.
.
Ξ
Poetry Ποιηση
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Κατά Κάποιον Τρόπο η Ιστορία)
Quo usque tandem, Cicero
Quo usque tandem,ως πότε λοιπόν;ρωτά ο Marcus Tullius Cicero
στον Τέταρτο Λόγο του το 63 πΧ απευθυνόμενος αυστηρά
μέσα στη Ρωμαϊκή Συγκλητο κατά τού Lucius Sergius Catilina
θα κάνεις κατάχρηση τής υπομονης μας abutere, Catilina, patientia nostra?
όλοι θαύμασαν την αυτοσυγκράτηση τού ρήτορα με αντωνυμίες
με επιφωνήματα να υπερασπίζει τη Δημοκρατία να κρατά όρθια
η υπομονή είναι δημόσιο αγαθό για φίλους και όχι για εχθρούς
και μάλιστα συνομωτες και οι νόμοι είναι λίαν θαυμάσιοι
αρκεί σε τέτοιες επικινδυνες περιπτώσεις να μην καθυστερούν
αφού Salus rei publicae suprema lex esto η δημόσια ασφάλεια
ο υπέρτατος νόμος,γι'αυτο ασφαλεστερη λύση είναι ο θάνατος
του Κατιλινα και η αμεση εκτέλεση του χωρίς δίκη και υπεράσπιση
χωρίς καμία εντελώς νομική ευαισθησία για τη συνομωσία
σκλάβοι,εκτοπισμένοι τών προγραφών τού Σύλλα ,χρεωφειλετες,
ψιθυροι για υφαρπαγη τής υπατίας των, η φυγη του από τη Ρώμη
στην Ετρουρία στο στρατό του και τελικά τα λόγια τής Φουλβιας
τι χρειάζεται πλέον για την ενοχή τού Κατιλινα και των περί αυτού
Έτσι μίλησε ο Cicero και σώθηκε η Δημοκρατια,όμως αργότερα
αυτή η Δημοκρατία τον εξορισε για 'παραλειψη διαδικασιών' τότε.
αυτή ήταν,λοιπόν,η πληρωμή του για τη μεγάλη νίκη τών λέξεων του
Ο tempora ο mores ,αλήθεια,τι καιροί τι ηθη!
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Υπερβολική Εκβολή)
Αυτοψια
με έβαλαν σ’ ένα σώμα
και η πόλη με φτύνει
με αφίσες,συνθήματα,
αιμορραγω με πρόσωπα
που δεν ζουν
βλέπω μια γυναίκα να κρεμάει λέξεις
σαν βρεγμένα ρούχα
επανάσταση
αλλοτριωση
κατανάλωση
δεν θα στεγνώσουν ποτέ
κι ο θεός,αν υπάρχει,
είναι πολύ απασχολημένος
δεν κάνω ειρήνη
αυτή δεν είναι η τελευταία μου
αμυνα
Καταληψη
αρνουμαι να είμαι δελτίο ειδήσεων
στατιστικό σφαλμα
ωραριο
εγώ
ντρέπομαι που ακόμη αναπνέω
θεέ μου,
αν είσαι παντοδύναμος,
γιατί κρύβεσαι πίσω
από τόση αταξια;
δεν ζητώ ανάσταση
ζητώ λογοδοσία
Χωρίς άλλοθι επιμένω
εκπαιδεύομαι να αντέχω
στο κενο
θεέ
δεν σε κατηγορώ πια
σε καταλαβαίνω
είναι τρομερή η αποτυχία
αν επιμένω να ζω
είναι από μια αρχαία ανυπακοη
κι αυτό είναι το μόνο δογμα
που μπορώ να υπερασπιστώ
μέχρι τελος
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Υπερβολική Εκβολή)
Voices Overlapping
I. Winter Does Not End / Χειμώνας Άχρονος
Winter does not end.
Nomen tantum mutatum est.
Ο χειμώνας ανωνυμος.
In the streets, voices
hold bags of bread,
et in eis resonant nummi
ex regnis olim.
«Ναι, είμαι καλά»
λέει η γυναίκα.
“Et hoc dico sicut mortui,”
she whispers,
“quando rogas si dolent.”
Under asphalt, fluit flumen
olim vocatum oratio.
Now it carries cigarettes,
broken vota,
and words that never became love.
Η άνοιξη δεν ήρθε.
A weather report arrived instead.
II. Voces in Ruinis / Φωνές στα Ερείπια
Meministine?
Non. Sed simulacrum ago.
A senex legens diurnum futurum
tells: “Historia continue sine testibus.”
Μια κοπέλα χτενίζει τα μαλλιά της
in speculo fracto.
Fracturae sunt vultus
qui potuissent esse.
In a bar sine fenestris,
a man recites verses non scripsit.
Clamor et plaudit.
Plagium est ultima fides.
Aliquis sussurat Latine
de ordine et lege.
Nemo intelligit.
Omnes tamen timent.
III. Mythos in Declivio / Μύθος σε Υποχώρηση
Olim rex erat,
terra eius marcescebat
quia corpus eius vulnus erat.
Nunc rex est algorithmus,
et vulnus dicitur «data».
Vates mutati sunt ad charts.
Dei mutati sunt ad notifications.
Vox e libris antiquis
rogat: “Quis sanabit terram?”
Responde: “Systema upgrade in progressu.
Quaeso expecta.”
Sub templorum ruinis,
inveniuntur tantum filae et cranium
plenum arenae.
IV. Aqua / Νερό (ή η Έλλειψή Του)
We thirst,
but not for water.
Flumina sunt plenum informationis,
et nulla memoria.
Verba suffocantur antequam ad os perveniant.
Vir heri submersus est.
Dixit accident.
Aqua non eum occidit.
Oblivio.
In deserto urbis,
vox puerilis interrogat:
“Cur omnia fracta sunt?”
Nemo respondet.
Silentium habet pactum.
V. Nocturnus Saltatio Umbrae / Νυχτερινός Χορός των Σκιών
Mortui non discesserunt.
Solum didicerunt ambulare
inter nos.
Vides eos in subway,
in offices,
in lectis post amorem.
Facies normales,
oculi aliis spectantes.
Dicunt de consiliis,
investitionibus,
futuro.
Et omnis vox eorum
spargit pulverem
super id quod olim vivum erat.
VI. Quid Remanet / Ό,τι Μένει
If redemption exists,
it comes not with noise.
Forsitan puer
collectet vitrum fragmentum
et teneat sub luce
donec fiat aliquid simile sensui.
Fortasse vox
dicetur sine proposito.
Fortasse silentium
non timebit.
Non servabimur.
Sed fortasse
meminisse possumus
quomodo audire
fissuram.
Et inter eam
non water
sed vox.
VII. Chorus Fractum / Χορός θραυσμα
Here comes the sound
όχι, δεν έρχεται τίποτα.
Μόνο ένα βουητό.
Dies irae, dies illa
λέει κάποιος με ακουστικά.
Δεν ξέρει τι λέει.
Αλλά τού αρέσει ο ρυθμός.
Στο περίπτερο:
«Ένα πακέτο και ένα μέλλον».
The cashier smiles.
Smile = mask = persona.
Πίσω απ’ το χαμόγελο
stat vacuum.
VIII. Cantilena Urbana / Αστικό Τραγούδι
La la
κόπηκε το ρεύμα.
Μια φωνή από το ραδιόφωνο:
“This is the end of the line.”
Η φράση επαναλαμβάνεται.
Repetitio mater nihil.
Στην πολυκατοικία:
κάποιος παίζει βιολοντσέλο
χωρίς να ξέρει γιατί.
Κάποιος άλλος χορευει
χωρίς λόγο.
Why do we sing?
ρωτά η αγγλική φωνή.
Για να μη σιωπήσουμε,
απαντά
IX. Fragmenta Historiae / Θραύσματα Ιστορίας
Εδώ υπήρξε πόλη.
Here stood a city.
Hic fuit civitas.
Κάποιος έγραψε νόμους.
Κάποιος τους έσβησε.
Κάποιος τους πούλησε.
Roma cadit κάθε μέρα.
Στην Αθήνα είναι μεσανυχτα.
London sleeps through it.
Στα μουσεία
τα αγάλματα δεν έχουν
μνήμη.
X. Voices Overlapping / Φωνές που Τέμνονται
— I can’t feel anything.
— Δεν είναι απαραίτητο.
— Non sentire est libertas.
— Ψέμα.
Μια μητέρα λέει:
«Θα περάσει».
Δεν λέει τι.
Ένας φιλοσοφος ψιθυρίζει:
vanitas vanitatum.
Στο κινητό του βλέπει μετοχές.
Someone laughs.
Nobody knows why.
Ίσως γιατί
το γέλιο είναι το τελευταίο καταφυγιο.
XI. Intermezzo: Κατάλογος Χαμένων
Lost:
– one childhood
– two ideals
– several gods
– language (partial)
Inventarium doloris:
ὀνόματα χωρίς πρόσωπα,
πρόσωπα χωρίς καθρεφτη,
ριζες χωρίς δεντρα.
No refunds.
XII. Ritual Without Religion / Τελετουργία Χωρίς Θρησκεια
Ποζαρουν
για selfie φωτογραφίες
Pray for us
τραγουδά ο Bob Dylan.
Για ποιον
Τα χέρια δείχνουν;
Not in faith.
In habit.
Η λέξη επαναλαμβάνεται
μέχρι να χάσει νόημα.
Τότε λειτουργεί καλύτερα.
XIII. The Question / Η Ερώτηση
What remains
when meaning evaporates?
Τι μένει
όταν όλες οι λέξεις
έχουν ειπωθεί λάθος;
Quid restat
post ruinam?
(παύση)
Μια αναπνοή.
Όχι αισθητη.
Αλλά παρούσα.
XIV. Coda: Fissura / Ρωγμή
Από τη ρωγμή
εξερχεται μια πράσινη σαυρα.
Η αποκάλυψη.
Μόνο ήχος.
Ένας ήχος ελαχιστος,
άτακτος,
Not water.
Ούτε φως.
Φωνή.
Και κάποιος, κάπου,
την ακούει
πριν χαθεί.
XV. Final Chorus (almost)
(ψιθυριστά)
If there is a voice
αν υπάρχει
si vox manet
Θα πει:
«Άκου».
XVI. Coda Silence / Κώδικας Σιωπής
(καμία γλώσσα)
—
—
—
μια ανάσα
εκτός ρυθμού
τέλος
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Του Νεκρου Αδελφού
(Παραλογή)
Εννιά ’χε γιους η μάνα εννιά καλούς γερούς λεβέντες,
και δέκατη η μοναχοθυγατέρα κρινος λευκος.ανθός
στα ξένα την προξενεψαν, σε τόπο μακρινό να δωσουν
κι η μάνα τους δεν ήθελε την κόρη ν'αποχωριστει
σαν θα'ρχει η ώρα της στο τέλος της να λείπει
κι ο.Κωνσταντακης τής ορκίστηκε όρκο βαρύ μεγάλο
εγώ μάνα μ' να πάγω να στη φέρω για ζωντανός
για πεθαμενος θα'μαι κι ο λόγος του ησύχασε τη μανα
την αδελφή παντρεψανε στα μακρινά τα ξένα επηραν
κι ήρθανε δισεκτοι καιροί πολέμοι και αρρωστιες
ένας-ένας οι εννια αδερφοι στο μαύρο χώμα πεσαν
κι έμεινε η μάνα.ερμη μοναχη σαν καλαμια στο καμπο
όταν τα τέλη της κατάλαβε φωνή μεγάλη βγαζει
απ'τής γης το βάθος σήκω Κωνσταντακη μου τη αδερφή
τη μοναχοθυγατερα μου τραβά πίσω εδώ να φέρεις
σείστηκε το στερέωμα βουηξαν οι άνεμοι τα μάρμαρα
ανοίξανε κι εξω ο Κωνσταντής μεσάνυχτα πετάχτηκε
καβαλικευει τ'αλογο το βίτσισε διάβηκε πέρα μίλια χιλια
βρήκε τη κόρη μοναχή στο σπίτι σ'αργαλειο να υφαίνει
σήκω αδερφή η μάνα μας σε κράζει στο σπίτι μας να φερω
στο δρόμο τής επιστροφής πουλιου φωνή δεν κελαηδουσε
μηδέ κλαράκι άνθιζε μοναχα σκοτεινια και τα νερά παγωναν
Κωνσταντακη μου μου'φαινεσαι χλωμός κι αδύναμος να'σαι
απ'τον μακρύ το δρόμο αδερφή που'καμα σε σέ να φτασω
σαν ήρθαν στο κατώφλι τους τρεις φώναξε φορές
τη κόρη μάνα σου'φερατον όρκο μου τωρα ξετελεψα
κι εγώ ξαναγυρνω στη λησμονια στου τόπου μου τη σιγαλια
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
το τέλος τού φύλλου
γνωρίζει ο ανεμος
όλοι κρυμμένοι
πίσω από μάσκες
παίζουμε ρολους
ο χρόνος περνά
μια ιστορία τελειωσε
πέφτοντας η βροχή
απομνημονεύει το ταξίδι της
κάθε πέτρα πιέζει το χώμα
με το βάρος αιωνων
ο θανατος είναι
η απόδειξη τής αιωνιοτητος
το κλειδί θυμάται
τή πόρτα
που κάποτε ανοιγε
.
Ησυχία.
Ησυχία παντού.
Και μια μικρή, ανεπαίσθητη λύπη.
Silence.
Silence everywhere.
And a small, subtle sadness.
Silence.
Silence partout.
Et une petite tristesse subtile.
Stille.
Überall Stille.
Und eine kleine, feine Traurigkeit.
Silenzio.
Silenzio ovunque.
E una piccola, sottile tristezza.
Silencio.
Silencio por todas partes.
Y una pequeña, sutil tristeza.
Silêncio.
Silêncio em toda parte.
E uma pequena e sutil tristeza.
.
μέσα σε όλη αυτή τη σιωπή
έπεσαν εκκοφαντικα από τα τραπέζια
ψίχουλα άλλων ζώων
για να τα φας
in all this silence
crumbs of other animals
fell loudly from the tables
for you to eat
dans tout ce silence
des miettes d'autres animaux
tombèrent bruyamment des tables
pour que tu les manges
in all dieser Stille
fielen laut von den Tischen
die Krümel anderer Tiere
damit du sie essen kannst
in tutto questo silenzio
briciole di altri animali
caddero fragorosamente dai tavoli
perché tu le mangiassi
en todo este silencio
cayeron ruidosamente de las mesas
migas de otros animales
para que las comieras
em todo este silêncio
caíram estrondosamente das mesas
migalhas de outros animais
para que as comesses
.
ο άνθρωπος με πηλό ακόμα υγρο
στο καταρτι δεμένος
με φωνές σειρηνων
επιστρέφει στη μνημη
η ιστορία σέρνεται
.
μη μου μιλάς με λέξεις
ενός μέλλοντος
που ποτέ δεν θα'ρθει
για μας
Copy/Paste/Cut
η ιστορία δεν προχωρά
κυκλώνει τα ίδια γεγονότα
μασά τις ίδιες λέξεις
δεν υπάρχει σωτηρία
ημασταν εδώ κάποτε
σε κάποια αιωνιότητα
άγνωστοι
ηττημένοι
Προσευχή.exe
Σφάλμα φόρτωσης.
Ο Θεός δεν ανταποκρίνεται.
Παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα
ή ποτέ.
Κάπου ένας ανθρωπος μαθαίνει
να βρίζει σωστά.
Όχι από αγένεια.
Από ακρίβεια για την επανάσταση
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
στ'ασπρα σήμερα στολιζεσαι
στη ρουγα νυφούλα βγαίνεις
τ'αστρί και το φεγγάρι χάνεται
σ'ουρανό ο ήλιος σκοτεινιάζει
και βλέπουν τα ματάκια μου
σαν το πουλί γοργα να φεύγεις
και μένα παρατας τι μ'εχεις ορκισμενο
δεν θυμασαι
πόσες νυχτιές περπάτησα
πεζος και καβαλάρης
φιλί γλυκό κι αγκάλη να σού πάρω
.
Μόνο.με ασάφεια
τα μυστικά
τής γλώσσας μας
.
ας ξημερώσει
σε κενα
σε γδέρνει ο χρόνος
και όμως όλα μένουν
μια λέξη που πέφτει σαν βροχή
ξημερώνει μάταια
.
Fragmenta
οι μητέρες μετά τον πολεμο
οι μητέρες μετά τον πολεμο
μετρούσαν τα παιδιά τους
ένα που λείπει,ένα που γύρισε μισό,
εβαζαν στο συρτάρι τις φωτογραφίες τους
άκουγαν τις ανάσες τους τη νύχτα.
ρωτούσαν :
τρώς; κοιμάσαι;
.
.
the mothers after the war
they counted their children
one missing, one returned half,
they put their photographs in the drawer
listened to their breaths at night.
they asked:
are you eating? are you sleeping?
.
.
les mères après la guerre
elles comptaient leurs enfants
un qui manque, un qui est revenu à moitié,
elles mettaient leurs photographies dans le tiroir
écoutaient leur souffle la nuit.
elles demandaient :
manges-tu ? dors-tu ?
.
.
die mütter nach dem krieg
sie zählten ihre kinder
eines fehlt, eines kam halb zurück,
sie legten ihre fotos in die schublade
hörten nachts ihre atemzüge.
sie fragten:
isst du? schläfst du?
.
.
le madri dopo la guerra
contavano i loro figli
uno manca, uno è tornato a metà,
mettevano le loro fotografie nel cassetto
ascoltavano i loro respiri di notte.
chiedevano:
mangi? dormi?
.
.
las madres después de la guerra
contaban a sus hijos
uno que falta, uno que regresó a medias,
ponían sus fotografías en el cajón
escuchaban sus respiraciones por la noche.
preguntaban:
¿comes? ¿duermes?
.
.
as mães depois da guerra
contavam os seus filhos
um que falta, um que voltou pela metade,
colocavam as suas fotografias na gaveta
escutavam as suas respirações à noite.
perguntavam:
comes? dormes?
.
ενα παιδί βρήκε ένα παιχνίδι
και είπε:
αυτός που το έχασε,θα το θυμάται;
.
και ύστερα ξαπλωνεις στα λευκά σεντόνια
τα μάτια σου.
Και η ζωή μας,πεζή
με ημερομηνίες σβησμένες,
ξεχνά πως υπήρξαμε κάποτε στις λέξεις.
και επιστρέφεις από μια αποσταση γαλαζια.
και ξαφνιάζονται στα βλέμματα τους.
και συναντηθηκαμε
με εκκρεμότητα.
.
ουδέποτε γυναικα
υπήρξε πιο παρουσα
εν τη σχισμή τών οφθαλμων της
.
Διότι τι άλλο είναι ο έρωτας
αν όχι ο τρόπος με τον οποίον τα σώματα
αποφασίζουν να μη μείνουν μόνα τους
.
.χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
πώς πέρασα τρεις χρόνους δέκα μηνους
μονη κι ερμη
κι όντας το πρωι ξυπνω εσύ να λείπεις
να βλέπω στην αυλίτσα μας τ'ανθια μαραμένα
τον γρίβα σου,αγάπη μου, πολλα θλιμμένο
πώς βγαίνει να λάμπει ο ήλιος
και το φεγγάρι στη νυχτια ν'αναφτει
και συ,αστέρι μου,τρεις χρόνους δέκα μηνους
να σβηνεις
.
και η νύχτα περναει ανάμεσα μας
να σε περιμένω
τα ίχνη σου
η φλόγα που εσβησε
κι ισως η νύχτα
να με ησυχάζει καλυτερα
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Cantus Fragments
⊕
ἀρχή ο λόγος
𓂀 𓂀 𓂀
λίθος χαραγμένος:
TI•ME / χρόνος / tempo
Νερό.
ἄλς.
ξύλον.
ἄνθρωπος
non ad mastum
ἀλλὰ ad protocolum.
αγνωστη φωνή
ἸΛΙΑΣ // ILIAD // ILIADE
στίχου
拖
拖
拖
WORK / JOB / lavoro
Who speaks truth?
Who shouts?
QUI PAYE?
χρόνος:06:28
ἡ ἱστορία συνεχιζει:
ὀστᾶ
ὀστᾶ
ὀστᾶ
κανείς δεν μετρά
corpo
σῶμα πολιτικόν
街
λέξη
χωρίς σάρκα
IDEOGRAM:
人 + 痛 = ?
(human + pain = ?)
φωνές επάνω σε φωνές
ΤΕΛΟΣ
λευκὴ σελίδα
με σφραγίδα:
ARCHIVIO CHIUSO
FILE MISSING
μνήμη: ERROR
⊗
κανείς
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Συμπιέσεις
▣ ▣ ▣
[ΑΡΧΕΙΟ Α/0]
φωνή κομμένη
σε συλλαβές:
ἀ-
χ-
ι-
(signal lost)
Ὅμηρος.exe
φορτώνει → ERROR: wrath overflow
μῆνις data spike
θεοί αλγόριθμοι
ἥρωες αναλώσιμα σώματα
rollback history
NO
Ησίοδος/patch note:
WORK
DAYS
σήμερον:
shift/ shift/shift
ἡμέρα ≠ φῶς
ἡμέρα = κύκλος κόπωσης
HEADLINE STACK
WAR / WAR / WAR
MERGER APPROVED
FAMINE EXPECTED
STOCKS RISE
(τα ρήματα σε ενεστώτα
για να μη φαίνεται το εγκλημα)
ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ.zip
unpacked:
χορός troll farm
σάτιρα shield
γέλιο latency
buffering…
bones detected
count: ∞
οἱ νεκροὶ δὲν τελειώνουν
μόνο στοιβάζονται.
fragment:
σῶμα
σῶμα
σῶμα
corpo violato
corpo politico
corpo buttato
IDEOGRAM CLUSTER:
人
×
血
×
金
(human × blood × gold)
= market.
TRANSMISSION
Refugee boat / no flag
coordinates classified
weather neutral
outcome pending
ἄνεμος μάρτυρας
θάλασσα αρχείο
usura marginalia (scratched):
make it cohere
no, make it CUT
στίχος ξυράφι
νόημα θραύσμα
ΓΛΩΣΣΕΣ ΣΥΜΠΙΕΣΜΕΝΕΣ:
ἄνθρωπος / human / homme / Mensch
→ unit
πόνος / pain / douleur / Schmerz
noise
MEMORY OVERLOAD
η ἱστορία δεν ακυρώνεται
Τροία
Στάλινγκραντ
Χιροσίμα
Γάζα
(ίδιο αρχείο, νέα ονόματα)
ΤΕΛΙΚΟ FRAME:
λευκός θόρυβος
πάνω σε λευκή σελίδα
μόνο μια σημείωση στο πλάι:
▣ ▣ ▣
.
.
.
χ.ν.κουβελης c n.couvelis
FRAGMENTA ΣΕ ΤΡΙΑ ΕΠΙΚΑ ΣΤΡΩΜΑΤΑ
στρωμα Ι-ΟΜΗΡΟΣ (χαραγμένο με σίδηρο)
μῆνις = ∞
(δεν συγκλίνει)
Ἀχιλλεύς → σώμα/κεφάλαιο
Πάτροκλος → απώλεια (−1)
Τροία → πόλις = τείχος × φόβος
∑(νεκροί) ↑
θεοί = μεταβλητές με αυθαίρετες τιμές
μοῖρα = constraint
δέσμευση:
ἄνθρωπος ≤ σκόνη
στίχος σβησμένος
μένει το κρότο-γράμμα:
ΚΡΑ-
στρωμα ΙΙ-ΕΜΦΥΛΙΟΣ (γραμμένο με μολύβι, διορθώσεις)
η χώρα = |x|
διαιρεμένη στο μηδέν
αδελφός / αδελφός
= − +
(το πρόσημο αλλάζει τη νύχτα)
δελτίο συσσιτίου → αξία < 1
λόγος/λόγος → λόγος⁻¹
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
τάξη αποκαθίσταται
(η τάξη των τάφων)
∫ μνήμης dx
από βουνό σε υπόγειο
= σταθερά τρόμου
Ο Σινόπουλος γράφει στο περιθώριο:
ὀστᾶ → ∞
κανένα ισοζύγιο.
στρωμα ΙΙΙ — ΣΗΜΕΡΑ (τυπωμένο, επανεκτυπωμένο)
GDP ↑
wages ↓
interest r → r²
χρόνος εργασίας = 12h × 6d
άνθρωπος → human capital
πόνος → externality
MARKET UPDATE
conflict priced in
volatility normal
βάρκα χωρίς σημαία:
φορτίο = 47
σωσίβια = 23
πιθανότητα επιβίωσης = p < 0.5
θάλασσα = αρχείο χωρίς backup
ΕΠΙΚΑ ΕΠΙΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ (θραύσματα περνούν μέσα)
μῆνις ⇄ μίσος ⇄ spread
ἥρωας ⇄ αντάρτης ⇄ δείκτης
πόλις ⇄ χωριό ⇄ αγορά
∑(απώλειες)
δεν κλείνει ποτέ.
ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ
εἰ ἱστορία = f(βία),
τότε f′ > 0
κανένα τοπικό μέγιστο
μόνο κλιμακώσεις.
ΤΕΛΙΚΟ ΞΥΣΙΜΟ ΤΟΥ ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟΥ
σβήνεις Τροία → μένει στάχτη
σβήνεις βουνό → μένει λάκκος
σβήνεις οθόνη → μένει φως
ένα μόνο σύμβολο αντέχει:
≠
(ὁ ἄνθρωπος
ἴσον ἀριθμός)
αλλά το σύστημα
δεν το δέχεται
ως λύση.
.
.
.
My own empire of heteronyma Paintings
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Κατά Κάποιον Τρόπο η Ιστορία)
Η χρυσή μάσκα τού Αγαμέμνονα
Ο Αγαμέμνων απ'τον τεχνιτη χρυσοχόο ζητάει κυρίως
η χρυσή του προσωπίδα τούς λαμπρούς γάμους
τής Ελένης και τού Μενέλαου πολυ να επισκιάσει,
αυτή την κούφια δόξα προτίμησε ο τρανος Μυκηναιος
κι όταν νικητής αρχηγός απ'τήν Ασιατική επέστρεψε Τροια
αυτήν αμεσως φόρεσε να επιβληθεί,όμως η Κασσανδρα
τού προμήνυσε κακός οιωνός κι απερισκεπτα την τύχη
να μην προκαλεί γιατι οι καιροί πλέον ανεπιστρεπτί
μετεβλήθησαν,η Κλυταιμνήστρα με τον εραστή Αίγισθο
το φονικό ετοιμάζουν λουτρό,όμως εκείνος παράκουσε
τη Τρωαδιτισα μάντισσα και σαν ψάρι σε δίχτυ ατσάλινο
η χρυση του πιάστηκε μάσκα σβηνοντας παντοτινά βαθια
μέσα στο χώμα το αλλοτινό κλέος κι η περισση λάμψη της.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Κατά Κάποιον Τρόπο η Ιστορία)
Στη Μονή Σωσάνδρων 1258 μΧ
Στη Σύγκλητο ο Γεώργιος Μουζάλωνας,ταπεινος ανθρωπος,
δήλωσε πως παραιτείται,από την σεβαστή τελευταία επιθυμία
τού εκλιπόντος αυτοκράτορος τής Νίκαιας Θεοδώρου Β' Λασκάρεως
δια τον ανήλικον υιον Ιωάννη τον Δ',ο δε Μιχαήλ Παλαιολόγος
διπλωματικά συνεταχθηκε,όμως η συνομωσία είχε ήδη πάρει δρόμο
κι όταν συγκεντρώθηκαν στη Μονή τών Σωσάνδρων στη Μαγνησία
τής Βιθυνίας ευγενείς στρατός κλήρος και λαος για το εννιαημερο
μνημοσυνο τού αυτοκράτορα παρόντες ήτο ο Ιωαννης ο Γεώργιος
και τ'αδελφια του,τότε οι Λατίνοι μισθοφόροι ν'αντικρισουν ζητάνε
τον νέο αυτοκράτορα και στον πολύ θορυβο κι οχλοβοη τους εκείνος
μια καθησυχαστικη κάνει χειρονομία που για έναρξη δράσης τους
εκλαμβανεται,ευθυς τον Μουζαλωνα στην Αγία Τράπεζα καταφυγοντα
έσφαξε ο Λατίνος Κάρολος και το πλήθος μετέπειτα αποτελείωσε,
τη δε γυναίκα του Θεοδώρα Ραουλαινα ο θείος της Μιχαήλ
την συμβουλευει να σωπαίνει την ίδια κι εκεινη να μην έχει τυχη,
οι Λατίνοι είναι σκληροί δεν αστειεύονται με τέτοια πραγματα
κι αυτός τώρα πλέον είναι ο εγγυητής τής νομιμης δυναστείας
.
.
.
χ.ν κουβέλης c.n.couvelis
Ο Τρίτος Χρησμός στον Κροισο
Ο τρίτος χρησμός τής Πυθιας στον Κροισο μιλούσε για ημιονα
βασιλεα τών Λυδών,πράγμα βέβαια αφύσικον και ως εκ.τουτου
ουδολως ανησυχητικόν δια την εξουσίαν και τον πακτωλόν του,
όμως τα λοξα έπη τού Λοξια ο ποδαβρος βάρβαρος αγνοούσε
και εις ουδένα οι φιλίες Ελλήνων ωφελησαν όταν ο Κύρος
στις χρυσές Σάρδεις ενεμφανισθει ως ημιονος Περσών και Μήδων
τότε κατάλαβε πως:μηδένα προ τού τέλους χρησμόν ερμήνευε
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μεταβολές
pecunia, pecuniam, aerarium publicum
ένα παιδί πετάει χαρτονομισματα στο προσωπο
του Leopold Bloom.
το 1943 άνοιξε ένα μπουκάλι σάκε και είδε την Χιροσίμα
ενώ δυο ηθοποιοί διάβαζαν στο σκοτάδι μια σελίδα από τον Φαίδρο·
ο ένας ρωτούσε τί ἐστι ψυχή;ο άλλος απαντούσε με συνταγές
φαγητών,
και και πίσω ακούστηκε : Σιωπή, gentlemen!
Προβολή αρχειακων φωτογραφιων:στρατιώτες τού '17,
ναύτες τού '22.
με σφαιρες καρφώθηκαν οι εφημερίδες τού ’44
με τα ονόματα τών νεκρών
Οι Οικονομιες τών Σωμάτων στα εργοστάσια
Το μέλλον Labour-power, Capital, Meaning, Memory
σε κατηγορίες κατ᾽ἐνέργειαν και κατ᾽δύναμιν
Κατά Marx: Crises are inevitable
Tempus fugit, sed credit fluit
Δύο άντρες σε δωμάτιο χωρίς πόρτα:
-Πότε μπήκαμε;
-Ποτέ.
-Πότε θα φύγουμε;
-Ποτέ.
¿Quién observa a quién?
ἄπολις ἀνὴρ
ἄμνημον λαός
tempus non sequitur
ἄνδρα μοι ἔννεπε → tell me of the man →
habla del hombre → parle de l’homme →
spreek van de mens → πες μου για την τιμή τού ανθρώπου
ανά μετοχή
Οι δείκτες δεν εξηγούν την ύφεση
Non classified yet
-look-here-man-in-the-corner-counting-bills-like-Homeric-scribe
marketwater-runningdownFleetst.-glisteningwithbondprices
memoryvessels-chanting-ancient-languages-not-remembered
recursive layer (cinematic fracture)
→ πλάνο: κοντινό σε πρόσωπο
→ πλάνο: κοντινό σε επιφάνεια νερου
→ πλάνο: κοντινό σε χαρτονόμισμα
→ πλάνο: κοντινό σε φιλμικό κόκκο
→ πλάνο: κοντινό σε κύτταρο
→ πλάνο: κοντινό σε χειρογραφο
→ πλάνο: κοντινό σε τίποτε
(η αλληλουχία επαναλαμβάνεται με άλλη σειρά)
Χρόνος → Χρέος → Μνήμη → Αγορά → Χρόνος
Μνήμη → Αγορά → Χρέος → Χρόνος → Μνήμη
Αγορά → Μνήμη → Χρόνος → Χρέος → Αγορά
Ο Max Ernst κολλάει ραπτομηχανές σε ιπτάμενα άλογα
Ο Adam.Smith εμπορεύεται στον Τειρεσία σιτο
δια τής αοράτου χειρός
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Κατά Κάποιον τρόπο η Ιστορία)
Τα Εις Εαυτον Μάρκον Αυρήλιον
(Ελληνικά, English, Francais,German,Italiano, Spanish,Portuguese)
Στα σύνορα με τον παγωμενο Δούναβη οι Μαρκομανοι
διαλέγονται με ακόντια τα Εις Εαυτον του,
η αυτοκρατορία εντελει θέλει φόρους,λεγεώνες,
επαρχίες,Υπάτους,όχι μαθήματα περί χρηστοτητας,
παλάτι χωρίς σωματοφύλακες, φανταχτερά ρούχα,
συνοδούς,αγάλματα,αρκετά με τα στωικά
περιττή φαιδροτητα,η Ρώμη δεν αλλάζει,
ο Κομμοδος ως Ηρακλής μονομαχος
στην αρένα με τα λιονταρια,
άλλωστε μόνο στο θάνατο οι αυτοκράτορες
κοιμούνται αιωπηλοι
χωρίς πορφύρες απαθείς εις Εαυτον.
.
.
To Himself Marcus Aurelius
On the borders of the frozen Danube the Marcomanni
hold dialogues with spears to His To Himself,
yet the Empire in the end wants taxes, legions,
provinces, Consuls,not lessons about virtue.
A palace without bodyguards, flashy clothes,
attendants, statues,enough with the Stoics
a redundant frivolity.Rome does not change.
Commodus as Hercules, gladiator
in the arena with the lions,
for only in death do emperors
sleep silent,
without purple, impassive to Themselves.
.
.
À soi-même Marc Aurèle
Aux frontières du Danube glacé les Marcomans
dialoguent avec des lances Ses À soi-même,
mais l’Empire au final veut des impôts, des légions,
des provinces, des Consuls,pas des leçons de vertu.
Un palais sans gardes, vêtements voyants,
serviteurs, statues,assez de stoïcisme
futile frivolité.Rome ne change pas.
Commode en Héraclès, gladiateur
dans l’arène avec les lions,
car seuls dans la mort les empereurs
dorment en silence,
sans pourpre, impassibles à eux-mêmes.
.
.
An sich selbst Mark Aurel
An den Grenzen der gefrorenen Donau verhandeln
die Markomannen mit Speeren zu Sein An sich selbst,
doch das Imperium will am Ende Steuern, Legionen,
Provinzen, Konsuln,nicht Lektionen über Tugend.
Ein Palast ohne Leibwachen, prunkvolle Gewänder,
Gefolgschaft, Statuen,genug vom Stoizismus
überflüssige Lächerlichkeit.Rom ändert sich nicht.
Commodus als Herkules, Gladiator
in der Arena mit den Löwen,
denn nur im Tod schlafen die Kaiser
schweigsam,
ohne Purpur, unbewegt in sich selbst.
.
.
A se stesso Marco Aurelio
Ai confini del Danubio gelato i Marcomanni
dialogano con le lance Il suo A se stesso,
ma l’Impero alla fine vuole tributi, legioni,
province, Consoli,non lezioni sulla virtù.
Un palazzo senza guardie, abiti vistosi,
accompagnatori, statue ,basta con gli stoici
frivolezza superflua.Roma non cambia.
Commodo come Ercole, gladiatore
nell’arena con i leoni,
poiché solo nella morte gli imperatori
dormono muti,
senza porpora, impassibili a se stessi.
.
.
A sí mismo Marco Aurelio
En las fronteras del helado Danubio los marcomanos
dialogan con lanzas Su A sí mismo,
pero el Imperio al final quiere impuestos, legiones,
provincias, Cónsules,no lecciones sobre virtud.
Un palacio sin guardias, ropa ostentosa,
séquito, estatuasbasta con los estoicos
frivolidad innecesaria.Roma no cambia.
Cómodo como Hércules, gladiador
en la arena con los leones,
pues solo en la muerte los emperadores
duermen en silencio,
sin púrpura, impasibles a sí mismos.
.
.
A si mesmo Marco Aurélio
Nas fronteiras do gelado Danúbio os marcômanos
dialogam com lançasSeu A si mesmo,
mas o Império ao fim quer impostos, legiões,
províncias, Cônsules,não lições sobre virtude.
Um palácio sem guardas, roupas chamativas,
acompanhantes, estátuas,chega de estóicos
frivolidade desnecessária.Roma não muda.
Cômodo como Hércules, gladiador
na arena com os leões,
pois apenas na morte os imperadores
dormem silenciosos,
sem púrpura, impassíveis a si mesmos.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Εντός τού Εντός
υπεράνω τών ιπτάμενων πήλινων αγαλμάτων
τών ωκεανιων πεδιαδων τού αοράτου
και την ώρα τού ωμου θέρους
κλινοντας προς τον Λέοντα
τότε ανάμεσα στα θαλάσσια υφαντά τού Ιονίου
αναδύονται ροδακιζουσες γυναικες
ενδεδυμενες ποικίλα κοχύλια καθρεφτων
εκείνο το πρωινό τής θρυμματισμένης ηλικίας
τών μεγάλων αναγλυφων ιππεων ανέμων
εντός τής αυστηρότητος τού χρόνου τής λήθης
περί ονειρωξεων διευρυνσεως σχισμής
με τον ποθον τής διευρυνσης
ενώ από τις παλαιές τοιχογραφίες εξέρχονται
με τρόπαια και πύρινες ρομφαιες
ευλιγιστα περιστέρια
επιτέλους το σύμπαν είναι απέραντον και οικειον
εις μίαν και ομοούσιον εκρηκτική πράξιν
αυτοαναφλεξεως
τού αιθερους
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
το γαλάζιο τ'ουρανου
στη θάλασσα
τών ματιών σου
απέναντι μακρυά
το αδύνατο
Ιόνιο
ο φλοίσβος του
κάλεσμα
ανισομετρα πελάγη
γαλάζιας έλξης
επ'αορατων σωματων
.
και με τον φόβο
μην καταρριφθεί το σύμπαν
που ονειρεύτηκε για σένα
αργείς
με τρυφερότητα αντοχης
με σκέψη
η ξενιτιά τους
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
όντας ο γάμος του εγινονταν
ο βασιλιός στον πόλεμο τον κράζει
εκείνος βανει σίδερο σπαθί στη ζωνη
και στη νυφη γυρνά και λέει
-μη κλαις,καλή μου,και μην βαρυγκομασαι,
η μοίρα ό,τι έχει γραμμενο ας γράψει,
γυρναει και στην μάνα του
και λεει.
μάνα,σ'αφήνω τη γυναίκα μου,
να τη φυλλας σαν κρίνο απ' το χαλάζι,
απ'αδικο κακο από τού κοσμου λόγια,
κι η μάνα τονε προβοδά και λέει,
σύρε,γιε μου,στην ευκη μου,
κι εννοια σου
θα την φυλαω τη νυφούλα μας
όπως η χήνα τα πουλιά της,
εκείνος φιλεί στο μετωπο τη νύφη
και στ'αλογο το γρίβα του καβαλικευει
-σαν πας,καλέ μου,στο πόλεμο
μην κάνεις χρόνους μηνους κι αργήσεις,
μοναχη μην μείνω κι ερμη,
κι εκείνος έφυγε
σαν δυνατός αέρας
στ'αλογο καβαλάρης.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
Ο Οιδίποδας μπροστά
στη Θηβαια Σφίγγα
περίμενε.
Εκείνη χαμογέλασε.
Υπάρχει ο γρίφος,τού είπε,τής απουσίας τού γρίφου.
Προχωρα στην εφταπυλη να βασιλεύσεις Θήβα.
Ο φόνος τού πατέρα,η πανώλη,οι γάμοι με την μάνα,
είναι έν τη απουσία σου
γεγονότα.
το άχρωμο τής νύχτας
η μνήμη μας που επιμένει
Γιατί να μείνει κάτι από εμάς
αφού ποτέ δεν τολμησαμε
το αόρατο
με όλο σου το σώμα
το γαλάζιο τών ματιών σου
απουσία
επιμονη
σταγόνες βροχής τρέμουν
στα φύλλα
όταν ξεχαστεί
ότι κάποτε υπήρξαμε
ζωντανός κι αμετακίνητος
στο σώμα που τρώει
την ίδια του τη σιωπη
μια ανάσα απόσταση
Βόρεια
Νότια
Βόρεια
.
Η λέξη δεν αποτελεί πλέον λύση
κι εσύ επιμένεις ότι η ομορφιά
δεν πειθαρχει
.
.
.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Ταφή τού Δαμαστή Αλόγων Εκτορα
(Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία ω',788-804)
όταν ροδιζε η αυγη οι Τρώες
γύρω στη πυρά του μαζεύτηκαν
από την ακατανίκητη έλξη
τής τελευταίας πράξης
ούτε για πόλεμο επρόκειτο ούτε για θρίαμβο
αλλά για τη τελική σκηνοθεσία τού χαμού
τού ήρωα δαμαστη αλογων Εκτορα
τα καμμένα οστά του μάζευαν πληρωμή
τής σφαγής ανθρώπων
και μέσα σε χρυσή λάρνακα έκλεισαν
τη μεγάλη θλίψη τους με μαλακά πορφυρά πέπλα
και κάτω από βαριές πέτρες σε βαθύ λάκκο
τοποθέτησαν την λαμπρότητα του
κι έκλαιγαν, βεβαίως θρηνώντας τον ήρωα
διότι όλη αυτή η θλίψη χωρίς δάκρυα
και τελετές είναι αφόρητα κενές
κι έστρωσαν λαμπρό δείπνο στα δωματα
τού Πριάμου
διοτι η ζωή έχει την ύβρη να συνεχιζεται
ερήμην τών εκλιποντων
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
το τελος τής Ιλιάδος τού Ομήρου
Ραψωδία ω',στίχοι 788-804,
Η ταφή τού Εκτορα
κι όταν η ροδοδακτυλη που γεννιέται
το πρωί φάνηκε Ηω
τότε γύρω απ'τού ήρωα Εκτορα τη πυρά
ηρθε το πληθος κι αφού συγκεντρώθηκαν
πρώτα τη πυρκαγιά με μαυρο έσβησαν κρασι όλη
ως εκεί που έφτανε τής φωτιάς η ορμη
κι έπειτα τα λευκά μάζευαν οστα τ'αδερφια
κι οι σύντροφοι θρηνώντας,κι άφθονο
απ'τα μαγουλα κυλουσε δάκρυ,
κι αυτά παίρνοντας σε χρυσή λάρνακα
τα'βαλανμε πορφυρά μαλακά πέπλα καλυπτοντας
κι αμέσως στο σκαμμένο λάκκο τα τοποθετησαν
κι από πάνω με πολλές μεγάλες πέτρες σκεπασαν
και στο ταφο γρήγορα έρριξαν χώμα,
και γύρω παντού στάθηκαν φρουροι
για να προλάβουν μην οι Αχαιοί
με τις γερές περικνημιδες κάνουν εφοδο
κι αφού τον τάφο έχωσαν γύρισαν πισω
κι έπειτα μετά από αυτά αφού όπως πρεπει
συγκεντρώθηκαν ετοίμασαν λαμπρό δείπνο
στου αγαπητού στους θεους βασιλιά Πριάμου
τα δώματα,
έτσι λοιπόν με τιμές κηδευσαν τον δαμαστη
αλογων Εκτορα
Ἦμος δ’ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
τῆμος ἄρ’ ἀμφὶ πυρὴν κλυτοῦ Ἕκτορος ἔγρετο λαός.
αὐτὰρ ἐπεί ῥ’ ἤγερθεν ὁμηγερέες τ’ ἐγένοντο,790
πρῶτον μὲν κατὰ πυρκαϊὴν σβέσαν αἴθοπι οἴνῳ
πᾶσαν, ὁπόσσον ἐπέσχε πυρὸς μένος· αὐτὰρ ἔπειτα
ὀστέα λευκὰ λέγοντο κασίγνητοί θ’ ἕταροί τε
μυρόμενοι, θαλερὸν δὲ κατείβετο δάκρυ παρειῶν.
καὶ τά γε χρυσείην ἐς λάρνακα θῆκαν ἑλόντες,795
πορφυρέοις πέπλοισι καλύψαντες μαλακοῖσιν.
αἶψα δ’ ἄρ’ ἐς κοίλην κάπετον θέσαν, αὐτὰρ ὕπερθε
πυκνοῖσιν λάεσσι κατεστόρεσαν μεγάλοισι·
ῥίμφα δὲ σῆμ’ ἔχεαν, περὶ δὲ σκοποὶ ἥατο πάντῃ,
μὴ πρὶν ἐφορμηθεῖεν ἐϋκνήμιδες Ἀχαιοί.800
χεύαντες δὲ τὸ σῆμα πάλιν κίον· αὐτὰρ ἔπειτα
εὖ συναγειρόμενοι δαίνυντ’ ἐρικυδέα δαῖτα
δώμασιν ἐν Πριάμοιο διοτρεφέος βασιλῆος.
Ὣς οἵ γ’ ἀμφίεπον τάφον Ἕκτορος ἱπποδάμοιο.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta in (E)clipse
επιμενω με ετεροκαταληξιες
στη μέτρηση τών αποστάσεων
και με την αρχαία ανάγκη
να θυμόμαστε τι μάς συγκίνησε
γιατί ξυπνάμε ο ένας
τον άλλον
με μια πρόταση
και μια ανυπόμονη ανάσα
συμπτώσεων αβεβαιότητας
εσύ με τις υποψίες σου,
κι εγώ με την επιθυμία
να μην τις διαψεύσω
οι λέξεις σου
πώς αντέχουν τόση ταξη
ομοιοκαταληξίας;
επιμένω
μην λήξεις το ποίημα σου
.
το φεγγάρι αποσύρεται στη νυχτερινή υγρασια
τού Θερμαϊκού.
ταξί κορνάρουν,κάποιος γελάει,
μια παρέα περνά.
Αν σε συναντήσω αύριο,
δεν θα σου πω ούτε λέξη.
οι σκιές τής πόλης ανασηκώνονται ελαφρά
σε σόλο σαξοφωνου.
Κάθισα απέναντί της με έναν καφέ.
Ο έρωτας πάντα ξεκινάει
με μία κατάργηση απόστασης.
Ποιο μέρος τής πόλης αγαπάς;
Το μέρος που δεν μενεις.
είδα πίσω από τα βλέφαρά της
την πυρκαγιά τού 1917
κι έναν νεαρό φωτογράφο τού Μεσοπολέμου
να λέει:
Τίποτα δεν.φωτογραφιζεται χωρίς λόγο.
Κάσσανδρος Γαλέριος Βυζάντιο Εβραιοι.
Με τόση ιστορία,τι θέλεις;εκείνη ρωτάει.
Επιστρέφει στο σπίτι.
Βγάζει τα παπούτσια.
Καταρρέουν οι αυτοκρατορίες.
άρχισε να βρέχει,άνοιξες την κίτρινη ομπρέλα.
Αυτό είναι
το μοναδικο πραγματικό
γεγονός τής ημέρας.
.
σ'αυτη την ευθύτητα
ένα αόρατο χέρι σε ακουμπά και δεν ζητά τίποτα
σ'αυτη την ευθυτητα
δύο σώματων που αναπνεουν την ίδια μοναξιά
χωρίς κόπωση αληθειας
.
παρατηρώ τις μικρές κινήσεις τής σκιάς σου
το αθέατο φως τών ματιών σου
παραμένωντας στη γαλάζια παλίρροια
ακούω την ανάσα σου να ανεβαίνει σαν νερο
αναρωτιέμαι πώς το άγγιγμα μιας λέξης
μπορεί να δηλώσει την παρουσία σου
και το ξενο πόσο αγαπημένο γινεται
κι ως ένα θαύμα
οι ψίθυροι σου
προς το αόρατο
ένας ήχος που ακούγεται
ο άλλος άνθρωπος
να δεις τι έρχεται,τι αναγγέλλεται
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ποια είσαι συ η όμορφη
η περδικοστηθατη
μην τ'ουρανου είσαι γέννημα
τού φεγγαριού τού ηλιου
κρυφό καμάρι τής μάνας τού πατέρα
και τών αδερφών πολύτιμο μαργαριταρι
όντας σε βλέπουν στην αυλη
μέσ'στο περιβολάκι ν'ανθεις
και να βλασταινεις
ποιος να'ναι ο τυχερος νυφούλα
να σε παρει
ακριβό στο σπίτι του στολιδι,
ποτέ στον κοσμο
σαν εσε
άστρο τής ομορφιας σου
δεν εφανει
.
αποσπάσματα
από ψιθυρους σε χώρους ημιτελείς
καμια βεβαιότητα δεν τούς καταργεί
σε σκιές λεπτές ανεξιχνίαστη
η ύπαρξη
κι εμείς,για λίγο, μαθαίνουμε τη γλώσσα της.
.
.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
το τελος
τής Ομηρου Οδύσσειας,
ραψωδια ω',στίχοι 520-548
Το Ορκιο τέλος τού Νείκους Οδυσσέως Ιθακησιων
έτσι μίλησε κι εμφυσησε μεγάλο θάρρος
η Αθηνά Παλλαδα
κι αφού στη κόρη τού μεγάλου Δια ευχήθηκε
αμέσως δυνατα κουνωντας τιναξε
το μακρύ τρομερό δορυ
και τον Ευπειθη στη περικεφαλαία χτύπησε
μεσα στις χαλκινες παρειες
που δεν κράτησε το δόρυ
αλλά ο χαλκός διαπέρασε
κι εκείνος με δυνατό πέφτοντας κροτο
τ'αρματα με θόρυβο πάνω του κρουστηκαν
και στους πολεμιστές ο Οδυσσέας κι ο γενναίος Τηλέμαχος
όρμησαν χτυπώντας με τα ξίφη
και τα δόρατα με τις διπλές λαβες,
και τώρα πια όλους θ'αφανιζαν και θα τους αφηναν
διχως γυρισμό,αν η Αθηνά η κόρη τού Δια
που την αιγιδα κραταει,
δεν φωναζε να συγκρατήσει το πλήθος ολο,
τον ανελεητο σταματηστε,Ιθακησιοι,πόλεμο,
για να χωριστείτε χωρίς αίματα όσο πιο γρηγορα
γινεται,
έτσι η Αθηνά μίλησε,κι αυτους ο φόβος χλωμιασε,
και τότε απ'τα χέρια τους τ'αρματα τιναχτηκαν,
κι όλα πάνω στη γη έπεσαν,όταν η θεα φώναξε,
και προς τη πόλη τράπηκαν λαχταρώντας τη ζωή τους
να γλυτώσουν,
ο δε πολύπαθος ισοθεος Οδυσσεας φώναξε δυνατά,
κι όρμησε φευγοντας σαν αετός που στα ύψη πετα
και τότε τού Κρόνου ο γιος ρίχνει τον τρομερό
απ'τους καπνους κεραυνό,που μπροστά σ'αυτη
με τα γλαυκα μάτια έπεσε τού ισχυρού πατέρα κορη,
τότε στον Οδυσσέα απευθύνθηκε η Αθηνά
με τα γλαυκα τα ματια,
ισοθεε γιε τού Λαερτη πολυμήχανε Οδυσσέα,
συγκρατησου,πάψε τη φιλονικία που με πόλεμο
παρόμοια είναι,
μηπως με σένα ο γιος τού Κρόνου θυμώσει Ζευς
που πέρα για πέρα βλέπει,
έτσι η Αθηνά μίλησε,κι αυτός υπάκουσε,και μεσα του χαρηκε,
κι απ'αυτά κατοπιν όρκους ανάμεσα στους δυο έθεσε
η Αθηνά Παλλαδα τού Δια η κόρη που την αιγιδα κρατάει
με τη μορφή και τη φωνή τού Μεντορα παρομοιασμενη
ὣς φάτο, καί ῥ' ἔμπνευσε μένος μέγα Παλλὰς Ἀθήνη.520
εὐξάμενος δ' ἄρ' ἔπειτα Διὸς κούρῃ μεγάλοιο,
αἶψα μάλ' ἀμπεπαλὼν προΐει δολιχόσκιον ἔγχος
καὶ βάλεν Εὐπείθεα κόρυθος διὰ χαλκοπαρῄου.
ἡ δ' οὐκ ἔγχος ἔρυτο, διαπρὸ δὲ εἴσατο χαλκός·
δούπησεν δὲ πεσών, ἀράβησε δὲ τεύχε' ἐπ' αὐτῷ.525
ἐν δ' ἔπεσον προμάχοισ' Ὀδυσεὺς καὶ φαίδιμος υἱός,
τύπτον δὲ ξίφεσίν τε καὶ ἔγχεσιν ἀμφιγύοισι.
καί νύ κε δὴ πάντας ὄλεσαν καὶ θῆκαν ἀνόστους,
εἰ μὴ Ἀθηναίη, κούρη Διὸς αἰγιόχοιο,
ἤϋσεν φωνῇ, κατὰ δ' ἔσχεθε λαὸν ἅπαντα·530
«ἴσχεσθε πτολέμου, Ἰθακήσιοι, ἀργαλέοιο,
ὥς κεν ἀναιμωτί γε διακρινθῆτε τάχιστα.»
ὣς φάτ' Ἀθηναίη, τοὺς δὲ χλωρὸν δέος εἷλε·
τῶν δ' ἄρα δεισάντων ἐκ χειρῶν ἔπτατο τεύχεα,
πάντα δ' ἐπὶ χθονὶ πῖπτε, θεᾶς ὄπα φωνησάσης·535
πρὸς δὲ πόλιν τρωπῶντο λιλαιόμενοι βιότοιο.
σμερδαλέον δ' ἐβόησε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
οἴμησεν δὲ ἀλεὶς ὥς τ' αἰετὸς ὑψιπετήεις.
καὶ τότε δὴ Κρονίδης ἀφίει ψολόεντα κεραυνόν,
κὰδ δ' ἔπεσε πρόσθε γλαυκώπιδος ὀβριμοπάτρης.540
δὴ τότ' Ὀδυσσῆα προσέφη γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν' Ὀδυσσεῦ,
ἴσχεο, παῦε δὲ νεῖκος ὁμοιΐου πτολέμοιο,
μή πώς τοι Κρονίδης κεχολώσεται εὐρύοπα Ζεύς.»
ὣς φάτ' Ἀθηναίη, ὁ δ' ἐπείθετο, χαῖρε δὲ θυμῷ.545
ὅρκια δ' αὖ κατόπισθε μετ' ἀμφοτέροισιν ἔθηκε
Παλλὰς Ἀθηναίη, κούρη Διὸς αἰγιόχοιο,
Μέντορι εἰδομένη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ αὐδήν.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Σε οξεία αντίθεση αινίγματος
ένα ψάρι πηδάει από τη γυάλα στην Τενέδο
και γλάροι ακολουθούν τα άλογα τού Ρήσου
κι όταν η Ελένη ψιθυρίζει 'που είναι τα χέρια μου;',
κανείς δεν απαντά
στην υγρασία αυτών τών λέξεων,
Κύριοι,για τελευταία φορά ακούω τη φωνή
τού
Celan να θρυμματίζεται
στην απέραντη λυπη
τής πτώσης τού Αίαντα
ανάμεσα σε ό,τι υπήρξε και σε ό,τι ποτέ δεν θα υπάρξει
με ελάχιστη χειρονομία
σε σειρές σαν ελιές στα χωράφια οι άνθρωποι
αριθμοί
τών περασμένων αιωνων
μετρουν
την υπερβολή τών απουσιών
σε οξεία αντίθεση αινίγματος
.
.
.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
το τέλος τής Waste Land τού T.S.Eliot
Πάνω στην ακτη κάθισα
ψαρευοντας
με την άνυδρη πεδιάδα πίσω μου,
Θα βάλω ποτέ τάξη στη χώρα μου;(1)
Η London Bridge πεφτει
πέφτει πεφτει(2)
Poi s’ascose nel foco che gli affina
Ύστερα χάθηκε στη φωτιά τού καθαρτηρίου του(3)
Quando fiam uti chelidon—O swallow swallow
Οταν σε χελιδόνι θα μεταμορφωθω
χελιδόνι Ω χελιδόνι(4)
Le Prince d’Aquitaine à la tour abolie
Ο πρίγκιπας τής Ακουιτανιας
στον γκρεμισμένο πυργο(5)
These fragments I have shored against my ruins
Αυτά τα θραύσματα πρόχειρα τα'χω στηριξει
έναντι τών ερειπίων μου
Why then Ile fit you. Hieronymo’s mad againe.
Τοτε λοιπον για σένα θα το προσαρμόσω.
Ο Ιερώνυμος είναι πάλι τρελός.(6)
Datta. Dayadhvam. Damyata.
Πρόσφερε.Συμπονεσε.
Έλεγξε.(7)
Shantih shantih shantih
αναπαυσου αναπαυσου αναπαυσου.(8)
I sat upon the shore
Fishing, with the arid plain behind me
Shall I at least set my lands in order?
London Bridge is falling down falling down falling down
Poi s’ascose nel foco che gli affina
Quando fiam uti chelidon—O swallow swallow
Le Prince d’Aquitaine à la tour abolie
These fragments I have shored against my ruins
Why then Ile fit you. Hieronymo’s mad againe.
Datta. Dayadhvam. Damyata.
Shantih shantih shantih
.
.
Σημειώσεις:
(1).ο Fisher King,ο αρθουριανος βασιλιάς
που αδυνατεί να γονιμοποιήσει τη γη και είναι αδρανής.
(2).παιδικό τραγούδι από τον 17ο αιώνα.
(3).Dante,Θεία Κωμωδία,Καθαρτήριο (Purgatorio), Άσμα ΚΣΤ΄ (26)
αναφορά στον
Arnaut Daniel, προβηγκιανο τροβαδούρο ποιητή.
(4).μύθος τής Φιλομήλας,
Μεταμορφώσεις τού
Οβιδιου
(5).Στίχος απο :El Desdichado(1854) σονέτο τού Gérard de Nerval,ποιητή τού γαλλικου ρομαντισμού
(6).από το θεατρικο έργο
The Spanish Tragedy (περ. 1587), τού Thomas Kyd,
Τραγωδία ελισαβετιανής εποχης,όπου ο Ιερώνυμος
ζητώντας εκδίκηση για τη δολοφονία τού γιου του,και μην βρίσκοντας δικαιοσύνη,
τρελενεται.
(7).Datta. Dayadhvam. Damyata.
Σανσκριτικά,από τις Ουνιπασαδες.
What the Thunder Said
Τι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι μετά την καταστροφή και το χαος..
(8)Shantih,σανσκριτικά σημαίνει ειρήνη, γαλήνη, ησυχία, σιγή,ανάπαυση,
από την τελετουργία Vedic,είναι ήχος -επικληση,αμετάφραστη,mantra.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Ομήρου Οδύσσεια
στίχοι 146-169,
Η συνάντηση τού Οδυσσέα με τη Ναυσικά
κι αμέσως γλυκα και προσεκτικά μιλησε:
τα γόνατα σ'αγγιζω,δέσποινα,
μη θεά κάποια η' θνητή είσαι;
αν όμως θεά κάποια είσαι,
απ' αυτές που στον πλατύ ουρανο μενουν
με την Άρτεμη εγώ,τού μεγάλου Δία τη κόρη,
και στη μορφή και στ'αναστημα και στο κορμί
πολύ παρομοιαζω,
αν όμως κάποια είσαι απ'τους θνητούς
που κατοικούν στη γη,
τρις μακαρισμενοι για σένα ο πατέρας
κι η σεβαστή μητέρα
τρις μακαρισμενοι κι οι αδερφοί,
αφού πάντα από σενα η καρδιά τους
σιγουρα αγαλλίασης γιατρικό βρίσκει
οταν μέσ'στο χορό τέτοιο βλαστάρι
να μπαίνει βαδιζοντας βλέπουν,
όμως απ' όλους πιο ευτυχισμένος στη καρδια
όποιος αφού με γαμήλια σε κερδίσει δωρα
στο σπίτι του σ'οδηγησει,
γιατί ποτέ τέτοιον στα μάτια μου θνητο
δεν είδα ουτ'αντρα ούτε γυναίκα,
δέος με κυριεύει καθώς σ'αντικριζω,
κάποτε λοιπόν στη Δήλο
κοντά στο βωμό τού Απόλλωνα
βλαστάρι νέας φοινικιάς να υψώνεται ειδα,
γιατί πήγα κι εκεί,και πολύ μ'ακολουθουσε
ανθρώπων πληθοςστον δρόμο,
όπου σε μένα συμφορές έμελλε να'ρθουν,
κι έτσι το ιδιο κι εκείνο βλεπωντας
συγκλονιστηκα μέσα μου,ώρα,γιατί τέτοιο ποτέ
δεν ξεφύτρωσε δόρυ γης,
κι ομοια εσενα,γυναίκα,και να σε παντρευτώ
και να σε παρω,
δισταζω ομως τρομερά τα γόνατα να σ' αγγίξω,
συγκινηση βαθειά μ'εχει κυριέψει.
αὐτίκα μειλίχιον καὶ κερδαλέον φάτο μῦθον·
«γουνοῦμαί σε, ἄνασσα· θεός νύ τις ἦ βροτός ἐσσι;
εἰ μέν τις θεός ἐσσι, τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν,150
Ἀρτέμιδί σε ἐγώ γε, Διὸς κούρῃ μεγάλοιο,
εἶδός τε μέγεθός τε φυήν τ' ἄγχιστα ἐΐσκω·
εἰ δέ τίς ἐσσι βροτῶν, οἳ ἐπὶ χθονὶ ναιετάουσι,
τρὶς μάκαρες μὲν σοί γε πατὴρ καὶ πότνια μήτηρ,
τρὶς μάκαρες δὲ κασίγνητοι· μάλα πού σφισι θυμὸς155
αἰὲν ἐϋφροσύνῃσιν ἰαίνεται εἵνεκα σεῖο,
λευσσόντων τοιόνδε θάλος χορὸν εἰσοιχνεῦσαν.
κεῖνος δ' αὖ περὶ κῆρι μακάρτατος ἔξοχον ἄλλων,
ὅς κέ σ' ἐέδνοισι βρίσας οἶκόνδ' ἀγάγηται.
οὐ γάρ πω τοιοῦτον ἴδον βροτὸν ὀφθαλμοῖσιν,160
οὔτ' ἄνδρ' οὔτε γυναῖκα· σέβας μ' ἔχει εἰσορόωντα.
Δήλῳ δή ποτε τοῖον Ἀπόλλωνος παρὰ βωμῷ
φοίνικος νέον ἔρνος ἀνερχόμενον ἐνόησα·
ἦλθον γὰρ καὶ κεῖσε, πολὺς δέ μοι ἕσπετο λαός,
τὴν ὁδόν, ᾗ δὴ μέλλεν ἐμοὶ κακὰ κήδε' ἔσεσθαι·165
ὣς δ' αὔτως καὶ κεῖνο ἰδὼν ἐτεθήπεα θυμῷ,
δήν, ἐπεὶ οὔ πω τοῖον ἀνήλυθεν ἐκ δόρυ γαίης,
ὡς σέ, γύναι, ἄγαμαί τε τέθηπά τε, δείδια δ' αἰνῶς
γούνων ἅψασθαι· χαλεπὸν δέ με πένθος ἱκάνει.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ποια είσαι συ η όμορφη
η περδικοστηθατη
μην τ'ουρανου είσαι γέννημα
τού φεγγαριού τού ηλιου
κρυφό καμάρι τής μάνας τού πατέρα
και τών αδερφών πολύτιμο μαργαριταρι
όντας σε βλέπουν στην αυλη
μέσ'στο περιβολάκι ν'ανθεις
και να βλασταινεις
ποιος να'ναι ο τυχερος νυφούλα
να σε παρει
ακριβό στο σπίτι του στολιδι,
ποτέ στον κοσμο
σαν εσε
άστρο τής ομορφιας σου
δεν εφανει
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fuga
παρατηρώ τις μικρές κινήσεις τής σκιάς σου
το αθέατο φως τών ματιών σου
παραμένωντας στη γαλάζια παλίρροια
ακούω την ανάσα σου να ανεβαίνει σαν νερο
αναρωτιέμαι πώς το άγγιγμα μιας λέξης
μπορεί να δηλώσει την παρουσία σου
και το ξενο πόσο αγαπημένο γινεται
κι ως ένα θαύμα
οι ψίθυροι σου
προς το αόρατο
ένας ήχος που ακούγεται
ο άλλος άνθρωπος
να δεις τι έρχεται,τι αναγγέλλεται
εσύ
ολοκληρη
.
αποσπάσματα
από ψιθυρους σε χώρους ημιτελείς
καμια βεβαιότητα δεν τούς καταργεί
σε σκιές λεπτές ανεξιχνίαστη
η ύπαρξη
κι εμείς,για λίγο, μαθαίνουμε τη γλώσσα της
.
σ'αυτη την ανθρωπότητα
βρέχει ουρανό
και χώνεται στη γη
.
1.
μια έρημος στα σύμφωνα.
κάτω απ’ το δέρμα τής άμμου
κι εκεί,στο κενό ανάμεσα,εμείς.
2.
πώς αγγίζει η ψυχή χωρίς σώμα
μονάχα με σιωπή
αναδύθηκε
ένας ρυθμός αργος
αναπνοή θάλασσας.
3.
τα ονόματα μας έμειναν έξω
από την αίθουσα αναμονής
χωρίς πρόσωπο χωρίς ιστορια
μια ελάχιστη μετατόπιση
ο έρωτας
με τη δίψα πού ψάχνει νερό
κι εκεί στο άδυτο τής απόστασης
ο έρωτας δεν φάνηκε ποτέ.
4.
γιατί ξέρουμε πια:
ο έρωτας δεν τελείται στην ένωση
αλλά στη διαρκή αναβολή του,
εκεί όπου το μυστήριο
μένει άθικτο.
.
.
με έλικα απείρου
το ακρόπρωρο κοχυλιου
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ουδεμία χρεια εχομεν
ποιος μπάσταρδος ζει εις βάρος μας;
ειμαστε
στα ίδια και στα ίδια τα σκουπίδια,
αυτόν τον ξεχαρβαλωμενο καναπέ,
εκείνη την ανάπηρη καρέκλα,
σκατά,ποια ηρεμία,
μόνο τα ρολόγια γυρίζουν
ηλίθια ανοητα
και στην άβυσσο μας
ενα περιστέρι λιωμένο,
όχι,μην το πεις:η ψυχή μας,
ας τελειώσουν οι λυρισμοι,
κούφιοι μισάνθρωποι,
κάτι σαν φάρσα
τα σκουπίδια τής ζωης μας δεν μαζεύονται
ούτως η' άλλως.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Παλίμψηστο
σε στρώσεις σκόνης
τι ψάχνει στη σφηνοειδη γραφη ο Γκιλγκαμές
ενώ το νερό τού Ευφράτη ανεβαίνει;
μάλλον πρόκειται για ιχνοι νυχιού έπη,
ενώ το νερό ανεβαίνει για την βιβλική τιμωρία
τής πλημμυρας
στην Αλεξάνδρεια
ο Ευκλείδης σχεδιαζει αξιώματα
με την ίδια ψυχραιμία που
ο Ρωμαίος στρατηγός Γναιος Πομπήιος σχεδιάζει
την πολεμικη επιχειρηση
κατά τού Μιθριδάτη Στ' Ευπατωρα,
Χαν,Τανγκ,Αββασίδες, Πτολεμαίοι,Οθωμανοί, Αψβούργοι,
ισχυρά ονόματα αλλοτε
και τώρα λήμματα σε εγκυκλοπαιδεια
ενώ ο Επίκουρος καλλιεργεί τον κήπο του
και ο Σπινόζα λειαίνει φακούς για να δει
καθαρότερα το Deus sive Natura,
ο Κομφούκιος
η Γαλλική Επανάσταση
η πτώση τής Κωνσταντινούπολης
και ο Μαρξ υπογραμμίζεται από έναν μεσαιωνικό μοναχό,
ο Νίτσε μέσα από ένα αρχαίο χορικό
καταγγελει το πραξικόπημα τής μπυραριας
και κάθε φράση κουβαλά σκιές άλλων φράσεων
τού Αντόνιο Γκράμσι
οι πρώτες γραφές χαράχτηκαν για λογιστική:
πόσα σακιά κριθάρι,πόσοι εργατες,πόσες μέρες εργασίας,
κάθε αυτοκρατορία ισχυρίζεται ότι φέρνει τάξη,
οι Κινέζοι αυτοκράτορες με εντολή ουρανού
και με εκατομμύρια ανώνυμους νεκρούς κάτω από τα τείχη,
Ο Πλάτωνας οραματίζεται ιδανικη πολιτεία
όταν η Αθήνα έχει δούλους
ο Αριστοτέλης ταξινομεί τα όντα
και φυσικοποιεί την ανισότητα
η Ρώμη κατασκευάζει δρόμους
για να κινούνται ταχύτερα οι λεγεώνες και οι φόροι,
ο Αλέξανδρος περνά τον Γρανικό
με drone λήψη από ψηλά,
ο Χαμουραμπί χαράζει νόμο σε βασάλτη
κι ένας σκλάβος στην
Αττικη τιναζει ελιές
ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΙΣΟΤΗΤΑ ΑΔΕΛΦΟΣΥΝΗ
με κεφαλαία γράμματα,
και στο κάτω μέρος της:
αποικίες,φυτείες,πλοία με αλυσίδες,
το εργοστάσιο
παράγει υπεραξία και πνευμονοκονίαση.
ο Άιχμαν μιλά για καθήκον εγκληματων,
με πυρηνικά κατασκοπευτικά
διεξήχθει ο Ψυχρός Πόλεμος,
ο πλανήτης μετριέται πλέον με πιθανότητες εξαφανισης
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο γάμος τής Δαναιδας Υπερμνηστρας
τού ηλιου το φως στις κολώνες
τ'αρχαιου ναου γλυστρα
και τα λευκά λάμπουν μάρμαρα
στους γάμους τής Δαναιδας Υπερμνηστρας
και τού Λυγκεα
ο χορος τών παρθένων τους ρυθμικα κυκλωνει.
κι είναι το φόρεμα τής νυφης σαν τού νερού
τη λαμψη καθώς η σελήνη τ'αγγιζει
στα τραπέζια άρτοι κρασί
απλώθηκαν και μελι
κι όταν η νύχτα έπεσε κι ο ουρανός
μ'αστρα γεμιζει
η Υπερμνηστρα το μαχαίρι στο χέρι της κραταει
τού πατέρα της για το γάμο δώρο,
όχι,αυτόν τον πλαγιασμενο στο κρεβάτι της
όμορφο άντρα
τον αγαπάει,δεν θα τον σκοτωσει.
.
.
.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Arthur Rimbaud Une Saison en Enfer
-Mauvais sang-
Απ'τους γαλάτες προγόνους έχω το γκρίζο μάτι,τη στενομυαλια,
και την ατζαμωσυνη στη μάχη.
Το ντύσιμο μου τόσο βάρβαρο όσο το δικό τους.
Όμως τα μαλλιά μου δεν τα πασαλειφω με λίπος.
Οι Γαλάτες ήταν γδαρτες ζώων,και οι πιο ηλίθιοι τής εποχής
τους εμπρηστές χόρτων.
Απ'αυτους,κληρονομησα:
την ειδωλολατρεία και το να γουστάρω το ιεροσυλο.-
ω!όλα τα βίτσια,οργή,λαγνεία-μεγαλοπρέπεια η λαγνεία.
και το κυριοτερο ψεμα κι απραξία.
Όλα τα επαγγέλματα τ'απεχθάνομαι.
Αφεντικά κι εργάτες,όλους τούς βρωμοχωριατες.
Το χέρι με τη πενα ισαξιο με το χέρι στ'αλετρι
-Τι αιώνας χειρονακτων!
Ποτέ δεν θα γίνω τού χεριου τους.
Και μετά,η δουλοπρέπεια τραβάει πολύ μακριά.
Η τιμιότητα τής επαιτείας με πνίγει.
Οι εγκληματίες μ'αηδιαζουν οπως οι ευνουχισμενοι,
εγω'μαι μη μου απτου,κι αδιαφορω
Αλλά!,ποιος έκανε τη γλώσσα μου τόσο ύπουλη,
που να τραβα και να προστατεύει μέχρι δω την απραξία μου;
Χωρίς να χρειάζεται για να ζω ούτε καν το κορμί μου,
και πιο νωθρός κι απ'το βατραχι φρύνο,
έφερα γύρα παντού.
Δεν υπάρχει καλή οικογένεια στην Ευρώπη
που να μην την ξέρω.
-Κι εννοώ τις ομογενειες σαν τη δικιά μου,
π'όλα τα οφείλουν στη Διακήρυξη τών Δικαιωματων τού Ανθρώπου-
Έχω γνωρίσει κάθε μπάσταρδο γιο καλής οικογενείας!
J’ai de mes ancêtres gaulois l’œil bleu blanc, la cervelle étroite, et la maladresse dans la lutte. Je trouve mon habillement aussi barbare que le leur. Mais je ne beurre pas ma chevelure.
Les Gaulois étaient les écorcheurs de bêtes, les brûleurs d’herbes les plus ineptes de leur temps.
D’eux, j’ai : l’idolâtrie et l’amour du sacrilège ; — oh ! tous les vices, colère, luxure, — magnifique, la luxure ; surtout mensonge et paresse.
J’ai horreur de tous les métiers. Maîtres et ouvriers, tous paysans, ignobles. La main à plume vaut la main à charrue. — Quel siècle à mains ! — Je n’aurai jamais ma main. Après, la domesticité mène trop loin. L’honnêteté de la mendicité me navre. Les criminels dégoûtent comme des châtrés : moi, je suis intact, et ça m’est égal.
Mais ! qui a fait ma langue perfide tellement, qu’elle ait guidé et sauvegardé jusqu’ici ma paresse ? Sans me servir pour vivre même de mon corps, et plus oisif que le crapaud, j’ai vécu partout. Pas une famille d’Europe que je ne connaisse. — J’entends des familles comme la mienne, qui tiennent tout de la déclaration des Droits de l’Homme. — J’ai connu chaque fils de famille !
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Κατά Κάποιον Τρόπο η Ιστορία)
Hannibal,antes portas
Hannibal,antes portas
όμως παρά τις νίκες στην Τρεβια
στη λίμνη Τρασιμενη στις Καννες
τον εξασθένησε η τακτική τού Γαιου Βαρωνα πρώτα
και ύστερα τού Κοιντου Φαβιου οι καθυστερησεις μαχών
αυτά τον εφθαραν και δεν πέρασε τη πόρτα τής Ρωμης
έπειτα η πορεία μέσα στη λάσπη η έλλειψη ύπνου
τ'Απεννινα όρη η διέλευση του Αρνου ποταμού
δεν είναι εύκολα
ο στρατός κουράστηκε
και επιπλέον στην Καρχηδόνα να'χεις
την αντιπολίτευση τού Άννωνα Β'
οι πλούσιοι εκεί
είχαν εμπόρια με τούς Ρωμαίους συμφέροντα
θα υποστήριζαν αλήθεια τον Ανιβα Βάρκα
και τις στρατηγικές του ιδεοληψιες;
έπειτα ουτε προμήθειες ούτε πολιορκητικές μηχανές
ούτε πλέον ελέφαντες,
τι antes portas,γίνονται αυτά;
πίσω στη Καρχηδόνα επείγει να επιστρεψει,
τώρα αν μέσα στη Σύγκλητο ο Κάτων ο Πρεσβυτερος
εκφωνήσει και η Carthago delenda est
αυτό είναι στο μέλλον αυτή την ώρα προέχει το παρον.
.
.
.
με έλικα απείρου
το ακρόπρωρο κοχυλιου
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
Επιφανειών
(Ρεαλισμού/Μεταφυσικής)
μια ολόκληρη ηπειρος απώλειας
ο ύπνος σου
το σώμα άσκηση λιτότητας
ερμητικη γεωμετρία
στο λεωφορείο μια γυναίκα
κρατούσε μια σακούλα με πορτοκάλια,
κάθε πορτοκάλι
ήταν ένας μικρός ήλιος
ότι υπάρχουμε
από τίποτα δεν δικαιολογείται
το νερό στο ποτήρι ακίνητο,
διαφανής κόπωση
ο θάνατος ειναι
το τέλος
τών ερωτήσεων τού σώματος σου
ένα χέρι,
μια αναπνοή,
μια στιγμή που δεν συνέβη
κι όμως συνέβη
η ανθρωπότητα καθεται
σε πλαστικές καρεκλες
στέκεται σε ουρές δημοσίων υπηρεσιών
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Fragmenta
Αντι-γνωμιες Αντι-παραδοξοτητων
Ξύπνησε.
Αν δεν σηκωθώ,σκέφτηκε,
ο κόσμος δεν θα συνεχίσει.
Σηκώθηκε.
ενας πόνος στο γόνατο
ανάμνηση ενός δρόμου
Το φως στάθηκε στο χέρι του.
Επέμεινε.
Όχι για πολύ.
Μετά,σκιά.
Άκουσε κάποιον να γελά
στο διπλανό δωμάτιο.
Άνοιξε τη πόρτα.
Έιδε εναν άνθρωπο μέσα στον καθρέφτη.
Το 'εγω' είναι περιττό.
Οι προτάσεις στέκονται χωρίς αυτό.
η βροχή επιμένει
με μια επίμονη απιστία εποχών
αν μια συζήτηση ολοκληρώνεται,
ακριβώς αυτό
είναι το ανησυχητικό.
άκουσε τις ειδήσεις στην tv,οι λέξεις ήταν οικείες,
τον φοβησε η απουσία αντίδρασης
αύριο τα πράγματα θα συμβούν με τον ίδιο τρόπο,
το παράδοξο είναι ότι φαίνονται αυτονόητα.
Ενα περιστέρι στάθηκε στο δρόμο καθώς περπατούσε,δεν πέταξε,
δεν φοβήθηκε.
Η απόσταση τών όντων δεν λειτούργησε ως άμυνα.
Διορθωντας ένα κείμενο του και αποθήκευοντας το παρατηρησε
πως μια λέξη δεν αφαιρέθηκε,
την αφαίρεσε ξανά.
Παρολαυτα η λέξη παρέμεινε.
κάποια σφάλματα είναι συμμόρφωση σε άλλο κανόνα
βγήκε από το Μετρό μαζί με άλλους,
δεν αναρωτήθηκε σε ποια αιωνιότητα χανονται.
κοίταξε τον χρόνο στο ρολόι,
ενοχλήθηκε από την ακρίβεια του
Επίτηδες έκανε άχρηστα πραγματα
για να ελέγξει αν ο κόσμος λειτουργεί χωρίς αυτόν.
Μέχρι στιγμής, πάντως λειτουργεί.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ετεροτητα
λευκή στατιστική κανονικότητα
Gaussian καμπύλη λαιμών μη συστρέφομενη
με δόσεις ψευδούς γαλήνης,
μια ελάχιστη παρέκκλιση
στα
μεταβατικά ρηματα
παντού διαταραχη
σε καθρέφτη Hegel
.
.
...
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Requiem to Amy Winehouse
στα μαλλιά μου στάζει η βροχή,
στη θάλασσα μ'αφησες να πνιγομαι,
το κραγιόν μου δεν φιλάει
πια κανέναν,
και το.φορεμα μου μυρίζει καπνό και νυχτα,
εσύ τώρα στις ήσυχες μέρες σου
κι εγώ στα μπαρ με τις τρομπέτες
να ουρλιάζουν τα μπλουζ
εκεί με το σκοτάδι μου,
είμαι βελόνα παλιού γραμμοφώνου
γρατζουναω τη σιωπή μέχρι αίμα να βγάλει,
στη θλίψη μου βάζω τακούνια,
μην ρωτήσεις που πάω,
σ' εκείνο το σκοταδι τής νύχτας
χωρις φόβο θα μπω μέσα
μια σπασμένη χωρίς ρυθμο νοτα
.
.
.
English
Requiem to Amy Winehouse
Rain drips through my hair,
you left me drowning in the sea,
my lipstick kisses
no one anymore,
and my dress smells of smoke and night,
You now in your quiet days,
and I in bars with trumpets
howling the blues,
there with my darkness,
I am the needle of an old gramophone,
scratching silence until it bleeds,
in my sorrow I put on high heels
— don’t ask me where I’m going,
into that darkness of the night
without fear I will step inside,
a broken note without rhythm.
.
.
Requiem pour Amy Winehouse
La pluie coule dans mes cheveux,
tu m’as laissée me noyer dans la mer,
mon rouge à lèvres n’embrasse
plus personne,
et ma robe sent la fumée et la nuit,
Toi maintenant dans tes jours silencieux,
et moi dans les bars où les trompettes
hurlent le blues,
là avec mon obscurité,
je suis l’aiguille d’un vieux gramophone,
je griffe le silence jusqu’à le faire saigner,
dans ma tristesse je mets des talons
— ne demande pas où je vais,
dans cette obscurité de la nuit
sans peur j’entrerai,
une note brisée sans rythme.
.
.
Requiem für Amy Winehouse
Der Regen tropft in mein Haar,
du hast mich im Meer ertrinken lassen,
mein Lippenstift küsst
niemanden mehr,
und mein Kleid riecht nach Rauch und Nacht,
Du jetzt in deinen stillen Tagen,
und ich in Bars, wo Trompeten
den Blues aufheulen lassen,
dort mit meiner Dunkelheit,
ich bin die Nadel eines alten Grammophons,
ich ritze die Stille, bis sie blutet,
in meiner Trauer ziehe ich hohe Absätze an
— frag nicht, wohin ich gehe,
in jene Dunkelheit der Nacht
werde ich furchtlos eintreten,
eine gebrochene Note ohne Rhythmus.
.
.
Requiem per Amy Winehouse
La pioggia gocciola tra i miei capelli,
mi hai lasciata annegare nel mare,
il mio rossetto non bacia
più nessuno,
e il mio vestito odora di fumo e di notte,
Tu ora nei tuoi giorni silenziosi,
e io nei bar dove le trombe
urlano il blues,
lì con la mia oscurità,
sono la puntina di un vecchio grammofono,
graffio il silenzio finché sanguina,
nel mio dolore indosso tacchi alti
— non chiedere dove vado,
in quell’oscurità della notte
senza paura entrerò,
una nota spezzata senza ritmo.
.
.
Réquiem para Amy Winehouse
La lluvia gotea en mi cabello,
me dejaste ahogándome en el mar,
mi lápiz labial no besa
a nadie ya,
y mi vestido huele a humo y a noche,
Tú ahora en tus días silenciosos,
y yo en los bares donde las trompetas
aúllan el blues,
allí con mi oscuridad,
soy la aguja de un viejo gramófono,
araño el silencio hasta hacerlo sangrar,
en mi tristeza me pongo tacones
— no preguntes adónde voy,
en esa oscuridad de la noche
sin miedo entraré,
una nota rota sin ritmo.
.
.
Réquiem para Amy Winehouse
A chuva escorre pelos meus cabelos,
você me deixou afogar no mar,
meu batom não beija
mais ninguém,
e meu vestido cheira a fumaça e a noite,
Você agora nos seus dias silenciosos,
e eu nos bares onde os trompetes
uivam o blues,
ali com a minha escuridão,
sou a agulha de um velho gramofone,
arranho o silêncio até fazê-lo sangrar,
na minha tristeza calço saltos altos
— não pergunte para onde vou,
nessa escuridão da noite
sem medo entrarei,
uma nota quebrada sem ritmo.
.
.
.
.
.
.
\
χνκουβελης cncouvelis
Fragmenta
Αντι-γνωμιες Αντι-παραδοξοτητων
Ξύπνησε.
Αν δεν σηκωθώ,σκέφτηκε,
ο κόσμος δεν θα συνεχίσει.
Σηκώθηκε.
ενας πόνος στο γόνατο
ανάμνηση ενός δρόμου
Το φως στάθηκε στο χέρι του.
Επέμεινε.
Όχι για πολύ.
Μετά,σκιά.
Άκουσε κάποιον να γελά
στο διπλανό δωμάτιο.
Άνοιξε τη πόρτα.
Έιδε εναν άνθρωπο μέσα στον καθρέφτη.
Το 'εγω' είναι περιττό.
Οι προτάσεις στέκονται χωρίς αυτό.
η βροχή επιμένει
με μια επίμονη απιστία εποχών
αν μια συζήτηση ολοκληρώνεται,
ακριβώς αυτό
είναι το ανησυχητικό.
άκουσε τις ειδήσεις στην tv,οι λέξεις ήταν οικείες,
τον φοβησε η απουσία αντίδρασης
αύριο τα πράγματα θα συμβούν με τον ίδιο τρόπο,
το παράδοξο είναι ότι φαίνονται αυτονόητα.
Ενα περιστέρι στάθηκε στο δρόμο καθώς περπατούσε,δεν πέταξε,δεν φοβήθηκε.
Η απόσταση τών όντων δεν λειτούργησε ως άμυνα.
Διορθωντας ένα κείμενο του και αποθήκευοντας το παρατηρησε πως μια λέξη
δεν αφαιρέθηκε,
την αφαίρεσε ξανά.
Παρολαυτα η λέξη παρέμεινε.
κάποια σφάλματα είναι συμμόρφωση σε άλλο κανόνα
βγήκε από το Μετρό μαζί με άλλους,
δεν αναρωτήθηκε σε ποια αιωνιότητα χανονται.
κοίταξε τον χρόνο στο ρολόι,
ενοχλήθηκε από την ακρίβεια του
Επίτηδες έκανε άχρηστα πραγματα
για να ελέγξει αν ο κόσμος λειτουργεί χωρίς αυτόν.
Μέχρι στιγμής, πάντως λειτουργεί.
.
.
.
Ουδέποτε η ομορφιά γυναικας είχε τέτοια ορατότητα
όπως στα δικά σου μάτια
Γαλάζια ασύλληπτη απειροτητα
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n couvelis
Fragmenta τής ομορφιά σου
οστρακου παλμος
με γενναία πανοπλία θάλασσας
στην ευτολμη αναπνοή
τού δέρματος σου
γυμνό στο άγγιγμα τών λέξεων
τής πρώτης κραυγής τών πουλιων
στον ουρανο
κι εγώ απέναντι σου δεν θα σταθω ως κατακτητής
η' σωτηρας
αλλά ως θεατής τής ομορφιάς σου
κανένα σώμα δεν ειναι κενο
αφού χωρά τον ουρανό μέσα του
Και τέτοιο το δικό σου ειναι
από την επιμονή μου
τα χείλη σου θα ροδισουν
η θάλασσα από τα ψάρια
που στάζουν γαλάζιο νερό
Σκηνή 1.
Μονοπλάνο,η κάμερα σταθερή.
Ουρανός,θάλασσα,η γραμμή τού ορίζοντα στη μέση.
Voice Over(εκείνη):
-Σε βλέπω από μακριά σαν τοπιο που με περιμενει
Αργό travelling προς τα δεξιά.
Ήχος:βήματα στην άμμο.
Σκηνή 2.
Μονοπλάνο,η κάμερα σταθερη δείχνει ένα δωμάτιο.
Ήχος:μια πόρτα ανοίγει.
Κλείνει το φως.
Σιωπή.
Η κάμερα στο χερι κινείται στο χώρο.
Voice Over(εκείνος):
-όλα τα δωμάτια μένουν άδεια για πάντα,η σιωπή ένα έπιπλο.
Σκηνή 3.
Μονοπλάνο,η κάμερα σταθερή μεσα στο αυτοκίνητο,ζούμ στο πρόσωπο τής γυναίκας.
Τα φώτα στο πρόσωπο της.
Ήχος:ο κινητήρας.
Η κάμερα στρέφεται προς το παρμπρίζ,δείχνει τον δρόμο μπροστά
Voice Over(εκείνη):
έρχομαι,σε μια ώρα είμαι εκεί.
Σκηνή 3.
Μονοπλάνο,η κάμερα σταθερή.
Ουρανός,θάλασσα,η γραμμή τού ορίζοντα στη μέση.
Voice Over(εκείνη):
-Σε εβλεπα από μακριά σαν τοπιο που με περιμενει.
Αργό travelling προς τα δεξιά.
Οι φιγούρες ενός άντρα και μιας γυναικας όρθιες ακίνητες στο βάθος τού πλάνου
Ήχος:βήματα στην άμμο.
Fade out
.
.
.Fragmenta
Η τελευταια λεξη
Τελος
.
χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
μεταφραζοντας απο το
δες τι όμορφη είσαι,αγαπημένη μου,τι όμορφη,
μέσα στο πέπλο σου περιστερες τα μάτια σου,
τα μαλλιά σου όπως κοπάδια κατσικιών
που απ'το Γαλααδ κατεβαινουν,
τα δόντια σου όπως κοπάδια προβατινες κουρεμένες,
που απ'το λουτρό ανεβηκαν,όλες ταιριασμενες,
και στειρα καμιά μέσα σ' αυτές δεν είναι,
λεπτά όπως το κόκκινο νήμα τα χείλη σου,
κι η φωνή σου γλυκειά,
το μάγουλο σου όπως φλούδα ροδιού
μέσα στο πεπλο σου,
όπως πύργος τού Δαυίδ ο λαιμός σου,
ορθωμένος για προστασία,
πάνω του χίλιες ασπίδες κρεμονται,
όλα τών πολεμιστών τα βέλη
τα δυο σου βυζιά όπως νιογέννητα ελαφια
δίδυμα δορκαδας που στα κρινα βόσκουν
Ιδοὺ εἶ καλή, ἡ πλησίον μου, ἰδοὺ εἶ καλή.
ὀφθαλμοί σου περιστεραὶ ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου.
τρίχωμά σου ὡς ἀγέλαι τῶν αἰγῶν,
αἳ ἀπεκαλύφθησαν ἀπὸ τοῦ Γαλαάδ.
2 ὀδόντες σου ὡς ἀγέλαι τῶν κεκαρμένων,
αἳ ἀνέβησαν ἀπὸ τοῦ λουτροῦ, αἱ πᾶσαι διδυμεύουσαι,
καὶ ἀτεκνοῦσα οὐκ ἔστιν ἐν αὐταῖς.
3 ὡς σπαρτίον τὸ κόκκινον χείλη σου,
καὶ ἡ λαλιά σου ὡραία,
ὡς λέπυρον ροᾶς μῆλόν σου ἐκτὸς τῆς σιωπήσεώς σου.
4 ὡς πύργος Δαυΐδ τράχηλός σου,
ὁ ᾠκοδομημένος εἰς θαλπιώθ·
χίλιοι θυρεοὶ κρέμανται ἐπ᾿ αὐτόν,
πᾶσαι βολίδες τῶν δυνατῶν.
5 δύο μαστοί σου ὡς δύο νεβροὶ
δίδυμοι δορκάδος οἱ νεμόμενοι ἐν κρίνοις.
.
.
.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Αρπαγή τής Κόρης
κι εκεί στην άκρη τών ακρώ
στη σκοτεινια τής νύχτας
ξένος σα λύκος σα τσακάλι
κόρην από το σπίτι της αρπάζει
η μάνα της τη κλαίει πατέρας της φωνάζει
κι ένας νιος και νιουτσικος αντρειωμενος
τον γρίβα του σελλωνει γοργά καβαλικευει
για φερνω τη κόρη πισω ζωντανή
για γω στη μαύρη πάω γη,
αραδα παίρνει τα βουνά διαβαίνει δάση
περνά φαράγγια
σαν άνεμος σαν αετός πετάει
κι εκεί στην άκρη τών ακρώ
τη κόρη στα δάκρυα σε πύργο μέσα βλέπει
στον ξενο ευτύς χυμά γερή σπαθιά τού ρίχνει
την όμορφη στο άλογο του παίρνει
και στη μανούλα της πισω γοργά πααίνει
κι εκεί στην άκρη τών ακρώ
γυναίκα του με γάμο τηνε κανει
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Αόρατα ρηγματα
η πλήρης η αιώρηση τών πραγμάτων
είναι ένα ρήγμα αόρατο που κρατά
τα σώματα σε αναβολή
ένα λεπτό νήμα ανάμεσα
στο αρχαϊκό μειδίαμα τών νερών
και στην προοπτική που υπόσχεται
αναγέννηση τών ρημάτων
Εκ των Υψηλών
η βεβαιότητα
ως μια
σκόνη από διαψεύσεις κατερχεται
και η τρυφερότητα τών οστών
δεν μετριέται με τα ρήγματα
τής απώλειας τών σωματων
οι νεκροί έγιναν σπόροι δέντρων
και από εκεί ριζώνουν οι ζωντανοι
την ατέρμονη συντομία τής ζωής τους
και όμως,η συντομία αυτή
είναι η μόνη αιωνιότητα
που μάς απομένει
.
.
.
χ.ν.κουβελης c n.couvelis
Fragmenta
Η απάντηση στην ερώτηση είναι:
Ναι
.
και η μορφή που γυρεύω
μοιάζει να μου χαμογελά
.
η ομορφια
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
έβαλα βιγλατορα τον αυγερινο τον ήλιο
και τον Βοριά τον δροσερό να σε παει
να σε φέρει
μέσ'στα φτερουγια τών πουλιών
εδώ στου Νότου τα χωριά τούς τοπους
.
χειμώνας κάλεσε
την Άνοιξη για να'ρθει
.
άμμο την αμμο κόρη πηγαινε
την άμμο τής θαλάσσης
βαρκούλα τη χαιρέτησε
από μακριά
από πέρα
γεια σου χαρά σου κοπελιά
ομορφονια τής μάνας σου
κι εκείνη τον αντιχαιρετησε
γεια σου και σένα
άντρα τής καρδιάς μου
.
.
.

φωτογράφιση
χ.ν.κουβελης c n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Ηλέκτρα,Ευριπίδη
στίχοι 175-189
ούτε για λαμπρές
γιορτες,φίλες μου,
νοιαζεται η καρδιά μου
ούτε για χρυσα λαχταρω περιδέραια
η δυστυχη,ούτε με τις Αργιτισες παρθενες
σε χορούς
παίρνωντας μέρος
το πόδι μου λυγιζοντας
θα χτυπησω,
με δάκρυα τις νύχτες περνώ,
για τα δάκρυα,η αμοιρη, κάθε μέρα εμενα μελλει,
κοίτα τα βρώμικα μαλλια μου
κι αυτά τα κουρελιασμενα ρούχα μου,
αν πρεπουν στην κόρη τ'Αγαμεμνωνα
να'ναι βασιλική
και στη Τροια,που αφού κάποτε κυριευτηκε
απ'τον πατέρα μου θυμαται
οὐκ ἐπ' ἀγλαΐαις, φίλαι, 175
θυμὸν οὐδ' ἐπὶ χρυσέοις
ὅρμοις ἐκπεπόταμαι
τάλαιν', οὐδ' ἱστᾶσα χοροὺς
Ἀργείαις ἅμα νύμφαις
εἱλικτὸν κρούσω πόδ' ἐμόν. 180
δάκρυσι νυχεύ-
ω, δακρύων δέ μοι μέλει
δειλαίᾳ τὸ κατ' ἦμαρ.
σκέψαι μου πιναρὰν κόμαν
καὶ τρύχη τάδ' ἐμῶν πέπλων, 185
εἰ πρέποντ' Ἀγαμέμνονος
κούρᾳ 'σται βασιλείᾳ
τᾷ Τροίᾳ θ', ἃ 'μοῦ πατέρος
μέμναταί ποθ' ἁλοῦσα.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
με το μαδριγάλι τών ανέμων
ύμνησες τις ανεμώνες
και φύλαξες σε κρυστάλλινο αγγείο
τον ιδρώτα τών κρίνων
απόψε αρμένισες πάλι,
ορθοπλωρη
κι οι γλάροι έγραφαν κύκλους
ακουγωντας το ακορντεόν τής θάλασσας
εξόριστε ποιητή,φτιάξε το σπίτι σου
στον τόπο τής ήττας σου,
γιατί το μέλλον μιλά σε παρελθόντα χρόνο
το φεγγάρι έλιωσε στη λίμνη
σε κοπάδι κυκνων
και το ρόδι έσπασε ρόδινη αυγή
στα ακροδάχτυλα τών δέντρων σου
Και συ τι έκανες
για να καταδικαστείς
σε τόσο σκοτάδι;
γιατί ακόμη και τώρα
σε περιμένουν πουλιά τα πρωινά
αναμένοντας να δώσεις
στη μέρα
ένα όνομα που να αντέχει στο φως.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Τῷ κρατίστῳ
Τῷ κρατίστῳ
Τῷ κρατίστῳ,λένε πως είπε στο τέλος του,
Ο Περδίκκας ύψωσε το βλέμμα με ύφος θεου,
Ο Πτολεμαίος Α΄ Σωτήρ
πήρε το νεκρό σώμα τού βασιλιά
στην Αλεξανδρεια,
Ο Σέλευκος Α΄ Νικάτωρ έχτιζε βασιλεια
με τ'ονομα του,
Ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος ήθελε να φορέσει
όλη την αυτοκρατορία σαν περικεφαλαια μονοκρατορία,
Και για τον Κάσσανδρο
τα παιδιά τού Αλεξάνδρου η Ολυμπιάδα
ηταν περιττοι,εμπόδια,
έτσι λοιπόν επί τών επιγονων έγιναν
οι διαμερασμοι,
βεβαίως προτιμότερο να βασιλεύεις στο λιγο
παρά στο απειρο
και δεν κρίνεται ως μειοδοσια
αφού λαμπρά βασιλεια κυβέρνησαν,
δεν λέμε μεγάλο πραγμα ειναι
η αυτοκρατορία από τον Νείλο μέχρι τον Ινδό ποταμο,
αλλά εμείς οι επίγονοι είμαστε,
και μας αρκεί αυτό,
οι επιφανείς λογιστές τής δοξας του.
.
.
.
.
φωτογραφιση
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c n couvelis
μεταφραζοντας
Αισχύλου Αγαμέμνων
στιχοι 1095-1097
γιατί σ'αυτες δω τις μαρτυριες
δίνω πιστη
τα βρεφη αυτά δω που σφάζονται
και κλαινε
και τις ψημένες τους σάρκες
απ'τον πατέρα φαγωμενες
μαρτυρίοισι γὰρ τοῖσδ᾽ ἐπιπείθομαι·1095
κλαιόμενα τάδε βρέφη σφαγὰς
ὀπτάς τε σάρκας πρὸς πατρὸς βεβρωμένας
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Άρτεμις
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
τον
Ομηρικό Ύμνο 27 εις Άρτεμιν
την Άρτεμη υμνώ με τα βέλη τα χρυσα
την ηχηροφωνη
τη σεμνη παρθενα
που τα λαφια στοχευει
βελη ριχνοντας
την αδελφή τού Απόλλωνα
με το χρυσό ξιφος
η οποία στα σκιερά όρη
και στις ανεμοδαρτες κορφες
με το κυνήγι χαίρεται
ολόχρυσα τετωνοντας τοξα
και ρίχνοντας οδυνηρά βέλη
τρέμουν οι κορφες τών ψηλών βουνων
και το πυκνό δάσος αντηχει φοβερά
απ'των θηριων τα ουρλιαχτά
και η γη ανατριχιαζει
και ο γεμάτος ψάρια πόντος
κι αυτή ατρομητη έχοντας καρδια
παντού στρέφεται
αφανίζοντας τών θηριων τη γενια
Ἄρτεμιν ἀείδω χρυσηλάκατον κελαδεινὴν
παρθένον αἰδοίην ἐλαφηβόλον ἰοχέαιραν
αὐτοκασιγνήτην χρυσαόρου Ἀπόλλωνος
ἣ κατ’ ὄρη σκιόεντα καὶ ἄκριας ἠνεμοέσσας
ἄγρῃ τερπομένη παγχρύσεα τόξα τιταίνει5
πέμπουσα στονόεντα βέλη· τρομέει δὲ κάρηνα
ὑψηλῶν ὀρέων, ἰάχει δ’ ἔπι δάσκιος ὕλη
δεινὸν ὑπὸ κλαγγῆς θηρῶν, φρίσσει δέ τε γαῖα
πόντος τ’ ἰχθυόεις· ἣ δ’ ἄλκιμον ἦτορ ἔχουσα
πάντη ἐπιστρέφεται θηρῶν ὀλέκουσα γενέθλην
.
.
.
φωτογραφιση-χνκουβελης cncouvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Αισχύλου Πέρσαι
στίχοι 290-298
βουβή ώρα είμαι,απ'τα κακα
συντριμενη,
γιατί αυτή η συμφορά ξεπερνά
μήτε να την πεις
μήτε για τα παθηματα να ρωτήσεις,
όμως τα πληγματα πρέπει οι θνητοί
να υπομένουν όταν οι θεοί τα δινουν,
όλο το θλιβερό γεγονός
ψύχραιμα
με λεπτομέρειες πέσ'το,
αν κι απ'τα κακα ομως στεναζεις,
ποιος δεν έχει πεθάνει;
και ποιον,λοιπόν,απ'τους αρχηγούς
θα πενθησομε,
όποιον κατέχοντας σκήπτρο τη θέση
έρημο χωρίς άντρα
πεθαίνοντας έχει αφησει
290 σιγῶ πάλαι δύστηνος ἐκπεπληγμένη
κακοῖς· ὑπερβάλλει γὰρ ἥδε συμφορὰ
τὸ μήτε λέξαι μήτ᾽ ἐρωτῆσαι πάθη.
ὅμως δ᾽ ἀνάγκη πημονὰς βροτοῖς φέρειν
θεῶν διδόντων· πᾶν δ᾽ ἀναπτύξας πάθος
λέξον καταστάς, κεἰ στένεις κακοῖς ὅμως.
τίς οὐ τέθνηκε, τίνα δὲ καὶ πενθήσομεν
τῶν ἀρχελείων, ὅστ᾽ ἐπὶ σκηπτουχίᾳ
298 ταχθεὶς ἄνανδρον τάξιν ἠρήμου θανώ.
.
.
.
φωτογραφιση
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
αφαιρώντας τα περιττά
το νερό
καθρέφτης μιάς σιωπής
μεταφυσικης
η κίνηση ενός μοναχικού πουλιού
πάνω απ'το νερό
είναι ρήγμα τ'ουρανού
τα δέντρα
βυθισμένα στην απόλυτη
ακινησία
αφαιρώντας τα περιττά
ο χειμώνας
είναι η προετοιμασια
τής Ανοιξης
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Άννα Κομνηνη Αλεξιας
ἐγὼ Ἄννα,θυγάτηρ μὲν τῶν βασιλέων Ἀλεξίου καὶ Εἰρήνης
βεβαίως συγγραφεί εις αττικιζουσα γλωσσα
Ῥέων ὁ χρόνος ἀκάθεκτα
στην Αγία Μονή τής Κεχαριτωμένης αποκλεισμενη
για τού πατέρα Αλεξίου Α' Κομνηνου
τα έπη να μιλήσει
κυρίως το μέτρο την ενδιαφέρει
εν αρχή,λοιπόν,τη στρατηγια,
τις εκστρατείες,τα άλογα,τιςπερικεφαλαίες,
ύστερα την αυτοκρατορία,
την ανατροπή τού Νικηφόρου Βοτανειάτη,
τις συμφωνίες,τις συμμαχίες,
πράγματα λίαν χρήσιμα και κρίσιμα
δια την εξουσιαν ες αει,
στην ίδια στέρησαν το στέμμα,
όμως,Αδελφέ Ιωάννη,πόσο μικρός φαίνεσαι
μέσα στις σελίδες τής αδελφής σου,
η πένα πιο ευγενικά σκοτώνει από το δηλητηριο,
όλη η Αλεξιάδα σε γλώσσα χωρίς ρωγμες
μέ δωρικούς κίονες προτασεις
μεχρι το 1118 που ο πατέρας πεθαίνει
και η Ιστορία δεν έχει πια ενδιαφέρον,
τι να συγγράψει πλέον η θυγατέρα;
μια οικογενειακή υπόθεση ήταν και τελος,
άλλωστε ο πατέρας της βασίλευε
μέσα στις κομσες λέξεις της
καὶ οὐκ ἐᾷ διολισθαίνειν εἰς λήθης βυθούς.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.ncouvelis
Fragmenta
αφού
ζούμε τον θανατο στη ζωή μας
δεν φοβομαστε
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
μια ανεπαίσθητη κλίση της νύχτας
προς το μέρος μου
και το σώμα μου δεν αναταρρασεται
έξω στα δέντρα γεννιούνται άνθη
και ποσα κρίνα κύματα τής θάλασσας
επαναφέρουν την ανοιξη
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Αυλιτριδα και Χορεύτρια
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Κατά Λυδιον Τρόπον
βαθεῖαν
νύκτα φέρεις ἐς στήθεα
κἀγὼ σιγῶσα μόνη
σελανας φαος
ἄνθεα δ᾽ ἐν κήποις
σεῖται πνοαῖς ἀνέμων·
λύραν χρυσέαν ἁρμόσας
λύδιον μέλος
καὶ Κυπρογένεια
χαῖρε καλοῦσα
)... δ᾽ ἀπ᾽ ἀγροτέρων ῥοδόεντα..(
)...καὶ γλυκὺ μέλπος ἀηδών
ὕπνον ἐγείρει...(
)...καὶ γελάουσα ῥοδόπηχυς
ἦλθε παρ᾽ ἡμῖν ηως...(
)...ὅτε χειμῶνι
κύματ᾽ ἐγείρει...(
καὶ σὺ φίλη,πάλιν ἔλθε
ἁβρὰ βαδίζοισα κατ᾽ ἄλσος
χαῖρε δ,ὦ φάος ἔρωτος,
ὅστις καρδίαν ἐν στήθεσσιν
ὥσπερ πῦρ λάθρᾳ
αἰὲν ἀνάπτεις.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
γιατί φέρνεις μνήμες
από βασίλεια
και στρατόπεδα
ένδοξα τού Βορρα
στα βλεμματα ανθρώπων σιωπηλών
τού Νοτου
οι λέξεις εξηγούν
την αρμυρα
τών ματιών σου
νυχτερινός άνεμος
παρά θιν αλος
μέτρα τις αποστάσεις μας
η ανάσα τών σωμάτων
γεννά μέσα μας
φως
σε φωνάζω θαλασσα
για ν'ακουσω το κύμα σου
πώς
το σκοτάδι γεννά
τόσο φως
σε σένα;
δεν είναι η πλήξη που φοβαμαι
είναι η βαριά γαλήνη
τής απουσίας σου
εσύ είσαι
ο μόνος τρόπος ότι κάποτε
υπήρξε η θαλασσα
εδώ στα νότια
οι ελιές στέκονται αιώνες ολόκληρους
χωρίς να κουράζονται από τον άνεμο τού βορρά
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Άκου λοιπόν
με κάτι ψέματα πορεύομαι
ξημερώματα πετώ απ'το μπαλκόνι
τα πουκάμισα μου
και με σειρήνες περιπολικών
με ψάχνουν τις νύχτες
στις χαλασμένες πολυκατοικιες
όχι δεν υπάρχει έξοδο κινδύνου
παρά άθλια καθημερινότητα και μοναξιά
που μυρίζει σαν καμένο λάστιχο
ελα να σπάσουμε τη νύχτα κομμάτια
δεν θα τα καταφέρουν να μας καψουν
μη σε βρουν,ψυχή μου,
κολλημένη σε τοίχους
σε άδειες στάσεις ανθρωποτητας
φοβισμενη
να θυμάσαι πως οι άνθρωποι γεννήθηκαν
για να καίγονται με φως
.
.
.χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
κι εγώ αιώνια σε γύρευα
στην αέναη αντηχηση
τών κοχυλιών
τις φωτεινές αλμυρές μέρες
σε μυστικά θαλάσσια πετρώματα
τα μάτια σου
τι γυρεύεις σ' αυτά τ'ακρογυαλια τού Ιονίου
με την άμμο στα δάκτυλα σου
με καράβι τεσσάρων ανέμων κυκνων
όταν όλα βυθίζονται
στην αδιαφορία τών αιωνων
.
.
.
.
.
My own Empire of Heteronyma Paintings
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
docta ignorantia η ψυχή μας
The sunset bleeds red πάνω στο άπειρο
η παρακμή τού χρόνου
και η Troie brule encore, nicht 1922,
αλλά στη Κωνσταντζα,
la infinita tristeza τού Οβιδιου
και ο Αίαντας Τελαμώνιος χωρίς θεατές
στη σκηνή σφαγιαζεται
«Was kann ich wissen?
Was soll ich tun?
Was darf ich hoffen?»,ψιθυρίζει ο Οιδίποδας
πριν το κυκλαδικό ειδώλιο
τής Θηβαιας Σφιγγας
docta ignorantia η ψυχή μας
et les fleurs,les nuphars, les cyprès
στο βλέμμα μιας κίτρινης πεταλουδας
με το φως τού φεγγαριού τυλίγεται
στα τριανταφυλλιά
όταν εκείνη τη νυχτα
ο Ελπήνορας ταιζει το κιτρινο ψαράκι
στο γυάλινο ενυδρείο
und die actors had to play in intense heat
Ich bin niemand,φωνάζει ο Οδυσσέας,
κωπηλατώντας στα νερά τής λ' ραψωδιας
τη ώρα που
ένας αρλεκίνος παίζει ζάρια στην αγορά
στοιχηματίζοντας τα Ηθικά Νικομαχεια τού Αριστοτέλη
η παρακμή τού απείρου tastes like pomme
όταν ο Ajax fällt sauvage,και η ψυχή του πνίγεται
zwischen Plato und Celan,
«Was kann ich wissen?
Was soll ich tun?
Was darf ich hoffen?»,murmura Oedipus
με το βλέμμα τού Elpenor στο γυάλινο ενυδρείο
jaune σαν το φως τού Van Gogh
être bien dans sa peau whispered η πεταλούδα
κίτρινη πάνω στο χέρι
τού Οδυσσέα κωπηλατωντας
«Ich bin niemand», φωνάζει,
et Cassandra βλέπει maisons en feu
στα πετρώματα τού χρόνου
η παρακμή τού infinitum tastes like pomme rouge,
mientras Troia brucia 1922,
les abeilles buzzen πάνω στο golden jewel whispering
secretos antichi, und Ajax fällt sauvagement
και η ψυχή του πνίγεται zwischen Plato und Celan,
«Was kann ich wissen?
Was soll ich tun?
What darf ich hoffen?»
et Oedipus murmura entre shadows
οι λέξεις glissent comme acqua
durch die fingers τού χρόνου
les fleurs, nuphars,cyprès und preistorische swans
στα πετρώματα του χρόνου lighting le miroir
ο Elpenor is fishing nel aquario trasparente
jaune σαν Van Gogh
et la voix de la farfalla gialla whispers:
«être bien dans sa peau»
το corset tight γύρω απ’ το torso τής γυναίκας,
και ο Οδυσσέας κωπηλατεί zwischen specchio και mare,
«Ich bin niemand»,φωνάζει,
et Cassandra sieht casas en feu
το σώμα diventa medium.
cygnes préhistoriques entre pietre del tempo
und la lune danse tango sulla calma del mare
und ogni souffle γίνεται lumière
και tout alles todo everything,si muovono
σε κύματα de couleurs
de voix de shadows
de vent de ricordi
με το απέραντο.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Ευριπίδης Μηδεια
στίχοι 111-114
αἰαῖ,
ἔπαθον τλάμων ἔπαθον μεγάλων
ἄξι᾽ ὀδυρμῶν. ὦ κατάρατοι
παῖδες ὄλοισθε στυγερᾶς ματρὸς
σὺν πατρί, καὶ πᾶς δόμος ἔρροι
αχ
έπαθα η δυστυχη
μεγάλα δεινά επαθα
που οδυρμους προκαλούν,
ω καταραμένα παιδια μισητης μάνας
να χαθειτε μαζι με τον πατερα
και το σπίτι ολοκληρο
να συντριφτει
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ἐξέστι Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν
(Κλαύδιος Αιλιανός,2ος μ.Χ. Ποικίλη Ιστορία)
Περί τών τούς θρονους τών Εφόρων με καπνια μουτζουρωματων.
Κάποιοι από τούς Κλαζομενιους όταν στην Σπάρτη ήρθαν
και με προσβολή και με αλαζονεία μεταχειρίστηκαν τών εφόρων τούς θρονους,
εκεί όπου συνήθιζαν καθισμένοι να αποφασίζουν και το καθενα από τα πολιτικά να διακανονιζουν,αλλά αυτούς τούς θρονους με καπνιά μουτζουρωσαν,
όταν το έμαθαν οι έφοροι δεν αγανάκτησαν,αλλά τον δημόσιο κήρυκα αφού κάλεσαν τού έδωσαν εντολή να διακηρύξει δημοσια τούτη την διπλωματικη σταση:
είναι συνηθειο στους Κλαζομενιους να ασχημονουν.
Περὶ τῶν τοὺς τῶν Ἐφόρων θρόνους ἀσβόλῳ χρισαμένων
Κλαζομενίων τινὲς εἰς τὴν Σπάρτην ἀφικόμενοι καὶ ὔβρει καὶ ἀλαζονείᾳ χρώμενοι τοὺς τῶν ἐφόρων θρόνους, ἔνθα εἰώθασι καθήμενοι χρηματίζειν καὶ τῶν πολιτικῶν ἔκαστα διατάττειν, ἀλλὰ τούτους γε τοὺς θρόνους ἀσβόλῳ κατέχρισαν. μαθόντες δὲ οἱ ἔφοροι οὐκ ἠγανάκτησαν, ἀλλὰ τὸν δημόσιον κήρυκα καλέσαντες προσέταξαν αὐτὸν δημοσίᾳ κηρύξαι τοῦτο δὴ τὸ θαυμαζόμενον·«ἐξέστω Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν.»
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Κατά Κάποιον Τρόπο η Ιστορία)
Ἔξεστι Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν
Πρόδηλον είναι ότι περί γραφικότητας
πρόκειται
ούτε ύβρις ούτε αλαζονεία μια ιδιοτροπία
χαρακτηρων
και η στάχτη η ασβολη απ'τους θρόνους
εύκολα ξεπλένεται
σιγά μην γελειοποιηθηκε
η εξουσία μας
και οι έφοροι μας,ω,τι θαυμαστή ψυχραιμία
επέδειξαν
ουδεν είναι είπαν προσβλητικο
για να το πάρουμε σοβαρά
είναι συνηθειο στους Κλαζομενιους
να κάνουν πλάκα θόρυβο
το όνομα τους από το κλαγξαι το δειχνει
το παν τώρα είναι τι συμφέρει στη Σπαρτη
αυτό προεχει
και όχι ν'ασχολουμαστε με μουτζουρωματα
σε θρόνους
άλλωστε αυτα είναι παιδικά καμωματα
και τα στρατιωτικα μας ομως κρισιμα
ας δώσουμε λοιπόν στους Κλαζομενιους
την άδεια να ασχημονουν
δια το καλό μας
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
την Casta Diva
αρια από την όπερα Norma(1831) τού Vincenzo Bellini
Αγνή θεά που ασημωνεις
αυτά τα ιερά αρχαία δέντρα
σε μας στρέψε την όμορφη όψη σου
χωρις σύννεφο και πεπλο
ηρέμησε θεά
ηρεμησε τις φλογερες καρδιες
ηρεμησε τον παραλογο ζήλο
άπλωσε στη γη αυτή την ειρήνη
που κανεις στον ουρανό να βασιλευει
Casta Diva che inargenti
Queste sacre antiche piante,
A noi volgi il bel sembiante
Senza nube e senza vel.
Tempra o Diva,
Tempra tu de' cori ardenti,
Tempra ancor lo zelo audace,
Spargi in terra quella pace
Che regnar tu fai nel ciel.
.
.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Τονικοτητα
1
-Αν με βρεις,είπε εκείνη,θα τελειώσει.
-Τι;
-Η αναζήτηση.Κι εσύ υπάρxεις μόνο μέσα σε αυτή.
-Κι αν φύγω;
Εκείνη χαμογέλασε.
-Τότε ίσως με ξαναδείς. Σε μια άλλη πόλη.
.
.
2
Ο δρόμος,
είναι διαδοχή αποτυχιών
να μείνεις ακίνητος
Helene — Elena — Ελένη —
κάθε μορφή της
μια διαφορετική Τροία
που επιμένει να συμβεί.
Κι εγώ γράφω:
non sum -οὐκ εἰμί -δεν είμαι
κι όμως επιμένω.
Πάντα η γλώσσα προηγειται
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Συστροφη λεξεων
η Ελενη σ'ἀργυρέᾱν ἀσάμινθον λουζεται
οι Μυκηνες σε τουριστικη περιοδο,ο ανεμος στη συκια
η λοετροχοός Βερ(ε)νικα δινει το χέρνιβον,η τοιχογραφια
ενα Φρυγας φωτογραφιζει,το ἄργιλλον χερι,η γη τρεμει στο φως
η Ἑλλάδα και το μέσον Ἄργος,ενα αλογο (h₁éḱ-wo-s > ἵππος, Lat. equus )
'τ'αλογο,Ορεστη' η Κλυταιμνηστρα,10:18 πμ,στη κογχη τοξου
σχημα καραβιου μετεωρο το φεγγαρι ακορντεον νοητο
και αορατο στη μνημη αρχαια εικονα ,γραφει,
δεν υπαρχουν ιδεες ανοιξης,θαλασσα και ουρανος περιττη ωραιοτητα ,
πουλια καμπυλα στο φως λεξεων η ορμη σωμα χρονου
ὠκέες ἵπποι ανεμοι Κυκλαδες Ροδος Ζακυνθος Κεφαλονια οι Αχαιοι π. 1375
Σμυρνη Νεα Σμυρνη οι Ιωνες 1922
α]π.1600-1100 Μυκηναικη εποχη
β]π. 750-479 Αρχαικη εποχη
γ]π. 479-323 Κλασσικη εποχη
δ]π. 323 - 30 π.Χ Ελληνιστικη εποχη
ενα δωρικο πέρυτι και το πορφυρίον αιδοιον τής Λυσιστρατης,card postal 1947
ΕΛΛΑΣ - GREECE. Επιστολικόν Δελτάριον. Παγκόσμιος Ταχυδρομικός Σύνδεσμος
στον ηλιο πηλινος συλλαβιζει στην Γραμμικη Β': qou-ko-ro βου-κό-λος
πῠρρός Ιφιγενεια,ευλυγιστη ελαφινα σ'ενα manuscript τού Cicero
'Karthāgō Karthāgō qart-ḥadašt New York New York City Sweet!'
εμεις,οι Ελληνες,προφεραμε στα Λυστρα τής Μικρας Ασιας ὕσ(σ)ωπος
νοτια τού Ικονιου,χωριο Hatunsaray
Ύσσωπος ο φαρμακευτικός (Hyssopus officinalis)ή κοινώς ο ύσσωπος (hyssop),
βοτανώδες φυτό,θαμνος, τού γένους Hyssopus,
συνειθιζαμε τις Κυριακες να κατεβαινουμε στη θαλασσα
εκει μετρουσαμε,ως αργα τ'απογευμα,τ'αμφικοιλα νερα γλωττης
ζηλευαμε τα τυμπανα τών τζιτζικιων
τη νυχτα,σελανα ματηρ. (πῖνε καὶ) χαῖρε Σαπφω θέᾱι σ᾽ ἰκέλᾱν
Ἄργος ἄειδε, θεα , πολυδίψιον, ἔνθεν ἄνακτες
στο επος Θηβαΐς ο Ετεοκλης κι ο Πολυνεικης
στο ξερο Αργος χειμωνας τού 43,φθινοπωρο τού 49,Μοναχο τού 63
καί κεν ἐλέγχιστος πολυδίψιον Ἄργος ἱκοίμην
αγνωριστος τα μαλλια και τα γενια ακοφτα το βλεμμα αγριο
μπηκε στην αδεια Λαρισσα νυχτα,'πως ηρθες ως εδω;'ρωτησαν
δεν απαντησε,ζητησε νερο να πιει κι ενα μερος να κοιμηθει
'εχω αιωνες Ιστοριας να κοιμηθω' ειπε,τ'ονομα Κανεις
πολύπλαγκτος εσυ ενας Δαναος απο το Κιβερι τού Νομου Αργολιδας
τη νυχτα ενας λυκος επιτεθηκε σ'εναν ταυρο και τον κατασπαραξε
ΟΙ ΓΑΜΟΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡΜΝΗΣΤΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΥΓΚΕΑ,ΕΞΩΦΥΛΛΟ,ΦΩΤΟ,ΡΕΠΟΡΤΑΖ,
στην κοσμικη στηλη life style περιοδικου
σ'ενα Βοιωτικο χωριο ζουσαμε και
Μογέᾱ δίδο̄τι τᾶι γυναι|κὶ δο̃ρον Εὐχάρῑ |
τΕ̄ὐτρε̄τιφάντο̄ κό|τυλον ὄ̄ς χ᾽ ἅδᾱν πίε̄
α!Η Ευχαρις! σωμα πουλιου μετεωρο ορατο κι αορατο
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Ποιηση Συστροφή Λέξεων Ειναι
(ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΙΚΗΣ ΣΤΡΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΑΣ)
Η γλώσσα είναι το πεδίο ποίησης.
Δεν χρησιμοποιούμε τη γλώσσα.
Η γλώσσα μας χρησιμοποιεί.
Κάθε λέξη που λέγεται,
είναι ήδη αποτέλεσμα χιλιετιών.
Η ποίηση δεν είναι έκφραση,
είναι ανασκαφή.
Η λέξη δεν έχει παρόν
Η λέξη δεν είναι σημείο.
Είναι διαδικασία.
Κάθε λέξη περιέχει:
τις προηγούμενες μορφές της
τις χαμένες φωνές της
τις μετατοπίσεις της
Γράφουμε, λοιπόν:
όχι τη λέξη,
αλλά την ιστορία της λέξης
Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός.
Το παρελθόν δεν πέρασε.
Το παρόν δεν είναι στιγμιαίο.
Ο χρόνος είναι στρώμα πάνω σε στρώμα.
Στο ίδιο ποίημα:
συνυπάρξει χωρίς ιεραρχία.
Η ελληνική γλώσσα είναι αρχείο τού κόσμου
Η ελληνική δεν είναι απλώς γλώσσα.
Είναι:
συνεχής ιστορική αποθήκη νοήματος
Μέσα της:
οι μετακινήσεις λαών
οι αλλαγές τών λέξεων
οι μετασχηματισμοί τής σκέψης
Η ελληνική είναι:
χρόνος που μιλά.
Καμία λέξη δεν είναι καθαρή
Κάθε λέξη είναι μίξη:
αρχαίου και σύγχρονου
ξένου και οικείου
ιερού και καθημερινού
Η «καθαρότητα» είναι ψευδαίσθηση.
Η ποίηση είναι αρχαιολογία.
Ο ποιητής:
δεν επινοεί
δεν διακοσμεί
δεν αφηγείται
σκάβει.
Κάτω από κάθε λέξη υπάρχει:
μια άλλη λέξη
και κάτω από αυτήν
άλλη μία.
Η ποίηση είναι η συνέχεια αυτής τής καθόδου.
Η ταυτότητα είναι γλωσσική
Δεν είμαστε οι εμπειρίες μας.
Είμαστε:
οι λέξεις που μας συγκροτούν.
Η ταυτότητα:
δεν κατοικεί στο σώμα
αλλά στη γλώσσα
Και η γλώσσα:
αλλάζει.
Ο μύθος είναι γλωσσική μνήμη
Ο μύθος δεν είναι ιστορία.
Είναι λέξη που επέζησε.
Όταν λέμε:
Ελένη
Ορέστης
Άργος
δεν αναφερόμαστε σε πρόσωπα,
αλλά σε γλωσσικές πυκνώσεις νοήματος.
Δεν υπάρχει ιεραρχία λέξεων.
Καμία λέξη δεν είναι ανώτερη:
ούτε η αρχαία
ούτε η σύγχρονη
ούτε η ξενική
όλες είναι ίσες ως φορείς ιστορίας.
Η ποίηση δεν ερμηνεύει.
Η ποίηση:
δεν εξηγεί
δεν διδάσκει
δεν καταλήγει
Η ποίηση:αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα.
Το ποίημα είναι χώρος.
Το ποίημα δεν είναι:
αφήγηση
ούτε εικόνα
είναι πεδίο όπου συναντώνται:
χρόνοι
γλώσσες
φωνές
Στόχος δεν είναι να γράψουμε το τέλειο ποίημα.
Είναι να πλησιάσουμε:
την πλήρη συνείδηση τής γλώσσας.
Η γλώσσα δεν μας ανήκει.
Ανήκουμε εμείς στη γλώσσα.
Και μέσα σε αυτή:
μιλάμε
θυμόμαστε
υπάρχουμε.
Η ποίηση δεν τελειώνει.
συνεχίζεται μέσα σε κάθε λέξη που προφέρεται
σε κάθε λέξη που αλλάζει
σε κάθε λέξη που θυμάται την προέλευσή της.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Συναρτηση
χρόνος →
x₀ ─── x₁ ─── x₂ ─── x₃ ─── x₄
∑ (φωνές) = σιωπή + φωνή + echo
|a + b| → νόημα
a ⊥ b → ρήξη
a ∥ b → αφήγηση
λ
/ \
/ \
ο α
/ \ / \
γ ο σ ς
————————
silence
————————
[αρχή] → ( ) → [τέλος]
(αναμονή)
1 → 2 → 3 → ∞
| | | |
α β γ δ
C — D — E — F — G — A — B — C
lim (λέξη → άπειρο) = σιωπή
------------------------
(παλμός)
------------------------
( ) ( ) ( )
\ / \ / \ /
V V V
χρόνος = κύκλος
χρόνος = ευθεία
————————————
καμια λεξη τελική
————————————
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Υπερσυνάρτηση
y = f(x,t) = λέξη(x) · σιωπή(t)
χρόνος₁ →
x₀ ─ x₁ ─ x₂ ─ x₃ ─ x₄ ─ x₅
│ │ │ │ │ │
t₀ t₁ t₂ t₃ t₄ t₅
↓ χρόνος₂
∂λέξη/∂x ≠ 0
∂σιωπή/∂t ≠ 0
--------------------------------
∑ (φωνέςᵢ · βάροςᵢ) = ηχώ² − σιωπή
lim (φωνή → 0) = μνήμη
lim (μνήμη → 0) = κενό
lim (κενό → ∞) = νόημα?
--------------------------------
|α + β + γ| = νόημα
α ⊥ β ⊥ γ = θραύση
α ∥ β ∥ γ = αφήγηση³
--------------------------------
λ
/ | \
/ | \
ο γ ο
/ \ | / \
σ ς α ν α
|
φ
(λόγος → λογος → λογοσ → λογοσ → ∅)
--------------------------------
(λα) (λε) (λι) (λο) (λυ) (λα)
(C minor
C major) C — D — E♭ — F — G — A♭ — B — C
│ │
σκοτάδι φως
--------------------------------
--------------------------------
φ(x,t) = μνήμη × φωνή × σώμα
--------------------------------
if (σιωπή == αληθές)
→ (νόημα)
else if (λέξη == υπερβολή)
→ (διάλυση)
else
→ (αναμονή)
--------------------------------
--------------------------------
1 → 2 → 3 → 4 → … → ∞
│ │ │ │
α β γ δ
--------------------------------
(έρωτας)
lim → ∞
\
\
ασυμπτωτική επαφή
--------------------------------
Σ = {όλα τα δυνατά νοήματα}
∅ ⊂ λέξη ⊂ φωνή ⊂ σιωπή ⊂ ∞
--------------------------------
∃ νόημα ?
∀ λέξη → αβεβαιότητα
--------------------------------
χρόνος = κύκλος ⊕ ευθεία ⊕ χάος
χρόνος² < μνήμη
χρόνος³ > λήθη
--------------------------------
[αρχή] → (ρήξη) → (ροή) → (διάχυση)
(επιστροφή;)
--------------------------------
sin(φωνή) + cos(σιωπή) = 1 ?
--------------------------------
\ | /
\ | /
\ | /
----------- ● -----------
/ | \
/ | \
/ | \
--------------------------------
λόγος → 0
φωνή → 1
νόημα → απροσδιόριστο
--------------------------------
lim (λέξη → ∞) =
↓
αποσύνθεση
↓
ήχος
↓
παλμός
↓
σιωπή
--------------------------------
( ) ( ) ( )
\ / \ / \ /
V V V
--------------------------------
καμία αρχή
καμία μέση
καμία τελική λέξη
--------------------------------
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Infelix Dido
(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)
η τραγωδία ένα σχεδιο προδιαγεγραμμένο
ένα fatum για να γραφεί η Αινειάδα
τού Βιργιλιου
πόσο βολικά όλα αυτά
τι μεταμφιέσεις
Italiam non sponte sequor
όχι από θέληση αλλά από καθήκον
τι ψευδη μεταχειρίζεται η προδοσια
όταν ο pious Τρωας Αινειας φεύγει
όμως η Καρχηδόνα θα θυμηθεί τη Ρώμη
σίγουρα τα Fata viam invenient θα ερθουν
καταλαβαίνει ότι είναι η Infelix Dido
ένα πρόσχημα εργαλείο ενός έπους
μέσα στις φλόγες τής σκηνής
τής πυράς
.
.
the tragedy, a preordained design
a fatum written so that the Aeneid may exist
of Virgil
how convenient all this is
what disguises
Italiam non sponte sequor
not by will, but by duty
what falsehoods betrayal employs
when the pious Trojan Aeneas departs
yet Carthage will remember Rome
surely the Fata viam invenient will come
she understands she is Infelix Dido
a pretext, a tool of an epic
within the flames of the stage
of the pyre
.
.
la tragédie, un dessein prédéterminé
un fatum pour que s’écrive l’Énéide
de Virgile
comme tout cela est commode
quels déguisements
Italiam non sponte sequor
non par volonté mais par devoir
quels mensonges emploie la trahison
lorsque le pious Troyen Énée s’en va
mais Carthage se souviendra de Rome
certainement les Fata viam invenient viendront
elle comprend qu’elle est Infelix Didon
un prétexte, un instrument d’épopée
dans les flammes de la scène
du bûcher
.
.
die Tragödie, ein vorgezeichneter Entwurf
ein fatum, damit die Aeneis geschrieben werde
von Vergil
wie bequem das alles ist
welche Verkleidungen
Italiam non sponte sequor
nicht aus Willen, sondern aus Pflicht
welche Lügen der Verrat benutzt
wenn der pious Trojaner Aeneas geht
doch Karthago wird sich an Rom erinnern
gewiss, die Fata viam invenient werden kommen
sie begreift, dass sie Infelix Dido ist
ein Vorwand, ein Werkzeug eines Epos
in den Flammen der Bühne
des Scheiterhaufens
.
.
la tragedia, un disegno predestinato
un fatum perché sia scritta l’Eneide
di Virgilio
quanto è comodo tutto questo
quali travestimenti
Italiam non sponte sequor
non per volontà ma per dovere
quali menzogne adopera il tradimento
quando il pious troiano Enea se ne va
eppure Cartagine ricorderà Roma
di certo i Fata viam invenient verranno
ella comprende di essere Infelix Didone
un pretesto, uno strumento di un’epopea
nelle fiamme della scena
del rogo
.
.
la tragedia, un diseño predeterminado
un fatum para que se escriba la Eneida
de Virgilio
qué conveniente es todo esto
qué disfraces
Italiam non sponte sequor
no por voluntad sino por deber
qué mentiras utiliza la traición
cuando el pious troyano Eneas se marcha
sin embargo Cartago recordará a Roma
seguramente los Fata viam invenient vendrán
ella comprende que es Infelix Dido
un pretexto, un instrumento de una epopeya
en las llamas de la escena
de la pira
.
.
a tragédia, um desígnio predeterminado
um fatum para que se escreva a Eneida
de Virgílio
como tudo isso é conveniente
que disfarces
Italiam non sponte sequor
não por vontade, mas por dever
que mentiras usa a traição
quando o pious troiano Eneias parte
ainda assim Cartago lembrará Roma
certamente os Fata viam invenient virão
ela compreende que é Infelix Dido
um pretexto, um instrumento de uma epopeia
nas chamas da cena
da pira
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μάρκος Κατων vs Ποπλιος Σκιπίων Νασικας
(και)
μεταφράζοντας
Πλούταρχου Βίοι Παράλληλοι
Μάρκος Κάτων
-Carthago delenda est-
(27)επιπλέον λένε ότι ο Κάτων επίτηδες στη βουλή και σύκα Λιβυκα έβγαλε,
αφού σήκωσε την τηβεννο,έπειτα αφού εκείνοι θαύμασαν το μέγεθος και τη
φρεσκάδα τους,τούς είπε πως η χώρα που τα παράγει απέχει τρεις μέρες
απόσταση στη θάλασσα απ'τη Ρώμη.
Ομως το πιο ακραίο ήταν,ότι κάθε φορά που εκφραζε γνώμη για οποιοδήποτε
πράγμα τελειωνε την ομιλία του έτσι:
σε μένα σωστό φαίνεται η Καρχηδόνα να μην υπάρχει.
Carthago delenda est
αντίθετα ο Πόπλιος Σκιπίων ο Νασικάς πάντοτε υποστήριζε κατά τη γνώμη του
κι έλεγε:
σε μένα σωστό φαίνεται η Καρχηδόνα να υπάρχει.
(27) Πρὸς τούτοις φασὶ τὸν Κάτωνα καὶ σῦκα τῶν Λιβυκῶν ἐπίτηδες
ἐκβαλεῖν ἐν τῇ βουλῇ, τὴν τήβεννον ἀναβαλόμενον, εἶτα θαυμασάντων
τὸ μέγεθος καὶ τὸ κάλλος, εἰπεῖν ὡς ἡ ταῦτα φέρουσα χώρα τριῶν ἡμερῶν
πλοῦν ἀπέχει τῆς Ῥώμης.
ἐκεῖνο δ' ἤδη καὶ βιαιότερον, τὸ περὶ παντὸς οὗ δήποτε πράγματος γνώμην
ἀποφαινόμενον προσεπιφωνεῖν οὕτως· "δοκεῖ δέ μοι καὶ Καρχηδόνα μὴ εἶναι".
τοὐναντίον δὲ Πόπλιος Σκιπίων ὁ Νασικᾶς ἐπικαλούμενος ἀεὶ διετέλει λέγων
καὶ ἀποφαινόμενος· "δοκεῖ μοι Καρχηδόνα εἶναι".
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Μάρκος Κατων vs Ποπλιος Σκιπίων Νασικας
κοιτάξτε πόσο κοντά στη Ρώμη
η απειλή είναι:
τριών ημερών φρέσκα συκα,
γι'αυτό επιμένω:
Carthago delenda est
έτσι πάντα ο Μάρκος Κάτων ρητορευοντας καταλήγει,
όμως:Carthago non delenda est υποστηρίζει
αντισυμμετρικα ο Ποπλιος Σκιπίων ο Νασικας,
συμφεροτερον ειναι ο εχθρός να υπάρχει,
από το να ερθουν οι Ρωμαιοι ενώπιοι ενωπίων.
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
εκτροπες τής μνήμης
σε παραλλαγές ορεστειακης σκόνης
ο ήλιος ρωγμή που στάζει
μεσημέρι
σε δέντρα τζιτζικιων
στο βάθος ο ημισφαιρικος λοφος
ένα κυπαρίσσι υψώνεται σαν ξίφος
στην πράσινη πεδιάδα
η Ηλέκτρα σκάβει
και θάβει ακέραια τα οστα
τού πατέρα της
σε μια άλλη εκδοχή τής Ιστορίας
σκάβοντας εκεί δεν βρήκαμε χρυσό
μόνο κενά στα μάτια στο στόμα
πλύναμε τα αγάλματα
μέχρι να φύγει το παρελθόν τους
και τα τοποθετήσαμε
σε μια προθήκη μέλλοντος
μετά
η μέρα ήταν ζεστή
οι τουρίστες διαβάζουν λέξεις
που δεν καταλαβαινουν
οι συκιές τα πεύκα οι ελιές
ήταν τα σκηνικά τού Θυεστειου Δειπνου
το απόγευμα στο θεατρο
η κορυφαία τού χορού
είδε στις κερκίδες πετρωμενους θεατες
προσπαθούσε να θυμηθεί τα ονόματα τους
την εμπλοκή τους στα εγκλήματα
τής τριλογιας
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Fragmenta
για μια στιγμή
ο κόσμος άνθισε εξαιτίας της
η Άνοιξη
.
.
.
.
Φαίδρα-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(σκηνή νεορεαλιστική)
Φαιδρα
(Ένα ημιφωτισμενο άδειο δωμάτιο,
ακούγεται ένα Notturno τού Frédéric Chopin)
Είναι η ακρίβεια
τού πάθους που με σκοτωνει
( arpeggio σε ελάσσονα κλίμακα lento rubato)
Δεν ήμουν ποτέ ηρωίδα.
Μη γελιέστε.
Ανήκω σε εκείνες τις γυναίκες που μαγειρευουν στη κουζινα
βάζουν ρούχα στο πλυντήριο
που βάφονται στον καθρεφτη
(ο φωτισμός γίνεται ψυχρός,η Φαίδρα ξαπλώνει στο πάτωμα,
ανοίγει τα πόδια της)
το σώμα τής γυναίκας
ο πόθος τής διεισδυσης του
η' και η γέννα τού παιδιού της
(crescendo εσωτερική ένταση)
τις νύχτες ξυπνω
η Emma Bovary μού προσφέρει
σε γυάλινο φιαλίδιο το αρσενικο
(σημείωση:
ο Ulrich von Wilamowitz θα σχολιάζε:
Η Φαίδρα είναι σύμπτωμα)
κι όμως το σώμα μου θυμαται την Anna Karenina
στις ράγες ούτε μια πράξη
δεν αλλάζει στη μνήμη μου
(σπασμένες συγχορδίες dissonance)
επιτέλους,θεοί,
λύστε τον ίππο τού Ιππόλυτου
και να μην αλλάζει ούτε μια λέξη
στον Ευριπίδη
τι τραγωδια
(τελευταία νότα πιάνου)
Σκοτάδι.
.
.
Η Ελενη
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
.
.
Η Ελενη
.
η Ελενη
τοσος χρονος σε μια φτερουγα γλαρου
τοτε ακουστηκε
''Πηραν τη πολη''
η νυχτα μεγαλωσε στα ονειρα
το φως μια ασυμπτωτος τού χρονου και το τεραστιο κενο
.
.
so much time upon a seagull’s wing
then it was heard:
“they have taken the city”
the night grew within the dreams
Helen in the mirror
the light, an asymptote of time and the immense void
.
.
tant de temps sur l’aile d’un goéland
alors on entendit :
« ils ont pris la ville »
la nuit grandit dans les rêves
Hélène dans le miroir
la lumière, asymptote du temps et l’immense vide
.
.
so viel Zeit auf dem Flügel einer Möwe
dann wurde es gehört:
„sie haben die Stadt genommen“
die Nacht wuchs in den Träumen
Helena im Spiegel
das Licht, eine Asymptote der Zeit und die gewaltige Leere
.
.
tanto tempo sull’ala di un gabbiano
poi si udì:
« hanno preso la città »
la notte crebbe nei sogni
Elena nello specchio
la luce, un’asintoto del tempo e l’immenso vuoto
.
.
tanto tiempo en el ala de una gaviota
entonces se oyó:
« han tomado la ciudad »
la noche creció en los sueños
Helena en el espejo
la luz, una asíntota del tiempo y el inmenso vacío
.
.
tanto tempo na asa de uma gaivota
então ouviu-se:
« tomaram a cidade »
a noite cresceu nos sonhos
Helena no espelho
a luz, uma assíntota do tempo e o imenso vazio
.
.
. .
My own empire of synonyma
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ελένη:Παραλλαγες ενός ειδωλου
ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος
η Ελενη στα ίχνη τού Ευρωτα
η' και στη Θεσσαλονίκη μετά το 1922
τόσος καιρός ἄπειρος στη Τροια,
και η θάλασσα
ἅλς πολύφλοισβος σε μια φτερούγα
γλαρου
ἄνασσα,ποῦ φεύγεις;
εγώ επαναλαμβάνω κι επιμένω
ἄνασσα,ποῦ μού φεύγεις;
σε μια αντίστροφη τού χορού
οὐ σὺ τὰ κακὰ, ἀλλ᾽ ὁ πόθος
και ταυτόχρονα είπαν: ἑάλω πόλις
όταν εσύ στον Νείλο
σε καθρέφτη είδωλο
και απουσια
έμεινε το κάλλος σου αδάμαστο
και πως μέσα σε αυτό το τεράστιο κενό
στέκεται ακόμη η μορφή σου
ως εκείνη η ανεξήγητη επιμονή τής ποίησης μου
να θυμάται ό,τι δεν υπήρξες ποτέ
για μενα
.
.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Του Μαριανου το Έπος
τού Μαυριανου εμηνησαν
πως κλέψαν την καλή του
κι ανταριασε εθολωσε ο νους του
ξεριζώνει ψηλά δεντρά βράχους
τρανούς εξεθεμελιωνα
εχάθη πλέον η ψυχή του
νύχτα σελλωνει τ'αλογο
νύχτα το καβαλικευγει
παίρνει τα όρη τα βουνά
περνά ποτάμια λιμνες
βροχές χαλαζια τον βαρουν
χιόνια τον παιδευουν
κι όλους τούς ερωτά
αν τούς ανομους είδασι τούς κλεφτες
έψες Μαυριανε τούς είδαμε
εδώ φαγαν και πίναν
και μια ρωμιοπουλα είχανε
στα σιδερα όμορφη και ρούσα
κι ήτανε τα ματάκια τής κακομοίρης
στα δάκρυα πνιγμενα
ο Μαυριανος ως τ'ακουσε
τρεις μέρες
και τρεις νύχτες με λύσσα
εκυνηγα
κι όντας τούς έπιασε στο έμπα ενός δάσους
Ε εσείς ανομοι σκυλια,τούς φώναξε,
αφήστε την καλή μου
εκείνοι επαρακουσαν λόγο δεν εδωκαν
κι ο Μαυριανος ως αγριος όρμησε λιοντας
ως αετός γαμψονυχατος κατεπανω επεσε
αλλου τού πήρε το κεφάλι
αλλού τού 'κοψε τα χέρια
και δεν ήταν κορμί τους να μην πολλά
εμάτωσε
ψυχή μην παραδωσει
στον αραχνο τον σκοτεινό τον Άδη
και την καλλιτσα του αρπάζει στ'αλογο
ταχιά πίσω στο σπίτι φέρνει
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το Τέλος τού Θουκυδίδη
(Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,Βιβλίο Η',108.3-109.2
στο τέλος τού χειμώνα κλείνουν είκοσι ένα
χρόνια πολέμου
μετά τα γεγονότα στη Δήλο στη Μίλητο
στη Κνίδο
η σφαγή στην Αντανδρο ακολουθεί
τούς περικύκλωσαν όταν έτρωγαν
και με τα ακόντια τούς εσφαξαν
ο Τισσαφερνης πρέπει να προσέξει
αντιπαθής είναι και ο χρόνος επείγει
ο Φαρνάβαζος λιγότερα δαπανώντας
θα έχει ωφέλεια
αν δεν προλαβει
εδώ στο εικοστό πρώτο έτος τού πολέμου
και στο τελείωμα τής συγγραφής του
σημασία έχει το λογιστήριο τών πραξεων
ποιος κατέστρεψε καλύτερα
πιο αποδοτικα
ποιος με περισσότερη συνέπεια εσφαξε
και στην Έφεσο η θυσία στην Αρτέμιδα
είναι για επικύρωση τής κομψης στρατηγικής
μεθόδου
η Αντανδρος δεν είναι εξαίρεση
ούτε το τελος
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Θουκυδίδης Ιστορία Πελοποννησιακού Πολέμου,Βιβλίο Η',108.3-109.2
Το Τέλος τής Συγγραφής τού Θουκιδιδη
και ο Τισσαφερνης απο την Ασπενδο,όταν έμαθε ότι τών Πελοποννησίων τα καράβια από τη Μίλητο στον Ελλήσποντο είχαν πλεύσει,αφού ετοιμάστηκε προχώρησε προς την Ιωνία.
Όντας λοιπόν οι Πελοποννήσιοι στον Ελλήσποντο,οι Αντανδριοι (που είναι Αιολείς) αφού έφεραν απο την Άβυδο πεζικως διαβαινοντας το όρος Ιδη οπλίτες μπήκαν μέσα στη πόλη,που από τον Αρσάκη τού Πέρση Τισσαφέρνη υπαρχο ήταν αδικημένοι,όπως ακριβώς και τους Δηλιους που στο Ατραμυττιο είχαν κατοικίσει όταν από τούς Αθηναίους λόγω τής κάθαρσης τής Δήλου εκτοπισαν, προσποιούμενος μια αδιευκρινιστη έχθρα και αφού υποσχέθηκε στρατό στους πιο επιφανείς από αυτούς,κι αφού τους έβγαλε έξω με πρόφαση φιλια και συμμαχία,τούς παραμόνευσε ενώ έτρωγαν το γεύμα τους και αφού τους περικυκλωσε με τούς δικούς του τούς έσφαξε με τα ακόντια.
Αυτοί λοιπόν φοβούμενοι αυτόν γι'αυτη τη πράξη,
μήπως και εναντίον τους
κάνει κάτι άδικο,και επειδή και άλλα επέβαλλε που να υποφερουν δεν μπορουσαν,εκδιωχνουν τούς φρουρούς του από την ακρόπολη.
Ο δε Τισσαφερνης οταν κατάλαβε και αυτο τών Πελοποννησίων το έργο είναι,και όχι μόνο αυτό στη Μίλητο και τη Κνίδο(γιατί και εκει ειχαν εκδιωχθει οι φρουροί του)και θεωρώντας πως σε αυτούς είχε διαβληθει παρά πολύ και αφού φοβήθηκε μήπως και με άλλο κάτι ακόμα τον βλάψουν,και συνάμα ανησυχώντας μήπως ο Φαρνάβαζος σε λιγότερο χρόνο και δαπάνη αφού τούς δεχτει κατορθώσει κάτι περισσότερο από αυτους προς τους Αθηναίους,να παει σκεφτονταν προς αυτούς στον Ελλήσποντο,ώστε να κατηγορίσει και για αυτά που γύρω από την Αντανδρο εχουν γίνει και για τις συκοφαντίες και για τα φοινικικά καράβια και για τα άλλα όπως με τον πιο καλύτερο τρόπο να απολογηθει.
Και αφού έφτασε πρώτα στην Έφεσο θυσίασε στην Άρτεμη.
Όταν μετά από αυτό το καλοκαίρι ο χειμώνας τελειώσει,το εικοστό πρώτο έτος(τού πολέμου)
συμπληρωνεται.
[108.3] καὶ ὁ Τισσαφέρνης ἀπὸ τῆς Ἀσπένδου, ὡς ἐπύθετο τὰς τῶν Πελοποννησίων ναῦς ἐκ τῆς Μιλήτου ἐς τὸν Ἑλλήσποντον πεπλευκυίας, ἀναζεύξας ἤλαυνεν ἐπὶ τῆς Ἰωνίας. [108.4] ὄντων δὲ τῶν Πελοποννησίων ἐν τῷ Ἑλλησπόντῳ, Ἀντάνδριοι (εἰσὶ δὲ Αἰολῆς) παρακομισάμενοι ἐκ τῆς Ἀβύδου πεζῇ διὰ τῆς Ἴδης τοῦ ὄρους ὁπλίτας ἐσηγάγοντο ἐς τὴν πόλιν, ὑπὸ Ἀρσάκου τοῦ Πέρσου Τισσαφέρνους ὑπάρχου ἀδικούμενοι, ὅσπερ καὶ Δηλίους τοὺς Ἀτραμύττιον κατοικήσαντας ὅτε ὑπ’ Ἀθηναίων Δήλου καθάρσεως ἕνεκα ἀνέστησαν, ἔχθραν προσποιησάμενος ἄδηλον καὶ ἐπαγγείλας στρατιὰν αὐτῶν τοῖς βελτίστοις, ἐξαγαγὼν ὡς ἐπὶ φιλίᾳ καὶ ξυμμαχίᾳ, τηρήσας ἀριστοποιουμένους καὶ περιστήσας τοὺς ἑαυτοῦ κατηκόντισεν. [108.5] φοβούμενοι οὖν αὐτὸν διὰ τοῦτο τὸ ἔργον μήποτε καὶ περὶ σφᾶς τι παρανομήσῃ, καὶ ἄλλα ἐπιβάλλοντος αὐτοῦ ἃ φέρειν οὐκ ἐδύναντο, ἐκβάλλουσι τοὺς φρουροὺς αὐτοῦ ἐκ τῆς ἀκροπόλεως. [109] [109.1] ὁ δὲ Τισσαφέρνης αἰσθόμενος καὶ τοῦτο τῶν Πελοποννησίων τὸ ἔργον καὶ οὐ μόνον τὸ ἐν τῇ Μιλήτῳ καὶ Κνίδῳ (καὶ ἐνταῦθα γὰρ αὐτοῦ ἐξεπεπτώκεσαν οἱ φρουροί), διαβεβλῆσθαί τε νομίσας αὐτοῖς σφόδρα καὶ δείσας μὴ καὶ ἄλλο τι ἔτι βλάπτωσι, καὶ ἅμα ἀχθόμενος εἰ Φαρνάβαζος ἐξ ἐλάσσονος χρόνου καὶ δαπάνης δεξάμενος αὐτοὺς κατορθώσει τι μᾶλλον τῶν πρὸς τοὺς Ἀθηναίους, πορεύεσθαι διενοεῖτο πρὸς αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ Ἑλλησπόντου, ὅπως μέμψηταί τε τῶν περὶ τὴν Ἄντανδρον γεγενημένων καὶ τὰς διαβολὰς καὶ περὶ τῶν Φοινισσῶν νεῶν καὶ τῶν ἄλλων ὡς εὐπρεπέστατα ἀπολογήσηται. καὶ ἀφικόμενος πρῶτον ἐς Ἔφεσον θυσίαν ἐποιήσατο τῇ Ἀρτέμιδι. [109.2] [ὅταν ὁ μετὰ τοῦτο τὸ θέρος χειμὼν τελευτήσῃ, ἓν καὶ εἰκοστὸν ἔτος πληροῦται.]
.
.
.
My own Empire of Heteronyma Paintings
-Ο νεκρός Έκτορας-
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Ομήρου Ιλιάδα,ραψωδία Ω',στιχοι 31-54
Ο Φοίβος μέμφεται τη πράξη τού Αχιλλέα στον νεκρό Εκτορα
αλλά όταν πια η δωδέκατη εφεξε αυγη
τότε λοιπόν στους αθανατους ο Φοίβος μίλησε:
σκληροί είστε,θεοί,ολεθριοι,γιατί ποτέ σε σας
ο Έκτορας μεριά από βόδια δεν έκαιγε
και παχιές κατσικιες;
και τώρα αυτόν δεν τόλμησατε,αν και νεκρός είναι,
να διασωσεται,
για να τον δει κι η γυναίκα του κι η μάνα και το παιδί του
κι ο Πριαμος ο πατέρας κι οι άνθρωποι του
που στη φωτιά αμέσως θα'καιγαν και με τιμές
θα κηδευαν
αλλά στον φονιά Αχιλλέα ,θεοί,
βοηθοι θέλετε να'στε,
που ούτε συνετα τα φρένα έχει
ούτε νου που να λυγίσει μέσα στα στήθια,
αλλά σαν το λιονταρι τ'άγρια ξερει
που όταν με τρομερη βία κι ορμή αχαλίνωτη
πάνω στα κοπάδια των ανθρώπων πεφτει
για να τα καταβροχθισει,
έτσι κι ο Αχιλλέας ανελέητος είναι,
ούτε ντροπή έχει που
πολύ τον άνθρωπο βλάπτει,
αλλά και τον ωφελει,
αν μέλλει κάπου κάποιος κι άλλον καποιον
αγαπημένο χασει
είτε αδελφό από την ίδια μάνα είτε και γιο
αλλά όμως αφού κλάψει και θρηνήσει παυει,
γιατί στους ανθρώπους οι μοίρες υπομονετική
εδωσαν να'χουν καρδια,
όμως αυτός τον γενναίο Έκτορα αφού την γλυκειά
τού στερησε ζωη απ'τ'αλογα δένοντας
γύρω απ'τον τάφο τού φίλου συντρόφου σερνει,
όμως αυτο σ'αυτον ούτε σωστό
κι ουτε ωφέλιμο είναι, γιατί αν κι ήρωας είναι,
εμεις θα αγανακτησομαι
γιατί την ατάραχη γη ατιμάζει μανιασμενος
ἀλλ’ ὅτε δή ῥ’ ἐκ τοῖο δυωδεκάτη γένετ’ ἠώς,
καὶ τότ’ ἄρ’ ἀθανάτοισι μετηύδα Φοῖβος Ἀπόλλων·
«σχέτλιοί ἐστε, θεοί, δηλήμονες· οὔ νύ ποθ’ ὑμῖν
Ἕκτωρ μηρί’ ἔκηε βοῶν αἰγῶν τε τελείων;
τὸν νῦν οὐκ ἔτλητε νέκυν περ ἐόντα σαῶσαι,35
ᾗ τ’ ἀλόχῳ ἰδέειν καὶ μητέρι καὶ τέκεϊ ᾧ
καὶ πατέρι Πριάμῳ λαοῖσί τε, τοί κέ μιν ὦκα
ἐν πυρὶ κήαιεν καὶ ἐπὶ κτέρεα κτερίσαιεν.
ἀλλ’ ὀλοῷ Ἀχιλῆϊ, θεοί, βούλεσθ’ ἐπαρήγειν,
ᾧ οὔτ’ ἂρ φρένες εἰσὶν ἐναίσιμοι οὔτε νόημα40
γναμπτὸν ἐνὶ στήθεσσι, λέων δ’ ὣς ἄγρια οἶδεν,
ὅς τ’ ἐπεὶ ἂρ μεγάλῃ τε βίῃ καὶ ἀγήνορι θυμῷ
εἴξας εἶσ’ ἐπὶ μῆλα βροτῶν, ἵνα δαῖτα λάβῃσιν·
ὣς Ἀχιλεὺς ἔλεον μὲν ἀπώλεσεν, οὐδέ οἱ αἰδὼς
γίγνεται, ἥ τ’ ἄνδρας μέγα σίνεται ἠδ’ ὀνίνησι.45
μέλλει μέν πού τις καὶ φίλτερον ἄλλον ὀλέσσαι,
ἠὲ κασίγνητον ὁμογάστριον ἠὲ καὶ υἱόν·
ἀλλ’ ἤτοι κλαύσας καὶ ὀδυράμενος μεθέηκε·
τλητὸν γὰρ Μοῖραι θυμὸν θέσαν ἀνθρώποισιν.
αὐτὰρ ὅ γ’ Ἕκτορα δῖον, ἐπεὶ φίλον ἦτορ ἀπηύρα,50
ἵππων ἐξάπτων περὶ σῆμ’ ἑτάροιο φίλοιο
ἕλκει· οὐ μήν οἱ τό γε κάλλιον οὐδέ τ’ ἄμεινον.
μὴ ἀγαθῷ περ ἐόντι νεμεσσηθέωμέν οἱ ἡμεῖς·
κωφὴν γὰρ δὴ γαῖαν ἀεικίζει μενεαίνων.»
.
.
.

My own Empire of Heteronyma Paintings
-Ο νεκρός Έκτορας-
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο νεκυν Έκτορας συρεται
Γιατί δεν τον σώσατε; ρωτάει ο Φοίβος
δώδεκα πέρασαν μέρες το άψυχο σώμα
να σέρνεται γύρω στο ταφο,
σχέτλιοι είστε,αθανατοι με τη θνητότητα
αν και σας έκαιγε κρέατα βοδιών
και λιπαρός καπνός ανέβαινε στις μύτες σας
στον Όλυμπο ψηλα
οταν ο Αχιλλέας αγναμπτος σύρει τον Έκτορα
γύρω γύρω γύρω
μια ύβρις που δεν ενοχλεί τούς θεους
όταν το σώμα σκεπασμένο σκόνη
όταν η κωφή γη δέχεται τη προσβολη
και καμιά γυναίκα κανένα παιδί καμιά μάνα
αδελφή κανένας πατέρας αδελφός
κανένας στρατός
δεν κτεριζει την νεκυν τού Έκτορα
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το μοιρολογι τής Παναγιας
ήρθαν με φωτιες,παιδι μου,με σπαθια
με φίλημα προδοτη
και σ'επιασαν σαν κλέφτη
εσένα που'σουνα το φως τής γέννας μου,
μικρό σε κράταγα στο στήθος μου
σε βυζανα,
τώρα τα χέρια σου
που χαϊδευα τα δερνουν
σε περιπαίζουν,γιόκα μου γλυκέ μου,
οι ανομοι ακάνθινο σού φόρεσαν στεφανι
και καλάμι αντί για σκήπτρο
βασιλιά σου'δωκαν,
γιατί η γής στα δυό δεν σκίζεται
την ερμη μέσα της να με δεχτεί
να πεσω
φωνάζω δέρνομαι αυτί δεν είναι
να μ’ακούσει
και τα καρφιά στα χέρια σου
αλύπητα καρφωνουν
ο πλατυς εραγισε ουρανος
και τα ψηλά βουνά τρανταξαν
τα δέντρα ξεριζώθηκαν
και τα πουλιά σώπασαν
την ώρα που στον σταυρό το σώμα σου
σηκώσαν
γέρνει,παιδί μου σπλαχνο μου,
γέρνει το κεφάλι σου
σβήνει το βλέμμα σου φεύγει η ψυχή σου
κι εγω η μάνα σου χίλιες φορές πεθαίνω
η γης εμαυρισε εχυθει σκότος
κι ο ήλιος εμαρανθη εσβηστηκε,
γιε μου κι ανοιξη μου,που πας
που χάθηκες;
και το κορμι σου νεκρό άψυχη έμεινε πέτρα,
πώς να σε μοιργιολογισω;
φως μου,που σβηστηκες
για να βρεις τού κι το σκοτάδι,
όμως εγω θα καρτερω απ'τ'αραχνα
τής κάτω γής ν'ανεβεις,
πάλι να λάμψει ο κόσμος ο ντουνιάς
και να φωτίσει
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelisμεταγράφοντας
από τον Ρωμανό τον Μελωδο
αποσπάσματα από τον Ύμνο:
Εις το Πάθος τού Κυρίου και εις τον Θρήνον τής Θεοτόκου
Το μοιρολογι τής Παναγιας
Το αρνί της η αρνάδα βλέποντας
στη σφαγή να το σέρνουν
περίλυπη ακολουθούσε η Μαρία
μαζί μ'αλλες γυναίκες μοιρολογοντας:
που πας,παιδί μου,
γιατί έτσι βιαστικος περνας
μη κι άλλος γάμος πάλι ε
στη Κανα γίνεται,
και για κει τωρα κινας,
το νερό κρασί να κάνεις;
να'ρθω,παιδί μου,μαζί σου,
η' δω μόνη να μείνω;
μιλά μου,
μη μού φεύγεις σιωπηλος,
δεν το περίμενα,παιδί μου,έτσι να σε δω,
ποτέ δεν πιστευα πως
τέτοια μανία
θα'δειχναν οι ανομοι
κι άδικα χέρια πάνω σου θ'απλωναν,
αφού ακόμα δυνατά τα βρέφη τους σού φωνάζουν:
ευλογημένος,
κι απ'τα βάγια γεμάτος ο δρομος είναι,
και τώρα γιατί το κακό έγινε,θέλω να μάθω,
πώς χάνεται το φως μου;
πώς στο σταυρό καρφωνεται,το σπλαχνο μου;
παιδί μου,άδικα σε φονεύουν
και κανεις δεν σε πονα,
αν πάθεις,αν πεθανεις,πες μου,
θα ξανάρθεις σε μένα;
όμως φοβάμαι,
να σε δω θα ζητω
και θα κλαιω,
παιδί μου πού είσαι;θα οδυρομαι θα λεω
δεν αντέχω,παιδί μου,
απ'την αγαπη νικιέται
εγώ στο σπίτι να'μαι κι εσύ στο ξυλο,
άσε με,καλέ μου,κοντά σου να'μαι,
Τον ίδιον άρνα η αμνάς θεωρούσα
προς σφαγήν ελκόμενον ηκολούθει η Μαρία τρυχομένη
μεθ’ ετέρων γυναικών ταύτα βοώσα,
«Πού πορεύη, τέκνον; τίνος χάριν τον ταχύν
δρόμον τελέεις;
μη έτερος γάμος πάλιν έστιν εν Κανά,
κακεί νυνί σπεύδεις, ίν’ εξ ύδατος αυτοίς οίνον ποιήσης;
συνέλθω σοι, τέκνον, ή μείνω σε μάλλον;
δος μοι λόγον,μη σιγών παρέλθης με,
Ουκ ήλπιζον, τέκνον, εν τούτοις ιδείν σε,
ουδ’ επίστευον ποτέ έως τούτου τους ανόμους εκμανήναι
και εκτείναι επί σε χείρας αδίκως,
έτι γαρ τα βρέφη τούτων κράζουσί σοι το «ευλογημένος».
ακμήν δε βαϊων πεπλησμένη η οδός
και νυν τίνος χάριν επράχθη το χείρον;
γνώναι θέλω, οίμοι, πώς το φως μου σβέννυται,
πώς σταυρώ προσπήγνυται
Υπάγεις, ω τέκνον, προς άδικον φόνον
και ουδείς σοι συναλγεί
αν πάθης, αν θάνης, αναλύσεις προς εμέ;
γαρ φοβούμαι,
και ζητούσα σε ιδείν
κλαύσω, κράξω, «πού εστιν;»
Νικώμαι, ω τέκνον, νικώμαι τω πόθω
και ου στέγω αληθώς, ίν’ εγώ μεν εν θαλάμω,
συ δ’ εν ξύλω,
και εγώ μεν εν οικιά, συ δ’ εν μνημείω,
άφες ουν συνέλθω,
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου