.
.
Σ-Litterature Λογοτεχνια
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
Harriet Elisabeth Beecher Stowe,
Uncle Tom's Cabin(1852)
-the end of anti-slavery novel-
Ένας ηλικιωμένος,σεβάσμιος νέγρος,που είχε ασπρίσει καὶ τυφλωθεῖ μέσα στο κτήμα,σηκώθηκε τότε καὶ υψώνοντας το τρεμάμενο χέρι του είπε:
'Ἂς Ευχαριστησουμε τον Κύριο.'
Καθως όλοι γονάτισαν ομοφωνα,ποτέ πιο συγκινητικό και θερμό
Te Deum δεν υψώθηκε στα ουράνια,ακόμη κι αν παράγονταν από τον βροντωδη ήχο οργάνου,καμπάνας και κανονιων,από εκείνο που βγήκε από εκείνη την αγνή γέρικη καρδιά.
Όταν σηκώθηκαν,ένας άλλος άρχισε να ψάλλει έναν Μεθοδιστικο υμνο, τού οποίου η επωδός ηταν:
Το έτος τού Ιωβηλαίου εχει ερθει
Επιστρέψτε,εσείς απολυτρωμενοι αμαρτωλοί,σπιτι.
'Ενα πράγμα ακομα',είπε ο
Τζωρτζ,καθως σταματησε τίς ενθουσιώδεις εκδηλώσεις τού πλήθους,
'ολοι σας θυμάστε τον καλό μας γερο μπαρμπα-Θωμα.'
Ο Τζωρτζ τότε διηγήθηκε σύντομα τη σκηνή τού θανάτου του,και τον γεμάτο αγάπη αποχαιρετισμό του προς όλους στη φυτεία,και προσθεσε:
'Ήταν πάνω στον τάφο του,αδέλφια μου,που αποφάσισα,ενώπιον τού Θεού,πως ποτέ δεν θα είχα στη κατοχή μου άλλον σκλαβο,ενώ θα μπορούσα να τον ελευθερώσω,ώστε κανείς,εξαιτίας μου,να μην διατρέξει ποτέ τον κίνδυνο να χωρισθει απ'το σπίτι και τους φίλους,και να πεθάνει σε μια απομονωμένη φυτεία,όπως αυτός πέθανε.
Έτσι,όταν χαιρεστε την ελευθερία σας,να σκέφτεστε ότι την οφείλετε σ'εκεινη την καλή γέρικη ψυχή,και να το ανταποδίδετε με καλοσύνη στη γυναίκα και στα παιδιά του.
Να σκέφτεστε την ελευθερία σας κάθε φορά που βλέπετε την ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΘΩΜΑ,
κι ας είναι αυτό ένα μνημείο σ'όλους σας να θυμιζει να ακολουθείτε τα βήματα του,και να είστε έντιμοι και γεμάτοι πιστη και χριστιανοί όπως αυτός ήταν.
An aged, partriarchal negro, who had grown gray and blind on the estate, now rose, and, lifting his trembling hand said, "Let us give thanks unto the Lord!" As all kneeled by one consent, a more touching and hearty Te Deum never ascended to heaven, though borne on the peal of organ, bell and cannon, than came from that honest old heart.
On rising, another struck up a Methodist hymn, of which the burden was,
"The year of Jubilee is come,—
Return, ye ransomed sinners, home."
"One thing more," said George, as he stopped the congratulations of the throng; "you all remember our good old Uncle Tom?"
George here gave a short narration of the scene of his death, and of his loving farewell to all on the place, and added,
"It was on his grave, my friends, that I resolved, before God, that I would never own another slave, while it was possible to free him; that nobody, through me, should ever run the risk of being parted from home and friends, and dying on a lonely plantation, as he died. So, when you rejoice in your freedom, think that you owe it to that good old soul, and pay it back in kindness to his wife and children. Think of your freedom, every time you see UNCLE TOM'S CABIN; and let it be a memorial to put you all in mind to follow in his steps, and be honest and faithful and Christian as he was."
.
.
.
Enigma
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Επιστροφή
Η γυναίκα στη παραλία,σε λίγο θα νυχτωνε,φορούσε λευκό φορεμα
Δεκαεπτά χρόνια πριν
Εβρεχε όταν έφτασε.
Το σπίτι ήταν σκοτεινό.
Άνοιξε τη πορτα.
-Πατερα; φώναξε.
Καμιά απάντηση.
Προχωρησε στο διάδρομο,η πόρτα τής κουζίνας ήταν μισάνοιχτη.
Ο πατέρας του καθόνταν στο σκοτάδι,ακίνητος,
τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.
-Ηρθες;,είπε χωρίς να τον κοιτάξει.
Αναψε το φως.
-Δεν έπρεπε να γυρίσεις, τού είπε και σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.
Εξω ακούγονταν η θάλασσα.
-Την είδες;τον ρώτησε,
η αδελφή σου πνιγηκε.Τις νύχτες τη βλέπω,περπατά στην ακτή.
Εκείνη τη νύχτα ακουγε το νερό τής βροχής.
Ξύπνησε από έναν ήχο.
Πατήματα.Στον πάνω όροφο.
Το πάνω δωμάτιο ήταν κλειστό δεκαεπτά χρόνια.
Ήταν το δωμάτιο της.
Σηκώθηκε.Ανεβηκε τη σκάλα.Ανοιξε τη πόρτα.Το παράθυρο ήταν ανοικτό.
Άνοιξε το φως.Στο πάτωμα υπήρχαν βρεγμένες πατημασιές.
-Αργησες πολύ,μια φωνή ακούστηκε πίσω του.
Γύρισε.
Η αδελφή στέκονταν στη πορτα.Τα μαλλιά της ήταν μακριά,φορούσε λευκό φόρεμα,τα πόδια της ήταν γυμνα,βρεγμένα
-Εσυ;τής είπε,πού ήσουν τόσα χρόνια;
-Εγω εδώ έμεινα,είπε η γυναίκα,να περιμένω.
-Τι; ρώτησε εκείνος.
-Να γυρίσεις και να πάμε στη παραλία,τού είπε και άπλωσε το χέρι.
-Ελα.
Πήγαν στη παραλία.
Είδαν μια γυναίκα με λευκό φόρεμα να περπατά μπροστά τους.
-Ποια είναι;ρώτησε εκείνος.
-Ειναι εκείνη,τού απάντησε,τώρα θέλω να φύγεις.Να μην δεις.
-Εσυ;τής είπε.
-Εγω θα μείνω,τού είπε.
Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι άκουσε τα βήματα της να πλησιάζουν στο νερό.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Βραδυαζε
Ξύπνησε,το δωμάτιο τού ξενοδοχείου ήταν μισοσκότεινο,έξω βραδυαζε.
Σηκώθηκε.Πηγε στον καθρέφτη,κοίταξε,ένας άγνωστος άνθρωπος,χαμογέλασε.
Στα σαράντα δύο του όλα είχαν μετατραπεί σε μνήμη.
Άνθρωποι που κάποτε είχε γνωρίσει,γυναίκες που είχε ερωτευθεί,φίλοι με τους οποίους είχε ξενυχτήσει σε μπαρ,πολιτικές συζητήσεις με γελοίες βεβαιότητες για το μέλλον.
Ντύθηκε και βγήκε.
Η πόλη σιγα-σιγα νύχτωνε.
Σταμάτησε μπροστά σε ένα βιβλιοπωλείο.Ειδε ένα βιβλίο.Σκεφτηκε πως ήταν ανώφελο να το αγοράσει.
Προχωρησε.
Ύστερα πήγε σε ένα καφέ.
Ο άντρας στο διπλανό τραπέζι μιλουσε στη γυναίκα δίπλα του ασταματητα.Για τη δουλειά του,γιατί τα παιδιά που μεγαλώνουν,για ταξίδια,...
Δεν τού φάνηκε παράξενο ,
οι ανθρωποι μιλούν τόσο πολύ γιατί φοβούνται τη σιωπή.
Κάποια στιγμή σταμάτησε.
-Και εσύ; ρώτησε τη γυναίκα,πώς είσαι;
Η γυναίκα άναψε τσιγάρο.
-Δεν ξέρω,απαντησε
-Ξαναπίνεις;ρώτησε ο άντρας.
-Όχι πολύ,απάντησε η γυναίκα.
-Αυτο είναι καλό,είπε ο αντρας.
-Τίποτα δεν είναι καλό η' κακό πια,είπε η γυναίκα.
Στο σημείο εκείνο σηκώθηκε και έφυγε.
-Να μη χανόμαστε,άκουσε στο δρόμο έναν ηλικιωμένο άντρα να λέει σε μια γυναίκα ίδιας περίπου ηλικίας.
-Έχουμε ήδη χαθεί,τού είπε η γυναίκα και χάθηκε στο βάθος τού δρόμου
Η νύχτα είχε προχωρήσει.
Μπήκε σε ένα μπαρ,θολή ατμόσφαιρα,καπνός,τζαζ μουσική.
Κάθισε.Ουισκι.
Δίπλα του καθονταν μια νεαρή γυναίκα με μαύρο φόρεμα.
Η γυναίκα τον κοίταξε.
-Δεν είστε ο...; τον ρώτησε.
-Ημουν,απάντησε.
Τον πλησίασε,το άρωμα της τον άγγιξε.
-Περιμένετε κάποια;τον ρώτησε.
-Όχι.
-Εγω,είπε η γυναίκα,βαριέμαι να γυρίσω σπίτι.
Πήγαν σε ενα ξενοδοχείο .
Εκείνη μιλούσε για ταινίες,για τη πόλη που είχε ζήσει παιδί.
-Εσυ;τού είπε.
Τής είπε για μια γυναίκα που τής εμοιαζε,αυτο έτσι το είπε.
-Εισαι...;τού είπε.
-Δεν είμαι,τής είπε.
Η γυναίκα κάθισε στο κρεβάτι.
-Σ'αρεσει να με βλέπεις να γδυνομαι; τού είπε.
Είχαν σχέση δεκαπέντε χρόνια,εκείνος συνέχισε.
Η γυναίκα φόρεσε ένα μαύρο κομπινεζον.
-Τι σημαίνει γερνάμε;τον ρώτησε.
-Εσυ λιγότερο,τής απάντησε.
Η γυναίκα γέλασε.
Τη συνάντησε πριν ένα χρόνο,πήγαν σπίτι της,κάθησαν στη κουζίνα, τού έφτιαξε καφέ,
-Θυμασαι εκείνο το καλοκαιρι; τού είπε,ήσουνα ευτυχισμένος τότε.Τωρα;
Εκείνος δεν απάντησε.
Τού έπιασε το χέρι.
-Φοβαμαι για σένα,τού είπε.
Όταν έφυγε τον αγκάλιασε σφιχτά.
-Τηλεφώνησέ μου αύριο,τού είπε.
-Δεν τής τηλεφώνησες,είπε η γυναίκα,βάζοντας το κομπινεζον της.
Εκείνος δεν απάντησε.
Η γυναίκα πήγε στο μπανιο.
Άκουσε το νερό που κυλούσε στο κορμί της,τού φάνηκε ένας πολύ μακρυνος ήχος.
Κάτι που πέφτει.
Πριν βγει η γυναίκα από το μπάνιο εκείνος έφυγε από το ξενοδοχειο.
Περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο του.
Η πόλη είχε αδειάσει από ανθρώπους.Ηταν λίγο πριν ξημερώσει.
Προσπέρασε έναν οδοκαθαριστη,ένα σκυλί κοιμόνταν στο πεζοδρόμιο.
Όλα θα συνέχιζαν.
Στο δωμάτιο του ανοιξε το παράθυρο.
Έξω γκριζαριζε.
Κάθισε στο κρεβάτι.
Άναψε ένα τσιγάρο.
Θυμήθηκε έκεινο το καλοκαίρι στη θάλασσα. Τη γυναίκα στο μπαλκόνι. Τη γυναίκα
να κοιμάται γυμνή δίπλα του.
Τη γυναίκα να γελά.
Το τσιγάρο τελείωσε.
Σηκώθηκε.Και πλησίασε αργα στο παράθυρο.
Η πόλη θα ξυπνούσε χωρίς αυτόν.
.
.
.
Marilyn Monroe and Kid
(Εξ αφορμής τής φωτογραφίας τής Marilyn και τού παιδιού.)
(-Μια εικόνα που η Marylin δεν εζησε-)
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
το καραβάκι
Η λίμνη ακίνητη,πότε πότε ακούγονταν ένα πουλί κι έπειτα πάλι σιωπή.
Το αγόρι κρατούσε ένα μικρό ξύλινο καραβάκι.
-Θα το ρίξουμε στη θάλασσα;ρώτησε.
Η γυναίκα κουνησε το κεφάλι καταφατικα
Το παιδί γονάτισε στην άκρη τού νερού και ακούμπησε προσεκτικά το καραβάκι.
Για μια στιγμή εκείνο έμεινε ακίνητο, υστερα ένα ανεπαίσθητο ρεύμα το πήρε αργά.
Το έβλεπαν να απομακρύνεται.
-Μαμά,ρώτησε,θα γυρίσει ποτέ;
Εκείνη εσκυψε προς το παιδί και τού χάιδεψε τα μαλλιά.
-Μερικα πραγματα,είπε,χάνονται.
Ο ήλιος χαμήλωνε στη δύση,το νερό χρωματίζονταν πορτοκαλί.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η επιστροφή
Μετά από είκοσι χρόνια επέστρεψε.
Η μητέρα κάθονταν στη κουζίνα.
Φορούσε το σκούρο φόρεμα που φορούσε λίγο πριν πεθάνει,εκείνον το χειμώνα
έβρεχε ασταμάτητα.
Στο τραπέζι ένα ποτήρι γάλα και ένα κόκκινο μήλο.
-Πεινας;έλα να φας,τού είπε.
Η φωνή της ήρεμη.
Κάθησε.Καθαρισε το μήλο.
-Ειχε ομίχλη,ειπε.
Πήγε στο δωμάτιο του.
Θυμήθηκε πως μέσα σε ένα γυάλινο βάζο έκλεινε μέλισσες να δει πόσο θα άντεχαν.
Ήταν οκτώ χρόνων.
Άκουγε τη βροχή.
Μπήκε μέσα ένα παιδί.
-Ποιος είσαι;τον ρώτησε.
Το παιδί έφυγε.
Είδε τη μητέρα του να πλένει τα μαλλιά της στη λεκάνη.
-Που είναι ο πατέρας;ρώτησε.
Από εκείνη τη μέρα δεν τον ξαναείδε.
Ήταν καλοκαίρι,η ζέστη αποπνικτική.Η μητέρα απλωνε τα ρούχα στο σύρμα στην
αυλή να στεγνώσουν.
Ο πατέρας απομακρύνονταν στα χωριαφια.
-Θα γυρίσω,τού είχε πει.
Αργότερα έμαθε πως χάθηκε στο μέτωπο.
Η μητέρα δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν.
Γύρισε στο δωμάτιο του.
Εκείνη φορούσε ένα λευκό φόρεμα.
-Σου αρέσει;τού είπε.
Την είχε αγαπήσει.
Σε εκείνο το τροχαίο δυστύχημα σκοτώθηκε εκείνη.Πριν δεκαπέντε χρόνια.
Το πρωί είχαν κολυμπήσει.
Εκείνος βγήκε.Εκείνη κολυμπούσε ακόμη,σήκωσε το χέρι,τον χαιρετούσε.
Άκουσε μουσική.
Η μητέρα του χόρευε μόνη στο σαλόνι.Στο γραμμόφωνο ένα βαλς.
-Γιατι γύρισες;τον ρώτησε χωρίς να σταματήσει να χορεύει.
-Δεν ξέρω.
-Το ξέρεις.
Μια αστραπή φώτισε το χώρο.
Έπειτα σκοτείνιασε.
Το σπιτι καίγονταν.Η μητέρα έκλαιγε.Ο πατέρας έρριχνε νερό.
Η γυναίκα ήταν μέσα στους καπνους.
Οι μέλισσες μέσα στο γυάλινο βάζο ακίνητες.
Πήγε στο παράθυρο.
Ξεχώρισε μέσα στην ομίχλη τον πατέρα να κρατά από το χέρι το παιδί.
Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε.
-Πατέρα,φώναξε.
Δεν τον είδε.
Η μητέρα στεκονταν στην πόρτα τού σπιτιού,δίπλα της η γυναίκα του με το παιδί
στην αγκαλιά.
-Σε περιμέναμε,τού είπε η γυναίκα.
Προχώρησε προς το μέρος τους.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Λουκιανος,Βιων Πρασις,
Βιων Δημοπρασία
-Η Πώληση τού Πυθαγορα-
Ερμής:
Ποιον θέλεις πρώτον να παρουσιασουμε προς πώληση;
Ζευς:
Αυτόν δω τον μακρυμάλλη,από την Ιωνία,επειδή και κάπως σοβαρός μού φαίνεται.
Ἑρμης:
Ε εσύ ο Πυθαγόρειος κατέβα και παρουσιάσου προς εξέταση στους συγκεντρωμένους.
Εμπρός λοιπόν κήρυξε τον.
Ἑρμης:
Τον άριστο βίο πουλω,τον πιο σοβαρό.
Ποιος θα τον αγοράσει;
Ποιος ανώτερος από άνθρωπος θέλει να γίνει;
Ποιος θέλει να γνωρίσει την αρμονία τού σύμπαντος και πάλι να ξαναζήσει;
Ἀγοραστής:
Η εμφάνιση είναι αξιοπρεπής,
αλλά τι γνωρίζει πιο πολύ;
Ἑρμης:
Αριθμητική,αστρονομία,
μαντικη,γεωμετρία, μουσική,μαγεία,
έναν κορυφαίο μάντη βλέπεις.
Ἀγοραστής:
Επιτρέπετε να τον εξετάσω;
Ἑρμης:
Εξέτασε τον και καλή επιτυχία.
Ἀγοραστής:
Από πού είσαι;
Πυθαγόρας:
Από τη Σάμο.
Ἀγοραστής:
Και πού σπούδασες;
Πυθαγόρας:
Στην Αίγυπτο στούς εκεί σοφούς.
Ἀγοραστής:
Εμπρός λοιπόν,αν σ'αγορασω,τι θα με διδάξεις;
Πυθαγόρας:
Δεν θα σού διδάξω τίποτα,θα σε κάνω να θυμηθείς όμως.
Ἀγοράστης:
Πώς θα με κάνεις να θυμηθω;
Πυθαγόρας,:
Αφού πρωτα κάνω την ψυχή σου καθαρή και την βρωμιά από πάνω της ξεπλυνω.
Ἀγοραστής:
Λοιπόν θεώρησε πως ήδη έχω καθαρισθεί,
ποιος είναι ο τρόπος τής ανάμνησης;
Πυθαγόρας:
Κατά πρώτον μακρά ησυχία και αφωνία και για πέντε ολόκληρα χρόνια να μην μιλάς καθόλου.
Ἀγοραστής:
Ηρθ'η ώρα σου,αγαπητέ μου,τον γιο τού Κροίσου
να εκπαιδευσεις,γιατί εγώ'μαι πολυλογας,κι άγαλμα δεν θέλω να γινω,
και τι μετά τη σιωπή και τη πενταετία όμως θα γίνει;
Πυθαγόρας:
Στη μουσική και στην γεωμετρία θα εξασκηθεις.
Ἀγοραστής:
Πολύ χαριτωμένα τα λες,αν πρώτα πρέπει κιθαριστής να γίνω κι έπειτα σοφός.
Πυθαγόρας:
Έπειτα από αυτά εδω θα μάθεις να μετράς.
Ἀγοραστής:
Ξέρω και τώρα να μετραω.
Πυθαγόρας:
Πώς μετρας;
Ἀγοραστής:
Ένα,δύο,τρία,τέσσερα.
Πυθαγόρας:
Το βλέπεις;αυτά που εσύ νομίζεις τέσσερα,αυτά δέκα είναι και τρίγωνο τέλειο και ο δικός μας όρκος.
Ἀγοραστής:
Μα τον μέγιστο ορκο λοιπόν τών τεσσάρων,
ουδέποτε περισσοτερο θεϊκούς λόγους άκουσα ούτε πιο ιερούς.
Πυθαγόρας:
Και μετά,ξένε,θα μάθεις και περί τής γης και τού αέρα και τού ύδατος και τής φωτιας ποια είναι αυτών η φορά τής κίνησης και ποια μορφή έχουν όπως κινούνται.
Ἀγοραστής:
Δηλαδή πραγματικά η φωτια η' ο αέρας η' το νερό έχουν μορφή;
Πυθαγόρας:
Και μάλιστα εμφανή,
γιατί δεν είναι δυνατόν χωρίς μορφή και χωρίς σχήμα να κινούνται,
και επιπλέον σ' αυτά εδώ θα γνωρίσεις ότι ο θεος αριθμός είναι και νους και αρμονία.
Ἀγοραστής:
Λες θαυμασια.
Πυθαγόρας:
Και πέρα από αυτά εδώ που ήδη εχουν ειπωθεί
και τον εαυτό σου ενώ έναν τον νομίζεις άλλον να τον βλέπεις και άλλον στην πραγματικότητα.
Ἀγοράστης:
Τι λες:άλλος είμαι κι όχι αυτός που τώρα με σένα συνδιαλέγομαι;
Πυθαγόρας:
Τώρα βέβαια είσαι αυτός,
παλιά όμως σε αλλο σώμα και με άλλο όνομα εμφανιζοσουν,και με το χρόνο πάλι σε άλλο θα μεταβεις.
Ἀγοραστής:
Αυτό λες; ότι αθάνατος θα'μαι αλλάζοντας σε πολλές μορφές;
αλλ'αυτά δω αρκετά ειναι,
και σχετικά με τη διατροφή τι είδους ανθρωπος είσαι;
Πυθαγόρας:
έμψυχο κανένα δεν τρώω,από δε τα άλλα ολα εκτός από τα κουκιά.
Ἀγοράστης:
για ποια αιτία; μήπως σιχενεσαι τα κουκιά;
Πυθαγόρας:
Όχι,αλλά ιερά είναι και θαυμαστή αυτών η φύση,
καταρχάς γιατί καθ'ολοκληριαν σπέρμα γέννησης ειναι
και αν ξεφλουδίσεις ένα κουκί ενώ ακομα χλωρό είναι,θα δεις οτι μοιάζει με τα ανδρικά μόρια στη μορφή,
και αν αφού βράσουν τα αφήσεις στο σεληνόφωτο για ορισμένες νυκτες,αίμα θα κάνεις,
και το κυριότερο,στους Αθηναίους νόμος είναι με κουκιά τούς άρχοντες να εκλεγουν.
Ἀγοραστής:
Καλά όλα τα'πες και με ιερό τροπο,
αλλά γδυσου,γιατί και γυμνό να σε δω θέλω,
μα τον Ηρακλή,χρυσό το μπούτι του είναι,
θεός,και όχι κάποιος θνητός να'ναι φαινεται,
τον αγοράζω λοιπον οπωσδήποτε,
πόσο τον κοστολογείς;
Ἑρμης:
Δέκα μνες.
Ἀγοραστής:
Τόσο τον παίρνω
Ζεύς:
Γράψε τού αγοραστή το όνομα κι από πού είναι.
Ἑρμης:
Ιταλιωτης,Ζευ,φαίνεται κάποιος να είναι απ' αυτούς στη περιοχή τού Κρότωνα και τού Ταραντα και τής εκεί Ελλάδας,
αν και όχι ένας,αλλά τριακόσιοι σχεδόν τον αγόρασαν από κοινού.
Ζεύς:
Ας τον πάρουν άλλον να παρουσιάσουμε.
Ἑρμῆς
Tίνα πρῶτον ἐθέλεις παραγάγωμεν;
Ζεύς
Tουτονὶ τὸν κομήτην, τὸν Ἰωνικόν, ἐπεὶ καὶ σεμνός τις εἶναι φαίνεται.
Ἑρμῆς
Οὗτος ὁ Πυθαγορικὸς κατάβηθι καὶ πάρεχε σεαυτὸν ἀναθεωρεῖσθαι τοῖς συνειλεγμένοις.
Kήρυττε δή.
Ἑρμῆς
Tὸν ἄριστον βίον πωλῶ, τὸν σεμνότατον. τίς ὠνήσεται; τίς ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι βούλεται; τίς εἰδέναι τὴν τοῦ παντὸς ἁρμονίαν καὶ ἀναβιῶναι πάλιν;
Ἀγοραστής
Tὸ μὲν εἶδος οὐκ ἀγεννής. τί δὲ μάλιστα οἶδεν;
Ἑρμῆς
Ἀριθμητικήν, ἀστρονομίαν, τερατείαν, γεωμετρίαν, μουσικήν, γοητείαν. μάντιν ἄκρον βλέπεις.
Ἀγοραστής
ἔξεστιν αὐτὸν ἀνακρίνειν;
Ἑρμῆς
ἀνάκρινε ἀγαθῇ τύχῃ.
Ἀγοραστής
3 ποδαπὸς εἶ σύ; Πυθαγόρας
Σάμιος
Ἀγοραστής
Ποῦ δ᾽ ἐπαιδεύθης;
Πυθαγόρας
ἐν Αἰγύπτῳ παρὰ τοῖς ἐκεῖ σοφοῖσι.
Ἀγοραστής
Φέρε δέ, ἢν πρίωμαί σε, τί με διδάξει;
Πυθαγόρας
Διδάξομαι μὲν οὐδέν, ἀναμνήσω δέ.
Ἀγοράστης
Πῶς ἀναμνήσεις;
Πυθαγόρας
Καθαρὴν πρότερον τὴν ψυχὴν ἐργασάμενος καὶ τὸν ἐπ᾽ αὐτῇ ῥύπον ἐκκλύσας.
Ἀγοραστής
Καὶ δὴ νόμισον ἤδη ἐκκεκαθάρθαι με, τις ὁ τρόπος τῆς ἀναμνήσεως;
Πυθαγόρας
Τὸ μὲν πρῶτον ἡσυχίη μακρὴ καὶ ἀφωνίη καὶ πέντε ὅλων ἐτέων λαλέειν μηδέν.
Ἀγοραστής
ὥρα σοι, ὦ βέλτιστε, τὸν Κροίσου παῖδα παιδεύειν ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. τί δὲ μετὰ τὴν σιωπὴν ὅμως καὶ τὴν πενταετίαν;
Πυθαγόρας
Μουσουργίῃ καὶ γεωμετρίῃ ἐνασκήσεαι.
Ἀγοραστής
Χάριεν λέγεις, εἰ πρῶτόν με κιθαρῳδὸν γενόμενον κᾆτα εἶναι σοφὸν χρή.
Πυθαγόρας
4 Εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.
Ἀγοραστής
Οἶδα καὶ νῦν ἀριθμεῖν.
Πυθαγόρας
Πῶς ἀριθμέεις;
Ἀγοραστής
ἕν, δύο, τρία, τέτταρα.
Πυθαγόρας
ὁρᾷς; ἃ σὺ δοκέεις τέσσαρα, ταῦτα δέκα ἐστὶ καὶ τρίγωνον ἐντελὲς καὶ ἡμέτερον ὅρκιον.
Ἀγοραστής
Οὐ μὰ τὸν μέγιστον τοίνυν ὅρκον τὰ τέτταρα, οὔποτε θειοτέρους λόγους ἤκουσα οὐδὲ μᾶλλον ἱερούς.
Πυθαγόρας
Μετὰ δέ, ὦ ξεῖνε, εἴσεαι γῆς τε πέρι καὶ ἠέρος καὶ ὕδατος καὶ πυρὸς ἥτις αὐτέοισιν ἡ φορὴ καὶ ὁκοῖα ἐόντα μορφὴν ὅκως κινέονται.
Ἀγοραστής
Μορφὴν γὰρ ἔχει τὸ πῦρ ἢ ἀὴρ ἢ ὕδωρ
Πυθαγόρας
Καὶ μάλα ἐμφανέα: οὐ γὰρ οἷά τε ἀμορφίῃ καὶ ἀσχημοσύνῃ κινέεσθαι. καὶ ἐπὶ τουτέοισι δὲ γνώσεαι τὸν θεὸν ἀριθμὸν ἐόντα καὶ νόον καὶ ἁρμονίην.
Ἀγοραστής
Θαυμάσια λέγεις.
Πυθαγόρας
5 Πρὸς δὲ τοῖσδεσι τοῖσιν εἰρημένοισι καὶ σεωυτὸν [p. 458] ἕνα δοκέοντα ἄλλον ὁρεόμενον καὶ ἄλλον ἐόντα εἴσεαι.
Ἀγοράστης
Τί φής; ἄλλος εἰμὶ καὶ οὐχ οὗτος ὅσπερ νῦν πρὸς σὲ διαλέγομαι;
Πυθαγόρας
Νῦν μὲν οὗτος, πάλαι δὲ ἐν ἄλλῳ σώματι καὶ ἐν ἄλλῳ οὐνόματι ἐφαντάζεο: χρόνῳ δὲ αὖτις ἐς ἄλλον μεταβήσεαι.
Ἀγοραστής
6 Τοῦτο φής, ἀθάνατον ἔσεσθαί με ἀλλαττόμενονἐς μορφὰς πλείονας; ἀλλὰ τάδε μὲν ἱκανῶς. τὰ δ᾽ ἀμφὶ δίαιταν ὁποῖός τις εἶ;
Πυθαγόρας
ἐμψυχήϊον μὲν οὐδὲ ἓν σιτέομαι, τὰ δὲ ἄλλα πλὴν κυάμων.
Ἀγοράστης
Τίνος ἕνεκα; ἢ μυσάττῃ τοὺς κυάμους;
Πυθαγόρας
Οὔκ, ἀλλὰ ἱροί εἰσι καὶ θωυμαστὴ αὐτέων ἡ φύσις: πρῶτον μὲν γὰρ τὸ πᾶν γονή εἰσι, καὶ ἢν ἀποδύσῃς κύαμον ἔτι χ;χλωρὸν ἐόντα, ὄψεαι τοῖσιν ἀνδρείοισι μορίοισιν ἐμφερέα τὴν φυήν: ἑψηθέντα δὲ ἢν ἀφῇς ἐς τὴν σεληναίην νυξὶ μεμετρημένῃσιν, αἷμα ποιήσεις. τὸ δὲ μέζον, Ἀθηναίοισι νόμος κυάμοισι τὰς ἀρχὰς αἱρέεσθαι.
Ἀγοραστής
Καλῶς πάντα ἔφης καὶ ἱεροπρεπῶς. ἀλλὰ ἀπόδυθι, καὶ γυμνὸν γάρ σε ἰδεῖν βούλομαι. ὦ Ἡράκλεις, χρυσοῦς αὐτῷ ὁ μηρός ἐστι. θεός, οὐ βροτός τις εἶναι φαίνεται: ὥστε ὠνήσομαι πάντως αὐτόν. πόσου τοῦτον ἀποκηρύττεις;
Ἑρμῆς
Δέκα μνῶν.
Ἀγοραστής
ἔχω τοσούτου λαβών.
Ζεύς
Γράφε τοῦ ὠνησαμένου τοὔνομα καὶ ὅθεν ἐστίν.
Ἑρμῆς
Ἰταλιώτης, ὦ Ζεῦ, δοκεῖ τις εἶναι τῶν ἀμφὶ Κρότωνα καὶ Τάραντα καὶ τὴν ταύτῃ Ἑλλάδα: καίτοι οὐχ εἷς, ἀλλὰ τριακόσιοι σχεδὸν ἐώνηνται κατὰ κοινὸν αὐτόν.
Ζεύς
ἀπαγέτωσαν ἄλλον παράγωμεν.
.
.
.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου