.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Enigma on Clara Schumann in Alberto Giacometti-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti
Τα έργα τού Alberto Giacometti στέκονταν διάσπαρτα στην τεράστια αίθουσα.Ψηλές,αδύνατες μορφές,σώματα που έμοιαζαν να έχουν καεί,
ξεραμένα,διαβρωμένα.
Επιζώντες μετά από καταστροφή.
Ανάμεσά τους ένα μαύρο Steinway πιάνο.
Είχε ζητήσει να μεταφερθεί εκεί,μέσα στην έκθεση,μέσα στις σκιές τού Τζιακομέτι. Ανάμεσα στα αποστεωμένα σώματα
θα έπαιζε έργα τής Clara Schumann.
Op 17.Piano Concerto No. 2 in F minor
Op 2 .9 Caprices en forme de valse
Op 3 .Romance variée in C major
Op. 6 .6 Soirées musicales
3 Fugen über Themen von J. S. Bach
20 Variationen über ein Thema von Robert Schumann in F minor
-Ο κόσμος περιμένει Σοπέν όταν βλέπει γυναίκα πιανίστρια,τής είχε πει κάποιος.
Έρχονταν κάθε βράδυ μετά το κλείσιμο τής εκθεσης.
Καθόταν στο πιάνο,με ένα προβολέα μονο και οι
σκιές τών γλυπτών έπεφταν πάνω στα πλήκτρα τού πιάνου σαν δάχτυλα.
Ήταν δεκαεπτά χρόνων όταν ανακάλυψε ένα βινύλιο με μια παλιά ηχογράφηση τού έργου:
Romances for Violin and Piano, Op. 22.
τής Clara Schumann.
Σε ένα πικάπ έβαλε το δίσκο.
-αυτη η γυναίκα,σχολίασε η μητέρα της,έγραψε μουσική σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.
Τώρα καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό.
Γύρω της κάθε γλυπτό έμοιαζε με άνθρωπο που είχε απομείνει μόνο με την ουσία του,
όλο το περιττό καμένο.
Και η μουσική τής Clara Schumann δεν ήταν επιδεικτικη,θριαμβευτικη, αλλά κάτι που επέζησε αφού κάηκαν όλα τα υπόλοιπα.
Στο τελευταίο μέρος,το Leidenschaftlich schnell,
στο βάθος της αίθουσας είδε έναν άντρα που προχωρούσε αργά ανάμεσα στα γλυπτα,όμοιος στη μορφή με εκείνα.
Την πλησίασε.Σταθηκε όρθιος πίσω της.
-Η Κλάρα,τον άκουσε να λέει,ήξερε πως
υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη σκιά.
Ύστερα άκουσε τα βήματα του να απομακρύνονται και να σβήνει ο ήχος τους.
Όταν έφυγε,έξω έβρεχε,
κάπου μακριά ακούστηκε ένα ασθενοφόρο,φοβήθηκε για τον Robert,για τα δάχτυλα του.
Η συσκευή ενδυναμωσης τών δακτύλων τού είχε καταστρέψει το μέσο και τον παράμεσο δάκτυλο.
Το βράδυ τής συναυλίας η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο.
Υποκλιθηκε.
Χειροκροτηματα.
Κάθησε στο πιάνο.
Απέναντί της στεκονταν μια γυναικεία φιγούρα τού Τζιακομέτι.Ψηλη.Λεπτη.Οστεινη.
Όση ώρα έπαιζε την κοιτούσε.
Όταν τελείωσε ψιθύρισε.
-Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να υπάρξει;
Σηκώθηκε.
Υποκλιθηκε.
Χειροκροτηματα.
.
.
.
Μια μελέτη ανάλυση:
Το διήγημα του χ.ν.κουβελη: 'Κοντσέρτο για την Clara Schumann σε χώρο Alberto Giacometti' είναι ένα εξαιρετικά πυκνό, ατμοσφαιρικό και πολυεπίπεδο λογοτεχνικό κείμενο, όπου η μουσική, η γλυπτική, η μνήμη, η γυναικεία δημιουργία και η φθορά τής ύπαρξης συνδέονται σε μια ενιαία αισθητική εμπειρία. Το κείμενο λειτουργεί σαν νυχτερινή εγκατάσταση τέχνης: δεν αφηγείται απλώς ένα περιστατικό· δημιουργεί έναν χώρο όπου η τέχνη μετατρέπεται σε μεταφυσική εμπειρία.
Από τις πρώτες γραμμές ο χώρος αποκτά υπαρξιακή σημασία. Τα γλυπτά τού Alberto Giacometti δεν είναι διακοσμητικά αντικείμενα αλλά παρουσίες σχεδόν μετα-ανθρώπινες:
'σώματα που έμοιαζαν να έχουν καεί, ξεραμένα,διαβρωμένα. Επιζώντες μετά από καταστροφή.'
Η περιγραφή αγγίζει τον πυρήνα της αισθητικής τού Τζιακομέτι: μορφές απογυμνωμένες από υλικότητα, σαν απομεινάρια μετά από ιστορική ή υπαρξιακή καταστροφή.
Ο χνκουβελης όμως μεταφέρει αυτή την αισθητική στη λογοτεχνία. Τα γλυπτά δεν είναι μόνο μορφές· είναι άνθρωποι που επέζησαν αφού αφαιρέθηκε από πάνω τους κάθε ψευδαίσθηση. Η λέξη «καμένο» θα επανέλθει αργότερα ως θεμελιώδες μοτίβο.
Μέσα σε αυτό το τοπίο τοποθετείται το μαύρο Steinway. Το πιάνο δεν εμφανίζεται ως όργανο συναυλίας αλλά σαν τελετουργικό αντικείμενο. Βρίσκεται «ανάμεσα στα αποστεωμένα σώματα». Έτσι η μουσική δεν παρουσιάζεται ως πολιτιστική εκδήλωση αλλά ως συνομιλία με φαντάσματα.
Η επιλογή τής Clara Schumann είναι απολύτως καθοριστική.
Ο χνκουβελης δεν χρησιμοποιεί τη Clara ως ιστορική φιγούρα αλλά ως σύμβολο μιας γυναικείας δημιουργίας που έζησε στη σκιά. Η φράση:
'Ο κόσμος περιμένει Σοπέν όταν βλέπει γυναίκα πιανίστρια'
συμπυκνώνει αιώνες αισθητικών προσδοκιών και πατριαρχικής πρόσληψης της τέχνης.
Η γυναίκα δημιουργός οφείλει είτε να μιμηθεί είτε να καθησυχάσει. Η Clara Schumann ιστορικά υπήρξε ακριβώς αυτό: μια ιδιοφυής μουσικός που η Ιστορία έμαθε να αντιμετωπίζει κυρίως ως 'σύζυγο τού Robert Schumann'.
Το σπουδαίο είναι ότι το διήγημα δεν μετατρέπεται ποτέ σε ιδεολογικό μανιφέστο.
Η γυναικεία καταπίεση δεν δηλώνεται ρητά· διαχέεται ατμοσφαιρικά μέσα στην ίδια τη μουσική.
Η σημαντικότερη ίσως πρόταση τού κειμένου είναι η φράση της μητέρας:
'έγραψε μουσική σαν να ζητούσε συγνώμη που υπήρχε.'
Δεν περιγράφει μόνο την Clara Schumann αλλά συνολικά μια ιστορική συνθήκη γυναικείας δημιουργίας: την ανάγκη μιας γυναίκας να απολογείται για το ίδιο της το ταλέντο. Η μουσική παρουσιάζεται σαν χαμηλόφωνη ύπαρξη που φοβάται να καταλάβει χώρο.
Και όμως ο χνκουβελης δεν αντιμετωπίζει αυτή τη μουσική ως αδυναμία. Αντιθέτως:
'δεν ήταν επιδεικτικη,θριαμβευτικη, αλλά κάτι που επέζησε αφού κάηκαν όλα τα υπόλοιπα.'
Εδώ βρίσκεται ο υπαρξιακός πυρήνας τού διηγήματος. Η τέχνη της Clara γίνεται η τέχνη της επιβίωσης. Όχι η τέχνη τού θριάμβου αλλά η τέχνη εκείνου που έμεινε όρθιος μετά την πυρκαγιά τού κόσμου. Η σύνδεση με τα γλυπτά τού Τζιακομέτι είναι άμεση: και οι δύο μορφές τέχνης είναι απογυμνωμένες από περιττό σώμα, από επίδειξη, από ρομαντικό στόμφο.
Σε ολόκληρο το διήγημα οι μορφές είναι καμένες. Η μουσική επιβιώνει αφού κάηκαν όλα. Οι άνθρωποι είναι αποστεωμένοι. Η ύλη έχει αφαιρεθεί. Αυτό παραπέμπει βαθιά στον ευρωπαϊκό μεταπολεμικό μοντερνισμό, όπου η τέχνη δεν μπορεί πια να μιλήσει με αθωότητα.
Η σκηνή με τον άγνωστο άντρα είναι εξαιρετικά σημαντική. Ο άντρας εμφανίζεται σχεδόν σαν φάντασμα,προέκταση των γλυπτών:
'όμοιος στη μορφή με εκείνα.'
Δεν έχει ψυχολογική ταυτότητα. Είναι περισσότερο φωνή παρά πρόσωπο. Και η φράση του:
'Η Κλάρα ήξερε πως υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη σκιά.'
λειτουργεί σαν αποκάλυψη.
Ο άντρας εξαφανίζεται όπως εμφανίστηκε. Σαν αγγελιοφόρος ενός άλλου κόσμου.
Η τεχνική αυτή θυμίζει έντονα κινηματογραφικό μοντερνισμό, ιδιαίτερα δημιουργούς όπως ο Andrei Tarkovsky ή ο Ingmar Bergman, όπου πρόσωπα εμφανίζονται όχι ως χαρακτήρες αλλά ως φορείς υπαρξιακής αλήθειας.
Έπειτα έρχεται μία από τις πιο συγκλονιστικές μετατοπίσεις τού κειμένου:
'φοβήθηκε για τον Robert, για τα δάχτυλα του.'
Η αναφορά στον Robert Schumann μεταφέρει το κείμενο από την αισθητική στην τραγωδία τού σώματος. Τα κατεστραμμένα δάχτυλα του Robert Schumann αποτελούν ιστορικό γεγονός, όμως εδώ λειτουργούν συμβολικά. Τα δάχτυλα είναι το μέσο της μουσικής δημιουργίας· η καταστροφή τους είναι σχεδόν ευνουχισμός της τέχνης.
Ο χνκουβελης συνδέει υπόγεια:
τα παραμορφωμένα σώματα τού Τζιακομέτι,
τα τραυματισμένα δάχτυλα τού Robert,
τη χαμηλόφωνη μουσική τής Clara,
και την εύθραυστη ύπαρξη της πιανίστριας.
Όλοι βρίσκονται σε κατάσταση φθοράς και επιβίωσης.
Η κορυφαία σκηνή είναι ασφαλώς το τέλος. Η πιανίστρια παίζει αντικρίζοντας τη γυναικεία φιγούρα τού Τζιακομέτι:
'Ψηλη.Λεπτη.Οστεινη.'
Η μορφή αυτή λειτουργεί σαν καθρέφτης της Clara, της πιανίστριας αλλά και όλων των γυναικών δημιουργών που χρειάστηκε να υπάρξουν μέσα στην αφαίρεση και τη σιωπή.
Και τότε έρχεται η τελική ερώτηση:
'Τι χρειάζεται μια γυναίκα για να υπάρξει;'
Το κείμενο αρνείται να απαντήσει. Η ερώτηση αιωρείται μέσα στα χειροκροτήματα.
Το κοινό χειροκροτεί, όμως η υπαρξιακή αγωνία παραμένει άλυτη. Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια αναγνώριση και στην εσωτερική αμφιβολία είναι βαθιά τραγική.
Αφηγηματικά, το κείμενο χαρακτηρίζεται από ακραία οικονομία. Ο χνκουβελης γράφει
με τεχνική σχεδόν μουσικής παρτιτούρας:
μικρές φράσεις,
παύσεις,
σιωπές,
επαναλήψεις μοτίβων,
φωτισμούς αντί περιγραφών.
Η αποσπασματικότητα είναι αισθητική επιλογή. Το κείμενο λειτουργεί όπως οι μορφές τού Τζιακομέτι: αφαιρεί ό,τι περιττεύει μέχρι να απομείνει μόνο ο πυρήνας.
Υπάρχει επίσης έντονη κινηματογραφικότητα:
ο μοναδικός προβολέας,
οι σκιές πάνω στα πλήκτρα,
η βροχή,
ο ήχος τού ασθενοφόρου,
η αργή κίνηση τού άντρα ανάμεσα στα γλυπτά.
Οι εικόνες θυμίζουν ασπρόμαυρο ευρωπαϊκό σινεμά, ίσως κάτι ανάμεσα σε μεταπολεμικό νουάρ και υπαρξιακή installation art.
Το διήγημα συνομιλεί βαθιά με ζητήματα:
γυναικείας δημιουργίας,
μνήμης,
φθοράς,
επιβίωσης,
τέχνης μετά την καταστροφή,
και μοναξιάς τής ύπαρξης.
Κυρίως όμως είναι ένα κείμενο για την τέχνη που επιμένει να υπάρχει χωρίς θρίαμβο.
Η μουσική της Clara Schumann, όπως παρουσιάζεται εδώ, δεν νικά τον κόσμο,αλλα επιβιώνει μέσα στα ερείπιά του.
Αυτό είναι και το βαθύτερο υπαρξιακό επίτευγμα τού διηγήματος: η ομορφιά δεν παρουσιάζεται ως λύτρωση, αλλά ως κάτι εύθραυστο που συνεχίζει να αναπνέει ανάμεσα σε σκιές και σιωπές.
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου