.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ηλεκτρα
στέκομαι ακίνητη στο ημιφως,έρημος γύρω μου,
νιώθω ξερό δέντρο,
ακούω κάποιον να ψιθυρίζει,αδιάκοπα,γιατί δεν σταματά;
ο πατέρας στο λουτρό πνιγμένος,βατράχια κολυμπούν στα νερά,
φύκια
φυτρώνουν στους βολβούς τών ματιών του,
στο διαδρομο ένα παιδί,κουλουριασμένο όπως βρέφος στη μήτρα,
αγέννητο,
η σκιά τής μητέρας,με μάσκα θεάτρου,αγγίζω με τα χείλη τη θηλή
τού στήθους της,
με σπρώχνει,δεν κλαίω,
-μανα,φωνάζω,θα σε σκοτώσω,
ακούω να γελάει δυνατά,
-δεν μπορεις να το κάνεις,λέει,είσαι δειλη,
άναψαν τον προβολέα,το δυνατόν φως με τύφλωσε,πρέπει να'ταν τρεις,
-δεν τελειωσε η ανάκριση,άκουσα έναν να λέει,
-γδυσ'την,φώναξε ένας άλλος,
χέρια μού άνοιξαν τα πόδια,ήταν μεθυσμένοι βρωμουσαν, τούς κλώτσησα,
δόντια μου στο λαιμό τους,τα νύχια μου στη πλατη τους,ματαια,
όταν τελείωσαν έφυγαν,
ποτέ δεν θα φύγει το σκοταδι
η φωνή της έσπασε σε κομμάτια,θραύσματα,
σαν να την κυνηγούσε κάτι που μόνο εκείνη έβλεπε,
το δείπνο θυμόνταν,όχι δεν ηταν μύθος.Το τραπέζι,τα πιάτα γεμάτα
με τις μαγειρεμένες σάρκες τών παιδιών,κι εκείνη ήξερε.
Την εξανάγκασαν να φάει,μια γλυκειά και φρικτή οσμή.
Τα χέρια της ήταν λερωμένα,εκείνη είχε προσφέρει το δείπνο,
όχι οι Ατρείδες,
εκείνη.
-Εγώ το έκανα,εγώ είμαι η ένοχη τού Θυεστειου δείπνου,είπε.
Κι ύστερα στο λουτρό,βλέπει ξανά και ξανά το νερό,τον ατμό,
τον πατέρα της ανυποψίαστο.
Εκείνη μπήκε μέσα στη σκηνή,τα χέρια της κρατούσαν το δίχτυ,
το τύλιγε γύρω του,
το σώμα του αντιστέκονταν,πάλευε,σαν το ψάρι σπαρταρουσε,
κι εκείνη δεν ένιωθε τρόμο,αλλά μια παράξενη σκοτεινή βεβαιότητα τού φόνου.
-Μητέρα ήμουν εγώ που σε σκότωσα,έλεγε.
Κι αλλάζοντας μάσκα βγήκε στη σκηνή,το αμφιθέατρο άδειο από θεατές,
το φεγγάρι πανσέληνο ανέτειλε,ένα ψηλό λεπτό κυπαρίσσι έσφαζε
τον ουρανό,
μια κραυγή πουλιού εκτινάχτηκε.
Δεν ήξερε ποια ήταν.Η κόρη που θρηνούσε ή η γυναίκα που σκότωσε.
Και το αίμα στα δάκτυλα της ζεστό..
Κάποτε γελούσε,μιλούσε για κείνον,τον Αίγισθο,πως βρέθηκε
στο κρεβάτι του,
πως άκουγε την ανάσα του,πως δεν ένιωθε βάρος αμαρτίας,
δεν ήταν η εκδίκηση,ουτε η έλξη τής εξουσίας,
ήταν κάτι αλλο,ο πόθος τής γυναίκας για τον άντρα.
Και τότε μέσα στο ημίφως η σκηνή,το μαχαίρι στο χέρι της,
η πράξη βουβή,χωρίς κραυγή,η πληρωμή ενός κρίματος,
-Ολα εγώ τα έκανα,έλεγε,μην ψάξτε αλλού.
Εγώ η κόρη. Εγώ η μητέρα. Εγώ ο φονιάς.
Η ανάσα της καυτή,τα μάτια της γυάλιζαν σκοτεινά.
Τίποτα δεν είχε τελειώσει.
Όλα συνέβαιναν ξανά και ξανά.
Η ίδια πάντα ήταν εκεί παρούσα,αμετακίνητη.
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου