.
.
GREEK POETRY
-μεταφράζοντας
το τελος
τής Ομηρου Οδύσσειας,-
ραψωδια ω',στίχοι 520-548-
Το Ορκιο τέλος τού Νείκους Οδυσσέως Ιθακησιων
-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
το τελος
τής Ομηρου Οδύσσειας,
ραψωδια ω',στίχοι 520-548
Το Ορκιο τέλος τού Νείκους Οδυσσέως Ιθακησιων
έτσι μίλησε κι εμφυσησε μεγάλο θάρρος
η Αθηνά Παλλαδα
κι αφού στη κόρη τού μεγάλου Δια ευχήθηκε
αμέσως δυνατα κουνωντας τιναξε
το μακρύ τρομερό δορυ
και τον Ευπειθη στη περικεφαλαία χτύπησε
μεσα στις χαλκινες παρειες
που δεν κράτησε το δόρυ
αλλά ο χαλκός διαπέρασε
κι εκείνος με δυνατό πέφτοντας κροτο
τ'αρματα με θόρυβο πάνω του κρουστηκαν
και στους πολεμιστές ο Οδυσσέας κι ο γενναίος Τηλέμαχος
όρμησαν χτυπώντας με τα ξίφη
και τα δόρατα με τις διπλές λαβες,
και τώρα πια όλους θ'αφανιζαν και θα τους αφηναν
διχως γυρισμό,αν η Αθηνά η κόρη τού Δια
που την αιγιδα κραταει,
δεν φωναζε να συγκρατήσει το πλήθος ολο,
τον ανελεητο σταματηστε,Ιθακησιοι,πόλεμο,
για να χωριστείτε χωρίς αίματα όσο πιο γρηγορα
γινεται,
έτσι η Αθηνά μίλησε,κι αυτους ο φόβος χλωμιασε,
και τότε απ'τα χέρια τους τ'αρματα τιναχτηκαν,
κι όλα πάνω στη γη έπεσαν,όταν η θεα φώναξε,
και προς τη πόλη τράπηκαν λαχταρώντας τη ζωή τους
να γλυτώσουν,
ο δε πολύπαθος ισοθεος Οδυσσεας φώναξε δυνατά,
κι όρμησε φευγοντας σαν αετός που στα ύψη πετα
και τότε τού Κρόνου ο γιος ρίχνει τον τρομερό
απ'τους καπνους κεραυνό,που μπροστά σ'αυτη
με τα γλαυκα μάτια έπεσε τού ισχυρού πατέρα κορη,
τότε στον Οδυσσέα απευθύνθηκε η Αθηνά
με τα γλαυκα τα ματια,
ισοθεε γιε τού Λαερτη πολυμήχανε Οδυσσέα,
συγκρατησου,πάψε τη φιλονικία που με πόλεμο
παρόμοια είναι,
μηπως με σένα ο γιος τού Κρόνου θυμώσει Ζευς
που πέρα για πέρα βλέπει,
έτσι η Αθηνά μίλησε,κι αυτός υπάκουσε,και μεσα του χαρηκε,
κι απ'αυτά κατοπιν όρκους ανάμεσα στους δυο έθεσε
η Αθηνά Παλλαδα τού Δια η κόρη που την αιγιδα κρατάει
με τη μορφή και τη φωνή τού Μεντορα παρομοιασμενη
ὣς φάτο, καί ῥ' ἔμπνευσε μένος μέγα Παλλὰς Ἀθήνη.520
εὐξάμενος δ' ἄρ' ἔπειτα Διὸς κούρῃ μεγάλοιο,
αἶψα μάλ' ἀμπεπαλὼν προΐει δολιχόσκιον ἔγχος
καὶ βάλεν Εὐπείθεα κόρυθος διὰ χαλκοπαρῄου.
ἡ δ' οὐκ ἔγχος ἔρυτο, διαπρὸ δὲ εἴσατο χαλκός·
δούπησεν δὲ πεσών, ἀράβησε δὲ τεύχε' ἐπ' αὐτῷ.525
ἐν δ' ἔπεσον προμάχοισ' Ὀδυσεὺς καὶ φαίδιμος υἱός,
τύπτον δὲ ξίφεσίν τε καὶ ἔγχεσιν ἀμφιγύοισι.
καί νύ κε δὴ πάντας ὄλεσαν καὶ θῆκαν ἀνόστους,
εἰ μὴ Ἀθηναίη, κούρη Διὸς αἰγιόχοιο,
ἤϋσεν φωνῇ, κατὰ δ' ἔσχεθε λαὸν ἅπαντα·530
«ἴσχεσθε πτολέμου, Ἰθακήσιοι, ἀργαλέοιο,
ὥς κεν ἀναιμωτί γε διακρινθῆτε τάχιστα.»
ὣς φάτ' Ἀθηναίη, τοὺς δὲ χλωρὸν δέος εἷλε·
τῶν δ' ἄρα δεισάντων ἐκ χειρῶν ἔπτατο τεύχεα,
πάντα δ' ἐπὶ χθονὶ πῖπτε, θεᾶς ὄπα φωνησάσης·535
πρὸς δὲ πόλιν τρωπῶντο λιλαιόμενοι βιότοιο.
σμερδαλέον δ' ἐβόησε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς,
οἴμησεν δὲ ἀλεὶς ὥς τ' αἰετὸς ὑψιπετήεις.
καὶ τότε δὴ Κρονίδης ἀφίει ψολόεντα κεραυνόν,
κὰδ δ' ἔπεσε πρόσθε γλαυκώπιδος ὀβριμοπάτρης.540
δὴ τότ' Ὀδυσσῆα προσέφη γλαυκῶπις Ἀθήνη·
«διογενὲς Λαερτιάδη, πολυμήχαν' Ὀδυσσεῦ,
ἴσχεο, παῦε δὲ νεῖκος ὁμοιΐου πτολέμοιο,
μή πώς τοι Κρονίδης κεχολώσεται εὐρύοπα Ζεύς.»
ὣς φάτ' Ἀθηναίη, ὁ δ' ἐπείθετο, χαῖρε δὲ θυμῷ.545
ὅρκια δ' αὖ κατόπισθε μετ' ἀμφοτέροισιν ἔθηκε
Παλλὰς Ἀθηναίη, κούρη Διὸς αἰγιόχοιο,
Μέντορι εἰδομένη ἠμὲν δέμας ἠδὲ καὶ αὐδήν.
.
.
.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου