.
.
-Τι συνεβει
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Τι συνεβει
Η Θεσσαλονίκη στα χρόνια τού Γαλεριου ηταν μια τεράστια θεατρική σκηνή στον Θερμαϊκό. Ρωμαίοι αξιωματούχοι, Σύριοι έμποροι,Ιουδαίοι τεχνίτες,Έλληνες γραφείς,Θράκες στρατιώτες,δούλοι από την Αίγυπτο.
Ο πατέρας του αφού είχε υπηρετήσει στις εκστρατείες τού Διοκλητιανού και τού Κωνσταντίνου Α' Χλωρού εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη όταν έγινε έδρα τού Γαλέριου.
Εκείνος εργαζονταν στα διοικητικά αρχεία, αντέγραφε διατάγματα, κατέγραφε φόρους.
Τι νύχτες περιπλανιόνταν στη παραλιακή συνοικία,κι
εκεί τη γνώρισε,σ'ενα στενό πίσω από τα εργαστήρια βαφής υφασμάτων,είχε όμορφα ματια.
-Είσαι Ρωμαίος;τον ρώτησε;
-Φαινεται;απάντησε.
-Μόνο εμείς,είπε η κοπέλα,προσπαθούμε να κρύψουμε ποιοι είμαστε.
-Φοβασαι;τής είπε,εμένα;
Η γυναίκα δεν απάντησε.
Από εκείνη τη νύχτα άρχισαν να συναντιούνται.
Τού μιλούσε για την πατρίδα της που εχει χαθεί και υπάρχει μόνο μέσα στη μνημη θολη.
Εκείνος της μιλούσε για τις λεγεώνες,για την αυτοκρατορία,για τις αψίδες θριάμβου, που υψωνονταν πάνω σε σωρούς νεκρων.
-Η Ρώμη καταπίνει τα πάντα,τού είπε
εκείνη,και όμως συνεχίζει να πεινά.
Εκείνος δεν απάντησε,γιατί ήξερε πως ήταν αλήθεια.
Κάποια νύχτα σταθηκαν στη Ροτόντα.Το τεράστιο κυκλικό οικοδόμημα υψώνονταν μέσα στο σκοτάδι μέσα στην ομιχλη.Εκεινη ακούμπησε στο τοίχο της.
-Όλα αυτά θα γίνουν ερείπια, τού είπε.
-Η Ρώμη είναι αιώνια,απάντησε εκείνος
-Οχι,τού είπε,οι άνθρωποι πάντα καιγονται στις ίδιες φωτιές.
Πήγαν στον Ιππόδρομο.
Χιλιάδες άνθρωποι είχαν συγκεντρωθεί για τους αγώνες,οι δήμοι φώναζαν, στοιχημάτιζαν,έβριζαν τον αυτοκράτορα,και ύστερα τον αποθέωναν.
-Ξερεις ότι εδώ θα γίνει η σφαγή; τού είπε.
Εκείνος γέλασε και είπε.
-Ο Ιππόδρομος είναι για αγώνες.
Η γυναίκα δεν απάντησε.
Στις κερκίδες οι άλλοι έβλεπαν τα θεάματα.
Ήταν καλοκαίρι,
όταν ο δυνατός άνεμος διέδωσε τη φωτιά,
Σε μια κόλαση ακούγονταν φωνές ανθρώπων,κτίρια που καίγονταν και κατέρρεαν με τρομερό θόρυβο,τα σκυλιά ούρλιαζαν.
Η παραλιακή συνοικία καίγονταν.
Ο ουρανός σκοτείνιασε γέμισε καπνούς.
Πήγε εκεί,μετά τη καταστροφή,το σπίτι της είχε καταρρεύσει,δεν την βρήκε.Χαθηκε.
Πέρασαν μήνες,πίστευε πως είχε πεθανει.
Η ζωή του άλλαξε,έπινε,στα αρχεία έκανε λάθη,σταμάτησε να πηγαίνει στα λουτρά.
Μια νύχτα σ'ένα υπόγειο καπηλειό κάποιος μεθυσμένος ναύτης μιλούσε στη παρέα του για μια γυναίκα,μια πόρνη,
στα Λαδάδικα,
καταλαβε από την περιγραφή πως ήταν εκείνη,τους εδειξε και φωτογραφία της.
Τού τη ζήτησε να τη δει.
Ήταν εκείνη.Ζει.
-Μετα τη πυρκαγια,Ρωμαίε,τού είπε ο ναύτης,οι γυναίκες κατεληξαν εκεί.
Πήγε στα Λαδάδικα νύχτα.Εβρεχε.
Κάποιος τον πλησίασε,τού πλασέ ένα κλεμμένο ρολόι.
Μπήκε στο μπαρ.Γυναικες βαμμένες,μισογυμνες κάθονταν με μεθυσμένους αντρες.Ρώτησε μια για κεινη,δεν την ήξερε,την κερασε,τού είπε πως είναι στο Βαρδαρη
Πήγε.Του άνοιξε μια ηλικιωμένη γυναίκα.
Ρώτησε για τη γυναίκα.
Εκείνη είπε πως δεν τη ξέρει.Της έδωσε χρήματα.
-Φοβηθηκα πως είσαι αστυνομικός,τού είπε,
η κοπέλα ήταν εδώ.Εξαφανιστηκε.Μαλλον,είπαν,πέθανε,τη σκότωσαν.
Τον κοίταξε.
-Αυτό λένε πάντα για τις γυναίκες που εξαφανίζονται.
Ζήτησε να μάθει για κεινη
Τού έδειξε φωτογραφίες.
Σε μια φωτογραφία είδε
συρματοπλέγματα,
ανθρωπους αποστεωμένους.
Σε αλλη φωτογραφία είδε γυναίκες γυμνές με ξυρισμένα κεφάλια.
Και σε μια ήταν εκείνη, αδυνατισμένη,τα μάτια βαθουλωμενα,φορούσε ένα ριγωτό φόρεμα και στέκονταν μπροστά από έναν τοίχο,έτοιμη να καταρρεύσει.
-Που είναι αυτές οι φωτογραφίες;ρώτησε.
-Καπου στο μέλλον,είπε η γυναίκα.
-Τι εννοείς;
-Ακριβως αυτό που σού είπα,απάντησε η γυναίκα,
-Ποιος τα έκανε αυτα;
ρωτησε.
Η γυναίκα τον κοίταξε.
-Εσείς,είπε.
-Δεν καταλαβαίνω.
-Οι αυτοκρατορίες δεν πεθαίνουν ποτέ,Ρωμαίε,είπε η γυναίκα,μόνο αλλάζουν ονόματα.
Ορίστε τα έργα σας,κοίταξε στη φωτογραφια τούς φούρνους σας,τις καμινάδες που καπνίζουν,
εκεί τούς καίτε,να οι στάχτες τους,οι σωροί με τα παπούτσια τους.
Την έκαψαν κι αυτη όπως τους άλλους.
Εκείνος πάγωσε.
Η γυναίκα μάζεψε τις φωτογραφίες.
-Και τώρα,τού είπε, μπορείς να φύγεις,εκτός κι αν είσαι πελάτης.
Ζήτησε τη φωτογραφία της,την πλήρωσε,τού την έδωσε.
Έφυγε.
Περιπλανήθηκε μέσα στη νύχτα και στη βροχή.
Η γυναίκα εκείνη σίγουρα δεν ήταν τρελή.
Γιατί ήταν αυτός που κάθε φορά υπάκουε και δεν αντιδρουσε,κάθε φορά που πίστευε
πως η αυτοκρατορία έχει δικαίωματα πάνω στους ανθρώπους.
Στη πλατεία Αριστοτέλους θυμηκε κάποτε όταν περπατούσαν εκεί να του λεει:
-Οι αυτοκρατορίες επιστρέφουν,αλλάζουν σύμβολα,γλώσσες, σημαίες,ομως πάντα βρίσκουν ανθρώπους να υπακούν.
-Δεν φταίω εγώ,τής είπε.
-Εσύ αντιγράφεις διατάγματα,τού είπε,αλλοι τα εκτελούν.
Τον αγκάλιασε.
Έξω ακουγόταν ο άνεμος από τη θάλασσα.
-Εδω,τού είπε,οι ανθρωποι θα περπατούν,θα πίνουν καφέ,θα ερωτεύονται.
Προχώρησε στη παραλιακή λεωφόρο, έφτασε στο Λευκό Πύργο,Ρωμαίοι στρατιώτες φωτογραφίζονταν από πλανόδιους φωτογραφους.
Στην Εγνατία σταματημένα τανκς.
Ξένοι οπλισμένοι στρατιώτες.
Είδε εκείνη να χάνεται μέσα στην ομίχλη.Στον καπνό της φωτιάς.
Δεν κοιμήθηκε.Μεχρι να ξημερώσει κοιτούσε τη φωτογραφία της.
Εκείνος την έκαψε στη παραλιακή συνοικία
Την άλλη μέρα πήγε στο στρατόπεδο τών λεγεώνων.Ζήτησε να καταταγεί.
-Θέλω να υπηρετήσω.
Ο εκατόνταρχος γέλασε.
-Γιατί;
-Για να μάθω τι συμβαινει μέσα σ’έναν άνθρωπο όταν τού δίνουν εξουσία να σκοτώνει.
Τού έδειξε τη φωτογραφία.
-Και τι νομίζεις ότι θα βρεις;είπε ο εκατονταρχος.
-Εκεινη,απάντησε.
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου