.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Ήταν ένας ακόμη άνθρωπος
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ήταν ένας ακόμη άνθρωπος
Η υγρασία καταπινε σιγα-σιγα όλο το σπίτι.
Καθονταν στο τραπέζι,δεν πεινούσε,το φαγητό στο πιάτο είχε κρυώσει.
Έξω άκουγε τη πόλη να πνίγεται.Ηταν τοσο κουρασμένος,που δεν ειχε τη διάθεση
να θυμώσει.
Δούλευε σε μηχανουργείο,δεκαπέντε χρόνια στα σίδερα στους καπνούς,ο θορυβος
τού τρυπούσε τα τύμπανα.
-Για μένα,άκουσε το αφεντικό να λέει,κανένας άνθρωπος δεν είναι άνθρωπος.
Και γέλασε.
Εκεινος όχι.
Όταν ενας εργάτης,ένα σχεδόν μικρό παιδί,πήγε να καει στο καμίνι είπε:
-Θα μας κάψουν εδώ μέσα.
Το αφεντικό τον φώναξε στο γραφείο του, τού μίλησε αυστηρά.
-Δεν θελω φιλανθρωπίες,άκουσες;
Από αύριο να μην σε ξαναδώ.
Εκείνη τη μέρα τον απέλυσαν.
Γύρισε σπίτι.
Η γυναίκα του ένιωσε τη θλίψη του και δεν μίλησε.
Πέρασαν μέρες.Ανεργος Γύριζε τα εργαστήρια,τα εργοτάξια.
Τον κοίταζαν με υποψία,αδιαφορία.
-Δουλειές δεν έχει, τού έλεγαν,δύσκολη εποχη,έπειτα προηγούνται οι δικοι μας.
Μια μερα γύρισε αργά νυχτα.Τα παιδιά κοιμούνταν.Η γυναίκα του καθονταν
στο σκοτάδι.
Εκείνος στάθηκε όρθιος στην πόρτα.
-Αυριο,είπε,πρωι-πρωι θα πάω να τον βρω.
Όλη τη νύχτα την πέρασε άγρυπνος.
Ξημερωνοντας βγήκε,ο δρόμος ήταν ερημος.
Έφτασε στο μηχανουργείο,η πόρτα τού γραφείου ήταν ανοιχτή,μπηκε.
-Καλημερα,ηρθα για δουλειά,είπε.
Ο άλλος χωρίς να σηκώσει το κεφάλι είπε:
-Σου είπα δεν θέλω να σε ξαναδώ.
-Έχω παιδιά.
-Κι εγώ έχω επιχείρηση.
-Θα δουλέψω για λιγότερα.
Ο άλλος τον κοίταξε,Χαμογέλασε.
Για λιγότερα;είπε,πάντα υπάρχει κάποιος που θα δουλέψει για πολύ λιγότερα.
Κατάλαβε.
-Δεν πειράζει,είπε.
Και βγήκε έξω.
Ένιωσε τον καθαρό αέρα.
Περιπλανήθηκε ώρες
Γύρισε αργά στο σπίτι.
-Που ήσουν;τον ρώτησε η γυναίκα του,ανησύχησα,τι έγινε;
-Τίποτα,τής είπε.Μα αύριο θα πάω στο λιμάνι.Ζητούν φορτοεκφορτωτές.
Πήγε και ξάπλωσε δίπλα στα παιδιά.Τα άκουγε να ανασαίνουν.Χαμογελασε.
Όλη τη νύχτα εβρεχε.
Σηκώθηκε ξημερώνοντας ο δρόμος προς το λιμάνι ήταν γεμάτος λάσπες.
Τα καράβια σκοτεινά θαλασσια κήτη πάνω στο νερό.
Ήταν κι άλλοι που περίμεναν.
Κανείς δεν τον ήξερε. Κανείς δεν τον ρώτησε.
Ήταν ένας ακόμη άνθρωπος που ζητούσε μεροκάματο,την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε
κι ανέβαινε αργά,χλωμος,πάνω απ'τα νερα.
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου