.
.
Όμηρος Ιλιάδα ραψωδία Μ',
στίχοι 175-194
-Η μαχη-
χνκουβελης cncouvelis
μεταφραζοντας
Όμηρος Ιλιάδα ραψωδία Μ',
στίχοι 175-194
-Η μαχη-
κι άλλοι γύρω στις άλλες πύλες
σε μάχη μαχονταν
και μου είναι δύσκολο σαν θεός
ολ'αυτα να τα διηγηθω,
γιατί παντού γύρω απ'το πέτρινο τείχος
θεόσταλτη ξαπλώθηκε φωτια
κι οι Αργείοι αν και θλίβονταν
αναγκαστικά
τα πλοια αμύνονταν,
κι οι θεοί λύπη είχαν στη καρδιά
όλοι όσοι στους Δαναούς συμπαραστατες
στη μάχη ησαν,
κι οι Λαπιθοι ρίχτηκαν μαζί στο πόλεμο
και στην φονική εχτρα,
όπου πάλι ο γιος του Περίθοου
ο δυνατός Πολυποιτης
τον Δαμασο με το δόρυ χτύπησε
μέσα απ'την χάλκινη της περικεφαλαιας
παρεια
αφού ούτε το χάλκινο κράνος
την εμπόδισε,
αλλά μεσ' απ'αυτο η χαλκινη αιχμή
το κόκκαλο έσπασε
κι ο εγκέφαλος αίμα όλος μέσα
είχε γεμισει,
κι αυτόν,αν και γεμάτος ορμή ήταν,τον δάμασε,
και τοτε τον Πυλωνα έπειτα και τον Ορμενον
γυμνωνοντας τους απ'τα όπλα σκότωσε,
κι ο γιος του Αντίμαχου ο Λεοντεας
τ'Αρη ο βλαστός
τον Ιππομαχο με το δόρυ χτύπησε
κάτω απ'τον ζωστήρα πετυχαινοντας
και πάλι απ'το θηκάρι αφού
το κοφτερό ξιφος
τραβηξε
τον Αντιφατη πρώτα αφού μέσα στο πλήθος
όρμησε
από πολύ κοντά τον χτυπησε
κι αυτός στη γη πέφτοντας ανάσκελα
ξάπλωσε,
και τότε τον Μενωνα έπειτα και τον Ιαμενο
και τον Ορεστη
όλους τον έναν μετά τον άλλον στη γη
που πολλούς τρεφει έρριξε
Ἄλλοι δ’ ἀμφ’ ἄλλῃσι μάχην ἐμάχοντο πύλῃσιν·175
ἀργαλέον δέ με ταῦτα θεὸν ὣς πάντ’ ἀγορεῦσαι·
πάντῃ γὰρ περὶ τεῖχος ὀρώρει θεσπιδαὲς πῦρ
λάϊνον· Ἀργεῖοι δὲ καὶ ἀχνύμενοί περ ἀνάγκῃ
νηῶν ἠμύνοντο· θεοὶ δ’ ἀκαχήατο θυμὸν
πάντες ὅσοι Δαναοῖσι μάχης ἐπιτάῤῥοθοι ἦσαν.180
σὺν δ’ ἔβαλον Λαπίθαι πόλεμον καὶ δηϊοτῆτα.
Ἔνθ’ αὖ Πειριθόου υἱὸς κρατερὸς Πολυποίτης,
δουρὶ βάλεν Δάμασον κυνέης διὰ χαλκοπαρῄου·
οὐδ’ ἄρα χαλκείη κόρυς ἔσχεθεν, ἀλλὰ διὰ πρὸ
αἰχμὴ χαλκείη ῥῆξ’ ὀστέον, ἐγκέφαλος δὲ185
ἔνδον ἅπας πεπάλακτο· δάμασσε δέ μιν μεμαῶτα·
αὐτὰρ ἔπειτα Πύλωνα καὶ Ὄρμενον ἐξενάριξεν.
υἱὸν δ’ Ἀντιμάχοιο Λεοντεὺς ὄζος Ἄρηος,
Ἱππόμαχον βάλε δουρὶ κατὰ ζωστῆρα τυχήσας.
αὖτις δ’ ἐκ κολεοῖο ἐρυσσάμενος ξίφος ὀξὺ190
Ἀντιφάτην μὲν πρῶτον ἐπαΐξας δι’ ὁμίλου,
πλῆξ’ αὐτοσχεδίην· ὁ δ’ ἄρ’ ὕπτιος οὔδει ἐρείσθη·
αὐτὰρ ἔπειτα Μένωνα καὶ Ἰαμενὸν καὶ Ὀρέστην
πάντας ἐπασσυτέρους πέλασε χθονὶ πουλυβοτείρῃ
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου