.
.
Γραφές τού κ.Κ.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Ιστορίες τού κ.Κ)
Γραφές τού κ.Κ.
.κοίταξε από το παραθυρο,
το τελευταίο φως άγγιζε τον ώμο τής απεναντι ταράτσας.
.κάθε μέρα λαμβανε ένα γράμμα,ποτέ δεν κοίταξε τον αποστολέα,ούτε το άνοιξε
να το διαβάσει,τα άφηνε σε ένα συρτάρι,
μετά από ένα χρόνο περιπου τα γράμματα σταμάτησαν,
τότε εγραψε την πρώτη απάντηση.
.κάποιος άγνωστος τον σταμάτησε στο δρόμο και τον ρωτησε:
-Είστε αυτός που σκέφτεται πολύ;
Χαμογέλασε.
-Οχι,απάντησε,αντίθετα είμαι αυτός που δεν σκέφτεται καθόλου.
.Ο κ.Κ. έλεγε πως η πραγματικότητα δεν είναι αυτό που συμβαίνει,αλλά αυτό
που επιμένει να συμβαίνει αφού έχεις σταματήσει να το παρατηρείς.
.ο ήρωας δεν συμφώνησε με την αφήγηση τού συγγραφέα και το μυθιστόρημα κατερρευσε.
.κάποιος πήγε στο ραντεβού στην ορισμένη ώρα,μπήκε στο γραφείο,δεν βρήκε κανέναν,μόνο ένα βιβλίο ανοιχτό σε μια σελίδα,
διάβασε τη σελιδα,έκλεισε το βιβλιο και εφυγε.
.ο κ.Κ.ειπε:
-ο δολοφόνος δεν εντοπιζεται γιατί στους φόνους του κάθε φορά αλλάζει αφήγηση.
-και πώς θα τον συλλάβουμε;
ρώτησε ο άντρας με τη μπεζ καμπαρντίνα,το κατεβασμένο μέχρι τα μάτια καπέλο,
και το τσιγάρο στο στόμα.
ο κ.Κ.χαμογςλασε.
-απλως,με το να γράψουμε εμείς την επόμενη αφηγηση του.
.ανέβηκε τη σκάλα,ένας μεθυσμένος κατεβαινε,
-σε περιμένει,τού είπε και γέλασε δυνατά,είναι η σειρά σου,
η πόρτα ήταν ανοιχτή,
-περνα,άκουσε μια γυναικεία φωνή,
το δωμάτιο με κοκκινο χαμηλό φωτισμό,
ξεχώρισε τη γυναίκα,
-παλι εσύ;τού είπε.
-οι άνθρωποι επιστρέφουν πάντα εκεί που απέτυχαν,απάντησε
το σώμα είναι μόνο η προφαση.
η γυναίκα φορούσε μαύρο κομπινεζον,ένα χρυσό σταυρό στο λαιμό,
τού πρόσφερε ουίσκι,
τσιγάρο.
-τι ζητάς εδώ;τον ρώτησε η γυναίκα.
-την ψευδαίσθηση να'σαι με κάποιον,απάντησε.
είδε στο κρεβατι το βιβλίο τού Ντοστογιεφσκι: Εγκλημα και Τιμωρία.
-διαβαζεις Ντοστογιεφσκι;
ρώτησε.
η γυναίκα χαμογέλασε.
-αφου είμαι η Σόνια,είπε.
-τι φοβάσαι περισσότερο Σόνια;ρώτησε.
εκείνη δεν απάντησε,σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη,έβαφε τα χείλη της αργά,
με το μολύβι σχεδίασε τα μάτια της,
γύρισε και τον κοίταξε.
-να σβήσω το πρόσωπο μου,να μην το θυμάμαι,είπε.
σηκώθηκε,έβγαλε το κομπινεζον,τον πλησίασε αργά,έβαλε το πόδι της στο στήθος του,
στο καθρέφτη είδε τα κορμιά τους
.νύχτα,μπροστά του ένα ποτήρι νερό,
στο απέναντι διαμέρισμα, πίσω από τις κουρτίνες μια γυναίκα,έσβησε το φως,κοίταξε
το ρολόι,πάντα την ίδια ώρα ακριβώς συμβαίνει αυτό,
-οι άνθρωποι,σκέφτηκε,πεθαίνουν όταν δεν έχουν κανένα να τούς θυμηθεί με ακριβεια.
.κάποτε ο κ.Κ. είδε με μια γυναικα την ταινια:Σκηνές από έναν Γάμο,τού Ingmar Bergman,μετά την προβολή έξω η γυναίκα τού είπε:
-οι άνθρωποι ερωτεύονται επειδή φοβούνται τον θάνατο.
-κι όταν πάψουν να φοβούνται;την ρώτησε
-τότε αρχίζουν να καταστρέφουν ο ένας τον άλλο.
ο κ.Κ. δεν την ξαναείδε από τότε ποτέ.
πάντα όμως θυμάται εκείνη τη σκηνή.
.ο κ.Κ άκουσε κάποιον ηλικιωμένο να λέει.
-όταν ένας γέρος άνθρωπος αρχίζει να ξεχνα το όνομά του,
τότε εκεί κρύβεται ο πραγματικός τρόμος.
.εκείνη άνοιξε ένα άλμπουμ φωτογραφιών και τού έδειξε μια φωτογραφία:
ένας άντρας και μια γυναίκα σ’ένα τεράστιο λευκό δωμάτιο,τόσο μακριά ο ένας από
τον άλλο που έμοιαζαν τυχαίοι περαστικοί.
-αυτό είναι ο γάμος,τού είπε.
-καποτε αγαπήσαμε αληθινά κάποιον και καταλήξαμε να μην αντέχουμε να ζούμε μ'αυτον.
.στο διαμέρισμα είχε τοποθετήσει έναν προβολέα Super 8 και προβαλλε εικόνες πάνω στον τοίχο: μια γυναίκα που γελά στην παραλία,ένα δέντρο που κινείται στον άνεμο,
ένα χέρι πάνω σε πιάνο,ένα άδειο δωμάτιο.
το φιλμ καιγόταν συχνά μέσα στον μηχανισμό.
οι μορφές παραμορφώνονταν από τη θερμότητα.
ο κ.Κ.θεωρούσε πως τότε ακριβώς γίνονταν αληθινές.
.η μνήμη δεν διασώζει τίποτα,απλώς καθυστερεί την εξαφάνιση.
.ο κ.Κ.σταμάτησε σ’ενα ερημικό βενζινάδικο,νύχτα,
ο υπάλληλος κοιτούσε μια μικρή σε έγχρωμη τηλεόραση,
στην οθόνη έδειχναν πόλεμο,αρματα,φωτιές, ανθρώπους που έτρεχαν,
ο κ.Κ.σκέφτηκε πως ο σύγχρονος κόσμος εχει πετύχει κάτι παράδοξο: να μετατρέψει ακόμη και την καταστροφή,τη βαρβαρότητα,σε φόντο καθημερινότητας.
.έβρεχε ελαφρά,
-ξερεις να χορεύεις;τον ρώτησε.
-οχι.
-τότε δες.
εκεινη άρχισε να χορεύει στο πεζοδρόμιο,ανάμεσα στα αυτοκίνητα και τα νερά,σαν άνθρωπος που αρνείται να παραδοθεί στην ηλικία,στην απογοήτευση,στον χρόνο.
ο κ.Κ.την κοιτούσε.
ξαφνικά ένιωσε πως ίσως η ζωή να μην είναι μόνο αναμονή για απώλειες.
εκείνη τον πλησίασε λαχανιασμένη.
τι σκέφτεσαι;τον ρωτησε.
ο κ.Κ.την αγκάλιασε.
.αργά τη νύχτα γύριζαν σπίτι με ταξί,εκείνη είχε αποκοιμηθεί στον ώμο του,τα φώτα
τής πόλης περνούσαν πάνω από το πρόσωπό της,ο κ.Κ. ένιωσε φόβο,
οχι μήπως τη χάσει,αλλά μήπως κάποτε συνηθίσει την παρουσία της,
αυτό τού φαινόταν πιο τρομακτικό
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου