I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

GREEK POETRY -μεταφράζοντας Arthur Rimbaud Une Saison en Enfer -Mauvais sang- -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-μεταφράζοντας

Arthur Rimbaud Une Saison en Enfer
-Mauvais sang-

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Arthur Rimbaud Une Saison en Enfer
-Mauvais sang-

Μιαρό αίμα
-
Απ'τους γαλάτες προγόνους έχω το γκρίζο μάτι,τη στενομυαλια,
και την ατζαμωσυνη στη μάχη.
Το ντύσιμο μου τόσο βάρβαρο όσο το δικό τους.
Όμως τα μαλλιά μου δεν τα πασαλειφω με λίπος.
Οι Γαλάτες ήταν γδαρτες ζώων,και οι πιο ηλίθιοι τής εποχής
τους εμπρηστές χόρτων.
Απ'αυτους,κληρονομησα:
την ειδωλολατρεία και το να γουστάρω το ιεροσυλο.-
ω!όλα τα βίτσια,οργή,λαγνεία-μεγαλοπρέπεια η λαγνεία.
και το κυριοτερο ψεμα κι απραξία.
Όλα τα επαγγέλματα τ'απεχθάνομαι.
Αφεντικά κι εργάτες,όλους τούς βρωμοχωριατες.
Το χέρι με τη πενα ισαξιο με το χέρι στ'αλετρι
-Τι αιώνας χειρονακτων!
Ποτέ δεν θα γίνω τού χεριου τους.
Και μετά,η δουλοπρέπεια τραβάει πολύ μακριά.
Η τιμιότητα τής επαιτείας με πνίγει.
Οι εγκληματίες μ'αηδιαζουν οπως οι ευνουχισμενοι,
εγω'μαι μη μου απτου,κι αδιαφορω
Αλλά!,ποιος έκανε τη γλώσσα μου τόσο ύπουλη,
που να τραβα και να προστατεύει μέχρι δω την απραξία μου;
Χωρίς να χρειάζεται για να ζω ούτε καν το κορμί μου,
και πιο νωθρός κι απ'το βατραχι φρύνο,
έφερα γύρα παντού.
Δεν υπάρχει καλή οικογένεια στην Ευρώπη
που να μην την ξέρω.
-Κι εννοώ τις ομογενειες σαν τη δικιά μου,
π'όλα τα οφείλουν στη Διακήρυξη τών Δικαιωματων τού Ανθρώπου-
Έχω γνωρίσει κάθε μπάσταρδο γιο καλής οικογενείας!

Mauvais sang
J’ai de mes ancêtres gaulois l’œil bleu blanc, la cervelle étroite, et la maladresse dans la lutte. Je trouve mon habillement aussi barbare que le leur. Mais je ne beurre pas ma chevelure.
Les Gaulois étaient les écorcheurs de bêtes, les brûleurs d’herbes les plus ineptes de leur temps.
D’eux, j’ai : l’idolâtrie et l’amour du sacrilège ; — oh ! tous les vices, colère, luxure, — magnifique, la luxure ; surtout mensonge et paresse.
J’ai horreur de tous les métiers. Maîtres et ouvriers, tous paysans, ignobles. La main à plume vaut la main à charrue. — Quel siècle à mains ! — Je n’aurai jamais ma main. Après, la domesticité mène trop loin. L’honnêteté de la mendicité me navre. Les criminels dégoûtent comme des châtrés : moi, je suis intact, et ça m’est égal.
Mais ! qui a fait ma langue perfide tellement, qu’elle ait guidé et sauvegardé jusqu’ici ma paresse ? Sans me servir pour vivre même de mon corps, et plus oisif que le crapaud, j’ai vécu partout. Pas une famille d’Europe que je ne connaisse. — J’entends des familles comme la mienne, qui tiennent tout de la déclaration des Droits de l’Homme. — J’ai connu chaque fils de famille !
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου