.
.
μεταφραζοντας
Όμηρος Ιλιαδα ραψωδία ω' στίχοι 200-216
-Ο λόγος τής Εκάβης στον Πριαμο,πριν εκείνος πάει στον Αχιλλέα να τον
παρακαλέσει για να πάρει το νεκρό σώμα τού γιου του Εκτορα
(με συντακτική ανάλυση και ετυμολογικό λεξικό)
Εκαβη-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφραζοντας
Όμηρος Ιλιαδα ραψωδία ω' στίχοι 200-216
-Ο λόγος τής Εκάβης στον Πριαμο,πριν εκείνος πάει στον Αχιλλέα να τον
παρακαλέσει για να πάρει το νεκρό σώμα τού γιου του Εκτορα
(με συντακτική ανάλυση και ετυμολογικό λεξικό)
έτσι μίλησε,τότε δυνατα η γυναίκα θρηνησε
κι αποκριθηκε με λογο
ωιμε,που άραγε το μυαλό σου πήγε,
που πριν δοξαζονταν στους ανθρωπους
ξένους και σ'όσους βασιλεύεις;
πώς στών Αχαιών τα καράβια μόνος σου
να πας θέλεις;
μπροστά στα μάτια ενος άντρα που πολλούς
και γενναίους γιους σου σκότωσε τα όπλα αφαίροντας,
αλήθεια σίδερο η καρδιά σου,
γιατί αν σε πιάσει και σε δει στα μάτια του
ο ωμοφαγος κι αδιστακτος αυτός δω αντρας
δεν θα σε λυπηθει,
ούτε καθόλου θα σε σεβαστεί,
τώρα λοιπον από δω μακρυα ας κλαιμε
στο σπίτι καθισμένοι,
γιατί σ'αυτον έτσι κάποτε η ακατανίκητη Μοίρα
όταν γενιονταν
τού υφανε το νήμα,
όταν κι εγώ η ίδια τον γενουσα,
απ'τα γοργοποδα σκυλιά να κατασπαραχτει
μακρυά απ'τους δικούς του γονείς ,
στην εξουσία ενός άντρα κυριαρχου,
που αν εγώ μπορούσα το συκώτι μέσα του
ν'αρπαξω κολλώντας το στόμα μου να το φαω,
τότε ανταπόδοσης πράξεις για τον γιο μου θα γίνονταν,
αφού δειλιασμένον δεν τον σκοτωσε,
αλλά μπροστά στους Τρώες και στις βαθυκολπες Τρωαδιτισσες
ενώ στεκόνταν
ούτε στο νου το φόβο να'χει ούτε τη φυγη
Ὣς φάτο, κώκυσεν δὲ γυνὴ καὶ ἀμείβετο μύθῳ·200
«ὤ μοι, πῇ δή τοι φρένες οἴχονθ’, ᾗς τὸ πάρος περ
ἔκλε’ ἐπ’ ἀνθρώπους ξείνους ἠδ’ οἷσιν ἀνάσσεις;
πῶς ἐθέλεις ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν ἐλθέμεν οἶος,
ἀνδρὸς ἐς ὀφθαλμοὺς ὅς τοι πολέας τε καὶ ἐσθλοὺς
υἱέας ἐξενάριξε· σιδήρειόν νύ τοι ἦτορ.205
εἰ γάρ σ’ αἱρήσει καὶ ἐσόψεται ὀφθαλμοῖσιν,
ὠμηστὴς καὶ ἄπιστος ἀνὴρ ὅ γε, οὔ σ’ ἐλεήσει,
οὐδέ τί σ’ αἰδέσεται. νῦν δὲ κλαίωμεν ἄνευθεν
ἥμενοι ἐν μεγάρῳ· τῷ δ’ ὥς ποθι Μοῖρα κραταιὴ
γιγνομένῳ ἐπένησε λίνῳ, ὅτε μιν τέκον αὐτή,210
ἀργίποδας κύνας ἆσαι ἑῶν ἀπάνευθε τοκήων,
ἀνδρὶ πάρα κρατερῷ, τοῦ ἐγὼ μέσον ἧπαρ ἔχοιμι
ἐσθέμεναι προσφῦσα· τότ’ ἄντιτα ἔργα γένοιτο
παιδὸς ἐμοῦ, ἐπεὶ οὔ ἑ κακιζόμενόν γε κατέκτα,
ἀλλὰ πρὸ Τρώων καὶ Τρωϊάδων βαθυκόλπων215
ἑσταότ’, οὔτε φόβου μεμνημένον οὔτ’ ἀλεωρῆς
.
.
.
Συντακτική αναλυση:
Ὣς φάτο
κώκυσεν δὲ γυνή
καὶ ἀμείβετο μύθῳ
τρεις κύριες προτάσεις σε παρατακτική σύνδεση:
Ὣς: τροπικό επιρρημα
φάτο: ρημα,αόριστος μέσης φωνής, γ΄ ενικό)
κώκυσεν: ρήμα,αόριστος ενεργητικής φωνης
γυνή: υποκείμενο
δέ: αντιθετικός/
καί: συμπλεκτικός σύνδεσμος
ἀμείβετο: ρημα,παρατατικος μέσης φωνής
μύθῳ: δοτική οργάνου/τρόπου
ὤ μοι, πῇ δή τοι φρένες οἴχονθ’, ᾗς τὸ πάρος περ
ἔκλε’ ἐπ’ ἀνθρώπους ξείνους ἠδ’ οἷσιν ἀνάσσεις;
επιφωνηματική εισαγωγή:
ὤ: επιφώνημα θρήνου/οδύνης
μοι: δοτική προσωπική
κύρια ερωτηματική πρόταση:
πῇ: ερωτηματικό επίρρημα τόπου
δή: μόριο έμφασης
τοι: δοτική προσωπική
φρένες: υποκείμενο
οἴχονθ’ ,οἴχονται): ρήμα,
παρακείμενος με σημασία ενεστώτα
Αναφορική πρόταση:
ᾗς: αναφορική αντωνυμία ,δοτική πληθυντικού θηληκου γένους,
τὸ πάρος περ:
χρονικός προσδιορισμός
ἔκλε’ ,ἔκλεο):
ρήμα ,παρατατικός)
ἐπ’: πρόθεση + αιτιατική
ἀνθρώπους: αντικείμενο
ξείνους: επιθετικός προσδιορισμός
ἠδ’ ,καί): σύνδεσμος
οἷσιν: αναφορική αντωνυμία ,δοτική πληθυντικού
ἀνάσσεις: ρήμα
πῶς ἐθέλεις ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν ἐλθέμεν οἶος,
ἀνδρὸς ἐς ὀφθαλμοὺς ὅς τοι πολέας τε καὶ ἐσθλοὺς
υἱέας ἐξενάριξε·
κύρια ερωτηματική πρόταση:
πῶς: ερωτηματικό επίρρημα τρόπου
ἐθέλεις: ρήμα
ἐλθέμεν: απαρέμφατο αορίστου
αντικείμενο/συμπλήρωμα τού ἐθέλεις
οἶος: κατηγορηματικός προσδιορισμός στο υποκείμενο (εσύ)
προσδιορισμοί:
ἐπί + αιτιατική, κατεύθυνση
νῆας: αντικείμενο τής πρόθεσης
Ἀχαιῶν: γενική κτητική
δευτερεύουσα αναφορική πρόταση (ἐπεκτατική του 'ἀνδρός'):
ἀνδρός: γενική αντικειμενική (εξαρτάται από 'ἐς ὀφθαλμούς')
ἐς ὀφθαλμούς: εμπρόθετος προσδιορισμός
ὅς: αναφορική αντωνυμία (υποκείμενο)
τοι: δοτική προσωπική
πολέας τε καὶ ἐσθλούς υἱέας:
αντικείμενο τού ρήματος
πολέας ἐσθλούς : επιθετικοι προσδιορισμοι
ἐξενάριξε: ρήμα,
αόριστος ενεργητικής φωνης
σιδήρειόν νύ τοι ἦτορ.
εἰ γάρ σ’ αἱρήσει καὶ ἐσόψεται ὀφθαλμοῖσιν,
ὠμηστὴς καὶ ἄπιστος ἀνὴρ ὅ γε, οὔ σ’ ἐλεήσει,
οὐδέ τί σ’ αἰδέσεται.
ἦτορ: υποκείμενο (ουδέτερο ενικου βαθμου)
σιδήρειον: κατηγορούμενο τουυ υποκειμένου
τοι: δοτική προσωπική
νύ: επιρρηματικό μόριο έμφασης
Υποθετικός λόγος:
εἰ: υποθετικός σύνδεσμος
γάρ: επεξηγηματικό μόριο
Ρήματα υπόθεσης:
αἱρήσει: μέλλοντας
ἐσόψεται: μέλλοντας μέσης φωνής
σ’: αντικείμενο και τών δύο ρημάτων
ὀφθαλμοῖσιν: δοτική τρόπου
ἀνήρ: υποκείμενο
ὠμηστής: κατηγορούμενο
ἄπιστος: κατηγορούμενο
ὅ γε:
αναφορική αντωνυμία + μόριο έμφασης
οὔ: άρνηση
ἐλεήσει: ρήμα μέλλοντα
σ’: αντικείμενο
υποκείμενο: εννοούμενο 'ἐκεῖνος ἀνήρ'
οὐδέ:αρνηση
τί: αόριστο αντωνυμικό μόριο
σ’: αντικείμενο
αἰδέσεται: μέλλοντας μέσης φωνης
νῦν δὲ κλαίωμεν ἄνευθεν
ἥμενοι ἐν μεγάρῳ· τῷ δ’ ὥς ποθι Μοῖρα κραταιὴ
γιγνομένῳ ἐπένησε λίνῳ, ὅτε μιν τέκον αὐτή
Προτρεπτική πρόταση:
Κύρια πρόταση
νῦν δὲ: χρονικό επίρρημα + μεταβατικό μόριο
κλαίωμεν: ρήμα
υποτακτική προτρεπτική α΄ πληθυντικού
ἥμενοι: μετοχή παρακειμένου μέσης φωνής
κατηγορηματική μετοχή
συμφωνεί με το υποκείμενο (εννοούμενο 'ἡμεῖς')
ἐν μεγάρῳ:
εμπρόθετος προσδιορισμός τόπου
Επεξηγηματική / αιτιολογική αναφορά στη μοίρα.
τῷ: δοτική αναφοράς
δ’: μεταβατικό μόριο
ὥς ποθι: χρονική αόριστη έκφραση
Μοῖρα: υποκείμενο
κραταιὴ: επιθετικός προσδιορισμός (κατηγορούμενο)
γιγνομένῳ:
μετοχή ενεστώτα μέσης
δοτική ενικού
συμφωνεί με 'τῷ'
ἐπένησε:ρήμα αορίστου
κατηγόρημα
λίνῳ:δοτική οργάνου
ὅτε:χρονικός σύνδεσμος
μιν:αντικείμενο («τον»)
τέκον:ρήμα αορίστου
αὐτή:υποκείμενο
ἀργίποδας κύνας ἆσαι ἑῶν ἀπάνευθε τοκήων,
ἀνδρὶ πάρα κρατερῷ, τοῦ ἐγὼ μέσον ἧπαρ ἔχοιμι
ἐσθέμεναι προσφῦσα·
Κύριο εξαρτώμενο σχήμα (από τη Μοίρα):
κύνας:αιτιατική πληθυντικού
αντικείμενο τού απαρεμφάτου
ἀργίποδας:επιθετικός προσδιορισμός
ἆσαι
απαρέμφατο αορίστου του ἄω
τελικό/συμπληρωματικό απαρέμφατο εξαρτώμενο από τη Μοίρα
συμπληρωματικές επεκτάσεις:
προσδιορισμός θανάτου:
ἀπάνευθε τοκήων:
εμπρόθετος προσδιορισμός απομάκρυνσης
ἑῶν:γενική κτητική
προσδιορίζει το «'τοκήων'
προσδιορισμός τόπου/εξουσίας:
πάρα + δοτική:
εμπρόθετος προσδιορισμός
ἀνδρί:
δοτική (προσδιορισμός εξάρτησης)
κρατερῷ:επίθετο,δοτική,
κατηγορηματικός προσδιορισμός
'στην εξουσία ενός κυριαρχου άνδρα'
εκδικητική εικόνα,:
τοῦγενική αναφορική
εξαρτάται από το προηγούμενο «'ἀνδρός'
ἐγώ:υποκείμενο της ευκτικής
ἔχοιμι:ευκτική δυνητική α΄ ενικού
ρήμα κύριας εξάρτησης
ἧπαρ: αντικείμενο
μέσον: κατηγορηματικός προσδιορισμός
ἐσθέμεναι:απαρέμφατο αορίστου
προσφῦσα:μετοχή αορίστου
κατηγορηματική μετοχή τρόπου
τότ’ ἄντιτα ἔργα γένοιτο
παιδὸς ἐμοῦ, ἐπεὶ οὔ ἑ κακιζόμενόν γε κατέκτα,
ἀλλὰ πρὸ Τρώων καὶ Τρωϊάδων βαθυκόλπων215
ἑσταότ’, οὔτε φόβου μεμνημένον οὔτ’ ἀλεωρῆς
Κύρια πρόταση:
τότ’ ἄντιτα ἔργα γένοιτο
γένοιτο:ρήμα,ευκτική αορίστου
δυνητική /ευχετική
ἔργα:υποκείμενο
ἄντιτα:επιθετικός προσδιορισμός
τότε: χρονικό επίρρημα
παιδός:γενική
ἐμοῦ:γενική προσωπική, γενική ταυτότητας
Αιτιολογική δευτερεύουσα:
ἐπεὶ οὔ ἑ κακιζόμενόν γε κατέκτα.
κατέκτα:ρήμα αορίστου
υποκείμενο: εννοούμενο 'ἐγώ'
ἑ: αντικείμενο (τον)
κακιζόμενον:μετοχή παθητική
γε:μόριο έμφασης
ἐπεί:αιτιολογικός σύνδεσμος
Αντιθετική / επεξηγηματική επέκταση
ἀλλὰ πρὸ Τρώων καὶ Τρωϊάδων βαθυκόλπων ἑσταότ'
ἀλλὰ πρὸ Τρώων καὶ Τρωϊάδων βαθυκόλπων:
εμπρόθετος προσδιορισμός:
πρό + γενική
Τρώων: Τρώες (άνδρες)
Τρωϊάδων βαθυκόλπων: Τρωαδίτισσες (γυναίκες)
ἑσταότ’:μετοχή παρακειμένου του ἵστημι
κατηγορηματική μετοχή
Μετοχικές φράσεις:
οὔτε φόβου μεμνημένον οὔτ’ ἀλεωρῆς
μεμνημένον:
μετοχή παρακειμένου μέσης φωνης
φόβου / ἀλεωρῆς:
γενικές αντικειμενικές
δομή:
οὔτε + γενική + μετοχή + οὔτε + γενική
.
.
Ετυμολογικο λεξικό;
Ὣς:
επίρρημα
από τη ρίζα σο- / ho-s (δεικτικό-αναφορικό)
συγγενές με:
λατ. sic (έτσι)
σημασία: έτσι
φάτο:
αόριστος μέσης φωνής του φημί
από ινδοευρωπαϊκή ρίζα bha-μιλώ, λέγω
συγγενή:
λατινικα. fari(ομιλώ)
αγγλικα. ban, fable (έμμεση συγγένεια)
κώκυσεν:
αόριστος του κωκύω, θρηνώ δυνατά
πιθανή ηχομιμητική ρίζα κωκ-/κωκυ-
συνδέεται με ήχους θρήνου (κωκ-ω)
δέ:
μεταθετικό μόριο
ινδοευρωπαϊκα de/deh και, αλλά, τότε
γυνή:
από ινδοευρωπαϊκή ρίζα gwen-γυναίκα
συγγενικα:
αγγλικα.queen (ετυμολογικά ίδια ρίζα)
σανσκριτικά.gnā (γυναίκα, θεά)
καί:
από ινδοευρωπαϊκα kai και,επίσης
συμπλεκτικός σύνδεσμος
ἀμείβετο:
μέσος παρατατικός του ἀμείβω
από ρίζα meib- / ameib- ανταλλάσσω
αρχική σημασία:
ανταλλάσσω ,απαντώ»
μύθῳ:
από μῦθος
ινδοευρωπαϊκηρίζα mew- / mu-μιλώ χαμηλόφωνα
αρχικά: λόγος, ομιλία
όχι 'μύθος' με την σύγχρονη έννοια
ὤ:
επιφώνημα
πιθανή προϊνδοευρωπαϊκή ηχομιμητική προέλευση
έκφραση πόνου/θρήνου
μοι:
δοτική προσωπική τής αντωνυμίας ἐγώ
από ινδοευρωπαϊκη me- εγω
πῇ:
από αναφορικό/ερωτηματικό επίρρημα
συγγενές με πού
ινδοευρωπαϊκη kwo-/kwi- ερωτηματική βάση
δή:
ενισχυτικό μόριο
πιθανή προέλευση από δείκτικο στοιχείο
σημασία:ακριβώς, λοιπόν
τοι:
δευτεροπρόσωπη δοτική
από ινδοευρωπαϊκη toi σου
φρένες:
από ινδοευρωπαϊκή ρίζα phrēn-
σημαίνει αρχικά: διάφραγμα, στήθος
και εξελίσσεται σε:
νους, σκέψη, συνείδηση
συγγενές:
αγγλικα. brain (έμμεση συγγένεια μέσω ινδοευρωπαϊκης)
οἴχονθ’:
παρακείμενος/ενεργητικός σχηματισμός του οἴχομαι
από ρίζα weik- / oik- φεύγω, πηγαίνω
συγγενές:
λατινικα: veho μεταφέρω
ᾗς:
αναφορική αντωνυμία δοτική πληθυντικού
από ινδοευρωπαϊκη yo-/i- αναφορική βάση
πάρος:
από επίρρημα χρόνου
ινδοευρωπαϊκη pro- = πριν, μπροστά
συγγενές με λατινικο prius
περ:
επιτατικό μόριο
από αρχαίο δείκτη έμφασης
σημασία:ακριβώς, πράγματι
ἔκλε’:
παρατατικός του κλέος / κλείω
από ρίζα kleu- ακούω φημίζομαι
συγγενές:
λατινικα:clueo
αγγλικα:listen (μακρινή ινδοευρωπαϊκή συγγένεια στο σημασιολογικό πεδίο)
ἐπί:
πρόθεση
ινδοευρωπαϊκη epi = πάνω σε, προς
ἀνθρώπους
από ἄνθρωπος
πιθανή σύνθεση:
ἀνήρ + ὤψ αυτός που έχει ανθρώπινο πρόσωπο
σημασία: άνθρωποι
ξείνους:
από ξένος
ινδοευρωπαϊκη ghseno- = ξένος, φιλοξενούμενος
συγγενές:
αγγλικα: guest (ίδια ρίζα ghos-ti-)
ἠδ’:
παραλλαγή του ἠδέ και
από ινδοευρωπαϊκη eti / ed (συμπλεκτικό)
οἷσιν:
αναφορική αντωνυμία (δοτική πληθ.)
από ινδοευρωπαϊκη yo- (όπως και ᾗς)
ἀνάσσεις:
από ἄναξ / ἀνάσσω
ινδοευρωπαϊκη ρίζα nek- / h nek- κυβερνώ
σημασία:εξουσιάζεις
πῶς:
από ινδοευρωπαϊκη ερωτηματική βάση kwo- / kwi-
συγγενές με λατινικο quo- (π.χ. quando)
σημασία: πώς
ἐθέλεις:
από ρήμα ἐθέλω / θέλω
πιθανή ινδοευρωπαϊκη ρίζα wel- θέλω, επιθυμώ
συγγενές:
λατινικα:volo θέλω
αγγλικα:will
ἐπί:
πρόθεση από ινδοευρωπαϊκη epi
σημασία:πάνω σε, προς
νῆας:
αιτιατική πληθυντικού του ναῦς
ινδοευρωπαϊκη ρίζα nau- πλοίο
συγγενές:
λατινικα:navis
αγγλικα:navy
Ἀχαιῶν:
από εθνικό Ἀχαιοί
πιθανή προελληνική (μη σαφής ινδοευρωπαϊκη ετυμολογία)
σημασία:Αχαιοί
ἐλθέμεν:
απαρέμφατο αορίστου του ἔρχομαι
ινδοευρωπαϊκη ρίζα ergh- / leudh- κίνησης
συγγενές:
αγγλικα:go (έμμεση εξελικτική σχέση μέσω ινδοευρωπαϊκής ρίζας κίνησης)
οἶος
από ινδοευρωπαϊκη αντωνυμική ρίζα oi- / h oi- μόνος
συγγενές:
αγγλικα. alone (με διπλή ετυμολογική εξέλιξη: all + one)
ἀνδρός:
από ἀνήρ
ινδοευρωπαϊκη ρίζα ner- = άνδρας, ισχυρός
συγγενές:
σανσκριτικά: nṛ-άνδρας
ἐς:
πρόθεση,παραλλαγή του εἰς
ινδοευρωπαϊκη en / es μέσα σε, προς
ὀφθαλμοὺς:
από ὀφθαλμός
πιθανή σύνθεση:
ὄψ (όραση) + θάλλω/θαλμός (ανθίζω, ακμή)
σημασία:μάτια
ὅς:
αναφορική αντωνυμία
ινδοευρωπαϊκη ρίζα yo- / kwo- αναφορική βάση
τοι:
δευτεροπρόσωπη δοτική
ινδοευρωπαϊκη toi σε σένα
πολέας:
από πολύς
ινδοευρωπαϊκη ρίζα pleh-πολύς, πλήρης
συγγενές:
λατινικα. plenus γεμάτος
τε:
συμπλεκτικό μόριο
ινδοευρωπαϊκη kʷe «και»
καί:
επίσης από ινδοευρωπαϊκη kai / kwe
σημασία: και
ἐσθλούς:
από ἐσθλός,καλός, γενναίος
ινδοευρωπαϊκη ρίζα es- / h es-είμαι άξιος/καλός
σημασία εξελικτική:
καλός → ηθικά άξιος → γενναίος
υἱέας:
από υἱός γιος
πιθανή ινδοευρωπαϊκη ρίζα suH-io- παιδί
συγγενές:
.sūnuḥ
ἐξενάριξε:
από ἐξεναρίζω
σύνθεση:
ἐξ- (έξω) + ἔναρα (όπλα τού νεκρού)
ινδοευρωπαϊκη ρίζα ner- / h ner- ανδρική δύναμη/όπλα
σημασία αρχικά:
αφαιρώ τα όπλα του νεκρού
έπειτα:
σκοτώνω στη μάχη
σιδήρειον:
από σίδηρος
πιθανή προελληνική λέξη
σημασία: από σίδηρο
νύ:
επιτατικό μόριο
πιθανή εξέλιξη από δείκτικο μόριο
σημασία:πράγματι
ἦτορ:
από ινδοευρωπαϊκη ρίζα h ētor / kḗr (καρδιά, εσωτερικό)
συγγενές:
λατινικα:cor καρδιά
αγγλικα:heart
εἰ:
υποθετικός σύνδεσμος
ινδοευρωπαϊκη ρίζα ei / h ei αν
συγγενές:
λατινικα:si αν
γάρ:
επεξηγηματικό μόριο
από ινδοευρωπαϊκο δείκτη αιτιολόγησης gar / ge-are
σημασία: διότι, πράγματι
σ’:
εγκλιτική αντωνυμία σε
από ινδοευρωπαϊκη te (β΄ ενικό)
αἱρήσει:
μέλλοντας του αἱρέω, πιάνω, συλλαμβάνω
ινδοευρωπαϊκη ρίζα ser- / sor-παίρνω, αρπάζω
συγγενές:
λατινικα:se- (in-serere)
καί:
από ινδοευρωπαϊκη kʷe = και
ἐσόψεται:
μέλλοντας μέσης φωνής τού ὁράω
ινδοευρωπαϊκη ρίζα wer- / or- βλέπω
συγγενές:
λατινικα:video βλέπω,ορω
ὀφθαλμοῖσιν:
από ὀφθαλμός
πιθανή σύνθεση:
ὄψ (όραση) + θαλμός (ακμή, άνθος)
σημασία: μάτια
ὠμηστής:
από ὠμός ,ωμός, άγριος + ἐσθίω ,τρώω
σημασία: ωμοφάγος, άγριος καταστροφέας
ινδοευρωπαϊκη ρίζα:
h em- (ωμός) + ed- (τρώω)
ἄπιστος:
α- (στερητικό) + πιστός
πιστός από ινδοευρωπαϊκη peith- πείθω
σημασία:αυτός που δεν εμπιστεύεται / αναξιόπιστος
ἀνήρ:
από ινδοευρωπαϊκη ρίζα ner-άνδρας, δυνατός
συγγενές:
σανσκριτικά:nṛ- άνδρας
ὅ γε:
αναφορική αντωνυμία + ενισχυτικό μόριο
ινδοευρωπαϊκη yo- αναφορικό στοιχείο
οὔ:
άρνηση
από ινδοευρωπαϊκη ne / ou ,αρνητικό μόριο
ἐλεήσει,:
μέλλοντας του ἐλεέω, λυπάμαι
από ἔλεος,οίκτος
ινδοευρωπαϊκη ρίζα el- σπλαχνίζομαι
οὐδέ:
οὐ + δέ ούτε
συνδυαστικό αρνητικό μόριο
τί:
αόριστη αντωνυμία
ινδοευρωπαϊκη kwi- / kwo-
αἰδέσεται:
μέλλοντας του αἰδέομαι, σέβομαι, ντρέπομαι
από ινδοευρωπαϊκη ρίζα aid-σεβασμός, ντροπή
νῦν:
από ινδοευρωπαϊκο δείκτη χρόνου nu τώρα
δέ:
μεταβατικό μόριο
ινδοευρωπαϊκη de και, αλλά
κλαίωμεν:
υποτακτική ενεστώτα τού κλαίω
ινδοευρωπαϊκη ρίζα kla- = κλαίω, θρηνώ
συγγενές:
λατινικα:clamare φωνάζω
ἄνευθεν:
επίρρημα
από ἀν- + ἔχω / ἔυ- (χωρίς)
σημασία: χωριστά, χωρίς παρουσία άλλων
ἥμενοι:
μετοχή παρακειμένου του ἧμαι,κάθομαι
ινδοευρωπαϊκη ρίζα sed- κάθομαι
συγγενές:
λατινικα:sedere
αγγλικα: sit
ἐν:
πρόθεση
ινδοευρωπαϊκη en μέσα σε
μεγάρῳ:
από μέγαρον ,παλάτι μεγάλη αίθουσα
πιθανή προελληνική ρίζα
σημασία: κεντρικός χώρος ανακτόρου
τῷ:
δοτική του άρθρου
ινδοευρωπαϊκη so/to- δεικτική βάση
λειτουργία: αναφορά (γι’ αυτόν)
δέ:
μεταβατικό μόριο
ινδοευρωπαϊκη de και, αλλά
ὥς:
από ινδοευρωπαϊκη so-/ho- αναφορική-δεικτική βάση
σημασία:έτσι
ποθι:
άτονη χρονική/τοπική αόριστη μορφή τού πού
ινδοευρωπαϊκη kwo- ερωτηματική ρίζα
Μοῖρα:
από ρίζα μείρομαι μοιράζω
ινδοευρωπαϊκη mer- «μερίζω, μοιράζω
σημασία:πεπρωμένο μερίδιο ζωής
κραταιὴ:
από ινδοευρωπαϊκη
kret- δύναμη
συγγενές με:
κράτος εξουσία
σημασία: ισχυρή
γιγνομένῳ:
μετοχή μέσης φωνης τού γίγνομαι
ινδοευρωπαϊκη ρίζα gen-γεννώμαι, γίνομαι
συγγενές:
αγγλικά:genesis
ἐπένησε:
αόριστος τού πηνίζω/πηγνύω
πιθανή ετυμολογία από ρίζα pen-/peg-υφαίνω, πλέκω
σημασία: ύφανε/όρισε
λίνῳ:
από λίνον ,νήμα, λινάρι
πιθανή προελληνική λέξη
σημασία: νήμα ζωής
ὅτε:
χρονικός σύνδεσμος
ινδοευρωπαϊκη kʷote όταν
μιν:
εγκλιτική αντωνυμία: αυτόν
ινδοευρωπαϊκη men / min-αντωνυμική βάση
τέκον:
αόριστος τού τίκτω
ινδοευρωπαϊκη tek-/tok- γεννώ
συγγενές:
τεκνον,παιδί
αὐτή:
αντωνυμία έμφασης
ινδοευρωπαϊκη au- ίδιος
ἀργίποδας:
σύνθετο:
ἀργός ,γρήγορος/λαμπρός
πούς ,πόδι
ινδοευρωπαϊκη arg- + pod-
σημασία:γοργοπόδαρος
κύνας:
από ινδοευρωπαϊκη ḱuon- σκύλος
συγγενές:
λατινικα:canis,μυών
ἆσαι:
αόριστο απαρέμφατο του5 ἄω
πιθανή ρίζα as- κατασπαράζω
σημασία: να γίνει βορά
ἑῶν:
κτητική αντωνυμία
ινδοευρωπαϊκη swe- δικός του
ἀπάνευθε:
από ἀ- + ἄνευ
ινδοευρωπαϊκη neu- χωρίς
σημασία:μακριά απο
τοκήων:
από τίκτω ,γεννώ
ινδοευρωπαϊκη tek-
σημασία:γονείς
ἀνδρί:
από ἀνήρ
ινδοευρωπαϊκη ner- άνδρας
πάρα:
πρόθεση από παρά
ινδοευρωπαϊκη per- / para-δίπλα
κρατερῷ:
από κρατός ,κράτος
ινδοευρωπαϊκη kret- δύναμη
τοῦ:
γενική αντωνυμία
ινδοευρωπαϊκη to-
ἐγώ:
προσωπική αντωνυμία
ινδοευρωπαϊκη eg-εγώ
μέσον:
από μέσος
ινδοευρωπαϊκη medhyo- μέσος
ἧπαρ:
πιθανή ινδοευρωπαϊκη ρίζα h ep-σπλάχνο
συγγενές:
λατινικα:iecur ήπαρ
ἔχοιμι:
ευκτική τού ἔχω
ινδοευρωπαϊκη segh- κρατώ
συγγενές
αγγλικα:have
ἐσθέμεναι:
απαρέμφατο αορίστου του ἐσθίω
ινδοευρωπαϊκη ed- τρώω
συγγενές:
αγγλικά:eat
προσφῦσα:
μετοχή αορίστου τού προσφύω
από πρός + φύω
ινδοευρωπαικη bheu- φυτρώνω,προσκολλώ
τότ’:
από τότε
ινδοευρωπαϊκη to + te τότε
ἄντιτα:
από ἀντί
ινδοευρωπαϊκη ant- απέναντι
ἔργα:
από ἔργον
ινδοευρωπαϊκη werg- έργο, πράξη
Συγγενες:
αγγλικά:work
γένοιτο:
ευκτική τού γίγνομαι
ινδοευρωπαϊκη gen- γίνομαι
παιδός:
από παῖς
ινδοευρωπαϊκη pa(i)- παιδί
ἐμοῦ:
αντωνυμία
ινδοευρωπαϊκη me-εγώ
κακιζόμενον:
από κακίζω
κακός + -ίζω
ινδοευρωπαϊκη kak- κακός
κατέκτα:
αόριστος τού κατακτείνω
ινδοευρωπαϊκη kten- σκοτώνω
πρὸ:
πρόθεση
ινδοευρωπαϊκη pro-πριν, μπροστά
Τρώων:
πιθανή προελληνική ρίζα
εθνικό όνομα
Τρωϊάδων:
παράγωγο τού Τρώες
σημασία:γυναίκες της Τροίας
βαθυκόλπων:
βαρύ + κόλπος
ινδοευρωπαϊκη kolp- κόλπος, αγκαλιά
σημασία:με βαθύ κόρφο
ἑσταότ’:
μετοχή παρακειμένου τού ἵστημι
ινδοευρωπαϊκη sta- στέκομαι
φόβου:
από φόβος
ινδοευρωπαϊκη bhegw- τρέπω σε φυγή
μεμνημένον:
παρακείμενος τού μιμνήσκω
ινδοευρωπαϊκη men- θυμάμαι
ἀλεωρῆς:
από ἀλεωρή φυγή αποφυγή
πιθανή προελληνική λέξη
σημασία: φυγής
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου