.
.
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Κ',
στίχοι:148-161
-ο Νέστορας σηκώνει τον Διομηδη-
και 183-189
- η εικόνα τού θηριου-
χ.ν.κουβελης c.n couvelis
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Κ',
στίχοι:148-161
-ο Νέστορας σηκώνει τον Διομηδη-
και 183-189
- η εικόνα τού θηριου-
έτσι είπε,κι ο πολυμήχανος Οδυσσέας προς τη σκηνή πήγε
και την περίτεχνη ασπίδα στους ώμους έβαλε,
και μαζί τους πηγαίνοντας στον Τυδειδη Διομηδη βάδισε,
αυτόν λοιπόν έξω απ'τη σκηνή τον έτυχαν μαζί με τ'αρματα του
και οι συντροφοι γύρω του κοιμονταν
κάτω απ'τα κεφάλια έχοντας τις ασπιδες
και τ'ακοντια τους όρθια πάνω στους σαυρωτηρες καρφωμενα
κι από μακριά σαν αστραπή τού πατερα Δια ελαμπε ο χαλκος
κι ο ίδιος ο ήρωας κοιμονταν,
κάτω του τομαρι στρωμένο ήταν άγριου βοδιου
και κάτω απ'το κεφάλι προσκέφαλο που φαίνονταν στο φως
ήταν απλωμένο,
αφού λοιπόν παραδίπλα σταθηκε τον ξύπνησε
ο Νέστορας απ'τη Γερηνια ο ιππεας με το πόδι σκουντιζοντας
και τον παρότρυνε και αυστηρά τού μίλησε,
ξύπνα γιε τού Τυδεα,γιατί όλη τη νύχτα κοιμασαι;
δεν ακούς πως οι Τρώες γύρω στα υψωματα
είναι κοντα στα καραβια
και πως μόνο λίγη απόσταση τούς χωρίζει από δω.
κι όπως τα σκυλιά γύρω απ'τα πρόβατα
ανησυχα είναι μέσ'στη στανη
όταν θηριο άγριο ακούσουν
που μέσα απ'τα δάση έρχεται κι απ'τα βουνα,
φασαρία μεγάλη εξαιτίας του απ'τους ανθρωπους
κι απ'τα σκυλια
κι απ' αυτους ο ύπνος είχε χαθει
έτσι κι απ' αυτούς ο γλυκός ύπνος απ'τα βλεφαρα έχει χαθεί
την φοβερή νύχτα που φυλαγαν,
γιατί προς τη πεδιαδα πάντα έστρεφαν να δουν
όποτε τούς Τρώες άκουγαν να πλησιάζουν.
Ὣς φάθ’, ὁ δὲ κλισίην δὲ κιὼν πολύμητις Ὀδυσσεὺς 148
ποικίλον ἀμφ’ ὤμοισι σάκος θέτο, βῆ δὲ μετ’ αὐτούς.
βὰν δ’ ἐπὶ Τυδεΐδην Διομήδεα· τὸν δὲ κίχανον150
ἐκτὸς ἀπὸ κλισίης σὺν τεύχεσιν· ἀμφὶ δ’ ἑταῖροι
εὗδον, ὑπὸ κρασὶν δ’ ἔχον ἀσπίδας· ἔγχεα δέ σφιν
ὄρθ’ ἐπὶ σαυρωτῆρος ἐλήλατο, τῆλε δὲ χαλκὸς
λάμφ’ ὥς τε στεροπὴ πατρὸς Διός· αὐτὰρ ὅ γ’ ἥρως
εὗδ’, ὑπὸ δ’ ἔστρωτο ῥινὸν βοὸς ἀγραύλοιο,155
αὐτὰρ ὑπὸ κράτεσφι τάπης τετάνυστο φαεινός.
τὸν παρστὰς ἀνέγειρε Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ,
λὰξ ποδὶ κινήσας, ὄτρυνέ τε νείκεσέ τ’ ἄντην·
«ἔγρεο Τυδέος υἱέ· τί πάννυχον ὕπνον ἀωτεῖς;
οὐκ ἀΐεις ὡς Τρῶες ἐπὶ θρωσμῷ πεδίοιο160
εἵαται ἄγχι νεῶν, ὀλίγος δ’ ἔτι χῶρος ἐρύκει 161
ὡς δὲ κύνες περὶ μῆλα δυσωρήσωνται ἐν αὐλῇ183
θηρὸς ἀκούσαντες κρατερόφρονος, ὅς τε καθ’ ὕλην
ἔρχηται δι’ ὄρεσφι· πολὺς δ’ ὀρυμαγδὸς ἐπ’ αὐτῷ185
ἀνδρῶν ἠδὲ κυνῶν, ἀπό τέ σφισιν ὕπνος ὄλωλεν·
ὣς τῶν νήδυμος ὕπνος ἀπὸ βλεφάροιιν ὀλώλει
νύκτα φυλασσομένοισι κακήν· πεδίον δὲ γὰρ αἰεὶ
τετράφαθ’, ὁππότ’ ἐπὶ Τρώων ἀΐοιεν ἰόντων.189
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου