.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Enigma-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το ματι
Είδε στο ονειρο ένα μάτι,τεράστιο, αποκομμένο από πρόσωπο,να τον κοιτάζει από
πολύ κοντα.
Ξύπνησε.
Σηκώθηκε,άναψε τσιγάρο και στάθηκε στο παράθυρο.
Η πόλη κοιμόνταν.
Ξάπλωσε,αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Ξημέρωσε.
Η πόλη απέκτησε τούς θορύβους της.
Ετοιμάστηκε να πάει στη δουλειά.
Δούλευε σε ένα φωτογραφείο και αποκαθιστούσε παλιές εικόνες.
Έσβηνε γρατζουνιές,φανέρωνε ξεθωριασμένα πρόσωπα.
Η εργασία αυτή τού άρεσε,ένιωθε ότι τούς αναγεννά.
Εκείνη την ημέρα τού δωσανε ένα φάκελο.
Τον άνοιξε,από μέσα έβγαλε τέσσερις ασπρομαυρες φωτογραφίες.
Στην πρώτη,ένα μάτι,το ίδιο μάτι,δεν έκανε λάθος, που είδε στο ονειρο του.
Στη δεύτερη,ένα ζευγάρι γυναικεία παπούτσια.
Στην τρίτη,ένα στόμα μισάνοιχτο.
Στην τέταρτη,ένα γυναικείο πρόσωπο ανάποδα.
Στο πίσω μέρος κάθε φωτογραφίας υπήρχε μια ημερομηνία.Όλες ανήκαν στην ίδια χρονιά:2014.
Ήταν η χρονιά που πέθανε η μητέρα του.
Δεν θυμόταν πολλά από εκείνη την περίοδο,η μνήμη του ήταν γεμάτη κενά,σαν φωτογραφία που έχει ξεθωριάσει.
Θυμόνταν μόνο αποσπάσματα:ένα δωμάτιο,η μητέρα του τυφλή,αδύνατη,το χέρι της
που κρατούσε το δικό του.
Και το βλέμμα της.
Εκείνο το βράδυ,πήρε τις φωτογραφίες στο σπίτι, τις άπλωσε στο τραπέζι και τις
κοίταξε προσεκτικά.
Άναψε τσιγάρο.
Και τότε πρόσεξε κάτι που δεν είχε δει πριν. Στην άκρη τής φωτογραφίας με τα παπούτσια,σχεδόν αόρατη,υπήρχε μια μικρη γραμμή σαν ρωγμή,δεν ήταν σκισιμο.
Επίσης και στη φωτογραφία με το στόμα. υπήρχε η γραμμη
Και στο πρόσωπο τής γυναίκας.
Και στο μάτι.
Ένωσε τις τέσσερις εικόνες,προσπαθώντας να τις τοποθετήσει έτσι ώστε οι γραμμές
να ταιριαξουν.
Όταν το κατάφερε,τότε είδε ότι οι τέσσερις φωτογραφίες ήταν κομμάτια μια μεγαλύτερης εικόνας .
Σε ενα δωμάτιο,μια γυναίκα ξαπλωμένη,τα παπούτσια δίπλα στο κρεβάτι,το στόμα μισάνοιχτο.
Και το μάτι.
Θυμήθηκε την εικόνα.
Ήταν εκεί.Στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι,η μητέρα του δεν μιλούσε.
Εκείνος κοιτούσε.
Δεν ένιωθε φόβο.
Ήθελε να δει περισσότερο.
Και τότε κατάλαβε,το βλέμμα στο όνειρο δεν ήταν κάποιου άλλου,ηταν το δικό του.
Έσβησε το τσιγάρο,πήγε στο παράθυρο,η πόλη έξω κοιμονταν.
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου