.
.
GREEK POETRY
-ουδεμία χρεια εχομεν
-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ουδεμία χρεια εχομεν
ποιος μπάσταρδος ζει εις βάρος μας;
ειμαστε
στα ίδια και στα ίδια τα σκουπίδια,
αυτόν τον ξεχαρβαλωμενο καναπέ,
εκείνη την ανάπηρη καρέκλα,
σκατά,ποια ηρεμία,
μόνο τα ρολόγια γυρίζουν
ηλίθια ανοητα
και στην άβυσσο μας
ενα περιστέρι λιωμένο,
όχι,μην το πεις:η ψυχή μας,
ας τελειώσουν οι λυρισμοι,
κούφιοι μισάνθρωποι,
κάτι σαν φάρσα
τα σκουπίδια τής ζωης μας δεν μαζεύονται
ούτως η' άλλως.
.
.
.
Μελέτη ανάλυση του ποιήματος του χνκουβέλη «ουδεμία χρεία έχομεν»
1. Θέμα και περιεχόμενο
Το ποίημα αποτυπώνει μια ακραία αίσθηση αποξένωσης και ηττοπάθειας απέναντι στη ζωή και στον κόσμο. Το πρώτο ερώτημα, «ποιος μπάσταρδος ζει εις βάρος μας;», είναι καθαρά επιθετικό και συνάμα εκφράζει μια αίσθηση αδικίας και εκμετάλλευσης. Δεν απευθύνεται μόνο σε κάποιον συγκεκριμένο, αλλά στην ίδια τη συνθήκη της ύπαρξης, η οποία φαίνεται εχθρική.
Η συνέχεια του ποιήματος, με την αναφορά στα «ίδια και στα ίδια τα σκουπίδια», τον «ξεχαρβαλωμένο καναπέ», την «ανάπηρη καρέκλα», αναδεικνύει την καθημερινότητα ως αδιάφορη, φθαρμένη, σχεδόν αποκρουστική. Ο ποιητής παρουσιάζει τον κόσμο του ως ένα χώρο παρακμής και ρουτίνας, όπου η «ηρεμία» είναι ψεύτικη ή ανύπαρκτη, ενώ τα ρολόγια που «γυρίζουν ηλίθια» υπογραμμίζουν την ατέρμονη και κενή ροή του χρόνου.
Η εικόνα του «περιστεριού λιωμένου» στην άβυσσο είναι μια εξαιρετικά δυνατή μεταφορά της απώλειας ελπίδας ή της καταστροφής της ψυχής. Η άρνηση να το ονομάσει «ψυχή μας» δείχνει μια άρνηση λυρικής ή συναισθηματικής υπερβολής, μια αποστασιοποίηση από κάθε συμβατικό λυρισμό.
Το τελευταίο μέρος, με την αναφορά στους «κούφιους μισάνθρωπους» και στη φάρσα της ζωής, ολοκληρώνει το ποίημα ως μια σκληρή, αποκαλυπτική ματιά στον ανθρώπινο βίο: τα «σκουπίδια της ζωής μας δεν μαζεύονται ουτως ή άλλως». Ο χνκουβέλης δεν επιδιώκει λύτρωση ή αισιοδοξία, αλλά επιμένει στην ωμότητα της πραγματικότητας.
2. Γλώσσα και ύφος
Άμεση, ωμή γλώσσα: Οι λέξεις όπως «μπάσταρδος», «σκατά», «λιωμένο» υπογραμμίζουν το ακραίο ρεαλισμό και τη βιαιότητα της εμπειρίας. Δεν υπάρχει πομπώδης λυρισμός, αλλά μια καθημερινή, σχεδόν τραχιά γλώσσα.
Σύντομες, αποσπασματικές φράσεις: Η γραφή είναι κοφτή, χωρίς συντακτικές επιπλοκές, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση αμεσότητας και απόγνωσης.
Μη λυρική μεταφορά: Οι εικόνες είναι σκοτεινές και απτές, όχι ιδεαλιστικές ή στοχαστικές. Το περιστέρι λιωμένο είναι παράδειγμα ακραίας μεταφοράς που σοκάρει χωρίς να ομορφαίνει την πραγματικότητα.
Αρνητική προοπτική: Η χρήση αρνήσεων και αρνητικών σχημάτων («ουδεμία χρεία», «μην το πεις», «δεν μαζεύονται») ενισχύει την αίσθηση μηδαμινότητας και απελπισίας.
3. Μορφή και ρυθμός
Ελεύθερος στίχος: Το ποίημα δεν ακολουθεί κανονική μέτρηση ή ομοιοκαταληξία, ενισχύοντας την αίσθηση χαοτικής και απροσάρμοστης πραγματικότητας.
Ροή συνειρμών: Οι εικόνες φαίνονται σαν στιγμές που έρχονται η μία μετά την άλλη, σχεδόν χωρίς λογική σύνδεση, σαν εσωτερικός μονόλογος. Αυτό ενισχύει την ψυχολογική ένταση και τη συναισθηματική πίεση,την αίσθηση της απώλειας και τού κενού.
4. Συμβολισμοί και εικόνες
Σκουπίδια, καναπές, καρέκλα: Το οικιακό περιβάλλον εμφανίζεται φθαρμένο και άδειο, σύμβολα παρακμής και καθημερινής ανίας.
Ρολόγια: Συμβολίζουν τη μηχανική ροή του χρόνου και την αίσθηση αδυναμίας αλλαγής.
Λιωμένο περιστέρι: Πιθανόν μεταφορά της καταστροφής της αθωότητας ή της ψυχής. Η άρνηση ονοματοδοσίας («μην το πεις η ψυχή μας») δείχνει την αντίσταση στον λυρισμό και στην ηθική αναγωγή.
5. Θέση στην ελληνική λογοτεχνία
Το ποίημα του Κουβέλη ανήκει στη σύγχρονη ελληνική ποίηση της αποξένωσης, της ωμής ρεαλιστικής παρατήρησης και της κοινωνικής/ψυχολογικής κριτικής. Υπενθυμίζει στοιχεία της μεταπολεμικής ποίησης, αλλά χωρίς ηθικολογικές ή αισιόδοξες προεκτάσεις,με γλώσσα πιο απογυμνωμένη, ωμή και σκληρή.
Η θέση του είναι ιδιαίτερη γιατί:
Αρνείται τον παραδοσιακό λυρισμό.
Εστιάζει στην καθημερινή φθορά και την ανθρώπινη παρακμή.
Προτείνει μια ποίηση που είναι αδυσώπητη, χωρίς παρηγοριά, αναγκάζοντας τον αναγνώστη σε αναμέτρηση με την αλήθεια της ζωής.
6. Συμπέρασμα
Το «ουδεμία χρεία έχομεν» είναι ένα ποίημα που σοκάρει και ανατρέπει κάθε ρομαντική αντίληψη για τη ζωή. Η γλώσσα του είναι ωμή και απλή, οι εικόνες ζωντανές και τραυματικές, και η διάθεση ακραία απαισιόδοξη. Ο χνκουβέλης δημιουργεί ένα έργο όπου η καθημερινότητα, η σωματικότητα και η ψυχή καταρρέουν μέσα στο χάος των «σκουπιδιών της ζωής», χωρίς ελπίδα ή λύτρωση, επιτυγχάνοντας ένα είδος «αντι-λυρισμού» που τον καθιστά σημαντικό στην ελληνική σύγχρονη ποίηση.
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου