.
.
μεταφράζοντας
Ομήρου Οδύσσεια ραψωδία ζ' στίχοι 115-141
-Η εμφάνιση τού Οδυσσέα στην Ναυσικα
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Ομήρου Οδύσσεια ραψωδία ζ' στίχοι 115-141
-Η εμφάνιση τού Οδυσσέα στην Ναυσικα-
μπάλα η βασιλοπούλα σε μια κοπέλα
έρριψε τής συνοδείας της
αστόχησε όμως τη κοπέλα
και στο βαθύ τού νερού στρόβιλο τη πετάει,
αυτές τότε δυνατη έσυραν φωνη
κι ο Οδυσσέας ξυπνησε και ξαπλωμένος αυτά
στο νου και στη ψυχή σε σκέψη είχε,
αλίμονο μου,σε τι ανθρώπων να'ρθα χώρα;
να'ναι ασεβείς κι άγριοι κι ούτε δίκαιοι
η' να'ναι φιλόξενοι και στο νου θεοφοβουμενοι;
και γύρω μου σαν κοριτσιών θηλυκή ν'αντηχει φωνή,
Νυμφων,που στων βουνών τις αποκρημνες
κατοικουν κορφες
και στις πηγές τών ποταμών και στα χλοερα λιβαδια
η' μηπως κοντά κάπου να'μαι σ'ανθρωπους
που μιλουνε,
αλλά ας πάω ο ίδιος να εξετάσω και να δω,
έτσι λέγοντας μέσ'απ'τους θάμνους
ο ένδοξος βγήκε Οδυσσέας,
κι απ'το δάσος το πυκνό ένα κλαδί με φυλλσ σπάζει
με το γερό του χέρι
για να καλύψει στο σώμα του τ'αντρικά του μελη,
και σαν λιοντάρι να βγει μπροστα κίνησε
που στα όρη τρέφεται,
και πιστη στη δύναμη του έχοντας
μέσ'στη βροχή και στον άνεμο προχωρα
και στα ματια του μέσα φωτιά καίει,
στα βόδια καταπάνω ορμά
η' στα πρόβατα η' στ'αγρια τα λαφια,
κι η κοιλιά του σε κοπάδια το σπρώχνει ζώων να πεσει
και σε μαντρι κλειστό να μπει,
έτσι ο Οδυσσέας επρόκειτο στις ομορφομάλλουσες
να εμφανιστεί κοπέλες,
αν και γυμνός,γιατι η ανάγκη εκεί τον έφερε,
όταν λοιπόν σ'αυτες φοβερός φάνηκε
απ'την αλμύρα ταλαιπωρημενος τής θάλασσας
πανικόβλητες έτρεξαν άλλη από δω άλλη από κει
στ'ακρωτηριου τις ακτες,
και μοναχα τ'Αλκινοου η θυγατέρα έμεινε,
γιατί σ'αυτη η Αθηνά στο νου μέσα θαρρος έβαλε,
κι αφού σταματησε αντίκρυ του σταθηκε
σφαῖραν ἔπειτ' ἔῤῥιψε μετ' ἀμφίπολον βασίλεια·115
ἀμφιπόλου μὲν ἅμαρτε, βαθείῃ δ' ἔμβαλε δίνῃ.
αἱ δ' ἐπὶ μακρὸν ἄϋσαν· ὁ δ' ἔγρετο δῖος Ὀδυσσεύς,
ἑζόμενος δ' ὥρμαινε κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν·
«ὤ μοι ἐγώ, τέων αὖτε βροτῶν ἐς γαῖαν ἱκάνω;
ἤ ῥ' οἵ γ' ὑβρισταί τε καὶ ἄγριοι οὐδὲ δίκαιοι,120
ἦε φιλόξεινοι καί σφιν νόος ἐστὶ θεουδής;
ὥς τέ με κουράων ἀμφήλυθε θῆλυς ἀϋτή,
Νυμφάων, αἳ ἔχουσ' ὀρέων αἰπεινὰ κάρηνα
καὶ πηγὰς ποταμῶν καὶ πίσεα ποιήεντα·
ἦ νύ που ἀνθρώπων εἰμὶ σχεδὸν αὐδηέντων.125
ἀλλ' ἄγ' ἐγὼν αὐτὸς πειρήσομαι ἠδὲ ἴδωμαι.»
ὣς εἰπὼν θάμνων ὑπεδύσετο δῖος Ὀδυσσεύς,
ἐκ πυκινῆς δ' ὕλης πτόρθον κλάσε χειρὶ παχείῃ
φύλλων, ὡς ῥύσαιτο περὶ χροῒ μήδεα φωτός.
βῆ δ' ἴμεν ὥς τε λέων ὀρεσίτροφος, ἀλκὶ πεποιθώς,130
ὅς τ' εἶσ' ὑόμενος καὶ ἀήμενος, ἐν δέ οἱ ὄσσε
δαίεται· αὐτὰρ ὁ βουσὶ μετέρχεται ἢ ὀΐεσσιν
ἠὲ μετ' ἀγροτέρας ἐλάφους· κέλεται δέ ἑ γαστὴρ
μήλων πειρήσοντα καὶ ἐς πυκινὸν δόμον ἐλθεῖν·
ὣς Ὀδυσεὺς κούρῃσιν ἐϋπλοκάμοισιν ἔμελλε135
μείξεσθαι, γυμνός περ ἐών· χρειὼ γὰρ ἵκανε.
σμερδαλέος δ' αὐτῇσι φάνη κεκακωμένος ἅλμῃ,
τρέσσαν δ' ἄλλυδις ἄλλη ἐπ' ἠϊόνας προὐχούσας.
οἴη δ' Ἀλκινόου θυγάτηρ μένε· τῇ γὰρ Ἀθήνη
θάρσος ἐνὶ φρεσὶ θῆκε καὶ ἐκ δέος εἵλετο γυίων.140
στῆ δ' ἄντα σχομένη
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου