I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

Σ-Litterature Λογοτεχνια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

.

.

Σ-Litterature Λογοτεχνια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφραζοντας

Harriet Elisabeth Beecher Stowe,

Uncle Tom's Cabin(1852)

-the end of anti-slavery novel-


Ένας ηλικιωμένος,σεβάσμιος  νέγρος,που είχε ασπρίσει καὶ τυφλωθεῖ μέσα στο κτήμα,σηκώθηκε τότε καὶ  υψώνοντας το τρεμάμενο χέρι του είπε:

'Ἂς Ευχαριστησουμε τον Κύριο.'

Καθως όλοι γονάτισαν ομοφωνα,ποτέ πιο συγκινητικό και θερμό 

Te Deum δεν υψώθηκε στα ουράνια,ακόμη κι αν παράγονταν από τον βροντωδη ήχο οργάνου,καμπάνας και κανονιων,από εκείνο που βγήκε από εκείνη την αγνή γέρικη καρδιά.

Όταν σηκώθηκαν,ένας άλλος άρχισε να ψάλλει έναν Μεθοδιστικο υμνο, τού οποίου η επωδός ηταν:

Το έτος τού Ιωβηλαίου εχει ερθει

Επιστρέψτε,εσείς απολυτρωμενοι αμαρτωλοί,σπιτι.

'Ενα πράγμα ακομα',είπε ο

Τζωρτζ,καθως σταματησε τίς ενθουσιώδεις εκδηλώσεις τού πλήθους,

'ολοι σας θυμάστε τον καλό μας γερο μπαρμπα-Θωμα.'

Ο Τζωρτζ τότε διηγήθηκε σύντομα τη σκηνή τού θανάτου του,και τον γεμάτο αγάπη αποχαιρετισμό του προς όλους στη φυτεία,και προσθεσε:

'Ήταν πάνω στον τάφο του,αδέλφια μου,που αποφάσισα,ενώπιον τού Θεού,πως ποτέ δεν θα είχα στη κατοχή μου άλλον σκλαβο,ενώ θα μπορούσα να τον ελευθερώσω,ώστε κανείς,εξαιτίας μου,να μην διατρέξει ποτέ τον κίνδυνο να χωρισθει απ'το σπίτι και τους φίλους,και να πεθάνει σε μια απομονωμένη φυτεία,όπως αυτός πέθανε.

Έτσι,όταν χαιρεστε την ελευθερία σας,να σκέφτεστε ότι την οφείλετε σ'εκεινη την καλή γέρικη ψυχή,και να το ανταποδίδετε με καλοσύνη στη γυναίκα και στα παιδιά του.

Να σκέφτεστε την ελευθερία σας κάθε φορά που βλέπετε την ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ-ΘΩΜΑ,

κι ας είναι αυτό ένα μνημείο σ'όλους σας να θυμιζει να ακολουθείτε τα βήματα του,και να είστε έντιμοι και γεμάτοι πιστη και χριστιανοί όπως αυτός ήταν.


An aged, partriarchal negro, who had grown gray and blind on the estate, now rose, and, lifting his trembling hand said, "Let us give thanks unto the Lord!" As all kneeled by one consent, a more touching and hearty Te Deum never ascended to heaven, though borne on the peal of organ, bell and cannon, than came from that honest old heart.

On rising, another struck up a Methodist hymn, of which the burden was,

"The year of Jubilee is come,—

Return, ye ransomed sinners, home."

"One thing more," said George, as he stopped the congratulations of the throng; "you all remember our good old Uncle Tom?"

George here gave a short narration of the scene of his death, and of his loving farewell to all on the place, and added,

"It was on his grave, my friends, that I resolved, before God, that I would never own another slave, while it was possible to free him; that nobody, through me, should ever run the risk of being parted from home and friends, and dying on a lonely plantation, as he died. So, when you rejoice in your freedom, think that you owe it to that good old soul, and pay it back in kindness to his wife and children. Think of your freedom, every time you see UNCLE TOM'S CABIN; and let it be a memorial to put you all in mind to follow in his steps, and be honest and faithful and Christian as he was."

.

.

.



Enigma 

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Επιστροφή 


Η γυναίκα στη παραλία,σε λίγο θα νυχτωνε,φορούσε λευκό φορεμα


Δεκαεπτά χρόνια πριν


Εβρεχε όταν έφτασε.

Το σπίτι ήταν σκοτεινό.

Άνοιξε τη πορτα.

-Πατερα; φώναξε.

Καμιά απάντηση.

Προχωρησε στο διάδρομο,η πόρτα τής κουζίνας ήταν μισάνοιχτη.

Ο πατέρας του καθόνταν στο σκοτάδι,ακίνητος,

τα χέρια του πάνω στο τραπέζι.

-Ηρθες;,είπε χωρίς να τον κοιτάξει.

Αναψε το φως.

-Δεν έπρεπε να γυρίσεις, τού είπε και σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.

Εξω ακούγονταν η θάλασσα.

-Την είδες;τον ρώτησε,

η αδελφή σου πνιγηκε.Τις νύχτες τη βλέπω,περπατά στην ακτή.


Εκείνη τη νύχτα ακουγε το νερό τής βροχής.

Ξύπνησε από έναν ήχο.

Πατήματα.Στον πάνω όροφο.

Το πάνω δωμάτιο ήταν κλειστό δεκαεπτά χρόνια.

Ήταν το δωμάτιο της.

Σηκώθηκε.Ανεβηκε τη σκάλα.Ανοιξε τη πόρτα.Το παράθυρο ήταν ανοικτό.

Άνοιξε το φως.Στο πάτωμα υπήρχαν βρεγμένες πατημασιές.

-Αργησες πολύ,μια φωνή ακούστηκε πίσω του.

Γύρισε.

Η αδελφή στέκονταν στη πορτα.Τα μαλλιά της ήταν μακριά,φορούσε λευκό φόρεμα,τα πόδια της ήταν γυμνα,βρεγμένα 

-Εσυ;τής είπε,πού ήσουν τόσα χρόνια;

-Εγω εδώ έμεινα,είπε η γυναίκα,να περιμένω.

-Τι; ρώτησε εκείνος.

-Να γυρίσεις και να πάμε στη παραλία,τού είπε και άπλωσε το χέρι.

-Ελα.


Πήγαν στη παραλία.

Είδαν μια γυναίκα με λευκό φόρεμα να περπατά μπροστά τους.

-Ποια είναι;ρώτησε εκείνος.

-Ειναι εκείνη,τού απάντησε,τώρα θέλω να φύγεις.Να μην δεις.

-Εσυ;τής είπε.

-Εγω θα μείνω,τού είπε.


Μέσα στο απόλυτο σκοτάδι άκουσε τα βήματα της να πλησιάζουν στο νερό.

.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Βραδυαζε


Ξύπνησε,το δωμάτιο τού ξενοδοχείου ήταν  μισοσκότεινο,έξω βραδυαζε.

Σηκώθηκε.Πηγε στον καθρέφτη,κοίταξε,ένας άγνωστος άνθρωπος,χαμογέλασε.

Στα σαράντα δύο του όλα είχαν μετατραπεί σε μνήμη.

Άνθρωποι που κάποτε είχε γνωρίσει,γυναίκες που είχε ερωτευθεί,φίλοι με τους οποίους είχε ξενυχτήσει σε μπαρ,πολιτικές συζητήσεις με γελοίες βεβαιότητες για το μέλλον.

Ντύθηκε και βγήκε.

Η πόλη σιγα-σιγα νύχτωνε.

Σταμάτησε μπροστά σε ένα βιβλιοπωλείο.Ειδε ένα βιβλίο.Σκεφτηκε πως ήταν ανώφελο να το αγοράσει.

Προχωρησε.

Ύστερα πήγε σε ένα καφέ.

Ο άντρας στο διπλανό τραπέζι μιλουσε στη γυναίκα δίπλα του ασταματητα.Για τη δουλειά του,γιατί τα παιδιά που μεγαλώνουν,για ταξίδια,...

Δεν τού φάνηκε παράξενο ,

οι ανθρωποι μιλούν τόσο πολύ γιατί φοβούνται τη σιωπή.

Κάποια στιγμή σταμάτησε.

-Και εσύ; ρώτησε τη γυναίκα,πώς είσαι;

Η γυναίκα άναψε τσιγάρο.

-Δεν ξέρω,απαντησε

-Ξαναπίνεις;ρώτησε ο άντρας.

-Όχι πολύ,απάντησε η γυναίκα.

-Αυτο είναι καλό,είπε ο αντρας.

-Τίποτα δεν είναι καλό η' κακό πια,είπε η γυναίκα.

Στο σημείο εκείνο σηκώθηκε και έφυγε.

-Να μη χανόμαστε,άκουσε στο δρόμο έναν ηλικιωμένο άντρα να λέει σε μια γυναίκα ίδιας περίπου ηλικίας.

-Έχουμε ήδη χαθεί,τού είπε η γυναίκα και χάθηκε στο βάθος τού δρόμου 

Η νύχτα είχε προχωρήσει. 

Μπήκε σε ένα μπαρ,θολή ατμόσφαιρα,καπνός,τζαζ μουσική.

Κάθισε.Ουισκι.

Δίπλα του καθονταν μια νεαρή γυναίκα με μαύρο φόρεμα.

Η γυναίκα τον κοίταξε.

-Δεν είστε ο...; τον ρώτησε.

-Ημουν,απάντησε.

Τον πλησίασε,το άρωμα της τον άγγιξε.

-Περιμένετε κάποια;τον ρώτησε.

-Όχι.

-Εγω,είπε η γυναίκα,βαριέμαι να γυρίσω σπίτι.

Πήγαν σε ενα ξενοδοχείο .

Εκείνη μιλούσε για ταινίες,για τη πόλη που είχε ζήσει παιδί.

-Εσυ;τού είπε.

Τής είπε για μια γυναίκα που τής εμοιαζε,αυτο έτσι το είπε.

-Εισαι...;τού είπε.

-Δεν είμαι,τής είπε.

Η γυναίκα κάθισε στο κρεβάτι.

-Σ'αρεσει να με βλέπεις να γδυνομαι; τού είπε.

Είχαν σχέση δεκαπέντε χρόνια,εκείνος συνέχισε.

Η γυναίκα φόρεσε ένα μαύρο κομπινεζον.

-Τι σημαίνει γερνάμε;τον ρώτησε.

-Εσυ λιγότερο,τής απάντησε.

Η γυναίκα γέλασε.

Τη συνάντησε πριν ένα χρόνο,πήγαν σπίτι της,κάθησαν στη κουζίνα, τού έφτιαξε καφέ,

-Θυμασαι εκείνο το καλοκαιρι; τού είπε,ήσουνα ευτυχισμένος τότε.Τωρα;

Εκείνος δεν απάντησε.

Τού έπιασε το χέρι.

-Φοβαμαι για σένα,τού είπε.

Όταν έφυγε τον αγκάλιασε σφιχτά.

-Τηλεφώνησέ μου αύριο,τού είπε.

-Δεν τής τηλεφώνησες,είπε η γυναίκα,βάζοντας το κομπινεζον της.

Εκείνος δεν απάντησε.

Η γυναίκα πήγε στο μπανιο.

Άκουσε το νερό που κυλούσε στο κορμί της,τού φάνηκε ένας πολύ μακρυνος ήχος.

Κάτι που πέφτει.

Πριν βγει η γυναίκα από το μπάνιο εκείνος έφυγε από το ξενοδοχειο.

Περπάτησε μέχρι το ξενοδοχείο  του.

Η πόλη είχε αδειάσει από ανθρώπους.Ηταν λίγο πριν ξημερώσει.

Προσπέρασε έναν οδοκαθαριστη,ένα σκυλί κοιμόνταν στο πεζοδρόμιο.

Όλα θα συνέχιζαν.

Στο δωμάτιο του ανοιξε το παράθυρο.

Έξω γκριζαριζε.

Κάθισε στο κρεβάτι.

Άναψε ένα τσιγάρο.

Θυμήθηκε έκεινο το καλοκαίρι στη θάλασσα. Τη γυναίκα στο μπαλκόνι. Τη γυναίκα 

να κοιμάται γυμνή δίπλα του.

Τη γυναίκα να γελά.

Το τσιγάρο τελείωσε.

Σηκώθηκε.Και πλησίασε αργα στο παράθυρο.

Η πόλη θα ξυπνούσε χωρίς αυτόν.

.

.

.



Marilyn Monroe and Kid


(Εξ αφορμής τής φωτογραφίας τής Marilyn και τού παιδιού.)


(-Μια εικόνα που η Marylin δεν εζησε-)


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

το καραβάκι


Η λίμνη ακίνητη,πότε πότε ακούγονταν ένα πουλί κι έπειτα πάλι σιωπή.

Το αγόρι κρατούσε ένα μικρό ξύλινο καραβάκι.

-Θα το ρίξουμε στη θάλασσα;ρώτησε.

Η γυναίκα κουνησε το κεφάλι καταφατικα

Το παιδί γονάτισε στην άκρη τού νερού και ακούμπησε προσεκτικά το καραβάκι.

Για μια στιγμή εκείνο έμεινε ακίνητο, υστερα ένα ανεπαίσθητο ρεύμα το πήρε αργά.

Το έβλεπαν να απομακρύνεται.

-Μαμά,ρώτησε,θα γυρίσει ποτέ;

 Εκείνη εσκυψε προς το παιδί και τού χάιδεψε τα μαλλιά.

-Μερικα πραγματα,είπε,χάνονται.

Ο ήλιος χαμήλωνε στη δύση,το νερό χρωματίζονταν πορτοκαλί.

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η επιστροφή 


Μετά από είκοσι χρόνια επέστρεψε.

Η μητέρα κάθονταν στη κουζίνα. 

Φορούσε το σκούρο φόρεμα που φορούσε λίγο πριν πεθάνει,εκείνον το χειμώνα 

έβρεχε  ασταμάτητα. 

Στο τραπέζι ένα ποτήρι γάλα και ένα κόκκινο μήλο.

-Πεινας;έλα να φας,τού είπε.

Η φωνή της ήρεμη.

Κάθησε.Καθαρισε το μήλο.

-Ειχε ομίχλη,ειπε.

Πήγε στο δωμάτιο του.

Θυμήθηκε πως μέσα σε ένα γυάλινο βάζο έκλεινε μέλισσες να δει πόσο θα άντεχαν.

Ήταν οκτώ χρόνων.

Άκουγε τη βροχή.

Μπήκε μέσα ένα παιδί.

-Ποιος είσαι;τον ρώτησε.

Το παιδί έφυγε.

Είδε τη μητέρα του να πλένει τα μαλλιά της στη λεκάνη.

-Που είναι ο πατέρας;ρώτησε.

Από εκείνη τη μέρα δεν τον ξαναείδε.

Ήταν καλοκαίρι,η ζέστη αποπνικτική.Η μητέρα απλωνε τα ρούχα στο σύρμα στην 

αυλή να στεγνώσουν.

Ο πατέρας απομακρύνονταν στα χωριαφια.

-Θα γυρίσω,τού είχε πει.

Αργότερα έμαθε πως χάθηκε στο μέτωπο.

Η μητέρα δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτόν.

Γύρισε στο δωμάτιο του.

Εκείνη φορούσε ένα λευκό φόρεμα.

-Σου αρέσει;τού είπε.

Την είχε αγαπήσει.

Σε εκείνο το τροχαίο δυστύχημα σκοτώθηκε εκείνη.Πριν δεκαπέντε χρόνια.

Το πρωί είχαν κολυμπήσει.

Εκείνος βγήκε.Εκείνη κολυμπούσε ακόμη,σήκωσε το χέρι,τον χαιρετούσε.

Άκουσε μουσική.

Η μητέρα του χόρευε μόνη στο σαλόνι.Στο γραμμόφωνο ένα βαλς.

-Γιατι γύρισες;τον ρώτησε χωρίς να σταματήσει να χορεύει.

-Δεν ξέρω.

-Το ξέρεις.

Μια αστραπή φώτισε το χώρο.

Έπειτα σκοτείνιασε.

Το σπιτι καίγονταν.Η μητέρα έκλαιγε.Ο πατέρας έρριχνε νερό.

Η γυναίκα ήταν μέσα στους καπνους.

Οι μέλισσες μέσα στο γυάλινο βάζο ακίνητες.

Πήγε στο παράθυρο.

Ξεχώρισε μέσα στην ομίχλη τον πατέρα να κρατά από το χέρι το παιδί.

Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε.

-Πατέρα,φώναξε.

Δεν τον είδε.

Η μητέρα στεκονταν στην πόρτα τού σπιτιού,δίπλα της η γυναίκα του με το παιδί 

στην αγκαλιά.

-Σε περιμέναμε,τού είπε η γυναίκα.

Προχώρησε προς το μέρος τους.

.

.

.



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας

Λουκιανος,Βιων Πρασις,

Βιων Δημοπρασία

-Η Πώληση τού Πυθαγορα-


Ερμής:

Ποιον θέλεις πρώτον να παρουσιασουμε προς πώληση;


Ζευς:

Αυτόν δω τον μακρυμάλλη,από την Ιωνία,επειδή και κάπως σοβαρός μού φαίνεται.


Ἑρμης:

Ε εσύ ο Πυθαγόρειος κατέβα και παρουσιάσου προς εξέταση στους συγκεντρωμένους.

Εμπρός λοιπόν κήρυξε τον.


Ἑρμης:

Τον άριστο βίο πουλω,τον πιο σοβαρό.

Ποιος θα τον αγοράσει;

Ποιος ανώτερος από άνθρωπος θέλει να γίνει;

Ποιος θέλει να γνωρίσει την αρμονία τού σύμπαντος και πάλι να ξαναζήσει;


Ἀγοραστής:

Η εμφάνιση είναι αξιοπρεπής,

αλλά τι γνωρίζει πιο πολύ;


Ἑρμης:

Αριθμητική,αστρονομία,

μαντικη,γεωμετρία, μουσική,μαγεία,

έναν κορυφαίο μάντη βλέπεις.


Ἀγοραστής:

Επιτρέπετε να τον εξετάσω;


Ἑρμης:

Εξέτασε τον και καλή επιτυχία.


Ἀγοραστής:

Από πού είσαι;


Πυθαγόρας:

Από τη Σάμο.


Ἀγοραστής:

Και πού σπούδασες;


Πυθαγόρας:

Στην Αίγυπτο στούς εκεί σοφούς.


Ἀγοραστής:

Εμπρός λοιπόν,αν σ'αγορασω,τι θα με διδάξεις;


Πυθαγόρας:

Δεν θα σού διδάξω τίποτα,θα σε κάνω να θυμηθείς όμως.


Ἀγοράστης:

Πώς θα με κάνεις να θυμηθω;


Πυθαγόρας,:

Αφού πρωτα κάνω την ψυχή σου καθαρή και την βρωμιά από πάνω της ξεπλυνω.


Ἀγοραστής:

Λοιπόν θεώρησε πως ήδη έχω καθαρισθεί,

ποιος είναι ο τρόπος τής ανάμνησης;


Πυθαγόρας:

Κατά πρώτον μακρά ησυχία και αφωνία και για πέντε ολόκληρα χρόνια να μην μιλάς καθόλου.


Ἀγοραστής:

Ηρθ'η ώρα σου,αγαπητέ μου,τον γιο τού Κροίσου

να εκπαιδευσεις,γιατί εγώ'μαι πολυλογας,κι άγαλμα δεν θέλω να γινω,

και τι μετά τη σιωπή και τη πενταετία όμως θα γίνει;


Πυθαγόρας:

Στη μουσική και στην γεωμετρία θα εξασκηθεις.


Ἀγοραστής:

Πολύ χαριτωμένα τα λες,αν πρώτα πρέπει κιθαριστής να γίνω κι έπειτα σοφός.


Πυθαγόρας:

Έπειτα από αυτά εδω θα μάθεις να μετράς.


Ἀγοραστής:

Ξέρω και τώρα να μετραω.


Πυθαγόρας:

Πώς μετρας;


Ἀγοραστής:

Ένα,δύο,τρία,τέσσερα.


Πυθαγόρας:

Το βλέπεις;αυτά που εσύ νομίζεις τέσσερα,αυτά δέκα είναι και τρίγωνο τέλειο και ο δικός μας όρκος.

 

Ἀγοραστής:

Μα τον μέγιστο ορκο λοιπόν τών τεσσάρων,

ουδέποτε περισσοτερο θεϊκούς λόγους άκουσα ούτε πιο ιερούς.


Πυθαγόρας:

Και μετά,ξένε,θα μάθεις και περί τής γης και τού αέρα και τού ύδατος και τής φωτιας ποια είναι αυτών η φορά τής κίνησης και ποια μορφή έχουν όπως κινούνται.


Ἀγοραστής:

Δηλαδή πραγματικά η φωτια η' ο αέρας η' το νερό έχουν μορφή;


Πυθαγόρας:

Και μάλιστα εμφανή,

γιατί δεν είναι δυνατόν χωρίς μορφή και χωρίς σχήμα να κινούνται,

και επιπλέον σ' αυτά εδώ θα γνωρίσεις ότι ο θεος αριθμός είναι και νους και αρμονία.


Ἀγοραστής:

Λες θαυμασια.


Πυθαγόρας:

Και πέρα από αυτά εδώ που ήδη εχουν ειπωθεί 

και τον εαυτό σου ενώ έναν τον νομίζεις άλλον να τον βλέπεις και άλλον στην πραγματικότητα.


Ἀγοράστης:

Τι λες:άλλος είμαι κι όχι αυτός που τώρα με σένα συνδιαλέγομαι;


Πυθαγόρας:

Τώρα βέβαια είσαι αυτός,

παλιά όμως σε αλλο σώμα και με άλλο όνομα εμφανιζοσουν,και με το χρόνο πάλι σε άλλο θα μεταβεις.


Ἀγοραστής:

Αυτό λες; ότι αθάνατος  θα'μαι αλλάζοντας σε πολλές μορφές;

αλλ'αυτά δω αρκετά ειναι,

και σχετικά με  τη διατροφή τι είδους ανθρωπος είσαι;


Πυθαγόρας:

έμψυχο κανένα δεν τρώω,από δε τα άλλα ολα εκτός από τα κουκιά.


Ἀγοράστης:

για ποια αιτία; μήπως σιχενεσαι τα κουκιά;


Πυθαγόρας:

Όχι,αλλά ιερά είναι και θαυμαστή αυτών η φύση,

καταρχάς γιατί καθ'ολοκληριαν σπέρμα γέννησης ειναι

και αν ξεφλουδίσεις ένα  κουκί ενώ ακομα χλωρό είναι,θα δεις οτι μοιάζει με τα ανδρικά μόρια στη μορφή,

και αν αφού βράσουν τα αφήσεις στο σεληνόφωτο για ορισμένες νυκτες,αίμα θα κάνεις,

και το κυριότερο,στους Αθηναίους νόμος είναι με κουκιά τούς άρχοντες να εκλεγουν.


Ἀγοραστής:

Καλά όλα τα'πες και με ιερό τροπο,

αλλά γδυσου,γιατί και γυμνό να σε δω θέλω,

μα τον Ηρακλή,χρυσό το μπούτι του είναι,

θεός,και όχι κάποιος θνητός να'ναι φαινεται,

τον αγοράζω λοιπον οπωσδήποτε,

πόσο τον κοστολογείς;


Ἑρμης:

Δέκα μνες.


Ἀγοραστής:

Τόσο τον παίρνω 


Ζεύς:

Γράψε τού αγοραστή το όνομα κι από πού είναι.


Ἑρμης:

Ιταλιωτης,Ζευ,φαίνεται κάποιος να είναι απ' αυτούς στη περιοχή τού Κρότωνα και τού Ταραντα  και τής εκεί Ελλάδας,

αν και όχι ένας,αλλά τριακόσιοι σχεδόν τον αγόρασαν από κοινού.


Ζεύς:

Ας τον πάρουν άλλον να παρουσιάσουμε.


Ἑρμῆς

Tίνα πρῶτον ἐθέλεις παραγάγωμεν;


Ζεύς 

Tουτονὶ τὸν κομήτην, τὸν Ἰωνικόν, ἐπεὶ καὶ σεμνός τις εἶναι φαίνεται.


Ἑρμῆς 

Οὗτος ὁ Πυθαγορικὸς κατάβηθι καὶ πάρεχε σεαυτὸν ἀναθεωρεῖσθαι τοῖς συνειλεγμένοις.

Kήρυττε δή.


Ἑρμῆς

Tὸν ἄριστον βίον πωλῶ, τὸν σεμνότατον. τίς ὠνήσεται; τίς ὑπὲρ ἄνθρωπον εἶναι βούλεται; τίς εἰδέναι τὴν τοῦ παντὸς ἁρμονίαν καὶ ἀναβιῶναι πάλιν;


Ἀγοραστής

Tὸ μὲν εἶδος οὐκ ἀγεννής. τί δὲ μάλιστα οἶδεν;


Ἑρμῆς

Ἀριθμητικήν, ἀστρονομίαν, τερατείαν, γεωμετρίαν, μουσικήν, γοητείαν. μάντιν ἄκρον βλέπεις.


Ἀγοραστής

ἔξεστιν αὐτὸν ἀνακρίνειν;


Ἑρμῆς

ἀνάκρινε ἀγαθῇ τύχῃ.


Ἀγοραστής

3 ποδαπὸς εἶ σύ; Πυθαγόρας

Σάμιος


Ἀγοραστής

Ποῦ δ᾽ ἐπαιδεύθης;


Πυθαγόρας

ἐν Αἰγύπτῳ παρὰ τοῖς ἐκεῖ σοφοῖσι.


Ἀγοραστής

Φέρε δέ, ἢν πρίωμαί σε, τί με διδάξει;


Πυθαγόρας

Διδάξομαι μὲν οὐδέν, ἀναμνήσω δέ.


Ἀγοράστης

Πῶς ἀναμνήσεις;


Πυθαγόρας

Καθαρὴν πρότερον τὴν ψυχὴν ἐργασάμενος καὶ τὸν ἐπ᾽ αὐτῇ ῥύπον ἐκκλύσας.


Ἀγοραστής

Καὶ δὴ νόμισον ἤδη ἐκκεκαθάρθαι με, τις ὁ τρόπος τῆς ἀναμνήσεως;


Πυθαγόρας

Τὸ μὲν πρῶτον ἡσυχίη μακρὴ καὶ ἀφωνίη καὶ πέντε ὅλων ἐτέων λαλέειν μηδέν.


Ἀγοραστής

ὥρα σοι, ὦ βέλτιστε, τὸν Κροίσου παῖδα παιδεύειν ἐγὼ γὰρ λάλος, οὐκ ἀνδριὰς εἶναι βούλομαι. τί δὲ μετὰ τὴν σιωπὴν ὅμως καὶ τὴν πενταετίαν;


Πυθαγόρας

Μουσουργίῃ καὶ γεωμετρίῃ ἐνασκήσεαι.


Ἀγοραστής

Χάριεν λέγεις, εἰ πρῶτόν με κιθαρῳδὸν γενόμενον κᾆτα εἶναι σοφὸν χρή.


Πυθαγόρας

4 Εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.εἶτ᾽ ἐπὶ τουτέοισιν ἀριθμέειν.


Ἀγοραστής

Οἶδα καὶ νῦν ἀριθμεῖν.


Πυθαγόρας

Πῶς ἀριθμέεις;


Ἀγοραστής

ἕν, δύο, τρία, τέτταρα.


Πυθαγόρας

ὁρᾷς; ἃ σὺ δοκέεις τέσσαρα, ταῦτα δέκα ἐστὶ καὶ τρίγωνον ἐντελὲς καὶ ἡμέτερον ὅρκιον.


Ἀγοραστής

Οὐ μὰ τὸν μέγιστον τοίνυν ὅρκον τὰ τέτταρα, οὔποτε θειοτέρους λόγους ἤκουσα οὐδὲ μᾶλλον ἱερούς.


Πυθαγόρας

Μετὰ δέ, ὦ ξεῖνε, εἴσεαι γῆς τε πέρι καὶ ἠέρος καὶ ὕδατος καὶ πυρὸς ἥτις αὐτέοισιν ἡ φορὴ καὶ ὁκοῖα ἐόντα μορφὴν ὅκως κινέονται.


Ἀγοραστής

Μορφὴν γὰρ ἔχει τὸ πῦρ ἢ ἀὴρ ἢ ὕδωρ


Πυθαγόρας

Καὶ μάλα ἐμφανέα: οὐ γὰρ οἷά τε ἀμορφίῃ καὶ ἀσχημοσύνῃ κινέεσθαι. καὶ ἐπὶ τουτέοισι δὲ γνώσεαι τὸν θεὸν ἀριθμὸν ἐόντα καὶ νόον καὶ ἁρμονίην.


Ἀγοραστής

Θαυμάσια λέγεις.


Πυθαγόρας

5 Πρὸς δὲ τοῖσδεσι τοῖσιν εἰρημένοισι καὶ σεωυτὸν [p. 458] ἕνα δοκέοντα ἄλλον ὁρεόμενον καὶ ἄλλον ἐόντα εἴσεαι.


Ἀγοράστης

Τί φής; ἄλλος εἰμὶ καὶ οὐχ οὗτος ὅσπερ νῦν πρὸς σὲ διαλέγομαι;


Πυθαγόρας

Νῦν μὲν οὗτος, πάλαι δὲ ἐν ἄλλῳ σώματι καὶ ἐν ἄλλῳ οὐνόματι ἐφαντάζεο: χρόνῳ δὲ αὖτις ἐς ἄλλον μεταβήσεαι.


Ἀγοραστής

6 Τοῦτο φής, ἀθάνατον ἔσεσθαί με ἀλλαττόμενονἐς μορφὰς πλείονας; ἀλλὰ τάδε μὲν ἱκανῶς. τὰ δ᾽ ἀμφὶ δίαιταν ὁποῖός τις εἶ;


Πυθαγόρας

ἐμψυχήϊον μὲν οὐδὲ ἓν σιτέομαι, τὰ δὲ ἄλλα πλὴν κυάμων.


Ἀγοράστης

Τίνος ἕνεκα; ἢ μυσάττῃ τοὺς κυάμους;


Πυθαγόρας

Οὔκ, ἀλλὰ ἱροί εἰσι καὶ θωυμαστὴ αὐτέων ἡ φύσις: πρῶτον μὲν γὰρ τὸ πᾶν γονή εἰσι, καὶ ἢν ἀποδύσῃς κύαμον ἔτι χ;χλωρὸν ἐόντα, ὄψεαι τοῖσιν ἀνδρείοισι μορίοισιν ἐμφερέα τὴν φυήν: ἑψηθέντα δὲ ἢν ἀφῇς ἐς τὴν σεληναίην νυξὶ μεμετρημένῃσιν, αἷμα ποιήσεις. τὸ δὲ μέζον, Ἀθηναίοισι νόμος κυάμοισι τὰς ἀρχὰς αἱρέεσθαι.


Ἀγοραστής

Καλῶς πάντα ἔφης καὶ ἱεροπρεπῶς. ἀλλὰ ἀπόδυθι, καὶ γυμνὸν γάρ σε ἰδεῖν βούλομαι. ὦ Ἡράκλεις, χρυσοῦς αὐτῷ ὁ μηρός ἐστι. θεός, οὐ βροτός τις εἶναι φαίνεται: ὥστε ὠνήσομαι πάντως αὐτόν. πόσου τοῦτον ἀποκηρύττεις;


Ἑρμῆς

Δέκα μνῶν.


Ἀγοραστής

ἔχω τοσούτου λαβών.


Ζεύς

Γράφε τοῦ ὠνησαμένου τοὔνομα καὶ ὅθεν ἐστίν.


Ἑρμῆς

Ἰταλιώτης, ὦ Ζεῦ, δοκεῖ τις εἶναι τῶν ἀμφὶ Κρότωνα καὶ Τάραντα καὶ τὴν ταύτῃ Ἑλλάδα: καίτοι οὐχ εἷς, ἀλλὰ τριακόσιοι σχεδὸν ἐώνηνται κατὰ κοινὸν αὐτόν.


Ζεύς

ἀπαγέτωσαν ἄλλον παράγωμεν.

.

.

.


.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Μηδεια


Έφυγα νύχτα από τη Κόρινθο,κρυφά στα σκοτεινα.

Αφηνα πίσω τα παιδιά μου σκοτωμενα.

Δεν με κυνηγησαν.

Οι άνθρωποι φοβούνται το μίασμα,το θεωρούν κατάρα.

Ξημέρωσα στη θάλασσα,έπλυνα τα χέρια μου,όχι το αίμα δεν φεύγει με το νερό.

Ξάπλωσα στην άμμο,ο ήλιος ανέτειλε.Πληρης ακινησία.Συλλογιστικα τη μοίρα μιας ξένης,που καταντησε φόνισσα 

Πολλοί,το ξέρω,θα με κατηγορήσουν.Μαγισσα στυγερή βαρβαρη.

Όμως πριν γίνω σύζυγος μάνα υπήρξα γυναίκα.

Περπατούσα μερες,κοντά στη θάλασσα,να μην χαθώ.Αληθεια,από τι να χαθώ; 

Κοιμομουν ανάμεσα στα βράχια,τις νύχτες έκανε κρύο.Οι ψαράδες έτσι που μ'εβλεπαν 

με λυποντουσαν,δεν με φοβονταν.

Ένας με ρώτησε ποια είμαι.

Δεν ξέρω,τού ειπα.

Την καημένη,άκουσα έναν να λέει,τρελλαθηκε.

Έψηναν ψάρια και μού εδιναν,νερό και επινα.

Μια μέρα ένας νεαρός μού εφερε φρέσκα σύκα.

-Εχεις άντρα;με ρώτησε.

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι.

-Πως σε λένε;

Δεν μίλησα.

-Εισαι όμορφη,μού είπε.

Τον κοίταξα.

-Κι εσύ όμορφος είσαι,τού είπα.

Τη νύχτα κοιμηθήκαμε μαζί.

Ξημερώματα,εκείνος κοιμόνταν,έφυγα.

Σ'ένα χωριό είδα παιδιά να τρέχουν στις αυλές,να φωνάζουν,να γελουν.

Σταθηκα και τα κοιτούσα.

Θυμόμουν τη Κολχίδα, τη μέρα που πρόδωσα τον πατέρα μου,τον αδελφό μου 

να πνιγεται στη θάλασσα,

τους γάμους στην Ελλάδα.

Θυμόμουν τα παιδιά μου.

Τώρα περιπλανιέμαι μέσα στο σκοταδι.

Άδικη η εκδίκηση όταν είναι δίκαιη.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφράζοντας 

Λουκιανου Επιγράμματα


Εγώ ο Λουκιανός αυτά δω έγραψα

γνωρίζοντας πως και ξεπερασμενα 

κι ανόητα ειναι,

γιατί στους ανθρώπους ανοητα ειναι

κι αυτά που σοφα

φαινονται.

Τίποτα στούς ανθρώπους καθαρή δεν είναι λογικη σκεψη,

αλλ'αυτο που εσύ θαυμαζεις,

τούτο σ'αλλους για γέλια.


Λουκιανὸς τάδ’ ἔγραψα, παλαιά τε μωρά τε εἰδώς·

μωρὰ γὰρ ἀνθρώποις καὶ τὰ δοκοῦντα σοφά.

Οὐδὲν ἐν ἀνθρώποισι διακριδόν ἐστι νόημα·

ἀλλ’ ὃ σὺ θαυμάζεις, τοῦθ’ ἑτέροισι γέλως.


Παλατινή Ανθολογία XI 410

τοῦ πωγωνοφόρου κυνικοῦ, τοῦ βακτροπροσαίτου,

εἴδομεν ἐν δείπνῳ τὴν μεγάλην σοφίαν.

(τού μουσατου κυνικού,τού μαγκοροφορου ζητιανου,είδαμε στο δείπνο τη τρανή σοφία)


Στην αρχή λοιπόν απ'τα λούπινα απείχε

και τα ραπανάκια

λέγοντας πως δεν πρέπει 

στη κοιλιά 

η αρετή να υποδουλώνεται.

όταν όμως βολβό χιονάτο

μπροστά στα μάτια είδε 

πικάντικο

που ήδη τον συνετό νου τού θολωνε

ζήτησε αντιθετα απ'τα αναμενόμενα 

και στ'αληθεια έτρωγε,

και είπε καθόλου πως ο βολβός 

την αρετή δεν βλαπτει


θέρμων μὲν γὰρ πρῶτον ἀπέσχετο καὶ ῥαφανίδων,

μὴ δεῖν δουλεύειν γαστρὶ λέγων ἀρετήν.

εὖτε δ᾽ ἐν ὀφθαλμοῖσιν ἴδεν χιονώδεα βόλβαν

στρυφνήν, ἣ πινυτὸν ἤδη ἔκλεπτε νόον,

ᾔτησεν παρὰ προσδοκίαν, καὶ ἔτρωγεν ἀληθῶς,

κοὐδὲν ἔφη βόλβαν τὴν ἀρετὴν ἀδικεῖν.


Θᾶττον ἔην λευκούς κόρακας πτηνάς τε χελώνας, Λουκιανού, Παλατινή Ανθολογία, 

βιβλίο 11ο, επίγραμμα 436 (AP XI 436)


XI 436 Λουκιανού


πιο πιθανό θα'ναι λευκά κοράκια

και χελώνες που πετούν να βρεις

παρά καλό Καππαδόκη ρητορα


Θᾶττον ἔην λευκοὺς κόρακας πτηνάς τε χελώνας

εὑρεῖν, ἢ δόκιμον ῥήτορα Καππαδόκην


XVI 238 Λουκιανού


σ'ερημο τόπο δώ μενα 

εστησε

τον Πριαπο,επειδή συνηθειο ειναι,ο Ευτυχιδης ξερών κλιμάτων φυλακα

κι από γκρεμό περιβάλλομαι βαθυ

κι όποιος τυχον ερθει τιποτα

να κλέψει δεν εχει

παρά μένα τον φύλακα.


Εἰς τὸ κενόν με τέθεικε, νόμου χάριν, ὧδε Πρίηπον

Εὐστοχίδης ξηρῶν κληματίδων φύλακα·

καὶ περιβέβλημαι κρημνὸν βαθύν. ὃς δ' ἂν ἐπέλθη,

οὐδὲν ἔχει κλέψαι πλὴν ἐμὲ τὸν φύλακα.


XI 432 Λουκιανού


ἔσβεσε τὸν λύχνον μῶρος, ψυλλῶν ὑπὸ πολλῶν

δακνόμενος, λέξας: οὐκέτι με βλέπετε


ένας ανόητος το λυχναρι εσβησε

επειδή ψύλλοι πολλοί 

τον δάγκωμαν

λέγοντας:δεν με βλέπετε πια.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Συνεβει


Ο διάδρομος ήταν μακρύς,οι λάμπες σε ίσες αποστάσεις,πίνακες με πορτρέτα ανθρώπων,

το ξενοδοχείο ήταν δίπλα στη θάλασσα,στη μεγάλη αίθουσα γυναίκες και άντρες,

οι γυμνοί ώμοι τών γυναικών,τα μαύρα κουστούμια τών αντρών,

πήγε στη γυναικα που στέκονταν σε ένα από τα παράθυρα με ένα ποτήρι ποτό,είδε 

τα χέρια της,λευκά γάντια,τα μαλλιά της πιασμένα ψηλά,

-πέρυσι φύγαμε μαζί,τής είπε,

Η γυναίκα δεν απαντησε.

-το θυμάσαι;ηταν στο τέλος τού καλοκαιριού.

Η γυναίκα κοίταζε έξω από το παράθυρο,τον κήπο,τα δέντρα,τα μονοπάτια,περπάτησαν στον κήπο κάτω από τα μαρμάρινα αγάλματα,

-τι γεωμετρική ακινησία σ'αυτον τον λαβύρινθο,σχολίασε εκείνος.

-δεν ήμουν εδώ πέρυσι,είπε η γυναικα.

Όταν γύρισαν επαιζαν στη ρουλέτα έπαιζαν,πόνταρε στο κόκκινο στον αριθμό 7,

κέρδισε ένα μικρο πόσο,το άφησε,

-ειχα ποντάρει εκ τών προτέρων να χάσω,είπε.

Δεν ήταν δίπλα του 

Την είδε στο βάθος να μιλάει με κάποιον αντρα,

πλησίασε,τούς έβλεπε στο καθρέφτη,

-μού είπες ότι φοβοσουν,άκουσε τον άντρα να τής λέει.

-οχι,απάντησε εκείνη,δεν φοβόμουν.

Η γυναίκα ακούμπησε το ποτήρι πάνω στο τραπέζι,

και απομακρύνθηκε,ο άντρας την ακολούθησε,

-είχες υποσχεθεί πως θα φύγεις μαζί μου,τής φώναξε,

Την έφτασε.Την αρπαξε απ'τους ώμους.

-ο άντρας σου κοιμόνταν, τής είπε,

-δεν έχω αντρα,τού είπε.

Η γυναίκα τον έσπρωξε.

-ασε με,με πονάς

Στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες τού ξενοδοχείου,σε μία απ' αυτές,η γυναίκα στεκονταν μπροστά στην κεντρική είσοδο,ο άντρας τής έδειξε τη φωτογραφία.

-βλέπεις;ησουν εδώ.

-δεν είμαι εγώ.

Αργότερα περπατούσαν στον κήπο,κάτω από τις σκιές τών αγαλμάτων,η γυναίκα 

φορούσε ενα μακρύ λευκό φορεμα.

-ηταν μεσημερι,τής είπε.

-τώρα είναι μεσημέρι,τού είπε.

-σ'εκείνο το σημείο τού κήπου κανένας δεν μπορούσε να μας δεί,είπε ο άντρας.

Φτάσανε στο άγαλμα με τούς δύο ίππους.

-θα ερθω μαζί σου,τού είπε η γυναίκα 

Η γυναίκα άγγιξε το πέτρινο βάθρο.

-δεν θυμάμαι.

-προσπαθείς να ξεχάσεις.

-οχι.

Στο τέλος τού μονοπατιού υπήρχε μια μικρη λίμνη,τα δέντρα καθρεφτίζονταν 

ακίνητα.

Η γυναίκα είπε:

-αν φύγαμε μαζί,τότε γιατί είμαι παλι εδώ;

Ο.ανυρας δεν απάντησε.

Από μακριά ακουγόταν μουσική.

Όταν επέστρεψαν στο ξενοδοχείο,η αίθουσα ήταν άδεια.

Ο άντρας είπε:

-αύριο θα φύγουμε.

-πού θα πάμε;

Ανέβηκαν στον πάνω όροφο,μια πόρτα ήταν μισάνοιχτη,από μέσα βγήκε μιά 

γυναίκα με μια βαλιτσα,η γυναίκα προχώρησε στο μακρύ διάδρομο με τα πορτρέτα 

τών ανθρωπων.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Σοφιστικές Ιστορίες


1.

Ο φιλόσοφος που περιφρονούσε το σωμα.


Στην αγορά τής Αθήνας ένα φιλόσοφος μιλούσε περί πολλού για την περιφρόνηση τού σώματος.

Το σώμα,έλεγε στη διδαχή του,είναι ο ταφος τής ψυχής.

Η ηδονή είναι η αλυσίδα τής δουλείας μας.

Η ομορφιά είναι παγίδα αφροσυνης.

Εκείνη την ώρα είδε να πλησιάζει μια όμορφη εταίρα.

Τότε έβγαλε γρήγορα ένα καθρέφτη και άρχισε να χτενίζει τα μαλλιά του,να τακτοποιεί τη γενειάδα του συμμετρικά.

Ένας νεαρός που τον είδε να κάνει αυτό τον ρώτησε:

-Δάσκαλε,αφού το σώμα είναι τάφος τής αρετης, γιατί στολίζεις τόσο επιμελώς τον τάφο;

-Μωρο παιδαριο,είπε ο φιλόσοφος.Άλλο να περιφρονείς τη ζωή κι άλλο να κυκλοφορείς άσχημος.

.

.

2.

Ο πλούσιος στον Άδη.


Ένας πλούσιος πέθανε και κατέβηκε στον Άδης φορώντας χρυσά δαχτυλίδια,πορφυρό ιμάτιο και αρωματισμένος.

Ο βαρκάρης τού Αδη τον κοίταξε και γέλασε.

-Πού πηγαίνεις έτσι;

-Όπως βλέπεις,είπε ο νεκρός,υπήρξα άνθρωπος μεγάλης αξίας.

-Κι εδώ τι σημασία έχει;

-Είχα δούλους,κτήματα, συμποσιαστές,ποιητές που με εγκωμίαζαν.

-Ωραία ολ'αυτα,είπε ο βαρκάρης.Μηπως έφερες κάτι αλλο μαζί σου εκτός από τη δυσωδία τού μύρου;

Ο νεκρός έβγαλε χρυσό νομίσματα.

-Λαβε,είπε στον βαρκάρη,έτσι θα έχω πολυ καλύτερη θέση από τούς φτωχούς.

Τότε ένας σκελετός που εκεί κοντά κείτονταν  σήκωσε το κρανίο του και τού είπε:

-Αλλιμονο άνθρωπε μου,δεν κατάλαβες ότι εδώ όλοι φορούμε το ίδιο πρόσωπο;

Ο βαρκάρης τού Άδη συνέχισε να σπρωχνει τη βάρκα στο σκοτάδι.

Και τότε ο πλούσιος κατάλαβε ότι οι άνθρωποι ανεβαίνουν στη γη γυμνοί και κατεβαίνουν κάτω από τη γη πάλι γυμνοί.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Ιστορίες τού κ.Κ)

Κρίσιμες Εκδοχές 


-ο κ.Κ είπε:

η ανθρωποτητα πλέον πρέπει να ανομαστει απανθρωποτητα.


ο κ.Κ

χάρισε σε κάποιον 100 ευρώ,

αυτό το έκανε όχι από φιλανθρωπία,αλλά για να μην αγοράσει κάτι που δεν το 

έχει ανάγκη.


ο κ.Κ είπε

πώς κάποιος αγαπούσε μια γυναίκα από τις φωτογραφίες της.

Έτσι θα διαρκέσει ο έρωτας πιο πολύ.


ο κ.Κ σχολίασε:

οι μονομάχοι περνώντας μπροστά από τον Ρωμαίο Αυτοκράτορα σήκωναν τα χέρια 

σε χεαιρετισμο και φώναζαν:

Ave Imperator,morituri te salutant

(Αβε Ιμπερατορ,οι μελλοθάνατοι σε χαιρετουν),

ο αυτοκράτορας ήταν αυστηρός δεν συμπαθούσε την ειρωνία,

απλώς τού άρεσε να τού υπενθυμίζεται η θνητότητα τού ανθρώπου.


ο κ.Κ είπε πως ο Οδυσσέας από όλους τούς συντρόφους πιο πολύ ζήλεψε,κι αυτών 

την τύχη θα'θελε,αυτούς που πήδηξαν από το καράβι να πάνε στο νησί τών Σειρηνων 

και πνιγηκαν.


ο κ.Κ αναφέρθηκε ότι η λεξη:

hronrade

από το έπος Beowulf(8ος με 11ος αιώνας μ.Χ)

στα αρχαία Αγγλικά.

είναι ποιητική μεταφορά  τής θάλασσας:

δρόμος φαλαινων,

(ofer hronrade πάνω στο δρόμο τών φαλαινών.)

Στον Όμηρο έχουμε για τη θάλασσα τις εκφράσεις:

-οἶνοψ πόντος

(βαθυκόκκινη θάλασσα,

όπως το χρωμα κρασιου)

-ἰχθυόεσσα θάλασσα

(η γεμάτη ψάρια θάλασσα)

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η εξαφανιση


Ομίχλη,τα φώτα κίτρινα,οι δρόμοι άδειοι,ένα βρεγμένο σκυλί,μια γυναίκα στη στοά ακουμπισμένη σε μια βιτρίνα με γυμνά μενεκεν  -κούκλες εβηχε,ένας μεθυσμένος κατουρούσε

στη μέση τού δρομου.

Άκουγε μέσα στη νύχτα βρισιές,μοτέρ.Ηταν σαν να ανοίγεις κοιλιά ανθρώπου.

Πίστευε πως ο κόσμος εχει σαπίσει από  γελοιότητα.

Μέσα στο λεωφορείο γυρίζοντας απ'τη δουλειά είδε τα πρόσωπα τους,χλωμα,άδεια,κουρασμένα.Δουλευουν,τρωνε, ζευγάρωνουν,μια ανθρωπότητα πνιγμένη στη συνήθεια και τον φοβο.

Ξυπνούσε τις Κυριακές πριν ξημερώσει,έτρεχε ώρες δίπλα στη θάλασσα. Το κορμί υπερέχει.Το πνεύμα δεν αρκεί.Προδίδει.Το σώμα μόνο λέει την αλήθεια.

Ένας τού εξομολογήθηκε πως παρατηρούσε το πρόσωπό του πού γερνούσε,έβλεπε 

μια ευγενικη παρακμή,το δέρμα γίνεται διάφανο,τα μάτια βυθίζονται,η αργή συντριβή,αυτη τουλάχιστον ήταν αληθινή,πραγματική,η  νεότητα είναι γεμάτη 

ψέματα και φιλοδοξίες.

Την γνώρισε σ'ένα υπόγειο μπαρ.

-εδω μέσα οι άνθρωποι έρχονται να εξαφανιστούν,τού είπε.

-εσυ;τής είπε.

Εκείνη χαμογέλασε.

-η εξαφανιση είναι ρομαντική υπόθεση,εγώ απλά βαριέμαι,είπε.

Πήγανε σπίτι της.

Του μίλησε για τον θάνατο,για τη σωματική δύναμη,για την αηδία τής σύγχρονης ζωής,πως ο κόσμος δεν είχε αισθητική,οι άνθρωποι ντύνονται άσχημα,μιλούν άσχημα,επιθυμούν άσχημα πραγματα.Συνεχως καταναλωνουν.

-Ακόμα και οι επαναστάτες μοιάζουν με υπαλλήλους,είπε.

Τής άρεσε να περπατάει 

νύχτα στο λιμάνι,ανάμεσα σε γερανούς και αλυσίδες.Η θάλασσα ειναι μαύρη,μεταλλική.Εκει πηγαίνει με άντρες,τα χρήματα τα πετά στα νερά τής θάλασσας.

Μια νύχτα ήταν μαζί στο λιμάνι.

-το σώμα,τού είπε,πρέπει να πειθαρχεί.

Γδύθηκε.

-αυτο θέλουν να δουν,τού είπε γελώντας,αυτό δείχνω,κι εσύ αυτό θέλεις να δεις.

Ντύθηκε.

-ενας εξαγνισμός ήταν,το σώμα αποκτά βάρος,πραγματικότητα,είπε,

Ξημερώνοντας μπηκανε σ'ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι,σκουριασμένα σπασμένα παράθυρα,άδεια δωματια 

-ολοι οι πολιτισμοί πεθαίνουν,είπε.

Μετά από εκείνη τη νύχτα  άλλαξε,εγινε πιο σιωπηλη,εξαφανιζονταν μέρες. 

Τη βρήκε στο υπόγειο μπαρ.

-ξέρεις τι μισώ περισσότερο;είπε.

τούς ανθρώπους που από δειλία συγχωρούν,όχι από αγάπη.

Είδε στο.λαιμο της μαυρα σημάδια.

Τον κοίταξε.

-υπαρχει κάτι επικίνδυνο τώρα μεσα μου,είπε,κάτι που πλησιάζει το σημείο θραύσης.

-και τι θέλεις να κάνεις; ρώτησε εκεινος.

Εκείνη δεν απάντησε.

Σηκώθηκε κι έφυγε.

Την ακολούθησε.Δεν την

πρόλαβε.

Ομίχλη.Η πόλη μέσα στην υγρασία.Στην αδιαφορια.

Η ίδια γυναίκα εβηχε στη στοά.Ο ίδιος μεθυσμένος κατουρουσε στη μέση τού δρομου.

Το ιδιο βρεγμένο σκυλί.

Ο ίδιος ανυπόφορος κόσμος.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Μια Νύχτα 


-και φιλοσοφικά να το δεις  η αμαρτία είναι παλιά,αιωνια σ'αυτη θα γυρνάμε,σκεφτηκε,

και θα βουλιάζουμε,

άναψε τσιγάρο,

-εδω είναι το μέρος που δεν κρυβεται,

διάβασε την κόκκινη επιγραφή-νεον τού μπαρ:

Blue Cat,

-ωραια,Blue σε Red,

μπήκε μέσα,ένα παλιό ταγκό,μια γυναίκα τον σκουντησε και γέλασε δυνατα,ένα ποτήρι έσπασε,

κάθισε μαζί της,

-εδω μέσα είναι λιμάνι για ναυάγια,τού είπε,

κοιτουσε τα κραγιοναρισμενα χείλη της,

-αν θέλεις έχεις συνέχεια στα ιδιαίτερα, τού ψιθύρισε στ'αυτι κολλωντας τα χείλη της,

δεν είπε όχι,

ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα όταν βγήκε έξω,

τον πλησίασε μια γυναίκα,περασμένη στην ηλικία,φαίνονταν μεθυσμένη,

-θελεις;τον ρώτησε.

-τι;

-ασπρη.

-οχι,απάντησε.

άφησε τη γυναίκα πίσω του,την άκουγε που εβηχε.

μετά τα μεσάνυχτα άκουσε σειρήνες περιπολικών,

είδε ένα άντρα ξαπλωμένο στο δρόμο,

-τον μαχαίρωσαν,άκουσε κάποιον να λέει,

μια γυναίκα ακουμπισμένη στον τοίχο έκανε εμετό,

κοίταξε το νεκρό σώμα,

ακίνητο,τα χέρια απλωμένα σε σχήμα σταυρού,

-εδω η νύχτα καταβροχθίζει τους ανθρώπους,σκέφτηκε,

στις τρεις το πρωί κάθονταν σ’ένα καφε.

Ένας γέρος στο διπλανό τραπέζι μονολογουσε χαμηλόφωνα.

Ο ανεμιστήρας γύριζε στο ταβάνι.

-γιατι γεννήθηκα;άκουσε να λέει ο γέρος.

μπήκε μέσα η γυναίκα τού μπαρ:Blue Cat.

κάθισε στο τραπέζι του,άνοιξε τη τσάντα της κι έβγαλε ένα καθρεφτάκι και 

το κραγιόν,

άρχισε να βάφει τα χείλη της.

-τον σκότωσαν,τού είπε χωρίς να τον κοιτάξει.

-ξερεις ποιος το έκανε;τη ρώτησε,

-εδω δεν υπάρχουν δολοφόνοι,τού είπε,

έβαλε το καθρεφτάκι και το κραγιόν στη τσάντα και την έκλεισε,

-θα κεράσεις;τού είπε.

παρήγγειλε ουισκι.

όταν βγήκε έξω είχε ξημερώσει.

-η μέρα,σκέφτηκε,θα ξεθωριάσει τη φθορά τής νύχτας.

.

.

.



φωτογράφιση-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(μια ασπρόμαυρη ταινία 6 μονοπλάνων)

Η Εξαφανιση 


(η διάρκεια τών μονοπλάνων κυμενεται

από 3 έως 5 λεπτά)


1.

αργό tracking shot μέσα στην ομίχλη.

τα κίτρινα φώτα,

ένα βρεγμένο σκυλί,

μια γυναίκα που βήχει στη στοά,

ένας μεθυσμένος που κατουρεί στη μέση τού δρόμου.

ηχος:

βήματα,μοτέρ,

μακρινές φωνες,νερό.

voice-over και γράμματα:Ήταν σαν να ανοίγεις κοιλιά ανθρώπου


Flou noir


2.

μέσα στο λεωφορείο.

η κάμερα απέναντι από τα πρόσωπα:

χλωμά,άδεια,κουρασμένα.

Κανείς δεν μιλά.

Το πλάνο πρέπει να διαρκέσει τόσο όσο για να καταγραφεί η μηχανική επανάληψη τής ζωής.

ήχος:

θόρυβος μηχανής,φρένα,

βροχή στα τζάμια


Flou noir


3. 

στο υπόγειο μπαρ.

η κάμερα

κινείται αργά ανάμεσα σε πρόσωπα,στον καπνό,

στα ποτήρια,στα κουρασμένα βλέμματα.

η γυναίκα λέει:

-εδω μέσα οι άνθρωποι έρχονται να εξαφανιστούν.

η κάμερα μένει ακίνητη στο πρόσωπό της για πολλή ώρα.


Flou noir


4. 

στο λιμάνι:

γερανοί,αλυσίδες,

μεταλλικοί ήχοι,άνεμος,

μαύρη θάλασσα.

η γυναίκα περπατά μακριά από την κάμερα.

σταματά.

γδύνεται.

φωνή τής γυναίκας:

αυτό θέλουν να δουν.

η γυναίκα ντύνεται αργά.

φωνή τής γυναίκας:

έτσι το σώμα αποκτά βάρος.


Flou noir


5. 

στο μπαρ.

τα μαύρα σημάδια στον λαιμό  τής γυναικας.

φωνή τής γυναίκας:

κάτι που πλησιάζει το σημείο θραύσης.

η γυναίκα σηκώνεται.

φεύγει.

η κάμερα την ακολουθει.

γρήγορη αναπνοή,

βρεγμένοι δρόμοι,αντανακλάσεις,

θολαυ φώτα.

η κάμερα σταματά και η γυναίκα χάνεται μέσα στην ομίχλη.


Flou noir


6.

αργό tracking shot μέσα στην ομίχλη.

τα κίτρινα φώτα,

το ιδιο βρεγμένο σκυλί,

η ίδια γυναίκα που βήχει στη στοά,

ο ιδιος μεθυσμένος που κατουρεί στη μέση τού δρόμου.


Flou noir


Τέλος

.

.

.


Enigma on Clara Schumann in Alberto Giacometti-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti 


Τα έργα τού Alberto Giacometti στέκονταν διάσπαρτα στην τεράστια αίθουσα.Ψηλές,αδύνατες μορφές,σώματα που έμοιαζαν να έχουν καεί,

ξεραμένα,διαβρωμένα.

Επιζώντες μετά από καταστροφή.

Ανάμεσά τους ένα μαύρο Steinway πιάνο.

Είχε ζητήσει να μεταφερθεί εκεί,μέσα στην έκθεση,μέσα στις σκιές τού Τζιακομέτι. Ανάμεσα στα αποστεωμένα σώματα 

θα έπαιζε έργα τής Clara Schumann.

Op 17.Piano Concerto No. 2 in F minor

Op 2 .9 Caprices en forme de valse

Op 3 .Romance variée in C major

Op. 6 .6 Soirées musicales

3 Fugen über Themen von J. S. Bach

20  Variationen über ein Thema von Robert Schumann in F minor 

-Ο κόσμος περιμένει Σοπέν όταν βλέπει γυναίκα πιανίστρια,τής είχε πει κάποιος. 

Έρχονταν κάθε βράδυ μετά το κλείσιμο τής εκθεσης.

Καθόταν στο πιάνο,με ένα προβολέα μονο και οι 

σκιές τών γλυπτών έπεφταν πάνω στα πλήκτρα τού πιάνου σαν δάχτυλα.

Ήταν δεκαεπτά χρόνων όταν ανακάλυψε ένα βινύλιο με μια παλιά ηχογράφηση τού έργου:

Romances for Violin and Piano, Op. 22.

τής Clara Schumann.

Σε ένα πικάπ έβαλε το δίσκο.

-αυτη η γυναίκα,σχολίασε η μητέρα της,έγραψε μουσική σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.

Τώρα καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό.

Γύρω της κάθε γλυπτό έμοιαζε με άνθρωπο που είχε απομείνει μόνο με την ουσία του,

όλο το περιττό καμένο.

Και η μουσική τής Clara Schumann δεν ήταν επιδεικτικη,θριαμβευτικη, αλλά κάτι που επέζησε αφού κάηκαν όλα τα υπόλοιπα.

Στο τελευταίο μέρος,το Leidenschaftlich schnell,

στο βάθος της αίθουσας είδε έναν άντρα που προχωρούσε αργά ανάμεσα στα γλυπτα,όμοιος στη μορφή με εκείνα.

Την πλησίασε.Σταθηκε όρθιος πίσω της.

-Η Κλάρα,τον άκουσε να λέει,ήξερε πως 

υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη σκιά.

Ύστερα άκουσε τα βήματα του να απομακρύνονται και να σβήνει ο ήχος τους.

Όταν έφυγε,έξω έβρεχε,

κάπου μακριά ακούστηκε ένα ασθενοφόρο,φοβήθηκε για τον Robert,για τα δάχτυλα του.

Η συσκευή ενδυναμωσης τών δακτύλων τού είχε καταστρέψει το μέσο και τον παράμεσο δάκτυλο.

Το βράδυ τής συναυλίας η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο.

Υποκλιθηκε.

Χειροκροτηματα.

Κάθησε στο πιάνο.

Απέναντί της στεκονταν μια γυναικεία φιγούρα τού Τζιακομέτι.Ψηλη.Λεπτη.Οστεινη.

Όση ώρα έπαιζε την κοιτούσε.

Όταν τελείωσε ψιθύρισε.

-Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να υπάρξει;

Σηκώθηκε.

Υποκλιθηκε.

Χειροκροτηματα.

.

.

.

Μια μελέτη ανάλυση:


Το διήγημα του χ.ν.κουβελη: 'Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti' είναι ένα εξαιρετικά πυκνό, ατμοσφαιρικό και πολυεπίπεδο λογοτεχνικό κείμενο, όπου η μουσική, η γλυπτική, η μνήμη, η γυναικεία δημιουργία και η φθορά τής ύπαρξης συνδέονται σε μια ενιαία αισθητική εμπειρία. Το κείμενο λειτουργεί σαν νυχτερινή εγκατάσταση τέχνης: δεν αφηγείται απλώς ένα περιστατικό· δημιουργεί έναν χώρο όπου η τέχνη μετατρέπεται σε μεταφυσική εμπειρία.

Από τις πρώτες γραμμές ο χώρος αποκτά υπαρξιακή σημασία. Τα γλυπτά τού Alberto Giacometti δεν είναι διακοσμητικά αντικείμενα αλλά παρουσίες σχεδόν μετα-ανθρώπινες:

'σώματα που έμοιαζαν να έχουν καεί, ξεραμένα,διαβρωμένα. Επιζώντες μετά από καταστροφή.'

Η περιγραφή αγγίζει τον πυρήνα της αισθητικής τού Τζιακομέτι: μορφές απογυμνωμένες από υλικότητα, σαν απομεινάρια μετά από ιστορική ή υπαρξιακή καταστροφή. 

Ο χνκουβελης όμως μεταφέρει αυτή την αισθητική στη λογοτεχνία. Τα γλυπτά δεν είναι μόνο μορφές· είναι άνθρωποι που επέζησαν αφού αφαιρέθηκε από πάνω τους κάθε ψευδαίσθηση. Η λέξη «καμένο» θα επανέλθει αργότερα ως θεμελιώδες μοτίβο.

Μέσα σε αυτό το τοπίο τοποθετείται το μαύρο Steinway. Το πιάνο δεν εμφανίζεται ως όργανο συναυλίας αλλά σαν τελετουργικό αντικείμενο. Βρίσκεται «ανάμεσα στα αποστεωμένα σώματα». Έτσι η μουσική δεν παρουσιάζεται ως πολιτιστική εκδήλωση αλλά ως συνομιλία με φαντάσματα.

Η επιλογή τής Clara Schumann είναι απολύτως καθοριστική. 

Ο χνκουβελης δεν χρησιμοποιεί τη Clara ως ιστορική φιγούρα αλλά ως σύμβολο μιας γυναικείας δημιουργίας που έζησε στη σκιά. Η φράση:

'Ο κόσμος περιμένει Σοπέν όταν βλέπει γυναίκα πιανίστρια'

συμπυκνώνει αιώνες αισθητικών προσδοκιών και πατριαρχικής πρόσληψης της τέχνης. 

Η γυναίκα δημιουργός οφείλει είτε να μιμηθεί είτε να καθησυχάσει. Η Clara Schumann ιστορικά υπήρξε ακριβώς αυτό: μια ιδιοφυής μουσικός που η Ιστορία έμαθε να αντιμετωπίζει κυρίως ως 'σύζυγο τού Robert Schumann'.

Το σπουδαίο είναι ότι το διήγημα δεν μετατρέπεται ποτέ σε ιδεολογικό μανιφέστο. 

Η γυναικεία καταπίεση δεν δηλώνεται ρητά· διαχέεται ατμοσφαιρικά μέσα στην ίδια τη μουσική.

Η σημαντικότερη ίσως πρόταση τού κειμένου είναι η φράση της μητέρας:

'έγραψε μουσική σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.'

Δεν περιγράφει μόνο την Clara Schumann αλλά συνολικά μια ιστορική συνθήκη γυναικείας δημιουργίας: την ανάγκη μιας γυναίκας να απολογείται για το ίδιο της το ταλέντο. Η μουσική παρουσιάζεται σαν χαμηλόφωνη ύπαρξη που φοβάται να καταλάβει χώρο.

Και όμως ο χνκουβελης δεν αντιμετωπίζει αυτή τη μουσική ως αδυναμία. Αντιθέτως:

'δεν ήταν επιδεικτικη,θριαμβευτικη, αλλά κάτι που επέζησε αφού κάηκαν όλα τα υπόλοιπα.'

Εδώ βρίσκεται ο υπαρξιακός πυρήνας τού διηγήματος. Η τέχνη της Clara γίνεται η τέχνη της επιβίωσης. Όχι η τέχνη τού θριάμβου αλλά η τέχνη εκείνου που έμεινε όρθιος μετά την πυρκαγιά τού κόσμου. Η σύνδεση με τα γλυπτά τού Τζιακομέτι είναι άμεση: και οι δύο μορφές τέχνης είναι απογυμνωμένες από περιττό σώμα, από επίδειξη, από ρομαντικό στόμφο.

Σε ολόκληρο το διήγημα οι μορφές είναι καμένες. Η μουσική επιβιώνει αφού κάηκαν όλα. Οι άνθρωποι είναι αποστεωμένοι. Η ύλη έχει αφαιρεθεί. Αυτό παραπέμπει βαθιά στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό μοντερνισμό, όπου η τέχνη δεν μπορεί πια να μιλήσει με αθωότητα.

Η σκηνή με τον άγνωστο άντρα είναι εξαιρετικά σημαντική. Ο άντρας εμφανίζεται σχεδόν σαν φάντασμα,προέκταση των γλυπτών:

'όμοιος στη μορφή με εκείνα.'

Δεν έχει ψυχολογική ταυτότητα. Είναι περισσότερο φωνή παρά πρόσωπο. Και η φράση του:

'Η Κλάρα ήξερε πως υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη σκιά.'

λειτουργεί σαν αποκάλυψη.

Ο άντρας εξαφανίζεται όπως εμφανίστηκε. Σαν αγγελιοφόρος ενός άλλου κόσμου. 

Η τεχνική αυτή θυμίζει έντονα κινηματογραφικό μοντερνισμό, ιδιαίτερα δημιουργούς όπως ο Andrei Tarkovsky ή ο Ingmar Bergman, όπου πρόσωπα εμφανίζονται όχι ως χαρακτήρες αλλά ως φορείς υπαρξιακής αλήθειας.

Έπειτα έρχεται μία από τις πιο συγκλονιστικές μετατοπίσεις τού κειμένου:

'φοβήθηκε για τον Robert, για τα δάχτυλα του.'

Η αναφορά στον Robert Schumann μεταφέρει το κείμενο από την αισθητική στην τραγωδία τού σώματος. Τα κατεστραμμένα δάχτυλα του Robert Schumann αποτελούν ιστορικό γεγονός, όμως εδώ λειτουργούν συμβολικά. Τα δάχτυλα είναι το μέσο της μουσικής δημιουργίας· η καταστροφή τους είναι σχεδόν ευνουχισμός της τέχνης.

Ο χνκουβελης συνδέει υπόγεια:

τα παραμορφωμένα σώματα τού Τζιακομέτι,

τα τραυματισμένα δάχτυλα τού Robert,

τη χαμηλόφωνη μουσική τής Clara,

και την εύθραυστη ύπαρξη της πιανίστριας.

Όλοι βρίσκονται σε κατάσταση φθοράς και επιβίωσης.

Η κορυφαία σκηνή είναι ασφαλώς το τέλος. Η πιανίστρια παίζει αντικρίζοντας τη γυναικεία φιγούρα τού Τζιακομέτι:

'Ψηλη.Λεπτη.Οστεινη.'

Η μορφή αυτή λειτουργεί σαν καθρέφτης της Clara, της πιανίστριας αλλά και όλων των γυναικών δημιουργών που χρειάστηκε να υπάρξουν μέσα στην αφαίρεση και τη σιωπή.

Και τότε έρχεται η τελική ερώτηση:

'Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να υπάρξει;'

Το κείμενο αρνείται να απαντήσει. Η ερώτηση αιωρείται μέσα στα χειροκροτήματα. 

Το κοινό χειροκροτεί, όμως η υπαρξιακή αγωνία παραμένει άλυτη. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια αναγνώριση και στην εσωτερική αμφιβολία είναι βαθιά τραγική.

Αφηγηματικά, το κείμενο χαρακτηρίζεται από ακραία οικονομία. Ο χνκουβελης γράφει

με τεχνική σχεδόν μουσικής παρτιτούρας:

μικρές φράσεις,

παύσεις,

σιωπές,

επαναλήψεις μοτίβων,

φωτισμούς αντί περιγραφών.

Η αποσπασματικότητα είναι αισθητική επιλογή. Το κείμενο λειτουργεί όπως οι μορφές τού Τζιακομέτι: αφαιρεί ό,τι περιττεύει μέχρι να απομείνει μόνο ο πυρήνας.

Υπάρχει επίσης έντονη κινηματογραφικότητα:

ο μοναδικός προβολέας,

οι σκιές πάνω στα πλήκτρα,

η βροχή,

ο ήχος τού ασθενοφόρου,

η αργή κίνηση τού άντρα ανάμεσα στα γλυπτά.

Οι εικόνες θυμίζουν ασπρόμαυρο ευρωπαϊκό σινεμά, ίσως κάτι ανάμεσα σε μεταπολεμικό νουάρ και υπαρξιακή installation art.

Το διήγημα συνομιλεί βαθιά με ζητήματα:

γυναικείας δημιουργίας,

μνήμης,

φθοράς,

επιβίωσης,

τέχνης μετά την καταστροφή,

και μοναξιάς τής ύπαρξης.

Κυρίως όμως είναι ένα κείμενο για την τέχνη που επιμένει να υπάρχει χωρίς θρίαμβο. 

Η μουσική της Clara Schumann, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν νικά τον κόσμο,αλλα επιβιώνει μέσα στα ερείπιά του.

Αυτό είναι και το βαθύτερο υπαρξιακό επίτευγμα τού διηγήματος: η ομορφιά δεν παρουσιάζεται ως λύτρωση, αλλά ως κάτι εύθραυστο που συνεχίζει να αναπνέει ανάμεσα σε σκιές και σιωπές.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Ιστορίες τού κ.Κ)

Γραφές τού κ.Κ.


.κοίταξε από το παραθυρο,

το τελευταίο φως άγγιζε τον ώμο τής απεναντι ταράτσας.


.κάθε μέρα λαμβανε ένα γράμμα,ποτέ δεν κοίταξε τον αποστολέα,ούτε το άνοιξε

να το διαβάσει,τα άφηνε σε ένα συρτάρι,

μετά από ένα χρόνο περιπου τα γράμματα σταμάτησαν,

τότε εγραψε την πρώτη απάντηση.


.κάποιος άγνωστος τον σταμάτησε στο δρόμο και τον ρωτησε:

-Είστε αυτός που σκέφτεται πολύ;

Χαμογέλασε.

-Οχι,απάντησε,αντίθετα είμαι αυτός που δεν σκέφτεται καθόλου.


.Ο κ.Κ. έλεγε πως η πραγματικότητα δεν είναι αυτό που συμβαίνει,αλλά αυτό 

που επιμένει να συμβαίνει αφού έχεις σταματήσει να το παρατηρείς.


.ο ήρωας δεν συμφώνησε με την αφήγηση τού συγγραφέα και το μυθιστόρημα κατερρευσε.


.κάποιος πήγε στο ραντεβού στην ορισμένη ώρα,μπήκε στο γραφείο,δεν βρήκε κανέναν,μόνο ένα βιβλίο ανοιχτό σε μια σελίδα,

διάβασε τη σελιδα,έκλεισε το βιβλιο και εφυγε.


.ο κ.Κ.ειπε:

-ο δολοφόνος δεν εντοπιζεται γιατί στους φόνους του κάθε φορά αλλάζει αφήγηση.

-και πώς θα τον συλλάβουμε;

ρώτησε ο άντρας με τη  μπεζ καμπαρντίνα,το κατεβασμένο μέχρι τα μάτια καπέλο,

και το τσιγάρο στο στόμα.

ο κ.Κ.χαμογςλασε.

-απλως,με το να γράψουμε εμείς την επόμενη αφηγηση του.


.ανέβηκε τη σκάλα,ένας μεθυσμένος κατεβαινε,

-σε περιμένει,τού είπε και γέλασε δυνατά,είναι η σειρά σου,

η πόρτα ήταν ανοιχτή,

-περνα,άκουσε μια γυναικεία φωνή,

το δωμάτιο με κοκκινο χαμηλό φωτισμό,

ξεχώρισε τη γυναίκα,

-παλι εσύ;τού είπε.

-οι άνθρωποι επιστρέφουν πάντα εκεί που απέτυχαν,απάντησε

το σώμα είναι μόνο η προφαση.

η γυναίκα φορούσε μαύρο κομπινεζον,ένα χρυσό σταυρό στο λαιμό,

τού πρόσφερε ουίσκι,

τσιγάρο.

-τι ζητάς εδώ;τον ρώτησε η γυναίκα.

-την ψευδαίσθηση να'σαι με κάποιον,απάντησε.

είδε στο κρεβατι το βιβλίο τού Ντοστογιεφσκι: Εγκλημα και Τιμωρία.

-διαβαζεις Ντοστογιεφσκι;

ρώτησε.

η γυναίκα χαμογέλασε.

-αφου είμαι η Σόνια,είπε.

-τι φοβάσαι περισσότερο Σόνια;ρώτησε.

εκείνη δεν απάντησε,σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη,έβαφε τα χείλη της αργά,

με το μολύβι σχεδίασε τα μάτια της,

γύρισε και τον κοίταξε.

-να σβήσω το πρόσωπο μου,να μην το θυμάμαι,είπε.

σηκώθηκε,έβγαλε το κομπινεζον,τον πλησίασε αργά,έβαλε το πόδι της στο στήθος του,

στο καθρέφτη είδε τα κορμιά τους 


.νύχτα,μπροστά του ένα ποτήρι νερό,

στο απέναντι διαμέρισμα, πίσω από τις κουρτίνες μια γυναίκα,έσβησε το φως,κοίταξε 

το ρολόι,πάντα την ίδια ώρα ακριβώς συμβαίνει αυτό,

-οι άνθρωποι,σκέφτηκε,πεθαίνουν όταν δεν έχουν κανένα να τούς θυμηθεί με ακριβεια.


.κάποτε ο κ.Κ. είδε με μια γυναικα την ταινια:Σκηνές από έναν Γάμο,τού Ingmar Bergman,μετά την προβολή έξω η γυναίκα τού είπε:

-οι άνθρωποι ερωτεύονται επειδή φοβούνται τον θάνατο.

-κι όταν πάψουν να φοβούνται;την ρώτησε 

-τότε αρχίζουν να καταστρέφουν ο ένας τον άλλο.

ο κ.Κ. δεν την ξαναείδε από τότε ποτέ.

πάντα όμως θυμάται εκείνη τη σκηνή. 


.ο κ.Κ άκουσε κάποιον ηλικιωμένο να λέει.

-όταν ένας γέρος άνθρωπος αρχίζει να ξεχνα το όνομά του,

τότε εκεί κρύβεται ο πραγματικός τρόμος.


.εκείνη άνοιξε ένα άλμπουμ φωτογραφιών και τού έδειξε μια φωτογραφία: 

ένας άντρας και μια γυναίκα σ’ένα τεράστιο λευκό δωμάτιο,τόσο μακριά ο ένας από 

τον άλλο που έμοιαζαν τυχαίοι περαστικοί.

-αυτό είναι ο γάμος,τού είπε.


-καποτε αγαπήσαμε αληθινά κάποιον και καταλήξαμε να μην αντέχουμε να  ζούμε μ'αυτον.


.στο διαμέρισμα είχε τοποθετήσει έναν προβολέα Super 8 και προβαλλε  εικόνες πάνω στον τοίχο: μια γυναίκα που γελά στην παραλία,ένα δέντρο που κινείται στον άνεμο,

ένα χέρι πάνω σε πιάνο,ένα άδειο δωμάτιο.

το φιλμ καιγόταν συχνά μέσα στον μηχανισμό.

οι μορφές παραμορφώνονταν από τη θερμότητα.

ο κ.Κ.θεωρούσε πως τότε ακριβώς γίνονταν αληθινές.


.η μνήμη δεν διασώζει τίποτα,απλώς καθυστερεί την εξαφάνιση.


.ο κ.Κ.σταμάτησε σ’ενα ερημικό βενζινάδικο,νύχτα,

ο υπάλληλος κοιτούσε μια μικρή σε έγχρωμη τηλεόραση,

στην οθόνη έδειχναν πόλεμο,αρματα,φωτιές, ανθρώπους που έτρεχαν,

ο κ.Κ.σκέφτηκε πως ο σύγχρονος κόσμος εχει πετύχει κάτι παράδοξο: να μετατρέψει ακόμη και την καταστροφή,τη βαρβαρότητα,σε φόντο καθημερινότητας.


.έβρεχε ελαφρά,

-ξερεις να χορεύεις;τον ρώτησε.

-οχι.

-τότε δες.

εκεινη άρχισε να χορεύει στο πεζοδρόμιο,ανάμεσα στα αυτοκίνητα και τα νερά,σαν άνθρωπος που αρνείται να παραδοθεί στην ηλικία,στην απογοήτευση,στον χρόνο.

ο κ.Κ.την κοιτούσε.

ξαφνικά ένιωσε πως ίσως η ζωή να μην είναι μόνο αναμονή για απώλειες.

εκείνη τον πλησίασε λαχανιασμένη.

τι σκέφτεσαι;τον ρωτησε.

ο κ.Κ.την αγκάλιασε.


.αργά τη νύχτα γύριζαν σπίτι με ταξί,εκείνη είχε αποκοιμηθεί στον ώμο του,τα φώτα

τής πόλης περνούσαν πάνω από το πρόσωπό της,ο κ.Κ. ένιωσε φόβο,

οχι μήπως τη χάσει,αλλά μήπως κάποτε συνηθίσει την παρουσία της,

αυτό τού φαινόταν πιο τρομακτικό

.

.

.


.






χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Προβολη


Η μηχανή προβολής άρχισε να γυρίζει.


Έξω έβρεχε.

Το πρόσωπό της φωτιζονταν από τη λάμψη τής προβολής.

Στην οθόνη εμφανίστηκε μια γυναίκα γυρισμένη πλάτη φορώντας λευκό φόρεμα.

Δεν θυμονταν πότε τραβήχτηκε εκείνη η σκηνή.

Η γυναικα γύρισε αργά το κεφάλι προς την κάμερα.Την κοιταζε.

Ήταν εκείνη.

Όταν ήταν μικρή ή μητέρα έκλεινε τη πόρτα στο δωματίο της.

Μια νύχτα σηκώθηκε και πήγε στη πόρτα.

Άκουγε τη μητέρα της που έκλαιγε.

-Δεν μπορώ να τη βλέπω,είπε.

Η μητέρα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι,ανέπνεε  δύσκολα,τα μάτια της μισοκλειστα,

-Ημουν δεκαεπτα,είπε,

φοβόμουν.Την άφησα να πεθάνει μόνη.


Η μηχανή προβολής πάγωσε σε εκείνη την εικόνα.

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

3 Αντανακλάσεις

(μια ασπρόμαυρη ταινία)


Σκηνή  1


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται μια ταινία με άλογα που τρέχουν,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,που ήσουνα;

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 


Σκηνή 2


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα  είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται η Σφίγγα τής ερήμου,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,σ'αγαπώ,

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 

Τελος


Σκηνή 3


μέσα σε ένα ημιφωτισμενο δωμάτιο μια γυναίκα είναι ξαπλωμένη στον καναπέ,

και ακούει μουσική,ένα παλιο ταγκο,από ένα γραμμόφωνο

στην οροφη είναι ένας μεγάλος καθρέφτης που καθρεφτίζει ολο το χώρο,

στον απέναντι τοίχο προβάλεται το πρόσωπο μιας γυναίκας σε αργό πολύ  

κοντινό πλανο,

ένα μικρό κορίτσι μπαίνει μέσα στο δωμάτιο με ένα ποδήλατο,

-μαμά,φωνάζει,μεγαλωσα,

και βγαίνει από το δωμάτιο,

η γυναίκα κλείνει τα μάτια.

Flou noir 


Τελος

.

.

.

https://youtube.com/shorts/pQyZAVCGXs8?feature=shared

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τρίπτυχο

(Περί Αισθητικής-Word Minimalismus-Ιστοριες)


1.Περί Αισθητικής:

Το έργο τέχνης υπάρχει ταυτόχρονα στο χώρο τής πραγματικότητας και τής φαντασίας.

Είναι μια διάσταση ανάμεσα στον παρατηρητή και το αντικειμενο-παρατηρουμενο.

Ότι δεν λέγεται είναι βαρύτερο από αυτό που λέγεται.

Ένα άδειο δωμάτιο,μια σκιά σε έναν τοίχο λίγο πριν βραδυασει,ένα παράθυρο κλειστο.

Η μεταμόρφωση τού εφήμερου.


Word Minimalismus:


1:

στο νερό το σύννεφο 

ταξιδεύει το σχημα

τής μνήμης του.


2:

ο άνεμος

στην άρπα τών κλαδιών

τών δέντρων ανασαινει.


3:

το φεγγάρι ξεχασμένο

σε ένα φύλλο

τη νυχτα.

 

1.Ιστορία:

Το σπίτι ήταν ακατοίκητο χρόνια.Περασε τη πόρτα.

Είδε στο σαλόνι τα έπιπλα και τον μεγάλο ορθογώνιο καθρεφτη.Το ρολοι στον τοιχο σταματημένο.

Άκουσε βήματα πίσω του.

Γύρισε να δει.Κανεις.

Τα βήματα συνέχιζε να τα ακούει.

Είχε νυχτώσει.Εφυγε.

Την άλλη μέρα λίγο πριν το μεσημέρι ξαναπήγε σ'εκείνο το μέρος.Το σπίτι δεν υπήρχε.

Όταν χρόνια αργότερα,λίγο πριν πεθάνει,κοίταξε το ρολόι,

οι δείκτες του ήταν σταματημένοι ακριβώς την ώρα που έδειχνε τοτε εκείνο το ρολόι 

στο έρημο σπίτι.


2.Περί Ασθητικης

Ένα μισοσβημενο γράμμα,μια φθαρμένη φωτόγραφια,μια λέξη ξεχασμένη.

Αυτή η αρχαιολογία έχει αισθητική δύναμη.

Η αναζήτηση τής απουσίας.


2.Word Minimalismus:


1:

το κύμα επίμονα

θρυμματίζει

τη σταθερότητα τού βράχου.


2:

μέσα στη σιωπή 

κοιμάται ο ήχος.


3:

στο φως τής μέρας

αδιάκοπα το σπουργίτι

μετρα αιώνες.


2.Ιστορια:

ένας συγγραφέας σε ένα διήγημα του περιεγραψε με κάθε λεπτομερεια το δωμάτιο του.

Το γραφείο,το παράθυρο,ένα βιβλίο ανοικτό,τη γυάλα με χρυσόψαρο.

Αργότερα,όταν πια είχε γεράσει,μέσα στον καθρέφτη είδε έναν άνθρωπο να περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το δωμάτιο του.

Το γραφείο,το παράθυρο,ένα βιβλίο ανοικτό,τη γυάλα με χρυσόψαρο.


3.Λερι Αισθητικής:

Η τέχνη αναπαριστά τον κόσμο και δημιουργεί έναν άλλο κόσμο.

Κάθε έργο έχει διάσταση μυστηρίου.Πολλαπλές αναγνωσεις.Και παραμένει ανεξήγητο.Ανοικτο.

Το οικείο φαίνεται άγνωστο και το άγνωστο οικείο.


3.Word Minimalismus:


1:

ένα αστέρι επιμένει 

στη μοναξιά τού ουρανου.


2:

η βροχή

ανυψώνει το χώμα

σε πράσινη χλοη.


3:

νυχτωνοντας

το βουνό επιστρέφει

στην ομίχλη.


3.Ιστορια:

Μια νύχτα ένας άντρας περίμενε στην αποβάθρα ένος ειρημικού  σιδηροδρομικου σταθμου.

Ύστερα από ώρες ακούστηκε το σφύριγμα ενός τρένου.

Το τρένο εμφανίστηκε μέσα από την ομίχλη.

Οι πόρτες άνοιξαν.

Κανείς δεν κατέβηκε.

Ο άντρας ανέβηκε.

Τα βαγόνια ήταν γεμάτα ανθρώπους που κοιτούσαν έξω από τα παράθυρα.

Κανείς δεν μιλούσε.

Τότε παρατήρησε ότι όλοι οι επιβάτες είχαν το δικό του πρόσωπο.

Το τρένο ξεκίνησε.

Αποκοιμήθηκε και τον ξύπνησε μια φωνή.

-Ποιος είσαι;που πηγαίνεις;τον ρώτησε ένας απέναντι του.

Δεν απάντησε.

Όταν το τρένο σταμάτησε κατέβηκε.

Οι άλλοι συνέχισαν το ταξίδι της.

Εκείνος βρίσκονταν μέσα στη νύχτα στην αποβάθρα τού ειρημικού σιδηροδρομικου σταθμου.

.

.

.

Μελέτη Ανάλυση


Το Τρίπτυχο (Περί Αισθητικής -Word Minimalismus- Ιστορίες) τού χνκουβελη αποτελεί ένα ιδιότυπο κείμενο τής σύγχρονης ελληνόγλωσσης μικρομορφικής γραφής. Πρόκειται για ένα έργο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αισθητικό μανιφέστο, ποιητική άσκηση αφαίρεσης και μεταφυσική πεζογραφία. Οι τρεις ενότητες δεν συνυπάρχουν απλώς· αλληλοφωτίζονται και αλληλοερμηνεύονται.


Η δομή του έργου θυμίζει μουσική σύνθεση τριών κινήσεων ή εικαστικό τρίπτυχο όπου κάθε πάνελ περιέχει διαφορετική εκδοχή της ίδιας αναζήτησης: της σχέσης ανάμεσα 

στην πραγματικότητα, τη μνήμη, τον χρόνο και το μυστήριο.


Η αισθητική θεωρία ως ποιητική πράξη


Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι οι ενότητες 'Περί Αισθητικής' δεν έχουν τον χαρακτήρα φιλοσοφικού δοκιμίου.

Δεν επιχειρούν να αποδείξουν.

Δεν αναπτύσσουν συλλογισμούς.

Δεν επικαλούνται θεωρητικούς.

Αντίθετα, λειτουργούν ως ποιητικοί αφορισμοί.

Η φράση:

'Το έργο τέχνης υπάρχει ταυτόχρονα στο χώρο τής πραγματικότητας και τής φαντασίας'

συμπυκνώνει μια ολόκληρη αισθητική παράδοση που εκτείνεται από τον Πλάτωνα μέχρι τον σύγχρονο φαινομενολογικό στοχασμό.

Το έργο τέχνης παρουσιάζεται ως μεταιχμιακό αντικείμενο.

Δεν ανήκει αποκλειστικά στον κόσμο των πραγμάτων ούτε αποκλειστικά στον κόσμο 

της συνείδησης.

Υπάρχει ανάμεσα.

Η έννοια του 'ανάμεσα' διατρέχει ολόκληρο το έργο.

Η σκιά πριν βραδιάσει.

Το κλειστό παράθυρο.

Η φθαρμένη φωτογραφία.

Το μισοσβησμένο γράμμα.

Η αποβάθρα μέσα στην ομίχλη.

Όλα βρίσκονται σε ενδιάμεση κατάσταση.

Δεν είναι ούτε παρουσία ούτε απουσία.

Δεν είναι ούτε ζωή ούτε θάνατος.


Η αισθητική της απουσίας


Ιδιαίτερα σημαντική είναι η διατύπωση:

'Η αναζήτηση τής απουσίας'

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της αισθητικής του χνκουβελη.

Το έργο δεν ενδιαφέρεται για ό,τι φαίνεται.

Ενδιαφέρεται για αυτό που λείπει.

Το άδειο δωμάτιο.

Το σπίτι που εξαφανίζεται.

Το σταματημένο ρολόι.

Ο άγνωστος μέσα στον καθρέφτη.

Το τρένο χωρίς προορισμό.

Πρόκειται για μια ποιητική της έλλειψης.

Η απουσία μετατρέπεται σε αισθητικό γεγονός.

Θυμίζει έντονα την παράδοση του συμβολισμού, όπου το υπονοούμενο έχει μεγαλύτερη δύναμη από το δηλωμένο.

Η φράση:

,'Ότι δεν λέγεται είναι βαρύτερο από αυτό που λέγεται'

θα μπορούσε να θεωρηθεί η ουσία  ολόκληρου του έργου.


Word Minimalismus


Οι μικρές ποιητικές συνθέσεις λειτουργούν ως εφαρμογή των αισθητικών αρχών 

που προηγούνται.

Δεν περιγράφουν.

Υποβάλλουν.

Δεν εξηγούν.

Δημιουργούν χώρο ερμηνείας.

Παρατηρούμε ότι σχεδόν όλα τα ποιήματα βασίζονται σε μια μεταμόρφωση:

το σύννεφο γίνεται μνήμη,

ο άνεμος γίνεται ανάσα,

η σιωπή γίνεται ύπνος του ήχου,

η βροχή ανυψώνει το χώμα,

το βουνό επιστρέφει στην ομίχλη.

Η φύση δεν παρουσιάζεται ως φυσικό τοπίο.

Παρουσιάζεται ως σύστημα συμβόλων.

Η οικονομία των λέξεων είναι αξιοσημείωτη.

Ο ποιητής αφαιρεί οτιδήποτε περιττό.

Κάθε λέξη λειτουργεί σαν πινελιά σε ιαπωνική υδατογραφία.

Ο τιτλος 'Word Minimalismus' δεν είναι τυχαίος.

Υποδηλώνει ότι η ελάχιστη λεκτική ποσότητα μπορεί να παράγει μέγιστη φαντασιακή έκταση.

Υπάρχει συγγένεια με το χαϊκού, αλλά δεν πρόκειται για μίμησή του.

Το χαϊκού παραδοσιακά αποτυπώνει μια στιγμή.

Εδώ αποτυπώνεται μια μεταφυσική σχέση.


Οι ιστορίες ως μεταφυσικά παραμύθια


Οι τρεις ιστορίες αποτελούν δειγματα μεταφυσικής αφήγησης.

Η υπερφυσική διάσταση παρουσιάζεται χωρίς καμία θεατρικότητα.

Όλα αφηγούνται με απόλυτα ουδέτερο τόνο.

Αυτό ακριβώς ενισχύει την αίσθηση του ανοίκειου.


Το σπίτι που δεν υπήρχε


Η πρώτη ιστορία πραγματεύεται τον χρόνο.

Το σταματημένο ρολόι εμφανίζεται ως σύμβολο μιας χρονικής ρωγμής.

Το σπίτι εξαφανίζεται.

Παραμένει μόνο η ώρα.

Και δεκαετίες αργότερα η ίδια ώρα επανεμφανίζεται μπροστά στον θάνατο.

Το αφήγημα θυμίζει τις μεταφυσικές παραδόσεις του διηγήματος φαντασίας, αλλά 

και τις παραβολές του Κάφκα.

Ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός.

Γίνεται κυκλικός.


Ο καθρέφτης


Η δεύτερη ιστορία είναι ίσως η πιο μπορχεσιακη.

Ο συγγραφέας περιγράφει το δωμάτιό του.

Αργότερα βλέπει στον καθρέφτη κάποιον άλλο να περιγράφει το ίδιο δωμάτιο.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι:

Ποιος περιγράφει ποιον;

Ο συγγραφέας εκτός τού καθρέφτη;

Η' ο συγγραφέας εντός τού καθρέφτη;

Εδώ εμφανίζεται η θεματική του J L.Borges:

η αμφιβολία για την πρωτογενή πραγματικότητα.


Το τρένο των πολλαπλών εαυτών


Η τρίτη ιστορία αποτελεί την κορύφωση του έργου.

Η εικόνα των επιβατών με το ίδιο πρόσωπο ανήκει στις πιο ισχυρές εικόνες του κειμένου.

Το τρένο μετατρέπεται σε αλληγορία της ύπαρξης.

Οι πολλαπλοί εαυτοί ταξιδεύουν προς διαφορετικές εκδοχές του ίδιου πεπρωμένου.

Η ερώτηση:

'Ποιος είσαι; Πού πηγαίνεις;'

αποτελεί την κεντρική υπαρξιακή ερώτηση του έργου.

Ο ήρωας δεν απαντά.

Και η μη απάντηση είναι η μόνη δυνατή απάντηση.

Το τέλος δημιουργεί κυκλική δομή.

Ο άντρας βρίσκεται πάλι στην αποβάθρα.

Ίσως δεν έφυγε ποτέ.

Ίσως όλο το ταξίδι συνέβη μέσα στη συνείδησή του.

Ίσως το ταξίδι είναι η ίδια η ζωή.


Το ανοίκειο


Στο σύνολό του το έργο αξιοποιεί αυτό που ο Freud ονόμασε Unheimlich (ανοίκειο).

Το γνωστό γίνεται παράξενο.

Το σπίτι.

Ο καθρέφτης.

Το τρένο.

Το ρολόι.

Όλα είναι καθημερινά αντικείμενα.

Και όμως αποκτούν μεταφυσική βαρύτητα.

Η μεταμόρφωση του οικείου σε αίνιγμα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αρετές

του έργου.


Το 'Τρίπτυχο' δεν είναι απλώς μια συλλογή μικρών κειμένων.

Είναι μια ενιαία ποιητική και φιλοσοφική πρόταση.

Οι θεωρητικές παρατηρήσεις περί αισθητικής, τα μινιμαλιστικά ποιήματα και οι μεταφυσικές ιστορίες συνθέτουν ένα οργανικό σύνολο που εξερευνά:

τη μνήμη,

την απουσία,

τον χρόνο,

την ταυτότητα,

το μυστήριο της ύπαρξης.

Η ιδιαίτερη αξία του έργου βρίσκεται στην ακραία οικονομία των μέσων του. Με ελάχιστες λέξεις δημιουργεί μεγάλους χώρους σκέψης. Με απλές εικόνες παράγει φιλοσοφικό βάθος. Και με μικροσκοπικές αφηγήσεις ανοίγει ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα.


Ακριβώς γι' αυτό το 'Τρίπτυχο' διαβάζεται όχι ως σύνολο κειμένων αλλά ως ένα λογοτεχνικό εργαστήριο της σιωπής, όπου το ανείπωτο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα 

από το ειπωμένο και όπου η απουσία μετατρέπεται σε πρωταγωνιστή της αισθητικής εμπειρίας.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τι συνεβει


Η Θεσσαλονίκη στα χρόνια τού Γαλεριου ηταν μια τεράστια θεατρική σκηνή στον Θερμαϊκό. Ρωμαίοι αξιωματούχοι, Σύριοι έμποροι,Ιουδαίοι τεχνίτες,Έλληνες γραφείς,Θράκες στρατιώτες,δούλοι από την Αίγυπτο.

Ο πατέρας του αφού είχε υπηρετήσει στις εκστρατείες τού Διοκλητιανού και τού Κωνσταντίνου Α' Χλωρού  εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όταν έγινε έδρα τού Γαλέριου. 

Εκείνος εργαζονταν στα διοικητικά αρχεία, αντέγραφε διατάγματα, κατέγραφε φόρους.

Τι νύχτες περιπλανιόνταν στη παραλιακή συνοικία,κι

εκεί τη γνώρισε,σ'ενα στενό πίσω από τα εργαστήρια βαφής υφασμάτων,είχε όμορφα ματια.

-Είσαι Ρωμαίος;τον ρώτησε;

-Φαινεται;απάντησε.

-Μόνο εμείς,είπε η κοπέλα,προσπαθούμε να κρύψουμε ποιοι είμαστε.

-Φοβασαι;τής είπε,εμένα;

Η γυναίκα δεν απάντησε.

Από εκείνη τη νύχτα άρχισαν να συναντιούνται.

Τού μιλούσε για την πατρίδα της που εχει χαθεί και υπάρχει μόνο μέσα στη μνημη θολη.

Εκείνος της μιλούσε για τις λεγεώνες,για την  αυτοκρατορία,για τις αψίδες θριάμβου, που υψωνονταν πάνω σε σωρούς νεκρων.

-Η Ρώμη καταπίνει τα πάντα,τού είπε 

εκείνη,και όμως συνεχίζει να πεινά.

Εκείνος δεν απάντησε,γιατί ήξερε πως ήταν αλήθεια.

Κάποια νύχτα σταθηκαν στη Ροτόντα.Το τεράστιο κυκλικό οικοδόμημα υψώνονταν μέσα στο σκοτάδι μέσα στην ομιχλη.Εκεινη ακούμπησε στο τοίχο της.

-Όλα αυτά θα γίνουν ερείπια, τού είπε.

-Η Ρώμη είναι αιώνια,απάντησε εκείνος 

-Οχι,τού είπε,οι άνθρωποι   πάντα καιγονται στις ίδιες φωτιές.

Πήγαν στον Ιππόδρομο.

Χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για τους αγώνες,οι δήμοι φώναζαν, στοιχημάτιζαν,έβριζαν τον αυτοκράτορα,και ύστερα τον αποθέωναν.

-Ξερεις ότι εδώ θα γίνει η σφαγή; τού είπε.

Εκείνος γέλασε και είπε.

-Ο Ιππόδρομος είναι για αγώνες.

Η γυναίκα δεν απάντησε.

Στις κερκίδες οι άλλοι έβλεπαν τα θεάματα.

Ήταν καλοκαίρι,

όταν ο δυνατός άνεμος διέδωσε τη φωτιά,

Σε μια κόλαση ακούγονταν φωνές ανθρώπων,κτίρια που καίγονταν και κατέρρεαν με τρομερό θόρυβο,τα σκυλιά ούρλιαζαν.

Η παραλιακή συνοικία καίγονταν.

Ο ουρανός σκοτείνιασε γέμισε καπνούς.

Πήγε εκεί,μετά τη καταστροφή,το σπίτι της είχε καταρρεύσει,δεν την βρήκε.Χαθηκε.

Πέρασαν μήνες,πίστευε πως είχε πεθανει.

Η ζωή του άλλαξε,έπινε,στα αρχεία έκανε λάθη,σταμάτησε να πηγαίνει στα λουτρά.

Μια νύχτα σ'ένα υπόγειο καπηλειό κάποιος μεθυσμένος ναύτης μιλούσε στη παρέα του για μια γυναίκα,μια πόρνη,

στα Λαδάδικα,

καταλαβε από την περιγραφή πως ήταν εκείνη,τους εδειξε και φωτογραφία της.

Τού τη ζήτησε να τη δει.

Ήταν εκείνη.Ζει.

-Μετα τη πυρκαγια,Ρωμαίε,τού είπε ο ναύτης,οι γυναίκες κατεληξαν εκεί.

Πήγε στα Λαδάδικα νύχτα.Εβρεχε.

Κάποιος τον πλησίασε,τού πλασέ ένα κλεμμένο ρολόι.

Μπήκε στο μπαρ.Γυναικες βαμμένες,μισογυμνες κάθονταν με μεθυσμένους αντρες.Ρώτησε μια για κεινη,δεν την ήξερε,την κερασε,τού είπε πως είναι στο Βαρδαρη

Πήγε.Του άνοιξε μια ηλικιωμένη γυναίκα.

Ρώτησε για τη γυναίκα.

Εκείνη είπε πως δεν τη ξέρει.Της έδωσε χρήματα.

-Φοβηθηκα πως είσαι αστυνομικός,τού είπε,

η κοπέλα ήταν εδώ.Εξαφανιστηκε.Μαλλον,είπαν,πέθανε,τη σκότωσαν.

Τον κοίταξε.

-Αυτό λένε πάντα για τις γυναίκες που εξαφανίζονται.

Ζήτησε να μάθει για κεινη 

Τού έδειξε φωτογραφίες.

Σε μια φωτογραφία είδε 

συρματοπλέγματα,

ανθρωπους αποστεωμένους.

Σε αλλη φωτογραφία είδε γυναίκες γυμνές με ξυρισμένα κεφάλια.

Και σε μια ήταν εκείνη, αδυνατισμένη,τα μάτια βαθουλωμενα,φορούσε ένα ριγωτό φόρεμα και στέκονταν μπροστά από έναν τοίχο,έτοιμη να καταρρεύσει.

-Που είναι αυτές οι φωτογραφίες;ρώτησε.

-Καπου στο μέλλον,είπε η γυναίκα.

-Τι εννοείς;

-Ακριβως αυτό που σού είπα,απάντησε η γυναίκα,

-Ποιος τα έκανε αυτα;

ρωτησε.

Η γυναίκα τον κοίταξε.

-Εσείς,είπε.

-Δεν καταλαβαίνω.

-Οι αυτοκρατορίες δεν πεθαίνουν ποτέ,Ρωμαίε,είπε η γυναίκα,μόνο αλλάζουν ονόματα.

Ορίστε τα έργα σας,κοίταξε στη φωτογραφια τούς φούρνους σας,τις καμινάδες που καπνίζουν,

εκεί τούς καίτε,να οι στάχτες τους,οι σωροί με τα παπούτσια τους.

Την έκαψαν κι αυτη όπως τους άλλους.

Εκείνος πάγωσε.

Η γυναίκα μάζεψε τις φωτογραφίες.

-Και τώρα,τού είπε, μπορείς να φύγεις,εκτός κι αν είσαι πελάτης.

Ζήτησε τη φωτογραφία της,την πλήρωσε,τού την έδωσε.

Έφυγε.

Περιπλανήθηκε μέσα στη νύχτα και στη βροχή.

Η γυναίκα εκείνη σίγουρα δεν ήταν τρελή.

Γιατί ήταν αυτός που κάθε φορά υπάκουε και δεν αντιδρουσε,κάθε φορά που πίστευε 

πως η αυτοκρατορία έχει δικαίωματα πάνω στους ανθρώπους.

Στη πλατεία Αριστοτέλους θυμηκε κάποτε όταν περπατούσαν εκεί να του λεει:

-Οι αυτοκρατορίες επιστρέφουν,αλλάζουν σύμβολα,γλώσσες, σημαίες,ομως πάντα βρίσκουν ανθρώπους να υπακούν.

-Δεν φταίω εγώ,τής είπε.

-Εσύ αντιγράφεις διατάγματα,τού είπε,αλλοι τα εκτελούν.

Τον αγκάλιασε.

Έξω ακουγόταν ο άνεμος από τη θάλασσα.

-Εδω,τού είπε,οι ανθρωποι θα περπατούν,θα πίνουν καφέ,θα ερωτεύονται.

Προχώρησε στη παραλιακή λεωφόρο, έφτασε στο Λευκό Πύργο,Ρωμαίοι στρατιώτες φωτογραφίζονταν από πλανόδιους φωτογραφους.

Στην Εγνατία σταματημένα τανκς.

Ξένοι οπλισμένοι στρατιώτες.

Είδε εκείνη να χάνεται μέσα στην ομίχλη.Στον καπνό της φωτιάς.

Δεν κοιμήθηκε.Μεχρι να ξημερώσει κοιτούσε τη φωτογραφία της.

Εκείνος την έκαψε στη παραλιακή συνοικία 

Την άλλη μέρα πήγε στο στρατόπεδο τών λεγεώνων.Ζήτησε να καταταγεί.

-Θέλω να υπηρετήσω.

Ο εκατόνταρχος γέλασε.

-Γιατί;

-Για να μάθω τι συμβαινει μέσα σ’έναν άνθρωπο όταν τού δίνουν εξουσία να σκοτώνει.

Τού έδειξε τη φωτογραφία.

-Και τι νομίζεις ότι θα βρεις;είπε ο εκατονταρχος.

-Εκεινη,απάντησε.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Βερολίνο

Τα Θραύσματα τής Επιστροφης


Το τρένο μπήκε αργά στον σταθμό Zoologischer Garten.Κατέβηκε κρατώντας μια μικρή δερμάτινη βαλίτσα.

Μετά από χρόνια εξορίας,να ξεφύγει απ'τον εφιάλτη τής πόλης, επέστρεψε.Ήταν εβδομηντα πέντε χρόνων,λεπτός,το πρόσωπο του ξερακιανο.

Ένιωσε ότι τώρα η πόλη θα είναι διαρκώς για κείνον ένα εσωτερικό δικαστήριο.

Είχε φύγει από τη Γερμανία το 1938.Πρώτα στη Ζυρίχη,ύστερα στη Λισαβόνα,τέλος στην Αμερική.Είχε ζήσει δεκαετίες μιλώντας για τη Γερμανία σε αμφιθέατρα,σε λογοτεχνικούς κύκλους, σε δείπνα πανεπιστημιακών.Είχε καταδικάσει τον ναζισμό, είχε γράψει άρθρα,είχε υπογράψει διακηρύξεις. Και τώρα στο Βερολίνο τού1990,αισθανονταν ενοχή.

Εκείνοι είχαν μείνει. Εκείνος είχε φύγει.

Βγήκε από τον σταθμό. 

Περιπλανήθηκε στη πόλη.

Παντού άνθρωποι που περπατούσαν χωρίς σκοπό,σαν να ήθελαν να διασχίσουν δρόμους που επί δεκαετίες τούς απαγορεύονταν.Νέοι με σφυριά εσπαζαν κομμάτια από το Τείχος.Τουρίστες φωτογράφιζαν γκράφιτι. Μικροπωλητές πουλούσαν θραύσματα τσιμέντου μέσα σε πλαστικά σακουλάκια,σαν λείψανα αγίου.

Το Τείχος το είδε το 1961 όταν είχε έρθει για μια διάλεξη στο Δυτικό Βερολίνο.Τα συρματοπλέγματα,τούς ενόπλους φρουρούς,τούς προβολεις.

Και τώρα το Τειχος έμοιαζε με θεατρικό σκηνικό μετά το τέλος μιας παράστασης.

Περπάτησε προς την Potsdamer Platz. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε  νεκρή ζώνη,τώρα έβλεπε γερανούς,πολυόροφα κτιρια,εμπορικά κέντρα, φορτηγά, συνεργεία,πωλητές λουκάνικων,μουσικούς του δρόμου.

Η πόλη και η Ιστορία της είχε περιέλθει στους εργολάβους.

-Παραξενο δεν είναι;

άκουσε μια φωνή πίσω του.

Γύρισε.Ειδε έναν ένα άντρα περίπου στην ηλικία του

-Συγγνώμη,τού ειπε ο αντρας,όλο αυτό χθες ήταν φυλακή.

Ο άντρας άναψε τσιγάρο.

-Από εδώ είστε; ρώτησε τον άντρα. 

-Ανατολικό Βερολίνο, Prenzlauer Berg,με σόμπες κάρβουνου και υγρασία,απάντησε εκείνος,Εσείς;

Δεν απάντησε αμέσως,δίστασε.

Έπειτα είπε. 

-Κάποτε,πριν από πολλά χρόνια,ήμουν από εδώ.

Ο άλλος γέλασε.

-Κάποτε είμασταν όλοι από εδώ.

Περπάτησαν. 

Τού είπε πως είχε εργαστεί σε εργοστάσιο ηλεκτρικών συσκευών. Δεν υπήρξε ποτέ μέλος τού κόμματος,αλλά ούτε και αντιφρονουντας.

-Ξέρετε πώς ήταν;είπε, οχι όπως τα λένε τώρα όλοι στην τηλεόραση,δεν ήταν μόνο ο φόβος,ηταν και η συνήθεια,ο άνθρωπος συνηθίζει τα πάντα.

Σταμάτησαν μπροστά σε ένα άνοιγμα τού Τείχους.

-Είχα μια θεία στη Δύση,είπε ο άντρας,δέκα λεπτά δρόμος,τριάντα χρόνια δεν τη βλέπαμε, μονάχα γράμματα,όλα  λογοκριμένα.

Έσκυψε και σήκωσε ένα κομμάτι τσιμέντου.

-Οριστε τώρα τα θραύσματα,είπε.

Το πέταξε μακρυά με δύναμη και κομματιάστηκε.

-Τώρα μας λένε πως είμαστε ελεύθεροι,είπε και περνώντας μέσα από το άνοιγμα απομακρύνθηκε.

Το βράδυ πήγε σε ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στην Friedrichstraße.

Από το παράθυρο έβλεπε τις φωτεινές επιγραφές και πιο μακριά τούς σκοτεινούς όγκους τών παλιών ανατολικών πολυκατοικιών.

Δεν κοιμήθηκε.

Σκεφτόνταν τον πατέρα του,έναν αυστηρό γερμανό αστό που πίστευε πως η τάξη ήταν η ύψιστη αρετή. Σκεφτόνταν τη μητέρα του που έλεγε ότι η Γερμανία πάντοτε θα αυτοκαταστρέφεται από την υπερβολική πίστη της στις ιδέες.Σκεφτόνταν και τον εαυτό του νέο, γεμάτο φιλοδοξία,πριν από τις φωτιές,πριν από τα στρατόπεδα,πριν από την εξορία.

Και μια ερωτηση  επέστρεφε επίμονα:

Είχε εγκαταλείψει την πατρίδα του ή την είχε προδώσει;

Την επόμενη ημέρα  πέρασε στο Ανατολικό Βερολίνο.

Οι δρόμοι ήταν γκρίζοι, Είδε γυναίκες που κουβαλούσαν δίχτυα με πατάτες,παιδιά που έπαιζαν,ηλικιωμένους που κοιτούσαν καχύποπτα τους δυτικούς επισκέπτες.

Μπροστά σε ένα καφενείο είδε ουρά ανθρώπων για μπανάνες.

Μπανάνες.

Αυτό τού φάνηκε φοβερα αδιανόητο.Μια ολόκληρη αυτοκρατορία είχε καταρρεύσει και το πρώτο σύμβολο της νίκης ήταν ένα τροπικό φρούτο.

Μπήκε σε ένα μικρό καφέ. Οι τοίχοι ηταν κιτρινισμένοι από καπνό δεκαετιών.Μια γυναίκα γύρω στα εβδομήντα τού έφερε καφέ.

-Δεν είστε από εδώ, τού είπε η γυναικα,

οι άνθρωποι που έμειναν εδώ ειναι διαφορετικοι.

Εκείνος χαμογέλασε.

-Έφυγα πριν πολλά χρόνια.

Η γυναίκα τον κοίταξε.

-Ειστε τυχερός.

-Τυχερός;

-Ναι.Εμείς μείναμε.

-Πώς ήταν; τη ρώτησε.

Η γυναίκα κοίταξε γύρω της.

-Πώς ήταν;Πρόσεχες τι λες και σε ποιον,δεν.εμπιστευοσουν.κανεναν.

Έξω άρχισε να χιονίζει.

Βγήκε και περπάτησε.Έφτασε μπροστά στο παλιό κτίριο όπου είχε ζήσει ως φοιτητής.Η πρόσοψη ήταν φθαρμένη.Ένα παιδί έκανε ποδήλατο στην αυλή.

Κοίταξε τα παράθυρα.

Εκεί μέσα είχε κάποτε διαβάσει Γκαίτε,είχε γράψει τα πρώτα του δοκίμια,είχε πιστέψει πως η γερμανική κουλτούρα ήταν η ανώτερη έκφραση της ευρωπαϊκής ψυχής.

Κι ύστερα ήρθαν οι σημαίες.Οι πορείες.Οι κραυγές.Η βαρβαρότητα με μορφή Uber Alles τάξης.

Το χιόνι έπεφτε τώρα πυκνότερο.

Αισθάνθηκε πως το  Βερολίνο  ήταν ένα ξαπλωμένο  τραυματισμένο σώμα.

Πέρασε από το σπίτι της,τα παράθυρα κλειστά,δεν χτύπησε το κουδούνι.

Το τελευταίο βράδυ πήγε κοντά στην Πύλη τού Βρανδεμβούργου.Νέοι χόρευαν,έπιναν μπίρες πάνω στο γκρεμισμένο Τείχος,ενας βιολιστής έπαιζε Μπαχ.

Ένιωθε μόνος.

Κατάλαβε ότι δεν υπήρχε επιστροφή,ο εξόριστος δεν γυρίζει ποτέ πραγματικά,επισκέπτεται μονάχα τα θραυσματα τού εαυτού του.

.

.

.

Μελέτη ανάλυση 


Το διήγημα «Τα Θραύσματα τής Επιστροφής» του χνκουβέλη κινείται μέσα στην παράδοση της μεγάλης κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας της εξορίας, της ιστορικής ενοχής και της μεταπολεμικής συντριβής της ταυτότητας. Το κείμενο δεν είναι απλώς μια αφήγηση επιστροφής στο Βερολίνο μετά την πτώση του Τείχους· είναι κυρίως μια υπαρξιακή νεκροψία της γερμανικής συνείδησης τού 20ού αιώνα.

Η αφηγηματική του δύναμη βρίσκεται ακριβώς στο ότι αποφεύγει τη ρητορική μεγαλοστομία. Το ύφος είναι ξηρό, απογυμνωμένο, σχεδόν ασκητικό. Οι φράσεις είναι κοφτές, παρατακτικές, με μικρές εσωτερικές παύσεις που δημιουργούν αίσθηση ιστορικής κόπωσης. Αυτή η τεχνική θυμίζει έντονα τη γερμανόφωνη παράδοση του μεταπολεμικού πεζού λόγου: τον W. G. Sebald, τον Thomas Bernhard, ακόμη και ορισμένες στιγμές του Heinrich Böll. Όμως ο χνκουβέλης δεν μιμείται· αφομοιώνει.

Το πρώτο μεγάλο θέμα είναι η εξορία όχι ως γεωγραφική αλλά ως ηθική κατάσταση. Ο ήρωας δεν επιστρέφει σε μια πατρίδα· επιστρέφει σε έναν τόπο εγκλήματος. Το Βερολίνο μετατρέπεται σε «εσωτερικό δικαστήριο». Η φράση αυτή είναι θεμελιώδης για την κατανόηση όλου του κειμένου. Δεν υπάρχει εξωτερικός δικαστής. Δεν υπάρχει πολιτικό κατηγορητήριο. Ο ίδιος ο ήρωας αυτοανακρίνεται.

Το κεντρικό υπαρξιακό ερώτημα:

«Είχε εγκαταλείψει την πατρίδα του ή την είχε προδώσει;»

είναι ηθικά αδιάλυτο. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ποιότητα του διηγήματος. Δεν δίνει λύση. Η λογοτεχνία εδώ λειτουργεί ως τραγική συνείδηση και όχι ως ιδεολογικό μανιφέστο.

Ο ήρωας είναι ένας διανοούμενος εξόριστος, αντιναζιστικής ταυτότητας, που επέζησε επειδή έφυγε. Αυτή όμως η σωτηρία μετατρέπεται σε πηγή ενοχής απέναντι σε όσους έμειναν. Πρόκειται για ένα βαθιά γερμανικό μεταπολεμικό μοτίβο: η ενοχή του επιζώντος. Όχι μόνο των στρατοπέδων αλλά και της Ιστορίας γενικότερα.

Το Βερολίνο παρουσιάζεται σαν σώμα ιστορικά κατακερματισμένο. Δεν είναι πόλη· είναι πεδίο αρχαιολογικών συντριμμιών. Ο τίτλος «Θραύσματα» αποκτά πολλαπλές σημασίες:

θραύσματα του Τείχους,

θραύσματα μνήμης,

θραύσματα ταυτότητας,

θραύσματα της ίδιας της Γερμανίας,

θραύσματα του εαυτού.

Η εικόνα των τουριστών που αγοράζουν κομμάτια τσιμέντου «σαν λείψανα αγίου» είναι εξαιρετικής σημασίας. Ο συγγραφέας ειρωνεύεται τη μετατροπή της Ιστορίας σε εμπόρευμα. Το Τείχος, που υπήρξε μηχανή φόβου και διαίρεσης, μετατρέπεται σε souvenir. Εδώ υπάρχει μια λεπτή αλλά ισχυρή κριτική προς τον ύστερο καπιταλισμό: ακόμη και η τραγωδία εμπορευματοποιείται.

Η περιγραφή της Potsdamer Platz είναι επίσης εξαιρετικά συμβολική. Εκεί όπου υπήρχε «νεκρή ζώνη», τώρα εμφανίζονται εργολάβοι, εμπορικά κέντρα, γερανοί. Η Ιστορία δεν θεραπεύεται· οικοπεδοποιείται. Η φράση:

«Η πόλη και η Ιστορία της είχε περιέλθει στους εργολάβους»

είναι από τις ισχυρότερες πολιτικές φράσεις του κειμένου. Περιέχει όλη τη δυσπιστία απέναντι στη μεταψυχροπολεμική θριαμβολογία.

Σπουδαία είναι επίσης η σκηνή με τον άντρα από το Prenzlauer Berg. Ο άνθρωπος αυτός λειτουργεί σχεδόν σαν φάντασμα της Ανατολικής Γερμανίας. Δεν είναι ούτε ήρωας ούτε θύμα. Είναι ο «συνηθισμένος άνθρωπος» της δικτατορίας. Η φράση:

«ο άνθρωπος συνηθίζει τα πάντα»

συμπυκνώνει μια βαθιά ανθρωπολογική αλήθεια. Ο χνκουβέλης δεν ηρωοποιεί τους Ανατολικογερμανούς ούτε τους δαιμονοποιεί. Δείχνει τη σταδιακή προσαρμογή στην ανελευθερία. Αυτό προσδίδει στο διήγημα μεγάλη ψυχολογική ωριμότητα.

Εξαιρετική είναι και η χρήση των αντικειμένων ως συμβόλων. Οι μπανάνες, για παράδειγμα, λειτουργούν σχεδον σαν μεταφυσική ειρωνεία της Ιστορίας. Μια αυτοκρατορία καταρρέει και το έμβλημα της «ελευθερίας» είναι ένα καταναλωτικό αγαθό. Η σκηνή θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο ο Milan Kundera συνέδεε τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα με μικρές καθημερινές λεπτομέρειες που αποκαλύπτουν την ειρωνεία της Ιστορίας.

Η γυναίκα στο καφέ αποτελεί άλλη μία εξαιρετική μορφή. Η φράση:

«Εμείς μείναμε»

έχει σχεδόν αρχαιοελληνική τραγικότητα. Μέσα σε δύο λέξεις συνοψίζεται ολόκληρη η εμπειρία των ανθρώπων που εγκλωβίστηκαν στην Ιστορία χωρίς να έχουν επιλέξει τίποτε.

Από τεχνικής πλευράς, το διήγημα χρησιμοποιεί κινηματογραφική αφήγηση. Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη σαν αργά travelling πλάνα. Ο συγγραφέας δεν περιγράφει υπερβολικά· επιλέγει λίγες, οξείες λεπτομέρειες:

οι σόμπες κάρβουνου,

τα δίχτυα με πατάτες,

οι κιτρινισμένοι τοίχοι,

ο βιολιστής που παίζει Johann Sebastian Bach,

το χιόνι που πυκνώνει.

Αυτές οι εικόνες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα ψυχικής παγωνιάς και μεταϊστορικής μελαγχολίας.

Η αναφορά στο «Uber Alles τάξης» είναι εξαιρετικά εύστοχη. Ο συγγραφέας παίρνει το ιστορικό σύνθημα “Deutschland über alles” και το μετασχηματίζει σε σύμβολο της γερμανικής εμμονής με την πειθαρχία, την οργάνωση και την ιδεολογική καθαρότητα. Η βαρβαρότητα εδώ δεν παρουσιάζεται ως χάος αλλά ως υπερβολική τάξη. Αυτή είναι μια βαθιά φιλοσοφική ιδέα, συγγενική με τις αναλύσεις του Theodor W. Adorno για τη σχέση Διαφωτισμού και βαρβαρότητας.

Η φράση:

«Πέρασε από το σπίτι της, τα παράθυρα κλειστά, δεν χτύπησε το κουδούνι.»

είναι από τις πιο σημαντικές και λογοτεχνικά πυκνές στιγμές του διηγήματος, ακριβώς επειδή ο συγγραφέας δεν εξηγεί τίποτε. Η δύναμή της βρίσκεται στην αποσιώπηση.

Δεν μαθαίνουμε:

ποια ήταν η γυναίκα,

αν ζει,

αν τον πρόδωσε,

αν την εγκατέλειψε,

αν ήταν ερωμένη,

σύζυγος,

πριν την εξορία.

Το τέλος είναι εξαιρετικά δυνατό ακριβώς επειδή είναι ήσυχο. Δεν υπάρχει δραματική κορύφωση. Μόνο μια υπαρξιακή συνειδητοποίηση:

«ο εξόριστος δεν γυρίζει ποτέ πραγματικά»

Η επιστροφή αποδεικνύεται αδύνατη γιατί ο χρόνος έχει ήδη καταστρέψει τον τόπο που θα μπορούσε να ονομαστεί «πατρίδα». Αυτό συνδέει το διήγημα με τη μεγάλη λογοτεχνία της εξορίας του 20ού αιώνα — από τον Joseph Roth μέχρι τον Stefan Zweig.

Αξιολογικά, το κείμενο διαθέτει λογοτεχνική ποιότητα για πέντε βασικούς λόγους:

Ιστορική συνείδηση χωρίς διδακτισμό.

Πυκνή συμβολική δομή.

Υπαρξιακό βάθος.

Εξαιρετική οικονομία ύφους.

Πολυφωνική ηθική οπτική χωρίς εύκολες καταδίκες.

Το σημαντικότερο όμως είναι άλλο: το Βερολίνο του χνκουβέλη δεν είναι μόνο το Βερολίνο. Είναι κάθε τόπος όπου η Ιστορία διέλυσε την ανθρώπινη συνέχεια. Το Τείχος γίνεται μεταφορά για όλα τα εσωτερικά τείχη της μνήμης, της ενοχής και της εξορίας.

Γι’ αυτό το διήγημα αφήνει στο τέλος μια αίσθηση όχι απλώς θλίψης αλλά ιστορικής εξάντλησης. Σαν ένας πολιτισμός να περιπλανιέται μέσα στα ερείπια των ίδιων των ιδεών του.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Λίγο πριν


Στον τριτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας, ένας άντρας στεκόταν πίσω από την κουρτίνα κρατώντας ένα περίστροφο.

Έβλεπε κάτω στο δρόμο τους αστυνομικούς,

Απομακρύνθηκε απ’το παράθυρο.Στο πάτωμα, κοντά στο τραπέζι μια σπασμένη καρέκλα,και πιο πέρα το νεκρό σώμα ενός άντρα.

Το.προσωπο του ήταν μέσα στη σκιά 

Άναψε τσιγάρο.

Κάθισε στο κρεβάτι και κοίταξε στον τοίχο απέναντι την  φωτογραφία μιας γυναίκας που χαμογελούσε.

Την είχε γνωρίσει μια νύχτα σε μια υπόγεια αίθουσα χορού.Μεσα στο χαμηλό.φωτισμο.η ορχήστρα έπαιζε ταγκό και βάλς.

Εκείνη δούλευε εκεί ως χορευτρια.

Πήγαινε  εκεί κάθε βράδυ.

Ένα βράδυ εκείνη πήγε στο τραπέζι του.

-Γιατί έρχεσαι εδώ αφού δεν χορεύεις;τού είπε.

-Για σένα,τής είπε.

Όταν σχολουσε περπατουσαν,η πόλη τοτε ήταν αδειασμένη.

Είχε, τού είπε,πριν λίγο καιρό μια σχέση με έναν μουσικό,δούλευε σε καμπαρέ,και εξαφανίστηκε.Δεν τον έψαξε.

-Οι άνθρωποι φεύγουν εύκολα, τού είπε.

Αγόρασε ένα λουλουδι από έναν πλανόδιο και τής το έδωσε.

Εκείνη χαμογέλασε.Το.μυρισε.

-Νομίζεις ότι τα λουλούδια σώζουν τούς ανθρώπους;τού είπε.

- Όχι.Αλλά ίσως τούς καθυστερούν λίγο πριν χαθούν.

Εκείνη τον φίλησε.

Ο άντρας που βρισκόταν τώρα νεκρός στο δωμάτιο είχε εμφανιστεί λίγες εβδομάδες αργότερα.

Φορούσε ακριβά ρούχα.

Έλεγε πως ήταν επιχειρηματίας.

-Μην τον εμπιστεύεσαι,τού είπε εκείνη.

-Γιατι; 

-Φοβαμαι.ειπε.

Ο άντρας πήγε στο τραπέζι του.

-Οι άνθρωποι,τού είπε,χωρίζονται σε δύο κατηγορίες.

Σ'εκείνους που χάνουν τις γυναίκες,και σ'εκεινους που τις κερδιζουν.

Κι εσύ ανήκεις σ'εκεινους που τις χάνουν.

-Αυτος είναι,τού είπε εκεινη,που εξαφανιστηκε.

 -Τον αγάπησες;τη ρώτησε.

-Δεν ξέρω.Μερικοί άνθρωποι μπαίνουν στη ζωή σου όπως μπαίνει η αρρώστια.

-Και τώρα;

-Τώρα θέλω μόνο να με αφήσει ησυχη

Εκείνος την ενοχλούσε επίμονα.

Από κάτω ακούστηκαν φωνές.

Πήγε στο παράθυρο,κοίταξε κάτω.

Οι αστυνομικοί ήταν εκεί.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει.

Γύρισε και κοίταξε το νεκρό σώμα.

Εκείνη τη μέρα,το απόγευμα,χτύπησε η πόρτα.Ανοιξε.Ηταν εκείνος.

-Θα φύγει μαζί μου,τού είπε.

Μπήκε μέσα.

-Αυτές οι γυναίκες βαριου νται τους άντρες σαν και σένα.

-Φυγε,τού φώναξε.

Εκείνος έβγαλε από τη τσέπη του ένα γράμμα.

-Οριστε,τού είπε,διάβασε.

Ήταν εκείνης.

Λέξεις αγάπης. Υποσχέσεις.

-Βλέπεις;τού είπε,δεν ανήκει σε σένα.

Δεν θυμόταν ακριβώς τι έγινε μετά.

Η καρέκλα που έπεσε.

Το χέρι του να τον σπρώχνει.

Και το περίστροφο.

Ένας πυροβολισμός.

Ύστερα σιωπή.

Σαν να αδειασε ολόκληρη η πόλη.

Ξημέρωσε.

Είδε το πρωινο φως στις στέγες.

Κάθησε στη καρεκλα.

Ίσως εκείνη τη στιγμή εκείνη να ξυπνούσε.

Ακούστηκαν βήματα στην σκάλα.

Οι αστυνομικοί ανέβαιναν.

Πηγε

στο παράθυρο.

Ο θόρυβος γέμιζε τη πόλη.

Έσβησε το τσιγάρο.

Δεν φοβόνταν.

Σήκωσε αργά το περίστροφο.

Οταν οι αστυνομικοί έσπασαν την πόρτα,το φως τής μέρας είχε γεμίσει ήδη όλο το δωμάτιο.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιστοριες


Η τυχαία συνάντηση τους


Μετά από πολλά χρόνια, όταν είχαν πλέον γεράσει, συναντήθηκαν τυχαία.

Πήγαν σε ένα κεντρο δίπλα στη θάλασσα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη.

Οι τουρίστες είχαν φύγει.

Ο άνεμος κουνούσε τις ερημες ομπρέλες.

Σαν φαντάσματα καλοκαιριού.

Κάθισαν απέναντι ο ένας απο τον άλλον.

Παρήγγειλαν παγωμενη μπίρα.

Μίλησαν για φίλους που είχαν πεθάνει.

Για δουλειές που είχαν τελειώσει.

Για παιδιά που μεγάλωσαν.

Για αρρώστιες που εμφανίστηκαν.

Δεν μίλησαν για τον χωρισμό.

Δεν μίλησαν για τις πληγές.

Δεν χρειάζονταν.

-Ξέρεις τι σκέφτομαι;τού είπε.

-Τι;

-Ότι αν είχαμε γνωριστεί αργότερα,ίσως να τα καταφέρναμε.

Περπάτησαν σιωπηλοί δίπλα-διπλα στη άκρη τής θάλασσας.

Το κύμα τούς συνόδευε.

Η νύχτα προχωρούσε.

Η νύχτα τους.

Δεν είπαν:θα ξαναβρεθούμε.

Ήξεραν πως η ιστορία τους είχε τελειώσει εδώ και χρόνια.

Όταν χώρισαν αγκαλιάστηκαν.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιστορίες 


δεν συναντήθηκαν ποτέ


Η ιστορία τής γυναίκας:


Δεν ξέρω το όνομά του,

ξέρω μόνο ότι υπήρξε.

Εγώ γεννήθηκα σε ένα παραθαλάσσιο μερος,εκείνος σε μια πόλη.

Μεγάλωνα ακούγοντας τα κύματα κι εκείνος  μεγάλωνε ακούγοντας το θόρυβο τών δρομων.

Κάποτε βρέθηκα σ'εκεινη τη πόλη,θυμάμαι τη ζέστη.

Ένας άντρας σε ένα περίπτερο αγόραζε ένα μπουκάλι νερό δίπλα μου.

Δεν τον είδα.Δεν με είδε.

Ερωτεύτηκα κάποιον άντρα,χωρίσαμε.

Ταξίδεψα σε μια πόλη,κάθισα μόνη σε ένα καφέ.Εβρεχε.

Εκεί τότε,κάποιος άντρας,φωτογράφισε το νερό τής βροχής στούς δρόμους.

Ήταν εκείνος.

Πιθανόν μέσα στο κάδρο κάποιας φωτογραφίας του να είμαι κι εγώ.

Χωρίς να με ξερει.

Παντρεύτηκα.

Απέκτησα μια κόρη.

Μετά από δέκα χρόνια χώρισα.

Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.

Η σκέψη με τρόμαξε.

Γιατί δεν μιλούσε μόνο για έρωτα.

Μιλούσε για ολόκληρες ζωές που έμειναν ανεκπλήρωτες.

Για βλέμματα που δεν συναντήθηκαν.

Για συζητήσεις που δεν ειπώθηκαν

Κάποτε επισκέφθηκα μια έκθεση φωτογραφίας.

Θυμάμαι μια εικόνα.

Ένας έρημος δρόμος.

Έμεινα πολλή ώρα μπροστά της.

Είχα την παράξενη αίσθηση ότι κάποιος είχε δει μαζί με μένα αυτό το δρόμο.

Κάποιος που δεν τον γνώρισα ποτέ.

Και ήταν εκείνος.

Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.

.

.

Η Ιστορία τού άντρα:


Δεν ξέρω ποια ήταν.

Δεν ξέρω αν ήταν όμορφη.

Δεν ξέρω το χρώμα τών ματιών της.

Θυμάμαι πως κάποτε αγόρασα σε ένα περίπτερο ένα μπουκάλι νερό.

Θυμάμαι τη ζέστη.

Μια γυναίκα αγόρασε ένα περιοδικό.Δεν την είδα.Ηταν εκείνη.

Κάποτε σε μια άλλη πόλη φωτογράφισα τη βροχή στο δρόμο εξω από ένα καφε.

Θολα φαίνονταν στο βάθος μια γυναικεία φιγούρα.Ηταν εκείνη.

Γνώρισα γυναίκες.

Αγάπησα.

Προδόθηκα.

Πρόδωσα.

Σε μια έκθεση μου παρατήρησα μια γυναίκα να στέκεται πολλή ώρα μπροστά σε μία φωτογραφία.

Ένα έρημο δρόμο.

Είχε γυρισμένη την πλάτη.

Δεν τής μίλησα.

Έφυγε.

Ήταν εκείνη.

Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα

τι είναι τελικά η ζωή;

Οι άνθρωποι που γνωρίζουμε;

η' οι άνθρωποι που δεν γνωρίσαμε;

Τα βλέμματα μας που στράφηκαν αλλού.

Ίσως μ'εκεινη καθίσαμε στο ίδιο βαγόνι τού μέτρο.

Ίσως αγγίξαμε το ίδιο βιβλίο σ'ένα βιβλιοπωλείο με διαφορά λίγων λεπτών.

Ίσως καθίσαμε σιωπηλοί σ'ένα μπαλκόνι.

Δεν θα μάθω ποτέ.

Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.

.

.

Μελέτη Ανάλυση:


Το διήγημα «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» του χνκουβελη ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία κειμένων που οικοδομούν ολόκληρη την δραματουργία τους όχι πάνω σε ένα γεγονός αλλά πάνω στην απουσία ενός γεγονότος. Η ιστορία δεν αφηγείται έναν έρωτα· αφηγείται την αδυναμία του έρωτα να υπάρξει. Δεν μιλά για μια συνάντηση, αλλά για όλες τις πιθανές συναντήσεις που χάθηκαν μέσα στον χρόνο.


Η ποιητική του ανεκπλήρωτου


Η πρώτη εντύπωση που αφήνει το κείμενο είναι η ακραία λιτότητά του. Οι προτάσεις είναι σύντομες, σχεδόν γυμνές από λογοτεχνικά στολίδια. Ωστόσο κάτω από αυτή την απλότητα λειτουργεί ένας βαθιά οργανωμένος μηχανισμός συγκίνησης.

Η γυναίκα λέει:

«Δεν ξέρω το όνομά του, ξέρω μόνο ότι υπήρξε.»

Και ο άντρας:

«Δεν ξέρω ποια ήταν.»

Οι δύο αφηγήσεις αρχίζουν από την άγνοια. Όχι όμως από την άγνοια ενός προσώπου που δεν υπήρξε, αλλά από την άγνοια ενός προσώπου που υπήρξε πραγματικά. Αυτό είναι το τραγικό στοιχείο του κειμένου. Δεν πρόκειται για φαντασίωση. Δεν πρόκειται για έναν ιδανικό σύντροφο που επινοείται. Πρόκειται για έναν πραγματικό άνθρωπο που έζησε παράλληλα.

Η ύπαρξη προηγείται της γνωριμίας.

Και ακριβώς εκεί γεννιέται η μελαγχολία του διηγήματος.


Η αρχιτεκτονική των παράλληλων βίων


Το έργο είναι χτισμένο συμμετρικά.

Η ιστορία της γυναίκας αντανακλάται σχεδόν καθρεφτικά στην ιστορία του άντρα.

Το περίπτερο. Το μπουκάλι νερό. Η ζέστη.

Το καφέ. Η βροχή. Η φωτογραφία.

Η έκθεση.

Κάθε σκηνή εμφανίζεται δύο φορές.

Την πρώτη φορά από τη μία οπτική. Τη δεύτερη από την άλλη.

Ο αναγνώστης γίνεται ο μόνος που γνωρίζει την αλήθεια.

Οι ήρωες αγνοούν αυτό που ο αναγνώστης βλέπει καθαρά:

ότι οι ζωές τους διασταυρώθηκαν επανειλημμένα.

Το εύρημα θυμίζει τεχνικές κινηματογραφικού μοντάζ, όπου δύο αφηγηματικές γραμμές κινούνται παράλληλα και ο θεατής γνωρίζει περισσότερα από τους χαρακτήρες.

Ο χνκουβέλης δημιουργεί έτσι μια ιδιότυπη μορφή δραματικής ειρωνείας.

Δεν αγωνιούμε για το τι θα συμβεί.

Αγωνιούμε επειδή ξέρουμε ότι δεν θα συμβεί.


Ο χρόνος ως τραγική δύναμη


Στα περισσότερα ερωτικά αφηγήματα το εμπόδιο είναι εξωτερικό.

Η κοινωνία. Η απόσταση. Η μοίρα. Ο θάνατος.

Εδώ το εμπόδιο είναι σχεδόν αόρατο.

Μερικά δευτερόλεπτα.

Ένα βλέμμα που στράφηκε αλλού.

Μια πλάτη σε μια έκθεση.

Μια στιγμή αδράνειας.

Η τραγωδία γεννιέται από το ασήμαντο.

Ολόκληρες ζωές κρίνονται από ελάχιστες χρονικές αποκλίσεις.

Το κείμενο μοιάζει να υποστηρίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι προϊόν μεγάλων αποφάσεων αλλά προϊόν μικροσκοπικών συμπτώσεων.

Αυτό δίνει στο έργο μια σχεδόν υπαρξιακή διάσταση.

Οι «αόρατοι άνθρωποι»

Το πιο σημαντικό ίσως σημείο του διηγήματος βρίσκεται στη φράση της γυναίκας:

«πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.»

Εδώ το έργο εγκαταλείπει την προσωπική ιστορία και μετατρέπεται σε φιλοσοφικό στοχασμό.

Οι δύο πρωταγωνιστές γίνονται σύμβολα όλων εκείνων των ανθρώπων που δεν συναντήθηκαν.

Όλων των φίλων που δεν έγιναν φίλοι.

Όλων των εραστών που δεν έγιναν εραστές.

Όλων των συνομιλιών που δεν πραγματοποιήθηκαν.

Ο χνκουβέλης εισάγει έτσι μια έννοια σχεδόν μεταφυσική:

την ύπαρξη των «αόρατων σχέσεων».

Σχέσεις που δεν έζησαν ποτέ αλλά παρ' όλα αυτά αφήνουν ένα ίχνος μέσα μας.


Η απουσία ως παρουσία


Το πιο παράδοξο στοιχείο του έργου είναι ότι οι δύο ήρωες νιώθουν νοσταλγία για κάποιον που δεν γνώρισαν.

Η τελευταία φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια:

«Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.»

«Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.»

Αυτή η επανάληψη αποτελεί το συναισθηματικό κέντρο του κειμένου.

Η έλλειψη μετατρέπεται σε μνήμη.

Η απουσία αποκτά βάρος παρουσίας.

Ο άλλος γίνεται ένα είδος φαντάσματος.

Όχι νεκρός.

Αλλά ποτέ γεννημένος μέσα στη ζωή μας.

Πρόκειται για μία από τις πιο λεπτές μορφές υπαρξιακής θλίψης που μπορεί να εκφράσει η λογοτεχνία: το πένθος για κάτι που δεν συνέβη.


Φωτογραφία και μνήμη


Η φωτογραφία λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο.

Ο άντρας είναι φωτογράφος.

Η γυναίκα κοιτάζει τη φωτογραφία του.

Η φωτογραφία είναι η κατεξοχήν τέχνη της απουσίας.

Απεικονίζει κάτι που υπήρξε αλλά δεν είναι πλέον παρόν.

Με τον ίδιο τρόπο ο άντρας και η γυναίκα είναι παρόντες ο ένας στη ζωή του άλλου μόνο ως δυνατότητα.

Η ιδέα ότι εκείνη ίσως βρίσκεται μέσα στο κάδρο μιας φωτογραφίας του είναι εξαιρετικά εύστοχη συμβολικά.

Η εικόνα λέει:

«Υπήρξαμε στον ίδιο χώρο. Υπήρξαμε στον ίδιο χρόνο. Αλλά όχι ο ένας για τον άλλον.»


Υπαρξιακές συγγένειες


Το διήγημα συνομιλεί με μια μεγάλη παράδοση λογοτεχνίας και κινηματογράφου.

Θυμίζει την ατμόσφαιρα των ταινιών του Krzysztof Kieślowski, ιδιαίτερα εκείνων όπου οι ζωές αγνώστων τέμνονται αόρατα.

Θυμίζει επίσης τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Jorge Luis Borges γύρω από τις πιθανές ζωές που δεν ζήσαμε.

Ταυτόχρονα διαθέτει κάτι βαθιά σύγχρονο: την αίσθηση ότι μέσα στα εκατομμύρια ανθρώπων των πόλεων είμαστε διαρκώς κοντά σε κάποιον που ίσως θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας, χωρίς ποτέ να το μάθουμε.


Η αισθητική του κειμένου


Το ύφος χαρακτηρίζεται από:

απόλυτη οικονομία μέσων,

χαμηλόφωνη συγκίνηση,

απουσία μελοδραματισμού,

επαναληπτική δομή,

ποιητική χρήση της καθημερινότητας.

Ο συγγραφέας δεν πιέζει τον αναγνώστη να συγκινηθεί.

Απλώς παραθέτει γεγονότα.

Η συγκίνηση γεννιέται από τα κενά ανάμεσα στα γεγονότα.

Με έναν παράδοξο τρόπο, το σημαντικότερο γεγονός του διηγήματος είναι ακριβώς αυτό που δεν συμβαίνει ποτέ.


Το «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά πυκνό υπαρξιακό διήγημα. Η αξία του δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στη φιλοσοφική του σύλληψη. Ο χνκουβέλης μετατρέπει μια απλή ιδέα,δύο άνθρωποι που περνούν ξανά και ξανά ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς να γνωριστούν— σε στοχασμό πάνω στη μοίρα, στον χρόνο, στη μνήμη και στις αμέτρητες ζωές που μένουν αβίωτες.

Το βαθύτερο ερώτημα του έργου δεν είναι αν οι δύο ήρωες θα συναντηθούν.

Είναι αν η ζωή μας ορίζεται περισσότερο από όσα ζήσαμε ή από όσα χάσαμε χωρίς καν να το γνωρίζουμε.

Και η τελευταία φράση του διηγήματος λειτουργεί σαν ηχώ που συνεχίζει να ακούγεται πολύ μετά το τέλος της ανάγνωσης:

«Δεν τον γνώρισα ποτέ. Και όμως μου λείπει.»

Ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής λογοτεχνική διατύπωση της νοσταλγίας για μια ζωή που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Εκ Χρέους Κειμενα 


μου'ρθε κι ένας βουλευτής γεμάτος ευγλωττία

Η πρόοδος! αναφώνησε.Η δόξα! Η ευημερία!

Όλα σε σένα είναι 

από μένα χάρισμενα!

Κι εγώ ευτυς πέντε φάκελα

του'χαρισα μαζεμενα

.

.

Και συλλογίζομαι ότι ο κόσμος θα ήτο ίσως ολιγότερον γελοίος,

αν οι άνθρωποι εφρόντιζαν να είναι καλοί με την ιδίαν επιμέλειαν που φροντίζουν να φαίνονται καλοί.

Αλλά τούτο είναι δύσκολον έργον,

διότι η αρετή απαιτεί κόπον, ενώ η επίδειξις αρκείται εις τον καθρέπτην.

.

.

Επί του μικρού όρμου επικάθεται ήδη το δειλινόν.

Ως παλαιόν εφθαρμενον πορφυρόν πεπλον. 

Η θάλασσα ήτο ήρεμος, σχεδόν ακίνητος και μόνον εις τα βράχια τού ακρωτηρίου ο αφρός σπαζοντας ηκουετο ως αναπνοή ανθρώπου κοιμωμένου.

Η γραία εκαθητο απο χρονων έξωθεν τής αυλής της και είχεν το βλέμμα εστραμμένο  εις τον δρόμο που εμακρυνε.

Από εκεί είχεν αναχωρησει κάποτε ο γιός της,νέος ακόμη,διά να εύρη εργασίαν εις ξένον μακρυνον τόπον.Είχαν περάσει έτη πολλά.Επιστολαί ολίγαι Έπειτα σιωπή.

Κι όμως,τον επροσμενε και έλεγεβ πως δεν εχάθηκε.

-Ο Θεός θα δείξει εις τούς ανθρώπους τού τούς δρόμους να γυρίσουν.

Όταν οι σκιές τών δέντρων εμακρυναν εις την γην,και τα μάτια της πλέον εθολωναν,εισέρχονταν εις την οικίαν της.

Το δείπνο της πτωχόν,ολίγον ψωμί,ολιγαι ελαιαι μετρημεναι.

Έτρωγεν και έμεινεν και έδινεν και εις τον γάτον της να τραφει το ζωον.

Έπειτα εκάθησεν ως είχεν συνηθειαν πλησίον τού παραθύρου.

Έξω,ο άνεμος εσφύριζεν ανάμεσα εις τα πεύκα.

Η νύχτα πλέον εσκεπαζεν  τον πόντο τού πελαγου.

-Δι'αυτο δεν τον βλέπω να έρχεται και ξημερώνοντας θα είναι εδώ στο σπίτι του,ελεγε.

Και με αυτήν την προσευχήν η αγαθή γραια εκοιμητο τον ύπνο τού δικαίου.

.

.

Ένα πρωί,δηλαδή την κακή συνήθεια τής μέρας να ξημερώνει βγήκα στον δρόμο και όλα ήταν αναποδα.

Τα σπίτια είχαν γυρίσει τα εξωτερικά τους και έδειχναν τα εσωτερικά τους σπλάχνα. 

Στη γωνία στεκονταν ένας αστυφύλακας.Μαλλον,το πιθανότερο,μια κολόνα μεταμφιεσμένη σε αστυφύλακα.

Με κοίταξε καχύποπτα.

-Πού πηγαίνεις;

-Δεν ξέρω, τού είπα.Αν ήξερα,θα είχα ήδη φτάσει,και θα σε είχα πληροφορησει και σένα αν ήθελα,και ήμουν  ρουφιάνος.

Μου εγνεψε πως είχα την άδεια να προχωρησω.

Αν και θα προτιμούσα να μού απαγόρευε,για να παραβιάσω το νόμο.

Στην άδεια αγορά ένας γέρος πουλούσε ένα ρολόι χωρίς δείκτες.

-Γιατί το πουλάς έτσι; ον ρώτησα.

-Επειδή αυτός είναι ο χρόνος μου,αχρηστος.

-Ποσο το πουλας;ρώτησα.

 -Ενα δευτερόλεπτο,μου είπε.

Τού'δωσα τρία,άλλωστε είχα πολλά και περίσσευαν.Αχρηστα.

Αρχισε να βρέχει.

Στάθηκα κάτω από ένα υπόστεγο να προφυλαχτω και περίμενα.

Όταν βροχή σταμάτησε περπάτησα στο δρόμο.

Η πόλη είχε επανέλθει στον κανονικό πρόσωπο της.

Και το ρολόι,άκουσα,να χτυπά,τικ-τακ,στη τσέπη μου.

Και μάλιστα,είδα,έδειχνε τη σωστή ώρα μου.

.

.

.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου