I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η παράσταση τής Πενθεσίλειας (Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Η παράσταση τής Πενθεσίλειας

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η παράσταση τής Πενθεσίλειας

(Ελληνικά,English, Francais,German,Italiano, Spanish,Portuguese)


Έφτασαν με το αυτοκίνητο της,πρωί παγωμένο,ο πάγος τής λίμνης γυαλίζει κάτω από τον ήλιο.

Κατέβηκαν.Εκεινη φορούσε τα λεπτά μαύρα γάντια τής Πενθεσίλειας.

-Εδω είναι ήσυχα,είπε εκείνος.

Εκείνη χαμογέλασε.

-Ναι,είναι,είπε.

Κανείς δεν υπάρχει μόνο εμείς οι δυο.

Είχε περάσει μήνες με την αρρώστια,πυρετοί,πόνοι,

αιμορραγίες,προγνώσεις που έμοιαζαν με ανακοινώσεις πρόβας: ίσως σε έξι μήνες,ίσως λιγότερο. 

Η ασθένεια τής είχε αποστερήσει τούς μελλοντικους χρόνους: 

θα αγαπήσω,θα ταξιδέψω, θα ζήσω.

Στο σακίδιο της είχε το κοστούμι τής Penthesilea.

Εκείνος στο δικό του σακίδιο είχε το θεατρικό έργο τού Χάινριχ φον Κλάιστ.

Περπάτησαν στην άκρη τής λίμνης.

Όταν εκείνη κουράστηκε κάθισαν σε έναν ξερό κορμό δέντρου.

Εκείνη πέταξε μια πέτρα στη λίμνη,η πέτρα έσπασε τον πάγο.

-Αν ήμασταν στον πόλεμο, είπε εκεινη,θα ήμουν η Penthesilea κι εσύ ο Αχιλλέας.

Σηκώθηκαν και περπάτησαν πάλι.

-Και πάλι θα σε άφηνα να με σκοτώσεις,τού είπε.

-Προσεξες,τής είπε εκείνος,οτι δεν υπάρχουν πουλιά.Εξαφανιστηκαν.

Εκείνη γέλασε.

-Θα είμαστε χωρίς κοινό.

Επέστρεψαν.Ηταν μεσημέρι.

Εκείνος έβγαλε από το αυτοκίνητο τον τρίποδα,τον έστησε και πάνω του στήριξε την κάμερα.

Πάτησε το video record.

-Το έργο,είπε,θα παιχτει εδώ.

Εκείνη φόρεσε το κοστούμι τής  Πενθεσίλειας με αργές κινήσεις 

Το κορμί της αδύνατο από την αρρώστια.

Άρχισαν να παίζουν.

Εκείνος ήταν ο Αχιλλέας.

Εκείνη ήταν η Αμαζόνα Πενθεσίλεια.


Στη σκηνή που ο Αχιλλέας  την τραυματίζει θανάσιμα και βγάζει τη μάσκα της εκείνη λέει:

-Αυτός που τώρα με βλέπει να πεθαίνω με ερωτεύεται.

Εκείνη έκλεισε τα μάτια.

-Δεν θέλω να με αφήσεις να λιώσω στο κρεβάτι,τού είπε.

Εκείνος δεν απάντησε.

Πήγε στη κάμερα και πάτησε το stop.

Η ομίχλη άρχισε να τους κυκλώνει.Βραδυαζε.

Περπάτησαν στην άκρη τής λίμνης σιωπηλοί.

Στάθηκαν.

-Εδω είναι το μέρος,είπε εκείνη.

Εβγαλε τα παπούτσια και μπήκε στη λιμνη,τα γυμνα πόδια της έσπαγαν τον πάγο.

-Πιστευεις πως ο άνθρωπος πεθαίνει μόνος;τού φώναξε.

Εκείνος άγγιξε το περίστροφο στη τσέπη του.Το μέταλλο ψυχρό.

Εκείνη στάθηκε,γύρω της ο σπασμένος πάγος.

-Μη φοβηθείς,τού είπε. Εγώ ήδη εχω πεθανει τη μέρα που μου ανακοίνωσαν το τέλος.

Εκείνος έβγαλε το περίστροφο.

Εκείνη τη στιγμή πάνω από τη λίμνη ξαφνικά φύσηξε δυνατός άνεμος.

Είδε την Πενθεσίλεια να πέφτει στα κρύσταλλα τού πάγου.

Ο άνεμος σώπασε.

Εκεινος έβαλε το περίστροφο στο μέτωπο του.

-Επιτελους δεν φοβάμαι,είπε.

Πάτησε την σκανδάλη.

Ένα τρομακτικό φως.

Και αμέσως ο δυνατός κρότος,όπως το χειροκρότημα στο τέλος μιάς παράστασης.


Όταν την άνοιξη βρέθηκαν τα νεκρά σώματα τους ο πάγος στη λιμνη ειχε λιώσει.

Καταγραφηκε ως: τραγικό επεισόδιο.

οι εφημερίδες έγραψαν: ρομαντική αυτοχειρία.

Κάποιοι είπαν:πράξη τρέλλας.


Ένας θεατρολόγος είδε το βίντεο.

Προβληθηκε σε ένα μικρό φεστιβάλ.

Το κοινό έμεινε αμήχανο.

Οι κριτικοί αδιαφόρησαν.

.

.


The Performance of Penthesilea


They arrived in her car, a frozen morning, the ice of the lake glistening under the sun.

They got out. She was wearing Penthesilea’s thin black gloves.

“It’s quiet here,” he said.

She smiled.

“Yes, it is,” she said.

No one was there, only the two of them.

Months had passed with the illness—fevers, pains, bleeding, prognoses that resembled rehearsal announcements: perhaps in six months, perhaps less.

The disease had deprived her of the future tenses:

I will love, I will travel, I will live.

In her backpack she had Penthesilea’s costume.

In his own backpack he carried Heinrich von Kleist’s play.

They walked along the edge of the lake.

When she became tired they sat on a dry tree trunk.

She threw a stone into the lake, the stone shattered the ice.

“If we were at war,” she said, “I would be Penthesilea and you Achilles.”

They stood and walked again.

“And again I would let you kill me,” she said.

“Did you notice,” he said, “that there are no birds? They vanished.”

She laughed.

“We shall be without an audience.”

They returned. It was noon.

He took the tripod out of the car, set it up, and mounted the camera.

He pressed video record.

“The play,” he said, “will be performed here.”

She put on Penthesilea’s costume with slow movements.

Her body, weakened by the illness.

They began to act.

He was Achilles.

She was the Amazon Penthesilea.


In the scene where Achilles wounds her mortally and removes her mask, she says:

“He who now sees me dying falls in love with me.”

She closed her eyes.

“I don’t want you to let me melt away in a bed,” she told him.

He didn’t answer.

He walked to the camera and pressed stop.

The fog began to surround them. It was getting dark.

They walked in silence along the edge of the lake.

They stopped.

“Here is the place,” she said.

She took off her shoes and entered the lake, her bare feet breaking the ice.

“Do you believe that one dies alone?” she shouted to him.

He touched the pistol in his pocket. The metal cold.

She stood still, shattered ice around her.

“Don’t be afraid,” she said. “I already died the day they announced the end.”

He took out the pistol.

At that moment a strong wind suddenly blew over the lake.

He saw Penthesilea fall on the crystals of ice.

The wind fell silent.

He placed the pistol against his forehead.

“At last I am not afraid,” he said.

He pulled the trigger.

A terrifying light.

And immediately the loud bang, like applause at the end of a performance.


When their dead bodies were found in spring, the ice on the lake had melted.

It was recorded as: tragic incident.

The newspapers wrote: romantic suicide.

Some said: an act of madness.


A theatre scholar watched the video.

It was screened at a small festival.

The audience remained embarrassed.

The critics were indifferent.

.

.


La Représentation de Penthésilée


Ils arrivèrent dans sa voiture, un matin glacé, la glace du lac brillant sous le soleil.

Ils descendirent. Elle portait les fins gants noirs de Penthésilée.

« Ici, c’est calme », dit-il.

Elle sourit.

« Oui, ça l’est », dit-elle.

Il n’y avait personne, seulement eux deux.

Des mois s’étaient écoulés avec la maladie — fièvres, douleurs, hémorragies, pronostics ressemblant à des annonces de répétition : peut-être dans six mois, peut-être moins.

La maladie l’avait privée des temps futurs :

j’aimerai, je voyagerai, je vivrai.

Dans son sac à dos, elle avait le costume de Penthésilée.

Dans le sien, il transportait la pièce de Heinrich von Kleist.

Ils marchèrent au bord du lac.

Quand elle se fatigua, ils s’assirent sur un tronc sec.

Elle lança une pierre dans le lac ; la pierre brisa la glace.

« Si nous étions en guerre, dit-elle, je serais Penthésilée et toi Achille. »

Ils se relevèrent et marchèrent encore.

« Et de nouveau, je te laisserais me tuer », dit-elle.

« As-tu remarqué, dit-il, qu’il n’y a pas d’oiseaux ? Ils ont disparu. »

Elle rit.

« Nous serons sans public. »

Ils revinrent. C’était midi.

Il sortit le trépied de la voiture, le monta et fixa la caméra.

Il appuya sur video record.

« La pièce, dit-il, sera jouée ici. »

Elle enfila le costume de Penthésilée avec des gestes lents.

Son corps, affaibli par la maladie.

Ils commencèrent à jouer.

Il était Achille.

Elle était l’Amazone Penthésilée.


Dans la scène où Achille la blesse mortellement et retire son masque, elle dit :

« Celui qui me voit mourir à présent tombe amoureux de moi. »

Elle ferma les yeux.

« Je ne veux pas que tu me laisses fondre dans un lit », lui dit-elle.

Il ne répondit pas.

Il alla vers la caméra et appuya sur stop.

Le brouillard commença à les entourer. La nuit tombait.

Ils marchèrent en silence au bord du lac.

Ils s’arrêtèrent.

« Ici est l’endroit », dit-elle.

Elle retira ses chaussures et entra dans le lac, ses pieds nus brisant la glace.

« Crois-tu que l’homme meurt seul ? » lui cria-t-elle.

Il toucha le pistolet dans sa poche. Le métal froid.

Elle se figea, la glace brisée autour d’elle.

« N’aie pas peur, dit-elle. Je suis déjà morte le jour où l’on m’a annoncé la fin. »

Il sortit le pistolet.

À cet instant un vent violent souffla soudain au-dessus du lac.

Il vit Penthésilée tomber sur les cristaux de glace.

Le vent se tut.

Il posa le pistolet contre son front.

« Enfin je n’ai plus peur », dit-il.

Il pressa la détente.

Une lumière terrifiante.

Puis aussitôt le bruit, comme des applaudissements à la fin d’une représentation.


Au printemps, lorsque l’on retrouva leurs corps, la glace du lac avait fondu.

On nota : épisode tragique.

Les journaux écrivirent : suicide romantique.

Certains dirent : acte de folie.


Un théâtrologue visionna la vidéo.

Elle fut projetée dans un petit festival.

Le public resta gêné.

Les critiques furent indifférents.

.

.


Die Aufführung der Penthesilea


Sie kamen mit ihrem Auto an, ein gefrorener Morgen, das Eis des Sees glänzte unter der Sonne.

Sie stiegen aus. Sie trug die dünnen schwarzen Handschuhe der Penthesilea.

„Hier ist es ruhig“, sagte er.

Sie lächelte.

„Ja, das ist es“, sagte sie.

Niemand war da, nur sie beide.

Monate waren mit der Krankheit vergangen – Fieber, Schmerzen, Blutungen, Prognosen, die wie Probenankündigungen klangen: vielleicht sechs Monate, vielleicht weniger.

Die Krankheit hatte ihr die Zukunftsformen genommen:

ich werde lieben, ich werde reisen, ich werde leben.

In ihrem Rucksack hatte sie das Kostüm der Penthesilea.

In seinem trug er das Theaterstück von Heinrich von Kleist.

Sie gingen am Ufer des Sees entlang.

Als sie müde wurde, setzten sie sich auf einen trockenen Baumstamm.

Sie warf einen Stein in den See, der Stein zerbrach das Eis.

„Wenn wir im Krieg wären“, sagte sie, „wäre ich Penthesilea und du Achilleus.“

Sie standen auf und gingen weiter.

„Und wieder würde ich dich mich töten lassen“, sagte sie.

„Hast du bemerkt“, sagte er, „dass es keine Vögel gibt? Sie sind verschwunden.“

Sie lachte.

„Wir werden ohne Publikum sein.“

Sie kehrten zurück. Es war Mittag.

Er nahm das Stativ aus dem Auto, stellte es auf und befestigte die Kamera.

Er drückte Record.

„Das Stück“, sagte er, „wird hier gespielt.“

Sie zog langsam das Kostüm der Penthesilea an.

Ihr Körper, von der Krankheit geschwächt.

Sie begannen zu spielen.

Er war Achilleus.

Sie war die Amazone Penthesilea.


In der Szene, in der Achilleus sie tödlich verwundet und ihre Maske entfernt, sagt sie:

„Der, der mich jetzt sterben sieht, verliebt sich in mich.“

Sie schloss die Augen.

„Ich will nicht, dass du mich im Bett dahinschmelzen lässt“, sagte sie zu ihm.

Er antwortete nicht.

Er ging zur Kamera und drückte auf Stop.

Der Nebel begann sie zu umhüllen. Es wurde dunkel.

Schweigend gingen sie am Rand des Sees entlang.

Sie blieben stehen.

„Hier ist der Ort“, sagte sie.

Sie zog ihre Schuhe aus und ging in den See, ihre nackten Füße zerschlugen das Eis.

„Glaubst du, dass der Mensch allein stirbt?“ rief sie ihm zu.

Er berührte die Pistole in seiner Tasche. Das Metall kalt.

Sie stand still, das gebrochene Eis um sie herum.

„Fürchte dich nicht“, sagte sie. „Ich bin bereits an dem Tag gestorben, als man mir das Ende erklärte.“

Er zog die Pistole heraus.

In diesem Moment wehte plötzlich ein starker Wind über den See hinweg.

Er sah Penthesilea auf die Eiskristalle fallen.

Der Wind verstummte.

Er setzte sich die Pistole an die Stirn.

„Endlich habe ich keine Angst mehr“, sagte er.

Er drückte den Abzug.

Ein furchtbares Licht.

Und sofort darauf der laute Knall, wie Applaus am Ende einer Vorstellung.


Als man im Frühling ihre toten Körper fand, war das Eis des Sees geschmolzen.

Vermerkt wurde: tragischer Vorfall.

Die Zeitungen schrieben: romantischer Doppelselbstmord.

Manche sagten: Akt des Wahnsinns.


Ein Theaterwissenschaftler sah sich das Video an.

Es wurde auf einem kleinen Festival gezeigt.

Das Publikum blieb verlegen.

Die Kritiker waren gleichgültig.

.

.


La Rappresentazione di Pentesilea


Arrivarono con la sua automobile, una mattina gelata, il ghiaccio del lago luccicava sotto il sole.

Scesero. Lei indossava i sottili guanti neri di Pentesilea.

«Qui è tranquillo», disse lui.

Lei sorrise.

«Sì, lo è», disse.

Non c’era nessuno, solo loro due.

Erano passati mesi con la malattia — febbri, dolori, emorragie, prognosi che sembravano annunci di prove: forse sei mesi, forse meno.

La malattia le aveva tolto i tempi futuri:

amerò, viaggerò, vivrò.

Nel suo zaino aveva il costume di Pentesilea.

Nel suo, lui portava il dramma di Heinrich von Kleist.

Camminarono lungo il bordo del lago.

Quando lei si stancò si sedettero su un tronco secco.

Lei lanciò un sasso nel lago, il sasso spezzò il ghiaccio.

«Se fossimo in guerra», disse, «io sarei Pentesilea e tu Achille.»

Si alzarono e ricominciarono a camminare.

«E di nuovo ti lascerei uccidermi», disse lei.

«Hai notato», disse lui, «che non ci sono uccelli? Sono scomparsi.»

Lei rise.

«Saremo senza pubblico.»

Tornarono. Era mezzogiorno.

Lui tirò fuori il treppiede dall’auto, lo sistemò e vi montò la videocamera.

Premette record.

«Il dramma», disse, «si reciterà qui.»

Lei indossò lentamente il costume di Pentesilea.

Il suo corpo, indebolito dalla malattia.

Cominciarono a recitare.

Lui era Achille.

Lei era l’Amazzone Pentesilea.


Nella scena in cui Achille la ferisce mortalmente e le toglie la maschera, lei dice:

«Colui che ora mi vede morire si innamora di me.»

Lei chiuse gli occhi.

«Non voglio che tu mi lasci sciogliere in un letto», gli disse.

Lui non rispose.

Andò verso la videocamera e premette stop.

La nebbia cominciò a circondarli. Si faceva buio.

Camminarono in silenzio lungo il bordo del lago.

Si fermarono.

«Qui è il luogo», disse lei.

Si tolse le scarpe ed entrò nel lago, i piedi nudi che rompevano il ghiaccio.

«Credi che l’uomo muoia da solo?» gli gridò.

Lui toccò la pistola in tasca. Il metallo era freddo.

Lei rimase immobile, il ghiaccio spezzato attorno.

«Non aver paura», disse. «Sono già morta il giorno in cui mi hanno annunciato la fine.»

Lui estrasse la pistola.

In quel momento un vento forte soffiò all’improvviso sul lago.

Vide Pentesilea cadere sui cristalli di ghiaccio.

Il vento tacque.

Lui puntò la pistola alla fronte.

«Finalmente non ho paura», disse.

Premette il grilletto.

Una luce terribile.

E subito dopo lo sparo fragoroso, come l’applauso alla fine di una rappresentazione.


Quando in primavera ritrovarono i loro corpi, il ghiaccio del lago si era sciolto.

Fu registrato come: episodio tragico.

I giornali scrissero: suicidio romantico.

Alcuni dissero: atto di follia.


Un teatrologo vide il video.

Fu proiettato in un piccolo festival.

Il pubblico rimase a disagio.

I critici furono indifferenti.

.

.


La Representación de Pentesilea


Llegaron en su coche, una mañana helada, el hielo del lago brillaba bajo el sol.

Bajaron. Ella llevaba los finos guantes negros de Pentesilea.

—Aquí está tranquilo —dijo él.

Ella sonrió.

—Sí, lo está —dijo.

No había nadie, sólo ellos dos.

Habían pasado meses con la enfermedad —fiebres, dolores, hemorragias, pronósticos que sonaban como anuncios de ensayo: quizá seis meses, quizá menos.

La enfermedad le había arrebatado los tiempos futuros:

amaré, viajaré, viviré.

En su mochila ella llevaba el traje de Pentesilea.

En la suya él llevaba la obra teatral de Heinrich von Kleist.

Caminaron por la orilla del lago.

Cuando ella se cansó, se sentaron sobre un tronco seco.

Ella arrojó una piedra al lago; la piedra rompió el hielo.

—Si estuviéramos en guerra —dijo ella— yo sería Pentesilea y tú Aquiles.

Se levantaron y siguieron caminando.

—Y de nuevo te permitiría matarme —dijo ella.

—¿Te fijaste —dijo él— que no hay pájaros? Han desaparecido.

Ella rió.

—Estaremos sin público.

Regresaron. Era mediodía.

Él sacó el trípode del coche, lo instaló y montó la cámara.

Pulsó record.

—La obra —dijo— se representará aquí.

Ella se puso el traje de Pentesilea con movimientos lentos.

Su cuerpo, debilitado por la enfermedad.

Comenzaron a actuar.

Él era Aquiles.

Ella era la amazona Pentesilea.


En la escena en la que Aquiles la hiere de muerte y le quita la máscara, ella dice:

—Aquel que ahora me ve morir se enamora de mí.

Ella cerró los ojos.

—No quiero que me dejes deshacerme en una cama —le dijo.

Él no respondió.

Fue hacia la cámara y pulsó stop.

La niebla comenzó a rodearlos. Anochecía.

Caminaron en silencio por la orilla del lago.

Se detuvieron.

—Aquí es el lugar —dijo ella.

Se quitó los zapatos y entró en el lago, sus pies desnudos rompiendo el hielo.

—¿Crees que el ser humano muere solo? —le gritó.

Él tocó el revólver en su bolsillo. El metal, frío.

Ella se detuvo, el hielo roto a su alrededor.

—No tengas miedo —dijo—. Yo ya morí el día en que me anunciaron el final.

Él sacó el revólver.

En ese instante un viento fuerte sopló de golpe sobre el lago.

Vio a Pentesilea caer sobre los cristales de hielo.

El viento calló.

Él colocó el revólver en su frente.

—Por fin no tengo miedo —dijo.

Apretó el gatillo.

Una luz terrible.

Y enseguida el estruendo, como los aplausos al final de una representación.


Cuando en primavera encontraron sus cuerpos, el hielo del lago se había derretido.

Se registró como: episodio trágico.

Los periódicos escribieron: suicidio romántico.

Algunos dijeron: acto de locura.


Un especialista en teatro vio el vídeo.

Se proyectó en un pequeño festival.

El público quedó incómodo.

Los críticos fueron indiferentes.

.

.


A Performance de Pentesiléia


Chegaram no carro dela, numa manhã gelada, o gelo do lago brilhava sob o sol.

Desceram. Ela usava as finas luvas pretas de Pentesiléia.

—Aqui está tranquilo —disse ele.

Ela sorriu.

—Sim, está —disse ela.

Não havia ninguém, apenas os dois.

Meses se passaram com a doença — febres, dores, hemorragias, prognósticos que pareciam anúncios de ensaio: talvez em seis meses, talvez menos.

A doença lhe havia roubado os tempos futuros:

amarei, viajarei, viverei.

Na sua mochila ela carregava o traje de Pentesiléia.

Na dele, ele trazia a peça de teatro de Heinrich von Kleist.

Caminharam pela beira do lago.

Quando ela se cansou, sentaram-se sobre um tronco seco.

Ela lançou uma pedra no lago; a pedra quebrou o gelo.

—Se estivéssemos em guerra —disse ela— eu seria Pentesiléia e você Aquiles.

Levantaram-se e continuaram a caminhar.

—E novamente eu o deixaria me matar —disse ela.

—Você percebeu —disse ele— que não há pássaros? Eles desapareceram.

Ela riu.

—Estaremos sem público.

Voltaram. Era meio-dia.

Ele tirou o tripé do carro, montou-o e colocou a câmera.

Pressionou gravar.

—A peça —disse ele— será apresentada aqui.

Ela vestiu o traje de Pentesiléia com movimentos lentos.

Seu corpo, enfraquecido pela doença.

Começaram a atuar.

Ele era Aquiles.

Ela era a amazona Pentesiléia.


Na cena em que Aquiles a fere mortalmente e tira sua máscara, ela diz:

—Aquele que agora me vê morrer se apaixona por mim.

Ela fechou os olhos.

—Não quero que me deixe derreter na cama —disse a ele.

Ele não respondeu.

Foi até a câmera e pressionou parar.

O nevoeiro começou a envolvê-los. Anoitecia.

Caminharam em silêncio pela beira do lago.

Pararam.

—Aqui é o lugar —disse ela.

Ela tirou os sapatos e entrou no lago, seus pés descalços quebrando o gelo.

—Você acredita que o homem morre sozinho? —gritou ela.

Ele tocou no revólver em seu bolso. O metal frio.

Ela ficou parada, cercada pelo gelo quebrado.

—Não tenha medo —disse—. Eu já morri no dia em que me anunciaram o fim.

Ele pegou o revólver.

Naquele instante, um vento forte soprou de repente sobre o lago.

Ele viu Pentesiléia cair sobre os cristais de gelo.

O vento se acalmou.

Ele colocou o revólver na testa.

—Finalmente não tenho medo —disse ele.

Apertou o gatilho.

Uma luz terrível.

E imediatamente o estrondo, como aplausos no fim de uma apresentação.


Quando, na primavera, encontraram seus corpos, o gelo do lago havia derretido.

Foi registrado como: episódio trágico.

Os jornais escreveram: suicídio romântico.

Alguns disseram: ato de loucura.


Um estudioso de teatro assistiu ao vídeo.

Foi exibido em um pequeno festival.

O público ficou constrangido.

Os críticos permaneceram indiferentes.

.

.

.

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -THIS IS NOT (PERFORMANCE) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-THIS IS NOT 

(PERFORMANCE)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

THIS IS NOT 

(PERFORMANCE)


Διάρκεια 70 λεπτά.


Μακροστενη αίθουσα.

Οι θεατές στις δύο απέναντι μεγαλύτερες πλευρές.

Ο ένας τοίχος είναι καθρέφτης,και ο αλλος απέναντι οθόνη προβολής live

video που καταγράφει το σώμα τών performers πολύ κοντά.

Δύο performers,άντρας και γυναίκα.

Ο.αντρας φοράει μαύρο κουστούμι με κόκκινη γραβάτα,η γυναίκα κοντό διάφανο

κομπινεζον,μαύρα εσώρουχα,είναι ξυπολητη

Στέκονται απέναντι.Πλησιαζουν αργά.Ακουγονται οι αναπνοές τους.

Συναντιούνται στο κέντρο.Αγγίζονται.Ο.αντρας γδυνει αργά τη γυναίκα.

Επαναλαμβανουν λεξεις:ME / YOU / BODY / IMAGE / LOOK 

Προχωρούν προς καθρέφτη.Εκει η γυναίκα είναι γυμνή.Η κάμερα καταγράφει

και προβάλει στον τοίχο οθόνη κοντινά τού σώματός της γυναίκας:

τα ματια,τα χείλη,το στήθος,τις θηλες,τη κοιλιά,το αιδοίο.

Ο άντρας βγάζει ένα μπουκάλι γάλα και το χύνει αργά πανω στο σώμα τής γυναίκας.

Η κάμερα κάνει κοντινά στη ροή τού γάλατος στο σώμα της.

Η γυναίκα αρχίζει να γδυνει τον άντρα.

Απομακρύνονται από τον καθρέφτη.Ο φωτισμός τής αίθουσας χαμηλώνει,

μεχρι να γίνει σκοτάδι.Ακουγονται οι αναπνοές τού άντρα και της γυναίκας.

Και οι  ψίθυροι τους:

look at me

imaging the body

i want to see myself seeing

Ο φωτισμος στην αίθουσα μεγαλώνει,μέχρι να γίνει κανονικός.

Ο άντρας και η γυναίκα είναι γυμνοί αγκαλιασμενοι στο δάπεδο.

Η κάμερα αργά κινείται.πολυ κοντά στα σώματα τους.Αυτο προβαλεται

στην οθόνη.

Η οθόνη θολώνει,γίνεται μαύρη,πάνω της αναβοσβηνει 3 φορές:

THIS IS NOT

και ακολουθει

PORN

Μετά ένα διάστημα 7 δευτερολέπτων γράφεται:

THIS IS IMAGE


Τέλος performance 

.

.

.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -R.MUTT 1917 FOUNTAIN (Ελληνικά,English,Francais,Italiano,Spanish,Portuguese) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-R.MUTT 1917 FOUNTAIN 

(Ελληνικά,English,Francais,Italiano,Spanish,Portuguese)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis




R.MUTT 1917 Enigma-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

R.MUTT 1917 FOUNTAIN 

(Ελληνικά,English,Francais,Italiano,Spanish,Portuguese)


Οι επισκέπτες της έκθεσης περιστρέφονταν γύρω από τον ουρητηρα,

την Fountain τού Marcel Duchamp.

Κάποιος λέει σε μια κυρία δίπλα του:

-Μαντάμ,πρόκειται για αστειο.

Η γυναίκα γέλασε και πλησιάζοντας τον ουρητηρα στέκεται πάνω του με 

ανοιχτά τα πόδια,σηκώνει το φόρεμα της και κατουράει μέσα.

Ακούγεται το σφύριγμα τής ορμής τού νερού.

Οι επισκέπτες παγώνουν,νιώθουν.αμηχανια,κάποιοι γελούν νευρικα,κάποιοι απομακρυνονται κρατώντας τη μύτη τους.

Ένας λέει: -είναι αηδιαστικο.

Μια κυρία με γούνινο παλτο χειροκροτεί.

-Μα είναι υπέροχο.Η τέχνη δεν είναι αντικείμενο. Η τέχνη είναι πράξη.

Η Fountain R.MUTT 1917 τού Marcel Duchamp στο κέντρο τής αίθουσας 

λαμπυρίζει.

Την φωτογραφίζουν.Ποζαρουν δίπλα της.

-Είναι η σύγχρονη Mona Lisa,λέει η ίδια κυρία με το γούνινο παλτό.

.

.


R.MUTT 1917 FOUNTAIN


The visitors of the exhibition revolved around the urinal, Marcel Duchamp’s Fountain. Someone says to a lady beside him: 

“Madam, this is a joke.” 

The woman laughs and, approaching the urinal, stands over it with her legs apart, lifts her dress and urinates inside. 

The whistle of the rushing water is heard. 

The visitors freeze, feel awkward; some laugh nervously, others move away holding their noses. 

One says: “It’s disgusting.” 

A lady in a fur coat applauds. 

“But it’s marvelous. Art is not an object. Art is an act.” 

Duchamp’s Fountain R.MUTT 1917 in the center of the hall glitters. 

They photograph it. They pose next to it. 

“It’s the modern Mona Lisa,” says the same lady in the fur coat.

.

.


R.MUTT 1917 FOUNTAIN


Les visiteurs de l’exposition tournaient autour de l’urinoir, la Fountain de Marcel Duchamp. 

Quelqu’un dit à une dame près de lui : 

« Madame, c’est une plaisanterie. » 

La femme rit, s’approche de l’urinoir, se place au-dessus, les jambes écartées, soulève sa robe et urine dedans. 

On entend le sifflement de l’eau jaillissante. 

Les visiteurs se figent, gênés ; certains rient nerveusement, d’autres s’éloignent 

en se bouchant le nez. 

L’un dit : « C’est répugnant. » 

Une dame en manteau de fourrure applaudit. 

« Mais c’est merveilleux. 

L’art n’est pas un objet. L’art est un acte. » 

La Fountain R.MUTT 1917 de Duchamp au centre de la salle scintille. 

On la photographie. On pose à côté. 

« C’est la Mona Lisa moderne », dit la même dame en fourrure.

.

.


R.MUTT 1917 FOUNTAIN


Die Besucher der Ausstellung kreisten um das Urinal, Duchamps Fountain. 

Jemand sagt zu einer Dame neben ihm: 

„Gnädige Frau, das ist ein Witz.“ 

Die Frau lacht, geht auf das Urinal zu, stellt sich breitbeinig darüber, hebt ihr Kleid und uriniert hinein. 

Man hört das Zischen des strömenden Wassers. 

Die Besucher erstarren, fühlen sich verlegen; einige lachen nervös, andere entfernen sich und halten sich die Nase zu. 

Einer sagt: „Das ist widerlich.“ 

Eine Dame im Pelzmantel klatscht. 

„Aber es ist großartig. Kunst ist kein Objekt. Kunst ist eine Handlung.“ 

Duchamps Fountain R.MUTT 1917 in der Mitte des Saales glänzt. 

Man fotografiert sie. Man posiert daneben. 

„Die moderne Mona Lisa“, sagt dieselbe Dame im Pelz.

.

.


R.MUTT 1917 FOUNTAIN


I visitatori della mostra giravano attorno all’orinatoio, la Fountain di Marcel Duchamp. 

Qualcuno dice a una signora accanto a lui: 

«Madame, è uno scherzo.» 

La donna ride, si avvicina all’orinatoio, si mette sopra a gambe aperte, solleva il vestito e urina dentro. 

Si sente il sibilo dell’acqua che scorre. 

I visitatori si bloccano, imbarazzati; alcuni ridono nervosamente, altri si allontanano tappandosi il naso. 

Uno dice: «È disgustoso.» 

Una signora con il cappotto di pelliccia applaude. 

«Ma è meraviglioso. L’arte non è un oggetto. L’arte è un atto.» 

La Fountain R.MUTT 1917 di Duchamp al centro della sala brilla. 

La fotografano. Posano accanto. 

«È la Gioconda moderna,» dice la stessa signora in pelliccia.

.

.


R.MUTT 1917 FOUNTAIN


Los visitantes de la exposición rodeaban el urinario, la Fountain de Marcel Duchamp. 

Alguien dice a una señora a su lado: 

«Madame, esto es una broma.» 

La mujer se ríe y, acercándose al urinario, se coloca encima con las piernas 

abiertas, levanta el vestido y orina dentro. 

Se oye el silbido del agua que cae. 

Los visitantes se quedan inmóviles, incómodos; algunos ríen nerviosamente, otros se alejan tapándose la nariz. 

Uno dice: «Es asqueroso.» 

Una señora con abrigo de piel aplaude. 

«Pero es magnífico. El arte no es un objeto. El arte es un acto.» 

La Fountain R.MUTT 1917 de Duchamp en el centro de la sala resplandece. 

La fotografían. Posan junto a ella. 

«Es la Mona Lisa moderna,» dice la misma señora con pieles.

.

.


R.MUTT 1917 FOUNTAIN


Os visitantes da exposição giravam ao redor do urinól, a Fountain de Marcel Duchamp. 

Alguém diz a uma senhora ao lado: 

«Madame, isto é uma piada.» 

A mulher ri, aproxima-se do urinól, coloca-se por cima com as pernas abertas, levanta o vestido e urina dentro. 

Ouve-se o assobio da água a correr. 

Os visitantes congelam, sentem-se embaraçados; alguns riem nervosos, outros afastam-se tapando o nariz. 

Um diz: «É nojento.» 

Uma senhora com casaco de pele aplaude. 

«Mas é magnífico. A arte não é objeto. A arte é ato.» 

A Fountain R.MUTT 1917 de Duchamp no centro da sala brilha. 

Fotografam-na. Posam ao lado. 

«É a Mona Lisa moderna,» diz a mesma senhora com pele.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(μια ταινία noir) Η Δολοφονια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-(μια ταινία noir)

Η Δολοφονια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(μια ταινία noir)

Η Δολοφονια


χρώμα ταινίας: ασπρόμαυρη 


Σκηνή 1 

Εξωτερική λήψη σε δρόμο μιας πόλης.

Ξημέρωμα.

Μονοπλάνο 3 λεπτά.

Η κάμερα κάνει ένα ψηλό κυκλικό πλάνο στα κτίρια.

Ήχος:ακούγεται ήχος αυτoκινητου.

Η κάμερα κατεβαίνει και δείχνει ένα αυτοκίνητο με χρώμα μαύρο 

να έρχεται από το βάθος τού δρόμου.

Jump cut,flou noir

Η κάμερα μέσα στο αυτοκίνητο,

πλάνο:τα χέρια τού οδηγού στο τιμόνι.


Jump cut,flou noir 


Σκηνη 2

Η κάμερα μέσα από το αυτοκίνητο δείχνει δύο άντρες που πετάγονται 

ξαφνικά από τη μια και την άλλη άκρη τού δρόμου κρατωντας όπλα.

Οι σφαίρες χτυπούν το παρμπρίζ τού αυτοκινήτου που σπάει.

Πλάνο 7 δευτερόλεπτα.

Ήχος:πυροβολισμών,σπάσιμο τζαμιών.

Jump cut,flou noir 

ζούμ στα μάτια τού δολοφονημένου,10 δευτερόλεπτα.


Jump cut, flou noir 


Σκηνή 3

Hand-held κάμερα.

Οι δολοφόνοι εξαφανίζονται τρέχοντας στο βάθος τού δρόμου.

Πλάνο 7 δευτερόλεπτα.

Ήχος:κανένας ήχος.

Η κάμερα γυρίζει και δείχνει το πυροβολημένο αυτοκίνητο πλησιάζοντας 

αργά,30 δευτερόλεπτα.

Ήχος:η μηχανή τού αυτοκινητου.


Jump cut, flou noir 


Σκηνή 4

Η κάμερα σε αργό κυκλικό πλάνο στα κτίρια,3 λεπτά.

Μια γυναίκα ανοίγει το παράθυρο.

Η κάμερα εστιάζει στο πρόσωπο της,1 λεπτο.

Η κάμερα συνεχίζει το αργο κυκλικό της πλάνο

Ήχος:φωνές ανθρώπων,

κανένας ήχος.


Jump cut, flou noir 


Τέλος

.

.

.

GREEK POETRY - (Κατά Κάποιον τρόπο η Ιστορία) Τα Εις Εαυτον Μάρκον Αυρήλιον (Ελληνικά, English, Francais,German,Italiano, Spanish,Portuguese) -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

- (Κατά Κάποιον τρόπο η Ιστορία)

Τα Εις Εαυτον Μάρκον Αυρήλιον

(Ελληνικά, English, Francais,German,Italiano, Spanish,Portuguese)

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

(Κατά Κάποιον τρόπο η Ιστορία)

Τα Εις Εαυτον Μάρκον Αυρήλιον

(Ελληνικά, English, Francais,German,Italiano, Spanish,Portuguese)


Στα σύνορα με τον παγωμενο Δούναβη οι Μαρκομανοι

διαλέγονται με ακόντια τα Εις Εαυτον του,

η αυτοκρατορία εντελει θέλει φόρους,λεγεώνες,

επαρχίες,Υπάτους,όχι μαθήματα περί χρηστοτητας,

παλάτι χωρίς σωματοφύλακες, φανταχτερά ρούχα,

συνοδούς,αγάλματα,αρκετά με τα στωικά

περιττή φαιδροτητα,η Ρώμη δεν αλλάζει,

ο Κομμοδος ως Ηρακλής μονομαχος

στην αρένα με τα λιονταρια,

άλλωστε μόνο στο θάνατο οι αυτοκράτορες

κοιμούνται αιωπηλοι

χωρίς πορφύρες απαθείς εις Εαυτον.

.

.


To Himself Marcus Aurelius


On the borders of the frozen Danube the Marcomanni

hold dialogues with spears to His To Himself,

yet the Empire in the end wants taxes, legions, 

provinces, Consuls,not lessons about virtue.

A palace without bodyguards, flashy clothes, 

attendants, statues,enough with the Stoics

a redundant frivolity.Rome does not change.

Commodus as Hercules, gladiator

in the arena with the lions,

for only in death do emperors

sleep silent,

without purple, impassive to Themselves.

.

.


À soi-même Marc Aurèle


Aux frontières du Danube glacé les Marcomans

dialoguent avec des lances Ses À soi-même,

mais l’Empire au final veut des impôts, des légions, 

des provinces, des Consuls,pas des leçons de vertu.

Un palais sans gardes, vêtements voyants, 

serviteurs, statues,assez de stoïcisme 

futile frivolité.Rome ne change pas.

Commode en Héraclès, gladiateur

dans l’arène avec les lions,

car seuls dans la mort les empereurs

dorment en silence,

sans pourpre, impassibles à eux-mêmes.

.

.


An sich selbst Mark Aurel


An den Grenzen der gefrorenen Donau verhandeln

die Markomannen mit Speeren zu Sein An sich selbst,

doch das Imperium will am Ende Steuern, Legionen, 

Provinzen, Konsuln,nicht Lektionen über Tugend.

Ein Palast ohne Leibwachen, prunkvolle Gewänder, 

Gefolgschaft, Statuen,genug vom Stoizismus

überflüssige Lächerlichkeit.Rom ändert sich nicht.

Commodus als Herkules, Gladiator

in der Arena mit den Löwen,

denn nur im Tod schlafen die Kaiser

schweigsam,

ohne Purpur, unbewegt in sich selbst.

.

.


A se stesso Marco Aurelio


Ai confini del Danubio gelato i Marcomanni

dialogano con le lance Il suo A se stesso,

ma l’Impero alla fine vuole tributi, legioni, 

province, Consoli,non lezioni sulla virtù.

Un palazzo senza guardie, abiti vistosi, 

accompagnatori, statue ,basta con gli stoici

frivolezza superflua.Roma non cambia.

Commodo come Ercole, gladiatore

nell’arena con i leoni,

poiché solo nella morte gli imperatori

dormono muti,

senza porpora, impassibili a se stessi.

.

.


A sí mismo Marco Aurelio


En las fronteras del helado Danubio los marcomanos

dialogan con lanzas Su A sí mismo,

pero el Imperio al final quiere impuestos, legiones, 

provincias, Cónsules,no lecciones sobre virtud.

Un palacio sin guardias, ropa ostentosa, 

séquito, estatuasbasta con los estoicos

frivolidad innecesaria.Roma no cambia.

Cómodo como Hércules, gladiador

en la arena con los leones,

pues solo en la muerte los emperadores

duermen en silencio,

sin púrpura, impasibles a sí mismos.

.

.


A si mesmo Marco Aurélio


Nas fronteiras do gelado Danúbio os marcômanos

dialogam com lançasSeu A si mesmo,

mas o Império ao fim quer impostos, legiões, 

províncias, Cônsules,não lições sobre virtude.

Um palácio sem guardas, roupas chamativas, 

acompanhantes, estátuas,chega de estóicos

frivolidade desnecessária.Roma não muda.

Cômodo como Hércules, gladiador

na arena com os leões,

pois apenas na morte os imperadores

dormem silenciosos,

sem púrpura, impassíveis a si mesmos.

.

.

.

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

GREEK POETRY - Μεταβολές -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

- Μεταβολές

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Μεταβολές


pecunia, pecuniam, aerarium publicum

ένα παιδί πετάει χαρτονομισματα στο προσωπο 

του Leopold Bloom.

το 1943 άνοιξε ένα μπουκάλι σάκε και είδε την Χιροσίμα 

ενώ δυο ηθοποιοί διάβαζαν στο σκοτάδι μια σελίδα από τον Φαίδρο·

ο ένας ρωτούσε τί ἐστι ψυχή;ο άλλος απαντούσε με συνταγές

φαγητών,

και και πίσω ακούστηκε : Σιωπή, gentlemen! 

Προβολή αρχειακων φωτογραφιων:στρατιώτες τού '17,

ναύτες τού '22.

με σφαιρες καρφώθηκαν οι εφημερίδες τού ’44

με τα ονόματα τών νεκρών

Οι  Οικονομιες τών Σωμάτων στα εργοστάσια

Το μέλλον Labour-power, Capital, Meaning, Memory 

σε κατηγορίες κατ᾽ἐνέργειαν και κατ᾽δύναμιν

Κατά Marx: Crises are inevitable

Tempus fugit, sed credit fluit

Δύο άντρες σε δωμάτιο χωρίς πόρτα:

-Πότε μπήκαμε;

-Ποτέ.

-Πότε θα φύγουμε;

-Ποτέ.

 ¿Quién observa a quién?

ἄπολις ἀνὴρ 

ἄμνημον λαός 

tempus non sequitur

ἄνδρα μοι ἔννεπε → tell me of the man → 

habla del hombre → parle de l’homme → 

spreek van de mens → πες μου για την τιμή τού ανθρώπου 

ανά μετοχή

Οι δείκτες δεν εξηγούν την ύφεση

Non classified yet

-look-here-man-in-the-corner-counting-bills-like-Homeric-scribe

marketwater-runningdownFleetst.-glisteningwithbondprices

memoryvessels-chanting-ancient-languages-not-remembered

 recursive layer (cinematic fracture)

→ πλάνο: κοντινό σε πρόσωπο

→ πλάνο: κοντινό σε επιφάνεια νερου

→ πλάνο: κοντινό σε χαρτονόμισμα

→ πλάνο: κοντινό σε φιλμικό κόκκο

→ πλάνο: κοντινό σε κύτταρο

→ πλάνο: κοντινό σε χειρογραφο

→ πλάνο: κοντινό σε τίποτε

(η αλληλουχία επαναλαμβάνεται με άλλη σειρά)

Χρόνος → Χρέος → Μνήμη → Αγορά → Χρόνος

Μνήμη → Αγορά → Χρέος → Χρόνος → Μνήμη

Αγορά → Μνήμη → Χρόνος → Χρέος → Αγορά

Ο Max Ernst κολλάει ραπτομηχανές σε ιπτάμενα άλογα

Ο Adam.Smith εμπορεύεται στον Τειρεσία σιτο

δια τής αοράτου χειρός

.

.

.

GREEK POETRY -Fragmenta- οι μητέρες μετά τον πολεμο -χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-Fragmenta-

οι μητέρες μετά τον πολεμο 

-χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Fragmenta 

οι μητέρες μετά τον πολεμο 


οι μητέρες μετά τον πολεμο

μετρούσαν τα παιδιά τους

ένα που λείπει,ένα που γύρισε μισό,

εβαζαν στο συρτάρι τις φωτογραφίες τους

άκουγαν τις ανάσες τους τη νύχτα.

ρωτούσαν :

τρώς; κοιμάσαι;

.

.


the mothers after the war

they counted their children

one missing, one returned half,

they put their photographs in the drawer

listened to their breaths at night.

they asked:

are you eating? are you sleeping?

.

.


les mères après la guerre

elles comptaient leurs enfants

un qui manque, un qui est revenu à moitié,

elles mettaient leurs photographies dans le tiroir

écoutaient leur souffle la nuit.

elles demandaient :

manges-tu ? dors-tu ?

.

.


die mütter nach dem krieg

sie zählten ihre kinder

eines fehlt, eines kam halb zurück,

sie legten ihre fotos in die schublade

hörten nachts ihre atemzüge.

sie fragten:

isst du? schläfst du?

.

.


le madri dopo la guerra

contavano i loro figli

uno manca, uno è tornato a metà,

mettevano le loro fotografie nel cassetto

ascoltavano i loro respiri di notte.

chiedevano:

mangi? dormi?

.

.


las madres después de la guerra

contaban a sus hijos

uno que falta, uno que regresó a medias,

ponían sus fotografías en el cajón

escuchaban sus respiraciones por la noche.

preguntaban:

¿comes? ¿duermes?

.

.


as mães depois da guerra

contavam os seus filhos

um que falta, um que voltou pela metade,

colocavam as suas fotografias na gaveta

escutavam as suas respirações à noite.

perguntavam:

comes? dormes?

.

.

.

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - Τελος (Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

- Τελος

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Τελος

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)


Όταν έφτασα σ'αυτή τη πόλη έβρεχε.Μεσα χειμώνα.

Νοικιασα ενα διαμέρισμα.Το θεωρούσα καταφύγιο μου.Δεν.ειχα όρεξη για 

πολλά.Εβγαινα ελάχιστα.

Την πρωτοείδα σε ένα σκοτεινό μπαρ στο κεντρο.Καθονταν μόνη στη μπαρα.

Με κοίταξε.

-Θελεις να καθίσεις κοντά μου;,είπε.

Διέκρινα τα κόκκινα χείλη της.Δεν είχα διάθεση.Εκεινη χαμογέλασε.

-Δεν θα είμαι επικίνδυνη για σενα,μου είπε.

Το αποφάσισα.Μια ομορφη γυναίκα.Μια περιπετεια.

Της είπα το όνομα μου.Ενα ψεύτικο.

-Οχι ονόματα,είπε,είναι πιο καλά έτσι.

Ζήτησα ποτό.Εκεινη δεν θυμάμαι τι ποτο επινε.

Καθίσαμε μέχρι να ξημερώσει. 

Μου πρότεινε να πάμε στο διαμέρισμα ενός φίλου της που έλειπε ταξίδι. 

Εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι.

Μια γυναίκα,είπε,και ένας άντρας.

Δεν θέλω ονόματα,ούτε ιστορίες.

Δεν πηγαιναμε ποτέ πουθενά μαζί. Δεν περπατούσαμε στους δρόμους.

Συναντιομασταν πάντα στο διαμέρισμα.

-Οταν είμαι εδώ, μού είπε,είμαι παντού.

Όταν δεν είναι εδώ,δεν υπάρχω πουθενά.Ουτε κι εσύ.

Ένα μεγάλο διάστημα εξαφανίστηκε.

Όταν την ξαναείδα μέσα σε εκείνο το διαμέρισμα μού είπε.

-Αυτο πρέπει να τελειώσει.

Δεν την ξαναείδα από τότε.

Το μπαρ όπου την πρωτοειδα έκλεισε.Η πολυκατοικία που ήταν το

διαμέρισμα γκρεμίστηκε για να γίνει ξενοδοχείο.Τιποτα δεν έμεινε που

να πιστοποιεί ότι υπήρξαμε.

.

.


The End


When I arrived in this city, it was raining. In the middle of winter.

I rented an apartment. I considered it my refuge. I wasn’t in the mood for much. I went out very little.

I first saw her in a dark bar downtown. She was sitting alone at the bar.

She looked at me.

“Do you want to sit near me?” she said.

I noticed her red lips. I wasn’t in the mood. She smiled.

“I won’t be dangerous for you,” she said.

I decided. A beautiful woman. An adventure.

I told her my name. A fake one.

“No names,” she said, “it’s better this way.”

I asked for a drink. I don’t remember what she drank.

We stayed until dawn.

She suggested we go to a friend’s apartment who was away on a trip.

There she lay on the bed.

A woman, she said, and a man.

I don’t want names, nor stories.

We never went anywhere together. We didn’t walk the streets.

We always met in the apartment.

“When I’m here,” she said, “I am everywhere. When I’m not here, I don’t exist anywhere. Neither do you.”

She disappeared for a long time.

When I saw her again in that apartment she told me:

“This must end.”

I never saw her again.

The bar where I first saw her closed. The building that housed the apartment was demolished for a hotel. Nothing remained to prove we existed.

.

.


La Fin


Quand je suis arrivé dans cette ville, il pleuvait. En plein hiver.

J’ai loué un appartement. Je le considérais comme mon refuge. Je n’avais pas envie de grand-chose. Je sortais très peu.

Je l’ai vue pour la première fois dans un bar sombre du centre-ville. Elle était assise seule au comptoir.

Elle m’a regardé.

« Veux-tu t’asseoir près de moi ? » dit-elle.

J’ai remarqué ses lèvres rouges. Je n’étais pas d’humeur. Elle a souri.

« Je ne serai pas dangereuse pour toi », dit-elle.

J’ai décidé. Une belle femme. Une aventure.

Je lui ai donné mon nom. Un faux.

« Pas de noms », dit-elle, « c’est mieux ainsi. »

J’ai demandé un verre. Je ne me souviens pas de ce qu’elle buvait.

Nous sommes restés jusqu’à l’aube.

Elle a proposé d’aller dans l’appartement d’un ami qui était en voyage.

Là, elle s’est allongée sur le lit.

Une femme, dit-elle, et un homme.

Je ne veux ni noms ni histoires.

Nous n’allions jamais nulle part ensemble. Nous ne marchions pas dans les rues.

Nous nous rencontrions toujours dans l’appartement.

« Quand je suis ici, dit-elle, je suis partout. Quand je ne suis pas ici, je n’existe nulle part. Toi non plus. »

Elle a disparu pendant longtemps.

Quand je l’ai revue dans cet appartement, elle m’a dit :

« Cela doit se terminer. »

Je ne l’ai jamais revue.

Le bar où je l’ai vue pour la première fois a fermé. L’immeuble de l’appartement a été démoli pour faire un hôtel. Rien ne restait pour prouver que nous avons existé.

.

.


Das Ende


Als ich in dieser Stadt ankam, regnete es. Mitten im Winter.

Ich mietete eine Wohnung. Ich betrachtete sie als mein Zufluchtsort. Ich hatte auf nichts Lust. Ich ging kaum hinaus.

Ich sah sie zum ersten Mal in einer dunklen Bar im Zentrum. Sie saß allein an der Theke.

Sie sah mich an.

„Willst du dich neben mich setzen?“ sagte sie.

Ich bemerkte ihre roten Lippen. Ich hatte keine Lust. Sie lächelte.

„Ich werde nicht gefährlich für dich sein“, sagte sie.

Ich entschied mich. Eine schöne Frau. Ein Abenteuer.

Ich nannte ihr meinen Namen. Einen falschen.

„Keine Namen“, sagte sie, „so ist es besser.“

Ich bestellte ein Getränk. Ich erinnere mich nicht, was sie trank.

Wir blieben bis zum Morgengrauen.

Sie schlug vor, in die Wohnung eines Freundes zu gehen, der verreist war.

Dort legte sie sich auf das Bett.

Eine Frau, sagte sie, und ein Mann.

Ich will keine Namen, keine Geschichten.

Wir gingen nie irgendwohin zusammen. Wir gingen nicht durch die Straßen.

Wir trafen uns immer in der Wohnung.

„Wenn ich hier bin“, sagte sie, „bin ich überall. Wenn ich nicht hier bin, existiere ich nirgends. Du auch nicht.“

Sie verschwand für lange Zeit.

Als ich sie wieder in dieser Wohnung sah, sagte sie:

„Das muss enden.“

Ich habe sie nie wieder gesehen.

Die Bar, in der ich sie zuerst sah, schloss. Das Gebäude, in dem die Wohnung war, wurde für ein Hotel abgerissen. Nichts blieb übrig, um zu beweisen, dass wir existiert haben.

.

.


La Fine


Quando arrivai in questa città, pioveva. In pieno inverno.

Affittai un appartamento. Lo consideravo il mio rifugio. Non avevo voglia di molto. Uscivo pochissimo.

La vidi per la prima volta in un bar buio nel centro. Era seduta da sola al bancone.

Mi guardò.

“Vuoi sederti vicino a me?” disse.

Notai le sue labbra rosse. Non avevo voglia. Lei sorrise.

“Non sarò pericolosa per te”, disse.

Decisi. Una donna bella. Un’avventura.

Le dissi il mio nome. Uno falso.

“Niente nomi”, disse, “è meglio così.”

Chiesi da bere. Non ricordo cosa beveva.

Rimanemmo fino all’alba.

Mi propose di andare nell’appartamento di un amico che era in viaggio.

Lì si sdraiò sul letto.

Una donna, disse, e un uomo.

Non voglio nomi, né storie.

Non andavamo mai da nessuna parte insieme. Non passeggiavamo per le strade.

Ci incontravamo sempre nell’appartamento.

“Quando sono qui”, disse, “sono ovunque. Quando non sono qui, non esisto da nessuna parte. Neanche tu.”

Sparì per un lungo periodo.

Quando la rividi in quell’appartamento, mi disse:

“Questo deve finire.”

Non la rividi mai più.

Il bar dove l’avevo vista per la prima volta chiuse. L’edificio dove c’era l’appartamento fu demolito per costruire un hotel. Non rimase nulla a testimoniare che eravamo esistiti.

.

.


El Fin


Cuando llegué a esta ciudad, llovía. En pleno invierno.

Alquilé un apartamento. Lo consideraba mi refugio. No tenía ganas de mucho. Salía muy poco.

La vi por primera vez en un bar oscuro del centro. Estaba sentada sola en la barra.

Me miró.

“¿Quieres sentarte cerca de mí?” dijo.

Noté sus labios rojos. No tenía ganas. Ella sonrió.

“No seré peligrosa para ti”, dijo.

Decidí. Una mujer hermosa. Una aventura.

Le dije mi nombre. Uno falso.

“No nombres”, dijo, “es mejor así.”

Pedí una bebida. No recuerdo qué bebía ella.

Nos quedamos hasta el amanecer.

Me propuso ir al apartamento de un amigo que estaba de viaje.

Allí se acostó en la cama.

Una mujer, dijo, y un hombre.

No quiero nombres, ni historias.

Nunca íbamos a ningún lugar juntos. No caminábamos por las calles.

Siempre nos encontrábamos en el apartamento.

“Cuando estoy aquí”, dijo, “estoy en todas partes. Cuando no estoy aquí, no existo en ninguna parte. Ni tú.”

Desapareció por un largo tiempo.

Cuando la vi de nuevo en ese apartamento me dijo:

“Esto debe terminar.”

Nunca la volví a ver.

El bar donde la vi por primera vez cerró. El edificio donde estaba el apartamento fue demolido para construir un hotel. No quedó nada que probara que existimos.

.

.


O Fim


Quando cheguei a esta cidade, estava chovendo. No meio do inverno.

Aluguei um apartamento. Considerava-o meu refúgio. Não tinha vontade de muita coisa. Saía muito pouco.

Vi-a pela primeira vez num bar escuro no centro. Estava sentada sozinha no balcão.

Olhou para mim.

“Queres sentar-te perto de mim?” disse.

Percebi os seus lábios vermelhos. Não estava com vontade. Ela sorriu.

“Não serei perigosa para ti”, disse.

Decidi. Uma mulher bonita. Uma aventura.

Disse-lhe o meu nome. Um falso.

“Sem nomes”, disse, “é melhor assim.”

Pedi uma bebida. Não me lembro do que ela bebia.

Ficámos até ao amanhecer.

Propôs irmos ao apartamento de um amigo que estava de viagem.

Lá deitou-se na cama.

Uma mulher, disse, e um homem.

Não quero nomes, nem histórias.

Nunca íamos a lugar algum juntos. Não caminhávamos pelas ruas.

Encontrávamo-nos sempre no apartamento.

“Quando estou aqui”, disse, “estou em todo o lado. Quando não estou aqui, não existo em lado nenhum. Nem tu.”

Desapareceu por um longo período.

Quando a vi novamente nesse apartamento disse-me:

“Isto tem de acabar.”

Nunca mais a vi.

O bar onde a vi pela primeira vez fechou. O prédio onde ficava o apartamento foi demolido para fazer um hotel. Nada restou para provar que existimos.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - Η σκαλα (Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

- Η σκαλα

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis




χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η σκάλα

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)


Μπήκε στο κτίριο,σκοτεινό και υγρασία.

Αδύνατο να κατοικεί κάποιος,σκέφτηκε.

Τού είχαν πει πως εκεί βρίσκονταν το γραφείο για την υπόθεση του.

Ούτε όροφο,ήξερε.

Η σκάλα στενη,ανέβαινε ψηλά,δεν μπορούσε να διακρίνει.

Ανέβαινε.

Μέτρησε κάθε 30 σκαλοπάτια,υπήρχε πλατυσκαλο,πάλι 30 σκαλοπάτια ψηλότερα.

Ανέβαινε.

Είχε ζαλιστει.

Άκουσε από πάνω γέλια.

Εμφανίστηκαν να κατεβαίνουν τρία μικρά παιδιά,δύο αγόρια και ένα κορίτσι.

Τα ακολουθούσαν αλλά δύο κορίτσια με κορδέλες στα μαλλιά,και πιο πίσω ένα αγόρι που φυσούσε μια σφυρίχτρα.

-Πανω πάει,είπε ένα κορίτσι και τού έβγαλε τη γλωσσα,πάνω πάει.

Τα παιδιά χάθηκαν στο βάθος τής σκάλας.

Εκείνος συνέχιζε να ανεβαίνει,ανεπνεε δύσκολα.

Ήταν σχεδόν σκοτάδι.

Τώρα κατέβαινε.Δεν το καταλαβε.

Πραγματικά κατέβαινε.

Η σκάλα ήταν αρκετά κατηφορική,κινδύνευε να χάσει την ισορροπία του.

Κοιταξε κάτω,δεν έβλεπε το βάθος της.

Κατεβαίνοντας ξανασυναντησε τα παιδιά,κάθονταν στα σκαλοπάτια.Τα κορίτσια ανοίγωντας τα χερια δεν έκαναν χώρο να περάσει.

Τα έσπρωξε και πέρασε.

-Τον είδατε;,άκουσε πίσω του τη φωνή ενός αγοριου και τη σφυρίχτρα.

-Τον ειδαμε,τον είδαμε,είπαν εν χορώ τα κορίτσια και γέλασαν δυνατά.

Γύρισε και κοίταξε.

Το κορίτσι με την κόκκινη κορδέλα έσκυψε στο  αυτι τού αγοριού με τη σφυρίχτρα και τού ψιθύρισε κάτι.

Το αγόρι άρχισε να σφυρίζει και το κορίτσι χόρευε.Τα άλλα παιδιά χτυπούσαν στο ρυθμό τα χέρια τους.

Εκείνος συνέχιζε να κατεβαίνει.

Να κατεβαίνει.


Σε ένα πλατυσκαλο,είδε αριστερά ένα στενό διάδρομο,ημιφωτισμενο. Πριν 

που ανέβαινε δεν τον είχε δει.

Στο βάθος τού διαδρόμου δεξιά άνοιξε μια πόρτα και βγήκε μια γυναίκα,

που τού έκανε νόημα με το χέρι.

Πήγε.

Η γυναίκα θα ήταν γύρω στα σαράντα,φορούσε ένα μαύρο κομπινεζον.

-Ελα μέσα,τού είπε,σε περίμενα.

Μπήκε.Η γυναίκα έκλεισε τη πόρτα.

-Έχω έρθει για το γραφείο,τής ειπε.

-Όλοι για εκεί έρχονται,τού είπε ή γυναίκα.

-Πρέπει να μάθω για την υπόθεσή μου,τής είπε.

-Πιστευεις ότι είσαι αθώος;,τον ρώτησε.

 -Δεν ξέρω γιατι κατηγορούμαι,τής είπε.

Εκείνη χαμογέλασε.

-Τότε είσαι σαν όλους.

Έβγαλε έξω τα στήθη της.

Ήταν μεγάλα.

-Σου αρέσουν;τού είπε,τον πλησιασε,τα στήθη της τον άγγιζαν.

Το δωμάτιο είχε ένα κίτρινο χαμηλό φωτισμό.

Τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα.

-Παμε στο κρεβάτι,τού είπε.

Τον έγδυσε.Την ειδε να γδυνεται.

Η γυναίκα ξάπλωσε στο κρεβάτι,η ανάσα της τον έκαιγε.


Τον ξύπνησε η γυναίκα.

-Πρέπει να φύγεις τώρα, του είπε. Να μη σε δουν εδώ.

Σηκώθηκε,ντύθηκε.

- Όχι από τη σκάλα,από εδώ.

Η γυναίκα άνοιξε μια πόρτα,και βγήκε σε ένα διάδρομο.

-Δεν έχεις υπόθεση,τού είπε.

Να'ρθεις ξανά  αύριο το βράδυ,θα μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς να μας 

ακούν.

Η πόρτα έκλεισε πίσω του.

Στο τέλος τού διαδρόμου ήταν μια μεταλλική πόρτα.

Την άνοιξε και βγήκε στο δρόμο.

Είχε νυχτώσει,ψιλοβρεχε,το κτίριο ως το τέλος του ψηλα διαλυμένο στην

ομίχλη.

.

.


The Staircase


He entered the building, dark and damp.

Impossible that anyone could live there, he thought.

They had told him the office for his case was inside.

He didn’t even know the floor.

The staircase was narrow, climbing high into darkness.

He began to ascend.

He counted: every thirty steps, a landing, and then thirty more rising above.

He kept climbing.

He was getting dizzy.

Laughter from above.

Three small children appeared, coming down—two boys and a girl.

Behind them two girls with ribbons in their hair, and further back a boy blowing a whistle.

“He’s going up,” one girl said, sticking out her tongue. “Up he goes.”

The children vanished into the depths of the staircase.

He kept ascending, breathing with difficulty.

Almost total darkness now.

He was going down. He hadn’t realized how.

He really was descending.

The stairs sloped sharply downhill and he risked losing his balance.

He looked down but couldn’t see the bottom.

Descending, he met the children again.

They were sitting on the steps.

The girls opened their arms to block his way.

He pushed them aside and passed through.

“Did you see him?” a boy’s voice called behind him, followed by the whistle.

“We saw him, we saw him!” the girls said in chorus, laughing loudly.

He turned to look.

The girl with the red ribbon bent to whisper into the ear of the boy with the whistle.

He began to whistle and the girl danced; the other children clapped to the rhythm.

He kept descending.

Descending.


On a landing he saw a narrow hallway to the left, half-lit.

He hadn’t noticed it while going up.

At its end a door opened to the right and a woman came out, beckoning him.

He went.

She must have been around forty, wearing a black slip.

“Come in,” she said. “I’ve been waiting for you.”

He entered. She closed the door.

“I’ve come for the office,” he said.

“Everyone comes for that,” she replied.

“I have to learn about my case,” he said.

“Do you believe you’re innocent?” she asked.

“I don’t even know what I’m accused of,” he answered.

She smiled.

“Then you’re like all the others.”

She bared her breasts. They were large.

“Do you like them?” she asked, drawing close; her breasts touched him.

The room glowed with a low yellow light.

She embraced him and kissed his mouth.

“Let’s go to bed,” she said.

She undressed him. He watched her undress.

She lay on the bed; her breath scorched him.


She woke him.

“You must leave now,” she said. “They mustn’t see you here.”

He got up, dressed.

“Not the staircase. This way.”

She opened a door into a corridor.

“You have no case,” she said.

“Come again tomorrow night. Then we can talk without being overheard.”

The door shut behind him.

At the end of the corridor was a metal door.

He opened it and stepped out into the street.

Night had fallen, a light drizzle.

The building dissolved into the fog, rising endlessly.

.

.


L’Escalier


Il entra dans l’immeuble, sombre et humide.

Impossible que quelqu’un y habite, pensa-t-il.

On lui avait dit que le bureau pour son affaire se trouvait là.

Il n’en connaissait même pas l’étage.

L’escalier était étroit, montant très haut dans l’obscurité.

Il commença à monter.

Il compta : tous les trente marches, un palier, puis encore trente marches plus haut.

Il montait toujours.

Il avait le vertige.

Des rires d’en haut.

Trois petits enfants apparurent, descendant : deux garçons et une fille.

Derrière eux, deux filles aux rubans dans les cheveux, et plus loin un garçon soufflant dans un sifflet.

« Il monte ! » dit une des filles en lui tirant la langue. « Il monte ! »

Les enfants disparurent dans la profondeur de l’escalier.

Il continuait de monter, respirant avec peine.

Presque le noir complet.

Il descendait maintenant. Sans savoir quand cela avait changé.

Il descendait vraiment.

L’escalier était fortement en pente ; il risquait de perdre l’équilibre.

Il regarda en bas : impossible de distinguer le fond.

En descendant, il rencontra de nouveau les enfants.

Assis sur les marches, les filles écartèrent les bras pour bloquer le passage.

Il les poussa et passa.

« Vous l’avez vu ? » cria derrière lui la voix d’un garçon, suivie du sifflet.

« On l’a vu, on l’a vu ! » répondirent les filles en chœur, riant aux éclats.

Il se retourna.

La fille au ruban rouge se pencha à l’oreille du garçon au sifflet et lui murmura quelque chose.

Il se mit à siffler et la fille dansa ; les autres enfants tapaient des mains en cadence.

Il descendait toujours.

Descendait.


Sur un palier, il vit à gauche un couloir étroit, mal éclairé.

Il ne l’avait pas remarqué en montant.

Au fond, une porte s’ouvrit à droite et une femme apparut. Elle lui fit signe.

Il y alla.

Elle devait avoir une quarantaine d’années, vêtue d’un simple fond de robe noir.

« Entre, » dit-elle. « Je t’attendais. »

Il entra. Elle referma la porte.

« Je viens pour le bureau, » dit-il.

« Tout le monde vient pour ça, » répondit-elle.

« Je dois connaître mon affaire. »

« Tu crois être innocent ? »

« Je ne sais même pas de quoi on m’accuse. »

Elle sourit.

« Alors tu es comme tous les autres. »

Elle découvrit sa poitrine, lourde.

« Tu aimes ? » dit-elle en s’approchant, ses seins le touchant déjà.

La chambre baignait dans une lumière jaune et basse.

Elle l’embrassa sur la bouche.

« Allons au lit. »

Elle le déshabilla. Il la vit se déshabiller.

Elle s’étendit sur le lit ; son souffle le brûlait.


Elle le réveilla.

« Il faut partir maintenant, » dit-elle. « Il ne faut pas qu’on te voie ici. »

Il se leva, s’habilla.

« Pas par l’escalier. Par ici. »

Elle ouvrit une porte donnant sur un couloir.

« Tu n’as pas d’affaire. »

« Reviens demain soir. Nous pourrons parler sans être entendus. »

La porte se referma derrière lui.

Au bout du couloir, une porte métallique.

Il l’ouvrit et sortit dans la rue.

La nuit était tombée, une fine pluie.

L’immeuble se dissolvait dans le brouillard, montant sans fin.

.

.


Die Treppe


Er betrat das Gebäude, dunkel und feucht.

Unmöglich, dass hier jemand wohnte, dachte er.

Man hatte ihm gesagt, dass dort das Büro für seinen Fall sei.

Er kannte nicht einmal das Stockwerk.

Die Treppe war eng und führte hoch in die Dunkelheit.

Er begann aufzusteigen.

Er zählte: alle dreißig Stufen ein Absatz, dann wieder dreißig höher.

Er stieg weiter.

Ihm wurde schwindlig.

Gelächter von oben.

Drei kleine Kinder erschienen, hinabsteigend—zwei Jungen und ein Mädchen.

Dahinter zwei Mädchen mit Schleifen im Haar; weiter hinten ein Junge mit einer Pfeife.

„Er geht hoch“, sagte eines der Mädchen und streckte ihm die Zunge heraus. „Er geht hoch!“

Die Kinder verschwanden im Treppenschacht.

Er stieg weiter, atmete schwer.

Fast völlige Dunkelheit.

Nun ging er hinunter. Ohne zu begreifen wie.

Er ging wirklich hinunter.

Die Treppe war steil abfallend; er drohte das Gleichgewicht zu verlieren.

Er sah hinab, aber konnte keinen Boden erkennen.

Beim Hinabsteigen traf er die Kinder erneut.

Sie saßen auf den Stufen.

Die Mädchen breiteten die Arme aus und versperrten ihm den Weg.

Er stieß sie zur Seite und ging durch.

„Habt ihr ihn gesehen?“, rief ein Junge hinter ihm, gefolgt von der Pfeife.

„Wir haben ihn gesehen, wir haben ihn gesehen!“, riefen die Mädchen und lachten laut.

Er drehte sich um.

Das Mädchen mit dem roten Band flüsterte dem Jungen mit der Pfeife etwas ins Ohr.

Er begann zu pfeifen und das Mädchen tanzte; die anderen klatschten im Takt.

Er ging weiter hinunter.

Hinunter.


Auf einem Absatz sah er links einen schmalen, halbdunklen Gang.

Beim Aufstieg war er ihm nicht aufgefallen.

Am Ende öffnete sich rechts eine Tür und eine Frau trat heraus und winkte ihm.

Er ging zu ihr.

Sie mochte um die vierzig sein, trug ein schwarzes Unterkleid.

„Komm herein“, sagte sie. „Ich habe auf dich gewartet.“

Er trat ein. Sie schloss die Tür.

„Ich komme wegen des Büros“, sagte er.

„Dafür kommen sie alle“, sagte sie.

„Ich muss über meinen Fall Bescheid wissen.“

„Glaubst du, dass du unschuldig bist?“

„Ich weiß nicht einmal, wessen man mich beschuldigt.“

Sie lächelte.

„Dann bist du wie all die anderen.“

Sie entblößte ihre schweren Brüste.

„Gefällt es dir?“, sagte sie, trat näher; ihre Brust berührte ihn.

Im Zimmer lag ein gelbliches, schummriges Licht.

Sie umarmte ihn und küsste ihn auf den Mund.

„Gehen wir ins Bett.“

Sie zog ihn aus. Er sah ihr beim Ausziehen zu.

Sie legte sich ins Bett; ihr Atem brannte.


Sie weckte ihn.

„Du musst jetzt gehen“, sagte sie. „Du darfst hier nicht gesehen werden.“

Er stand auf, zog sich an.

„Nicht die Treppe. Hier entlang.“

Sie öffnete eine Tür zu einem Gang.

„Du hast keinen Fall.“

„Komm morgen Nacht wieder. Dann können wir reden, ohne dass man uns belauscht.“

Die Tür schloss sich hinter ihm.

Am Ende des Gangs eine Metalltür.

Er öffnete sie und trat auf die Straße hinaus.

Es war Nacht, leichter Nieselregen.

Das Gebäude löste sich im Nebel auf, hoch empor.

.

.


La Scala


Entrò nell’edificio, buio e umido.

Impossibile che qualcuno ci abitasse, pensò.

Gli avevano detto che lì si trovava l’ufficio per il suo caso.

Non sapeva nemmeno il piano.

La scala era stretta, saliva alta nel buio.

Cominciò a salire.

Contò : ogni trenta gradini un pianerottolo, poi altri trenta più su.

Continuava a salire.

La testa gli girava.

Risa dall’alto.

Tre bambini apparvero scendendo—due maschi e una femmina.

Dietro due ragazzine con fiocchi nei capelli, e più indietro un ragazzo con un fischietto.

«Va su!», disse una delle bambine tirandogli la lingua. «Va su!»

Scomparvero nella tromba delle scale.

Continuava a salire, respirava con fatica.

Quasi buio totale.

Ora scendeva. Senza capire quando fosse accaduto.

Scendeva davvero.

La scala pendeva ripida e rischiava di perdere l’equilibrio.

Guardò in basso—non vedeva il fondo.

Scendendo incontrò di nuovo i bambini.

Erano seduti sui gradini.

Le bambine spalancarono le braccia per impedirgli il passaggio.

Le spinse e passò.

«L’avete visto?», chiese un ragazzo dietro di lui, seguito dal fischietto.

«L’abbiamo visto, l’abbiamo visto!», dissero le bambine ridendo forte.

Si voltò.

La bambina col fiocco rosso sussurrò qualcosa all’orecchio del ragazzo col fischietto.

Lui fischiò e la bambina danzò; gli altri battevano le mani al ritmo.

Continuava a scendere.

A scendere.


Su un pianerottolo vide a sinistra un corridoio stretto, mezz’illuminato.

Salendo non l’aveva visto.

In fondo, a destra, si aprì una porta e ne uscì una donna che gli fece cenno.

Andò da lei.

Avrà avuto quarant’anni, indossava una sottoveste nera.

«Entra,» disse. «Ti aspettavo.»

Entrò. Lei chiuse la porta.

«Sono venuto per l’ufficio,» disse.

«Vengono tutti per quello,» rispose lei.

«Devo sapere del mio caso.»

«Credi d’essere innocente?»

«Non so nemmeno di che cosa sono accusato.»

Lei sorrise.

«Allora sei come tutti gli altri.»

Scoprì il petto, pesante.

«Ti piacciono?» disse avvicinandosi; il petto lo sfiorò.

La stanza era immersa in luce giallastra e bassa.

Lo abbracciò e lo baciò sulla bocca.

«Andiamo a letto.»

Lo spogliò. Lui la vide spogliarsi.

Lei si sdraiò sul letto; il suo respiro lo bruciava.


Lo svegliò.

«Devi andare ora,» disse. «Non devono vederti qui.»

Si alzò, si vestì.

«Non per le scale. Di qua.»

Aprì una porta su un corridoio.

«Non hai nessun caso.»

«Torna domani notte. Potremo parlare senza essere ascoltati.»

La porta si chiuse dietro di lui.

In fondo c’era una porta metallica.

La aprì ed uscì in strada.

Era notte, piovigginava.

L’edificio svaniva nella nebbia, altissimo.

.

.


La Escalera


Entró al edificio, oscuro y húmedo.

Imposible que alguien viviera allí, pensó.

Le habían dicho que allí estaba la oficina para su caso.

Ni siquiera sabía el piso.

La escalera era estrecha y subía muy alto hacia la oscuridad.

Empezó a subir.

Contó: cada treinta escalones un rellano, y después otros treinta más arriba.

Seguía subiendo.

Se mareaba.

Risas desde arriba.

Aparecieron tres niños, bajando—dos varones y una niña.

Detrás dos niñas con cintas en el pelo, y más atrás un niño con un silbato.

«Sube, sube», dijo una de las niñas sacándole la lengua. «Sube.»

Los niños desaparecieron en la profundidad de la escalera.

Él seguía subiendo, respirando con dificultad.

Casi oscuridad total.

Ahora bajaba. Sin entender cómo había ocurrido.

Bajaba de verdad.

La escalera inclinaba con fuerza; casi perdió el equilibrio.

Miró hacia abajo y no vio fondo alguno.

Bajando volvió a encontrarse a los niños.

Estaban sentados en los peldaños.

Las niñas abrieron los brazos para impedirle el paso.

Las apartó y pasó.

«¿Lo vieron?», gritó un niño detrás, seguido del silbato.

«Lo vimos, lo vimos», dijeron las niñas riendo a carcajadas.

Se volvió.

La niña de la cinta roja susurró algo al niño del silbato.

Él silbó y la niña bailó; los otros niños aplaudían al ritmo.

Él seguía bajando.

Bajando.


En un rellano vio a la izquierda un pasillo angosto, medio iluminado.

Subiendo no lo había visto.

Al fondo, a la derecha, se abrió una puerta y apareció una mujer que le hizo señas.

Fue hacia ella.

Tendría unos cuarenta años, llevaba una combinación negra.

«Entra,» dijo. «Te esperaba.»

Entró. Ella cerró la puerta.

«Vengo por la oficina,» dijo.

«Todos vienen por eso,» respondió ella.

«Necesito saber sobre mi caso.»

«¿Crees que eres inocente?»

«Ni siquiera sé de qué me acusan.»

Ella sonrió.

«Entonces eres como los demás.»

Se descubrió el pecho, pesado.

«¿Te gusta?» dijo acercándose; su pecho lo tocó.

La habitación tenía una luz amarillenta, baja.

Lo abrazó y lo besó en la boca.

«Vamos a la cama.»

Lo desnudó. Él la vio desnudarse.

La mujer se recostó en la cama; su aliento lo quemaba.


Lo despertó.

«Debes irte ahora,» dijo. «No deben verte aquí.»

Se levantó, se vistió.

«No por la escalera. Por aquí.»

Ella abrió una puerta hacia un pasillo.

«No tienes caso.»

«Vuelve mañana por la noche. Podremos hablar sin que nos oigan.»

La puerta se cerró detrás de él.

Al fondo había una puerta metálica.

La abrió y salió a la calle.

Era de noche, lloviznaba.

El edificio se deshacía en la niebla, ascendiendo sin fin.

.

.


A Escada


Entrou no prédio, escuro e úmido.

Impossível que alguém morasse ali, pensou.

Tinham lhe dito que ali ficava o escritório do seu caso.

Nem o andar sabia.

A escada era estreita e subia alto na escuridão.

Ele começou a subir.

Contou: a cada trinta degraus um patamar, depois mais trinta acima.

Continuou subindo.

Sentiu tontura.

Risos lá de cima.

Três crianças apareceram descendo—dois meninos e uma menina.

Atrás vinham duas meninas com fitas no cabelo, e mais atrás um menino com um apito.

—Ele sobe —disse uma das meninas mostrando a língua—, ele sobe!

As crianças desapareceram na profundidade da escada.

Ele continuava subindo, respirando com dificuldade.

Quase escuridão total.

Agora descia. Sem perceber quando havia mudado.

Descia de verdade.

A escada inclinava com força; podia perder o equilíbrio.

Olhou para baixo—não via o fim.

Descendo encontrou novamente as crianças.

Estavam sentadas nos degraus.

As meninas abriram os braços para bloqueá-lo.

Ele as empurrou e passou.

—Vocês viram? —perguntou um menino atrás, seguido do apito.

—Vimos, vimos! —gritaram as meninas rindo alto.

Ele virou para olhar.

A menina da fita vermelha sussurrou algo ao menino do apito.

Ele apitou e ela dançou; as outras crianças batiam palmas no ritmo.

Ele continuava descendo.

Descendo.


Num patamar viu à esquerda um corredor estreito, meio iluminado.

Subindo não o tinha visto.

Ao fundo, à direita, abriu-se uma porta e saiu uma mulher chamando-o com a mão.

Ele foi.

Ela teria uns quarenta anos, usava uma combinação preta.

—Entre —disse—. Eu te esperava.

Ele entrou. Ela fechou a porta.

—Vim pelo escritório —disse ele.

—Todos vêm por isso —respondeu ela.

—Preciso saber do meu caso.

—Acredita que é inocente?

—Nem sei de que me acusam.

Ela sorriu.

—Então é como os outros.

Ela descobriu os seios, grandes.

—Gosta? —disse aproximando-se; os seios o tocaram.

O quarto tinha luz amarelada, baixa.

Ela o abraçou e beijou-o na boca.

—Vamos para a cama.

Ela o despiu. Ele a viu tirar a roupa.

Ela deitou-se; seu hálito queimava.


Ela o acordou.

—Você deve ir agora —disse—. Não podem te ver aqui.

Ele levantou-se, vestiu-se.

—Não pela escada. Por aqui.

Ela abriu uma porta para um corredor.

—Você não tem caso.

—Volte amanhã à noite. Poderemos conversar sem nos ouvirem.

A porta fechou-se atrás dele.

No fim do corredor uma porta metálica.

Ele abriu e saiu para a rua.

Era noite, garoava.

O prédio desaparecia na névoa, subindo sem fim.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - Η Ready-made Calligramme Δολοφονία τού Marcel Duchamp (Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

- Η Ready-made Calligramme Δολοφονία τού Marcel Duchamp

(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Ready-made Calligramme Δολοφονία τού Marcel Duchamp.

(Ελληνικά, English, Francais,German,Italiano, Spanish,Portuguese)


Guillaume Apollinaire:

Les calligrammes devra survivre aux ready-mades.


Ο ντετέκτιβ Κ.ειδοποιήθηκε για τον φόνο.

Το ατελιέ ήταν γεμάτο αντικείμενα, ρόδες ποδηλάτου, σκαμνιά, μπουκάλια, συρτάρια, χαρτιά.

Στη μέση υπήρχε μια ξύλινη καρέκλα,πάνω της ένα νεκρό σώμα,και στο.

κεφάλι του μια μικρη ατσάλινη ρόδα ποδηλάτου.

Στο πάτωμα υπήρχε ενας πορσελάνινος ουροτηρας με υπογραφή στο 

R. Mutt 1917.

-Είναι έργο τέχνης,τού είπαν.

Πολύ περισσότερο τον ενδιέφερε η δολοφονία ενος ανθρώπου παρά

αν ο ουρητηρας ηταν έργο τέχνης.

-Ποιος είναι ο νεκρός;ρώτησε.

-Ονομάζεται Marcel Duchamp. Ζωγράφος,τού είπαν.

Κοίταξε τη σκηνή τού φόνου.

Κάποιος την είχε σκηνοθετήσει.

Σε ένα χαρτί,που βρεθηκε πάνω στο τραπέζι τού ατελιέ,ήταν γραμμένο

καλλιγραφικα.

La poésie devra survivre aux machines.

-Φαινεται όταν έχουμε να κάνουμε με δολοφόνο που γράφει μανιφέστα,είπε.

Πήρε το χαρτί και το εβαλε στη τσέπη του.

Την ίδια μέρα, στις έξι το απόγευμα,ο ντετέκτιβ Κ ανέβηκε στον δεύτερο 

όροφο ενός κτιρίου.

Guillaume Apollinaire

Το όνομα στην πόρτα γραμμένο καλλιγραφικα.

Χτύπησε.

-Ο Marcel Duchamp είναι νεκρός,είπε στον άντρα που άνοιξε τη πόρτα.

Το πρόσωπο τού Apollinaire ανέκφραστο.

-Και τι σχέση έχω εγώ;ρώτησε.

Ο Κ.μπηκε μέσα στο διαμέρισμα.

-Βρεθηκε στο ατελιέ του νεκρός.Σαν έργο,σκηνοθετημένο,είπε.

-Και τι ακριβώς θέλετε από μένα;ρώτησε ο ποιητής.

Ο ντετέκτιβ έβγαλε από την τσέπη το χαρτί.

-Αυτο είναι δικό σας.Η καλλιγραφίας σας.Το στυλ σας.

Διάβασε:La poésie devra survivre aux machines.

-Του το είχα γράψει κάποτε,είπε ο Guillaume Apollinaire,σ'έναν καυγά μας.

Ο ντετέκτιβ Κ. πηγε στο.παραθυρο.

Η πόλη τούς περικυκλωνε.

-Πότε τον είδατε τελευταία φορά;

-Πριν περίπου δύο εβδομάδες.Διαφωνήσαμε για το μέλλον τής τέχνης.

Εκείνος ήθελε να την εξαφανίσει.

-Και τον απειλήσατε;

Ο Apollinaire δεν απάντησε.

Την επόμενη μέρα η έρευνα τον οδήγησε στον καλλιτεχνικό κύκλο..

Οι περισσότεροι μίλησαν προσβλητικά για τον Duchamp,λίγοι τον θαύμαζαν.

Σε ένα μικρό καφέ ένας νεαρός με χοντρά γυαλιά,ζωγράφος κυβιστής,

τού είπε:

-Αυτοί οι δυο ήταν σαν δυο πλανήτες που δεν ήθελαν να μοιραστούν τον ίδιο ήλιο.

-Ποιος ήταν ο ήλιος;ρώτησε ο Κ.

-Η πρωτοπορία,απάντησε ο ζωγράφος.

Ξέρετε τι μου είπε ο Apollinaire;Πως ο Duchamp δεν δημιουργεί έργα. Δημιουργεί εγκλήματα.

-Πιστεύετε πως ο Apollinaire μπορούσε να τον σκοτώσει;ρώτησε ο Κ..

-Ο Apollinaire σκοτώνει με ιδέες,απάντησε ο.ζωγραφος.

Κάποιος άλλος τον σκότωσε,και το έκανε για κείνον.


Ο Marcel Duchamp στο σημείο αυτό σταματησε να γράφει το διήγημα τής δολοφονίας του:

Η Ready-made Calligramme Δολοφονία τού Marcel Duchamp.

Σηκώθηκε,πήρε μια μικρη ατσάλινη ρόδα ποδηλάτου και κάθισε στη καρέκλα 

στη μέση τού ατελιέ.

Στερεωσε τη ρόδα στο κεφάλι και πήρε τη στάση τού νεκρού σώματος,

κάτω στο.πατωμα ήταν ο ουρητηρας R Mutt 1917.

Η Ready-made Calligramme Δολοφονία τού Marcel Duchamp:

Αυτό ειναι το νέο του έργο που θα εκθέσει.


Marcel Duchamp:

Les ready-mades devra survivre aux calligrammes.

.

.


The Ready-made Calligram Murder of Marcel Duchamp.


Guillaume Apollinaire: Les calligrammes devra survivre aux ready-mades.


Detective K. was notified of the murder. The studio was full of objects: bicycle wheels, stools, bottles, drawers, papers. In the middle there was a wooden chair, on it a dead body, and on his head a small steel bicycle wheel. On the floor there was a porcelain urinal signed R. Mutt 1917. “It’s a work of art,” they told him. He was far more interested in the murder of a man than in whether the urinal was a work of art. “Who is the dead man?” he asked. “His name is Marcel Duchamp. A painter,” they said. He looked at the crime scene. Someone had staged it. On a piece of paper found on the studio table it was written, in calligraphy: La poésie devra survivre aux machines. “It seems we’re dealing with a murderer who writes manifestos,” he said. He took the paper and put it in his pocket.

That same day, at six in the afternoon, Detective K. went up to the second floor of a building. Guillaume Apollinaire The name on the door written in calligraphy. He knocked. “Marcel Duchamp is dead,” he said to the man who opened the door. Apollinaire’s face was expressionless. “And what does that have to do with me?” he asked. K. entered the apartment. “He was found dead in his studio. As an artwork, staged,” he said. “And what exactly do you want from me?” asked the poet. The detective took the paper out of his pocket. “This is yours. Your calligraphy. Your style.” He read aloud: La poésie devra survivre aux machines. “I once wrote it to him,” said Guillaume Apollinaire, “during an argument.” Detective K. went to the window. The city surrounded them. “When was the last time you saw him?” “About two weeks ago. We disagreed about the future of art. He wanted to make it disappear.” “And did you threaten him?” Apollinaire did not answer.

The next day the investigation led him into the artistic circle. Most spoke insultingly of Duchamp, few admired him. In a small café a young man with thick glasses, a cubist painter, told him: “Those two were like planets that refused to share the same sun.” “And what was the sun?” asked K. “The avant-garde,” answered the painter. “You know what Apollinaire told me? That Duchamp doesn’t create artworks. He creates crimes.” “Do you believe Apollinaire could have killed him?” asked K. “Apollinaire kills with ideas,” answered the painter. “Someone else killed him, and did it for him.”


At that point Marcel Duchamp stopped writing the story of his own murder: The Ready-made Calligram Murder of Marcel Duchamp. He stood up, took a small steel bicycle wheel and sat in the chair in the middle of the studio. He fixed the wheel on his head and assumed the posture of the dead body. On the floor, the R. Mutt 1917 urinal. The Ready-made Calligram Murder of Marcel Duchamp: This was his new work that he would exhibit.


Marcel Duchamp: Les ready-mades devra survivre aux calligrammes.

.

.


Le Meurtre Ready-made Calligramme de Marcel Duchamp.


Guillaume Apollinaire :

Les calligrammes devra survivre aux ready-mades.


Le détective K. fut averti du meurtre.

L’atelier était rempli d’objets : roues de bicyclette, tabourets, bouteilles, tiroirs, papiers.

Au centre se trouvait une chaise en bois, dessus un corps sans vie, et sur la tête une petite roue de bicyclette en acier.

Sur le sol, un urinoir en porcelaine signé R. Mutt 1917.

— C’est une œuvre d’art, lui dirent-ils.

Il s’intéressait bien davantage au meurtre d’un homme qu’à savoir si l’urinoir était une œuvre d’art.

— Qui est le mort ? demanda-t-il.

— Il s’appelle Marcel Duchamp. Peintre, lui répondit-on.

Il observa la scène du crime.

Quelqu’un l’avait mise en scène.

Sur une feuille trouvée sur la table de l’atelier, on avait écrit en belle calligraphie :

La poésie devra survivre aux machines.

— On dirait que nous avons affaire à un meurtrier qui écrit des manifestes, dit-il.

Il prit la feuille et la glissa dans sa poche.

Le même jour, à six heures de l’après-midi, le détective K. monta au deuxième étage d’un immeuble.

Guillaume Apollinaire

Le nom sur la porte, tracé en calligraphie.

Il frappa.

— Marcel Duchamp est mort, dit-il à l’homme qui ouvrit.

Le visage d’Apollinaire resta impassible.

— Et qu’ai-je à voir avec cela ? demanda-t-il.

K. entra dans l’appartement.

— On l’a trouvé mort dans son atelier. Comme une œuvre, mise en scène, dit-il.

— Et qu’attendez-vous de moi ? demanda le poète.

Le détective sortit la feuille de sa poche.

— Ceci est à vous. Votre calligraphie. Votre style.

Il lut : La poésie devra survivre aux machines.

— Je lui avais écrit cela autrefois, dit Guillaume Apollinaire, lors d’une dispute.

Le détective K. se posta à la fenêtre.

La ville les encerclait.

— Quand l’avez-vous vu pour la dernière fois ?

— Il y a environ deux semaines. Nous n’étions pas d’accord sur l’avenir de l’art.

Lui voulait le faire disparaître.

— Et vous l’avez menacé ?

Apollinaire ne répondit pas.

Le lendemain, l’enquête le mena dans le cercle artistique.

La plupart parlaient de Duchamp avec mépris, peu l’admiraient.

Dans un petit café, un jeune homme aux grosses lunettes, peintre cubiste, lui dit :

— Ces deux-là étaient comme deux planètes refusant de partager le même soleil.

— Et quel était le soleil ? demanda K.

— L’avant-garde, répondit le peintre.

Vous savez ce qu’Apollinaire m’a dit ? Que Duchamp ne crée pas des œuvres. Il crée des crimes.

— Croyez-vous qu’Apollinaire aurait pu le tuer ? demanda K.

— Apollinaire tue avec des idées, répondit le peintre.

Quelqu’un d’autre l’a tué, et l’a fait pour lui.


À ce moment-là, Marcel Duchamp s’interrompit dans l’écriture de l’histoire de son propre meurtre :

Le Meurtre Ready-made Calligramme de Marcel Duchamp.

Il se leva, prit une petite roue de bicyclette en acier et s’assit sur la chaise au centre de l’atelier.

Il fixa la roue sur sa tête et prit la pose du cadavre.

Sur le sol, l’urinoir R. Mutt 1917.

Le Meurtre Ready-made Calligramme de Marcel Duchamp :

C’était sa nouvelle œuvre qu’il allait exposer.


Marcel Duchamp :

Les ready-mades devra survivre aux calligrammes.

.

.


Der Ready-made-Kalligramm-Mord an Marcel Duchamp.


Guillaume Apollinaire:

Les calligrammes devra survivre aux ready-mades.


Der Detektiv K. wurde über den Mord informiert.

Das Atelier war voller Gegenstände: Fahrradreifen, Hocker, Flaschen, Schubladen, Papiere.

In der Mitte stand ein Holzstuhl, darauf ein Leichnam, und auf seinem Kopf ein kleiner Fahrradreifen aus Stahl.

Auf dem Boden lag ein Porzellanurinbecken, signiert R. Mutt 1917.

„Das ist ein Kunstwerk“, sagte man ihm.

Er interessierte sich jedoch viel mehr für den Mord an einem Menschen, als dafür, ob das Urinal Kunst sei.

„Wer ist der Tote?“ fragte er.

„Er heißt Marcel Duchamp. Ein Maler“, antwortete man ihm.

Er betrachtete den Tatort.

Jemand hatte ihn inszeniert.

Auf einem Blatt Papier, das auf dem Tisch des Ateliers gefunden wurde, stand in Kalligraphie geschrieben:

La poésie devra survivre aux machines.

„Anscheinend haben wir es mit einem Mörder zu tun, der Manifeste schreibt“, sagte er.

Er steckte das Blatt in seine Tasche.

Am selben Tag um sechs Uhr abends stieg Detektiv K. in den zweiten Stock eines Gebäudes.

Guillaume Apollinaire

Der Name an der Tür, kalligraphisch geschrieben.

Er klopfte.

„Marcel Duchamp ist tot“, sagte er dem Mann, der öffnete.

Apollinaires Gesicht blieb ausdruckslos.

„Und was hat das mit mir zu tun?“ fragte er.

K. betrat die Wohnung.

„Man fand ihn in seinem Atelier tot. Wie ein Kunstwerk, inszeniert“, sagte er.

„Und was genau wollen Sie von mir?“ fragte der Dichter.

Der Detektiv zog das Blatt aus seiner Tasche.

„Das ist von Ihnen. Ihre Kalligraphie. Ihr Stil.“

Er las: La poésie devra survivre aux machines.

„Ich habe es ihm einmal geschrieben“, sagte Guillaume Apollinaire, „bei einem Streit.“

Detektiv K. trat ans Fenster.

Die Stadt umschloss sie.

„Wann haben Sie ihn zuletzt gesehen?“

„Vor etwa zwei Wochen. Wir stritten über die Zukunft der Kunst.

Er wollte sie verschwinden lassen.“

„Und haben Sie ihn bedroht?“

Apollinaire antwortete nicht.

Am nächsten Tag führte die Untersuchung ihn in den künstlerischen Kreis.

Die meisten sprachen verächtlich über Duchamp, wenige bewunderten ihn.

In einem kleinen Café sagte ihm ein junger Mann mit dicker Brille, ein kubistischer Maler:

„Die beiden waren wie zwei Planeten, die sich weigerten, dieselbe Sonne zu teilen.“

„Und was war die Sonne?“ fragte K.

„Die Avantgarde“, antwortete der Maler.

„Wissen Sie, was Apollinaire mir sagte? Daß Duchamp keine Werke schafft. Er schafft Verbrechen.“

„Glauben Sie, Apollinaire hätte ihn töten können?“ fragte K.

„Apollinaire tötet mit Ideen“, antwortete der Maler.

„Jemand anderes hat ihn getötet — und für ihn.“


An diesem Punkt hörte Marcel Duchamp auf, die Geschichte seines eigenen Mordes zu schreiben:

Der Ready-made-Kalligramm-Mord an Marcel Duchamp.

Er stand auf, nahm einen kleinen Fahrradreifen aus Stahl und setzte sich auf den Stuhl in der Mitte des Ateliers.

Er befestigte das Rad auf seinem Kopf und nahm die Haltung des Leichnams ein.

Auf dem Boden das Urinal R. Mutt 1917.

Der Ready-made-Kalligramm-Mord an Marcel Duchamp:

Das war sein neues Werk, das er ausstellen würde.


Marcel Duchamp:

Les ready-mades devra survivre aux calligrammes.

.

.


L’Omicidio Ready-made Calligramme di Marcel Duchamp.


Guillaume Apollinaire:

Les calligrammes devra survivre aux ready-mades.


Il detective K. fu avvisato dell’omicidio.

Lo studio era pieno di oggetti: ruote di bicicletta, sgabelli, bottiglie, cassetti, fogli.

Al centro c’era una sedia di legno; sopra di essa un corpo senza vita, e sulla testa una piccola ruota di bicicletta d’acciaio.

Sul pavimento c’era un orinatoio di porcellana firmato R. Mutt 1917.

«È un’opera d’arte», gli dissero.

A lui importava molto di più l’assassinio di un uomo che la questione se l’orinatoio fosse un’opera d’arte.

«Chi è il morto?» chiese.

«Si chiama Marcel Duchamp. Un pittore», gli dissero.

Esaminò la scena del crimine.

Qualcuno l’aveva messa in scena.

Su un foglio trovato sul tavolo dello studio era scritto, in bella calligrafia:

La poésie devra survivre aux machines.

«Pare che abbiamo a che fare con un assassino che scrive manifesti,» disse.

Prese il foglio e se lo mise in tasca.

Lo stesso giorno, alle sei del pomeriggio, il detective K. salì al secondo piano di un edificio.

Guillaume Apollinaire

Il nome sulla porta, scritto in calligrafia.

Bussò.

«Marcel Duchamp è morto,» disse all’uomo che aprì.

Il volto di Apollinaire rimase inespressivo.

«E cosa c’entro io?» chiese.

K. entrò nell’appartamento.

«È stato trovato morto nel suo studio. Messo in scena come un’opera,» disse.

«E cosa volete da me esattamente?» chiese il poeta.

Il detective tirò fuori dalla tasca il foglio.

«Questo è vostro. La vostra calligrafia. Il vostro stile.»

Lesse: La poésie devra survivre aux machines.

«Glielo avevo scritto una volta,» disse Guillaume Apollinaire, «durante una lite.»

Il detective K. si avvicinò alla finestra.

La città li circondava.

«Quando l’avete visto per l’ultima volta?»

«Circa due settimane fa. Non eravamo d’accordo sul futuro dell’arte.

Lui voleva farla scomparire.»

«E l’avete minacciato?»

Apollinaire non rispose.

Il giorno seguente l’indagine lo portò nel circolo artistico.

La maggior parte parlava male di Duchamp, pochi lo ammiravano.

In un piccolo caffè, un giovane con occhiali spessi, pittore cubista, gli disse:

«I due erano come due pianeti che rifiutavano di condividere lo stesso sole.»

«E quale era il sole?» chiese K.

«L’avanguardia,» rispose il pittore.

«Sapete cosa mi ha detto Apollinaire? Che Duchamp non crea opere. Crea crimini.»

«Credete che Apollinaire avrebbe potuto ucciderlo?» chiese K.

«Apollinaire uccide con le idee,» rispose il pittore.

«Qualcun altro l’ha ucciso, e l’ha fatto per lui.»


A quel punto Marcel Duchamp smise di scrivere il racconto del proprio omicidio:

L’Omicidio Ready-made Calligramme di Marcel Duchamp.

Si alzò, prese una piccola ruota di bicicletta d’acciaio e si sedette sulla sedia al centro dello studio.

Fissò la ruota sulla testa e assunse la posizione del cadavere.

Sul pavimento l’orinatoio R. Mutt 1917.

L’Omicidio Ready-made Calligramme di Marcel Duchamp:

Quella era la sua nuova opera che avrebbe esposto.


Marcel Duchamp:

Les ready-mades devra survivre aux calligrammes.

.

.


El Asesinato Ready-made Caligrama de Marcel Duchamp.


Guillaume Apollinaire:

Les calligrammes devra survivre aux ready-mades.


El detective K. fue avisado del asesinato.

El taller estaba lleno de objetos: ruedas de bicicleta, taburetes, botellas, cajones, papeles.

En medio había una silla de madera; encima de ella un cuerpo sin vida, y en su cabeza una pequeña rueda de bicicleta de acero.

En el suelo había un urinario de porcelana firmado R. Mutt 1917.

— Es una obra de arte —le dijeron.

A él le interesaba mucho más el asesinato de un hombre que si el urinario era una obra de arte.

— ¿Quién es el muerto? —preguntó.

— Se llama Marcel Duchamp. Pintor —le dijeron.

Observó la escena del crimen.

Alguien la había escenificado.

En un papel encontrado sobre la mesa del taller se había escrito, con bella caligrafía:

La poésie devra survivre aux machines.

— Parece que tenemos un asesino que escribe manifiestos —dijo.

Tomó el papel y se lo guardó en el bolsillo.

Ese mismo día, a las seis de la tarde, el detective K. subió al segundo piso de un edificio.

Guillaume Apollinaire

El nombre en la puerta, escrito en caligrafía.

Llamó.

— Marcel Duchamp está muerto —dijo al hombre que abrió.

El rostro de Apollinaire quedó inexpresivo.

— ¿Y qué tengo yo que ver con eso? —preguntó.

K. entró en el apartamento.

— Lo encontraron muerto en su taller. Como una obra, escenificado —dijo.

— ¿Y qué quiere usted exactamente de mí? —preguntó el poeta.

El detective sacó el papel del bolsillo.

— Esto es suyo. Su caligrafía. Su estilo.

Leyó: La poésie devra survivre aux machines.

— Se lo escribí una vez —dijo Guillaume Apollinaire—, en una discusión.

El detective K. fue a la ventana.

La ciudad los rodeaba.

— ¿Cuándo fue la última vez que lo vio?

— Hace unas dos semanas. No estábamos de acuerdo sobre el futuro del arte.

Él quería hacerlo desaparecer.

— ¿Y lo amenazó?

Apollinaire no respondió.

Al día siguiente la investigación lo llevó al círculo artístico.

La mayoría hablaba insultantemente de Duchamp; pocos lo admiraban.

En un pequeño café un joven de gafas gruesas, pintor cubista, le dijo:

— Esos dos eran como dos planetas que no querían compartir el mismo sol.

— ¿Y cuál era el sol? —preguntó K.

— La vanguardia —respondió el pintor.

¿Sabe lo que me dijo Apollinaire? Que Duchamp no crea obras; crea crímenes.

— ¿Cree que Apollinaire pudo haberlo matado? —preguntó K.

— Apollinaire mata con ideas —respondió el pintor.

Otro lo mató, y lo hizo por él.


En ese punto Marcel Duchamp dejó de escribir la historia de su propio asesinato:

El Asesinato Ready-made Caligrama de Marcel Duchamp.

Se levantó, tomó una pequeña rueda de bicicleta de acero y se sentó en la silla en medio del taller.

Fijó la rueda sobre su cabeza y adoptó la postura del cadáver.

En el suelo el urinario R. Mutt 1917.

El Asesinato Ready-made Caligrama de Marcel Duchamp:

Esa era su nueva obra que iba a exponer.


Marcel Duchamp:

Les ready-mades devra survivre aux calligrammes.

.

.


O Assassinato Ready-made Caligrama de Marcel Duchamp.


Guillaume Apollinaire:

Les calligrammes devra survivre aux ready-mades.


O detetive K. foi informado do assassinato.

O ateliê estava cheio de objetos: rodas de bicicleta, bancos, garrafas, gavetas, papéis.

No centro havia uma cadeira de madeira; sobre ela um corpo sem vida, e na cabeça uma pequena roda de bicicleta de aço.

No chão havia um urinól de porcelana assinado R. Mutt 1917.

— É uma obra de arte —disseram-lhe.

Ele se interessava muito mais pelo assassinato de um homem do que pelo fato de o urinól ser ou não uma obra de arte.

— Quem é o morto? —perguntou.

— Chama-se Marcel Duchamp. Pintor —responderam-lhe.

Observou a cena do crime.

Alguém a havia encenado.

Num papel encontrado sobre a mesa do ateliê estava escrito em bela caligrafia:

La poésie devra survivre aux machines.

— Parece que temos um assassino que escreve manifestos —disse.

Pegou o papel e o guardou no bolso.

No mesmo dia, às seis da tarde, o detetive K. subiu ao segundo andar de um prédio.

Guillaume Apollinaire

O nome na porta, escrito em caligrafia.

Bateu.

— Marcel Duchamp está morto —disse ao homem que abriu.

O rosto de Apollinaire ficou inexpressivo.

— E o que eu tenho a ver com isso? —perguntou.

K. entrou no apartamento.

— Foi encontrado morto no ateliê. Como uma obra, encenado —disse.

— E o que exatamente o senhor quer de mim? —perguntou o poeta.

O detetive tirou o papel do bolso.

— Isto é seu. Sua caligrafia. Seu estilo.

Leu: La poésie devra survivre aux machines.

— Eu escrevi isso para ele uma vez —disse Guillaume Apollinaire—, durante uma discussão.

O detetive K. foi até a janela.

A cidade os cercava.

— Quando foi a última vez que o viu?

— Há cerca de duas semanas. Discordávamos quanto ao futuro da arte.

Ele queria fazê-la desaparecer.

— E o ameaçou?

Apollinaire não respondeu.

No dia seguinte a investigação o levou ao círculo artístico.

A maioria falava de Duchamp com desprezo; poucos o admiravam.

Num pequeno café um jovem de óculos grossos, pintor cubista, disse-lhe:

— Aqueles dois eram como dois planetas que não queriam compartilhar o mesmo sol.

— E qual era o sol? —perguntou K.

— A vanguarda —respondeu o pintor.

Sabe o que Apollinaire me disse? Que Duchamp não cria obras: cria crimes.

— Acredita que Apollinaire poderia tê-lo matado? —perguntou K.

— Apollinaire mata com ideias —respondeu o pintor.

Alguém o matou, e o fez por ele.


Nesse momento Marcel Duchamp parou de escrever a história do seu próprio assassinato:

O Assassinato Ready-made Caligrama de Marcel Duchamp.

Levantou-se, pegou uma pequena roda de bicicleta de aço e sentou-se na cadeira no centro do ateliê.

Fixou a roda na cabeça e assumiu a postura do cadáver.

No chão o urinól R. Mutt 1917.

O Assassinato Ready-made Caligrama de Marcel Duchamp:

Esta era sua nova obra que iria expor.


Marcel Duchamp:

Les ready-mades devra survivre aux calligrammes.

.

.

.