.
.
Τα Γλυπτά του Θεοδώρου Παπαγιάννη
-στο Ελληνικό Ιωαννίνων
-χνκουβελης cncouvelis
music Γιάννης Χρήστου
Εναντιοδρομια
Αναπαραστασεις
https://youtu.be/pYzpqWg5gJs?feature=shared
Τα Γλυπτά του Θεοδωρου Παπαγιαννη
στο Ελληνικό Ιωαννίνων
-χνκουβελης cncouvelis
Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης ,γεννημένος το 1942 στο Ελληνικό Ιωαννίνων,αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση της νεότερης ελληνικής γλυπτικής. Το έργο του αναπτύσσεται στο σημείο όπου συναντώνται η αρχαία ελληνική πλαστική, η ηπειρώτικη λαϊκή τέχνη, η μνήμη της ανθρώπινης μορφής και ο πειραματισμός με υλικά που εκτείνονται από το μάρμαρο και την πέτρα έως το σίδερο και τα κατάλοιπα της σύγχρονης ζωής.
Η σημασία του δεν βρίσκεται απλώς στην τεχνική του δεξιοτεχνία ή στην παραγωγή μνημειακών έργων. Βρίσκεται, κυρίως, στην προσπάθειά του να μετατρέψει την ύλη σε φορέα μνήμης: η πέτρα δεν είναι μόνο πέτρα, το ξύλο δεν είναι μόνο ξύλο, το άχρηστο αντικείμενο δεν είναι πλέον ένα απορριφθέν πράγμα. Όλα μπορούν να αποκτήσουν μια δεύτερη ζωή μέσα στη γλυπτική.
Για να κατανοήσουμε, επομένως, τον Παπαγιάννη, χρειάζεται να εξετάσουμε το έργο του σε διαφορετικά επίπεδα: τη μορφή, την ύλη, τη σχέση με την ελληνική παράδοση, την ιστορική μνήμη και την πολιτική διάσταση της τέχνης.
Η ανθρώπινη μορφή: σώμα, μάζα και αφαίρεση
Η ανθρώπινη μορφή αποτελεί έναν από τους σταθερότερους άξονες του έργου του.
Ο άνθρωπος, ως μεμονωμένη μορφή ή ως ζεύγος, παραμένει κεντρικός σε όλες τις φάσεις της δημιουργίας του. Ο γλύπτης απομακρύνεται σχετικά νωρίς από την αυστηρά νατουραλιστική αναπαράσταση και στρέφεται προς περισσότερο αφαιρετικές λύσεις.
Αυτό σημαίνει ότι το σώμα δεν αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ανατομικό πρότυπο. Δεν ενδιαφέρει τόσο η πιστή απόδοση των μυών, του προσώπου ή της εξωτερικής ομοιότητας, όσο η μετατροπή του σώματος σε οργανωμένο όγκο.
Η ανθρώπινη μορφή μπορεί να επιμηκυνθεί, να απλοποιηθεί, να αποκτήσει αυστηρότητα ή να πλησιάσει το τοτεμικό σχήμα. Στις περιπτώσεις αυτές, η αναγνωρισιμότητα υποχωρεί, αλλά η παρουσία ενισχύεται. Ο θεατής δεν βλέπει αναγκαστικά έναν συγκεκριμένο άνθρωπο· αισθάνεται την ανθρώπινη παρουσία ως βάρος, ύψος, σιωπή και αντίσταση στον χώρο
Εδώ εντοπίζεται μια ουσιαστική γλυπτική επιλογή: η αφαίρεση δεν εξαφανίζει τον άνθρωπο, αλλά επιχειρεί να τον αποδεσμεύσει από την εξωτερική του εμφάνιση.
Η αρχαία ελληνική γλυπτική και η λαϊκή παράδοση
Δύο από τις σημαντικότερες πηγές της δημιουργίας του είναι η αρχαία ελληνική γλυπτική και η λαϊκή τέχνη της Ηπείρου.
Η μελέτη της αρχαίας τέχνης της Μεσογείου, την οποία πραγματοποίησε με υποτροφία κατά την περίοδο 1966–1968, συνέβαλε στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του αντίληψης. Παράλληλα, η ενασχόλησή του με τα πέτρινα και ξύλινα ανάγλυφα της ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής ενίσχυσε τη σχέση του με την παραδοσιακή μορφοπλασία
Η αρχαϊκή αυστηρότητα
Στις όρθιες, επιμήκεις και μετωπικές μορφές του μπορεί να αναγνωρίσει κανείς μια συγγένεια με την αρχαϊκή γλυπτική. Η συγγένεια αυτή δεν χρειάζεται να σημαίνει αντιγραφή ενός κούρου ή μιας κόρης. Αφορά περισσότερο την αρχή της μορφοποίησης:
Την κατακόρυφη ανάπτυξη του σώματος.
Την πειθαρχία της συμμετρίας.
Την ενότητα της μορφής ως συνολικού όγκου.
Την υποχώρηση των ανατομικών λεπτομερειών προς όφελος της συνολικής δομής.
Η μορφή αποκτά έτσι μια σχεδόν τελετουργική παρουσία. Δεν μοιάζει απλώς με άνθρωπο που στέκεται· μοιάζει να έχει αποκτήσει τη μονιμότητα ενός συμβόλου.
Η λαϊκή τέχνη ως μορφολογική μνήμη
Η επίδραση της λαϊκής τέχνης είναι διαφορετική. Εδώ ενδιαφέρουν η αδρότητα, η καθαρότητα της χάραξης, η οικονομία των μέσων και η λειτουργική σχέση της διακόσμησης με την αρχιτεκτονική.
Το ουσιώδες είναι ότι ο Παπαγιάννης δεν παραμένει στο επίπεδο της λαογραφικής αναπαράστασης. Η παράδοση λειτουργεί ως ένα είδος μορφολογικής μνήμης που μετασχηματίζεται σε σύγχρονη γλώσσα. Αυτή η διαδικασία είναι σημαντικότερη από την απλή αναφορά στην καταγωγή του.
Η παράδοση, δηλαδή, δεν είναι για τον γλύπτη ένα κλειστό παρελθόν που πρέπει να αναπαραχθεί. Είναι μια δεξαμενή μορφών και χειρισμών που μπορούν να αποκτήσουν καινούργια σημασία.
Η πέτρα και το μάρμαρο: η γλυπτική ως διάλογος με την ύλη
Ο ίδιος ο Παπαγιάννης έχει εκφράσει ξεκάθαρα τη σημασία που αποδίδει στην πέτρα και στο μάρμαρο. Θεωρεί τα παραδοσιακά υλικά άρρηκτα συνδεδεμένα με την ιστορία της γλυπτικής, τη μνήμη και τον πολιτισμό. Παράλληλα, τον απασχολεί το κλασικό πλαστικό πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα στα κενά και τα γεμάτα, στα μέσα και τα έξω, στο φως και στη σκιά. Αυτή η τοποθέτηση μας επιτρέπει να διαβάσουμε το έργο του πέρα από το θέμα του.
Ένα γλυπτό δεν είναι μόνο η εξωτερική μορφή του. Είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο η επιφάνειά του συγκρατεί ή απορροφά το φως, ο τρόπος με τον οποίο οι κοιλότητες δημιουργούν σκιές και ο τρόπος με τον οποίο η μάζα αντιστέκεται στον περιβάλλοντα χώρο.
Η πέτρα επιβάλλει συγκεκριμένες συνθήκες. Η αφαίρεση υλικού είναι μη αναστρέψιμη· κάθε επέμβαση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη δομή και την αντοχή του. Αυτή η αντίσταση προσδίδει στη γλυπτική μια διάσταση διαλόγου ανάμεσα στην πρόθεση του καλλιτέχνη και στις δυνατότητες του υλικού.
Στον Παπαγιάννη, η τεχνική δεξιοτεχνία έχει καλλιτεχνική σημασία όταν γίνεται ορατή ως μορφολογική αναγκαιότητα: όταν δηλαδή ο τρόπος επεξεργασίας της πέτρας δεν αποτελεί απλώς επίδειξη ικανότητας, αλλά καθορίζει τον χαρακτήρα του έργου.
Αξίζει, επίσης, να επισημανθεί ότι ο γλύπτης δεν περιορίζεται στα παραδοσιακά υλικά. Η χρήση του σιδήρου, του ξύλου, του πολυεστέρα και άλλων μετάλλων διευρύνει το εκφραστικό του πεδίο.
Τα «Φαντάσματά μου»: από τα κατάλοιπα στην ιστορική μνήμη
Η ενότητα των έργων που είναι γνωστά ως «Τα Φαντάσματά μου» αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και ερμηνευτικά γόνιμα πεδία της δημιουργίας του.
Τα έργα συνδέονται με υλικά που συγκεντρώθηκαν μετά τα βίαια επεισόδια και την καταστροφική πυρκαγιά στο Πολυτεχνείο το 1991. Τα κατάλοιπα αυτά μετασχηματίστηκαν σε μεγάλες τοτεμικές μορφές, οι οποίες παραπέμπουν σε ανθρώπινες παρουσίες, αρχέγονα είδωλα και σιωπηλούς μάρτυρες.
Εδώ συμβαίνει μια κρίσιμη μετατόπιση: η ύλη δεν έχει πλέον μόνο φυσική υπόσταση. Έχει ιστορία.
Ένα παραμορφωμένο ή καμένο υλικό φέρει το ίχνος μιας καταστροφής. Όταν ενσωματώνεται στο γλυπτό, η καταστροφή δεν εξαφανίζεται ούτε αναπαρίσταται απλώς εικονογραφικά. Παραμένει ως ίχνος μέσα στο ίδιο το σώμα του έργου.
Αυτό είναι ένα από τα ισχυρότερα σημεία της ενότητας. Η ιστορική μνήμη δεν προστίθεται εξωτερικά, μέσω μιας επιγραφής που εξηγεί τι συνέβη. Εγγράφεται στην υλικότητα.
Η ονομασία είναι εύστοχη, επειδή υποδηλώνει ταυτόχρονα παρουσία και απουσία. Το φάντασμα είναι κάτι που εμφανίζεται, αλλά δεν διαθέτει τη σταθερότητα ενός ζωντανού σώματος. Είναι το υπόλειμμα μιας παρουσίας που έχει χαθεί, χωρίς όμως να έχει εξαφανιστεί οριστικά.
Οι μορφές του Παπαγιάννη μπορούν επομένως να διαβαστούν ως:
Μνημεία των απόντων.
Σώματα που διατηρούν τα ίχνη της βίας.
Σύγχρονα ξόανα, χωρίς την κυριολεκτική θρησκευτική λειτουργία των αρχαίων ειδώλων.
Αμφίσημες παρουσίες
ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο απρόσωπο.
Η τοτεμική κατακόρυφη ανάπτυξή τους ενισχύει αυτή την ανάγνωση. Οι μορφές δεν λειτουργούν απλώς ως ελεύθερα γλυπτά· αποκτούν την αίσθηση μιας συλλογικής, σχεδόν τελετουργικής παρουσίας.
Υπάρχει εδώ και μια βαθύτερη αντίφαση: τα υλικά που προέρχονται από την καταστροφή αποκτούν νέα ζωή ως έργα τέχνης. Η ανακύκλωση δεν είναι απλώς οικολογική χειρονομία. Μετατρέπεται σε πράξη πολιτισμικής επανεγγραφής.
Το ερωτικό στοιχείο: το σώμα ως σχέση και ένταση
Η ερωτική θεματολογία αποτελεί μια ακόμη σημαντική διάσταση της δημιουργίας του. Η γυναικεία μορφή, όπως αναφέρει ο ίδιος ο καλλιτέχνης, έχει για εκείνον ιδιαίτερη σημασία: συνδέεται με τη μαγεία του θηλυκού, τον καρπό και τη γέννηση της ζωής. Στα έργα του εμφανίζεται επίσης το ανθρώπινο σώμα σε ερωτική ένωση ή σε κατάσταση διαπάλης.
Στη ζωγραφική, η ερωτική ένταση μπορεί να δηλωθεί με το βλέμμα, την έκφραση του προσώπου, το χρώμα ή τη χειρονομία. Στη γλυπτική, η σχέση αποκτά αναγκαστικά χωρικό χαρακτήρα: δύο όγκοι πλησιάζουν, αγγίζονται, αλληλοκαλύπτονται ή αντιστέκονται ο ένας στον άλλον.
Η επιθυμία γίνεται έτσι ζήτημα απόστασης, επαφής, βάρους και ισορροπίας.
Εδώ η αφαίρεση μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα γόνιμη. Απομακρύνοντας τη μορφή από τον φυσιοκρατικό ρεαλισμό, ο γλύπτης δεν χρειάζεται να περιγράψει μια συγκεκριμένη ερωτική πράξη. Μπορεί να συμπυκνώσει την ίδια τη δυναμική της ένωσης σε μια σχέση όγκων.
Τα πουλιά και οι οργανικές μορφές
Στη θεματογραφία του Παπαγιάννη, τα πουλιά έχουν ιδιαίτερη θέση. Η Σωτήρης Φέλιος Συλλογή επισημαίνει τη σημασία τους, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο ο γλύπτης μετασχηματίζει τις αεροδυναμικές τους φόρμες σε συμπυκνωμένες πλαστικές συνθέσεις.
Το ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται στη μετάβαση από το φυσικό αντικείμενο στη γλυπτική ιδέα.
Ένα πουλί δεν χρειάζεται να αποδοθεί με φτερά, ράμφος και ανατομική ακρίβεια για να αναγνωριστεί ως φορέας κίνησης. Μπορεί να υποδηλωθεί με μια επιμήκη καμπύλη, με την αντίθεση κυρτών και κοίλων επιφανειών ή με την κατεύθυνση ενός όγκου προς τον χώρο.
Η πτήση μεταφράζεται σε μορφολογική ενέργεια.
Αυτό είναι ένα καίριο σημείο της γλυπτικής αφαίρεσης: το έργο δεν αναπαράγει αναγκαστικά το ορατό αντικείμενο, αλλά επιχειρεί να διατηρήσει το χαρακτηριστικό του γνώρισμα. Στην περίπτωση του πουλιού, αυτό μπορεί να είναι η αίσθηση της πτήσης, της ελαφρότητας και της κατεύθυνσης.
Επιπλέον, η οργανική φόρμα φέρνει τον Παπαγιάννη σε διάλογο με τη μοντέρνα γλυπτική του 20ού αιώνα.
Η συγγένεια με τον Henry Moore εντοπίζεται στην αναζήτηση της ζωτικής μορφής και στη δυνατότητα της αφαίρεσης να διατηρεί μια οργανική αίσθηση.
Η αναφορά αυτή δεν σημαίνει ότι οι δύο γλύπτες είναι ισοδύναμοι ή ότι ο ένας αντιγράφει τον άλλον. Υποδεικνύει ένα κοινό πεδίο πλαστικών προβληματισμών, μέσα στο οποίο ο Παπαγιάννης διαμορφώνει τη δική του γλώσσα.
Η δημόσια γλυπτική: μνημείο, ιστορία και συλλογική ταυτότητα
Ένα σημαντικό μέρος της δραστηριότητάς του αφορά τα μνημεία, τις προτομές και τα έργα στον δημόσιο χώρο. Ανάμεσα στα έργα που καταγράφονται στο βιογραφικό του περιλαμβάνονται ο ανδριάντας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στον Πύργο Ηλείας, ο ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου στα Ιωάννινα και μνημειακές συνθέσεις αφιερωμένες στην Εθνική Αντίσταση.
Η δημόσια γλυπτική θέτει ένα διαφορετικό πρόβλημα από εκείνο του έργου που παρουσιάζεται σε μια αίθουσα τέχνης.
Ο Παπαγιάννης γνωρίζει αυτή τη διπλή απαίτηση: το έργο πρέπει να διατηρεί την αυτονομία της γλυπτικής μορφής, αλλά συγχρόνως να επικοινωνεί με το ιστορικό του θέμα και με το κοινό.
Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στο Ελληνικό Ιωαννίνων
Το 2009 ιδρύθηκε στο Ελληνικό Ιωαννίνων το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεόδωρος Παπαγιάννης, στο παλιό σχολείο του χωριού. Το μουσείο περιλαμβάνει γλυπτά και σχέδια στο εσωτερικό του, καθώς και έργα στον εξωτερικό χώρο, με έμφαση στην περιβαλλοντική ευαισθησία, την ανακύκλωση, τη μάθηση, το ψωμί και τον ευεργετισμό.
Η επιλογή του τόπου έχει ουσιαστική σημασία. Ο γλύπτης δεν αποσυνδέει το έργο του από τον τόπο καταγωγής του, ούτε θεωρεί ότι η σύγχρονη τέχνη πρέπει να υπάρχει αποκλειστικά στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Το μουσείο λειτουργεί ως ένας τόπος όπου η προσωπική καλλιτεχνική διαδρομή συναντά την ιστορία μιας κοινότητας. Η πέτρα, τα παραδοσιακά υλικά, οι μορφές της καθημερινής ζωής και η μνήμη της Ηπείρου συγκροτούν ένα ευρύτερο πολιτισμικό περιβάλλον.
Αυτή η επιλογή ενισχύει την κεντρική ιδέα του έργου του: το τοπικό δεν είναι αναγκαστικά περιοριστικό. Μπορεί να γίνει αφετηρία για ερωτήματα που αφορούν τον άνθρωπο γενικότερα, τη σχέση του με την ιστορία και την ευθύνη του απέναντι στον κόσμο που κληρονομεί.
Αισθητική αποτίμηση
Για μια ουσιαστική κριτική αποτίμηση, χρειάζεται να διακρίνουμε τα επιτεύγματα του Παπαγιάννη από τα όρια που ενδέχεται να εμφανίζονται σε ορισμένες ενότητες του έργου του.
Πλαστική γλώσσα
Ισχυρή έμφαση στον όγκο, στην κατακόρυφη ανάπτυξη και στην αφαίρεση.
Υλικά
Μεγάλη ποικιλία, με ιδιαίτερη σημασία στην πέτρα, στο μάρμαρο και στα ανακυκλωμένα υλικά
Ελληνική παράδοση
Δημιουργικός διάλογος με την αρχαϊκή γλυπτική και τη λαϊκή τέχνη, χωρίς να περιορίζεται στην αναπαραγωγή τους.
Ιστορική μνήμη
Ιδιαίτερα γόνιμη στα «Φαντάσματα», όπου το υλικό διατηρεί ίχνη πραγματικών γεγονότων.
Ερωτική θεματολογία
Ενδιαφέρον πεδίο για τη μετατροπή της ανθρώπινης επαφής σε πλαστική σχέση.
Δημόσια γλυπτική
Σημαντική δραστηριότητα, η οποία απαιτεί αξιολόγηση κάθε έργου ως προς τη μορφή και τη σχέση του με τον τόπο.
Ενα από τα ουσιαστικότερα επιτεύγματα του Παπαγιάννη είναι ότι δεν αντιλαμβάνεται τη σύγχρονη γλυπτική ως υποχρεωτική ρήξη με την παράδοση. Η ανανέωση μπορεί να προκύψει μέσα από την επανεξέταση της παράδοσης, εφόσον αυτή μετασχηματίζεται και δεν αντιγράφεται.
Η αρχαϊκή μορφή, η ηπειρώτικη πέτρα, το ανθρώπινο σώμα και το κατεστραμμένο υλικό δεν αποτελούν γι' αυτόν ασύνδετα θέματα. Μπορούν να ενταχθούν σε μια ευρύτερη αναζήτηση για τη διάρκεια της ανθρώπινης παρουσίας.
Ειδικά στα «Φαντάσματα», η ανακύκλωση της ύλης αποκτά ιστορική και συμβολική διάσταση. Το γλυπτό δεν παρουσιάζει μόνο μια μορφή· φέρει μέσα του ένα υπόλειμμα του πραγματικού κόσμου. Αυτή η μετάβαση από το υλικό κατάλοιπο στο μνημονικό αντικείμενο είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της δημιουργίας του.
Ο Θεόδωρος Παπαγιάννης είναι ένας γλύπτης του οποίου η δημιουργία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον μέσα από τη συνάντηση τριών πεδίων: της παραδοσιακής πλαστικής, της μοντέρνας αφαίρεσης και της ιστορικής μνήμης.
Δεν αρκεί να τον περιγράψουμε ως έναν τεχνικά ικανό γλύπτη που δημιουργεί μνημειακές μορφές. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς μετασχηματίζει την ύλη σε παρουσία και την παρουσία σε μνήμη.
Στα έργα του με πέτρα και μάρμαρο, η υλικότητα και η μορφολογική πειθαρχία βρίσκονται στο προσκήνιο. Στις ερωτικές συνθέσεις, η σχέση των σωμάτων προσφέρει ένα πεδίο πλαστικής διερεύνησης.
Στα «Φαντάσματα», το κατεστραμμένο υλικό μετατρέπεται σε φορέα συλλογικής μνήμης.
Στα έργα του δημόσιου χώρου, η γλυπτική συναντά την ιστορία και την κοινότητα.
.
.
.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου