucun autre oiseau au monde ne peut l’égaler. »

L’empereur ordonna qu’on lui apporte cet oiseau.

Et ainsi fut fait.

Ils allèrent le chercher et l’amenèrent à l’empereur.

Et l’oiseau chanta, et dans son chant l’empereur entendit la pluie, la lumière de la lune, le silence du lac, le rire d’un petit enfant, la voix de sa mère qu’il avait perdue.

Tout ce qu’il aimait se trouvait dans le chant de l’oiseau.

Et l’empereur, profondément ému, pleura.

Mais les courtisans, rusés et perfides, ne pouvaient supporter cette perfection, car ils risquaient de perdre leurs privilèges.

Ils firent donc venir un artisan qui fabriqua un autre oiseau—un oiseau d’or.

Il chantait tout aussi parfaitement, et de plus, il ne se fatiguait jamais et ne s’arrêtait pas.

Et l’empereur s’y habitua et préféra n’écouter que l’oiseau d’or.

Alors l’autre oiseau, le véritable, oublié, s’envola et retourna dans sa forêt.

Les années passèrent.

Un jour, l’empereur tomba gravement malade, au point de mourir.

Même l’oiseau d’or ne voulait plus chanter pour lui.

Les médecins ne connaissaient pas le remède.

Et un matin à l’aube, il entendit le chant de son cœur.

L’oiseau de la forêt était revenu et se trouvait à sa fenêtre, chantant pour lui.

L’empereur sentit la vie renaître en lui.

Alors il ordonna que toutes les merveilles mécaniques de son palais—fleurs, miroirs, oiseaux d’argent, et même l’oiseau d’or—soient détruites.

Désormais, il laissait sa fenêtre ouverte, et chaque aube, il était réveillé par le chant de l’oiseau venu de la forêt.

Et ainsi passèrent les années, et ils vécurent heureux—et nous encore plus heureux.

.

.


(Ein Märchen)

Der Kaiser und der Vogel des Waldes


Es war einmal, in einem weiten Reich, da hatte der Kaiser in seinem Palast mechanische Blumen, die sich zur Musik öffneten, Spiegel, die statt Gesichter fantastische Welten wie in Träumen zeigten, und silberne Vögel, die jeden Morgen sangen.

Doch der Kaiser war nicht glücklich.

„All das“, sagte er zu seinen Höflingen, „sind vollkommene Wunder, aber nichts davon berührt mich wirklich.“

Eines Tages kam ein Reisender aus einem fernen Land und erzählte ihm von einem kleinen Vogel, der tief in einem weit entfernten Wald lebte.

„Er singt so schön“, sagte er zum Kaiser, „wie kein anderer Vogel auf dieser Welt.“

Der Kaiser befahl, dass man ihm den Vogel bringe.

Und so geschah es.

Man ging und brachte den Vogel zum Kaiser.

Und der Vogel sang, und in seinem Gesang hörte der Kaiser den Regen, das Licht des Mondes, die Stille des Sees, das Lachen eines kleinen Kindes, die Stimme seiner Mutter, die er verloren hatte.

Alles, was er liebte, war im Gesang des Vogels.

Und der Kaiser, von tiefer Rührung überwältigt, weinte.

Doch die Höflinge, listig und hinterhältig, konnten diese Vollkommenheit nicht ertragen, denn sie fürchteten, ihre Privilegien zu verlieren.

Also brachten sie einen Handwerker, der einen anderen Vogel schuf – einen goldenen.

Er sang ebenso vollkommen und darüber hinaus wurde er niemals müde und hörte nie auf.

Und der Kaiser gewöhnte sich daran und zog es vor, nur noch den goldenen Vogel zu hören.

Da flog der andere Vogel, der wirkliche, vergessen davon und kehrte in seinen Wald zurück.

Die Jahre vergingen.

Eines Tages wurde der Kaiser schwer krank, dem Tode nahe.

Und selbst der goldene Vogel wollte nicht mehr für ihn singen.

Die Ärzte kannten kein Heilmittel.

Und eines Morgens im Morgengrauen hörte er das Zwitschern seines Herzens.

Der Vogel des Waldes war zurückgekehrt und saß an seinem Fenster und sang für ihn.

Der Kaiser spürte, wie das Leben in ihm wieder erwachte.

Da befahl er, alle mechanischen Wunder seines Palastes – Blumen, Spiegel, silberne Vögel und selbst den goldenen Vogel – zu zerstören.

Nun ließ er sein Fenster offen, und jeden Morgen wurde er vom Gesang des Vogels aus dem Wald geweckt.

Und so vergingen die Jahre, und sie lebten glücklich – und wir noch glücklicher.

.

.


(Una fiaba)

L’Imperatore e l’Uccello della Foresta


C’era una volta, in un vasto impero, un imperatore che aveva nel suo palazzo fiori meccanici che si aprivano con la musica, specchi che, invece di riflettere i volti, mostravano mondi fantastici come nei sogni, e uccelli d’argento che cantavano ogni alba.

Eppure l’imperatore non era felice.

«Tutte queste», diceva ai suoi cortigiani, «sono meraviglie perfette, ma nulla di tutto questo mi commuove davvero.»

Un giorno arrivò un viaggiatore da molto lontano e gli parlò di un piccolo uccello che viveva nel profondo di una foresta lontana.

«Canta così meravigliosamente», disse all’imperatore, «come nessun altro uccello al mondo.»

L’imperatore ordinò che gli venisse portato.

E così fu fatto.

Andarono e portarono l’uccello all’imperatore.

E l’uccello cantò, e nel suo canto l’imperatore udì la pioggia, la luce della luna, il silenzio del lago, la risata di un bambino, la voce della madre che aveva perduto.

Tutto ciò che amava era nel canto dell’uccello.

E l’imperatore, profondamente commosso, pianse.

Ma i cortigiani, astuti e maliziosi, non potevano sopportare quella perfezione, perché temevano di perdere i loro privilegi.

Così portarono un artigiano che costruì un altro uccello, d’oro.

Cantava altrettanto perfettamente e inoltre non si stancava mai né smetteva.

E l’imperatore si abituò e preferì ascoltare soltanto l’uccello d’oro.

Allora l’altro uccello, quello vero, dimenticato, volò via e tornò nella sua foresta.

Gli anni passarono.

Un giorno l’imperatore si ammalò gravemente, vicino alla morte.

E neppure l’uccello d’oro voleva più cantare per lui.

I medici non conoscevano la cura.

E un’alba, udì il canto del suo cuore.

L’uccello della foresta era tornato ed era alla sua finestra a cantare per lui.

L’imperatore sentì la vita rinascere dentro di sé.

Allora ordinò che tutte le meraviglie meccaniche del suo palazzo – fiori, specchi, uccelli d’argento e persino l’uccello d’oro – fossero distrutte.

Ora lasciava la finestra aperta, e ogni alba veniva svegliato dal canto dell’uccello proveniente dalla foresta.

E così passarono gli anni, e vissero felici e contenti – e noi ancora meglio.

.

.


(Un cuento)

El emperador y el pájaro del bosque


Érase una vez, en un vasto imperio, un emperador que tenía en su palacio flores mecánicas que se abrían con la música, espejos que, en lugar de reflejar rostros, mostraban mundos fantásticos como en los sueños, y pájaros de plata que cantaban cada amanecer.

Sin embargo, el emperador no era feliz.

«Todo esto», decía a sus cortesanos, «son maravillas perfectas, pero nada de esto me conmueve realmente».

Un día llegó un viajero desde tierras lejanas y le habló de un pequeño pájaro que vivía en lo profundo de un bosque muy distante.

«Canta tan hermosamente», le dijo al emperador, «como ningún otro pájaro en este mundo».

El emperador ordenó que se lo trajeran.

Y así se hizo.

Fueron y trajeron al pájaro ante el emperador.

Y el pájaro cantó, y en su canto el emperador escuchó la lluvia, la luz de la luna, el silencio del lago, la risa de un niño, la voz de su madre que había perdido.

Todo lo que amaba estaba en el canto del pájaro.

Y el emperador, profundamente conmovido, lloró.

Pero los cortesanos, astutos y maliciosos, no podían soportar aquella perfección, pues temían perder sus privilegios.

Así que trajeron a un artesano que hizo otro pájaro, de oro.

Cantaba igual de perfectamente y, además, nunca se cansaba ni dejaba de cantar.

Y el emperador se acostumbró y prefirió escuchar solo al pájaro de oro.

Entonces el otro pájaro, el verdadero, olvidado, voló y regresó a su bosque.

Pasaron los años.

Un día el emperador enfermó gravemente, al borde de la muerte.

Ni siquiera el pájaro de oro quiso ya cantarle.

Los médicos no conocían su cura.

Y un amanecer, escuchó el canto de su corazón.

El pájaro del bosque había regresado y estaba en su ventana cantándole.

El emperador sintió la vida renacer dentro de él.

Entonces ordenó que todas las maravillas mecánicas de su palacio —flores, espejos, pájaros de plata e incluso el pájaro de oro— fueran destruidas.

Ahora dejaba su ventana abierta, y cada amanecer lo despertaba el canto del pájaro del bosque.

Y así pasaron los años, y vivieron felices —y nosotros aún más.

.

.


(Um conto)

O imperador e o pássaro da floresta


Era uma vez, num vasto império, um imperador que tinha em seu palácio flores mecânicas que se abriam com a música, espelhos que, em vez de refletirem rostos, mostravam mundos fantásticos como nos sonhos, e pássaros de prata que cantavam a cada amanhecer.

No entanto, o imperador não era feliz.

«Tudo isto», dizia aos seus cortesãos, «são maravilhas perfeitas, mas nada disso me comove verdadeiramente».

Um dia chegou um viajante de terras distantes e falou-lhe de um pequeno pássaro que vivia no fundo de uma floresta muito distante.

«Canta de forma tão bela», disse ao imperador, «como nenhum outro pássaro neste mundo».

O imperador ordenou que lho trouxessem.

E assim foi feito.

Foram e trouxeram o pássaro ao imperador.

E o pássaro cantou, e no seu canto o imperador ouviu a chuva, a luz da lua, o silêncio do lago, o riso de uma criança, a voz da sua mãe que tinha perdido.

Tudo o que amava estava no canto do pássaro.

E o imperador, profundamente comovido, chorou.

Mas os cortesãos, astutos e maliciosos, não podiam suportar tal perfeição, pois temiam perder os seus privilégios.

Trouxeram então um artesão que fez outro pássaro, de ouro.

Cantava igualmente de forma perfeita e, além disso, nunca se cansava nem deixava de cantar.

E o imperador habituou-se e preferiu ouvir apenas o pássaro de ouro.

Então o outro pássaro, o verdadeiro, esquecido, voou e regressou à sua floresta.

Os anos passaram.

Um dia o imperador adoeceu gravemente, à beira da morte.

Nem mesmo o pássaro de ouro quis mais cantar para ele.

Os médicos não conheciam a cura.

E numa madrugada, ouviu o canto do seu coração.

O pássaro da floresta tinha regressado e estava à sua janela a cantar para ele.

O imperador sentiu a vida renascer dentro de si.

Então ordenou que todas as maravilhas mecânicas do seu palácio —flores, espelhos, pássaros de prata e até o pássaro de ouro— fossem destruídas.

Agora deixava a janela aberta, e a cada amanhecer era despertado pelo canto do pássaro da floresta.

E assim passaram os anos, e viveram felizes —e nós ainda mais felizes.

.

.

.

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η Εκτέλεση τού Frederico Garcia Lorca -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η Εκτέλεση τού Frederico Garcia Lorca

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n couvelis

Η Εκτέλεση τού Frederico Garcia Lorca 


την αυγή το χώμα ήταν υγρό

ιδρωμενο από τη νύχτα

τα φύλλα στις ελιές μισά ασημένια

μισά σκοτεινα

Κάπου μακριά ένα σκυλί

γαυγίζει τα συννεφα,

ο δυνατός αέρας γυρίζει 

με τούς καβαλαριδες του

Τον έφεραν.Δεν αντιστάθηκε.

Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο.

-θέλω να με σκεπασει

νερό με νουφαρα-

Ένας από τους στρατιώτες τον κοίταξε. -Δεν νιώθεις τρόμο;τον ρωτησε.

-ειμαστε βρέφη και η γη είναι η κούνια μας,

ειπε.

-Εδώ,είπε ο αρχηγός.

Ο τόπος τής εκτέλεσης δεν είχε τίποτα το δραματικό.Ένα κομμάτι γης,μια μικρή ανηφόρα,λίγες πέτρες. 

Τον έστησαν.

Τα χέρια του δεν έτρεμαν.

-μη δέστε τα χέρια του,διέταξε ο αρχηγός 

Ένας άλλος στρατιώτης απέφευγοντας να κοιταξει το πρόσωπο του, κοίταζε 

τα παπούτσια του,τη λάσπη που είχε κολλήσει πάνω τους.

Ο ουρανός άρχισε να αλλάζει χρώμα.

Το γαλάζιο πάλευε με το μαύρο.

-πρασινο,ψιθύρισε,πράσινος άνεμος,πράσινα πουλια

Μέσα από τις ελιές βγηκε ένας χορός μαυροφορεμένων γυναικών.

-Ηρθαμε καλεσμένες στον γάμο σου,είπε η κορυφαία.

Τον ματωμένο.

Ένας αξιωματικός διάβασε ένα εγγραφι.

Λόγια τυπικά. 

Ο ποιητής δεν άκουγε πια,άκουγε μόνο το αίμα του,τη γη του,τα νανουρίσματα.

Ούτε τον πυροβολισμό άκουσε.

Στις πέντε το απόγευμα.

Ήταν ακριβώς πέντε το απόγευμα.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -The Last Pintura Negra τού Francisco Goya -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-The Last Pintura Negra τού Francisco Goya

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



Francisco Goya-Kronos-


χ.ν.κουβελης c.n couvelis

The Last Pintura Negra τού Francisco Goya 


Ο Γκόγια καθεται ακίνητος,με τα μάτια του καρφωμένα στο σκοτάδι.

Επέστρεφαν στην Quinta del Sordo

οι μάγισσες,οι παραμορφωμένοι άνθρωποι,οι σκοτεινές φιγούρες.

Η κώφωση του στις Pinturas negras.

Κοιτάζει τον Κρόνο που καταβροχθίζει το παιδί του.Τα μάτια τού θεού άγρια,

γεμάτα λυσσα.

Άγγιξε με το χέρι του το χρώμα,ήταν ακόμα νωπό.

Ο Κρόνος τον κοιτούσε.

Δεν φοβήθηκε.Ειχε δει πολλά,πολέμους,αρρώστιες,τη τρέλα τών ανθρωπων,σώματα 

που έπεφταν στις εκτελέσεις,

τον ανθρωπο να γίνεται κτηνος.

Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε,

κάθισε σε μια καρέκλα.

Έφερε στο νου του

τη νεότητα,τις αυλές, τούς βασιλιάδες που ζωγράφισε,τα ψεύτικα  χαμόγελα,

τα πρόσωπα που κρύβανε δολο κάτω από τη λάμψη.

Τους πολεμους,τα  ακρωτηριασμένα σώματα. τούς κρεμασμένους ανθρώπους,

τα ανοιχτά μάτια των νεκρών 

Τις τελευταίες μέρες ένιωθε το σώμα του αδυναμο,τα χέρια του έτρεμαν,η όραση του θολωσε.

Ένα απόγευμα ένας μαθητης του μπήκε στο σπίτι και τον βρήκε  καθισμένο στη 

καρεκλα, ακίνητο,με το βλέμμα στραμμένο στον τοίχο.

-Δάσκαλε,φώναξε.

Καμία απάντηση.

Πλησίασε.Είδε τα μάτια τού Γκόγια.Δεν ήταν νεκρά.

Ο ζωγράφος σήκωσε αργά το χέρι και έδειξε στον τοίχο.Εκεί έβλεπε μια μορφή 

να σχηματίζεται μεσα στο σκοταδι.

Το σκοτάδι τον έτρωγε.

Ο μαθητης δεν κατάλαβε.

Αλλά ο Γκόγια ήξερε.

Ήταν το τελευταίο του έργο.Αυτος ο ίδιος.

Τη νύχτα πέθανε.

.

.

.