.
.
Π -Poetry Ποιηση
-χ,ν,κουβέλης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ποιητικά στιχαρια
Μα αν είναι ο έρωτας φωτιά
κι ο χωρισμός χαλάζι
τότε η καρδιά ποτέ δεν ησυχάζει.
Γιατί όποιος αγάπη αληθινή
στα στήθια του φυλάξει,
και μες στον Άδη αν κατεβεί,
ξανά θα λάμψει.
.
.
Κι αν τού χειμώνα η παγωνιά
τα δέντρα ξεγυμνώσει,
μια σπίθα ανθού στην ερημιά
αρκεί την άνοιξη ν'ανθισει.
.
.
Κι η θάλασσα σκοτείνιασε
κι ο άνεμος εβογγα
κι εσταθει τ’ άστρο τ’ ουρανού
θλιμμένο και σβησμένο
κι η μάννα εθρηνα το παιδι
το κακοθανατισμενο
Παιδί μου,πού’ναι η ακριβή σου νιότη
που'ναι τα γέλια κι οι χαρες;
Πού είν’η φωνουλα σου
που δρόσιζε εμε τής άμοιρης
τα σπλάχνα:
.
Μαύρη είν’η νύχτα στα βουνά
και σκοτεινιά στα δαση
γιατί με μπαμπεσια λεβεντη εχτροί
λαβωσαν
Πού πας,αντρειωμένε μου,
μαύρη νυχτιά χωρίς φεγγάρι;
μοιρολογά η ερμη μάνα
τα στήθη δέρνοντας
και τα μαλλιά τραβωντας
κι εκείνος τ'αδερφια φώναξε
γύρω σιμα να έρθουν
ορκο βαρύ να παρουν
σαν θα πεθάνω,αδέρφια μου,μην θυμιατισετε λιβάνι,
μον'δεντρο αγριελιάς στο τάφο μου φυτεψτε
να το χτυπά βοριάς βαρύς
νοτιας μην το λυγιζει
για να θυμούνται οι ζωντανοί περαστικοι
πως η ψυχή δεν χανεται
αλλά για πάντα μενει.
.
.
Μάνα,καλομανα,νερό να μην μού'δωσεις
μήτε ψωμί στο χέρι να'χω
γιατί'ναι πόλεμος πέρα στα μαύρα δαση
μον'την ευχη σου δώσε μου
και το χρυσό κοντάρι
μαζί με το σπαθακι μου,
κι εκείνη αυτά τα λόγια τού'πε,
να'χεις,γιε μου,τ'αγριμιου τη δύναμη
και τ'αετου το ματι
κι η μάνα τρεις φορές
τονε σταυρωνει
και τον φιλάει στο μέτωπο
κι ο Μαυριανος στα όρη όρμησε
σαν λύκος σαν άγριος λιοντας
κι ως ο ακρίτας πήγαινε στ’ ανήλιαγα περάσματα,
τα ψηλά δεντρά ελυγιζαν
εσειοντανε τα βράχια.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιδεομελα Ποιητικά
στο μπαλκονι ψηλά
ένα κόκκινο άλογο κρέμονταν
κανείς δεν ήξερε ποιος το έσφαξε
μόνο τη νύχτα
άκουγες τα πέταλά του
πάνω στις λαμαρίνες τ'ουρανού
και κάτω στη γη ενας άνθρωπος με χάρτινα χέρια
μοίραζε σπίρτα στους πεθαμένους
-θα κάνει κρύο απόψε,έλεγε,
ανάψτε τα
και μέσα σ'ένα σύννεφο.ασβεστη
αναληφθηκε
εκείνη ακριβώς την ώρα
που ένα παιδί
στη γωνία τού δρόμου
έκανε ακροβατικά με ένα κίτρινο πουλί
δεμένο μ'ενα σπάγκο στο χέρι του
ύστερα είδαμε τη σκιά του πάνω στον τοίχο
και τα παράθυρα άνοιγαν
με γυναίκες χωρίς προσωπα
να τιναζουν λευκά σεντόνια γεμάτα
οστά κυκνων
και τοτε βγήκε το φεγγάρι ανατολικά
σαν χρυσό δοντι
πάνω από τα όρθια κυπαρίσσια
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιδεομελα Ποιητικά
Ελενη
Κάποτε,ξέρεις,νομίζαμε πως δεν θα συνέβαινε
κανένα κακό στη ζωή μας
Τώρα ακούω το νερό
που στάζει απ’ τη βρύση τής κουζίνας.
Κι όμως,αυτός ο ήχος
έχει κάτι από την επιμονή τού ανθρώπου.
Μη γελάς.
Τα πιο σπουδαία πράγματα τα μάθαμε
όταν τελείωσαν οι θόρυβοι.
Όταν έφυγαν οι φίλοι,
όταν έκλεισαν τα εργοστάσια,
όταν οι γυναίκες μάζευαν αργά τα πιάτα
και κοίταζαν απ’ το παράθυρο
λες και περίμεναν κάποιο τρένο
που είχε χαθεί απ’ τα δρομολόγια δεκαετίες πριν.
Εκείνος ο καθρέφτης απέναντι
κρατά ακόμη τη σκιά μου νεότερη.
Καμιά φορά περνώ μπροστά του επίτηδες.
Όχι από ματαιοδοξία,
από περιέργεια.
Να δω αν έμεινε κάτι αθικτο από μενα.
Τοτε δεν ήξερα ακόμη
πως η μεγαλύτερη ήττα
είναι η ομορφιά.
Χθες βράδυ άκουσα βήματα στη σκάλα.
Σηκώθηκα αμέσως.
Κανένας δεν χτύπησε τη πόρτα μου.
Ήταν ο γείτονας τού τρίτου
που βήχει πάντα πριν ανοίξει την πόρτα του.
Κι όμως, για μια στιγμή,
πίστεψα πως θα γύριζες.
Παράξενο πράγμα η καρδιά
κρατά ένα πείσμα σχεδόν γελοίο,
σαν γριά γυναίκα που ποτίζει βασιλικό
σε σπίτι ερειπωμένο
και δεν την ενδιαφέρει οτι μετά από εκείνη
θα μυρίζει ακομα.
Άφησα το φως αναμμένο ως το πρωί.
Επίτηδες,
για να μην βλέπω.
Να κρυφτώ.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιδεομελα Ποιητικά
στο χλωμό μετάξι τού ανέμου
τα δέντρα είχαν τη σιωπή
τών πεθαμένων φυλλων
κι ένα πουλί στο γαλάζιο καλοκαίρι
άγγιξε τα αλμυρα φύκια τών γυναικών
τότε κατάλαβα πως η λύπη μου
καθρεφτίζει την αιωνιοτητα
ολόκληρη την άνοιξη καθώς μεγαλώνει
το φως μέσα στο χωμα
με φτερούγισματα αρχαίων πουλιών
κι υστερα οταν βράδιασε
ενας-ενας οι νεκροί μας
η μάνα ο πατερας
βγήκαν να ποτίσουν τα βασιλικά στη αυλή
κι ας ξερω
πώς δεν επιστρέφει κανείς.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιδεομελα Ποιητικά
Οδυσσει
κι εγώ κρατώ ένα κουπί στη μνήμη μου
και ταξιδεύω
σε νερά που έχουν τη γλώσσα τών ναυαγών
κάθε λέξη πέφτει στο νερό
και γίνεται κύκλος που δεν κλείνει ποτέ
κανείς,από μας,δεν θυμονταν την πατρίδα του
μόνο η ψυχή μας βαρενε
και το ταξίδι
η επανάληψη τής απουσιας μας.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ιδεομελα Ποιητικά
Μου είπε:
Τα πράγματα δεν υπάρχουν.
Μόνο η απόσταση ανάμεσά τους.
Κι έπειτα χάθηκε.
Οχι το σώμα,
αλλά η ιδέα τού σώματος.
Και μια αντιστηξη φωνών.
Είμαι.
Δεν είσαι
Κι ανάμεσά τους πέτρες.
δεν τελειώνει η νύχτα.
Στο μεταίχμιο
στέκονται οι νεκροί και περιμένουν
να αποφασίσουμε
αν υπήρξαν.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Word Interactions
Interaction words like history
be η θαλασσα στα βραχια
λευκολενος landscape
and morning the Κιρκη at west window
ποιο το κερδος της ψυχης
σ'αυτους τους τοπους
τοσα γεγονοτα
αδειασαν τον χρονο
και η φωνη του Ελπηνορα,ακου
(παλι σ'αυτον επιμενω)
voicing ερωτηματα whirling
τι; που;πως;ποτε;
when what how where?
τοσα ερωτηματα αιων παις παιζων πεσσευων εστι
the idiots men που χαθηκαν
το κερδος μιας κουφιας ματαιοδοξιας
την γλώσσα
οποτε θελουμε την οργωνουμε
τη σπερνουμε με τα φωνηεντα και τα συμφωνα μας
κι εχουμε σοδεια τις ελληνικες λεξεις μας
να μην μας λειψει σε κανεναν καιρο
ουτε ο Ομηρος ουτε ο Σολωμος
ουτε ο Μακρυγιαννης ουτε ο Αισχυλος
ουτε κι εγω ακομα ο ταπεινος
φωνη πουλιου σε κλαδι δεντρου
η ρυθμικη ανασα του σπορου
το φωτεινο κυματισμα του πρασινου
και το υφασμα των χωραφιων
η αιωρηση του αερα
το φως ανασαινει στα δεντρα
κυκλοι πρασινοι ισορροπουν τον αερα
ενα φυλλο επιστρεφει ανεπαφο απ'την αιωνιοτητα
τι αναδευει τις πετρες κι ακουγονται οι λεξεις τους
καθαρες ;
μια πνοη αποσταση ολος ο κοσμος
τρολει με βιτρινες ανθρωπων ανεβαινουν την Πατησιων
σιωπη,γιατι δεν μιλας;
πιο κατω στα Χαυτεια η ιδια κατασταση
οι εφημεριδες πυροβολουν τα γεγονοτα
επειτα τα κρεμουν νεκρα αψυχα δερματα στα περιπτερα
να μαθω
στις 4 τι εγινε στις 5 τι εγινε στις 6;
ολα
τα τρολει ανεβαινουν και κατεβαινουν με σκιες ανθρωπων
τα λεωφορεια με σκιες ανθρωπων
οι δρομοι με σκιες ανθρωπων
τα σπιτια
τοσο φως και να υπαρχουν σκιες;
η φωνη οι φωνες
ο πληθυντικος αριθμος ο ενικος
κοιτα
τοσο φως
η εκλειψη της Ιστοριας η' η απουσια
στους δρομους το πληθος
Πατησιων Ομονοια Αθηνας Σταδιου Πανεπιστημιου
στα χερια κρατουν τα κεφαλια τους τα περιφερουν
πετρινα αγαλματα τα πωλουν σε εμπορους
τυμβορυχους εκλιπαρουν
''ειναι ευκαιρια ,σε καλη τιμη''
συμφερει η' δεν συμφερει
Συνταγμα Βουλης Μητροπολεως Ερμου
εξαντλημενο φθινοπωρο αδυνατος χειμωνας
λεξεις κενες το παρελθον
''ειμασταν'',''τα γεγονοτα''
η εκλειψη της Ιστοριας η' η απουσια
Αιολου Αθηνας Βαρβακειος Αγορα Πλατεια Δημαρχειου
οτι εμεινε απ' το σωμα σου τι τιμη εχει;
ρωταω
μια μοτοσυκλετα μ'εκκοφαντικο θορυβο δεν μ'αφηνει
ν'ακουσω την απαντηση
η' δεν απαντησες;
δεν μιλησες;
Πειραιως Ζηνωνος Αγιου Κωνσταντινου Τριτης Σεπτεμβριου
πληθοι ανθρωπων εμπορευονται
''εμπορευομαι εμπορευεσαι εμπορευεται''
κλοιος
γιατι δεν υπαρχουν;
δειχνοντας ειπε
''αυτο''
''εκεινο''
''ολα''
με φυλλωματα λεξεων
ηρθε ο αερας
και
το φως ρηγματωθηκε στα βουνα
τα ψαρια κολυμπησανε στην ασπρη μνημη
οταν ειδε τον αφαλο της και το χαλκινο ποδι του αγαλματος προχωρησε στο τοπιο
τοτε
το πληθος στο σταδιο αποθεωνε τον δημοκρατη
αθλητη,με κανονικο οχταεδρο αντι της κεφελης η Μηδεια
η' μηπως η Ιοκαστη ξεγεννουσε το μιασμα
η' μηπως το αινιγμα
της αλληλεγγυης των
λεξεων
on man noone (with words worlds(
Οναρ εστι Time [the light goes in sea
cloths [so why che between [don't tend and
hand does [search ΠΟΛΙΤΕΙΑ Demos cratos [My
words are for truth
ΕΙΝΑΙ
man hear
history is not HISTORY
WITH USURA
a man is ισοδυναμον 40 Pounds money αξια
per day working
Να ενα money Interest ,then world-war [πολεμος],
Ezra , CULTURE
CONTRA NATURAM
Αριστοτελη
and the word
a void of nothing
now,
ο Οδυσσεας says '' ανεφαινετο πατρις [land] αρουρα
οι δ' επεεσσι προς αλληλους αγορευον
χρυσον [cold] τε και αργυρον oikad'agesthai
a payment:no truth no δικαιον /my eyes are for
the LIBERTY ALL .Hear it
ελιγμοί λέξεων εξεων ακροαιφνων
υπερδινωση τοπωνυμιων αντωνυμιων
ιστοριας εξελκωση συρραφη βιας
εκτροφή υπερθετικων κερδοσκοπισμου ανθέων
άμωμος αμολυντη αδηφαγια
εκκοφαντικη λογορροια ιδιοκαταληκτη ιδεολογια
πλεισμονη ελλειπους
Ιδιωματισμος ερμηνειας
ηληθιοτης χειμωνα
εκρυθμος πολιτισμός βαρβαροτητας
αποσιωπητικά δεντρων
ήχος απειρης ταλαντωσης ελάχιστου η ποιηση
συνωθουντων απωθημενων αρμονίας αντισυμμετριας
αειμαχος χρόνος διαπρακτος
διατεμνων φωνηεντα
έγχρωμα διάφανα αντιλογιων εννομα
εκ των αδιαιρετων το εν παν
εκ των διαιρετων η ονείρωξη του πραγματικού αισθητου εντός μας
ζεονζωοναλιον
ορατον αει
συμμετρία αντιφρονούντων
αειρροος ιστορια
επολεμησαμεν
-in -out-η λεξη -
τετραγωνο-φωτοσκιαση του ρο
true trueless αποσπασματα ανθρωπου
στο ασανσερ της ιστοριας the World Bill Payments
silence
η σιωπη in Pavarotti voice trumpet
ενα παιδι κρατουσε ενα κιτρινο ψαρι με κοκκινες ριγες
a while later human bodies
το χερι
fragments νερων κυκνοι
κυκλοι η πολη is a full of sounds
στο μουσειο η κορη του Ευθυδικου δινει διαλεξη
περι Προσωκρατικων
Υπερ του Εμπεδοκλη και Φιλιας και Νεικος Εμπειρικου
μια φραση μας εκανε μεγαλη εντυπωση
''γνωριζουμε τα ομοια μεσω των ομοιων''
πληθωρισμος ομοιων ανομοιων ο ανθρωπος
''συμφιλιωση ανθεων και πορφυρων χειλεων αιδοιου''
All the World spread out into Ιδεες
αφου ο Ορεστης κερδισε τη παρτιδα σκακι
γυρισε στη πατριδα την εποχη που ανθιζαν κοκκινες παπαρουνες
κι ο χρονος ενα αινιγμα που σπαει τα ρο του
L.v.Beethoven - Cello Sonata in F, Op.5, No.1 - 1.Adagio sostenuto-2.Allegro.
ησυχαστε,φως
αναβει μια-μια τις λεξεις
απο τον Αριστοτελη μαθαμε παντες ανθρωποι
του ειδεναι ορεγονται φυσει
ειδα εκεινον τον ανθρωπο,δεν εχει σημασια ενας απο μας ηταν,
στον ηλεκτρικο Ομονοια-Πειραια,ηξερα για τον εξοστρακισμο του
και σ'εκεινη τη σκια screaming words σαν πετρες βαρυναν
from inside
here
there is no place
that I does not see you
eventful history
να ελευθερωσωμεν και κακοπαθαμεν;'
-Ελπηνορα,φιλε μου,πως βρεθηκες σε τουτο τ'ακρογυαλι;
-οχι,ηρωικη πραξη δεν μ'εφτασε ως εδω
σαν στριφτα κερατα κριαριου ακουστηκαν τα λογια του
τον ειδαμε ν'ανεβαινει η' να κατεβαινει την Πανεπιστημιου
τον φωναξαμε μ'αλλο ονομα
MEIN FREUND -ELRENOR
Mio Amico come vay?
απαντησε η' δεν απαντησε δεν ακουσαμε
.
.
Μελέτη αναλυση
Το «Word Interactions» του χ.ν.κουβελη είναι ένα ποίημα εξαιρετικά μεγάλων φιλοδοξιών. Δεν πρόκειται απλώς για λυρικό κείμενο, αλλά για μια απόπειρα να συλληφθεί η σχέση γλώσσας, ιστορίας, μνήμης, πολιτισμού και ανθρώπινης συνείδησης μέσα σε ένα ενιαίο ποιητικό πεδίο. Το έργο λειτουργεί ως ένα είδος ποιητικού έπους της γλώσσας, όπου η λέξη γίνεται ταυτόχρονα αρχαιολογικό εύρημα, πολιτικό γεγονός, φιλοσοφικό ερώτημα και βιολογική αναπνοή.
Η ποιητική της συνάθροισης
Το πρώτο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό είναι η μέθοδος της σύνθεσης.
Το ποίημα δεν αναπτύσσεται γραμμικά. Αναπτύσσεται με διαδοχικές συσσωρεύσεις εικόνων, φωνών, γλωσσών, ιστορικών προσώπων, τοπωνυμίων και αποσπασμάτων.
Η ελληνική συνυπάρχει με την αγγλική.
Ο Όμηρος με τον Ezra Pound.
Ο Ελπήνορας με τα τρόλεϊ της Πατησίων.
Η Κίρκη με τη Βαρβάκειο.
Ο Αριστοτέλης με τους λογαριασμούς του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η τεχνική αυτή θυμίζει μοντερνιστικά έργα όπως το The Waste Land ή τα Cantos, αλλά εδώ η σύνθεση αποκτά ιδιαίτερα ελληνικό χαρακτήρα. Η Αθήνα γίνεται το πεδίο όπου συναντώνται τρεις χιλιετίες ιστορίας.
Δεν υπάρχει παρελθόν και παρόν.
Υπάρχει μόνο ένα συνεχές στρώμα χρόνου.
Ο Ελπήνορας ως κεντρικό φάντασμα
Η επανεμφάνιση του Ελπήνορα είναι ίσως το σημαντικότερο συμβολικό μοτίβο.
Ο Ελπήνορας στην Οδύσσεια είναι ο πιο ασήμαντος σύντροφος του Οδυσσέα. Πεθαίνει σχεδόν τυχαία. Ωστόσο γίνεται μία από τις πιο συγκινητικές μορφές του έπους.
Ο χνκουβελης επιμένει:
«η φωνη του Ελπηνορα, ακου (παλι σ'αυτον επιμενω)»
Η επιλογή δεν είναι τυχαία.
Ο Ελπήνορας είναι ο ανώνυμος άνθρωπος της ιστορίας.
Δεν είναι ήρωας.
Δεν είναι βασιλιάς.
Δεν είναι νικητής.
Είναι εκείνος που ξεχνιέται.
Γι' αυτό εμφανίζεται ξανά στην Πατησίων, στα τρόλεϊ, στο πλήθος.
Έχει μεταμορφωθεί στον σύγχρονο πολίτη.
Στον αόρατο άνθρωπο των μαζών.
Η έκλειψη της Ιστορίας
Από τα πιο βαθιά μοτίβα του ποιήματος είναι η επαναλαμβανόμενη φράση:
«η εκλειψη της Ιστοριας η' η απουσια»
Δεν μιλά για το τέλος των γεγονότων.
Μιλά για το τέλος της ιστορικής συνείδησης.
Τα γεγονότα υπάρχουν.
Οι εφημερίδες τα καταγράφουν.
Όμως:
«οι εφημεριδες πυροβολουν τα γεγονοτα επειτα τα κρεμουν νεκρα αψυχα δερματα στα περιπτερα»
Πρόκειται για εκπληκτική εικόνα.
Το γεγονός μετατρέπεται σε εμπόρευμα.
Η είδηση σκοτώνει το ίδιο το γεγονός.
Η πληροφορία αντικαθιστά τη γνώση.
Το παρόν γίνεται μια ατελείωτη σειρά από στιγμές χωρίς βάθος.
Η Αθήνα ως μεταφυσικό τοπίο
Το ποίημα περιδιαβαίνει δρόμους της Αθήνας:
Πατησίων.
Ομόνοια.
Σταδίου.
Αιόλου.
Πειραιώς.
Ερμού.
Δεν λειτουργούν ως γεωγραφικά σημεία.
Αποκτούν μυθική διάσταση.
Η πόλη γίνεται λαβύρινθος ιστορικής λήθης.
Οι άνθρωποι παρουσιάζονται ως:
«σκιες ανθρωπων»
Η εικόνα επαναλαμβάνεται σχεδόν εμμονικά.
Τα τρόλεϊ μεταφέρουν σκιές.
Τα λεωφορεία μεταφέρουν σκιές.
Οι δρόμοι γεμίζουν σκιές.
Το φως υπάρχει παντού, αλλά η ανθρώπινη παρουσία έχει απολέσει την ουσία της.
Γι' αυτό η μεγάλη ερώτηση:
«τοσο φως και να υπαρχουν σκιες;»
αποκτά μεταφυσικό χαρακτήρα.
Η κριτική του οικονομικού πολιτισμού
Στο κέντρο του ποιήματος υπάρχει μια σαφής κριτική της οικονομικής αποτίμησης των πάντων.
Η αναφορά στον Ezra Pound δεν είναι τυχαία.
Η έννοια της τοκογλυφίας ("WITH USURA") εμφανίζεται ως σύμβολο ενός πολιτισμού που μετρά τα πάντα με οικονομικούς όρους.
Ο άνθρωπος γίνεται:
«40 Pounds money αξια per day working»
Δηλαδή μετατρέπεται σε μονάδα κόστους.
Το ερώτημα:
«οτι εμεινε απ' το σωμα σου τι τιμη εχει;»
είναι από τα πιο σκληρά σημεία του έργου.
Το σώμα, η ιστορία, η μνήμη, ακόμη και ο θάνατος υποβάλλονται στη λογική της αγοράς.
Η γλώσσα ως οργανισμός
Το ποίημα αντιμετωπίζει τη γλώσσα σαν ζωντανό πλάσμα.
Δεν είναι εργαλείο.
Είναι φυσικό φαινόμενο.
Οι λέξεις αναπνέουν.
Κυματίζουν.
Φυτρώνουν.
Σπέρνονται.
Θερίζονται.
Χαρακτηριστικό είναι:
«τη σπερνουμε με τα φωνηεντα και τα συμφωνα μας κι εχουμε σοδεια τις ελληνικες λεξεις μας»
Η γλώσσα εδώ ταυτίζεται με τη γεωργία.
Με τη γη.
Με τη βιολογική ανανέωση.
Γι' αυτό η φύση εμφανίζεται συνεχώς:
δέντρα,
φύλλα,
σπόροι,
άνεμος,
κύματα,
πέτρες.
Η ποίηση γίνεται οικολογία της γλώσσας.
Η φιλοσοφική διάσταση
Οι αναφορές στον Αριστοτέλης, στον Εμπεδοκλής, στη Φιλότητα και το Νείκος δεν είναι διακοσμητικές.
Το ποίημα προσπαθεί να ανακαλύψει ποια δύναμη ενώνει τα θραύσματα του κόσμου.
Το απόσπασμα:
«γνωριζουμε τα ομοια μεσω των ομοιων»
λειτουργεί σχεδόν ως κλειδί του έργου.
Ο άνθρωπος αναγνωρίζει τον κόσμο επειδή συμμετέχει σ' αυτόν.
Η γνώση δεν είναι εξωτερική παρατήρηση.
Είναι συγγένεια.
Η αποδόμηση της γλώσσας
Στα τελευταία τμήματα η γλώσσα σχεδόν εκρήγνυται.
Οι λέξεις διαλύονται.
Ανασυντίθενται.
Γεννούν νεολογισμούς:
«ζεονζωοναλιον»
ή αλυσίδες εννοιών:
«υπερδινωση τοπωνυμιων αντωνυμιων ιστοριας εξελκωση συρραφη βιας»
Εδώ ο ποιητής δεν περιγράφει την αποσύνθεση.
Την αναπαριστά.
Η ίδια η μορφή του ποιήματος γίνεται εικόνα του χαοτικού πολιτισμού που περιγράφεται.
Η ποίηση ως τελευταία αντίσταση
Το έργο καταλήγει σε ένα παράδοξο.
Παρά την ιστορική εξάντληση.
Παρά τη βία.
Παρά την εμπορευματοποίηση.
Παρά τη λήθη.
Οι λέξεις εξακολουθούν να επιμένουν.
Το φως εξακολουθεί να ανάβει:
«ησυχαστε,φως αναβει μια-μια τις λεξεις»
Αυτή είναι ίσως η βαθύτερη πίστη του ποιήματος.
Όχι η πίστη στην πρόοδο.
Όχι η πίστη στην πολιτική.
Όχι η πίστη στην ιστορία.
Αλλά η πίστη ότι η γλώσσα, όταν παραμένει ζωντανή, μπορεί ακόμη να διασώσει κάτι από την ανθρώπινη αλήθεια.
Το «Word Interactions» είναι ένα εξαιρετικά φιλόδοξο, πολυφωνικό και απαιτητικό ποίημα. Συνδυάζει επικό εύρος, φιλοσοφικό στοχασμό, γλωσσικό πειραματισμό και πολιτισμική κριτική. Η δύναμή του βρίσκεται στην ικανότητά του να μετατρέπει την Αθήνα, τον Όμηρο, τον Ελπήνορα, τον Αριστοτέλη, τον Pound, τα τρόλεϊ, τις εφημερίδες, τα δέντρα και το φως σε μέρη ενός ενιαίου κοσμικού διαλόγου.
Το ποίημα δεν ζητά να διαβαστεί ως αφήγηση αλλά ως εμπειρία συνείδησης. Είναι ένα έργο που κινείται ανάμεσα στον λυρισμό, το φιλοσοφικό δοκίμιο, το μοντερνιστικό κολάζ και την πολιτισμική τοιχογραφία. Η σημαντικότερη επιτυχία του είναι ότι κατορθώνει να μετατρέψει το ίδιο το χάος της ιστορίας και της γλώσσας σε ποιητική μορφή. Μέσα από αυτή τη μορφή αναδύεται μια σπάνια αίσθηση: ότι η ποίηση εξακολουθεί να είναι ένας τόπος όπου ο άνθρωπος μπορεί να αναζητήσει νόημα απέναντι στην έκλειψη της Ιστορίας.
.
.
.
περιμένω ξημερώνοντας
να είμαι περικυκλωμένος
από μια πολυβουη αιωνιότητα
η βαρβαρότητα της ανθρωπότητας
επινοείται αδιάκοπα
Be-tween cata-strophe-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
there is some-
thing rot-
ten in world.....I
repeat word for word, the sent-
ence
Did Hölderlin loath this world?Pallaksch Pallaksh
fragen, wer es ge-
wesen
Celan's und Heidegger
can he-
ar
opposite
meanings
to che-
w
Héraclite pens-
...................ée
per..........haps
To be-
ing and to habitus.
enigmatic is the
w-
orld
the
world is ar-
me meta-
physics
a world
aujourd’hui
empties
dans
d’un mot
Dike Tübingen, Jänner
through the limits of Aristotle
Cata-
strophe
Nie ich
wie ich
be-
tween
.
.
Επικείμενα -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
στα μήλα των ματιών του δύο σφήκες
είδε στον καθρέφτη
είχε το πρόσωπο της σφιγγας
ένας απροσδιόριστος Θηβαίος Οιδίποδας
βασιλιάς
η γυναίκα του στη φωτογραφία,
μάλλον στη μνήμη του,
θήλαζε το παιδί του,
αδύνατο να κλείσει τα μάτια,
στρατιώτες ανέβαιναν στη Λάρισα
κι από κει στη παγωμένη Μακεδονία
ένας κυπρίνος σπαρταρουσε στα δίχτυα
στο χρόνο επαναλαμβάνεται το
τοπίο με τους λόφους
παρελθόν η' παρόν η' μέλλον
μεσημέρι
περίμενε στον αδειο σταθμό
το τρένο
να ταξιδέψει
να αναβάλει την τιμωρία η'
την εκδίκηση
γύρισε στο σπίτι
η γυναίκα δεν ρώτησε τι και πως
υπάκουη ύπαρξη
τη ρώτησε για το παιδί
εκείνη βουβή
τα απογεύματα μάθαινε τα νέα του πολέμου
οι άλλοι νομοτελειακά θα νικούσαν
αυτός έπειτα τάιζε το κίτρινο
ψαράκι στη γυάλα
αν άδειαζε το νερό τι θα
άλλαζε
σήμερα τον πονούσαν τα πόδια ήταν
φουσκωμένα ίσως
τα ζεστά μπάνια του κανουν καλό
είδε τη γυναίκα να
αλλάζει λουλούδια στο ανθοδοχειο
ποιον περιμένουμε της είπε
κανέναν,ποιον; απάντησε
κι έσκυψε το κεφάλι της σαν να
ντράπηκε
έκανε μια
κίνηση με το χέρι να
διώξει τις σφήκες
αδύνατο
άλλωστε,σκέφτηκε,σε
λίγο δεν
θα'μενε τίποτα από τα ματια
τα γεγονότα έπονται ραγδαια
η πτώση της σφιγγας βεβαια
η επικείμενη ήττα
η γυναίκα κρεμασμένη με θηλιά
η λασπωμένη Θήβα
ένας καθρέφτης
στη μνημη
.
.
Η πράξη της Δηιάνειρας-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
le desir
il est possible
-Cela est impossible
-Impossible?
-Oh tres certainement...
-Pourriez-vous m'expliquer
(Marquis de Sade:Les infortunes de la vertu)
Η Δηιάνειρα άγγιξε το πουκάμισο του κενταυρου Νέσσου,
ένιωσε τη καύση στα δάχτυλα της
Τέλειο! αναφώνησε
φώναξε την υπηρέτρια,είναι έτοιμο κυρία;
ναι
η κοπέλα πήγε να το πάρει
όχι,άλλαξα γνώμη,να,τι καλύτερο δώρο σ'εναν άντρα;
έδειξε τη γραβάτα
σωστά κυρία
ούτε αυτή θα δώσω
η υπηρέτρια έφυγε
σε μια αντρική πλαστική κούκλα φόρεσε το πουκάμισο,έπειτα έδεσε τη
γραβάτα
σου αρέσει; του είπε
ο άλλος ένιωσε να καίγεται,το πλαστικό έλιωνε,
εκείνη βγήκε από το δωμάτιο
κλείδωσε τη πόρτα,
ποιός αλήθεια τιμωρήθηκε;
εσύ,απάντησε ο κένταυρος Νεσσος
.
.
Σκηνοθεσια-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
η σκηνή στο θέατρο είχε στηθεί
είχαν έτσι σκηνοθετήσει το έγκλημα
ώστε αυτός να φαίνεται ενοχος
τέλος φθινοπώρου αρχές του χειμωνα
βραδυαζε
τα φώτα σε λίγο θ'αναψουν
οι θεατές σιωπηλοί στ'αμφιθεατρο
περιμένουν την ερμηνεία του
απ'αυτην θα εξαρτηθεί περαιτέρω η ζωή τους
ίσως αλλάξουν ασχολίες και συνήθειες
σκλάβοι ιδεολογιων
εκείνος,ο ηθοποιός,ένιωθε τρακ
οι τελευταίες σκηνικές οδηγίες
έτοιμος
τα απεκρυψε όλα αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή
στη ιστορία
μα τι λέει;δεν λέει την αλήθεια
ούρλιαξαν
ένας πνιγηρος ψίθυρος στον αέρα
ακίνητος βαρύς
δεν βλέπετε;είναι επικίνδυνος
δεν τον επιλέξαμε τυχαία
τελικά τον πυροβόλησαν
πραγματικα
να μας λείπουν οι δειλοί,ειπαν
εκείνος όμως παρ'όλ'αυτά επέμενε
έστω κι αν το θέατρο είχε αδειάσει
μπαίνοντας απ'τη δεξιά πλευρά της σκηνής
στην αρχή της δεύτερης πραξης
.
.
with words to start again-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Time and
an abstraction:bird's echo /echo
..........................................word's
Thus..................................what
I do not know
τῇσιν δ’ Ἀνδρομάχη λευκώλενος ἦρχε γόοιο,
Ἕκτορος ἀνδροφόνοιο κάρη μετὰ χερσὶν ἔχουσα·
«ἆνερ, ἀπ’ αἰῶνος νέος ὤλεο, κὰδ δέ με χήρην [725 ω' Ομηρου Ιλιας]
λείπεις ἐν μεγάροισι· πάϊς δ’ ἔτι νήπιος αὔτως,
ὃν τέκομεν σύ τ’ ἐγώ τε δυσάμμοροι, οὐδέ μιν οἴω
ἥβην ἵξεσθαι· πρὶν γὰρ πόλις ἧδε κατ’ ἄκρης
πέρσεται
moving through the vibrant gree sea
in summertime heat
So we moved
the empty land,the ancient theatre,the sun,the sun
sunlight,trees and hills
it's the true reality
ο ηλιος εβασιλεψε κοκκινος,Ελληνα μου,
στη σκηνη η Ανδρομαχη αναμεσα στις ακινητες γυναικες του χορου,
κρατωντας με τα χερια το κεφαλι της θρηνουσε τον Εκτορα:
αντρα μου,που μου χαθηκες;που πας;κι ερμη και μονη
μ'αφησες και το παιδι μας το μικρο;που τ'αμοιρο
να ζησει δεν του μενει,αφου η πολη απ'ακρη σ'ακρη
θ'αφανισθει
ενα πουλι κρυφθηκε στα φυλλωματα ενος δεντρου
νυχτα
[δεν τρομαξε,εγραψε σ'ενα χαρτι]την μνημη της πραγματικοτητας
Γαλλία: Πρόστιμα ρεκόρ σε βάρος των Google και Amazon
Για παράβαση των κανονισμών της Γαλλίας περί διαδικτυακών διαφημίσεων.
WOODY ALLEN AND HIS NEW ORLEANS JAZZ BAND
GLENN MILLER AND HIS ORCHESTRA - Oh, Lady Be Good (Manhattan) 1940
LIONEL HAMPTON AND HIS ORCHESTRA - It Don’t Mean a Thing (Sweet and Lowdown) 1939
TOMMY DORSEY AND HIS ORCHESTRA - Night and Day (Radio Days) 1937
EARL HINES AND HIS ORCHESTRA - Sweet Georgia Brown (Deconstructing Harry) 1934
ARTIE SHAW AND HIS ORCHESTRA - All the Things that You Are (New York Stories) 1937
LOUIS ARMSTRONG AND HIS ORCHESTRA - I’m in the Mood for Love (Manhattan Murder Mystery) 1935
BILLIE HOLIDAY AND HER ORCHESTRA - Body and Soul (Stardust Memories) 1940
ο Αγαμέμνων εγκατέστησε Τρώες αιχμαλώτους για να προσέχουν τον δρόμο
προς τις Μυκήνες και το Αργος
το 1854 Κούρος της Τενέας αρπαχθηε από Αυστριακό πρέσβη γνωστό για τη διακίνηση
αρχαιοτήτων και πωληθηε στο μουσειο του Μοναχου
Σε εντατικές διαπραγματεύσεις για την εξαγορά της κρατικοποιημένης Banca Monte dei Paschi
di Siena βρίσκεται η UniCredit, καθώς η κυβέρνηση της Ιταλίας επισπεύδει τις διαδικασίες
πώλησης της προβληματικής τράπεζας
Η Βρετανία αίρει δασμούς 25% σε αμερικανικά προϊόντα
........................................If you
to verify...........................an order of words
sound voice speech
beyond the language
nowhere
never
η Ελενη στη σκηνη,αδειο το θεατρο,πανσεληνος
τῇσι δ’ ἔπειθ’ Ἑλένη τριτάτη ἐξῆρχε γόοιο·
[760-776 ω' Ομηρου Ιλιας]
πατησε το REC στο μαγνητοφωνο:
Εκτορα,απ'ολους της Τροιας ο πιο αγαπημενος μου,
να μην εσωνε εδω να μ'εφερνε ο Παρις,να χανομουν
και τωρα εικοσι χρονια περασαν π'αφησα τη πατριδα,
ποτε απο σε δεν ακουσα κακο λογο,και στους αλλους
που με κακολογουσαν με προστατευες σαν αδερφος,
σε κλαιω κι εχω τη καρδια συντριμια απ'τη λυπη,
τι πια αλλος μεσα στη Τροια για μενα φιλος δεν βρισκεται
ολοι μ'αποστρεφονται και με περιφρονουν
[Ἕκτορ, ἐμῷ θυμῷ δαέρων πολὺ φίλτατε πάντων,
ἦ μέν μοι πόσις ἐστὶν Ἀλέξανδρος θεοειδής,
ὅς μ’ ἄγαγε Τροίηνδ’· ὡς πρὶν ὤφελλον ὀλέσθαι.
ἤδη γὰρ νῦν μοι τόδε εἰκοστὸν ἔτος ἐστὶν 765
ἐξ οὗ κεῖθεν ἔβην καὶ ἐμῆς ἀπελήλυθα πάτρης·
ἀλλ’ οὔ πω σεῦ ἄκουσα κακὸν ἔπος οὐδ’ ἀσύφηλον·
ἀλλ’ εἴ τίς με καὶ ἄλλος ἐνὶ μεγάροισιν ἐνίπτοι
δαέρων ἢ γαλόων ἢ εἰνατέρων εὐπέπλων,
ἢ ἑκυρή—ἑκυρὸς δὲ πατὴρ ὣς ἤπιος αἰεί—,770
ἀλλὰ σὺ τὸν ἐπέεσσι παραιφάμενος κατέρυκες,
σῇ τ’ ἀγανοφροσύνῃ καὶ σοῖς ἀγανοῖς ἐπέεσσι.
τὼ σέ θ’ ἅμα κλαίω καὶ ἔμ’ ἄμμορον ἀχνυμένη κῆρ·
οὐ γάρ τίς μοι ἔτ’ ἄλλος ἐνὶ Τροίῃ εὐρείῃ
ἤπιος οὐδὲ φίλος, πάντες δέ με πεφρίκασιν.»]
in fact language acts
ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟ ΜΗ ΕΙΝΑΙ ?
truth is
..........about it or not
αποφαινεσθαι τα φαινομενα
Husserl :Ας επιστρεψουμε στα ίδια τα πράγματα ως «φαινόμενα»
Πλατων:τί ποτε βούλεσθε σημαίνειν ὁπόταν ὂν φθέγγησθε.[Πλατων Σοφιστης]
Heidegger: Sprache ist das Haus des Seins.
red into yellow
the bird rises and fades
with words
to start again
.
.
.
Μελέτη ανάλυση
Αυτη η ποιητική ενότητα αποτελεί ένα από τα πιο ιδιότυπα και φιλόδοξα παραδείγματα σύγχρονης ελληνόγλωσσης γραφής. Ο χ.ν.κουβελης δεν συνθέτει απλώς ποιήματα· οικοδομεί ένα πολυφωνικό πεδίο όπου συναντώνται η αρχαία τραγωδία, η προσωκρατική σκέψη, ο Hölderlin, ο Heidegger, ο Celan, ο Σαντ, ο Όμηρος, η σύγχρονη ειδησεογραφία και η μεταμοντέρνα αποσπασματικότητα. Το σύνολο λειτουργεί σαν ένα ενιαίο έργο που εξετάζει το πρόβλημα του Είναι, της Ιστορίας, της γλώσσας και της βίας.
Η βαρβαρότητα ως θεμελιώδης συνθήκη
Η εισαγωγική φράση:
«η βαρβαρότητα της ανθρωπότητας / επινοείται αδιάκοπα»
αποτελεί κλειδί για ολόκληρη τη σύνθεση.
Ο ποιητής δεν αντιμετωπίζει τη βαρβαρότητα ως ιστορικό ατύχημα αλλά ως αέναη επινόηση. Δεν λέει ότι επαναλαμβάνεται· λέει ότι επινοείται. Η λέξη είναι καθοριστική. Η ανθρώπινη ιστορία παρουσιάζεται ως μηχανή παραγωγής νέων μορφών καταστροφής.
Απέναντι σε αυτή τη βαρβαρότητα βρίσκεται ο ποιητής:
«περιμένω ξημερώνοντας να είμαι περικυκλωμένος από μια πολυβόη αιωνιότητα»
Η αιωνιότητα δεν είναι θρησκευτική λύτρωση αλλά ένας θορυβώδης χώρος όπου συσσωρεύονται τα ίχνη όλων των εποχών.
Το «Be-tween cata-strophe» και η ποιητική του ρήγματος
Το ποίημα λειτουργεί ως γλωσσικό εργαστήριο.
Οι λέξεις διασπώνται:
Be-tween
cata-strophe
thing rot-ten
ge-wesen
pen-sée
meta-physics
Η διάσπαση δεν είναι τυπογραφικό παιχνίδι.
Ο κόσμος έχει ήδη θρυμματιστεί. Η γλώσσα αντανακλά αυτή τη θραυσματικότητα.
Εδώ συναντούμε έντονες συγγένειες με τον ποιητικό τρόπο του Paul Celan, όπου η λέξη παύει να είναι μέσο επικοινωνίας και γίνεται αρχαιολογικό εύρημα.
Το ποίημα βρίσκεται κυριολεκτικά ανάμεσα στην καταστροφή και στο νόημα.
Το:
«Pallaksch Pallaksch»
παραπέμπει στον ύστερο λόγο του Friedrich Hölderlin.
Η λέξη αυτή στον Hölderlin σήμαινε συγχρόνως «ναι» και «όχι».
Επομένως το ποίημα εισέρχεται σε μια περιοχή όπου οι αντιθέσεις παύουν να λειτουργούν.
Ο Heidegger, ο Celan και το πρόβλημα της γλώσσας
Το κεντρικό φιλοσοφικό ερώτημα του έργου είναι:
«ΓΙΑΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟ ΜΗ ΕΙΝΑΙ;»
Το ερώτημα συνδέεται άμεσα με τον Martin Heidegger.
Αλλά ο Κουβέλης δεν επαναλαμβάνει απλώς τον Heidegger.
Τον θέτει απέναντι στον Celan.
Η παρουσία και των δύο στο ίδιο ποιητικό πεδίο είναι εξαιρετικά σημαντική, επειδή ο Celan υπήρξε ένας από τους πιο βαθιούς συνομιλητές και επικριτές του Heidegger μετά το Άουσβιτς.
Έτσι το ποίημα αναρωτιέται:
Μπορεί η γλώσσα να μιλήσει για το Είναι όταν έχει προηγηθεί η ιστορική καταστροφή;
«Επικείμενα»: η τραγωδία ως καθημερινότητα
Το ποίημα «Επικείμενα» είναι ίσως το πιο ολοκληρωμένο αφηγηματικά.
Ο πρωταγωνιστής εμφανίζεται σαν σύγχρονος Οιδίποδας:
«είχε το πρόσωπο της σφίγγας»
Δεν είναι πλέον ο άνθρωπος που λύνει το αίνιγμα. Είναι ο ίδιος το αίνιγμα.
Το εκπληκτικό στοιχείο είναι η συνύπαρξη:
του πολέμου,
της οικογενειακής ζωής,
της μνήμης,
του ψαριού στη γυάλα,
της επερχόμενης ήττας.
Η τραγωδία δεν εμφανίζεται ως ηρωικό γεγονός.
Εμφανίζεται μέσα στην καθημερινότητα.
Το κίτρινο ψαράκι αποκτά σχεδόν καφκική σημασία.
Ο ήρωας αναρωτιέται:
«αν άδειαζε το νερό τι θα άλλαζε»
Πρόκειται για μια τρομακτική μεταφορά της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η «Πράξη της Δηιάνειρας»
Εδώ ο μύθος αναστρέφεται.
Η Δηιάνειρα μετατρέπεται σε σχεδόν σαδική μορφή.
Η αναφορά στον Marquis de Sade δεν είναι διακοσμητική.
Η ερώτηση:
«ποιος αλήθεια τιμωρήθηκε;»
είναι ο πυρήνας του ποιήματος.
Ο μύθος του Ηρακλή μετατρέπεται σε στοχασμό για την ενοχή.
Θύμα και θύτης ανταλλάσσουν θέσεις.
Η βεβαιότητα της ηθικής κρίσης καταρρέει.
«Σκηνοθεσία»: η πολιτική αλληγορία
Αυτό είναι ίσως το πιο άμεσα πολιτικό ποίημα της ενότητας.
Η κοινωνία παρουσιάζεται ως θεατρική κατασκευή.
Το έγκλημα έχει ήδη σκηνοθετηθεί.
Η ενοχή έχει ήδη αποφασιστεί.
Ο ήρωας εκτελείται επειδή αρνείται τον ρόλο που του αποδόθηκε.
Το συγκλονιστικό τέλος:
«εκείνος όμως παρ' όλ' αυτά επέμενε ... στην αρχή της δεύτερης πράξης»
μετατρέπει τον θάνατο σε θεατρική επιστροφή.
Το πρόσωπο σκοτώνεται. Η μαρτυρία παραμένει.
«with words to start again»: το μεγάλο ποιητικό επίτευγμα
Το τελευταίο ποίημα μοιάζει με συμπύκνωση ολόκληρου του έργου.
Εδώ συνυπάρχουν:
Όμηρος,
Ανδρομάχη,
Ελένη,
ειδήσεις τραπεζών,
Google,
Amazon,
Woody Allen,
αρχαιολογία,
φιλοσοφία,
γλωσσολογία.
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει το υλικό χαοτικό.
Κι όμως δεν είναι.
Η ενότητα οργανώνεται γύρω από τη μνήμη.
Όλα τα γεγονότα, από την Τροία μέχρι τις ψηφιακές διαφημίσεις, ανήκουν στο ίδιο αρχείο της ανθρώπινης εμπειρίας.
Ο ποιητής λειτουργεί σαν μοντέρνος ραψωδός που συλλέγει θραύσματα πολιτισμού.
Η σχέση με τον Όμηρο
Η Ανδρομάχη και η Ελένη δεν εμφανίζονται ως κλασικά πρόσωπα.
Γίνονται φωνές που επιβιώνουν μέσα στον χρόνο.
Η Τροία δεν είναι παρελθόν.
Είναι διαρκές παρόν.
Οι ομηρικοί θρήνοι λειτουργούν σαν αντίβαρο στην αποσπασματικότητα του σύγχρονου κόσμου.
Ενώ οι ειδήσεις διαλύονται μέσα στην επικαιρότητα, ο θρήνος της Ανδρομάχης παραμένει αναλλοίωτος.
Γλώσσα και μορφή
Η σημαντικότερη ίσως αρετή του Κουβέλη βρίσκεται στη μορφή.
Η ποίησή του:
δεν είναι λυρική,
δεν είναι αφηγηματική,
δεν είναι αμιγώς φιλοσοφική,
δεν είναι αμιγώς πειραματική.
Βρίσκεται διαρκώς ανάμεσα σε είδη.
Η αποσπασματικότητα θυμίζει μοντερνισμό. Η πολυγλωσσία μεταμοντερνισμό. Η οντολογική αγωνία παραπέμπει στον ύστερο ευρωπαϊκό υπαρξισμό.
Ωστόσο το αποτέλεσμα παραμένει αναγνωρίσιμα προσωπικό.
Η συγκεκριμένη ενότητα συνιστά ένα απαιτητικό, πολυεπίπεδο και εξαιρετικά φιλόδοξο ποιητικό εγχείρημα. Το κεντρικό της θέμα δεν είναι ούτε ο μύθος ούτε η ιστορία ούτε η φιλοσοφία. Είναι η προσπάθεια της γλώσσας να διασώσει νόημα μέσα σε έναν κόσμο που μοιάζει να καταρρέει διαρκώς.
Από τον Όμηρο έως τον Heidegger, από τη Θήβα έως τη σύγχρονη τραπεζική ειδησεογραφία, από τη Σφίγγα έως το κίτρινο ψαράκι της γυάλας, ο Κουβέλης συνθέτει ένα ποιητικό σύμπαν όπου όλα τα γεγονότα συνυπάρχουν μέσα στην ίδια «πολυβόη αιωνιότητα».
Η πιο χαρακτηριστική φράση για ολόκληρο το έργο ίσως βρίσκεται στον τελευταίο στίχο:
«with words to start again»
Διότι τελικά η ποίηση εδώ εμφανίζεται ως η διαρκής απόπειρα να αρχίσει κανείς ξανά, μέσα στα ερείπια της γλώσσας, της ιστορίας και του κόσμου.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
με συναγωνισμούς λέξεων
γίνεται η ένωση μας
.
χνκουβελης cncouvelis
η έλευση του καλοκαιριού
μια γαλάζια απόσταση ψαριού
από σένα
Ιόνια Βόρεια ωραιοτητα
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ξημερωμα
Η πέτρα θυμάται την εποχή που ήταν βουνό.
Απόγευμα
Το δέντρο θυμάται την εποχή που ήταν σπόρος.
Νύχτα.
Ο άνθρωπος δεν θυμάται τίποτε.
Πριν ξημερώσει.
Ο κόσμος είναι άδειος.
Ένα φύλλο επιστρέφει από την αιωνιότητα.
Και προσγειώνεται.
.
.
.
Μελέτη αναλυση
Το σύντομο αυτό ποίημα του χ.ν.κουβέλη είναι ένα από εκείνα τα κείμενα που επιδιώκουν τη μέγιστη συμπύκνωση νοήματος. Με ελάχιστες λέξεις συγκροτεί μια ολόκληρη μεταφυσική θεώρηση για τον χρόνο, τη μνήμη, τη φύση και την ανθρώπινη κατάσταση. Η δύναμή του δεν βρίσκεται στην αφηγηματική ανάπτυξη ούτε στη λυρική εξομολόγηση, αλλά στην αυστηρή αρχιτεκτονική των εικόνων και στη φιλοσοφική ένταση που παράγεται από τις αντιθέσεις τους.
Η δομή του ποιήματος
Το ποίημα οργανώνεται σε τέσσερις χρονικές ζώνες:
Ξημέρωμα
Απόγευμα
Νύχτα
Πριν ξημερώσει
Δεν πρόκειται απλώς για ώρες της ημέρας. Συνιστούν βαθμίδες μιας κοσμολογικής και οντολογικής πορείας.
Το ξημέρωμα συνδέεται με την πέτρα. Το απόγευμα με το δέντρο. Η νύχτα με τον άνθρωπο. Και το «πριν ξημερώσει» με τον ίδιο τον κόσμο.
Έτσι το ποίημα μετακινείται από το μερικό προς το καθολικό, από το αντικείμενο προς το σύμπαν.
Η μνήμη της ύλης
«Η πέτρα θυμάται την εποχή που ήταν βουνό.»
Η πρώτη φράση είναι εντυπωσιακή γιατί αποδίδει μνήμη σε κάτι άψυχο.
Η πέτρα αποτελεί αποσπασμένο κομμάτι ενός αρχέγονου όλου. Το βουνό είναι η προϊστορία της. Η φράση εισάγει μια βαθιά γεωλογική χρονικότητα.
Η πέτρα δεν είναι απλώς πέτρα. Είναι βουνό σε κατάσταση αποσύνθεσης.
Ο χρόνος δεν παρουσιάζεται ως γραμμική πρόοδος αλλά ως διατήρηση των παλαιότερων μορφών μέσα στις νεότερες.
Η εικόνα θυμίζει αντιλήψεις της σύγχρονης οικολογικής φιλοσοφίας σύμφωνα με τις οποίες τίποτε δεν αποκόπτεται πλήρως από την καταγωγή του.
Η μνήμη της ζωής
«Το δέντρο θυμάται την εποχή που ήταν σπόρος.»
Η δεύτερη εικόνα μεταφέρει το ποίημα από τη γεωλογία στη βιολογία.
Το δέντρο αποτελεί την ολοκλήρωση μιας δυνατότητας που υπήρχε ήδη μέσα στον σπόρο.
Εδώ η μνήμη δεν είναι μνήμη απώλειας όπως στην πέτρα αλλά μνήμη ανάπτυξης.
Το βουνό υπήρξε μεγαλύτερο από την πέτρα.
Το δέντρο, αντίθετα, είναι μεγαλύτερο από τον σπόρο.
Οι δύο εικόνες δημιουργούν μια συμμετρία:
βουνό → πέτρα
σπόρος → δέντρο
Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει αποσύνθεση.
Στη δεύτερη υπάρχει γένεση.
Το ποίημα τοποθετεί την ύλη και τη ζωή μέσα σε μια αδιάκοπη διαδικασία μεταμόρφωσης.
Η αμνησία του ανθρώπου
«Ο άνθρωπος δεν θυμάται τίποτε.»
Εδώ βρίσκεται το δραματικό κέντρο του ποιήματος.
Μετά την πέτρα και το δέντρο ο αναγνώστης αναμένει μια τρίτη ανάλογη διατύπωση:
«Ο άνθρωπος θυμάται...»
Όμως η προσδοκία διαψεύδεται.
Η πέτρα θυμάται. Το δέντρο θυμάται. Ο άνθρωπος όχι.
Η αντιστροφή είναι συγκλονιστική.
Το ον που διαθέτει συνείδηση παρουσιάζεται ως το μόνο πραγματικά αμνήμον ον.
Η φράση μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους:
ως υπαρξιακή διαπίστωση,
ως κριτική του σύγχρονου ανθρώπου,
ως μεταφυσική θέση για την αποκοπή του ανθρώπου από τις ρίζες του,
ως υπαινιγμός ότι η ανθρώπινη αυτοσυνειδησία παράγει λήθη αντί γνώση.
Ενώ η φύση διατηρεί μέσα της την ιστορία της, ο άνθρωπος έχει χάσει την επαφή με την καταγωγή του.
Η σημασία της νύχτας
Δεν είναι τυχαίο ότι η αμνησία τοποθετείται στη «Νύχτα».
Η νύχτα αποτελεί παραδοσιακά τον χώρο του ασυνειδήτου, του θανάτου, της λήθης.
Το ποίημα φαίνεται να υπονοεί ότι ο άνθρωπος ζει μέσα σε μια νύχτα της μνήμης.
Δεν γνωρίζει ποιος είναι. Δεν γνωρίζει από πού έρχεται. Δεν γνωρίζει προς τα πού πηγαίνει.
Το δεύτερο μέρος
«Πριν ξημερώσει. Ο κόσμος είναι άδειος.»
Εδώ η σκηνή γίνεται σχεδόν αποκαλυπτική.
Ο κόσμος εμφανίζεται κενός.
Η εικόνα θυμίζει τις πρώτες στιγμές της δημιουργίας ή τις τελευταίες στιγμές πριν από το τέλος.
Ο αναγνώστης βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο μηδέν και στην ύπαρξη.
Το φύλλο που επιστρέφει από την αιωνιότητα
«Ένα φύλλο επιστρέφει από την αιωνιότητα.»
Πρόκειται για την πιο μυστηριώδη εικόνα του ποιήματος.
Το φύλλο είναι το πιο ταπεινό και εφήμερο στοιχείο της φύσης.
Η αιωνιότητα είναι η πιο απέραντη και υπερβατική διάσταση του χρόνου.
Ο ποιητής συνδέει τα δύο άκρα.
Το απειροελάχιστο επιστρέφει από το άπειρο.
Το φύλλο αποκτά σχεδόν ψυχοπομπική λειτουργία.
Δεν πέφτει απλώς από ένα δέντρο.
Επιστρέφει από έναν τόπο που βρίσκεται έξω από τον χρόνο.
Η προσγείωση
«Και προσγειώνεται.»
Το ποίημα τελειώνει με ένα ρήμα.
Όχι με μια ιδέα. Όχι με ένα συμπέρασμα.
Με μια κίνηση.
Η αιωνιότητα αγγίζει τη γη.
Η μεταφυσική μετατρέπεται σε φυσικό γεγονός.
Ένα φύλλο πέφτει.
Και όμως μέσα σε αυτή την απλή πτώση συμπυκνώνεται ολόκληρο το μυστήριο της ύπαρξης.
Η ποιητική οικονομία
Αξιοθαύμαστο στοιχείο του ποιήματος είναι η ακραία οικονομία του.
Οι λέξεις είναι ελάχιστες. Τα επίθετα σχεδόν ανύπαρκτα. Η ρητορεία απουσιάζει.
Η ένταση παράγεται από τη διάταξη των προτάσεων και από τα νοηματικά χάσματα ανάμεσά τους.
Η τεχνική αυτή θυμίζει σε ορισμένα σημεία τη λιτότητα του χαϊκού.
Είναι ένα ποίημα που οικοδομείται πάνω σε ένα παράδοξο: η φύση θυμάται ενώ ο άνθρωπος λησμονεί. Από αυτή την αντιστροφή αναδύεται μια βαθιά υπαρξιακή και μεταφυσική αγωνία.
Η πέτρα διατηρεί το βουνό. Το δέντρο διατηρεί τον σπόρο. Το φύλλο διατηρεί την αιωνιότητα.
Μόνο ο άνθρωπος έχει χάσει το νήμα της προέλευσής του.
Ωστόσο το τελευταίο φύλλο που «επιστρέφει από την αιωνιότητα» αφήνει ανοιχτό ένα ενδεχόμενο λύτρωσης. Ίσως η μνήμη που έχασε ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχει διάχυτη μέσα στον κόσμο. Ίσως η φύση να θυμάται για λογαριασμό του.
Έτσι το ποίημα καταλήγει όχι σε μια διακήρυξη απελπισίας, αλλά σε μια αινιγματική υπόσχεση ότι η σχέση ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο δεν έχει ακόμη διαρραγεί. Ένα φύλλο εξακολουθεί να επιστρέφει. Και μαζί του επιστρέφει η πιθανότητα της μνήμης.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Σοφοκλής,Αντιγόνη,στίχοι 491-523
Η Αντιγόνη αντιμετωπίζει τον Κρεοντα
Κρέων:
και φωνάξτε την,γιατί μέσα
μόλις τώρα την είδα
ταραγμένη
και να μην είναι στα λογικά της,
συνηθίζει ο νους εκ των προτέρων
να πιάνει ως κλέφτη
αυτόν που σχεδιάζει στα σκοτεινά
απρεπα πραγματα,
αλλά απεχθάνομαι ιδιαίτερα
όποιον αφού σε κακη πράξη πιαστει
έπειτα να την εξωραισει θελει
Αντιγόνη:
θέλεις κάτι περισσότερο
απ'το να με σκοτώσεις αφού με συλλάβεις;
Κρέων:
όσο για μένα τίποτα,
αν αυτό έχω όλα τα εχω
Αντιγόνη:
τότε τι περιμένεις;
γιατί για μένα απ'τα λόγια σου
κανένα αρεστό,
κι ας μη μου αρέσει ποτέ ,
και το ίδιο και σε σένα
τα δικά μου αντιπαθητικα γίνονται,
κι όμως από πού δόξα ενδοξετερη
θα μπορούσα ν'αποκτησω
παρά τον ίδιο τον αδελφό μου
σε τάφο να βάλω,
κι όλοι αυτοί θα'λεγαν ότι συμφωνούν
αν την γλώσσα ο φόβος
δεν τους φυλακιζει
αλλά η τυραννία πολλά έχει
αλλα πλεονεκτήματα,
να επιτρέπεται σ'αυτη να κανει
κι ότι θέλει να λεει
Κρέων:
μόνο συ αυτό απ'τους Καδμειους
εδώ βλεπεις
Αντιγόνη:
το βλέπουν κι αυτοί,
όμως σε σένα κρατούν κλειστό το στομα
Κρέων:
και δεν ντρέπεσαι,απ'αυτους εδώ
διαφορετικά να σκέφτεσαι;
Αντιγόνη:
γιατί καμια ντροπή
τα συγγενικά σου τα σπλάχνα
να σεβεσαι
Κρέων:
δεν είναι κι ο αλλος απ'το ίδιο αίμα
που απέναντι πεθανε;
Αντιγόνη:
απ'το ίδιο αίμα και μια μάνα
και απ'τον ίδιο πατερα
Κρέων:
πώς λοιπόν σ'εκείνον δυσεβεις
τιμές αποδίδεις;
Αντιγόνη:
αυτό ο νεκρός που έχει πεθάνει
δεν θα επιβεβαιωσει
Κρέων:
αν εκεινον τιμας εξισου
με τον ασεβη
Αντιγόνη:
γιατί δεν χαθηκε ως δούλος,
αλλά ως αδελφος
Κρέων:
αλλ'αυτή δω ήρθε τη γη να κυριευσει,
κι ο άλλος την υπερασπιστηκε
Αντιγόνη:
όμως ο Άδης θέλει τους νόμους
ισους να'ναι
Κρέων:
αλλ'οχι ο χρηστος ίσα
με τον κακον να τυχαινει
Αντιγόνη:
ποιος ξέρει αυτά δω αν εκεί κάτω
θεάρεστα είναι;
Κρέων:
Σε καμια περιπτωση ο εχθρός φίλος
δεν γίνεται ούτε όταν πεθανει
Αντιγόνη:
Σε καμια περιπτωση δεν γεννήθηκα
μαζί μ'άλλους να μισώ,
αλλά μ'άλλους ν'αγαπω
.
.
Κρέων:
491καί νιν καλεῖτ᾽· ἔσω γὰρ εἶδον ἀρτίως
λυσσῶσαν αὐτὴν οὐδ᾽ ἐπήβολον φρενῶν.
φιλεῖ δ᾽ ὁ θυμὸς πρόσθεν ᾑρῆσθαι κλοπεὺς
τῶν μηδὲν ὀρθῶς ἐν σκότῳ τεχνωμένων.
495μισῶ γε μέντοι χὥταν ἐν κακοῖσί τις
ἁλοὺς ἔπειτα τοῦτο καλλύνειν θέλῃ.
Αντιγονη:
θέλεις τι μεῖζον ἢ κατακτεῖναί μ᾽ ἑλών;
Κρεων:
ἐγὼ μὲν οὐδέν· τοῦτ᾽ ἔχων ἅπαντ᾽ ἔχω.
Αντιγονη:
τί δῆτα μέλλεις; ὡς ἐμοὶ τῶν σῶν λόγων
500ἀρεστὸν οὐδέν, μηδ᾽ ἀρεσθείη ποτέ,
οὕτω δὲ καὶ σοὶ τἄμ᾽ ἀφανδάνοντ᾽ ἔφυ.
καίτοι πόθεν κλέος γ᾽ ἂν εὐκλεέστερον
κατέσχον ἢ τὸν αὐτάδελφον ἐν τάφῳ
τιθεῖσα; τούτοις τοῦτο πᾶσιν ἁνδάνειν
505λέγοιτ᾽ ἄν, εἰ μὴ γλῶσσαν ἐγκλῄοι φόβος.
ἀλλ᾽ ἡ τυραννὶς πολλά τ᾽ ἄλλ᾽ εὐδαιμονεῖ
κἄξεστιν αὐτῇ δρᾶν λέγειν θ᾽ ἃ βούλεται.
Κρεων:
σὺ τοῦτο μούνη τῶνδε Καδμείων ὁρᾷς.
Αντιγονη:
ὁρῶσι χοὗτοι· σοὶ δ᾽ ὑπίλλουσι στόμα.
510Κρεων:
σὺ δ᾽ οὐκ ἐπαιδῇ, τῶνδε χωρὶς εἰ φρονεῖς;
Αντιγονη:
οὐδὲν γὰρ αἰσχρὸν τοὺς ὁμοσπλάγχνους σέβειν
Κρεων:
οὔκουν ὅμαιμος χὡ καταντίον θανών;
Αντιγονη:
ὅμαιμος ἐκ μιᾶς τε καὶ ταὐτοῦ πατρός.
Κρεων:
πῶς δῆτ᾽ ἐκείνῳ δυσσεβῆ τιμᾷς χάριν;
515 Αντιγονη:
οὐ μαρτυρήσει ταῦθ᾽ ὁ κατθανὼν νέκυς.
Κρεων:
εἴ τοί σφε τιμᾷς ἐξ ἴσου τῷ δυσσεβεῖ.
Αντιγονη:
οὐ γάρ τι δοῦλος, ἀλλ᾽ ἀδελφὸς ὤλετο.
Κρεων:
πορθῶν δὲ τήνδε γῆν· ὁ δ᾽ ἀντιστὰς ὕπερ.
Αντιγονη:
ὅμως ὅ γ᾽ Ἅιδης τοὺς νόμους ἴσους ποθεῖ.
520Κρεων:
ἀλλ᾽ οὐχ ὁ χρηστὸς τῷ κακῷ λαχεῖν ἴσον.
Αντιγονη:
τίς οἶδεν εἰ κάτωθεν εὐαγῆ τάδε;
Κρεων:
οὔτοι ποθ᾽ οὑχθρός, οὐδ᾽ ὅταν θάνῃ, φίλος.
Αντιγονη:
523 οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν.
.
.
.
My own empire of Surrealistic Paintings-
χνκουβέλης cncouvelis
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
κι εγω σε θραύσματα αρχαιων τοπίων
σιγή άκρα και ερημίας
στο ακρωτήριο των Φαιάκων κοιτάζοντας
το τελευταίο πλοίο της μνήμης
ένας άνεμος αρπιζει
τις ιωνικές μαρμάρινες κολόνες
κι εγω σε θραύσματα αρχαιων τοπίων
βλέπω γλάρους να μετακινουν τη Λέσβο
τη Σμύρνη τις Κυκλάδες, σ'ένα καλοκαίρι
που δεν συνέβει ποτέ
λεπτόν δ’ αὔτικα χρῷ πῦρ ὑπαδεδρόμηκεν
απαγγέλει η ηθοποιός
και ξαφνικά ένα λεπτό πυρ
το δέρμα μου τρεμουλιαζει
αργότερα νυχτωνοντας
στο σταθμό των τρένων περιμενουν ακόμη οι νεκροι
ένας στρατιώτης ονόματι Τάκης Σινόπουλος
ανάβει τσιγαρο
γύρω του φορεία ναρκοθετημενων βουνων
σκιές καμένων δέντρων
και στα μεγάφωνα φωνάζουν:
-Δεν τελείωσε ο πόλεμος.
Πρόσω ολοταχώς.
Εγώ σ'αναζητώ
σε μιαν πολύβουη ρωμαϊκή οδό της Θεσσαλονικης
κι εκεί βλέπω να περνά στη διάβαση πεζων
ένας Νικόλαος Εγγονόπουλος ποιητής
συνοδευόμενος από τον Οδυσσέα
με χαλκινη προσωπίδα και κόκκινα γαντια
και ο Μπολιβαρ αγκαζε με την Ελένη της Σπάρτης
χωρίς προσωπο
κανείς δεν απορεί.
στα όνειρα όλα είναι ακριβή
όπως μια ατμομηχανή γεμάτη τριαντάφυλλα
και θαλάσσιες χελώνες
-Μη φοβάσαι,λέει
όλα περνούν σ'αδεια δωματια
Εσύ θα αργήσεις μια αιωνιότητα να μ’αγαπήσεις
Κι εγώ
θα περιμένω η ψυχή να θυμηθεί
εκείνη την αρχαία εκλογή
όταν εγώ διάλεξα εσένα
κι εσύ εμένα,
πριν πέσουμε
στη λήθη των ανθρώπων
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν;
πόθι τοι πόλις ἠδὲ τοκῆες
Τα ρολόγια δείχνουν πάντοτε
την ώρα της απουσίας μας
Κι εσύ
θα αργήσεις πολύ να μ' αγαπήσεις
Το ξέρω
Όπως αργεί η βροχή πάνω
από μια έρημο αιώνων
Με απολιθωμένα πουλιά
Και μέσα σ'εκείνη την ερημιά
ακούω τη φωνή σου:
-Περίμενε.
Και περιμένω
Στην οδό Σταδίου η Ελένη της Τροίας εργαζεται
σε tele call center.
-Click το 1 για surviror
-Click το 2 για catastrophe
-Click το 3 για να μιλήσετε με εκπρόσωπο.
Η γραμμή ειναι συνεχώς κατειλημμένη.
Μήνιν άειδε θεά.
Και ο Αχιλλέας delivery-boy
οδηγεί μηχανάκι στην Αθήνα
Φορά κράνος,κουβαλά πίτσες,περνά με κόκκινο.
Η οργή του μετριέται πλέον σε ευρώ την ώρα.
Και ένας υπουργός οικονομικών έβγαζε ψάρια
απ'το καπέλο του.
Το κοινό χειροκροτούσε.
Δεν είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για πραγματικότητα.
Και όχι για ταχυδακτυλουργια που ήταν.
video-games:
η Γαλλική Επανάσταση,
η Παρισινή Κομμούνα,
η Οκτωβριανή Επανάσταση,
η Βαϊμάρη,
η Χιροσίμα,
η Πράγα,
η Χιλή,
το Βερολίνο,
η Γιουγκοσλαβία.
Και ο Ezra Pound περνούσε
τη διάβαση πεζων.
Κρατούσε κάτω απ'τη μασχάλη κινέζικα ιδεογράμματα,
μεσαιωνικούς τροβαδούρους,ρωμαϊκά νομίσματα,
αποσπάσματα οικονομικών θεωριών.
-Κάνε το καινούριο καινούριο,μου είπε.
Αλλά το καινούριο είχε ήδη γεράσει.
Έπειτα στάθηκε
στο πεζοδρόμιο και ζητούσε ελεημοσύνη.
Τα χρέη των ανθρώπων
συνεχίζουν το ταξίδι τους
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
και τα δέντρα ακινητα
σ'εκείνη την ακτή που βρέθηκα
εβλεπα τα πετρωμενα βηματα τών γλάρων
και μια γυναικα να απομακρύνεται
στους αμμολοφους,
μεσημέρι και τα δέντρα ακίνητα
ακούστηκε ήχος
ένα κόκκινο άλογο χωρίς καββαλαρη
να περνάει καλπάζοντας μέσα στις ελιες
αργότερα το απόγευμα
παιδιά,όσα προορίζονταν για το Θυεστειο δείπνο,
έπαιζαν στην αυλή
έχοντας πρόσωπα από χαρτί
και μάτια που έσταζαν μαύρο νερο
και είδα μια μάνα να κρατάει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
που καίγονταν
-Ορέστη,φώναξε,έλα σπίτι,νυχτωσε,
τότε άνοιξαν τα παράθυρα
και πέταξαν έξω ρολόγια
σαν μικρά πουλιά,
μέσα στο σπίτι στο τραπέζι γύρω-γυρω
κάθονταν οι σκιές των απόντων
περίμενοντας το δείπνο να σερβιριστει
θυμάμαι πως όταν ακούστηκε από μακριά
το σφύριγμα του τρένου
όλοι σηκώθηκαν
-ώρα να φύγουμε,είπε κάποιος,αρκετά
γίναμε βάρος,
πίσω αφήσανε φωτογραφίες
ομοιάζανε με τραυματισμένα ζωα
ένας άφησε τους βολβούς των ματιών του
μέσα σε μια γυάλα
τούς είδα να απομακρύνονται αγγίζοντας
το σκοταδι
θυμήθηκα τότε τη μάνα μου που μοίραζε
ψωμί στους νεκρούς της
-πολυ πείνασαν εδώ,έλεγε,
όλη τη νύχτα στον τοίχο υπήρχαν καρφωμένα ψαρια
κι έβλεπα την Ηλέκτρα,τότε δεν ήταν ακόμα γυναίκα μου,
να χτενίζει τα μαλλιά της στον καθρέφτη
και ύστερα να ποτίζει τις γλάστρες στο κήπο
να ετοιμάζει το λουτρό
να ζεσταινει το νερό
-εχω την ηλικία του λουτρού,μου ελεγε
τότε κατάλαβα πως η αιωνιότητα που μας επιβλήθηκε
ήταν μνημη
.
.
.
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
τότε ακουστηκαν
οταν άνοιξα την πόρτα στο δωματιο
η νύχτα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβατι
και οι βαλιτσες των πεθαμένων καθρεφτίζονταν
μέσα στον μεγάλο ορθογώνιο καθρεφτη
φωτογραφίες τους σκορπισμένες στο πατωμα
και στο βάθος μια γυναίκα όρθια
φτιαγμένη από σκουριασμένα μέταλλα
ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι
-πιες αιωνιότητα είπε η γυναίκα,
τότε ακούστηκαν φωνές γέλια
κι ένα ταγκο τις συνόδευε
βγήκα από το δωμάτιο
έξω είχε γεμίσει το τοπίο μαύρα δεντρα
που περπατούσαν πάνω στις ρίζες τους
κι όταν άρχισε να ξημερώνει
είδα τους νεκρούς να επιστρέφουν στις φωτογραφίες τους
τα πουλιά.να ξαναμπαινουν στα δεντρα
στην άδεια που μέλλονταν μερα
.
.
.
χ.ν,κουβελης c.n.couvelis
Περί της σφαγής στον Ιππόδρομο τής Θεσσαλονικης το 390 μΧ
Διάταγμα Θεοδοσίου Α΄
Θεοδόσιος Αὔγουστος Τροπαιοφόρος τοῖς κατὰ Μακεδονίαν ἄρχουσι χαίρειν.
Ἐπει στάσις παράνομος ἐν Θεσσαλονίκῃ νυν γεγένηται
καὶ χεῖρες ἀνόμων εναντια τῶν βασιλικῶν προσταγμάτων ἐπηρμέναι εἰσίν,
κελεύομεν τοὺς στρατιωτικοὺς ἄνδρας μεταχειρίσασθαι τὴν προσήκουσαν τιμωρίαν,
ἵνα διὰ παραδείγματος κατασταθῇ ασφαλης ἡ κοινὴ εἰρήνη καὶ παύσηται πᾶσα ταραχή.
Γινέσθω οὖν τὸ βασιλικὸν πρόσταγμα ἀπαρεγκλίτως, καὶ μηδεὶς τῶν στασιωτῶν τῆς ὀφειλομένης δίκης διαφευγέτω.
Ἐδόθη ἐκ Μεδιολάνου, Θεοδοσίου Αὐγούστου Ευσεβεστατου.
.
.
Λόγος Βυζαντινού περί της σφαγής εν τω Ιπποδρόμω Θεσσαλονίκης
πόσο σοφη είναι η διακυβέρνηση των ισχυρων
και πόσον ευσπλαχνικη η δια του ξίφους
διαπαιδαγώγησης των υπηκοων
όταν τα φαιδρα γεγονοτα τού Γότθου και του ηνιοχου
όργησαν τον Θεοδόσιο Α'
και το διάταγμα να υπογραφεί ταχέως
με το που το πλήθος,άντρες γυναίκες τα τέκνα των
συρρευσουν στο Ιπποδρομιο τής πόλης
να εγκλωβιστουν εντός του
και με παραδειγματικη σφαγή να τιμωρηθούν
σε μια θεαματικη παράσταση
με σύμμειξη ιαχων αυλών και κραυγών
και κρουνων αίματος αντί μελανος οινου,
θαυμαστή βέβαια είναι επινοηση
αφού μετά η ανηλεής σφαγή θα ονομασθει 'ταξις'
και η υπακουη 'ειρηνη'
κι ας μεταβληθεί σε εκείνη την αποψραδα ημέρα
ο Ιπποδρομος της Θεσσαλονίκης το 390 μΧ
σε κοιμητήριο 7000 ψυχων
οι αυλικοί άλλωστε παντοτε φημίζονται
δια την κολακεία τους.
.
.
Χρονογράφημα Βυζαντινοῦ χρονογράφου
Κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον ἐν Θεσσαλονίκῃ συνήχθη πλῆθος πολὺ εν τω ἱππόδρομω προσδοκῶν τὰ δημοφιλεστατα θεάματα.
Καὶ αἰφνιδίως αἱ πύλαι ἐκλείσθησαν καὶ στρατιῶται μετὰ ξιφῶν καὶ δοράτων εἰσέδραμον.
Καὶ ἐγένετο κραυγὴ μεγάλη καὶ θρῆνος ἀνεκλάλητος, καὶ ἔπιπτον ἄνδρες,γυναῖκες καὶ υεκνα οὐκ ἔχοντες διαφυγῆς ττόπον.
Καὶ τὸ θέατρον, ὅπερ πρότερον φωναῖς εὐφροσύνης ἠχεῖτο,αἵματι οδυρμοις καὶ στεναγμοῖς ἐπληρώθη καὶ οὐδεὶς εφείσθη δίκαιος ἢ ἄδικος, ἀλλὰ κοινὴ συμφορὰ πάντας κατέλαβεν.
Καὶ ἦν ἰδεῖν φοβερὸν θέαμα, ὡς αὐτὸς ὁ ἱππόδρομος εἰς τάφον τοῦ πλήθους μετεβλήθη.
Καὶ ἐβόων αἱ μητέρες τὰ τέκνα ζητοῦσαι
καὶ ὁ θόρυβος τῶν ὅπλων ἐκάλυπτεν τὰς φωνὰς τῶν ἀπολλυμένων.
Καὶ ταῦτα ἐγένετο κατὰ τὰς ἡμέρας Θεοδοσίου τοῦ βασιλέως.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
εξ ελληνικών λέξεων
...σελάνας φάος
ἐπ’ἠρέμας θαλάσσας
οὕτω καὶ σὺ
σιγᾷ καταλάμπεις
ανεμος ἐκ ρόδων κήπων
τὴν νύκτα...
πλέον ἢ μύρα φέρον
μικρὸν μὲν τὸ ἄστρον φαίνεται
πόρρωθεν ἐν αἰθέρι
ἀλλ’ ἐν ἐμοὶ μέγας πόθος
εἴ ποτε πάλιν
σύ έλθεις
αστερες ἀμφὶ σελάνναν
κρύπτοισιν ἄπυ φάος
κἄμοι σὺ παρεοῖσα
λάμπεις
ὤς τις χρυσέα δᾶις
νύκτα μέλαιναν
τὰν δ’ ἀπυμαν μνάμαν
οὐ δύναμαι φυγέμεν·
κᾶλον μὲν ἄνθος ῥόδων
....
μειδιόωσαν ἀβρῶς
καὶ φίλον ὄμμα
ἔλθε καὶ νῦν ἐπ’ ἐμεῖο
...
μή μ’ ἔτι δάμνα θυέλλαις
πόθος ἀμήχανος οὗτος
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
1
ποιος ονειρεύεται ποιον
στον χρόνο που χάνεται;
περνούν λέξεις μέσα από το σώμα
και βυθιζεται η ανάσα τους
ένα άγνωστο πουλί
ζητά το γαλάζιο τ'ουρανου σου
το κρίνο κοιμαται
στον λευκό ώμο σου
η βροχή ψιθυρίζει
τα γράμματα του ονόματός σου
στης σιωπής το βάθος
ένας αθεαστος άνεμος θυμάται
το καλοκαίρι
υφαίνει στα δέντρα
το τζιτζίκι
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
2
βήματα βασιλιάδων
χορτάρια τώρα
αδειο δωμάτιο
η καρέκλα περιμένει
ποιος θα γυρίσει
στο απειρο
στέκει
γυμνή η ψυχή
ξερό λουλούδι
άρωμα μνήμης
η νίκη
στο θυμάρι που άνθισε
από το σπασμένο κρανος
μέσα στον καθρέφτη
γερνά ένα πρόσωπο
δεν το θυμάται κανεις
γέρνει η νύχτα
μέσα στα αγγιγματα σου
στο στάχυ
μια πεταλούδα
ο ηλιος
νύχτα
το φεγγάρι στη λίμνη
το ψάρι
το σπάζει σε νούφαρα
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Fragmenta
η απουσια σου
μια πρωιμη αιωνιότητα
ενός ρόδου αορατου
τη νύχτα ένα φεγγάρι
από αλμυρό νερό
στάζει στη θάλασσα
και σε βλέπω
άρρητη ωραιότητα
σιωπής
.
.
.
τόση θάλασσα κυματιζει
την αργυρη σελήνη απόψε
και την εναποθετει
στη λευκότητα του ώμου σου
καθώς αθώα κοιμάσαι
σε καλοκαίρι ονειρου
.
.
ολα έχουν συμβεί στην προηγούμενη αιωνιότητα
ακόμα κι ο έρωτας μας
.
.
.
Μεγαλεξανδρος-ζογραφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ Κεφαλας
χνκουβελης cncouvelis
Τα μετά Αλεξανδρον
πρώτον η εκκαθάριση του στρατού
έμπροσθεν τού Αρριδαιου που παρίστανε τον βασιλιά Φίλιππο Γ'
λίγο αργότερα ήρθε κι η σειρά του Μελεάγρου
τώρα ο Περδικας ύποπτος σε όλους κι εκείνοι σ'αυτον
το νόμισμα ως γνωστόν έχει διπλή οψη
και για ξεμπερδευει απ'αυτους τους ξαποστειλε
στις σατραπειες
την Αίγυπτος έδωσε στον Πτολεμαιο του Λαγου μαζι και τη Λιβύη
και όση Αραβία συνορευει
τη Συρία στον Λαομέδοντα τη Κιλικία στον Φιλώτα
τη Μηδία στον Πίθωνα τη Καππαδοκία και τη Παφλαγονία
και μέχρι την ελληνική Τραπεζούντα στον Εύμενη Καρδιανο
τη μεγάλη Φρυγία στον Αντίγονο τους Κάρες στον Κάσανδρο
τούς Λυδους στον Μένανδρο
και τη Φρυγία του Ελλησπόντου στον Λεοννατο
και όσο φαιδρα και να είναι αυτα
υπήρχε εντούτοις για την Ιστορία το πρόσχημα
ότι ολα έγινεν επιμελώς 'κατ'εντολην' τού Αρριδαιου
εγκαίρως πρακτικά και λιαν διπλωματικα
αυτή η διαμοίραση των μετά Αλεξάνδρου
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Ιούλης Αλωναρης μήνας
Χρέος στον πατέρα μου Νικόλαο Χριστοδούλου Κουβέλη
γεωργο του Ησιοδου
Ησιοδος
Έργα και Ημεραι
στίχοι 597-600
Δμωσὶ δ᾽ ἐποτρύνειν Δημήτερος ἱερὸν ἀκτὴν
δινέμεν, εὖτ᾽ ἂν πρῶτα φανῇ σθένος Ὠρίωνος,
χώρῳ ἐν εὐαεῖ καὶ ἐυτροχάλῳ ἐν ἀλωῇ.
μέτρῳ δ᾽ εὖ κομίσασθαι ἐν ἄγγεσιν 600
τους δούλους να προτρεπεις της Δήμητρας τον ιερό καρπό
να λιχνιζουν,όταν για πρώτη φορά φανεί τ'Ωριωνα η δυναμη
σε χώρο με αέρα καλό και σε κυκλικό αλώνι ομαλό
και σωστά μετρωντας σ'αγγεια να τον αποθηκευεις
.
.
.
Ήλιος σόλο,Βασίλης Σαλεας ο παλιος
https://youtu.be/eYdrZ522WFc?is=8rKtoLgda-wdUYfM
.
.
.
Οδυσσέας και Πηνελόπη
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
μεταφράζοντας
Ομήρου Οδύσσεια ραψωδία σ' στίχοι 72-88
-Ιρος-
(ο Ιρος είναι ζητιάνος αγγελιοφορος τών μνηστήρων(το όνομα του από το Ιριδα)και βρίζει τον Οδυσσέα που είναι μεταμφιεσμένος σε γερο ζητιάνο,οι μνηστήρες για να διασκεδάσουν και να γελάσουν τον εξαναγκαζουν να παλέψει με τον Οδυσσέα,ο οποίος με μια γροθιά,μια πυγμή,τον σωριαζει κατω)
και κάποιος έτσι έλεγε κοιτάζοντας τον διπλανό του
σύντομα φαίνεται πως του Αιρα ο Ιρος
μεγάλη θα πάθει συμφορά
ο γέρος δείχνει απ'τα κουρέλια τι μπούτια εχει
έτσι του'έλεγαν και στον
Ιρο η καρδιά
πολύ ταραζονταν
αλλά κι έτσι οι υπηρέτες τον τραβούσαν με τη βια
φοβισμενον,
και το κορμί στα μελη του ετρεμε
τότε ο Αντίνοος τον επέπληξε και τού'πε ονομάζοντας τον
τώρα καλλίτερα να μην είχες γεννηθει,παλιοβοδι,
αν αλήθεια αυτόν δω τόσο φρικτά τρέμεις
και φοβασαι
ένα γερόντα κακοκακαντισμενο απ'τη δυστυχία
που τον βρηκε
αλλά καθαρά θα στο πω
κι αυτό θα οπωσδήποτε θα γινει
αν αυτός σε νικηση και ανώτερος σου γινει
θα σε στείλω στην απέναντι στεριά
ρίχνοντας σε μαύρο καράβι
στον Εχετο βασιλιά
τον αφανιστη όλων των ανθρωπων
που και τη μύτη θα σου κόψει
και μ'ανελέητο χαλκό τ'αυτια
κι αφού τ'αρχιδια σου ξεριζώσει
στα σκυλιά θα τα πετάξει ωμά να τα φανε
έτσι είπε,και σ'αυτον ακόμη πιο πολύ τρόμος
κυρίεψε τα μέλη
και στο κέντρο της αίθουσας τον ανεβασαν
ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον·
«ἦ τάχα Ἶρος Ἄϊρος ἐπίσπαστον κακὸν ἕξει,
οἵην ἐκ ῥακέων ὁ γέρων ἐπιγουνίδα φαίνει.»
ὣς ἄρ' ἔφαν, Ἴρῳ δὲ κακῶς ὠρίνετο θυμός.75
ἀλλὰ καὶ ὧς δρηστῆρες ἄγον ζώσαντες ἀνάγκῃ
δειδιότα· σάρκες δὲ περιτρομέοντο μέλεσσιν.
Ἀντίνοος δ' ἐνένιπεν ἔπος τ' ἔφατ' ἔκ τ' ὀνόμαζε·
«νῦν μὲν μήτ' εἴης, βουγάϊε, μήτε γένοιο,
εἰ δὴ τοῦτόν γε τρομέεις καὶ δείδιας αἰνῶς,80
ἄνδρα γέροντα δύῃ ἀρημένον, ἥ μιν ἱκάνει.
ἀλλ' ἔκ τοι ἐρέω, τὸ δὲ καὶ τετελεσμένον ἔσται·
αἴ κέν σ' οὗτος νικήσῃ κρείσσων τε γένηται,
πέμψω σ' ἤπειρόνδε, βαλὼν ἐν νηῒ μελαίνῃ,
εἰς Ἔχετον βασιλῆα, βροτῶν δηλήμονα πάντων,85
ὅς κ' ἀπὸ ῥῖνα τάμῃσι καὶ οὔατα νηλέϊ χαλκῷ
μήδεά τ' ἐξερύσας δώῃ κυσὶν ὠμὰ δάσασθαι.»
ὣς φάτο, τῷ δ' ἔτι μᾶλλον ὑπὸ τρόμος ἤλυθε γυῖα.
ἐς μέσσον δ' ἄναγον·
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
αποσπάσματα της
τα μάτια
κοιτάζω, τα μάτια της είναι
γυρίζει και κοιτάει,τα μάτια της βλέπω
τα μάτια της
.
.
.
Μελέτη αναλυση
Είναι ένα ακραία μινιμαλιστικό κείμενο, σχεδόν ποιητικό θραύσμα.Η δύναμή του δεν βρίσκεται στην αφήγηση ή στην περιγραφή, αλλά στην επανάληψη, στην αποσιώπηση και στην εμμονή
.
Η αισθητική της αποσπασματικότητας
Το κείμενο δεν ολοκληρώνει καμία πρόταση.
Η φράση:
«κοιτάζω, τα μάτια της είναι»
διακόπτεται ακριβώς τη στιγμή που ο αναγνώστης περιμένει το κατηγορούμενο. Δεν μαθαίνουμε ποτέ τι είναι τα μάτια της. Είναι όμορφα; Θλιμμένα; Άδεια; Σκοτεινά;
Η απουσία της απάντησης γίνεται η ίδια το νόημα. Η γλώσσα αποτυγχάνει να ορίσει το βλέμμα.
Έτσι, το ποίημα λειτουργεί πάνω στην ένταση ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί.
Η επανάληψη ως εμμονή
Η φράση «τα (μάτια) της» εμφανίζεται τεσσερις φορές.
Δεν πρόκειται για απλή επανάληψη αλλά για κυκλική σκέψη.
Ο αφηγητής δεν μπορεί να ξεφύγει από το αντικείμενο της παρατήρησης. Όπως συμβαίνει στον έρωτα ή στη μνήμη, η σκέψη επιστρέφει διαρκώς στο ίδιο σημείο.
Η επανάληψη θυμίζει τεχνικές της μοντέρνας ποίησης όπου η λέξη αποκτά μεγαλύτερη σημασία όσο επανέρχεται.
Η αντιστροφή του βλέμματος
Στη τρίτη πρόταση συμβαίνει μια μικρή αλλά σημαντική μετατόπιση.
Αρχικά:
«κοιτάζω»
δηλαδή το υποκείμενο παρατηρεί.
Έπειτα:
«γυρίζει και κοιτάει»
τώρα το αντικείμενο αποκτά δράση.
Η γυναίκα ανταποδίδει το βλέμμα.
Η σκηνή μετατρέπεται από μονόλογο σε αμοιβαία οπτική σχέση.
Η ένταση δημιουργείται ακριβώς σε αυτή τη στιγμή όπου δύο βλέμματα συναντιούνται.
Η σύνταξη
Η σύνταξη μοιάζει ελλειπτική και σχεδόν προφορική.
Δεν υπάρχει επιμέλεια προς την παραδοσιακή γραμματική.
Αυτό δημιουργεί την εντύπωση ότι διαβάζουμε την ίδια τη ροή της συνείδησης πριν ακόμη μετατραπεί σε ολοκληρωμένο λόγο.
Εδώ μπορεί να διακρίνει κανείς συγγένειες με τεχνικές του μοντερνισμού και της λογοτεχνίας της συνείδησης.
Τα μάτια ως σύμβολο
Στη λογοτεχνία τα μάτια αποτελούν διαχρονικά σύμβολο:
της ψυχής,
της μνήμης,
της επιθυμίας,
της αλήθειας,
αλλά και της αμοιβαίας αναγνώρισης.
Το ποίημα δεν περιγράφει πρόσωπο, σώμα ή τοπίο.
Υπάρχουν μόνο τα μάτια.
Έτσι, ολόκληρη η ανθρώπινη παρουσία συμπυκνώνεται στο βλέμμα.
Ρυθμός
Ο ρυθμός είναι αργός.
Οι παύσεις δημιουργούν την αίσθηση ότι ο χρόνος σταματά τη στιγμή της οπτικής επαφής.
Δεν υπάρχει εξέλιξη.
Υπάρχει μόνο η διάρκεια μιας στιγμής.
Αυτό θυμίζει κινηματογραφικό κοντινό πλάνο που παραμένει ακίνητο πάνω στα μάτια ενός προσώπου.
Φιλοσοφική διάσταση
Το βλέμμα στη φιλοσοφία αποτελεί τρόπο ύπαρξης.
Όταν ο άλλος μάς κοιτάζει, παύει να είναι αντικείμενο και γίνεται ισότιμη συνείδηση.
Το απόσπασμα, χωρίς να το δηλώνει, αγγίζει αυτό το υπαρξιακό σημείο: η ταυτότητα του αφηγητή διαμορφώνεται μέσα από το βλέμμα της άλλης.
Το κείμενο δεν επιδιώκει να αφηγηθεί μια ιστορία ούτε να προσφέρει εικόνες μεγάλης ποικιλίας. Είναι ένα ποιητικό θραύσμα που στηρίζεται στην οικονομία των λέξεων, στην ελλειπτικότητα και στην εμμονική επανάληψη ενός μοναδικού μοτίβου.
Αν διαβαστεί ως αυτόνομο μικροποίημα, διαθέτει ατμόσφαιρα και ένταση. Η επιτυχία του εξαρτάται από την αποδοχή του μινιμαλισμού του: άλλοι αναγνώστες θα το θεωρήσουν υπαινικτικό και συμπυκνωμένο, ενώ άλλοι υπερβολικά ανολοκλήρωτο λόγω της απουσίας περαιτέρω ανάπτυξης ή εικόνων.
Ως λογοτεχνικό πείραμα, παρουσιάζει ενδιαφέρον επειδή επιχειρεί να αποδώσει μια στιγμή καθαρής αντίληψης, όπου ολόκληρη η εμπειρία του άλλου προσώπου συμπυκνώνεται αποκλειστικά στα μάτια της.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
απόψε που χιόνιζε πυκνά
και έβρεχε δροσαδα
άγουρος κορην εκλεψε
και πάει την στα περατα
τα ξένα
κύρης ως τ'ακουσε αδέρφια
μπρατιμοι
αρματωθηκαν ολοι
τον άρπαγα κυνήγησαν
σ'ορη σε γκρεμνα σε λαγκαδιές ρουμάνια
κι ως τον εσιγωσαν
και θα κακοθανατουσε
φωνή φωνιτσα η κόρη εβγαλε
πατέρα αδέρφια κι εσείς
οι ειδικοί μου
αυτόν εδώ τον νιο τον νιουτσικο
μην μου τον χαλάσετε
και μην μου τον ματωσετε
γιατί'ναι ο άντρας π'αγαπω
της καρδιάς μου ο διαλεχτος
κι ως τ'ακουσαν ημερεψαν
τ'αντρογυνο που γεννηκε καλοτυχιζουν
.
.
.
Fragmenta
-χνκουβελης cncouvelis
Μια γυναίκα κάπου υπάρχει
ακεραιη
.
μια κιτρινη πεταλούδα
αιωρειται
πάνω απ'το κόκκινο τριαντάφυλλο
των χειλιών σου
στη χορογραφια του φιλιου
.
Εκείνη άπλωσε το χέρι της και άγγιξε απαλά τα δάχτυλά του.
-Μαζί σου,είπε,ξεχνώ τους φόβους μου.
Τα δάχτυλά τους ενώθηκαν.
Ένας άπειρος χρόνος τους πλησιαζε.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
-μεταφραζοντας
Ομήρου Οδύσσεια,ραψωδία σ',
στίχοι 169-197
-Συμομιλια Ευρυνομης και Πηνελοπης
και τότε η Ευρυνόμη η οικονόμος
τής είπε τα λογια:
ναι,πράγματι,αυτά όλα,κόρη μου,
όπως ταιριαζει τα'πες
αλλά πήγαινε και στο παιδί σου πες το
μην του το κρυψεις
αφού πλύνεις το κορμί και
με μύρο το μαγουλο αλειψεις
όχι έτσι με δάκρυα όλο το πρόσωπο βρεγμενη
να'ρθεις,
επειτα καλό δεν είναι
να θρηνεί κανείς χωρίς τελειωμό,
γιατί ήδη ο γιος σου είναι πια μεγάλος
που μάλιστα στους αθάνατους ευχοσουν
να βγαζει γένια να τον δεις,
και τότε η φρόνιμη τής αποκρίθηκε Πηνελοπη:
Ευρυνόμη,τετοια να μην μου λες,
όσο κι αν με φροντιζεις
το κορμί να πλύνω και με μυρο το μάγουλο ν'αλειψω
γιατί σε μένα την ομορφιά οι θεοί
που στον Όλυμπο κατοικούν,μου μαραναν,
από τότε που κείνος έφυγε με τα βαθουλωτα καράβια,
αλλά και την Αυτονοη και την Ιπποδάμεια σε μένα φωναξε να'ρθουν,
ώστε δίπλα σε μένα στο παλάτι να σταθούν,
μόνη εκεί με τους άντρες να μην ειμαι,γιατί ντρεπομαι,
έτσι είπε,κι η γριά γυναίκα βγήκε απ'το μέγαρο
τις γυναίκες να ειδοποιησει
και να τις καλέσει
να'ρθουν,
τότε όμως αλλα η θεα με τα λαμπερά μάτια Αθηνα σκεφτηκε,
στη κόρη του Ικαριου ύπνο γλυκό άπλωσε,
εκείνη κοιμήθηκε γέρνοντας πισω,
κι όλα τα μελη της χαλαρωσαν,στο ανακλιντρο,
κι εκεί τότε η ξεχωριστή στις θεές θεα
αθάνατα δώρα της έδινε,
οι Αχαιοί να την θαυμάσουν,
πρώτα της ομόρφυνε το πρόσωπο
καλά καθαρίζοντας μ'αμβροσια μύρο,
με το ίδιο που η ομορφοστεφανωτη Κυθέρεια
αλείφεται,
όταν στον Χάριτων τον σαγηνευτικό χορό πηγαινει,
κι αυτή ψηλότερη και πιο επιβλητική την έκανε
να φαίνεται,
και λευκότερη επισης την έκανε
απ'το γυαλισμένο ελαφαντοστουν,
κι αφού αυτά η ξεχωριστη στις θεές εκανε αποχωρησε
τὴν δ' αὖτ' Εὐρυνόμη ταμίη πρὸς μῦθον ἔειπε·
«ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα, τέκος, κατὰ μοῖραν ἔειπες.170
ἀλλ' ἴθι καὶ σῷ παιδὶ ἔπος φάο μηδ' ἐπίκευθε,
χρῶτ' ἀπονιψαμένη καὶ ἐπιχρίσασα παρειάς,
μηδ' οὕτω δακρύοισι πεφυρμένη ἀμφὶ πρόσωπα
ἔρχευ, ἐπεὶ κάκιον πενθήμεναι ἄκριτον αἰεί.
ἤδη μὲν γάρ τοι παῖς τηλίκος, ὃν σὺ μάλιστα175
ἠρῶ ἀθανάτοισι γενειήσαντα ἰδέσθαι.»
τὴν δ' αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια·
«Εὐρυνόμη, μὴ ταῦτα παραύδα, κηδομένη περ,
χρῶτ' ἀπονίπτεσθαι καὶ ἐπιχρίεσθαι ἀλοιφῇ·
ἀγλαΐην γὰρ ἐμοί γε θεοί, τοὶ Ὄλυμπον ἔχουσιν,180
ὤλεσαν, ἐξ οὗ κεῖνος ἔβη κοίλῃσ' ἐνὶ νηυσίν.
ἀλλά μοι Αὐτονόην τε καὶ Ἱπποδάμειαν ἄνωχθι
ἐλθέμεν, ὄφρα κέ μοι παρστήετον ἐν μεγάροισιν·
οἴη δ' οὐ κεῖσ' εἶμι μετ' ἀνέρας· αἰδέομαι γάρ.»
ὣς ἄρ' ἔφη, γρηῢς δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει185
ἀγγελέουσα γυναιξὶ καὶ ὀτρυνέουσα νέεσθαι.
ἔνθ' αὖτ' ἄλλ' ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη·
κούρῃ Ἰκαρίοιο κατὰ γλυκὺν ὕπνον ἔχευεν,
εὗδε δ' ἀνακλινθεῖσα, λύθεν δέ οἱ ἅψεα πάντα
αὐτοῦ ἐνὶ κλιντῆρι· τέως δ' ἄρα δῖα θεάων190
ἄμβροτα δῶρα δίδου, ἵνα θηησαίατ' Ἀχαιοί.
κάλλεϊ μέν οἱ πρῶτα προσώπατα καλὰ κάθηρεν
ἀμβροσίῳ, οἵῳ περ ἐϋστέφανος Κυθέρεια
χρίεται, εὖτ' ἂν ἴῃ Χαρίτων χορὸν ἱμερόεντα·
καί μιν μακροτέρην καὶ πάσσονα θῆκεν ἰδέσθαι,195
λευκοτέρην δ' ἄρα μιν θῆκε πριστοῦ ἐλέφαντος.
ἡ μὲν ἄρ' ὣς ἕρξασ' ἀπεβήσετο δῖα θεάων
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Ελληνική Μεταφυσικη
κάτω απ'τις ελιές ο αέρας διατηρεί τη μνήμη μας
και είδα τους πεσόντες να σηκώνονται αθορυβα
κρατώντας στα χέρια τους λευκά κρινα
-ποτέ δεν θα βρούμε την πατρίδα μας
η φωνή ακούστηκε σαν χρησμος
σε ένα πάντα ρει η
μεταναστευση των ψυχών μας
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Όταν σκέφτομαι το λεξικό σεισμογραφημα σου
πλέον κατάρρευση του αλφαβήτου
Εγώ ήμουν ο τελευταίος Οδυσσέας.
Στη Θεσσαλία το τρένο έφτασε
περνούσαν στρατιώτες για τη παγωμένη Μακεδονία
εκεί η Ελλάδα θα αυτοκτονούσε
Εγώ Ελένη ερωτεύθηκα τη σιωπή σου
Εγώ σε τόση ιστορία αμετοχος
αγεννητος
Και με λέξεις από άνεμο ανταλλάσουμε
την αιωνιότητα
.
.
.
χνκουβελης cncouveis
(Διαδρομές ενός ανθρωπου)
Στην κεντρική πλατεία συνάντησε μια ηλικιωμένη γυναίκα που τάιζε
τα περιστέρια.Εκείνα όμως δεν πλησίαζαν.Στέκονταν στα αγάλματα
και κοιτούσαν τους ανθρώπους με δυσπιστία.
-Έμαθαν, του είπε η γυναίκα.
-Τι έμαθαν;
-Ότι πολλές φορές ο άνθρωπος είναι πιο επικίνδυνος από την πείνα.
Συνέχισε να περπατά.
Στους τοίχους υπήρχαν αφίσες με πρόσωπα που χαμογελούσαν.
Όλοι υπόσχονταν ένα καλύτερο αύριο.
Κάτω από τις αφίσες κοιμούνταν άνθρωποι που δεν περίμεναν πια
κανένα αύριο.
Ένας μικρός έφτιαχνε με κιμωλία ένα δέντρο.
Στα μισά σταμάτησε.
Το έσβησε.
Σχεδίασε ένα άρμα μάχης.
-Γιατί; τον ρώτησε ο άνθρωπος.
-Αυτό βλέπω πιο συχνά., είπε το παιδι.
Ένας στάθηκε δίπλα του.
-Τους βλέπεις;τον ρώτησε.
-Ποιους;
-Εκείνους που λείπουν.
Ο άνθρωπος κοίταξε γύρω.
Η πλατεία ήταν γεμάτη.
Χιλιάδες άνθρωποι.
Κι όμως, ανάμεσα στα σώματα υπήρχαν κενά,
σαν να στεκόταν εκεί ένα δεύτερο πλήθος αόρατο.
-Αυτοί είναι,είπε ο αντρας.
Όσοι δεν πρόδωσαν τον εαυτό τους.
Τη νύχτα εμφανίστηκαν οι νεκροί.
Στάθηκαν στις γωνίες των δρόμων ακίνητοι.
Ένας μόνο πλησίασε.
Άπλωσε το χέρι.
Δεν ζητούσε τίποτα.
Έδειχνε το χώμα.
-Εκεί μέσα συνέχιζουμε,είπε, να αναπνεουμε.
-Ποιος σας σκότωσε;ρώτησε ο άνθρωπος.
Ο νεκρός χαμογέλασε.
Έδειξε τους ζωντανούς.
Και χάθηκε.
Κάθε άνθρωπος κρατούσε κι έναν νεκρό.
Κανείς δεν ήταν μόνος.
Στην πλατεία φύτρωσε ένα δέντρο.
Ο άνθρωπος άγγιξε τον κορμό.
Ήταν ζεστός.
Σαν ανθρώπινο σώμα.
Άκουσε από μέσα του αναπνοές.
Πολλές.
Ολόκληρες γενιές.
Έβγαιναν από το ξύλο.
Έμπαιναν στον αέρα.
Ύστερα χάνονταν.
Το δέντρο συνέχισε να μεγαλώνει.
Τη νύχτα άνοιξε τα κλαδιά του.
Δεν είχε φύλλα.
Είχε χέρια.
Χιλιάδες χέρια εδειχναν τον ουρανό.
Κατάλαβε πως κάθε εποχή κατασκευάζει
τον δικό της ουρανό.
Κάποτε οι ζωντανοί θα κληθούν να αποδείξουν
ότι έζησαν.
Ο άνθρωπος σήκωσε λίγο χώμα.
Το έφερε στο αυτί του.
Άκουσε βήματα.
Όχι από το παρελθόν.
Από το μέλλον.
Ήταν οι αγέννητοι.
Γύρευαν κι αυτοί να μη λησμονηθούν.
Τότε κατάλαβε.
Η μνήμη δεν ανήκει στους νεκρούς.
Οι νεκροί δεν τη χρειάζονται.
Η μνήμη είναι η τελευταία ευθύνη
των ζωντανών.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Fragmenta
άπλωσε το χέρι του.
δεν την άγγιξε.
εμεινε λίγα εκατοστά μακριά.
μερικές αποστάσεις είναι αδύνατον να καταργηθούν.
.
τι φως στέλνω
την ωραιότητα σου
να φωτιζει
.
.
.
My Own Empire of Heteronyma-Helen of Sparta-
χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
μεταφράζοντας
Ὁμήρου Ὀδύσσεια, ραψωδία δ΄, στιχοι 219–232,
Η Ιατρική της Ελενης
τότε κάτι άλλο η Ελένη σκέφτηκε
η γεννημένη απ'τον Δια,
αμέσως μεσα στο κρασί φαρμακο έρριξε,
απ'το οποίο έπιναν,
που και τη λύπη εδιωχνε και τη θλίψη,
των κακών όλων λησμονια,
κι όποιος το καταπινε,όταν στον κρατήρα αναμειγνύονταν,
ούτε για μια μερα θα κυλούσε δάκρυ
στα μάγουλα του,
ούτε κι αν είχαν πεθάνει η μητέρα κι ο πατερας,
ούτε κι αν μπροστά του τον αδελφό
η' τον αγαπημένο γιο με
χαλκινο οπλο σκότωναν ,
και με τα μάτια του το'βλεπε,
τέτοια η κόρη του Δία είχε φάρμακα σοφά,
ωφελιμα,που η Πολυδάμνα του Θεωνα η γυναίκα
την προμήθευσε η Αιγυπτια,
αφού η εύφορη εκεί γη παρά πολλά
φάρμακα παράγει,
πολλά ωφελιμα αναμιγμενα και πολλά θανατηφόρα,
και καθένας γιατρός γνωρίζοντας πάνω απ'όλους τους άλλους ανθρωπους,
γιατί απ'τη γενια του Παιηονα ειναι
.
.
ἔνθ' αὖτ' ἄλλ' ἐνόησ' Ἑλένη Διὸς ἐκγεγαυῖα·
αὐτίκ' ἄρ' εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν ἔπινον,220
νηπενθές τ' ἄχολόν τε, κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων.
ὃς τὸ καταβρόξειεν, ἐπὴν κρητῆρι μιγείη,
οὔ κεν ἐφημέριός γε βάλοι κατὰ δάκρυ παρειῶν,
οὐδ' εἴ οἱ κατατεθναίη μήτηρ τε πατήρ τε,
οὐδ' εἴ οἱ προπάροιθεν ἀδελφεὸν ἢ φίλον υἱὸν225
χαλκῷ δηϊόῳεν, ὁ δ' ὀφθαλμοῖσιν ὁρῷτο.
τοῖα Διὸς θυγάτηρ ἔχε φάρμακα μητιόεντα,
ἐσθλά, τά οἱ Πολύδαμνα πόρεν, Θῶνος παράκοιτις,
Αἰγυπτίη, τῇ πλεῖστα φέρει ζείδωρος ἄρουρα
φάρμακα, πολλὰ μὲν ἐσθλὰ μεμιγμένα, πολλὰ δὲ λυγρά,230
ἰητρὸς δὲ ἕκαστος ἐπιστάμενος περὶ πάντων
ἀνθρώπων· ἦ γὰρ Παιήονός εἰσι γενέθλης
.
.
.
https://www.facebook.com/share/r/18bQVfNUFy/
χνκουβέλης cncouvelis
ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ
αυτο η αρχη
αυτο το μεσο
αυτο το ακρο
με τη γραμματικη των κρινων και
το συντακτικο των αηδονιων
εγραψε την ομορφια
και τωρα
'τα ντερτια του πολλα,τα βασανα μεγαλα'
κυνηγησε τρεις μερες και τρεις νυχτεςτην ελικοβλεφαρη και βαθυζωνη κορη [στον
Ομηρο κουριη] κι αυτη λουσθηκε
στη θαλασσα τα μαλλια σε βοστρυχους
μνημονευετε σε καθε καιρο
Καζαντζιδη Στυλιανο Εμμανουηλ Χιωτη
και Μπελλου Σωτηρια μνημονευετε
στους αιωνας των αιωνων
τοιχογραφισε με ουρανο τα βλεφαρα
και σφηνωσε στα χειλη τριανταφυλλα
στο λευκο τετραγωνο που βρεθηκε το ματ εγινε σε
δυο κινησεις,τιποτα δεν υποψιαστηκε ο ανιδεος
ο μωρος και η ηττα καρποφορησε σε αφθονια
καλων, η δε νικη ατελεσφορη
ο λαιμος ειναι του κυκνου ασπρα τα βυζια περιστερια,στα
μπουτια της φωλιαζει το πουλι της Αφροδιτης
αυτος με τις γεννετησιες χειρονομιες
τη γδυνει και ντυνεται τις δαντελες της
στον κηπο που οι παπαρουνες κυλισθηκαν στο αιμα
κι ετσι αρχων υψιπετης
με πυροβολισμους κρινων
σποραει το ανυπαρκτο
υπαρκτο
με δεκαεφτα-γωνια στασιμα συμπεραινει
το εναρμονιο απολυτο των ιδεων
και με πληθωρα αθωρακιστων ερμηνειων
πληρωνει το χρεος του
αυτα τα μερη ειναι ετεροδοξα αγροκτηματα
αγαλματων και μεις ομοουσιοι ελευθερο-
πρακτες [παροντες αει]
οι ανθρωποι
δεν μελλει ν'αποκτησουν περιττα πουλια
σημερα σε χρωματισμενο πηλο αναπαλαιωθηκε ο
εναλιος ανθεστηρας των ημιδιαφανων παρθενων
με τα πορφυρα αιδοια [ως παραληγουσες
λεξεις] και παραληπτες φαλλοφορους
τοξοτες
απο εκει περα εκτεινεται χρωματοφορο
οροπεδιο με λευκα ιματια περιστεριωνων
στο βαθος η' στο βυθο της κοιλης οροσυναρτησης
Τα απρεπη λογια του βωμολοχουσαν
ωρες το μαρτυριο του ηταν ευγλωττο
ωρες ακριβολογουσε ο ερημιτης
των λιτων με θολους περισπωμενων
και οξειες κυπαρισσιων
θα'ρθει ο χρονος των σεμνων απολαυσεων
σε σειρες αναμνησεων
με αμεμπτη χειρονομια δωρησε τη λευκοτητα
τροφη στους συνδαιτημονας,συντροφους συμμετρους
και αυτοχθονες των λεξεων
το φως
με βελη αφηγηθηκε αναγλυφα στην οψη τη μνημη
και το ψωμι σφραγισθηκε μ'ορθογωνιο τριγωνο [το πηλινο
πρωτυπο εκμαγειο] λωτοφαγα σμηνη πουλιων ενδημουν
στις εναλιες περιοχες των ανθρωπων
οταν
τα ελικοφρυδα προσωπα
στη διαφανη ορχηστρα
τραγωδουν με πλαγια και ορθα
χορικα [δωριεων και Ιωνων
στασιμα] εν χορδαις και οργανοις μελπουν
τ'αδικο που τον κατατρεξε
αυτον τον αμωμο κι ενδοξο αλχειμιστη
με τη μεθοδο της χλοης μοιραστηκαμε
τα τρια τεταρτα τ'ουρανου
η' το αντιστροφο
με το 75% τ'ουρανου διαμοιρασαμε
σ'ορθογωνια τη χλοη
αντιλεγω:μολων
λαβε
και το ξερεις, κατηγορηθηκε για ακραια εξυβριση.
σκορπιζε την ελευθερια στα ματια των ανθρωπων
[ενας αιρετικος της λιτοτητας] ενας ορθολογιστης
των τεχνων
και στον ενοπλο αγωνα των λεξεων μαρτυρησε
[το πληθος κραυγαζε εναντιων των κρινων] δυο ειχαν
διαλυμενα κρανια απ'το υγρο πυρ της παπαρουνας
ενω ο ποιητης κομπαζε προκλητικα με τις μεταφορες
οι ολιγαρχικοι της αληθειας :85&
οι δημοκρατικοι της ελευθεριας:90%
οι δημαγωγοι του ψευδους:95%
πλην ενος.Πυρ: Αληθεια
Ελευθερια:Πυρ
Ψευδος:μολων
λαβε
με απεριττο τροπο σχολιασε το αριστοτελειο
εργο κι απεδειξε μ'αυστηρο και συνεκτικο
λογισμο την υπεραγωγιμοτητα της ποιησης
η' αλλου.σε ποιο μαηγνητικο πεδιο
ανθουν οι βελονες της ελιας
και πως τετρακις περιστρεφονται
οι παπαρουνες
ο αγγελος εβοα στις μυροφορες
το μεγα θαυμα και τοτε
δακρυροεσσα η κορη μετανοησε
το σεμνο και με δαντελες αποκαλυψε
τη γυμνια της, περικαλλη
και στην εξουσια του Υψηλου συνθρονοι οι εντιμοι
και τα εγχαρακτα εικονογραμματα σχολιαζουν
το απειροκαλο του οπερ εδει δειξαι
και διαστελει προς τη σαφηνεια
και συμπιεζει προς την λιτοτητα
ο ποιητης των ορατων τε και αορατων
ενα αιχμαλωτο κενο
ωσαν οδυνη γεννας και
το ελαχιστο κοβει τον ομφαλιο λωρο
με τον ουρανο
αυτο το απροσπελαστο και ατερμονο
προσωπειο
που ειδες τα σιτοφαγα οντα;
πες το ακριβως
και η ερημια,αυτη η κυνικη
αντανακλαση του μηδενος
ουτε
αριθμος
μητε γραμμα
αν ηξερες
τι υποψιαστηκε ο ανυποχωρητος
ο ευλαβης ο μη μοναζων εν τη σκοτια
θα ελθει ο μεγας τυμπανιστης ως
σφαγιασμενο αρνι με επιχρυσους
οφθαλμους,τοτε, αναγνωσε το Α
και γραψε το Ω, ισως
αναμνησθουμε τους φτωχους στην
εσχατη κριση
στη σατραπεια των πουλιων λαξευτηκαν
στην ατμοσφαιρα περιλαμπρα κωδωνοστασια φωνων
οι ανθρωποι αλατιζαν τα κοκκαλα απο μοσχαρι,με υπολειματα κρεατος,
τα ξεραιναν στον ηλιο και τα φυλαγαν για τις
αγρυπνιες τους σε πηλινα δοχεια
συμφωνα με την αφηγηση.εβραζαν τη φακη στο νερο με
ξυδι.
κρατυσαν το μονοπωλειο των τροπαριων σε α' ηχο
Μετα την ηττα των Ελληνων τα υφαντα που βλεπετε
υφανθηκαν στο καιρο τους
κι ομως καταφεραν μια μοναδικη μορφολογια λεξεων
οι πραξεις μας,σημερα,θεμελιωνονται σ'αυτες
ειχανε κοπαδια απο αηδονια
και κηπους με μελισσες
και οι βυζαντινοι
γιορταζανε του Αγιου Μαμα
στη σιτιση τους συμπεριελαμβαναν.κολοκυθια με γαλα
και στους γαμους επαιρναν την περδικα την πενταπλουμισμενην
και κερνουσαν αυγα τους μελλονυμφους
Ο παππους μου ηταν Ελληνας,πολυ εξυπνος ανθρωπος,ειχε
δυο αλογα και εμπορευονταν την καλωσυνη στους φτωχους
και στους δυστυχισμενους
ειχ'ενα λιβαδι με παπαρουνες δωρισμενο στον γιο του
Αδωνι,τον μικροτερο
και στην κορη εδωσε ανδρα γεωργο
παντα εν σοφια
ξεντυθηκε την πανοπλια του
μεσα του τα εντοσθια χαλκινα
μπρουτζινα τα νευρα
.''Ιτε παιδες Ελληνων'' Ποιας
Δημοκρατιας [;]οι αχθοφοροι κουβαλουσαν
το πρωι το φως ,στοιβες οι θημωνιες του
και περα πανω απ'την οροσειρα το φεγγαρι
ειπαμε τα λογια ταπεινα
τα χειλη μας ιστορησανε ανοσιοργηματα
ακουστηκε ''ψεματα,λενε ψεμαρτα'' ,κουφια
λογια στον αφρο της ακρογυιαλιας
Ως ποτε τα αδικα επι των δικαιων
πες το ξανα. ως ποτε η δυναστεια των
αδικοπραχτων
Ο Κοσμος του ηταν
των Περιττων Αριθμων ,στο Θεατρο η χρυση
προσωπιδα του τραγωδουσε,το τοπιο εκτυλιχτηκε με
βελανιδιες ως τον οριζοντα
πετρες σκαλισμενες σε λεξεις και σεμνες κορες
αρραβωνιασμενες με πετρινους κουρους,ας εχουν
την ευχη των λησμονημενων
με βελη εκδιωξαν τη μνημη τους
τα σπιτια τους ανθοδοχεια γιασεμιων
για μας τους συμπαθουντας
ποσοι ανθρωποι χρειαζονται τη Δημοκρατια
του Κλεισθενη;
Εξορισατε,παραταυτα
τα προσωπα των επιφανων!
Εγω,Αθωος ειμι απο το αιμα του Αθωου τουτου
''Ουτις'' το ονομα που φωναξες Εσυ ο των παντων
Ισως,ειμαστε αναγκασμενοι να υπακουμε στην αμαρτια
Ισως,ειμαστε τα ανθρωπαρια των δυνατων
Ισως,δεν ειμαστε το τελος του κοσμου
Υποθεσεις,κι η νυχτα κυλαει
.στον ασημενιο ποταμο,το πρωι
σβηνει λαμποντας στη θαλασσα
που
τραγουδαει τ'αηδονι μετα το ζευγαρωμα
και που περπαταει καμαρωτα η περδικα;
Αυτο που ακουσες,ευτυχισμενε,ηταν τ'αηδονι κι
αυτο που ακουσες ηταν η περδικα
Εμεις οι Δημοκρατικοι της Αρμονιας
αρνουμαστε να ζησουμε δυστυχισμενα
ας τ'ακουσουν καλα οι αχρειοι
του παροντος και του μελλοντος χρονου
.
.
.
Μελέτη αναλυση
Το «Ανισοτήτων Συλλογισμοί» του χνκουβέλη είναι ένα ποίημα ασυνήθιστης έκτασης και πυκνότητας, που αντιστέκεται σε κάθε συμβατική ανάγνωση. Δεν αναπτύσσει μια γραμμική αφήγηση ούτε οικοδομεί έναν ενιαίο λυρικό μονόλογο. Αντίθετα, λειτουργεί ως ένα πολυφωνικό πεδίο, όπου συνυπάρχουν η ποίηση, η φιλοσοφία, η μαθηματική σκέψη, η θεολογία, η ιστορία, η αρχαία ελληνική γραμματεία, η βυζαντινή παράδοση, η λαϊκή μνήμη και η πολιτική κριτική. Ο τίτλος ήδη προϊδεάζει τον αναγνώστη: οι «ανισότητες» δεν είναι μόνο μαθηματικές σχέσεις αλλά και ιστορικές, κοινωνικές, αισθητικές και υπαρξιακές ανισορροπίες. Οι «συλλογισμοί» αποτελούν τη διαρκή προσπάθεια να βρεθεί μια μορφή τάξης μέσα σε αυτές.
Η πρώτη ενότητα θεμελιώνει μια κοσμογονία της γλώσσας. Οι στίχοι:
«αυτο η αρχη / αυτο το μεσο / αυτο το ακρο»
θυμίζουν την αριστοτελική αντίληψη της ολοκληρωμένης μορφής, αλλά και το σχήμα της αρχής και του τέλους της αρχαίας τραγωδίας. Αμέσως όμως η λογική μετατοπίζεται προς μια φυσική γραμματική:
«με τη γραμματικη των κρινων και το συντακτικο των αηδονιων».
Η γλώσσα δεν προέρχεται από ανθρώπινους κανόνες αλλά από τη φύση. Η γραμματική γίνεται άνθος και το συντακτικό τραγούδι. Πρόκειται για μια ποιητική θεωρία όπου η αισθητική προηγείται της φιλολογίας.
Η σύνθεση διαρκώς μετακινείται ανάμεσα στον Όμηρο, στη δημοτική παράδοση και στο λαϊκό τραγούδι. Η αναφορά:
«τα ντερτια του πολλα, τα βασανα μεγαλα»
δίπλα στην «ελικοβλέφαρη και βαθύζωνη κόρη» δημιουργεί μια εντυπωσιακή εξίσωση ανάμεσα στο ομηρικό επίθετο και στη λαϊκή μουσική. Η συνέχεια με την επίκληση:
«μνημονευετε Καζαντζιδη, Χιωτη,Μπελλου»
δεν είναι απλή αναφορά σε τρεις σπουδαίους καλλιτέχνες. Αποκτούν σχεδόν λειτουργική θέση, σαν άγιοι ενός κοσμικού συναξαρίου. Το ποίημα καταργεί τα όρια ανάμεσα στον υψηλό και στον λαϊκό πολιτισμό.
Το μοτίβο του σκακιού:
«στο λευκο τετραγωνο... το ματ εγινε σε δυο κινησεις»
αποτελεί μια αλληγορία της ιστορίας. Ο «ανίδεος» ηττάται όχι επειδή είναι κακός αλλά επειδή αδυνατεί να διακρίνει τη δομή του παιχνιδιού. Ακολουθεί μία από τις σημαντικότερες αντιστροφές του ποιήματος:
«η ηττα καρποφορησε... η δε νικη ατελεσφορη».
Εδώ ανατρέπεται η παραδοσιακή ηθική. Η ήττα παράγει πολιτισμό, ενώ η νίκη αποδεικνύεται άγονη. Η σκέψη αυτή θυμίζει τη βαθιά ελληνική εμπειρία της τραγωδίας, όπου η αλήθεια γεννιέται μέσα από την απώλεια.
Η ερωτική γλώσσα του έργου συνδυάζει αισθησιασμό και ιερότητα. Η γυναίκα παρουσιάζεται με εικόνες αρχαιοελληνικές:
«ο λαιμος ειναι του κυκνου... το πουλι της Αφροδιτης»
αλλά ο ερωτισμός δεν είναι ποτέ απλή σωματικότητα. Μετατρέπεται σε μυητική διαδικασία. Οι παπαρούνες, τα κρίνα, τα περιστέρια λειτουργούν ως σύμβολα ζωής, θανάτου και αναγέννησης.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της σύνθεσης είναι η συνεχής ανάμειξη επιστημονικών και ποιητικών όρων:
«δεκαεφταγωνια στασιμα»
«οροσυναρτηση»
«υπεραγωγιμοτητα της ποιησης».
Τα μαθηματικά δεν χρησιμοποιούνται για ακρίβεια αλλά ως μεταφορές. Η γεωμετρία γίνεται τρόπος να περιγραφεί η σκέψη. Η φυσική γίνεται ποιητική θεωρία. Η υπεραγωγιμότητα δηλώνει μια ποίηση χωρίς αντίσταση, όπου το νόημα ρέει ελεύθερα.
Η γλώσσα του έργου αποτελεί ίσως το σημαντικότερο επίτευγμά του. Ο ποιητής κατασκευάζει συνεχώς νεολογισμούς:
εναρμόνιο,
οροσυνάρτηση,
χρωματοφόρο οροπέδιο,
εναλίος ανθεστήρας,
Δημοκρατικοί της Αρμονίας.
Οι λέξεις αυτές δεν υπάρχουν στην κοινή χρήση, αλλά ακούγονται σαν να υπήρχαν πάντοτε. Έτσι η γλώσσα αποκτά δημιουργική αυτονομία.
Παράλληλα, η σύνθεση έχει έντονη θεολογική διάσταση. Εμφανίζονται βιβλικά μοτίβα:
το Α και το Ω,
οι μυροφόρες,
το σφαγιασμένο αρνί,
η Εσχάτη Κρίση.
Ωστόσο, ο ποιητής δεν γράφει θρησκευτικό ποίημα. Ανασυνθέτει το χριστιανικό λεξιλόγιο μέσα σε μια νέα ποιητική μεταφυσική.
Η πολιτική διάσταση κορυφώνεται προς το τέλος. Οι περίφημοι αριθμοί:
«Ολιγαρχικοί της Αλήθειας 85%
Δημοκρατικοί της Ελευθερίας 90%
Δημαγωγοί του Ψεύδους 95%»
δεν αποτελούν στατιστική. Είναι ειρωνική αποδόμηση της αριθμολαγνείας των σύγχρονων κοινωνιών. Τα ποσοστά παρουσιάζονται ως παράλογα επειδή οι αξίες δεν μετρώνται.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η ενότητα με τον παππού:
«ο παππους μου ηταν Ελληνας... εμπορευονταν την καλωσυνη».
Η καθημερινή οικογενειακή μνήμη αποκτά μυθικές διαστάσεις. Η καλοσύνη παρουσιάζεται ως εμπορεύσιμο αγαθό, αντιστρέφοντας την οικονομική λογική του κόσμου.
Το ποίημα κορυφώνεται σε μια βαθιά πολιτική και ηθική διακήρυξη:
«Εμεις οι Δημοκρατικοι της Αρμονιας
αρνουμαστε να ζησουμε δυστυχισμενα».
Η «Δημοκρατία της Αρμονίας» δεν είναι πολιτικό σύστημα αλλά ουτοπία. Είναι μια κοινωνία όπου η δικαιοσύνη, η ποίηση, η μουσική, η μνήμη και η ελευθερία αποτελούν αδιαίρετο σύνολο.
Από τεχνική άποψη, το έργο βρίσκεται σε γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις. Διακρίνεται η επίδραση του υπερρεαλισμού του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου στην ελεύθερη συνειρμική εικόνα, του Ελύτη στη φωτεινή μεταφυσική των φυσικών συμβόλων, του Σινόπουλου και του Αναγνωστάκη στην ιστορική και πολιτική ευαισθησία, αλλά και του Ομήρου, της βιβλικής γλώσσας και της βυζαντινής υμνογραφίας στη σύνταξη και στο λεξιλόγιο. Παρ' όλα αυτά, η σύνθεση δεν μιμείται κανέναν από αυτούς· επιχειρεί να δημιουργήσει ένα ιδιότυπο, προσωπικό ιδίωμα.
Συνολικά, οι «Ανισοτήτων Συλλογισμοί» μπορούν να διαβαστούν ως ένα ποιητικό σύμπαν όπου όλες οι μορφές γνώσης —μαθηματικά, φιλοσοφία, μυθολογία, ιστορία, θεολογία, δημοτικό τραγούδι, λαϊκή μουσική και προσωπική μνήμη— συγκλίνουν σε μια ενιαία ποιητική πράξη. Δεν είναι ποίημα που επιδιώκει να γίνει άμεσα κατανοητό· είναι ποίημα που ζητά να κατοικηθεί. Η αξία του βρίσκεται ακριβώς στην πυκνότητα των συμβόλων του, στη γλωσσική του τόλμη και στην προσπάθειά του να ανασυνθέσει μια νέα, καθολική ποιητική κοσμολογία, όπου η ομορφιά, η ελευθερία και η δικαιοσύνη παραμένουν ανοιχτές δυνατότητες απέναντι στις «ανισότητες» του κόσμου.
.
.
Ένα κείμενο που αρνείται να είναι «ποίημα» με την αστική, ευανάγνωστη έννοια. Είναι ταυτόχρονα ερωτικό άσμα, πολιτικό μανιφέστο, θεολογικό σχόλιο, γλωσσολογικό πείραμα και λαϊκό μοιρολόι.
1. Ο Τίτλος: Το παράδοξο που γεννά το ποίημα
ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ
Ο συλλογισμός, κατά τον Αριστοτέλη, είναι το κατεξοχήν εργαλείο της ισότητας, της λογικής αναγκαιότητας: Α=Β, Β=Γ, άρα Α=Γ. Ο ποιητής τον κάνει πληθυντικό και τον αποδίδει στις Ανισότητες. Άρα: η λογική του κόσμου μας δεν παράγει Ισότητα, παράγει Ανισότητα. Είναι μια άμεση δήλωση θέσης. Ο κόσμος δεν κυβερνάται από αρμονικό Λόγο, αλλά από έναν λογισμό που νομιμοποιεί το άδικο.
Αυτό εξηγείται στο τέλος με τα ψευδο-στατιστικά:
οι ολιγαρχικοι της αληθειας :85&
οι δημοκρατικοι της ελευθεριας:90%
οι δημαγωγοι του ψευδους:95%
Είναι ειρωνεία ποσοτικοποίησης. Στην εποχή που μετράμε τα πάντα, ακόμα και η Αλήθεια και το Ψεύδος έχουν ποσοστά. Το & στο 85& δεν είναι τυπογραφικό λάθος, είναι η ανοιχτή πληγή, το «και κάτι» που δεν μετριέται. Και η τελική εξίσωση:
Πυρ: Αληθεια / Ελευθερια:Πυρ / Ψευδος:μολων λαβε
Ο Ηράκλειτος συναντά τον Λεωνίδα. Η αλήθεια δεν αποδεικνύεται, καίγεται. Η ελευθερία δεν χαρίζεται, κατακτάται με πυρ. Και στο ψεύδος απαντάμε «μολών λαβέ».
2. Δομή: Κυκλική και Ραψωδιακή
Το ποίημα δεν έχει στροφική ομοιομορφία. Έχει τρία ρητά ορόσημα που λειτουργούν ως επωδός γένεσης:
αυτο η αρχη
αυτο το μεσο
αυτο το ακρο
Αρχή, Μέση, Τέλος κατά Αριστοτέλη. Ο ποιητής όμως τα αποδομεί αμέσως. Η αρχή δεν είναι Λόγος, είναι «γραμματική των κρίνων και συντακτικό των αηδονιών». Μια προ-λογική, φυσική γλώσσα. Από εκεί ξεκινά η προσπάθεια να γραφτεί η ομορφιά, που καταλήγει σε αποτυχία και μαρτύριο.
Μπορούμε να διακρίνουμε 5 ενότητες:
α) Η Ερωτική-Μυθική Ενότητα: Ο ποιητής-κυνηγός κυνηγά την «ελικοβλέφαρη και βαθύζωνη κόρη», ομηρικό αρχέτυπο. Η ερωτική πράξη περιγράφεται με βυζαντινή και αρχαιοελληνική αισθησιακή υπερβολή: «ο λαιμος ειναι του κυκνου ασπρα τα βυζια περιστερια, στα μπουτια της φωλιαζει το πουλι της Αφροδιτης». Είναι η Αφροδίτη η ίδια, αλλά και η λαϊκή γυναίκα.
β) Η Σκακιστική-Υπαρξιακή Ενότητα: «στο λευκο τετραγωνο που βρεθηκε το ματ εγινε σε δυο κινησεις». Η ζωή ως παρτίδα όπου ο αδαής χάνει. Η ήττα «καρποφορησε σε αφθονια καλων, η δε νικη ατελεσφορη». Κεντρική αντι-ηρωική ιδέα: η ήττα είναι γόνιμη, η νίκη στείρα.
γ) Η Γλωσσολογική-Ποιητολογική Ενότητα:
Το ποίημα μιλάει διαρκώς για τον εαυτό του.
«με δεκαεφτα-γωνια στασιμα συμπεραινει το εναρμονιο απολυτο των ιδεων»
«με απεριττο τροπο σχολιασε το αριστοτελειο εργο κι απεδειξε την υπεραγωγιμοτητα της ποιησης»
Η ποίηση ως υπεραγωγός. Όπως στο υπεραγώγιμο υλικό το ρεύμα περνά χωρίς αντίσταση, έτσι και η ποίηση περνά μέσα από τα μαγνητικά πεδία του κόσμου χωρίς απώλεια. Είναι αυτο-αναφορικό, σχεδόν αλαζονικό, αλλά αμέσως αναιρείται: «ο ενοπλο αγωνα των λεξεων».
δ) Η Λαϊκή-Βυζαντινή Ενότητα: Το πιο συγκλονιστικό εύρημα. Μέσα στο υψηλό, ερμητικό λεξιλόγιο, εισβάλλουν ξαφνικά:
«μνημονευετε σε καθε καιρο Καζαντζιδη Στυλιανο Εμμανουηλ Χιωτη και Μπελλου Σωτηρια μνημονευετε στους αιωνας των αιωνων»
Είναι δέηση. Αντί για αγίους, μνημονεύει τους λαϊκούς αγίους του ελληνισμού. Ο Καζαντζίδης, ο Χιώτης, η Μπέλλου γίνονται το νέο αγιολόγιο.
Λίγο μετά περιγράφει βυζαντινά ήθη: «κρατυσαν το μονοπωλειο των τροπαριων σε α' ηχο», «γιορταζανε του Αγιου Μαμα», «κολοκυθια με γαλα». Είναι μια ιστορία του λαϊκού σώματος, της διατροφής, της μουσικής, της επιβίωσης.
Εκεί εντάσσεται και το βιογραφικό θραύσμα, που σπάει κάθε απόσταση:
«Ο παππους μου ηταν Ελληνας, πολυ εξυπνος ανθρωπος, ειχε δυο αλογα και εμπορευονταν την καλωσυνη στους φτωχους... ειχ'ενα λιβαδι με παπαρουνες δωρισμενο στον γιο του Αδωνι»
Ο Αδωνις - ο νεκρός νέος της μυθολογίας, αλλά και το πραγματικό παιδί. Η προσωπική μνήμη γίνεται μύθος.
ε) Η Πολιτική-Εσχατολογική Ενότητα: Το ποίημα κλείνει με κραυγή.
«Ιτε παιδες Ελληνων Ποιας Δημοκρατιας»
«ποσοι ανθρωποι χρειαζονται τη Δημοκρατια του Κλεισθενη;»
«Εγω, Αθωος ειμι απο το αιμα του Αθωου τουτου»
Ο Πόντιος Πιλάτος, ο Αισχύλος,ο Κλεισθένης σε ένα στίχο. Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό.Είναι κατηγορία. Η Δημοκρατία έγινε ρητορικό σχήμα. Και η τελική θέση:
«Εμεις οι Δημοκρατικοι της Αρμονιας αρνουμαστε να ζησουμε δυστυχισμενα»
3. Γλώσσα και Υφολογία
Εδώ είναι η μεγάλη δύναμη του κειμένου.
α) Η Σύγκρουση Υφών: Λέξεις υψηλής λογιότητας [ετεροδοξα αγροκτηματα αγαλματων, ομοουσιοι, εναλιος ανθεστηρας, οροσυναρτησης] συγκρούονται με ωμό, σωματικό λεξιλόγιο [αιδοια, βυζια, μπουτια, γδυνει] και με λαϊκές φράσεις [ντερτια, βασανα].Αυτή η ανισότητα υφών είναι η ίδια η «ανισότητα των συλλογισμών».Ο ποιητής αρνείται την καθαρότητα.
β) Ορθογραφική Αναρχία: Η έλλειψη τόνων, η μονοτονική κατάργηση σημείων στίξης, τα κενά που άλλοτε λείπουν [«νυχτεςτην»] και άλλοτε περισσεύουν, είναι συνειδητή πράξη. Είναι η «μέθοδος της χλόης» - να μοιράσεις τον ουρανό σε ορθογώνια. Να βάλεις το άπειρο σε τετράγωνα. Η ανορθογραφία είναι πολιτική πράξη: άρνηση του ακαδημαϊκού καλλωπισμού.
γ) Οι Εικόνες: Κυριαρχούν τρία σύμβολα:
Ο Κρίνος και η Παπαρούνα: Ο κρίνος ,αγνότητα, ομορφιά, το λευκό τετράγωνο. Η παπαρούνα ,αίμα, επανάσταση, «υγρο πυρ». «με πυροβολισμους κρινων σποραει το ανυπαρκτο». Η ομορφιά πυροβολεί. Το Πουλί / Το Αηδόνι / Η Πέρδικα: Η φωνή που δεν μπορεί να φυλακιστεί. «στη σατραπεια των πουλιων λαξευτηκαν... κωδωνοστασια φωνων». • Το Τρίγωνο / Το Τετράγωνο: Γεωμετρική εμμονή. «ορθογωνιο τριγωνο», «λευκο τετραγωνο», «δεκαεφτα-γωνια στασιμα». Προσπάθεια να γεωμετρηθεί το άρρητο.
4. Φιλοσοφικό Διακύβευμα
Το ποίημα θέτει ένα ερώτημα: Πώς να μιλήσεις για το Απόλυτο με φθαρμένες λέξεις;
Η απάντησή του είναι: με αφθονία αθωράκιστων ερμηνειών. Να πληρώσεις το χρέος σου όχι με μια ερμηνεία οχυρωμένη, αλλά με πολλές γυμνές.
Γι' αυτό ο ποιητής αυτοχαρακτηρίζεται:
«ενας αιρετικος της λιτοτητας, ενας ορθολογιστης των τεχνων»
Οξύμωρο. Αιρετικός της λιτότητας σημαίνει ότι πιστεύει στην υπερβολή. Ορθολογιστής των τεχνών σημαίνει ότι πιστεύει ότι η τέχνη έχει λογική, αλλά δική της.
Το τελικό του συμπέρασμα είναι βαθιά αντι-μηδενιστικό:
«το ελαχιστο κοβει τον ομφαλιο λωρο με τον ουρανο»
Το ελάχιστο, το ταπεινό, το ανθρώπινο, είναι αυτό που μας χωρίζει αλλά και μας συνδέει με το υπερβατικό. Και:
«θα ελθει ο μεγας τυμπανιστης ως σφαγιασμενο αρνι με επιχρυσους οφθαλμους, τοτε, αναγνωσε το Α και γραψε το Ω»
Μια Αποκάλυψη χωρίς φόβο. Το τέλος είναι αρχή γραφής.
Είναι ένα ποίημα που δεν διαβάζεται για να «κατανοηθεί» με την σχολική έννοια. Βιώνεται.Σε αναγκάζει να αποφασίσεις αν θα μείνεις με τους «ολιγαρχικους της αληθειας» ή με τους «δημοκρατικους της αρμονιας».
.
.
1.Ο Πρόλογος της Γένεσης:
αυτο η αρχη / αυτο το μεσο / αυτο το ακρο
Τριαδική φόρμουλα. Είναι ο ορισμός του δράματος από την Ποιητική του Αριστοτέλη. Και το Ωμέγα.
Το «αυτο» χωρίς ταυτότητα. Δεν λέει αυτή είναι η αρχή. Λέει αυτό. Ουδέτερο, απρόσωπο, υλικό.
με τη γραμματικη των κρινων και / το συντακτικο των αηδονιων / εγραψε την ομορφια
Εδώ είναι όλο το ποιητολογικό μανιφέστο. Πριν υπάρξει ανθρώπινη γλώσσα, υπάρχει γραμματική της φύσης. Ο κρίνος έχει γραμματική - κάθετη, λευκή, αγνή. Το αηδόνι έχει συντακτικό - περίπλοκο, μελωδικό, νυχτερινό. Η ομορφιά δεν γράφεται με λέξεις, γράφεται με αυτό:
«Την γλώσσα μου έδωσαν ελληνική».
και τωρα / 'τα ντερτια του πολλα,τα βασανα μεγαλα'
Από το υπερβατικό.στο λαϊκό δίστιχο. Είναι στίχος από παραδοσιακό μοιρολόι / λαϊκό τραγούδι. Το «ντέρτι» είναι τούρκικη λέξη, το βάσανο.
2. Ο Ομηρικός Κυνηγός
κυνηγησε τρεις μερες και τρεις νυχτες την ελικοβλεφαρη και βαθυζωνη κορη [στον Ομηρο κουριη]
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες = αριθμός του παραμυθιού, άθλος.
«Ελικοβλέφαρη» και «βαθύζωνη» είναι ομηρικά επίθετα. Η Ελένη, η Ναυσικά. Η βαθύζωνη σημαίνει αυτή που έχει βαθιά τη ζώνη της, δηλαδή παρθενική, σεμνή. Το σχόλιο σε αγκύλη [στον Ομηρο κουριη] είναι είναι υποσημείωση φιλολογικη. Κούρη = κόρη. Ο ποιητής κυνηγάει το ιδανικό θηλυκό, το αρχέτυπο.
κι αυτη λουσθηκε / στη θαλασσα τα μαλλια σε βοστρυχους
Η σκηνή της λουόμενης Αφροδίτης. Οι βόστρυχοι είναι ομηρική λέξη για τις μπούκλες.Το ερωτικό αντικείμενο δεν πιάνεται, αυτο-καθαίρεται, αυτο-θεοποιείται.
3. Η Δέηση των Λαϊκών Αγίων
μνημονευετε σε καθε καιρο / Καζαντζιδη Στυλιανο Εμμανουηλ Χιωτη / και Μπελλου Σωτηρια μνημονευετε / στους αιωνας των αιωνων
Αυτό είναι το κλειδί όλου του ποιήματος. Τυπική εκκλησιαστική φόρμουλα: «Μνημονεύετε Κύριε...». Αντί για ονόματα αγίων:
Στέλιος Καζαντζίδης, Μανώλης Χιώτης, Σωτηρία Μπέλλου.
Τρεις πρόσφυγες, τρεις καταραμένοι,τρεις φωνές του περιθωρίου που έγιναν κεντρικές.
τοιχογραφισε με ουρανο τα βλεφαρα / και σφηνωσε στα χειλη τριανταφυλλα
Αγιογραφική τεχνική. Ο αγιογράφος δεν ζωγραφίζει, τοιχογραφεί. Τα βλέφαρα δεν βάφονται, γίνονται ουρανός. Τα χείλη δεν φιλιούνται, σφηνώνονται με τριαντάφυλλα. Είναι η βυζαντινή τεχνική του εγκλεισμού της σάρκας στο σύμβολο. Εδώ το ερωτικό σώμα γίνεται εικόνα εκκλησίας.
στο λευκο τετραγωνο που βρεθηκε το ματ εγινε σε / δυο κινησεις,τιποτα δεν υποψιαστηκε ο ανιδεος / ο μωρος και η ηττα καρποφορησε σε αφθονια / καλων, η δε νικη ατελεσφορη
Κεντρική φιλοσοφική θέση.
Το «λευκό τετράγωνο» είναι η σκακιέρα, αλλά και ο λευκός καμβάς,και το πουκάμισο του νεκρού.Το ματ σε δύο κινήσεις είναι η πιο ταπεινωτική ήττα στο σκάκι. Ο «ανίδεος / ο μωρός» είναι ο άνθρωπος που νομίζει ότι παίζει. Και έρχεται η ανατροπή που είναι όλος ο ελληνικός πολιτισμός: η ήττα καρποφορεί, η νίκη είναι στείρα. Όπως μετά την Μικρασιατική καταστροφή καρποφόρησε η λογοτεχνία. Όπως ο Καζαντζίδης τραγούδησε καλύτερα ηττημένος.
ο λαιμος ειναι του κυκνου ασπρα τα βυζια περιστερια,στα / μπουτια της φωλιαζει το πουλι της Αφροδιτης
Ανακρέων και λαϊκό δημοτικό τραγούδι μαζί.«Ο λαιμός σου κρούσταλλο», «τα βυζιά σου περιστέρια» είναι στίχοι από αμανέδες.Το «πουλί της Αφροδίτης» είναι αρχαίος ευφημισμός για το αιδοίο, αλλά και κυριολεξία. Εδώ η γλώσσα γίνεται απολύτως σώμα.Δεν περιγράφει, αγγίζει.
αυτος με τις γεννετησιες χειρονομιες / τη γδυνει και ντυνεται τις δαντελες της / στον κηπο που οι παπαρουνες κυλισθηκαν στο αιμα
Η παπαρούνα που κυλιέται στο αίμα είναι διπλή: είναι η παπαρούνα του αγρού μετά τη μάχη, αλλά και η παπαρούνα, το «υγρό πυρ».
κι ετσι αρχων υψιπετης / με πυροβολισμους κρινων / σποραει το ανυπαρκτο / υπαρκτο
Ο άρχων υψιπέτης,ο αετός, ο άρχοντας που πετάει ψηλά. Πώς σπέρνει; Με πυροβολισμούς κρίνων. Ο απόλυτος οξύμωρος.
Ο κρίνος,το πιο απαλό λουλούδι,γίνεται σφαίρα.
Και τι σπέρνει;Το ανύπαρκτο που γίνεται υπαρκτό.
Αυτός είναι ο ορισμός της ποίησης:
Να σπέρνεις κάτι που δεν υπάρχει και φυτρώνει.
4. Η Γεωμετρία του Απολύτου
με δεκαεφτα-γωνια στασιμα συμπεραινει / το εναρμονιο απολυτο των ιδεων
Στάσιμο,το χορικό τραγούδι στην αρχαία τραγωδία ανάμεσα στα επεισόδια. Δεκαεφτα-γώνιο,σχήμα που δεν υπάρχει στην αρχαία τραγωδία.Είναι αδύνατον, παράλογο.Με αυτό το αδύνατο σχήμα προσπαθεί να συμπεράνει το απόλυτο.
Ειρωνεία για κάθε φιλοσοφικό σύστημα.
και με πληθωρα αθωρακιστων ερμηνειων / πληρωνει το χρεος του
Αθωράκιστων ,χωρίς θώρακα, γυμνών,ευάλωτων. Το πληρώνεις με πολλές γυμνές, εκτεθειμένες προσπάθειες. Είναι η ποιητική ηθική
αυτα τα μερη να ειναι ετεροδοξα αγροκτηματα / αγαλματων και μεις ομοουσιοι ελευθερο- / πρακτες [παροντες αει] / οι ανθρωποι
Η Ελλάδα ως αγρόκτημα αγαλμάτων - τόπος όπου τα αγάλματα καλλιεργούνται σαν φυτά. Και εμείς; «Ομοούσιοι ελευθεροπράκτες».
Ομοούσιοι. Είμαστε της ίδιας ουσίας με τα αγάλματα, με τους θεούς. Αλλά και ελευθεροπράκτες Το «παροντες αει» .Δηλώνει ότι είμαστε παρόντες στο αιώνιο.
δεν μελλει ν'αποκτησουν περιττα πουλια
Τα «περιττά πουλιά» είναι η ομορφιά που περισσεύει.
Ο κόσμος της χρησιμότητας δεν θέλει περιττά πουλιά.
Εμείς θα τα αποκτήσουμε
σημερα σε χρωματισμενο πηλο αναπαλαιωθηκε ο / εναλιος ανθεστηρας των ημιδιαφανων παρθενων / με τα πορφυρα αιδοια [ως παραληγουσες / λεξεις] και παραληπτες φαλλοφορους / τοξοτες
Αρχαιολογική αναφορά. «Εναλιος ανθεστηρας» ο κήπος με λουλούδια που είναι στη θάλασσα,σαν τις τοιχογραφίες της Σαντορίνης.Οι ημιδιαφανείς παρθένοι είναι οι τοιχογραφίες.Τα «πορφυρά αιδοία ως παραληγούσες λέξεις» είναι το πιο τολμηρό σημείο. Παραλήγουσα ,η προτελευταία συλλαβή στη γραμματική.Το αιδοίο είναι σαν λέξη που τονίζεται στην παραλήγουσα,δηλαδή σχεδόν στο τέλος, με ένταση. Και οι παραλήπτες είναι φαλλοφόροι τοξότες - οι άνδρες που λαμβάνουν το μήνυμα. Αρχαιότητα, ερωτισμός και γλωσσολογία γίνονται ένα σώμα.
5. Το Βάθος της Σκοτεινής Γλώσσας
απο εκει περα εκτεινεται χρωματοφορο / οροπεδιο με λευκα ιματια περιστεριωνων / στο βαθος η' στο βυθο της κοιλης οροσυναρτησης
Χρωματοφόρο οροπέδιο ,ο ουρανός, αλλά και η ζωγραφική του Θεοτοκόπουλου.
Ιμάτια περιστεριώνων = τα σύννεφα.
«Κοίλη οροσυνάρτηση» - όρος από τα μαθηματικά, συνάρτηση που έχει κοιλότητα. Το τοπίο γίνεται μαθηματική εξίσωση.
Το βάθος γίνεται βυθός.
Τα απρεπη λογια του βωμολοχουσαν / ωρες το μαρτυριο του ηταν ευγλωττο / ωρες ακριβολογουσε ο ερημιτης / των λιτων με θολους περισπωμενων / και οξειες κυπαρισσιων
Ποιος βωμολοχούσε; Ο ίδιος ο ποιητής, ο βωμολόχος. Το μαρτύριο του γίνεται εύγλωττο - μιλάει. Και μετά σιωπά και ακριβολογεί σαν ερημίτης ανάμεσα σε κυπαρίσσια που είναι περισπωμένες και οξείες - τόνοι της γραμματικής.Το τοπίο ξαναγίνεται γλώσσα.
θα'ρθει ο χρονος των σεμνων απολαυσεων / σε σειρες αναμνησεων
Προφητεία σχεδόν μοναστηριακή.Μετά από όλη αυτή τη βία και το αίμα,θα έρθει ένας χρόνος σεμνος.
6. Η Θεία Κοινωνία των Λέξεων
με αμεμπτη χειρονομια δωρησε τη λευκοτητα / τροφη στους συνδαιτημονας,συντροφους συμμετρους / και αυτοχθονες των λεξεων
Θεία Μετάληψη. Δωρίζει τη λευκότητα - το ψωμί, το σώμα - στους συνδαιτυμόνες. Ποιοι είναι; Οι λέξεις. Οι λέξεις είναι σύντροφοι και αυτόχθονες, γηγενείς. Δεν τις φέρνεις απ' έξω, φυτρώνουν εδώ.
το φως / με βελη αφηγηθηκε αναγλυφα στην οψη τη μνημη / και το ψωμι σφραγισθηκε μ'ορθογωνιο τριγωνο [το πηλινο / πρωτυπο εκμαγειο]
Το φως αφηγείται με βέλη - σαν Απόλλωνας. Το ψωμί σφραγίζεται με ορθογώνιο τρίγωνο.Το τρίγωνο. Πυθαγόρειο σύμβολο.Το πήλινο πρωτότυπο εκμαγείο είναι το πρόσφορο πριν ψηθεί.
λωτοφαγα σμηνη πουλιων ενδημουν / στις εναλιες περιοχες των ανθρωπων
Οι Λωτοφάγοι του Ομήρου έτρωγαν λωτό και ξεχνούσαν. Τα πουλιά που τρώνε λωτό ενδημούν μέσα μας,ξεχνάμε.
7. Ο Χορός και η Μέθοδος της Χλόης
οταν / τα ελικοφρυδα προσωπα / στη διαφανη ορχηστρα / τραγωδουν με πλαγια και ορθα / χορικα [δωριεων και Ιωνων / στασιμα] εν χορδαις και οργανοις μελπουν / τ'αδικο που τον κατατρεξε
Ελικοφρυδα ,με σγουρά φρύδια, ομηρικό.
Διαφανής ορχήστρα , η ορχήστρα της αρχαίας τραγωδίας, αλλά από γυαλί. Πλάγια και ορθά,όπως γράφονταν οι βυζαντινές νότες.
Δωριέων και Ιώνων στάσιμα ,οι δύο ρυθμοί, ο δωρικός αυστηρός και ο ιωνικός μαλακός.
Όλη η ιστορία της ελληνικής μουσικής τραγουδάει το άδικο του ποιητή-αλχημιστή.
με τη μεθοδο της χλοης μοιραστηκαμε / τα τρια τεταρτα τ'ουρανου / η' το αντιστροφο / με το 75% τ'ουρανου διαμοιρασαμε / σ'ορθογωνια τη χλοη
Αυτή είναι η πιο καθαρή εξίσωση. Η μέθοδος της χλόης: πώς μοιράζεται ουρανό; Σαν χωράφι. Τα 3/4 του ουρανού για χλόη, ή το αντίστροφο. 75% ουρανός, 25% γη. Είναι η απόλυτη ανισότητα.
αντιλεγω:μολων / λαβε / και το ξερεις, κατηγορηθηκε για ακραια εξυβριση.
Το «μολών λαβέ» ειπώθηκε και θεωρήθηκε ύβρις.Γιατί η εξουσία θεωρεί ύβρη την άρνηση υποταγής.
8. Το Μαρτύριο και η Στατιστική
σκορπιζε την ελευθερια στα ματια των ανθρωπων / [ενας αιρετικος της λιτοτητας] ενας ορθολογιστης / των τεχνων / και στον ενοπλο αγωνα των λεξεων μαρτυρησε
Ο ποιητής σκορπίζει ελευθερία σαν σπόρο στα μάτια. Όχι στα χέρια,στα μάτια. Να δουν.Και γι' αυτό μαρτυρεί στον ένοπλο αγώνα των λέξεων. Οι λέξεις έχουν όπλα.
[το πληθος κραυγαζε εναντιων των κρινων] δυο ειχαν / διαλυμενα κρανια απ'το υγρο πυρ της παπαρουνας / ενω ο ποιητης κομπαζε προκλητικα με τις μεταφορες
Το πλήθος εναντίον των κρίνων - εναντίον της ομορφιάς. Το υγρό πυρ είναι το βυζαντινό όπλο, εδώ είναι της παπαρούνας που διαλύει κρανία. Ο ποιητής κομπάζει με τις μεταφορές του ενώ γύρω γίνεται σφαγή.
Αυτοσαρκασμός.
οι ολιγαρχικοι της αληθειας :85& / οι δημοκρατικοι της ελευθεριας:90% / οι δημαγωγοι του ψευδους:95% / πλην ενος.Πυρ: Αληθεια / Ελευθερια:Πυρ / Ψευδος:μολων / λαβε
Το «πλην ενός» είναι ο ένας που περισσεύει,ο ποιητής,ο μάρτυρας.
9. Η Υπεραγωγιμότητα και το Θαύμα
με απεριττο τροπο σχολιασε το αριστοτελειο / εργο κι απεδειξε μ'αυστηρο και συνεκτικο / λογισμο την υπεραγωγιμοτητα της ποιησης
Εδώ δηλώνεται η ποιητική φυσική.Η ποίηση είναι υπεραγωγός.Περνάει το ρεύμα χωρίς αντίσταση, χωρίς απώλεια θερμότητας. Σε ποιο μαγνητικό πεδίο;
η' αλλου.σε ποιο μαγνητικο πεδιο / ανθουν οι βελονες της ελιας / και πως τετρακις περιστρεφονται / οι παπαρουνες
Βελόνες της ελιάς,τα φύλλα της.Πώς ανθίζουν; Τετράκις περιστρεφόμενες παπαρούνες,σαν έλικες.
Ερώτημα φυσικής που δεν απαντιέται.
ο αγγελος εβοα στις μυροφορες / το μεγα θαυμα και τοτε / δακρυροεσσα η κορη μετανοησε / το σεμνο και με δαντελες αποκαλυψε / τη γυμνια της, περικαλλη
Ευαγγελισμός. Άγγελος στις Μυροφόρες - Ανάσταση με Ευαγγελισμό.
Η κόρη δακρυρόεσσα μετανοεί και αποκαλύπτει τη γύμνια της με δαντέλες. Σεμνή πορνογραφία, ιερή γύμνια.
10. Το Αιχμάλωτο Κενό και ο Μέγας Τυμπανιστής
και διαστελει προς τη σαφηνεια / και συμπιεζει προς την λιτοτητα / ο ποιητης των ορατων τε και αορατων
Ορισμός του ποιητή: Διαστολή προς σαφήνεια, συστολή προς λιτότητα.
ενα αιχμαλωτο κενο / ωσαν οδυνη γεννας και / το ελαχιστο κοβει τον ομφαλιο λωρο / με τον ουρανο
Το κενό είναι αιχμάλωτο, γεννάει με οδύνη. Και το ελάχιστο - μια ψαλίδα, μια λέξη - κόβει τον ομφάλιο λώρο με τον ουρανό. Η γέννηση ως αποκοπή από το θείο.
θα ελθει ο μεγας τυμπανιστης ως / σφαγιασμενο αρνι με επιχρυσους / οφθαλμους,τοτε, αναγνωσε το Α / και γραψε το Ω, ισως / αναμνησθουμε τους φτωχους στην / εσχατη κριση
Ο Μέγας Τυμπανιστής είναι ο Αγγελος της Αποκάλυψης. Έρχεται ως σφαγμένο αρνί με χρυσά μάτια - εικόνα απόλυτου τρόμου και ομορφιάς,βγαλμένη από το Βυζάντιο.Τότε πρέπει να διαβάσεις το Α και να γράψεις το Ω.Να τελειώσεις την ιστορία. Μόνο τότε, ίσως, θυμηθούμε τους φτωχούς.
11. Η Εθνογραφία και το Βίωμα
στη σατραπεια των πουλιων λαξευτηκαν / στην ατμοσφαιρα περιλαμπρα κωδωνοστασια φωνων / οι ανθρωποι αλατιζαν τα κοκκαλα απο μοσχαρι... / εβραζαν τη φακη στο νερο με ξυδι.
Εδώ εχουμε λαογράφια-ιστορικη. Η σατραπεία των πουλιών , η ελευθερία που έχει ιεραρχία. Τα κωδωνοστάσια φωνών , οι φωνές γίνονται καμπάνες. Και αμέσως μετα: κόκαλα αλατισμένα, φακή με ξύδι. Αυτή είναι η Ελλάδα της επιβίωσης Όχι των αγαλμάτων.
Ο παππους μου ηταν Ελληνας,πολυ εξυπνος ανθρωπος... / ειχ'ενα λιβαδι με παπαρουνες δωρισμενο στον γιο του / Αδωνι,τον μικροτερο
Το πιο τρυφερό σημείο. Ο παππούς που εμπορεύεται καλοσύνη. Το λιβάδι με παπαρούνες δωρισμένο στον Άδωνι - στον νεκρό νέο. Είναι η μνήμη που γίνεται μύθος.
12. Το Τέλος: Κραυγή
ξεντυθηκε την πανοπλια του / μεσα του τα εντοσθια χαλκινα / μπρουτζινα τα νευρα / .''Ιτε παιδες Ελληνων'' Ποιας / Δημοκρατιας [;]
Ο πολεμιστής γδύνεται και μέσα του είναι χάλκινος,σαν τον Τάλω.
Φωνάζει το «Ίτε παίδες Ελλήνων» των Περσών του Αισχύλου,αλλά ρωτάει:ποιας Δημοκρατίας;
Της τότε ή της σημερινής;
Εγω,Αθωος ειμι απο το αιμα του Αθωου τουτου / ''Ουτις'' το ονομα που φωναξες Εσυ ο των παντων
Πιλάτος και Οδυσσέας μαζί. «Αθώος είμαι από του αίματος του δικαίου τούτου» είπε ο Πιλάτος. «Ούτις» είπε ο Οδυσσέας στον Κύκλωπα για να σωθεί. Εσύ είσαι και οι δύο. Και απευθύνεσαι σε «Εσύ ο των πάντων» - στον Θεό ή στον αναγνώστη.
Ισως,ειμαστε αναγκασμενοι να υπακουμε στην αμαρτια / Ισως,ειμαστε τα ανθρωπαρια των δυνατων / Ισως,δεν ειμαστε το τελος του κοσμου
Τρία «Ίσως» που είναι όλη η σύγχρονη τραγωδία. Μήπως δεν είμαστε τίποτα;
Και η απάντηση έρχεται με το αηδόνι και την πέρδικα:
που / τραγουδαει τ'αηδονι μετα το ζευγαρωμα / και που περπαταει καμαρωτα η περδικα; / Αυτο που ακουσες,ευτυχισμενε,ηταν τ'αηδονι κι / αυτο που ακουσες ηταν η περδικα
Επιστροφή στην αρχή. Στη γραμματική των κρίνων και το συντακτικό των αηδονιών. Το αηδόνι τραγουδάει μετά το ζευγάρωμα, η πέρδικα περπατάει καμαρωτά. Η φύση συνεχίζει. Ευτυχισμένος όποιος το άκουσε.
Και κλείνει με όρκο:
Εμεις οι Δημοκρατικοι της Αρμονιας / αρνουμαστε να ζησουμε δυστυχισμενα / ας τ'ακουσουν καλα οι αχρειοι / του παροντος και του μελλοντος χρονου
Ενας όρκος άρνησης. Αρνούμαστε να ζήσουμε δυστυχισμένα.
.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Το τέλος του Βρουτου
(Στους Φιλίππους,Καβάλα,3 Οκτωβρίου 42 π.Χ)
ο Βρούτος κοιτάζοντας ψηλά στον ουρανό
μίλησε τού Δία
μην ξεχάσεις τον αίτιο των κακων,αυτό ζητησε
υστερα ονοματισε τους νεκρούς του έναν προς έναν,
κάποιος έτρεξε να φέρει νερό μέσα στο κράνος
οταν ρώτησαν για το νερό,
το ήπιαν,είπε ο Βρούτος χαμογελώντας
εστειλαν άλλον,παραλίγο να συλληφθεί,
αλλον να δει το στρατόπεδο σήκωσε πυρσό,
δεν γύρισε ποτέ
η νύχτα προχωρούσε κι εκείνος παρακαλούσε τώρα
κάποιον φίλο
να κρατήσει το ξίφος για να τελευτησει,
πόσο παράξενο,αυτός που κάποτε τη τύχη κρατούσε
της Ρωμης
κανείς δεν ήθελε,αρνήθηκαν,τού είπαν να φύγουν
κι εκεινος ειπε:η φυγή με τα χέρια θα γίνει
οχι με τα ποδια,
χαιρέτησε τους φίλους του με αξιοπρέπεια,
κανείς σας δεν με πρόδωσε,είπε
μόνο τη τύχη για τη πατρίδα κατηγορω
κι απ'τους νικητές τυχεροτερος είμαι
αφού φημη αρετης πίσω αφηνω
υστερα γαληνια μπροστά στο ξίφος στάθηκε,
ούτε ορχήστρα θεάτρου ήταν
ούτε σάλπιγγα ήχησε
ούτε χειροκρότημα ακούστηκε
μόνο η μεταλλική σιωπή μιας ένδοξης ηττας
.
.
.
χνκουβέλης cncouvelis
Συγγραφες
και μη μου πεις πως ο κόσμος αλλάζει μόνος του
γιατί κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.
και θα μείνει μόνο ένα χέρι που άγγιξε ένα άλλο χέρι μέσα στο σκοτάδι.
εκεί να ψάξεις την επανάσταση
το σωμα
ένα ίχνος από αγγίγματα
που δεν έγιναν ποτέ
κάποτε είχαμε λέξεις
κι ύστερα χαθηκαμε σε δυο σιωπες
Κάποιοι είπαν πως νικήσαμε.
Κάποιοι πως ηττηθήκαμε.
Εμείς απλώς μετρήσαμε τα πρόσωπα
που έλειπαν από τη φωτογραφία
ένα φύλλο στροβιλιζονταν. ηταν η τελευταία κίνηση ενός κόσμου
που έφευγε
Οχι τους νεκρούς.Αυτούς τους κρατά γαληνια η γη.
Να μη ξεχνάς εκείνους που έζησαν και έμειναν για πάντα με το βάρος
μιας απουσίας
νυχτα
και ο καθρεφτης έδειχνε μόνο μια καρέκλα
που περίμενε κάποιον νεκρό
να αναστηθει
Μην συνηθίσεις στο σκοταδι
Κράτα μια σπίθα
Για να θυμάσαι
πως κάποτε είχες μέσα σου
μια φωτιά
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Συγγραφες
όταν όλοι μας έχουμε φορέσει
το προσωπείο της βεβαιότητας
γράφω γιατι οι λέξεις πέφτουν από μέσα μου
όπως πέφτουν οι σοβάδες από εγκαταλειμμένα σπίτια όχι για να δείξουν
την αρχιτεκτονική τους
αλλά για να φανερώσουν τις ρωγμές
που τόσα χρόνια κρατούσαν κρυφές.
επειδή εχει εξαντληθει η υπομονή της σιωπής
μάθαμε να κυκλοφορούμε σαν δημόσια έγγραφα.
να ζυγίζεις την ύπαρξή σου σε αριθμούς,σε επαίνους,σε ονόματα,σε θέσεις,
σαν να μπορούσε ποτέ η ψυχή να χωρέσει σε λογιστικό βιβλίο
δεν αυτό δεν απαντώ με αγανάκτηση
κάποτε,θα έρθει ο καιρός,θα αναρωτηθουμε
αν ζησαμε για να μας εγκρίνουν
ή αν τολμησαμε,έστω και μία φορά,
να υπάρξουμε χωρίς να ζητήσουμε την άδεια κανενός
η αυταπάτη ενός καθρέφτη που πιστεύουμε
πως κατόρθωσε να συγκρατήσει το ειδωλο μας
τη στιγμή ακριβώς
που εκείνο διαλύεται στο σκοτάδι
εσύ είσαι
στο σημείο όπου ο εγώ ο Ορφέας
γυρίζω το κεφάλι μου για δεύτερη φορά
εκεί όπου εσύ η Ευρυδίκη δεν χάνεσαι,
αλλά μεταμορφώνεσαι σ' εκείνη τη λεπτή σιωπή
που άκουσε ο Ηράκλειτος
και είπε:
Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει
βλέπω
το ίδιο πρόσωπο να αλλάζει
μάσκες
άλλοτε είναι ο Άμλετ,που κρατα ένα κρανίο
και χρησματοδοτει:
to be or not to be
πάνω στα νούφαρα των νερών
που σκεπάζουν την Οφηλια
άλλοτε είναι ο Δον Κιχωτης
και δεν αμφιβάλει πως ο άνεμος που φυσά
χαιδευει τα μαλλιά της Δουλτσινεας του
κι όχι τα άγρια γενιά των Γιγάντων,
αφού ξέρει
πως είναι μόνο ανεμομυλοι
και καθόλου δεν τον ξεγελουν
και άλλοτε είναι ο Οιδιποδας
μέσα στην ερημο
και αδιαφορεί για το αίνιγμα της Θηβαίος Σφιγγας:
Τί ἐστιν ὃ μίαν ἔχον φωνὴν τετράπουν καὶ δίπουν καὶ τρίπουν γίνεται;
η καταρα των Λαμβδακιδων μονο τον απασχολει
η αξία του ανθρωπου
κόπηκε σαν νόμισμα σε κάποιο πλατωνικο νομισματοκοπείο και κυκλοφόρησε
στη γη ήδη φθαρμένο
ο Νάρκισσος δεν πνίγηκε επειδή αγάπησε την εικόνα του,αλλά επειδή ήταν τελεια η αντανακλαση της θνητότητας του
ισως γι' αυτό γράφεις
για να συνομιλήσειε με εκείνον τον αόρατο αναγνώστη που δεν έχει ακόμη γεννηθεί,ή που πέθανε πριν από αιώνες και εξακολουθεί να περπατά στις βιβλιοθήκες του Μπόρχες κρατώντας ένα βιβλίο που κάθε φορά που ανοίγει γράφει διαφορετικό ποίημα
σου
και οι λέξεις λέξεις μας
θα επιστρέψουν στο πρώτο τους άναρθρο φως
θα απομείνει μόνο εκείνο το άγνωστο βλέμμα
που σε κοιτάζει πριν γεννηθούμε
και συνεχίζει να σε κοιτάζει αφού τελειώσει το τελευταίο ποίημα σου
σαν να μην υπήρξαμε ποτέ παρά μέσα στο όνειρο των λεξεων μας
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
μεταφραζοντας
Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ'
στίχοι 123-163
η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος.
και τότε η φρόνιμη τ'αποκριθηκε Πηνελοπη,
ξένε,την δική μου αξία και την ομορφιά
και το παραστημα οι αθάνατοι τ'αφανισαν θεοι,
όταν στο Ίλιο ανέβηκαν οι Αργείοι,
και μαζί μ'αυτους κι ο δικος μου άντρας πήγε
ο Οδυσσέας,
αν εκείνος έρχονταν και τη ζωή μου φρόντιζε,
τότε μεγαλύτερη θα'ταν η τιμή μου κι η ζωή μου καλύτερη ετσι,
τώρα όμως θλίβομαι,γιατι τόσα κακά σε μένα έστειλε ο δαιμονας,
γιατί όσοι στα νησιά οι ισχυρότεροι είναι αρχοντες,
και στο Δουλίχι και στη Σάμη και στη δασωμένη Ζάκυνθο,
κι όσοι αυτή δω την Ιθακη κατεχουν που από μακριά καλά
φαίνεται,
αυτοί για γαμο χωρίς τη θέληση μου με θέλουν,
και το σπίτι μου ρημάζουν,
γι'αυτό ούτε τους ξένους περιποιουμε ούτε τους ικέτες
ούτε σε τιποτα τους κήρυκες,που δημόσιοι είναι λειτουργοί,
αλλά τον αγαπημένο ποθώντας Οδυσσέα
η καρδιά μου λιώνει,
κι εκείνοι για το γάμο βιάζονται,εγώ όμως τεχνάσματα υφαινω,
πρώτα το πέπλο μέσα στο μυαλό
ένας θεός αφου σε μένα έβαλε,
μέσα στο σπίτι έναν μεγάλο έστησα αργαλειό να υφανω,
λεπτό και πλατύ,
κι ύστερα σ'αυτους είπα:
νεαροί άντρες,μνηστήρες μου,αφού ο θεϊκός πέθανε Οδυσσέας,
περιμένετε αν και βιάζεστε για τον γάμο μου,
ώσπου το πεπλο αυτό να τελειώσω,
για να μην ανώφελα χαθούν τα νήματα μου,
για τον ήρωα Λαέρτη επιτάφιο κάλυμμα,όταν η ολέθρια
κάτω τον ρίξει μοιρα του θανατου,
μην κάποια απ'τις Αχαιες μέσα στη πόλη εμένα κατηγορησει,
πώς εκείνος χωρίς σαβανο κείται αν και πολλά πλούτη απέκτησε,
έτσι τους μίλησα,κι αυτών ο αγερωχος νους πεισθηκε,
τότε λοιπόν τη μέρα το μεγάλο υφανα ύφασμα,
και τη νύχτα το ξηλωνα,
αφού τις δάδες κοντά μου έβανα κι αναβα,
έτσι για τρία χρόνια εγώ τους ξεφευγα κι επειθα τους Αχαιους,
αλλά όταν ο τέταρτος ήρθε χρόνος
και περασαν οι εποχες,καθως λιγόστευαν οι μήνες,
και πολλές ολοκληρώθηκαν εν τω μεταξύ μέρες,
και τότε ακριβώς μέσω των δούλων,τις σκυλες
που δεν με φρόντιζαν, επ'αυτοφορω μ'επιασαν
και με λόγια μ'επεπληξαν,
έτσι να το τελειώσω χωρίς να θέλω εξαναγκαστικα,
τώρα λοιπόν ούτε τον γάμο ν'αποφυγω μπορώ
ούτε κάποιο τέχνασμα άλλο βρισκω,
και να παντρευτώ οι γονεις πολύ με πιεζουν
ενώ ο γιος μου η περιουσια του να κατατρωγεται
αγανακτει,
αφού καταλαβαίνει,γιατι τωρα πια άντρας τέτοιος ειναι
όσο κανείς άλλος τα του σπιτιου να φροντίζει,
και σ'αυτον ο Ζευς ευημερία παρέχει,
αλλά κι εσύ τη γενιά σου πες μου,κι από πού είσαι,
γιατί ούτε από αρχαία είσαι βελανιδια ούτε από πετρα.
τὸν δ' ἠμείβετ' ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια·123
«ξεῖν', ἦ τοι μὲν ἐμὴν ἀρετὴν εἶδός τε δέμας τε
ὤλεσαν ἀθάνατοι, ὅτε Ἴλιον εἰσανέβαινον125
Ἀργεῖοι, μετὰ τοῖσι δ' ἐμὸς πόσις ᾖεν Ὀδυσσεύς.
εἰ κεῖνός γ' ἐλθὼν τὸν ἐμὸν βίον ἀμφιπολεύοι,
μεῖζόν κε κλέος εἴη ἐμὸν καὶ κάλλιον οὕτω.
νῦν δ' ἄχομαι· τόσα γάρ μοι ἐπέσσευεν κακὰ δαίμων.
ὅσσοι γὰρ νήσοισιν ἐπικρατέουσιν ἄριστοι,130
Δουλιχίῳ τε Σάμῃ τε καὶ ὑλήεντι Ζακύνθῳ,
οἵ τ' αὐτὴν Ἰθάκην εὐδείελον ἀμφινέμονται,
οἵ μ' ἀεκαζομένην μνῶνται, τρύχουσι δὲ οἶκον.
τῶ οὔτε ξείνων ἐμπάζομαι οὔθ' ἱκετάων
οὔτε τι κηρύκων, οἳ δημιοεργοὶ ἔασιν·135
ἀλλ' Ὀδυσῆ ποθέουσα φίλον κατατήκομαι ἦτορ.
οἱ δὲ γάμον σπεύδουσιν· ἐγὼ δὲ δόλους τολυπεύω.
φᾶρος μέν μοι πρῶτον ἐνέπνευσε φρεσὶ δαίμων
στησαμένῃ μέγαν ἱστὸν ἐνὶ μεγάροισιν ὑφαίνειν,
λεπτὸν καὶ περίμετρον· ἄφαρ δ' αὐτοῖς μετέειπον·140
«κοῦροι, ἐμοὶ μνηστῆρες, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς,
μίμνετ' ἐπειγόμενοι τὸν ἐμὸν γάμον, εἰς ὅ κε φᾶρος
ἐκτελέσω, μή μοι μεταμώνια νήματ' ὄληται,
Λαέρτῃ ἥρωϊ ταφήϊον, εἰς ὅτε κέν μιν
μοῖρ' ὀλοὴ καθέλῃσι τανηλεγέος θανάτοιο·145
μή τίς μοι κατὰ δῆμον Ἀχαιϊάδων νεμεσήσῃ,
αἴ κεν ἄτερ σπείρου κεῖται πολλὰ κτεατίσσας.»
ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ' ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.
ἔνθα καὶ ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκον μέγαν ἱστόν,
νύκτας δ' ἀλλύεσκον, ἐπὴν δαΐδας παραθείμην.150
ὣς τρίετες μὲν ἔληθον ἐγὼ καὶ ἔπειθον Ἀχαιούς·
ἀλλ' ὅτε τέτρατον ἦλθεν ἔτος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,
μηνῶν φθινόντων, περὶ δ' ἤματα πόλλ' ἐτελέσθη,
καὶ τότε δή με διὰ δμῳάς, κύνας οὐκ ἀλεγούσας,
εἷλον ἐπελθόντες καὶ ὁμόκλησαν ἐπέεσσιν.155
ὣς τὸ μὲν ἐξετέλεσσα καὶ οὐκ ἐθέλουσ', ὑπ' ἀνάγκης·
νῦν δ' οὔτ' ἐκφυγέειν δύναμαι γάμον οὔτε τιν' ἄλλην
μῆτιν ἔθ' εὑρίσκω· μάλα δ' ὀτρύνουσι τοκῆες
γήμασθ', ἀσχαλάᾳ δὲ πάϊς βίοτον κατεδόντων,
γινώσκων· ἤδη γὰρ ἀνὴρ οἷός τε μάλιστα160
οἴκου κήδεσθαι, τῷ τε Ζεὺς ὄλβον ὀπάζει.
ἀλλὰ καὶ ὧς μοι εἰπὲ τεὸν γένος, ὁππόθεν ἐσσί·
οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι παλαιφάτου οὐδ' ἀπὸ πέτρης.»163
.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
μεταφραζοντας
Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212
-η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη
και σ' αυτήν αποκρινομενος είπε ο πολυμηχανος Οδυσσέας,
ω σεβαστή γυναίκα του Λαερτιαδη Οδυσσεα,
δεν θα πάψεις πια για τη γενιά μου να ρωτάς;
αλλά σε σένα θα πω,
αν και θλίψη βέβαια μεγάλυτερη θα μου δωσεις
απ'οτι έχω,
γιατί αυτο'ναι το σωστό,όταν κάποτε απ'τη πατρίδα του
ένας άνθρωπος μακριά βρισκεται τόσο καιρό όσο εγώ τωρα
σε πολλές περιπλανώμενος πόλεις θνητών,
βασανα υποφέροντας,
αλλ'ομως κι έτσι αυτό θα σου πω που με ρωτάς και θες να μάθεις,
είναι μια χώρα,η Κρήτη,μέσα στη μέση
του σκοτεινού σαν κρασί πελάγου,
όμορφη κι εύφορη,ολόγυρα από θάλασσα βρεγμένη,
κι άνθρωποι την κατοικούν πολλοί αμέτρητοι,
κι ενενήντα πόλεις είναι,
του ενος η γλώσσα άλλη απ'των αλλων ανακατεμένη,
εκει'ναι οι Αχαιοί,εκεί οι μεγαλοκαρδοι Ετεοκρητες,
και εκεί οι Κυδωνες,
και οι Δωριείς σε τρεις φυλες χωρισμενοι και οι θεικοί Πελασγοι
κι ανάμεσα σ' αυτούς είναι η Κνωσός,μεγάλη πόλη,
όπου ο Μινωας εννιά χρόνους βασίλευε του μεγάλου Δία ο συνομιλητης,
πατέρας του πατέρα μου,τού μεγαλοψυχου Δευκαλίωνα,
ο Δευκαλίωνας εμένα γέννησε και τον βασιλιά Ιδομενεα,
αλλά εκείνος για το Ίλιο με τα κυρτα αναχώρησε
καραβια μαζί με τους Ατρειδες,
και σε μένα τ'όνομα που με φωνάζουν Αιθωνας είναι,
νεωτερος στη γέννα,ενώ αυτός πρωτύτερος και γενναιοτερος,
όπου εγώ εκεί τον Οδυσσέα είδα και τον φιλοξένησα,
γιατί ανεμος στην Κρήτη ισχυριος τον έσυρε,
ενώ προς τη Τροια πήγαινε,απ'τον Μαλέα παρεκτρέποντας τον,
και στάθηκε στην Αμνισό,όπου και το σπήλαιο της Ειλειθυίας,
σ'επικινδυνο λιμανι,και μόλις που απ'τις θύελλες γλυτωσε,
αμέσως τότε για τον Ιδομενεα ανεβαίνοντας στη πόλη ρώτησε,
γιατί γι'αυτον έλεγε πως αγαπητός φίλος ήταν
και σεβαστός ξένος,
όμως εκείνος ήδη δέκα η έντεκα είχε αυγές
που για το Ίλιο με τα κυρτα καράβια αναχωρήσει,
τοτ'εγω στο σπίτι μου τον έφερα και καλά τον φιλοξένησα,
φιλια δείχνοντας του,και στο σπίτι μου πολλά τ'αγαθά ήταν,
και για τους άλλους συντρόφους,που αυτόν ακολουθούσαν,
απ'το λαο μαζεύοντας αλεύρι εδωκα και φλογερό κρασί
και βόδια για θυσία,για χορτάσουν την ψυχή τους,
εκεί λοιπόν δώδεκα οι θεικοι Αχαιοί έμειναν μερες
γιατί βοριάς τους εμπόδιζε άνεμος δυνατός
ούτε στη στεριά πάνω να πατήσουν,
που κάποιος δαίμονας είχε ξεσηκώσει φοβερός,
όμως στις δεκατρείς ο άνεμος επεσε,κι αυτοί απεπλευσαν,
πολλά ελεγε ψέματα που ομοια μ'αληθινα εμοιαζαν,
κι εκείνη ακούγοντας τον δάκρυα έχυνε,
και έλιωνε το κορμί της,
όπως το χιόνι στις ψηλες των βουνων κορφές λιώνει,
όταν κι ο νοτιάς το'λιώσει,
κι ο Ζέφυρος πάνω του τη ζεστασιά του απλώσει,
κι όπως λιώνει τα ποτάμια γεμίζουν και κυλούν,
έτσι κι αυτής τα όμορφα έλιωναν μαγουλα
καθώς δάκρυα έχυνε,
κλαιοντας τον άντρας της που δίπλα της παρων ητανε,
όμως τη γυναίκα του που θρηνούσε
ο Οδυσσέας μέσα στη ψυχή του σπλαχνιζονταν,
και τα μάτια του στέκονταν ακίνητα σαν από κέρατο
η' σίδερο να ησαν,και τα δάκρυα του με τέχνη εκρυβε
τὴν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·
«ὦ γύναι αἰδοίη Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος,165
οὐκέτ' ἀπολλήξεις τὸν ἐμὸν γόνον ἐξερέουσα;
ἀλλ' ἔκ τοι ἐρέω. ἦ μέν μ' ἀχέεσσί γε δώσεις
πλείοσιν ἢ ἔχομαι· ἡ γὰρ δίκη, ὁππότε πάτρης
ἧς ἀπέῃσιν ἀνὴρ τόσσον χρόνον ὅσσον ἐγὼ νῦν,
πολλὰ βροτῶν ἐπὶ ἄστε' ἀλώμενος, ἄλγεα πάσχων.170
ἀλλὰ καὶ ὧς ἐρέω ὅ μ' ἀνείρεαι ἠδὲ μεταλλᾷς.
Κρήτη τις γαῖ' ἔστι μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,
καλὴ καὶ πίειρα, περίῤῥυτος· ἐν δ' ἄνθρωποι
πολλοὶ ἀπειρέσιοι, καὶ ἐννήκοντα πόληες· -
ἄλλη δ' ἄλλων γλῶσσα μεμιγμένη· ἐν μὲν Ἀχαιοί,175
ἐν δ' Ἐτεόκρητες μεγαλήτορες, ἐν δὲ Κύδωνες
Δωριέες τε τριχάϊκες δῖοί τε Πελασγοί· -
τῇσι δ' ἐνὶ Κνωσός, μεγάλη πόλις, ἔνθα τε Μίνως
ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής,
πατρὸς ἐμοῖο πατήρ, μεγαθύμου Δευκαλίωνος.180
Δευκαλίων δ' ἐμὲ τίκτε καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα·
ἀλλ' ὁ μὲν ἐν νήεσσι κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω
ᾤχεθ' ἅμ' Ἀτρεΐδῃσιν· ἐμοὶ δ' ὄνομα κλυτὸν Αἴθων,
ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ' ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων.
ἔνθ' Ὀδυσῆα ἐγὼν ἰδόμην καὶ ξείνια δῶκα.185
καὶ γὰρ τὸν Κρήτηνδε κατήγαγεν ἲς ἀνέμοιο
ἱέμενον Τροίηνδε, παραπλάγξασα Μαλειῶν·
στῆσε δ' ἐν Ἀμνισῷ, ὅθι τε σπέος Εἰλειθυίης,
ἐν λιμέσιν χαλεποῖσι, μόγις δ' ὑπάλυξεν ἀέλλας.
αὐτίκα δ' Ἰδομενῆα μετάλλα ἄστυδ' ἀνελθών·190
ξεῖνον γάρ οἱ ἔφασκε φίλον τ' ἔμεν αἰδοῖόν τε.
τῷ δ' ἤδη δεκάτη ἢ ἑνδεκάτη πέλεν ἠὼς
οἰχομένῳ σὺν νηυσὶ κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω.
τὸν μὲν ἐγὼ πρὸς δώματ' ἄγων ἐῢ ἐξείνισσα,
ἐνδυκέως φιλέων, πολλῶν κατὰ οἶκον ἐόντων·195
καί οἱ τοῖς ἄλλοισ' ἑτάροισ', οἳ ἅμ' αὐτῷ ἕποντο,
δημόθεν ἄλφιτα δῶκα καὶ αἴθοπα οἶνον ἀγείρας
καὶ βοῦς ἱρεύσασθαι, ἵνα πλησαίατο θυμόν.
ἔνθα δυώδεκα μὲν μένον ἤματα δῖοι Ἀχαιοί·
εἴλει γὰρ βορέης ἄνεμος μέγας οὐδ' ἐπὶ γαίῃ200
εἴα ἵστασθαι, χαλεπὸς δέ τις ὤρορε δαίμων·
τῇ τρεισκαιδεκάτῃ δ' ἄνεμος πέσε, τοὶ δ' ἀνάγοντο.»
ἴσκε ψεύδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα·
τῆς δ' ἄρ' ἀκουούσης ῥέε δάκρυα, τήκετο δὲ χρώς.
ὡς δὲ χιὼν κατατήκετ' ἐν ἀκροπόλοισιν ὄρεσσιν,205
ἥν τ' εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν ζέφυρος καταχεύῃ,
τηκομένης δ' ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες·
ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης,
κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα, παρήμενον. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
θυμῷ μὲν γοόωσαν ἑὴν ἐλέαιρε γυναῖκα,210
ὀφθαλμοὶ δ' ὡς εἰ κέρα ἕστασαν ἠὲ σίδηρος
ἀτρέμας ἐν βλεφάροισι· δόλῳ δ' ὅ γε δάκρυα κεῦθεν.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Συγγραφες
κατά κάποιο τρόπο όλα είναι
επινοήσεις της μνήμης
οι μέρες μετακινούνται προς μια ολοκληρωτική νύχτα
και
η γλώσσα πρώτα αφαιρεί την πραγματικότητα
και ύστερα την ονοματίζει
γύριζαν απ'το μέτωπο,όσοι εκεί δεν έμειναν μέσα στη σκόνη,
στις τσέπες τους κουβαλούσαν μικρές πέτρες,
ήταν εκείνοι οι πεθαμένοι,
να πληρώσουν το πέρασμα τους
στον άλλο κόσμο
και κάθε νύχτα ξεχνούσαν τα όνοματα τους
να ξημερώσει ήθελαν μια μέρα
χωρίς τη βαριά ευθύνη της αναγνώρισης
και μια συνήθεια είχαν
να βάφουν τα φεγγάρια λευκά
σαν πιστοποιητικά αθωότητας
αναρτημένα πάνω απ'τις στέγες τους
ενώ εκείνοι παρέμειναν σαν δέντρα
που τρέφονταν από τη σιωπη
τελικά
μια ατέλειωτη εξορία από τον εαυτό μας
είναι η ζωή μας
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
μεταφράζοντας
Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40,
-Αρχη της σελίδας της επικής Βατραχομυομαχιας
ας αρχίσουμε απ'τη πρώτη σελίδα
κι εύχομαι απ'τη καρδιά μου να'θουν για το τραγούδι
ο χορεύτριες οι Μουσες απ'τον Ελικωνα,
και τώρα στα γόνατα μου έβαλα τα φύλλα μου,
μιας χωρίς τέλος συγκρουσης,
έργο κι αυτό τού πολεμοχαρου Άρη,
ευχόμενος ν'ακουστει στ'αυτια όλων των θνητων,
πώς τα ποντίκια εναντίον των βατράχων
τη βγάλαν άριστα στη μάχη,
των Γιγαντων που η γη γέννησε τα έργα μιμούμενοι,
όπως στους θνητούς έφτασαν να λέγονται,
και να,τέτοια αρχή είχε,
κάποτε ένας διψασμένος ποντικός,
αφού από μιας γάτας τα νύχια ξέφυγε,
στη λίμνη το λαίμαργο βουτηξε γεννάκι του,
και το γλυφό νερό ευχαριστιονταν,
τότε τον πήρε μάτι ο πολυδιαφημισμενος της λίμνης κολυμπηστης,
και τέτοια λόγια του'πε
ε φιλαράκο,ποιος είσαι,πως από δω στις ακτές μας,από πού;
ποιος σ'εσπειρε;
πες όλη την αλήθεια,μη καταλάβω ότι λες ψέματα,
γιατί αν σε καταλάβω πως σπαθί είσαι
στο σπίτι μου θα σε μπασω,κι όλα τα καλά θα σε φιλεψω,
εγώ'μαι ο βασιλιάς Φουσκομπουκας,
που δω μέσα στη λίμνη οι βάτραχοι
για τον πρώτο με τιμάνε όλες τις μερες
και μένα ο πατέρας ο Πηλέας μ'αναθρεψε,
αφου απο την ερωτοδουλειά του με τη Νεροφιδα
στις όχθες του Ηριδανού ειμαι,
και σε μπανιζω για μαγγιορο και ζορικο καμια σχέση
με τους αλλους,
με σκήπτρο βασιλιας και στους πολέμους παληκαρι,
όμως έλα πάμε,πες μου μπαμ και κάτω από πού γενοκρατιεσαι,
τότε ο Ψιχαρπαγας τ'αποκριθηκε και του'πε,
ε καλά τώρα δεν ξέρεις τη γενιά μου;
πασίγνωστη σ'όλους είναι,
και στους ανθρώπους και στους θεούς και στα πουλιά τ'ουρανου,
τ'όνομα μου Ψιχαρπαγας,
παιδί'μαι του Ψωμοχαφτη του ορεξατου,
και μανα η Γλειφομυλου,κορίτσι του βασιλιά Γουρνοφαγου,
μέσα σε μια καλύβα με γέννησε,και με τους ανθρώπους
με τάιζε,συκα και καρύδια και φαγητά απ'ολα,
πώς φίλο να με πιάσεις;αφού απ'τα φυσικά μου ανομοιοι είμαστε,
αφού εσύ μέσα στα νερά τη βρίσκεις να ζεις,
ενώ γω ότι τρώνε οι άνθρωποι έχω συνηθειο να τρώω,
ούτε μου λείπει ψωμί τρις κοπανισμενο απ'ωραίο κανιστρι στρογγυλο,
ούτε γλυκιά πίτα στρωμένη και ψημενη με πολύ σουσάμι και τυρί,
ούτε χοιρινό ποδάρι,ούτε σηκωτια μεσα στ'ασπρο λίπος,
ούτε φρέσκο τυρί από γλυκογαλο,ούτε γλύκισμα εκλεκτό από μέλι,
που κι οι μακάριοι το λιμπιζονται,
ούτε όσα για τα συμπόσια των θνητων ετοιμαζουν οι μάγειροι,
νοστιμευοντας τις χύτρες μ'απ'ολα τα καρυκευματα
Βατραχομυομαχια
Ἀρχόμενος πρώτης σελίδος χορὸν ἐξ Ἑλικῶνος
ἐλθεῖν εἰς ἐμὸν ἧτορ ἐπεύχομαι εἵνεκ’ ἀοιδῆς,
ἣν νέον ἐν δέλτοισιν ἐμοῖς ἐπὶ γούνασι θῆκα,
δῆριν ἀπειρεσίην, πολεμόκλονον ἔργον Ἄρηος,
εὐχόμενος μερόπεσσιν ἐς οὔατα πᾶσι βαλέσθαι5
πῶς μύες ἐν βατράχοισιν ἀριστεύσαντες ἔβησαν,
γηγενέων ἀνδρῶν μιμούμενοι ἔργα Γιγάντων,
ὡς λόγος ἐν θνητοῖσιν ἔην· τοίην δ’ ἔχεν ἀρχήν.
Μῦς ποτε διψαλέος γαλέης κίνδυνον ἀλύξας,
πλησίον ἐν λίμνῃ λίχνον προσέθηκε γένειον,10
ὕδατι τερπόμενος μελιηδέϊ· τὸν δὲ κατεῖδε
λιμνόχαρις πολύφημος, ἔπος δ’ ἐφθέγξατο τοῖον·
Ξεῖνε τίς εἶ; πόδεν ἦλθες ἐπ’ ἠϊόνας; τίς ὁ φυσάς;
πάντα δ’ ἀλήθευσον, μὴ ψευδόμενόν σε νοήσω.
εἰ γάρ σε γνοίην φίλον ἄξιον ἐς δόμον ἄξω·15
δῶρα δέ τοι δώσω ξεινήϊα πολλὰ καὶ ἐσθλά.
εἰμὶ δ’ ἐγὼ βασιλεὺς Φυσίγναθος, ὃς κατὰ λίμνην
τιμῶμαι βατράχων ἡγούμενος ἤματα πάντα·
καί με πατὴρ Πηλεὺς ἀνεθρέψατο, Ὑδρομεδούσῃ
μιχθεὶς ἐν φιλότητι παρ’ ὄχθας Ἠριδανοῖο.20
καὶ σὲ δ’ ὁρῶ καλόν τε καὶ ἄλκιμον ἔξοχον ἄλλων,
σκηπτοῦχον βασιλῆα καὶ ἐν πολέμοισι μαχητὴν
ἔμμεναι· ἀλλ’ ἄγε θᾶσσον ἑὴν γενεὴν ἀγόρευε.
Τὸν δ’ αὖ Ψιχάρπαξ ἀπαμείβετο φώνησέν τε·
τίπτε γένος τοὐμὸν ζητεῖς; δῆλον δ’ ἐν ἅπασιν25
ἀνθρώποις τε θεοῖς τε καὶ οὐρανίοις πετεηνοῖς.
Ψιχάρπαξ μὲν ἐγὼ κικλήσκομαι· εἰμὶ δὲ κοῦρος
Τρωζάρταο πατρὸς μεγαλήτορος· ἡ δέ νυ μήτηρ
Λειχομύλη, θυγάτηρ Πτερνοτρώκτου βασιλῆος.
γείνατο δ’ ἐν καλύβῃ με καὶ ἐξεθρέψατο βροτοῖς,30
σύκοις καὶ καρύοις καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν.
πῶς δὲ φίλον ποιῇ με, τὸν ἐς φύσιν οὐδὲν ὁμοῖον;
σοὶ μὲν γὰρ βίος ἐστὶν ἐν ὕδασιν· αὐτὰρ ἔμοιγε
ὅσσα παρ’ ἀνθρώποις τρώγειν ἔθος· οὐδέ με λήθει
ἄρτος τρισκοπάνιστος ἀπ’ εὐκύκλου κανέοιο,35
οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον,
οὐ τόμος ἐκ πτέρνης, οὐχ ἥπατα λευκοχίτωνα,
οὐ τυρὸς νεόπηκτος ἀπὸ γλυκεροῖο γάλακτος,
οὐ χρηστὸν μελίτωμα, τὸ καὶ μάκαρες ποθέουσιν,
οὐδ’ ὅσα πρὸς θοίνας μερόπων τεύχουσι μάγειροι,40
κοσμοῦντες χύτρας ἀρτύμασι παντοδαπτοῖσιν.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Εβδοκιά και Κωνσταντάκης
Σαράντα μήλα σ’ένα μαντήλι δεμένα,
σαράντα μέρες σε ζητώ, αγάπη μου,εσένα
κι ο Κωνσταντάκης ο μικρός
ο μικροκωνσταντινος
έζωσε το σπαθακι του τον μαυρον καβαλικεψε
και πήρε το δρόμο το στρατι στης Εβδοκιας
να παει
κι ήρθαν του μαντάτα μαύρα και πικρα
την Εβδοκια σου κλέψανε
ξένος αποξενος την άρπαξε
με συνοδεια τους δράκους
την πήρε πέρα απ'τα ψηλά βουνά
σε κάστρο εκλεισε δίχως κλειδιά στις πόρτες
ως τ'ακουσε ο Κωνσταντής βαριά φωνή εβγάζει
Βδοκια μου ως την αυγή αν δεν σε βρω
βολιουμαι να πεθανω
τον μαύρο του εκεντησε σαν άνεμος εχύθη
τρια βουνά επερασε τρία ποτάμια μαυρα
εννιά γεφύρια γκρέμισε εννιά θεριά σκοτωνει
κι έφτασε στον ξένο πύργο νύχτα χωρίς φεγγαρι
τη πόρτα με το σπαθί εχτύπησε κι οι πέτρες εραγισαν
κι η γη εβογγηξε και τα δεντρά τσακισαν
και βγήκε ο άρπαγας με εκατό πολεμισταδες
κι ο Κωνσταντάκης δεν εδηλιασε
απάνω τους σαν λιοντας τους χυμαει
κόβει κεφάλια συριζα
κι όσο να'ρθει το μεσημέρι
στο χώμα τούς αρραδιασε
να πλεν στο αιμα
επηρεν την καλή του σιμα στο άλογο καβάλα
και στη πατρίδα εγύρισέ την
παντοτινή γυναικα
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Μετάφραση στα Αγγλικα:
ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
-χνκουβελης cncouvelis
ποιητική μετάφραση με μεταφραστικές παρατηρήσεις,κρατώντας τις αριθμημένες ενότητες,τις επαναλήψεις,τις παύλες και όσο γίνεται την ασυνέχεια του πρωτοτύπου. Όπου ένα ελληνικό λογοπαίγνιο ή αρχαιοελληνικός/εκκλησιαστικός απόηχος δεν μεταφέρεται αυτούσιο,το σημειώνω.
ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
PLEATED POETRY
I
dawn-blue
I school the memory
dove-mist, a fragrant whitening
the sower
the north wind
the south wind, boatman
dewdrop
or dew-drop
or else, a little drop
open-air winnowings
of the voice
luminous
the lizard wandered in the sun
as though it had acquired knowledge
that day the child on the shore
stared at the stones
if only
the dream
were
the language
Παρατήρηση:
Το «ορθρινό γαλάζιο» αποδίδεται ως dawn-blue, ώστε να παραμείνει η συμπύκνωση του ελληνικού ουσιαστικού/επιθέτου. Το «παιδεύω τη μνήμη» έγινε I school the memory, όχι I educate memory. Το school κρατά την αίσθηση της άσκησης, της μαθητείας και της πειθαρχίας.
Το:
«δροσοσταλιά / η' δροσοσταλίδα / η' αλλιώς σταλαγματιά»
είναι σκόπιμα λεξικογραφικό. Η πολλαπλή ονομασία ενός πράγματος αποτελεί ήδη σχόλιο πάνω στη γλώσσα.
II
That day Ajax
grew sickened by cunning.
perhaps the wind
had stopped?
that day Ajax
in music the hearing becomes melodic
as the nightingale in spring
that day
Ajax moved along the shore
para thin’ alos
save us, O Lord
lead us not into temptation
the wound open upon the wave
the cry torn to pieces among the trees
noon
Παρατήρηση:
Κρατώ το Ajax αντί να εξομαλύνω το όνομα. Το cunning για το «πονηριά» είναι πιο ανοιχτό από το deceit, γιατί το ελληνικό μπορεί να σημαίνει τόσο δολιότητα όσο και πονηριά.
Το para thin’ alos δεν μεταφράζεται. Είναι η ελληνική αρχαιοπρεπής φράση «παρά θιν’ αλός», «along the shore/by the sea». Η διατήρησή της μέσα στο αγγλικό ποίημα είναι σημαντική: αποτελεί ένα ξένο, αρχαιολογικό θραύσμα.
Το «σωσον Κύριε» γίνεται:
save us, O Lord
ενώ το «μην εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν» αποδίδεται με τη γνωστή βιβλική αγγλική διατύπωση:
lead us not into temptation
Έτσι παραμένει η βυζαντινή/λειτουργική ηχώ.
III
golden mask
Asine
the green figure
duck in the thyme
where do the words go?
the crew aboard the vessel
festering from
suffering, the full moon
hanging from
the mast, the sea
will end
by morning
a spindle, the sky
in the rain
all night the firefly
tomorrow
golden mask
in Achilles’ dream
the sea
in Scyros
Παρατήρηση:
Το Ασίνη γίνεται Asine, διατηρώντας τον ελληνικό τόπο και την πολιτισμική του φόρτιση. Το:
«Ασινην τε»
θα μπορούσε επίσης να παραμείνει αυτούσιο σε μια πιο ακραία αγγλική έκδοση.
Η εικόνα:
«παπιά στο θυμάρι»
είναι παράλογη και πρέπει να παραμείνει παράλογη. Δεν πρέπει να «διορθωθεί» ερμηνευτικά.
Το festering from suffering προσπαθεί να κρατήσει την παράξενη σύζευξη σωματικής σήψης και ψυχικού μαρτυρίου.
IV
with wives and children
the old man
walked on foot
if we should be taken up
afterwards
near the East
the fig tree
cast its conical shadow
the knife cut the bread into slices
he returned from carrying the stone
at night, instead of the moon, the clouds
he played the lyre with a bow
forgive them
Παρατήρηση:
Το «συν γυναιξί και τέκνοις» παραπέμπει σε βιβλικό/αρχαΐζον ύφος. Το απέδωσα with wives and children, αλλά η αρχαϊκή φράση μπορεί να διατηρηθεί ως syn gynaixi kai teknois σε φιλολογική έκδοση.
Το:
«εδοξάρισε τη λύρα»
είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Το ελληνικό συνδέει το δοξάρι με τη λύρα με έναν τρόπο σχεδόν βίαιο: το όργανο μετακινείται από το δικό του πολιτισμικό λεξιλόγιο σε άλλο. Το played the lyre with a bow κρατά την παραδοξότητα.
V
the bee returned
the horizon, a line
and the boat among the reeds
above all, let us not lose the Pleiades
it asked
two years ago
“— language — is — metaphysical —”
footsteps on ice
water-moistened blue
the next day
the gulls
like the bones of the swordfish
in the light
Παρατήρηση:
Εδώ οι παύλες είναι απαραίτητες:
“— language — is — metaphysical —”
Η πρόταση παύει να είναι φυσικός λόγος και γίνεται αντικείμενο ανάλυσης. Η γλώσσα διαλύεται στα συστατικά της.
Το «υγραμένο γαλάζιο» αποδίδεται water-moistened blue, μια κάπως παράξενη αγγλική φράση που προτιμώ από το φυσικότερο wet blue, επειδή το πρωτότυπο θέλει την αίσθηση της υλικότητας.
VI
he told me about the conspiracy
from beginning to its shameful end
once he went on like this
all the designs of the piano, with his back
turned, he played
sometimes he stopped
Παρατήρηση:
Η απλότητα εδώ είναι σκόπιμη. Μετά την πολιτισμική πυκνότητα των προηγούμενων ενοτήτων, η αφήγηση γίνεται σχεδόν προφορική.
Το:
«με γυρισμένη τη πλάτη έπαιζε»
έχει μια παράλογη κινηματογραφικότητα. Δεν εξηγείται.
VII
on the iconostasis, to the left, the image of John
the Colorist [called Tsarouchis]
celebrating the eighth day of the month of April
into the sea the dove sank
white, the wave broke upon the shore
Goethe was right
The color in the word is not the color
the foot fluttered softly at the ankle
white
white
white
Παρατήρηση:
Εδώ το «Ιωάννης ο Χρωματιστής» μεταφράζεται John the Colorist. Το «επονομαζόμενος Τσαρούχης» γίνεται called Tsarouchis, ώστε να διατηρηθεί το ψευδοσυναξαριακό ύφος.
Το:
«λευκό / λευκό / λευκό»
πρέπει οπωσδήποτε να παραμείνει white / white / white. Η τριπλή επανάληψη είναι οπτική, όχι απλώς σημασιολογική.
Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο σημαντικές προτάσεις ολόκληρου του έργου:
The color in the word is not the color.
VIII
in a film by Godard, the violin blossomed
beneath the moon
we heard the cry: “Advance, sons of Greeks!”
until dawn he told the story, and then
close to dawn he fell asleep
somehow language helped me
Παρατήρηση:
Το:
«Ίτε παίδες Ελλήνων»
μεταφέρεται ως:
“Advance, sons of Greeks!”
και όχι Go, children of Greeks, επειδή το advance διατηρεί τη στρατιωτική/ιστορική ηχώ.
Η φράση εισέρχεται ξαφνικά σε μια ταινία του Godard: αρχαιότητα, κινηματογράφος και προσωπική αφήγηση βρίσκονται στο ίδιο πλάνο.
IX
peri — pherei
pherei
peri — pherei
peri — stood beside
the verse, the breath scented
the ode of the flying swan
palpable
the touch of con—presence
con—be
be—
noon, the day
Παρατήρηση:
Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο μεταφραστικό πρόβλημα του έργου.
Το ελληνικό:
«περι-φέρει»
βασίζεται στη μορφολογία της ελληνικής λέξης. Δεν υπάρχει αγγλικό ισοδύναμο που να αναπαράγει ακριβώς το ίδιο παιχνίδι.
Γι’ αυτό προτείνω να μη μεταφραστεί.
Το peri — pherei γίνεται ξένο σώμα μέσα στην αγγλική γλώσσα, όπως ακριβώς η λέξη γίνεται αντικείμενο μέσα στην ελληνική.
Το «συν-ουσία» είναι ακόμη πιο δύσκολο. Το con—presence είναι δημιουργική μετάφραση του συνουσία: con- ως «μαζί» και presence ως «ουσία/παρουσία». Δεν είναι λεξικογραφική μετάφραση· είναι μεταφραστικό ανάλογο.
X
it is late
the caique with Philoctetes has not returned
yet, for two days and two nights
the grapes on the vine have begun to redden
and the apples on the cheeks have turned red
when Odysseus saw him, he was rotting
a swarm of butterflies told him
the stories of his mind
the fig tree full of figs, the olive
was bearing fruit
“When we have liberated the Greek lands
then our soul will rest.”
the pomegranate was opening its pomegranates
it is late
the caique with Philoctetes sails the sea, tomorrow morning
they will moor the hulls
at the docks
when they saw him, he was rotting
a swarm of butterflies, his tormented
soul
Παρατήρηση:
Το caique διατηρεί την ελληνική λέξη «καΐκι». Το boat θα ήταν σημασιολογικά σωστό αλλά πολιτισμικά φτωχότερο.
Η διπλή σκηνή του Φιλοκτήτη είναι κρίσιμη. Στην πρώτη:
when Odysseus saw him, he was rotting
και στη δεύτερη:
when they saw him, he was rotting
Το πρόσωπο αλλάζει, η σήψη παραμένει.
Η φράση:
«όταν ελευθερώσουμε τα μέρη τα ελληνικά»
έχει σκόπιμα πολιτικό και σχεδόν εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα. Δεν πρέπει να εξομαλυνθεί.
XI
there the mist acted
in the nostalgia of style
echoes of music
Παρατήρηση:
Το «εκεί έδρασε η ομίχλη» είναι εξαιρετικά δύσκολο. There the mist acted είναι σχεδόν αφύσικο στα αγγλικά — και γι' αυτό το κρατώ. Η φυσικότερη μετάφραση there the mist fell θα έχανε το ρήμα «έδρασε».
XII
he never narrated, only sometimes—
sometimes he embellished the events
from the middle mast the sailor hung
for days he had been drunk at the port
in the wave the stained beloved gull
lay down
tomorrow they will carry their souls
beyond, toward the olive groves
Remember me
Παρατήρηση:
Το:
«Μνήσθητί μοι»
αποδίδεται ως Remember me, αλλά σε μια πιο τελετουργική έκδοση θα μπορούσε να μείνει:
Mnēsthēti moi
ώστε να διατηρηθεί η εκκλησιαστική/αρχαιοελληνική ηχώ.
XIII
speaking pines
artfully wrought
an autobiographical narrative. he liked
roses, his cheek as a rose
the doctoral studies, in the
beer hall the naked waitresses
Caryatid
Caryatid
Caryatid
Caryatid
Caryatid
and one more name, which I do not remember
ah! Helen or Maria
my voice, resonant
the employment of Blacks in
Georgia
my voice, acidic
speaking, artfully wrought, man
Παρατήρηση:
Το «λαλούντα πεύκα / τεχνηέντα» παραπέμπει σε αρχαΐζουσα σύνταξη. Το artfully wrought κρατά την τεχνηέντως κατασκευασμένη, σχεδόν επιγραφική αίσθηση.
Το «Καρυάτιδα» δεν πρέπει να γίνει Caryatid statue. Η σκέτη λέξη πρέπει να επαναλαμβάνεται σαν όνομα, σαν εμμονή.
Το:
«ενρινη η φωνη μου / οξινη η φωνη μου»
είναι παιχνίδι σωματικότητας και χημείας. Το resonant / acidic δεν αναπαράγει απόλυτα το ελληνικό, αλλά κρατά την αντίθεση.
XIV
can one speak of a great
transformation
it was regarded as the new mechanism of the age
the fruit bowl contains fruits of every kind
apples
peaches
grapes, figs, pineapples
pears, cherries
and those apricots
he liked
Παρατήρηση:
Η φρουτιέρα λειτουργεί σαν παρωδία ταξινόμησης. Μετά το θεωρητικό «μετασχηματισμό» ακολουθεί ένας απλός κατάλογος φρούτων. Η ποιητική και η καθημερινή γλώσσα βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο.
XV
the sea impelled the dream
morality was shamefully butchered
interwoven trees to the furthest reaches of
the forest
the language
of the marginal
limits, with a crude guild-like
logic
interwoven trees to the furthest reaches
of the forest: the sea remained in
the dream: a society somewhat less empty
in the ravine the wild dove
half-slept
the frost crystallized in
the sun
Παρατήρηση:
Το «αλληλενδυτά» είναι δύσκολο να μεταφερθεί. Το interwoven είναι λειτουργικό, αλλά το ελληνικό έχει μεγαλύτερη αίσθηση αλληλοδιείσδυσης.
Το:
«μια κοινωνία λιγότερο κενή»
είναι από τα σημεία όπου η πολιτική σκέψη βγαίνει στην επιφάνεια χωρίς να μετατρέπεται σε πολιτικό ποίημα με την παραδοσιακή έννοια.
XVI
auspicious absence of memory
at the blockade
they arrested his brother
Παρατήρηση:
Το «ευοίωνη απουσία της μνήμης» είναι οξύ παράδοξο: συνήθως η απουσία μνήμης είναι απώλεια, εδώ χαρακτηρίζεται «ευοίωνη». Η μνήμη μπορεί να προστατεύει αλλά και να βασανίζει.
Το blockade για «μπλόκο» κρατά την ιστορικοπολιτική σημασία, αν και η ακριβής αναφορά παραμένει σκόπιμα αδιευκρίνιστη.
XVII
and an interpretive circular, in the desert he lives with prayer, dining on
locusts,
in the shape of the guitar, the note
in the plagal mode of delta
carved from wood
in the color green, the grass
in deep relief
frost-pure
in the scent of jasmine, jasmine
in porcelain
except one, they all were lost, in the
marshes diseases awaited them, and hunger
and hardship decimated them. No one
believed him, when they followed him, indifferent—
the spectacle they saw before their eyes
shook them exceedingly, they wept
bitterly for this
in the shape of the hand, the plough
in iron
in the hollow of my mouth, my
voice, my tongue harped
into words
Παρατήρηση:
Η ενότητα αυτή έχει σχεδόν λεξικογραφική/ερμηνευτική μορφή.
Η αλληλουχία:
shape → note
color → grass
scent → jasmine
hand → plough
mouth → voice → tongue → words
είναι μια θεωρία της αναπαράστασης.
Το αντικείμενο δεν εμφανίζεται ποτέ άμεσα. Εμφανίζεται μέσω ενός συστήματος αντιστοιχιών.
Το «η γλώσσα μου αρπισμένη» αποδίδεται:
my tongue harped into words
ώστε να διατηρηθεί η εικόνα της γλώσσας ως μουσικού οργάνου.
XVIII
The dream
let it be
the language
the lizard in the moon
harmonized its voice
fragrant dewdrop, the sower
the north wind, and then the child thought:
“the real cannot be classified.”
in a certain sense the almond tree
blossomed
he arranged the yellow chairs, the embroidered tablecloth was laid
the lizard wandered in the sun
as though it had acquired knowledge
that day the child on the shore stared at the stones
the bones of the swordfish
whitening
white feather at the ankle and the sailboat
sails seaward, white feather
Daedalus gathered the carcass
of Icarus, and in his honor
athletic games were held for twelve days
language, precisely, is a phenomenon of human life
the dream
Παρατηρήσεις για το τέλος
Εδώ προσπάθησα να διατηρήσω την κυκλικότητα του πρωτοτύπου.
Η πρώτη ενότητα λέει:
if only / the dream / were / the language
και η τελευταία:
The dream / let it be / the language
Η αγγλική μετάφραση πρέπει να επιτρέψει στον αναγνώστη να αισθανθεί αυτή την επιστροφή.
«η σαύρα στη σελήνη ακόρντιζε τη φωνή της»
Το harmonized its voice είναι πιο φυσικό αγγλικά, αλλά το ελληνικό «ακόρντιζε» έχει κάτι πολύ πιο παράξενο: η σαύρα κουρδίζει τη φωνή της σαν μουσικό όργανο.
Θα μπορούσε επομένως να κρατηθεί μια πιο τολμηρή εκδοχή:
the lizard in the moon tuned its voice
Προτιμώ τελικά το tuned its voice, επειδή συνδέεται με το πιάνο, το βιολί, τη λύρα και όλη τη μουσική μεταφορά του έργου.
«ποντοπορεύει»
Το:
«το ιστιοφόρο ποντοπορεύει»
θα μπορούσε να γίνει the sailboat sails the open sea, αλλά το sails seaward κρατά κάτι από την ελληνική σύνθετη λέξη.
Το «πραγματικό»
the real cannot be classified
είναι κατά τη γνώμη μου η σωστή αγγλική διατύπωση.
Δεν θα έβαζα reality cannot be categorized, γιατί το the real έχει σαφώς φιλοσοφικότερη και ποιητικότερη χροιά.
Μια κρίσιμη μεταφραστική παρατήρηση
Το «Πτυχωμένη Ποίηση» δεν πρέπει να μεταφραστεί υπερβολικά «καλά» στα αγγλικά.
Αν ο μεταφραστής εξομαλύνει όλες τις ασυνέχειες, διορθώσει τα παράξενα συντακτικά σχήματα και κάνει τις εικόνες φυσικές, θα καταστρέψει ακριβώς αυτό που κάνει το έργο ιδιότυπο.
Η μετάφραση πρέπει να επιτρέψει να παραμείνουν:
η αμηχανία, η ασυνέχεια, η αρχαιολογία της γλώσσας, η επανάληψη, η παραμόρφωση, το κενό.
Γι' αυτό σε ορισμένα σημεία προτιμώ μια αγγλική φράση που είναι ελαφρώς «παράξενη» από μια άψογη αγγλική πρόταση.
Τίτλος: η τελική επιλογή
ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
θα το απέδιδα:
PLEATED POETRY
και όχι:
Folded Poetry
Folded Verse
Creased Poetry
Το pleated έχει κάτι υλικό, αρχιτεκτονικό και ταυτόχρονα οργανικό. Η πτυχή επανέρχεται, διπλώνεται και αποκαλύπτει άλλη πτυχή — ακριβώς όπως λειτουργεί η σύνθεση.
Και ίσως η πιο συμπυκνωμένη αγγλική εκδοχή της ποιητικής αρχής και του τέλους να είναι:
I school the memory.
...
the real cannot be classified.
...
language, precisely, is a phenomenon of human life —
the dream.
Αυτό, κατά τη γνώμη μου, διατηρεί τον βασικό άξονα του ελληνικού έργου: μνήμη → γλώσσα → πραγματικό → όνειρο.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ
Ι
ορθρινο γαλαζιο
παιδευω τη μνημη
αχλυ του περιστεριου ξασπρισμα μυρωδικο
σπορεας ο
βορηας η
νοτια βαρκαρης
δροσοσταλια
η ' δροσοσταλιδα
η' αλλιως σταλαγματια
υπαιθρια λιχνισματα
της φωνης
φωτερη
η σαυρα στον ηλιο περιπλανηθηκε
σαν απεκτησε τη γνωση
εκεινη τη μερα το παιδι στην
ακρογυαλια χαζευε τις πετρες
ας ηταν
το ονειρο
ας ηταν
η γλωσσα
ΙΙ
Τη μερα εκεινη ο Αιαντας
σιχαθηκε τη πονηρια
μηπως ο ανεμος
σταματησε ;
τη μερα εκεινη ο Αιαντας
στη μουσικη η ακοη μελωδιζεται
ως η αηδονα την ανοιξη
τη μερα
εκεινη ο Αιαντας κινησε κατα τον αιγιαλο
παρα θιν αλος
σωσον Κυριε
μην εισεινεγγεις ημας εις πειρασμους
η πληγη ανοιγμενη στο κυμα
η κραυγη καταξεσχισμενη στα δεντρα
ωρα μεσημερι
ΙΙΙ
μασκα χρυση
Ασινην τε
η πρασινη μορφη
παπια στο θυμαρι
που πανε οι λεξεις ;
το πληρωμα στο σκαφος
κακοφορμισμενο απο τα
βασανα , η πανσεληνος
κρεμασμενη στο
καταρτι η θαλασσα
θα τελειωσει
το πρωι
αδραχτι ο ουρανος
στη βροχη
ολη νυχτα η πυγολαμπιδα
αυριο
μασκα χρυση
στο ονειρο του Αχιλλεα
η θαλασσα
στη Σκυρο
IV
συν γυναιξι και τεκνοις
ο γεροντας
επεζοπορισε
αν αναληφτουμε
μετα
πλησιον της ανατολης
η συκια
ερριχνε τον κωνικο της ισκιο
το μαχαιρι εκοβε το ψωμι φετες
γυρισε απο το κουβαλημα της πετρας
το βραδυ αντι της σεληνης τα συννεφα
εδοξαρισε τη λυρα
αφες αυτοις
V
η μελισσα γυρισε
γραμμη ο οριζοντας
κι η βαρκα στις καλαμιες
προπαντος να μη χασουμε τις Πλειαδες
ρωτησε
πριν δυο χρονια
'' η - γλωσσα - ειναι - μεταφυσικη ''
βηματα στο παγο
υγραμενο γαλαζιο
την αλλη μερα
οι γλαροι
σαν κοκκαλα του ξιφια
στο φως
VI
μου αφηγηθηκε για τη συνωμοσια
απο την αρχη ως το αισχυντο τελος
καποτε συνεχιζε ετσι
ολα τα σχεδια του πιανου , με γυρισμενη
τη πλατη επαιζε
καποτε σταματουσε
VII
στο τεμπλο αριστερα η εικονα του Ιωαννη
του Χρωματιστη [ του εποναζομενου Τσαρουχη ]
εορταζοντος την ογδοην του μηνος Απριλιου
στη θαλασσα βυθιστηκε το περιστερι
ασπρο εσκασε το κυμα στην ακτη
ο Γκαιτε ειχε δικιο
Το χρωμα στο λογο δεν ειναι το χρωμα
Το ποδι φτερουγισε απαλα στον αστραγαλο
λευκο
λευκο
λευκο
IIX
σε ενα φιλμ του Γκονταρ , το βιολι ανθιζε
κατω απο το φεγγαρι
ακουσαμε την ιαχη . '' Ιτε παιδες Ελληνων ''
ως το ξημερωμα διηγοταν κι επειτα
κοντα στο ξημερωμα αποκοιμηθηκε
καπως με βοηθησε η γλωσσα
IX
περι - φερει
φερει
περι - φερει
περι - στοιχιζαν
ο στιχος . η ανασα μυρωδισμενη
ωδη του κυκνου ιπταμενη
απτη
η αφη της συν - ουσιας
συν - ειναι
ειναι -
η μερα το μεσημερι
Χ
αργοπορει
το και'κι με τον Φιλοκτητη δεν γυρισε
ακομη , εδω και δυο μερονυχτα
τα τσαμπια στη κληματαρια αρχισαν να ροδιζουν
και τα μηλα στα μαγουλα κοκκινισαν
οταν ο Οδυσσεας τον αντικρυσε αυτος σαπιζε
ενα σμηνος απο πεταλουδες ,του διηγηθηκε τις ιστοριες του μυαλου του
η συκια μεστη απο συκα , η ελια
καρπιζοταν
'' Οντας ελευθερωσουμε τα μερη τα
ελληνικα τοτε θα αναπαει η ψυχη μας ''
η ροδια ανοιγε τα ροδια της
αργοπορει
το και'κι με τον Φιλοκτητη ποντοπορευει , αυριο το πρωι' θα δεσουν τα σκαρια
στα ντοκα
οταν τον αντικρυσαν αυτος σαπιζε
ενα σμηνος απο πεταλουδες η τυραγνισμενη
ψυχη του
ΧΙ
εκει εδρασε η ομιχλη
στη νοσταλγια του υφους
αποηχοι της μουσικης
ΧΙΙ
ποτε δεν εξιστορησε , μονο καποτε-
καποτε εξωραι'ζε τα γεγονοτα
απο το μεσιανο καταρτι κρεμαστηκε ο
ναυτης , μερες μπεκρουλιαζε στο πορτο
αφου
στο κυμα ξαπλωσε λεκιασμενος ο αγαπημενος γλαρος
αυριο θα γυροφερνουν τη ψυχη τους περα
κατα τους ελαιωνες
Μνησθητι μοι
ΧΙΙΙ
λαλουντα πευκα
τεχνηεντα
μια αυτοβιογραφικη αφηγηση . του αρεσαν
τα τριανταφυλλα , ως τριανταφυλλο η παρεια
οι σπουδες για το διδακτορικο , στη
μπυραρια οι γυμνες γκαρσονες
Καρυατιδα
Καρυατιδα
Καρυατιδα
Καρυατιδα
Καρυατιδα
και ενα ονομα ακομα , που δεν θυμαμαι
α ! Ελένη η' Μαρια
ενρινη η φωνη μου
η απασχοληση των μαυρων στη
γεωργια
οξινη η φωνη μου
λαλουντα τεχνηεντα . ο ανθρωπος
XIV
μπορει κανεις να μιλησει για ενα μεγαλο
μετασχηματισμο
θεωρηθηκε ως ο νεος μηχανισμος της εποχης
η φρουτιερα περιεχει λογης - λογης φρουτα
μηλα
ροδακινα
σταφυλια συκα αναναδες
αχλαδια κερασια
και κεινα τα βερυκοκα που
του αρεσαν
XV
η θαλασσα παρορμησε το ονειρο
η ηθικη επαισχυντα κατακρεουργηθηκε
αλληλενδυτα δεντρα ως τις εσχατιες του
δασους
η γλωσσα
των οριακων
περιορισμων ,με ωμη συντεχνιακη
λογικη
αλληλενδυτα δεντρα ως τις εσχατιες
του δασους : η θαλασσα παρεμεινε στο
ονειρο : μια κοινωνια λιγοτερο κενη
στο λαγκαδι η αγριοπεριστερα
λαγοκοιμονταν
η παχνη αποκρυσταλλωνονταν στον
ηλιο
XVI
ευοιωνη απουσια της μνημης
στο μπλοκο μαζεψαν τον αδερφο του
XVII
και μια ερμηνευτικη εγκυκλιος , στην
ερημο ζει με την προσευχη , δειπνιζοντας με
ακριδες ,
στο σχημα της κιθαρας η νοτα
σε ηχο πλαγιο του δελτα
ξυλοπελεκημενη
στο χρωμα του πρασινου η χλοη
σε βαθυ αναγλυφο
ορθοπαχνισμενη
στη μυρωδια του γιασεμιου το γιασεμι
σε πορσελανη
πλην ενος , ολοι χαθηκαν , στα
ελη τους περιμεναν οι αρρωστειες,και τους
αποδεκατισε η πεινα και οι κακουχιες.Κανεις
δεν τον πιστευε,οταν τον ακολουθησαν αδιαφο-
ροι το θεαμα,που αντικρυσαν εμπρος στους οφθαλ-
μους των τους συνεταραξε λιαν σφοδρα , εκλα-
ψαν πικρα γι ' αυτο
στο σχημα του χεριου το αλετρι
στο σιδερο
στη κοιλοτητα του στοματος μου η
φωνη μου,η γλωσσα μου αρπισμενη
στα λογια
XIIX
Το ονειρο
ας ειναι
η γλωσσα
η σαυρα στη σεληνη ακορντιζε
τη φωνη της
μυρωδικη δροσοσταλιδα , σπορεας ο
βορηας και τοτε το παιδι σκεφτηκε . '' το πραγματικο δεν μπορει να ταξινομηθει''
κατα μια ορισμενη εννοια ανθισε η
αμυγδαλια
αραδιασε τις κιτρινες καρεκλες , το κεντητο τραπεζομαντηλο στρωθηκε
η σαυρα στον ηλιο περιπλανηθηκε σαν απεκτησε
τη γνωση εκεινη τη μερα το παιδι στην ακρογυαλια χαζευε τις πετρες τα κοκκαλα του
ξιφια ασπριζαν
λευκο φτερο στον αστραγαλο και το ιστιοφορο ποντοπορευει λευκο φτερο
ο Δαιδαλος μαζεψε το κουφαρι
του Ικαρου , και προς τιμην του εγιναν αγωνες αθλητικοι μερες δωδεκα
η γλωσσα , ακριβως , ειναι ενα φαινομενο της ανθρωπινης ζωης το
ονειρο
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Αύριο,θα είναι αργα,νταρλινγκ
το ερώτημα:πως συνδέει μια φωτογραφία έναν άνθρωπο
με έναν άλλο άνθρωπο;
πριν τι συνέβαινε και μετά τι συμβαίνει;
η ιστορία εξελίχθηκε κατά κάποιο τρόπο
και κατέληξε κατά κάποιο τρόπο
Μια από όλες που μπορούσε να συμβεί
Εχει βραδυασει,η πόλη γύρω γεμάτη ανθρώπους η'
άδεια από ανθρωπους
Ένα τηλέφωνο αντηχεί σε ένα κενό δωμάτιο
Στο μπαρ το take five του Brubeck
Μια γυναίκα του ψιθυρίζει στ'αυτι
αύριο,θα είναι αργα
close up στα χείλη της
πόσο σκοτάδι μας διαλύει,νταρλινγκ;
η σάρκα τρέφεται με σάρκα
θα μ'αρεσε να μην είμαι
Τι εννοείς;
Δολοφονημένοι κληρονόμοι της αιωνιότητας
η απάντηση
.
.
Το τέλος του Έλληνα Φλαβιου Κλαυδιου Ιουλιανού
είναι ο Flavius Claudius Julianus ο Ρωμαίος αυτοκράτορας
ούτε Παραβάτης ούτε Αποστάτης,αυτά ηλίθια και φαιδρα είναι
ούτε τα χριστιανικά πιστεύω τους είχε για να τα παραβει,ούτε
ηταν στο κόμμα τους για να αποστατησει,ένας Έλληνας ασκητής
νεοπλατωνιστης είναι,ειρωνικά τον αποκαλούν ο Ειδωλιανος,
και το επισοδειο στην Αντιόχεια ήταν προμελετημένο απ'αυτους
να σαμποτάρουν την θεουργεια της εμφάνισης του Θεού Απόλλωνα
δήθεν τα λείψανα του Βαβύλα μάρτυρα τους λένε το απαγορευσε,
άψυχα οστά και να κάνουν αυτό;και δεν δίστασαν να κάψουν τον ναό
και να μην τιμωρηθούν απαιτησαν ,αλήθεια σε πιο κράτος γίνονται
αυτά τα αισχιστα;να ξέρουν πως Ημίν ανήκουσιν η ευγλωττία
και αι τέχναι της Ελλάδος και η των Θεών αυτής λατρεία,
υμέτερος δε κλήρος εστί η αμάθεια και η αγροικία και ουδέν πλέον.
Αύτη εστίν η σοφία υμών,βεβαια είναι η μωρία τους,κι έπειτα
εκείνος ο δήθεν χρησμός της Πυθίας,'Είπατε τω βασιλεἰ, χαμαί
πἐσε δαίδαλος αυλά·ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα
δάφνην .ου παγάν λαλέουσαν, απέσβετο και λάλον ύδωρ.
ενα γελοίο εφευρημαουδέποτε τοιούτος υπήρξε,τώρα στον πόλεμο
με την Περσία οι εχθροί άνοιξαν τα φράγματα και πλημμυρισε ο τοπος,
αναγκαία η οπισθοχώρηση του στρατού,όμως ο καύσωνας πνιγηρος
κι οι πολέμιοι αιφνίδια επιτίθενται,έτσι σε μια παγίδα θανάτου έπεσαν
οι Ρωμαίοι ,αυτά λοιπόν όλα πέρασαν απ'το μυαλό του τελευταίου
Έλληνα Αυτοκράτορα Ιουλιανού πριν διαπεράσει το σώμα του το δορυ
στις 26 Ιουνίου του 363 και τελευτησει ο θαυμάσιος ελληνικος κόσμος του
.
.
Η φθορά της ψυχής μου
η φθορά
προ των πυλών
αδυσώπητη
η Ηλεκτρα
φωνάζει
Ορέστη η μάνα θέλει σκότωμα θέλει μαχαίρωμα
οι χρυσές Μυκήνες βυθισμένες
στον επαναληπτικό ήχο των τζιτζικιων
στη χρονοφωτογραφια στο Ναύπλιο:(2 Μαρτίου)
η Κλυταιμνήστρα με μακρύ μαύρο φόρεμα,πολύ κομψή,
η Ηλεκτρα με κομμένα τα μαλλιά,αριστερά,
και δεξιά η Χρυσοθεμη με κοτσιδες
1' 2' 3' 4' κλικ
ίσα που πρόλαβε να ποζάρει μαζί τους κι ο Αιγισθος
κόκκινη κλωστή δεμένη στο λαιμό του τυλιγμένη
τραγουδά η Ηλέκτρα
η μάνα η φονισσα θελει μαχαίρωμα
ως το ξημέρωμα
ο ψυχαναλυτής στη δικη ερμήνευε τη πράξη:
κύριοι δικαστες,πρόκειται για το σύμπλεγμα της Ηλεκτρας
σύμφωνα με τον Φρόιντ...
Σταματηστε τον,λέει ανοησίες,ούρλιαξε η Ηλέκτρα,
εκδικήθηκα τον θάνατο του πατέρα
κι αυτός είναι αρχαίος νόμος
που μας κυβερνα
η φθορά της ψυχής μου
η ταραχή της
πως θα ηρεμήσει
η τρικυμία της
.
.
η Μόνα Λίζα με το ψευδωνυμο Λουκρητία Βοργία
το εφαλτήριο βάρος
του σώματος
η Μόνα Λίζα με το
ψευδωνυμο Λουκρητία Βοργία
υπάλληλος
σε μια πολυεθνική τραπεζα
το χρυσό περιδέραιο δώρο ενός
golden daddy
υπογράφει το check
είδε την Ελένη στον Ευρώτα
να λούζει
νύχτα πανσέληνο
το βάρος του σώματος της
.
.
Το σκηνικό του τέλους του Κατωνος του Νεώτερου
στον εμφύλιο των Ρωμαίων στη μάχη της Θάψου της Τυνησίας μοιραια
το 46 πΧ επήλθε η ήττα των ελεφάντων και επικράτησε ο Ιούλιος Καίσαρας
των δημοκρατικών αντιπάλων,τότε νικημένος ο Μάρκος Πορκιος Κάτων
ο Νεώτερος έστησε το σκηνικό του,όπως ο δάσκαλος του Σωκρατης
τη μέρα που ήπιε το κώνειο ενώπιον φίλων και μαθητών,
η φιλοσοφία δεν είναι τίποτα αν δεν γίνεται πράξη,αποσύρθηκε
γαλήνιος ως στωικός στο δωμάτιο του κι εκεί αφού διάβασε
από τον Φαίδωνα του Πλάτωνα τον διάλογο περί της αθανασίας
της ψυχής,λέγεται δὲ οὕτως, ὡς ἄρα τελευτήσαντα ἕκαστον
ὁ ἑκάστου δαίμων, ὅσπερ ζῶντα εἰλήχει, οὗτος ἄγειν ἐπιχειρεῖ
εἰς δή τινα τόπον, οἷ δεῖ τοὺς ξυλλεγέντας διαδικασαμένους εἰς Ἅιδου
πορεύεσθαι, μετὰ ἡγεμόνος ἐκείνου ᾧ δὴ προστέτακται τοὺς ἐνθένδε
ἐκεῖσε πορεῦσαι· [107e] τυχόντας δὲ ἐκεῖ ὧν δὴ τυχεῖν καὶ μείναντας
ὃν χρὴ χρόνον, ἄλλος δεῦρο πάλιν ἡγεμὼν κομίζει, ἐν πολλαῖς χρόνου
καὶ μακραῖς περιόδοις,αυτή γνώριζε καλά ήταν η ώρα του ο δαίμονας
είχε έρθει να παραλάβει την ψυχή του εις τους μακαριους,
έσυρε το ξίφος του και το βύθισε βαθειά στα σπλάχνα του,πολύ λίγο
βέβαια τον εννοιαζε αν οι εχθροί της φιλοσοφίας θα τον χλεύαζαν
στους θριάμβους της Ρώμης ως ένα αυτοξεσχιζομενο άγριο θηρίο
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Κατά Το Ύφος του Κυρ Αλεξανδρου Παπαδιαμάντη
Κύριε,οὐκ ἔχω τι Σοὶ δωσω .
Εν τη σιωπή,Κύριε ακούω τὸ βῆμα Σου
ἐπάνω εἰς τὰ ξηρά φύλλα της ψυχής μου.
Κύριε η ἐρημία μου εἶναι ἀγρός
και σπορὰ ἀοράτου καρποῦ.
Και ο θερισμός μου πτωχός εστι.
Αι χεῖρες μου κεκαυμέναι εκ του μόχθου τῆς ψυχῆς.
Καὶ νῦν,Κύριε, δὲν Σὲ ἐρωτῶ
δια τον λιθον του σώματός μου .
Αλλά δεξαι την μικρότητα μου εις την έσχατη ωραν,
Μακροθυμος ως ει.
.
.
.
χνκουβέλης cncouvelis
Παρηχησεις
φυλλα μελισσας επιπλεουν
στην
ελαφρη κουπαστη της πανσεληνου
κι ο ηχος ανθος των λεξεων
και στ'αερακι του νερου σιωπη
κι η σταγονα μετεωρη φως
στον καθρεφτη ενας κυκνος
''ακουτε πως χτυπαει η αιωνιοτητα στη καρδια του;''
η'
''η ηληκια του νερου στο πρασινο δεντρο κυκλος''
απ'το σπιτι μας ενα εντονο φως μουσικης
ο φλοισβος των φυλλων της μελισσας
.
.
.














Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου