.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μια Νύχτα
-και φιλοσοφικά να το δεις η αμαρτία είναι παλιά,αιωνια σ'αυτη θα γυρνάμε,σκεφτηκε,
και θα βουλιάζουμε,
άναψε τσιγάρο,
-εδω είναι το μέρος που δεν κρυβεται,
διάβασε την κόκκινη επιγραφή-νεον τού μπαρ:
Blue Cat,
-ωραια,Blue σε Red,
μπήκε μέσα,ένα παλιό ταγκό,μια γυναίκα τον σκουντησε και γέλασε δυνατα,ένα ποτήρι έσπασε,
κάθισε μαζί της,
-εδω μέσα είναι λιμάνι για ναυάγια,τού είπε,
κοιτουσε τα κραγιοναρισμενα χείλη της,
-αν θέλεις έχεις συνέχεια στα ιδιαίτερα, τού ψιθύρισε στ'αυτι κολλωντας τα χείλη της,
δεν είπε όχι,
ήταν λίγο πριν τα μεσάνυχτα όταν βγήκε έξω,
τον πλησίασε μια γυναίκα,περασμένη στην ηλικία,φαίνονταν μεθυσμένη,
-θελεις;τον ρώτησε.
-τι;
-ασπρη.
-οχι,απάντησε.
άφησε τη γυναίκα πίσω του,την άκουγε που εβηχε.
μετά τα μεσάνυχτα άκουσε σειρήνες περιπολικών,
είδε ένα άντρα ξαπλωμένο στο δρόμο,
-τον μαχαίρωσαν,άκουσε κάποιον να λέει,
μια γυναίκα ακουμπισμένη στον τοίχο έκανε εμετό,
κοίταξε το νεκρό σώμα,
ακίνητο,τα χέρια απλωμένα σε σχήμα σταυρού,
-εδω η νύχτα καταβροχθίζει τους ανθρώπους,σκέφτηκε,
στις τρεις το πρωί κάθονταν σ’ένα καφε.
Ένας γέρος στο διπλανό τραπέζι μονολογουσε χαμηλόφωνα.
Ο ανεμιστήρας γύριζε στο ταβάνι.
-γιατι γεννήθηκα;άκουσε να λέει ο γέρος.
μπήκε μέσα η γυναίκα τού μπαρ:Blue Cat.
κάθισε στο τραπέζι του,άνοιξε τη τσάντα της κι έβγαλε ένα καθρεφτάκι και
το κραγιόν,
άρχισε να βάφει τα χείλη της.
-τον σκότωσαν,τού είπε χωρίς να τον κοιτάξει.
-ξερεις ποιος το έκανε;τη ρώτησε,
-εδω δεν υπάρχουν δολοφόνοι,τού είπε,
έβαλε το καθρεφτάκι και το κραγιόν στη τσάντα και την έκλεισε,
-θα κεράσεις;τού είπε.
παρήγγειλε ουισκι.
όταν βγήκε έξω είχε ξημερώσει.
-η μέρα,σκέφτηκε,θα ξεθωριάσει τη φθορά τής νύχτας.
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου