.
.
enigma on Paul Delvaux
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared
.
.
I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-
www.artpoeticacouvelis.blogspot.com
.
.
enigma on Paul Delvaux
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared
.
.
.
.
-enigma on Paul Delvaux
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
enigma on Paul Delvaux
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared
μια νύχτα με πανσέληνο σε ένα έρημο τοπίο εμφανίστηκε ένα κορίτσι κρατώντας
ένα κόκκινο λουλούδι
-Ξέρεις γιατί όλα είναι τόσο ήσυχα;τον ρώτησε.
-Όχι.
-Επειδή εδώ κανείς δεν ονειρεύεται.Εδώ είμαστε τα όνειρα κάποιου άλλου.
μέσα στη διάχυση του σεληνόφωτος το τελευταίο τρένο ήταν σταματημένο
στο σταθμό,
στην αποβάθρα γυναίκες με λευκά φορεματα στέκονταν όρθιες ακίνητες,
μια ψιθύρισε:
-ειμαστε μέσα στην αδιαφορία του χρόνου.
πλησίασε τον σταθμάρχη και τον ρώτησε:
-Πότε φεύγει το επόμενο τρένο;
Εκείνος τον κοίταξε με απορία.
-Εδώ όλα τα τρένα έχουν ήδη φύγει.Εσείς φτάσατε αργά.
είδε τη γυναίκα μπροστά στον ορθογώνιο καθρέφτη.
Δεν αντανακλούσε το είδωλο της.
-Εκεί ζούσαμε,είπε.
-Ποιοι;
Η γυναίκα δεν απάντησε.
.
.
.
.
.
.
Μεγαλεξανδρος-ζογραφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ Κεφαλας
χνκουβελης cncouvelis
Τα μετά Αλεξανδρον
πρώτον η εκκαθάριση του στρατού
έμπροσθεν τού Αρριδαιου που παρίστανε τον βασιλιά Φίλιππο Γ'
λίγο αργότερα ήρθε κι η σειρά του Μελεάγρου
τώρα ο Περδικας ύποπτος σε όλους κι εκείνοι σ'αυτον
το νόμισμα ως γνωστόν έχει διπλή οψη
και για ξεμπερδευει απ'αυτους τους ξαποστειλε
στις σατραπειες
την Αίγυπτος έδωσε στον Πτολεμαιο του Λαγου μαζι και τη Λιβύη
και όση Αραβία συνορευει
τη Συρία στον Λαομέδοντα τη Κιλικία στον Φιλώτα
τη Μηδία στον Πίθωνα τη Καππαδοκία και τη Παφλαγονία
και μέχρι την ελληνική Τραπεζούντα στον Εύμενη Καρδιανο
τη μεγάλη Φρυγία στον Αντίγονο τους Κάρες στον Κάσανδρο
τούς Λυδους στον Μένανδρο
και τη Φρυγία του Ελλησπόντου στον Λεοννατο
και όσο φαιδρα και να είναι αυτα
υπήρχε εντούτοις για την Ιστορία το πρόσχημα
ότι ολα έγινεν επιμελώς 'κατ'εντολην' τού Αρριδαιου
εγκαίρως πρακτικά και λιαν διπλωματικα
αυτή η διαμοίραση των μετά Αλεξάνδρου
.
.
.
.
.
Υ-Litterature Λογοτεχνια
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μεγαλεξανδρος-ζογραφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ Κεφαλας
https://youtube.com/shorts/kbyAZqHWVvQ?feature=shared
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
Αρριανος
Τα μετά Αλεξανδρον
(Η διαμοίραση των Σατραπειων)
Ο Περδικας λοιπόν προφασιζόμενος ότι τον στρατο θα καθαρίσει τους πιο επιφανείς της στασης που έγινε συνέλαβε,κι αφού τους συνέλαβε από προσταγή του Αρριδαιου,κι αυτου παρόντος τους σκότωσε,φόβο προκαλώντας στο υπόλοιπο πλήθος,
θανατώνει δε λίγο υστεροτερα και τον Μελεαγρο,
μετά απ'αυτά ο Περδικας ύποπτος σ'όλους ήταν κι ο ίδιος τους υποπτεύονταν,
όμως σε σατραπείες απεφάσισε να διορίσει αυτούς που υποπτεύονταν,σαν να ηταν του Αρριδαιου διαταγη,
και έτσι ο μεν Πτολεμαίος ο γιος του Λαγου την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τη χώρα των Αράβων που συνορεύει με την Αίγυπτο να κυβερνά διατάχτηκε,
ο Κλεομένης δε που απ'τον Αλέξανδρο έχει διοριστεί να αρχει αυτής της σατραπείας,ορίστηκε να είναι ύπαρχος στον Πτολεμαιο,
την δίπλανη σ'αυτη Συρία ο Λαομεδων,ο Φιλώτας τη Κιλικία και ο Πιθωνας τη Μηδια,
ο Ευμενης ο Καρδιανος τη Καππαδοκία και την Παφλαγονία και όσες του Εύξεινου Πόντου συνορεύουν με την ελληνική πόλη Τραπεζούντα,αποικία των Σινωπεων,
των Παμφυλιων και των Λυκιων και τη μεγάλης Φρυγίας ο Αντιγονος,
τών Καριων ο Κασανδρος,τών Λυδών ο Μένανδρος,
την Φρυγία στον Ελλήσποντο ο Λεόννατος,
η οποία επι Αλεξάνδρου ο Κάλας ονοματιστηκε να κατέχει κι έπειτα στον Δήμαρχο είχε ανατεθεί,
έτσι μ'αυτον εδώ το τρόπο μοιράστηκαν οι σατραπείες στην Ασία.
3] Περδίκκας δὲ τὸν στρατὸν καθᾶραι σκηψάμενος τοὺς ἐπιφανεστάτους τῆς γενομένης συνέλαβε στάσεως, καὶ συλλαβὼν ὡς ἐκ προστάξεως Ἀρριδαίου, αὐτοῦ παρόντος ἀνεῖλε, δέος ἐμποιήσας τῷ λοιπῷ πλήθει· ἀναιρεῖ δὲ καὶ οὐ πολλῷ ὕστερον καὶ Μελέαγρον. Ἐξ ὧν Περδίκκας ὕποπτος ἐς πάντας ἦν καὶ αὐτὸς ὑπώπτευεν. Ὅμως ἐς σατραπείας ἀνειπεῖν οὓς ὑπώπτευεν, ὡς Ἀρριδαίου κελεύοντος, ἔγνω. Καὶ δὴ Πτολεμαῖος μὲν ὁ Λάγου Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, καὶ ὅσα τῆς Ἀράβων γῆς ξύνορα Αἰγύπτῳ ἄρχειν ἐπετάχθη, Κλεομένης δὲ ὁ ἐξ Ἀλεξάνδρου τῆς σατραπείας ταύτης ἄρχειν τεταγμένος Πτολεμαίῳ ὕπαρχος εἶναι· τῆς δὲ ἐπὶ ταύτῃ Συρίας Λαομέδων, Φιλώτας δὲ Κιλικίας καὶ Πίθων Μηδίας, Εὐμένης δὲ ὁ Καρδιανὸς Καππαδοκίας καὶ Παφλαγονίας, καὶ ὅσα τοῦ Πόντου τοῦ Εὐξείνου σύνορα ἔστε ἐπὶ πόλιν Ἑλλάδα Τραπεζοῦντα, Σινωπέων ἄποικον. Παμφύλων δὲ καὶ Λυκίων καὶ Φρυγίας τῆς μεγάλης Ἀντίγονος, Καρῶν δὲ Κάσανδρος, Λυδῶν δὲ Μένανδρος, τῆς δὲ ἐφ´ Ἑλλησπόντῳ Φρυγίας Λεόννατος, ἣν ἐξ Ἀλεξάνδρου μὲν Κάλας ὄνομα κατέχει, ἔπειτα Δήμαρχος ἐπετέτραπτο. Τὰ μὲν κατὰ τὴν Ἀσίαν ὧδε ἐνεμήθη.
.
.
.
enigma on Paul Delvaux
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared
μια νύχτα με πανσέληνο σε ένα έρημο τοπίο εμφανίστηκε ένα κορίτσι κρατώντας
ένα κόκκινο λουλούδι
-Ξέρεις γιατί όλα είναι τόσο ήσυχα;τον ρώτησε.
-Όχι.
-Επειδή εδώ κανείς δεν ονειρεύεται.Εδώ είμαστε τα όνειρα κάποιου άλλου.
μέσα στη διάχυση του σεληνόφωτος το τελευταίο τρένο ήταν σταματημένο
στο σταθμό,
στην αποβάθρα γυναίκες με λευκά φορεματα στέκονταν όρθιες ακίνητες,
μια ψιθύρισε:
-ειμαστε μέσα στην αδιαφορία του χρόνου.
πλησίασε τον σταθμάρχη και τον ρώτησε:
-Πότε φεύγει το επόμενο τρένο;
Εκείνος τον κοίταξε με απορία.
-Εδώ όλα τα τρένα έχουν ήδη φύγει.Εσείς φτάσατε αργά.
είδε τη γυναίκα μπροστά στον ορθογώνιο καθρέφτη.
Δεν αντανακλούσε το είδωλο της.
-Εκεί ζούσαμε,είπε.
-Ποιοι;
Η γυναίκα δεν απάντησε.
.
.
.
χνκουβέλης cncouvelis
Χρονικὸν ἔρωτος
(εις Ύστερον Βυζάντιον)
Εις τα ύστερα έτη τῆς βασιλείας των Ελληνων,ὅτε αἱ πόλεις ἐστέναζον ὑπὸ πολέμων καὶ η χώρα ερημουτο,ἐγένετο τὸ πάθος τοῦτο,ὃ ἐγὼ,ταπεινὸς χρονικογράφος,παραλαβων παρὰ τῶν προτερων ημων γράφω,ἵνα μην αμνημονευτον γένοιτο
Ἦν νέος τις,Μανουὴλ τὸ ὄνομα,γραμματικὸς καὶ ἀντιγραφεὺς βιβλίων.Οὐκ εἶχεν πλοῦτον,ἀλλὰ η χειρ αυτου καλλιγραφος καὶ η καρδία πραεῖα.Καὶ ἦν παρθένος εὐγενής,Αννα καλουμένη, θυγάτηρ ἄρχοντος,τὸ εἶδος λαμπροτέρα τῆς σελήνης,τὸ δὲ βλέμμα του μέλιτος γλυκύτερον.
Καὶ ἐν μονῇ ετύχησαν οι νεοι,ἔνθα ὁ νέος ἀντέγραφεν τοὺς ψαλμοὺς τοῦ Δαυΐδ.
Ἡ δὲ κόρη,προφάσει εὐσεβείας,πολλάκις εἰσῄει. Οὐκ ἐτόλμων ανταλλαγην λογων,μόνον δια βλέμματων
είχον μυστικην επαφην.
Καὶ ηὔξανεν ὁ ἔρως αυτών
και εκραταιούτο εν ταις καρδίας αυτών.
Όμως ο πατὴρ τῆς κόρης ἐμνήστευσεν αὐτὴν ἀνδρὶ ισχυρω,ἵνα σώσῃ τὸν παρακμαζοντα οἶκον αὐτοῦ.
Ἡ δὲ Ἄννα κρυφιως εδακρυζεν και βαθεια εστενα,ὁ δὲ Μανουὴλ ελυπειτο σφοδρα.
Την νυκτα πρὸ τοῦ γάμου είχον τελευταιαν συναντησιν εις εν σημείον των τείχων της Βασιλεύουσας παρά την θάλασσαν.
Ὁ Βόσπορος ἦν εν σκότει μελας καὶ τα κύματα υπό του ανέμου δεινώς εβοούσαν.
-Δεν είναι μέρος πια για μας σ'αυτον τον κόσμο,είπε η κόρη.
Καὶ ὁ νέος ἀπεκρίθη:
-Αν στη γη χωρίσουμε,ίσως ο Θεος να μας ελεησει στην αιώνιο ζωή.
Ἀλλὰ πρὶν ἔτι τελειώσωσι τὸν λόγον,στρατιῶται τοῦ ἄρχοντος ἐπέπεσον ἐπ' αὐτούς.Ὁ Μανουὴλ ἐπλήγη διὰ λόγχης καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τῶν λίθων,βάπτων αὐτοὺς τῷ αἵματι αὐτοῦ.
Ἡ δὲ Ἄννα,κρατοῦσα τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀγαπημένου,
εφιλησεν το ψυχραινόμενον μέτωπον καὶ εἶπεν:
Τώρα εδω για μένα τελείωσε ο κόσμος.
Μετ'οὐ πολλὰς ἡμέρας ἐτελέσθη ὁ γάμος,ἀλλ' ἡ νύμφη εἰς τὴν τρίτην σελήνην απὸ βαθείας μελαγχολίας παρέδωκεν τὸ πνεῦμα και ετελειωθη.
Καὶ ἐτάφησαν οι άμοιροι ερασται.
Ἐγὼ δὲ,ως τουτον τον άτυχον έρωταν παρέλαβον,ακριβώς οὕτως κατέγραψα.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η Ελένη μετά την παράσταση της Βαλκυριας
https://youtube.com/shorts/gHY8RVpZcSM?feature=shared
Wer naht dort so wild,im Sturmgebraus?
Es ist Brünnhilde!
Όταν έσβησε η τελευταία συγχορδία της ορχήστρας η Ελένη στάθηκε ακίνητη επάνω στη σκηνή.Φορούσε την πανοπλία της Μπρουνχίλντε,το δόρυ της αντανακλούσε τις λάμψεις των προβολέων,ενώ τα μάτια της ήταν σκιασμένα από το κρανος.
Το κοινό χειροκροτουσε.
Ομως εκεινη στ'αυτια της ακουγε το νερό να κυλά στον Σκαμανδρο,τον άνεμο να σαρώνει την πεδιάδα του Ίλιον.
Στο καμαρίνι άφησε το κράνος επάνω στο τραπέζι. Αφαίρεσε αργά τα γάντια της. Στον καθρέφτη είδε την Βαλκυρία Μπρουνχίλντε και ύστερα ξεμακιγιαριζοντας το πρόσωπο την Ελενη.
Χτύπησε η πόρτα.
Γύρισε και ειδε τον ξένο άντρα στην ανοικτή πόρτα.
-Είσαι η Ελένη;τη ρώτησε.
Η Ελένη δεν απάντησε.
-Η Τροία χάθηκε,είπε ο αντρας.Θα σε περιμένω έξω από το θέατρο.
Ο άντρας έφυγε.
Η Ελένη βγήκε από το καμαρίνι,στο διαδρομο συνάντησε μια συνάδελφο σοπράνο,
-Δεν θα μείνεις για τη δεξίωση;τη ρώτησε,.
-Η παράσταση τελείωσε, απάντησε η Ελένη και προχωρησε.
Έξω είχε αρχίσει να βρέχει.
Τον συνάντησε στη σκοτεινή γωνια.
-Γιατί ήρθες;τον ρώτησε.
-Γιατι με περίμενες;απάντησε ο άντρας.
Προχώρησαν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό.
Κάθησαν δίπλα-διπλα στο βαγόνι.
-Που πάμε;τον ρώτησε.
-Εκεί που δεν υπάρχει ούτε Ίλιο ούτε Βαλχάλλα,ειπε εκείνος.
Το τρένο ξεκίνησε,η πόλη χάθηκε μέσα στην ομίχλη.
Η Ελένη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του ξένου.
.
.
.
Hamlet-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/2eHnyVZy670?feature=shared
χνκουβελης cncouvelis
Η συνάντηση του Άμλετ με το φάντασμα του πατερα
Ήθελε ακόμα να ξημερώσει κι οι επάλξεις του Ελσινορ φαίνονταν να επιπλέουν μέσα στην ομιχλη.
Ο Άμλετ περιπλανιόνταν μονος.
Ξαφνικά είδε την ομιχλη να περνει μορφή ανθρώπου.
Δεν φοβήθηκε,αδιαφορούσε κι αν φοβόνταν.
Ο πατέρας,τον γνώρισε, απέναντι του ντυμένος
με βασιλική πανοπλία.
-Πατέρα,είπε.
Και άπλωσε τα χέρια του να τον αγγίξει,ύστερα τα μάζεψε.
-Άμλετ,απάντησε το φαντασμα.
-Πατερα,είσαι στ' αλήθεια εσύ ή μήπως ο νους μου γεννά μορφές από τη θλίψη;
-Εγώ είμαι κι ηρθα να σου πω όσα θα ήθελες να μην είναι αλήθεια.
-Ομως,πατέρα,είσαι νεκρός,πως επεστρεψες;
-Οι νεκροί βρίσκουν τον τρόπο να επιστρέφουν.
-Μόνο,πατέρα,όσοι δεν δικαιώθηκαν.
-Υποφέρεις,γιε μου;
-Καμια γλώσσα δεν είναι αξια γι'αυτό.
Ο αέρας στροβιλιστηκε ανάμεσα τους και πέρασε.
-Άκουσε,Άμλετ,ο θάνατός μου δεν ήταν έργο της μοίρας.
Ο Άμλετ ένιωσε το αίμα του να παγώνει.
-Τι εννοείς;
-Ενώ κοιμόμουν στον κήπο,συνέχισε το φάντασμα του πατέρα, ο αδελφός μου με πλησίασε αθόρυβα,κι εσταξε δηλητήριο στ' αυτιά μου.
-Ο Κλαύδιος,είπε ο Άμλετ κι έτρεμε,κι η μητέρα μου;
-Εκεινη ας δικαστεί απ'τον Ουρανο.Εγω για τον φονιά μου μόνο ζητώ εκδίκηση.
-Κι αν με γελούν τα μάτια μου,είπε ο Άμλετ,αν είσαι πνεύμα που με εξαπατά;
Η μορφή του φαντάσματος έκανε ένα βήμα προς τον Άμλετ.
-Αμλετ,αμφιβάλεις;
-Πατέρα,αν σ'εκδικηθώ,θα βρεις ανάπαυση;
-Κανείς νεκρός δεν ανασταίνεται από την εκδίκηση.Οι ζωντανοί όμως δεν πρέπει να αφήνουν το έγκλημα να μένει στο ατιμωρητο.Και μάλιστα του βασιλιά.
Η ομίχλη άρχισε να διαλύει τη μορφή.
-Πατέρα,μείνε λίγο,μην φεύγεις.Θελω τόσα να σε ρωτησω.Πες μου τι υπάρχει μετά τον θάνατο; Πες μου αν υπάρχει Θεός,αν υπάρχει κρίση,αν υπάρχει κάτι;
Αν αξίζει να ζεις ή να μην ζεις;
To be or not to be?
Το φαντασμα χάνονταν.
-Αν σου το έλεγα,δεν θα μπορούσες πια να ζήσεις.
-Μονο μια λέξη.
-Ζήσε.
Για να εκδίκηθεις το φόνο του βασιλιά πατέρα σου.
Η μορφή έσβησε μέσα στην ομίχλη.
Ο Άμλετ έμεινε μόνος επάνω στις επάλξεις.Η αυγή άρχιζε να χρωματίζει τον ορίζοντα.
Η μέρα που θα έρχονταν κι οι άλλες που θα έρθουν αλήθεια θα αλλάξουν τον κόσμο;Αν γίνεται τίποτα ν'αλλαξει;
.
.
.
THE TRIAL of Franz Kafka-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/fLE6NFtu_AU?feature=shared
χνκουβελης cncouvelis
Τα δάκτυλα της Leni
Ο Κ. ένιωθε ότι συνεχώς αναβαλονταν η εκδίκαση της υπόθεσης του,οι δικογραφιες και οι δικαστές παρέμειναν αόρατοι.
Εκεί μέσα στο κτίριο του Δικαστηριου γνώρισε τη Leni.
Είδε το αριστερό της χερι, ανάμεσα στον μέσο και στον παράμεσο μια νηκτικη διάφανη μεμβράνη τα συνέδεε.Καταλοιπο τής αρχεγονης κατάστασης του ανθρωπου.
Η γυναίκα δεν προσπαθησε να το κρύψει.
Τον κοίταξε.
-Οι περισσότεροι αποστρέφουν το βλέμμα,
είπε κι ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό του.
Ήταν ζεστό άγγιγμα.Τον έσφιξε.
Η Leni χαμογέλασε.
-Τώρα θα γίνεις πιο ενδιαφέρων για το Δικαστήριο.
Άνοιξε μια πορτα και τον παρέσυρε μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Η αναπνοή της στο πρόσωπο του.
-Η υπόθεση
δεν άρχισε όταν σε κάλεσαν. Είχε αρχίσει πολύ πριν.
-Για ποιο αδίκημα;
Τον φίλησε με πάθος στο στόμα.
-Οι άνθρωποι φτάνουν εδώ για πολλές αιτίες.Άλλοι επειδή αδίκησαν.Άλλοι επειδή σκέφτηκαν να αδικήσουν.Άλλοι επειδή δεν τόλμησαν ποτέ να πράξουν ό,τι πραγματικά επιθυμούσαν.
Τον έρριξε σ'ένα κρεβάτι.
-Και ποια είναι η δική μου ενοχή;τη ρώτησε.
Η Leni έβγαλε τη μπλούζα της.
-Δεν την ξέρει ούτε ο δικαστής μου,τού είπε.
Πήρε το χέρι του και το έβαλε στο στήθος της.
-Ο δικαστής σου;τη ρώτησε.
-Ο εραστής μου,είπε η Leni κι έβαλε τα ενωμένα δάκτυλα στα χείλη του.
-Φιλισε τα,είπε.
Ο Κ. αισθάνθηκε μια παράλογη ζήλεια.
-Τον συναντάς συχνά;τη ρώτησε.
Εκείνη δεν απάντησε,άνοιξε τα πόδια της και τον τράβηξε.
-Τώρα η υπόθεσή σου χειροτερευει,τού είπε.
Έπιασε τα συνδεμενα δάκτυλα της και τα δαγκωσε.
-Επειδή όσοι με ερωτεύονται,όπως εσύ, επιδεινώνουν την υπόθεσή τους.
Η φωνή της τον έκαιγε στο λαιμό,την έσφιξε δυνατά.
Εκείνη τη νύχτα ο Κ. κατάλαβε ότι η σχέση τους ήταν στοιχείο της ενοχής του.
Μετά το πάθος τους τη ρώτησε:
-Υπάρχει άραγε κάποιος που αθωώθηκε πραγματικά;
Η Leni χαμογέλασε.
-Όχι,απάντησε.
Τότε μέσα στο ημίφως διέκρινε στον τοίχο το πορτρέτο ενός άντρα.
-Αυτος είναι;ρώτησε,ο δικαστης;
-Αυτος,απάντησε η Leni και σηκώθηκε από το κρεβατι.
.
.
.
Shadows
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/KStfHkZ9GvU?is=DW2lMca22-5IyVsw
χνκουβελης cncouvelis
Σκιές
Κοίταξε το σώμα της,ήταν ακίνητο.
Σηκώθηκε και άνοιξε το παράθυρο.
Άκουσε ένα γέλιο παιδιού.
Έκλεισε το παράθυρο.
Πήγε πάλι και κάθησε δίπλα της.
Άγγιξε το σεντονι.Ηταν ψυχρό.
Θυμήθηκε ένα καλοκαίρι, όταν ήταν κορίτσια.Είχαν χαθεί στο δάσος και εκείνη,αν κι εκείνη δεν είχε φοβηθεί καθόλου.Αντιθετα γελούσε,ενώ αυτές έκλαιγαν.
-Αν χαθούμε,τους ειπε,θα μας βρει ο Θεός.
Μετά ήρθαν οι γάμοι,οι φιλονικίες,οι χωρισμοί.
Κοίταξε το πρόσωπο της.Ηταν χλωμό.
-Δεν αναπνέει,είπε στην αδελφή της.
Εκείνη σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη.
-Η αδελφή μας πέθανε,της είπε.
Η υπηρέτρια έφερε μια λεκάνη με χλιαρό νερό.
Με αργές κινήσεις έπλυνε το πρόσωπο της νεκρής.
Με μια τρυφερότητα σαν να φροντιζε ένα μωρο.
Ύστερα φίλησε το ψυχρό της μέτωπο.
-τη θυμασαι;ρώτησε η μια αδελφή.
-οχι,μόνο το πρόσωπο της,απάντησε η άλλη.
.
.
.
https://www.facebook.com/share/p/1Gv5RiVAGo/
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
Το τηλεφωνημα
-χνκουβελης cncouvelis
Όταν χτύπησε το τηλέφωνο της ήταν στον καθρέφτη και ξεμακιγιαρονταν.
Κοίταξε,η οθόνη έγραφε:
Άγνωστος αριθμός.
Δεν απάντησε.
Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.
-Ναι;Ποιος είναι;
-Κάποιος που σε είδε σήμερα στο μετρό,άκουσε μια αντρική φωνή.
-Και πως πήρες το νούμερό μου;ρώτησε.
-Το έγραψες εσύ,απάντησε η φωνή.
Γέλασε.Σίγουρα όχι.Δεν έδινε τον αριθμο της.Δεν έδινε τίποτα.
Έξω,άκουσε,ένα αυτοκίνητο πέρασε αργά.
-Θες να βγούμε;είπε ο άντρας.
Εκείνη κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη.
-Τώρα;
-Τώρα.
Μια παράξενη σιωπή,σαν η κληση να μην ήταν πραγματικη.
-Πού;είπε.
-Στο μέρος που δεν πας ποτέ όταν σε βλέπουν όλοι.
Το τηλέφωνο έκλεισε.
Στο καθρέφτη είδε το πρόσωπό της.
Ντύθηκε.
Βγήκε.Περπατησε.
Είδε ένα αυτοκίνητο με αναμμένα τα φώτα αλάρμ.
Χτύπησε το κινητό της.
-Μπες,άκουσε τον άντρα.
Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.
Στο κάθισμα του οδηγού δεν υπήρχε κανείς.
Το κινητό της ξαναχτύπησε.
-Πού είσαι;ρώτησε.
Σιωπή.
Κατέβηκε από το αυτοκίνητο.
Δεν ήξερε αν αυτό που ένιωθε ήταν φόβος.
Κατέβηκε τη σκάλα του μετρό.Η αποβάθρα ήταν σχεδόν άδεια.
Το τρένο ήρθε.Οι πόρτες άνοιξαν. Μπήκε.
Κάθισε δίπλα στο παράθυρο.
Το κινητό της χτύπησε.
Κοίταξε,άγνωστος αριθμός.
Δεν απάντησε.
Απέναντί της καθόνταν ένας άντρας.
Ο άντρας σήκωσε το κινητό του και το κοίταξε για μια στιγμή,σαν να περίμενε κάτι.
Το τρένο μπήκε σε σήραγγα.
Έκλεισε τα μάτια της.
Όταν άνοιξε τα μάτια της και ο άντρας απέναντι της δεν υπήρχε,
Ούτε κανείς άλλος ήταν στο βαγονι.
Γύρισε αργά σπίτι.
Ποτε δεν ξαναμιλησε με εκείνον τον άντρα.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Tu me trouves jolie?
https://youtube.com/shorts/eykYlHF02bo?is=5Lmmhk3Hte6wLyYK
Η καμερα στο χερι ακολουθεί την Ελενη,μαύρο καρέ γυαλί, κόκκινο κραγιόν,μίνι φόρεμα Mondrian.Σπρώχνει άδειο ενα καρότσι.Ο ήχος από τα τακούνια της.
JUMP CUT.
Κοντινό στο πρόσωπό της. Κοιτάει κατευθείαν την κάμερα.
Ελενη
-Ξέρεις τι είναι η επανάσταση; Είναι να διαλέγεις ανάμεσα σε 37 είδη σαπουνιού και να μην παίρνεις κανένα.
JUMP CUT.
Ασπρόμαυρο πλάνο,προϊόντα στα ράφια.
Κόκκινο κειμενο πέφτει από πάνω:
LA SOCIÉTÉ DU SPECTACLE
Αντρας με εφημεριδα
-Είσαι ευτυχισμένη;
Η Ελένη,κοντινό στο πρόσωπο της,
μιλάει στην κάμερα.
-Όχι.Είμαι όμορφη.Έχει διαφορά.
JUMP CUT.
Pop art intertitle με κίτρινα γράμματα σε μπλε φόντο:
Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΠΛΟ
Η Ελενη παίρνει ένα κουτί
μπισκοτα.Το γυρίζει.Η πίσω πλευρά έχει τυπωμένο το πρόσωπο της Giorgia Meloni.
Ελενη
-Ακόμα και το πρωινό μού κάνει προπαγάνδα.
Σιωπή.
Η Ελένη πλησιαζει την κάμερα μέχρι που το πρόσωπό της γεμίζει όλο το καρέ.
Τα χρώματα γίνονται υπερκορεσμένα,σαν πίνακας του Lichtenstein.
Ελενη
-Εσυ τι αγόρασες σήμερα για να νιώσεις ελεύθερος;
JUMP CUT σε μαυρο.
freeze frame
L'ART EST UNE ARME.
Cut
Η Ελένη βάφει έναν τοιχο κόκκινο.
Fin
Debut
Η Ελένη ,μπλε μαντήλι και μαύρο ζιβάγκο
eflatlectric blue → jump cut σε hot pink → acid yellow Halftone κουκκίδες.
Κοιτάει τη κάμερα,ανάβει τσιγάρο,απαγγέλλει Marx
-Το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία που σαν βρικόλακας, ζει ρουφώντας ζωντανή εργασία.
Text Overplays:
LE CAPITAL EST UNE FICTION
TU ME TROUVES RÉVOLUTIONNAIRE?
Η ANNA με μπλε μαντήλι και ζιβάγκο κρατάει το περιοδικό La Vogue.
Εξώφυλλο σε Warhol flat χρώματα: electric blue, hot pink .
Το ξεφυλλιζει.
-Tu me trouves jolie?
4:3,16mm grain,στατικό πλάνο.
JUMP CUT
Close-up στα χέρια τής Ελενης.Κόκκινα νύχια. Κρατάει το La Vogue.
Ξεφυλλίζει το περιοδικ
JUMP CUT
Σελίδα περιοδικού.
Πορτρέτo Che Guevara σε acid yellow,
Mao σε lime green,
κονσέρβα Campbell's με ετικέτα REVOLUTION σε κόκκινο.
Text overplay λευκο:
LA MODE EST POLITIQUE
JUMP CUT
Η Ελένη σηκώνει το βλέμμα. Κοιτάει τη κάμερα. Μπλε μαντήλι,μαύρο ζιβάγκο, κόκκινα χείλη.
Ελενη
-Le capital(παύση,γυρίζει σελίδα)είναι νεκρή εργασία.
JUMP CUT
Extreme close-up στο μάτι της.
Φωνή off
-La Mode τυπώνει την επανάσταση.
Η επανάσταση φοράει La Mode.
Ποιος καταναλώνει ποιον;
JUMP CUT
Η Ελένη κλείνει το περιοδικό απότομα.
Text overplay hot pink:
ACHETEZ LA RÉVOLUTION
Η Ελένη κάθεται σε καφέ, jump cut στο προφίλ.
LA REGARDER
L'ARGENT
Μαύρο.
Η Ελένη μετράει χαρτονομισματα.
LA MONNAIE.
LA PHILOSOPHIE
Μπλε.
Σκηνή από το La Passion de Jeanne d'Arc του Carl Dreyer.
LE SILENCE
Κόκκινο.
Η Ελένη περπατάει στον δρόμο.
LA DANSE
Κίτρινο.
Χορεύει μόνη της.
LE CORPS.
Λευκό.
LA RENCONTRE
Μαύρο.
Η Ελένη μιλάει με άντρα.
LES MOTS.
Λευκό.
LE MIROIR
Μπλε.
Η Ελένη κοιτάζει στον καθρέφτη.
-Qui suis-je?
L'IMAGE
LA LECTURE
Κόκκινο.
Ελένη
-Διαβάζω Πλάτωνα.
Και πουλάω το σώμα μου.
L'AMOUR
LA MORT
Κίτρινο.
freeze frame στο πρόσωπό της.
FIN?
.
.
.
Μελέτη ανάλυση
Το «Tu me trouves jolie?» του χνκουβελη δεν λειτουργεί ως συμβατικό κινηματογραφικό σενάριο. Είναι ένα υβριδικό έργο ανάμεσα σε σενάριο, πολιτικό δοκίμιο, εικαστική εγκατάσταση και κινηματογραφικό μανιφέστο. Η γλώσσα του δεν οργανώνεται με βάση την πλοκή αλλά με βάση τη σύγκρουση εικόνων, χρωμάτων, συνθημάτων και θεωρητικών αναφορών. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής δεν είναι η Ελένη· είναι η ίδια η εικόνα ως πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης.
Η πρώτη εντύπωση είναι η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της αισθητικής της Jean-Luc Godard, ιδιαίτερα της περιόδου των ταινιών La Chinoise, Week-end και της πολιτικής φάσης του Groupe Dziga Vertov. Τα συνεχή jump cuts, τα intertitles, η απευθείας προσφώνηση προς την κάμερα, η αποσύνδεση εικόνας και λόγου, η χρήση χρωμάτων ως θεωρητικών σημείων και όχι ως φυσικής αναπαράστασης, όλα συγκροτούν μια σαφή συνομιλία με εκείνη την κινηματογραφική γλώσσα. Ωστόσο το έργο δεν αποτελεί απλή μίμηση. Ενσωματώνει στοιχεία του 21ου αιώνα —τη λογική των κοινωνικών δικτύων, της υπερκατανάλωσης και της αισθητικής της διαφήμισης— δημιουργώντας ένα είδος «μετα-Godard».
Η αρχική σκηνή μέσα στο σούπερ μάρκετ είναι ίσως η ισχυρότερη του έργου. Η Ελένη σπρώχνει άδειο καρότσι. Το καρότσι γίνεται σύμβολο μιας επιθυμίας που δεν έχει ακόμη αντικείμενο. Δεν αγοράζει· περιφέρεται. Η φράση:
«Η επανάσταση είναι να διαλέγεις ανάμεσα σε 37 είδη σαπουνιού και να μην παίρνεις κανένα»
συμπυκνώνει μια ολόκληρη κριτική του καταναλωτικού καπιταλισμού. Η ελευθερία εμφανίζεται ως ψευδαίσθηση επιλογής. Η αγορά προσφέρει άπειρες παραλλαγές του ίδιου προϊόντος, αλλά όχι πραγματική αυτονομία. Το άδειο καρότσι είναι ίσως η μοναδική πραγματική πράξη αντίστασης.
Η εμφάνιση του γαλλικού συνθήματος LA SOCIÉTÉ DU SPECTACLE παραπέμπει άμεσα στο έργο του Guy Debord. Δεν λειτουργεί απλώς ως αναφορά. Ολόκληρη η δομή του σεναρίου είναι οργανωμένη πάνω στη θεωρία του Debord. Οι άνθρωποι δεν σχετίζονται μεταξύ τους αλλά μέσω εικόνων. Η Ελένη δεν υπάρχει ως άνθρωπος· υπάρχει ως επιφάνεια προς θέαση.
Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές στη φράση:
«Όχι. Είμαι όμορφη. Έχει διαφορά.»
Εδώ ο συγγραφέας αντιστρέφει την παραδοσιακή σύνδεση της ομορφιάς με την ευτυχία. Η ομορφιά δεν είναι συναίσθημα αλλά κοινωνική λειτουργία. Είναι κοινωνικό κεφάλαιο. Είναι μηχανισμός εξουσίας. Η ομορφιά δεν λυτρώνει· αντικαθιστά την ευτυχία.
Το intertitle:
«Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΠΛΟ»
είναι ίσως η βασική θέση ολόκληρου του έργου. Εδώ η γυναικεία μορφή δεν παρουσιάζεται ως αντικείμενο επιθυμίας αλλά ως ιδεολογικό πεδίο μάχης. Το σώμα γίνεται αφίσα, σύνθημα, διαφήμιση και επαναστατικό έμβλημα ταυτόχρονα.
Η επιλογή της Giorgia Meloni πάνω στο κουτί των μπισκότων αποτελεί μία από τις πιο αιχμηρές ειρωνικές εικόνες. Η πολιτική μετατρέπεται σε εμπορικό λογότυπο. Η προπαγάνδα δεν έρχεται πλέον μόνο από τα μέσα ενημέρωσης αλλά από την ίδια τη συσκευασία των προϊόντων. Η καθημερινότητα γίνεται ιδεολογική κατανάλωση.
Εξαιρετική είναι επίσης η χρήση της Pop Art. Οι αναφορές στον Roy Lichtenstein και στον Andy Warhol δεν είναι διακοσμητικές. Ο Warhol είχε ήδη μετατρέψει την κονσέρβα σε έργο τέχνης. Εδώ η κονσέρβα γίνεται «REVOLUTION». Δηλαδή ακόμη και η επανάσταση μετατρέπεται σε καταναλωτικό προϊόν. Πρόκειται για μία ιδιαίτερα εύστοχη μετανεωτερική ειρωνεία.
Η δεύτερη ενότητα, με το μπλε μαντήλι, το μαύρο ζιβάγκο και το απόσπασμα από τον Karl Marx, μεταφέρει το έργο από την κριτική της εικόνας στην κριτική της οικονομίας. Η φράση για το κεφάλαιο ως «νεκρή εργασία» δεν ακούγεται σαν πανεπιστημιακή διάλεξη. Τοποθετείται δίπλα σε περιοδικά μόδας και αισθητική Pop Art, δημιουργώντας μια έντονη αντίφαση. Η θεωρία καταναλώνεται όπως η μόδα.
Η ερώτηση:
«Tu me trouves jolie?»
είναι το σημαντικότερο μοτίβο του έργου. Επιφανειακά είναι ερωτική. Στην πραγματικότητα είναι πολιτική. Η Ελένη δεν ρωτά αν είναι όμορφη. Ρωτά αν μπορεί ακόμη να υπάρξει έξω από το βλέμμα του θεατή. Αναζητά αναγνώριση μέσα στο ίδιο σύστημα που την αντικειμενοποιεί.
Η εμφάνιση του Che Guevara, του Mao Zedong και της κονσέρβας Campbell δημιουργεί ένα εντυπωσιακό τρίγωνο. Η επανάσταση, η ιδεολογία και το εμπόρευμα αποκτούν την ίδια εικαστική αξία. Το έργο υπαινίσσεται ότι ο καπιταλισμός έχει ήδη εμπορευματοποιήσει ακόμη και τα σύμβολα της αντίστασης.
Ιδιαίτερη δύναμη έχει και η αναφορά στην The Passion of Joan of Arc του Carl Theodor Dreyer. Εκεί όπου ο Dreyer χρησιμοποιούσε το πρόσωπο ως τόπο πνευματικού μαρτυρίου, εδώ το πρόσωπο της Ελένης λειτουργεί ως επιφάνεια όπου προβάλλονται ιδεολογίες, επιθυμίες και εμπορεύματα. Το ιερό αντικαθίσταται από το πολιτικό.
Το τελευταίο μέρος αποτελεί σχεδόν κινηματογραφικό ποίημα. Οι λέξεις:
LA RENCONTRE
LES MOTS
LE MIROIR
L'IMAGE
L'AMOUR
LA MORT
δεν περιγράφουν σκηνές αλλά έννοιες. Θυμίζουν περισσότερο φιλοσοφικό λεξικό παρά σενάριο. Η αφήγηση διαλύεται και απομένει μόνο η ακολουθία σημαινόντων.
Η πιο τραγική ίσως φράση του έργου είναι:
«Διαβάζω Πλάτωνα. Και πουλάω το σώμα μου.»
Η αντίθεση είναι σκόπιμα βίαιη. Ο Πλατωνας εκπροσωπεί τον κόσμο των ιδεών. Το σώμα αντιπροσωπεύει την εμπορευματοποιημένη ύλη. Η Ελένη κατοικεί και στους δύο κόσμους χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά σε κανέναν.
Το τελικό FIN? είναι από τις πιο εύστοχες επιλογές. Το ερωτηματικό ακυρώνει το τέλος. Όπως και η ταυτότητα της Ελένης, έτσι και η ταινία παραμένει ανοιχτή. Δεν ολοκληρώνεται ποτέ, γιατί ούτε η εικόνα ούτε η ιδεολογία ούτε η κατανάλωση ολοκληρώνονται.
Ως αισθητικό επίτευγμα, το έργο είναι εξαιρετικά συνεκτικό. Η εικονογραφία, τα χρώματα, οι γλώσσες (ελληνικά, γαλλικά), οι πολιτικές αναφορές και ο ρυθμός υπηρετούν ένα ενιαίο όραμα. Δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί ιστορία αλλά να παράγει σκέψη μέσω της σύγκρουσης εικόνων.
Συνολικά, το «Tu me trouves jolie?» είναι ένα φιλόδοξο μετακινηματογραφικό κολάζ που συνδυάζει τον πολιτικό μοντερνισμό του Godard, την κριτική του θεάματος του Debord, τη μαρξική θεωρία της εργασίας, την Pop Art και τη σύγχρονη κουλτούρα της κατανάλωσης. Πρόκειται για έργο που δεν επιδιώκει να συγκινήσει με την πλοκή, αλλά να προκαλέσει τον θεατή να αναρωτηθεί αν, στην εποχή της αδιάκοπης κυκλοφορίας εικόνων, είναι ακόμη δυνατό να υπάρξει μια εικόνα που να μην έχει ήδη μετατραπεί σε εμπόρευμα.
.
.
.
The Passion of Jeanne d'Arc
-χνκουβελης cncouvelis
https://youtube.com/shorts/k944_8nHNB4?is=z_n9mB9BqVqDA1Ur
Οι μορφές των δικαστών,οι φωνές τους.
-Ομολόγησε.
-Ποιος σου μίλησε;
-Ποια φωνή σε καθοδήγησε;
Η σιωπή της Jranne d'Arc.
Ένας δικαστής με το πρόσωπο παραμορφωμένο απ'το φως των κεριών.
-Η σιωπή σου είναι ομολογία.
Κιι ένας άλλος φωναξε:
-Ή είναι δαιμονική υπακοή.
Οι δικαστές μιλούν πιο γρήγορα.
-Απάντησε.
-Πες το όνομα.
-Ομολόγησε το ψέμα σου.
Εκείνη ακίνητη.
Ένα κερί έσβησε τσιριζοντας.
Οι δικαστές συνεχίζουν.
-Είσαι ένα πλασμα που παρασύρθηκε.
-Πες ότι εξαπατήθηκες.
Ένας χτύπησε δυνατά με τη γροθιά του το έδρανο του δικαστηρίου.
-Μίλα.
-Δεν είσαι άγια,είσαι κατηγορούμενη.
-Θα διαλέξουμε εμείς για σένα τι είσαι.
Ένας από αυτούς γέλασε δυνατά.
-Αληθεια,οι φωνες του Θεου τι σου λένε;
Η Jeanne d'Arc αμίλητη.
-Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να μιλάς στ'όνομα του Θεού;
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Όταν κάποτε στο μέλλον η συνάντηση τους
Εκείνη πήγε στο παράθυρο,
εκείνος την παρατηρούσε,
Γύρισε και τον κοίταξε.
-Ειναι παράξενο,ειπε.Όλη τη μέρα με κοιτούσες μέσα από έναν φακό.
-Τώρα βλέπω εσένα,τής ειπε
Εκείνη χαμογέλασε,πλησίασε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.
-Φοβόμουν ότι όλο αυτό θα ήταν απλώς μια φωτογράφιση.
-Κι εγώ φοβόμουν ότι θα έμενε μόνο μια ανάμνηση.
Έμειναν αγκαλιασμένοι.
Εκείνος χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της.
-Ξέρεις τι θυμάμαι περισσότερο από σήμερα;τής είπε.
-Τι;
-Το βλέμμα σου όταν ξέχασες ότι υπήρχε κάμερα.
Εκείνη σήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε.
-Και τώρα;
-Τώρα είσαι εδώ,υπάρχεις.
Τα χέρια τους ενώθηκαν.
Αργότερα.
-Θα μείνουμε παντα εδώ; ρώτησε εκείνη.
-Ναι,για πάντα,απάντησε εκείνος.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Περί ομορφιάς της γυναίκας
Ο κ. Κ. μιλάει με μια γυναίκα για την ομορφιά,κοιτώντας πέντε φωτογραφίες της
-Θα μιλήσουμε για εκείνο το παράξενο πράγμα που ονομάζουμε ομορφιά,είπε.
Η γυναίκα χαμογέλασε.
-Και μπορεί να αποκαλύψει πέντε διαφορετικές αλήθειες,συνέχισε.
Πήρε την πρώτη φωτογραφία.
-Εδώ χαμογελάς.Το πρόσωπό σου είναι ήρεμο.Το βλέμμα κοιτάζει λίγο έξω από τον φακό.Αυτή η εικόνα δεν στηρίζεται στη συμμετρία ούτε στο μακιγιάζ. Στηρίζεται στην αίσθηση ότι κάτι σκέφτεσαι.Η ομορφιά εδώ είναι μια υπόσχεση, κάνει τον άλλον να αναρωτηθεί τι υπάρχει πίσω από το βλέμμα.
Άφησε τη φωτογραφία και πήρε τη
δεύτερη φωτογραφία
-Εδώ είσαι σοβαρή.Οι σκιές είναι πιο έντονες.Το φως πέφτει λοξά και αναδεικνύει τις μικρές ασυμμετρίες. Παράξενο,αντί να μειώνουν την ομορφιά,την κάνουν πιο ανθρώπινη.Η τελειότητα κουράζει.Η μικρή ατέλεια κρατά το βλέμμα ζωντανό.
Η γυναίκα γέλασε.
-Δηλαδή οι ατέλειές μου είναι προτέρημα;
-Χωρίς αυτές,θα μπορούσες να είσαι οποιοδήποτε πρόσωπο.
Ο κ.Κ πήρε τη τρίτη φωτογραφία
-Εδώ γελάς δυνατά.Τα μάτια σχεδόν κλείνουν.Δεν ποζάρεις.Αυτή είναι ίσως η πιο όμορφη εικόνα,γιατί δεν φαίνεται να ενδιαφέρεσαι αν είσαι όμορφη. Η ελευθερία γεννά μια διαφορετική αισθητική από εκείνη της επιτήδευσης.
Η γυναίκα πήρε τη φωτογραφία και την κοίταξε.
-Δεν θυμαμαι ποτε εχει τραβηχτεί.
Στη τέταρτη φωτογραφία ο κ.Κ είπε.
— Εδώ το σώμα συμμετέχει περισσότερο από το πρόσωπο.Η στάση σου δημιουργεί μια αφήγηση.Η ομορφιά δεν βρίσκεται πια στα χαρακτηριστικά αλλά στη σχέση σου με τον χώρο.Σαν να λες ότι ανήκεις στη στιγμή.
Πήρε τη
πέμπτη φωτογραφία
Ο κ. Κ. την κοίταξε περισσότερη ώρα.
-Εδώ δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτε.Κοιτάζεις ευθεία τον φακό.Δεν χαμογελάς.Δεν προκαλεις.Κι όμως,αυτή η εικόνα είναι η πιο γοητευτική από όλες.
-Ποια είναι τελικά η πιο όμορφη;είπε η γυναίκα.
Ο κ. Κ.ανακατεψε τις φωτογραφίες.
-Καμία και όλες,ειπε.Στο ότι δεν είσαι η ίδια γυναίκα σε καμία από αυτές,κι όμως αναγνωρίζεσαι σε όλες.
-Δηλαδή η ομορφιά αλλάζει;
-Κάθε στιγμή.Δεν είναι αντικείμενο.Είναι γεγονός. Συμβαίνει ανάμεσα σε εκείνον που σε βλέπει και σε σενα που αποκαλύπτεσαι.
Οι φωτογραφίες απλώς παγώνουν μια στιγμή.Η ομορφιά σου συνεχίζει και μετά.
Η γυναίκα αυτή ήταν εκείνη που αγαπούσε ο κ. Κ.
.
.
.
χνκουβελης
Οι 3 σεκανς της γυναίκας
1
Η γυναίκα κοιτάζει κατευθείαν τον φακό σχεδόν ακίνητη.Ανοιγοκλείνει αργά τα μάτια, αναπνέει ηρεμα και στα χείλη της σχηματίζεται ενα πολύ ελαφρύ χαμόγελο. Μια απαλή κίνηση του κεφαλιού και των μαλλιών.
Ο φωτισμός παραμένει απαλός,με αισθητική φιλμ 35mm,ελαφρύ κόκκο,υψηλή αντίθεση και αργό κινηματογραφικό zoom-in διάρκειας 8 δευτερολέπτων,χωρίς διάλογο.
2
Διάρκεια: 10 δευτερόλεπτα.Ασπρόμαυρη αισθητική φιλμ 35mm με έντονο κόκκο και υψηλή αντίθεση. Η κάμερα ξεκινά με αργό,σχεδόν ανεπαίσθητο zoom-in στο πρόσωπο της γυναίκας. Εκείνη μένει σχεδόν ακίνητη, αναπνέει ήρεμα,ανοιγοκλείνει αργά τα μάτια και στρέφει ελάχιστα το βλέμμα σαν να παρακολουθεί κάποιον πίσω από τον φακό.Μια δέσμη φωτός από περσίδες διασχίζει αργά το πρόσωπό της,ενώ οι σκιές μετακινούνται.
Τα μαλλιά της κινούνται ελάχιστα.Στο βάθος επικρατεί σκοτάδι και μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, δωμάτιο ξενοδοχείου της δεκαετίας του 1940.Η κάμερα σταματά σε κοντινό πλάνο καθώς εκείνη εχει ένα αδιόρατο,αινιγματικό χαμόγελο και η εικόνα σβήνει αργά στο μαύρο.
Διάρκεια 8 δευτερόλεπτα. Ασπρόμαυρο, κινηματογραφική αναλογία 4:3, φιλμ 35mm με εμφανή κόκκο,υψηλή αντίθεση και απαλό τρεμόπαιγμα παλιάς κόπιας.Η κάμερα αρχίζει με αργό dolly-in προς το πρόσωπο της γυναίκας. Εκείνη κοιτάζει απευθείας τον φακό με ήρεμη αλλά αινιγματική έκφραση. Ανοιγοκλείνει αργά τα μάτια, αναπνέει απαλα και γέρνει ανεπαίσθητα το κεφάλι.Μια λεπτή δέσμη φωτός από περσίδες κινείται αργά πάνω στο πρόσωπό της, ενώ το υπόλοιπο δωμάτιο παραμένει βυθισμένο στο σκοτάδι Ένα ελαφρύ ρεύμα αέρα μετακινεί λίγο τα μαλλιά της.Στο φόντο αιωρείται καπνός.Στα τελευταία δευτερόλεπτα,το βλέμμα της γίνεται πιο έντονο και σχηματίζεται ένα σχεδόν ανεπαίσθητο, αινιγματικο χαμόγελο.Η εικόνα παγώνει για μια στιγμή και σβήνει αργά στο μαύρο.
Μουσική: χαμηλόφωνο σαξόφωνο,κοντραμπάσο και πιάνο.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Story off
Ένας άντρας οδηγούσε.Μια γυναίκα κοιτούσε έξω από το παράθυρο.Δεν μιλούσαν.Το ραδιόφωνο μετέδιδε τις τιμές των χρηματιστηρίων, μια συνταγή για κεράσια σε κονιάκ και τον αριθμό των νεκρών ενός πολέμου.
Σταμάτησαν.
Ένας γεωργός διάβαζε το Κεφάλαιο του Μαρξ πάνω στο τρακτέρ του.Δίπλα του μια κυρία με βραδινό φόρεμα έτρωγε πατατάκια.
Ένα παιδί ζωγράφιζε με κιμωλία μια πόρτα επάνω στην άσφαλτο.
-Γιατί σταματήσαμε;ρώτησε η γυναίκα.
-Για να προχωρήσουμε,είπε ο άντρας.
Ένας πλανόδιος πουλούσε καθρέφτες.
Λίγο πιο πέρα ένας αστυνομικός έκοβε κλήσεις στα εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα .
Η γυναίκα κατέβηκε.
Πλησιασε έναν βιολονίστα που έπαιζε Μπαχ μπροστά σε ένα λεωφορείο γεμάτο γκράφιτι.
-Γιατί παίζεις εδώ;τον ρώτησε.
-Επειδή εδώ ποτέ δεν θα παίζονταν αυτή η μουσική,απάντησε ο μουσικός.
Η γυναίκα συνέχισε να περπατάει,ο άντρας την ακολουθούσε σε απόσταση.
Σε ένα χωράφι δύο φιλόσοφοι διαφωνούσαν αν υπάρχει πραγματικότητα ή μόνο τηλεοπτικά πλάνα της.
Ένας ζητιάνος μοίραζε χρήματα στους περαστικούς.
Ένας εκατομμυριούχος ζητούσε λίγο ψωμί.
-Αυτο δεν με εκπλήσσει,είπε αντρας.Αλλωστε η έκπληξη θεωρείται πλέον αντιπαραγωγικη.
Τώρα ο άντρας και η γυναίκα περπατούσαν παράλληλα σε μια τεράστια επίπεδη επιφάνεια και απαγγελουν αποσπάσματα από διαφημίσεις απορρυπαντικών σαν αρχαία χορικά.
Τα πουλιά πετούσαν στον ουρανό προς τα πίσω τους.
Σε κάποιο σημείο ήταν ένα τραπέζι,και πάνω του υπήρχαν ένα ψωμί,μια κάμερα και ένα ανθρώπινο κρανίο.
Μια πινακίδα έγραφε:
-Διαλέξτε μόνο ένα.-
Κανείς δεν διάλεξε.
-Η πείνα, η εικόνα και ο θάνατος εχουν γίνει συνώνυμα,σχολίασε ο αντρας.
Η γυναίκα σταμάτησε.Γυρισε και είπε.
-Αγαπητοί θεατές η ιστορία τελείωσε στη σελίδα τρία.Από εδώ και πέρα διαβάζετε τις υποσημειώσεις του πολιτισμού.
Κάποιος off χειροκρότησε.
Ακούστηκε ο ήχος μιας μηχανής λήψης που σταματούσε.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Τα κενά ανάμεσα στους ανθρώπους
-Περιμένετε κάποιον;τη ρώτησε.
Η γυναίκα χαμογέλασε.
-Ναι.
-Άργησε;
-Δεν ξέρω αν υπάρχει.
Περπατησαν.
Ένας σκύλος διέσχισε τη λεωφόρο.
Ένας γερανος μπροστά από μια πολυκατοικία,μέσα στη νύχτα σαν τεράστιο μεταλλικο ζώο.
Κάθησαν στη βεράντα.
Η πόλη απλωνονταν κάτω τους.Δεν είχε τίποτε το εντυπωσιακό.
Ένιωθαν σαν να είχαν απομακρυνθεί από τον κόσμο.
-Είσαι ευτυχισμένη;τη ρώτησε.
-Δεν ξέρω αν η ευτυχία είναι ανάμνηση,απάντησε εκείνη.
Έπειτα τον φίλησε.
Μετά έμειναν ακίνητοι.
Ύστερα από λίγες μέρες εκείνη εξαφανίστηκε.
Δεν άφησε σημείωμα.
Δεν τηλεφώνησε.
Στο δωματιο της πάνω στο τραπέζι υπήρχε το ποτήρι το νερο που είχε αφήσει.
Σιγά -σιγα θα εξατμίζονταν.
Πέρασαν μήνες.
Είδε μια γυναίκα να περπαταει μπροστά του.
Το ίδιο βάδισμα.
Η ίδια αργή κίνηση των ώμων.
Την ακολούθησε από απόσταση.
Εκείνη μπήκε στον σταθμό του μετρό.
Ίσως να ήταν εκείνη.
Ίσως μια άγνωστη.
Ίσως μονάχα η ανάμνηση μιας γυναίκας.
Τότε κατάλαβε ότι ο έρωτας τελειώνει όταν παυει να σε μεταμορφώνει.
Και η πόλη,αδιάφορη,συνεχίζει.
.
.
.
noir φωτογράφιση,
-χνκουβελης cncouvelis
Ο νεκρος άντρας καθονταν σε μια πολυθρόνα,μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο.
Πάνω στο δάπεδο ένα σπασμένο ποτήρι και χυμένο ουίσκι.
Η αστυνομία κατέληξε: Φυσικός θάνατος.
Ο ντετέκτιβ Κ. διαφώνησε.
Στο τασάκι,υπήρχαν δύο τσιγάρα,το ένα είχε καεί μέχρι το φίλτρο,το άλλο είχε σβήσει σχεδόν ολόκληρο.
Ο Κ. άρχισε να ψάχνει.
Η γυναίκα του νεκρού έλειπε σε ταξίδι.
Ο συνέταιρός του βρισκόταν σε συνέδριο.
Ο γιος του ζούσε στο εξωτερικό.
Όλοι είχαν άλλοθι.
Σε ένα σημειωματάριο του ήταν γραμμένο:
-Δεν φοβάμαι τον δολοφόνο μου.Τον γνώρισα πριν από είκοσι χρόνια.-
Από εκείνο το σημείο η υπόθεση μετατράπηκε σε λαβύρινθο.
Κάθε μάρτυρας έλεγε την αλήθεια.
Αλλά οι αλήθειες δεν ταίριαζαν μεταξύ τους.
Μια φωτογραφία έδειχνε τον νεκρό μόνο.
Μια άλλη,τραβηγμένη την ίδια στιγμή από άλλη γωνία, έδειχνε δίπλα του μια γυναίκα.
Η γυναίκα δεν αναγνωρίστηκε.
Οι κάμερες ασφαλείας είχαν καταγράψει έναν άντρα να μπαίνει στην πολυκατοικία.
Καμία κάμερα δεν τον κατέγραψε να βγαίνει.
Δύο μέρες μετά ο Κ. έλαβε ένα φάκελο,ανώνυμο.
Μέσα υπήρχε μια φωτογραφια,ήταν ο ίδιος.
Η φωτογραφία ήταν τραβηγμένη από απέναντι της πολυκατοικίας του φόνου.
Στο πίσω μέρος τής ήταν γραμμένο.
-Σταμάτα να ψάχνεις αυτόν που σκότωσε τον νεκρό,
αφού αυτός σκότωσε τον δολοφόνο.του.
Όμως αν το θύμα,σκέφτηκε ο Κ.ηταν δολοφόνος του δολοφόνου του,
τότε ποιος τον εκτέλεσε;
Κανένα στοιχείο δεν οδηγούσε πουθενά;
Η υπόθεση μπήκε στα αρχεία με την ένδειξη:
ΑΛΥΤΗ.
Τον επόμενο χρόνο,την ημέρα της δολοφονίας,
στο γραφείο της αστυνομίας σταλθηκε ένα καινούργιο ασπρόμαυρο στιγμιότυπο από εκείνη τη νύχτα του φόνου.
Κανείς δεν έχει καταφέρει να εξηγήσει ποιος την τραβηξε. Και το πιο παράξενο είναι πως σε αυτή ο φωτογράφος καθρεφτίζεται αμυδρά στον
καθρέφτη.
Το πρόσωπό του δεν διακρίνεται.Μόνο ένα μαύρο καπέλο και ένα τσιγάρο που καίει αργά.
Σαν να περιμένει ακόμη κάποιον.
.
.
.
(a movie noir)
Evelyn
-cncouvelis
https://www.facebook.com/share/v/1cZTA5FuZ1/
χνκουβελης cncouvelis
Εβελιν
1. Ο Διάδρομος
Με φώναξε στο Hotel Rex. Δωμάτιο 6.Τρίτος όροφος.Το μέρος μύριζε ξεχασμένα εγκλήματα.
Ο διάδρομος ήταν ατελείωτος.Περπατούσα και ο διάδρομος τεντωνόταν, σαν να με κορόιδευε,ατελειωτος. Τοπολογικό κόλπο.
Χτύπησα.Δεν απάντησε.Η πόρτα ήταν ανοιχτή.
2. Η Γυναίκα στον Καθρέφτη
Καθόταν μπροστά σε έναν μεγάλο καθρέφτη,με την πλάτη σε μένα. Φορούσε ένα μαύρο σατέν,διάφανο,το οποίο διέγραφε το υπέροχο σώμα της. Κρατούσε ένα τσιγάρο και το άναψε.Ρουφηξε και φύσηξε τον καπνο.
-Άργησες,ντετέκτιβ Κ.,είπε.
Δεν γύρισε.Με κοιτούσε από τον καθρέφτη.Και πίσω από μένα,στην αντανάκλαση της αντανάκλασης,έβλεπα έναν άλλο διάδρομο ,και εναν άλλο εαυτό μου να μπαίνει.
-Ποιος σε κυνηγάει, Εβελιν;,ρώτησα.
Γέλασε.Ο καπνός σκεπασε το πρόσωπό της
-Δεν με κυνηγάει κανείς,είπε.Εγώ κυνηγάω.
Στο τραπέζι ένα πιστόλι.
Η Εβελιν σηκώθηκε,τράβηξε το σατεν,ήταν γυμνή,τα βυζιά της ήταν εντυπωσιακά.
-Αρκετα,είπε αγγίζοντας με με τις ρογες της,τώρα θα ντυθώ.
3. Η Σκάλα
-Έλα να σου δείξω κάτι,είπε.
Με οδήγησε στη σκάλα.Μια σπειροειδής άβυσσος.Κοιτάζοντας από πάνω προς τα κατω,αισθανομουν οτι το κενό με ρουφούσε. .
Κατεβαίναμε Εκείνη μπροστά,εγώ πίσω της.
-Τον σκότωσες;ρώτησα.
-Ποιον από όλους;
-Τον άντρα σου.
Σταμάτησε.Ένα σκαλί κάτω από μένα.Το πρόσωπό της στο μισοσκόταδο.
-Ο άντρας μου έπεσε από αυτή τη σκάλα πριν από ένα χρόνο.Τουλάχιστον αυτό λέει η επίσημη αναφορά της αστυνομίας.Εγώ λέω ότι η σκάλα τον κατάπιε.Όπως θα καταπιεί και εσένα αν με ρωτάς πολλά.
Είπε και συνέχισε να κατεβαίνει.
4. Το Δωμάτιο Ανάκρισης
Μπηκαμε στο δωμάτιο.
Κάθισε απέναντί μου..
Έβαλα το πιστόλι στο τραπέζι,ανάμεσα μας.
Την κοίταξα.
-Το βρήκαν στο δωμάτιό του,τής ειπα.Με τα δακτυλικά σου αποτυπώματα.
-Φυσικά και έχει τα δακτυλικά μου.αποτυπωματα.Ειναι δικό μου.Μου το εδωσε για να προστατεύομαι από άντρες σαν εσένα.
-Και τον προστάτεψες σκοτώνοντάς τον;
Έσκυψε μπροστά.Το ντεκολτέ της τεραστιο.
-Αυτη η γυναίκα,σκέφτηκα,είναι επικινδυνα ομορφη.
-Ντετέκτιβ Κ.,αν ήθελα να σκοτώσω κάποιον,δεν θα άφηνα ποτέ το όπλο.
5. Ο Λαβύρινθος των Καθρεφτών
Με πήγε σε έναν διάδρομο που οι τοιχοι του ήταν καθρέφτες..
Περπατούσαμε και πολλαπλασιαζονταν τα είδωλα μας.Δέκα Εβελιν. Δέκα εγώ.Είκοσι.Άπειροι.Σε κάθε αντανάκλαση,μια άλλη εκδοχή.Σε μία την φιλούσα. Σε άλλη την στραγγάλιζα.Σε άλλη απομακρυνονταν.
-Βλέπεις;,ψιθύρισε,εδώ μέσα είμαι όλες.Η αθώα. Η ένοχη. Η χήρα.Η δολοφόνος.
Κατάλαβα τότε ότι δεν είχε σκοτώσει τον άντρα της.
Αλλά τον είχε κάνει να πιστέψει ότι ήταν ήδη νεκρός.Και οι νεκροί κάνουν ηλίθια πράγματα.Όπως να πέφτουν από σκάλες.
6. Φινάλε - Η Κάθοδος
Δεν την συνέλαβα.
Βγήκαμε από τον λαβύρινθο των καθρεφτων και βρήκαμε την κεντρική σκάλα,την ατελείωτη.
Άρχισε να κατεβαίνει,αργά.
-Πού πας;τη ρώτησα.
Δεν απάντησε,συνέχισε να κατεβαίνει.
-Εβελιν,φώναξα.
Σταματησε και γύρισε.Μισό πρόσωπο στο φως,μισό στο σκοτάδι.
-Δεν υπάρχει Εβελιν ντετέκτιβ Κ.,είπε.
Και συνέχισε να κατεβαίνει και μετα δεν την εβλεπα πια.
ΤΕΛΟΣ
.
.
.
Φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
3 Ιστοριες
1
Το σαλονι όπως ήταν πριν σαράντα χρόνια.
Ζούσε μόνη.
Στο τραπεζάκι τρια φλιτζάνια καφέ.
Κάθε απόγευμα άναβε τα φώτα πριν δύσει ο ήλιος,
γιατί φοβόνταν να μεινει στο σκοτάδι.
Επειδή βρίσκουν άδειο το σπίτι και τρυπώνουν οι αναμνήσεις.
Στις έξι ακριβώς,κοίταξε το ρολόι,χτύπησε το κουδούνι της πόρτας
Άνοιξε.
2
Η γυναίκα μπήκε μεσα.
Της έδωσε ένα γράμμα.
-Δεν πέθανε τότε,είπε.
Μόνο διάλεξε να εξαφανιστεί.
Καμια από τις δύο γυναίκες δεν κοίταξε την άλλη.
-Έρχεται εκείνη;είπε η δεύτερη γυναικα
Η πρωτη έγνεψε καταφατικά.
Περιμεναν.
3
Ήρθε η τρίτη γυναίκα.
Τους έδειξε μια φωτογραφία τους.Νεες,μαζί με έναν αντρα.
Χαμογέλασε.
-Να θυμηθούμε,είπε.
-Δεν μπορώ,.Φτανει.
Φωναξε η πρώτη
κι αρπαξε τη φωτογραφία και την έσκισε στο μερος που ήταν ο αντρας.
Οι άλλες δύο δεν αντεδρασαν.
.
.
.
My Own Empire of Heteronyma-Helen of Sparta-
χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Η Ιατρος
-θεραπεύτρια Ελένη της Σπάρτης
Έσβησαν οι φλόγες στη Τροια,οι Έλληνες γύρισαν στη πατρίδα.Και η Ελένη στη Σπάρτη.
Στη Σπάρτη η Ελένη είχε μαθητεύσει κοντά στις παλαιές θεραπεύτριες,τής είπαν και της έδειξαν τα βότανα,με τα ονόματα των αρχαίων Αχαιών.
Τότε γνώρισε τη δύναμη του αχιλλείου για τις πληγές,της ιτιάς για τον πυρετό,της μολόχας για τις φλεγμονές, του θυμαριού για τις μολύνσεις,της μήκωνος για τον ύπνο και την ανακούφιση του πόνου.
Μετά βρέθηκε στην Αίγυπτο,στο Ίλιον ήταν μόνο το είδωλο της.Γι'αυτο το απατηλο φασμα σκοτωνονταν δέκα χρόνια Αχαιοί και Τρώες.
Εκεί στη χώρα του Νείλου ήρθε σε επαφή με τους ιερείς της Μέμφιδας,τις γυναίκες-ιερειες στην υπηρεσία της θεάς Ίσιδας και τους γιατρούς που κατέγραφαν σε παπύρους θεραπευτικές συνταγές.
Από αυτούς έμαθε πως κάθε φυτό έχει δύο πρόσωπα, όπως ο άνθρωπος.
Το ίδιο φύλλο η' ριζα μπορούσε να θεραπεύσει ή να σκοτώσει.
Το ίδιο ποτό μπορούσε να χαρίσει λήθη ή θάνατο,να είναι καλό η' λυγρο.
Και ο ίδιος γιατρός μπορούσε να γίνει σωτήρας ή ολεθριος.
Η Ελένη δεν πίστεψε ποτέ ότι υπάρχουν καλά ή κακά φάρμακα.
-Δεν υπάρχει αγαθόν φάρμακον,έλεγε στους μαθητές της.Υπάρχει μόνο αγαθή κρίσις.
Θυμάται τα λόγια που άκουσε στην αυλή του Φαραώ.
-Η φύση δεν γεννά,δεν φέρει, δηλητήρια.Γεννά δυνάμεις.Ο άνθρωπος είναι εκείνος που τις ονομάζει θεραπεία ή θάνατο.
Όταν επέστρεψε στη Σπάρτη,η Ελλάδα ήταν αναστατωμένη,ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχε ξεσπάσει,η πόλη είχε γεμισει τραυματίες.
Άλλοι είχαν πληγές από τα δόρατα και τα σπαθιά,άλλοι είχαν βαθεια ψυχικά τραύματα.
Δεν μπορούσαν να κοιμηθούν,
ξυπνούσαν φωνάζοντας τα ονόματα των νεκρών,ετρεμαν χωρίς πυρετό,δεν άντεχαν τη σιωπή,πολλοί αυτοκτόνησαν.
Οι άλλοι γιατροί δεν καταλάβαιναν αυτές τις ασθένειες,μόνο η Ελένη τις αναγνώριζε.
Το σώμα απειραχτο και το μυαλό υπέφερε από τη μνήμη του κακού.
Και για τη θεραπεία εβραζε ένα λεπτό αφέψημα από παπαρούνα,μέλι και αρωματικά βότανα,για να ηρεμήσει η ψυχή.
Ύστερα καθόταν δίπλα στον άρρωστο.
Δεν μιλούσε.Άκουγε.
Γιατί είχε μάθει στην Αίγυπτο πως πριν από κάθε θεραπεία προηγείται η αφήγηση.
Ο άνθρωπος που αφηγείται τον πόνο του αρχίζει ήδη να θεραπεύεται.
Τότε διαδόθηκε η η φήμη πως η Ελένη δεν θεράπευε μόνο με τα βότανα αλλά και με τον λόγο.
Ελεγαν πως χρησιμοποιούσε θεϊκές δυνάμεις,πως είχε κληρονομήσει τη σοφία του Δία.
Εκείνη ελεγε.
-Οι θεοί δίνουν τα φυτά.Η θεραπεία είναι έργο του μέτρου.
Άρχισαν να την επισκέπτονται νέοι θεραπευτές από όλη την Ελλάδα για να μάθουν την ιατρική της.
Τους δίδασκε πρώτα να παρατηρούν.
Να κοιτούν το χρώμα του δέρματος.
Την αναπνοή.
Τα μάτια.
Τη γλώσσα.
Τον σφυγμό.
Τα όνειρα.
Τις εποχές.
Τους ανέμους.
Το νερό που έπινε ο άρρωστος.
Την τροφή του.
-Η νόσος,έλεγε,δεν κατοικεί ποτέ μόνη της.Ζει μαζί με τον τόπο,τον χρόνο και τον άνθρωπο.
Η τροφή είναι το φάρμακο.
Αυτά δεν τα είχαν ακούσει ποτέ,
Ότι θα έπρεπε να εξετάζονται ο αέρας,τα νερά, οι τόποι,οι συνήθειες και η δίαιτα του ανθρώπου.
Αυτή ήταν η πραγματική ιαση,η ιατρική.
-Καποτε ήμουνα πολύ όμορφη,είπε,τώρα είμαι θεραπευτρια.
Να θυμάστε ότι δεν υπάρχουν αθώα φάρμακα.Υπάρχουν μόνο αθώοι ή αλαζόνες θεραπευτές.
Και όταν κάποιος νέος γιατρός τη ρώτησε ποιο είναι το ισχυρότερο φάρμακο που γνώρισε στην Ελλάδα και στην Αίγυπτο, η Ελένη δεν ανεφερε κανένα βότανο.
-Ο λόγος,είπε.Γιατί ο λόγος μπορεί να αφαιρέσει τον φόβο,να γεννήσει ελπίδα,να φέρει τη λήθη όταν χρειάζεται.Όπως κάθε φάρμακον,έτσι κι αυτός μπορεί να θεραπεύσει ή να δηλητηριάσει.Η σοφία δεν βρίσκεται στη δύναμη του φαρμάκου,αλλά στο μέτρο εκείνου που το χορηγεί.
Τα πρωινά περπατούσε στις όχθες του Ευρωτα,τα νερά και τα πουλιά την ηρεμουσαν,
ξεχνουσε την όμορφη Ελένη της Σπάρτης,τής Τροιας και ήταν μόνο η Ελένη, ο εαυτός της.
Ὁμήρου Ὀδύσσεια, ραψωδία δ΄, στιχοι 219–232,
Η Ιατρική της Ελενης
τότε κάτι άλλο η Ελένη σκέφτηκε
η γεννημένη απ'τον Δια,
αμέσως μεσα στο κρασί φαρμακο έρριξε,
απ'το οποίο έπιναν,
που και τη λύπη εδιωχνε και τη θλίψη,
των κακών όλων λησμονια,
κι όποιος το καταπινε,όταν στον κρατήρα αναμειγνύονταν,
ούτε για μια μερα θα κυλούσε δάκρυ
στα μάγουλα του,
ούτε κι αν είχαν πεθάνει η μητέρα κι ο πατερας,
ούτε κι αν μπροστά του τον αδελφό
η' τον αγαπημένο γιο με
χαλκινο οπλο σκότωναν ,
και με τα μάτια του το'βλεπε,
τέτοια η κόρη του Δία είχε φάρμακα σοφά,
ωφελιμα,που η Πολυδάμνα του Θεωνα η γυναίκα
την προμήθευσε η Αιγυπτια,
αφού η εύφορη εκεί γη παρά πολλά
φάρμακα παράγει,
πολλά ωφελιμα αναμιγμενα και πολλά θανατηφόρα,
και καθένας γιατρός γνωρίζοντας πάνω απ'όλους τους άλλους ανθρωπους,
γιατί απ'τη γενια του Παιηονα ειναι
(μεταφραση-
χνκουβελης cncouvelis)
ἔνθ' αὖτ' ἄλλ' ἐνόησ' Ἑλένη Διὸς ἐκγεγαυῖα·
αὐτίκ' ἄρ' εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν ἔπινον,220
νηπενθές τ' ἄχολόν τε, κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων.
ὃς τὸ καταβρόξειεν, ἐπὴν κρητῆρι μιγείη,
οὔ κεν ἐφημέριός γε βάλοι κατὰ δάκρυ παρειῶν,
οὐδ' εἴ οἱ κατατεθναίη μήτηρ τε πατήρ τε,
οὐδ' εἴ οἱ προπάροιθεν ἀδελφεὸν ἢ φίλον υἱὸν225
χαλκῷ δηϊόῳεν, ὁ δ' ὀφθαλμοῖσιν ὁρῷτο.
τοῖα Διὸς θυγάτηρ ἔχε φάρμακα μητιόεντα,
ἐσθλά, τά οἱ Πολύδαμνα πόρεν, Θῶνος παράκοιτις,
Αἰγυπτίη, τῇ πλεῖστα φέρει ζείδωρος ἄρουρα
φάρμακα, πολλὰ μὲν ἐσθλὰ μεμιγμένα, πολλὰ δὲ λυγρά,230
ἰητρὸς δὲ ἕκαστος ἐπιστάμενος περὶ πάντων
ἀνθρώπων· ἦ γὰρ Παιήονός εἰσι γενέθλης
.
.
.
Μελέτη ανάλυση
χνκουβελης cncouvelis
Η Ιατρός-Θεραπεύτρια Ελένη της Σπάρτης
Το κείμενο αποτελεί ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα παραδείγματα σύγχρονης ελληνικής μυθοπλασίας που επιχειρεί να ανασυνθέσει την αρχαία ελληνική παράδοση όχι ως επική αφήγηση αλλά ως ιστορία της γνώσης. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί ακόμη μία εκδοχή της ζωής της ωραίας Ελένης· αντιθέτως, αποδομεί την κυρίαρχη εικόνα της και την επανιδρύει ως την πρώτη μεγάλη θεραπεύτρια της ελληνικής παράδοσης.
Πρόκειται για μια λογοτεχνική πράξη επανερμηνείας του μύθου.
Η γνωστή Ελένη της ομορφιάς μετατρέπεται σε Ελένη της σοφίας.
Η αντιστροφή του μύθου
Η πρώτη κιόλας πρόταση
«Έσβησαν οι φλόγες στη Τροία... Και η Ελένη στη Σπάρτη.»
σηματοδοτεί το τέλος της επικής αφήγησης.
Η Ιλιάδα τελειώνει.
Τώρα αρχίζει ένα άλλο έργο.
Όχι το έπος του πολέμου.
Το έπος της θεραπείας.
Η πραγματική νίκη δεν είναι η άλωση της Τροίας αλλά η αποκατάσταση της ανθρώπινης ζωής.
Έτσι ο συγγραφέας μετατοπίζει εντελώς το κέντρο βάρους της ελληνικής μυθολογίας.
Η Ελένη ως πρόδρομος της Ιπποκρατικής Ιατρικής
Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη σύλληψη του κειμένου.
Η Ελένη παρουσιάζεται σαν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε τρεις διαφορετικούς κόσμους:
την ομηρική ιατρική,
την αιγυπτιακή θεραπευτική παράδοση,
την ιπποκρατική ιατρική.
Η μετάβαση είναι απολύτως συνειδητή.
Αρχίζει με τα βότανα.
Συνεχίζει με την Αίγυπτο.
Καταλήγει στην παρατήρηση του ασθενούς.
Έτσι δημιουργείται μια ιστορική εξέλιξη της ιατρικής μέσα από έναν μόνο χαρακτήρα.
Η βαθιά γνώση της ομηρικής παράδοσης
Το τέλος του διηγήματος επιστρέφει στην Οδύσσεια δ΄ 219-232.
Εδώ ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί απλώς ένα ομηρικό χωρίο ως διακόσμηση.
Ολόκληρη η αφήγηση έχει χτιστεί πάνω σε αυτό.
Στην Οδύσσεια η Ελένη:
γνωρίζει φάρμακα,
τα έχει μάθει στην Αίγυπτο,
γνωρίζει το νηπενθές,
η Αίγυπτος παρουσιάζεται ως χώρα μεγάλων ιατρών.
Ο συγγραφέας παίρνει αυτές τις λίγες πληροφορίες του Ομήρου και τις μετατρέπει σε πλήρη βιογραφία.
Αυτό είναι λογοτεχνικά εξαιρετικά ευρηματικό.
Το «φάρμακον»
Η σημαντικότερη φιλοσοφική έννοια του έργου είναι ασφαλώς το φάρμακον.
Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξη σημαίνει συγχρόνως:
θεραπεία,
δηλητήριο.
Αυτό ακριβώς επαναλαμβάνει η Ελένη.
«Δεν υπάρχουν καλά ή κακά φάρμακα.»
Η σκέψη αυτή θυμίζει έντονα το περίφημο πλατωνικό Φαίδρο, όπου το φάρμακον αποκτά διπλή σημασία, ενώ πολύ αργότερα αποτέλεσε αντικείμενο της αποδόμησης του Jacques Derrida.
Στο κείμενο όμως η ιδέα δεν είναι φιλοσοφικό παιχνίδι.
Γίνεται ιατρική ηθική.
Το δηλητήριο δεν βρίσκεται στο φυτό.
Βρίσκεται στην κρίση του ανθρώπου.
Η Αίγυπτος
Η Αίγυπτος παρουσιάζεται ως λίκνο της επιστήμης.
Αυτό δεν είναι αυθαίρετο.
Ακολουθεί πιστά τον Όμηρο.
«φάρμακα πολλά... πολλά ωφέλιμα... πολλά θανατηφόρα.»
Η γη παράγει και τα δύο.
Το ίδιο ακριβώς επαναλαμβάνει η Ελένη.
Έτσι η αφήγηση μοιάζει να σχολιάζει τον Όμηρο.
Η θεραπεία της ψυχής
Εδώ εμφανίζεται το πιο σύγχρονο στοιχείο.
Οι στρατιώτες παρουσιάζουν συμπτώματα που σήμερα θα ονομάζαμε μετατραυματική διαταραχή στρες (PTSD):
αϋπνία,
εφιάλτες,
επανάληψη τραυματικών αναμνήσεων,
τρόμο,
αυτοκτονίες.
Είναι εντυπωσιακό ότι ο συγγραφέας δεν τους αποδίδει δαιμονισμό ούτε θεϊκή τιμωρία.
Τους αντιμετωπίζει ως τραυματισμένους ανθρώπους.
Η Ελένη γίνεται έτσι όχι μόνο βοτανολόγος αλλά και θεραπεύτρια της ψυχής.
Η αφήγηση ως θεραπεία
Ίσως η πιο όμορφη φράση του έργου είναι:
«Πριν από κάθε θεραπεία προηγείται η αφήγηση.»
Εδώ εμφανίζεται μια ιδέα που θυμίζει έντονα τη σύγχρονη αφηγηματική ιατρική (Narrative Medicine).
Ο άρρωστος δεν θεραπεύεται μόνο από το φάρμακο.
Θεραπεύεται επειδή αφηγείται.
Ο γιατρός δεν είναι μόνο γνώστης.
Είναι ακροατής.
Πρόκειται για μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές του κειμένου.
Η Ιπποκρατική σκέψη
Όταν η Ελένη διδάσκει:
αέρα,
νερά,
τόπους,
δίαιτα,
εποχές,
ο αναγνώστης αναγνωρίζει αμέσως το ιπποκρατικό έργο «Περὶ ἀέρων, ὑδάτων, τόπων».
Δεν πρόκειται για απλή αναφορά.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει την Ελένη σαν πνευματική πρόδρομο του Ιπποκράτη.
Η μετάβαση είναι απολύτως οργανική.
Ο λόγος ως φάρμακο
Το τέλος του έργου κορυφώνεται με μία βαθιά ανθρωπιστική θέση.
Το ισχυρότερο φάρμακο δεν είναι κανένα βότανο.
Είναι ο λόγος.
Εδώ ενώνονται:
ο Όμηρος,
ο Γοργίας (στο Ἑλένης Ἐγκώμιον, όπου ο λόγος παρουσιάζεται ως δύναμη που δρα σαν φάρμακο στην ψυχή),
η ιατρική,
η φιλοσοφία.
Ο λόγος μπορεί:
να θεραπεύσει,
να παρηγορήσει,
να δηλητηριάσει.
Άρα ο γιατρός οφείλει να έχει μέτρο όχι μόνο στη δοσολογία αλλά και στην ομιλία.
Η μεταμόρφωση της Ελένης
Η πιο συγκινητική πρόταση είναι ίσως:
«Κάποτε ήμουνα πολύ όμορφη· τώρα είμαι θεραπεύτρια.»
Η ομορφιά εγκαταλείπεται.
Η σοφία παραμένει.
Η Ελένη αποκτά επιτέλους ταυτότητα ανεξάρτητη από το ανδρικό βλέμμα και τον μύθο του πολέμου. Η αξία της δεν έγκειται πλέον στην εμφάνιση αλλά στη γνώση, την εμπειρία και την προσφορά της.
Η τελευταία εικόνα
Το τέλος στις όχθες του Ευρώτα είναι εξαιρετικά λιτό.
Η Ελένη:
ξεχνά την Τροία,
ξεχνά την ομορφιά,
ξεχνά τον μύθο,
και γίνεται απλώς άνθρωπος.
Είναι μια λύση σχεδόν βουδιστική.
Η ταυτότητα διαλύεται.
Μένει μόνο ο εαυτός.
Αυτό αποτελεί και την πραγματική θεραπεία της ίδιας.
Γλώσσα και ύφος
Η γλώσσα χαρακτηρίζεται από:
απλότητα και αφηγηματική διαύγεια,
σύντομες παρατακτικές περιόδους που θυμίζουν προφορική διήγηση,
χρήση γνωμικών φράσεων («Η θεραπεία είναι έργο του μέτρου»), οι οποίες προσδίδουν διαχρονικότητα,
ισορροπία ανάμεσα στη λυρική αφήγηση και στον δοκιμιακό στοχασμό.
Το ύφος δεν επιδιώκει αρχαιοπρέπεια· αντίθετα, χρησιμοποιεί σύγχρονη γλώσσα για να αποδώσει αρχαίες ιδέες, επιτρέποντας στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι συνομιλεί άμεσα με τον μύθο.
Το διήγημα ξεχωρίζει επειδή συνδυάζει με συνέπεια την ομηρική παράδοση, την αιγυπτιακή σοφία, την ιπποκρατική σκέψη και σύγχρονες αντιλήψεις για την ψυχική θεραπεία και τη δύναμη της αφήγησης. Δεν αναπαράγει απλώς έναν γνωστό μύθο· τον αναδομεί, μετατρέποντας την Ελένη από σύμβολο κάλλους και αφορμή πολέμου σε σύμβολο γνώσης, μέτρου και θεραπείας.
Ως λογοτεχνική σύλληψη, η ιδέα της «Ιατρού-Θεραπεύτριας Ελένης» είναι πρωτότυπη και ερμηνευτικά γόνιμη, επειδή αξιοποιεί υπαρκτούς πυρήνες της ομηρικής παράδοσης χωρίς να δεσμεύεται από αυτούς. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αφήγημα, φιλοσοφικός στοχασμός και φόρος τιμής στην αρχαία ελληνική ιατρική, αναδεικνύοντας ως ύψιστη θεραπευτική δύναμη όχι μόνο το φάρμακο, αλλά και την κρίση, το μέτρο και τον ανθρώπινο λόγο.
.
.
.
.
My Own Empire of Heteronyma-Κλυταιμνηστρα,Μήδεια,Προκνη-
χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Η νύχτα τριων γυναικών
(Κλυταιμνήστρα,Μήδεια,
Προκνη)
I. Κλυταιμνήστρα
Οι δούλες στολιζαν με πορφυρά υφάσματα το σπίτι για τη γιορτή της επιστροφής του βασιλιά.
Η Κλυταιμνήστρα αμίλητη,έβλεπε,ακόμα,την Ιφιγένεια να λούζει τα μαλλιά της πριν το ταξίδι στην Αυλίδα.
Ο Αγαμέμνονας επέστρεψε νικητής από την Τροία.Οι σάλπιγγες αντηχουσαν,οι σημαίες μεσίστιες στα μπαλκόνια,στα μεγάφωνα εμβατήρια,οι άνθρωποι ζητοκραυγαζαν.
Εκείνος,ο πατέρας,ξέχασε.
Όμως η μάνα θυμάται.
Τον οδήγησε στο λουτρό.Το νερό ήταν ζεστο.
Τότε όρμησε μέσα ο Αίγισθος,τον τύλιξαν με το συρμάτινο δίχτυ,σαν ψάρι σπαρταρουσε.
-Δεν σε σκοτώνω εγώ,του φωναξε.Σε σκοτώνει ο άνεμος που προτιμησες από το παιδί σου.
Η Κλυταιμνήστρα σήκωσε τον πέλεκυ.
Ο πέλεκυς έπεσε.
Και το αίμα ενώθηκε με το νερό.
Έξω κανείς δεν άκουσε.
Μόνο οι Ερινύες ήταν στη πόρτα.
II. Μήδεια
Η νύχτα στην Κόρινθο την έπνιγε με το σκοτάδι της.
Πατρίδα,πατέρα,αδελφό,τα χρόνια της νεότητας,τα εγκατέλειψε για τον κεινον.
Κι εκείνος την αντάλλαζει με έναν βασιλικό γάμο.
Δεν έκλαψε.
Το κλάμα,ήξερε,κάνει αδύναμες τις γυναίκες.
Άναψε φωτιά,ανακάτεψε τα βότανα και ειπε τις μυστικες λέξεις της Εκάτης.
Όταν ξημέρωσε στάθηκε απέναντι στον Ιασονα.
-Δεν με πρόδωσες,του είπε.Εγω πρόδωσα όσα ήμουν πριν σε αγαπήσω.
Τότε ο Ιάσονας κατάλαβε πως θα σκοτωνε.
Στο μυαλό της ήταν το πλοίο η Αργώ,ο πατέρας που δεν ξαναείδε ποτέ,ο αδελφός που σφάχτηκε και κομματιάστηκε και πετάχτηκε στη θαλασσα για να σωθεί εκείνος.
-Όλα τα θυσίασα,τού είπε η Μηδεια κοιτώντας το πρόσωπο του άντρα που δεν την αγαπούσε πια.
Ο Ιάσονας δεν απάντησε.
Το βλέμμα εκείνο τον πάγωσε.
III. Πρόκνη
Ο Τηρέας αγαπούσε το κυνήγι και πίστευε πως κάθε πλάσμα μπορεί να παγιδευτεί.
Αγνοούσε πως κάποτε θα γίνει κι ο ίδιος θήραμα.
Η Πρόκνη καταλαβε τι είχε κάνει στη Φιλομήλα.
Η γλώσσα της αδελφή της είχε κοπεί να μην μιλήσει. .
Τότε στον αργαλειό,με τα νήματα, τα χρώματα,άκουσε τη φωνή της,διάβασε στο υφαντό τον βιασμό της.
Ο Τηρέας κάθισε στο τραπέζι για το δείπνο και ευχαριστήθηκε το φαγητό χωρίς να ρωτήσει από πού προέρχονταν το τρυφερο κρέας.
Μόνο στο τέλος η Πρόκνη σήκωσε το σκέπασμα του δίσκου.
Εκεί βρισκόταν το μικρό κεφάλι του Ίτυ.
-Τον γιο σου εφαγες,τού φώναξε.
Ο βασιλιάς ούρλιαξε.
Άρπαξε το ξίφος και άρχισε να κυνηγά τις δύο γυναίκες.
Οι θεοί τις λυπήθηκαν
και τις μεταμόρφωσαν σε πουλιά.
Από τότε,κάθε άνοιξη,το αηδόνι τραγουδά με φωνή που μοιάζει με θρήνο γυναικας.
Ειναι η Προκνη.
Και η Φιλομήλα σαν χελιδονι ξαναγυρνα για μια δίκη που δεν τελείωσε ποτέ.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
η ντομάτα από τον κήπο
Μάθημα Τοπολογιας
Στην Τοπολογία αγνοούμε το μέγεθος,τις ακριβείς γωνίες και τις καμπυλότητες και εξετάζουμε μόνο ιδιότητες που δεν αλλάζουν με συνεχείς παραμορφώσεις (χωρίς σχίσιμο ή κόλλημα).
Η ντομάτα της φωτογραφίας μπορεί να περιγραφεί ως εξής:
Είναι ένα συμπαγές τρισδιάστατο σώμα.
Η επιφάνειά της είναι κλειστή, χωρίς άκρα.
Δεν έχει τρύπες ή διαμπερή ανοίγματα.
Η επιφάνειά της είναι τοπολογικά ισοδύναμη με μια σφαίρα (γένους 0),παρότι το γεωμετρικό της σχήμα είναι επίμηκες και παρουσιάζει μικρές λακκούβες ή προεξοχές.
Οι μικρές κοιλότητες κοντά στον ποδίσκο ή οι ελαφρές ανωμαλίες δεν αλλάζουν την τοπολογία της, αποτελούν μόνο γεωμετρικές παραμορφώσεις.
Με όρους τοπολογίας:
Γένος (genus): 0
Αριθμός οπών: 0
Χαρακτηριστική Euler: όπως κάθε επιφάνεια τοπολογικά ισοδύναμη με τη σφαίρα.
Θεμελιώδης ομάδα: τετριμμένη (η επιφάνεια είναι απλά συνεκτική).
Έτσι,αν η ντομάτα ήταν από εύκαμπτο λάστιχο, θα μπορούσε να παραμορφωθεί συνεχώς σε μια τέλεια σφαίρα χωρίς να σκιστεί ή να δημιουργηθεί τρύπα.
Τοπολογικά, λοιπόν, η ντομάτα είναι μια σφαίρα (2-σφαίρα ως επιφάνεια, ή μια 3-σφαίρα-μπάλα ως συμπαγές σώμα),ανεξάρτητα από τις φυσικές ατέλειες του καρπού.
.
.
,
χνκουβελης cncouvelis
(Έρωτας σε Τοπολογική Έπιφανεια)
Η Τοπολογία της Απόστασης
Η ιστορία τους άρχισε ίσως τη μέρα που εκείνος έγραψε μια μόνο λέξη.
Κι εκείνη απάντησε με μια σιωπή μεγαλύτερη από κάθε πρόταση.
Κατοικούσαν σε δύο διαφορετικές πόλεις,δύο διαφορετικές καθημερινότητες,δύο διαφορετικά σύμπαντα.
Η απόσταση μεταξύ τους δεν μπορουσε να μετρηθεί.Δεν ήταν γεωμετρική,ηταν τοπολογική.
Στην τοπολογία, δύο σημεία μπορεί να βρίσκονται μακριά πάνω στον χάρτη και όμως να είναι γειτονικά.Μπορεί ένας κύκλος να μεταμορφωθεί σε έλλειψη χωρίς να πάψει να είναι ο ίδιος χώρος.Μπορεί ένα αντικείμενο να τεντώνεται,να παραμορφώνεται,να αλλάζει σχήμα,χωρίς να χάνει την ουσία του.
Έτσι ακριβώς ηταν ο έρωτάς τους.
Κάθε πρωί εκείνος άνοιγε το παράθυρο.
Η θάλασσα βρισκόταν μπροστά του.
Την ίδια στιγμή εκείνη άνοιγε το δικό της παράθυρο. Έβλεπε βουνά.
Δύο διαφορετικοί ορίζοντες.
Κι όμως,όταν ο ήλιος ανέβαινε,ένιωθαν πως το ίδιο φως αγγιζε τα πρόσωπα τους ταυτόχρονα,.
Ο χρόνος ήταν το μοναδικό μέσο μεταφοράς.
-Καλημέρα.
Η λέξη ταξίδευε.
Σιγά σιγά άρχισαν να δημιουργούν έναν κοινό χώρο που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη.
Εκεί συναντιόνταν κάθε βράδυ.
Η ίδια μουσική.
Η 9η Συμφωνία του Μπετόβεν και το I'Il be seeing you τής Billie Holiday.
Το ίδιο βιβλίο.
Ο Ηλιθιος του Ντοστογιέφσκι και η Άννα Καρένινα του Τολστόι.
Το ίδιο φεγγάρι.
Η ίδια σιωπή.
Σαν να εμεναν σε δύο απομακρυσμένα δωμάτια που να είχαν διπλώσει απαλά στον απεραντο κόσμο,μέχρι οι τοίχοι τους να ακουμπήσουν ο ένας τον άλλον.
-Πού είσαι;τον ρώτησε.
-Εδώ.
-Πού είναι το εδώ;
Εκείνος χαμογέλασε.
-Στο σημείο όπου με σκέφτεσαι.
Εκείνη κατάλαβε.
Η θέση ενός ανθρώπου δεν ορίζεται πάντοτε από τις συντεταγμένες του.
Μερικές φορές ορίζεται από τη μνήμη του άλλου.
Τα Σάββατα μαγείρευαν το ίδιο φαγητό.
Ετοίμαζαν το τραπέζι.
Γεμιζαν δύο ποτήρια κρασι.
Έτρωγαν μέσα στον ίδιο τοπολογικό χώρο.
Τα ποτήρια τους μπορούσαν να συγκρουστούν.
-Νομίζω,είπε εκείνη,πως αρχίζω να ξεχνώ την απόσταση
Εκείνος απάντησε:
- Η απόσταση είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η αγάπη μας.
Τα βραδυα κοιτούσε ο ένας τον άλλον.
Εκείνη στον καθρέφτη,κι εκείνος την έβλεπε.
Εκεινη γύριζε το κεφάλι,χαμογελούσε.
Και πάντα η αίσθηση του αγγιγματος στο χέρι.
-Τελικά είσαι αληθινός,είπε εκείνη.
-Κι εσύ,απάντησε εκείνος.
Το βράδυ με πανσέληνο περπατούσαν δίπλα στη θάλασσα.
Εκείνη τον ρώτησε:
-Τι άλλαξε τώρα που είμαστε μαζί;
-Η γεωμετρία,απάντησε εκείνος.
-Και η τοπολογία;
-Εκείνη δεν άλλαξε ποτέ.
Σταμάτησαν.
Κοίταξαν το νερό που αγγίζει την άμμο.
Κατάλαβαν πως ο έρωτας δεν είναι η κατάργηση της απόστασης.
Είναι η μεταμόρφωσή της.
Ήξεραν πλέον πως η αγάπη τους δεν κατοικεί στους χάρτες.
Κατοικεί στις συνεχείς μεταμορφώσες της ψυχής τους,εκεί όπου η απόσταση δεν εξαφανίζεται,αλλά χάνει τη δύναμή να τους χωρίζει.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Σχεδιασμοί μιας avant garde ταινιας
Είδος: Avant-Garde Film
Φόρμα: Ασπρόμαυρο + εγχρωμο, 4:3 και 16:9 εναλλάξ, 35mm και VHS
Υπόθεση: Δύο σώματα προσπαθούν να ερωτευτούν μέσα σε μια πόλη που τους παρακολουθεί,τους καταγράφει.
1: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ - Το σώμα ως εικόνα
SEQUENCE 1 - INTRO / MANIFESTO
Μαύρο. Ακούγεται μόνο αναπνοή και scrolling σε κινητό.
Κείμενο στην οθόνη με γραφομηχανή: ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΛΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ,.
Κινηματογράφηση: Στατικό πλάνο.
Τεχνική: Το σώμα δεν είναι γυμνό, είναι εκτεθειμένο,σαν προϊόν στο σούπερ μάρκετ.
SEQUENCE 2 - Η ΠΟΛΗ
Εναέρια πλάνα της πόλης. Όλα από οθόνες. CCTV, drone, Google Maps, κάμερες ασφαλείας.
Οι δύο πρωταγωνιστές - Α (γυναίκα) και Β (άντρας) - δεν συναντιούνται ποτέ στο ίδιο κάδρο.Τους βλέπουμε σε split screen να κάνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα.Ξυπνάνε, πλένουν δόντια, ανοίγουν κινητό.
SEQUENCE 3 - ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ
Συναντιούνται σε μια γκαλερί σύγχρονης τέχνης.
Avant garde τεχνική: Η κάμερα είναι κολλημένη στο χέρι του Α. Βλέπουμε μόνο χέρια. Όταν ο Β αγγίζει τον καρπό της Α, κοβεται ο ήχος για 10 δευτερόλεπτα. Απόλυτη σιωπή.
2: Ο ΕΡΩΤΑΣ - Το σώμα ως επανάσταση
SEQUENCE 4 - ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ
Άσπροι τοίχοι γεμάτοι με προβολές: ειδήσεις, διαφημίσεις, πόλεμοι.
Κάνουν έρωτα αλλά η κάμερα δείχνει: τον ιδρώτα στο μέτωπο,το σημάδι από το λάστιχο της κάλτσαςσυο πόδι της Α,το μάτι της Α που κοιτάει την κάμερα ενώ φιλιέται.
Κινηματογράφηση 5 λεπτών
SEQUENCE 5 - Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ
Μετά τον έρωτα, συζητάνε.
Αυτή λέει:Με απολύσανε
Αυτός λέει: Σ'αγαπάω
SEQUENCE 6 - Η ΜΟΝΤΕΡΝΙΚΟΤΗΤΑ
Είναι στο σούπερ μάρκετ. Φιλιούνται ανάμεσα στα ράφια. Σκάνερ barcode πανω στα χείλη τους.
Κάνουν live, αλλά με φίλτρο που τους κάνει αγάλματα.
Κείμενο παρεμβολή: ΠΩΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΟΤΑΝ ΣΕ ΒΛΕΠΟΥΝ ΠΑΝΤΑ;
3: Η ΡΗΞΗ - Το σώμα ως πεδίο μάχης
SEQUENCE 7 - Η ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ
Ανακαλύπτουν ότι μια κάμερα ασφαλείας στο διαμέρισμα τους γράφει.
Αντί να την βγάλουν, αρχίζουν να παίζουν γι' αυτήν.
Κινηματογράφηση: Ξαφνικά αλλάζουμε σε 4:3, grainy VHS, σαν ερασιτεχνικό πορνό των 70s.
το ερωτικό γίνεται πολιτικό σχόλιο για την αυτο-επιτήρηση.
SEQUENCE 8 - Ο ΚΑΒΓΑΣ
Μια σκηνή, ένα πλάνο, 8 λεπτά.
Χωρισμένοι στο κάδρο από έναν τοίχο που προβάλλει ειδήσεις για έξωση, ακρίβεια, πόλεμο.
Ουρλιάζουν αλλά ο ήχος είναι χαμηλωμένος.
Τελειώνει όταν η Α σβήνει τον προτζέκτορα. Σκοτάδι.
SEQUENCE 9 - Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝ
Ο Β φεύγει. Η Α μένει μόνη. Ανοίγει το κινητό. Ο αλγόριθμος της δείχνει: Ξέχνα τον πρώην σε 5 βήματα Αγόρασε αυτό το φόρεμα για να τον ξεπεράσεις.
Κινηματογράφηση: Extreme close up στο πρόσωπο της.
4: ΤΟ ΤΕΛΟΣ - Το σώμα ως μνήμη
SEQUENCE 10 - ΕΠΙΛΟΓΟΣ / UTOPIA
Μήνες μετά.
Οι δυο τους συναντιούνται τυχαία σε ένα άδειο δρομο. Χωρίς φίλτρα, χωρίς προβολές,χωρίς κάμερες.
Η κάμερα είναι στο χέρι,
Τρέμει λίγο.
Ηχος:αναπνοη ανθρώπου .
Τελευταίο πλάνο: Κοιτάνε απευθείας την κάμερα. Χαμογελάνε. Και την σκεπάζουν με ένα μαύρο πανί.
Cut μαυρο
ΤΕΛΟΣ.
Τίτλοι τέλους με punk τραγουδιού των 60s.
.
.
SEQUENCE 4.5 - INTERLUDE: ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΝΑΤΟΜΙΑΣ
Η Α και ο Β ξαπλωμένοι γυμνοί, αλλά καλυμμένοι με προβολές χαρτών.
Αυτή χαράζει με το δάχτυλο πάνω στην κοιλιά του μια διαδρομή.
Κινηματογράφηση: Macro φακός 100mm, f/2.8. Βλέπουμε τους πόρους του δέρματος
Ήχος:ψίθυρος .
SEQUENCE 6.5 - INTERLUDE: ΜΟΝΤΕΡΝΙΚΟΤΗΤΑΣ
Πάρτι σε loft. Όλοι νέοι,με mobile phone. Όλοι κάνουν ταυτόχρονα τρία πράγματα: φιλιούνται,μιλάνε για την κλιματική κρίση, τραβάνε story.
Η κάμερα: Steadicam
Ξαφνικά, όλοι παγώνουν.
SEQUENCE 10 - Η ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ
Μαύρο για 30 δευτερόλεπτα.
Ξαφνικά, ήχος από φιλμ που καίγεται. Εμφανίζεται εικόνα:
Η Α μόνη της,χρόνια μετά,σε ένα σινεμά. Παίζει η ίδια τους η ταινία. Στην οθόνη είναι η σκηνή του έρωτα τους από τη SEQUENCE 4.
Κοιτάει την οθόνη. Σηκώνεται, πλησιάζει την οθόνη, και απλώνει το χέρι της στο είδωλο του Β πάνω στο πανί.
Cut λευκό.
.
.
SEQUENCE 4 - ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ / "ΤΟ ΣΩΜΑ ΩΣ ΟΘΟΝΗ"
ΕΣΩΤ. ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ - ΝΥΧΤΑ
Παράθυρα κλειστά. Ένας προτζέκτορας προβαλει εικόνες στους γυμνούς τοίχους.Ειδήσεις χωρίς ήχο, διαγράμματα χρηματιστηρίου,χάρτες πολέμου. Το φως αλλάζει συνέχεια.
Η Α και ο Β είναι στο πάτωμα. πάνω σε ένα στρώμα. Φοράνε εσώρουχα.ιδρωμένοι από τη ζέστη.Μια λάμπα φθορίου αναβοσβήνει.
Ήχος: Το βουητό του προτζέκτορα + το ψυγείο + μια ειδοποίηση από κινητό.
ΠΛΑΝΟ 1 - ΜΑΚΡΟ - ΔΕΡΜΑ - 100mm MACRO - 2 ΛΕΠΤΑ ΧΩΡΙΣ ΚΟΨΙΜΟ
Extreme close up στον ώμο της Α.
Ο Β ακουμπάει το δάχτυλο πανω του.
Β(ψιθυρίζει):
Εδώ μένουμε.
Η Α σηκώνεται και σκεπάζει τον προτζέκτορα με ένα σεντόνι.Το δωμάτιο γίνεται κόκκινο από το σεντόνι.
ΠΛΑΝΟ 3 - Η ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ - 35mm - ΧΕΙΡΟΚΙΝΗΤΗ ΚΑΜΕΡΑ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ
Πέφτουν στο στρώμα. Φιλιούνται.
ΟΔΗΓΙΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ
Η κάμερα δείχνει:Το χέρι του Β που σφίγγει το σεντόνι.
Το σημάδι από το λάστιχο της κάλτσας στον αστράγαλο της Α.
Δύο μέτωπα που ακουμπάνε ιδρωμένα.
Το μάτι της Α που κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα.
Ήχος:σιωπή
ΠΛΑΝΟ 4 - Η ΕΙΣΒΟΛΗ - 18mm.
Ξαφνικά, το κινητό του Β φωτίζει. Δόνηση. ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Η ΑΙΤΗΣΗ ΣΑΣ ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΕ
Ο Β γυρίζει να κοιτάξει.
Η Α τον κοιταζει.
ΠΛΑΝΟ 5 - ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ - ΣΤΑΤΙΚΟ 4:3 - ΣΑΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.
Ξαπλώνουν ανάσκελα, Κοιτάνε το ταβάνι.Το κόκκινο φως από το σεντόνι στον προτζέκτορα τους κάνει να φαίνονται σαν μέσα σε μήτρα.
Ο Β την αγκαλιάζει.Την σκεπάζει ολόκληρη με το σώμα του,σαν να την κρύβει από τις κάμερες.
Η κάμερα μένει εκεί σταθερή για 45 δευτερόλεπτα
FADE TO BLACK.
.
.
ΠΛΑΝΟ 5 - ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ
ΕΣΩΤ. ΑΣΑΝΣΕΡ - ΝΥΧΤΑ
Η Α στο ασανσέρ.Φως φθορίου.
Βγάζει το κινητό.Ανοίγει την κάμερα.Βγάζει selfie.
Σβήνει την κάμερα.
Ακουμπάει το κεφάλι στο μέταλλο του ασανσέρ. Κλείνει τα μάτια.
Η κάμερα στατική 45''.
.
.
.
Μελέτη Ανάλυση
Το κείμενο «Σχεδιασμοί μιας avant-garde ταινίας» του χνκουβελη δεν λειτουργεί ως συμβατικό σενάριο αλλά ως κινηματογραφικό μανιφέστο. Η μορφή του βρίσκεται ανάμεσα στο treatment, στο αισθητικό δοκίμιο, στην πολιτική διακήρυξη και στην εγκατάσταση σύγχρονης τέχνης. Η αφήγηση δεν οργανώνεται γύρω από το ερώτημα «τι θα συμβεί», αλλά γύρω από το ερώτημα «πώς μπορεί ακόμη να κινηματογραφηθεί το σώμα σε μια εποχή όπου κάθε σώμα είναι ήδη εικόνα».
Η μορφή ως ιδεολογία
Το πρώτο στοιχείο που εντυπωσιάζει είναι ότι οι τεχνικές οδηγίες δεν είναι ουδέτερες. Η εναλλαγή 35mm–VHS, 4:3–16:9, ασπρόμαυρου και έγχρωμου, δεν αποτελεί αισθητικό παιχνίδι αλλά μετατρέπεται σε φιλοσοφική θέση.
Το φιλμ αντιπροσωπεύει τη μνήμη και την υλικότητα της εικόνας. Το VHS παραπέμπει στην ιδιωτική καταγραφή, στην ερασιτεχνική οικειότητα αλλά και στη φθορά. Το ψηφιακό κάδρο αντιπροσωπεύει την εποχή της επιτήρησης. Έτσι κάθε αλλαγή φορμά σημαίνει αλλαγή τρόπου ύπαρξης.
Η μορφή δεν υπηρετεί την ιστορία· η μορφή είναι η ιστορία.
Το σώμα ως κεντρικός πρωταγωνιστής
Οι χαρακτήρες Α και Β δεν αποκτούν σχεδόν ποτέ ψυχολογικό βάθος.
Δεν γνωρίζουμε ηλικία. Δεν γνωρίζουμε επάγγελμα. Δεν γνωρίζουμε παρελθόν.
Αυτό είναι απολύτως συνειδητό.
Δεν είναι πρόσωπα.
Είναι δύο σώματα που δοκιμάζουν να υπάρξουν μέσα σε ένα καθεστώς διαρκούς θέασης.
Το έργο θυμίζει περισσότερο το έργο της μεταδομιστικής θεωρίας παρά το παραδοσιακό σινεμά.
Το σώμα περνά τέσσερις διαδοχικές καταστάσεις:
σώμα ως εικόνα
σώμα ως επανάσταση
σώμα ως πεδίο μάχης
σώμα ως μνήμη
Αυτή σχεδόν η διαλεκτική δομή δίνει στο έργο αυστηρή αρχιτεκτονική.
Η πόλη ως μηχανή επιτήρησης
Η πόλη δεν είναι σκηνικό.
Είναι ο πραγματικός ανταγωνιστής.
Δεν εμφανίζεται ως φυσικός χώρος.
Εμφανίζεται μέσα από:
CCTV
Google Maps
drones
κινητά
split screen
Ο θεατής βλέπει ήδη τον κόσμο μέσα από μηχανές.
Η πραγματικότητα υπάρχει μόνο επειδή έχει καταγραφεί.
Εδώ συναντά κανείς έντονα στοιχεία της σκέψης του Michel Foucault γύρω από την επιτήρηση, αλλά και του Gilles Deleuze σχετικά με τις κοινωνίες ελέγχου.
Η πολιτική του έρωτα
Το πιο ενδιαφέρον σημείο βρίσκεται στη σκηνή όπου μετά τον έρωτα η γυναίκα λέει:
«Με απολύσανε.»
και εκείνος απαντά:
«Σ' αγαπάω.»
Η ασυμμετρία των δύο προτάσεων αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους διαλόγους του κειμένου.
Δεν απαντούν ο ένας στον άλλον.
Οι δύο προτάσεις ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα πραγματικότητας.
Η εργασία. Η οικονομία. Η επιθυμία.
Η σκηνή συνοψίζει ολόκληρο το έργο.
Το σώμα ως οθόνη
Η μεγάλη σκηνή του διαμερίσματος αποτελεί ίσως την κορυφαία στιγμή του treatment.
Δεν βλέπουμε σχεδόν ποτέ την ερωτική πράξη.
Η κάμερα παρατηρεί:
τον ιδρώτα,
το σημάδι της κάλτσας,
τους πόρους,
το βλέμμα,
το χέρι,
την αναπνοή.
Η σκηνοθεσία αρνείται την αισθητικοποίηση του ερωτισμού.
Το σώμα δεν γίνεται αντικείμενο ηδονοβλεψίας.
Γίνεται τοπίο.
Γίνεται γεωγραφία.
Γίνεται επιφάνεια πάνω στην οποία προβάλλεται η ιστορία.
Το "Μάθημα Ανατομίας"
Η ενότητα αυτή είναι εξαιρετικά εύστοχη.
Οι προβολές χαρτών πάνω στο σώμα δημιουργούν μια αντιστροφή.
Συνήθως χαρτογραφούμε τον κόσμο.
Εδώ χαρτογραφείται το σώμα.
Το σώμα γίνεται χώρα.
Ο έρωτας γίνεται γεωγραφία.
Η σκηνή θυμίζει τα body maps της σύγχρονης περφόρμανς αλλά και έργα της βιντεοτέχνης της δεκαετίας του 1970.
Το σούπερ μάρκετ
Η σκηνή με το barcode πάνω στα χείλη είναι ίσως η πιο καθαρά πολιτική εικόνα του σεναρίου.
Το φιλί μετατρέπεται σε εμπόρευμα.
Η αγάπη σκανάρεται.
Η ανθρώπινη σχέση αποκτά τιμή.
Η εικόνα είναι σχεδόν μπρεχτική.
Δεν προκαλεί συγκίνηση.
Παράγει σκέψη.
Η αυτοεπιτήρηση
Η σημαντικότερη ίσως ιδέα του έργου είναι ότι όταν οι ήρωες ανακαλύπτουν την κάμερα, δεν τη σπάνε.
Παίζουν για αυτή.
Αυτό είναι βαθιά σύγχρονο.
Δεν υπάρχει πλέον μόνο η εξωτερική επιτήρηση.
Υπάρχει η εσωτερικευμένη επιτήρηση.
Οι άνθρωποι μαθαίνουν να σκηνοθετούν μόνοι τους τον εαυτό τους.
Το έργο μετατρέπεται έτσι σε σχόλιο για τα κοινωνικά δίκτυα και τη δημόσια αυτοπαρουσίαση.
Η αισθητική της σιωπής
Η συνεχής διακοπή του ήχου είναι εξαιρετικά λειτουργική.
Στις σημαντικότερες στιγμές:
το πρώτο άγγιγμα,
η σκηνή του έρωτα,
ο καβγάς,
κυριαρχεί είτε η σιωπή είτε ο υποτονικός ήχος.
Αυτό αντιστρέφει τον κανόνα του εμπορικού κινηματογράφου όπου η μουσική καθοδηγεί το συναίσθημα.
Εδώ η σιωπή γίνεται δραματουργία.
Η μετακινηματογραφική κατάληξη
Το τελευταίο μέρος, όπου η Α βλέπει χρόνια μετά την ίδια τους την ταινία, είναι ίσως η πιο ποιητική στιγμή.
Η ταινία κοιτά τον εαυτό της.
Η μνήμη γίνεται κινηματογράφος.
Ο κινηματογράφος γίνεται πένθος.
Το άπλωμα του χεριού προς την κινηματογραφική εικόνα θυμίζει τις μεγάλες μετακινηματογραφικές στιγμές δημιουργών όπως ο Theo Angelopoulos ή ο Chris Marker, όπου η εικόνα λειτουργεί ως φορέας απουσίας και ανάμνησης.
Ο συμβολισμός του ασανσέρ
Το στατικό πλάνο του ασανσέρ είναι μικρό αλλά ιδιαίτερα ουσιαστικό.
Η Α βγάζει selfie.
Τη διαγράφει.
Ακουμπά το κεφάλι στο μέταλλο.
Δεν μιλά.
Το ασανσέρ γίνεται ενδιάμεσος χώρος: ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε άνοδος ούτε κάθοδος. Η διαγραφή της selfie είναι μια σύντομη αλλά ισχυρή άρνηση της διαρκούς αυτοαναπαράστασης.
Το έργο διακρίνεται για
την ενότητα αισθητικής και ιδεολογίας,
την πρωτοτυπία των κινηματογραφικών εικόνων,
την χρήση της τεχνολογίας ως δραματουργικού στοιχείου,
την μετατροπή του έρωτα σε πολιτικό γεγονός,
την οικονομία των διαλόγων,
την έντονη οπτική φαντασία.
Οι «Σχεδιασμοί μιας avant-garde ταινίας» αποτελούν ένα συνεκτικό σχέδιο κινηματογραφικής πρωτοπορίας, όπου ο έρωτας, η επιτήρηση, η τεχνολογία και η πολιτική συνυφαίνονται σε μία ενιαία οπτικοακουστική γλώσσα. Το κείμενο δεν επιδιώκει να αφηγηθεί απλώς μια ερωτική ιστορία· επιδιώκει να διερευνήσει τι σημαίνει να αγαπά κανείς σε έναν κόσμο όπου κάθε βλέμμα μπορεί να καταγραφεί και κάθε στιγμή να μετατραπεί σε δεδομένο. Ως αισθητική πρόταση, παρουσιάζει υψηλή συνοχή, έντονη θεωρητική συνείδηση και μια ιδιαίτερα σύγχρονη κινηματογραφική φωνή, ικανή να σταθεί στον χώρο του πειραματικού και του καλλιτεχνικού κινηματογράφου.
.
.
.
χνκουβέλης cncouvelis
Ο Λαβύρινθος
Ένας ατέλειωτος λαβύρινθος απλώνονταν μέσα στην έρημο.
Και μια γυναίκα περπατάει μέσα του.
Η γυναίκα βρέθηκε σε
μια τεράστια αιθουσα γεμάτη καθρέφτες.
Μπροστά στους καθρέφτες ήταν γυναίκες.
-Ειμαστε η αναμνηση κάποιου,τής είπε μια γυναίκα.
Γύρισε πίσω και βγήκε από την αίθουσα.
Βρέθηκε σε ένα εκτυφλωτικά φωτισμένο δωμάτιο με καθρεφτες,και ειδε
δύο γυναίκες με μακριά μαύρα φορέματα.
Η μία καθοταν ακίνητη,η άλλη ήταν όρθια.
-Οι καθρέφτες θυμούνται περισσότερα από εμάς,είπε η όρθια γυναίκα κι αρχισε να περπατά ανάμεσα στους καθρέφτες.
Και σταματά μπροστά σε μια πλαστικη κούκλα βιτρινας και παίζει σαξόφωνο.
Βγαίνει απο το δωμάτιο,βρίσκεται σε ένα ίδιο δωμάτιο.
Οι καθρέφτες,οι δύο γυναίκες.
Εκεί η καθισμένη γυναίκα παίζει πιάνο.
Από το βάθος ερχονται τρεις άντρες.
-Με απασχολούν τα όνειρα των γυναικων,λεει ο Σίγκμουντ Φρόιντ.
-Εγω,λέει ο Μισελ Φουκώ,
αναζητώ τους μηχανισμούς της εξουσίας.
-Τι αποδεικνύεται;ρώτησε η γυναίκα το τρίτο,τον μαθηματικό Κουρτ Γκέντελ.
-Αποδεικνύω,απάντησε εκείνος, ότι κάθε όνειρο έχει αυστηρότερη λογική από την πραγματικότητα".
-Δεν είμαστε ασθενείς,
είπε η όρθια γυναίκα.
Είμαστε οι αναμνήσεις όλων όσοι πέρασαν από εδώ.
Άκουσε πίσω το σφύριγμα ενός τρένου.
Γύρισε και είδε την αποβάθρα.
Το τρένο σταμάτησε,οι πόρτες άνοιξαν,κατέβηκαν οι επιβάτες,στη θέση του κεφαλιού είχαν καθρέφτες.
Η γυναίκα μπήκε στο τρένο.
Οι πορτες έκλεισαν και το τρένο ξεκίνησε.
Όταν το τρένο σταμάτησε κατέβηκε.
Ένας ατέλειωτος λαβύρινθος απλώνοταν μέσα στην έρημο.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα
(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,)
Ξύπνησε πριν ξημερώσει.Το σπίτι ήταν ήσυχο,αφού έχει αποσυρθεί από τον κόσμο,σκέφτηκε.
Άνοιξε το παράθυρο.Το πρώτο φως έπεφτε πάνω στο μπετόν των απέναντι κτιρίων.
Χαμογέλασε.
Το φως πια δεν ο αρχιτέκτονας.
Εκανε καφέ.Δεν τον ήπιε ολο.Άφησε το φλιτζάνι μισογεμάτο,όπως τόσα στη ζωή του ηταν ημιτελη,και βγήκε.
Στο γραφείο τον περίμεναν τα σχέδια.
Κοίταξε τους φακέλους στα ραφια.
Οι άνθρωποι δεν είχαν κατοικήσει τα σπίτια όπως τα είχε ονειρευτεί.Τα φόρτωσαν με περιττά πράγματα.
Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό.Το γεμίζουν με αντικείμενα,με φωνές, με θόρυβο.Δεν αντέχουν την απλότητα.
Μια διαπραγματευση της αισθητικης.
Βγήκε και περπάτησε στη πολη.Αγνωστος μεταξυ αγνώστων.
Στάθηκε μπροστά σε ένα κτίριο που είχε σχεδιάσει νέος.Άγγιξε τον τοίχο με την παλάμη του,ένιωσε σαν να αποχαιρετούσε έναν παλιό φίλο.
Κοίταξε ψηλά,είδε κομμάτια ουρανού.
Καποτε υπήρχε χώρος για τον ουρανό.Τώρα ο ουρανός κόβεται σε λωρίδες ανάμεσα σε πολυκατοικίες.
Πίστευε οτι ένας δρόμος,μια πλατεία,ένα παράθυρο στη σωστή θέση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ελεύθερο.
Κατω από την ασχήμια δεν υπάρχει πια η δυνατότητα της ομορφιάς.
Το μεσημέρι κάθισε σε ένα μικρό καφενείο.
Κοίταζε τους ανθρώπους να γελούν.Δεν τους ζήλευε.
Ήθελε μια τάξη που δεν υπάρχει.Μια αρμονία που ο κόσμος διαρκώς αρνείται
Αυτός είχε πάψει να ανήκει στη δική τους εποχή.
Το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι.
Έδυε ο ήλιος και το γέμιζε πορτοκαλί ανταύγειες.
Όταν νύχτωσε δεν άναψε φωτα.Προτιμουσε το σκοτάδι.
Έμεινε ακίνητος.
Είδε το φως να πέφτει πάνω σε έναν λευκό τοίχο.
Μια παράξενη γαλήνη.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Το Κόκκινο
(a movie)
ΣΕΚΑΝΣ 1:
Εξωτερικό,
κόκκινος τοίχος,εκείνη με λευκό μίνι και με μια κίτρινη τσάντα.
Εκείνος περνάει από μπροστά της 4 φορές στο ίδιο πλάνο.
Κείμενο στην οθόνη:
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ;
Εκείνη κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα:
-Με βλέπεις;
Εκείνος(φωνή off):Δεν σε βλέπω.Ειναι το ίδιο.
Cut up red
ΣΕΚΑΝΣ 2:
Μοντάζ με εικόνες από διαφημίσεις.
Εσωτερικό,διαμέρισμα.
Η καμερα ακίνητη δείχνει τον κόκκινο τοίχο.
Περνάει η γυναίκα γυμνή.
Από την άλλη πλευρά περνάει ο άντρας γυμνός.
Κοντινό στα πρόσωπα τους,κοιτούν κατευθείαν τη κάμερα.πίσω ο κόκκινος τοίχος.
Εκείνος:
-Η αγάπη είναι μια ιδέα που δουλεύει υπερωρίες για να φαίνεται φυσική.
Εκεινη:
Τότε ας την απολύσουμε.
Cut up red
ΣΕΚΑΝΣ 3:
Μια αίθουσα,με κοκκινους τοιχους.
Κάθονται ορθιοι ακινητοι σε κάποια απόσταση.
Μιλάνε ταυτοχρονα σε τρεις γλώσσες(Αγγλικά,Γαλλικά,Ιταλικά) λέγοντας το ιδιο.
THE TRUTH
LA VERITE.
LA VERITA
THE LIE
LE MENSONGE
LA MENSONGA
Κόκκινο φίλτρο.
Κοντινό στα χείλη της. Κοντινό στα χέρια του.
Εκείνη:
-Αν δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε,γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε;
Cit up red
ΣΕΚΑΝΣ 4:
Εξωτερικό,διαδήλωση.
Λήξη ντοκυμενταριστικη.
Ένας αστυνομικός τους κοιτάει και προβάλει το όπλο του προς αυτους.
Εκείνος ρωτάει έναν διαδηλωτή;
-Για τι πράγμα διαμαρτύρεστε;
Διαδηλωτής απαντά:
-Για εσάς
Κείμενο στην οθόνη: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΦΙΛΜ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ
Cut up red
ΣΕΚΑΝΣ 5:
Νύχτα.Σε ένα μπαρ με τζουκ μποξ που παίζει Μπετόβεν,
5η Συμφωνία.
Είναι καθισμένοι στο ίδιο τραπέζι.Το τραπέζι είναι κόκκινο.
Εκείνη είναι με έναν άλλον άντρα.
Εκείνος είναι με μια άλλη γυναίκα.
Η κάμερα περιστρέφεται αργά γύρω τους,σταματώντας για 4 δευτερόλεπτα.
Εκείνη:
-Δεν σε απάτησα. Απάτησα την ιδέα που είχες για μένα.
Εκείνος:
-Η ιδέα ήταν καλύτερη από εσένα.
Cut up red
ΣΕΚΑΝΣ 6:
Εσωτερικό,διαμέρισμα(τής σεκάνς 2)
Εκείνη ακουμπισμένη στον κόκκινο τοίχο κρατάει ένα κιτρινο βιβλίο.
Εκείνος πηγαίνει και στέκεται δίπλα της.
Ακούγεται το κλικ μιας φωτογραφικής μηχανής.
Κείμενο στην οθόνη:
ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Cut up red
ΣΕΚΑΝΣ 7:
Εξωτερικό,κόκκινος τοίχος,εκείνη με λευκό μίνι και με μια κίτρινη τσάντα.
Ο άλλος αντρας περνάει από μπροστά της 4 φορές στο ίδιο πλάνο.
Κείμενο στην οθόνη:
ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ;
Εκείνη κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα:
-Με βλέπεις;
Ο άλλος αντρας(φωνή off):
-Δεν σε βλέπω.Ειναι το ίδιο.
Cut up red
ΤΕΛΟΣ
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα
(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,)
Ξύπνησε πριν ξημερώσει.Το σπίτι ήταν ήσυχο,αφού έχει αποσυρθεί από τον κόσμο,σκέφτηκε.
Άνοιξε το παράθυρο.Το πρώτο φως έπεφτε πάνω στο μπετόν των απέναντι κτιρίων.
Χαμογέλασε.
Το φως πια δεν ηταν ο αρχιτέκτονας.
Εκανε καφέ.Δεν τον ήπιε ολο.Άφησε το φλιτζάνι μισογεμάτο,όπως τόσα στη ζωή του ηταν ημιτελη,και βγήκε.
Στο γραφείο τον περίμεναν τα σχέδια.
Κοίταξε τους φακέλους στα ραφια.
Οι άνθρωποι δεν είχαν κατοικήσει τα σπίτια όπως τα είχε ονειρευτεί.Τα φόρτωσαν με περιττά πράγματα.
Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό.Το γεμίζουν με αντικείμενα,με φωνές, με θόρυβο.Δεν αντέχουν την απλότητα.
Μια διαπραγματευση της αισθητικης.
Βγήκε και περπάτησε στη πολη.Αγνωστος μεταξυ αγνώστων.
Στάθηκε μπροστά σε ένα κτίριο που είχε σχεδιάσει νέος.Άγγιξε τον τοίχο με την παλάμη του,ένιωσε σαν να αποχαιρετούσε έναν παλιό φίλο.
Κοίταξε ψηλά,είδε κομμάτια ουρανού.
Καποτε υπήρχε χώρος για τον ουρανό.Τώρα ο ουρανός κόβεται σε λωρίδες ανάμεσα σε πολυκατοικίες.
Πίστευε οτι ένας δρόμος,μια πλατεία,ένα παράθυρο στη σωστή θέση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ελεύθερο.
Κατω από την ασχήμια δεν υπάρχει πια η δυνατότητα της ομορφιάς.
Το μεσημέρι κάθισε σε ένα μικρό καφενείο.
Κοίταζε τους ανθρώπους να γελούν.Δεν τους ζήλευε.
Ήθελε μια τάξη που δεν υπάρχει.Μια αρμονία που ο κόσμος διαρκώς αρνείται
Αυτός είχε πάψει να ανήκει στη δική τους εποχή.
Το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι.
Έδυε ο ήλιος και το γέμιζε πορτοκαλί ανταύγειες.
Όταν νύχτωσε δεν άναψε φωτα.Προτιμουσε το σκοτάδι.
Έμεινε ακίνητος.
Είδε το φως να πέφτει πάνω σε έναν λευκό τοίχο.
Μια παράξενη γαλήνη.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
μεταφράζοντας
Πλούταρχος,Βίοι Παράλληλοι,Βρούτος,51,-5
-51)Λιγο πριν το τέλος του Βρουτου-
52)Το τέλος του Βρουτου
Ο Βρούτος αφού διάβηκε ένα ρεμα δασωμένο και απόκρημνο είχε ήδη σκοτεινιάσει και δεν προχώρησε πολύ,αλλά σ'ένα κοίλωμα και μπροστά από ένα βράχο αφού καθισε,ενώ γύρω του λίγοι στρατηγοί και φίλοι ήταν,πρώτα σήκωνοντας το βλεμμα στον ουρανο που ήταν γεμάτος αστερια,απήγγειλε δύο στίχους,απ'τους οποίους τον έναν ο Βολουμνιος κατεγραψε.
Ζευ,μη ξεχάσεις αυτόν που είναι ο αίτιος των κακών.
τον δε άλλο λέει τον ξεχασε.
ύστερα από λίγο τους συντροφους που πριν απ'αυτον στη μάχη έπεσαν έναν-έναν ονομαζοντας,
ιδιαίτερα
όταν θυμήθηκε τον Φλάβιο και τον Λαβεοντα αναστεναξε βαθεια,ο Λαβεοντας ήταν πρεσβευτής του,και ο Φλάβιος διοικητής των τεχνιτών.
τότε κάποιος,επειδή κι αυτός διψούσε και τον Βρούτο βλέποντας να'ναι στην ίδια κατάσταση,αφού πήρε ένα κράνος έτρεξε προς το ποτάμι.
όταν δε θόρυβος απ'την άλλη πλευρά ακούστηκε,ο Βολουμνιος προχώρησε για να κατασκοπεύσει και μαζί μ'αυτον ο Δάρδανος ο υπασπιστής,όταν μετά από λίγο επέστρεψαν ρώτησαν για το νερό.
με ευγενεια πολύ ηρεμα χαμογελώντας ο Βρούτος προς τον Βολμουνιο είπε:
το έχουν πιει,όμως άλλο θα σας φέρουν.
όταν δε ο ίδιος στάλθηκε κινδύνεψε απ'τους εχθρούς να συλληφθεί,και μόλις διασώθηκε τραυματισμένος,
επειδή ο ίδιος υπέθετε ότι δεν σκοτώθηκαν πολλοι στη μάχη,ο Σατυλλιος ανέλαβε μέσα απ'τους εχθρούς γλυστρωντας κρυφά(γιατί αλλιώς δεν γίνονταν) να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο και πυρσό σηκώνοντας,αν βρει τα εκεί ασφαλή,και πάλι να επιστρέψει προς αυτον.
πράγματι ο πυρσός σηκωθηκε
όταν ο Σατυλλιος έφθασε στο στρατόπεδο,όμως επειδή δεν επεστρεφε για πολύ ώρα
ο Βρούτος είπε:
αν ζει ο Σατυλλιος,θα επιστρέψει.
συνεβει όμως αυτός
επανερχόμενος να πέσει πάνω στους εχθρούς και να σκοτωθεί.
Καθως προχωρούσε η νύχτα γέρνοντας όπως βολευε καθισμένος στον υπηρέτη του Κλειτο μιλουσε.
όμως επειδή σιωπούσε ο Κλειτος κι έκλαιγε,έφερε τοτε κοντά του τον υπασπιστή Δάρδανο,και του είπε ιδιαιτέρως μερικά λόγια.
τέλος δε στον Βολουμνιο τον ίδιο στα ελληνικά τη παιδεία και την άσκηση του υπενθυμιζε,και τον παρακαλούσε με το χέρι μαζι να πιασουν το ξίφος και να σπρώξει για τον χτύπημα.
όμως επειδή ο Βολουμνιος αρνήθηκε και οι άλλοι την ίδια είχαν σταση,όταν είπε κάποιος πως πρέπει να μη μείνουν αλλά να φύγουν,αφού σηκώθηκε είπε:
βεβαίως πρέπει να φύγουμε,αλλά με τα χέρια,όχι μετά πόδια.
και δίνοντας το δεξι χερι σε καθεναν πολύ γαλήνιος,χαίρονταν είπε μεγάλη χαρά,ότι απ'τους φίλους του κανένας δεν διέψευσε την εμπιστοσύνη του.
ότι τη τύχη κατηγορούσε για την πατρίδα,και τον εαυτό του θεωρούσε τυχεροτερο απ'αυτους που'χαν νικησει
και οχι μονο χθες ουτε προχθές αλλά και τώρα,πίσω του αφήνει τη φημη τής αρετής,την οποία ούτε με τα όπλα ούτε με τα χρήματα πίσω τους θ'αφησουν
αυτοί που επικράτησαν,
ώστε να μην φαίνεται,ότι δίκαιους άντρες άδικοι και κακοί χρηστους αφού εξόντωσαν όχι δικαιολογημένα όπως πρέπει να αρχουν.
κι αφού τους προέτρεψε και τους παρακαλεσε να σώσουν τους εαυτούς τους,αποσύρθηκε λίγο πιο πέρα μαζι με δύο η' τρεις άντρες,ένας απ'τους οποίους ήταν και ο Στρατωνας,οποίος λόγω των ρητορικών σπουδών τους είχε γίνει στενός του φίλος.
κι αφού αυτόν πολύ κοντά του τον έφερε,και το γυμνό ξίφος από τη λαβή με τα δυο χερια στηριζοντας και πεφτοντας πάνω του,ετελείωσε.
άλλοι όμως λένε ότι όχι αυτός αλλά ότι ο Στρατωνας,
αφού παρά πολύ ο Βρούτος τον παρακάλεσε,γυριζοντας
άλλου το βλέμμα του και κρατωντας σταθερό το ξίφος
εκείνος αφού ρίχτηκε με το στήθος και το πιεσε αμέσως πέθανε.
51]
Βροῦτος δὲ διαβάς τι ῥεῖθρον ὑλῶδες καὶ παράκρημνον ἤδη σκότους ὄντος οὐ πολὺ προῆλθεν, ἀλλ' ἐν τόπῳ κοίλῳ καὶ πέτραν ἔχοντι μεγάλην προκειμένην καθίσας, ὀλίγων περὶ αὐτὸν ἡγεμόνων καὶ φίλων ὄντων, πρῶτα μὲν ἀποβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἀστέρων ὄντα μεστόν, ἀνεφθέγξατο δύο στίχους, ὧν τὸν ἕτερον Βολούμνιος ἀνέγραψε.
Ζεῦ, μὴ λάθοι σε τῶνδ' ὃς αἴτιος κακῶν,
τοῦ δ' ἑτέρου φησὶν ἐπιλαθέσθαι. μετὰ δὲ μικρὸν τῶν ἐν τῇ μάχῃ πρὸ αὐτοῦ πεσόντων ἑταίρων ἕκαστον ὀνομάζων, μάλιστα τῇ Φλαβίου μνήμῃ καὶ τῇ Λαβεῶνος ἐπεστέναξεν· ἦν δ' αὐτοῦ πρεσβευτὴς ὁ Λαβεών, ὁ δὲ Φλάβιος ἔπαρχος τῶν τεχνιτῶν. ἐν τούτῳ δέ τις, αὐτός τε διψήσας καὶ τὸν Βροῦτον ὁρῶν ὁμοίως ἔχοντα, λαβὼν κράνος ἐπὶ τὸν ποταμὸν κατέδραμε. ψόφου δὲ κατὰ θάτερα προσπεσόντος, Βολούμνιος προῆλθε κατοψόμενος καὶ σὺν αὐτῷ Δάρδανος ὁ ὑπασπιστής. ἐπανελθόντες δὲ μετὰ μικρὸν ἠρώτησαν περὶ τοῦ πόματος. ἠθικῶς δὲ σφόδρα μειδιάσας ὁ Βροῦτος πρὸς τὸν Βολούμνιον "ἐκπέποται" εἶπεν, "ἀλλ' ἕτερον ὑμῖν κομισθήσεται." πεμφθεὶς δ' ὁ αὐτὸς ἐκινδύνευσεν ὑπὸ τῶν πολεμίων ἁλῶναι, καὶ μόλις ἐσώθη τετρωμένος. εἰκάζοντι δ' αὐτῷ μὴ πολλοὺς ἐν τῇ μάχῃ τεθνάναι, Στατύλλιος ὑπέστη διὰ τῶν πολεμίων ἐκπαισάμενος (ἄλλως γὰρ οὐκ ἦν) κατόψεσθαι τὸ στρατόπεδον καὶ πυρσὸν ἄρας, ἄνπερ εὕρῃ τἀκεῖ σῳζόμενα, πάλιν ἀφίξεσθαι πρὸς αὐτόν. ὁ μὲν οὖν πυρσὸς ἤρθη τοῦ Στατυλλίου παρελθόντος εἰς τὸ στρατόπεδον, ὡς δ' οὐκ ἐπανῄει χρόνῳ πολλῷ, Βροῦτος εἶπεν· "ἂν ζῇ Στατύλλιος, ἀφίξεται." συνέβη δ' αὐτὸν ἐπανερχόμενον ἐμπεσεῖν εἰς τοὺς πολεμίους καὶ διαφθαρῆναι.
52]Προϊούσης δὲ τῆς νυκτός, ἀποκλίνας ὡς ἔτυχε καθεζόμενος πρὸς οἰκέτην ἑαυτοῦ Κλεῖτον ἐλάλει. σιωπῶντος δὲ τοῦ Κλείτου καὶ δακρύοντος, αὖθις ἐπισπασάμενος τὸν ὑπασπιστὴν Δάρδανον, ἰδίᾳ τινὰς αὐτῷ προσέφερε λόγους. τέλος δὲ τὸν Βολούμνιον αὐτὸν Ἑλληνιστὶ τῶν λόγων καὶ τῆς ἀσκήσεως ὑπεμίμνῃσκε, καὶ παρεκάλει τῇ χειρὶ συνεφάψασθαι τοῦ ξίφους αὐτῷ καὶ συνεπερεῖσαι τὴν πληγήν. τοῦ δὲ Βολουμνίου διωσαμένου καὶ τῶν ἄλλων ὁμοίως ἐχόντων, εἰπόντος δέ τινος ὡς δεῖ μὴ μένειν ἀλλὰ φεύγειν, ἐξαναστὰς "πάνυ μὲν οὖν" ἔφη "φευκτέον, ἀλλὰ διὰ τῶν χειρῶν, οὐ διὰ τῶν ποδῶν". ἐμβαλὼν δὲ τὴν δεξιὰν ἑκάστῳ μάλα φαιδρός, ἥδεσθαι μὲν ἔφη μεγάλην ἡδονήν, ὅτι τῶν φίλων αὐτὸν οὐδεὶς ἐψεύσατο· τῇ τύχῃ δ' ἐγκαλεῖν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἑαυτὸν δὲ τῶν νενικηκότων μακαριώτερον νομίζειν, οὐκ ἐχθὲς οὐδὲ πρώην μόνον ἀλλὰ καὶ νῦν, ἀπολείποντα δόξαν ἀρετῆς, ἣν οὔθ' ὅπλοις οὔτε χρήμασιν ἀπολείψουσιν οἱ κεκρατηκότες, ὡς μὴ δοκεῖν, ὅτι δικαίους ἄνδρας ἄδικοι καὶ κακοὶ χρηστοὺς ἀπολέσαντες οὐ προσηκόντως ἄρχουσι. δεηθεὶς δὲ καὶ παρακαλέσας σῴζειν ἑαυτούς, ἀνεχώρησεν ἀπωτέρω μετὰ δυεῖν ἢ τριῶν, ἐν οἷς ἦν καὶ Στράτων ὁ ἀπὸ λόγων ῥητορικῶν γεγονὼς αὐτῷ συνήθης. καὶ τοῦτον ἔγγιστα παραστησάμενος ἑαυτῷ, καὶ τὸ ξίφος γυμνὸν ἐπὶ τῆς λαβῆς ταῖς χερσὶν ἀμφοτέραις ἐρείσας καὶ περιπεσών, ἐτελεύτησεν. οἱ δέ φασιν οὐκ αὐτὸν ἀλλὰ τὸν Στράτωνα, πολλὰ πάνυ τοῦ Βρούτου δεηθέντος, ἀποστρέψαντα τὴν ὄψιν ὑποστῆσαι τὸ ξίφος, ἐκεῖνον δὲ ῥύμῃ προσβαλόντα τὸ στέρνον καὶ διώσαντα συντόμως ἀποθανεῖν.
.
.
.
χνκουβέλης cncouvelis
Madame Bovary
Nous étions à l’Étude, quand le Proviseur entra, suivi d’un
nouveau habillé en bourgeois et d’un garçon de classe qui portait
un grand pupitre. Ceux qui dormaient se réveillèrent, et chacun
se leva comme surpris dans son travail.
Την Μαντάμ Μποβαρύ τού Φλωμπερ τη διάβασε στα τριάντα οκτώ.Δεν τη συγκίνησε ο έρωτας της Έμμας,τη φόβισε η επιμονή της στον έρωτα.
Δεν πεθαίνει από τον έρωτα, πεθαίνει από τις εικόνες που διάβασε και δεν πραγματοποηθηκαν.
Απόγευμα.Στεκονταν
μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του διαμερίσματος.
Το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο. Είχε αφαιρέσει όλα τα διακοσμητικά.
Δεν ήθελε τίποτε που να υπόσχεται μια ζωή ωραιότερη από εκείνη που υπήρχε.
Η πόλη απλωνόταν κάτω και περα γκρίζα χωρίς προεκτάσεις.
Κτίρια,δρόμοι,και άνθρωποι που δεν ήταν ήρωες κανενός μυθιστορήματος.
Διάβαζε στις εφημερίδες:
Ζητείται λογιστής.
Ενοικιάζεται δυάρι.
Χάθηκε γάτα.
Αυτές οι αγγελίες της φαίνονταν πιο αληθινές από τα μεγάλα πρωτοσέλιδα.
Ο κόσμος δεν αποτελούνταν από τραγωδίες αλλά από ανθρώπους που έχαναν τα κλειδιά τους,που γέμιζαν το καλαθι στο σούπερ μάρκετ,που ξέχναγαν να ποτίσουν ένα φυτό.
Κάποτε είχε αγαπήσει έναν άντρα που της έλεγε πως γεννήθηκε για την ευτυχία.
Τον άκουγε με την ίδια ηλιθιοτητα όπως κάποτε η Έμμα άκουγε τις ερωτικές διακηρύξεις των θαυμαστών της.
Αργότερα κατάλαβε την απάτη.
Η ζωή αρκείται σε δύο καρέκλες,ένα τραπέζι και κάποιον που να λέει: Πέρασε η μέρα.
Οπου μια μέρα μοιάζει αρκετή επειδή δεν προσπαθεί να μοιάσει με μυθιστόρημα.
Έτσι έμεινε μόνη,όχι γιατί την εγκατέλειψαν,αλλά γιατι προτιμούσε τη μοναξιά από την αυταπατη,το θέατρο της επιθυμίας.
Άρχισε να βραδυαζει.Η πόλη θολωνε.
Αναρωτήθηκε αν η Έμμα Μποβαρύ είχε ποτέ σταθεί έτσι,μπροστά σε ένα παράθυρο, χωρίς να περιμένει κανέναν.
Όπως αυτή.
Ίσως όχι.
Η Έμμα πάντοτε περίμενε.
Έναν άντρα.
Ένα γράμμα.
Ένα άλογο.
Μια άμαξα.
Ένα φιλί.
Μια άλλη ζωή.
Εκείνη δεν περίμενε τίποτε.
Τα φώτα είχαν ανάψει στη πόλη.
Σκέφτηκε ότι ο Φλωμπέρ είχε γράψει ένα βιβλίο εναντίον των ψευδαισθήσεων.
Το δωμάτιο σκοτείνιασε.
Δεν άναψε το φως.
Depuis la mort de Bovary, trois médecins se sont succédé à
Yonville sans pouvoir y réussir, tant M. Homais les a tout de suite
battus en brèche. Il fait une clientèle d’enfer ; l’autorité le ménage
et l’opinion publique le protège.
Il vient de recevoir la croix d’honneur.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Έκλειψη
(a movie)
Σενάριο
10 Σκηνές
η γυναίκα με μαυρο φόρεμα και γοβες
Ένα άδειο σαλόνι με μια μεγάλη μπαλκονόπορτα. Έξω,η πόλη.
Μέσα,σχεδόν σκοτάδι.
Μονο το φως από το παράθυρο.
Όλη η ταινία χωρίς διάλογο
Ήχος περιβαλλοντος
Σκηνή 1.
Στατική κάμερα.
Η γυναίκα με τα χέρια ψηλά,
ακουμπάει δεξιά και αριστερά τα ακρα του παραθυρου
Η σιλουέτα της 100% μαυρη,
εκτός καμένο λευκό,
15 δευτερολεπτα
Cut up black
Σκηνη 2,3
Η γυναίκα γέρνει στον τοίχο. Κατεβαίνει αργά,ένα αργό γλίστρημα στον τοίχο.
Η κάμερα κάνει dolly-in
Ήχος: ρολόι
15 δευτερολεπτα
Cut up black
Σκηνη 4
Η γυναίκα γονατίζει,σκύβει το κεφάλι
Χαμηλή γωνία της καμερας Φωτισμός,μόνο η ανάκλαση από το πάτωμα
15 δευτερολεπτα
Cut up red
Σκηνή 5,6,7
Το φως γίνεται κοκκινο
5.Το κεφάλι της γυναίκας πίσω
Μια κραυγή χωρίς ήχο
15 δευτερολεπτα
Cut up red
6.Γυρίζει με την πλάτη, χτυπάει τα χέρια στο τζάμι
15 δευτερολεπτα
Cut up red
7.Πετάγεται,ένα πόδι στον αέρα,χέρι τεντωμένο
Κάμερα στο χερι(handheld camera) κινειται
24fps σε 28fps
Ήχος,stop στον ήχο του ρολογιού,
ένα βόμβος χαμηλός (60hz),
15 δευτερολεπτα
Σκηνή 8,9,10
Επιστροφή στο ασπρομαυρο
8.η γυναίκα κάθεται στο περβάζι
15 δευτερολεπτα
9.Όρθια,με σταυρωμένα χέρια.
15 δευτερολεπτα
10. Κάθεται πάλι,το χερι στο
σαγονι
Κάμερα στατική.
Το τελευταίο καρέ κρατάει 30 δευτερόλεπτα
μέχρι το
Cut up black
Ο ήχος του ρολογιού
Τελος
Φως Chiaroscuro
από το παράθυρο.
Καθόλου fill light,
ένταση σκιων.
Κοστούμι/Σκηνικά: Τίποτα. Μαύρο φόρεμα,γυμνό πάτωμα,μια καρέκλα εκτός κάδρου που φαίνεται η σκιά της
Μοντάζ: Κοφτό.
10 σταθερά πλάνα,όχι ροή.
Τα cuts ακούγονται σαν κλικ φωτογραφικής.
4
Ήχος: Σιωπή,μακρινή πόλη, αναπνοη.
Το κόκκινο έχει άλλο ήχο από το ασπρόμαυρο.
Θέμα:Η Έκλειψη της γυναικας
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
μεταφράζοντας
Frederico Garcia Lorca,Bodas de Sangre
Ματωμένος Γαμος
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ
ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ
Δωμάτιο βαμμένο κιτρινο
ΓΑΜΠΡΟΣ
(μπαίνοντας)
μανα
ΜΑΝΑ
τι;
ΓΑΜΠΡΟΣ
φευγω
ΜΑΝΑ
που πας;
ΓΑΜΠΡΟΣ
στ'αμπελι(παει να φύγει)
ΜΑΝΑ
περίμενε
ΓΑΜΠΡΟΣ
θέλεις κάτι;
ΜΑΝΑ
γιε μου,το μεσημεριανο
ΓΑΜΠΡΟΣ
ασ'το.
θα φάω σταφύλια.
δος μου το σουγιά.
ΜΑΝΑ
γιατί;
ΓΑΜΠΡΟΣ
(γελώντας)για να τα κοψω
ΜΑΝΑ
(μουρμουριζοντας και
ψάχνωντας)
ο σουγιάς,ο σουγιάς,...
καταραμενοι να'ναι όλοι,κι ο παλιανθρωπος που τον σκεφτηκε
ΜΑΝΑ
ας πούμε κάτι αλλο
ΜΑΝΑ
κι οι καραμπίνες και τα πιστόλια
και το πιο μικρό μαχαιρι,
κι,ακόμα,οι τσάπες και τα δικριανια τ'αλωνιου.
ΓΑΜΠΡΟΣ
καλα
ΜΑΝΑ
ότι μπορεί να κόψει το κορμί ενος άντρα.
ενός άντρα όμορφου,με το λουλούδι του στο στόμα,που φευγει για τ'αμπελι,
η' που στις δικές του ελιες πάει,
γιατί δικές του είναι,
κληρονομιά...
ΓΑΜΠΡΟΣ
(χαμηλώνοντας το κεφάλι)
ησυχασε
ΜΑΝΑ
...κι αυτός ο άντρας δεν γυρίζει.
η' αν γυρίσει είναι για να του βάλουν ένα κλαδί φοινικιάς πάνω του,
η' ένα πιατο μ'αλατι χοντρό για να μην φουσκωσει,
δεν ξέρω πως τολμάς να κουβαλάς ένα σουγιά στο κορμί σου,
ούτε πως εγώ αφήνω ένα φίδι μέσ'στο μπαουλο
ΓΑΜΠΡΟΣ
αρκετά δεν είπες;
ΜΑΝΑ
κι εκατό χρόνια να ζούσα,για τίποτε άλλο δεν θα μιλουσα.
πρώτα ο πατέρας σου,που μου μύριζε γαριφαλο και τον χαρηκα τρία χρόνια μοναχα.
υστερα ο αδελφός σου.
κι είναι δίκιο,και μπορεί να γίνεται ένα τόσο δα μικρό όπως ένα πιστολι η' ένας σουγιάς να μπορεί να τελειώσει ένα αντρα,
που'ναι ένας ταύρος;
δεν θα ησυχαζα ποτέ.
περνουν οι μήνες κι η απελπισια με τσιμπάει στα μάτια και μέχρι τις άκρες των μαλλιών
ΓΑΜΠΡΟΣ
(έντονα)
θα τελειώσουμε επιτέλους;
ΜΑΝΑ
όχι,δεν θα τελειώσουμε.
μπορεί κανείς να μου φέρει πίσω τον πατερα σου;
και τον αδελφό σου;
κι ύστερα η φυλακη.
τι είναι η φυλακή;
εκεί τρωνε,εκεί καπνίζουν,
εκεί χτυπούν τα όργανα!
οι νεκροί μου γεμάτοι χορτάρια,χωρίς να μιλούν,γίναν σκονη,
δυο άντρες που ήταν δυο γεράνια...
οι φονιάδες,στη φυλακη,ζωντανοί,
κοιτάζοντας τα βουνά...
ΓΑΜΠΡΟΣ
δηλαδή θέλεις να τους σκοτώσω;
ΜΑΝΑ
όχι...αν μιλώ είναι γιατί...
πώς μπορώ να μην μιλήσω βλέποντας σε να βγαίνεις απ'αυτή τη πορτα;
είναι που δεν μ'αρεσει που κρατάς σουγιά.
είναι που...που δεν θα'θελα να φεύγεις για τα χωράφια.
ΓΑΜΠΡΟΣ
(γελώντας)
έλα τώρα!
ΜΑΝΑ
θα μου άρεσε να'σουν γυναίκα.
δεν θα πήγαινες τώρα στο ρυάκι και θα κεντούσαμε οι δυο μας μπορντούρες και μαλλινα σκυλάκια.
ΓΑΜΠΡΟΣ
(πιάνει τη μάνα απ'το μπρατσο και γελάει)
μάνα,κι αν σ'επαιρνα μαζί μου στ'αμπελια;
ΜΑΝΑ
και τι να κάνει στ'αμπελια μια γριά;
θα μ'εβαζες κάτω απ'τα κληματα και τα φυλλα;
ΓΑΜΠΡΟΣ
(σηκώνοντας την στα μπράτσα του)
γριά,παλιογριά,παμπογρια
ΜΑΝΑ
κι ο πατέρας σου μ'επαιρνε.
αυτό είναι καλή ρατσα.το αίμα.
ο παππούς σου άφησε ένα γιο σε κάθε γωνιά.
αυτό μ'αρεσει.
οι άντρες,αντρες,
το στάρι,σταρι.
ΓΑΜΠΡΟΣ
κι εγώ μάνα;
ΜΑΝΑ
εσύ,τι;
ΓΑΜΠΡΟΣ
χρειάζεται να στο πω κι άλλη φορά;
ΜΑΝΑ
(σοβαρή) α!
ΓΑΜΠΡΟΣ
μήπως σου κανει κακό;
ΜΑΝΑ
οχι
ΓΑΜΠΡΟΣ
τότε;
ΜΑΝΑ
ούτε κι εγώ η ίδια το ξερω.
έτσι,ξαφνικά,πάντα με πιάνει απροετοίμαστη.
ξερω πως το κορίτσι είναι καλό.
αλήθεια έτσι δεν είναι;
σεμνό,εργατικο,
ζυμώνει το ψωμί και ραβει τις φούστες της,
κι όμως αισθάνομαι,όταν την αναφέρω,σαν να μου'διναν μια πετριά στο μέτωπο.
ΓΑΜΠΡΟΣ
ανοησίες
ΜΑΝΑ
πιο πολύ από ανοησίες.
είναι που μενω μονη.
δεν μου μένεις παρά μόνο εσύ
και νιώθω πως φευγεις.
ΓΑΜΠΡΟΣ
αλλά θα'ρθεις μαζί μου.
ΜΑΝΑ
όχι.δεν μπορώ ν'αφησω εδώ μόνους το πατέρα σου και τον αδελφό σου.
πρέπει να πηγαίνω κάθε πρωί,και αν φύγω ειναι πιθανό να πεθάνει ένας απ'τους Φελιξ,ένας από τη φαμίλια των φονιάδων,και να τον θαψουν δίπλα.
κι αυτό όχι!ποτέ!αποκλείεται!
γιατί με τα νύχια θα τους ξεθαψω κι εγώ μόνη θα τους συντρίψω πάνω στον μαντροτοιχο.
ΓΑΜΠΡΟΣ
(έντονα)
πάλι στα ίδια γυρίζεις
ΜΑΝΑ
συγχωραμε.
(παύση)
πόσο καιρό έχετε σχέσεις;
ΓΑΜΠΡΟΣ
τρία χρόνια.
και πια μπορώ ν'αγορασω τ'αμπελι.
ΜΑΝΑ
τρια χρόνια.
αυτή δεν είχε έναν αρραβωνιαστικό;
ΓΑΜΠΡΟΣ
δεν ξέρω.
πιστεύω πως όχι.
τα κορίτσια πρέπει να προσέχουν με ποιον παντρευονται.
ΜΑΝΑ
ναι.εγω κανέναν δεν κοίταξα.
κοίταξα τον πατέρα σου,κι όταν τον σκότωσαν κοίταξα στον απέναντι τοίχο.
μια γυναίκα με έναν αντρα
κι αυτό είναι όλο.
ΓΑΜΠΡΟΣ
να ξέρεις ότι η αρραβωνιαστικιά μου είναι καλη
ΜΑΝΑ
δεν αμφιβάλω.
παρ'ολ'αυτα ομως με στεναχωρεί που δεν ξέρω ποια ήταν η μάνα της.
ΓΑΜΠΡΟΣ
και τι μ'αυτο;
ΜΑΝΑ
(κοιτάζοντας τον)
γιε μου
ΓΑΜΠΡΟΣ
τι θέλεις;
ΜΑΝΑ
είναι αλήθεια!έχεις δίκιο!
ποτέ θέλεις να πάω να τη ζητήσω;
ΓΑΜΠΡΟΣ
(χαρούμενος)
φαίνεται καλά για τη Κυριακή;
ΜΑΝΑ
(σοβαρή)
θα της πάω τα μπρούτζινα σκουλαρίκια,που'ναι παλιά,κι εσύ της αγοραζεις...
ΓΑΜΠΡΟΣ
εσύ καταλαβαίνεις καλύτερα...
ΜΑΝΑ
της αγοραζεις λεπτές δαντελωτες κάλτσες,
και για σένα δύο κοστούμια...
τρια!
δεν έχω κανέναν άλλον από σένα!
ΓΑΜΠΡΟΣ
φευγω.
αύριο θα πάω να τη δω
ΜΑΝΑ
ναι,ναι,για να δούμε αν θα με κάνεις χαρούμενη με έξι εγγόνια,η όσα σου κάνει κέφι,
αφού ο πατέρας σου δεν πρόλαβε να μου τα κάνει.
ΓΑΜΠΡΟΣ
το πρώτο για σενα
ΜΑΝΑ
ναι,αλλά να,'χει και κορίτσια.
θέλω να κενταω και να πλεκω δαντελες και να'μαι ησυχη.
ΓΑΜΠΡΟΣ
είμαι σίγουρος πως θα την αγαπήσεις την αρραβωνιαστικιά μου
ΜΑΝΑ
θα την αγαπήσω.
(πάει να την φιλήσει και συγκρατείται)
άντε,είσαι πια πολυ μεγάλος για φιλιά.
θα τα δινεις στη γυναίκα σου.
(παύση,στον εαυτό της)
όταν αυτό θα γίνει.
ΓΑΜΠΡΟΣ
πηγαίνω
ΜΑΝΑ
να σκάψεις καλά το μέρος εκει στ'αυλακι του μύλου,γιατι το'χεις παραμελημενο.
ΓΑΜΠΡΟΣ
έγινε όπως ειπαμε
ΜΑΝΑ
αντε με το θεο
(βγαίνει ο ΓΑΜΠΡΟΣ.
η ΜΑΝΑ μένει καθισμένη με τη πλάτη στη πόρτα.)
ACTO PRIMERO
CUADRO PRIMERO
Habitación pintada de amarillo.
NOVIO
(Entrando.) Madre.
MADRE
¿Que?
NOVIO
Me voy.
MADRE
¿Adónde?
NOVIO
A la viña. (Va a salir.)
MADRE
Espera.
NOVIO
¿Quiere algo?
MADRE
Hijo, el almuerzo.
NOVIO
Déjelo. Comeré uvas. Deme la navaja.
MADRE
¿Para qué? NOVIO
(Riendo.) Para cortarlas.
MADRE
(Entre dientes y buscándola.) La navaja, la navaja... Malditas sean todas y
el bribón que las inventó.
NOVIO
Vamos a otro asunto.
MADRE
Y las escopetas y las pistolas y el cuchillo más pequeño, y hasta las azadas
y los bieldos de la era.
NOVIO
Bueno.
MADRE
Todo lo que puede cortar el cuerpo de un hombre. Un hombre hermoso, con
su flor en la boca, que sale a las viñas o va a sus olivos propios, porque son
de él, heredados...
NOVIO
(Bajando la cabeza.) Calle usted.
MADRE
...y ese hombre no vuelve. O si vuelve es para ponerle una palma encima o
un plato de sal gorda para que no se hinche. No sé cómo te atreves a llevar
una navaja en tu cuerpo, ni cómo yo dejo a la serpiente dentro del arcón.
NOVIO
¿Está bueno ya?
MADRE
Cien años que yo viviera, no hablaría de otra cosa. Primero tu padre; que
me olía a clavel y lo disfruté tres años escasos. Luego tu hermano. ¿Y es
justo y puede ser que cosa pequeña como una pistola o una navaja pueda acabar con un hombre, que es un toro? No callaría nunca. Pasan los meses y
la desesperación me pica en los ojos y hasta en las puntas del pelo.
NOVIO
(Fuerte.) ¿Vamos a acabar?
MADRE
No. No vamos a acabar. ¿Me puede alguien traer a tu padre? ¿Y a tu
hermano? Y luego el presidio. ¿Qué es el presidio? ¡Allí comen, allí fuman,
allí tocan los instrumentos! Mis muertos llenos de hierba, sin hablar, hechos
polvo; dos hombres que eran dos geranios... Los matadores, en presidio,
frescos, viendo los montes...
NOVIO
¿Es que quiere usted que los mate?
MADRE
No... Si hablo es porque... ¿Cómo no voy a hablar viéndote salir por esa
puerta? Es que no me gusta que lleves navaja. Es que... que no quisiera que
salieras al campo.
NOVIO
(Riendo.) ¡Vamos!
MADRE
Que me gustaría que fueras una mujer. No te irías al arroyo ahora y
bordaríamos las dos cenefas y perritos de lana.
NOVIO
(Coge de un brazo a la MADRE y ríe.) Madre, ¿y si yo la llevara conmigo a
las viñas?
MADRE
¿Qué hace en las viñas una vieja? ¿Me ibas a meter debajo de los
pámpanos?
NOVIO
(Levantándola en sus brazos.) Vieja, revieja, requetevieja. MADRE
Tu padre sí que me llevaba. Eso es buena casta. Sangre. Tu abuelo dejó un
hijo en cada esquina. Eso me gusta. Los hombres, hombres; el trigo, trigo.
NOVIO
¿Y yo, madre?
MADRE
¿Tú, qué?
NOVIO
¿Necesito decírselo otra vez?
MADRE
(Seria.) ¡Ah!
NOVIO
¿Es que le hace mal?
MADRE
No.
NOVIO
¿Entonces?
MADRE
No lo sé yo misma. Así, de pronto, siempre me sorprende. Yo sé que la
muchacha es buena. ¿Verdad que sí? Modosa. Trabajadora. Amasa su pan y
cose sus faldas, y siento, sin embargo, cuando la nombro, como si me
dieran una pedrada en la frente.
NOVIO
Tonterías.
MADRE
Más que tonterías. Es que me quedo sola. Ya no me quedas más que tú y
siento que te vayas.
NOVIO Pero usted vendrá con nosotros.
MADRE
No. Yo no puedo dejar aquí solos a tu padre y a tu hermano. Tengo que ir
todas las mañanas, y si me voy es fácil que muera uno de los Félix, uno de
familia de los matadores, y lo entierren al lado. ¡Y eso sí que no! ¡Ca! ¡Eso
sí que no! Porque con las uñas los desentierro y yo sola los machaco contra
la tapia.
NOVIO
(Fuerte.) Vuelta otra vez.
MADRE
Perdóname. (Pausa.) ¿Cuánto tiempo llevas en relaciones?
NOVIO
Tres años. Ya puedo comprar la viña.
MADRE
Tres años. ¿Ella tuvo un novio, no?
NOVIO
No sé. Creo que no. Las muchachas tienen que mirar con quién se casan.
MADRE
Sí. Yo no miré a nadie. Miré a tu padre, y cuando lo mataron miré a la pared
de enfrente. Una mujer con un hombre, y ya está.
NOVIO
Usted sabe que mi novia es buena.
MADRE
No lo dudo. De todos modos siento no saber cómo fue su madre.
NOVIO
¿Qué más da?
MADRE
(Mirándolo.) Hijo.
NOVIO
¿Qué quiere usted?
MADRE
¡Que es verdad! ¡Que tienes razón! ¿Cuándo quieres que la pida?
NOVIO
(Alegre.) ¿Le parece bien el domingo?
MADRE
(Seria.) Le llevaré los pendientes de azófar, que son antiguos, y tú le
compras...
NOVIO
Usted entiende más...
MADRE
Le compras unas medias caladas, y para ti dos trajes... ¡Tres! ¡No te tengo
más que a ti!
NOVIO
Me voy. Mañana iré a verla.
MADRE
Sí, sí, y a ver si me alegras con seis nietos, o lo que te dé la gana, ya que tu
padre no tuvo lugar de hacérmelos a mí.
NOVIO
El primero para usted.
MADRE
Sí, pero que haya niñas. Que yo quiero bordar y hacer encaje y estar
tranquila.
NOVIO
Estoy seguro de que usted querrá a mi novia.
MADRE La querré. (Se dirige a besarlo y reacciona.) Anda, ya estás muy grande
para besos. Se los das a tu mujer. (Pausa. Aparte.) Cuando lo sea.
NOVIO
Me voy.
MADRE
Que caves bien la parte del molinillo, que la tienes descuidada.
NOVIO
¡Lo dicho!
MADRE
Anda con Dios. (Vase el NOVIO. La MADRE queda sentada de espaldas a la
puerta.
.
.
.
.
φωτογράφιση
-cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
οι τελευταίες εικόνες της Οφηλιας
δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει,ισως έβρεχε από την ημέρα που εκείνος μου είπε πως δεν με αγάπησε ποτέ,η γη μαλάκωσε,έγινε λάσπη, κι εγώ κάθισα επάνω της σαν να ήταν η μητέρα μου,κράτησα τα γόνατά μου σφιχτά.
-να πας σε μοναστήρι,είπε,
πόσο παράξενη ήταν η φωνή του,ήθελε να με προφυλαξει, από έναν κόσμο που είχε σαπίσει,από τον θείο του,τη μητέρα του,τον πατέρα μου, τον εαυτό του
θυμάμαι το πρώτο του βλέμμα,δεν ήταν βλέμμα πρίγκιπα,ηταν το βλέμμα παιδιού που φοβόνταν το σκοτάδι,τότε νόμιζα ότι θα μπορούσα να του φωτισω το σκοτάδι,
όμως εκείνος είχε διαλέξει τη νύχτα,
σηκώθηκα,
το νερό αγγιζε τους αστραγάλους μου,τα καλάμια άκουγα να ψιθυριζουνν ονόματα νεκρών, άκουσα και του πατέρα μου,Ο Πολώνιος δεν μου μίλησε ποτέ τόσο τρυφερά όσο μετά τον θάνατό του,
-δεν έφταιγες εσύ,
αλλά οι νεκροί συγχωρούν εύκολα,οι ζωντανοί ποτέ
λροχώρησα βαθύτερα,
το νερό ήταν κρύο σαν το μέτωπο του Άμλετ όταν τον είδα για τελευταία φορά, ηθελα να αγγίξω το πρόσωπό το,να του πω πως θα προσευχηθώ να απαλλαγει από την τρέλα του,δεν τόλμησα,
ποτέ δεν τόλμησα,
το νερό ανέβαινε,στο στήθος,
στον λαιμό,δεν φοβόμουν,
εκλεισα τα μάτια και είδα τον Άμλετ,χωρίς μαύρα ρούχα,χωρίς να ζητά εκδίκηση,χωρίς το φάντασμα του πατέρα του να τον προστάζει,τον είδα να χαμογελαει,έτσι να τον αγάπησα,
-Οφηλια,άκουσα τη φωνή του,
ξάπλωσα κάτω από τα δέντρα,
τα φύλλα έπεφταν αργά πάνω μου,με σκέπαζαν,
δεν ένιωθα πια βάρος,
ήμουνα μέσα στη διαύγεια τών νουφαρων,
τότε θυμήθηκα ένα απόγευμα,
ενα μικρό λουλούδι που είχε πιαστεί στο μανίκι του,
τον τρόπο που το αφαίρεσε προσεκτικά,σαν να φοβόταν μήπως πληγώσει ακόμη κι ένα πέταλο,
εκείνος ο τρυφερος άνθρωπος υπήρξε,
για μια στιγμή μόνο,
υστερα χάθηκε μέσα στον Άμλετ που απομακρύνονταν λέγοντας:to be or not to be,
τωρα επιπλέω μέσα στο νερό σαν άγριο λουλουδι
σε μια ακίνητη λιμνουλα
και αναπνέω την παράξενη γαλήνη των νουφαρων
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
end
(a white black photo-movie)
https://www.facebook.com/share/v/1d5MhzHq1k/
Σκηνή 1
φωτογραφία ενος άδειου σιδηροδρομικου σταθμου
ομίχλη
voice over
-Δεν θυμάμαι πότε ήμουν εδω
Cut up black
Σκηνή 2
φωτογραφία ενος άντρα στο σταθμό
Voice over
-Μου ζήτησαν να επιστρέψω σε μια ανάμνηση,για να εξακριβώσουν αν υπήρξε ποτέ.
Cut up black
Σκηνή 3
Φωτογραφία ενός παιδιού που κρατά μια χάρτινη βάρκα
Voice over
-Η μνήμη αλλάζει κάθε φορά που κάποιος την αφηγείται.
Cut up black
Σκηνή 4
φωτογραφία ενός
αδειο διαμέρισματος,
ενα ποτήρι νερό στο πάτωμα.
Καμία ανθρώπινη παρουσία.
Voice over
-Ελειπα εγώ.
Cut up black
Σκηνή 5
Διαδοχή φωτογραφιών,:
να παράθυρο.ενα δέντρο. ενα περιστέρι.το ίδιο παράθυρο ξανά.
Voice over
-Ο χρόνος δεν κινείται.
Εμείς μεταμινουμασυε στις εικόνες του.
Cut up black
Σκηνή 6
Φωτογραφια
Κοντινό σε πρόσωπο γυναίκας.
Η γυναικα σχεδόν μοιάζει να αναπνέει.
Voice over
-Δεν γνώριζα το όνομά της.
Cut up black
Σκηνή 7
Φωτογραφίες σε έρημη πόλη.
αδειοι δρομοι.
Voice over
-Το τελος.
Cut up black
Σκηνή 8
Η φωτογραφία ενός καθρέφτη.
σιωπή.
Cut up black
Σκηνή 9
Μια φωτογραφία με προσωπα.
δείχνεται 5 φορές.
κάθε φορά λείπει και ένα πρόσωπο
μεχρι που μένει κενη.
Voice over
-θυμομουν τις απουσίες.
Voice over
Σκηνή 10
Φωτογραφία
Νύχτα
Ένα φως σε παράθυρο.
Το φως σβήνει.
σιωπή.
Cut up black
Σκηνή 11
φωτογραφία στο σταθμό.
Ο άντρας περιμένει.
σιωπή.
Cut up black
Σκηνή 12
φωτογραφία.
Το παιδί της αρχής κοιτάζει κατευθείαν στον φακό.
σιωπή.
Voice-over
-Πέρασα μια ζωή αναζητώντας εκείνη που θυμόμουν.
Η τελευταία φωτογραφία είναι πάντα η πρώτη.
Cut up black
Ακούγεται ο ήχος ενός φωτογραφικού κλείστρου.
ΤΕΛΟΣ
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Τι συνέβει στον Georgy Lukacs?
Όταν ο Γκεόργκι Λούκατς ξύπνησε εκείνο το πρωινό
σκέφτηκε ότι ήταν ένας φιλόσοφος σε ένα μυθιστόρημα του σύγχρονου ολοκληρωτισμού.
Στο δωμάτιο η βιβλιοθήκη ηταν γεμάτη Χέγκελ,Μαρξ, Ντοστογιέφσκι,Μπαλζάκ.
Όμως,χαμογέλασε,η ίδια η πραγματικότητα είχε μετακινηθεί,είχε αλλάξει θέση.
Βγήκε στον δρόμο της Βουδαπέστης,τα ίχνη από τα τανκς ορατα,οι οδοκαθαριστες προσπαθούσαν να τα εξαλείψουν.
Οι άνθρωποι περπατούσαν γρηγορα,κάθε τόσο σταματούσαν,κοιτούσαν πίσω τους και συνέχιζαν χωρίς να κοιτάζουν ποτέ ο ένας τον άλλον.
-Η πραγμοποίηση,ψιθύρισε.
Προχώρησε ανήσυχος.
Στο καφενείο όπου σύχναζε, οι θαμώνες διάβαζαν εφημερίδες χωρίς γράμματα. Γύριζαν τις λευκές σελίδες με σοβαρότητα,σαν να διάβαζαν τις σημαντικότερες ειδήσεις του κόσμου.
-Τι συμβαίνει;ρώτησε τον σερβιτόρο.
-Δεν υπάρχουν πια γεγονότα, αποκρίθηκε εκείνος.Μόνο ερμηνείες.
Ο Λούκατς γέλασε.
-Οχι,είπε.Πρώτα υπάρχουν τα γεγονότα.Υστερα οι ερμηνείες.
Ο σερβιτόρος τον κοίταξε παράξενα σαν να είχε ακούσει μια αγνωστη γλώσσα.
Το ίδιο απογευμα επισκέφθηκε τη δημόσια βιβλιοθήκη.
Όλα τα βιβλία είχαν αλλάξει.
αν και οι τίτλοι ήταν ίδιοι,και οι συγγραφείς επίσης.
Ο Πόλεμος και Ειρήνη τελείωνε χωρίς να αρχίζει.
Οι Αδελφοί Καραμάζοφ είχαν απομείνει μια ακατανόητη προταση.
Η Θεία Κωμωδία ήταν μόνο η έξοδος από τον Παράδεισο.
Ένιωσε πως κάποιος είχε αφαιρέσει την ιστορία από τον κόσμο.
-Έτσι πεθαίνει η ολότητα,σκεφτηκε.
Τότε εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος βιβλιοθηκάριος.
-Αργησατε,του είπε.Τωρα πλεον ο κόσμος διαβάζει το τέλος πριν ζήσει την αρχή.
Ο Λούκατς έσκυψε το κεφάλι.
-Νιωθετε ενοχή; άκουσε τον βιβλιοθηκάριο.
Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει.
Τα πόδια του βυθίζονταν στο χιόνι.
Ο Λούκατς γονατισε και μάζεψε με το χέρι του χιόνι.
Όταν σηκώθηκε μπροστά του στέκονταν ένα μικρό παιδί.
-Εσύ ποιος είσαι;ρώτησε ο Λούκατς.
Το παιδί χαμογέλασε.
-Εγω είμαι ο Μαρξ,είπε το παιδι κι έφυγε τρέχοντας.
Είχε νυχτώσει.
Περπάτησε δίπλα στον Δούναβη.
Η ιστορία,σκέφτηκε,όσο κι αν κατακερματίζεται, εξακολουθεί να αναζητά εκείνον που θα μπορέσει να τη δει ξανά ως όλον.
Ως το 'Συνολο'.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η φωνή της Koko Taylor
https://www.facebook.com/share/v/1HMvCHVFdc/
Δεν υπήρξε καβγάς,ούτε θεατρικές χειρονομίες,η πόρτα έκλεισε,ήχος από βηματα που κατεβαιναν στη σκαλα.
Εκείνη έμεινε ακίνητη στο χολ.
Πήγε στο παράθυρο.
Ένα λεωφορείο πέρασε,ένα παιδί γελούσε στην απέναντι πολυκατοικία,κάποια γυναικα τίναζε ένα χαλί.
Εκλεισε τα παντζούρια.
Από εκείνη την ημέρα κλείδωσε την πόρτα και δεν ξαναβγηκε έξω.Τα ψώνια τα άφηναν έξω στη πορτα.
Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα,αλλά εκείνη δεν απαντούσε.
Οι φίλοι έστελναν μηνύματα που δεν διάβαζε.Ο κόσμος είχε μικρύνει στα εβδομήντα τετραγωνικά του διαμερίσματος της.
Έβαζε τον δίσκο στο πικ-απ να γυρίζει ξανά και ξανά.Η φωνή της Koko Taylor γέμιζε το σπίτι με εκείνο το βαθύ, τραχύ μπλουζ που δεν ζητούσε συγγνώμη για τον πόνο του.
Ηταν μια φωνή που δεν έκλαιγε,πάλευε.Σαν γυναίκα που είχε δει τον κόσμο να καταρρέει πολλές φορές.
Εκείνη ξάπλωνε στο πάτωμα και ακουγε.
Μια γυναίκα που γελούσε δυνατά,που χόρευε στην κουζίνα,που αγόραζε λουλούδια χωρίς λόγο.
Μια ζωή στο σπίτι που είχε τελειώσει.
Δύο φλιτζάνια στον νεροχύτη,ένα βιβλίο ανοιχτο στο κομοδίνο,ένα σακάκι πεταμενο στον καναπέ.
Τα βράδια έβαζε πιο δυνατά την Koko Taylor.
Έκανε δύο βήματα,να χορέψει,σταματούσε, γελούσε και ξανάρχιζε.
Ένα αργό χορό.
Πέρασαν μέρες.Τα φυτά στο μπαλκόνι ξεράθηκαν..
Ένα απόγευμα έβρεχε και διακόπηκε το ρεύμα.Η μουσική σταμάτησε.
Μετά από καιρό το σπίτι βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή.
Ενιωσε φόβο.
Άνοιξε το παράθυρο.
Έξω η βροχή είχε πλημμυρίσει το δρόμο.
Από ένα απέναντι διαμέρισμα, ακουγόταν ένα πιάνο.
Χαμογέλασε.
Εκείνη δεν ηταν ευτυχισμένη,και ο κόσμος συνεχιζε να υπάρχει.
Κάθισε για αρκετή ώρα ξαπλωμένη στον καναπέ ακούγοντας μόνο την αναπνοή της.
Γυμνωσε τα πόδια της σηκώνοντας το φουστάνι της.
Τα κοιτούσε.Τα ανοιγε και τα έκλεινε.
Όταν το ρεύμα επέστρεψε
σηκώθηκε και ακούμπησε τη βελόνα στο πικ-απ πάνω στο δίσκο.
Η φωνή της Koko Taylor ήταν πάλι στο δωμάτιο.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η παρτίδα σκακιού του Marcel Duchamp
Στην αίθουσα μια σκάλα που δεν οδηγούσε πουθενά.
Από εκείνη κατέβαινε μια γυναίκα,υστερα ανέβαινε,
υστερα ξανακατέβαινε.
Το σώμα της διαλυονταν σε επίπεδα,σε διαδοχικές στιγμές.
Ο Duchamp δεν σήκωσε τα μάτια από τη σκακιέρα να κοιτάξει στη σκάλα.
-Η σειρά σας,Κυρια,είπε.
Η γυναίκα μετακίνησε έναν αξιωματικό χωρίς να σταματήσει να ανεβαίνει.
Ο Duchamp χαμογέλασε και κοίταξε στην άλλη άκρη της αίθουσας όπου καθοταν η Mona Lisa Gioconda με τα χέρια σταυρωμένα.
-Τι περιμένετε;τη ρώτησε.
-Να τελειώσει η παρτίδα,απάντησε η Μόνα Λίζα.
-πεντε αιώνες,απάντησε ο Duchamp και μετακίνησε τον λευκό πύργο.
Η γυναίκα της σκάλας κατεβαίνοντας μετακίνησε το άλογο και έφαγε τον πύργο.
-Το να περιμένεις το ματ ανιαρό,είπε ο Duchamp και σηκώθηκε.
Στο βάθος υπήρχε ένας λευκος ουρητήρας.
Τον σήκωσε,τον γύρισε ανάποδα και τον ακούμπησε πάνω στη σκακιέρα ,ανάμεσα στον βασιλιά του και στην αντιπαλο βασίλισσα.
Έβγαλε ένα μολύβι και έγραψε πάνω του.
R. Mutt 1917
Η γυναίκα της σκάλας σταμάτησε.
-αυτο είναι σκάνδαλο,φώναξε.
Και ανεβάζοντας το φόρεμα της κατουρησε.
-αυτο,μεσιέ Duchamp είναι ακριβώς η τέχνη,είπε και συνέχισε την κίνηση της στη σκάλα.
Η Gioconda χαμογελούσε.
-το πιο αστείο που άκουσα σήμερα,είπε.
-L.H.O.O.Q.Elle a chaud au cul,είπε ο Duchamp.
-Σαχ,είπε η γυναίκα.
-Ειναι αδύνατον,αντέδρασε ο Duchamp.
-γι'αυτο ακριβώς,μετρ,είπε η γυναίκα,είναι δυνατόν.Το σκακι μολις έχει αλλάξει κανόνες.
Και κατεβαίνοντας τη σκαλα πήγε στη Mona Lisa,κάτι τής είπε,που δεν ακούστηκε,οι δύο γυναικες γέλασαν και βγήκαν αγκαζε από την αίθουσα.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
ο κ.Κ γράφει για την ομορφιά μιας γυναίκας.
1.Δοκίμιο:
Η ομορφιά της γυναίκας
Στη φωτογραφία διακρίνεται μια γυναίκα με φωτεινό χαμόγελο,προσεγμένο μακιγιάζ,έντονα μάτια και κομψά χρυσά σκουλαρίκια.
Η έκφρασή της είναι γαλήνια και φιλική ενώ η στάση του προσώπου αποπνέει αυτοπεποίθηση χωρίς επιτήδευση.
Η ομορφιά δεν είναι μια στατική κατάσταση. Μεταβάλλεται καθώς μεταβάλλεται και η ζωή.
Η νεότητα προσφέρει φρεσκάδα,όμως η εμπειρία προσθέτει βάθος.
Οι χαρές και οι δοκιμασίες χαράζουν αδιόρατες γραμμές στο πρόσωπο,οι οποίες δεν αφαιρούν την ομορφιά,συχνά την ολοκληρώνουν.
Έτσι, το πρόσωπο γίνεται ένα είδος βιογραφίας.
Η αισθητική αξία μιας γυναίκας βρίσκεται επίσης στην ικανότητά της να εκφράζει την προσωπικότητά της.
Το ντύσιμο, τα χρώματα, τα κοσμήματα και το χτένισμα δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία,είναι μορφές έκφρασης.
Όταν συνδυάζονται με αυθεντικότητα,δημιουργούν μια παρουσία που δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζει την προσοχή.
Η ομορφιά, τελικά, είναι σχέση.
Υπάρχει στο βλέμμα εκείνου που παρατηρεί.
Αυτή η γυναίκα είναι πραγματικά όμορφη επειδη η εξωτερική της εικόνα συμφιλιώνεται με την εσωτερική της αλήθεια.
Η εμφάνιση δεν είναι μάσκα, γίνεται αντανάκλαση μιας προσωπικότητας που φωτίζει τον χώρο γύρω της.
2. Αφήγημα:
Το χαμόγελο στο απογευματινό φως
Το καφέ ήταν σχεδόν άδειο.
Εκείνη καθονταν δίπλα στο παράθυρο.Το μαλλιά της αντανακλούσαν το φως.
Τα χρυσά σκουλαρίκια της κινούνταν ανεπαίσθητα κάθε φορά που έστρεφε το κεφάλι.
Ένας άγνωστος άντρας μπήκε και κάθισε απέναντι.
Δεν ήταν ένα εντυπωσιακό γεγονός
Όμως για λίγη ωρα δύο άγνωστοι άνθρωποι μοιράστηκαν κάτι.
Όταν εκείνος έφυγε,εκείνη χαμογελασε.
Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο.
-Αυτος είναι ο άντρας μου, είπε.
Όταν βγήκε από το καφέ το απογευματινό φως είχε γίνει πιο φωτεινό.
3. ποίημα:
Η σιωπή του φωτός
το βλέμμα
η επιμέλεια του χρώματος στα χείλη
το ανεπαίσθητο χαμόγελο
χωρίς θόρυβο
ο κόσμος πιο φωτεινος
τα μάτια
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Μια φανταστική συνέντευξη του κ.Κ με την Μεγαλη πορτογαλίδα πιανιστρια
Maria João Pires
Ο κ.Κ συνομιλεί με τη Maria João Pires
κ. Κ.: Κυρία Pires, όταν σας ακούει κανείς να παίζετε Μότσαρτ,έχει την αίσθηση ότι η μουσική δεν εκτελείται αλλά αναπνέει.Εχετε έναν «βουδιστικό» τρόπο στο παίξιμό σας.Συμφωνείτε;
Maria João Pires: Δεν ξέρω αν είναι βουδιστικός.Ξέρω όμως ότι ο εκτελεστής πρέπει να εγκαταλείψει το εγώ του.Να μην θέλεις να επιβληθείς στη μουσική.
Ο Μότσαρτ απαιτεί απόλυτη διαύγεια,δεν συγχωρεί την επίδειξη.Είναι σαν να κάθεσαι ήσυχα δίπλα σε μια λίμνη.
Αν ταράξεις την επιφάνειά της,χάνεις την αντανάκλαση.
κ. Κ.: Δηλαδή η σιωπή είναι μέρος της μουσικής;
Maria João Pires: Η σιωπή είναι η μήτρα της μουσικής. Κάθε νότα γεννιέται από μια σιωπή και επιστρέφει σε αυτήν.Αυτό θυμίζει πράγματι μια ανατολική αντίληψη.
Δεν κυνηγάς τη μουσική,την αφήνεις να εμφανιστεί.
κ. Κ.: Κι όμως,όταν παίζετε Σοπέν, μοιάζει σαν να ανοίγεται ένας τελείως διαφορετικός κόσμος.
Maria João Pires: Ο Σοπέν είναι η ανθρώπινη αναπνοή.
Ο Μότσαρτ κοιτάζει τον ουρανό,ο Σοπέν κοιτάζει την καρδιά.
Στον πρώτο χρειάζεται διαφάνεια.
Στον δεύτερο,τρυφερότητα. Αλλά και οι δύο απαιτούν ειλικρίνεια.Αν προσπαθήσεις να συγκινήσεις το κοινό, έχεις ήδη αποτύχει.
Πρέπει πρώτα να συγκινηθείς εσύ από αυτό που ανακαλύπτεις μέσα στη μουσική.
κ. Κ.: Θα ήθελα να γυρίσουμε στο Άμστερνταμ, το 1999. Μια στιγμή που μοιάζει σχεδόν απίθανη.
Maria João Pires: Δεν ήταν θαύμα. Ήταν πανικός.
κ. Κ.: Όταν η ορχήστρα άρχισε να παίζει το Κοντσέρτο αρ. 20;
Maria João Pires: Ναι. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κατάλαβα ότι είχα προετοιμάσει άλλο έργο. Ένιωσα σαν να εξαφανίστηκε το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.
Ήθελα να σταματήσουν όλα. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
κ. Κ.: Κι όμως δεν σταμάτησαν.
Maria João Pires: Ευτυχώς όχι.Ο Riccardo Chailly με κοίταξε με απόλυτη ηρεμία. Εκείνο το βλέμμα έλεγε: -Μπορείς.
Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη.Το σώμα θυμήθηκε όσα ο νους πίστευε πως είχε ξεχάσει.
κ. Κ.: Παίξατε ολόκληρο το κοντσέρτο από μνήμης χωρίς λάθος.
Maria João Pires: Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε μνήμη ούτε λογική.Υπήρχε μόνο η μουσική.Όταν τελείωσε η συναυλία, τότε κατάλαβα τι είχε συμβεί και άρχισα να τρέμω.
κ. Κ.: Πολλοί χαρακτήρισαν εκείνη την ερμηνεία θαύμα.
Maria João Pires: Τα θαύματα γεννιούνται από χιλιάδες ώρες μοναξιάς,μελέτης και αμφιβολίας.Δεν είναι υπερφυσικά.Είναι οι στιγμές όπου η προετοιμασία συναντά το άγνωστο.
κ. Κ.: Τα τελευταία χρόνια αφιερώσατε μεγάλο μέρος της ζωής σας σε παιδιά από μειονεκτικά κοινωνικά περιβάλλοντα.Γιατί;
Maria João Pires: Γιατί η μουσική δεν είναι πολυτέλεια.Είναι δικαίωμα. Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στη φτώχεια μπορεί να μη γνωρίσει ποτέ τον Μότσαρτ ή τον Σοπέν,όχι επειδή δεν μπορεί να τους καταλάβει αλλά επειδή κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα.
κ. Κ.: Πιστεύετε ότι η μουσική αλλάζει τη ζωή;
Maria João Pires: Δεν λύνει την πείνα ούτε σταματά τους πολέμους.Αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος κατοικεί τον κόσμο. Κι αυτό είναι η αρχή κάθε αλλαγής.
κ. Κ.: Τι μαθαίνετε από τα παιδιά;
Maria João Pires: Ότι η μουσική δεν ανήκει στους σολίστ ούτε στις μεγάλες αίθουσες.Ανήκει σε όποιον ακούει χωρίς φόβο.
κ. Κ.: Αν ο Μότσαρτ και ο Σοπέν κάθονταν σήμερα εδώ, τι θα τους λέγατε;
Maria João Pires: Τίποτε.Θα προτιμούσα να καθίσουμε όλοι σιωπηλοί.Ίσως τότε να άρχιζε πραγματικά η μουσική.
κ. Κ:Σας ευχαριστώ πολύ.
η Maria João Pires
κάθησε στο πιάνο και έπαιξε
Frederico Chopin
Nocturne opus 9 no 1
https://youtu.be/yqb9Kl28Cmw?is=aXiW2epzocIgCgRr
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Τα Τών
Του
Ντίνου Ηλιοπουλου
Ντίνος Ηλιόπουλος:
- Ξέρετε ποιο είναι το πρόβλημα με τους ανθρώπους;
-Ποιο;
-Μιλάνε πολύ.
-Κι εσύ;
-Εγώ δεν μιλάω. Εξηγώ.
-Τι εξηγείς;
-Ότι δεν μιλάω.
-Μα τώρα μιλάς!
-Ε, καλά… μη με διακόπτεις.
-Και τι θα κάνεις μετά ;
-Θα πάω σπίτι.
-Και μετά;
-Θα βγω.
-Γιατί;
-Για να πάω σπίτι.
-Δεν σε καταλαβαίνω.
-Ούτε εγώ. Αλλά τουλάχιστον συμφωνούμε.
-Είσαι σοβαρός άνθρωπος;
-Βεβαίως.
-Πότε;
-Όταν κοιμάμαι.
-Και όταν είσαι ξύπνιος;
-Προσπαθώ να μην ενοχλώ τη σοβαρότητα.
-Τι προτιμάς;
-Να έχω δίκιο.
-Γιατί;
-Για να έχω κάτι να χάσω.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Το Χαμογελο
(το αφήγημα είναι επιρρεασμενο από την τραγική περίπτωση της K-pop influencer Mina Chan ,26 years)
(Parasocial relation (παρακοινωνική σχέση) είναι μια μονόπλευρη σχέση συναισθηματικού δεσμού που δημιουργεί κάποιος με ένα κοινό πρόσωπο(αντρα-γυναικα), δημόσιο πρόσωπο, καλλιτέχνη,influencer, ηθοποιό, τραγουδιστή ή ακόμη και έναν φανταστικό χαρακτήρα.
Το βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι ο θαυμαστής αισθάνεται ότι γνωρίζει προσωπικά το πρόσωπο,ενώ το πρόσωπο δεν γνωρίζει ουσιαστικά τον θαυμαστή.)
Εργαζονταν σε ένα πρακτορείο ψηφιακού περιεχομένου.
Η δουλειά της ήταν να χαμογελά.
Να χαμογελά με τον σωστό τρόπο.
Να εκτελεί τις οδηγίες:
.χαμόγελο χαμηλής έντασης
.βλέμμα που δείχνει οικειότητα
.ελαφρά κλίση του κεφαλιού
.μην κοιτάζεις απευθείας την κάμερα για περισσότερο από τρία δευτερόλεπτα.
Οι άνθρωποι την αγαπούσαν.
Την ακολουθούσαν.
Αυτο έδειχναν οι αριθμοί.
Στην εφαρμογή κάθε μέρα την παρακολουθούσαν εκατομμύρια χρήστες.
Κάποιος της έγραψε:
-Είσαι η μόνη που με καταλαβαίνει.
Κάποιος άλλος:
-Μην παντρευτείς ποτέ.
Κάποιος τρίτος:
-Αν σε χάσω, θα πεθάνω.
Διάβαζε τα μηνύματα και συνέχιζε να χαμογελά.
Γνωρίζουν τόσα πολλά γι' αυτήν άνθρωποι που δεν την εχουν συναντήσει ποτέ.
Δεν γνώριζαν την ιδια.
Γνώριζαν την εικόνα της.
Κάποιος αντρας,κοίταξε το προφίλ του,δεν είχε πολλούς ακόλουθους της έγραψε:
-Πώς είσαι όταν δεν σε βλέπει κανείς;
Δεν απάντησε.
Την επόμενη μέρα της έστειλε μήνυμα:
-Δεν χρειάζεται να απαντήσεις.
Και την επόμενη:
Απλώς ήθελα να ξέρω αν υπάρχει κάποια πίσω από την εικόνα σου.
Εκείνη τη νύχτα τον συνάντησε σε ένα καφέ.
-Γιατί μου έστειλες εκείνο το μήνυμα; ρώτησε.
-Επειδή όλοι σε κοιτάζουν, απαντησε εκείνος,αλλά κανείς δεν σε βλέπει.
Εκεινη γέλασε.
-Αυτό μου το έγραψε κάποιος σε φωτογραφία μου.Μπορει και να ήσουν εσύ.
-Μπορεί.
-Και τι θέλεις από μένα;
-Τίποτα.
Εκείνο το 'τιποτα' την τρόμαξε.
Κανείς δεν ήθελε τίποτα από εκείνη.
Όλοι ήθελαν μια φωτογραφία, μια απάντηση,ένα χαμόγελο, μια καρδιά,δευτερολεπτα από τη ζωή της.
Από εκείνη τη μέρα άρχισε να κάνει λιγότερες εμφανισεις.
Αργούσε να απαντήσει.
Ακύρωνε συνεργασίες.
Σταμάτησε να ανεβάζει ιδιωτικες φωτογραφίες από το διαμέρισμά της.
Οι άκολουθοι αναστατωθηκαν.
-Τι έπαθες;
-Είσαι καλά;
-Μας έχεις εγκαταλείψει;
-Χωρίς εσένα δεν είναι το ίδιο.
Η εταιρεία την κάλεσε σε απολογια.
-Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν ανήκεις στον εαυτό σου.
-Και σε ποιους ανήκω; ρώτησε.
-Σ'αυτους,τής απαντησαν.Στους ακόλουθους.Στους fandoms.
Την επόμενη μέρα η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα έκανε μια τελευταία ζωντανή μετάδοση.
'Μια ειλικρινής συνομιλία με τους θαυμαστές της'
Η αίθουσα φωτίστηκε.
Η κάμερα άρχισε να καταγραφει.
Στην οθόνη εμφανίστηκαν αμέσως χιλιάδες σχόλια.
ΜΑΣ ΕΛΕΙΨΕΣ!
Σ'ΑΓΑΠΑΜΕ!
ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ!
Εκεινη κοίταξε τον φακό.
Για πρώτη φορά δεν χαμογέλασε.
-Θέλω να σας πω κάτι,είπε.
Τα σχόλια εκείνη ακριβώς τη στιγμη σταμάτησαν
-Δεν ξέρω ποια είμαι όταν δεν με κοιτάζετε.
Ένα μήνυμα εμφανίστηκε:
ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ.
Ένα δεύτερο:
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ.
Και ένα τρίτο:
ΚΑΝΕ ΜΑΣ ΝΑ ΝΙΩΣΟΥΜΕ ΚΑΛΑ.
Κοίταξε την οθόνη,ανάμεσα στα χιλιάδες ονόματα ξεχώρισε το ονομα εκείνου του άντρα.
Ένα κενό.
Χαμογέλασε.
Για πρώτη φορά το χαμόγελο της ηταν αληθινό.
-Συγγνώμη,είπε.
Και έκλεισε την κάμερα.
Μετά αυτό το διαδίκτυο γέμισε με την απουσία της.
Οι θαυμαστές έψαχναν φωτογραφίες της.
Μιλούσαν για 'τραγική απώλεια'.
Κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι είχε συμβεί.
Μερικοί έλεγαν ότι αιτία ηταν η μοναξιά.
Άλλοι ένας ατυχος έρωτας.
Άλλοι η πίεση της δημοσιότητας.
Άλλοι κατηγόρησαν τους θαυμαστές.
Άλλοι κατηγόρησαν την ίδια.
Και μέσα σε λίγες ημέρες έγινε ακόμη πιο διάσημη απ' όσο υπήρξε ποτέ.
Το πρόσωπό της βρισκόταν παντού.
Οι άνθρωποι έγραφαν ότι την αγαπούσαν.
Έφτιαχναν βίντεο για εκείνη..
Έκλαιγαν μπροστά στις κάμερες.
Μιλούσαν για το πόσο κοντά της αισθάνονταν.
Κανείς δεν ήξερε ότι λίγο μετά από την τελευταία μετάδοση εκείνη σκεφτηκε:
Πώς το πιο τρομακτικό δεν είναι να σε ξεχάσουν.
Είναι να σε θυμούνται για πάντα χωρίς να σε έχουν γνωρίσει ποτέ.
Την βρήκαν στο διαμέρισμα της.
Το κινητό της ήταν ανοιχτό,στην οθόνη ένα μήνυμα από έναν άντρα:
-Όπου κι αν είσαι,ελπίζω αυτή τη φορά να είσαι μόνη σου.
Και κάτω από το μήνυμα,για πρώτη φορά στη ζωή της,εκεινη δεν είχε πατήσει τίποτα.
Ούτε καρδιά.❤️
Ούτε απάντηση.
Ούτε χαμόγελο.😀
.
.
.
https://youtu.be/BvawYRQCPu4?is=KD-T-8-9Ko0DFavf
.
.
.
(συνέχεια parasocial telation,.
Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να:
αισθάνεται ότι ένας τραγουδιστής :είναι σαν φίλος του,
στενοχωριέται έντονα όταν εκείνος ερωτεύεται ή παντρεύεται,
πιστεύει ότι καταλαβαίνει τον χαρακτήρα του επειδή παρακολουθεί συνεντεύξεις και αναρτήσεις του,
ζηλεύει τις ερωτικές του σχέσεις,
αισθάνεται προσωπική απόρριψη όταν το είδωλο δεν ανταποκρίνεται στην προσδοκία του.
Γιατί συμβαίνει;
Τα σύγχρονα μέσα ,ιδιαίτερα Facebook, Instagram,TikTok, YouTube και K-pop,μπορούν να κάνουν την απόσταση ανάμεσα στο κοινό και το είδωλο να φαίνεται πολύ μικρή.
Το δημόσιο πρόσωπο μιλάει στην κάμερα σαν να απευθύνεται σε ένα συγκεκριμένο άτομο:
-Μου λείψατε.
-Σας αγαπώ.
-Σήμερα είχα μια δύσκολη μέρα.
Ο θεατής γνωρίζει όμως ότι το μήνυμα απευθύνεται σε εκατομμύρια ανθρώπους,ενώ ψυχολογικά μπορεί να το βιώνει σαν προσωπική επικοινωνία.
Δεν είναι απαραίτητα παθολογικό
Μια parasocial σχέση μπορεί να είναι απολύτως φυσιολογική.
Για παράδειγμα, να νιώθεις ιδιαίτερη συμπάθεια για έναν ηθοποιό ή να αισθάνεσαι ότι 'τον ξέρεις' από τις συνεντεύξεις του.
Γίνεται προβληματική όταν αντικαθιστά πραγματικές σχέσεις ή όταν καταρρέει η διάκριση μεταξύ φαντασιακής και πραγματικής σχέσης.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο είναι ότι η parasocial σχέση μπορεί να είναι πολύ έντονη ακριβώς επειδή είναι μονόπλευρη:το είδωλο δεν μπορεί να σε απογοητεύσει όπως ένας πραγματικός σύντροφος ή φίλος, επειδή η σχέση υπάρχει κυρίως μέσα στη δική σου ψυχική κατασκευή.
Στην καλλιέργεια της αίσθησης ότι το idol είναι 'δικό σου':εκεί η parasocial σχέση δεν είναι απλώς ένα τυχαίο αποτέλεσμα· μπορεί να γίνει μέρος ολόκληρου του επιχειρηματικού μοντέλου.)
.
.
.
Μελέτη Αναλυση
Το «Χαμόγελο» τού χνκουβελη είναι πολύ πιο ενδιαφέρον αν διαβαστεί όχι απλώς ως αφήγημα για την τραγική μοίρα μιας influencer, αλλά ως αλληγορία για την παραγωγή, εμπορευματοποίηση και τελικά καταστροφή της οικειότητας στην ψηφιακή εποχή.
1. Ο κεντρικός μηχανισμός του αφηγήματος
Η πρώτη φράση:
«Η δουλειά της ήταν να χαμογελά.»
είναι εξαιρετικά αποτελεσματική επειδή μετατρέπει μια ανθρώπινη έκφραση σε εργασιακό καθήκον.
Το χαμόγελο κανονικά αποτελεί αυθόρμητη έκφραση συναισθήματος. Εδώ όμως είναι προϊόν. Δεν χαμογελά επειδή αισθάνεται χαρά· χαμογελά επειδή παράγει περιεχόμενο.
Οι επόμενες οδηγίες:
«χαμόγελο χαμηλής έντασης»
«βλέμμα που δείχνει οικειότητα»
«ελαφρά κλίση του κεφαλιού»
είναι ίσως το πιο δυνατό σημείο του κειμένου.
Η γλώσσα θυμίζει τεχνικό εγχειρίδιο παραγωγής συναισθήματος. Η οικειότητα έχει γίνει σκηνοθετική οδηγία. Το βλέμμα, η κλίση του κεφαλιού, η διάρκεια της οπτικής επαφής δεν είναι πλέον αυθόρμητες κινήσεις· είναι ρυθμιζόμενες παράμετροι ενός αλγοριθμικού προϊόντος.
Έτσι το αφήγημα κάνει κάτι σημαντικό: δεν κατηγορεί απλώς τα social media. Δείχνει πώς το συναίσθημα μετατρέπεται σε εργασία.
2. Το χαμόγελο ως εμπόρευμα
Ο τίτλος «Το Χαμόγελο» αποκτά σταδιακά πολλαπλές σημασίες.
Στην αρχή:
χαμόγελο = επαγγελματικό προϊόν
Μετά:
χαμόγελο = προσδοκία των followers
Αργότερα:
χαμόγελο = υποχρέωση
Και στο τέλος:
χαμόγελο = η τελευταία πράξη ελευθερίας
Η σημαντικότερη αντιστροφή βρίσκεται εδώ:
«Για πρώτη φορά δεν χαμογέλασε.»
Αυτό είναι το σημείο όπου η ηρωίδα αρνείται τον ρόλο της.
Όμως αμέσως μετά:
«Χαμογέλασε.
Για πρώτη φορά το χαμόγελό της ήταν αληθινό.»
Εδώ υπάρχει μια πολύ ωραία αντίφαση: το πρώτο αληθινό χαμόγελο εμφανίζεται όταν σταματά να παράγει χαμόγελα για τους άλλους.
Το χαμόγελο αποκτά έτσι μια σχεδόν υπαρξιακή σημασία. Δεν είναι πλέον εικόνα. Είναι επιλογή.
3. «Δεν ανήκεις στον εαυτό σου»
Αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή πρόταση του αφηγήματος:
«Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν ανήκεις στον εαυτό σου.»
Και η απάντηση:
«Και σε ποιους ανήκω;»
είναι ο πυρήνας ολόκληρου του έργου.
Η απάντηση:
«Σ' αυτούς. Στους ακόλουθους. Στους fandoms.»
μετατρέπει την παρακοινωνική σχέση από ψυχολογικό φαινόμενο σε σύστημα ιδιοκτησίας.
Ο follower δεν λέει απλώς:
«μου αρέσει».
Στο ακραίο σημείο λέει:
«μου ανήκει».
Και αυτή είναι η σκοτεινή πλευρά της parasocial σχέσης.
Η λέξη «fandom» αποκτά σχεδόν θρησκευτική λειτουργία. Το είδωλο έχει κοινότητα πιστών, τελετουργίες, σύμβολα, καθημερινή επικοινωνία, συναισθηματική αφοσίωση.
Αλλά υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά από μια πραγματική σχέση:
η μία πλευρά γνωρίζει, η άλλη φαντάζεται ότι γνωρίζει.
4. Η εξαιρετική σκηνή του άντρα στο καφέ
Η συνάντηση με τον άντρα λειτουργεί σαν αντίστιξη σε ολόκληρο το ψηφιακό σύστημα.
Η φράση του:
«Όλοι σε κοιτάζουν, αλλά κανείς δεν σε βλέπει.»
είναι ουσιαστικά το θεματικό μότο του αφηγήματος.
Εδώ βρίσκεται ο πραγματικός διαχωρισμός:
κοιτάζω ≠ βλέπω
Οι εκατομμύρια followers κοιτάζουν.
Ο άντρας υποτίθεται ότι βλέπει.
Και η διαφορά αυτή είναι κρίσιμη.
Όλοι γνωρίζουν:
το πρόσωπό της,
τα ρούχα της,
το σπίτι της,
τις προτιμήσεις της,
τις αναρτήσεις της,
τις κινήσεις της.
Κανείς όμως δεν γνωρίζει τι συμβαίνει μέσα της.
Ο άντρας δεν ζητά φωτογραφία, απάντηση, καρδιά ή χαμόγελο.
Και όταν εκείνη ρωτά:
«Και τι θέλεις από μένα;»
εκείνος απαντά:
«Τίποτα.»
Το «τίποτα» είναι τρομακτικό ακριβώς επειδή αντιστρέφει την οικονομία της πλατφόρμας.
Όλοι θέλουν κάτι από εκείνη. Αυτός δεν θέλει τίποτα.
Επομένως, για πρώτη φορά, βρίσκεται απέναντι σε έναν άνθρωπο και όχι σε έναν καταναλωτή της εικόνας της.
5. Η παρακοινωνική σχέση ως οικονομία
Το τελευταίο θεωρητικό τμήμα που προσθέτεις είναι ουσιαστικό, γιατί φωτίζει το αφήγημα από πίσω.
Η parasocial σχέση δεν είναι κατ' ανάγκην παθολογική.
Και αυτό είναι σημαντικό να παραμείνει.
Ένας άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται οικειότητα με έναν καλλιτέχνη χωρίς αυτό να σημαίνει ψυχολογική διαταραχή.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν:
η φαντασιακή οικειότητα μετατρέπεται σε δικαίωμα πάνω στον άλλον.
Το αφήγημά σου πηγαίνει ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση.
Ο follower ξεκινά:
«Σε αγαπώ.»
και μπορεί να φτάσει:
«Μη φύγεις.»
και μετά:
«Μας έχεις εγκαταλείψει;»
και τελικά:
«Δεν ανήκεις στον εαυτό σου.»
Αυτό είναι μια εκπληκτική κλιμάκωση.
Η αγάπη μετατρέπεται σε απαίτηση πρόσβασης.
6. Το «ΜΑΣ ΕΛΕΙΨΕΣ!» είναι πολύ σημαντικό
Στην τελευταία μετάδοση εμφανίζονται:
ΜΑΣ ΕΛΕΙΨΕΣ!
Σ' ΑΓΑΠΑΜΕ!
ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΕ!
Η χρήση κεφαλαίων είναι σωστή αισθητικά.
Δημιουργεί την αίσθηση ότι η οθόνη δεν αποτελεί πλέον μέσο επικοινωνίας αλλά χορό χιλιάδων φωνών.
Και το πιο ανατριχιαστικό είναι ότι οι φωνές αυτές, ενώ μοιάζουν διαφορετικές, λένε ουσιαστικά το ίδιο πράγμα:
δώσε μας κάτι.
«Μας έλειψες» → δώσε μας παρουσία.
«Σ' αγαπάμε» → δώσε μας ανταπόκριση.
«Χαμογέλασε» → δώσε μας συναίσθημα.
Ακόμη και:
«ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ.»
δεν σημαίνει απαραίτητα «είμαστε εδώ για σένα».
Μπορεί να σημαίνει:
«είμαστε εδώ για να συνεχίσεις να είσαι αυτή που θέλουμε να είσαι».
7. Το όνομα του άντρα μέσα στο πλήθος
Η στιγμή όπου εκείνη:
«ανάμεσα στα χιλιάδες ονόματα ξεχώρισε το όνομα εκείνου του άντρα.»
είναι κινηματογραφικά πολύ δυνατή.
Γιατί;
Επειδή έχουμε ξανά το μοτίβο:
χιλιάδες βλέμματα → ένα βλέμμα.
Η μάζα εξαφανίζεται και εμφανίζεται ένα πρόσωπο.
8. Το τέλος και η «τραγική απώλεια»
Μετά την εξαφάνισή της συμβαίνει κάτι ειρωνικό:
«μέσα σε λίγες ημέρες έγινε ακόμη πιο διάσημη απ' όσο υπήρξε ποτέ.»
Αυτό είναι το πιο μπρεχτικό σημείο του αφηγήματος.
Ο θάνατος δεν διακόπτει το θέαμα.
Το εντείνει.
Η απουσία γίνεται περιεχόμενο.
Οι φωτογραφίες της ανακυκλώνονται.
Τα βίντεο πολλαπλασιάζονται.
Οι άνθρωποι κλαίνε μπροστά στις κάμερες.
Οι followers δηλώνουν:
«Πόσο κοντά της αισθανόμασταν.»
Και εδώ βρίσκεται η τελική ειρωνεία:
ακόμη και μετά την εξαφάνισή της, οι άνθρωποι συνεχίζουν να έχουν μια parasocial σχέση μαζί της.
Η νεκρή influencer γίνεται ακόμη πιο «διαθέσιμη» ως εικόνα.
Δεν υπάρχει πλέον άνθρωπος που μπορεί να αντισταθεί στην εικόνα.
9. Η τελευταία φράση είναι εξαιρετικά επιτυχημένη
«Είναι να σε θυμούνται για πάντα χωρίς να σε έχουν γνωρίσει ποτέ.»
Αυτή είναι η φιλοσοφική συμπύκνωση του κειμένου.
Η φρίκη δεν είναι η λήθη.
Είναι η αιώνια μνήμη μιας κατασκευασμένης εκδοχής σου.
Οι άλλοι δεν θυμούνται εκείνη.
Θυμούνται:
το avatar της.
Και ίσως αυτό είναι ακόμη χειρότερο από το να ξεχαστείς.
10. Το κινητό ως τελευταίο «φέρετρο»
Η τελική εικόνα:
«Το κινητό της ήταν ανοιχτό»
με το μήνυμα:
«Όπου κι αν είσαι, ελπίζω αυτή τη φορά να είσαι μόνη σου.»
είναι πολύ δυνατή.
Και το σημαντικότερο βρίσκεται στην αμέσως επόμενη φράση:
«δεν είχε πατήσει τίποτα.»
Ούτε:
❤️
ούτε απάντηση
ούτε 😀
Αυτό λειτουργεί σαν αντι-επίλογος.
Σε ολόκληρη τη ζωή της η ηρωίδα απαντούσε.
Έδινε reactions.
Έδινε χαμόγελα.
Έδινε πρόσβαση.
Στο τέλος δεν δίνει τίποτα.
Η μη-απάντηση γίνεται η τελευταία της πράξη.
11. Η καρδιά και το χαμόγελο ως σύμβολα
Τα δύο emojis στο τέλος δεν είναι διακοσμητικά.
Είναι ουσιαστικά σύμβολα ολόκληρου του ψηφιακού καπιταλισμού της οικειότητας.
❤️ = συναίσθημα σε μορφή δεδομένου.
😀 = χαρά σε μορφή δεδομένου.
Η πλατφόρμα έχει καταφέρει να συμπυκνώσει σύνθετες ανθρώπινες καταστάσεις σε δύο εικονίδια.
Και η ηρωίδα στο τέλος αρνείται και τα δύο.
Είναι σαν να λέει:
δεν θα μετατρέψω άλλο το συναίσθημά μου σε δεδομένο.
12. Το πραγματικό θέμα δεν είναι η K-pop
Παρότι το αφήγημα ξεκινά από την K-pop κουλτούρα και από την περίπτωση της Mina Chan, το κείμενο τελικά ξεπερνά κατά πολύ αυτή την αναφορά.
Θα μπορούσε να αφορά:Facebook,
TikTok influencer,
YouTuber,
ηθοποιό,
τραγουδίστρια,
streamer,
πολιτικό,
ακόμη και έναν φανταστικό χαρακτήρα,η' και πραγματικό,(άντρα,γυναίκα),
Το βαθύτερο θέμα είναι:
η κατάργηση της απόστασης ανάμεσα στο δημόσιο πρόσωπο και τον θεατή.
Παλαιότερα ο σταρ ήταν μακριά.
Σήμερα βρίσκεται μέσα στο κινητό.
Σου λέει:
«Καλημέρα.»
Σου λέει:
«Μου λείψατε.»
Σου δείχνει το σπίτι του.
Σου δείχνει τι τρώει.
Σου μιλάει για τη μοναξιά του.
Και έτσι δημιουργείται η ψευδαίσθηση:
«Με γνωρίζει.»
Ακόμη κι αν μιλάει σε δέκα εκατομμύρια ανθρώπους.
13. Η σημαντικότερη ιδέα: η πλατφόρμα δεν πουλάει περιεχόμενο
Το αφήγημα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον αν διαβαστεί μέσα από μία ακόμη βαθύτερη ιδέα:
η πλατφόρμα δεν πουλάει απλώς φωτογραφίες και βίντεο. Πουλάει την αίσθηση της προσωπικής σχέσης.
Αυτό είναι το πραγματικό εμπόρευμα.
Δεν αγοράζεις απλώς:
μια εικόνα της.
Αγοράζεις την αίσθηση:
«είμαι κοντά της».
Και η influencer δεν χρειάζεται πλέον να προσποιείται ότι είναι φίλη ενός συγκεκριμένου ανθρώπου. Η ίδια η αρχιτεκτονική της πλατφόρμας δημιουργεί αυτή την ψευδαίσθηση.
Γι' αυτό και η φράση:
«Δεν ανήκεις στον εαυτό σου»
είναι τόσο σημαντική.
Η βιομηχανία έχει εμπορευματοποιήσει όχι μόνο το σώμα και την εικόνα της, αλλά την προσβασιμότητά της.
14. Η αφηγηματική τεχνική
Το ύφος είναι λιτό, απογυμνωμένο, σχεδόν ψυχρό.
Μικρές προτάσεις:
«Οι άνθρωποι την αγαπούσαν.»
«Την ακολουθούσαν.»
«Αυτό έδειχναν οι αριθμοί.»
δημιουργούν έναν μηχανικό ρυθμό.
Και αυτό ταιριάζει εξαιρετικά με το θέμα.
Η γλώσσα του αφηγήματος μιμείται κατά κάποιον τρόπο τη γλώσσα της πλατφόρμας:
σύντομες φράσεις,
γρήγορες εναλλαγές,
μηνύματα,
σχόλια,
notifications,
αριθμοί.
Έτσι η μορφή δεν είναι ανεξάρτητη από το περιεχόμενο.
Το ίδιο το αφήγημα μοιάζει με feed.
15.
Το σημείο που θα πρέπει να προσεχθει είναι η πολύ άμεση αναφορά στην «τραγική περίπτωση της Mina Chan».
Εφόσον το κείμενο είναι λογοτεχνικό, εμφανίζεται μια δημοσιογραφική αναφορά πραγματικού περιστατικού, συνειδητά για να λειτουργησει ως ντοκουμέντο.
Επίσης,επειδή το τέλος παρουσιάζει την ηρωίδα νεκρή,ο αναγνώστης διαβάζει ολόκληρο το έργο ως ιστορία που εξηγεί την αυτοκτονία μέσω της parasocial σχέσης.
Το ίδιο το κείμενο ήδη ανοίγει αυτή την πιθανότητα:
«Κανείς δεν ήξερε πραγματικά τι είχε συμβεί.»
Οι followers κάνουν ακριβώς αυτό που έκαναν και πριν:
κατασκευάζουν μια ιστορία για έναν άνθρωπο που δεν γνώρισαν.
16. Το παράδοξο του τέλους
Το πιο δυνατό συμπέρασμα είναι λοιπόν:
Η ηρωίδα πέρασε όλη της τη ζωή προσπαθώντας να γίνει γνωστή σε εκατομμύρια ανθρώπους και πέθανε γνωστή από εκατομμύρια ανθρώπους που δεν τη γνώρισαν.
Και ακόμη πιο τραγικά:
η τελευταία της πράξη,η σιωπή, μετατράπηκε και αυτή σε περιεχόμενο.
Αυτό κάνει το αφήγημα πολύ πιο σκοτεινό από μια απλή ιστορία για έναν influencer που πιέστηκε.
Το πραγματικό του θέμα είναι η αδυναμία εξαφάνισης από έναν κόσμο στον οποίο κάθε ανθρώπινη πράξη μπορεί να γίνει εικόνα, αρχείο, σχόλιο, μνήμη και εμπόρευμα.
Και ο τίτλος, τελικά, μπορεί να διαβαστεί ειρωνικά:
Το Χαμόγελο δεν είναι αυτό που βλέπουμε.
Είναι αυτό που μας ζητούν να βλέπουμε.
Και το πιο τραγικό χαμόγελο είναι εκείνο που εμφανίζεται μόνο όταν κανείς δεν μπορεί πια να το καταναλώσει.
.
.
.
.
Wolfgang Rihm (1952-2024) Wölfli-Liederbuch (1980/81)
https://youtu.be/RWA3TWwaWzo?is=L9WNwB2ivVu155sW
Wilhem Killmayer-Schumann in Endenich
https://youtu.be/vgFuQhgPm9Y?is=k0TkmQU8D4iezz9T
.
.
.
Elektra
-cncouvelis
-music Richard Strauss
https://www.facebook.com/share/v/19LvgyLxWB/
χνκουβελης cncouvelis
Η Ηλέκτρα μετά την Ορεστεια
Το θέατρο μετα την παράσταση της Ορέστειας του Αισχύλου άδειασε,οι θεατές κατέληγαν στις ταβέρνες στη περιοχή,εκείνη έμεινε μέσα στο αδειο αμφιθεατρο,η πανσέληνος φώτιζε το μέτωπο της,ένα τριζονι νανούριζε τη νύχτα,θυμήθηκε την δική της ιστορία,
όταν βγήκαν οι Χοηφόρες με τα μαύρα πέπλα και τα ξυπόλητα ποδια και κινήθηκαν γύρω της κυκλικά δεν ήταν μόνη,κλεισμένη στο παλάτι,με τον πνιγμένο,σφαγμένο πατέρα στο λουτρό,
και μετά είδε τον Ορεστη,
-Ορεστη,φώναξε,
εκείνος γύρισε να κοιτάξει,
-Γιατι σε κυνηγούν;φώναξε,
είδε τότε τις γυναίκες- ηθοποιούς με τα φίδια στα μαλλιά,
και στο τέλος στη σκηνή έρχεται η Αθηνα,και τον αθωώνει,λέει:αρκετό αίμα χύθηκε στους Ατρειδες,
η Ηλέκτρα κατεβαίνει στην ορχηστρα,
-εμενα δεν θέλω να μ'αθωωσει κανείς,φωνάζει,
είδα,μίσησα,εκδικήθηκα,
και δεν μετανιωνω γι'αυτό μάνα,
γύρισε πίσω στις Μυκήνες με τα πόδια,η μέρα ξημέρωσε ζεστή,οι πεθαμένοι κάτω από τις πέτρες και τα ξερά χόρτα αδιαφορούν για την δικαιοσύνη,τα τζιτζίκια στα δέντρα συνεχίζουν θριαμβευτικά το καλοκαιρι,
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Θυμάμαι την ευγενικη Ρωσίδα πωλήτρια στο ρωσικο βιβλιοπωλείο και δισκοθήκη Progress,Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής,Αθήνα,δεκαετία 1980
Мы не можем путешествовать
θυμάμαι τη δεκαετία του 1980 ένα ρωσικό (σοβιετικό) βιβλιοπωλείο στη γωνία Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής.
Το όνομα του Progress,
από τον σοβιετικό εκδοτικό οίκο Progress Publishers (Издательство «Прогресс»). Εκεί διατίθενταν βιβλία των εκδόσεων Progress, Mir, Raduga και άλλων σοβιετικών εκδοτικών οίκων.
Δεν επρόκειτο για ένα συνηθισμένο βιβλιοπωλείο, αλλά για χώρο διάθεσης σοβιετικών εκδόσεων και πολιτιστικού υλικού, που λειτουργούσε στο πλαίσιο των πολιτιστικών ανταλλαγών της εποχής.
Εκεί μπορούσε κανείς να βρει:
ελληνικές μεταφράσεις της ρωσικής κλασικής λογοτεχνίας (Λέων Τολστόι, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Αντόν Τσέχοφ),
έργα Σοβιετικών συγγραφέων,
πολιτικά και φιλοσοφικά βιβλία,
παιδικά βιβλία με εξαιρετική εικονογράφηση,
λευκώματα τέχνης,μουσικής και επιστήμης,
δίσκους βινυλίου της σοβιετικής δισκογραφικής Melodiya(Melodia),
αφίσες, ημερολόγια και καρτ ποστάλς.
Οι τιμές ήταν συνήθως πολύ χαμηλές, καθώς πολλές εκδόσεις επιδοτούνταν από σοβιετικούς εκδοτικούς οργανισμούς.
Το βιβλιοπωλείο αποτελούσε σημείο συνάντησης φοιτητών, πανεπιστημιακών, μεταφραστών, ανθρώπων της Αριστεράς αλλά και φίλων της ρωσικής λογοτεχνίας και μουσικής.
Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το βιβλιοπωλείο έκλεισε, όπως συνέβη και με πολλά αντίστοιχα σοβιετικά πολιτιστικά σημεία στην Ευρώπη.
Οι διαθέσιμες δημόσιες πληροφορίες για το συγκεκριμένο κατάστημα είναι περιορισμένες και δεν φαίνεται να έχουν διασωθεί επίσημα αρχεία για την ιστορία του.
Ήταν δεκαετία 1980 πριν την καταρρευση.
Κοπέλες με σπουδές στη φιλολογία/μουσικολογία στη Μόσχα ,στο Λένινγκραντ,τις τις στέλνανε εδώ σαν "πολιτιστικές υπαλλήλους" στο βιβλιοπωλείο Προγκρές, αλλά στην ουσία ήταν εγκλωβισμένες. Δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν πουθενά αλλού, δεν μπορούσαν να γυρίσουν όποτε θέλουν, και βρίσκονται στην οδος Ακαδημίας και Ζωοδόχου Πηγής,στην Αθήνα,στην Ελλάδα, με ελευθερία, δίσκους, βιβλία που απαγορεύονταν εκεί.
Και το παράπονο τους ήταν,θυμάμαι την ευγενική νεαρή όμορφη Ρωσίδα,με την σλαβική προφορά,που μου είπε:
-εμείς δεν μπορούμε να πάμε στο Παρίσι να δούμε τον Xenakis, εσείς εδώ έχετε τα πάντα.
Ηταν τόσο ευγενικη και ο ομορφη και τόσο διαβασμένη.
Όταν πήγα και της ζήτησα κάτι ρωσικό και μετά τής είπα:
έχετε το String Quartet No.3 του Marek Kopelent με το Novák Quartet;
το πρόσωπο της φωτίστηκε. Επιτέλους κάποιος που καταλάβαινε τι πουλουσε.
Και είναι ωραίο που το θυμάμαι αυτό.Οι περισσότεροι θυμούνται μόνο τι αγόρασαν,εγώ θυμάμαι και ποια στο πούλησε και τι έλεγε.Αυτό κάνει τη συλλογή μου ακόμα πιο προσωπική.
Ακούω τους δίσκους που αγόρασα εκεί στο ρωσικό Progress στο πικ απ και θυμάμαι το παράπονο της.
-εμεις δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε.
Мы не можем путешествовать.
Το όνομα της Λαρίσα.
.
.
https://youtu.be/t9SlF_FZqoc?is=qXMHGYwqPaBsbHg_
.
.
.
My own empire of Paintings-Heteronyma-
χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Η Ελένη στον Λευκό Θάλαμο
Δεν υπήρχε καθρέφτης στο δωμάτιο,
τον είχαν αφαιρέσει ύστερα από επιμονή της ίδιας.
Κάθε φορά που έβλεπε το πρόσωπό της ένιωθε τρομο.
Οι νοσοκόμες τής έκαναν ηρεμιστική ένεση.
-Ειμαι η Ελένη,ελεγε κάθε πρωί στον ψυχίατρο.
Ο γιατρός σημείωνε.
Επίμονη μυθομανία.Να ταυτιζεται με μυθολογικό πρόσωπο.
Στο προαύλιο της κλινικής υπήρχε μια παλια ελιά. Καθονταν από κάτω κάθε μεσημερι.
Εκεί συναντούσε έναν ασθενή που κρατούσε μια σκακιέρα χωρίς πιόνια.
-Γυρισες;τη ρωτουσε.
-Δεν έφυγα ποτέ,απαντούσε.
-Τότε γιατί πολεμήσαμε;ελεγε ο άλλος.
Τις νύχτες άκουγε στους διαδρόμους της κλινικής βήματα.
Πίστευε πως ήταν οι νεκροί της Τροιας που περιφέρονταν άυπνοι.
Βγήκε και είδε.
Τον Έκτορα να περνα αμίλητος.
Τον γέρο Πριαμο να στεκεται λυπημένος.
Τον Αχιλλεα αξύριστο με άγριο βλέμμα.
Την Ανδρομάχη να βυζενει τον Αστυανακτα.
Μόνο η Κασσάνδρα στάθηκε και της είπε:
-Τι ανοησία,οι άνθρωποι να πιστεύουν πως ένας πόλεμος αρχίζει με την αρπαγή μιας γυναίκας.
Και σηκώνοντας τα φουστάνια τηςτης έδειξε στα πόδια της τα αίματα του βιασμού της.
Κανέναν δεν κατηγόρησε.
Ούτε αυτή.
Γύρισε στο θάλαμο,ξάπλωσε στο κρεβάτι,και σκέφτηκε πως είναι σε έναν κόσμο που ποτέ δεν γράφτηκε η Ιλιάδα.
Κοιμήθηκε.
Κι ονειρεύτηκε πως στα χέρια της φύτρωσε και άνθισε ένα πανεμορφο λευκό κρίνο.
.
.
.
Love in Fog
(a movie)
-cncouvelis
https://www.facebook.com/share/v/1LP5UFaKWW/
χνκουβελης cncouvelis
Η γυναίκα μέσα στην ομίχλη
Τότε την είδε πρώτη φορά μέσα στην ομίχλη.
Δεν διεκρινε το πρόσωπό της.
Ο δρόμος ήταν άδειος.
Την ακολούθησε.
Το σώμα της μια λεπτή κάθετη γραμμή μέσα στο λευκό.
Εκείνη σταματησε.
Γυρίσετο κεφάλι της πισω.
Τον είδε.
Σήκωσε το χέρι της και τον χαιρέτησε.
Κατέβηκε στον υπογειο σταθμό του μετρό.
Εκεί μέσα στον κόσμο στην αποβάθρα την έχασε.
Ανέβηκε πάνω.
Την είδε.
Τον κοιτούσε.
Την πλησίασε.
Τον αγκάλιασε.
-Μεινε εδώ,μην με ακολουθησεις.
Του είπε και χάθηκε μέσα στην ομίχλη.
Εκείνη ποτέ δεν εμφανίσθηκε άλλη φορά.
Τότε κατάλαβε πως είχε ερωτευθεί εκείνη την γυναίκα,την πιθανότητα να υπάρχει.
Εκείνη η γυναίκα δεν θα του ανήκει ποτέ,όμως άλλαξε για πάντα τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο.
.
.
.
Modes
-χνκουβελης cncouvelis
Pop Story
έπινε εσπρέσο στο Μιλάνο φορούσε λευκό πουκάμισο, μαύρο παντελόνι,γυαλιά ηλίου και το ακριβό άρωμα, στο κινητό της μηνύματα από τρεις πόλεις:
Παρίσι:Dinner tonight;
Λονδίνο:Can you make it tomorrow?
Νέα Υόρκη:We need to talk.
χαμογέλασε,
δεν απαντούσε ποτέ αμέσως, η καθυστέρηση είναι μια μορφή πολυτέλειας,
αγαπούσε τα αεροδρόμια,τις πτήσεις,
στο αεροπλάνο για Παρίσι άνοιξε το περιοδικό που είχε αγοράσει στο Μιλάνο,μια διάσημη ηθοποιός δήλωνε:
στα σαράντα μου κατάλαβα ποια είμαι,
στο Παρίσι φόρεσε ένα κόκκινο φόρεμα,στο καφε ο άντρας απέναντί της ήταν αρχιτέκτονας,μιλούσε για το σώμα της γυναίκας σαν να ήταν γεωμετρικο στερεο,
όταν γύρισε στο ξενοδοχείο, έβγαλε τα παπούτσια της και ξάπλωσε με τα ρούχα στο κρεβάτι,είδε το είδωλο της στον καθρέφτη,σήκωσε ψηλά τα πόδια,έμεινε σε μια στάση γιόγκα,
την άλλη μέρα όταν ξύπνησε ανοιξε το κινητό,
μηνύματα.
καρδιές.
προσκλήσεις.
φωτογραφίες από γιοτ, πάρτι,παραλίες,
και ένα μήνυμα από τη μητέρα της:
πότε θα έρθεις να σε δω;
ακύρωσε ένα δείπνο στο Λονδίνο
μια φωτογράφιση στη Νέα Υόρκη,
έκλεισε το κινητο,
ένιωσε ότι ζούσε σε μια πολύ επικίνδυνη πολυτελεια,
έκλεισε εισιτήριο να δει τη μητέρα της,
.
.
Μελέτη Ανάλυση
Το «Pop Story» του χνκουβέλη είναι ένα πολύ συμπυκνωμένο πεζό ποίημα που χρησιμοποιεί τη γλώσσα της κοσμοπολίτικης ζωής —Μιλάνο, Παρίσι, Λονδίνο, Νέα Υόρκη, αεροδρόμια, ξενοδοχεία, περιοδικά, γιοτ, πάρτι— για να μιλήσει τελικά για κάτι σχεδόν αντίθετο: την ανάγκη επιστροφής σε μια πραγματική, μη εμπορεύσιμη σχέση.
1. Η επιφάνεια: ένα pop life
Το κείμενο αρχίζει σαν σελίδα περιοδικού lifestyle:
«έπινε εσπρέσο στο Μιλάνο φορούσε λευκό πουκάμισο, μαύρο παντελόνι, γυαλιά ηλίου και το ακριβό άρωμα»
Η ηρωίδα δεν παρουσιάζεται με βιογραφικά στοιχεία. Παρουσιάζεται μέσω σημείων κύρους. Το Μιλάνο, ο εσπρέσο, το λευκό πουκάμισο, τα γυαλιά, το ακριβό άρωμα κατασκευάζουν μια εικόνα.
Δεν γνωρίζουμε ποια είναι· γνωρίζουμε πώς φαίνεται.
Αυτό είναι θεμελιώδες για την αισθητική του κειμένου: η ταυτότητα της γυναίκας παράγεται από αντικείμενα, πόλεις, μετακινήσεις και βλέμματα.
Το «Pop» λοιπόν δεν σημαίνει απλώς «δημοφιλές». Σημαίνει ότι η ζωή έχει μετατραπεί σε εικόνα προς κατανάλωση.
2. Οι τρεις πόλεις ως τρεις επιθυμίες
Τα μηνύματα είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό εύρημα:
Παρίσι: Dinner tonight?
Λονδίνο: Can you make it tomorrow?
Νέα Υόρκη: We need to talk.
Εδώ ο κόσμος ολόκληρος γίνεται inbox.
Τρεις πόλεις, τρία μηνύματα, τρεις διαφορετικές απαιτήσεις:
Παρίσι → επιθυμία
Λονδίνο → διαθεσιμότητα
Νέα Υόρκη → κρίση
Και εκείνη απαντά με την απόλυτη χειρονομία του ανθρώπου που έχει γίνει αντικείμενο ζήτησης:
«δεν απαντούσε ποτέ αμέσως, η καθυστέρηση είναι μια μορφή πολυτέλειας»
Αυτή είναι ίσως η κεντρική φράση του διηγήματος.
Η καθυστέρηση, κάτι που κανονικά θα μπορούσε να είναι αδιαφορία ή αναβλητικότητα, μετατρέπεται σε status symbol. Δεν έχει σημασία τι θέλει· σημασία έχει ότι οι άλλοι περιμένουν.
Η εξουσία της βρίσκεται στον χρόνο που τους στερεί.
3. Η γυναίκα ως κατασκευασμένη εικόνα
Ενδιαφέρον είναι ότι η ηρωίδα δεν έχει όνομα.
Δεν χρειάζεται.
Στο pop σύμπαν το πρόσωπο μπορεί να είναι ανώνυμο, επειδή η ταυτότητα δημιουργείται από το branding της ζωής της.
Αυτό συνδέεται με την παρακοινωνική σχέση: το πρόσωπο παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται επιφάνεια προβολής.
Εδώ όμως υπάρχει μια σημαντική αντιστροφή.
Η ηρωίδα δεν είναι απλώς θύμα της εικόνας. Απολαμβάνει την εικόνα.
Γι' αυτό το κείμενο είναι πιο ενδιαφέρον από μια απλή κοινωνική καταγγελία.
4. Το αεροπλάνο και η ζωή σε transit
«αγαπούσε τα αεροδρόμια, τις πτήσεις»
Το αεροδρόμιο είναι ο κατεξοχήν χώρος της σύγχρονης κοσμοπολίτικης ύπαρξης.
Δεν είναι ούτε εδώ ούτε εκεί.
Η ηρωίδα βρίσκεται συνεχώς ανάμεσα σε ταυτότητες.
Μιλάνο → Παρίσι → Λονδίνο → Νέα Υόρκη.
Η γεωγραφία γίνεται ψυχολογία.
Δεν ταξιδεύει απλώς από πόλη σε πόλη. Αποφεύγει να εγκατασταθεί κάπου.
Το transit γίνεται τρόπος ζωής.
5. Η φράση της ηθοποιού
Στο περιοδικό:
«στα σαράντα μου κατάλαβα ποια είμαι»
Η φράση είναι σχεδόν κλισέ lifestyle περιοδικού. Αλλά μέσα στο διήγημα αποκτά ειρωνική λειτουργία.
Η ηρωίδα βρίσκεται ακριβώς στην αντίθετη κατάσταση:
δεν ψάχνει ποια είναι· κατασκευάζει συνεχώς ποια είναι.
Το περιοδικό προσφέρει μια έτοιμη φιλοσοφία αυτογνωσίας, όπως προσφέρει έτοιμα πρότυπα ομορφιάς, επιτυχίας και ευτυχίας.
Έτσι δημιουργείται μια ωραία αντίθεση:
«κατάλαβα ποια είμαι»
vs.
«παίζω συνεχώς τον ρόλο αυτού που είμαι».
6. Ο αρχιτέκτονας και το σώμα ως γεωμετρία
Η συνάντηση στο Παρίσι είναι από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία:
«ο άντρας απέναντί της ήταν αρχιτέκτονας, μιλούσε για το σώμα της γυναίκας σαν να ήταν γεωμετρικό στερεό»
Εδώ υπάρχει μια πολύ καλή μεταφορά.
Ο αρχιτέκτονας δεν βλέπει το σώμα ως πρόσωπο αλλά ως μορφή.
Το σώμα γίνεται αρχιτεκτονική:
όγκος, καμπύλη, επιφάνεια, αναλογία, συμμετρία.
Και αυτό συνδέεται με ολόκληρη την αισθητική του κειμένου: η γυναίκα βρίσκεται μέσα σε έναν κόσμο όπου όλα σχεδιάζονται — κτίρια, ρούχα, φωτογραφίες, σώματα, ταξίδια, κοινωνικές σχέσεις.
Ακόμη και ο έρωτας αποκτά αισθητική μορφή.
7. Η σκηνή του καθρέφτη
Εδώ το κείμενο αλλάζει ελαφρά θερμοκρασία:
«είδε το είδωλό της στον καθρέφτη»
Για πρώτη φορά δεν υπάρχει κοινό.
Δεν υπάρχει Παρίσι, αρχιτέκτονας, κινητό, μήνυμα, περιοδικό.
Υπάρχει εκείνη και το είδωλό της.
Η στάση γιόγκα λειτουργεί σχεδόν σαν μια μικρή performance. Το σώμα συνεχίζει να είναι εικόνα ακόμη και όταν δεν το βλέπει κανείς.
Αυτό δημιουργεί μια πολύ λεπτή ειρωνεία:
έχει εσωτερικεύσει τόσο πολύ το βλέμμα των άλλων, ώστε συνεχίζει να σκηνοθετεί τον εαυτό της ακόμη και μόνη.
Ο καθρέφτης είναι το τελευταίο social medium.
8. Η δεύτερη μέρα: η υπερβολή
Το πρωί:
«μηνύματα.
καρδιές.
προσκλήσεις.
φωτογραφίες από γιοτ, πάρτι, παραλίες»
Η σύνταξη σπάει σε μικρές μονάδες.
Σαν notifications.
Σαν feed.
Η γλώσσα μιμείται τη λειτουργία του κινητού.
Δεν περιγράφει απλώς την ψηφιακή ζωή· μορφοποιείται από αυτήν.
Αυτό είναι ένα από τα ισχυρότερα τεχνικά στοιχεία του κειμένου.
9. Και ξαφνικά: η μητέρα
Και τότε έρχεται το μήνυμα που καταστρέφει όλη αυτή την αισθητική:
«πότε θα έρθεις να σε δω;»
Είναι εξαιρετικό επειδή είναι απολύτως κοινό.
Δεν έχει glamour.
Δεν έχει αγγλικά.
Δεν έχει αεροδρόμιο, γιοτ, φωτογράφιση ή VIP τραπέζι.
Έχει μόνο:
«να σε δω».
Αυτό το μικρό μήνυμα αποκαλύπτει ότι πίσω από ολόκληρο το pop σύμπαν υπάρχει ένας άνθρωπος που περιμένει κάποιον άλλον άνθρωπο.
Και ξαφνικά όλα τα προηγούμενα φαίνονται λιγότερο σημαντικά.
10. Η μεγάλη αντιστροφή
Η ηρωίδα:
«ακύρωσε ένα δείπνο στο Λονδίνο
μια φωτογράφιση στη Νέα Υόρκη»
Αυτή είναι η πραγματική κορύφωση.
Δεν χρειάζεται δράμα.
Δεν χωρίζει. Δεν καταρρέει. Δεν κλαίει. Δεν κάνει κάποια θεαματική πράξη.
Απλώς ακυρώνει.
Και ακριβώς επειδή η προηγούμενη ζωή της βασιζόταν στην αδιάκοπη διαθεσιμότητα, η ακύρωση γίνεται πράξη ελευθερίας.
11. «Μια πολύ επικίνδυνη πολυτέλεια»
Η καλύτερη ίσως φράση του τέλους:
«ένιωσε ότι ζούσε σε μια πολύ επικίνδυνη πολυτέλεια»
Η «πολυτέλεια» εδώ δεν είναι οικονομική.
Είναι η πολυτέλεια να μπορείς να έχεις τα πάντα και να μη χρειάζεσαι τίποτα — μέχρι τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι μπορεί να έχεις πάρα πολλά και να μην έχεις κανέναν.
Το «επικίνδυνη» μετατρέπει το lifestyle σε υπαρξιακή κατάσταση.
Η πραγματική απειλή δεν είναι η φτώχεια.
Είναι η αποσύνδεση από το πραγματικό.
12. Η αισθητική του κειμένου
Το «Pop Story» βρίσκεται ανάμεσα σε:
flash fiction,
prose poem,
lifestyle αφήγημα,
κινηματογραφικό μοντάζ,
διαφημιστικό κείμενο,
κοινωνική σάτιρα.
Η γλώσσα είναι επίτηδες επίπεδη και κινηματογραφική. Δεν ψυχολογεί υπερβολικά την ηρωίδα. Την αφήνει να αποκαλυφθεί μέσα από τις πράξεις και τα αντικείμενα.
Αυτό είναι σημαντικό: αν εξηγούσε περισσότερο τα συναισθήματά της, το κείμενο θα γινόταν συμβατικό.
Η δύναμή του βρίσκεται στην αφαίρεση.
13. Το βαθύτερο θέμα: από το «με θέλουν» στο «με περιμένουν»
Υπάρχει μια πολύ όμορφη κρυφή μετατόπιση.
Στην αρχή:
όλοι τη θέλουν.
Στο τέλος:
η μητέρα της την περιμένει.
Αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο.
Το «με θέλουν» ανήκει στην αγορά της επιθυμίας.
Το «με περιμένουν» ανήκει στη σχέση.
Και το διήγημα, χωρίς να το δηλώνει διδακτικά, επιλέγει το δεύτερο.
14. Ο τίτλος «Pop Story»
Ο τίτλος είναι ειρωνικός.
Μοιάζει να υπόσχεται μια ιστορία για μια glamorous γυναίκα, αλλά τελικά χρησιμοποιεί το pop λεξιλόγιο για να μιλήσει για τη μοναξιά που κρύβεται πίσω από το glamour.
Θα μπορούσε μάλιστα να διαβαστεί και ως μια μικρή παρωδία του σύγχρονου Sex and the City κόσμου: οι μεγάλες μητροπόλεις, τα εστιατόρια, τα φορέματα, οι άντρες, τα ταξίδια, η αυτονομία.
Μόνο που εδώ, αντί για το επόμενο πάρτι, υπάρχει τελικά η μητέρα.
Το κείμενο λειτουργεί καλύτερα όταν δεν το διαβάζουμε ως ιστορία μιας πλούσιας γυναίκας αλλά ως μικρή αλληγορία της σύγχρονης κατασκευασμένης ταυτότητας.
Η ηρωίδα έχει μετατρέψει τη ζωή της σε ένα αδιάκοπο feed:
Μιλάνο — Παρίσι — Λονδίνο — Νέα Υόρκη — ξενοδοχεία — σώμα — μηνύματα — γιοτ — προσκλήσεις.
Και μέσα σε αυτό το feed εμφανίζεται ξαφνικά μια πρόταση που δεν μπορεί να γίνει content:
«πότε θα έρθεις να σε δω;»
Εκεί ακριβώς το Pop Story παύει να είναι pop.
Και γίνεται ανθρώπινο.
Το τέλος με το εισιτήριο για τη μητέρα είναι ιδιαίτερα επιτυχημένο επειδή δεν κλείνει το νόημα· το ανοίγει. Δεν ξέρουμε τι θα γίνει όταν φτάσει. Ξέρουμε μόνο ότι, για πρώτη φορά, η ηρωίδα δεν ταξιδεύει για να γίνει περισσότερο επιθυμητή.
Ταξιδεύει για να συναντήσει κάποιον που την αγαπά χωρίς να χρειάζεται να την κοιτάζει.
Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το ουσιαστικό κέντρο του «Pop Story».
.
.
.
Martha Argerich on piano
-cncouvelis
https://www.facebook.com/share/r/1EW42U2zAM/
χνκουβελης cncouvelis
Fantasiestücke opus 12 του Schumann
Στις οκτώ και τέταρτο το βράδυ τα φώτα στη αίθουσα μουσικής χαμήλωσαν.
Μόνο η σκηνή φωτιζονταν.
Το μαύρο πιάνο στεκονταν στο κέντρο.
Πάνω στο αναλόγιο υπήρχαν οι σελίδες του Schumann:
Fantasiestücke opus 12.
Εκείνη κάθισε,για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητη.
Αρχισε με το Des Abends.
Οι πρώτες φράσεις σαν ψίθυρος,έπαιζε και θυμόνταν.
Στα δεκαεπτά της είχε παίξει για πρώτη φορά Schumann. Τότε πίστευε πως η μουσική ήταν ένας τρόπος να εκφράσει όσα ένιωθε.
Χρόνια αργότερα είχε καταλάβει ότι ήταν το αντίθετο.
Η μουσική δεν εξέφραζε τα αισθήματα,τα δημιουργούσε.
Στο Aufschwung, τα χέρια της άρχισαν να κινούνται με μεγαλύτερη ορμή.Ένα πρόσωπο από το παρελθόν εμφανίστηκε μέσα της:
ένας άντρας που είχε καθίσει κάποτε στην ίδια αίθουσα, στην πρώτη σειρά,και την κοιτουσε όχι σαν πιανίστρια αλλά σαν γυναίκα.
Έπαιξε το τελευταίο ακόρντο.
Μετά ήρθε το Warum?
Δεν ήξερε αν την ερώτηση:Γιατί; την έκανε η μουσική του Schumann ή η ίδια.
Γιατί έφυγε εκείνος;
Γιατί έμεινε εκείνη;
Τα δάχτυλά της συνέχισαν.
Άρχισε να φοβάται.
Αυτό που η μουσική αποκάλυπτε.
Στο In der Nacht ένιωσε πως κάποιος στεκόταν πίσω της.
Θυμήθηκε τι της είπε κάποτε ο δασκάλος της:
-Όταν παίζεις Schumann,μην προσπαθείς να εξηγήσεις την τρέλα του.Άφησέ την να περάσει από μέσα σου.-
Τότε δεν είχε καταλάβει.
Τώρα κατάλαβε.
Η μουσική δεν ήταν αφήγηση.
Ήταν δωμάτιο,και μέσα υπήρχαν όλοι οι άνθρωποι που είχε υπάρξει.
Η νεαρή κοπέλα που φοβόταν να αποτύχει.
Η γυναίκα που εκεινος είχε αγαπήσει.
Η γυναίκα που εκεινος είχε πάψει να την αγαπά.
Η πιανίστρια που έμαθε να κρύβει το συναίσθημα πίσω από την ακρίβεια.
Και εκείνη που τώρα καθονταν μπροστά σε εκατοντάδες αγνώστους και τους άφηνε,χωρίς να το ξέρουν,να ακούσουν κάτι από τη ζωή της.
Στο Traumes Wirren οι σελίδες έμοιαζαν να μετακινούνται μπροστά στα μάτια της.
Και τότε στην τελευταία σειρά είδε εκείνον τον άντρα.
Ακριβώς όπως τον θυμόνταν. Το ίδιο χαμόγελο.
Η καρδιά της χτύπησε δυνατά.
Έπαιξε μέχρι το τέλος.
Δεν ξανακοίταξε.
Το Ende vom Lied ήταν ήσυχο, σαν συμφιλίωση.
Και όταν τελείωσε,κράτησε τα χέρια της πάνω από τα πλήκτρα.
Δεν σηκώθηκε αμέσως.
Το κοινό στην αίθουσα χειροκροτούσε.
Εκείνη σηκώθηκε.
Υποκλίθηκε.
Κοίταξε προς την τελευταία σειρά.
Ο άντρας δεν ήταν εκεί.
Τότε κατάλαβε.
Είχε παίξει ολόκληρο το Fantasiestücke για έναν άνθρωπο που υπήρχε μόνο μέσα στη μνήμη της.
Υποκλίθηκε ξανά.
Το χειροκρότημα συνεχίστηκε πιο δυνατο.
Τα φώτα στην αίθουσα μουσικης άναψαν.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Τα 2:
THE KISS
(Gustav Klimt /cncouvelis)
Οι δύο εικόνες του:The Kiss ανήκουν σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους.
Η πρώτη είναι το περίφημο The Kiss του Gustav Klimt,ένα από τα εμβληματικότερα έργα της βιεννέζικης Secession και του ευρωπαϊκού συμβολισμού.
Η δεύτερη (τού cncouvelis) παίρνει το ίδιο θεμελιώδες θέμα ,την ερωτική ένωση δύο ανθρώπων,και το μεταφέρει σε ένα μοντέρνο,σχεδόν κινηματογραφικό, ασπρόμαυρο λεξιλόγιο,όπου η γεωμετρία, η μόδα, η φωτογραφική πόζα και η ένταση του σώματος αντικαθιστούν τη χρυσοποίκιλτη συμβολική επιφάνεια του Klimt.
Το ίδιο ανθρώπινο γεγονός,ένα φιλί, μεταμορφώνεται σε δύο διαφορετικές φιλοσοφίες της εικόνας.
Στον Klimt το φιλί είναι σχεδόν ένας μικρός μύθος.
Στον cncouvelis είναι μια στιγμή.
Στον Klimt οι δύο άνθρωποι μοιάζουν να έχουν βγει από τον χρόνο.
Στον cncouvelis μοιάζουν να βρίσκονται μέσα στον χρόνο,σε μια πόλη, σε μια κινηματογραφική σκηνή,σε μια μοντέρνα ερωτική ζωή.
.
Ο Klimt: το φιλί ως χρυσή τελετουργία
Στον πίνακα του Klimt,το ζευγάρι δεν βρίσκεται απλώς σε έναν χώρο.Βρίσκεται μέσα σε μια χρυσή κοσμική επιφάνεια.
Ο άνδρας σκύβει προς τη γυναίκα και την αγκαλιάζει. Εκείνη έχει κλειστά μάτια και το πρόσωπό της στρέφεται προς το φιλί.Η στάση της είναι περισσότερο παραδομένη παρά ενεργητική.Ο άνδρας γίνεται μια προστατευτική, σχεδόν αρχιτεκτονική μορφή γύρω της.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι ο Klimt σχεδόν εξαφανίζει το φυσικό περιβάλλον.
Δεν έχουμε δωμάτιο.
Δεν έχουμε έπιπλα.
Δεν έχουμε αρχιτεκτονική.
Δεν έχουμε κοινωνικό πλαίσιο.
Έχουμε χρυσό.
Ο χρυσός λειτουργεί σαν να έχει καταργηθεί ο πραγματικός κόσμος.Το φιλί μετατρέπεται σε τελετουργία.
Η ερωτική πράξη δεν παρουσιάζεται ως ένα επεισόδιο της καθημερινότητας αλλά ως μια στιγμή που ξεφευγει από την καθημερινότητα.
Αυτό είναι ένα από τα μεγάλα μυστικά του έργου.
Ο Klimt δεν ζωγραφίζει απλώς δύο ανθρώπους που φιλιούνται.
Ζωγραφίζει την επιθυμία του ανθρώπου να πιστέψει ότι ο έρωτας μπορεί να γίνει αιωνιότητα.
.
Το σώμα εξαφανίζεται μέσα στο στολίδι
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά στο:The Kiss του Klimt είναι η σύγκρουση ανάμεσα στο οργανικό σώμα και στη διακοσμητική επιφάνεια.
Τα πρόσωπα και τα χέρια είναι αναγνωρίσιμα ως ανθρώπινα,ευαίσθητα, θερμά.
Όμως τα ενδύματα μετατρέπονται σε σχεδόν αφηρημένες επιφάνειες.
Οι γεωμετρικές μορφές του ανδρικού ενδύματος και τα κυκλικά,φυτικά μοτίβα της γυναικείας πλευράς λειτουργούν σαν δύο διαφορετικοί κώδικες.
Η γεωμετρία και η καμπύλη.
Το αρσενικό και το θηλυκό.
Η δομή και η ανθοφορία.
Η αυστηρότητα και η αισθησιακή επανάληψη.
Η διακόσμηση δεν είναι απλό στολίδι.
Είναι γλώσσα.
Το ύφασμα μιλά για τους χαρακτήρες.
Το μοτίβο γίνεται ψυχολογία.
Η επιφάνεια γίνεται ερωτισμός.
.
Το φιλί του Klimt δεν είναι απλώς φιλί
Υπάρχει κάτι εξαιρετικά χαρακτηριστικό στη στάση των προσώπων.
Ο άνδρας φιλά τη γυναίκα από το πλάι.
Εκείνη έχει κλειστά μάτια.
Αυτό δημιουργεί την αίσθηση ότι η γυναίκα βρίσκεται σε κατάσταση εσωτερικής παράδοσης.
Δεν παρακολουθεί τον κόσμο.
Δεν κοιτάζει τον θεατή.
Δεν ενδιαφέρεται για το τι υπάρχει έξω από την αγκαλιά.
Ο κόσμος έχει περιοριστεί σε δύο σώματα.
Αυτό είναι κρίσιμο για τη συμβολική λειτουργία του πίνακα:
ο έρωτας δημιουργεί έναν ιδιωτικό κόσμο μέσα στον δημόσιο κόσμο.
Και επιπλεον ο ιδιωτικός αυτός κόσμος δεν είναι απλώς ιδιωτικός.
Γίνεται ιερός.
Ο χρυσός τον κάνει να μοιάζει με εικόνα, λείψανο, βυζαντινό ψηφιδωτό, κόσμημα, τελετουργικό αντικείμενο.
Ο έρωτας γίνεται σχεδόν θρησκευτική εμπειρία.
.
Και στο:The Kiss τού cncouvelis αφαιρουνται σχεδόν όλα όσα κάνουν το έργο του Klimt να μοιάζει με όνειρο.
Εδώ το ζευγάρι βρίσκεται μπροστά μας με πολύ πιο άμεσο τρόπο.
Δεν υπάρχει χρυσή ατμόσφαιρα.
Δεν υπάρχει μυθολογική απόσταση.
Δεν υπάρχει η αίσθηση μιας ερωτικής αιωνιότητας.
Υπάρχει ασπρόμαυρο.
Και το ασπρόμαυρο αλλάζει τα πάντα.
.
Από τον χρυσό στο ασπρόμαυρο
Αν ο Klimt λέει:
-Ο έρωτας είναι αιωνιότητα.-
ο cncouvelis λέει:
-Ο έρωτας είναι μια στιγμή που συμβαίνει τώρα.-
Το ασπρόμαυρο δημιουργεί διαφορετική ψυχολογία.
Θυμίζει κινηματογράφο, φωτογραφία,αφίσα,μόδα,noir, παλιό περιοδικό,αστική κουλτούρα.
Το κόκκινο των χειλιών της γυναίκας αποτελεί μια πολύ μικρή αλλά εξαιρετικά δυνατή χρωματική παρέμβαση.
Και αυτή η λεπτομέρεια έχει μεγάλη σημασία.
Στον Klimt το χρώμα είναι παντού.
Στον cncouvelis το χρώμα συγκεντρώνεται σε ένα σημείο.
Τα χείλη.
Έτσι το κόκκινο γίνεται σχεδόν σημασιολογικό σύμβολο.
Δεν είναι απλώς χρώμα.
Είναι η ίδια η εστία του φιλιού.
.
Η γυναίκα στον cncouvelis
Η γυναίκα της δεύτερης εικόνας είναι εντυπωσιακά διαφορετική από τη γυναίκα του Klimt.
Η γυναίκα του Klimt είναι μέσα στην αγκαλιά του άνδρα.
Η γυναίκα του cncouvelis, αντίθετα, φαίνεται να συμμετέχει ενεργά στη σκηνή.
Το σώμα της έχει ισχυρή παρουσία.
Η στάση της είναι σύγχρονη, σχεδόν κινηματογραφική.
Το χτένισμα,η σιλουέτα και η ενδυματολογική αισθητική παραπέμπουν σε έναν κόσμο αστικής κομψότητας.
Δεν είναι μια μυθική γυναίκα.
Είναι μια γυναίκα που θα μπορούσε να υπάρχει σε μια πόλη.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της μεταμόρφωσης.
Ο Klimt παίρνει τον έρωτα από την πραγματικότητα και τον μετατρέπει σε σύμβολο.
Ο cncouvelis παίρνει το σύμβολο και το επιστρέφει στην πραγματικότητα.
.
Το ανδρικό σώμα
Και εδώ βρίσκεται μια ουσιώδης διαφορά.
Στον Klimt ο άνδρας είναι σχεδόν μυθολογικός.
Δεν μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα η προσωπικότητά του.
Είναι ο Άνδρας.
Το αρσενικό αρχέτυπο.
Η αγκαλιά του σχηματίζει ένα περίβλημα γύρω από τη γυναίκα.
Στον cncouvelis,αντίθετα, ο άνδρας είναι πολύ πιο συγκεκριμένος.
Έχει πρόσωπο που θυμίζει κινηματογραφικό ή φωτογραφικό πορτρέτο.
Το χτένισμά του,το λευκό πουκάμισο,η στάση του σώματος,ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο ακουμπά τη γυναίκα, δημιουργούν μια αναγνωρίσιμη σύγχρονη ανδρική εικόνα.
Είναι λιγότερο 'θεός' και περισσότερο άνδρας.
Και ακριβώς γι' αυτό η ερωτική σκηνή γίνεται πιο άμεση.
.
Η αγκαλιά ως σύνθεση
Στον Klimt η αγκαλιά είναι σχεδόν κάθετη και μνημειακή.
Το ζευγάρι σχηματίζει έναν ενιαίο χρυσό όγκο.
Στον cncouvelis η σύνθεση είναι πιο δυναμική.
Τα σώματα δημιουργούν μια διαγώνια σχέση.
Το κεφάλι της γυναίκας,το κεφάλι του άνδρα,οι ώμοι,τα χέρια και η κατεύθυνση των σωμάτων δημιουργούν μια αλυσίδα κινήσεων.
Η εικόνα θυμίζει κινηματογραφικό καρέ.
Αυτό είναι πολύ σημαντικό.
Ο Klimt θέλει να κοιτάζουμε.
Ο cncouvelis μοιάζει να θέλει να δούμε μια σκηνή.
Η πρώτη εικόνα είναι πίνακας.
Η δεύτερη είναι σχεδόν freeze-frame από μια ταινία που δεν βλέπουμε.
.
Ο χώρος: παράδεισος εναντίον πόλης
Η διαφορά του φόντου είναι επίσης ουσιαστικη.
Στον Klimt ο χώρος γίνεται διακοσμητικός και σχεδόν άχρονος.
Στον cncouvelis ο χώρος είναι γεωμετρικός και αστικός.
Οι χρωματικές επιφάνειες πίσω από το ζευγάρι θυμίζουν αρχιτεκτονική, αφίσα,μοντέρνο design.
Έτσι η σχέση των δύο ανθρώπων τοποθετείται σε έναν σύγχρονο πολιτισμό της εικόνας.
Ο Klimt δημιουργεί έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος χάνεται μέσα στη διακοσμητική ομορφιά.
Ο cncouvelis δημιουργεί έναν κόσμο όπου ο άνθρωπος βρίσκεται μέσα σε ένα σύστημα εικόνων.
Και αυτή είναι μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές.
Στον Klimt η διακόσμηση είναι η γλώσσα του αισθησιασμού.
Στον cncouvelis η γραφιστική και η γεωμετρία γίνονται η γλώσσα της σύγχρονης οπτικής κουλτούρας.
.
Από το Art Nouveau στο pop/noir
Ο Klimt ανήκει σε μια εποχή όπου η ζωγραφική βρίσκεται σε διάλογο με το Art Nouveau, τον συμβολισμό,τη διακοσμητική τέχνη και τη βιεννέζικη Secession.
Ο cncouvelis, αντίθετα, μοιάζει να συνομιλεί με πολύ μεταγενέστερα οπτικά συστήματα:
την κινηματογραφική αφίσα,
το noir,
τη φωτογραφία μόδας,
το pop art,
τη διαφήμιση,
το graphic design,
την ασπρόμαυρη κινηματογραφική εικόνα,
την αισθητική των περιοδικών,
την κουλτούρα της σύγχρονης ερωτικής εικόνας.
Επομένως το έργο δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί απλώς ως 'μοντέρνα εκδοχή' του Klimt.
Μάλλον πρεπει να το δούμε ως μεταφορά ενός ερωτικού αρχέτυπου από τον κόσμο του συμβολισμού στον κόσμο της μαζικής και κινηματογραφικής εικόνας.
.
Το φιλί ως αντικείμενο λατρείας και ως εικόνα επιθυμίας
Εδώ βρίσκεται ίσως η βαθύτερη διαφορά.
Ο Klimt κάνει το φιλί αντικείμενο λατρείας.
Ο cncouvelis κάνει το φιλί αντικείμενο επιθυμίας.
Στον Klimt ο θεατής αισθάνεται ότι παρακολουθεί κάτι σχεδόν απαγορευμένο αλλά ταυτόχρονα ιερό.
Στον cncouvelis ο θεατής αισθάνεται ότι παρακολουθεί μια σκηνή από μια ιστορία.
Ο πρώτος δημιουργεί απόσταση μέσω της ομορφιάς.
Ο δεύτερος δημιουργεί εγγύτητα μέσω της αναγνωρίσιμης ανθρώπινης σκηνής.
.
Το βλέμμα
Κανένας από τους δύο χαρακτήρες δεν κοιτάζει τον θεατή.
Αυτό είναι καθοριστικό.
Ο θεατής δεν γίνεται συνομιλητής.
Γίνεται μάρτυρας.
Στον Klimt η απουσία βλέμματος μας εισάγει σε έναν κλειστό, σχεδόν ιερό κύκλο.
Στον cncouvelis η ίδια απουσία λειτουργεί διαφορετικά.
Μας κάνει να αισθανόμαστε σαν να κοιτάζουμε ένα ζευγάρι που έχει ξεχάσει ότι υπάρχει κάμερα.
Η διαφορά είναι λεπτή αλλά σημαντική:
στον Klimt παρακολουθούμε μια τελετουργία· στον cncouvelis κρυφοκοιτάζουμε( μια στιγμή.
.
Η αισθητική της επιθυμίας
Το έργο του Klimt είναι εξαιρετικά αισθησιακό χωρίς να είναι ωμά ερωτικό.
Η επιθυμία είναι κρυμμένη μέσα στη διακόσμηση.
Το σώμα καλύπτεται.
Η επιφάνεια γίνεται το μέσο της αποκάλυψης.
Στον cncouvelis η επιθυμία είναι πιο άμεση.
Η φιγούρα της γυναίκας,το γυμνό της χέρι και η εγγύτητα των σωμάτων δεν κρύβονται πίσω από μια περίπλοκη συμβολική επιφάνεια.
Αλλά και εδώ δεν υπάρχει χυδαιότητα.
Το φιλί παραμένει αισθητικό γεγονός.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η εικόνα κινείται πάνω στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ερωτική τέχνη και στην αισθητική της μόδας.
.
Η γεωμετρία στον cncouvelis
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της δεύτερης εικόνας είναι ότι τα σώματα δεν βρίσκονται σε ένα απλό φόντο.
Πλαισιώνονται από μεγάλες γεωμετρικές χρωματικές επιφάνειες.
Αυτό λειτουργεί σαν ένα είδος σύγχρονου εικαστικού μοντάζ.
Το σώμα είναι οργανικό.
Το φόντο είναι γεωμετρικό.
Το φιλί είναι συναισθηματικό.
Η σύνθεση είναι σχεδόν ψυχρή.
Έτσι δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα αντίθεση:
θερμότητα του σώματος — ψυχρότητα της εικόνας.
Και αυτή η αντίθεση κάνει το φιλί πιο έντονο.
.
Klimt: η συγχώνευση
Στον Klimt τα δύο σώματα σχεδόν παύουν να είναι δύο.
Γίνονται ένα διακοσμητικό σύνολο.
Αυτό είναι και ερωτικό και συμβολικό.
Ο έρωτας σημαίνει:
εγώ + εσύ = εμείς.
Η ατομικότητα υποχωρεί.
.
cncouvelis: η συνάντηση δύο ατομικοτήτων
Στον cncouvelis,αντίθετα,τα πρόσωπα παραμένουν σαφώς διακριτά.
Ο άνδρας είναι άνδρας.
Η γυναίκα είναι γυναίκα.
Δεν εξαφανίζονται ο ένας μέσα στον άλλον.
Συναντιούνται.
Αυτό δημιουργεί μια διαφορετική φιλοσοφία του έρωτα:
όχι τόσο συγχώνευση,όσο συνάντηση.
Και αυτό κάνει τη δεύτερη εικόνα περισσότερο σύγχρονη.
Ο μοντέρνος έρωτας δεν είναι υποχρεωτικά η απώλεια του εαυτού μέσα στον άλλο.
Μπορεί να είναι η έντονη συνύπαρξη δύο ξεχωριστών υπάρξεων.
.
Το φιλί ως 'καρέ'
Αν ο Klimt ζωγραφίζει έναν μύθο,ο cncouvelis ζωγραφίζει ένα καρέ.
Αυτό επιτρέπει να φανταστούμε τι συνέβη πριν και τι θα συμβεί μετά.
Πριν:
οι δύο άνθρωποι ίσως μιλούσαν.
Μετά:
θα απομακρυνθούν.
Ή θα μείνουν μαζί.
Ή θα φιληθούν ξανά.
Ή θα χωρίσουν.
Η εικόνα δεν μας δίνει την απάντηση.
Ακριβώς γι' αυτό δημιουργεί αφήγηση.
Ο Klimt έχει σχεδόν καταργήσει το 'πριν' και το 'μετά'.
Ο cncouvelis τα αφήνει να υπάρχουν ως πιθανότητες.
.
Η μεγάλη ειρωνεία του τίτλου
Το ενδιαφέρον της συνύπαρξης των δύο έργων κάτω από τον ίδιο τίτλο The Kiss βρίσκεται ακριβώς εδώ:
Ο τίτλος είναι ίδιος.
Το εικαστικό λεξιλόγιο είναι διαφορετικό.
Το ανθρώπινο γεγονός όμως είναι το ίδιο.
Ένα φιλί.
Και αυτό σημαίνει ότι ο cncouvelis δεν χρειάζεται να αντιγράψει τον Klimt για να συνομιλήσει μαζί του.
Αρκεί να πάρει το ίδιο αρχέτυπο.
Είναι σαν δύο σκηνοθέτες να κινηματογραφούν την ίδια σκηνή με εκατό χρόνια διαφορά.
Ο ένας χρησιμοποιεί χρυσό.
Ο άλλος χρησιμοποιεί ασπρόμαυρο.
Ο ένας μιλά για την αιωνιότητα.
Ο άλλος για τη στιγμή.
.
Η σχέση με την ποπ κουλτούρα
Η δεύτερη εικόνα έχει έντονο ποπ δυναμικό.
Το φιλί παρουσιάζεται με τρόπο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως:
εξώφυλλο περιοδικού,
κινηματογραφική αφίσα,
fashion image,
αφίσα μιας φανταστικής ταινίας,
εξώφυλλο μουσικού άλμπουμ,
εικόνα μιας ιστορίας noir.
Αυτό την απομακρύνει από την καθαρά 'ζωγραφική' αντίληψη και την εισάγει στον πολιτισμό της αναπαραγώγιμης εικόνας.
Και εδώ ο cncouvelis κάνει κάτι χαρακτηριστικά σύγχρονο:
ο έρωτας δεν είναι μόνο εμπειρία.
Είναι και εικόνα της εμπειρίας.
.
Ο Klimt και η αιωνιότητα
Ο Klimt μοιάζει να λέει:
ας σταματήσει ο χρόνος εδώ.
Ο cncouvelis μοιάζει να λέει:
ο χρόνος συνεχίζεται, αλλά ας κρατήσουμε αυτή τη στιγμή.
Αυτή ίσως είναι η πιο συμπυκνωμένη διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα.
Ο πρώτος παγώνει την αιωνιότητα.
Ο δεύτερος παγώνει το στιγμιότυπο.
.
Η αισθητική της επιφάνειας
Υπάρχει ακόμη μια σημαντική διαφορά.
Ο Klimt αγαπά την επιφάνεια.
Η επιφάνεια είναι σχεδόν το ίδιο σημαντική με το σώμα.
Χρυσό, σχέδια, σπείρες, κύκλοι,τετράγωνα, λουλούδια.
Το σώμα γίνεται μέρος μιας τεράστιας διακοσμητικής μηχανής.
Στον cncouvelis η επιφάνεια είναι περισσότερο γραφιστική.
Οι επίπεδες χρωματικές ζώνες λειτουργούν σαν πλαίσια.
Η εικόνα θυμίζει έντυπο.
Και αυτή η διαφορά είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική:
Klimt = διακοσμητική ζωγραφική.
cncouvelis = ζωγραφική που συνομιλεί με τη γραφιστική και τον κινηματογράφο.
.
Η ψυχολογία
Στον Klimt η ψυχολογία είναι εσωτερική και ονειρική.
Τα κλειστά μάτια της γυναίκας υποδηλώνουν εσωτερική απόσυρση.
Στον cncouvelis η ψυχολογία είναι περισσότερο σωματική.
Βλέπουμε την εγγύτητα.
Την ένταση των χεριών.
Την επαφή των προσώπων.
Την ακριβή στιγμή πριν ή κατά τη διάρκεια του φιλιού.
Έτσι η ψυχολογία μεταφέρεται από την εσωτερικότητα στην πράξη.
.
Δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τον έρωτα
Θα μπορούσαμε να συμπυκνώσουμε τις δύο εικόνες ως εξής:
Gustav Klimt
cncouvelis
Έρωτας ως αιωνιότητα
Έρωτας ως στιγμή
Χρυσό
Ασπρόμαυρο
Μύθος
Αφήγηση
Τελετουργία
Σκηνή
Συγχώνευση
Συνάντηση
Διακοσμητικότητα
Γραφιστική
Συμβολισμός
Κινηματογραφικότητα
Αρχέτυπο
Σύγχρονο ζευγάρι
Όνειρο
Εικόνα
Ιερότητα
Επιθυμία
Ακινησία
Δυναμική
Αχρονικότητα
Χρονικότητα
.
Είναι ο cncouvelis απλώς 'επηρεασμένος' από τον Klimt;
Όχι με την απλή έννοια της μίμησης.
Η σχέση είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα.
Ο τίτλος The Kiss λειτουργεί ως δήλωση διαλόγου.
Ο cncouvelis παίρνει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ερωτικά αρχέτυπα της δυτικής τέχνης και το μεταφέρει σε έναν άλλο οπτικό πολιτισμό.
Αυτό μπορεί να ονομαστεί εικαστική μεταγραφή.
Δεν μεταγράφεται το σχέδιο.
Μεταγράφεται η ιδέα.
Το φιλί παραμένει.
Η τελετουργική χρυσή επιφάνεια εξαφανίζεται.
Στη θέση της εμφανίζεται η μοντέρνα αστική εικόνα.
.
Η μεγάλη δύναμη της σύγκρισης
Το σημαντικότερο επίτευγμα της δεύτερης εικόνας είναι ότι, όταν την κοιτάξουμε δίπλα στον Klimt, μας κάνει να ξαναδούμε και τον Klimt.
Ξαφνικά αντιλαμβανόμαστε ότι ο Klimt δεν ζωγραφίζει απλώς 'ένα ζευγάρι που φιλιέται'.
Ζωγραφίζει μια ιδέα του έρωτα.
Και ο cncouvelis κάνει το ίδιο από διαφορετικό δρόμο.
Δεν παρουσιάζει απλώς δύο ανθρώπους.
Παρουσιάζει μια σύγχρονη ιδέα του έρωτα:
κομψή,σωματική,φωτογενή, αστική,ελαφρώς κινηματογραφική και ταυτόχρονα αβέβαιη.
.
Το ουσιαστικό σημείο: από την αιωνιότητα στη φωτογραφία
Αν θέλαμε να γράψουμε μια ολόκληρη ιστορία της δυτικής ερωτικής εικόνας σε μία γραμμή,οι δύο πίνακες θα μπορούσαν να σταθούν ως δύο ακραίοι σταθμοί:
Klimt: ο έρωτας ως εικόνα που πρέπει να διαρκέσει για πάντα.
cncouvelis: ο έρωτας ως εικόνα που πρέπει να αποτυπωθεί τώρα.
Στον πρώτο,η εικόνα αντιστέκεται στον χρόνο.
Στον δεύτερο,η εικόνα είναι προϊόν του χρόνου.
Και αυτό κάνει τη δεύτερη εκδοχή όχι απλώς 'μοντέρνα', αλλά μεταμοντέρνα ως προς τη συνείδηση της εικόνας: γνωρίζει ότι ο σύγχρονος άνθρωπος βιώνει πλέον τον έρωτα μέσα από εικόνες, φωτογραφίες, κινηματογραφικά πρότυπα, μόδα,διαφήμιση και ποπ κουλτούρα.
.
Επομενως
τα δύο The Kiss δεν είναι δύο ανταγωνιστικές απεικονίσεις.
Είναι δύο διαφορετικές απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα:
Τι είναι ένα φιλί;
Ο Klimt απαντά:
Είναι η στιγμή κατά την οποία δύο άνθρωποι ξεφεύγουν από τον κόσμο και γίνονται ένα.
Ο cncouvelis απαντά:
Είναι η στιγμή κατά την οποία δύο ξεχωριστοί άνθρωποι συναντιούνται μέσα στον κόσμο και,για μια ελάχιστη χρονική διάρκεια,ο κόσμος παύει να έχει σημασία.
Ο Klimt τυλίγει τον έρωτα με χρυσό για να τον κάνει αιώνιο.
Ο cncouvelis τον περιβάλλει με ασπρόμαυρη γεωμετρία για να τον κάνει σύγχρονο.
Ο Klimt ζωγραφίζει το φιλί σαν μύθο.
Ο cncouvelis το παρουσιάζει σαν κινηματογραφικό συμβάν.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η πιο ενδιαφέρουσα συγγένειά τους:
παρά την απόσταση ενός αιώνα και την τεράστια διαφορά αισθητικής,και οι δύο αρνούνται να αντιμετωπίσουν το φιλί ως κάτι ασήμαντο.
Το μεγεθύνουν.
Το απομονώνουν.
Το κάνουν κεντρικό γεγονός.
Ο Klimt το κάνει χρυσό.
Ο cncouvelis το κάνει εικόνα.
Και στις δύο περιπτώσεις,ο κόσμος γύρω από τους εραστές υποχωρεί.
Μένει μόνο η επαφή.
Ένα φιλί,δύο εποχές,δύο αισθητικές,μία ανθρώπινη χειρονομία.
.
.
.
(φωτογραφία)Η soprano Olga Peretyatko
τραγουδά την αρια:
Addio,del passato
της Violetta από την Γ' Πράξη της όπερας:La Traviata τού Giuseppe Verdi(1813-1901)
Λιμπρέτο: Francesco Maria Piave
Βασισμένη στο: La Dame aux camélias του Alexandre Dumas fils
Πρεμιέρα:
6 Μαρτίου 1853 στο Teatro La Fenice της Βενετίας.
https://youtu.be/QM5Qneu21uM?is=siBLgrnPBSp_MP1E
Η Βιολέττα,βαριά άρρωστη από φυματίωση, αντιλαμβάνεται ότι ο θάνατός της πλησιάζει και αποχαιρετά όχι μόνο τον έρωτα για τον Αλφρέντο,και τη νεότητα,αλλά ολόκληρη τη ζωή της.
(μετάφραση χνκουβελης couvelis)
Αντίο,όμορφα όνειρα του παρελθοντος γελαστα,
τα ροδα στο πρόσωπο μου ωχρα πια ειναι
Και η αγάπη του Αλφρεντο κι εκείνη
επίσης μου λειπει,
παρηγοριά,στήριγμα της κουρασμένης ψυχης,
αχ,χαμογέλασε στης παραστρατημενης την επιθυμία,
αυτήν,σε ικετεύω,συγχώρεσε την,
εσύ δέξου την,θεέ μου,
τωρα όλα τελειωσαν,
οι χαρές,οι πόνοι σε λίγο θα'χουν τέλος,
ο τάφος για τους θνητούς το τέλος είναι των πάντων,
ούτε δάκρυα ούτε ανθη δεν θα'χει
το μνήμα μου,
ούτε σταυρος με τ'ονομα μου τα οστά αυτα θα σκεπαζει
αχ,χαμογέλασε στης παραστρατημενης την επιθυμία,
αυτήν,σε ικετεύω,συγχώρεσε την,
εσύ δέξου την,θεέ μου,
τωρα όλα τελειωσαν
Addio, del passato bei sogni ridenti
Le rose del volto già son pallenti
L'amore d'Alfredo pur esso mi manca
Conforto, sostegno dell'anima
stanca
Ah, della traviata sorridi al desio
A lei, deh, perdona; tu accoglila,o Dio
Or tutto finì
Le gioie,i dolori tra poco avran fine
La tomba ai mortali di tutto è confine!
Non lagrima o fiore avrà la mia fossa
Non croce col nome che copra quest'ossa!
Ah, della traviata sorridi al desio
A lei, deh, perdona; tu accoglila, o Dio
Or tutto finì
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Addio τής Traviata Violetta
(La Traviata τού Giuseppe Verdi)
https://youtu.be/QM5Qneu21uM?is=siBLgrnPBSp_MP1E
Άκουγε και εβλεπε τη σοπράνο Olga Peretyatko σε βίντεο να ερμηνεύει την αρια Addio,del pasato τής Violetta,από την Γ' πραξη της οπερας La Traviata τού Verdi.
Έβαλε ξανά το βίντεο.
Και πάλι.
Και πάλι.
Την επόμενη μέρα στη βιβλιοθηκη
διάβασε για τη Violetta,για την πραγματική γυναίκα που ενέπνευσε τον Dumas υιο,για το Παρίσι του 19ου αιώνα.
Για τις traviata τις παραστρατημενης γυναίκες.
Άρχισε να βγαίνει τη νύχτα.
Πήγαινε στα μπαρ όπου οι γυναίκες περίμεναν.
Στα ροζ ξενοδοχεία.
Στους δρόμους μετά τα μεσάνυχτα.
Μια γυναίκα τού είπε:
-Ποια ψάχνεις;
-Μια γυναίκα.
-Ποια;Όνομα δεν έχει;
-Βιολετα
Η γυναίκα γέλασε.
-Ηξερα μια κοπέλα,παλιά, μ'αυτο το όνομα,αν ήταν αληθινό,μαζί βγήκαμε στην δουλειά.Την έχασα.Τι μου θύμησες;
Ένα βράδυ συνάντησε μια κοπέλα με κόκκινα μαλλιά.
-Βιολετα,με λένε τού είπε.
-Ποια Βιολέτα;τη ρώτησε.
-Η Βιολέτα,απάντησε εκείνη.
-Δεν είσαι η Βιολέτα,τής είπε.
-Και ποια είμαι;είπε η κοπέλα και γέλασε δυνατά.
Ξέρεις εσύ και δεν ξέρω εγώ;
Γύρισε σπίτι.
Έβαλε το βίντεο να παίζει συνεχώς.
Ήθελε να βρει τη Βιολέτα πριν εκείνη πεθάνει.
Βγήκε έξω,πήγε σε ένα μπαρ,σε μια μεθυσμένη γυναίκα διηγήθηκε την ιστορία της Traviata.
Στο τέλος εκείνη τού είπε.
-Κι εγώ La Traviata είμαι.
Έξω ξημερωνε,μπήκε σε ένα άδειο μπαρ.
Μια γυναίκα καθονταν μόνη.
-Κλεισαμε,τού είπε.
Της ζήτησε παρέα.Την κέρασε.Την κοιταζε.
-Γιατί με κοιτάς έτσι;τον ρώτησε η γυναίκα.
-Γιατί μου θυμίζεις μια γυναίκα.
-Ποια;Τη γυναίκα σου;
-Τη Βιολέτα,τής είπε.
Έπειτα της είπε.
-Καμία.
Η γυναίκα χαμογέλασε.
-Α,ωραίο όνομα,από αύριο θα με φωνάζουν μ'αυτο.Βιολετα.
Πλήρωσε και βγήκε από το μπαρ.
Είχε ξημερώσει.
Γύρισε σπίτι.
Το βίντεο έπαιζε ακόμη.
Addio, del passato bei sogni ridenti
Le rose del volto già son pallenti
L'amore d'Alfredo pur esso mi manca
Conforto, sostegno dell'anima
stanca
Ah, della traviata sorridi al desio
A lei, deh, perdona; tu accoglila,o Dio
Or tutto finì
Le gioie,i dolori tra poco avran fine
La tomba ai mortali di tutto è confine!
Non lagrima o fiore avrà la mia fossa
Non croce col nome che copra quest'ossa!
Ah, della traviata sorridi al desio
A lei, deh, perdona; tu accoglila, o Dio
Or tutto finì
Αντίο,όμορφα όνειρα του παρελθοντος γελαστα,
τα ροδα στο πρόσωπο μου ωχρα πια ειναι
Και η αγάπη του Αλφρεντο κι εκείνη
επίσης μου λειπει,
παρηγοριά,στήριγμα της κουρασμένης ψυχης,
αχ,χαμογέλασε στης παραστρατημενης την επιθυμία,
αυτήν,σε ικετεύω,συγχώρεσε την,
εσύ δέξου την,θεέ μου,
τωρα όλα τελειωσαν,
οι χαρές,οι πόνοι σε λίγο θα'χουν τέλος,
ο τάφος για τους θνητούς το τέλος είναι των πάντων,
ούτε δάκρυα ούτε ανθη δεν θα'χει
το μνήμα μου,
ούτε σταυρος με τ'ονομα μου τα οστά αυτα θα σκεπαζει
αχ,χαμογέλασε στης παραστρατημενης την επιθυμία,
αυτήν,σε ικετεύω,συγχώρεσε την,
εσύ δέξου την,θεέ μου,
τωρα όλα τελειωσαν
Κοιμήθηκε.
Το βίντεο συνέχιζε.
Όταν ξύπνησε το απόγευμα, αποφάσισε να σταματήσει την αναζήτηση.
Σταματησε το βιντεο
Addio στη La Traviata Violetta.
Να προσπαθεί να μετατρέψει μια γυναίκα στη Violetta.
.
.
.
Αρχαία Αιτωλοακαρνανία
(φωτογράφιση -χνκουβελης cncouvelis)
χνκουβελης cncouvelis
Κάποτε η Κυρά Ρήνη ο Μελέαγρος η Αταλαντη
Μια φορά στ'αρχαια χρόνια των Ελληνων ζούσε στις Οινιάδες μια γυναίκα που τη φώναζαν κυρά Ρήνη.
Κανείς δεν ήξερε τη γενιά της.
Άλλοι έλεγαν πως ήταν κόρη ενός αρχαιου βασιλιά που είχε χαθεί στον πόλεμο.
Άλλοι πως γεννηθηκε μέσα σε μια νύχτα καταιγίδας κι ο Αχελώος είχε ξεχειλίσει και πλημμύρισε τη γη.
Άλλοι έλεγαν:
-Η Ρήνη γεννήθηκε από θνητη γυναίκα που την άφησε μέσα σε καλαθι στην όχθη του ποταμού Αχελώου,εκεί στο δέλτα του,απέναντι από τα νησιά των Εχινάδων.
Η κυρά Ρήνη ζούσε μόνη της σ’ ένα πέτρινο σπίτι μέσα στα έλη.
Ήξερε όλα τα δέντρα και φυτα κι όλες τις κρυφές πηγές,τα πουλιά και τα ελάφια τα'χε φίλους.
Κι ήρθε τότε ο μαύρος αγριόχοιρος που ηταν η ράχη του θεόρατη σαν βράχος και τ'ασπρα δόντια του κοφτερές λεπίδες.
Τα μάτια ειχε άγρια,κόκκινα κι όπου περνούσε ξεριζωνε δέντρα,τις φραχτες συντριβε κι έσκαβε βαθιά τη γη.
Έλεγαν πως η Άρτεμη τον έστειλε,για να τιμωρήσει τον βασιλια που ξεχασε σ'αυτη να θυσιάσει.
Αφού κανένας άνθρωπος,ούτε κι ο βασιλιάς τους,απ'τους θεούς δεν είναι ανώτερος.
Από τότε κάθε νύχτα στις αρχαίες Οινιαδες ακούγονταν τρομερός ο βρυχηθμός του απ'ακρο απ'ακρο του τόπου.
Τότε στον μεγάλο κίνδυνο ο βασιλιάς Οινεας κάλεσε στην Καλυδώνα τον Μελεαγρο τον μεγα κυνηγό να φέρει όλης της Ελλαδας τους πιο ικανούς άντρες.
Και με τους γενναίους αντρες ήρθε και η Αταλάντη.
Οι άντρες ως την είδαν κρυφογελασαν,κι η κυρά Ρήνη τους είπε:
-Η Αταλάντη,να το ξέρετε,θα τον αγριόχοιρο θα πιασει,γιατι ο αγριόχοιρος φοβαται αυτόν που τον θάνατο δεν φοβάται.
Και γυρίζοντας στην ομορφη Αταλάντη ειπε:
-Είναι η οργή της γης,γιατι οι άνθρωποι των Οινιαδων έκοψαν το ιερό δάσος της θεας,κι εκείνη τον έστειλε να τους τιμωρησει.
Τη νύχτα ακούστηκε ο φοβερός θόρυβος του.
Τ'αλογα αφηνιασαν κι οι ελληνες κυνηγοί,κι η Αταλάντη μαζί,άρπαξαν τα τόξα τους να τον τοξεύσουν.
Κι ορμησαν,όμως όσο καλα κι αν τοξευαν κανένα βέλος δεν τον εβρισκε.
Έναν άντρα το θηριο τραυμάτισε ,κι άλλον με τα δόντια τον ξέσκισε κι αμεσως ξεψύχησε.
Κι η Αταλάντη ατρόμητη τεντώνοντας το τόξο έστειλε το βέλος να καρφωθεί στο λαιμό του αγριόχοιρου και να τον διαπεράσει.
Το θηρίο ολοτρανταχτήκε,αλλοφρενο ξεθεμελίωσε το τόπο,και ξέπνοο σωριάστηκε στο χώμα.
Τότε όλοι οι κνηγοι το περικύκλωσαν και πανηγύρισαν το μεγα κατόρθωμα.
Και την Αταλάντη θαύμαζαν.
Έπειτα οι κυνηγοί έφυγαν κι η χώρα ολη ησύχασε.
Τα χρόνια περασαν πολλά
Η κυρά Ρηνη
ο Μελέαγρος η Αταλαντη κι ο αγριόχοιρος έγιναν θρύλος.
Κάθε άνοιξη,όταν ο Αχελώος φούσκωνει απ'τα νερα και τα καλάμια λυγιζουν στην πνοή του αερα,λένε πως η κυρά Ρηνη περπατα στις όχθες του
κι ακούγεται πέρα μακρυά και γυρω ο βρυχηθμός ενός αγριοχοιρου.
Κι όταν πανσέληνος ειναι βλεπουν καθαρά τρεις σκιές να περνούν.
Την κυρά Ρήνη τον Μελέαγρος και την Αταλάντη με το τόξο στον ώμο.
Και πέρα βλέπουν να τρέχει ο μαύρος αγριόχοιρος.
Γιατι ούτε νεκρός είναι,ούτε ζωντανός.
Αλλά ο φύλακας της γης είναι.
Και λένε πως αν κάποιος μπει με πονηρή κακή καρδιά στις Οινιάδες ο αγριόχοιρος αγρια θα τον κυνηγησει.
Αν όμως με καθαρή αγαθή μπει καρδιά τα κελαρυστα νερά του Αχελώου θ'ακουσει και των αηδονιων του το γλυκο τραγούδι.
.
.
.
Φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
(Ελενη της Σπάρτης)
Το φιλι
Τότε άκουσε βήματα.
Άνοιξε τα μάτια.
Γύρισε και είδε έναν ξένο άντρα.
-Απο που είσαι;τον ρωτησε.
-Απο την Ιωνία πέρα,είπε ο ξενος.
-Γιατί ήρθες εδώ;τον ρώτησε.
-Εσυ με κάλεσες
Εκείνη χαμογέλασε.
-Αυτό αλήθεια είναι.
Από εκείνη τη μέρα συναντιόνταν τη νύχτα κρυφά,μέσα στους κήπους,κάτω από τις μηλιές,μέσα στα ελιοφυτα.
Ποτέ δεν τής είπε πόσο όμορφη είναι.
Της έλεγε για ένα σπίτι στη θάλασσα,για την καθημερινή επίσκεψη των γλάρων,για τα νησιά στο βάθος του οριζοντα,
για τα άσπρα σπιτάκια στους λοφους.
Η Ελένη τον ακουγε.
-Εκει,τού είπε,θα είμαι άγνωστη.
Εκείνος άγγιξε απαλά το χέρι της.
Η Ελένη τον κοίταξε για πολλή ώρα.
Ύστερα τον φίλησε.
Πέρασαν δεκα μέρες.
Πρώτα οι ψίθυροι,ο κόσμος άρχισε να καταλαβαίνει,ο άντρας της υποψιάζονταν,
παντού υπήρχε ένα βλέμμα να κατασκοπεύει.
Μια νύχτα ο ξένος αντρας τής είπε:
-Αυριο φευγω.
Η Ελένη πάγωσε,δεν μίλησε.
-Μόνος.Αν έρθεις μαζί μου, δεν θα υπάρχει επιστροφή.
Η Ελένη ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό του.
Εκείνος έφυγε.Τον είδε να απομακρυνεται και να χάνεται στο σκοτάδι.
Γύρισε σπίτι,ο άντρας της δεν κοιμόνταν.Δεν την ρώτησε πού ήταν.
Εκείνη κάθησε στον καθρέφτη και περίμενε.
-Γιατι δεν έφυγες μαζί του;τη ρώτησε.
Δεν απάντησε.
-Με λυπηθηκες;
Δεν απάντησε.
Ξεμακιγιαριστηκε.
-Μισω την ομορφιά μου,τού φώναξε.
Σηκώθηκε,και πήγε και ξάπλωσε δίπλα του στο κρεβάτι.
Έκλεισε τα μάτια.
Εκείνος ο ξένος τη φιλούσε στο στόμα.
.
.
(η ιστορία εκτυλίσσεται πριν η Ελένη κάνει την μοιραία συνάντηση με τον Πάρη)
.
.
.
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
(Ελένη της Σπάρτης)
Το λουτρό
(Η ιστορία εκτυλίσσεται πριν τη μοιραία συναντηση τής Ελένης με τον Πάρη)
Εκείνο το απόγευμα η ζεστη ήταν μεγαλη.
Η Ελένη πήγε στο λουτρό και μπήκε στη λεκάνη.
Οι κοπέλες είχαν αρωματίσει το νερό με έλαιο τριαντάφυλλου και δεντρολιβανου.
Χώθηκε μέσα στο νερό.
Το λεπτό διάφανο φόρεμα βραχηκε και κόλλησε πάνω στο σώμα της.
Είδε το στήθος της,τη λευκη κοιλιά και τα ποδια.
Στη Σπάρτη οι κοπέλες μάθαιναν να μην ντρέπονται για το γυμνό σώμα τους.
Τώρα ήταν μόνη,δεν ήταν η ωραία κτήση κανενος.
Άγγιξε το στήθος,η ανάσα της έγινε βαριά,ένα βογγητο βγήκε από τα χείλη της.
Αγγιζε το σώμα της όπως δεν την είχε αγγίζει ποτέ κανεις.
Όλοι οι άντρες την θαύμαζαν σαν αγαλμα.
Το ρούχο γλίστρησε από τον ώμο,το δέρμα της κοκκινησε από την επιθυμια.Λυγισε τα πόδια και τα ανοιξε.Τα χέρια της κατέβηκαν αργά χαμηλά.
Τεντωσε το κορμί της.Τρανταχτηκε.
Έμεινε πολύ ώρα μέσα στο νερό,ακίνητη,μέχρι να ηρεμήσει η ανασα της
Βγήκε από το λουτρό στάζοντας,και δεν φώναξε καμία από τις κοπέλες της.
Εκείνη τη νύχτα όταν ο άντρας της γύρισε τη βρήκε να κοιμάται βαθια με τα μαλλιά της ακόμα υγρά.
.
.
.
φωτογράφιση
-πορτρετο-
χνκουβελης cncouvelis
Η γυναίκα στεκονταν απέναντι από τον φωτογράφο ακίνητη,το φως χαμηλό.
-Δεν υπήρχει,τής είπε,η σκληρότητα του προβολέα.
Το φως σαν ομίχλη έσβηνε τις λεπτομέρειες και έμεινε μόνο η αίσθηση της παρουσίας της.
-Το πρόσωπό σου,τής είπε, δεν θα αποτυπωθεί με ακρίβεια.
Ο φωτογράφος κανόνισε το διάφραγμα και το βάθος πεδίου.
Τα χαρακτηριστικά της άρχισαν να συγχέονται μεταξύ τους.Τα μάτια,τα χείλη,το περίγραμμα του προσώπου υπαινιγμοι.
-Μην κοιτάζεις τον φακό,της είπε,κοίταξε λίγο χαμηλότερα.
Ακούστηκε το κλικ.
Η μηχανή κατέγραψε τις απαλές σκιές,τη θερμή απόχρωση του δέρματος,το σκοτεινότερο φόντο,την αδιόρατη καμπύλη του λαιμού.
Η γυναίκα παρέμεινε κρυμμένη μέσα στο θάμπωμα.
Όταν είδε την εικόνα της είπε:
-Δεν φαίνομαι καθαρά.
Ο φωτογράφος χαμογέλασε.
-Ακριβώς γι’ αυτό φαίνεσαι.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η σοπράνο
(performance)
Χώρος: ένα λευκό δωμάτιο. Μία πολυθρόνα,ένας καθρέφτης,ένα μικρό τραπέζι με καλλυντικά και ένα μικρόφωνο.
(Φωτογραφική αισθητική: κάθε σκηνή μοιάζει με αυτοτελή φωτογραφία, θεατρική πόζα,τεχνητό φως, υπερβολικά επιμελημένη εμφάνιση,αμφισημία ανάμεσα στο πρόσωπο και στον ρόλο.)
Η σοπράνο μπαίνει φορώντας ένα μακρυ μαύρο φόρεμα.
Στέκεται μπροστά στον καθρέφτη.
Κοιτάζει το είδωλό της.
Αργά με κόκκινο κραγιόν βαφει το περίγραμμα των χειλιών, μεγαλύτερο από το φυσικό.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1.
Η σοπράνο χαμογελά.
Κλικ.
Σβήνουν τα φώτα.
Όταν ανάβουν, φοράει ένα συνηθισμένο φόρεμα.Τα μαλλιά της είναι ατημέλητα.
Κάθεται στην πολυθρόνα.
Αρχίζει να τραγουδά την αρια:
'Deh vieni, non tardar' από την όπερα 'Οι Γάμοι του Φίγκαρο' (Le nozze di Figaro)τού Μότσαρτ.
Το πρόσωπο της παραμένει ανέκφραστο.
Κλικ.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 2.
Εχει αλλάξει φόρεμα.
Τώρα είναι μια ηλικιωμένη ντίβα.
Γκρι περούκα.Βαρύ κόσμημα. Υπερβολικό μακιγιάζ.
Κρατά ένα βεντάλια μπροστά στο πρόσωπο.
Τραγουδά μία μόνο φράση από την αρια.
Σταματά.
Κοιτάζει τους θεατες.
Ψιθυρίζει:
-Είμαι αυτή που βλέπετε.
Σιωπή.
Κλικ.
Στο επόμενο tableau είναι ορθια γυρισμένη προς τους θεατές.
Χωρίς κοσμήματα και μακιγιάζ.
Κρατά το μικρόφωνο,δεν τραγουδα.
Ακούγεται ηχογραφημένο χειροκρότημα.
Η σοπράνο υποκλίνεται.
Το χειροκρότημα δυναμώνει.
Υποκλίνεται ξανά.
Ακόμη περισσότερο χειροκρότημα.
Υποκλίνεται ξανά.
Ξαφνικά το χειροκρότημα σταματά.
Εκείνη παραμένει σκυμμένη.
Σηκώνεται αργά.
ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΙΚΟΝΑ
Η σοπράνο κάθεται μπροστά στον καθρέφτη.
Έχει αφαιρέσει το μακιγιάζ μόνο από το μισό πρόσωπο.
Το άλλο μισό παραμένει βαριά βαμμένο.
Αρχίζει να τραγουδά μια πολύ υψηλή,σχεδόν υπερφυσική νότα
Η νότα σβήνει.
Σκοτάδι.
Κλικ.
Στον τοίχο εμφανίζεται μία φωτογραφία:
το πρόσωπο της σοπράνο , μισό στο φως,μισό στη σκιά.
Ακούγεται όλη η Άρια του Μότσαρτ με την Ileana Cotrubas
https://youtu.be/ak6Baspge1g?is=FOUx4cS19sppZyyW
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Volta para mim
Fado
(στα Ελληνικα,Portuguese,
Spanish,Francais,Italian,
German,English)
(Homage στην
Maria Severa Onofriana (26 Ιουλιου 1820 - 30 Νοεμβριου 1846),γνωστη με το όνομα Σεβερα,Πορτογαλεζα τραγουδίστρια των fados και κιθαριστρια,
πέθανε από φυματίωση 26 χρόνων,30 Νοεμβρίου 1846 στη Rua do Capelão,
στη συνοικια Μουραρια,Λισαβώνα).
Linda Rodriguez -Maria Severa
https://youtu.be/BlkNdL2wK4Q?is=yr5fCrWC1YUQ1q8K
Lourdes Rodriguez -Maria Severa
https://youtu.be/ZmtPbqhEr4U?is=5B4WzX10bUviDota
(χειρόγραφο του ετερώνυμου cnc)
Ημουν στην Μουραρια στην αρχαία συνοικία της Λισαβόνας,ηταν Νοέμβριος.
Οι πέτρες στα στενά δρομάκια από τη βροχή ήταν γυαλιστερές.
Έμενα σε ένα παλιό σπίτι στη Rua do Capelão.
Το ενοικίασα από μια ηλικιωμένη γυναίκα που λεγόταν Ντόνα Εμίλια.
-Μην φοβηθητε,μου είπε,αν μετά τα μεσάνυχτα ακουσετε από το διπλανό δωμάτιο μια γυναίκα να τραγουδάει fado.
Χαμογέλασα,δεν μου φάνηκε παράξενο,
οι ηλικιωμένοι το συνηθίζουν να κάνουν τα παλιά σπίτια πιο μυστηριώδη απ' όσο είναι.
Εκείνη τη νύχτα,ξύπνησα,12 και 10 ,είδα στο ρολόι,ακουσα μια γυναικεία φωνή,χαμηλή,
σχεδόν ψιθυριστή.
Δεν ξεχώριζα τις λέξεις,
μονο στο τέλος κάθε στροφής τη φράση που επαναλαμβανονταν:
-Volta para mim.
(Γύρνα σε μένα.)
Σηκώθηκα.
Έβαλα το αυτί μου πάνω στον τοιχο.
Τίποτα.
Έκανα ένα βήμα πίσω.
Η φωνή ξανάρχισε.
Αυτή τη φορά άκουσα καθαρά.
Βγήκα έξω στη Mouraria.
Η συνοικία είχε ένα παράξενο φως που την εκανε να μοιάζει βυθισμένη σε αρχαιο όνειρο.
Μπήκα σε μια casa de fado.
Η τραγουδίστρια ήταν περίπου 25 ετών.
Φορούσε μαύρο μακρύ φόρεμα.
Η φωνή της ήταν βραχνή με μεγάλα κενα σιωπής.
Κάποια στιγμη αναγνώρισα το τραγούδι που τραγουδουσε
Ήταν το ίδιο τραγούδι,τού διπλανού δωματίου.
Ζήτησα να έρθει η τραγουδίστρια στο τραπέζι μου.
-Σεβερα,μου είπε το όνομα της.Maria Severa Onofriana.
Εγώ λόγω των μουσικολογικων μου σπουδών στο fado ήξερα ότι η Maria Severa Onofriana
ήταν μια μυθικη μορφη της πρώιμης ιστορίας του fado και ότι η μνήμη της συνδέθηκε βαθιά με τη Mouraria.
-Η Σεβέρα έχει πεθανει,τής είπα, εδώ και 180 χρονια.
-Κανενας δεν πεθαίνει όταν τραγουδάει τα fados,είπε η τραγουδίστρια.
-Τοτε τι πεθαίνει;ρώτησα.
-Εμείς,είπε.
Την κοίταξα,ήταν πανέμορφη,μια σκοτεινή ομορφιά.
Επέστρεψα ξημερώνοντας στο δωμάτιο μου.
Δεν κοιμήθηκα,δεν είχα ύπνο,σαν κάτι να περιμενα.
Άκουσα βήματα στο διάδρομο να πλησιάζουν.
Σηκώθηκα γρήγορα,άνοιξα τη πόρτα.
Στη διπλανη πόρτα ήταν εκείνη όπως το περίμενα.
Η Maria Severa Onofriana.
Με κοίταξε.
Άνοιξε τη πόρτα και μπήκε μέσα.Εκλεισε τη πόρτα,
Γύρισα στο δωμάτιο μου,ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοίταζα τον τοίχο που με χώριζε από το διπλανό δωμάτιο.
Αποκοιμήθηκα.
Είδα ένα όνειρο.Ο τοίχος άνοιξε και εμφανίσθηκε εκείνη.
-Ποια είσαι;είπα,Τι θέλεις;
-Να με θυμηθείς,είπε.
Και άρχισε να τραγουδάει:
Volta para mim.
Όταν ξύπνησα πήγα στην
Ντόνα Εμίλια.
-Ποια ειναι η γυναίκα που μενει στο διπλανό δωμάτιο;
ρώτησα.
-Δεν μένει καμία γυναίκα,απάντησε,ποτέ αυτό το δωμάτιο δεν το νοίκιασα.
-Και το τραγουδι;είπα.
Η Ντόνα Εμίλια χαμογέλασε.
-Το λέω έτσι,για να δημιουργήσω μυστήριο.
Πλήρωσα το δωμάτιο και έφυγα από το σπίτι.
Εκείνη τη νύχτα περιπλανήθηκα στη Μουραρια.
Όλη η αρχαία συνοικία κατέβαινε μεσα στην ομίχλη προς τον ποταμό Τάγο.
Σ'ένα στενό δρομάκι μια γυναίκα με σάλι,έπαιζε στη κιθάρα και τραγουδουσε:
Volta para mim.
Στάθηκα και την άκουσα μέχρι το τέλος.
Volta para mim
Fado.
.
.
Volta para mim
Fado
(Homenagem a Maria Severa Onofriana (26 de julho de 1820 – 30 de novembro de 1846), conhecida pelo nome de Severa, cantora portuguesa de fados e guitarrista, que morreu de tuberculose aos 26 anos, em 30 de novembro de 1846, na Rua do Capelão, no bairro da Mouraria, Lisboa.)
(manuscrito do heterónimo cnc)
Eu estava na Mouraria, no antigo bairro de Lisboa. Era novembro.
As pedras das ruas estreitas, molhadas pela chuva, brilhavam.
Estava hospedado numa casa antiga na Rua do Capelão. Aluguei-a a uma senhora idosa chamada Dona Emília.
— Não tenha medo — disse-me ela — se, depois da meia-noite, ouvir no quarto ao lado uma mulher a cantar fado.
Sorri. Não me pareceu estranho. Os velhos têm o hábito de tornar as casas antigas mais misteriosas do que realmente são.
Nessa noite acordei. Eram doze e dez, vi no relógio. Ouvi uma voz de mulher, baixa, quase sussurrada.
Não distinguia as palavras. Apenas, no fim de cada estrofe, a frase que se repetia:
— Volta para mim.
Levantei-me.
Encostei o ouvido à parede.
Nada.
Dei um passo atrás.
A voz recomeçou.
Desta vez ouvi claramente.
Saí para a Mouraria.
O bairro tinha uma luz estranha que o fazia parecer mergulhado num sonho antigo.
Entrei numa casa de fado.
A cantora teria cerca de vinte e cinco anos.
Vestia um longo vestido preto.
A sua voz era rouca, com grandes intervalos de silêncio.
A certa altura reconheci a canção que estava a cantar.
Era a mesma canção do quarto ao lado.
Pedi à cantora que viesse à minha mesa.
— Severa — disse-me, apresentando-se. — Maria Severa Onofriana.
Eu, devido aos meus estudos de musicologia sobre o fado, sabia que Maria Severa Onofriana era uma figura mítica da história inicial do fado e que a sua memória estava profundamente ligada à Mouraria.
— A Severa morreu — disse-lhe — há cento e oitenta anos.
— Ninguém morre quando canta fados — respondeu a cantora.
— Então o que é que morre? — perguntei.
— Nós — disse ela.
Olhei para ela.
Era belíssima, de uma beleza sombria.
Regressei ao meu quarto ao amanhecer.
Não dormi. Não tinha sono, como se estivesse à espera de alguma coisa.
Ouvi passos no corredor que se aproximavam.
Levantei-me rapidamente e abri a porta.
Na porta ao lado estava ela, como eu esperava.
Maria Severa Onofriana.
Olhou para mim.
Abriu a porta e entrou.
Fechou-a.
Voltei para o meu quarto, deitei-me na cama e fiquei a olhar para a parede que me separava do quarto ao lado.
Adormeci.
Tive um sonho.
A parede abriu-se e ela apareceu.
— Quem és tu? — perguntei. — O que queres?
— Que te lembres de mim — respondeu.
E começou a cantar:
Volta para mim.
Quando acordei, fui ter com Dona Emília.
— Quem é a mulher que vive no quarto ao lado? — perguntei.
— Não vive mulher nenhuma — respondeu ela. — Nunca aluguei esse quarto.
— E a canção? — perguntei.
Dona Emília sorriu.
— Digo isso assim, para criar mistério.
Paguei o quarto e saí da casa.
Nessa noite vagueei pela Mouraria.
Todo o antigo bairro descia através do nevoeiro em direção ao rio Tejo.
Numa rua estreita, uma mulher com um xaile tocava guitarra e cantava:
Volta para mim.
Parei e ouvi-a até ao fim.
Foi então que compreendi o segredo de Lisboa e dos seus antigos bairros.
Os fados nunca deixam os homens partir.
Nunca estão verdadeiramente mortos.
Estão sempre vivos.
Volta para mim.
Fado.
.
.
Volta para mim
Fado
(Homenaje a Maria Severa Onofriana (26 de julio de 1820 – 30 de noviembre de 1846), conocida con el nombre de Severa, cantante portuguesa de fados y guitarrista, que murió de tuberculosis a los 26 años, el 30 de noviembre de 1846, en la Rua do Capelão, en el barrio de la Mouraria, Lisboa.)
(manuscrito del heterónimo cnc)
Estaba en la Mouraria, en el antiguo barrio de Lisboa. Era noviembre.
Las piedras de las estrechas callejuelas, mojadas por la lluvia, brillaban.
Me alojaba en una casa antigua de la Rua do Capelão. Se la alquilé a una anciana llamada doña Emilia.
—No tenga miedo —me dijo— si después de medianoche oye en la habitación de al lado a una mujer cantando fado.
Sonreí. No me pareció extraño. Los ancianos tienen la costumbre de hacer que las casas antiguas parezcan más misteriosas de lo que realmente son.
Aquella noche me desperté. Eran las doce y diez, según vi en el reloj. Escuché una voz de mujer, baja, casi susurrante.
No distinguía las palabras. Solo, al final de cada estrofa, la frase que se repetía:
—Volta para mim.
Me levanté.
Apoyé el oído contra la pared.
Nada.
Di un paso atrás.
La voz volvió a comenzar.
Esta vez la escuché claramente.
Salí a la Mouraria.
El barrio tenía una luz extraña que lo hacía parecer sumergido en un sueño antiguo.
Entré en una casa de fado.
La cantante tendría unos veinticinco años.
Llevaba un largo vestido negro.
Su voz era ronca, con grandes intervalos de silencio.
En cierto momento reconocí la canción que estaba cantando.
Era la misma canción de la habitación de al lado.
Le pedí a la cantante que viniera a mi mesa.
—Severa —me dijo, pronunciando su nombre—. Maria Severa Onofriana.
Yo, debido a mis estudios de musicología sobre el fado, sabía que Maria Severa Onofriana era una figura mítica de la historia temprana del fado y que su memoria estaba profundamente ligada a la Mouraria.
—Severa ha muerto —le dije— hace ciento ochenta años.
—Nadie muere cuando canta fados —dijo la cantante.
—Entonces, ¿qué es lo que muere? —pregunté.
—Nosotros —respondió.
La miré.
Era bellísima, de una belleza oscura.
Regresé a mi habitación al amanecer.
No dormí. No tenía sueño, como si estuviera esperando algo.
Escuché unos pasos en el pasillo que se acercaban.
Me levanté rápidamente y abrí la puerta.
En la puerta de al lado estaba ella, tal como esperaba.
Maria Severa Onofriana.
Me miró.
Abrió la puerta y entró.
Cerró la puerta.
Volví a mi habitación, me acosté en la cama y me quedé mirando la pared que me separaba de la habitación de al lado.
Me quedé dormido.
Tuve un sueño.
La pared se abrió y ella apareció.
—¿Quién eres? —dije—. ¿Qué quieres?
—Que me recuerdes —respondió.
Y comenzó a cantar:
Volta para mim.
Cuando desperté, fui a ver a doña Emilia.
—¿Quién es la mujer que vive en la habitación de al lado? —pregunté.
—No vive ninguna mujer allí —respondió—. Nunca he alquilado esa habitación.
—¿Y la canción? —dije.
Doña Emilia sonrió.
—Lo digo así, para crear misterio.
Pagué la habitación y abandoné la casa.
Aquella noche me dediqué a vagar por la Mouraria.
Todo el antiguo barrio descendía entre la niebla hacia el río Tajo.
En una estrecha callejuela, una mujer con un chal tocaba la guitarra y cantaba:
Volta para mim.
Me detuve y la escuché hasta el final.
Entonces comprendí el secreto de Lisboa y de sus antiguos barrios.
Los fados nunca dejan que los hombres se marchen.
Nunca están realmente muertos.
Están siempre vivos.
Volta para mim.
Fado.
.
.
Volta para mim
Fado
(Hommage à Maria Severa Onofriana (26 juillet 1820 – 30 novembre 1846), connue sous le nom de Severa, chanteuse portugaise de fados et guitariste, morte de la tuberculose à l’âge de 26 ans, le 30 novembre 1846, Rua do Capelão, dans le quartier de la Mouraria, à Lisbonne.)
(manuscrit de l’hétéronyme cnc)
J’étais à la Mouraria, dans l’ancien quartier de Lisbonne. Nous étions en novembre.
Les pierres des ruelles étroites, mouillées par la pluie, brillaient.
Je logeais dans une vieille maison de la Rua do Capelão. Je l’avais louée à une vieille femme qui s’appelait Dona Emilia.
— N’ayez pas peur, me dit-elle, si, après minuit, vous entendez dans la chambre voisine une femme chanter du fado.
Je souris. Cela ne me parut pas étrange. Les personnes âgées ont l’habitude de rendre les vieilles maisons plus mystérieuses qu’elles ne le sont réellement.
Cette nuit-là, je me réveillai. Il était minuit dix, comme je le vis sur l’horloge. J’entendis une voix de femme, basse, presque murmurée.
Je ne distinguais pas les paroles. Seulement, à la fin de chaque strophe, cette phrase qui revenait :
— Volta para mim.
Je me levai.
Je collai mon oreille contre le mur.
Rien.
Je fis un pas en arrière.
La voix recommença.
Cette fois, je l’entendis clairement.
Je sortis dans la Mouraria.
Le quartier baignait dans une étrange lumière qui lui donnait l’apparence d’un lieu plongé dans un rêve ancien.
J’entrai dans une casa de fado.
La chanteuse avait environ vingt-cinq ans.
Elle portait une longue robe noire.
Sa voix était rauque, entrecoupée de longs silences.
À un moment donné, je reconnus la chanson qu’elle chantait.
C’était la même chanson que celle de la chambre voisine.
Je demandai à la chanteuse de venir à ma table.
— Severa, me dit-elle. Maria Severa Onofriana.
Grâce à mes études de musicologie consacrées au fado, je savais que Maria Severa Onofriana était une figure mythique de l’histoire ancienne du fado et que sa mémoire était profondément liée à la Mouraria.
— Severa est morte, lui dis-je, il y a cent quatre-vingts ans.
— Personne ne meurt lorsqu’il chante des fados, répondit la chanteuse.
— Alors, qu’est-ce qui meurt ? demandai-je.
— Nous, dit-elle.
Je la regardai.
Elle était d’une beauté saisissante, une beauté sombre.
Je regagnai ma chambre à l’aube.
Je ne dormis pas. Je n’avais pas sommeil, comme si j’attendais quelque chose.
J’entendis des pas dans le couloir qui s’approchaient.
Je me levai rapidement et ouvris la porte.
Dans la chambre voisine, elle était là, comme je m’y attendais.
Maria Severa Onofriana.
Elle me regarda.
Elle ouvrit la porte et entra.
Puis elle referma la porte.
Je retournai dans ma chambre, m’allongeai sur le lit et regardai le mur qui me séparait de la chambre voisine.
Je m’endormis.
Je fis un rêve.
Le mur s’ouvrit et elle apparut.
— Qui es-tu ? demandai-je. Que veux-tu ?
— Que tu te souviennes de moi, répondit-elle.
Et elle se mit à chanter :
Volta para mim.
À mon réveil, j’allai trouver Dona Emilia.
— Qui est la femme qui habite dans la chambre voisine ? demandai-je.
— Aucune femme n’y habite, répondit-elle. Je n’ai jamais loué cette chambre.
— Et la chanson ? demandai-je.
Dona Emilia sourit.
— Je dis cela comme ça, pour créer du mystère.
Je payai la chambre et quittai la maison.
Cette nuit-là, j’errai dans la Mouraria.
Tout l’ancien quartier descendait dans le brouillard vers le Tage.
Dans une ruelle étroite, une femme portant un châle jouait de la guitare et chantait :
Volta para mim.
Je m’arrêtai et l’écoutai jusqu’à la fin.
C’est alors que je compris le secret de Lisbonne et de ses anciens quartiers.
Les fados ne laissent jamais les hommes partir.
Ils ne sont jamais vraiment morts.
Ils sont toujours vivants.
Volta para mim.
Fado.
.
.
Volta para mim
Fado
(Omaggio a Maria Severa Onofriana (26 luglio 1820 – 30 novembre 1846), conosciuta con il nome di Severa, cantante portoghese di fado e chitarrista, morta di tubercolosi all’età di 26 anni, il 30 novembre 1846, nella Rua do Capelão, nel quartiere della Mouraria, a Lisbona.)
(manoscritto dell’eteronimo cnc)
Ero nella Mouraria, nell’antico quartiere di Lisbona. Era novembre.
Le pietre degli stretti vicoli, bagnate dalla pioggia, erano lucide.
Alloggiavo in una vecchia casa nella Rua do Capelão. L’avevo affittata da un’anziana donna di nome Dona Emilia.
— Non abbia paura — mi disse — se dopo mezzanotte sentirà, nella stanza accanto, una donna cantare il fado.
Sorrisi. Non mi sembrò strano. Gli anziani hanno l’abitudine di rendere le vecchie case più misteriose di quanto siano realmente.
Quella notte mi svegliai. Erano le dodici e dieci, come vidi sull’orologio. Sentii una voce femminile, bassa, quasi un sussurro.
Non riuscivo a distinguere le parole. Solo, alla fine di ogni strofa, sentivo la frase che si ripeteva:
— Volta para mim.
Mi alzai.
Appoggiai l’orecchio alla parete.
Niente.
Feci un passo indietro.
La voce ricominciò.
Questa volta la sentii chiaramente.
Uscii nella Mouraria.
Il quartiere aveva una luce strana, che lo faceva sembrare immerso in un antico sogno.
Entrai in una casa de fado.
La cantante aveva circa venticinque anni.
Indossava un lungo abito nero.
La sua voce era roca, con lunghi intervalli di silenzio.
A un certo punto riconobbi la canzone che stava cantando.
Era la stessa canzone della stanza accanto.
Le chiesi di venire al mio tavolo.
— Severa — mi disse, pronunciando il suo nome. — Maria Severa Onofriana.
Io, grazie ai miei studi di musicologia sul fado, sapevo che Maria Severa Onofriana era una figura mitica della storia delle origini del fado e che la sua memoria era profondamente legata alla Mouraria.
— Severa è morta — le dissi — da centottant’anni.
— Nessuno muore quando canta i fados — disse la cantante.
— Allora che cosa muore? — domandai.
— Noi — rispose.
La guardai.
Era bellissima, di una bellezza oscura.
Rientrai nella mia stanza all’alba.
Non dormii. Non avevo sonno, come se stessi aspettando qualcosa.
Sentii dei passi nel corridoio che si avvicinavano.
Mi alzai rapidamente e aprii la porta.
Nella stanza accanto c’era lei, proprio come mi aspettavo.
Maria Severa Onofriana.
Mi guardò.
Aprì la porta ed entrò.
La richiuse.
Tornai nella mia stanza, mi sdraiai sul letto e rimasi a fissare la parete che mi separava dalla stanza accanto.
Mi addormentai.
Feci un sogno.
La parete si aprì e lei apparve.
— Chi sei? — dissi. — Che cosa vuoi?
— Che tu ti ricordi di me — rispose.
E cominciò a cantare:
Volta para mim.
Quando mi svegliai, andai da Dona Emilia.
— Chi è la donna che abita nella stanza accanto? — domandai.
— Non abita nessuna donna — rispose. — Non ho mai affittato quella stanza.
— E la canzone? — dissi.
Dona Emilia sorrise.
— Lo dico così, per creare un po’ di mistero.
Pagai la stanza e lasciai la casa.
Quella notte vagai per la Mouraria.
L’intero antico quartiere scendeva attraverso la nebbia verso il fiume Tago.
In uno stretto vicolo, una donna con uno scialle suonava la chitarra e cantava:
Volta para mim.
Mi fermai ad ascoltarla fino alla fine.
Fu allora che compresi il segreto di Lisbona e dei suoi antichi quartieri.
I fados non lasciano mai andare via gli uomini.
Non sono mai veramente morti.
Sono sempre vivi.
Volta para mim.
Fado.
.
.
Volta para mim
Fado
(Hommage an Maria Severa Onofriana (26. Juli 1820 – 30. November 1846), bekannt unter dem Namen Severa, portugiesische Fadista und Gitarristin, die im Alter von 26 Jahren an Tuberkulose starb, am 30. November 1846 in der Rua do Capelão im Lissabonner Stadtteil Mouraria.)
(Manuskript des Heteronyms cnc)
Ich war in der Mouraria, im alten Viertel von Lissabon. Es war November.
Die Steine der engen Gassen glänzten vom Regen.
Ich wohnte in einem alten Haus in der Rua do Capelão. Ich hatte es von einer älteren Frau namens Dona Emilia gemietet.
— Fürchten Sie sich nicht — sagte sie zu mir —, wenn Sie nach Mitternacht aus dem Zimmer nebenan eine Frau Fado singen hören.
Ich lächelte. Es kam mir nicht seltsam vor. Alte Menschen haben die Angewohnheit, alte Häuser geheimnisvoller erscheinen zu lassen, als sie tatsächlich sind.
In jener Nacht wachte ich auf. Es war zehn nach zwölf, wie ich auf der Uhr sah. Ich hörte eine Frauenstimme, leise, beinahe geflüstert.
Ich konnte die Worte nicht verstehen.
Nur am Ende jeder Strophe hörte ich den Satz, der sich wiederholte:
— Volta para mim.
Ich stand auf.
Ich legte mein Ohr an die Wand.
Nichts.
Ich trat einen Schritt zurück.
Die Stimme begann von Neuem.
Diesmal hörte ich sie deutlich.
Ich ging hinaus in die Mouraria.
Das Viertel lag in einem seltsamen Licht, das es erscheinen ließ, als wäre es in einen uralten Traum versunken.
Ich betrat eine Casa de Fado.
Die Sängerin war ungefähr fünfundzwanzig Jahre alt.
Sie trug ein langes schwarzes Kleid.
Ihre Stimme war rau, mit langen Pausen des Schweigens.
Irgendwann erkannte ich das Lied, das sie sang.
Es war dasselbe Lied, das ich aus dem Zimmer nebenan gehört hatte.
Ich bat die Sängerin, an meinen Tisch zu kommen.
— Severa — sagte sie und nannte mir ihren Namen. — Maria Severa Onofriana.
Aufgrund meiner musikwissenschaftlichen Studien über den Fado wusste ich, dass Maria Severa Onofriana eine mythische Gestalt aus der frühen Geschichte des Fado war und dass ihr Andenken eng mit der Mouraria verbunden war.
— Severa ist tot — sagte ich zu ihr —, seit hundertachtzig Jahren.
— Niemand stirbt, wenn er Fados singt — sagte die Sängerin.
— Was stirbt dann? — fragte ich.
— Wir — antwortete sie.
Ich sah sie an.
Sie war wunderschön, von einer dunklen Schönheit.
Bei Tagesanbruch kehrte ich in mein Zimmer zurück.
Ich schlief nicht. Ich war nicht müde, als würde ich auf etwas warten.
Ich hörte Schritte im Flur, die näher kamen.
Ich stand schnell auf und öffnete die Tür.
In der Tür nebenan stand sie, genau wie ich es erwartet hatte.
Maria Severa Onofriana.
Sie sah mich an.
Sie öffnete die Tür und trat ein.
Dann schloss sie die Tür.
Ich ging zurück in mein Zimmer, legte mich auf das Bett und starrte auf die Wand, die mich vom Nachbarzimmer trennte.
Ich schlief ein.
Ich hatte einen Traum.
Die Wand öffnete sich, und sie erschien.
— Wer bist du? — fragte ich. — Was willst du?
— Dass du dich an mich erinnerst — antwortete sie.
Und sie begann zu singen:
Volta para mim.
Als ich aufwachte, ging ich zu Dona Emilia.
— Wer ist die Frau, die im Zimmer nebenan wohnt? — fragte ich.
— Dort wohnt keine Frau — antwortete sie. — Ich habe dieses Zimmer noch nie vermietet.
— Und das Lied? — fragte ich.
Dona Emilia lächelte.
— Ich sage das nur so, um ein wenig Geheimnis zu schaffen.
Ich bezahlte das Zimmer und verließ das Haus.
In jener Nacht streifte ich durch die Mouraria.
Das gesamte alte Viertel sank im Nebel hinunter zum Fluss Tejo.
In einer engen Gasse spielte eine Frau mit einem Schal Gitarre und sang:
Volta para mim.
Ich blieb stehen und hörte ihr bis zum Ende zu.
Da verstand ich das Geheimnis von Lissabon und seinen alten Vierteln.
Die Fados lassen die Menschen niemals fortgehen.
Sie sind niemals wirklich tot.
Sie sind immer lebendig.
Volta para mim.
Fado.
.
.
Volta para mim
Fado
(Homage to Maria Severa Onofriana (26 July 1820 – 30 November 1846), known as Severa, a Portuguese fado singer and guitarist, who died of tuberculosis at the age of 26, on 30 November 1846, in Rua do Capelão, in the Mouraria district of Lisbon.)
(manuscript of the heteronym cnc)
I was in Mouraria, in the old quarter of Lisbon. It was November.
The stones of the narrow streets, wet from the rain, were gleaming.
I was staying in an old house on Rua do Capelão. I had rented it from an elderly woman named Dona Emilia.
“Do not be afraid,” she told me, “if, after midnight, you hear a woman singing fado in the room next door.”
I smiled. It did not seem strange to me. Old people have a habit of making old houses seem more mysterious than they really are.
That night, I woke up. It was ten past twelve, as I saw on the clock. I heard a woman’s voice, low, almost whispered.
I could not make out the words.
Only at the end of each stanza could I hear the phrase that was repeated:
— Volta para mim.
I got up.
I pressed my ear against the wall.
Nothing.
I took a step back.
The voice began again.
This time I heard it clearly.
I went out into Mouraria.
The quarter was filled with a strange light that made it seem as though it were immersed in an ancient dream.
I entered a casa de fado.
The singer was about twenty-five years old.
She was wearing a long black dress.
Her voice was hoarse, with long intervals of silence.
At some point I recognized the song she was singing.
It was the same song I had heard in the room next door.
I asked the singer to come to my table.
“Severa,” she told me, giving me her name. “Maria Severa Onofriana.”
Because of my studies in musicology and fado, I knew that Maria Severa Onofriana was a mythical figure in the early history of fado, and that her memory was deeply connected with Mouraria.
“Severa is dead,” I told her, “and has been for one hundred and eighty years.”
“No one dies when they sing fados,” the singer said.
“Then what dies?” I asked.
“We do,” she replied.
I looked at her.
She was beautiful, with a dark beauty.
I returned to my room at dawn.
I did not sleep. I was not tired, as though I were waiting for something.
I heard footsteps approaching along the corridor.
I got up quickly and opened the door.
She was standing at the door next to mine, just as I had expected.
Maria Severa Onofriana.
She looked at me.
She opened the door and went inside.
Then she closed it.
I returned to my room, lay down on the bed, and stared at the wall that separated me from the room next door.
I fell asleep.
I had a dream.
The wall opened, and she appeared.
“Who are you?” I asked. “What do you want?”
“I want you to remember me,” she replied.
And she began to sing:
Volta para mim.
When I woke up, I went to Dona Emilia.
“Who is the woman who lives in the room next door?” I asked.
“No woman lives there,” she replied. “I have never rented that room.”
“And the song?” I asked.
Dona Emilia smiled.
“I only say that to create a little mystery.”
I paid for the room and left the house.
That night I wandered through Mouraria.
The entire ancient quarter descended through the fog towards the River Tagus.
In a narrow alley, a woman wearing a shawl was playing the guitar and singing:
Volta para mim.
I stopped and listened to her until the end.
That was when I understood the secret of Lisbon and its ancient quarters.
Fados never let people leave.
They are never truly dead.
They are always alive.
Volta para mim.
Fado.
.
.
.
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Τα τελευταία λεπτά
Η γυναίκα στεκονταν στο δρόμο κάτω απ'το φως μιας λάμπας.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά της.
Ο οδηγός άνοιξε το παράθυρο.
-Πόσο;
Εκείνη τον κοίταξε.
-Εξαρτάται.
Ο άντρας χαμογέλασε.
-Ενταξει.
Εκείνη μπήκε στο αυτοκίνητο.
Για λίγα λεπτά δεν μίλησαν.
Η πολη περνούσε έξω από τα τζάμια,σπίτια,αυτοκίνητα,
άδειες στάσεις.
Εκείνη είδε ένα ζευγάρι αγκαλιασμενο που γελούσε,
πιο πέρα ένα σκύλο να σερνει έναν ηλικιωμένο.
-Πού πάμε; ρώτησε.
Ο άντρας δεν απάντησε.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε φόβο.
-Σταμάτα είπε.
Το αυτοκίνητο συνέχισε.
-Σου είπα να σταματήσεις,φώναξε.
Εκείνος της είπε:
-Μη φοβάσαι.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε σ’ έναν σκοτεινό δρόμο.
Εκείνη κοίταξε έξω.
Ύστερα κοίταξε εκείνον.
-Πώς σε λένε;
Εκεινος δεν απάντησε.
-Έχεις μάνα;
-Έχεις μάνα; επέμεινε.
-Τι σημασία έχει;
-Έχει.Καποτε είχα κι εγώ ένα γιο.
-Και τώρα;
-Δεν ξέρω.
Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο.
Εκείνος άνοιξε μια πόρτα σ'ένα σπίτι και μπήκαν.
Σκοτάδι.
Εκείνη πήγε να ανάψει το φως.
-Μην ανάβεις φως,τής είπε.Καλλιτερα είναι έτσι.
Μέσα στο μισοσκόταδο είδε το κρεβάτι.
Εκείνη γδυθηκε.Εκεινος έμεινε με τα ρούχα.
Της είχε γυρισμένη τη πλάτη.
Εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι.
Εκείνος γύρισε και την κοιτουσε.
-Ξερω τι θέλεις να μου κάνεις,τού ειπε.
Εκείνος την πλησιασε.
Εκείνη έκλεισε τα μάτια.
Σκέφτηκε τη μανα της.
Ένα κοκκινο φόρεμα.
Ένα καλοκαίρι που είχε ξεχάσει.
Το πρώτο της φιλί.
Ένα τραγούδι από ένα ραδιόφωνο.
Το τελευταίο που είπε ήταν:
—Αύριο,κάποιος θα περάσει απ'το σπίτι μου και θα χτυπήσει τη πόρτα.
Ο άντρας δεν απάντησε.
Άκουσε έναν ήχο.
Κι έπειτα τίποτα.
Η πολη εξω συνέχισε τη νύχτα της,σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η ανθοδεσμη
(Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese)
Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει προς τη δύση,,ένα πορτοκάλι φως έτρεχε πάνω στο μεταλλικό αμάξωμα του αυτοκινήτου.
Ο δρόμος μπροστά του ανάμεσα στα χωραφια,η άσφαλτος γυαλιζε από την ζέστη τής μερας.
Μακριά, πίσω από τους λόφους,ο ουρανός είχε αρχίσει να γίνεται κόκκινος.
Χαμογέλασε,είχε κλείσει τα τριαντα δυο.
Εκείνη,της τηλεφώνησε,τον περίμενε σπίτι,στο κάθισμα δίπλα είχε μια ανθοδέσμη με λουλούδια.
Σ'ένα πρατήριο σταμάτησε κι έβαλε καυσιμα.
Στο player έπαιζε Doors Alabama Song.
Και πάτησε περισσοτερο το γκάζ.
Ο δρόμος περνουσε γρηγορότερα.
Τα δέντρα έγιναν πράσινες γραμμές.
Όλο το τοπίο γύρω του διαλύθηκε.
Ξαφνικά ένας μαύρος σκύλος πετάχτηκε στην άκρη του δρόμου,πάτησε ελαφρά το φρένο.
Είδε τον σκύλο στον καθρέφτη πίσω του να εξαφανίζεται μέσα στα χόρτα.
Μπροστά του υπήρχε μια μεγάλη ευθεία.
Είδε μια κουκίδα στο βάθος,ένα αυτοκίνητο,έρχονταν από απέναντι.
Κοίταξε την ανθοδέσμη,χαμογέλασε,
-θα της αρέσει,σκέφτηκε.
Την σκέφτηκε.
Τα μάτια,τα χείλη,τη φωνή της.
Και χωρίς να το καταλαβαίνει,θυμήθηκε τη μανα του,την είδε να απλώνει ρούχα στο σύρμα της αυλής.
Εκείνος ήταν παιδί.Μια Κυριακή.Καλοκαιρι.
Ένιωθε ασφαλής.
Τότε είδε το απέναντι αυτοκίνητο να κάνει έναν απότομο ελιγμό.
Έστριψε το τιμόνι.
Δεν υπήρχε χρόνος.
Δεν υπήρχε χώρος.
Άκουσε το τρομερό ήχο των λάστιχων πάνω στην ασφαλτο.
Για λίγα δέκατα του δευτερολέπτου δεν
καταλάβαινε τίποτα,δεν άκουγε,δεν αισθάνονταν.
Προσπάθησε να κουνήσει το χέρι του,δεν μπορούσε.
Είδε την ανθοδέσμη,σχεδόν άγγιζε το πρόσωπο του.
Σκέφτηκε ότι δεν θα έφτανε ποτέ στο σπίτι,δεν θα την έβλεπε.
Άνθρωποι είχαν συγκεντρώθει γύρω απο το αυτοκίνητο.
Κάποιος φώναζε,έδινε οδηγίες,ο ήχος της σειρήνας ασθενοφόρου.
Κάποιος τηλεφωνούσε.
Ένας άντρας πάνω του.
-Με ακούς;
Άκουσε.Δεν μπορούσε να απαντήσει.
Βυθίζονταν σε μια παράξενη σιωπή.
Εκείνη θα τον περίμενε,θα κοιτούσε το ρολόι,θα έλεγε:
που είναι;γιατί αργησε;
Και ύστερα θα τηλεφωνούσε.
Και ύστερα θα ξανατηλεφωνούσε.
Τα μάτια του σταμάτησαν,έκλεισαν.
.
. Alabama Song -The Doors Jim Morrison
https://youtu.be/PAK5blgfKWM?is=kwjgp6-DpcUWQKY3
The Bouquet
The sun had begun to sink toward the west, an orange light running across the car’s metal body.
The road stretched ahead of him between the fields, the asphalt gleaming from the heat of the day.
Far away, behind the hills, the sky had begun to turn red.
He smiled. He had just turned thirty-two.
She had called him. She was waiting for him at home. On the seat beside him lay a bouquet of flowers.
He stopped at a gas station and filled the tank.
On the player, The Doors were playing Alabama Song.
And he pressed harder on the accelerator.
The road seemed to pass more quickly.
The trees became green lines.
The whole landscape around him dissolved.
Suddenly, a black dog darted onto the edge of the road. He touched the brake lightly.
In the rear-view mirror he saw the dog disappear into the grass behind him.
Ahead of him was a long, straight stretch of road.
He saw a dot in the distance, a car coming toward him.
He looked at the bouquet and smiled.
“She’ll like it,” he thought.
He thought of her.
Her eyes, her lips, her voice.
And without realizing it, he remembered his mother. He saw her hanging clothes on the line in the yard.
He was a child.
A Sunday.
Summer.
He felt safe.
Then he saw the oncoming car make a sudden maneuver.
He turned the wheel.
There was no time.
There was no space.
He heard the terrible screech of tires against the asphalt.
For a few tenths of a second, he understood nothing, heard nothing, felt nothing.
He tried to move his hand. He could not.
He saw the bouquet. It was almost touching his face.
He thought that he would never make it home, that he would never see her.
People had gathered around the car.
Someone was shouting, giving instructions.
The sound of an ambulance siren.
Someone was making a phone call.
A man leaned over him.
“Can you hear me?”
He could hear him.
He could not answer.
He was sinking into a strange silence.
She would be waiting for him.
She would look at the clock and say:
“Where is he? Why is he late?”
And then she would call.
And then she would call again.
His eyes stopped.
They closed.
.
.
Le Bouquet
Le soleil avait commencé à descendre vers l’ouest, une lumière orangée glissant sur la carrosserie métallique de la voiture.
La route s’étendait devant lui entre les champs, l’asphalte brillant sous la chaleur du jour.
Au loin, derrière les collines, le ciel avait commencé à devenir rouge.
Il sourit. Il venait d’avoir trente-deux ans.
Elle l’avait appelé. Elle l’attendait à la maison. Sur le siège à côté de lui, il y avait un bouquet de fleurs.
Il s’arrêta dans une station-service et fit le plein.
Dans le lecteur, les Doors jouaient Alabama Song.
Et il appuya davantage sur l’accélérateur.
La route semblait défiler plus vite.
Les arbres devinrent des lignes vertes.
Tout le paysage autour de lui se dissolvait.
Soudain, un chien noir surgit au bord de la route. Il effleura la pédale de frein.
Dans le rétroviseur, il vit le chien disparaître dans les herbes derrière lui.
Devant lui s’étendait une longue ligne droite.
Il aperçut un point au loin, une voiture qui venait en sens inverse.
Il regarda le bouquet et sourit.
« Elle va l’aimer », pensa-t-il.
Il pensa à elle.
À ses yeux, à ses lèvres, à sa voix.
Et sans même s’en rendre compte, il se souvint de sa mère. Il la vit étendre du linge sur la corde, dans la cour.
Il était enfant.
Un dimanche.
L’été.
Il se sentait en sécurité.
Alors il vit la voiture qui arrivait en face faire une brusque embardée.
Il tourna le volant.
Il n’y avait plus de temps.
Il n’y avait plus d’espace.
Il entendit le terrible crissement des pneus sur l’asphalte.
Pendant quelques dixièmes de seconde, il ne comprit rien, n’entendit rien, ne sentit rien.
Il essaya de bouger la main. Il n’y parvint pas.
Il vit le bouquet. Il touchait presque son visage.
Il pensa qu’il n’arriverait jamais à la maison, qu’il ne la verrait jamais.
Des gens s’étaient rassemblés autour de la voiture.
Quelqu’un criait, donnait des instructions.
Le son d’une sirène d’ambulance.
Quelqu’un téléphonait.
Un homme se pencha au-dessus de lui.
« Vous m’entendez ? »
Il l’entendit.
Il ne pouvait pas répondre.
Il sombrait dans un étrange silence.
Elle l’attendrait.
Elle regarderait l’horloge et dirait :
« Où est-il ? Pourquoi est-il en retard ? »
Puis elle appellerait.
Puis elle appellerait encore.
Ses yeux s’arrêtèrent.
Ils se fermèrent.
.
.
Der Blumenstrauß
Die Sonne hatte begonnen, im Westen tiefer zu sinken, ein orangefarbenes Licht glitt über die metallische Karosserie des Autos.
Die Straße lag vor ihm zwischen den Feldern, der Asphalt glänzte noch von der Hitze des Tages.
Weit entfernt, hinter den Hügeln, begann der Himmel rot zu werden.
Er lächelte. Er war zweiunddreißig geworden.
Sie hatte ihn angerufen. Sie wartete zu Hause auf ihn. Auf dem Sitz neben ihm lag ein Blumenstrauß.
An einer Tankstelle hielt er an und tankte.
Im Player lief von den Doors „Alabama Song“.
Und er trat stärker aufs Gaspedal.
Die Straße schien schneller an ihm vorbeizuziehen.
Die Bäume wurden zu grünen Linien.
Die ganze Landschaft um ihn herum löste sich auf.
Plötzlich sprang ein schwarzer Hund an den Straßenrand. Er trat leicht auf die Bremse.
Im Rückspiegel sah er den Hund hinter ihm im Gras verschwinden.
Vor ihm lag eine lange, gerade Strecke.
In der Ferne sah er einen Punkt, ein Auto, das ihm entgegenkam.
Er sah den Blumenstrauß an und lächelte.
„Sie wird ihn mögen“, dachte er.
Er dachte an sie.
An ihre Augen, ihre Lippen, ihre Stimme.
Und ohne es zu bemerken, erinnerte er sich an seine Mutter. Er sah sie im Hof Wäsche auf die Leine hängen.
Er war ein Kind.
Ein Sonntag.
Sommer.
Er fühlte sich sicher.
Dann sah er, wie das entgegenkommende Auto plötzlich auswich.
Er riss das Lenkrad herum.
Es gab keine Zeit.
Es gab keinen Platz.
Er hörte das schreckliche Quietschen der Reifen auf dem Asphalt.
Für einige Zehntelsekunden verstand er nichts, hörte nichts, fühlte nichts.
Er versuchte, seine Hand zu bewegen. Er konnte es nicht.
Er sah den Blumenstrauß. Er war fast an seinem Gesicht.
Er dachte, dass er niemals nach Hause kommen würde, dass er sie nie wiedersehen würde.
Menschen hatten sich um das Auto versammelt.
Jemand rief und gab Anweisungen.
Der Ton einer Ambulanzsirene.
Jemand telefonierte.
Ein Mann beugte sich über ihn.
„Können Sie mich hören?“
Er hörte ihn.
Er konnte nicht antworten.
Er versank in einer seltsamen Stille.
Sie würde auf ihn warten.
Sie würde auf die Uhr schauen und sagen:
„Wo ist er? Warum ist er so spät?“
Und dann würde sie anrufen.
Und dann würde sie noch einmal anrufen.
Seine Augen blieben stehen.
Sie schlossen sich.
.
.
Il mazzo di fiori
Il sole aveva cominciato a scendere verso occidente, una luce arancione correva sulla carrozzeria metallica dell’automobile.
La strada si stendeva davanti a lui tra i campi, l’asfalto brillava ancora per il calore della giornata.
Lontano, dietro le colline, il cielo aveva cominciato a diventare rosso.
Sorrise. Aveva compiuto trentadue anni.
Lei lo aveva chiamato. Lo aspettava a casa. Sul sedile accanto a lui c’era un mazzo di fiori.
Si fermò a un distributore di benzina e fece il pieno.
Nel lettore stavano suonando i Doors, Alabama Song.
E premette più forte sull’acceleratore.
La strada sembrava scorrere più velocemente.
Gli alberi diventarono linee verdi.
Tutto il paesaggio intorno a lui si dissolse.
All’improvviso, un cane nero sbucò sul bordo della strada. Sfiorò il freno.
Nello specchietto retrovisore vide il cane scomparire nell’erba dietro di lui.
Davanti a lui c’era un lungo rettilineo.
Vide un punto in lontananza, un’automobile che veniva verso di lui.
Guardò il mazzo di fiori e sorrise.
«Le piacerà», pensò.
Pensò a lei.
Ai suoi occhi, alle sue labbra, alla sua voce.
E senza rendersene conto, ricordò sua madre. La vide stendere i panni sul filo nel cortile.
Era bambino.
Una domenica.
Estate.
Si sentiva al sicuro.
Poi vide l’automobile che veniva dalla direzione opposta fare una brusca manovra.
Girò il volante.
Non c’era tempo.
Non c’era spazio.
Sentì il terribile stridio dei pneumatici sull’asfalto.
Per alcuni decimi di secondo non capiva nulla, non sentiva nulla, non provava nulla.
Cercò di muovere la mano. Non ci riuscì.
Vide il mazzo di fiori. Era quasi a contatto con il suo viso.
Pensò che non sarebbe mai arrivato a casa, che non l’avrebbe mai più vista.
La gente si era radunata intorno all’automobile.
Qualcuno gridava, dava istruzioni.
Il suono della sirena di un’ambulanza.
Qualcuno telefonava.
Un uomo si chinò sopra di lui.
«Mi sente?»
Lo sentì.
Non riusciva a rispondere.
Sprofondava in uno strano silenzio.
Lei lo avrebbe aspettato.
Avrebbe guardato l’orologio e avrebbe detto:
«Dov’è? Perché è in ritardo?»
E poi avrebbe telefonato.
E poi avrebbe telefonato di nuovo.
I suoi occhi si fermarono.
Si chiusero.
.
.
El ramo de flores
El sol había comenzado a descender hacia el oeste, una luz anaranjada corría sobre la carrocería metálica del automóvil.
La carretera se extendía delante de él entre los campos, el asfalto brillaba por el calor del día.
A lo lejos, detrás de las colinas, el cielo había comenzado a ponerse rojo.
Sonrió. Acababa de cumplir treinta y dos años.
Ella lo había llamado. Lo esperaba en casa. En el asiento de al lado había un ramo de flores.
Se detuvo en una gasolinera y llenó el depósito.
En el reproductor sonaban The Doors, Alabama Song.
Y pisó más el acelerador.
La carretera pasaba cada vez más rápido.
Los árboles se convirtieron en líneas verdes.
Todo el paisaje a su alrededor se disolvió.
De repente, un perro negro apareció en el borde de la carretera. Pisó ligeramente el freno.
En el retrovisor vio al perro desaparecer entre la hierba detrás de él.
Delante había una larga recta.
Vio un punto a lo lejos, un automóvil que venía en dirección contraria.
Miró el ramo de flores y sonrió.
«Le gustará», pensó.
Pensó en ella.
En sus ojos, sus labios, su voz.
Y, sin darse cuenta, recordó a su madre. La vio tendiendo la ropa en el cordel del patio.
Él era un niño.
Un domingo.
Verano.
Se sentía seguro.
Entonces vio que el automóvil que venía de frente hacía una maniobra brusca.
Giró el volante.
No había tiempo.
No había espacio.
Oyó el terrible chirrido de los neumáticos sobre el asfalto.
Durante unas décimas de segundo no comprendió nada, no oyó nada, no sintió nada.
Intentó mover la mano. No pudo.
Vio el ramo de flores. Estaba casi tocando su rostro.
Pensó que nunca llegaría a casa, que nunca volvería a verla.
La gente se había reunido alrededor del automóvil.
Alguien gritaba, daba instrucciones.
El sonido de la sirena de una ambulancia.
Alguien hacía una llamada.
Un hombre se inclinó sobre él.
—¿Me oye?
Lo oyó.
No podía responder.
Se hundía en un extraño silencio.
Ella lo estaría esperando.
Miraría el reloj y diría:
«¿Dónde está? ¿Por qué tarda tanto?»
Y después llamaría.
Y después volvería a llamar.
Sus ojos se detuvieron.
Se cerraron.
.
.
O Buquê
O sol começara a descer em direção ao oeste, uma luz alaranjada corria pela carroceria metálica do carro.
A estrada estendia-se diante dele entre os campos, o asfalto brilhava com o calor do dia.
Ao longe, atrás das colinas, o céu começara a ficar vermelho.
Ele sorriu. Tinha acabado de completar trinta e dois anos.
Ela tinha ligado para ele. Esperava-o em casa. No banco ao lado havia um buquê de flores.
Parou num posto de gasolina e abasteceu.
No aparelho de som tocava Alabama Song, dos Doors.
E pressionou mais o acelerador.
A estrada parecia passar cada vez mais depressa.
As árvores transformaram-se em linhas verdes.
Toda a paisagem ao seu redor se dissolveu.
De repente, um cão preto surgiu à beira da estrada. Tocou levemente no freio.
Pelo espelho retrovisor viu o cão desaparecer no mato atrás dele.
À sua frente havia uma longa reta.
Viu um ponto ao longe, um carro que vinha na direção contrária.
Olhou para o buquê e sorriu.
«Ela vai gostar», pensou.
Pensou nela.
Nos seus olhos, nos seus lábios, na sua voz.
E, sem perceber, lembrou-se da mãe. Viu-a estendendo roupas no varal do quintal.
Ele era criança.
Um domingo.
Verão.
Sentia-se seguro.
Então viu o carro que vinha em sentido contrário fazer uma manobra brusca.
Virou o volante.
Não havia tempo.
Não havia espaço.
Ouviu o terrível guincho dos pneus sobre o asfalto.
Durante alguns décimos de segundo não compreendeu nada, não ouviu nada, não sentiu nada.
Tentou mover a mão. Não conseguiu.
Viu o buquê de flores. Estava quase tocando o seu rosto.
Pensou que nunca chegaria em casa, que nunca mais a veria.
As pessoas tinham se reunido ao redor do carro.
Alguém gritava, dava instruções.
O som da sirene de uma ambulância.
Alguém telefonava.
Um homem se inclinou sobre ele.
—Está me ouvindo?
Ele o ouviu.
Não conseguia responder.
Afundava em um estranho silêncio.
Ela estaria esperando por ele.
Olharia para o relógio e diria:
«Onde ele está? Por que está demorando?»
E depois ligaria.
E depois ligaria novamente.
Seus olhos pararam.
Fecharam-se.
.
.
Μελέτη αναλυση
Το «Η ανθοδέσμη» του χνκουβέλη είναι ένα σύντομο αφήγημα που λειτουργεί σχεδόν σαν κινηματογραφική σκηνή θανάτου σε πραγματικό χρόνο. Η δύναμή του δεν βρίσκεται τόσο στο ίδιο το τροχαίο, όσο στην απότομη διάρρηξη μιας απολύτως καθημερινής προσδοκίας: ένας άντρας πηγαίνει σπίτι με λουλούδια για τη γυναίκα που αγαπά και, λίγα λεπτά αργότερα, η ζωή του έχει τελειώσει.
Ο βασικός δραματουργικός μηχανισμός
Η ιστορία στηρίζεται σε μια εξαιρετικά απλή ακολουθία:
επιστροφή → προσμονή → ταχύτητα → ατύχημα → ανάμνηση → συνειδητοποίηση → σιωπή → θάνατος.
Αυτό είναι σημαντικό, γιατί ο αναγνώστης αρχικά δεν γνωρίζει ότι παρακολουθεί τις τελευταίες στιγμές του ήρωα.
Η φράση:
«είχε κλείσει τα τριαντα δυο»
μοιάζει αρχικά σχεδόν ασήμαντη. Μετά το ατύχημα όμως αποκτά διαφορετικό βάρος. Τα τριάντα δύο δεν είναι απλώς ηλικία. Είναι η ηλικία μιας ζωής που διακόπτεται βίαια.
Δεν έχουμε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που βρίσκεται αντιμέτωπος με το τέλος. Έχουμε έναν άνθρωπο στην αρχή ακόμη της ενήλικης ζωής του.
Η ανθοδέσμη ως κεντρικό σύμβολο
Η ανθοδέσμη είναι το σημαντικότερο αντικείμενο του αφηγήματος.
Βρίσκεται:
«στο κάθισμα δίπλα είχε μια ανθοδέσμη με λουλούδια.»
Στην αρχή είναι ένα αντικείμενο αγάπης.
Στο τέλος γίνεται αντικείμενο θανάτου.
Η μετάβαση είναι συγκλονιστική:
«Είδε την ανθοδέσμη, σχεδόν άγγιζε το πρόσωπό του.»
Η ανθοδέσμη που προοριζόταν να προσφερθεί σε μια ζωντανή γυναίκα βρίσκεται τώρα δίπλα στο πρόσωπο ενός ετοιμοθάνατου άντρα.
Έτσι δημιουργείται μια αντιστροφή συμβόλων:
λουλούδια = ζωή / έρωτας / συνάντηση
και ταυτόχρονα
λουλούδια = αποχαιρετισμός / κηδεία / θάνατος.
Ο συγγραφέας δεν χρειάζεται να πει ότι τα λουλούδια θα μπορούσαν τελικά να καταλήξουν σε μια κηδεία. Το αφήνει να το συμπληρώσει ο αναγνώστης.
Και ακριβώς αυτή η αποσιώπηση είναι ισχυρότερη από μια ρητή αναφορά.
Ο δρόμος ως πορεία προς τον θάνατο
Ο δρόμος δεν είναι απλώς ο χώρος όπου συμβαίνει το τροχαίο.
Έχει συμβολικό χαρακτήρα.
Ο ήρωας βρίσκεται σε μια πορεία προς το σπίτι, δηλαδή προς την αγάπη, την ασφάλεια και την οικειότητα.
Όσο όμως αυξάνει την ταχύτητα:
«Και πάτησε περισσότερο το γκάζι.»
ο δρόμος μετατρέπεται σταδιακά από πραγματικό χώρο σε σχεδόν ψυχολογικό χώρο.
«Ο δρόμος περνούσε γρηγορότερα.»
«Τα δέντρα έγιναν πράσινες γραμμές.»
«Όλο το τοπίο γύρω του διαλύθηκε.»
Εδώ υπάρχει μια πολύ καλή κινηματογραφική τεχνική.
Ο κόσμος παύει να είναι αναγνωρίσιμος.
Τα δέντρα δεν είναι πια δέντρα. Γίνονται γραμμές.
Το τοπίο δεν είναι πια τοπίο. Διαλύεται.
Ο ήρωας, χωρίς να το γνωρίζει, απομακρύνεται από τον πραγματικό κόσμο.
Το «Alabama Song» των Doors
Η αναφορά στους The Doors και στο «Alabama Song» δεν είναι διακοσμητική.
Είναι μια πολύ έξυπνη επιλογή.
Το τραγούδι δημιουργεί ένα παράξενο ηχητικό υπόστρωμα για την τελευταία διαδρομή.
Ο ήρωας οδηγεί, ακούει μουσική, έχει καλή διάθεση, κρατάει μια ανθοδέσμη και σκέφτεται τη γυναίκα του.
Η ζωή μοιάζει να βρίσκεται μπροστά του.
Και ακριβώς εκεί εμφανίζεται ο θάνατος.
Η μουσική λειτουργεί σαν αντίστιξη: η ζωή συνεχίζει να παίζει ενώ η ζωή του ανθρώπου σταματά.
Αυτό προσδίδει στην ιστορία μια έντονα νουάρ / κινηματογραφική αισθητική.
Ο μαύρος σκύλος
Η εμφάνιση του σκύλου είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία:
«Ξαφνικά ένας μαύρος σκύλος πετάχτηκε στην άκρη του δρόμου»
Ο σκύλος μπορεί να διαβαστεί κυριολεκτικά: ένα τυχαίο περιστατικό στον δρόμο.
Αλλά λογοτεχνικά μπορεί να αποκτήσει και συμβολική διάσταση.
Ο μαύρος σκύλος εμφανίζεται για μια στιγμή, προκαλεί μια μικρή αντίδραση και εξαφανίζεται:
«Είδε τον σκύλο στον καθρέφτη πίσω του να εξαφανίζεται μέσα στα χόρτα.»
Είναι σαν μια πρώτη, σχεδόν ανεπαίσθητη προειδοποίηση του θανάτου.
Δεν είναι όμως ο σκύλος που θα τον σκοτώσει.
Το πραγματικό κακό βρίσκεται μπροστά του.
Και αυτό κάνει τη σκηνή πιο ενδιαφέρουσα: ο άνθρωπος φοβάται για μια στιγμή κάτι μικρό, ενώ δεν βλέπει ακόμη τον πραγματικό κίνδυνο.
Η ανάμνηση της μητέρας
Το πιο συναισθηματικά δυνατό σημείο βρίσκεται εδώ:
«Και χωρίς να το καταλαβαίνει, θυμήθηκε τη μάνα του, την είδε να απλώνει ρούχα στο σύρμα της αυλής.»
Η ανάμνηση έρχεται χωρίς λογική αιτία.
Δεν σκέφτεται τη μητέρα του επειδή κάτι συγκεκριμένο του τη θύμισε.
Η μνήμη αναδύεται αυθόρμητα.
Και αμέσως μετά:
«Εκείνος ήταν παιδί. Μια Κυριακή. Καλοκαίρι.»
Τρεις μικρές προτάσεις.
Εδώ η αφήγηση γίνεται σχεδόν ποιητική.
Ο άντρας των τριάντα δύο ετών επιστρέφει ξαφνικά στην παιδική ηλικία.
Και η σημαντικότερη λέξη είναι:
«Ένιωθε ασφαλής.»
Αυτή η λέξη αποκτά τεράστια σημασία.
Στο παρόν βρίσκεται μέσα σε ένα αυτοκίνητο που κινείται με μεγάλη ταχύτητα προς τον θάνατο.
Στη μνήμη βρίσκεται στο σπίτι της μητέρας του.
Τότε ήταν ασφαλής. Τώρα δεν είναι.
Έτσι δημιουργείται ένας κρυφός άξονας:
σπίτι της μητέρας → ασφάλεια
δρόμος → κίνδυνος
σπίτι της αγαπημένης → προσδοκία
τροχαίο → θάνατος
Η μετάβαση από τον εξωτερικό στον εσωτερικό χρόνο
Μετά το ατύχημα η αφήγηση αλλάζει ρυθμό.
Πριν από το ατύχημα έχουμε κίνηση:
δρόμος
αυτοκίνητο
γκάζι
δέντρα
σκύλος
ευθεία
άλλο αυτοκίνητο
Μετά έχουμε σχεδόν ακινησία:
«Δεν μπορούσε να κουνήσει το χέρι του.»
«Δεν μπορούσε να απαντήσει.»
«Βυθιζόταν σε μια παράξενη σιωπή.»
Το σώμα ακινητοποιείται αλλά ο νους επιταχύνει.
Και αυτό είναι πολύ ρεαλιστικό ως λογοτεχνική απόδοση των τελευταίων στιγμών: η εξωτερική δράση τελειώνει και αρχίζει ένας εσωτερικός μονόλογος.
Η γυναίκα που περιμένει
Η γυναίκα δεν εμφανίζεται ποτέ πραγματικά.
Δεν έχει όνομα.
Δεν μιλά.
Δεν περιγράφεται αναλυτικά.
Υπάρχει μόνο μέσα στη σκέψη του:
«Θα της αρέσει, σκέφτηκε.»
και:
«Τα μάτια, τα χείλη, τη φωνή της.»
Αυτό είναι πολύ αποτελεσματικό.
Η γυναίκα δεν χρειάζεται να γίνει χαρακτήρας. Είναι η ζωή που περιμένει τον ήρωα.
Και μετά γίνεται ακόμη πιο σκληρό:
«Εκείνη θα τον περίμενε, θα κοιτούσε το ρολόι...»
Εδώ έχουμε το δεύτερο, παράλληλο δράμα.
Ο άντρας πεθαίνει.
Η γυναίκα περιμένει.
Επομένως το τέλος δεν αφορά μόνο τον θάνατο του άντρα. Αφορά και την αναμονή εκείνης που δεν ξέρει ακόμη.
Η επανάληψη «Και ύστερα»
Το τέλος:
«Και ύστερα θα τηλεφωνούσε.
Και ύστερα θα ξανατηλεφωνούσε.»
είναι εξαιρετικό ως μηχανισμός κλιμάκωσης.
Η επανάληψη δημιουργεί έναν χρόνο που συνεχίζεται ενώ ο χρόνος του ήρωα τελειώνει.
Εκείνος πεθαίνει.
Εκείνη συνεχίζει να περιμένει.
Ο κόσμος συνεχίζει να λειτουργεί.
Το τηλέφωνο πιθανότατα θα χτυπήσει χωρίς απάντηση.
Αυτή η ασυμμετρία είναι η πραγματική τραγωδία.
Το τέλος
«Τα μάτια του σταμάτησαν, έκλεισαν.»
Η διατύπωση είναι ενδιαφέρουσα επειδή δεν γράφεται:
«πέθανε».
Αποφεύγεται η λέξη.
Αυτό είναι σωστό για το ύφος του αφηγήματος.
Ο θάνατος παρουσιάζεται σωματικά και όχι λεξικογραφικά.
Τα μάτια σταματούν.
Η συνείδηση χάνεται.
Η αφήγηση τελειώνει.
Και μετά:
.
.
.
Οι τελείες λειτουργούν σαν οπτική αναπαράσταση της διακοπής.
Δεν υπάρχει επίλογος.
Δεν υπάρχει νοσοκομείο.
Δεν υπάρχει κηδεία.
Δεν υπάρχει αντίδραση της γυναίκας.
Η ζωή του ήρωα απλώς κόβεται στη μέση μιας πρότασης που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί.
Η μεγάλη ειρωνεία του αφηγήματος
Η ιστορία βασίζεται σε μια δραματική ειρωνεία.
Ο ήρωας σκέφτεται:
«θα της αρέσει»
και ταυτόχρονα οδηγείται προς τον θάνατο.
Ο αναγνώστης γνωρίζει στο τέλος κάτι που εκείνος δεν μπορεί να γνωρίζει:
δεν θα φτάσει ποτέ.
Η ανθοδέσμη λοιπόν είναι ένα αντικείμενο που περιέχει ολόκληρη την ειρωνεία της ιστορίας.
Αγοράστηκε για μια συνάντηση.
Καταλήγει να συνοδεύει έναν αποχωρισμό.
Χρονική συμπύκνωση
Η ιστορία έχει κινηματογραφική συμπύκνωση.
Πιθανότατα όλα συμβαίνουν μέσα σε λίγα λεπτά.
Κι όμως μέσα σε αυτά τα λίγα λεπτά περνούν:
η ηλικία των 32 ετών,
ο έρωτας,
η μητέρα,
η παιδική ηλικία,
η ασφάλεια,
η καθημερινότητα,
το τροχαίο,
η αγωνία,
η αναμονή,
ο θάνατος.
Αυτό είναι ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία της αφήγησης:
μια ολόκληρη ζωή συμπυκνώνεται στα τελευταία λεπτά της.
Υφολογικά χαρακτηριστικά
Το ύφος είναι λιτό, οπτικό και απογυμνωμένο.
Δεν υπάρχει μεγάλη ψυχολογική ανάλυση.
Ο συγγραφέας δείχνει πράγματα:
πορτοκαλί φως
μεταλλικό αμάξωμα
άσφαλτος
πράσινες γραμμές
μαύρος σκύλος
ανθοδέσμη
καθρέφτης
σειρήνα
και αφήνει τον αναγνώστη να δημιουργήσει το συναίσθημα.
Αυτό πλησιάζει περισσότερο στη λογοτεχνική κινηματογραφική γραφή παρά στην κλασική ψυχογραφική αφήγηση.
Μια ιδιαίτερη αντίθεση: το πορτοκαλί φως και το κόκκινο του ουρανού
Στην αρχή:
«ένα πορτοκάλι φως έτρεχε πάνω στο μεταλλικό αμάξωμα»
και:
«ο ουρανός είχε αρχίσει να γίνεται κόκκινος.»
Η εικόνα είναι πανέμορφη, αλλά εκ των υστέρων αποκτά δυσοίωνη χροιά.
Το ηλιοβασίλεμα είναι κυριολεκτικά το τέλος της ημέρας.
Και παράλληλα είναι το ηλιοβασίλεμα της ζωής του ήρωα.
Έτσι η φύση λειτουργεί σαν ένας αθέατος χρονόμετρος.
Ο ήλιος κατεβαίνει.
Ο άνθρωπος πλησιάζει στο τέλος.
Η ανθοδέσμη και η μητέρα: δύο μορφές αγάπης
Υπάρχει ακόμη ένας βαθύτερος συσχετισμός.
Ο ήρωας σκέφτεται τη γυναίκα που αγαπά και αμέσως μετά τη μητέρα του.
Δεν είναι τυχαίο.
Η γυναίκα αντιπροσωπεύει το μέλλον:
θα πάει σπίτι → θα τη συναντήσει → θα της δώσει τα λουλούδια.
Η μητέρα αντιπροσωπεύει το παρελθόν:
παιδική ηλικία → αυλή → καλοκαίρι → ασφάλεια.
Και ο ήρωας βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στα δύο.
Μόνο που το μέλλον εξαφανίζεται.
Και έτσι, στις τελευταίες του στιγμές, ο νους επιστρέφει στο παρελθόν.
Αυτό δίνει στην ιστορία μια πολύ ανθρώπινη διάσταση.
Επομενως:
«Η ανθοδέσμη» δεν είναι τελικά μια ιστορία για ένα τροχαίο.
Είναι μια ιστορία για την εύθραυστη συνέχεια της καθημερινής ζωής.
Ο άνθρωπος πιστεύει ότι η επόμενη στιγμή είναι αυτονόητη:
θα φτάσει σπίτι,
θα χτυπήσει την πόρτα,
θα δώσει τα λουλούδια,
θα δει τη γυναίκα του,
θα συνεχίσει τη ζωή του.
Κανένα από αυτά δεν είναι δεδομένο.
Το αφήγημα χτίζει αυτή την ψευδαίσθηση κανονικότητας και την καταστρέφει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Και η πιο σκληρή εικόνα δεν είναι απαραίτητα η σύγκρουση.
Είναι η εικόνα της γυναίκας που περιμένει.
Εκείνος ξέρει πλέον ότι δεν θα φτάσει.
Εκείνη δεν το ξέρει ακόμη.
Αυτό το “ακόμη” είναι ίσως η τραγικότερη λέξη ολόκληρης της ιστορίας.
Η ανθοδέσμη, τελικά, είναι το αντικείμενο που ενώνει έρωτα, ζωή, προσμονή, μνήμη και θάνατο. Και ακριβώς επειδή δεν εξηγείται το σύμβολο, αλλά το αφήνει να μεταμορφωθεί μπροστά στα μάτια του αναγνώστη, το σύντομο αφήγημα αποκτά πολύ μεγαλύτερη δύναμη από μια απλή ιστορία τροχαίου.
.
.
.