.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c n.couvelis
στιγμιότυπα
Κάθησε στο καφέ,
Άνοιξε την εφημερίδα.
Όλοι πεθαίνουν σαν διαφήμιση,σκέφτεται,
έπαιζε μουσική τζαζ,την είδε,καθόταν στο βάθος,
κοντά μαλλιά,λευκό πουκάμισο,διάβαζε ένα βιβλίο,κάθισε απέναντί της,
-παλι διαβάζεις μυθιστορήματα;είπε,
-μονο τα κακά,απάντησε,
-και πώς ξέρεις ποια είναι κακα πριν τα διαβάσεις;είπε,
-ολα είναι κακα,απάντησε,
εκείνη χαμογέλασε,
η σερβιτόρα έφερε τούς καφέδες,εκείνος άναψε τσιγάρο,
-θα φύγω,είπε εκείνη,
-που θα πας;ρώτησε εκείνος
-Ίσως πουθενά,είπε εκεινη
-Δεν υπάρχει πουθενά,απάντησε εκεινος
-υπάρχει,εκεί ζούμε,είπε εκείνη,
εκείνη γέλασε,
εξω άρχισε να βραδιάζει.,
σηκώθηκαν,βγήκαν έξω,
περπάτησαν,
στους τοίχους αφίσες:επαναστάσεις που είχαν γίνει διακόσμηση,
μίλησαν για την ταινία:'Με κομμένη την ανάσα' τού Γκονταρ,για τον Chet Baker
που αυτοκτόνησε στο Άμστερνταμ,
-οι άνθρωποι θέλουν να κοιμουνται,
-κι εσύ τι θες;
-να μην βαρεθω,
-εισαι άθεος;
δεν απάντησε,
πήγαν στο διαμέρισμα της,έκανε ζέστη,πάτησε το κουμπί τού ανεμιστηρα,
στο πάτωμα δίσκοι βινυλίου,αποτσιγαρα,περιοδικά,
εκείνη ξάπλωσε στο κρεβατι,
εκείνος άνοιξε την τηλεόραση,
ενας πρωην μπόξερ λήστεψε ένα βενζινάδικο,
-για να νιώσει ότι δεν ξοφλησε,σχολίασε,
εκείνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι γυμνή,
-σ'αγαπω,τού είπε,
ξάπλωσε δίπλα της,
-επειδη φοβάσαι,τής είπε,
-τι;τον ρώτησε,
-το κενό,τής είπε,
έξω ο θόρυβος τής πόλης,
κοιμήθηκαν,
εκείνη ξύπνησε πρώτη,
εκείνος κοιμόνταν,
τον παρατηρησε πολύ ώρα,σηκώθηκε,έβαλε το εσώρουχο της,πήγε στο σαλόνι,
χτυπησε το τηλέφωνο,
απάντησε,το έκλεισε,
-ποιος ήταν;άκουσε,
γύρισε και τον είδε,
-κανεις,απάντησε εκείνη,
-ειναι γελοίο,είπε εκείνος,
-συμφωνώ,απάντησε εκείνος,
έφυγε,
η πόλη ξυπνούσε,
κάποιος φώναξε,ένας πυροβολισμός ακούστηκε,
ο πρωινός ήλιος πάνω στις προσόψεις τών κτιρίων,
εκείνη είδε το σώμα τού αντρα ξαπλωμένο στην άσφαλτο,γύρω ήταν αστυνομικοί,
ένας φωτογράφος τραβούσε φωτογραφίες,
κάποιος τη ρώτησε:
-τον ξέρατε;
Εκείνη δεν απάντησε.
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου