.
.
enigma on Paul Delvaux
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared
.
.
I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-
www.artpoeticacouvelis.blogspot.com
.
.
enigma on Paul Delvaux
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared
.
.
.
.
-enigma on Paul Delvaux
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
enigma on Paul Delvaux
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared
μια νύχτα με πανσέληνο σε ένα έρημο τοπίο εμφανίστηκε ένα κορίτσι κρατώντας
ένα κόκκινο λουλούδι
-Ξέρεις γιατί όλα είναι τόσο ήσυχα;τον ρώτησε.
-Όχι.
-Επειδή εδώ κανείς δεν ονειρεύεται.Εδώ είμαστε τα όνειρα κάποιου άλλου.
μέσα στη διάχυση του σεληνόφωτος το τελευταίο τρένο ήταν σταματημένο
στο σταθμό,
στην αποβάθρα γυναίκες με λευκά φορεματα στέκονταν όρθιες ακίνητες,
μια ψιθύρισε:
-ειμαστε μέσα στην αδιαφορία του χρόνου.
πλησίασε τον σταθμάρχη και τον ρώτησε:
-Πότε φεύγει το επόμενο τρένο;
Εκείνος τον κοίταξε με απορία.
-Εδώ όλα τα τρένα έχουν ήδη φύγει.Εσείς φτάσατε αργά.
είδε τη γυναίκα μπροστά στον ορθογώνιο καθρέφτη.
Δεν αντανακλούσε το είδωλο της.
-Εκεί ζούσαμε,είπε.
-Ποιοι;
Η γυναίκα δεν απάντησε.
.
.
.
.
.
.
Μεγαλεξανδρος-ζογραφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ Κεφαλας
χνκουβελης cncouvelis
Τα μετά Αλεξανδρον
πρώτον η εκκαθάριση του στρατού
έμπροσθεν τού Αρριδαιου που παρίστανε τον βασιλιά Φίλιππο Γ'
λίγο αργότερα ήρθε κι η σειρά του Μελεάγρου
τώρα ο Περδικας ύποπτος σε όλους κι εκείνοι σ'αυτον
το νόμισμα ως γνωστόν έχει διπλή οψη
και για ξεμπερδευει απ'αυτους τους ξαποστειλε
στις σατραπειες
την Αίγυπτος έδωσε στον Πτολεμαιο του Λαγου μαζι και τη Λιβύη
και όση Αραβία συνορευει
τη Συρία στον Λαομέδοντα τη Κιλικία στον Φιλώτα
τη Μηδία στον Πίθωνα τη Καππαδοκία και τη Παφλαγονία
και μέχρι την ελληνική Τραπεζούντα στον Εύμενη Καρδιανο
τη μεγάλη Φρυγία στον Αντίγονο τους Κάρες στον Κάσανδρο
τούς Λυδους στον Μένανδρο
και τη Φρυγία του Ελλησπόντου στον Λεοννατο
και όσο φαιδρα και να είναι αυτα
υπήρχε εντούτοις για την Ιστορία το πρόσχημα
ότι ολα έγινεν επιμελώς 'κατ'εντολην' τού Αρριδαιου
εγκαίρως πρακτικά και λιαν διπλωματικα
αυτή η διαμοίραση των μετά Αλεξάνδρου
.
.
.
.
.
Υ-Litterature Λογοτεχνια
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μεγαλεξανδρος-ζογραφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ Κεφαλας
https://youtube.com/shorts/kbyAZqHWVvQ?feature=shared
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
Αρριανος
Τα μετά Αλεξανδρον
(Η διαμοίραση των Σατραπειων)
Ο Περδικας λοιπόν προφασιζόμενος ότι τον στρατο θα καθαρίσει τους πιο επιφανείς της στασης που έγινε συνέλαβε,κι αφού τους συνέλαβε από προσταγή του Αρριδαιου,κι αυτου παρόντος τους σκότωσε,φόβο προκαλώντας στο υπόλοιπο πλήθος,
θανατώνει δε λίγο υστεροτερα και τον Μελεαγρο,
μετά απ'αυτά ο Περδικας ύποπτος σ'όλους ήταν κι ο ίδιος τους υποπτεύονταν,
όμως σε σατραπείες απεφάσισε να διορίσει αυτούς που υποπτεύονταν,σαν να ηταν του Αρριδαιου διαταγη,
και έτσι ο μεν Πτολεμαίος ο γιος του Λαγου την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τη χώρα των Αράβων που συνορεύει με την Αίγυπτο να κυβερνά διατάχτηκε,
ο Κλεομένης δε που απ'τον Αλέξανδρο έχει διοριστεί να αρχει αυτής της σατραπείας,ορίστηκε να είναι ύπαρχος στον Πτολεμαιο,
την δίπλανη σ'αυτη Συρία ο Λαομεδων,ο Φιλώτας τη Κιλικία και ο Πιθωνας τη Μηδια,
ο Ευμενης ο Καρδιανος τη Καππαδοκία και την Παφλαγονία και όσες του Εύξεινου Πόντου συνορεύουν με την ελληνική πόλη Τραπεζούντα,αποικία των Σινωπεων,
των Παμφυλιων και των Λυκιων και τη μεγάλης Φρυγίας ο Αντιγονος,
τών Καριων ο Κασανδρος,τών Λυδών ο Μένανδρος,
την Φρυγία στον Ελλήσποντο ο Λεόννατος,
η οποία επι Αλεξάνδρου ο Κάλας ονοματιστηκε να κατέχει κι έπειτα στον Δήμαρχο είχε ανατεθεί,
έτσι μ'αυτον εδώ το τρόπο μοιράστηκαν οι σατραπείες στην Ασία.
3] Περδίκκας δὲ τὸν στρατὸν καθᾶραι σκηψάμενος τοὺς ἐπιφανεστάτους τῆς γενομένης συνέλαβε στάσεως, καὶ συλλαβὼν ὡς ἐκ προστάξεως Ἀρριδαίου, αὐτοῦ παρόντος ἀνεῖλε, δέος ἐμποιήσας τῷ λοιπῷ πλήθει· ἀναιρεῖ δὲ καὶ οὐ πολλῷ ὕστερον καὶ Μελέαγρον. Ἐξ ὧν Περδίκκας ὕποπτος ἐς πάντας ἦν καὶ αὐτὸς ὑπώπτευεν. Ὅμως ἐς σατραπείας ἀνειπεῖν οὓς ὑπώπτευεν, ὡς Ἀρριδαίου κελεύοντος, ἔγνω. Καὶ δὴ Πτολεμαῖος μὲν ὁ Λάγου Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, καὶ ὅσα τῆς Ἀράβων γῆς ξύνορα Αἰγύπτῳ ἄρχειν ἐπετάχθη, Κλεομένης δὲ ὁ ἐξ Ἀλεξάνδρου τῆς σατραπείας ταύτης ἄρχειν τεταγμένος Πτολεμαίῳ ὕπαρχος εἶναι· τῆς δὲ ἐπὶ ταύτῃ Συρίας Λαομέδων, Φιλώτας δὲ Κιλικίας καὶ Πίθων Μηδίας, Εὐμένης δὲ ὁ Καρδιανὸς Καππαδοκίας καὶ Παφλαγονίας, καὶ ὅσα τοῦ Πόντου τοῦ Εὐξείνου σύνορα ἔστε ἐπὶ πόλιν Ἑλλάδα Τραπεζοῦντα, Σινωπέων ἄποικον. Παμφύλων δὲ καὶ Λυκίων καὶ Φρυγίας τῆς μεγάλης Ἀντίγονος, Καρῶν δὲ Κάσανδρος, Λυδῶν δὲ Μένανδρος, τῆς δὲ ἐφ´ Ἑλλησπόντῳ Φρυγίας Λεόννατος, ἣν ἐξ Ἀλεξάνδρου μὲν Κάλας ὄνομα κατέχει, ἔπειτα Δήμαρχος ἐπετέτραπτο. Τὰ μὲν κατὰ τὴν Ἀσίαν ὧδε ἐνεμήθη.
.
.
.
enigma on Paul Delvaux
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared
μια νύχτα με πανσέληνο σε ένα έρημο τοπίο εμφανίστηκε ένα κορίτσι κρατώντας
ένα κόκκινο λουλούδι
-Ξέρεις γιατί όλα είναι τόσο ήσυχα;τον ρώτησε.
-Όχι.
-Επειδή εδώ κανείς δεν ονειρεύεται.Εδώ είμαστε τα όνειρα κάποιου άλλου.
μέσα στη διάχυση του σεληνόφωτος το τελευταίο τρένο ήταν σταματημένο
στο σταθμό,
στην αποβάθρα γυναίκες με λευκά φορεματα στέκονταν όρθιες ακίνητες,
μια ψιθύρισε:
-ειμαστε μέσα στην αδιαφορία του χρόνου.
πλησίασε τον σταθμάρχη και τον ρώτησε:
-Πότε φεύγει το επόμενο τρένο;
Εκείνος τον κοίταξε με απορία.
-Εδώ όλα τα τρένα έχουν ήδη φύγει.Εσείς φτάσατε αργά.
είδε τη γυναίκα μπροστά στον ορθογώνιο καθρέφτη.
Δεν αντανακλούσε το είδωλο της.
-Εκεί ζούσαμε,είπε.
-Ποιοι;
Η γυναίκα δεν απάντησε.
.
.
.
.
.
.
Ο Μεγαλεξανδρος-ζογραφος Θεοφιλος Χατζημιχαηλ Κεφαλας
https://youtube.com/shorts/kbyAZqHWVvQ?feature=shared
.
.
.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
Αρριανος
Τα μετά Αλεξανδρον
(Η διαμοίραση των Σατραπειων)
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μεγαλεξανδρος-ζογραφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ Κεφαλας
https://youtube.com/shorts/kbyAZqHWVvQ?feature=shared
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
Αρριανος
Τα μετά Αλεξανδρον
(Η διαμοίραση των Σατραπειων)
Ο Περδικας λοιπόν προφασιζόμενος ότι τον στρατο θα καθαρίσει τους πιο επιφανείς της στασης που έγινε συνέλαβε,κι αφού τους συνέλαβε από προσταγή του Αρριδαιου,κι αυτου παρόντος τους σκότωσε,φόβο προκαλώντας στο υπόλοιπο πλήθος,
θανατώνει δε λίγο υστεροτερα και τον Μελεαγρο,
μετά απ'αυτά ο Περδικας ύποπτος σ'όλους ήταν κι ο ίδιος τους υποπτεύονταν,
όμως σε σατραπείες απεφάσισε να διορίσει αυτούς που υποπτεύονταν,σαν να ηταν του Αρριδαιου διαταγη,
και έτσι ο μεν Πτολεμαίος ο γιος του Λαγου την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τη χώρα των Αράβων που συνορεύει με την Αίγυπτο να κυβερνά διατάχτηκε,
ο Κλεομένης δε που απ'τον Αλέξανδρο έχει διοριστεί να αρχει αυτής της σατραπείας,ορίστηκε να είναι ύπαρχος στον Πτολεμαιο,
την δίπλανη σ'αυτη Συρία ο Λαομεδων,ο Φιλώτας τη Κιλικία και ο Πιθωνας τη Μηδια,
ο Ευμενης ο Καρδιανος τη Καππαδοκία και την Παφλαγονία και όσες του Εύξεινου Πόντου συνορεύουν με την ελληνική πόλη Τραπεζούντα,αποικία των Σινωπεων,
των Παμφυλιων και των Λυκιων και τη μεγάλης Φρυγίας ο Αντιγονος,
τών Καριων ο Κασανδρος,τών Λυδών ο Μένανδρος,
την Φρυγία στον Ελλήσποντο ο Λεόννατος,
η οποία επι Αλεξάνδρου ο Κάλας ονοματιστηκε να κατέχει κι έπειτα στον Δήμαρχο είχε ανατεθεί,
έτσι μ'αυτον εδώ το τρόπο μοιράστηκαν οι σατραπείες στην Ασία.
3] Περδίκκας δὲ τὸν στρατὸν καθᾶραι σκηψάμενος τοὺς ἐπιφανεστάτους τῆς γενομένης συνέλαβε στάσεως, καὶ συλλαβὼν ὡς ἐκ προστάξεως Ἀρριδαίου, αὐτοῦ παρόντος ἀνεῖλε, δέος ἐμποιήσας τῷ λοιπῷ πλήθει· ἀναιρεῖ δὲ καὶ οὐ πολλῷ ὕστερον καὶ Μελέαγρον. Ἐξ ὧν Περδίκκας ὕποπτος ἐς πάντας ἦν καὶ αὐτὸς ὑπώπτευεν. Ὅμως ἐς σατραπείας ἀνειπεῖν οὓς ὑπώπτευεν, ὡς Ἀρριδαίου κελεύοντος, ἔγνω. Καὶ δὴ Πτολεμαῖος μὲν ὁ Λάγου Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, καὶ ὅσα τῆς Ἀράβων γῆς ξύνορα Αἰγύπτῳ ἄρχειν ἐπετάχθη, Κλεομένης δὲ ὁ ἐξ Ἀλεξάνδρου τῆς σατραπείας ταύτης ἄρχειν τεταγμένος Πτολεμαίῳ ὕπαρχος εἶναι· τῆς δὲ ἐπὶ ταύτῃ Συρίας Λαομέδων, Φιλώτας δὲ Κιλικίας καὶ Πίθων Μηδίας, Εὐμένης δὲ ὁ Καρδιανὸς Καππαδοκίας καὶ Παφλαγονίας, καὶ ὅσα τοῦ Πόντου τοῦ Εὐξείνου σύνορα ἔστε ἐπὶ πόλιν Ἑλλάδα Τραπεζοῦντα, Σινωπέων ἄποικον. Παμφύλων δὲ καὶ Λυκίων καὶ Φρυγίας τῆς μεγάλης Ἀντίγονος, Καρῶν δὲ Κάσανδρος, Λυδῶν δὲ Μένανδρος, τῆς δὲ ἐφ´ Ἑλλησπόντῳ Φρυγίας Λεόννατος, ἣν ἐξ Ἀλεξάνδρου μὲν Κάλας ὄνομα κατέχει, ἔπειτα Δήμαρχος ἐπετέτραπτο. Τὰ μὲν κατὰ τὴν Ἀσίαν ὧδε ἐνεμήθη.
.
.
.
.
.
Emma's Story
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/5KNY-TK7NT4?is=6dISvz_OCeeXIT5C
.
.
.
.
-Ο έρωτας της Ναυσικας
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο έρωτας της Ναυσικας
εκείνη τη μέρα είδα τα φύκια να κρέμονται στους ώμους του,
-γούνουμαί σε ἄνασσα
θεός νύ τις, ἦ βροτός ἐσσι;
ειπε,
οι κοπέλες είχαν φύγει τρομαγμένες,εγώ εμεινα,του ερριξα νερό να πλυθεί,τού έδωσα λάδι να αλειφθεί, καθαρά ρούχα να ντυθεί,
τότε θαύμασα πως σ'αυτον Ἀθηναίη δὲ χάριν κατέχευεν,
και τού έδειξα το μονοπάτι για το σπίτι του πατέρα μου,
χωριστά να παμε,μάτια περίεργα να μην μας δουν και κουβεντιάσουν,
εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα,άκουγα τη θάλασσα,τους κυματισμούς της,
την άλλη ημέρα τον είδα στην αίθουσα του πατέρα μου,μιλούσε για τη Τροια,για τους Λωτοφάγους,για τις Σειρήνες,για τον Κύκλωπα Πολύφημο,για τη Κιρκη,για τους νεκρούς που είχε δει στον Άδη,
ένιωθα να τον ερωτεύομαι,
μια στιγμή είδα να με κοιτάει,
αυτό κράτησε πολύ λίγο,μια στιγμή,
έπειτα ειπε για τη πατρίδα του την Ιθάκη,και την νόστιμον ἦμαρ που θα τον φέρει εκεί,
ζήλεψα πολύ αυτή την αγάπη του,
το πρωί της αναχώρησής του πήγα στο λιμάνι,
-Αν ποτέ φτάσεις στην πατρίδα σου,τού είπα,θυμήσου εκείνη που σε βρήκε γυμνο στην ακτή,
έπειτα το καράβι χάθηκε,έμεινε μόνο η γραμμή του ορίζοντα,
τώρα καμιά φορα κατεβαίνω σ'εκεινη την ακτή,τα κύματα έχουν σβησει πια τα ίχνη του.
.
.
.
.
.
noir in
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/fMSLBzGecaY?is=a1YI4aFsaspFFAOz
.
.
.
.
Movie Start/Movie End
-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/Y_Zdb_OKZTA?is=B0RtnmiUKZDtv8qd
.
.
.
.
-(noir story in Stockholm)
Η Σκηνοθεσία της Τελευταίας Σκηνής
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χνκουβέλης cncouvelis
(noir story in Stockholm)
Η Σκηνοθεσία της Τελευταίας Σκηνής
Ο σκηνοθέτης Άντερς Λίντχολμ είχε την ιδέα ότι ο κόσμος μπορούσε να οργανωθεί όπως ένα κινηματογραφικό πλάνο.
Σκηνοθετούσε μια ταινία με τίτλο:Ο Τελευταίος Σκηνοθέτης.
Ζητούσε να κινηματογραφούνται άδειοι διάδρομοι,σταματημένα ασανσέρ,πρόσωπα που κοιτούσαν έξω από το παράθυρο αμίλητα.
-Η αγωνία,έλεγε,γεννιέται όταν τίποτα δεν συμβαίνει.
Την τελευταία ημέρα των γυρισμάτων κάλεσε ελάχιστους ανθρώπους στο στούντιο.Ήθελε η τελική σκηνή να παραμείνει μυστική. Κανείς δεν γνώριζε ακριβώς τι επρόκειτο να γυριστεί.
Το βράδυ έφυγε μόνος.
Εκείνη τη νύχτα η Στοκχόλμη ήταν βυθισμένη στην ομίχλη και την υγρασια.
Το επόμενο πρωί διαδόθηκε η ειδηση οτι ο σκηνοθέτης είχε βρεθεί δολοφονημενος.
Κανείς δεν μπορούσε να υποθέσει την αιτία.
Οι αστυνομικοί εξέταζαν βίντεα,ανέκριναν συνεργάτες.
Ανακάλυψαν πως στο μοντάζ της τελευταίας του ταινίας υπήρχε ένα πλάνο που κανείς δεν θυμόνταν να είχε γυριστεί.
Έδειχνε έναν άδειο δρόμο της Στοκχόλμης μέσα στη νύχτα.
Η κάμερα στεκόταν απολύτως ακίνητη,
ενας άνθρωπος περνούσε στο βάθος,υστερα χανανταν από το κάδρο,και η λήψη συνεχιζόταν για αρκετά λεπτά χωρίς να συμβαίνει τίποτε,
Οι τεχνικοί δεν μπόρεσαν ποτέ να εξηγήσουν ποιος είχε τοποθετήσει την κάμερα εκεί για να καταγραφεί αυτή η σκηνή.
Ένας από τους βοηθούς ανέφερε ότι ο σκηνοθέτης του είπε σχολιάζοντας την σκηνοθετική του τακτικη:
-Η πραγματικότητα είναι πάντα παράδοξη.
Μήνες αργότερα η ταινία προβλήθηκε.
Το κοινό παρακολουθούσε με απόλυτη σιωπή.Όταν εμφανίστηκε εκείνο το αινιγματικό πλάνο όλοι είχαν την αίσθηση ότι παρακολουθούσαν το τελευταίο βλέμμα ενός ανθρώπου.
.
.
.
.
.
-Σημειώσεις ενός κοινωνιολογου
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
Σημειώσεις ενός κοινωνιολογου
Το πρώτο σημείωμα αφορά τα σκυλιά.
Οι άνθρωποι που κρατούν το λουρι προσαρμόζουν το βήμα τους στον ρυθμό του ζώου. Είναι μια μικρή αντιστροφή εξουσίας.
Στο καφέ οι πελάτες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες.
Εκείνοι που παραγγέλνουν χωρίς να κοιτάξουν τον κατάλογο και εκείνοι που τον μελετούν σαν νομικό έγγραφο.
Η οικονομική τάξη φαίνεται περισσότερο στην άνεση της παραγγελίας παρά στο περιεχόμενό της.
Δίπλα μου δύο φοιτήτριες αλλάζουν γλώσσα κάθε λίγα λεπτά.
Έλληνικα,Γαλλικά,Αγγλικά, ισπανικά,Ιταλικά,Γερμανικά.
Η γλώσσα δεν δηλώνει πλέον εθνικοτητα,δηλώνει συνομιλια.
Σημειωση για τα παγκάκια. Σχεδόν ποτέ δεν τα μοιράζονται άγνωστοι,ακόμη κι όταν υπάρχει χώρος.
Η απόσταση ανάμεσα σε δύο σώματα αποτελεί αόρατο ιδιοκτησιακό δικαίωμα.
Ένας άστεγος ταΐζει περιστέρια με μεγαλύτερη επιμέλεια απ' ό,τι τρώει ο ίδιος.
Οι τουρίστες φωτογραφίζουν.
Αυτό γίνεται το αξιοθέατο.
Στις έντεκα περνώ από μια λαϊκή αγορά.
Ένα παιδί κλαίει επειδή δεν του αγοράζουν παιχνίδι.
Η μητέρα χαμηλώνει τη φωνή της αντί να την υψώσει.
Η μεσαία τάξη εκπαιδεύει τα παιδιά της με διαπραγμάτευση.
Οι φτωχοί και οι πλούσιοι χρησιμοποιούν συνήθως άλλες μεθόδους.
Η απογευματινή πόλη δεν μοιάζει με την πρωινή.
Οι ίδιοι δρόμοι αλλάζουν σαν να άλλαξε θίασο το ίδιο σκηνικό.
Στην έξοδο ενός λυκείου οι μαθητές δεν βγαίνουν όλοι μαζί.
Βγαίνουν κατά μικρές φυλές. Εκείνοι που καπνίζουν, εκείνοι που γελούν δυνατά, εκείνοι που κοιτούν συνεχώς το κινητό τους.
Η ηλικία είναι κοινή,οι μικρές κοινωνίες τους διαφορετικές.
Σημειώνω για τους ποδηλάτες.
Άλλοι φορούν κράνος σαν επαγγελματίες και άλλοι οδηγούν με το ένα χέρι κρατώντας καφέ στο άλλο.
Επιτρεπονται πολλές εκδοχές του κινδύνου.
Στο πάρκο οι μητερες κάθονται όλες μαζί.
Τα παιδιά παίζουν χωρίς να γνωρίζουν εθνικότητες.
Ένας βιολιστής παιζει στο δρομο.Μερικοί περαστικοί αργοπορουν τον βηματισμό τους.
Αγοράζουν λιγα δευτερόλεπτα συγκίνησης.
Στις πέντε και μισή τα γραφεία αρχίζουν να αδειάζουν.
Οι υπάλληλοι αποκτούν ξανά πρόσωπο.
Το πρωί ανήκαν στην εργασία τους,τώρα επιστρέφουν στον εαυτό τους.
Σε ένα καφέ ένα ζευγαρι παίζει σκάκι.Δεν μιλούν.
Η παρτίδα είναι η συνομιλία τους.
Οι κινήσεις των πιονιών έχουν αντικαταστήσει τις λέξεις.
Μια νεαρή φωτογράφος φωτογραφίζει μια παλιά φθαρμενη πόρτα.
Μια ηλικιωμένη γυναικα την προσπερνά χωρίς να της δώσει σημασία.
Για την αισθητική της μιας γενιάς μια άλλη γενιά αδιαφορεί.
Στο μετρό τα πρόσωπα δεν κοιτάζονται.
Η ευγένεια της μεγαλούπολης είναι να μη διακόπτεις τη μοναξιά του άλλου.
Οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι δικηγόροι,οι τεχνίτες, οι υπάλληλοι καταστημάτων καταλαμβάνουν τις θέσεις τους.
Η πόλη δεν λειτουργεί επειδή υπάρχει εξουσία.
Λειτουργεί επειδή χιλιάδες άνθρωποι επαναλαμβάνουν τις ίδιες κινήσεις κάθε μέρα.
Παρατηρώ τα παγκάκια.
Οι ηλικιωμένοι κάθονται κοιτώντας τον δρόμο.
Οι νεότεροι κάθονται κοιτώντας το κινητό.
Το σώμα βρίσκεται στο ίδιο σημείο·,η προσοχή σε διαφορετικό κόσμο.
Οι κούριερ διασχίζουν την πόλη βιαστικοί.
Είναι οι αγγελιοφόροι μιας οικονομίας που δεν αντέχει την αναμονή.
Τα σχολεία σχολούν.
Η πόλη γεμίζει φωνές.
Η παιδική ηλικία είναι η μοναδική κοινωνική ομάδα που δεν κρύβει τα συναισθήματά της στον δημόσιο χώρο.
Στις πλατείες παρέες νεαρών.
Μπουκάλια κρασί,μπίρες, κιθάρες,κουβέντες. Χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο σαν σαλόνι.
Οι άστεγοι στρώνουν τα χαρτόνια τους.
Οι τελευταίοι πελάτες βγαίνουν από τα εστιατόρια.
Η ίδια πόλη προσφέρει επιδόρπιο σε κάποιους και καταφύγιο από το κρύο σε άλλους.
Σημειώνω για τα τραπέζια των εστιατορίων.
Οι άνθρωποι που γευματίζουν μόνοι σπάνια κοιτούν γύρω τους.
Κοιτούν το κινητό τους.
Η μοναξιά σήμερα συνοδεύεται σχεδόν πάντα από μια οθόνη.
Σ' ένα μικρό καφε ένας άνδρας σερβεριζεται.
Η νεαρή γκαρσονα γνωρίζει το μικρό του όνομα,αλλά δεν γνωρίζει το επάγγελμά του.
Διατηρούνται σχέσεις οικειότητας χωρίς βιογραφία.
Σε μια μικρή εκκλησία μπαίνουν λίγοι άνθρωποι. Κάποιοι ανάβουν κερί και φεύγουν αμέσως.
Η πίστη δεν μετριέται με τη διάρκεια της παραμονής.
Ένας μουσικός δρομου παίζει ακορντεόν.
Ένα μικρό παιδί σταματαει και αρχίζει να χορεύει χωρίς κανέναν δισταγμό.
Οι μεγάλοι κοιτούν,χαμογελούν,αλλά δεν συμμετεχουν.
Η κοινωνικοποίηση είναι η σταδιακή εγκατάλειψη της αυθόρμητης κίνησης.
.
.
.
.
.
-Η Ηλικία του Λουτρού
(Ασπρόμαυρη ταινία μονοπλάνων
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χνκουβελης cncouvelis
Η Ηλικία του Λουτρού
(Ασπρόμαυρη ταινία μονοπλάνων)
ΠΡΩΤΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ
Μεσημερι,ακτη.
Η κάμερα προχωρά αργά δείχνοντας πάνω στην άμμο
αποτυπώματα γλάρων.
Η φωνή του αφηγητη off:
Σ' εκείνη την ακτή που βρέθηκα,έβλεπα τα πετρωμένα βήματα των γλάρων.
Η κάμερα σηκωνεται και δειχνει μια
γυναίκα να απομακρύνεται.
Η κάμερα στρέφεται αργά προς τον ελαιώνα.
Ένα άλογο χωρίς καβαλάρη περνά καλπάζοντας μέσα στις ελιες.
Η φωνή του αφηγητη off:
Ένα κόκκινο άλογο πέρασε μέσα στις ελιές.
Το άλογο εξαφανίζεται.
Flou white
Cut
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ
Απογευμα,αυλή σπιτιου.
Η κάμερα δειχνει παιδιά να παίζουν.
Τα πρόσωπά τους είναι καλυμμένα με λευκό χαρτί.
Στο βάθος μια γυναίκα κρατά ένα τριαντάφυλλο.
Η φωνή του αφηγητη off:
Παιδιά, όσα προορίζονταν για το Θυέστειο δείπνο, έπαιζαν στην αυλή.
Η γυναίκα φωνάζει:
Ορέστη!Έλα σπίτι.
Νύχτωσε.
Ανοίγουν όλα τα παράθυρα του σπιτιού και από μέσα πετουν μικρά πουλιά.
Η κάμερα τα ακολουθεί καθώς διασκορπίζονται στον αέρα.
Flou white
Cut
ΤΡΙΤΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ
Εσωτερικο σπιτιου.
Η κάμερα εισέρχεται στο δωμάτιο.
Γύρω από ένα τραπέζι άδειες καρεκλες.
Η κάμερα κάνει κυκλικό τραβελινγκ και απομακρύνεται αργά.
Η φωνή του αφηγητη off:
Οι απόντες περίμεναν το δείπνο.
Ακούγεται από πολύ μακριά σφύριγμα τρένου.
Ακούγονται βήματα.
Μια ανδρική φωνή off:
Ώρα να φύγουμε.
Αρκετά γίναμε βάρος.
Η κάμερα δείχνει στο πάτωμα σκόρπιες φωτογραφίες.
Η κάμερα πλησιάζει σ'αυτες.
Πορτραίτα ανθρώπων.
Η κάμερα σηκώνεται και πάνω στο τραπέζι δείχνει σε κοντινό πλάνο μια γυάλα που μέσα της επιπλέουν δύο ανθρώπινοι οφθαλμοί.
Η κάμερα εξέρχεται από το δωμάτιο και δείχνει τον σκοτεινό διάδρομο
γεμάτο σκιές πάνω στους τοιχους που απομακρύνονται.
Flou black
Cut
ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ
Νυχτα.
Η μητέρα του αφηγητή κάθεται στο πάτωμα.
Κόβει ψωμί.
Το αφήνει μπροστά σε άδειες θέσεις.
Η φωνή της:
Πολύ πείνασαν εδώ.
Η κάμερα ανυψώνεται και δείχνει στον τοίχο καρφωμένα ψάρια.
Ακούγονται κύματα.
Flou white
Cut
ΠΕΜΠΤΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ
Ξημέρωμα.
Η κάμερα ακίνητη δείχνει την
Ηλεκτρα μπροστά στον καθρέφτη να χτενίζει αργά τα μαλλιά της.
Σιωπή.
Έπειτα η Ηλέκτρα σηκώνεται και βγαίνει στον κήπο.
Η κάμερα την ακολουθει
Ποτίζει τις γλάστρες.
Μπαίνει ξανά μέσα.
Ετοιμάζει το λουτρό.
Χωρίς να στραφεί προς τον αφηγητή ακούγεται να λέει:
Έχω την ηλικία του λουτρού.
Ο ατμός γεμίζει σιγά-σιγά όλο το πλανο
Η μορφή της εξαφανίζεται.
Η φωνή του αφηγητη off:
Τότε κατάλαβα,πως η αιωνιότητα που μας επιβλήθηκε
ήταν μνήμη.
Ο ατμός γίνεται λευκός.
Η εικόνα χάνεται.
Για αρκετά δευτερόλεπτα ακούγεται μόνο νερό που στάζει.
Flou white
Cut
Τέλος
.
.
.
.
.
-Pop Story
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Pop Story
-cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
(Pop Story)
Το Χρονικό μιας γυναίκας
Το πρωί ξεκίνησεμε pilates στη βίλα και ένα πρωινό με θέα τη θάλασσα.Η μέρα μου ήταν γεμάτη συναντήσεις, αλλά το μυαλό μου βρισκόταν αλλού.
Θα σε δω το βράδυε;με ρώτησε.
Και απάντησα:Ναι.
Δείπνο σε rooftop εστιατόριο. Φορούσα το καινούργιο μεταξωτό φόρεμα που είχα αγοράσει στο Μιλάνο. Εκείνος ήρθε αργοπορημένος,με εκείνο το αβίαστο χαμόγελο που με εκνευρίζει και με γοητεύει ταυτόχρονα.
Μιλήσαμε για ταξίδια, μουσική και σχέδια για το καλοκαίρι.
Δεν ξέρω αν είναι έρωτας.
Πετάξαμε αυθημερόν στην Φλωρεντια μόνο για μεσημεριανό.
Παράλογο; Ισως.
Αλλά αυτές είναι οι στιγμές που θυμάσαι αργότερα.
Ήμουν μια ερωτευμένη γυναίκα που γελούσε με τα αστεία του.
Βραδινή βόλτα με το σκάφος. Ο ήλιος έδυε και ο ορίζοντας ήταν υπέροχα πορφυρός.
Καθίσαμε σιωπηλοί για ώρα.
Δεν χρειαζονταν να πούμε τίποτα.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν σκεφτόμουν στόχους,επενδύσεις η' επόμενα βήματα.Σκεφτόμουν μόνο το παρόν.
.
.
Απόψε βγήκαμε.
Το φαγητό ήταν υπέροχο.
Η θέα μαγευτική.
Εγώ όμορφα ντυμένη.
Εκείνος γοητευτικός όπως πάντα.
Όμως τίποτα δεν ήταν αληθινο μεταξύ μας.
Δύο άνθρωποι απέναντι ο ένας από τον άλλον.
Και μια αόρατη απόσταση ανάμεσά τους
Άρχισα να φαντάζομαι τη ζωή μου χωρίς εκείνον.
.
.
Χωρίσαμε.
Βγήκα για δείπνο με φίλους.
Γέλασα,φωτογραφήθηκα, μίλησα για νέα σχέδια και επαγγελματικές ευκαιρίες.
Όλοι είπαν πόσο καλά δείχνω.
Κανείς δεν κατάλαβε ότι όλη τη μέρα πάλευα να μην του τηλεφωνήσω.
Έφυγα για ένα σαββατοκύριακο.
Παλιά φοβόμουν τη μοναξιά.
Τώρα τη δοκιμάζω σαν και καινουριο άρωμα.
.
.
.
.
.
-Θέατρο Σκιών
Ο Καραγκιόζης Φιλόσοφος
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Θέατρο Σκιών
Ο Καραγκιόζης Φιλόσοφος
(Βγαίνει ο Χατζηαβάτης.)
Χατζηαβάτης: Ακούσατε, ακούσατε! Στην Αγορά της Αθήνας
Καραγκιόζης:
(Βγαίνει από την παράγκα)
Βρε γρουσουζη,τι θ'αγορασω που δεν έχω φράγκο;
(τού δινει μια φαπα)
φαπ να'χεις να αγοράζεις.
Τι τρέχει και γκαριζεις και με ξύπνησες;
Χατζηαβάτης:Ο σοφός Σωκράτης δέχεται μαθητές και τους διδασκει σοφία και φιλοσοφία.
Καραγκιόζης: Τι είναι αυτά,τρώγονται;φαγώσιμα;
Γιατί έπεσε λόρδα και τών πατέρων ημών.
Χατζηαβάτης: (γελάει)
Όχι.Γνώση,να ανοιξει το μυαλό.
Καραγκιόζης: να παίρνει αέρα δηλαδη
Χατζηαβάτης: Όχι.,Κάτι ανώτερο.
Καραγκιόζης:Από το φαι ουδεν ανωτερον ανωτατον δεν είναι.
Ας πάμε να αγοράσουμε σοφία,τζάμπα είναι,πλάκα θα'χει.
(Στην Αγορά της Αθήνας)
Καραγκιόζης:(μόλις βλέπει το Σωκράτη)
Πώς πω αυτός ο μαύρος πειναει πιο πολύ από μένα,Οχι ο Σωκράτης,ο Πειναλεων είναι.
Σωκράτης: Χαίρετε,πολίτες.
Το ένα δεν είναι ένα αλλα πολλα.
Καραγκιόζης: Και τα πολλά κανένα,σιγά τη σοφια.
Σωκράτης: Γνωρίζεις κάτι;
Καραγκιόζης: Βεβαίως.Τη φασολαδα,τη φρατζολα,τη μανεστρα.Αλλα έχω καιρό να τα δω και πάω να τα ξεχάσω.Α ξέρω και το ταμπουρλο,που βαράει η κοιλιά μου που πειναει.
Σωκράτης: Άλλο εννοώ.
Καραγκιόζης:Τι το ψητό κοτόπουλο;
Χατζηαβάτης:Όχι τα υλικά αλλά τα πνευματικά.
Καραγκιόζης:Σωστά,τα πουφ παφ να πούμε,που πνεομαι οπισθιως.
Σωκράτης:
Γνώθι σ'αυτον
Καραγκιόζης:(λέει στον Χατζηαβάτης)
Ακριβώς,σαν αυτόν είμαι.
Χατζηαβάτης:Όχι.Αν γνωρίζεις τον εαυτό σου λεει.
Καραγκιόζης:Τον απαυτο μου τον ξέρω κι απ'τη.καλή κι απ' την αναποδη.
Σωκράτης: Πες μου,τι είναι Αγαθόν;
Καραγκιόζης:Αγκαθος ψωμί,αυτό.
Σωκράτης:
Ας εφαρμόσουμε την μαιευτική μέθοδο.
Καραγκιόζης:Ενδιαφέρον,να η μαμη,κι είναι έτοιμη να γεννήσει η γάτα μου.
Σωκράτης:
Πρώτα νομίζουμε ότι ξέρουμε κάτι,το συζητάμε και στο τέλος καταλήγουμε πως αυτό που νομίζαμε στην αρχή ότι ξέραμε δεν το ξέραμε.
Καραγκιόζης:Δηλαδή Σωκρατακη μου,αρες ναρες κουκουναρες.
Σωκράτης:Και καταλήγουμε στο:
εν οίδα ότι ουδεν οίδα
Καραγκιόζης:Έτσι είναι ούτε είδα ούτε θα δω φαι εδώ που'ρθα,μ'αυτα τα οίδα και τα ξοιδα.
Άντε γεια,πολίτες μου,πριν πω το ψωμί ψωμάκι.
Τέλος Παράστασης
Θεάτρου Σκιών ο Καραγκιόζης
.
.
.
.
.
-Η τελευταία συνάντηση της Οφηλίας με τον Άμλετ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η τελευταία συνάντηση της Οφηλίας με τον Άμλετ
Στο κήπο,
Βραδυαζει,
Η Οφηλία κρατά αγριολούλουδα.
Ο Άμλετ εμφανίζεται ταραγμένος.
Οφηλία:
Πρίγκιπά μου.Πόσες μέρες αναζητώ το βλέμμα σου;
Γιατί με αποφεύγεις;
Αμλετ:
Μην με αποκαλείς έτσι.Δεν είμαι πρίγκιπας.
Είμαι ένας δειλος που βυθιζεται συνεχώς μέσα στην αμφιβολία.
Οφηλια:
Κι εγώ;Τι είμαι για σένα;
Ένα φαντασμα;Ένα τίποτα;
Αμλετ:
(Αποφευγει να την κοιτάξει)
Ήσουν το μόνο φως που γνώρισα,όμως το σκοτάδι που εχω μέσα μου θα σε αφανίσει.
Οφηλια:
Το σκοτάδι δεν με φοβίζει, Άμλετ.Με φοβίζει η σιωπή σου.Με φοβίζει που στέκομαι δίπλα σου και όμως είσαι τόσο μακριά μου.
Αμλετ:
Δεν υπάρχει τίποτα για μας.
Γύρω μας οι άνθρωποι προδίδουν και οι νεκροί ζητούν δικαιοσύνη.
Οφηλια:
Κι η καρδιά,δεν έχει αξία;
Αμλετ:
Η καρδιά είναι αδύναμη.
Έχει παγώσει μέσα μου.
Ησυχια δεν έχω πια.
Οφηλια:
(Του προσφέρει τα λουλούδια.)
Πάρε αυτά.
Θα σου θυμίζουν ότι σ'αγαπησα.
Αμλετ:
(Παίρνει τα λουλούδια)
Συγχώρεσέ με,Οφηλία.Αν
δεν είχα γεννηθεί σε ένα κόσμο τόσο διεφθαρμένο
και σκληρό.
Οφηλια:
Θα ήμασταν μαζί;
Αμλετ:
Ίσως.Ομως τα όνειρα δεν διαρκούν πολύ.
Αντίο Οφηλία.
Οφηλια:
Αντίο,αγαπημένε μου.
Εύχομαι να ζήσεις κι η ψυχή σου κάποτε να βρει γαληνη.
Εγώ σ'αποχαιρετω.
Η Οφηλία απομακρύνεται αργά.
Ο Άμλετ μένει μόνος, κρατώντας το λουλούδια.
Τα φώτα σβήνουν.
Αυλαία.
.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
εξ ελληνικών λέξεων
...σελάνας φάος
ἐπ’ἠρέμας θαλάσσας
οὕτω καὶ σὺ
σιγᾷ καταλάμπεις
ανεμος ἐκ ρόδων κήπων
τὴν νύκτα...
πλέον ἢ μύρα φέρον
μικρὸν μὲν τὸ ἄστρον φαίνεται
πόρρωθεν ἐν αἰθέρι
ἀλλ’ ἐν ἐμοὶ μέγας πόθος
εἴ ποτε πάλιν
σύ έλθεις
αστερες ἀμφὶ σελάνναν
κρύπτοισιν ἄπυ φάος
κἄμοι σὺ παρεοῖσα
λάμπεις
ὤς τις χρυσέα δᾶις
νύκτα μέλαιναν
τὰν δ’ ἀπυμαν μνάμαν
οὐ δύναμαι φυγέμεν·
κᾶλον μὲν ἄνθος ῥόδων
....
μειδιόωσαν ἀβρῶς
καὶ φίλον ὄμμα
ἔλθε καὶ νῦν ἐπ’ ἐμεῖο
...
μή μ’ ἔτι δάμνα θυέλλαις
πόθος ἀμήχανος οὗτος
.
.
.
.
.
χ.ν,κουβελης c.n.couvelis
Περί της σφαγής στον Ιππόδρομο τής Θεσσαλονικης το 390 μΧ
Διάταγμα Θεοδοσίου Α΄
Θεοδόσιος Αὔγουστος Τροπαιοφόρος τοῖς κατὰ Μακεδονίαν ἄρχουσι χαίρειν.
Ἐπει στάσις παράνομος ἐν Θεσσαλονίκῃ νυν γεγένηται
καὶ χεῖρες ἀνόμων εναντια τῶν βασιλικῶν προσταγμάτων ἐπηρμέναι εἰσίν,
κελεύομεν τοὺς στρατιωτικοὺς ἄνδρας μεταχειρίσασθαι τὴν προσήκουσαν τιμωρίαν,
ἵνα διὰ παραδείγματος κατασταθῇ ασφαλης ἡ κοινὴ εἰρήνη καὶ παύσηται πᾶσα ταραχή.
Γινέσθω οὖν τὸ βασιλικὸν πρόσταγμα ἀπαρεγκλίτως, καὶ μηδεὶς τῶν στασιωτῶν τῆς ὀφειλομένης δίκης διαφευγέτω.
Ἐδόθη ἐκ Μεδιολάνου, Θεοδοσίου Αὐγούστου Ευσεβεστατου.
.
.
Λόγος Βυζαντινού περί της σφαγής εν τω Ιπποδρόμω Θεσσαλονίκης
πόσο σοφη είναι η διακυβέρνηση των ισχυρων
και πόσον ευσπλαχνικη η δια του ξίφους
διαπαιδαγώγησης των υπηκοων
όταν τα φαιδρα γεγονοτα τού Γότθου και του ηνιοχου
όργησαν τον Θεοδόσιο Α'
και το διάταγμα να υπογραφεί ταχέως
με το που το πλήθος,άντρες γυναίκες τα τέκνα των
συρρευσουν στο Ιπποδρομιο τής πόλης
να εγκλωβιστουν εντός του
και με παραδειγματικη σφαγή να τιμωρηθούν
σε μια θεαματικη παράσταση
με σύμμειξη ιαχων αυλών και κραυγών
και κρουνων αίματος αντί μελανος οινου,
θαυμαστή βέβαια είναι επινοηση
αφού μετά η ανηλεής σφαγή θα ονομασθει 'ταξις'
και η υπακουη 'ειρηνη'
κι ας μεταβληθεί σε εκείνη την αποψραδα ημέρα
ο Ιπποδρομος της Θεσσαλονίκης το 390 μΧ
σε κοιμητήριο 7000 ψυχων
οι αυλικοί άλλωστε παντοτε φημίζονται
δια την κολακεία τους.
.
.
Χρονογράφημα Βυζαντινοῦ χρονογράφου
Κατὰ τοῦτον τὸν χρόνον ἐν Θεσσαλονίκῃ συνήχθη πλῆθος πολὺ εν τω ἱππόδρομω προσδοκῶν τὰ δημοφιλεστατα θεάματα.
Καὶ αἰφνιδίως αἱ πύλαι ἐκλείσθησαν καὶ στρατιῶται μετὰ ξιφῶν καὶ δοράτων εἰσέδραμον.
Καὶ ἐγένετο κραυγὴ μεγάλη καὶ θρῆνος ἀνεκλάλητος, καὶ ἔπιπτον ἄνδρες,γυναῖκες καὶ υεκνα οὐκ ἔχοντες διαφυγῆς ττόπον.
Καὶ τὸ θέατρον, ὅπερ πρότερον φωναῖς εὐφροσύνης ἠχεῖτο,αἵματι οδυρμοις καὶ στεναγμοῖς ἐπληρώθη καὶ οὐδεὶς εφείσθη δίκαιος ἢ ἄδικος, ἀλλὰ κοινὴ συμφορὰ πάντας κατέλαβεν.
Καὶ ἦν ἰδεῖν φοβερὸν θέαμα, ὡς αὐτὸς ὁ ἱππόδρομος εἰς τάφον τοῦ πλήθους μετεβλήθη.
Καὶ ἐβόων αἱ μητέρες τὰ τέκνα ζητοῦσαι
καὶ ὁ θόρυβος τῶν ὅπλων ἐκάλυπτεν τὰς φωνὰς τῶν ἀπολλυμένων.
Καὶ ταῦτα ἐγένετο κατὰ τὰς ἡμέρας Θεοδοσίου τοῦ βασιλέως.
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
τότε ακουστηκαν
οταν άνοιξα την πόρτα στο δωματιο
η νύχτα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβατι
και οι βαλιτσες των πεθαμένων καθρεφτίζονταν
μέσα στον μεγάλο ορθογώνιο καθρεφτη
φωτογραφίες τους σκορπισμένες στο πατωμα
και στο βάθος μια γυναίκα όρθια
φτιαγμένη από σκουριασμένα μέταλλα
ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι
-πιες αιωνιότητα είπε η γυναίκα,
τότε ακούστηκαν φωνές γέλια
κι ένα ταγκο τις συνόδευε
βγήκα από το δωμάτιο
έξω είχε γεμίσει το τοπίο μαύρα δεντρα
που περπατούσαν πάνω στις ρίζες τους
κι όταν άρχισε να ξημερώνει
είδα τους νεκρούς να επιστρέφουν στις φωτογραφίες τους
τα πουλιά.να ξαναμπαινουν στα δεντρα
στην άδεια που μέλλονταν μερα
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
και τα δέντρα ακινητα
σ'εκείνη την ακτή που βρέθηκα
εβλεπα τα πετρωμενα βηματα τών γλάρων
και μια γυναικα να απομακρύνεται
στους αμμολοφους,
μεσημέρι και τα δέντρα ακίνητα
ακούστηκε ήχος
ένα κόκκινο άλογο χωρίς καββαλαρη
να περνάει καλπάζοντας μέσα στις ελιες
αργότερα το απόγευμα
παιδιά,όσα προορίζονταν για το Θυεστειο δείπνο,
έπαιζαν στην αυλή
έχοντας πρόσωπα από χαρτί
και μάτια που έσταζαν μαύρο νερο
και είδα μια μάνα να κρατάει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
που καίγονταν
-Ορέστη,φώναξε,έλα σπίτι,νυχτωσε,
τότε άνοιξαν τα παράθυρα
και πέταξαν έξω ρολόγια
σαν μικρά πουλιά,
μέσα στο σπίτι στο τραπέζι γύρω-γυρω
κάθονταν οι σκιές των απόντων
περίμενοντας το δείπνο να σερβιριστει
θυμάμαι πως όταν ακούστηκε από μακριά
το σφύριγμα του τρένου
όλοι σηκώθηκαν
-ώρα να φύγουμε,είπε κάποιος,αρκετά
γίναμε βάρος,
πίσω αφήσανε φωτογραφίες
ομοιάζανε με τραυματισμένα ζωα
ένας άφησε τους βολβούς των ματιών του
μέσα σε μια γυάλα
τούς είδα να απομακρύνονται αγγίζοντας
το σκοταδι
θυμήθηκα τότε τη μάνα μου που μοίραζε
ψωμί στους νεκρούς της
-πολυ πείνασαν εδώ,έλεγε,
όλη τη νύχτα στον τοίχο υπήρχαν καρφωμένα ψαρια
κι έβλεπα την Ηλέκτρα,τότε δεν ήταν ακόμα γυναίκα μου,
να χτενίζει τα μαλλιά της στον καθρέφτη
και ύστερα να ποτίζει τις γλάστρες στο κήπο
να ετοιμάζει το λουτρό
να ζεσταινει το νερό
-εχω την ηλικία του λουτρού,μου ελεγε
τότε κατάλαβα πως η αιωνιότητα που μας επιβλήθηκε
ήταν μνημη
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ποιος γνωρίζει την Eleanora Fagan;
Στη αφίσα των νυχτερινών μπαρ έγραφε :
Billie Holiday.
Η Eleanora Fagan γεννήθηκε τον Απρίλη του 1915
Η βροχή ή ομίχλη
Τα τζουκμποξ έπαιζαν τζαζ
Βαλτιμόρη
-Η μικρή Έλι;
είπε μια ηλικιωμένη νεγρισα,
ένα θλιμμένο κοριτσάκι με κοτσιδακια,
ένα Strange Fruit
Η μητέρα της,σχεδόν παιδί και η ίδια,πάλευε να επιβιώσει.
H μικρή Eleanora μεγάλωσε
εγκατάλειψη,φτώχεια μοναξιά.
Η ζωή είναι κάτι που συμβαίνει στους άλλους.
Ενας γέρος σαξοφωνίστας είπε:
Η φωνή της πέρασε μέσα από τη κόλαση,γι'αυτό είναι ετσι.
Το σαξόφωνο έπαιζε αργά.
Σαν εξομολόγηση.
Άνδρες την αγάπησαν.
Άνδρες τη χτύπησαν.
Άνδρες την πρόδωσαν.
Η αγάπη είναι πάντα ο δρόμος που οδηγεί στην καταστροφή.
Ένας πιανίστας άναψε τσιγάρο,ο καπνός έκρυψε το πρόσωπο του.
Την άκουγες,είπε,να σου ψιθυρίζει μυστικά.
Πως όλοι είμαστε μόνοι.
Το 1939 τραγούδησε το Strange Fruit.
Και ο κόσμος πάγωσε.
Δεν ήταν τραγούδι.
Ήταν επιμνημόσυνη δέηση.
Ήταν κραυγή.
Για τα σώματα που κρέμονταν από τα δέντρα
και τις ψυχές που δεν είχαν δικαιοσύνη.
Οι δεκαετίες πέρασαν.
Οι ηχογραφήσεις.
Τα χειροκροτήματα
Τα δωμάτια των ξενοδοχείων αδεια
Οι νύχτες ατελειωτες
Το αλκοόλ ή ηρωίνη οι συλλήψεις
Τον Ιούλιο του 1959,σε ένα νοσοκομείο της Νέας Υόρκης,
η Billie Holiday,ειναι σαράντα τεσσάρων χρόνων.
Ενσς αστυνομικός στεκόταν έξω απ'την πόρτα.
Φρουρούσε μια εγκληματία.
Μέσα στο δωμάτιο βρισκόταν μονάχα ένα κουρασμένο κορίτσι.
Η Eleanora.
Τελειωσε.
Τα μάτια της είχαν μια γαλήνη.
Οι πόνοι είχαν τελειώσει.
Άκουγε ένα σαξόφωνο.
Ένα πιανο.
Μια τρομπέτα μέσα στον ουρανο.
Και η Eeanora Gagan με ένα λευκό γαρύφαλλο στα μαλλιά
τραγουδαει
I'll be Seeing You
.
.
.
Eleonora Fagan Billie Holiday-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/az0nE0DnZbc?feature=shared
.
.
.
.
.
Eleonora Fagan Billie Holiday-cncouvelis
https://youtube.com/shorts/az0nE0DnZbc?feature=shared
.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Fragmenta
η απουσια σου
μια πρωιμη αιωνιότητα
ενός ρόδου αορατου
τη νύχτα ένα φεγγάρι
από αλμυρό νερό
στάζει στη θάλασσα
και σε βλέπω
άρρητη ωραιότητα
σιωπής
.
.
.
.
.
-Η Αναζήτηση
(μια noir ιστορία)
Και παραθέτοντας τις συναντήσεις με τους τέσσερις ντετέκτιβς:
Auguste Dupin
Sherlock Holmes
Hercules Poirot
Isidro Parodi
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Αναζήτηση
(μια noir ιστορία)
Και παραθέτοντας τις συναντήσεις με τους τέσσερις ντετέκτιβς:
Auguste Dupin
Sherlock Holmes
Hercules Poirot
Isidro Parodi
Εξω εβρεχε,λίγο πριν νυχτώσει,η γυναίκα καθονταν στο βάθος της καφετέριας,πίσω μέσα στον καθρέφτη η αντανακλαση της,την παγιδευε.
Το πρόσωπο της είχε μια μυστήρια συμμετρική ομορφια.
Ήμουνα υπάλληλος σε μια υπηρεσία της οποίας η λειτουργία ήταν ασαφής για μένα,είχε αμέτρητους διαδρόμους,στο γραφείο ήμουνα μόνος,ποτέ δεν είχα δει αλλον,έβρισκα πάνω στο γραφείο φακέλους που δεν περιείχαν καμία υπόθεση,και διαταγές από προϊσταμένους που ποτέ δεν είχα δει.
Καθημερινά συμπλήρωνα έντυπα που ακυρώνονταν από άλλα έντυπα,τα οποία έπρεπε να αντιγραφούν σε καινούρια έντυπα.
Εκείνη η γυναίκα εμφανίστηκε κρατώντας έναν φάκελο.
Το πρόσωπο της είχε μια παράξενη συμμετρική ομορφια.
-Θέλω να βρω κάποιον,είπε.
-Ποιον;
-Αυτόν που με αναζητά.
Αντιλήφθηκα το παράδοξο.
Χαμογέλασα,
Η γυναίκα έφυγε.
Άνοιξα τον φάκελο,δεν περιείχε κανένα έγγραφο.
Έλαβα τρεις διαφορετικές ειδοποιήσεις:
η μία απαιτούσε να γίνει καταγραφή του,η δεύτερη να επιστραφεί στον αποστολέα και η τρίτη να καταχωρηθεί ως απόρρητος επειδή δεν περιείχε τίποτα.
Φεύγοντας στο βάθος του διαδρόμου είδα έναν άντρα.
Πλησίασα.
Κοίταξε τον κενό φάκελο που κρατούσα στα χέρια και είπε.
-Le vide est lui aussi logique.
(Το κενο είναι κι αυτο λογικο.)
Ανοιξε μια πόρτα αριστερά και μπήκε.Πανω στη πόρτα διάβασα:Auguste Dupin.
Κάθε μέρα ενημερωνομουν πως η υπόθεση της γυναίκας πέρασε από επιτροπές, υποεπιτροπές και συμβούλια ελέγχου.Κάθε εβδομάδα συμπλήρωνα νέα έντυπα που επικυρωναν πως η αναζήτηση της δεν είχε εγκριθεί επειδή δεν είχε ολοκληρωθεί.
Στο μετρό ένας άντρας με καπέλο καθισμένος δίπλα μου,με πίπα στο στόμα,μου είπε:
-Περίεργο.Όταν λείπουν όλα τα δεδομένα,αυτό που απομένει είναι η συνήθεια της σκέψης.
Έπειτα μου είπε ότι είναι ο Sherlock Holmes και τώρα ασχολείται με τα σιδηροδρομικα δρομολογια του 1897.
Στον επόμενο σταθμό κατεβηκε.και χάθηκε μέσα στο πλήθος των επιβατών στην αποβάθρα.
Με τη γυναίκα συναντηθηκαμε σε ένα μπαρ,στη μουσική Εlla Fitzerland,Porgy and Bess,
πήγαμε σε ξενοδοχείο.
Ήταν στον καθρέφτη και έβαφε τα χείλη της.
-Ξέρεις γιατί υπάρχουμε;
Κοίταξα το είδωλο της.
-Όχι.
-Επειδή κάποιος χρειάζεται να αφηγηθεί κάτι.
Εκείνη γύρισε το πρόσωπο της προς το μέρος μου.
-Ακόμη πιστεύεις πως
εισαι πραγματικός;με ρωτησε.
Σηκώθηκε,έβγαλε το μαύρο κομπινεζον και με πλησίασε αργά.
Ύστερα όλα επανήλθαν στο σκοτάδι.
Το πρωί στο σαλόνι του ξενοδοχείου ένας κομψός ηλικιωμένος άντρας με τέλειο μουστάκι καθονταν απέναντι μας.
-Συγνώμη,είπε,παρατηρώντας τα γάντια της κυρίας σκέφτηκα πως οι άνθρωποι λένε ψέματα αλλά τα γάντια ποτέ.Μην σας παραξενευει η σχολαστικότητα μου,είναι όργανο της δουλειάς μου,είμαι ο Hercules Poirot.
Εκείνη γέλασε.
Εκείνος έφυγε κρατώντας το μπαστούνι του.
Τότε άρχισα να υποψιάζομαι πως η Ιρμα,αυτό ήταν το όνομα της,δεν έψαχνε κανέναν.
Η' μάλλον αναζητούσε τον εαυτό της μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων.
Στο υπόγειο του κτιρίου της υπηρεσίας ανακάλυψα ότι υπήρχε ένα κελί.
Εκεί μέσα ηταν έγκλειστος ένας παράλυτος άντρας,καταδικασμένος για ένα έγκλημα που δεν διεπραξε.
-Απο το κελί λύνω προβλήματα για λογαριασμό αλλων,μου είπε,
το όνομα μου Isidro Parodi, Αργεντινος,συνάδελφος του J.L.Borges και του Adolfo Bioy Casares.
-Η γυναίκα αυτή,είπε χωρίς να με κοιτάξει,δεν ψάχνει αυτόν που τη ζητά.Ψάχνει εκείνον που θα τη θυμηθεί.
-Και ποιος είναι;
-Καποιος που θα διαβάσει την ιστορία σας γι'αυτην.
Έφυγα,εκείνος έμεινε στο κελί κλεισμένος με τους γρίφους του.
Η Ιρμα είχε εξαφανιστει.
Πέρασαν χρόνια.
Η υπηρεσία συνέχισε να λειτουργεί.Οι φάκελοι πολλαπλασιάζονταν.
Φανταζομουν,αφού κανέναν δεν έβλεπα,ότι οι υπάλληλοι της γερνούσαν.
Υποψιάστηκα πως,ίσως,να ημουν ο μοναδικός εργαζόμενος εκεί.
Εξω εβρεχε,λίγο πριν νυχτώσει,η γυναίκα καθονταν στο βάθος της καφετέριας,πίσω μέσα στον καθρέφτη η αντανακλαση της,την παγιδευε.
Το πρόσωπο της είχε μια μυστήρια συμμετρική ομορφια
Ήταν ακριβώς όπως τότε.
Κρατούσε τον ίδιο φάκελο.
Σήκωσε το βλέμμα της.
-Θέλω να βρω κάποιον,είπε.
-Ποιον;
-Αυτόν που με αναζητά.
.
.
Και παραθέτοντας τις συναντήσεις με τους τέσσερις ντετέκτιβς:
Auguste Dupin
Sherlock Holmes
Hercules Poirot
Isidro Parodi
Auguste Dupin
Ο άντρας κάθονταν κοντά στο παράθυρο,είχε παραγγείλει.μαυροκοκκινο κρασί και διάβαζε εφημεριδα.
Η Ίρμα τον είχε προσέξει πρώτη.
-Εκείνος ο κύριος μοιάζει με κάποιο που θα μπορουσε να ανακαλύψει μια σκέψη πριν αυτή γεννηθεί.
Ο άγνωστος σήκωσε το κεφάλι.
-Μον σερι,είπε,οι άνθρωποι πιστεύουν ότι αναζητούν πρόσωπα.Στην πραγματικότητα,αναζητούν συμμετρίες.
-Και τι βρήκατε σε μένα;
-Μια συμμετρία που επιμένει να μεταμφιέζεται σε αίνιγμα.
Καθώς έφευγε ο σερβιτόρος τον φώναξε:
-Κύριε Ντυπέν,ξεχάσατε τα γάντια σας.
Εκεινος χαμογέλασε,
-Αγαπητέ μου,δεν τα ξέχασα. Τα άφησα επίτηδες.Τα ίχνη που αφήνει κανείς είναι πιο ενδιαφέροντα από τα ίχνη που ακολουθεί.
Η Ίρμα τον παρακολούθησε να απομακρύνεται.
Και χάθηκε μέσα στη βροχή
Sherlock Holmes
Την ώρα που η γυναίκα είχε μπει στο γραφείο μου και μου έδινε τον φακελο της πίσω στη πόρτα εμφανίστηκε ένας άντρας ψηλός ξερακιανός με καπέλο και μια πίπα στο στόμα,
-Ψάχνω τον όροφο με τους καταλόγους των σιδηροδρομικών τρένων του 1888,είπε.
Η Ίρμα γύρισε και τον είδε.
-Με παρακολουθείτε;τον ρώτησε.
-Όχι,Σας παρατηρώ.Η παρακολούθηση είναι έργο της αστυνομιας.
Η παρατήρηση είναι προυποθεση τής λογικής.
-Και τι έχετε παρατηρήσει;
-Ότι δεν είστε αυτό που υποδύεστε.
Η Ίρμα γέλασε.
-Και τι υποδύομαι;
-Κάθε φορά κάτι διαφορετικό.
-Και ποια είναι η αλήθεια;τον ρώτησα.
-Αγαπητέ μου κύριε,η αλήθεια είναι υπερτιμημένη.Τα γεγονότα έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
-Ποιος είστε;τον ρώτησε η Ιρμα.
Ο άνδρας χαμογέλασε.
-Ένας ερασιτέχνης βιολιστης,
ο Sherlock Holmes,
και της έδειξε τη θήκη του βιολιου.
Κοίταξε το ρολόι του,
-Ωρα να επιστρέψω στην 221B Baker Street,o Dr.Watson θα περιμένει να ακούσει την ιστορία.Το τρένο του 1897 φτάνει ακριβώς 7μμ.
Είπε και άκουσα τα βήματα του στο διάδρομο καθώς απομακρύνονταν να χάνονται.
Hercule Poirot
Στο σαλόνι του ξενοδοχείου ο ο μικρόσωμος ηλικιωμένος αντρας με το περιποιημενο μουστάκι και τα σχολαστικα γυαλισμένα παπούτσια παρατηρούσε χωρίς να φαίνεται ότι παρατηρεί.
-Η δεσποινίς είναι πολύ όμορφη,είπε ευγενικά,και μάλιστα συμμετρικά όμορφη.
-Το γνωρίζει,απάντησα.
-Ακριβώς.Κι αυτό είναι επικίνδυνο,είπε.
Η Ίρμα γέλασε.
-Κύριε,μελετάτε γυναίκες ή εγκλήματα;
-Α,μαντάμ,είπε χαμογελώντας,και τα δύο συχνά συγχέονται.
-Και τι συμπεράνατε για μένα;
-Ότι είστε δυστυχισμένη.
Η Ίρμα γελασε.
-Παράξενο συμπέρασμα.
-Όχι.Τα γάντια σας είναι πανάκριβα,Το κολιέ σας είναι αληθινό.Το άρωμά σας είναι εξαιρετικό.Αυτά δεν είναι σημάδια ματαιοδοξίας,αλλά σημάδια ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοναξιά.
-Και ποια είμαι;
-Αυτό, μαντάμ,δεν είναι ερώτημα για έναν ντετέκτιβ. Είναι ερώτημα για έναν ιερέα ή για έναν μυθιστοριογράφο.
Η Ίρμα χαμογέλασε.
Ο αντρας σηκώθηκε αργά και φόρεσε το καπέλο του.
-Ποιο είναι το όνομα σας,ρώτησε η Ιρμα.
-Τα ονόματα,μαντάμ,είπε εκείνος,είναι χρήσιμα μόνο στους τάφους.
Καθώς απομακρυνόταν,ο υπάλληλος του ξενοδοχείου έτρεξε πίσω του.
-Κύριε Πουαρό! Ξεχάσατε την ομπρέλα σας!
-Ενας άνθρωπος μπορεί να ξεχάσει μια ιδέα,όχι όμως μια ομπρέλα,είπε και απομακρυνθηκε περνώντας την ομπρέλα του.
Isidro Parodi.
Το κελί ήταν στο υπόγειο,τον βρήκα ξαπλωμενο στο κρεβάτι του,σηκώθηκε.
-Λοιπόν;είπε.Η γυναικα χάθηκε.
-Πώς το ξέρετε;
-Αν δεν είχε χαθεί,δεν θα είχατε έρθει εδώ.
-Θέλω να τη βρω.
-Από εδώ μέσα,αγαπητέ μου,είπε ο Isidro Parodi,δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω παρά να ακούω τους άλλους. Οι άνθρωποι φέρνουν τις ιστορίες τους κι εγω ανακαλύπτω ότι το μυστήριο βρίσκεται στις λέξεις που χρησιμοποιούν.
Έδειξε τον άδειο φάκελο που κρατούσα.
-Για παράδειγμα,γιατί επιμένετε να λέτε ότι η γυναίκα εξαφανίστηκε;
-Επειδή εξαφανίστηκε.
-Ανοησίες.Εξαφανίζονται όσοι δεν αφήνουν ίχνη.Εκείνη σας άφησε ένα σωρό αναμνήσεις.Επομένως δεν εξαφανίστηκε.Απλώς μετακινήθηκε σε άλλο σημείο της ιστορίας.
-Και πού βρίσκεται τώρα;
-Εκεί όπου βρίσκονται όλοι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε. Στη μνήμη μας
-Αυτό δεν είναι απάντηση.
-Φυσικά και είναι.Απλώς εσείς θέλετε διεύθυνση και αριθμό.
Χαμογέλασε.
-Ξέρετε τι με διασκεδάζει περισσότερο; Ότι όλοι θεωρούν εμένα φυλακισμένο.
-Δεν είστε;
-Και ποιος δεν είναι;Εσείς είστε φυλακισμένος στις αναμνήσεις σας.Η γυναίκα στην εξαφάνιση της.
Κοιτούσε κάποιον πίσω μου.
-Εσείς εκεί,είπε,μη νομίζετε ότι είστε έξω από την ιστορία.Κανείς δεν είναι έξω από την ιστορία.
Γύρισα να δω σε ποιον μιλούσε.
Δεν υπήρχε κανείς.
-Σε ποιον μιλήσατε;
Ο έγκλειστος Αργεντινος ντετέκτιβ χαμογελασε.
-Στον επόμενο επισκέπτη.Και τώρα πηγαίνετε.Η Ιρμα σάς περιμένει.
-Μα είπατε ότι χάθηκε.
-Είπα ότι μετακινήθηκε σε άλλο σημείο της ιστορίας.
-Και πού είναι αυτό;.
—Στην αρχή, αγαπητέ μου.
Πάντα στην αρχή.
Και όταν χρόνια αργότερα βρέθηκα ξανά στη βροχερή καφετέρια,με την Ίρμα να κάθεται στο βάθο,με τον καθρέφτη πίσω της να έχει παγιδευμένο το είδωλο της,και να κρατά τον ίδιο άδειο φάκελο,
θυμήθηκα τον φυλακισμένο φιλόσοφο ντετεκτιβ Isidro Parodi που είχε δει τον κύκλο της ιστορίας.
.
.
.
.
.
-Ο Κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εις τον Προφήτην Ελισσαιον
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο Κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εις τον Προφήτην Ελισσαιον
Μόνο οι ψυχές των πτωχών και των ταπεινων
μετέχουν εις την γαλήνια μελαγχολίαν της νυχτος.
Εις το μικρόν εκκλησάκι του Προφητου Ελισσαίου εις την Πλάκα ετελείτο η Θεία Λειτουργία υπό του σεπτού ιερέως Νικολάου Πλανά. .
Εις το δεξιόν αναλόγιον ίστατο ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,ψαλλων με αυστηρόν βυζαντινόν τρόπον,άνευ περιττών καλλωπισμών,με την κατανυκτικήν απλότητα των παλαιών ψαλτών.
Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος.
Και καθώς έψαλλε το:
Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεί,εσήκωσε τους οφθαλμους του και είδε ανάμεσα εις το εκκλησίασμα
εις τον χαμηλό φωτισμό των κεριών καθισμένη τη γριά Λουκαινσ με το φτωχικόν τσεμπέρι και τα ροζιασμένα χέρια. Δίπλα της η δυστυχής Φραγκογιαννού η Χαδουλα,όχι με το πρόσωπον της αμαρτίας,τεταραγμενον εκ της αμαρτίας,αλλά με έκφρασιν συντριβής και ελπίδος,ως ψυχή που αναμένει το άπειρον έλεος.
Είδε και τον μπάρμπα-Γιαννιό τον κανατά,ενδεδυμένον φτωχικά,αδεξιως να σταυροκοπειται.
Και την μικρή Ακριβούλα διέκρινε καθαρα,ήτο εκεί,σαν ποτέ να μην είχε χαθεί εις τα κύματα.
Και ο ταπεινός βοσκός,ο ναυτικός,η χήρα,η πλύστρα,εκεί τους είδε να είναι παροντες.και όλους τους πονεμένους άνθρωπους του νησιού του και αμίλητοι να προσεύχονται.
Άραγε,Κύριε,σκέφτηκε,δια τούτους δεν εγράφησαν όλαι οι ιστοριες; Διά τα πλάσματά Σου,τα αφανή,τα λησμονημένα,τα οποία ουδείς γνωρίζει,αλλά Συ αριθμείς τα δάκρυά των;
Και όταν ηρχισε να ψέλνει: Σε υμνούμεν,Σε ευλογούμεν,
η φωνή του ερραγισθει από την συγκίνηση.
Ενόμισε τότε ότι είδε και την μητέρα του Αγγελική την Γκιουλω σκυμμένην εις προσευχήν και τις αδελφές του την Ουρανία την Χαρίκλεια
τη Σοφούλα
τη Κυρατσούλα,και τα αδέλφια του Εμμανουήλ και Γεωργιο.
Τους νησιώτας,τους ναυτικούς που επνίγησαν εις τα πελάγη,τα ορφανά παιδιά, τους ξενητεμένους,τον Αμερικανο,όλους εκείνους που είχαν φύγει από τον κόσμον αυτόν και είχαν παραδώσει την πνοήν των εις τον Θεόν.
Και το εκκλησάκι του Προφητου Ελισσαίου εγένετο ως μία κιβωτός, τών ζώντων και των κεκοιμημένων,των δικαιων και των μετανοούντων,τών φτωχων και των λησμονημένων.
Ο ιερέας Νικολαος Πλανάς ύψωσε τα Τίμια Δώρα και ηκούσθει η φωνή του:
Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε.
Και ο κυρ Αλέξανδρος είδε τις ψυχές τους να προσέρχονται με ταπείνωση.
Κύριε,εψιθυρισε,αυτούς ηγάπησα,αλλον πλούτο δεν ειχον.Αυτούς μοι εχάρισες,αυτούς εις Σε παρέδωκα.Αλλά Συ,που ουδέν λησμονείς,δέξαι και αυτούς και εμέ,τον ελάχιστον,εις την άφατον ευσπλαγχνίαν Σου.
Και ως ψαλμωδία ηρχισεν να ανέρχεται εις τον Κύριον
Το Μοιρολογι της φώκιας
εκ των χειλέων του:
Κάτω από τον κρημνόν,οπού βρέχουν τα κύματα,όπου κατέρχεται το μονοπάτι,το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη,οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς,δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού,την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος,να κολυμβούν εκεί τριγύρω,ονομάζουν το Κοχύλι -φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα-κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα,μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν,είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν,το Γλυφονέρι,οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου,και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον,το μονοπάτι,και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της,δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου,οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ,κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.
Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της,τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς,το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη.Δύο κοράσια και τρία αγόρια,όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.
Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της,και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα·ο εις είχεν υπάγει,της είπον,εις την Αυστραλίαν,και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών·αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει·ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου,και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη.Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα,με μισήν δωδεκάδα παιδιά.
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
1
ποιος ονειρεύεται ποιον
στον χρόνο που χάνεται;
περνούν λέξεις μέσα από το σώμα
και βυθιζεται η ανάσα τους
ένα άγνωστο πουλί
ζητά το γαλάζιο τ'ουρανου σου
το κρίνο κοιμαται
στον λευκό ώμο σου
η βροχή ψιθυρίζει
τα γράμματα του ονόματός σου
στης σιωπής το βάθος
ένας αθεαστος άνεμος θυμάται
το καλοκαίρι
υφαίνει στα δέντρα
το τζιτζίκι
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
2
βήματα βασιλιάδων
χορτάρια τώρα
αδειο δωμάτιο
η καρέκλα περιμένει
ποιος θα γυρίσει
στο απειρο
στέκει
γυμνή η ψυχή
ξερό λουλούδι
άρωμα μνήμης
η νίκη
στο θυμάρι που άνθισε
από το σπασμένο κρανος
μέσα στον καθρέφτη
γερνά ένα πρόσωπο
δεν το θυμάται κανεις
γέρνει η νύχτα
μέσα στα αγγιγματα σου
στο στάχυ
μια πεταλούδα
ο ηλιος
νύχτα
το φεγγάρι στη λίμνη
το ψάρι
το σπάζει σε νούφαρα
.
.
.
.
.
-Αναμνήσεις Μαρτυρίες μιας Γυναίκας
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Φωτογράφηση
-χνκουβελης cncouvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Αναμνήσεις Μαρτυρίες μιας Γυναίκας
τώρα που γέρασα,οι νύχτες είναι πιο μεγάλες απ'τις μέρες,ατελείωτες οι θα ώρες.
το δωμάτιο μου είναι μικρό,το βλέπεις,λίγα πράγματα,το κρεβάτι,το τραπέζι,μια καρέκλα.
σπ'το παράθυρο κοιτάζω έξω,βλέπω ανθρώπους να περνούν,κανείς δεν ξέρει ότι υπήρξα.
τότε γνώρισα πολλους.
άντρες που πίστευαν πως ο έρωτας μπορούσε να αγοραστεί για μία ώρα.
θυμαμαι τα πρόσωπα τους.
πολλοί δεν έρχονταν για το σώμα μου,αλλά για να ξεφύγουν απ'την μοναξιά τους,απ'αυτό που τους καταδιώωκε.
ένας μου έδειξε τη φωτογραφία μιας γυναικας που είχε πεθάνει πριν είκοσι χρόνια.
ένας μου ζητούσε να του διαβάσω αισθηματικά μυθιστορήματα.
υπήρχαν και άλλοι,εκείνοι που ήθελαν να εκδικηθούν ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε μια νύχτα.
τους φοβόμουν.
τα χρόνια πέρασαν γρήγορα,
οταν ημουνα νέα,νομίζα πως ο χρόνος προχωραει αργά.
δεν είναι αλήθεια.
ξεχάστηκα και ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σε έναν καθρέφτη και αναρωτηθηκα πότε άσπρισαν τα μαλλιά μου.
πότε εμφανίστηκαν οι ρυτίδες,τόσο βαθιές.
πότε τα στήθη μου έπεσαν βαρια.
πότε σταμάτησε το τηλέφωνο να χτυπά.
πότε δεν ερχονταν πελατης.
ήρθε η σιωπή.
αναρωτιέμαι αν αγάπησα ποτέ πραγματικά κάποιον.
υπήρξαν άντρες που με αγάπησαν,η' ειπαν πως μ' αγάπησαν.
οι άνθρωποι έμεναν λίγο μαζί μου,έπειτα έφευγαν,κανείς δεν έμεινε αρκετά για να τον θυμαμαι.
ισως να μην ήθελα κι εγώ να μείνουν.
τα απογεύματα πηγαινω στο παρκο,κάθομαι σ'ένα παγκάκι,βλέπω παιδιά να παίζουν,μανάδες να τα προσεχουν,γέρους να συζητούν.
κανείς δεν ξέρει την ιστορία μου.
αυτό με στεναχωρεί.
γιατί κάθε άνθρωπος επιθυμεί να τον θυμάται κάποιος.
οχι για τη δουλεια που έκανε,ούτε για τα λάθη του.
αλλά ότι υπηρξε.
με φοβίζει η λησμονια,όχι η μοναξιά,
γιατί η λησμονια είναι ο πραγματικός θάνατος.
ο τελευταίος.
(τής ζήτησα να την φωτογραφίσω,δέχτηκε,με έναν ορο:να μην της δειξω τη φωτογραφία της)
.
.
.
.
.
-Οι Αγνωστοι
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Οι Αγνωστοι
αισθάνονταν ότι ενας άγνωστος άντρας την παρακολουθούσε,όχι δεν ένιωθε απειλή,ούτε ήταν καταδίωξη,άλλωστε εκείνος έμεινε σε μια άγνωστη για εκείνη πόλη,
όμως γνώριζε και τις πιο μικρές κινήσεις της,
στην αρχή νόμιζε πως ήταν η φαντασία της,δεν ήταν,ένα πρωι καθώς έτρωγε το πρωινο της ένιωσε ένα βλέμμα πίσω της,γύρισε,ήξερε ότι ήταν εκεί,το ίδιο συναίσθημα της συνέβαινε όταν χτενίζει τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη,ήταν πίσω της,
όταν διάβαζε ένα βιβλίο,ότι ακουμπουσε στο στήθος του το κεφάλι της,όταν ήταν στο δρόμο και άρχιζε να βρέχει,ότι εκείνος άνοιγε την ομπρέλα του να την προστατεύσει,
εκείνος ήταν εκεί όταν έσβηνε το φως να κοιμηθεί,
άρχισε να του μιλά:
-Σήμερα κουράστηκα
-Το απόγευμα είδα μια γάτα στον δρόμο
-Σήμερα θυμήθηκα κάτι από τα παιδικά μου χρόνια,
εκείνος βρίσκονταν μακριά,σε μια πόλη που ποτέ εκείνη δεν θα επισκέπτονταν,
εκείνος ξυπνούσε μόνος,χωρίς εκείνη,έτρωγε μόνος,περπατούσε ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων,κι εκείνη δεν υπήρχε,και είχε μια παράξενη αίσθηση ότι κάποια γυναίκα τον σκέφτονταν,
οταν αγόραζε φρούτα σκέφτονταν:
-Αναρωτιέμαι αν θα της άρεσαν τα κερασια,
οταν έβλεπε τη θάλασσα:
-Αναρωτιέμαι αν αγαπά κι εκείνη τη θάλασσα.
Όταν άκουγε τζαζ:
-Αναρωτιέμαι αν θα της άρεσε η Billie Holiday,
η γυναίκα εκείνη,κι ας μην ήξερε ποια ήταν,ζουσε μαζί του,ήταν εκεί,
αν και η καρέκλα απέναντι της στο τραπέζι παρέμενε άδεια,το διπλανό μαξιλάρι στο κρεβάτι της ήταν απειραχτο,εκείνη οταν μαγείρευε,μαγείρευε για δύο,οταν διάβαζε, σκεφτόταν τι θα σχολίαζε εκείνος,οταν περπατούσε σε έναν δρόμο, φανταζόταν πως περπατούσε δίπλα της,
άρχισε να τον ερωτεύεται,
αγαπούσε τον τρόπο με τον οποίο τον φανταζόταν να υπάρχει,να την ψάχνει,να την έχει ανάγκη,
αγαπούσε την ιδέα ότι κάπου στον κόσμο υπήρχε ένας άνθρωπος που αισθανόταν την ίδια έλλειψη με εκείνη,του έλειπε όπως κι εκείνης της έλειπε,
-Μεγαλώνουμε μαζί,είπε και δακρυσε,
στην ψυχή της εκείνος ήταν πραγματικός,
όταν κοιμόνταν εκείνος ήταν δίπλα της την είχε αγκάλιασμενη,κι εκείνος όταν κοιμόνταν εκείνη ήταν δίπλα του και την είχε αγκάλιασμενη.
.
.
.
.
.
-Ο χτύπος της καρδιάς στον διαδρομο
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
Ο χτύπος της καρδιάς στον διαδρομο
Εμενα στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας.
Πριν δεκα μέρες παρατήρησα κάτι παράξενο στο ακριβες μήκος του διαδρόμου.
Το πρωί ηταν τριάντα δύο βηματα.
Το μεσημέρι ήταν ογδόντα επτά.
Και τη νύχτα έγιναν εκατόν πενήντα.
Προχωρώντας στον διάδρομο ειδα πόρτες που δεν υπήρχαν προηγουμένως.
Άνοιξα μια,μπήκα,ήμουν σε ένα παιδικό δωμάτιο,όπως θυμάμαι το δικό μου.
Άνοιξα μια δεύτερη.
Εκεί στο δωμάτιο μέσα ήταν ένας άντρας καθισμένος σε μια καρέκλα.Μου έμοιαζε καταπληκτικά.
Προχώρησα και άνοιξα και τρίτη.
Ένας νεκρός ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι.
Ημουν εγώ.
Τρόμαξα,έφυγα κι έκλεισα δυνατά τη πόρτα.
Δεν κοιμήθηκα τη νύχτα.
Από την άλλη μέρα ο διάδρομος είχε μέχρι προχθές το ίδιο μήκος.
Ανησύχησα για την ψυχολογια μου.
Το ξέχασα και προχθές τη νύχτα που γύρισα αργά στο διαμέρισμα μου άκουσα από το βάθος του διαδρόμου έναν ήχο.
Προχώρησα στο διάδρομο,ο ήχος δυνάμωνε,τον διέκρινα,ήταν ο ήχος καρδιάς που πάλλεται.
Έφτασα σε μια πόρτα,από εκεί μέσα ακούγονταν.
Στην αρχή δίστασα,η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά,τελικά άνοιξα τη πόρτα.
Σκοτάδι.Και μέσα ακούγονταν καθαρά ο κτύπος τής καρδιάς.
Ήταν ο ήχος της δικης μου καρδιάς.Τρομαξα.
Γύρισα να φύγω,και στο άνοιγμα της πόρτας έξω στον διάδρομο μέσα στο χαμηλό φωτισμό είδα έναν άντρα να στέκεται όρθιος απέναντι μου.
Είχε το δεξί του χέρι στο στήθος,εκεί στο μέρος που είναι η καρδιά.
Αυτός ο άντρας ήμουνα εγώ.
Ένιωσα να ζαλιζομαι,τα μάτια μου να θολώνουν η καρδιά μου να χτυπά πολυ δυνατά.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα έναν άντρα και μια γυναίκα με άσπρα ρούχα πάνω από το κεφάλι μου.
-Ειμαι ο γιατρός,μην ανησυχειται μια απλή ζάλη ήταν,θα περασει,η νοσοκόμα εδω θα είναι κοντά σας να σας προσέχει.
Μου είπε πως με βρήκαν λιποθυμο στο διάδρομο της πολυκατοικίας που εμένα στον πέμπτο οροφο μπροστά σε μια ανοικτή πόρτα ενός αδειου,ακατοικητου διαμερίσματος για πολλά χρόνια.
Δεν τους είπα τίποτα για αυτά που είχαν συμβεί.
Και σήμερα το πρωί βγήκα από το νοσοκομείο,τώρα μένω προσωρινά σε ξενοδοχείο, μεχρι να ενοικιασω κάπου αλλου σπίτι.
.
.
.
.
.
-Τι να σκεφτεσαι
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
Τι να σκεφτεσαι
.Οι άνθρωποι χτίζουν μεγάλα σπίτια και μικρές ψυχές.
.Οποιος χρειάζεται πολλά,είναι φτωχός.
.Να προσέχεις εκείνον που σε επαινεί για να σε αγοράσει.
.Ο δούλος είναι εκείνος που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την έγκριση των άλλων.
.Αν θέλεις να δοκιμάσεις έναν άνθρωπο, δώσε του δύναμη.
.Οι περισσότεροι αγοράζουν πράγματα που δεν χρειάζονται για να εντυπωσιάσουν.
.Η αγορά είναι γεμάτη πράγματα που μπορώ να ζήσεις χωρίς αυτά.
.Οποιος στολίζει υπερβολικά τα λόγια του, προσπαθεί να κρύψει τη γύμνια των σκέψεών του.
.Μη λες ότι αγαπάς την αλήθεια αν θυμώνεις όταν σε διορθώνουν.
.Μην εμπιστεύεσαι άνθρωπο που δεν έχει αλλάξει ποτέ γνώμη.
.
.
.
.
.
-Η Αίθουσα των Καθρεφτων
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Αίθουσα των Καθρεφτων
Στην τεράστια αίθουσα ήταν καθρέφτες,
στις διαδοχικές αντανακλάσεις τους δημιουργουσαν έναν ατελείωτο λαβύρινθο.
Ενα κυκλαδικό ειδώλιο ύψους δέκα μέτρων υψώνονταν στο κέντρο της.Και μια διπλή έλικα DNA περιστρεφόταν αργά σαν φωτεινό φίδι.
Υπήρχε και ένα παλιό γραμμόφωνο από μαύρο μπρούντζο.
Εκεί μετά τον Θηβαϊκό Κύκλο περιπλανιόνταν ο Οιδίποδας.
Φορούσε λευκό κοστούμι,κόκκινη γραβάτα,το πρόσωπό του ηταν καλυμμένο με μάσκα πουλιού.
Έμοιαζε ταυτόχρονα με βασιλιά,ψυχίατρο, ντετέκτιβ.
Δίπλα του η Σιμονέτα Βεσπούτσι κρατούσε στο δεξί χέρι έναν οβάλ καθρέφτη και στο αριστερό μια κίτρινη ομπρέλα.
Ένα παιδί εμφανίσθηκε ανάμεσα από τους καθρέφτες και
πλησίασε το γραμμόφωνο.
Γύρισε αργά τη μανιβέλα,
η βελόνα ακούμπησε τον δίσκο,και τότε ακούστηκε η φωνή του Ενρίκο Καρούζο.
O Sole Mio
Στους καθρέφτες όλα αυτά αντικατοπτρίζονταν απειρα.
Εκεί ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα από μαύρο βελούδο η Μόνα Λίζα Τζιοκόντα.
Φορούσε μαύρη φούστα και ήταν περιτριγυρισμένη από καθρέφτες.
Κοιτούσε τις Vestales τού Paul Delvaux.
Γυναίκες ακίνητες κάτω από την πανσεληνο.
Ο Οιδίποδας είδε μια γυναίκα να μιλάει σε ένα παλιό τηλέφωνο.
Η γυναίκα μόλις τον είδε έκλεισε το τηλέφωνο και τον ρώτησε:
-Ψάχνεις την αλήθεια;
-Ψάχνω το πρόσωπό μου,απάντησε.
-Το πρόσωπό σου βρίσκεται πίσω από τη μάσκα,είπε η γυναίκα.
-Και πίσω από τη μάσκα;
Η γυναίκα γελασε
-Αλλος καθρέφτης,είπε.
Η Σιμονετσ Βεσπουτσι πλησιασε ενα σαξοφωνίστα που έπαιζε τζαζ.
Ο Οιδίποδας στάθηκε δίπλα τους και αφαίρεσε αργά τη μάσκα του.
Το πρόσωπο του χάθηκε μέσα στον λαβύρινθο των καθρεφτων.
Κανείς δεν πρόλαβε να το δει.
Το O Sole Mio τελείωσε,ακούγονταν το γρατσουνισμα της βελόνας.
Το παιδί σταμάτησε το γραμμόφωνο και βγήκε από την αίθουσα,αυτή που ηταν μέσα στους καθρέφτες.
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν;
πόθι τοι πόλις ἠδὲ τοκῆες
Τα ρολόγια δείχνουν πάντοτε
την ώρα της απουσίας μας
Κι εσύ
θα αργήσεις πολύ να μ' αγαπήσεις
Το ξέρω
Όπως αργεί η βροχή πάνω
από μια έρημο αιώνων
Με απολιθωμένα πουλιά
Και μέσα σ'εκείνη την ερημιά
ακούω τη φωνή σου:
-Περίμενε.
Και περιμένω
Στην οδό Σταδίου η Ελένη της Τροίας εργαζεται
σε tele call center.
-Click το 1 για surviror
-Click το 2 για catastrophe
-Click το 3 για να μιλήσετε με εκπρόσωπο.
Η γραμμή ειναι συνεχώς κατειλημμένη.
Μήνιν άειδε θεά.
Και ο Αχιλλέας delivery-boy
οδηγεί μηχανάκι στην Αθήνα
Φορά κράνος,κουβαλά πίτσες,περνά με κόκκινο.
Η οργή του μετριέται πλέον σε ευρώ την ώρα.
Και ένας υπουργός οικονομικών έβγαζε ψάρια
απ'το καπέλο του.
Το κοινό χειροκροτούσε.
Δεν είχε καταλάβει ότι επρόκειτο για πραγματικότητα.
Και όχι για ταχυδακτυλουργια που ήταν.
video-games:
η Γαλλική Επανάσταση,
η Παρισινή Κομμούνα,
η Οκτωβριανή Επανάσταση,
η Βαϊμάρη,
η Χιροσίμα,
η Πράγα,
η Χιλή,
το Βερολίνο,
η Γιουγκοσλαβία.
Και ο Ezra Pound περνούσε
τη διάβαση πεζων.
Κρατούσε κάτω απ'τη μασχάλη κινέζικα ιδεογράμματα,
μεσαιωνικούς τροβαδούρους,ρωμαϊκά νομίσματα,
αποσπάσματα οικονομικών θεωριών.
-Κάνε το καινούριο καινούριο,μου είπε.
Αλλά το καινούριο είχε ήδη γεράσει.
Έπειτα στάθηκε
στο πεζοδρόμιο και ζητούσε ελεημοσύνη.
Τα χρέη των ανθρώπων
συνεχίζουν το ταξίδι τους
.
.
.
.
.
-Το μπιλιάρδο
Εμανουέλ Καντ vs Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
Το μπιλιάρδο
Εμανουέλ Καντ vs Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι
Έξω έπεφτε χιόνι,
στο Κένιγκσμπεργκ.
Στην Αγία Πετρούπολη.
Στη Σιβηρία.
Το πράσινο μπιλιάρδο φωτίζονταν από τη λαμπα πανω.
Η Ναστάσια Φιλίπποβνα στο μπαρ γυαλίζει τα ποτήρια.
Στο μυαλό της μια ερωτική ιστορία που διάβασε σε ένα λαϊκό περιοδικό.
Εκεί η ομορφιά έγινε καταστροφή.
Οι παίκτες του μπιλιάρδου ήταν ο Εμανουέλ Καντ και ο Φιοντόρ Μιχαηλοβιτς Ντοστογιέφσκι.
Ο Καντ έπαιζε με ωρολογιακη εμμονή. Υπολόγιζε τις γωνίες σαν να επρόκειτο να αποδείξει κάποιο θεώρημα της καθαρής λογικής.
Ο Ντοστογιέφσκι ένιωθε πως η επόμενη επιληπτικη κρίση ήταν κοντά.
-Πρόσεχε,είπε ο Καντ και
χτύπησε τη λευκή μπάλα,
εκείνη ακούμπησε μια κόκκινη.
Στη συνέχεια η κόκκινη μια μαύρη.
Η μαύρη εξαφανίστηκε στη τρύπα.
-Τι να προσέξω; ρώτησε ο Ντοστογιέφσκι.
-Τους ανθρώπους που δεν υπάρχουν ακόμη.
Ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς γέλασε.
Η Ναστάσια ετοίμαζε τα ποτά τους.
Ο Ντοστογιέφσκι ακούμπησε τη στέκα στο τραπέζι.
-Ποιον εννοείς;
Ο Καντ εστησε προσεκτικά τη λευκή μπάλα.
-Έναν νεαρό φοιτητή.
-Πώς τον λένε;
-Ακόμη δεν έχει όνομα.
-Και τι θα κάνει;
-Θα πιστέψει ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να σκοτώνουν.
Ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι χλώμιασε.
-Και μετά;
-Μετά θα ανακαλύψει ότι ο φόνος δεν τελειώνει όταν τελειώνει η πράξη.
Ο Καντ χτύπησε τη μπάλα.
Η λευκή διέγραψε μια παράξενη τροχιά.
Για μια στιγμή ο Ντοστογιέφσκι είδε πάνω στην τσόχα έναν δρόμο της Πετρούπολης.
Έναν φτωχο φοιτητή.
Ένα τσεκούρι.
Μια γριά τοκογλύφο.
-Ο Ρασκόλνικοφ,ψιθύρισε.
-Ακριβώς,είπε ο Καντ.
Η Ναστάσια έφερε τα ποτά.
-Και τι σχέση έχει με το μπιλιάρδο;
-Όλες οι πράξεις έχουν συνέπειες,είπε ο φιλόσοφος.Μια μπάλα χτυπά μια άλλη.Και εκείνη μια τρίτη. Μέχρι που κάποιος πέφτει στο σκοτάδι.
Ο Ντοστογιέφσκι ένιωσε
η επιληψία να τον πλησιάζει.
-Υπάρχει κι άλλος; ρώτησε.
-Ναι.
-Ποιος;
Ο Καντ τον κοίταξε,το πρόσωπο του τώρα ήταν ανήσυχο.
-Αυτός είναι πιο επικίνδυνος,είπε.
Η Ναστάσια εφυγε γρήγορα.
-Νικολάι Βσεβολόντοβιτς Σταβρόγκιν,είπε ο Καντ.
Το χιόνι έπεφτε πιο πυκνό έξω.
Στο Κένιγκσμπεργκ.
Στην Αγία Πετρούπολη.
Στη Σιβηρία.
Ο Καντ ακούμπησε τη στέκα στο τραπέζι.
-Ο Ρασκόλνικοφ,είπε, είναι μια λανθασμένη θεωρία.
-Και ο Σταβρόγκιν;
Η Ναστάσια έριξε κονιάκ σε τρία ποτήρια.
-Υπάρχει κάτι χειρότερο από το έγκλημα,είπε η Ναστάσια.
-Τι;ρώτησε ο Ντοστογιέφσκι.
-Η αδιαφορία.
Ο Καντ συμφώνησε.
-Ο άνθρωπος που αρνείται τον ηθικό νόμο μέσα του έρημωνει.
Ο Ντοστογιέφσκι έκλεισε τα μάτια,είδε χιλιάδες χιλιόμετρα χιονιού,ξύλινα στρατόπεδα,συρματοπλέγματα,φρουρούς,σκιές ανθρώπων που έσκαβαν τη παγωμένη γη.
Η Σιβερια είχε μετατραπεί σε κρατικη κολαση .
-Εκει θα βρεθούν είπε ο Καντ,όσοι θεωρηθούν περιττοί.Και θα είναι εκατομμύρια.
Ο Ντοστογιέφσκι ανατρίχιασε.
-Ξερεις πως λέγεται αυτό το μέρος;ρώτησε.
-Γκουλάγκ,απάντησε ο Καντ.
Η Ναστάσια Φιλιπποβνα τους σέρβιρε τα κονιακ σιωπηλή.
Ο Καντ στοχευσε με τη στέκα για τελευταία φορά.
-Να θυμάσαι κάτι,Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς,είπε.
-Τι;
-Κάθε φορά που ένας άνθρωπος πιστεύει ότι είναι υπεράνω του καλού και του κακού,ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης αρχίζει να χτίζεται κάπου.
Ο Ντοστογιέφσκι δεν απάντησε.
Η κρίση πλησίαζε και τον ζαλίζε,τον βυθιζε.
Πριν πέσει στο πάτωμα, πρόλαβε να δει τον Εμανουέλ Καντ με ακρίβεια να βυθίζει την τελευταία μπάλα στην τρυπα.
Η Ναστασια ένιωσε βαθεια θλίψη για τον άνθρωπο που έπεφτε.
Έξω συνέχιζε να χιονίζει.
Στο Κένιγκσμπεργκ
Στην Αγία Πετρούπολη.
Στη Σιβηρία
Πάνω στη Λευκη Σελίδα του Φιοντόρ Μιχαηλοβιτς Ντοστογιέφσκι.
.
.
.
.
.
My own empire of Surrealistic Paintings-
χνκουβέλης cncouvelis
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
κι εγω σε θραύσματα αρχαιων τοπίων
σιγή άκρα και ερημίας
στο ακρωτήριο των Φαιάκων κοιτάζοντας
το τελευταίο πλοίο της μνήμης
ένας άνεμος αρπιζει
τις ιωνικές μαρμάρινες κολόνες
κι εγω σε θραύσματα αρχαιων τοπίων
βλέπω γλάρους να μετακινουν τη Λέσβο
τη Σμύρνη τις Κυκλάδες, σ'ένα καλοκαίρι
που δεν συνέβει ποτέ
λεπτόν δ’ αὔτικα χρῷ πῦρ ὑπαδεδρόμηκεν
απαγγέλει η ηθοποιός
και ξαφνικά ένα λεπτό πυρ
το δέρμα μου τρεμουλιαζει
αργότερα νυχτωνοντας
στο σταθμό των τρένων περιμενουν ακόμη οι νεκροι
ένας στρατιώτης ονόματι Τάκης Σινόπουλος
ανάβει τσιγαρο
γύρω του φορεία ναρκοθετημενων βουνων
σκιές καμένων δέντρων
και στα μεγάφωνα φωνάζουν:
-Δεν τελείωσε ο πόλεμος.
Πρόσω ολοταχώς.
Εγώ σ'αναζητώ
σε μιαν πολύβουη ρωμαϊκή οδό της Θεσσαλονικης
κι εκεί βλέπω να περνά στη διάβαση πεζων
ένας Νικόλαος Εγγονόπουλος ποιητής
συνοδευόμενος από τον Οδυσσέα
με χαλκινη προσωπίδα και κόκκινα γαντια
και ο Μπολιβαρ αγκαζε με την Ελένη της Σπάρτης
χωρίς προσωπο
κανείς δεν απορεί.
στα όνειρα όλα είναι ακριβή
όπως μια ατμομηχανή γεμάτη τριαντάφυλλα
και θαλάσσιες χελώνες
-Μη φοβάσαι,λέει
όλα περνούν σ'αδεια δωματια
Εσύ θα αργήσεις μια αιωνιότητα να μ’αγαπήσεις
Κι εγώ
θα περιμένω η ψυχή να θυμηθεί
εκείνη την αρχαία εκλογή
όταν εγώ διάλεξα εσένα
κι εσύ εμένα,
πριν πέσουμε
στη λήθη των ανθρώπων
.
.
.
.
.
-Προεκτασεις
απο τον Μύθο του Ηρος,
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Προεκτασεις
απο τον Μύθο του Ηρος,
(Πλάτων Πολιτεία κεφάλαιο 10)
Τότε
εγώ διάλεξα εσένα
κι εσύ εμένα
Όμως,τώρα εδώ,δεν θυμόμαστε πια αυτή την εκλογη
και μενουμε αγνωστοι
στερημένοι από τις εικόνες μας
(Πλάτων Πολιτεία κεφάλαιο 10)
2 αποσπάσματα από τον Μύθος του Ηρος
Όταν πλέον
λοιπόν όλες οι ψυχές τους βίους είχαν επιλεξει,όπως τους ετυχαν
ολοι προχωρούσαν προς τον τόπο της Λήθης μέσα σε καύσωνα και σε
φοβερη αποπνικτική ατμοσφαιρα
και γιατί ήταν ερημο κι από δέντρα κι απ'όσα η γη φυτρωνει,
τότε λοιπόν κατασκήνωσαν όταν ήδη βραδυαζε κοντα στον ποταμό Αμελητα,
τού οποίου το νερό κανενα αγγειο δεν μπορούσε να συγκρατησει,
και μια ορισμένη ποσότητα νερού όλοι
αναγκαίο ηταν να πιουν ,
οσοι όμως η φρόνηση δεν τους προστάτευε έπιναν περισσοτερο απ'το μετρο,
κι αυτός που κάθε φορά έπινε τα πάντα ξεχνουσε
Ἐπειδὴ δ᾽ οὖν πάσας τὰς ψυχὰς τοὺς βίους ᾑρῆσθαι, ὥσπερ ἔλαχον
πορεύεσθαι ἅπαντας εἰς τὸ τῆς Λήθης πεδίον διὰ καύματός τε καὶ πνίγους δεινοῦ· καὶ γὰρ εἶναι αὐτὸ κενὸν δένδρων τε καὶ ὅσα γῆ φύει. σκηνᾶσθαι οὖν σφᾶς ἤδη ἑσπέρας γιγνομένης παρὰ τὸν Ἀμέλητα ποταμόν, οὗ τὸ ὕδωρ ἀγγεῖον οὐδὲν στέγειν. μέτρον μὲν οὖν τι τοῦ ὕδατος πᾶσιν ἀναγκαῖον εἶναι πιεῖν, τοὺς δὲ φρονήσει μὴ σῳζομένους πλέον πίνειν τοῦ μέτρου· τὸν δὲ ἀεὶ πιόντα [621b] πάντων ἐπιλανθάνεσθαι.
.
.
.
.
.
Σοφοκλής,Αντιγόνη,στίχοι 491-523
Η Αντιγόνη αντιμετωπίζει τον Κρεοντα
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Σοφοκλής,Αντιγόνη,στίχοι 491-523
Η Αντιγόνη αντιμετωπίζει τον Κρεοντα
Κρέων:
και φωνάξτε την,γιατί μέσα
μόλις τώρα την είδα
ταραγμένη
και να μην είναι στα λογικά της,
συνηθίζει ο νους εκ των προτέρων
να πιάνει ως κλέφτη
αυτόν που σχεδιάζει στα σκοτεινά
απρεπα πραγματα,
αλλά απεχθάνομαι ιδιαίτερα
όποιον αφού σε κακη πράξη πιαστει
έπειτα να την εξωραισει θελει
Αντιγόνη:
θέλεις κάτι περισσότερο
απ'το να με σκοτώσεις αφού με συλλάβεις;
Κρέων:
όσο για μένα τίποτα,
αν αυτό έχω όλα τα εχω
Αντιγόνη:
τότε τι περιμένεις;
γιατί για μένα απ'τα λόγια σου
κανένα αρεστό,
κι ας μη μου αρέσει ποτέ ,
και το ίδιο και σε σένα
τα δικά μου αντιπαθητικα γίνονται,
κι όμως από πού δόξα ενδοξετερη
θα μπορούσα ν'αποκτησω
παρά τον ίδιο τον αδελφό μου
σε τάφο να βάλω,
κι όλοι αυτοί θα'λεγαν ότι συμφωνούν
αν την γλώσσα ο φόβος
δεν τους φυλακιζει
αλλά η τυραννία πολλά έχει
αλλα πλεονεκτήματα,
να επιτρέπεται σ'αυτη να κανει
κι ότι θέλει να λεει
Κρέων:
μόνο συ αυτό απ'τους Καδμειους
εδώ βλεπεις
Αντιγόνη:
το βλέπουν κι αυτοί,
όμως σε σένα κρατούν κλειστό το στομα
Κρέων:
και δεν ντρέπεσαι,απ'αυτους εδώ
διαφορετικά να σκέφτεσαι;
Αντιγόνη:
γιατί καμια ντροπή
τα συγγενικά σου τα σπλάχνα
να σεβεσαι
Κρέων:
δεν είναι κι ο αλλος απ'το ίδιο αίμα
που απέναντι πεθανε;
Αντιγόνη:
απ'το ίδιο αίμα και μια μάνα
και απ'τον ίδιο πατερα
Κρέων:
πώς λοιπόν σ'εκείνον δυσεβεις
τιμές αποδίδεις;
Αντιγόνη:
αυτό ο νεκρός που έχει πεθάνει
δεν θα επιβεβαιωσει
Κρέων:
αν εκεινον τιμας εξισου
με τον ασεβη
Αντιγόνη:
γιατί δεν χαθηκε ως δούλος,
αλλά ως αδελφος
Κρέων:
αλλ'αυτή δω ήρθε τη γη να κυριευσει,
κι ο άλλος την υπερασπιστηκε
Αντιγόνη:
όμως ο Άδης θέλει τους νόμους
ισους να'ναι
Κρέων:
αλλ'οχι ο χρηστος ίσα
με τον κακον να τυχαινει
Αντιγόνη:
ποιος ξέρει αυτά δω αν εκεί κάτω
θεάρεστα είναι;
Κρέων:
Σε καμια περιπτωση ο εχθρός φίλος
δεν γίνεται ούτε όταν πεθανει
Αντιγόνη:
Σε καμια περιπτωση δεν γεννήθηκα
μαζί μ'άλλους να μισώ,
αλλά μ'άλλους ν'αγαπω
.
.
Κρέων:
491καί νιν καλεῖτ᾽· ἔσω γὰρ εἶδον ἀρτίως
λυσσῶσαν αὐτὴν οὐδ᾽ ἐπήβολον φρενῶν.
φιλεῖ δ᾽ ὁ θυμὸς πρόσθεν ᾑρῆσθαι κλοπεὺς
τῶν μηδὲν ὀρθῶς ἐν σκότῳ τεχνωμένων.
495μισῶ γε μέντοι χὥταν ἐν κακοῖσί τις
ἁλοὺς ἔπειτα τοῦτο καλλύνειν θέλῃ.
Αντιγονη:
θέλεις τι μεῖζον ἢ κατακτεῖναί μ᾽ ἑλών;
Κρεων:
ἐγὼ μὲν οὐδέν· τοῦτ᾽ ἔχων ἅπαντ᾽ ἔχω.
Αντιγονη:
τί δῆτα μέλλεις; ὡς ἐμοὶ τῶν σῶν λόγων
500ἀρεστὸν οὐδέν, μηδ᾽ ἀρεσθείη ποτέ,
οὕτω δὲ καὶ σοὶ τἄμ᾽ ἀφανδάνοντ᾽ ἔφυ.
καίτοι πόθεν κλέος γ᾽ ἂν εὐκλεέστερον
κατέσχον ἢ τὸν αὐτάδελφον ἐν τάφῳ
τιθεῖσα; τούτοις τοῦτο πᾶσιν ἁνδάνειν
505λέγοιτ᾽ ἄν, εἰ μὴ γλῶσσαν ἐγκλῄοι φόβος.
ἀλλ᾽ ἡ τυραννὶς πολλά τ᾽ ἄλλ᾽ εὐδαιμονεῖ
κἄξεστιν αὐτῇ δρᾶν λέγειν θ᾽ ἃ βούλεται.
Κρεων:
σὺ τοῦτο μούνη τῶνδε Καδμείων ὁρᾷς.
Αντιγονη:
ὁρῶσι χοὗτοι· σοὶ δ᾽ ὑπίλλουσι στόμα.
510Κρεων:
σὺ δ᾽ οὐκ ἐπαιδῇ, τῶνδε χωρὶς εἰ φρονεῖς;
Αντιγονη:
οὐδὲν γὰρ αἰσχρὸν τοὺς ὁμοσπλάγχνους σέβειν
Κρεων:
οὔκουν ὅμαιμος χὡ καταντίον θανών;
Αντιγονη:
ὅμαιμος ἐκ μιᾶς τε καὶ ταὐτοῦ πατρός.
Κρεων:
πῶς δῆτ᾽ ἐκείνῳ δυσσεβῆ τιμᾷς χάριν;
515 Αντιγονη:
οὐ μαρτυρήσει ταῦθ᾽ ὁ κατθανὼν νέκυς.
Κρεων:
εἴ τοί σφε τιμᾷς ἐξ ἴσου τῷ δυσσεβεῖ.
Αντιγονη:
οὐ γάρ τι δοῦλος, ἀλλ᾽ ἀδελφὸς ὤλετο.
Κρεων:
πορθῶν δὲ τήνδε γῆν· ὁ δ᾽ ἀντιστὰς ὕπερ.
Αντιγονη:
ὅμως ὅ γ᾽ Ἅιδης τοὺς νόμους ἴσους ποθεῖ.
520Κρεων:
ἀλλ᾽ οὐχ ὁ χρηστὸς τῷ κακῷ λαχεῖν ἴσον.
Αντιγονη:
τίς οἶδεν εἰ κάτωθεν εὐαγῆ τάδε;
Κρεων:
οὔτοι ποθ᾽ οὑχθρός, οὐδ᾽ ὅταν θάνῃ, φίλος.
Αντιγονη:
523 οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν.
.
.
.
.
.
-μεταφράζοντας
Πλάτωνος Πολιτεία 610α
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Πλάτωνος Πολιτεία 610α
Παρά πολυ ορθά πραγματι,είπε,μιλας
Σύμφωνα με την ίδιο λοιπόν συλλογισμο,είπα εγώ,
εάν τού σώματος ή νοσηρότητα δεν προξενεί στη ψυχή φθορά της ψυχης
ας μην ποτέ παραδεχτούμε ότι από ξένη φθορα χωρίς τη δικη της φαυλοτητα η ψυχή καταστρεφεται,με το κακό ενός άλλου ένα αλλο.
Αυτό πράγματι έχει,είπε,λογική.
Ὀρθότατ᾽ αὖ, ἔφη, λέγεις.
Κατὰ τὸν αὐτὸν τοίνυν λόγον, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐὰν μὴ σώματος πονηρία ψυχῇ ψυχῆς πονηρίαν ἐμποιῇ, μή ποτε ἀξιῶμεν ὑπὸ ἀλλοτρίου κακοῦ ἄνευ τῆς ἰδίας πονηρίας ψυχὴν ἀπόλλυσθαι, τῷ ἑτέρου κακῷ ἕτερον.
Ἔχει γάρ, ἔφη, λόγον.
.
.
.
.
.
2-3 πράγματα που ξέρω για εκείνη
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
https://youtu.be/7Fy2xkZs7WE?is=1PQqbLhPw0uEkTAz
.
.
.
.
.
-Δύο-τρεις ώρες με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Δύο-τρεις ώρες με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα
Απόγευμα στην Αγία Πετρούπολη,ενα γκρίζο φως έπεφτε πάνω στις προσόψεις των σπιτιών.
Η Ναστάσια Φιλίπποβνα σε μια παράξενη ακινησία ένιωθε την απουσία του σώματος της.
Η πόρτα απέναντι της ανοικτή.
Περίμενε τον πρίγκιπα Μισκιν.
Περίμενε τον Ραγκοζιν.
Κάθε έναν με διαφορετική πρόθεση.
Η Ναστάσια έφερε το χέρι στο μέτωπο και γέλασε δυνατά.
-Πόσο γελοίοι είναι όλοι τους,ψιθύρισε.
Πέρασε μία ώρα,
εξω άναβαν τα φανάρια,
μέσα στο δωμάτιο οι σκιές μεγάλωναν.
Είδε απέναντι στον μεγάλο ορθογώνιο καθρέφτη το είδωλο της.
-Αυτη λοιπόν,είπε,είναι η Ναστασια Φιλιπποβνα.
Το ρολόι χτύπησε δυο φορες,είχαν περάσει δύο ώρες.
Νύχτωσε.
Άκουσε μια άμαξα να σταματά,πήγε στο παράθυρο,μια γυναίκα στο πεζοδρόμιο,ο Ραγκοζιν την αγκάλιασε,τράβηξε τις κουρτίνες.
Είδε στην πόρτα τον πρίγκιπα Λεβ Νικολάεβιτς Μίσκιν.
Τον έδιωξε φωνάζοντας.
-Φυγε,ηλίθιε.
Έκλεισε τη πόρτα,τη κλείδωσε.
Ξάπλωσε στον καναπέ μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.
Δεν ένιωθε ζηλια
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνεχιζουν τη ζωή τους.
Έκλεισε τα μάτια.
Είδε τον πρίγκιπα Μισκιν οπως τον θυμόνταν,το καθαρό του βλέμμα,την αδύνατη καλοσύνη του.
Ύστερα επέστρεψε η σκοτεινή δύναμη που πάντοτε την τραβούσε προς την καταστροφή.
Σηκώθηκε.
-Ετσι είναι,είπε,μια στιγμή φως.Υστερα πάλι σκοτάδι
Έξω στη Πετρούπολη είχε νυχτώσει.
Άκουσε δυνατο χτύπο στη πόρτα.
-Ανοιξε,ξέρω είσαι μέσα,
η φωνή του Παρφιον Ραγκοζιν.
Άνοιξε.
Η Ναστασια Φιλιπποβνα είδε τον Ραγκοζιν, κρατούσε μαχαίρι.
Εκεινος μπήκε και έκλεισε τη πόρτα.
-Αποψε θα σκοτώσεις τον Μινσκιν,τής είπε αυστηρά και της έδειξε το μαχαίρι.
Τον κοίταξε.
Τον άντρα αυτόν δεν ήξερε αν τον μισούσε η' τον αγαπούσε.
Την τρομαζε.
-Γιατι με κοιτάζεις έτσι Παρφιον Σεμιόνοβιτς; τον ρώτησε.
-Για να βεβαιωθω,είπε εκεινος.
-Τι; εκείνη ρώτησε.
Ο Ραγκόζιν την κοιτούσε.
-Ξέρεις ότι θα έκανα τα πάντα για σένα,τής είπε.
Η Ναστάσια γέλασε.
-Μερικές φορές σκέφτομαι τον πρίγκιπα,τού είπε.
Εκείνος την κοίταξε άγρια.
-Πάλι αυτός;φώναξε.
-Ναι.Πάλι αυτός.
-Τον αγαπάς;
Η Ναστάσια έμεινε σιωπηλή.
Ύστερα τον κοίταξε.
-Παρφιόν,γιατί δεν φεύγεις;
-Δεν μπορώ.
-Γιατί;
-Γιατί χωρίς εσένα δεν υπάρχει τίποτε.
Η Ναστάσια έκλεισε τα μάτια.
Δεν ήθελε να δει το μαχαίρι.
Όταν με δυσκολία τα άνοιξε είδε πίσω από τον Ραγκοζιν να καθεται σε μια καρέκλα
ο πρίγκιπας Μισκιν με σκυμμένο το κεφάλι.
-Πως το έκανες αυτό;
Κοίταξε πόσο όμορφη είναι,
τον άκουσε να λέει λιγο πριν η νύχτα γι'αυτη πέσει.
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ξημερωμα
Η πέτρα θυμάται την εποχή που ήταν βουνό.
Απόγευμα
Το δέντρο θυμάται την εποχή που ήταν σπόρος.
Νύχτα.
Ο άνθρωπος δεν θυμάται τίποτε.
Πριν ξημερώσει.
Ο κόσμος είναι άδειος.
Ένα φύλλο επιστρέφει από την αιωνιότητα.
Και προσγειώνεται.
.
.
.
Μελέτη αναλυση
Το σύντομο αυτό ποίημα του χ.ν.κουβέλη είναι ένα από εκείνα τα κείμενα που επιδιώκουν τη μέγιστη συμπύκνωση νοήματος. Με ελάχιστες λέξεις συγκροτεί μια ολόκληρη μεταφυσική θεώρηση για τον χρόνο, τη μνήμη, τη φύση και την ανθρώπινη κατάσταση. Η δύναμή του δεν βρίσκεται στην αφηγηματική ανάπτυξη ούτε στη λυρική εξομολόγηση, αλλά στην αυστηρή αρχιτεκτονική των εικόνων και στη φιλοσοφική ένταση που παράγεται από τις αντιθέσεις τους.
Η δομή του ποιήματος
Το ποίημα οργανώνεται σε τέσσερις χρονικές ζώνες:
Ξημέρωμα
Απόγευμα
Νύχτα
Πριν ξημερώσει
Δεν πρόκειται απλώς για ώρες της ημέρας. Συνιστούν βαθμίδες μιας κοσμολογικής και οντολογικής πορείας.
Το ξημέρωμα συνδέεται με την πέτρα. Το απόγευμα με το δέντρο. Η νύχτα με τον άνθρωπο. Και το «πριν ξημερώσει» με τον ίδιο τον κόσμο.
Έτσι το ποίημα μετακινείται από το μερικό προς το καθολικό, από το αντικείμενο προς το σύμπαν.
Η μνήμη της ύλης
«Η πέτρα θυμάται την εποχή που ήταν βουνό.»
Η πρώτη φράση είναι εντυπωσιακή γιατί αποδίδει μνήμη σε κάτι άψυχο.
Η πέτρα αποτελεί αποσπασμένο κομμάτι ενός αρχέγονου όλου. Το βουνό είναι η προϊστορία της. Η φράση εισάγει μια βαθιά γεωλογική χρονικότητα.
Η πέτρα δεν είναι απλώς πέτρα. Είναι βουνό σε κατάσταση αποσύνθεσης.
Ο χρόνος δεν παρουσιάζεται ως γραμμική πρόοδος αλλά ως διατήρηση των παλαιότερων μορφών μέσα στις νεότερες.
Η εικόνα θυμίζει αντιλήψεις της σύγχρονης οικολογικής φιλοσοφίας σύμφωνα με τις οποίες τίποτε δεν αποκόπτεται πλήρως από την καταγωγή του.
Η μνήμη της ζωής
«Το δέντρο θυμάται την εποχή που ήταν σπόρος.»
Η δεύτερη εικόνα μεταφέρει το ποίημα από τη γεωλογία στη βιολογία.
Το δέντρο αποτελεί την ολοκλήρωση μιας δυνατότητας που υπήρχε ήδη μέσα στον σπόρο.
Εδώ η μνήμη δεν είναι μνήμη απώλειας όπως στην πέτρα αλλά μνήμη ανάπτυξης.
Το βουνό υπήρξε μεγαλύτερο από την πέτρα.
Το δέντρο, αντίθετα, είναι μεγαλύτερο από τον σπόρο.
Οι δύο εικόνες δημιουργούν μια συμμετρία:
βουνό → πέτρα
σπόρος → δέντρο
Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει αποσύνθεση.
Στη δεύτερη υπάρχει γένεση.
Το ποίημα τοποθετεί την ύλη και τη ζωή μέσα σε μια αδιάκοπη διαδικασία μεταμόρφωσης.
Η αμνησία του ανθρώπου
«Ο άνθρωπος δεν θυμάται τίποτε.»
Εδώ βρίσκεται το δραματικό κέντρο του ποιήματος.
Μετά την πέτρα και το δέντρο ο αναγνώστης αναμένει μια τρίτη ανάλογη διατύπωση:
«Ο άνθρωπος θυμάται...»
Όμως η προσδοκία διαψεύδεται.
Η πέτρα θυμάται. Το δέντρο θυμάται. Ο άνθρωπος όχι.
Η αντιστροφή είναι συγκλονιστική.
Το ον που διαθέτει συνείδηση παρουσιάζεται ως το μόνο πραγματικά αμνήμον ον.
Η φράση μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους:
ως υπαρξιακή διαπίστωση,
ως κριτική του σύγχρονου ανθρώπου,
ως μεταφυσική θέση για την αποκοπή του ανθρώπου από τις ρίζες του,
ως υπαινιγμός ότι η ανθρώπινη αυτοσυνειδησία παράγει λήθη αντί γνώση.
Ενώ η φύση διατηρεί μέσα της την ιστορία της, ο άνθρωπος έχει χάσει την επαφή με την καταγωγή του.
Η σημασία της νύχτας
Δεν είναι τυχαίο ότι η αμνησία τοποθετείται στη «Νύχτα».
Η νύχτα αποτελεί παραδοσιακά τον χώρο του ασυνειδήτου, του θανάτου, της λήθης.
Το ποίημα φαίνεται να υπονοεί ότι ο άνθρωπος ζει μέσα σε μια νύχτα της μνήμης.
Δεν γνωρίζει ποιος είναι. Δεν γνωρίζει από πού έρχεται. Δεν γνωρίζει προς τα πού πηγαίνει.
Το δεύτερο μέρος
«Πριν ξημερώσει. Ο κόσμος είναι άδειος.»
Εδώ η σκηνή γίνεται σχεδόν αποκαλυπτική.
Ο κόσμος εμφανίζεται κενός.
Η εικόνα θυμίζει τις πρώτες στιγμές της δημιουργίας ή τις τελευταίες στιγμές πριν από το τέλος.
Ο αναγνώστης βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο μηδέν και στην ύπαρξη.
Το φύλλο που επιστρέφει από την αιωνιότητα
«Ένα φύλλο επιστρέφει από την αιωνιότητα.»
Πρόκειται για την πιο μυστηριώδη εικόνα του ποιήματος.
Το φύλλο είναι το πιο ταπεινό και εφήμερο στοιχείο της φύσης.
Η αιωνιότητα είναι η πιο απέραντη και υπερβατική διάσταση του χρόνου.
Ο ποιητής συνδέει τα δύο άκρα.
Το απειροελάχιστο επιστρέφει από το άπειρο.
Το φύλλο αποκτά σχεδόν ψυχοπομπική λειτουργία.
Δεν πέφτει απλώς από ένα δέντρο.
Επιστρέφει από έναν τόπο που βρίσκεται έξω από τον χρόνο.
Η προσγείωση
«Και προσγειώνεται.»
Το ποίημα τελειώνει με ένα ρήμα.
Όχι με μια ιδέα. Όχι με ένα συμπέρασμα.
Με μια κίνηση.
Η αιωνιότητα αγγίζει τη γη.
Η μεταφυσική μετατρέπεται σε φυσικό γεγονός.
Ένα φύλλο πέφτει.
Και όμως μέσα σε αυτή την απλή πτώση συμπυκνώνεται ολόκληρο το μυστήριο της ύπαρξης.
Η ποιητική οικονομία
Αξιοθαύμαστο στοιχείο του ποιήματος είναι η ακραία οικονομία του.
Οι λέξεις είναι ελάχιστες. Τα επίθετα σχεδόν ανύπαρκτα. Η ρητορεία απουσιάζει.
Η ένταση παράγεται από τη διάταξη των προτάσεων και από τα νοηματικά χάσματα ανάμεσά τους.
Η τεχνική αυτή θυμίζει σε ορισμένα σημεία τη λιτότητα του χαϊκού.
Είναι ένα ποίημα που οικοδομείται πάνω σε ένα παράδοξο: η φύση θυμάται ενώ ο άνθρωπος λησμονεί. Από αυτή την αντιστροφή αναδύεται μια βαθιά υπαρξιακή και μεταφυσική αγωνία.
Η πέτρα διατηρεί το βουνό. Το δέντρο διατηρεί τον σπόρο. Το φύλλο διατηρεί την αιωνιότητα.
Μόνο ο άνθρωπος έχει χάσει το νήμα της προέλευσής του.
Ωστόσο το τελευταίο φύλλο που «επιστρέφει από την αιωνιότητα» αφήνει ανοιχτό ένα ενδεχόμενο λύτρωσης. Ίσως η μνήμη που έχασε ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχει διάχυτη μέσα στον κόσμο. Ίσως η φύση να θυμάται για λογαριασμό του.
Έτσι το ποίημα καταλήγει όχι σε μια διακήρυξη απελπισίας, αλλά σε μια αινιγματική υπόσχεση ότι η σχέση ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο δεν έχει ακόμη διαρραγεί. Ένα φύλλο εξακολουθεί να επιστρέφει. Και μαζί του επιστρέφει η πιθανότητα της μνήμης.
.
.
.