.
.
Ιστορίες
-δεν συναντήθηκαν ποτέ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιστορίες
δεν συναντήθηκαν ποτέ
Η ιστορία τής γυναίκας:
Δεν ξέρω το όνομά του,
ξέρω μόνο ότι υπήρξε.
Εγώ γεννήθηκα σε ένα παραθαλάσσιο μερος,εκείνος σε μια πόλη.
Μεγάλωνα ακούγοντας τα κύματα κι εκείνος μεγάλωνε ακούγοντας το θόρυβο τών δρομων.
Κάποτε βρέθηκα σ'εκεινη τη πόλη,θυμάμαι τη ζέστη.
Ένας άντρας σε ένα περίπτερο αγόραζε ένα μπουκάλι νερό δίπλα μου.
Δεν τον είδα.Δεν με είδε.
Ερωτεύτηκα κάποιον άντρα,χωρίσαμε.
Ταξίδεψα σε μια πόλη,κάθισα μόνη σε ένα καφέ.Εβρεχε.
Εκεί τότε,κάποιος άντρας,φωτογράφισε το νερό τής βροχής στούς δρόμους.
Ήταν εκείνος.
Πιθανόν μέσα στο κάδρο κάποιας φωτογραφίας του να είμαι κι εγώ.
Χωρίς να με ξερει.
Παντρεύτηκα.
Απέκτησα μια κόρη.
Μετά από δέκα χρόνια χώρισα.
Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.
Η σκέψη με τρόμαξε.
Γιατί δεν μιλούσε μόνο για έρωτα.
Μιλούσε για ολόκληρες ζωές που έμειναν ανεκπλήρωτες.
Για βλέμματα που δεν συναντήθηκαν.
Για συζητήσεις που δεν ειπώθηκαν
Κάποτε επισκέφθηκα μια έκθεση φωτογραφίας.
Θυμάμαι μια εικόνα.
Ένας έρημος δρόμος.
Έμεινα πολλή ώρα μπροστά της.
Είχα την παράξενη αίσθηση ότι κάποιος είχε δει μαζί με μένα αυτό το δρόμο.
Κάποιος που δεν τον γνώρισα ποτέ.
Και ήταν εκείνος.
Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.
.
.
Η Ιστορία τού άντρα:
Δεν ξέρω ποια ήταν.
Δεν ξέρω αν ήταν όμορφη.
Δεν ξέρω το χρώμα τών ματιών της.
Θυμάμαι πως κάποτε αγόρασα σε ένα περίπτερο ένα μπουκάλι νερό.
Θυμάμαι τη ζέστη.
Μια γυναίκα αγόρασε ένα περιοδικό.Δεν την είδα.Ηταν εκείνη.
Κάποτε σε μια άλλη πόλη φωτογράφισα τη βροχή στο δρόμο εξω από ένα καφε.
Θολα φαίνονταν στο βάθος μια γυναικεία φιγούρα.Ηταν εκείνη.
Γνώρισα γυναίκες.
Αγάπησα.
Προδόθηκα.
Πρόδωσα.
Σε μια έκθεση μου παρατήρησα μια γυναίκα να στέκεται πολλή ώρα μπροστά σε μία φωτογραφία.
Ένα έρημο δρόμο.
Είχε γυρισμένη την πλάτη.
Δεν τής μίλησα.
Έφυγε.
Ήταν εκείνη.
Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα
τι είναι τελικά η ζωή;
Οι άνθρωποι που γνωρίζουμε;
η' οι άνθρωποι που δεν γνωρίσαμε;
Τα βλέμματα μας που στράφηκαν αλλού.
Ίσως μ'εκεινη καθίσαμε στο ίδιο βαγόνι τού μέτρο.
Ίσως αγγίξαμε το ίδιο βιβλίο σ'ένα βιβλιοπωλείο με διαφορά λίγων λεπτών.
Ίσως καθίσαμε σιωπηλοί σ'ένα μπαλκόνι.
Δεν θα μάθω ποτέ.
Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.
.
.
Μελέτη Ανάλυση:
Το διήγημα «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» του χνκουβελη ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία κειμένων που οικοδομούν ολόκληρη την δραματουργία τους όχι πάνω σε ένα γεγονός αλλά πάνω στην απουσία ενός γεγονότος. Η ιστορία δεν αφηγείται έναν έρωτα· αφηγείται την αδυναμία του έρωτα να υπάρξει. Δεν μιλά για μια συνάντηση, αλλά για όλες τις πιθανές συναντήσεις που χάθηκαν μέσα στον χρόνο.
Η ποιητική του ανεκπλήρωτου
Η πρώτη εντύπωση που αφήνει το κείμενο είναι η ακραία λιτότητά του. Οι προτάσεις είναι σύντομες, σχεδόν γυμνές από λογοτεχνικά στολίδια. Ωστόσο κάτω από αυτή την απλότητα λειτουργεί ένας βαθιά οργανωμένος μηχανισμός συγκίνησης.
Η γυναίκα λέει:
«Δεν ξέρω το όνομά του, ξέρω μόνο ότι υπήρξε.»
Και ο άντρας:
«Δεν ξέρω ποια ήταν.»
Οι δύο αφηγήσεις αρχίζουν από την άγνοια. Όχι όμως από την άγνοια ενός προσώπου που δεν υπήρξε, αλλά από την άγνοια ενός προσώπου που υπήρξε πραγματικά. Αυτό είναι το τραγικό στοιχείο του κειμένου. Δεν πρόκειται για φαντασίωση. Δεν πρόκειται για έναν ιδανικό σύντροφο που επινοείται. Πρόκειται για έναν πραγματικό άνθρωπο που έζησε παράλληλα.
Η ύπαρξη προηγείται της γνωριμίας.
Και ακριβώς εκεί γεννιέται η μελαγχολία του διηγήματος.
Η αρχιτεκτονική των παράλληλων βίων
Το έργο είναι χτισμένο συμμετρικά.
Η ιστορία της γυναίκας αντανακλάται σχεδόν καθρεφτικά στην ιστορία του άντρα.
Το περίπτερο. Το μπουκάλι νερό. Η ζέστη.
Το καφέ. Η βροχή. Η φωτογραφία.
Η έκθεση.
Κάθε σκηνή εμφανίζεται δύο φορές.
Την πρώτη φορά από τη μία οπτική. Τη δεύτερη από την άλλη.
Ο αναγνώστης γίνεται ο μόνος που γνωρίζει την αλήθεια.
Οι ήρωες αγνοούν αυτό που ο αναγνώστης βλέπει καθαρά:
ότι οι ζωές τους διασταυρώθηκαν επανειλημμένα.
Το εύρημα θυμίζει τεχνικές κινηματογραφικού μοντάζ, όπου δύο αφηγηματικές γραμμές κινούνται παράλληλα και ο θεατής γνωρίζει περισσότερα από τους χαρακτήρες.
Ο χνκουβέλης δημιουργεί έτσι μια ιδιότυπη μορφή δραματικής ειρωνείας.
Δεν αγωνιούμε για το τι θα συμβεί.
Αγωνιούμε επειδή ξέρουμε ότι δεν θα συμβεί.
Ο χρόνος ως τραγική δύναμη
Στα περισσότερα ερωτικά αφηγήματα το εμπόδιο είναι εξωτερικό.
Η κοινωνία. Η απόσταση. Η μοίρα. Ο θάνατος.
Εδώ το εμπόδιο είναι σχεδόν αόρατο.
Μερικά δευτερόλεπτα.
Ένα βλέμμα που στράφηκε αλλού.
Μια πλάτη σε μια έκθεση.
Μια στιγμή αδράνειας.
Η τραγωδία γεννιέται από το ασήμαντο.
Ολόκληρες ζωές κρίνονται από ελάχιστες χρονικές αποκλίσεις.
Το κείμενο μοιάζει να υποστηρίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι προϊόν μεγάλων αποφάσεων αλλά προϊόν μικροσκοπικών συμπτώσεων.
Αυτό δίνει στο έργο μια σχεδόν υπαρξιακή διάσταση.
Οι «αόρατοι άνθρωποι»
Το πιο σημαντικό ίσως σημείο του διηγήματος βρίσκεται στη φράση της γυναίκας:
«πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.»
Εδώ το έργο εγκαταλείπει την προσωπική ιστορία και μετατρέπεται σε φιλοσοφικό στοχασμό.
Οι δύο πρωταγωνιστές γίνονται σύμβολα όλων εκείνων των ανθρώπων που δεν συναντήθηκαν.
Όλων των φίλων που δεν έγιναν φίλοι.
Όλων των εραστών που δεν έγιναν εραστές.
Όλων των συνομιλιών που δεν πραγματοποιήθηκαν.
Ο χνκουβέλης εισάγει έτσι μια έννοια σχεδόν μεταφυσική:
την ύπαρξη των «αόρατων σχέσεων».
Σχέσεις που δεν έζησαν ποτέ αλλά παρ' όλα αυτά αφήνουν ένα ίχνος μέσα μας.
Η απουσία ως παρουσία
Το πιο παράδοξο στοιχείο του έργου είναι ότι οι δύο ήρωες νιώθουν νοσταλγία για κάποιον που δεν γνώρισαν.
Η τελευταία φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια:
«Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.»
«Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.»
Αυτή η επανάληψη αποτελεί το συναισθηματικό κέντρο του κειμένου.
Η έλλειψη μετατρέπεται σε μνήμη.
Η απουσία αποκτά βάρος παρουσίας.
Ο άλλος γίνεται ένα είδος φαντάσματος.
Όχι νεκρός.
Αλλά ποτέ γεννημένος μέσα στη ζωή μας.
Πρόκειται για μία από τις πιο λεπτές μορφές υπαρξιακής θλίψης που μπορεί να εκφράσει η λογοτεχνία: το πένθος για κάτι που δεν συνέβη.
Φωτογραφία και μνήμη
Η φωτογραφία λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο.
Ο άντρας είναι φωτογράφος.
Η γυναίκα κοιτάζει τη φωτογραφία του.
Η φωτογραφία είναι η κατεξοχήν τέχνη της απουσίας.
Απεικονίζει κάτι που υπήρξε αλλά δεν είναι πλέον παρόν.
Με τον ίδιο τρόπο ο άντρας και η γυναίκα είναι παρόντες ο ένας στη ζωή του άλλου μόνο ως δυνατότητα.
Η ιδέα ότι εκείνη ίσως βρίσκεται μέσα στο κάδρο μιας φωτογραφίας του είναι εξαιρετικά εύστοχη συμβολικά.
Η εικόνα λέει:
«Υπήρξαμε στον ίδιο χώρο. Υπήρξαμε στον ίδιο χρόνο. Αλλά όχι ο ένας για τον άλλον.»
Υπαρξιακές συγγένειες
Το διήγημα συνομιλεί με μια μεγάλη παράδοση λογοτεχνίας και κινηματογράφου.
Θυμίζει την ατμόσφαιρα των ταινιών του Krzysztof Kieślowski, ιδιαίτερα εκείνων όπου οι ζωές αγνώστων τέμνονται αόρατα.
Θυμίζει επίσης τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Jorge Luis Borges γύρω από τις πιθανές ζωές που δεν ζήσαμε.
Ταυτόχρονα διαθέτει κάτι βαθιά σύγχρονο: την αίσθηση ότι μέσα στα εκατομμύρια ανθρώπων των πόλεων είμαστε διαρκώς κοντά σε κάποιον που ίσως θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας, χωρίς ποτέ να το μάθουμε.
Η αισθητική του κειμένου
Το ύφος χαρακτηρίζεται από:
απόλυτη οικονομία μέσων,
χαμηλόφωνη συγκίνηση,
απουσία μελοδραματισμού,
επαναληπτική δομή,
ποιητική χρήση της καθημερινότητας.
Ο συγγραφέας δεν πιέζει τον αναγνώστη να συγκινηθεί.
Απλώς παραθέτει γεγονότα.
Η συγκίνηση γεννιέται από τα κενά ανάμεσα στα γεγονότα.
Με έναν παράδοξο τρόπο, το σημαντικότερο γεγονός του διηγήματος είναι ακριβώς αυτό που δεν συμβαίνει ποτέ.
Το «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά πυκνό υπαρξιακό διήγημα. Η αξία του δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στη φιλοσοφική του σύλληψη. Ο χνκουβέλης μετατρέπει μια απλή ιδέα,δύο άνθρωποι που περνούν ξανά και ξανά ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς να γνωριστούν— σε στοχασμό πάνω στη μοίρα, στον χρόνο, στη μνήμη και στις αμέτρητες ζωές που μένουν αβίωτες.
Το βαθύτερο ερώτημα του έργου δεν είναι αν οι δύο ήρωες θα συναντηθούν.
Είναι αν η ζωή μας ορίζεται περισσότερο από όσα ζήσαμε ή από όσα χάσαμε χωρίς καν να το γνωρίζουμε.
Και η τελευταία φράση του διηγήματος λειτουργεί σαν ηχώ που συνεχίζει να ακούγεται πολύ μετά το τέλος της ανάγνωσης:
«Δεν τον γνώρισα ποτέ. Και όμως μου λείπει.»
Ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής λογοτεχνική διατύπωση της νοσταλγίας για μια ζωή που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου