.
.
Ρ-Litterature Λογοτεχνια
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Francisco Goya-Kronos-
χ.ν.κουβελης c.n couvelis
The Last Pintura Negra τού Francisco Goya
Ο Γκόγια καθεται ακίνητος,με τα μάτια του καρφωμένα στο σκοτάδι.
Επέστρεφαν στην Quinta del Sordo
οι μάγισσες,οι παραμορφωμένοι άνθρωποι,οι σκοτεινές φιγούρες.
Η κώφωση του στις Pinturas negras.
Κοιτάζει τον Κρόνο που καταβροχθίζει το παιδί του.Τα μάτια τού θεού άγρια,
γεμάτα λυσσα.
Άγγιξε με το χέρι του το χρώμα,ήταν ακόμα νωπό.
Ο Κρόνος τον κοιτούσε.
Δεν φοβήθηκε.Ειχε δει πολλά,πολέμους,αρρώστιες,τη τρέλα τών ανθρωπων,σώματα
που έπεφταν στις εκτελέσεις,
τον ανθρωπο να γίνεται κτηνος.
Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε,
κάθισε σε μια καρέκλα.
Έφερε στο νου του
τη νεότητα,τις αυλές, τούς βασιλιάδες που ζωγράφισε,τα ψεύτικα χαμόγελα,
τα πρόσωπα που κρύβανε δολο κάτω από τη λάμψη.
Τους πολεμους,τα ακρωτηριασμένα σώματα. τούς κρεμασμένους ανθρώπους,
τα ανοιχτά μάτια των νεκρών
Τις τελευταίες μέρες ένιωθε το σώμα του αδυναμο,τα χέρια του έτρεμαν,η όραση του θολωσε.
Ένα απόγευμα ένας μαθητης του μπήκε στο σπίτι και τον βρήκε καθισμένο στη
καρεκλα, ακίνητο,με το βλέμμα στραμμένο στον τοίχο.
-Δάσκαλε,φώναξε.
Καμία απάντηση.
Πλησίασε.Είδε τα μάτια τού Γκόγια.Δεν ήταν νεκρά.
Ο ζωγράφος σήκωσε αργά το χέρι και έδειξε στον τοίχο.Εκεί έβλεπε μια μορφή
να σχηματίζεται μεσα στο σκοταδι.
Το σκοτάδι τον έτρωγε.
Ο μαθητης δεν κατάλαβε.
Αλλά ο Γκόγια ήξερε.
Ήταν το τελευταίο του έργο.Αυτος ο ίδιος.
Τη νύχτα πέθανε.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n couvelis
Η Εκτέλεση τού Frederico Garcia Lorca
την αυγή το χώμα ήταν υγρό
ιδρωμενο από τη νύχτα
τα φύλλα στις ελιές μισά ασημένια
μισά σκοτεινα
Κάπου μακριά ένα σκυλί
γαυγίζει τα συννεφα,
ο δυνατός αέρας γυρίζει
με τούς καβαλαριδες του
Τον έφεραν.Δεν αντιστάθηκε.
Το πρόσωπό του ήταν ήρεμο.
-θέλω να με σκεπασει
νερό με νουφαρα-
Ένας από τους στρατιώτες τον κοίταξε. -Δεν νιώθεις τρόμο;τον ρωτησε.
-ειμαστε βρέφη και η γη είναι η κούνια μας,
ειπε.
-Εδώ,είπε ο αρχηγός.
Ο τόπος τής εκτέλεσης δεν είχε τίποτα το δραματικό.Ένα κομμάτι γης,μια μικρή ανηφόρα,λίγες πέτρες.
Τον έστησαν.
Τα χέρια του δεν έτρεμαν.
-μη δέστε τα χέρια του,διέταξε ο αρχηγός
Ένας άλλος στρατιώτης απέφευγοντας να κοιταξει το πρόσωπο του, κοίταζε
τα παπούτσια του,τη λάσπη που είχε κολλήσει πάνω τους.
Ο ουρανός άρχισε να αλλάζει χρώμα.
Το γαλάζιο πάλευε με το μαύρο.
-πρασινο,ψιθύρισε,πράσινος άνεμος,πράσινα πουλια
Μέσα από τις ελιές βγηκε ένας χορός μαυροφορεμένων γυναικών.
-Ηρθαμε καλεσμένες στον γάμο σου,είπε η κορυφαία.
Τον ματωμένο.
Ένας αξιωματικός διάβασε ένα εγγραφι.
Λόγια τυπικά.
Ο ποιητής δεν άκουγε πια,άκουγε μόνο το αίμα του,τη γη του,τα νανουρίσματα.
Ούτε τον πυροβολισμό άκουσε.
Στις πέντε το απόγευμα.
Ήταν ακριβώς πέντε το απόγευμα.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Ένα παραμύθι)
Ο αυτοκράτορας και το πουλί τού δάσους
(Ελληνικά, English, Francais, German, Italiano, Spanish, Portuguese)
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια απέραντη αυτοκρατορία ο αυτοκράτορας είχε στο παλάτι μηχανικά λουλούδια που άνοιγαν με τη μουσική,καθρέφτες που αντι για πρόσωπα έδειχναν φανταστικούς κόσμους όπως στα όνειρα,πουλιά από ασήμι που κελαηδούσαν κάθε που ξημερωνε.
Όμως ο αυτοκράτορας δεν ένιωθε ευτυχισμένος.
-Ολα αυτά,έλεγε στους αυλικούς του,είναι τέλεια θαύματα,αλλά τίποτα από αυτά δεν με συγκινεί πραγματικά.
Μια μέρα έφτασε ένας ταξιδιώτης από πολύ μακριά και τού μίλησε για ένα μικρό πουλί που ζούσε βαθιά μέσα σε ένα δάσος πολύ μακριά από κει.
-Κελαηδαει τόσο ομορφα,είπε στον αυτοκράτορα,όσο κανένα άλλο πουλί στον κοσμο αυτο.
Και ο αυτοκρατος διέταξε να πάνε και να τού φέρουν το πουλί.
Έτσι και έγινε.
Πήγαν κι εφεραν το πουλί στον αυτοκράτορα.
Και το πουλί κελαηδησε,και ο αυτοκρατος στο τραγουδι άκουσε τη βροχή,το φως τού φεγγαριού,τη σιωπή τής λίμνης,το γέλιο ενός μικρού παιδιού,τη φωνή τής μάνας του που έχασε.
Όλα ήταν που αγαπουσε μέσα στο τραγούδι τού πουλιού.
Κι ο αυτοκράτορας από τη μεγάλη συγκίνησε δακρυσε.
Οι αυλικοί όμως,άνθρωποι δόλιοι και πονηροί,δεν άντεχαν αυτή τη τελειότητα τού πουλιού γιατι θα έχαναν τα προνόμια τους.
Έφεραν,λοιπον,έναν τεχνίτη που έφτιαξε ένα άλλο πουλί,χρυσό.
Τραγουδούσε το ίδιο τέλεια και επιπλέον δεν κουράζονταν ποτέ να σταματήσει.
Και ο αυτοκρατορας συνειθισε και προτιμούσε να ακούει μονάχα το χρυσό πουλί.
Τοτε το αλλο πουλί,το πραγματικό,ξεχασμενο,
πέταξε και γύρισε πίσω στο δάσος του.
Τα χρόνια πέρασαν.
Και μια μέρα ο αυτοκράτορας αρρώστησε βαριά για να πεθάνει.Και ουτε το χρυσό πουλί δεν ήθελε πια να τού τραγουδαει.
Οι γιατροί δεν ήξεραν τη γιατρειά του.
Και ένα ξημέρωμα άκουσε το κελάηδισμα τής καρδιάς του.
Το πουλί τού δάσους είχε επιστρέψει και ήταν στο παράθυρο και τού τραγουδουσε.
Ο αυτοκράτορας ένιωσε τη ζωή μέσα του να αναστενεται.
Διεταξε τότε όλα τα μηχανικά παιχνίδια στο παλάτι του,λουλούδια,καθρέφτες,ασημένια πουλιά,και το χρυσό πουλί ακομη να καταστραφούν.
Τώρα άφηνε το παράθυρο του ανοιχτό και κάθε ξημέρωμα τον ξύπναγε τού τραγούδι τού πουλιού από το δασος.
Και έτσι γίνονταν και πέρναγαν τα χρόνια και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλλίτερα.
.
.
(A Fairy Tale)
The Emperor and the Bird of the Forest
Once upon a time, in a vast empire, the emperor had in his palace mechanical flowers that opened to music, mirrors that, instead of reflecting faces, revealed fantastical worlds like dreams, and silver birds that sang every dawn.
Yet the emperor was not happy.
“All these,” he would say to his courtiers, “are perfect wonders, but none of them truly move me.”
One day, a traveler arrived from a distant land and told him about a small bird that lived deep within a faraway forest.
“It sings so beautifully,” he said to the emperor, “as no other bird in this world.”
The emperor ordered that the bird be brought to him.
And so it was done.
They went and brought the bird to the emperor.
And the bird sang, and in its song the emperor heard the rain, the light of the moon, the silence of the lake, the laughter of a small child, the voice of the mother he had lost.
Everything he loved was within the bird’s song.
And the emperor, overcome with emotion, wept.
But the courtiers, deceitful and cunning, could not bear the bird’s perfection, for they feared losing their privileges.
So they brought a craftsman who made another bird—one of gold.
It sang just as perfectly, and moreover, it never tired or stopped.
And the emperor grew accustomed to it and preferred to listen only to the golden bird.
Then the other bird—the real one—forgotten, flew away and returned to its forest.
Years passed.
One day, the emperor fell gravely ill, close to death.
Even the golden bird would no longer sing to him.
The doctors did not know how to cure him.
And one dawn, he heard the song of his heart.
The bird of the forest had returned and was at his window, singing to him.
The emperor felt life awakening within him.
Then he ordered all the mechanical wonders in his palace—flowers, mirrors, silver birds, and even the golden bird—to be destroyed.
Now he kept his window open, and every dawn he was awakened by the song of the bird from the forest.
And so the years passed, and they lived happily ever after—and we even better.
.
.
(Un conte)
L’Empereur et l’Oiseau de la Forêt
Il était une fois, dans un immense empire, un empereur qui possédait dans son palais des fleurs mécaniques qui s’ouvraient avec la musique, des miroirs qui, au lieu de refléter les visages, montraient des mondes fantastiques comme dans les rêves, et des oiseaux d’argent qui chantaient à chaque aube.
Mais l’empereur n’était pas heureux.
« Tout cela, disait-il à ses courtisans, ce sont des merveilles parfaites, mais rien de tout cela ne m’émeut vraiment. »
Un jour, un voyageur venu de très loin lui parla d’un petit oiseau qui vivait au cœur d’une forêt lointaine.
« Il chante si merveilleusement, dit-il à l’empereur, qu’aucun autre oiseau au monde ne peut l’égaler. »
L’empereur ordonna qu’on lui apporte cet oiseau.
Et ainsi fut fait.
Ils allèrent le chercher et l’amenèrent à l’empereur.
Et l’oiseau chanta, et dans son chant l’empereur entendit la pluie, la lumière de la lune, le silence du lac, le rire d’un petit enfant, la voix de sa mère qu’il avait perdue.
Tout ce qu’il aimait se trouvait dans le chant de l’oiseau.
Et l’empereur, profondément ému, pleura.
Mais les courtisans, rusés et perfides, ne pouvaient supporter cette perfection, car ils risquaient de perdre leurs privilèges.
Ils firent donc venir un artisan qui fabriqua un autre oiseau—un oiseau d’or.
Il chantait tout aussi parfaitement, et de plus, il ne se fatiguait jamais et ne s’arrêtait pas.
Et l’empereur s’y habitua et préféra n’écouter que l’oiseau d’or.
Alors l’autre oiseau, le véritable, oublié, s’envola et retourna dans sa forêt.
Les années passèrent.
Un jour, l’empereur tomba gravement malade, au point de mourir.
Même l’oiseau d’or ne voulait plus chanter pour lui.
Les médecins ne connaissaient pas le remède.
Et un matin à l’aube, il entendit le chant de son cœur.
L’oiseau de la forêt était revenu et se trouvait à sa fenêtre, chantant pour lui.
L’empereur sentit la vie renaître en lui.
Alors il ordonna que toutes les merveilles mécaniques de son palais—fleurs, miroirs, oiseaux d’argent, et même l’oiseau d’or—soient détruites.
Désormais, il laissait sa fenêtre ouverte, et chaque aube, il était réveillé par le chant de l’oiseau venu de la forêt.
Et ainsi passèrent les années, et ils vécurent heureux—et nous encore plus heureux.
.
.
(Ein Märchen)
Der Kaiser und der Vogel des Waldes
Es war einmal, in einem weiten Reich, da hatte der Kaiser in seinem Palast mechanische Blumen, die sich zur Musik öffneten, Spiegel, die statt Gesichter fantastische Welten wie in Träumen zeigten, und silberne Vögel, die jeden Morgen sangen.
Doch der Kaiser war nicht glücklich.
„All das“, sagte er zu seinen Höflingen, „sind vollkommene Wunder, aber nichts davon berührt mich wirklich.“
Eines Tages kam ein Reisender aus einem fernen Land und erzählte ihm von einem kleinen Vogel, der tief in einem weit entfernten Wald lebte.
„Er singt so schön“, sagte er zum Kaiser, „wie kein anderer Vogel auf dieser Welt.“
Der Kaiser befahl, dass man ihm den Vogel bringe.
Und so geschah es.
Man ging und brachte den Vogel zum Kaiser.
Und der Vogel sang, und in seinem Gesang hörte der Kaiser den Regen, das Licht des Mondes, die Stille des Sees, das Lachen eines kleinen Kindes, die Stimme seiner Mutter, die er verloren hatte.
Alles, was er liebte, war im Gesang des Vogels.
Und der Kaiser, von tiefer Rührung überwältigt, weinte.
Doch die Höflinge, listig und hinterhältig, konnten diese Vollkommenheit nicht ertragen, denn sie fürchteten, ihre Privilegien zu verlieren.
Also brachten sie einen Handwerker, der einen anderen Vogel schuf – einen goldenen.
Er sang ebenso vollkommen und darüber hinaus wurde er niemals müde und hörte nie auf.
Und der Kaiser gewöhnte sich daran und zog es vor, nur noch den goldenen Vogel zu hören.
Da flog der andere Vogel, der wirkliche, vergessen davon und kehrte in seinen Wald zurück.
Die Jahre vergingen.
Eines Tages wurde der Kaiser schwer krank, dem Tode nahe.
Und selbst der goldene Vogel wollte nicht mehr für ihn singen.
Die Ärzte kannten kein Heilmittel.
Und eines Morgens im Morgengrauen hörte er das Zwitschern seines Herzens.
Der Vogel des Waldes war zurückgekehrt und saß an seinem Fenster und sang für ihn.
Der Kaiser spürte, wie das Leben in ihm wieder erwachte.
Da befahl er, alle mechanischen Wunder seines Palastes – Blumen, Spiegel, silberne Vögel und selbst den goldenen Vogel – zu zerstören.
Nun ließ er sein Fenster offen, und jeden Morgen wurde er vom Gesang des Vogels aus dem Wald geweckt.
Und so vergingen die Jahre, und sie lebten glücklich – und wir noch glücklicher.
.
.
(Una fiaba)
L’Imperatore e l’Uccello della Foresta
C’era una volta, in un vasto impero, un imperatore che aveva nel suo palazzo fiori meccanici che si aprivano con la musica, specchi che, invece di riflettere i volti, mostravano mondi fantastici come nei sogni, e uccelli d’argento che cantavano ogni alba.
Eppure l’imperatore non era felice.
«Tutte queste», diceva ai suoi cortigiani, «sono meraviglie perfette, ma nulla di tutto questo mi commuove davvero.»
Un giorno arrivò un viaggiatore da molto lontano e gli parlò di un piccolo uccello che viveva nel profondo di una foresta lontana.
«Canta così meravigliosamente», disse all’imperatore, «come nessun altro uccello al mondo.»
L’imperatore ordinò che gli venisse portato.
E così fu fatto.
Andarono e portarono l’uccello all’imperatore.
E l’uccello cantò, e nel suo canto l’imperatore udì la pioggia, la luce della luna, il silenzio del lago, la risata di un bambino, la voce della madre che aveva perduto.
Tutto ciò che amava era nel canto dell’uccello.
E l’imperatore, profondamente commosso, pianse.
Ma i cortigiani, astuti e maliziosi, non potevano sopportare quella perfezione, perché temevano di perdere i loro privilegi.
Così portarono un artigiano che costruì un altro uccello, d’oro.
Cantava altrettanto perfettamente e inoltre non si stancava mai né smetteva.
E l’imperatore si abituò e preferì ascoltare soltanto l’uccello d’oro.
Allora l’altro uccello, quello vero, dimenticato, volò via e tornò nella sua foresta.
Gli anni passarono.
Un giorno l’imperatore si ammalò gravemente, vicino alla morte.
E neppure l’uccello d’oro voleva più cantare per lui.
I medici non conoscevano la cura.
E un’alba, udì il canto del suo cuore.
L’uccello della foresta era tornato ed era alla sua finestra a cantare per lui.
L’imperatore sentì la vita rinascere dentro di sé.
Allora ordinò che tutte le meraviglie meccaniche del suo palazzo – fiori, specchi, uccelli d’argento e persino l’uccello d’oro – fossero distrutte.
Ora lasciava la finestra aperta, e ogni alba veniva svegliato dal canto dell’uccello proveniente dalla foresta.
E così passarono gli anni, e vissero felici e contenti – e noi ancora meglio.
.
.
(Un cuento)
El emperador y el pájaro del bosque
Érase una vez, en un vasto imperio, un emperador que tenía en su palacio flores mecánicas que se abrían con la música, espejos que, en lugar de reflejar rostros, mostraban mundos fantásticos como en los sueños, y pájaros de plata que cantaban cada amanecer.
Sin embargo, el emperador no era feliz.
«Todo esto», decía a sus cortesanos, «son maravillas perfectas, pero nada de esto me conmueve realmente».
Un día llegó un viajero desde tierras lejanas y le habló de un pequeño pájaro que vivía en lo profundo de un bosque muy distante.
«Canta tan hermosamente», le dijo al emperador, «como ningún otro pájaro en este mundo».
El emperador ordenó que se lo trajeran.
Y así se hizo.
Fueron y trajeron al pájaro ante el emperador.
Y el pájaro cantó, y en su canto el emperador escuchó la lluvia, la luz de la luna, el silencio del lago, la risa de un niño, la voz de su madre que había perdido.
Todo lo que amaba estaba en el canto del pájaro.
Y el emperador, profundamente conmovido, lloró.
Pero los cortesanos, astutos y maliciosos, no podían soportar aquella perfección, pues temían perder sus privilegios.
Así que trajeron a un artesano que hizo otro pájaro, de oro.
Cantaba igual de perfectamente y, además, nunca se cansaba ni dejaba de cantar.
Y el emperador se acostumbró y prefirió escuchar solo al pájaro de oro.
Entonces el otro pájaro, el verdadero, olvidado, voló y regresó a su bosque.
Pasaron los años.
Un día el emperador enfermó gravemente, al borde de la muerte.
Ni siquiera el pájaro de oro quiso ya cantarle.
Los médicos no conocían su cura.
Y un amanecer, escuchó el canto de su corazón.
El pájaro del bosque había regresado y estaba en su ventana cantándole.
El emperador sintió la vida renacer dentro de él.
Entonces ordenó que todas las maravillas mecánicas de su palacio —flores, espejos, pájaros de plata e incluso el pájaro de oro— fueran destruidas.
Ahora dejaba su ventana abierta, y cada amanecer lo despertaba el canto del pájaro del bosque.
Y así pasaron los años, y vivieron felices —y nosotros aún más.
.
.
(Um conto)
O imperador e o pássaro da floresta
Era uma vez, num vasto império, um imperador que tinha em seu palácio flores mecânicas que se abriam com a música, espelhos que, em vez de refletirem rostos, mostravam mundos fantásticos como nos sonhos, e pássaros de prata que cantavam a cada amanhecer.
No entanto, o imperador não era feliz.
«Tudo isto», dizia aos seus cortesãos, «são maravilhas perfeitas, mas nada disso me comove verdadeiramente».
Um dia chegou um viajante de terras distantes e falou-lhe de um pequeno pássaro que vivia no fundo de uma floresta muito distante.
«Canta de forma tão bela», disse ao imperador, «como nenhum outro pássaro neste mundo».
O imperador ordenou que lho trouxessem.
E assim foi feito.
Foram e trouxeram o pássaro ao imperador.
E o pássaro cantou, e no seu canto o imperador ouviu a chuva, a luz da lua, o silêncio do lago, o riso de uma criança, a voz da sua mãe que tinha perdido.
Tudo o que amava estava no canto do pássaro.
E o imperador, profundamente comovido, chorou.
Mas os cortesãos, astutos e maliciosos, não podiam suportar tal perfeição, pois temiam perder os seus privilégios.
Trouxeram então um artesão que fez outro pássaro, de ouro.
Cantava igualmente de forma perfeita e, além disso, nunca se cansava nem deixava de cantar.
E o imperador habituou-se e preferiu ouvir apenas o pássaro de ouro.
Então o outro pássaro, o verdadeiro, esquecido, voou e regressou à sua floresta.
Os anos passaram.
Um dia o imperador adoeceu gravemente, à beira da morte.
Nem mesmo o pássaro de ouro quis mais cantar para ele.
Os médicos não conheciam a cura.
E numa madrugada, ouviu o canto do seu coração.
O pássaro da floresta tinha regressado e estava à sua janela a cantar para ele.
O imperador sentiu a vida renascer dentro de si.
Então ordenou que todas as maravilhas mecânicas do seu palácio —flores, espelhos, pássaros de prata e até o pássaro de ouro— fossem destruídas.
Agora deixava a janela aberta, e a cada amanhecer era despertado pelo canto do pássaro da floresta.
E assim passaram os anos, e viveram felizes —e nós ainda mais felizes.
.
.
.
Enigma
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Καθόνταν στο τραπέζι με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι της.
Μπροστά της ένα σύννεφο είχε σταθεί ακίνητο.
Κάποτε σηκώθηκε. Περπατούσε αργά.
Ειδε ενα σώμα.που υψώθηκε.
Ένα πουλί διευφεγε από το παράθυρο.
Στο βάθος μπροστά σε μια θάλασσα μια γυναικα.
Στο τραπέζι η γυναίκα σήκωσε αργά το κεφάλι.
Το σύννεφο είχε διαλυθεί.
Το πουλί είχε χαθεί.
.
.
.
woman and man-Alberto Giacometti
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Μονόπρακτο)
Η Λευκή Συνομιλια
(Πρόσωπα:
Άντρας/Γυναίκα
Φωνές εκτός σκηνης
Σκηνικό:
Ένα λευκό άδειο δωμάτιο Μια πόρτα.Δύο καρέκλες.
Μια ηλεκτρική λάμπα κρέμεται από την οροφή.)
(ο άντρας κάθεται,
η γυναίκα ορθια)
Γ:Πάλι εδώ.
Α:Δεν έφυγα ποτέ.
Γ:Εγώ έφυγα. Αλλά γύρισα.
Α:Είσαι πιο ασφαλης εδώ.
(Παύση)
(Ακούγεται ένας ήχος σαν κλειδί που γυρίζει σε πορτα)
Γ:Ποιος μάς κλειδώνει;
Α:Κανείς.Άρα δεν είμαστε ελεύθεροι.
Γ:Η' καποιος μάς ανοίγει.
Α:Το ίδιο είναι.
(Σιωπή.
Το φως τής ηλεκτρικής λαμπας αναβοσβηνει πολλές φορές)
(Η γυναίκα κάθεται.
Ο αντρας σηκώνεται)
Α:Χθες που ήσουν;
Γ:Δεν ήμουν εδω.
(Παύση.
Ακούγεται ένα γέλιο γυναίκας.
Το φως τής ηλεκτρικής καμπάνιας αναβοσβηνει πολλές φορες)
Α:Μας παρακολουθούν.
Γ:Ποιος;
(η γυναίκα σηκώνεται)
Α: Μού είπαν ότι είμαι θεραπευμένος.
Γ:Ποιος σού το είπε;
(Σιωπή,
Ακουγεται ο ήχος ενός ρολογιού)
Γ:Εγώ δεν είμαι θεραπευμένη.
Α:Γιατι;
(Σιωπή.
Ακουγεται ο ήχος ενός ρολογιού)
Α:Δεν υπάρχει χρόνος.
Γ:Υπάρχει.
(Ο άντρας πηγαίνει στη πορτα)
Α:Αν ανοίξουμε την πόρτα, τι θα βρούμε;
Γ:Άλλη πόρτα.
Α:Κι αν δεν την ανοίξουμε;
Γ:Δεν θα είμαστε εδώ κλεισμένοι.
(Παύση.
Το ηλεκτρικό φως σβηνει.
Ακούγονται φωνές εκτός σκηνης)
Φωνη1:Η συνεδρία ολοκληρώθηκε.
Φωνή 2:Δεν υπήρξε συνεδρία.
Γ:Μας αξιολογούν.
Α:Καθε στιγμή.
Γ:Για ποιο σκοπό;
Α:Αυτό δεν το θυμάμαι.
(Η γυναίκα πηγαίνει στη πόρτα και την ανοίγει.
Κοιταζει)
Γ:Είμαστε κι εκεί.
Α:Εκεί δεν είμαστε.
Γ:Ούτε είμαστε εδώ.
(Σιωπή.
Το ηλεκτρικό φως αναβοσβηνει)
Α:Εκείνη η γυναίκα με κοιτάζει.
Γ:Δεν είμαι εγώ.
Α:Εγώ σε κοιτάζω.
(Η γυναίκα γυρίζει και κάθεται στη καρεκλα)
Γ:Πεινάω.
Α:(κοιτάζει το ρολόι του)
Δεν είναι η ώρα τού φαγητού.
Γ:Τότε γιατί πεινάω;
Α:Γιατί θέλεις να φας.
(Παύση.
Η γυναίκα σηκωνεται.
Ο αντρας πηγαίνει και κάθεται)
Γ:Τι κάνουν έξω;
Α:Ποιοι;
Γ:Εμείς.
Α:Παντού είναι μέσα.
(Παύση.
Το φως γίνεται εκτυφλωτικό)
Γ:Κάποτε ήμουνα.
Α:Που;
Γ:Δεν ξέρω.
Α:Και τώρα;
Γ:Τώρα είμαι εδώ μαζί σου και συζητώ
(Πλησιάζουν ο ένας πολύ κοντά στον άλλον)
Γ:Αυτό θέλαμε.
Α.Να είμαστε εδώ.
Γ:Ναι,να είμαστε εδώ μαζί κλεισμένοι.
(Μεγάλη παύση.
Ακούγεται κλειδί σε πόρτα.
Φωνη εκτός σκηνης)
Φωνή:Η συνεδρία αναβάλλεται.
(Σιωπή)
Τέλος
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Ιστορία σαν φάρσα στην
18th Brumaire τού Karl Marx
Karl Marx
Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte
I
Hegel bemerkte irgendwo, daß alle großen weltgeschichtlichen Tatsachen und Personen sich sozusagen zweimal ereignen. Er hat vergessen, hinzuzufügen: das eine Mal als Tragödie, das andere Mal als Farce
(Ο Χέγκελ παρατήρησε κάπου,ότι όλα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα συμβαίνουν, όπως κατά κάποιον τρόπο μπορεί να ειπωθει,δύο φορές.Αυτος όμως έχει παραληψει να προσθέσει: τη μία φορά ως τραγωδία, την άλλη ως φάρσα.)
Έξω ο κόσμος αναπνέει βαρια,οι εργάτες γύριζαν από τα εργοστασια,η ομίχλη τούς επνιγε.
Βούτηξε την πένα στο μελάνοδοχειο και έγραψε:
-Η Ιστορία επαναλαμβάνεται-
Στο Παρίσι τα πλήθη φώναζαν,στους δρόμους οδοφραγματα.
Εμφανιζόνταν ο άλλος,το κακόγουστο αντίγραφο.
Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης.Ο ανιψιός.Ο γελοίος διάδοχος.
Ο Μαρξ συνέχισε να γράφει:
-την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα.
Χαμογέλασε πικρά.
Η αστική τάξη,οι αγρότες, το προλεταριάτο,όλα κινούνταν σαν πιόνια σε μια σκακιέρα.
Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης ήταν το σύμπτωμα,το αποτέλεσμα μιας κοινωνίας που είχε χάσει τον προσανατολισμό της,που είχε ξεχάσει τη δύναμη τής ίδιας τής ιστορικής της κίνησης.
Σταμάτησε να γράφει.
Τα πρόσωπά τών εργατών κουρασμένα,άδεια.
Η Ιστορία γραφονταν ερήμην τους.
Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά νευρικά στο δωμάτιο.
-Η Ιστορία δεν είναι θέατρο,σκεφτηκε,είναι σύγκρουση.Είναι υλική δύναμη.
Ξανακάθησε στο τραπέζι. Πήρε μια εφημερίδα.Τα γεγονότα τής Επανάστασης τού 1848.
Οι πληγες τους.
Οι ελπίδες είχαν καταρρεύσει.
Η επαναστάση είχε προδοθεί.Και μέσα από τα ερείπια,ένας γελοίος αυτοκράτορας είχε αναδυθεί.
Το φάντασμα πάνω στην Ευρώπη.Η ειρωνεία τής Ιστορίας.
Έγραψε:
Η Ιστορία δημιουργείται κάτω από συνθήκες που ο ο άνθρωπος ο ίδιος δεν επιλέγει.
Η νύχτα προχωρούσε.
Η απογύμνωση από τις ψευδαισθήσεις.
Η 18η Μπρυμαίρ τού Λουδοβίκου Βοναπάρτη.
Έξω το πρώτο φως τής αυγής παλευε να διαλύσει την ομίχλη τού Λονδίνου.
Κοίταξε το χειρόγραφο του.Κάθε φράση επρεπε να αντέξει σε διαλεκτική δοκιμασία,να διαπεραστεί από την αντίφαση,να αποκαλύψει την εσωτερική της κίνηση.
Τραγωδία και φάρσα.
Σηκώθηκε.Πηγε στο παραθυρο.
Ο Χέγκελ θα το ονόμαζε Aufhebung:Αρση και Διατήρηση συγχρονως.
Η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται μηχανικά.Δεν είναι κύκλος.Είναι σπείρα.
Η Γαλλική Επανάσταση δεν 'επιστρέφει' στον Λουδοβίκο Βοναπάρτη.
Αλλα μετασχηματίζεται μέσα από τις νέες υλικές συνθήκες.
Εκεί όπου ο πρώτος Ναπολέων Βοναπάρτης εξέφραζε την επαναστατική δυναμική τής ανερχόμενης αστικής τάξης,ο ανιψιός του εκφράζει κάτι εντελώς διαφορετικό:τη φθορά αυτής τής ίδιας τάξης, την αδυναμία της να κυβερνήσει άμεσα.
Ο Μαρξ έβλεπε τη πόλη που ξυπνούσε.
Και τις τάξεις της ως ιστορικά υποκείμενα.
Γύρισε στο τραπέζι.
-Η αστική τάξη,σημειώνει,που κάποτε υπήρξε επαναστατική,τώρα φοβάται την ίδια της τη σκιά.Αντιμέτωπη με το προλεταριάτο,προτιμά να παραδώσει την εξουσία σε έναν γελοίο δεσπότη παρά να ρισκάρει την πλήρη κοινωνική ανατροπή.
Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο τής διαλεκτικής: η τάξη που γεννά την επανάσταση,γίνεται η δύναμη που την αναστέλλει.
Η Επανάσταση τού 1848, εκείνη η θύελλα που υποσχέθηκε τα πάντα και δεν ολοκλήρωσε τίποτα.
-Γιατί απέτυχε;
Το προλεταριάτο εμφανίστηκε στη σκηνή τής Ιστορίας,αλλά όχι ακόμη ως ώριμη δύναμη. Δεν είχε αποκτήσει την αναγκαία συνείδηση τού εαυτού του ως τάξης.Η αστική τάξη,από την άλλη, δεν μπορούσε πλέον να ολοκληρώσει το έργο της χωρίς να καταστρέψει τον εαυτό της.
Έτσι, η Ιστορία 'πάγωσε'.
Και μέσα σε αυτό το πάγωμα,αναδύθηκε ο βοναπαρτισμός.
Ο βοναπαρτισμός,
συνέχισε να γράφει,δεν είναι εξαίρεση. Είναι μορφή ισορροπίας,μια φαινομενική υπέρβαση της ταξικής σύγκρουσης, όπου το κράτος εμφανίζεται ως ανεξάρτητη δύναμη,ενώ στην πραγματικότητα αιωρείται πάνω από τις τάξεις,αντλώντας δύναμη από την αδυναμία όλων.
Άκουσε τη βουή τής πόλης.Να εξαπλώνεται αδιαπέραστη.
Το κράτος,σε αυτή τη μορφή,δεν είναι απλώς όργανο.Είναι μια σχετική αυτονομία,μια σκηνή όπου η αδυναμία τών τάξεων μεταμφιέζεται σε δύναμη ενός προσώπου.
Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης δεν κυβερνά επειδή είναι ισχυρός. Κυβερνά επειδή οι άλλοι είναι αδύναμοι.
Ο Μαρξ χαμογέλασε πικρά.
-Να λοιπόν η φάρσα,είπε.
Έπειτα,σκέφτηκε,οι αγρότες,όπως είναι διάσπαρτοι,απομονωμένοι μικροϊδιοκτήτες αποτελούν τη βάση τού καθεστώτος.
-Μια τάξη χωρίς ενότητα, σημειωνει,σαν σακί με πατάτες.
Δεν μπορούσαν να εκπροσωπήσουν τον εαυτό τους.Επρεπε να εκπροσωπηθούν.
Και έτσι,ο βοναπαρτισμός εμφανίζεται ως η πολιτική μορφή αυτής της ανικανότητας:μια εξουσία που μιλά στο όνομα εκείνων που δεν μπορούν να μιλήσουν συλλογικά.
Εδώ η διαλεκτική αποκτά σχεδόν ειρωνική μορφή:
Η αδυναμία γίνεται δύναμη.Η αποσύνθεση γίνεται ενότητα.Η απουσία πολιτικής γίνεται πολιτική εξουσία.
Ο Μαρξ ένιωσε βαθειά πως:
Η Ιστορία δεν είναι γραμμική πρόοδος.Είναι πεδίο αντιφάσεων όπου το παλιό επιβιώνει μέσα στο νέο,και το νέο γεννιέται μέσα από το παλιό.
Ο Ναπολέων Βοναπάρτης ήταν η αναγκαία μορφή μιας επανάστασης που έπρεπε να ολοκληρωθεί. Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης είναι η αναγκαία μορφή μιας επανάστασης που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί.
Αυτό είναι το παράδοξο.
Σταμάτησε να γράφει.
Σκέφτηκε:αν η Ιστορία παράγει τέτοιες μορφές, τότε η κατανόησή της δεν είναι απλώς θεωρητική πράξη.Είναι πολιτική πράξη.
Η ανάλυση δεν είναι ουδέτερη.
Είναι όπλο.
Κοίταξε το χειρόγραφο του.
Η 18η Μπρυμαίρ τού Λουδοβίκου Βοναπάρτη.
Τώρα δεν έβλεπε απλώς μια ερμηνεία τών γεγονότων.Έβλεπε μια μεθοδολογία έναν τρόπο να διαβάζει κανείς την Ιστορία όχι ως αφήγηση προσώπων,αλλά ως δυναμική σχέσεων.
Και μέσα σε αυτή τη δυναμική,κάθε γεγονός, κάθε πραξικόπημα,κάθε επανάσταση,δεν είναι παρά μια στιγμή τής συνολικής κίνησης.
VII
Von den widersprechenden Forderungen dieser Situation gejagt, zugleich wie ein Taschenspieler in der Notwendigkeit, durch beständige Überraschung die Augen des Publikums auf sich als den Ersatzmann Napoleons gerichtet zu halten, also jeden Tag einen Staatsstreich en miniature zu verrichten, bringt Bonaparte die ganze bürgerliche Wirtschaft in Wirrwarr, tastet alles an, was der Revolution von 1848 unantastbar schien, macht die einen revolutionsgeduldig, die andern revolutionslustig und erzeugt die Anarchie selbst im Namen der Ordnung, während er zugleich der ganzen Staatsmaschine den Heiligenschein abstreift, sie profaniert, sie zugleich ekelhaft und lächerlich macht. Den Kultus des heiligen Rocks zu Trier wiederholt er zu Paris im Kultus des napoleonischen Kaisermantels. Aber wenn der Kaisermantel endlich auf die Schultern des Louis Bonaparte fällt, wird das eherne Standbild Napoleons von der Höhe der Vendôme-Säule herabstürzen.
(Από τις αντιφατικές απαιτήσεις αυτης τής κατάστασης κυνηγημενος
και συγχρόνως όπως ενας ταχυδακτυλουργός είναι εξαναγκασμένες,μέσω διαρκών αιφνιδιαστικών εκπλήξεων,τα μάτια τού κοινού πάνω του ως αντικαταστάτη τού Ναπολέοντα να κρατά στραμμενα,επίσης κάθε μέρα ένα πραξικοπημα σε μινιατούρα να εκτελεί,
φέρνει ο Βοναπάρτης ολόκληρη την αστική οικονομία σε σύγχυση,
βάζει χέρι σε όλα,οσα φαίνονταν στην Επανάσταση τού 1848 ανέγγιχτα να είναι,
κάνει τους μεν να είναι υπομονετικοί με την επανάσταση,τούς άλλους
να επιθυμούν την επανάσταση,και προκαλεί την αναρχία στο όνομα τής ταξης,ενώ συγχρόνως από ολόκληρη την κρατική μηχανή το φωτοστέφανο της ιεροτητας αφαιρεί,την βεβηλώνει,και συγχρόνως αποκρουστική και γελοία κάνει.
Την λατρεία τού ιερού χιτώνα στο Τρηρ αυτός επαναλαμβάνει στο Παρίσι με τη λατρεία τού ναπολεόντειου αυτοκρατορικού μανδυα.
Αλλά όταν ο αυτοκρατορικός μανδύας τελικά πάνω στους ώμους τού Λουδοβίκου Βοναπάρτη πέσει,ο ορειχάλκινος ανδριάντας τού Ναπολέοντα από το ύψος τής Στήλης τής Βαντομ θα γκρεμιστει)
.
.
Κρίσιμες Επεκτάσεις Διαλεκτικης
Karl Marx
Der achtzehnte Brumaire des Louis Bonaparte
I
Hegel bemerkte irgendwo, daß alle großen weltgeschichtlichen Tatsachen und Personen sich sozusagen zweimal ereignen. Er hat vergessen, hinzuzufügen: das eine Mal als Tragödie, das andere Mal als Farce
Η αρχή του πρώτου κεφαλαίου της «18ης Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» του Μαρξ λειτουργεί ως θεωρητική είσοδος σε ολόκληρη την ιστορική του ανάλυση: δεν ξεκινά αφηγηματικά, αλλά εννοιολογικά, θέτοντας εξαρχής το πρόβλημα της ιστορικής επανάληψης και της σχέσης ανάμεσα σε μορφές του παρελθόντος και νέα πολιτικά γεγονότα.
Η περίφημη αναφορά στον Χέγκελ,ότι τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα εμφανίζονται «δύο φορές» δεν παρουσιάζεται απλώς ως φιλοσοφική ρήση, αλλά ως αντικείμενο κριτικής αναστροφής. Ο Μαρξ προσθέτει ειρωνικά τη δική του θεμελιώδη διόρθωση: τη μία φορά ως τραγωδία, την άλλη ως φάρσα. Αυτή η προσθήκη δεν είναι ρητορική· είναι θεωρητική τομή. Ο Μαρξ μετατρέπει τη χεγκελιανή ιδέα της ιστορικής επανάληψης σε κριτική της ιστορικής αποτυχίας της αστικής επανάστασης και των πολιτικών μιμήσεων.
Στην αρχή του κεφαλαίου, λοιπόν, εγκαθιδρύεται ένας διπλός άξονας:
Από τη μία, η ιστορία δεν είναι γραμμική εξέλιξη αλλά πεδίο επανεμφάνισης μορφών. Από την άλλη,αυτές οι επανεμφανίσεις δεν είναι ισότιμες,η δεύτερη φορά είναι υποβάθμιση, αποδυνάμωση, παραμόρφωση.Η «φάρσα» δεν είναι απλώς κωμικό στοιχείο· είναι η ιστορική στιγμή όπου οι επαναστατικές μορφές του παρελθόντος επιστρατεύονται χωρίς το πραγματικό τους περιεχόμενο.
Ο Μαρξ εδώ επιτίθεται εμμέσως στη γαλλική πολιτική σκηνή μετά το 1848.Οι ηγεσίες, τα κόμματα και οι τάξεις δεν δημιουργούν νέες μορφές, αλλά δανείζονται τις στολές της ιστορίας:ο Βοναπαρτισμός εμφανίζεται ως σκιά του Ναπολέοντα Α΄,η επανάσταση ως απομίμηση προηγούμενης επανάστασης.Έτσι, η ιστορία γίνεται θέατρο, όπου οι ρόλοι επαναλαμβάνονται χωρίς την αρχική τους αναγκαιότητα.
Σημαντικό είναι ότι ο Μαρξ δεν ειρωνεύεται απλώς τα πρόσωπα,αλλά αποκαλύπτει μια δομική αδυναμία της αστικής κοινωνίας: την αδυναμία της να παραγάγει αυθεντική πολιτική μορφή όταν οι υλικές της αντιφάσεις έχουν ήδη ωριμάσει.Η επανάληψη γίνεται σύμπτωμα εξάντλησης της ιστορικής δημιουργικότητας.
Ταυτόχρονα, στο βάθος της αρχής αυτής του κεφαλαίου, διαμορφώνεται μια μεθοδολογία: η ιστορία δεν πρέπει να διαβάζεται ως αφήγηση μεγάλων ανδρών ή γεγονότων, αλλά ως σχέση ανάμεσα σε κοινωνικές δυνάμεις που επανεμφανίζονται με μεταμφιέσεις. Οι «μάσκες» της ιστορίας είναι ουσιαστικό μέρος της ανάλυσης, όχι επιφαινόμενο.
Έτσι, η εισαγωγή του Μαρξ δεν είναι απλώς ένα ευφυολόγημα περί επανάληψης.Είναι μια δήλωση για τον τρόπο που η ιστορία παράγει ψευδο-νέα μορφή:η επανάσταση μπορεί να γίνει αντιγραφή του εαυτού της, και η πολιτική να μετατραπεί σε σκηνοθεσία χωρίς ιστορικό βάθος.
VII
Von den widersprechenden Forderungen dieser Situation gejagt, zugleich wie ein Taschenspieler in der Notwendigkeit, durch beständige Überraschung die Augen des Publikums auf sich als den Ersatzmann Napoleons gerichtet zu halten, also jeden Tag einen Staatsstreich en miniature zu verrichten, bringt Bonaparte die ganze bürgerliche Wirtschaft in Wirrwarr, tastet alles an, was der Revolution von 1848 unantastbar schien, macht die einen revolutionsgeduldig, die andern revolutionslustig und erzeugt die Anarchie selbst im Namen der Ordnung, während er zugleich der ganzen Staatsmaschine den Heiligenschein abstreift, sie profaniert, sie zugleich ekelhaft und lächerlich macht. Den Kultus des heiligen Rocks zu Trier wiederholt er zu Paris im Kultus des napoleonischen Kaisermantels. Aber wenn der Kaisermantel endlich auf die Schultern des Louis Bonaparte fällt, wird das eherne Standbild Napoleons von der Höhe der Vendôme-Säule herabstürzen.
Το τελικό απόσπασμα του κεφαλαίου VII της Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη συμπυκνώνει τη μαρξική μέθοδο: ιστορική ανάλυση ως θεατρική σκηνοθεσία αντιφάσεων, όπου η πολιτική εξουσία εμφανίζεται ταυτόχρονα ως κωμωδία, τραγωδία και φετιχισμός.
1. Ο Βοναπάρτης ως «ταχυδακτυλουργός της κρίσης»
Η αρχή του αποσπάσματος παρουσιάζει τον Λουδοβίκος Βοναπάρτης ως υποκείμενο που δεν κυβερνά σταθερά, αλλά αντιδρά σε αντιφατικές πιέσεις:
«κυνηγημένος από τις αντιφατικές απαιτήσεις»
«σαν ταχυδακτυλουργός»
«αναγκασμένος σε συνεχή έκπληξη»
Η πολιτική εδώ δεν είναι ορθολογική διακυβέρνηση, αλλά διαρκής παραπλάνηση. Η έννοια του „Staatsstreich en miniature“ (πραξικόπημα σε μινιατουρα) δείχνει ότι η εξουσία του Βοναπάρτη είναι:
όχι σταθερό καθεστώς
αλλά σειρά μικρών, καθημερινών ανατροπών
Η πολιτική γίνεται performance επιβίωσης.
2. Η διάλυση της αστικής οικονομίας και η παραγωγή χάους
Ο Μαρξ τονίζει ότι ο Βοναπάρτης:
«φέρνει την αστική οικονομία σε σύγχυση»
«αγγίζει ό,τι θεωρούνταν ανέγγιχτο από το 1848»
Η αναφορά στην Επανάσταση του 1848 είναι κρίσιμη:πρόκειται για το ιστορικό όριο όπου η αστική τάξη πίστεψε ότι σταθεροποιεί την κυριαρχία της.
Ο Βοναπάρτης, αντί να διαφυλάξει αυτή τη σταθερότητα:
τη διαβρώνει
την αποσταθεροποιεί
και παράγει αντιφατικά πολιτικά υποκείμενα:
άλλους «υπομονετικούς με την επανάσταση»
άλλους «να επιθυμουν για επανάσταση»
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο:
«παράγει την αναρχία στο όνομα της τάξης»
Αυτό είναι κεντρική μαρξική ειρωνεία:η εξουσία που υπόσχεται τάξη γεννά δομική αταξία.
3. Η αποϊεροποίηση του κράτους
Ένα από τα πιο ισχυρά σημεία:
«αφαιρεί από ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό το φωτοστέφανο»
Ο κράτος δεν είναι εδώ ουδέτερος θεσμός, αλλά φέρει «ιερότητα» — ιδεολογική νομιμοποίηση.
Ο Βοναπάρτης:
τον απο-ιεροποιεί (profaniert)
τον καθιστά:
«αποκρουστικο» (ekelhaft)
«γελοίο» (lächerlich)
Δηλαδή αποκαλύπτει ότι η κρατική εξουσία:
δεν έχει θεϊκή ή φυσική νομιμοποίηση
είναι ιστορική και φθαρτή κατασκευή
Αυτό είναι βαθιά διαλεκτικό: η αποδόμηση της εξουσίας γίνεται μέσα από την ίδια την εξουσία της.
4. Η πολιτική ως θρησκευτικός φετιχισμός
Η φράση:
«ο χιτώνας της Τρηρ… ο μανδύας του Ναπολέοντα»
παράγει μια αναλογία ανάμεσα σε:
Άγιος Χιτώνας του Τρηρ
και το αυτοκρατορικό ένδυμα του Ναπολέοντα
Η πολιτική εξουσία λειτουργεί ως:
λατρευτικό αντικείμενο
φετιχιστικό σύμβολο
Ο Καρλ Μαρξ δείχνει ότι:
η κοινωνία δεν πιστεύει απλώς σε θεσμούς
αλλά τους «λατρεύει» όπως ιερά αντικείμενα
Ο Βοναπάρτης απλώς αντιγράφει αυτόν τον μηχανισμό:
από θρησκευτική λατρεία → σε πολιτική λατρεία προσώπου
5. Η τελική κατάρρευση του μύθου
Το κλείσιμο:
«ο ορειχάλκινος ανδριάντας τού Ναπολέοντα από το ύψος τής Στήλης τής Βαντομ θα γκρεμιστει»
αναφέρεται στο μνημείο της Στήλη της Βαντόμ.
Εδώ συμβαίνει μια καθαρή συμβολική αντιστροφή:
Ο Ναπολέων Α΄ είναι το σύμβολο του ιστορικού μεγαλείου
Ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης είναι η παρωδία του
Όταν ο «μανδύας» της εξουσίας πέσει στον Βοναπάρτη:
ο μύθος του Ναπολέοντα δεν επιβεβαιώνεται
αλλά καταρρέει αναδρομικά
Το παρελθόν απομυθοποιείται από το παρόν.
6.Το απόσπασμα συμπυκνώνει τρεις μεγάλες μαρξικές θέσεις:
(α) Η πολιτική ως θέατρο
Η εξουσία λειτουργεί ως σκηνή όπου κυριαρχεί:
η μεταμφίεση
η επανάληψη
η φάρσα
(β) Η ιδεολογία ως φετιχισμός
Κράτος και σύμβολα αποκτούν:
«φωτοστέφανα»
«μανδύες»
«ιερά αντικείμενα»
(γ) Η ιστορία ως διαλεκτική παρωδία
Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται απλώς:
επαναλαμβάνεται ως φάρσα (κεντρική ιδέα όλου του έργου).
Το τέλος του κεφαλαίου VII δείχνει ότι ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης δεν είναι «ισχυρός ηγεμόνας», αλλά:
σύμπτωμα ιστορικών αντιφάσεων
μηχανισμός αποσταθεροποίησης
παρωδία του ναπολεόντειου μύθου
Και τελικά, για τον Καρλ Μαρξ:
η εξουσία δεν αποκαλύπτεται όταν είναι μεγαλοπρεπής, αλλά όταν γίνεται γελοία.
.
.
Σημείωση:
Ο «Ιερός Χιτώνας της Τρηρ» αναφέρεται στο κειμήλιο που φυλάσσεται στον καθεδρικό ναό της Τρηρ (Trier) στη Γερμανία και είναι γνωστό ως Άγιος Χιτώνας του Τρηρ.
Πρόκειται, σύμφωνα με την παράδοση, για τον άρραφο χιτώνα που φορούσε ο Ιησούς Χριστός κατά τη Σταύρωση.Το κειμήλιο έγινε αντικείμενο έντονης λατρείας,ιδιαίτερα τον 19ο αιώνα,όταν εκτέθηκε δημόσια και προσέλκυσε μαζικά προσκυνήματα.
Ο Καρλ Μαρξ χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα ειρωνικά: συγκρίνει τη θρησκευτική λατρεία του ιερού χιτώνα με τη «λατρεία» του ναπολεόντειου μανδύα στο Παρίσι. Δηλαδή, υπονοεί ότι η πολιτική εξουσία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη αποκτά έναν σχεδόν θρησκευτικό, φετιχιστικό χαρακτήρα, ένα θέαμα πίστης και αυταπάτης που καλύπτει την πραγματική πολιτική κενότητα.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Paolo e Francesca de Dante
Στη σκοτεινή περιδίνηση τού δεύτερου κύκλου τής Κόλασης δεν παύουν ποτέ
να στροβιλίζονται οι ψυχές,τών λαγνων.
Ο Dante Alighieri βλεπει με δέος,δίπλα του οδηγος ο Ρωμαίος ποιητής Virgil
τού δείχνει τις σκιές που παρασύρονται αδιάκοπα μέσα στην καταιγίδα.
Ανάμεσα σε αυτές δύο μορφές παραμένουν ενωμένες αρνούμενες να διαχωριστούν
ακόμη και στην αιώνια τιμωρία.
Ο Dante συγκινημένος τις καλεί:
O anime affannate, venite a noi parlare
(Ω ψυχές βασανισμένες,
ελάτε να μας μιλήστε)
Οι μορφές πλησιάζουν. Είναι ο Paolo Malatesta και η Francesca da Rimini.
Πρώτη μιλά η Francesca:
-Amor ci prese, come vento prende foglia
Non fummo forti contro il dolce inganno
(Ο έρωτας μάς συνεπήρε,
όπως ο άνεμος τα φύλλα παίρνει,
και δεν σταθήκαμε δυνατοί
στη γλυκειά του πλανη)
Ο Dante βλέπει πόσο όμορφοι είναι.Και καταλαβαίνει το πάθος τους.
Η Francesca συνεχίζει:
Leggevamo un giorno per diletto
di Lancialotto, come amor lo strinse.
Soli eravamo, e senza alcun sospetto.
Quando leggemmo il desiato riso
esser baciato da cotanto amante,
questi, che mai da me non fia diviso,
la bocca mi baciò tutto tremante.
(διαβάσαμε μια μέρα για
ευχαρίστηση
για τον Λανσελοτο,πως ο έρωτας
τον κατεβαλε,
μονοι ημασταν και χωρίς καμία
υποψια
όταν διαβάσαμε πως
με ποθητό
χαμόγελο ήταν φιλημενη
από τέτοιον παθιασμένο εραστη,
αυτός εδώ,που από μένα ποτέ
δεν θα χωρισθεί,
το στόμα μού φίλησε όλος
τρέμοντας)
Ο Paolo λέει με βαρύ αναστεναγμο.
Nessun maggior dolore che ricordarsi del tempo felice nella miseria
(δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος
να θυμάσαι τις ευτυχισμένες στιγμες
μέσα στη δυστυχία)
Ο Dante συγκλονισμένος γράφει( Divine Comedy,Canto V, Inferno,II circle)όχι στην μεσαιωνική τοσκανικη γλωσσα,αλλά Versi in
neoitaliano:
Amore ci prese ,
non fu colpa sola,
ma un lento cedere al sogno narrato.
Eravamo vivi, e già ombra nella parola.
Il libro tremava tra dita e fiato,
e il mondo intero si chiuse in un istante:
un bacio ,e il destino fu pronunciato.
Ora il vento ci porta incessante,
ma non divide ciò che fu peccato:
due corpi,un errore, un amore costante
(ο έρωτας μάς κατέλαβε,
δεν ήταν μόνο αμαρτια,
αλλά μια αργή πτώση
στο ιστορημενο ονειρο
το βιβλίο έτρεμε ανάμεσα
στα δάκτυλα
και στην ανάσα
κι όλος ο κόσμος κλείστηκε
σε μια στιγμή
ένα φιλί και το πεπρωμένο γραφτηκε
τώρα που ο άνεμος μάς παρασέρνει,
μα δεν χωρίζει αυτό
που ήταν αμαρτία,
δυο κορμιά,ένα σφαλμα,ένας ερωτας ακλόνητος)
Ο Dante σιωπά.
Poi mi rivolsi a loro e parla' io,
e cominciai: “Francesca, i tuoi martìri
a lagrimar mi fanno tristo e pio.
Ma dimmi: al tempo d'i dolci sospiri,
a che e come concedette amore
che conosceste i dubbiosi disiri?”
E quella a me: “Nessun maggior dolore
che ricordarsi del tempo felice
ne la miseria; e ciò sa 'l tuo dottore.
Ma s'a conoscer la prima radice
del nostro amor tu hai cotanto affetto,
dirò come colui che piange e dice
Noi leggiavamo un giorno per diletto
di Lancialotto come amor lo strinse;
soli eravamo e sanza alcun sospetto. Οι
Per più fïate li occhi ci sospinse
quella lettura, e scolorocci il viso;
ma solo un punto fu quel che ci vinse.
Quando leggemmo il disïato riso
esser basciato da cotanto amante,
questi, che mai da me non fia diviso,
la bocca mi basciò tutto tremante.
Galeotto fu 'l libro e chi lo scrisse:
quel giorno più non vi leggemmo avante.”
Mentre che l'uno spirto questo disse,
l'altro piangëa; sì che di pietade
io venni men così com' io morisse.
E caddi come corpo morto cade.
(τότε σ'αυτούς στραφηκα και μιλησα αρχίζοντας:
Φραντσέσκα,τα μαρτύρια σου
με λύπη με κάνουν να δακρύζω
και μ'ευσπλαχνια
μα πες μου,τον καιρό τών γλυκών
αναστεναγμων
πώς και με ποιο τρόπο συναινεσε
ο έρωτας τις αμφίβολες
να γνωρίσετε επιθυμιες
κι εκείνη μ'απαντησε:μεγαλύτερος κανένας
πόνος δεν υπάρχει
από το να θυμάσαι τις ευχισμενες
στιγμές μέσα στη δυστυχία,
κι αυτό ο δάσκαλος σου το ξερει
αλλά αν το πώς ο έρωτας μας
πρωτοριζωσε έχεις τόση λαχτάρα να μαθεις,
θα σου πω όπως αυτός
που κλαιει και μιλά
μια μέρα διαβάζαμε για ευχαρίστηση
για τον Λανσελοτο πως ο έρωτας
τον κατεβαλε
μόνοι ήμασταν και χωρίς υποψια καμια
πολλές φορές τα μάτια συναντηθηκαν
καθώς διαβάζαμε
και χλωμιασε το προσωπο μας,
μα μόνο μια στιγμή ήταν εκείνη
που μάς νικησε
όταν διαβάσαμε ότι με ποθητό
χαμόγελο
φιληθηκε από τον παθιασμένο εραστη,
αυτός,που ποτέ από μένα
δεν θα χωρισθει
το στόμα μου φίλησε όλος
τρεμοντας
ο Γκαλεοτο ήταν το βιβλίο
κι αυτός που το'γραψε,
εκείνη τη μέρα δεν διαβάσαμε από κει
και παραπερα αλλο
ενώ αυτό το ένα πνεύμα
έλεγε,
τ'αλλο εκλαιγε,
ετσι τις αισθήσεις μου σαν να πεθαινα
απ'τη συμπόνια έχασα
κι όπως πέφτει νεκρό σώμα έπεσα)
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(νουάρ ιστορία)
το όνειρο πριν το τέλος
άλλαζε συνέχεια το όνομα της,από μικρή έμαθε ότι το σώμα της δεν τής ανήκε,
η ανήλικη μάνα που τη γεννησε την παρατησε,την κακοποιούσαν,στα δεκατέσσερα έφυγε,ζούσε στους δρόμους,με ευκαιριακές σχέσεις,άρχισε να διαλύεται,τι είναι
καλό τι είναι κακό,
ήταν νύχτα,στο δρόμο,το αμάξι σταμάτησε,η πόρτα άνοιξε,
-ποσο;τη ρώτησε ο άντρας,
δεν απάντησε,μπήκε στο αυτοκίνητο,
όταν βρέθηκε το νεκρό σώμα τού άντρα ένας άλλος οδηγός μαρτυρησε
πώς τούς είχε δει να τσακωνονται,ο άντρας φώναζε,την εσπρωξε,-έφυγα μην μπλέξω,
είπε,
τον πυροβόλησε τρεις φορές,το σώμα του το έσυρε σ'ένα χαντάκι,για κάποιο λόγο παράξενο ένιωσε ηρεμία,
έπειτα ακολούθησαν και άλλοι φόνοι,σημάδια πάλης σε όλα τα νεκρά σώματα,τα περισσότερα γυμνά η' μισογυμνα,οι πυροβολισμοί από κοντινή απόσταση,
σε όλα τα πρόσωπα τών θυμάτων τα μάτια καλυμμένα με χώμα,
όταν την συνέλαβαν και την ρώτησαν γιατί απάντησε,
-δεν ήθελα να με κοιτάνε.
στο κελί τής φυλακής της απομονωμένη την άκουγαν που μιλούσε τις νύχτες,
-τους βλέπω,φώναζε,
ο ψυχίατρος γνωματευσε:
-η ασθενής δεν διαχωρίζει την αυτοάμυνα από την εκδίκηση,αντιλαμβάνεται
τούς φόνους ως πράξεις ισορροπίας,
η ίδια,σε μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της είπε:
-δεν σκότωνα ανθρώπους,σκότωνα αυτό που μού έκαναν.
στη δίκη δεν ένιωσε μεταμέλεια,δεν απολογήθηκε,κοίταξε τούς ενόρκους έναν-έναν,
-και σάς θα μπορούσα να σάς σκοτώσω,τούς ειπε,
την καταδίκασαν σε θάνατο,περιμενε να την εκτελέσουν δεν ήθελε να ζει,
την τελευταία νύχτα ξάπλωσε και το σώμα της βυθίστηκε σε έναν ύπνο παραξενα γαλήνιο,και είδε ένα όνειρο,βρεθηκε σε ένα δρόμο,δεν ήταν σκοτάδι αλλά φως,προχωρούσε ξυπόλητη,δεν ένιωθε τα ποδια της να την πονουν,
στο βάθος είδε ένα παιδί,πλησίασε,ήταν ένα ένα κορίτσι καθισμένο στο χώμα και
σχεδίαζε κύκλους με ένα ξύλο,το παιδί γύρισε το πρόσωπο του και την κοίταξε,ήταν
εκείνη η ίδια,
-γιατί άργησες;τη ρώτησε το κορίτσι,
κάθησε δίπλα της και κοιτούσε τούς κύκλους που το παιδι χάραζε,
-πονάς;ρώτησε το παιδί,
δεν μπορούσε να μιλήσει,
-δεν πειράζει,είπε το παιδί,τώρα τελείωσε,
τότε εκείνη άπλωσε το χέρι της και άγγιξε το μικρό κορίτσι,το φως έγινε πιο έντονο,εκτυφλωτικό,και όλα χάθηκαν,
το πρωί όταν ήρθαν να πάρουν ήταν ήρεμη,
λίγο πριν την ξαπλώσουν και τη δέσουν στη καρεκλα για την εκτέλεση τη ρωτησαν
αν είχε κάτι τελευταίο να πει,
είπε:-δεν ήμουν ποτέ ζωντανή,
και μετά σιωπη,
είπαν πως ήταν σκληρή μέχρι το τέλος
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Διαδικασία
ίσως το πιο ουσιαστικό μέρος τής ζωής δεν είναι αυτό που ζούμε,αλλά αυτό που αποφεύγουμε
η ενοχη δεν εξαγεται από τις πράξεις,αλλά από τη δυνατοτητα να πράξεις
την επόμενη μέρα πήγε στην υπηρεσία όπου εργαζόταν,κανείς δεν τον ρώτησε τίποτα,κανείς δεν τού έδωσε εντολές. κάθισε στο γραφείο του και περίμενε,οι ώρες πέρασαν χωρίς να συμβεί τίποτα,στο τέλος τής μέρας,ένας άντρας που δεν είχε ξαναδεί τον πλησίασε και τού είπε,με ψυχρή φωνή:
-η καθυστέρηση,κύριε, καταγράφεται,
χαμογελασε αμηχανα
-ποια καθυστέρηση; ρώτησε,
ο άντρας τον κοίταξε,το πρόσωπο του ήταν ανέκφραστο,
-Η δική σας,είπε,και έφυγε.
αρχισε να ανακαλεί τη ζωή του με εμμονική ακρίβεια,μήπως σε κάποια ασήμαντη στιγμή, είχε συντελεστεί το καθοριστικό σφάλμα.
μια γυναίκα στο λεωφορείο τον κοίταξε έντονα και τού ψιθύρισε: -δεν είσαι ο μόνος,
η γυναίκα κατέβηκε στην επόμενη στάση
έλαβε ένα φάκελο στο σπίτι του,
-η διαδικασία έχει ήδη αρχίσει,
εγραφε
αργότερα μπήκε σε ένα καφέ και είδε την γυναικα τού λεωφορείου,
-σε περίμενα,τού είπε,
-ξέρεις γιατί;τη ρωτησε,
η γυναίκα χαμογέλασε,
-δεν έχει σημασία αν το ξέρω εγώ,εχει σημασία ότι το ξέρουν εκείνοι,
απάντησε,
-ποιοι; ρώτησε,
η γυναίκα δεν απάντησε,
τού έδωσε ένα φάκελο,
-τι σημαίνει αυτό; ρώτησε.
-ο,τι πάντα σήμαινε,οτι είσαι ενοχος,είπε η γυναίκα,και σηκώθηκε και έφυγε,
μπήκε στο κτίριο που τού είπαν,ανέβηκε στον όροφο,ο διάδρομος τού φανηκε πως ήταν ατελειωτος,πόρτες αριστερά και δεξιά κλειστές,άνοιξε μια,μέσα στην αίθουσα,στο κέντρο της,ένας άντρας κάθονταν σε ένα γραφείο και έγραφε,χωρίς να σηκώσει το κεφάλι είπε:
-ηρθες;
στάθηκε μπροστά του,
-δεν ξέρω γιατί είμαι εδώ,είπε,
-αυτό δεν είναι απαραίτητο,απάντησε ο άντρας,η άγνοια δεν σε απαλλάσσει,
-από τι; ρώτησε,
ο άντρας σταμάτησε να γράφει,σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε,τα μάτια του
ήταν άχρωμα,νόμισε ότι είναι τυφλός,
-και τώρα;ρώτησε τον άντρα,
ο άντρας επέστρεψε στο γράψιμο.
-τώρα μπορείς να φύγεις,
τού είπε,
πηγαινε κάθε μέρα στο ίδιο κτίριο,την ιδια ώρα,δέκα το πρωί,
στον διάδρομο ανοιγε μια πορτα,κάθε φορά αλλη,η αίθουσα άδεια,κάθονταν σε μια καρέκλα και περίμενε,πίστευε πως κάποιος θα έρχονταν να τού δώσει οδηγίες,κανείς όμως δεν ερχονταν,
μια μέρα ο φύλακας στην είσοδο τού κτιρίου τον ρώτησε:
τι περιμένετε εδώ;
δεν ήξερε τι να απαντήσει,
ύστερα είπε:
-νομιζω,μια απόφαση,
ο φύλακας χαμογέλασε,
-οι αποφάσεις συνέχεια αναβάλλονται,τού ειπε,
το πρωί βρήκε μια επιστολή κάτω από την πόρτα τού σπιτιού του,την άνοιξε,
-εχεις ήδη κριθεί,εγραφε
στο πίσω μέρος τού χαρτιού έγραψε:
-αρνούμαι την κρίση σας,
πήγε στο κτίριο,μπήκε στην αίθουσα,μέσα ήταν ο άντρας,η' κάποιος άλλος,που έγραφε
στο γραφειο,δίπλα του,τη γνώρισε,κάθονταν η γυναικα τού λεωφορείου,
εκείνη όταν τον είδε τού χαμογελασε προκλητικα,
εκείνος πέταξε το χαρτί στο γραφείο,ο αντρας χωρίς να τον κοιτάξει τού είπε:
-η διαδικασία για σήμερα,κυριε,έχει τελειώσει τώρα,
μπορείτε να φύγετε,
και σήκωσε το βλέμμα του,τα μάτια του ήταν θολά,ήταν πραγματικά τυφλός,
-και την άλλη φορά μην καθυστερήσετε,
συμπληρωσε και επέστρεψε στο γραψιμο,
.
.
.
Η Marilyn Monroe στην ταινία
The Misfits (1961) τού John Huston
-ένα σώμα που δεν αντέχει πλέον να παράγει εικόνα-
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Τι συνεβει στη Marilyn
(The Misfits (1961) τού John Huston)
Η έρημος τής Νεβάδα ξεγυμνωμενη μπροστά στη καμερα,μέσα στην αχανή σιωπή.
The Misfits.
Η Marilyn Monroe.
Ο John Huston αφηνε στις σκηνές τη σκόνη να εισχωρεί στα μάτια,στο στόμα,στις λέξεις της,μέχρι που αντεχει.
Το.σεναριο τού συζύγου της Arthur Miller ήταν μια ελεγεία αποχαιρετισμού. Η Marilyn το ένιωθε αυτό, σε κάθε φράση της ακουγόνταν κάτι πιο βαθύ,πιο ανεπιστρεπτο.
Στα γυρίσματα δεν υπήρχε σταθερότητα.Αργούσε,
υπήρχαν μέρες που έμενε στο δωμάτιο τού ξενοδοχιου της,στο Mapes Hotel,βυθισμενη στα χάπια και στην αϋπνία.
Μια απουσία καταγράφονταν.
Ο Clark Gable κουρασμένος την κοιτούσε με τρυφερότητα,έβλεπε σε εκείνη το τέλος τού παλιού Χόλιγουντ.
Κι αυτός στις σκηνές ήταν μια σκιά με μεταφυσική βαρυτητα τού τέλους του.
Λίγες εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση τών γυρισμάτων τής ταινίας θα πέθαινε.
Ο Montgomery Clift με το προσωπο σημαδεμένο από το αυτοκινητιστικό ατύχημα τού 1956 και την εξάρτηση από το αλκοόλ.
Ανάμεσα σε αυτόν και στην Marilyn υπήρχε μια σιωπηλή κατανοηση,τής επερχομενης καταρρευσης.
Οι σκηνές με τα άγρια άλογα δύσκολες.
Η Marilyn έπρεπε να φωνάξει,να αντιδράσει,να σπάσει,δεν υποκρινόταν.
Με τον Arthur Miller η σχέση της διαλυονταν.
Ο John Huston παρατηρουσε.Η ένταση είναι απαραίτητη για να υπάρξει κάτι αληθινό στο σινεμά.
Τα γυρίσματα κράτησαν περισσότερο από καθε αναμενόμενο.Όταν τελικά η ταινία ολοκληρώθηκε ήταν αθλος.
Άθλος επιβίωσης.
Η Marilyn ήταν λαμπερή σε μια ληψη και λίγες ώρες μετά σωματικά και ψυχικά φαντασμα.
Είχε ήδη αρχίσει να αποσύρεται από τον κόσμο
Η ταινία The Misfits κυκλοφόρησε και δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Ήταν η ιστορία-καταγραφή μιας φθοράς,μιας εποχής,μιας κινηματογραφικής βιομηχανίας,μιας γυναίκας ειδώλου.
Έναν χρόνο αργότερα,4 Αυγούστου 1962,η Marilyn Monroe θα πέθαινε.
Η έρημος την απορροφησε.
Ο Montgomery Clift στις 22 Ιουλίου τού 1962,όταν ρωτήθηκε από τον γραμματέα του αν ήθελε να δει την ταινία:The Misfits,που πρόβαλε η τηλεοραση αρνήθηκε,
-όχι,είπε,
και ξημερώνοντας στις 6 πμ,23 Ιουλίου 1966,πεθανε απο έμφραγμα,σε ηλικία 46 ετών,
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
κατάλαβε
ότι το δέντρο δεν την κατέστρεφε
την αντικαθιστούσε
Το δέντρο είχε αρχίσει να ανθίζει
την Άνοιξη
.
.
.
φωτογράφιση
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Τότε συνέβη
Καθώς περπατούσε στον δρόμο,είδε μια γυναίκα.
Ίδιο προφίλ.Ίδια στάση. Ίδιος λαιμός,ίδια σιωπή.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Κραυγη
τού είπε:-φευγω,δεν μπορώ να συνεχίσω,
στη δουλειά ο θορυβος ήταν ανυπόφορος
την γνώρισε σε ένα μπαρ,
πήγαν σε ένα ξενοδοχείο,δεν ρώτησε το όνομα της
νύχτα,γκρίζα ομίχλη βύθιζε τη πόλη,
μια γυναικεία φιγούρα ξεπήδησε μέσα από αυτή,
-τι ψάχνεις; τον ρώτησε,
δεν απάντησε,
η γυναίκα γέλασε δυνατά και διαλύθηκε ξανα στην ομιχλη
περιπλανήθηκε με το αυτοκίνητο στα περίχωρα τής πόλης
μια νεαρή κοπέλα τού έκανε ωτο-στοπ,σταμάτησε και την πήρε,
είχε την αίσθηση μιας αργής διαλυσης,
ο ουρανός είχε χαμηλώσει,τον πίεζε,
μια κραυγή βγήκε από μέσα του
.
.
.
η Rolleiflex μου
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Φωτογραφίες
ένας άντρας μόνος μεσα σε μια απέραντη έρημο,
σε κάθε έρημο ο Οιδίπους και η Σφίγγα της
έναν άλλο άντρα από απόσταση 7 μέτρων τον πυροβολουσαν
το τέλος τού Che Guevara καρε-καρε
μπροστά από έναν κίτρινο τοίχο μια έγκυος γυναίκα
η Sien τού van Gogh θα διαρκέσει μία αιωνιοτητα
κανείς δεν κοιτάζει την κάμερα,όλοι την αποφευγουν,
παρόμοιοι οι άνθρωποι με θραύσματα ζωων
ένας άντρας καρφώνει με πρόγκες τούς δείκτες ενός ρολογιου
να προκαλέσει τη σιωπή τού χρόνου
μια γυναίκα ξαπλωμένη σε ένα καναπέ
ποζάρει καθώς η Gerty
(στο κεφάλαιο 13,Ναυσικά,τού Ulysses τού Joyce)
για τον τυφλωμένο Leopold Bloom
ενα παιδί κοιτάζει κατευθείαν στον φακό, δεν χαμογελά
η τελευταία εικόνα τής ανθρωπότητας
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Επαφη
Απόγευμα,η θάλασσα λίγο πιο πέρα,μια ρυθμικη αναπνοή.
Και τότε την είδε,σε κάποια απόσταση.
Του φάνηκε παράξενο το βάδισμα της,σαν να διστάζει να κάνει το επόμενο βήμα.
Καθησε σε μια πέτρα,σε μια κάπως πλάγια σταση.
Το βλέμμα του πάνω της.
Σκέφτηκε πως το φόρεμα της ήταν ελαφρύ για μια τέτοια εποχή,που ακόμα δεν είχε ζεστανει.
Η σκέψη τον τρόμαξε.
Ένα παιδί πέρασε τρέχοντας ανάμεσά τους κυνηγώντας μια μπάλα.
Τώρα εκείνη είχε αλλάξει ελαφρά στάση,το αριστερό της πόδι είχε τεντωθεί,το φόρεμα της τραβηχτηκε,έβλεπε τον γυμνό μηρό της.
Ξαφνικά η άγνωστη γυναίκα έστρεψε το βλέμμα της προς το μέρος του.
Ήταν σίγουρος,προς αυτόν.
Είχε αρχίσει να νυχτώνει.
Αυτό θα τον έκανε κατά κάποιο τρόπο αόρατο.
Όταν τελείωσε,η γυναίκα σηκώθηκε και απομακρύνθηκε μέσα στη νύχτα.
Αυτό ήταν το τέλος τής σιωπηρης επαφής τους.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Σκηνες
ενα παιδί στέκεται μπροστά σε μια πόρτα, ακούει μέσα φωνές,μια γυναίκα γελάει,ένας άντρας μιλάει χαμηλά.
Όταν ανοίγει τη πόρτα,δεν υπάρχει μέσα κανείς.
Σε ένα νοσοκομείο,μια γυναίκα καλείται να αναγνωρίσει έναν νεκρό.
Τον κοιτάζει προσεκτικά.
-Δεν είναι αυτός,λέει.
Όταν φεύγει,καταρρέει στο διάδρομο.
Ήταν αυτός.
Δεν άντεχε να τον αφήσει να γίνει παρελθόν.
Μια γυναίκα λέει ψέματα σε ένα παιδί:
-Η μητέρα σου θα γυρίσει.
Ξέρει ότι δεν θα γυρίσει.
Το παιδί χαμογελάει για πρώτη φορά μετά από μέρες.
Η γυναίκα φεύγει και κλαίει στο ασανσέρ.
ενα παιδί κοιτάζει απέναντι σε άλλο διαμέρισμα.
Βλέπει έναν ηλικιωμένο αντρα να κάθεται ακίνητος για ώρες στο παράθυρο.
Το παιδί ρωτάει τη μητέρα του αν ο άνθρωπος είναι ζωντανός.
Η μητέρα απαντά χωρίς να κοιτάξει:
-Ναι, φυσικά.
Το επόμενο πρωί,το παράθυρο είναι κλειστό.
ενας άντρας βρίσκει έναν τραυματισμένο αδέσποτο σκυλι και το παίρνει σπίτι.
Η γυναίκα του αντιδρά,δεν το θέλει.
Το πρωί βρισκει το σκυλι πεθαμένο.
Η γυναίκα το παιρνει αγκαλιά και το χαϊδεύει.
μια γυναίκα καλεί εναν αριθμό που είχε χρόνια να πάρει.
Στην άλλη άκρη,ένας άντρας απαντά.
-Ξέρω ότι είσαι εσύ,λέει εκείνη.
Σιωπή.
Στο βάθος ακούγεται μια γυναικεία φωνή
Η γυναίκα κλείνει.
ενα παιδί παίζει με ένα μικρό αυτοκίνητο στο πάτωμα.
Το σπρώχνει μέχρι να χτυπήσει στον τοίχο.
Ο πατέρας του το κοίτα χωρίς να μιλά.
Το παιδί συνέχεια παίζει το ίδιο.
Δεν εξηγεί γιατί.
στο διαμέρισμα απέναντι, μια γυναίκα κοιτάζει επίμονα προς το μέρος του.
Από εκείνη τη μέρα κάθε βράδυ κρυμμένος μέσα στο σκοταδι τού δωματίου του την παρακολουθεί με τα κυάλια.
μια μητέρα γεμίζει ξανα και ξανά ένα ποτήρι νερό για το παιδί της,που επιμένει ότι διψά.
Το παιδί όμως δεν πίνει ποτέ.
.
.
.
Karl Marx-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το Κεφαλαιο
Das Kapital, Karl Marx
Στο London τα μαύρα δέντρα τών καμινάδων,
η πανώλη τού καπνού αιωρείται πάνω από τις εργατικές συνοικίες,
ο θόρυβος τών μηχανών ειναι ο βρυχηθμός τού τέρατος παραγωγής.
Ο Καρλ Μαρξ εχει τα στοιχεία:αριθμοί για μισθούς,ώρες εργασίας, θανάτους από εξάντληση,
για τη ζωή ως αφηρημένη μονάδα.
Ο καπιταλισμός δεν ειναι απλά ένα οικονομικό σύστημα,
αλλα μια μηχανή μετατροπής τού ζωντανού σε αφηρημένη αξία.
Το βράδυ, περιπλανιεται στα σκοτεινά σοκακια τού Soho.Η υγρασία κολλά στα ρούχα του.
Εργάτες βγαίνουν από τα έγκατα τών εργοστασίων, πρόσωπα χλωμα,μάτια κουρασμένα,σώματα μηχανικά.
Γνωρίζει πως η θεωρία του αν δεν στηριχθεί στην εμπειρια δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά μια αφηρημένη κατασκευή.
Μια γυναίκα μεθυσμένη τον σκουντα
-sorry,my boss,λεει και γελάει δυνατα.
Την άλλη μέρα λαμβάνει μια επιστολή από τον Friedrich Engels.
Γράφει πως και στο Manchester οι ίδιες συνθήκες επικρατούν,ίσως ακόμη πιο σκληρές.Το ίδιο σύστημα allworld.
Πώς γίνεται ένα αντικείμενο να έχει αξία; Δεν είναι η χρησιμότητά του μόνο,αλλά κάτι αλλο,που προκύπτει από την κοινωνική σχέση.
Αν η αξία προκύπτει από την εργασία,τότε γιατί ο εργάτης παραμένει φτωχός;
Αργότερα τη νύχτα
γράφει για την υπεραξία ως κάτι που αφαιρείται,
που δεν επιστρέφεται στον εργάτη.Η εργασία παράγει περισσότερο από ό,τι πληρώνεται.Αυτή η διαφορά,αυτή η
'σκιώδης ποσότητα',
είναι η καρδιά τού συστήματος.
Ο βήχας τον.ταλαιπωρει,η υγεία του είναι ασχημη.
Παρολαυτα επιμένει:
να αποκαλύψει το νόμο με το οποίο λειτουργούν τα φαινόμενα.
Τον απασχολούν οι οικονομικές κρίσεις.
Τα εργοστάσια παράγουν περισσότερα από όσα μπορούν να καταναλωθούν.οι αποθήκες γεμίζουν προϊόντα,οι τιμές πέφτουν,οι εργάτες απολύονται.
Το σύστημα φαίνεται να αποσυντονιζεται παρα την επιτυχία του.
Επομένως,αντιλαμβάνεται,ο καπιταλισμός δεν είναι σταθερός,είναι εγγενώς ασταθης.Οι κρίσεις του δεν είναι εξαιρεση αλλά σύμπτωμα τής λειτουργίας του.
Ξημερώνει γράφοντας.
Το Κεφάλαιο αρχίζει να αποκτά συνοχή.
Το έργο που θα γίνει το: Das Kapital,δεν είναι απλώς ανάλυση.Είναι μια προσπάθεια να συλληφθεί ο τρόπος με τον οποίο μια ολόκληρη κοινωνία οργανώνεται γύρω από την αόρατη κυκλοφορία τηςτ αξίας και πώς αυτή η κυκλοφορία διαμορφώνει τις ζωές, τις επιθυμίες,ακόμη και την ίδια την αντίληψη τής πραγματικότητας.
Στο τέλος έχει συλλάβει κάτι ουσιαστικό:την κατανόηση ότι οι νόμοι τού καπιταλισμού δεν είναι φυσικοί νόμοι,αλλά ιστορικοί και άρα, ενδεχομένως νομοτελειακα, μεταβλητοί.
Έξω το London συνεχίζει βυθισμένο μέσα στο πυκνό και σκοτεινο δάσος τών καμιναδων του.
Πάνω του αιωρειται
Das Kapital τού Karl Marx.
.
.
.
J.L.Borges-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Jorge Luis Borges
Historia de los dos que sonaron
(Historia universal de la infamia)
(Del Libro de las 1001 Noches,noche 351)
Διηγούνται άνθρωποι αξιόπιστοι ότι υπήρξε στο Κάιρο ένας άνθρωπος που στη κατοχή του είχε μεγάλο πλούτο,αλλά τόσο μεγαλοψυχος και γενναιόδωρος που όλα τα έχασε εκτός από το σπιτι τού πατέρα του και ότι εξαναγκάστηκε να δουλεύει για να κερδίσει το ψωμί του.
Δούλεψε τόσο πολύ που ο ύπνος τον κατεβαλε μια νύχτα κάτω από μια συκιά στον κήπο του και είδε στ'ονειρο έναν άνθρωπο
μουσκεμενο που απ'το στόμα του έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα και τού είπε:
-Η τύχη σου είναι στη Περια,στο Ισφαχάν,πήγαινε να την
ψάξεις.
Το επόμενο ξημέρωμα ξύπνησε και ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι και αντιμετώπισε τούς κινδύνους τής ερήμου,τών καραβιών, τών πειρατών,τών ποταμών,τών θηριων και τών ανθρωπων.
Έφτασε επιτέλους στο Ισφαχάν,αλλά μέσα στον περιτειχισμενο χώρο αυτής τής πόλης τον έπιασε η νύχτα και ξάπλωσε να κοιμηθεί στην αυλή ενός τζαμιού.
Υπήρχε,δίπλα στο τζάμι,ένα σπίτι και με εντολή τού Μεγαλοδυναμου Αλλάχ,μια συμμορία ληστών διέσχισε το τζαμί και χώθηκε στο σπίτι,
και οι άνθρωποι που κοιμόντουσαν ξύπνησαν από τη φασαρία τών ληστών και ζήτησαν βοήθεια.
Επίσης οι γείτονες φώναξαν,μέχρι που ο επικεφαλής τής νυχτερινής φρουράς εκείνης τής περιοχής κατέφθασε με τούς άντρες του και οι κακοποιοι διέφυγαν από τη στέγη.
Ο επικεφαλής διέταξε να ψαξουν το τζαμι και σ'αυτο βρήκαν τον άνθρωπο από το Κάιρο και τού έδωσαν τόσα χτυπήματα με ραβδιά από μπαμπού που έφτασε κοντά στο θάνατο.
Μετα απο δυο μέρες ανέκτησε τις αισθήσεις του στη φυλακή.Ο επικεφαλής προσταξε να τού τον φέρουν και τού ειπε:
-Ποιος είσαι και ποια είναι η πατρίδα σου;
Ο άλλος δήλωσε:
-Απο τη φημισμένη πόλη τού Καίρου είμαι και τ' όνομα μου είναι Μοχάμεντ Ελ Μαγκρεμπι.
Ο επικεφαλής τον ρώτησε:
-Τι σ'έφερε στη Περσία;
Ο άλλος προτίμησε την αλήθεια και σ'αυτον είπε:
-Ενας άνθρωπος με διέταξε σ'ενα ονειρο να έρθω στο Ισφαχάν,γιατί εκεί ήταν η τύχη μου.
Και τώρα είμαι στο Ισφαχάν και βλέπω ότι αυτή η τύχη που υποσχέθηκε πρέπει να'ναι τα χτυπήματα που τόσο γενναιόδωρα μού'δωσες.
Με τα τέτοια λόγια,ο επικεφαλής γέλασε μέχρι
που φάνηκαν και τα πιο πίσω δόντια του και κατέληξε να τού πει:
-Ανθρωπε απ'το πεπρωμενο σημαδεμένε και ευκολοπιστε,τρεις φορές έχω ονειρευτεί ένα σπίτι στη πόλη τού Καίρου,που στο βάθος του έχει ένα κήπο,και μέσα στο κήπο ένα ηλιακό ρολόι και μετά απ'το ηλιακό ρολόι μια συκιά και πέρα απ'τη συκιά μια πηγή και κάτω απ'τη πηγή ένα θησαυρο.
Δεν έδωσα την παραμικρή πιστή σ'αυτο το απατηλό.
Εσύ όμως, παρολαυτα,πλάσμα ενός μουλαριού με ένα δαιμόνιο,έχεις περιπλανηθεί από πόλη σε πόλη,με μοναδική πιστή στ'όνειρο σου.
Να μην σε ξαναδώ στο Ισφαχάν.
Πάρε αυτά τα νομίσματα και φύγε.
Ο άνθρωπος τα πήρε και γύρισε πίσω στη πατρίδα του.Κατω απ'τη πηγή τού κήπου του(που ήταν αυτή στο ονειρου τού επικεφαλής)ξέθαψε τον θησαυρό.
Έτσι ο Αλλάχ τον ευλογησε και τον ανταμειψε και τον εξύψωσε.
Ο Θεός είναι ο Γενναιοδωρος,ο Αποκρυφος.
Cuentan hombres dignos de fe que hubo en El Cairo un hombre poseedor de riquezas, pero tan magnánimo y liberal que todas las perdió menos la casa de su padre, y que se vio forzado a trabajar para ganarse el pan .Trabajó tanto que el sueño lo rindió una noche debajo de una higuera de su jardín y vio en el sueño un hombre empapado que sacó de la boca una moneda de oro y le dijo: "Tu fortuna está en Persia, en Isfaján; vete a buscarla". A la madrugada siguiente se despertó y emprendió el largo viaje y afrontó los peligros del desierto, de las naves, de los piratas, de los idólatras, de los ríos, de las fieras y de los hombres. Llegó al fin a Isfaján, pero en el recinto de esa ciudad lo sorprendió la noche y se tendió a dormir en el patio de una mezquita. Había, junto a la mezquita, una casa y por decreto de Alá Todopoderoso, una pandilla de ladrones atravesó la mezquita y se metió en la casa, y las personas que dormían se despertaron con el estruendo de los ladrones y pidieron socorro. Los vecinos también gritaron, hasta que el capitán de los serenos de aquel distrito acudió con sus hombres y los bandoleros huyeron por la azotea.
El capitán hizo registrar la mezquita y en ella dieron con el hombre de El Cairo y le menudearon tales azotes con varas de bambú que estuvo cerca de la muerte. A los dos días recobró el sentido en la cárcel. El capitán lo mandó buscar y le dijo: "¿Quién eres y cuál es tu patria?" El otro declaró: "Soy de la ciudad famosa de El Cairo y mi nombre es Mohamed El Magrebí". El Capitán le preguntó: "¿Qué te trajo a Persia?" El otro optó por la verdad y le dijo: "Un hombre me ordenó en un sueño que viniera a Isfaján, porque ahí estaba mi fortuna. Ya estoy en Isfaján y veo que esa fortuna que prometió deben ser los azotes que tan generosamente me diste".
Ante semejantes palabras, el capitán se rió hasta descubrir las muelas del juicio y acabó por decirle: "Hombre destinado y crédulo, tres veces he soñado con una casa en la ciudad de El Cairo, en cuyo fondo hay un jardín, y en el jardín un reloj de sol y después del reloj de sol una higuera y luego de la higuera una fuente, y bajo la fuente un tesoro. No he dado el menor crédito a esa mentira. Tú, sin embargo, engendro de mula con un demonio, has ido errando de ciudad en ciudad, bajo la sola fe de tu sueño. Que no te vuelva a ver en Isfaján. Toma estas monedas y vete."
El hombre las tomó y regresó a su patria. Debajo de la fuente de su jardín (que era la del sueño del capitán) desenterró el tesoro. Así Alá le dio bendición y lo recompensó y exaltó. Dios es el Generoso, el Oculto.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Ιστορίες τού Φανταστικου)
Η γυναίκα στον καθρέφτη
(Ελληνικά, Spanish, English, Francais, German, Italiano, Portuguese)
Διηγούνται άνθρωποι αξιόπιστοι ότι στη Δαμασκό υπήρξε ένας άντρας χωρίς καμία περιουσία,παρά μόνο μια παράξενη πίστη στα όνειρά του ειχε.
Κοιμόταν στις αυλές τών τζαμιών και στις ταράτσες εγκαταλελειμμένων σπιτιών και κάθε νύχτα εβλελε μια γυναίκα στο όνειρο.
Στο όνειρο,η γυναίκα δεν μιλούσε,μόνο τον κοιτούσε.
Μια νύχτα εκείνη τού είπε:
-Ψάξε με στην πόλη με τούς καθρέφτες.
Όταν ξύπνησε, ο άντρας ξεκίνησε το μακρυνό ταξίδι.
Διέσχισε απέραντες ερήμους,πέρασε ποτάμια αδιάβατα,τεράστια δάση σκοτεινα,πόλεις τυφλών ανθρώπων.
Τελικά έφτασε σε μια πόλη.Εκεί βρήκε ένα παλάτι γεμάτο καθρέφτες.
Σε έναν από αυτούς είδε τη γυναίκα.
Και πίσω από το είδωλο της υπήρχε ένας άλλος άντρας,που κοιμόνταν και ονειρευόταν την ίδια γυναίκα σε έναν άλλον καθρέφτη μέσα και πίσω της ένας άλλος άντρας που κοιμόνταν και την ονειρεύονταν,...
Ο άντρας τότε κατάλαβε πως η γυναίκα ήταν το όνειρο όλων τών αντρών και πως κανείς δεν θα την κατείχε ποτέ μοναδικά δική του.
Γύρισε πισω στη Δαμασκό.
Εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκε και δεν είδε στο ονειρο τη γυναίκα.
Ούτε και τις επόμενες νύχτες την ξαναείδε.
.
.
(Historias de lo Fantástico)
La mujer en el espejo
Cuentan personas fiables que en Damasco vivió un hombre sin ninguna propiedad, salvo una extraña fe en sus sueños.
Dormía en los patios de las mezquitas y en las azoteas de casas abandonadas, y cada noche veía a una mujer en sueños.
En el sueño, la mujer no hablaba, solo lo miraba.
Una noche ella le dijo:
—Búscame en la ciudad de los espejos.
Cuando despertó, el hombre emprendió el largo viaje.
Atravesó desiertos inmensos, cruzó ríos intransitables, bosques oscuros y ciudades de hombres ciegos.
Finalmente llegó a una ciudad. Allí encontró un palacio lleno de espejos.
En uno de ellos vio a la mujer.
Y detrás de su imagen había otro hombre, que dormía y soñaba con la misma mujer en otro espejo, y detrás de él otro hombre que dormía y la soñaba…
Entonces el hombre comprendió que la mujer era el sueño de todos los hombres y que nadie la poseería nunca como suya únicamente.
Regresó a Damasco.
Aquella noche durmió y no vio a la mujer en sueños.
Ni en las noches siguientes la volvió a ver.
.
.
(Stories of the Fantastic)
The Woman in the Mirror
Reliable people tell that in Damascus there once lived a man with no possessions, only a strange faith in his dreams.
He slept in mosque courtyards and on the rooftops of abandoned houses, and every night he saw a woman in his dreams.
In the dream, the woman did not speak, only looked at him.
One night she said to him:
—Look for me in the city of mirrors.
When he awoke, the man set out on a long journey.
He crossed vast deserts, impassable rivers, dark forests, and cities of blind men.
Finally he reached a city. There he found a palace full of mirrors.
In one of them he saw the woman.
And behind her reflection there was another man, who slept and dreamed of the same woman in another mirror, and behind him another man who slept and dreamed of her…
Then the man understood that the woman was the dream of all men and that no one would ever possess her as uniquely his own.
He returned to Damascus.
That night he slept and did not see the woman in his dream.
Nor did he see her in the nights that followed.
.
.
(Histoires du Fantastique)
La femme dans le miroir
Des personnes fiables racontent qu’à Damas vivait un homme sans aucune fortune, seulement doté d’une étrange foi en ses rêves.
Il dormait dans les cours des mosquées et sur les toits des maisons abandonnées, et chaque nuit il voyait une femme en rêve.
Dans le rêve, la femme ne parlait pas, elle le regardait seulement.
Une nuit, elle lui dit :
—Cherche-moi dans la ville des miroirs.
Lorsqu’il se réveilla, l’homme entreprit un long voyage.
Il traversa d’immenses déserts, des rivières infranchissables, de sombres forêts et des villes d’hommes aveugles.
Finalement, il arriva dans une ville. Là, il trouva un palais rempli de miroirs.
Dans l’un d’eux, il vit la femme.
Et derrière son image se trouvait un autre homme, qui dormait et rêvait de la même femme dans un autre miroir, et derrière lui encore un autre homme qui dormait et la rêvait…
Alors l’homme comprit que la femme était le rêve de tous les hommes et que personne ne pourrait jamais la posséder comme sienne uniquement.
Il retourna à Damas.
Cette nuit-là, il dormit et ne vit pas la femme en rêve.
Et dans les nuits suivantes, il ne la revit plus.
.
.
(Geschichten des Fantastischen)
Die Frau im Spiegel
Zuverlässige Menschen berichten, dass in Damaskus einst ein Mann lebte, der keinerlei Besitz hatte, nur einen seltsamen Glauben an seine Träume.
Er schlief in den Höfen der Moscheen und auf den Dächern verlassener Häuser, und jede Nacht sah er eine Frau in seinen Träumen.
Im Traum sprach die Frau nicht, sie sah ihn nur an.
Eines Nachts sagte sie zu ihm:
—Suche mich in der Stadt der Spiegel.
Als er erwachte, begann der Mann eine lange Reise.
Er durchquerte gewaltige Wüsten, unüberquerbare Flüsse, dunkle Wälder und Städte blinder Menschen.
Schließlich erreichte er eine Stadt. Dort fand er einen Palast voller Spiegel.
In einem davon sah er die Frau.
Und hinter ihrem Spiegelbild war ein anderer Mann, der schlief und von derselben Frau in einem anderen Spiegel träumte, und hinter ihm ein weiterer Mann, der schlief und sie träumte…
Da verstand der Mann, dass die Frau der Traum aller Männer war und dass niemand sie jemals ausschließlich besitzen würde.
Er kehrte nach Damaskus zurück.
In jener Nacht schlief er und sah die Frau nicht im Traum.
Auch in den folgenden Nächten sah er sie nicht mehr.
.
.
(Storie del Fantastico)
La donna nello specchio
Persone affidabili raccontano che a Damasco visse un uomo senza alcuna proprietà, solo con una strana fede nei suoi sogni.
Dormiva nei cortili delle moschee e sui tetti delle case abbandonate, e ogni notte vedeva una donna nei sogni.
Nel sogno, la donna non parlava, lo guardava soltanto.
Una notte gli disse:
—Cercami nella città degli specchi.
Quando si svegliò, l’uomo intraprese un lungo viaggio.
Attraversò deserti immensi, fiumi impraticabili, foreste oscure e città di uomini ciechi.
Infine giunse a una città. Lì trovò un palazzo pieno di specchi.
In uno di essi vide la donna.
E dietro la sua immagine c’era un altro uomo, che dormiva e sognava la stessa donna in un altro specchio, e dietro di lui un altro uomo che dormiva e la sognava…
Allora l’uomo capì che la donna era il sogno di tutti gli uomini e che nessuno l’avrebbe mai posseduta come propria in modo esclusivo.
Tornò a Damasco.
Quella notte dormì e non vide la donna in sogno.
E nemmeno nelle notti successive la rivide.
.
.
(Histórias do Fantástico)
A mulher no espelho
Pessoas confiáveis contam que em Damasco viveu um homem sem qualquer propriedade, apenas com uma estranha fé nos seus sonhos.
Dormia nos pátios das mesquitas e nos telhados de casas abandonadas, e todas as noites via uma mulher em sonhos.
No sonho, a mulher não falava, apenas o olhava.
Uma noite ela lhe disse:
—Procura-me na cidade dos espelhos.
Quando acordou, o homem iniciou uma longa viagem.
Atravessou desertos imensos, rios intransponíveis, florestas escuras e cidades de homens cegos.
Finalmente chegou a uma cidade. Ali encontrou um palácio cheio de espelhos.
Num deles viu a mulher.
E atrás da sua imagem havia outro homem, que dormia e sonhava com a mesma mulher noutro espelho, e atrás dele outro homem que dormia e a sonhava…
Então o homem compreendeu que a mulher era o sonho de todos os homens e que ninguém a possuiria jamais como sua de forma exclusiva.
Regressou a Damasco.
Nessa noite dormiu e não viu a mulher em sonho.
Nem nas noites seguintes a voltou a ver.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η μαρτυρια
Νύχτα,ακόμα δεν είχε ξημερώσει.
Εσπασαν την πόρτα,τρεις άντρες ογκώδεις με πολιτικά,
Τους περίμενε,ήταν ντυμένος,μέρες τούς περίμενε..
-ελα,ακολουθησε μας,ακούστηκε η φωνή προστακτική.
Αυτός την άκουσε στομφωδη,γελοία.
Στα έγγραφα τής σύλληψης τον κατέγραψαν με άλλο όνομα,χωρίς φωτογραφία.
Και οι συνεχείς ανακρίσεις,οι βασανισμοί.
-ξερασε,ποιοι είναι οι άλλοι;
Σιωπή.
-ρε,δεν είσαι ήρωας,προδότης είσαι.
Σιωπή.
Το σταθερό του βλέμμα τούς εξόργιζε.
-παρτε τον,ούρλιαξαν,τυφλωστε τον.
Σαράντα μέρες μετά,τον μετέφεραν στο νοσοκομείο,ένα τσακισμένο σώμα.
Φοβήθηκαν μην πεθάνει στα χέρια τους.
Καταχωρηθηκε ψεύτικα ως:απόπειρα αυτοκτονίας.Ορμησε στο παράθυρο το
έσπασε και έπεσε στον ακάλυπτο χώρο από τον τρίτο όροφο.
Το πρόσωπό του ήταν πρησμένο.παραμορφωμενο,δυσκολα ανεπνεε.
Η γυναίκα του μετά τη σύλληψη τον έψαχνε παντου.
Κατάφερε να τον εντοπίσει.
Ενας άγνωστος άντρας.
Όταν μπήκε στο δωμάτιο,πάγωσε.Δεν τον αναγνώρισε.
Κάθησε δίπλα του.Ωρες.
Κοιτούσε το πρόσωπο του.
Κάποια στιγμή εκείνος άνοιξε τα μάτια.Ειδε τα μάτια του.
-εσυ είσαι,είπε,
-μην κλαις,ισα που άκουστηκε η φωνή του,
Άκουγε τούς γιατρούς:
-μιλησε;
-οχι
-κινειται;
-ελαχιστα;
-θυμαται;
-δεν ξέρουμε;
-κυριως μας ενδιαφέρει να μην θυμάται
-τι τού έκαναν;
-ο,τι χρειάστηκε για να μη μιλήσει ποτέ.
-και γιατί τον κρατάμε ζωντανό;
Πέρασαν χρόνια και το καθεστώς έπεσε.
Έγιναν δικες.
Δεν πήγε ποτέ να καταθέσει οτιδήποτε.
Έμεινε ακίνητος,παράλυτος.
Αυτή η παρουσία ήταν πιο βαριά από κάθε μαρτυρία.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Αποσπασματα μιάς γυναίκας
ήταν ένα απόγευμα, άφησα τα πιάτα άπλυτα και κάθισα στο πάτωμα
τής κουζίνας.
-Τι κάνεις εκεί;
τον άκουσα να λέει.
Ήταν στην πορτα.
Ήξερα φαινομουν αστεία,ίσως υπερβολική.
-τι έχεις;
Σηκώθηκα.Χαμογελασα.
-τιποτα.
Έλεγα ψέματα
Τη νύχτα,όταν κοιμόνταν,
εγώ αγρυπνουσα,τον κοιτούσα.Το σώμα του ήσυχο,βαρύ.Άπλωνα το χέρι μου
και ακουμπούσα την πλάτη του.
Θυμάμαι,μικρό παιδί ήμουνα,τη μητέρα μου να με μαθαίνει τρόπους.
-Πρέπει να είσαι φρόνιμη,σοβαρή.
-Τι σημαίνει αυτό;τη ρώτησα.
-Να μην μιλάς και να μην γελάς όταν δεν πρέπει.
Εκείνο το βράδυ,είχαμε καλεσμένους.
Εφτιαξα φαγητό,εστρωσα τραπέζι,εβαλα κρασί.
Μιλούσαν όλοι μαζί,γελούσαν.
Και ξαφνικά άρχισα να φοβαμαι.
Ενιωσα το δωμάτιο να μικραίνει,οι τέσσερις τοίχοι να πλησιάζουν.
-Εισαι καλά;θέλεις βοήθεια;
άκουσα μια φωνη.
Βρέθηκα σε ένα λευκό,πολύ λευκό δωμάτιο.
-θα ξεκουραστείς εδώ μερικές μέρες,όλα θα πάνε καλά,μην ανησυχείς,
μού είπε ο γιατρος.
Την τελευταία νύχτα πριν φύγω,καθίσαμε στο σαλόνι.
Δεν μιλούσε κανεις.
Η τηλεόραση έπαιζε χωρίς ήχο.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
η απόλυση από τον καταδεσμο τού αβασκασμου(τού ματιασματος)
Λέγονται τρεις φορές από τη ξεματιαστρα αυτά τα λόγια
με την ταυτόχρονη κίνηση τρεις φορές τού χεριού προς τα πισω:
στα όρη στα γκρεμνα
στ'αδιαβατα βουνά
στ'αγρια θεριά
μακρυά να διωχτει
να τσακιστει
μην βρει οδό να ρθει
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Πότε πραγματικά χαμογέλασε η Marilyn?
Η Marilyn Monroe χαμογελούσε συχνά,μέσα στο φώς τών προβολεων.
Όταν ήταν η μικρή Νόρμα Τζιν όταν τής φερνονταν τρυφερά το χαμόγελο της ήταν χωρίς υπολογισμό,αβίαστο,σαν την ανάσα της.
Αργότερα,στον κόσμο τού Χόλιγουντ,το χαμόγελο της έγινε εργαλείο.
Μια σκηνοθεσία χαμόγελου:να διαρκεί λίγο παραπάνω,να στρέφεται στο φως,να υπόσχεται χωρίς να αποκαλυπτει.
Οι φωτογράφοι το λάτρευαν,το κοινό γοητευονταν.
Αλλά εκείνη ήξερε πόσο ξένο ήταν.
Σε ιδιωτικές φωτογραφίσεις,
σε σπάνιες καταγραφές πίσω από τα γυρίσματα χαμογελούσε,και το πρόσωπο της χαλαρωνε.
Για ένα κλάσμα τού δευτερολέπτου δεν ήταν σύμβολο,star,ήταν απλά μια γυναίκα που χαμογελουσε.
Αυτό το χαμόγελο τής Marilyn δεν έγινε ποτέ αφίσα,εξωφυλλο
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η επιστροφη
(ενα σεναριο)
φυσούσε δυνατα,μπήκε στο σπιτι,άνοιξε το ραδιόφωνο,ειδήσεις για τον πολεμο,
τότε ξεχώρισε τον άντρα μέσα στο χαμηλό φως,
-το τέλος τού κόσμου,συνέχεια αναβάλλεται,τον άκουσε να λέει,
σηκώθηκε και πήγε στο άλλο δωμάτιο,
η μητέρα του σε μια λεκάνη έλουζε τα μαλλιά της,
εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε,
πήγε στο παράθυρο,έξω ένα παιδί έτρεχε σε ένα χωράφι,ο άνεμος λύγιζε τα στάχυα,
μια γυναίκα στέκονταν ακίνητη στην άκρη τού δρομου,
άκουσε το τηλέφωνο να χτυπά στο διπλανό δωμάτιο,μια φωνή τον πληροφόρησε ότι η φωτιά θα καταστρεψει τα πάντα, βγήκε έξω,ο ουρανός ηταν σκοτεινός,είδε το σπίτι να καίγεται,
στο βάθος η θάλασσα ακινητη,μια γυναίκα έρχονταν προς το μέρος του,στάθηκε
μπροστά του,έμοιαζε με τη μάνα του,αλλα δεν ήταν,
-αν πιστέψεις,όλα μπορούν να
αλλάξουν,
τού είπε και προχώρησε και μπήκε στο σπίτι,
εκείνος γύρισε σπίτι,πάνω στο τραπέζι είδε μια φωτογραφία τής μητέρας του,
και ένα ποτήρι με νερο που έτρεμε ελαφρά,
ο άντρας στο δωμάτιο τού ειπε:
-ολα επιστρέφουν,αλλάζουν μόνο μορφή,
άκουσε μια παιδική φωνή:
-μαμα,
πήγε προς τα κει,
το νερό έσταζε από τα μαλλιά τής γυναίκας,
η γυναίκα έβαλε το δάκτυλο της στο νερό τής λεκάνης,το ανακινησε κυκλικά,δημιούργησε ένα στρόβιλο και χαθηκε το είδωλο της,
έξω άκουγε τη φωτιά που ετριζε
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Adam Smith
An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations
Έρευνα για τη Φύση και τα Αίτια τού Πλούτου τών Εθνών
Όταν ο καταμερισμός τής εργασίας έχει πλέον πλήρως εδραιωθει,
δεν είναι παρά ένα μικρό μέρος τών αναγκών ενός ανθρώπου το οποίο το προϊόν τής δικής του εργασίας μπορεί να καλύψει.
Καλύπτει το πολύ μεγαλύτερο μέρος από αυτές ανταλλάσσοντας εκείνο το πλεονάζον μέρος τού προϊόντος τής δικής του εργασίας,το οποίο υπερβαίνει την δική του κατανάλωση,με αντίστοιχα μέρη τού προϊόντος τής εργασίας τών άλλων ανθρώπων,όσα έχει αναγκη.
Κάθε άνθρωπος έτσι ζει μέσω τής ανταλλαγής,η' γίνεται,κατά κάποιο βαθμό,ένας έμπορος,και η κοινωνία η ίδια καταλήγει να γίνεται αυτό που ορθά ονομάζεται μία εμπορική κοινωνία.
Αλλά όταν ο καταμερισμός τής εργασίας για πρώτη φορά αρχισε να λαμβάνει χώρα,
αυτή η δύναμη τής ανταλλαγής πρέπει συχνά να ήταν πάρα πολύ παρεμποδισμενη και σε δυσχερή κατάσταση στη λειτουργία της.
Ένας άνθρωπος,ας υποθέσουμε,έχει περισσότερο από ένα ορισμένο αγαθό από όσο ο ίδιος έχει αναγκη γι'αυτό,ενώ ένας άλλος έχει λιγότερο.
Ο πρώτος,συνεπώς,θα ήταν πρόθυμος να το διαθέσει,και ο δεύτερος να αγοράσει ένα μέρος αυτού τού πλεονάσματος.
Άλλα αν αυτός ο δεύτερος τυχαίνει να μην έχει τίποτα από όσα ο πρώτος βρίσκεται σε ανάγκη,καμιά ανταλλαγή δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί μεταξύ τους.
Ο κρεοπώλης έχει περισσότερο κρέας στο κατάστημα του από όσο αυτός ο ίδιος μπορεί να καταναλώσει,και ο ζυθοποιός και ο αρτοποιός θα ηταν ο καθένας τους πρόθυμος να αγοράσει ένα μέρος του.
Αλλά αυτοί δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν για ανταλλαγή,εκτός από τα διαφορετικά προϊόντα τών αντίστοιχων επιχειρήσεων τους,
και ο κρεοπώλης είναι ήδη εφοδιασμένος με όλο το ψωμί και τη μπύρα που έχει άμεση ανάγκη.
Καμιά ανταλλαγή,σ'αυτη τη περίπτωση,δεν μπορεί να γίνει μεταξύ τους.
Αυτός δεν μπορεί να είναι ο έμπορος τους,ούτε αυτοί οι πελάτες του,
και έτσι είναι όλοι τους αμοιβαια λιγότερο χρήσιμοι ο ένας στον άλλον.
Προκειμένου να αποφυγει τη δυσχέρεια τέτοιων καταστάσεων,κάθε συνετός άνθρωπος σε κάθε περίοδο τής κοινωνίας,μετά την πρώτη εγκαθίδρυση τού καταμερισμου τής εργασίας,πρέπει φυσικά να έχει επιδιώξει να διευθετήσει τις υποθέσεις του με τέτοιο τροπο,ώστε να έχει πάντοτε στη κατοχή του,εκτός από το προϊόν για τον ίδιον τής δικής του παραγωγικής δραστηριοτητας,μια ορισμένη ποσότητα καποιου αγαθού,ή άλλου,
τέτοιου που να φαντάζεται ότι λίγοι άνθρωποι θα ήταν πιθανόν να αρνηθούν για ανταλλαγή με προϊόν τής επιχείρησης τους.
Πολλά διαφορετικά αγαθά,είναι πιθανό,το ένα μετά το άλλο και να επινοήθηκαν και να χρησιμοποιήθηκαν γι'αυτό το σκοπό.
Στις πρωτόγονες εποχές τής κοινωνίας,τα βοοειδή λεγεται οτι έχουν υπάρξει το κοινό εργαλειο τού εμπορίου,
και,αν και πρέπει να ήταν ένα πάρα πολύ δύσχρηστο πρακτικα μεσο,όμως,στους παλιούς χρόνους,βρίσκουμε πράγματα που συχνά ήταν αξιολογημενα σύμφωνα με τον αριθμό τών βοοειδών που είχαν δωθεί σε ανταλλαγή γι'αυτα.
Η πανοπλία τού Διομήδη,λέει ο Όμηρος,κόστισε μόνο εννιά βόδια,ενώ εκείνη τού Γλαύκου κόστισε εκατό βόδια.
Το αλάτι λέγεται οτι είναι το κοινό μέσο τού εμπορίου και τών ανταλλαγών στην Άβυσσινια,
ενα είδος κοχυλιών σε κάποια μέρη τών Ινδικών ακτών,
αποξηραμένος μπακαλιάρος στη Νέα Γη,
καπνός στη Βιρτζίνια,
ζαχαρι σε κάποιες από τις δικές μας αποικίες τής Δυτικης Ινδίας,
τομαρια η' επεξεργασμένα δέρματα σε κάποιες άλλες χώρες,
και υπάρχει ώς τα σήμερα ενα χωριό στη Σκωτία,όπου δεν είναι ασυνήθιστο,όπως μού λένε,για ένα εργάτη να μεταφέρει καρφιά αντί για χρήματα στο αρτοποιείο η' στο στο καπηλειο που σερβίρει μπίρα.
Σ' όλες τις χώρες,εντούτοις,οι άνθρωποι φαινεται τελικά να έχουν ωθηθει απο ακατανίκητους λόγους το προτιμησουν,γι'αυτη τη χρηση,τα μέταλλα πάνω από κάθε άλλο αγαθό.
Τα μέταλλα μπορούν όχι μόνο να διατηρηθούν με τόση λίγη απώλεια όσο οποιοδήποτε άλλο αγαθο,
αφού ελάχιστα πράγματα είναι λιγότερο φθαρτά από αυτα,αλλά μπορούν επίσης,χωρίς καμιά απώλεια,να είναι διαιρεμένα σε οποιοδήποτε αριθμό μερών,καθώς με την τήξη αυτών τών μερών μπορεί εύκολα να επανενωθούν ξανά,μια ιδιότητα που κανένα άλλο εξίσου ανθεκτικό αγαθό δεν κατέχει,και η οποία,περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ιδιότητα,τα καθιστά κατάλληλα να είναι τα μέσα τού εμπορίου και τής κυκλοφοριας τών αγαθών.
Ο άνθρωπος που θα ήθελε να αγοράσει αλάτι,για παράδειγμα,και τίποτα άλλο δεν είχε παρά βοοειδη να δώσει σε ανταλλαγή γι'αυτο,θα πρέπει να ήταν υποχρεωμένος γνα αγοράσει αλάτι στην αξία ενός ολόκληρου βοδιού,η' ενός ολόκληρου προβάτου,κάθε φορα.
Αυτός μπορούσε σπάνια να αγοράσει λιγότερο από αυτό,γιατί ότι θα έδινε γι'αυτό σπάνια μπορούσε να είναι διαιρεμένο χωρίς απωλεια,κι αν σκέφτονταν να αγοράσει περισσότερο,επρεπε,για τους ίδιους λόγους,να είναι υποχρεωμένος να αγοράσει διπλη η' τριπλή ποσότητα,την αξία, συγκεκριμένα,δύο η' τριών βοδιών,η' δύο η' τριών προβάτων.
Αν,αντίθετα,αντί για πρόβατα η' βόδια,είχε μέταλλα να δώσει σε ανταλλαγή γι'αυτο,μπορούσε εύκολα αναλογία να προσαρμόσει τη ποσότητα τού μετάλλου στην ακριβή ποσότητα τού αγαθού για το οποίο είχε την άμεση ανάγκη.
CHAPTER IV.
OF THE ORIGIN AND USE OF MONEY.
When the division of labour has been once thoroughly established, it is but a very small part of a man’s wants which the produce of his own labour can supply. He supplies the far greater part of them by exchanging that surplus part of the produce of his own labour, which is over and above his own consumption, for such parts of the produce of other men’s labour as he has occasion for. Every man thus lives by exchanging, or becomes, in some measure, a merchant, and the society itself grows to be what is properly a commercial society.
But when the division of labour first began to take place, this power of exchanging must frequently have been very much clogged and embarrassed in its operations. One man, we shall suppose, has more of a certain commodity than he himself has occasion for, while another has less. The former, consequently, would be glad to dispose of; and the latter to purchase, a part of this superfluity. But if this latter should chance to have nothing that the former stands in need of, no exchange can be made between them. The butcher has more meat in his shop than he himself can consume, and the brewer and the baker would each of them be willing to purchase a part of it. But they have nothing to offer in exchange, except the different productions of their respective trades, and the butcher is already provided with all the bread and beer which he has immediate occasion for. No exchange can, in this case, be made between them. He cannot be their merchant, nor they his customers; and they are all of them thus mutually less serviceable to one another. In order to avoid the inconveniency of such situations, every prudent man in every period of society, after the first establishment of the division of labour, must naturally have endeavoured to manage his affairs in such a manner, as to have at all times by him, besides the peculiar produce of his own industry, a certain quantity of some one commodity or other, such as he imagined few people would be likely to refuse in exchange for the produce of their industry. Many different commodities, it is probable, were successively both thought of and employed for this purpose. In the rude ages of society, cattle are said to have been the common instrument of commerce; and, though they must have been a most inconvenient one, yet, in old times, we find things were frequently valued according to the number of cattle which had been given in exchange for them. The armour of Diomede, says Homer, cost only nine oxen; but that of Glaucus cost a hundred oxen. Salt is said to be the common instrument of commerce and exchanges in Abyssinia; a species of shells in some parts of the coast of India; dried cod at Newfoundland; tobacco in Virginia; sugar in some of our West India colonies; hides or dressed leather in some other countries; and there is at this day a village in Scotland, where it is not uncommon, I am told, for a workman to carry nails instead of money to the baker’s shop or the ale-house.
In all countries, however, men seem at last to have been determined by irresistible reasons to give the preference, for this employment, to metals above every other commodity. Metals can not only be kept with as little loss as any other commodity, scarce any thing being less perishable than they are, but they can likewise, without any loss, be divided into any number of parts, as by fusion those parts can easily be re-united again; a quality which no other equally durable commodities possess, and which, more than any other quality, renders them fit to be the instruments of commerce and circulation. The man who wanted to buy salt, for example, and had nothing but cattle to give in exchange for it, must have been obliged to buy salt to the value of a whole ox, or a whole sheep, at a time. He could seldom buy less than this, because what he was to give for it could seldom be divided without loss; and if he had a mind to buy more, he must, for the same reasons, have been obliged to buy double or triple the quantity, the value, to wit, of two or three oxen, or of two or three sheep. If, on the contrary, instead of sheep or oxen, he had metals to give in exchange for it, he could easily proportion the quantity of the metal to the precise quantity of the commodity which he had immediate occasion for.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Λουκιανός
Λούκιος ἢ Ὄνος
Κάποτε πήγαινα στη Θεσσαλια και είχα κάποια
κληρονομική πατρική υπόθεση εκεί με έναν ντόπιο άνθρωπο,ένα άλογο μετεφερε εμενα και τις αποσκευές,και ενας υπηρέτης ακολουθούσε,
προχωρούσα λοιπόν στο δρόμο που ήταν μπροστά μου και τυχαία συνάντησα κι άλλους που πήγαιναν στην Υπάτη πόλη τής Θεσσαλίας,από κει όντας,και ψωμί κι αλάτι μοιραζομασταν
κι έτσι εκείνο τον κουραστικό δρόμο αφου διανυσαμε όταν κοντά πια στην πόλη ημασταν ρώτησα τούς Θεσσαλούς αν γνωρίζουν έναν αντρα που κατοικεί στην Υπάτη με τ'ονομα Ιππαρχος,σ'αυτον έφερνα επιστολές απ'την πατρίδα μου,ώστε να μείνω σ'αυτον,
αυτοί λοιπον έλεγαν ότι τουτον τον Ίππαρχο τον ήξεραν και σε ποιο μέρος τής πόλης κατοικεί και ότι χρήμα αρκετό εχει,και ότι μια υπηρέτρια συντηρεί και την σύζυγό του μοναχα,
γιατί υπέρβολικα παρά πολύ φιλάργυρος είναι,
κι όταν είχαμε φτάσει στη πόλη,κάποιος κήπος ήταν και μέσα ένα καπως υποφερτό σπιτακι,όπου εκεί ο Ιππαρχος κατοικούσε,εκείνοι λοιπόν αφού με χαιρέτησαν εφυγαν,κι πλησιαζοντας χτυπώ τη πορτα,και μόλις και με καθυστέρηση με άκουσε λοιπον μια γυναικα και ύστερα βγήκε,κι εγώ τη ρώτησα αν μέσα είναι ο Ιππαρχος,
-μέσα,είπε,κι εσύ ποιος είσαι και τι θέλεις και ρωτάς;
-γράμματα ήρθα φερνοντας σ'αυτον από τον Δεκριανο τον πατρινό σοφιστη
.
.
εμείς αφού μπανιαριστηκαμε βγήκαμε,ο Ιππαρχος πολύ φιλικά μάς προσκάλεσε να κάτσουμε στο τραπέζι του,το δείπνο δεν ήταν καθόλου φτωχό και το κρασί γλυκό και παλιό,κι αφού φάγαμε ακολούθησε πιοτό και συζήτηση όπως συνειθιζεται σε δείπνα φιλοξενίας,κι έτσι περνώντας τη βραδιά πίνοντας κοιμηθήκαμε,
Την επόμενη μέρα ο Ιππαρχος με ρώτησε ποιο τώρα δρόμο θα πάρω και αν θα μείνω μαζί του όλες τις μέρες.
-Φεύγω,τού είπα,για τη Λάρισσα,αλλά μού φαίνεται πως θα μείνω εκεί τρεις -πέντε μέρες.
Αυτό όμως ήταν πρόφαση, γιατί ήθελα πολύ,αν εκεί εμενα,να βρω κάποια γυναίκα να ξέρει μάγια,και να δω κάνα παράξενο,όπως άνθρωπο να πετά,η' πέτρα να γίνεται,
και μ'αυτο τον ποθο να δω
τριγύριζα στη πόλη,μην ξέροντας από πού το ψάξιμο ν'αρχίσω,
κι ενώ έτσι βόλτες έκανα να και βλέπω μια γυναίκα νέα ακόμη να περνά,καλοστεκουμενη,
όσο μπορούσα εκει στο δρόμο να καταλάβω,φορούσε λουλουδενια ρούχα και είχε πολλούς συνοδούς και χρυσά στολίδια πολλα,
όταν λοιπόν την πλησίασα η γυναίκα με χαιρετά,εγω
ανταποδίδω παρομοιως και μου λέει.
-Εγω η Αβροία είμαι,αν από κάποια φιλενάδα τής μάνας σου μ'εχεις ακουστα,και σένα που εκείνη γέννησε σ'αγαπώ σαν η ίδια εγώ να σε γέννησα,γιατί λοιπόν δεν έρχεσαι να μεινεις στο σπίτι μου,αγόρι μου;
Ω σας ευχαριστω,είπα,σας είμαι υπόχρεος,και καθόλου δεν θα ντραπω ένα γνωστο μου να ρίξω και να φύγω απ'το σπίτι του,αλλά,Κυρία μου,όπως καλά το βλέπω μαζί σου
θα'ρθω να μείνω,
-τώρα πού μένεις;είπε.
-Στον Ίππαρχο;
-Στον φιλάργυρο,ειπε,
-Ω καθόλου μην το λες αυτό,μάνα μου,γιατί και εξαιρετικός και πολύ ανοιχτοχερης σε μένα ήταν,που κάποιος θα τον κατηγορήσει για τρυφηλη ζωη,
κι εκείνη χαμογελώντας απ'το χερι πιάνοντας μέ πάει παραπέρα και μού λέει.
-Φυλαξου,είπε,απ'τη γυναίκα τού Ιππάρχου με κάθε τρόπο,γιατί τρανή μάγισσα είναι κι όλους τούς νεαρούς τούς βάζει στο μάτι,κι αν κάποιος δεν υπακούσει σ'αυτη,αυτόν με την τέχνη της τον τιμωρεί,και πολλούς μεταμόρφωσε σε ζώα,άλλους ολοκληρωτικά τούς κατέστρεψε,κι εσένα όπως νέος είσαι,αγόρι μου,κι όμορφος,και στις γυναίκες αρέσεις,και μάλιστα ξένος,εύκολο πράγμα είναι να σ'εκμεταλλευτεί.
1 Ἀπήιειν ποτὲ ἐς Θετταλίαν· ἦν δέ μοι πατρικόν τι συμβόλαιον ἐκεῖ πρὸς ἄνθρωπον ἐπιχώριον· ἵππος δέ με κατῆγε καὶ τὰ σκεύη καὶ θεράπων ἠκολούθει εἷς. ἐπορευόμην οὖν τὴν προκειμένην ὁδόν· καί πως ἔτυχον καὶ ἄλλοι ἀπιόντες ἐς Ὕπατα πόλιν τῆς Θετταλίας, ἐκεῖθεν ὄντες· καὶ ἁλῶν ἐκοινωνοῦμεν,[1] καὶ οὕτως ἐκείνην τὴν ἀργαλέαν ὁδὸν ἀνύσαντες πλησίον ἤδη τῆς πόλεως ἦμεν, κἀγὼ ἠρόμην τοὺς Θετταλοὺς εἴπερ ἐπίστανται ἄνδρα οἰκοῦντα ἐς τὰ Ὕπατα, Ἵππαρχον τοὔνομα. γράμματα δὲ αὐτῶι ἐκόμιζον οἴκοθεν, ὥστε οἰκῆσαι παρ᾽ αὐτῶι. οἱ δὲ εἰδέναι τὸν Ἵππαρχον τοῦτον ἔλεγον καὶ ὅπηι τῆς πόλεως οἰκεῖ καὶ ὅτι ἀργύριον ἱκανὸν ἔχει καὶ ὅτι μίαν θεράπαιναν τρέφει καὶ τὴν αὑτοῦ γαμετὴν μόνας· ἔστι γὰρ φιλαργυρώτατος δεινῶς. ἐπεὶ δὲ πλησίον τῆς πόλεως ἐγεγόνειμεν, κῆπός τις ἦν καὶ ἔνδον οἰκίδιον ἀνεκτόν, ἔνθα ὁ Ἵππαρχος ὤικει.
2 Οἱ μὲν οὖν ἀσπασάμενοί με ὤιχοντο, ἐγὼ δὲ κόπτω προσελθὼν τὴν θύραν, καὶ μόλις μὲν καὶ βραδέως, ὑπήκουσε δ᾽ οὖν γυνή, εἶτα καὶ προῆλθεν. ἐγὼ μὲν ἠρόμην εἰ ἔνδον εἴη· Ἵππαρχος· Ἔνδον, ἔφη· σὺ δὲ τίς ἢ τί βουλόμενος πυνθάνηι;
Γράμματα ἥκω κομίζων αὐτῶι παρὰ Δεκριανοῦ
Πατρέως σοφιστού.
.
.
ἡμεῖς δὲ λουσάμενοι ἀναστρέψαντες εἴσω εὐθὺς παρήλθομεν, καὶ ὁ Ἵππαρχός με δεξιωσάμενος ἐκέλευε συνανακλίνεσθαι μετ᾽ αὐτοῦ. τὸ δὲ δεῖπνον οὐ σφόδρα λιτόν· ὁ δὲ οἶνος ἡδὺς καὶ παλαιὸς ἦν. ἐπεὶ δὲ ἐδεδειπνήκειμεν, πότος ἦν καὶ λόγος οἷος ἐπὶ δείπνου ξένου, καὶ οὕτω τὴν ἑσπέραν ἐκείνην πότωι δόντες ἐκοιμήθημεν.
Τῆι δ᾽ ὑστεραίαι ὁ Ἵππαρχος ἤρετό με, τίς μὲν ἔσται ἡ νῦν μοι ὁδὸς καὶ εἰ πάσαις ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ προσμενῶ. Ἄπειμι μέν, ἔφην, εἰς Λάρισσαν, ἔοικα δὲ ἐνταῦθα διατρίψειν τριῶν ἢ πέντε ἡμερῶν.
4 ἀλλὰ τοῦτο μὲν ἦν σκῆψις. ἐπεθύμουν δὲ σφόδρα μείνας ἐνταῦθα ἐξευρεῖν τινα τῶν μαγεύειν ἐπισταμένων γυναικῶν καὶ θεάσασθαί τι παράδοξον, ἢ πετόμενον ἄνθρωπον ἢ λιθούμενον.
καὶ τῶι ἔρωτι τῆς θέας ταύτης δοὺς ἐμαυτὸν περιήιειν τὴν πόλιν, ἀπορῶν μὲν τῆς ἀρχῆς τοῦ ζητήματος, ὅμως δὲ περιήιειν·
κἀν τούτωι γυναῖκα ὁρῶ προσιοῦσαν ἔτι νέαν, εὐπορουμένην, ὅσον ἦν ἐκ τῆς ὁδοῦ συμβαλεῖν· ἱμάτια γὰρ ἀνθινὰ καὶ παῖδες συχνοὶ καὶ χρυσίον περιττόν. ὡς δὲ πλησιαίτερον γίνομαι, προσαγορεύει με ἡ γυνή, καὶ ἀμείβομαι αὐτῆι ὁμοίως,
καὶ φησίν, Ἐγὼ Ἄβροιά εἰμι, εἴ τινα τῆς σῆς μητρὸς φίλην ἀκούεις, καὶ ὑμᾶς δὲ τοὺς ἐξ ἐκείνης γενομένους φιλῶ ὥσπερ οὓς ἔτεκον αὐτή· τί οὖν οὐχὶ παρ᾽ ἐμοὶ καταλύεις, ὦ τέκνον
Ἀλλὰ σοὶ μέν, ἔφην, πολλὴ χάρις, αἰδοῦμαι δὲ οὐδὲν ἀνδρὶ φίλωι ἐγκαλῶν ἔπειτα φεύγων τὴν ἐκείνου οἰκίαν· ἀλλὰ τῆι γνώμηι, ὦ φιλτάτη, κατάγομαι παρὰ σοί.
Μηδαμῶς, εἶπον, ὦ μῆτερ, τοῦτο εἴπηις. λαμπρὸς γὰρ καὶ πολυτελὴς γέγονεν εἰς ἐμέ, ὥστε καὶ ἐγκαλέσαι ἄν τις τῆι τρυφῆι.
ἡ δὲ μειδιάσασα καί με τῆς χειρὸς λαβομένη ἄγει ἀπωτέρω καὶ λέγει πρὸς ἐμέ, Φυλάττου μοι, ἔφη, τὴν Ἱππάρχου γυναῖκα πάσηι μηχανῆι·
μάγος γάρ ἐστι δεινὴ καὶ μάχλος καὶ πᾶσι τοῖς νέοις ἐπιβάλλει τὸν ὀφθαλμόν· καὶ εἰ μή τις ὑπαχούσηι αὐτῆι, τοῦτον τῆι τέχνηι ἀμύνεται, καὶ πολλοὺς μετεμόρφωσεν εἰς ζῶια, τοὺς δὲ τέλεον ἀπώλεσε· σὺ δὲ καὶ νέος εἶ, τέκνον, καὶ καλός, ὥστε εὐθὺς ἀρέσαι γυναικί, καὶ ξένος, πρᾶγμα εὐκαταφρόνητον.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Μια ασπρόμαυρη ταινία)
Η Διάσπαση
Σκηνή 1
Μονοπλάνο 5 λεπτών
Απόλυτο σκοτάδι. Σταδιακά αποκαλύπτεται ένας τοίχος με υγρασία.
Ήχος αναπνοής.
Ένας άντρας στέκεται ακίνητος με την πλάτη στον τοίχο.
Το φως τρεμοπαίζει.
Ο άντρας σηκώνει αργά το χέρι και αγγίζει τον τοίχο.
Φωνή off:
-Δεν είμαι εγώ εδώ.
Η κάμερα αρχίζει αργα να πλησιάζει.
Flou black
cut
Σκηνη 2
Μονοπλάνο 5 λεπτών
Η κάμερα ακολουθεί τον άντρα από πίσω σε έναν μακρύ διάδρομο.
Ήχος:Ψίθυροι
Σκιές εμφανίζονται στους τοίχους,αλλά δεν αντιστοιχούν στο σώμα τού άντρα.
Μία σκιά τον προσπερνά.
Ο άντρας σταματά.
Η σκιά συνεχίζει.
Φωνή off
-Ποιος είναι αυτός;
Ήχος αναπνοής.
Flou black
Cut
Σκηνη 3
Μονοπλάνο 5 λεπτών
Η κάμερα περιστρέφεται αργά γύρω από τον άντρα. Πίσω του εμφανίζεται ένα δεύτερο σώμα σε πολλαπλές εκθεσεις.
Ήχος αναπνοής
Φωνή off
-Εγώ δεν θυμάμαι.
Η κάμερα πλησιάζει αργά πολύ κοντά.
Flou black
Cut
Σκηνή 4
Μονοπλάνο 5 λεπτών
Στο πάτωμα,στο κέντρο του,ξαπλωμένο ένα σώμα.
Η κάμερα κινείται ελικτικα αργά.
Ήχος καρδιακού παλμου
Ο άντρας κοίτα την κάμερα.
Φωνή off.
-Δεν υπάρχω
Η κάμερα απομακρύνεται αργά σε ελικτικη κινηση.
Το φως χαμηλώνει.
Σκοταδι.
Cut
Σκηνη 5
Μονοπλάνο 5 λεπτών
Γκρο πλάνο στο πρόσωπο τού άντρα.
Υψηλό κοντραστ.
Σταδιακά το πρόσωπο χάνει τα χαρακτηριστικά του με την διαφοροποιηση τού φωτισμού.
Ήχος αναπνοής.
Φωνή off.
-Μετά την απουσία.
Σιωπή.
Flou black
Cut
Σκηνή 6
Μονοπλανο 5 λεπτων
Σκοτάδι
Ήχος αναπνοής.
Σταδιακός φωτισμός.
Τα μάτια τού άντρα κλειστά.
Σιωπή.
Σταδιακά σκοτάδι.
Ήχος αναπνοής.
Σταδιακός φωτισμός.
Τα μάτια τού άντρα ανοικτά.
Σιωπή.
Σταδιακά σκοτάδι.
Ήχος αναπνοής.
Σταδιακός φωτισμός.
Τα μάτια τού άντρα κλειστα.
Σιωπή.
Σταδιακά σκοτάδι.
Τελος
.
.
.
φωτογραφιση
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Διαλογοι
Εκείνη:
Φοβάμαι ότι αν μείνω,θα χάσω εκεινο που καποτε ειχα.
Εκείνος:
Εγώ φοβάμαι ότι αν φύγεις,θα χάσω αυτό που δεν είχα ποτέ.
Η γυναίκα φεύγει πρώτη.
Μετά το αυτοκίνητο τού άντρα απομακρύνεται.
Δύο κατευθύνσεις που για λίγο είχαν γίνει μία.
Και μετά ξανά δύο.
Για πάντα.
.
.
.
φωτογράφιση
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η προδοσια
Ηταν παντρεμένη δεκα χρόνια.
Όλα κατέληξαν στη συνηθεια.
Απουσια επιθυμίας,εντασης.
Τον είδε στο βιβλιοπωλειο,ένα απόγευμα
Την ρώτησε για ένα βιβλίο.
Ούτε σ'εκείνη ούτε σ'εκείνον άρεσε ο συγγραφέας.
Γέλασαν με τη συμπτωση.
Άρχισε να τον σκεφτεται.
Ντύθηκε,έγινε όμορφη.
Πηγε στο βιβλιοπωλείο μήπως τον ξανασυναντησει.
Τον βρήκε εκεί.
Πήγαν για καφέ.
Δεν ένιωθε ενοχές κι αυτό την τρόμαξε περισσότερο.
Τη τρίτη φορά περπατούσαν στο κέντρο τής πόλης,είχε νυχτώσει.
Τα σώματά τους είχαν πλησιάσει,τα χέρια τους πιάστηκαν,δεν τα απομακρυναν.
Φιλήθηκαν.
Την επόμενη μέρα πήγαν σε ξενοδοχειο
Επιστρέφοντας σπίτι ο αντρας της τη ρωτησε πως πέρασε.
-καλα,ειπε.
Κάθε φορά έλεγε ψέματα.
Η σχέση με τον άλλο άντρα μετά απο λιγο καιρό αλλαξε.
Εκείνος ζήλευε,την πίεζε.
Εκείνη ένιωθε φόβο.
Άρχισε να νιώθει κενό.
Μια νύχτα ξαπλωμένη στο κρεβάτι,κοίταξε τον άντρα της δίπλα που κοιμόνταν.
Ένα κουρασμένο,ηλικιωμένο σωμα.
Και τότε ξαφνικά συνειδητοποίησε κατι τρομακτικό.
Τι σημαίνει να προδινεις.
Από την αλλη μερα δεν έστειλε μηνύματα,δεν απάντησε σε μηνύματα.
Συναντήθηκαν.
Χώρισαν.
Έφυγε.
Επιστρέφοντας σπίτι δεν ένιωθε λύτρωση,ούτε μετάνοια.
Αλλά ότι είχε αλλάξει.
.
.
.
φωτογράφιση-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η σταδιακή πορεια
Η δουλειά της στο γραφείο
κυλούσε με επαναληπτικο ρυθμό,η ζωή της ασφυκτική οικονομικά,οι φίλες
παντρεύονταν.
Ένας πελάτης,πολυ μεγαλύτερος από αυτή σε ηλικία,τής πρότεινε,ευγενικα
να συναντηθούν εκτός γραφείου.
Δέχτηκε.
Το εστιατοριο πολυτελες.
Το δείπνο ακριβό.
Όταν έφυγε τής άφησε χρήματα
-για τη παρέα,είπε,σας είμαι ευγνώμων.
Εκείνη ένιωσε αμηχανα.Ομως δεν τα αρνήθηκε.
Μια πελάτισσα στο γραφείο τής μιλησε για τη ζωή της.Τα ταξίδια,τα χρήματα,
τους άντρες που την φρόντιζαν.
-δεν είναι αυτό που νομίζεις,τής είπε,είναι
απλώς ένας άλλος τρόπος να ζεις.
Τη δεύτερη φορά ήταν ευκολότερα.
Μια εξυπηρέτηση, γνωριμία,συντροφιά.
Ένα δείπνο,μια έξοδος,μια παρουσία δίπλα σε κάποιον που ήθελε να δείχνει
πως δεν είναι μόνος.
Όλα εξελίχθηκαν με λογικη συνέπεια.
Το σώμα της δεν έγινε αμέσως αντικείμενο.
Σταδιακά κατέληξε να είναι διαπραγματευσιμο.
Αντιμετώπιζε τούς άντρες προσποιητα.Απολαμβανε τη δύναμη να καθορίζει μια κατασταση.
Επιλογή πελατών,όρων, συναντήσεων.
Το γραφείο έγινε περιττό,παραιτήθηκε.
Τα χρήματα από τις συναντήσεις ήταν πάρα πολύ περισσότερα.
.Η ζωή της οργανώθηκε γύρω από αυτες: τηλέφωνα,ραντεβού, ξενοδοχεία.
Ηξερε τι ανταλλάσσεται,τι ζητείται,τι προσφέρεται.
Ένα βράδυ,ηταν μόνη σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, περιμένοντας τον αντρα.
Κοίταξε γύρω της,
τα καθαρά σεντόνια,τα ουδέτερα χρώματα.
Στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη.
Κοίταξε τη γυναίκα που ήταν τώρα.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Υποψία τού Οδυσσεα
(στο νησί τής Αιαιας τής Κιρκης)
Ο αέρας μέσα στην αίθουσα ήταν βαρύς από αρώματα και αποξηραμένα βότανα
που κρέμονταν από τα δοκάρια της στέγης σε δεσμίδες..
Η Κίρκη καθόταν πάνω σε λίθινο κάθισμα,και άπλωνε μπροστά της φύλλα,ρίζες
και σπόρους.
-Αυτό εδώ,είπε και σήκωσε ένα φύλλο λεπτό,δεν είναι επικίνδυνο από μόνο του.
Μα αν το βράσεις σε νερό που έχει αίμα,τότε είναι.Οποιος το πιει θυμάται πράγματα που στη ζωή του τον φόβισαν.
Ο Οδυσσέας κάθονταν απέναντι της και την παρακολουθούσε.
-Κι αυτό;ρώτησε δείχνοντας μια ρίζα σκοτεινή,σχεδόν μαύρη.
-Αυτό,απάντησε εκείνη,κάνει τον άνθρωπο ανίκανο να διηγηθεί ιστορίες.
Ο Οδυσσέας χαμογέλασε.
-Επικίνδυνο βότανο,είπε,πιο επικίνδυνο για μενα κι από τούς Κύκλωπες.
Στο άκουσμα τού ονόματος,η Κίρκη σήκωσε το βλέμμα.
-Τι συνεβει τότε σ'εκείνη τη σπηλιά; ρώτησε.
-Ο Κύκλωπας,είπε,ήταν ένα πλάσμα που δεν ήξερε την αμφιβολία.Οτι έβλεπε
το πίστευε. Και γι’αυτό ήταν εύκολο να τον τυφλώσεις.Ποτε δεν αμφέβαλε για
το ονομα:Ου-Τις.
Η Κίρκη χαμογέλασε.
-Κι εσύ τότε ήσουν η αλήθεια του;ρώτησε.
-Ημουν η απάτη του,απάντησε,που την θεωρούσε αλήθεια.
Ακολούθησε σιωπή.
Και ξαφνικά ο Οδυσσέας είπε:
-Υπάρχει όμως κάτι πιο ύπουλο από τους Κύκλωπες και τις θάλασσες.
-Και τι είναι αυτό;ρώτησε η Κίρκη.
-Η υποψία,απάντησε.
Η γυναίκα συγκρατήθηκε,δεν έδειξε την ανησυχία της.
-Εδώ,στο νησί τής Αιαιας,συνέχισε ο Οδυσσέας,υπάρχει ένας άνδρας.Ο Ελπήνορας.
Η Κίρκη γέλασε.
-Ένας από τους συντρόφους σου,άμυαλος,αλλά όχι επικίνδυνος,ειπε.
-Ακριβώς αυτό φοβάμαι,είπε ο Οδυσσέας,οι άμυαλοι καποτε γίνονται επικίνδυνοι.
Η Κίρκη τον κοίταξε.
-Μου λες λοιπόν ότι ζηλεύεις;»
Ο Οδυσσέας δεν απάντησε αμέσως.
Έπιασε ένα μικρό κλαδί από ένα βότανο και το έσπασε στα δύο.
-Δεν ζηλεύω,είπε τελικά.Απλα βλέπω ό,τι κρύβεται.
Η Κίρκη σηκώθηκε.
-Και τι ακριβώς νομίζεις ότι κρύβεται;ρώτησε.
Εκείνος δεν μίλησε.
Η Κίρκη άγγιξε ένα-ενα τα κρεμασμένα βότανα.
-Ελα από αυτά θα επιλεχτεί,είπε ο Οδυσσέας.
Σιωπή.
Η μέρα αρχισε να γέρνει προς τη νύχτα.
Ο ήλιος είχε χαθεί όταν είδε τον Ελπήνορα έξω στην αυλή μεθυσμένο.
-Ολοι οι άνθρωποι δεν ανήκουν στις ιστορίες σου,τού είπε η Κίρκη.
Ο Οδυσσέας δεν απάντησε αμέσως.
Ύστερα,είπε:
-Ομως κάποια ιστορία μπορει να εξελιχθεί όπως την φοβομαστε.
Η Κίρκη τον κοίταξε.
-Και σ'αυτη την ιστορία,συνέχισε ο Οδυσσέας,εγώ θα είμαι ο δολοφονημένος.
Ειχε νυχτώσει.
Το μεθυσμένο γέλιο τού Ελπηνορα ακούστηκε πάλι.
Αιχμηρό.
Έπειτα ακολούθησε το επίμονο γαύγισμα ενός σκυλου.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η φωτογραφιση
Στη φωτογράφιση επιδίωκε η κομψότητα να συνυπαρχει με μια υπόγεια ένταση.
Τα μοντέλα έρχονταν με την αυτοπεποίθηση τού επαγγέλματος.
Αυτό καθόλου δεν τον ενδιέφερε.
-Μη σκέφτεσαι ότι ποζάρεις,είπε στην Ελένη. Ψηλή,όμορφη,με πρόσωπο καθαρό,
αυστηρό.
Ίσως μια αμυντική κομσοτητα.
-Δεν θέλω να με ωραιοποιήσεις,
τού είπε.
Εκείνος χαμογέλασε.
-Αυτη είναι εύκολο,απάντησε,και δεν ξέρω πως να το κάνω.
Έγινε η πρώτη λήψη:μαύρο φόντο,το μοντέλο κάθονταν σε ένα σκαμνι,το φως
ενός προβολέα έπεφτε από πάνω.
-Αυτο που φωτογραφίζεται,τής είπε,δεν είναι αυτό που είσαι.
Στις επόμενες λήψεις τής ζήτησε να σταθεί όρθια,να περπατήσει,να σταματήσει
στη μέση μιάς κίνησης.
-Σκεψου,τής είπε,ότι κάποιος σε κοιτάζει και δεν μπορεί να σε αγγίξει.
Η Ελένη τον κοίταξε.
-Εσυ είσαι αυτη,συνέχισε,που αποφασίζει για το βλέμμα.
Το μοντέλο αντιλήφθηκε ότι δεν τής ζητούσε να υποταχθεί,αλλά να συμμετάσχει.
Όταν εμφανίσθηκαν οι φωτογραφίες ή Ελένη δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει
τον εαυτο της.
-Αυτο είναι που φοβοσουν να δείξεις,τής είπε,
Τής έδωσε τη φωτογραφική μηχανή.
-Τώρα,τής είπε,θα με φωτογραφίσεις εσύ.
Η Ελένη γέλασε.
-Δεν ξέρω να φωτογραφίζω,είπε.
-Ξέρεις να βλέπεις,τής είπε και στάθηκε μπροστά από τον προβολέα.
Η Ελένη σήκωσε τη μηχανή.
Είδε.
Πάτησε το κουμπί.
Μια μέρα,καθώς κοίταζαν μαζί μια σειρά φωτογραφιών,εκείνη τον ρώτησε:
-Φοβάσαι;
-Τι;
-Αυτο που θέλεις να δεις.
Ήρθε ένα άλλο μοντέλο.
Άρχισε τη φωτογράφιση.
Η Ελένη παρακολουθούσε.
Εκείνος ζήτησε μια πόζα προκλητική.Η κοπέλα υπάκουσε.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
η φανταστική μου συνέντευξη με την Marilyn Monroe
-Πόσες γυναίκες θέλουν το πρόσωπο τής Marilyn Monroe που αυτή δεν ήθελε καθόλου-
Η Marilyn απέναντι μου με διάφανο προσωπο.
-Ποια είστε όταν δεν σας βλέπει κανείς;
Marilyn: (χαμογελά ) η Norma Jeane,χωρίς σκηνοθεσία,χωρίς τον φόβο ότι κάθε μου κίνηση μετατρέπεται σε σύμβολο.
-Άρα αποδέχεστε ότι είστε σύμβολο;
Marilyn: Δεν το αποδέχομαι.Το υφίσταμαι. Είναι σαν μια γλώσσα που μιλούν οι άλλοι για μένα, Μια γλώσσα γεμάτη σημεία :κόκκινα χείλη, λευκά φορέματα, βλέμματα που υπόσχονται.Αλλά εγώ δεν τα επινόησα όλα αυτά.
-Μιλάτε σαν να είστε ένα κείμενο που ερμηνεύεται ανεξάρτητα από την πρόθεση τού συγγραφέα του.
Marilyn: Και ποιος είναι ο συγγραφέας μου;Το στούντιο;Το κοινό;Οι φωτογράφοι;Ή μήπως η μοναξιά;
-Ίσως όλοι μαζί.Κάθε πολιτισμικό προϊόν είναι ένα πλέγμα από ερμηνείες.Εσείς είστε ένα από τα πιο ισχυρά σύμβολα του 20ού αιώνα. Η εικόνα σας λειτουργεί όπως ένας μύθος.
Marilyn: Ένας μύθος χωρίς αλήθεια;
- Όχι ακριβώς.Ένας μύθος που αντικαθιστά την αλήθεια.Οι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για το τι είστε,αλλά για το τι σημαίνετε.
Marilyn:Και τι σημαίνω;
-Επιθυμία.Αθωότητα που έχει ήδη χαθεί.Το αίνιγμα του θηλυκού.Και ταυτόχρονα, μια θλίψη που δεν μπορεί να ειπωθεί ανοιχτά.
Marilyn:(σιωπά για λίγο) Ξέρετε ποια είναι η ειρωνια; Όταν είμαι χωρίς μακιγιάζ,χωρίς όλα αυτά που με κάνουν 'Marilyn', τότε νιώθω πιο αληθινή. Και εκείνη τη στιγμή,ακριβώς,παύω να υπάρχω για τον κόσμο.
-Η απουσία σημείων οδηγεί στην απουσία ανάγνωσης.Χωρίς τα «σύμβολά» σας,οι άλλοι δεν ξέρουν πώς να σας διαβάσουν.
Marilyn:Άρα, για να υπάρχω, πρέπει να είμαι κατασκευή;
-Όλοι είμαστε.Απλώς σε εσάς η κατασκευή είναι ορατή και υπερτονισμένη.
Το φως πέφτει απαλά στα μάτια της.
Marilyn: Όταν ήμουν παιδί, δεν υπήρχε τίποτα από αυτά.Κανείς δεν με κοιτούσε έτσι,δεν υπήρχε αφήγηση.Μόνο σιωπή.
-Η σιωπή είναι κι αυτή ένα είδος λόγου.
Marilyn: Ίσως.Αλλά η σιωπή δεν πονά όσο η παρερμηνεία.
-Η παρερμηνεία είναι αναπόφευκτη.Ακόμα και τα πιο ξεκάθαρα μηνύματα αλλοιώνονται. Πόσο μάλλον μια ανθρώπινη ύπαρξη.
Marilyn:Τότε πείτε μου, υπάρχει τρόπος να με δουν όπως είμαι;
-Οχι πλήρως.Ίσως όταν είστε χωρίς μακιγιάζ. Ίσως όταν δεν παίζετε κανέναν ρόλο.
Marilyn:Αυτές είναι οι στιγμές που φοβάμαι περισσότερο.
-Γιατί;
Marilyn: Γιατί τότε δεν υπάρχει τίποτα να με προστατεύει.Ούτε η λάμψη,ούτε η επιθυμία τών άλλων.Μόνο εγώ.
-Η ομορφιά σας, όταν είναι «γυμνή»,όπως τη λέτε,έχει μια ιδιαίτερη δύναμη.Δεν είναι πια σημείο.Είναι παρουσία.
Marilyn: Και αυτή η παρουσία είναι αρκετή;
η φωτογραφία της:
Το 1943,ενα 17 χρόνο κορίτσι,η
Norma Jean,πριν γίνει η
Marilyn Monroe.
Marilyn:Γεννήθηκα το 1926,στο Λος Άντζελες. όχι ως Marilyn αλλά ω Norma Jeane Mortenson η' Baker.Ακόμα και το όνομά μου δεν ήταν σταθερό.
Η μητέρα μου δεν μπορούσε να με κρατήσει, μεγάλωσα σε ανάδοχες οικογένειες,σε ορφανοτροφεία.
-Άρα μάθατε να προσαρμόζεστε σε βλέμματα που άλλαζαν συνεχώς.
Marilyn: Μάλλον έμαθα να γίνομαι αυτό που περίμεναν,η' αυτό που δεν τρόμαζε.Ημουν ένα παιδί που προσπαθούσε να είναι εύκολο.
Η Marilyn κλείνει τα μάτια.
Marilyn:Στα 16 μου παντρεύτηκα,οχι από έρωτα,αλλά για να μην κλειστώ σε ίδρυμα,χώρισα,έπειτα
το εργοστάσιο,και κάποιος φωτογράφος με είδε,κάτι που μπορούσε να μετατραπεί σε κάτι άλλο,και από εκεί άρχισε η μετάλλαξη,βαμμένα μαλλιά,νέο όνομα, συμβόλαια,εκπαίδευση στο πώς να χαμογελώ,πώς να στέκομαι,πώς να είμαι επιθυμητή.
-Δημιουργήθηκε ένας χαρακτήρας.
Η Marilyn με κοιτάζει.
Marilyn:Οι ταινίες ήρθαν μετά,Μικροί ρόλοι στην αρχή,μετά μεγαλύτεροι. Gentlemen Prefer Blondes, Some Like It Hot,ολοι έβλεπαν την ίδια γυναίκα.
-Το κοινό προσκολλάται στο επαναλαμβανόμενο σημείο,γοητεύεται από αυτό.Η διαφοροποίηση το αποσταθεροποιεί.
Marilyn: Κι όμως,εγώ ήθελα να μάθω,διάβαζα, πήγα στο Actor’s Studio, ηθελα να είμαι καλή ηθοποιός,όχι απλώς εικόνα.
-Μια προσπάθεια να απαντήσετε τον έλεγχο τής αφήγησης σας
Marilyn(χαμογελα)Ναι,αλλα η αφήγηση είχε ήδη γραφτεί.
Σιωπή.
Marilyn:Να και η φωτογραφία μου που διαβάζω τον Ulysses τού James Joyce.
Ανοίγει το άλμπουμ,και μού δείχνει τη φωτογραφία.
Marilyn:θα ηθελα να παίξω το ρόλο τής Molly Bloom.
-η',θα σας ταιριαζε καλλίτερα,τής Gerty.
Marilyn:(χαμογελά)ναι,έχετε δίκιο,τής Gerty.
Σιωπή.
-Και η μοναξιά;
Σιωπη
Marilyn:Δεν ήταν αποτέλεσμα τής φήμης, ηταν ήδη εκεί,η φήμη απλώς την έκανε πιο ηχηρή.
Σιωπή
Marilyn:Οι γάμοι μου,
με τον Joe DiMaggio,με τον Arthur Miller ήταν προσπάθειες να αγγίξω κάτι σταθερό,αλλά ίσως εγώ δεν ήμουν σταθερή.
-επειδη το σύστημα γύρω σας δεν επέτρεπε τη σταθερότητα.
Η Marilyn κλείνει το άλμπουμ με τις φωτογραφίες.
Marilyn:Και μετά,το τέλος, η μάλλον,αυτό που οι άλλοι ονόμασαν τέλος,το 1962,ενα δωμάτιο,χάπια το τηλέφωνο,οι πολλές εκδοχές.
-παντα ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι ενα αίνιγμα,και ποσο μάλλον ο δικός σας θάνατος.
Marilyn:Και εκεί, επιτέλους,έπαψα να είμαι εικόνα.Η' ισως εγινα η πιο ισχυρή εικόνα από όλες.
-ποια;
Σιωπή
Marilyn: Εκείνο το κορίτσι χωρίς μακιγιάζ.Η Norma Jeane.Που δεν ήταν ακόμα τίποτα.
Σιωπή
Η Norma Jeane απέναντι μου με διάφανο προσωπο.
Σιωπή.
.
.
Πόσες γυναίκες θέλουν το πρόσωπο τής Marilyn Monroe που αυτή δεν ήθελε καθόλου.
.
.
-Πόσες γυναίκες θέλουν το πρόσωπο τής Marilyn Monroe που αυτή δεν ήθελε καθόλου-
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(μια νουάρ ιστορία)
Η αγριοτριανταφυλλια
Τον βρήκαν νεκρό μέσα στο δωμάτιο.Εκει ήταν μια παιδική κούνια,εφημεριδες παλιές.
Τα τελευταία του λογια ήταν:αγριοτριανταφυλλια
Ανέλαβε την υπόθεση,χωρίς να τον ενδιαφέρει πραγματικά.
Ο φυσικός θάνατος ενός ιδιόμορφου μεγιστάνα.
-Βρες τι σημαίνει, τού είπε ο αρχισυντάκτης,ο κόσμος λατρεύει τα μυστήρια.
Είδε το σπίτι,το νεκρό σώμα,το δωμάτιο,τα αντικείμενα,όλα συσσωρευμένα να γεμίσουν ένα κενο.
Συνάντησε έναν παλιό του συνεργάτη
-Τον γνώρισα σχεδόν παιδί,είπε,από τότε ήθελε να κατακτήσει τα πάντα.
Τον βοηθησε στην πρώτη του εφημερίδα,προκλητική,με καταγγελίες,αδιάφορη για την αληθεια.
-Τον ένοιαζε να τον διαβάζουν,τίποτα άλλο,είπε.
Το σπίτι τής πρώτης γυναίκας του ήταν πολυτελες.
-Στην αρχή με γοήτευσε,είπε,σού έδινε την αίσθηση ότι είσαι ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο.
Μετά δεν υπήρχε παρά το κοινο του.
Όχι οι άνθρωποι.
Τις νύχτες ξενυχτουσε,άλλαζε συνεχώς τούς τιτλους,μέχρι να βρει τον κατάλληλο.
Τον άφησα όταν κατάλαβα,είπε,ότι αγαπούσε περισσότερο την εικόνα τού εαυτού του από οποιονδήποτε άνθρωπο.
Ο τρίτος μάρτυρας τού είπε για την αυτοκρατορία που έκτισε:
εφημερίδες,καναλια,ξενοδοχεία.
Γι'αυτον δεν υπήρχε οριο.
Η δεύτερη γυναίκα του ήταν τραγουδίστρια,την συνάντησε στο καμαρίνι.
Εκεινη την ώρα ξεμακιγιαριζονταν,στην ομορφιά της υπήρχε κάτι σκοτεινό.
Ήθελε,είπε,να την μεταμορφώσει σε σταρ.
Πριν τον γνωρισει ήταν ασημη
-Πριν τον γνωρίσω δεν ήξερα ποια ήμουν,και μετά δεν ήξερα ποια ημουν μ'αυτον.
Όταν όλα κατέρρευσαν,απομωνομενη σε ενα τεράστιο σπίτι,έφυγα.
Πήγε στο σπίτι του,κάλεσε την οικονομο.
Τής ζήτησε να τού δείξει τη κούνια.
-Ηταν πάντα εδώ,είπε.
-Απο πότε;τη ρώτησε.
-Την έφερε από το σπιτι που γεννήθηκε,ειπε η οικονόμος
Έφτασε απόγευμα στο πατρικό του σπίτι.
Το σπίτι ήταν ερειπωμένο,τα αγριόχορτα κάλυπταν το χώρο.
Κοίταξε γύρω.
Και τότε στο βάθος είδε την αγριοτριανταφυλλια.
Ένα ηλικιωμένος τον πλησίασε.
-Τι ψάχνεις;τον ρώτησε.
-Τον ήξερες;τού ειπε.
-Οταν ήταν μωρο,
απάντησε ο ηλικιωμένος,η μάνα του τον εβαζε στην κούνια κάτω από την αγριοτριανταφυλλια και τον νανουριζε.
Όταν επέστρεψε είχε νυχτώσει.
Στο ρεπορτάζ του δεν έγραψε για τη μουρια,αναφέρθηκε εκτενώς στην αυτοκρατορία του,στις γυναίκες,στη δύναμη και στη πτώση του
.
.
.
χ.ν.κουβελης
c.n.couvelis
Προτάσεις Γλώσσας
Ο κόσμος είναι το σύνολο τών γεγονότων,όχι τών πραγμάτων.
1.1 Τα γεγονότα συνιστούν την ύπαρξη καταστάσεων πραγμάτων.
1.11 Η γλώσσα απεικονίζει τις καταστάσεις πραγμάτων μέσω προτάσεων.
Η πρόταση είναι μια λογική εικόνα τής πραγματικότητας.
2.1 Η δομή τής πρότασης αντιστοιχεί στη δομή τού γεγονότος που απεικονίζει.
2.11 Το όνομα αντιστοιχεί σε αντικείμενο.
2.12 Η σύνταξη τών ονομάτων συγκροτεί το νόημα.
Το νόημα μιας πρότασης είναι η δυνατότητα της να είναι αληθής ή ψευδής.
3.1 Μια πρόταση καθορίζει έναν λογικό χώρο δυνατοτήτων.
3.11 Το να κατανοούμε μια πρόταση σημαίνει να γνωρίζουμε υπό ποιες συνθήκες είναι αληθής.
Η λογική μορφή δεν λέγεται· δείχνεται.
4.1 Η μαθηματική λογική εκφράζει τις σχέσεις μορφής χωρίς να αναφέρεται σε περιεχόμενο.
4.11 Τα σύμβολα τής λογικής δεν περιγράφουν τον κόσμο· αποκαλύπτουν τη δομή του.
Η ταυτολογία είναι πάντοτε αληθής· η αντίφαση πάντοτε ψευδής.
5.1 Και οι δύο δεν λένε τίποτα για τον κόσμο.
5.11 Καθορίζουν τα όρια του λογικού χώρου.
Τα όρια τηςυ γλώσσας είναι τα όρια τού κόσμου.
6.1 Ό,τι μπορεί να ειπωθεί, μπορεί να ειπωθεί καθαρά.
6.11 Ό,τι δεν μπορεί να διατυπωθεί λογικά, σιωπάται.
Η μαθηματική λογική δεν προσθέτει γνώση για τον κόσμο·
7.1 καθιστά δυνατή την καθαρότητα τής έκφρασης.
7.11 Η βεβαιότητα της είναι τυπική, όχι εμπειρική.
Η αναπαράσταση είναι δυνατή μόνο εντός κοινής λογικής μορφής.
8.1 Η γλώσσα και ο κόσμος μοιράζονται αυτή τη μορφή.
8.11 Γι’ αυτό η πρόταση μπορεί να «εικονίζει» την πραγματικότητα.
Το υποκείμενο δεν ανήκει στον κόσμο· είναι το όριο του.
9.1 Δεν περιγράφεται· προϋποτίθεται.
Για όσα δεν μπορούν να διατυπωθούν με λογική μορφή,
10.1 πρέπει να σιωπούμε.
Ο κόσμος είναι το σύνολο τών γεγονότων.
1.1 Ο κόσμος διαιρείται σε γεγονότα.
1.11 Τα γεγονότα είναι η ύπαρξη καταστάσεων πραγμάτων.
1.12 Οι καταστάσεις πραγμάτων είναι συνδυασμοί αντικειμένων.
Τα αντικείμενα συγκροτούν την ουσία τού κόσμου.
2.1 Είναι απλά.
2.11 Η μορφή τους είναι η δυνατότητα σύνδεσης.
Η πρόταση είναι λογική εικόνα ενός γεγονότος.
3.1 Η πρόταση έχει δομή.
3.11 Η δομή τής πρότασης αντιστοιχεί στη δομή τής κατάστασης πραγμάτων.
3.12 Η αντιστοιχία αυτή είναι η απεικονιστική σχέση.
Το όνομα σημαίνει αντικείμενο.
4.1 Η πρόταση είναι συνάρτηση τών ονομάτων.
4.11 Η διάταξη τών ονομάτων καθορίζει το νόημα.
Το νόημα τής πρότασης είναι η αληθοσυνθήκη της.
5.1 Η πρόταση καθορίζει έναν χώρο δυνατών καταστάσεων.
5.11 Η κατανόηση είναι γνώση τών αληθοσυνθηκών.
Οι λογικές προτάσεις είναι ταυτολογίες ή αντιφάσεις.
6.1 Δεν περιγράφουν γεγονότα.
6.11 Δείχνουν τη λογική μορφή τού κόσμου.
Η λογική μορφή δεν εκφράζεται.
7.1 Μόνο απεικονίζεται.
Η μαθηματική λογική είναι τυπική.
8.1 Οι τύποι της δεν έχουν περιεχόμενο.
8.11 Εκφράζουν σχέσεις μορφής.
Η γλώσσα απεικονίζει τον κόσμο.
9.1 Τα όρια τής γλώσσας είναι τα όρια τού κόσμου.
Το υποκείμενο δεν είναι μέρος τού κόσμου.
10.1 Είναι το όριο τής αναπαράστασης.
Ό,τι μπορεί να λεχθεί, λέγεται με προτάσεις.
11.1 Ό,τι δεν μπορεί να λεχθεί, δεν είναι πρόταση.
Για ό,τι δεν μπορεί να διατυπωθεί λογικά,
12.1 πρέπει να σιωπούμε.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Μύθος)
Μέρα τής Κρισης
κάποτε πολύ παλιά σε μια αρχαία χώρα πολύ μακρυά από δω,άλλοι λένε πως ήταν πολύ κοντά εδώ σε μας,στο βασίλειο εκείνο ο βασιλιάς ήθελε την ειρήνη,τον πόλεμο δεν ήθελε,γιατί σκοτώνει ανθρώπους αφήνει ορφανα τα παιδιά,καίει τα δέντρα,αφανίζει τη γη,και μια μέρα ένας σύμβουλος του θύμισε τη προφητεια και πως έφτασε ο καιρός να εκπληρωθει,ένας ισχυρις στρατός θα εκστρατευσει εναντια στη χωρα,και τότε άρχισαν στο βασιλειο να ετοιμάζουν τα όπλα,στα σιδηρουργία οι σιδεράδες άναψαν τα καμίνια και χτυπούσαν τα μέταλλα να γίνουν κοφτερά σπαθιά και μαχαίρια,οι γυναίκες στους αργαλειούς ύφαιναν μανδυες για τούς στρατιώτες,κι όταν ο στρατός ήταν έτοιμος τη ο βασιλιάς ανέβηκε στο πιο ψηλό σημείο τού παλατιού,η νύχτα ήταν σκοτεινή,και τότε άκουσε τον άνεμο να έρχεται, πολλά βαριά βήματα ανθρωπων,και τον καλπασμό πολλών αλογων,τύμπανα που χτυπούσαν δυνατά,και ξημερώνοντας όλος ο στρατός τούς είδε να έρχονται,μυριάδες πολεμιστές με φτερά κι ατσάλινες πανοπλίες κοντάρια κι ασπιδες,κι έγινε φοβερή μάχη τρεις μέρες και τρεις νύχτες,και πολλοί τρελάθηκαν μέσα στο αίμα και στον σκοτωμό και φώναζαν,
-δεν είναι πόλεμος,είναι η μέρα τής κρίσης-
κι όταν τελείωσε η θύελλα τής μαχης ολα πάνω στη γη τους καταστράφηκαν και τίποτα δεν έμεινε να τους θυμίζει παρά μόνο αυτός ο μύθος,που σάς ειπα.
.
.
.
Helga Paris,photography
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Τα αρνητικά
Στα αρνητικά του άνθρωποι που υπήρξαν αλλά δεν πρέπει να εμφανιστουν.
Ο ίδιος ήταν καταγεγραμμένος με έναν αριθμό άδειας φωτογραφου,η οποία σφραγίζονταν κάθε χρόνο εφόσον δεν 'παρεκλινε'.
Σε αυτό το καθεστώς τα πρόσωπα ανήκαν στο κράτος,η εικόνα τους ήταν επικίνδυνη αν δεν ελέγχονταν αυστηρά.
Η πόλη ήταν γκρίζα.Επισης γκρίζα εκτός απο τα κτίρια,τους δρόμους,ήταν τα πρόσωπα,
τα ρούχα τους,οι κινήσεις τους.
Οι άνθρωποι γνώριζαν ότι κάποιος τούς κοιτά,αλλά δεν ήξεραν ποιος και πού είναι
Εκείνος περπατούσε ανάμεσά τους με τη φωτογραφική μηχανή κρυμμένη μέσα στα
ρούχα του.
Δεν φωτογράφιζε τις παρελάσεις.
Αυτές είχαν την εγκεκριμένη τελειοτητα,γεμάτες σημαίες στολές,χαμογελα αισιοδοξίας για το μέλλον.
Προτιμούσε άλλες εικόνες.Εναν εργάτη που ακουμπά στον τοίχο,μια γυναίκα που κοιτά
τη βιτρίνα,ένα παιδί που δεν σηκώνει το βλέμμα του.
Είχε ετοιμάσει μια σειρά από φωτογραφίες τής πόλης,για την πρώτη του εκθεση.
Εικόνες σπιτιων να βυθίζονται στην ομίχλη,
πρόσωπα που κοίταζαν τον φακό με αμηχανια.
Την είχε ονομάσει: 'Πρόσωπα και Τοίχοι'.
Τρεις μέρες πριν τα εγκαίνια,τον κάλεσαν.
-Οι φωτογραφίες σας,τού είπαν,δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
-Αυτή είναι η πραγματικότητα, απάντησε ηρεμα.
-Οχι,τού είπαν.Είναι μια υποκειμενική εκδοχή της που δεν είναι επιθυμητή.
Τού ζήτησαν να παραδώσει τα αρνητικά και τις φωτογραφίες για να καταστραφούν.
Από εκείνη τη μέρα
εκρυβε τα φιλμ,μεσα σε βιβλία,κάτω από σανίδες, σε ξύλινα κουτιά Δημιουργούσε
ένα αρχείο που δεν προοριζονταν για το παρόν,
αλλα για ένα μέλλον που ίσως αυτος δεν θα υπηρχε,δεν θα το έβλεπε.
Από έναν ασήμαντο άνθρωπο ζήτησε να κοιτάξει κατευθείαν τον φακό.
-Γιατί με φωτογραφίζεται; ρώτησε εκείνος.
-Για να μην χαθείτε,τού απάντησε.
Ο άντρας χαμογέλασε.
-Αληθεια,θα μας θυμηθουν ποτέ;
Σε μια έρευνα εκείνη η φωτογραφία βρέθηκε και κατασχέθηκε.
Τα χρόνια πέρασαν,το καθεστώς ήταν στο τέλος του.
Σε μια νύχτα κατέρρευσε σαν χάρτινος τοίχος.
Εκείνος ήταν ήδη μεγάλη ηλικία.
Άνοιξε τα κουτιά του,τα κρυμμένα αρνητικά εκτυπώθηκαν,εμφανίσθηκαν τα πρόσωπα,
τα κτίρια,οι δρόμοι,η πόλη.
Ότι θεωρηκε επικίνδυνο τώρα ήταν μαρτυρία.
Τού πρότειναν μια έκθεση τους.
Δέχτηκε, αλλά με έναν όρο: καμία λεζάντα.
-Γιατί;τον ρώτησαν.
-Γιατι δεν θέλω να θεωρηθούν χαμένοι,απάντησε.
Την ημέρα τών εγκαινίων,
πολύς κόσμος μέσα στην αίθουσα,ένιωσε αμήχανα,ήθελε να εξαφανισθεί.
Κάποιος τον ρώτησε:
-Ετσι ήταν;
Δεν απάντησε.
Σκέφτηκε πως η πραγματικότητα επιτελους υπηρξε και ήταν εκεί.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(μικρές ιστορίες τού Φανταστικου)
ο ανθρωπος που επεσε
Στο μετρό,ένας άνδρας έπεσε.Οι επιβάτες συνέχισαν να διαβάζουν, να κοιτούν
τα κινητά τους, να αγνοούν την πτώση του.
Μόνο εγώ φαίνεται ότι τον είδα.
Την επόμενη μέρα,η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε,με άλλον.
Οι επιβάτες στο βαγονι,εκτός από μένα,δεν το αντιλήφθηκαν.
Άρχισα να καταγράφω τις πτώσεις.
Χαρακτηριστικά άντρα,ώρα,αριθμός και φυλα επιβατών.
Και γράφω αυτή την ιστορία,γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα,το διαισθάνομαι,
αυτό να συμβεί και σε μένα.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(μικρές ιστορίες τού Φανταστικου)
ο συγγραφέας στον καθρέφτη
Είχε νυχτώσει όταν ειδε μέσα στον μεγάλο ορθογώνιο καθρέφτη τού γραφείου του
τον εαυτό του γηρασμένο,καθισμένο σε ένα γραφείο να γράφει.
Τον παραξένεψε η αίσθηση ότι η εικόνα τού ανθρώπου εκεί ήταν αληθινή,πραγματική,
ότι συνέβηκε.Τη θυμόνταν.
Τις επόμενες μέρες άρχισε να γράφει πυρετωδώς,να συνεχίζει εκεινο που το είδωλο του έγραφε στον καθρέφτη.
Όταν κάποτε τελείωσε ο καθρέφτης,είδε,τον έδειχνε όπως ακριβώς ήταν εκείνη τη
στιγμή.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(μικρές ιστορίες τού Φανταστικου)
το βιβλιο
Αγόρασε ένα βιβλίο,στη σελίδα 47 κατάλαβε ότι διάβαζε την ιστορία ενός ανθρώπου
που την έγραφε ένας άνθρωπος που διάβαζε ενα βιβλίο.
Στην τελευταία σελίδα τού αποκαλύφθηκε πως ο άνθρωπος εκείνος ήταν αυτός ο ίδιος
και το βιβλίο ήταν αυτό που διάβασε.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(μικρές ιστορίες τού Φανταστικου)
το ασανσερ
Αυτό ξεκίνησε από ενα λαθος.Στο κτίριο που εργαζομουν πάτησα στο ασανσέρ το 3,
τον όροφο τού γραφείου μου,και βγήκα στον 5ο οροφο.
Μετά από αυτό ήμουνα προσεκτικός.
Και τρεις μέρες μετά πατώντας το 3,όταν σταμάτησε το ασανσέρ άνοιξα τη πόρτα και βρέθηκα σε έναν διάδρομο που δεν είχα ξαναδεί.
Ξαναμπήκα στο ασανσέρ πάτησα το 3 και αυτή τη φορα βρεθηκα στον 3ο όροφο.
Αυτό τώρα συνέβαινε συχνά.Μετα την δικαιολογημένη μου ανησυχία και δυσφορία άρχισα να το διασκεδάζω, μού φαίνονταν όλο αυτό αστείο.
Έβαζα στοίχημα με τον εαυτό μου που θα σταματήσει,η' τι πιθανόν θα αντικρίσω όταν ανοίξω τη πόρτα.
Μια μερα πατώντας το 3 το ασανσέρ δεν κινήθηκε,δοκίμασα πάλι,ακίνητο.Ξαναπατησα,πάλι το το ιδιο.
Και ξαφνικα άνοιξε η πόρτα και είδα το εσωτερικό τού γραφείου μου και έναν άνθρωπο να κάθεται στο γραφείο μου.
Βγήκα από το ασανσέρ,ο άνθρωπος χωρίς να με κοιτάξει,ούτε να μού πει κάτι,σηκώθηκε και πήγε στο ασανσέρ.
Μπήκε μέσα,η πόρτα έκλεισε και είδα στο καντράν να ανεβαίνει στο 5,έπειτα να κατεβαίνει στο 1,έπειτα να ανεβαίνει και να είναι σταματημένο στο 6,μετά να κατεβαίνει στο 3,αλλά να μην τον βλέπω να βγαίνει στον όροφο τού γραφείου μου.
Χτύπησε το τηλέφωνο μου.Ενας πελάτης θα έρχονταν σε λίγο.Με τη δουλειά ξεχάστηκα μέχρι αργά το απογευμα.
Αυτό με το ασανσέρ σταμάτησε,δεν επαναληφθηκε.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(μικρές ιστορίες τού Φανταστικου)
Η αταξια
Ο αδελφός μου ήταν άτακτος,και η γιαγιά είπε:όσα παιδιά είναι άτακτα,το σώμα τους αλλάζει τη νύχτα.
Ο αδελφός μου τη νύχτα έγινε ελάχιστα πιο μικρός.Αυτό συνεχίστηκε και σε λίγες μέρες τα ρούχα του ήταν χαλαρά.
Όταν έγινε πάρα πολύ μικρός οι γονείς μου τον έβαλαν μέσα σε ένα κουτί,
τη νύχτα το σκέπαζαν και μού είπαν κάθε πρωί να πηγαίνω να κοιτάζω.
Μια μέρα εκείνο το πρωί πήγα να κοιτάξω και μέσα δεν είδα τίποτα.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
(Μονόπρακτο)
Οι Καλεσμένοι
(Έσωτερικο δωματίου,ένας μεγάλος ορθογώνιος καθρέφτης,ένα ρολόι στον τοίχο
δείχνει 2:15,ένας άντρας(Α) και μια γυναίκα(Γ))
Ήχος:ενός ποτηριού που σπάει.
Η γυναίκα,όρθια,ακίνητη, με το χέρι υψωμένο σαν να κρατούσε κάτι,που τώρα δεν υπάρχει.
Α:Πάντα το κάνεις αυτό.
Γ:Δεν υπήρχε ποτέ ποτήρι.
Σιωπή.
Α:Θα έρθουν.Πρέπει να είμαστε έτοιμοι.Ειναι δυο και τέταρτο.
Γ:Ποιοι;
Α:Οι καλεσμένοι μας.Δεν θυμάσαι; Εσύ τούς κάλεσες.
Η γυναίκα γελα.
Γ:Δεν καλώ ποτέ κανέναν. Δεν υπάρχει κανείς που να αντέχει εδώ.
Α:Κι όμως εμείς είμαστε εδώ;
Γ:Τότε γιατί κουράζομαι,γιατί θυμώνω,γιατί θέλω να φύγω;
Ήχος:το κουδούνι τής πόρτας χτυπά.
Α:Ήρθαν.
Σιωπή.
Α:Άνοιξε.
Ήχος:το κουδούνι τής πόρτας χτυπά.
Η γυναίκα ακίνητη.
Α:Άνοιξε.Περιμενουν.
Γ:Δεν θέλω.
Α:Πρέπει.
Ήχος:το κουδούνι τής πόρτας χτυπά.
Η γυναίκα πηγαινει αργά στον καθρέφτη.
Γ:Δεν υπάρχει κανείς.
Εφυγαν.
Σιωπή.
Μέσα στον καθρεφτη,εσωτερικό δωματιου,ένα τραπέζι,ένα ποτήρι πάνω,
ένας άντρας και μια γυναίκα κάθονται απέναντι.
Α:Κοίτα.Οι καλεσμένοι μας.
Ο άντρας στον καθρέφτη σηκώνεται και κινείται απειλητικά στη γυναίκα.
Γ:Σε μισώ.
Η γυναίκα στον καθρέφτη σηκώνεται παίρνει το ποτηρι στο χέρι και το σπάει.
Ήχος:ενός ποτηριού που σπάει.
Σιωπή.
Η εικόνα στον καθρέφτη θολώνει.
Α:Εμείς.
Σιωπή.
Ακούγεται το τικ-τακ τού ρολογιού,οι δείκτες του αρχίζουν να κινούνται από την ένδειξη 2:15.
Ο άντρας και η γυναίκα ακίνητοι.
Τέλος
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Την Πατρίδα χάσαμε
(Μνημες)
την πατρίδα χάσαμε,τώρα εδώ στις λαμαρίνες,στη σκόνη,οι καμινάδες καπνίζουν
νυχτα-μερα,
το σπίτι μας σανίδια πέτρες φύλλα τσιγκου,
η μάνα άναψε το καντήλι στο εικονοστάσι τού άγιου,-μανα, πού μας βοήθησε ο άγιος;,
-θα μάς βοηθήσει να ριζωσουμε εδώ,απάντησε η μάνα,τη νύχτα άκουγα που ξαγρυπνουσε,τι φοβόνταν;μην μάς πάρουν;
ο πατέρας στο χυτήριο έλιωνε σίδερο,λιγομίλητος,σοβαρός,ξερακιανός,-γιατι πατέρα
δεν γελάς;ρώτησα,μου'δειξε τα χέρια,σκαμμένα,έβγαλε απ'τη τσέπη έξι δραχμές,
-η τιμή μας,είπε,
εμείς τα παιδιά τρέχαμε στα χώματα,γρατσουνισμενα πόδια,οι πατούσες μας γδαρμένες,από τενεκέδες φτιάχναμε καραβια,τα ρίχναμε στη θάλασσα,
-θα μάς γυρίσουν πίσω στη πατρίδα,λέγαμε,
ακούγαμε γυναίκες να τραγουδούν τα τραγούδια μας,
-Ρουμπαλια Γαρουφαλλια,
-αν μ'αγαπά κι είν' όνειρο, ποτέ σε μη ξυπνησω,
κι ένα που μ'αρεσε περισσότερο:
-δεν ειν'αυγη να σηκωθω
να μην αναστενάξω
έβγα ήλιε μου καρσί και μίλιε μου,
επειδή κρυφά την Κωνσταντίνα αγαπούσα,
ο δάσκαλος μάς μίλαγε για βυζαντινους αυτοκρατορους μοναχους,
και γράφαμε τα ονόματα μας
-ειναι αρχαία τα ονοματα μας,κύριε;ρωτησαμε,
-ειναι ελληνικά,απάντησε ο δασκαλος,να τα θυμαστε,
η μάνα έραβε τις νύχτες,τα παλιά ρούχα τα έκανε καινούργια,
-μανα,πως το κάνεις;ρωτουσε η μικρή μου αδελφή,
-ελα,να σού δείξω να το κάνεις κι εσύ όταν μεγαλώσεις,τής έλεγε,
ένα πρωί ήρθαν στον οικισμο,φορουσαν στολές,είχαν όπλα,
-ηρθαν να μας διώξουν,είπε ένας από μας,
-να φύγετε από δω,φώναξε ένας απ' αυτούς,η γη δεν είναι δική σας,τίποτα δεν φέρατε εδώ,δεν σας διώξαμε εμείς,
-απο'δω δεν φεύγουμε,είπε εκείνος ο άντρας,μόνο νεκροί,
εφυγαν,δεν μας ξαναπειραξαν,
η μικρή αδελφή θερμανθηκε,έκαιγε απ'τον πυρετό,ο γιατρός είπε:
-ελονοσια έχει το παιδί,είναι πολλά κουνούπια,να φυλαγεστε,
έδωσε στη μάνα κάτι κίτρινα χαπακια,
-το κινινο θα τη γιατρέψει,είπε,
η μάνα τής κρατούσε το χέρι,τη νύχτα τη νανουριζε με τα τραγούδια τής πατρίδας
που χασαμε,
-Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά, έλα πάρε και τούτο,
μικρό-μικρό σού το’δωσα, μεγάλο φέρε μου το,
μεγάλο σαν ψηλό βουνό, ίσιο σαν κυπαρίσσι,
κι οι κλώνοι του ν’ απλώνονται σ’ Ανατολή και Δύση.
.
.
.
Enigma
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Περι Υπαρξης
το παιδί βλέπει την γιαγιά του που δεν υπάρχει πια
στην μορφή τού πουλιου.
Η γιαγιά κοιταζει το παρελθόν,
το πουλί κοιτάζει το παρόν τού παρελθόντος,
και το παιδι κοιτάζει το μέλλον τού παρόντος τού παρελθοντος.
Η γιαγιά είναι ακόμα εκεί, το πουλί επίσης,τίποτα δεν έχει αλλάξει,που σημαίνει
ότι όλα έχουν αλλάξει.
Και τότε το παιδί παρακολουθεί τη σκηνή, και την επαναλαμβάνει.
Όλα συμβαίνουν για να μπορεσει να εξηγήσει την ακινησία τους.
.
.
.
.
Enigma
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Περι Ερωτος
Το αίνιγμα που δεν λύνεται.
Επειδη είναι μισό σε αυτό που βλέπουμε και το άλλο μισό στη φαντασια.
Πάντα κάτι λείπει και αυτό το κενό είναι πάντα παρόν
Ένα σχήμα καρδιάς πάνω στον τοίχο,αδέξιο, παιδικό.Και πόσο επιμονο.
Ένα ίχνος:Ήμουνα εδώ,ένιωσα αυτο,σχεδίασα αυτό.
Μια σιωπή σε διαφορετικές κατευθύνσεις τού χρόνου.
Μια στιγμή που δεν ανήκει σε κανέναν ταυτόχρονα.
Ένα παρελθόν Ένα παρον Ένα μελλον.
Το-τώρα εδω-δεν υπάρχει.
Η ένωση και η απόσταση.
Κάθε πλησίασμα είναι μια απώλεια.
Κάθε βλέμμα τους είναι το αίνιγμα.
Στην ταυτόχρονη υπόσχεση και ματαίωση,
στην εγγύτητα που γεννά απόσταση,
στην επιθυμία να ενωθείς και στον φόβο ότι,αν συμβεί αυτό,κάτι από σένα
θα χαθεί.
.
.
.
χ.ν.κουβελης
c.n.couvelis
(μια ασπρόμαυρη ταινία)
το βλέμμα
Πλάνο 1.
μια παραλία άδεια,
η ωρα στη δύση τού ήλιου,
ηχος κυμάτων,
παιδικές φωνες,
κάποιες φιγούρες ανθρώπων στο βάθος,
η κάμερα στρέφει και κινείται αργά προς μια νεαρη γυναίκα,
Flou white
Πλανο 2.
Η γυναίκα κάθεται σε μια πέτρα,
Η κάμερα σταθερή,
Flou white
Πλανο 3.
ενας άνδρας κάθεται πιο πέρα,
δεν διακρίνεται καθαρά,
εναλλαγή γκρο-πλανων στον άντρα και στη γυναίκα,
Flou white
Πλάνο 4.
η γυναίκα σηκώνει το φόρεμα της πάνω από τα γόνατα,
Flou white
Πλανο 5
πυροτεχνήματα στον ουρανο,
Flou white
Πλανο 6.
ο άντρας κοιτάζει προς το μερος τής γυναίκας,
γκρο πλαν στο πρόσωπο του,
Flou white
Πλανο 7.
τα δάκτυλα τής γυναίκας σφίγγουν ελαφρά το υφασμα τής φούστας της,
Flou white
Πλανο 8.
η άδεια παραλία,
η φωνή τών παιδιών σβήνει,
τα κύματα που σκανε στην ακτη,
Πλάνο 9.
γκρο πλάνο στο προσωπο τής γυναίκας,
γκρο πλάνο στο πρόσωπο τού άντρα,
ο ουρανός γεμίζει πυροτεχνήματα,
Flou white
η μορφή τού άντρα χάνεται στο βάθος τής παραλίας,
θολή ατμόσφαιρα,
έχει νυχτώσει,
Flou white
Πλάνο 10.
η γυναίκα διορθώνει τη φούστα της,
σηκώνεται,
η κάμερα σταθερή,
η γυναίκα απομακρύνεται από την αντίθετη πλευρά που έφυγε ο άντρας,
ήχος:τα κύματα τής θάλασσας,
Flou noir
Τέλος
.
.
.
.
Enigma
-χ.ν.κουβελης c n couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Για μια ψυχαναλυση
Στις εικόνες κομμένες, ραμμένες,μετωπικές και ανεστραμμένες,δεν έχουμε απλώς αποσπάσματα σωμάτων, έχουμε θραύσματα μιας ψυχικής οικονομίας που αρνείται να σταθεροποιηθεί σε ενιαία μορφή.
Το μάτι,το παπούτσι,το στόμα,το πρόσωπο ανάποδα,το χέρι με το τσιγάρο:
όλα λειτουργούν σαν μετωνυμίες μιας επιθυμίας που δεν ανήκει σε κανένα πλήρες σώμα. Αυτό είναι η μετατόπιση από την αφήγηση τής προέλευσης προς τη χαρτογράφηση τών ιχνών.
Το ασυνείδητο δεν είναι μια αποθήκη απωθημένων περιεχομένων,αλλά ένα σύστημα εγγραφών, επανεγγραφών και καθυστερημένων σημασιών.
Το παρελθόν δεν προηγείται απλώς τού παρόντος,το κατασκευάζει εκ τών υστέρων.
Έτσι,πρόσωπο που εμφανίζεται ανεστραμμένο δηλωνει την αδυναμία να οριστεί τι ακριβώς χάθηκε.
Η μνήμη δεν ανακαλεί, επινοεί.
Και η επινόηση αυτή οργανώνεται γύρω από μικρά,επίμονα αντικείμενα,εκείνα που με λακανική διατύπωση,θα ονομάσουμε objet petit α: το υπόλειμμα τής επιθυμίας που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί πλήρως.
Δύο παπούτσια σε παράλληλη διάταξη, αποκομμένα από το σώμα που τα φόρεσε,είναι αντικείμενα καθημερινά, αλλά εδώ αποκτούν μια περίεργη αυτονόμηση:δεν υπηρετούν την κίνηση, την υποκαθιστούν,έχουν αποσπαστεί τη λειτουργία τής βάδισης τού σώματος και εχουν μετατραπεί σε εικόνα.
Και εντάσσονται στον φετιχισμο:
το παπούτσι ως υποκατάστατο ενός απωθημένου σημείου τού σώματος,ως αποφυγη απο το άγχος τού ευνουχισμού.
Επίσης το παπούτσι δεν καλύπτει απλώς μια έλλειψη,την εκθέτει. Είναι ένα σημάδι ότι η επιθυμία δεν βρίσκει ποτέ το αντικείμενό της,παρά μόνο κυκλώνει γύρω από υποκατάστατα που πολλαπλασιάζονται.
Το ίδιο συμβαίνει με το μάτι στην πρώτη εικόνα. Ένα μάτι που κοιτάζει, αλλά ταυτόχρονα μοιάζει να έχει αποκοπεί από το πρόσωπο.Το βλέμμα εδώ δεν ανήκει σε κάποιον, είναι μια λειτουργία που αιωρείται.
Στον Lacan το βλέμμα δεν ταυτίζεται με την όραση, είναι αυτό που επιστρέφει από το ορατό πεδίο και συλλαμβάνει το υποκείμενο ως αντικείμενο.
-Δεν είμαι εγώ που βλέπω.
Είμαι αυτός που βλέπεται από ένα βλέμμα που δεν μπορώ να εντοπίσω.
Ετσι,το μάτι στην εικόνα λειτουργεί ως σημείο αναστροφής:
εκεί όπου ο θεατής γίνεται θεαματικό αντικείμενο.
Η ηδονοβλεπτική διάσταση,που υπαινίσσεται η έντονη εστίαση στο μάτι και στο στόμα,δεν είναι απλώς μια διεστραμμένη απόλαυση τού να κοιτάς. Είναι η αγωνιώδης εμπειρία τού να είσαι εκτεθειμένος σε ένα βλέμμα που σε υπερβαίνει.
Το στόμα,εν συνεχεία, εισάγει μια άλλη διάσταση:
αυτή τής ομιλίας και τής σιωπής.
Η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσο έκφρασης, είναι το ίδιο το πεδίο μέσα στο οποίο συγκροτείται το υποκείμενο.
Το στόμα που εμφανίζεται αποκομμένο,φαινεται να δηλώνει μια ομιλία που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί,λόγια που έχουν ειπωθεί και ταυτόχρονα έχουν αποσπαστεί από τον ομιλητή τους.
Εδώ αναδύεται η έννοια τής επανάληψης:
το υποκείμενο επαναλαμβάνει όχι για να θυμηθεί,αλλά για να συναντήσει κάτι που δεν μπόρεσε ποτέ να εμφανισθεί,συμβεί, πλήρως.
Το στόμα ανοίγει,αλλά αυτό που αναδύεται δεν είναι νόημα,είναι ένα κενό που ζητά να γεμίσει και ποτέ δεν γεμίζει.
Το χέρι που κρατά το τσιγάρο εισάγει τη διάσταση τής πράξης.
Το τσιγάρο είναι ένα αντικείμενο κατανάλωσης,μια μικρή τελετουργία που επαναλαμβάνεται.
Αυτές οι πράξεις μπορούν να ιδωθούν ως μορφές 'καθημερινών συμπτωμάτων':
μικρές,φαινομενικά αθώες συμπεριφορές που όμως φέρουν το βάρος μιάς εσωτερικής έντασης.
Το χέρι είναι σημαδεμένο, σαν να φέρει τα ίχνη μιάς εμπειρίας που δεν κατονομάζεται.
Η πράξη τού καπνίσματος γίνεται έτσι ένας τρόπος να ρυθμιστεί το άγχος,να δοθεί μορφή σε κάτι άμορφο.
Δεν είναι τυχαίο ότι το τσιγάρο καίγεται:
η απόλαυση συνδέεται με τη φθορά,με μια αργή αυτοκαταστροφή που βιώνεται ως ανακούφιση.
Το πρόσωπο,που επανέρχεται ανεστραμμένο και στις δύο συνθέσεις,λειτουργεί ως άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφονται τα υπόλοιπα στοιχεία.
Είναι ο τόπος όπου εγγράφονται οι συγκρούσεις,οι απωθήσεις,οι φαντασιώσεις,ηδη διαμεσολαβημένο από τις αφηγήσεις,τις επιθυμίες και τα άγχη τών άλλων.
Οι ρωγμές πού παραπέμπουν σε σπασμένο γυαλί είναι η εικαστική απόδοση μιας ψυχικής κατάστασης:
το υποκείμενο ως κάτι ραγισμένο,μη-ενιαίο,οτι η ενότητα τού Εγώ δεν θεωρείται δεδομένη, είναι ένα εύθραυστο κατασκεύασμα που απειλείται διαρκώς από τις δυνάμεις τού Αυτό (Id) και τις απαιτήσεις του Υπερεγώ.
Οι ρωγμές δεν είναι παρεκκλίσεις από μια κανονικότητα,είναι η ίδια η κανονικότητα
τού ψυχικού.
Το υποκείμενο υπάρχει ως ρήγμα.
Η προσπάθεια σύνθεσης μιάς 'ιστορίας'
από αυτά τα θραύσματα, θα αποτύχεναι,γιατί είναι αδυνατη μια συνεκτική αφήγηση
που να τα εξηγεί.
Μόνο μια ανάγνωση,αναγνώριση, τών ασυνεχειων μπορεί να συμβεί.
Το μάτι,το παπούτσι,το στόμα,το προσωπο,το χέρι:
δεν συνθέτουν μια γραμμική ιστορία,αλλά ένα δίκτυο επιθυμιών και απωθήσεων
που αλληλοδιασταυρώνονται.
Τελικά,ίσως,αυτό που αναδύεται από αυτές τις εικόνες είναι μια μορφή σιωπηλής μαρτυρίας.
Όχι για ένα συγκεκριμένο γεγονός,αλλά για τη δομή τής ίδιας τής επιθυμίας: πάντοτε ελλειμματική, πάντοτε σε αναζήτηση, πάντοτε καθηλωμένη σε αντικείμενα που δεν μπορούν να την ικανοποιήσουν.
Το βλέμμα που κοιτάζει και ταυτόχρονα κοιτάζεται,το στόμα που μιλά και ταυτόχρονα σιωπά,το σώμα που εμφανίζεται μόνο σε θραύσματα,όλα αυτά συνθέτουν μια τοπογραφία τού ασυνειδήτου όπου το νόημα δεν δίνεται,αλλά παράγεται μέσα από την ίδια την αποτυχία του να ολοκληρωθεί.
Και εκεί,μέσα σε αυτή την αποτυχία,αποκαλύπτεται ότι μέσα από τα θραύσματα,
και την επιστροφή τους,το υποκείμενο υπάρχει.
.
.
.
Enigma-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Το ματι
Είδε στο ονειρο ένα μάτι,τεράστιο, αποκομμένο από πρόσωπο,να τον κοιτάζει από
πολύ κοντα.
Ξύπνησε.
Σηκώθηκε,άναψε τσιγάρο και στάθηκε στο παράθυρο.
Η πόλη κοιμόνταν.
Ξάπλωσε,αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Ξημέρωσε.
Η πόλη απέκτησε τούς θορύβους της.
Ετοιμάστηκε να πάει στη δουλειά.
Δούλευε σε ένα φωτογραφείο και αποκαθιστούσε παλιές εικόνες.
Έσβηνε γρατζουνιές,φανέρωνε ξεθωριασμένα πρόσωπα.
Η εργασία αυτή τού άρεσε,ένιωθε ότι τούς αναγεννά.
Εκείνη την ημέρα τού δωσανε ένα φάκελο.
Τον άνοιξε,από μέσα έβγαλε τέσσερις ασπρομαυρες φωτογραφίες.
Στην πρώτη,ένα μάτι,το ίδιο μάτι,δεν έκανε λάθος, που είδε στο ονειρο του.
Στη δεύτερη,ένα ζευγάρι γυναικεία παπούτσια.
Στην τρίτη,ένα στόμα μισάνοιχτο.
Στην τέταρτη,ένα γυναικείο πρόσωπο ανάποδα.
Στο πίσω μέρος κάθε φωτογραφίας υπήρχε μια ημερομηνία.Όλες ανήκαν στην ίδια χρονιά:2014.
Ήταν η χρονιά που πέθανε η μητέρα του.
Δεν θυμόταν πολλά από εκείνη την περίοδο,η μνήμη του ήταν γεμάτη κενά,σαν φωτογραφία που έχει ξεθωριάσει.
Θυμόνταν μόνο αποσπάσματα:ένα δωμάτιο,η μητέρα του τυφλή,αδύνατη,το χέρι της
που κρατούσε το δικό του.
Και το βλέμμα της.
Εκείνο το βράδυ,πήρε τις φωτογραφίες στο σπίτι, τις άπλωσε στο τραπέζι και τις
κοίταξε προσεκτικά.
Άναψε τσιγάρο.
Και τότε πρόσεξε κάτι που δεν είχε δει πριν. Στην άκρη τής φωτογραφίας με τα παπούτσια,σχεδόν αόρατη,υπήρχε μια μικρη γραμμή σαν ρωγμή,δεν ήταν σκισιμο.
Επίσης και στη φωτογραφία με το στόμα. υπήρχε η γραμμη
Και στο πρόσωπο τής γυναίκας.
Και στο μάτι.
Ένωσε τις τέσσερις εικόνες,προσπαθώντας να τις τοποθετήσει έτσι ώστε οι γραμμές
να ταιριαξουν.
Όταν το κατάφερε,τότε είδε ότι οι τέσσερις φωτογραφίες ήταν κομμάτια μια μεγαλύτερης εικόνας .
Σε ενα δωμάτιο,μια γυναίκα ξαπλωμένη,τα παπούτσια δίπλα στο κρεβάτι,το στόμα μισάνοιχτο.
Και το μάτι.
Θυμήθηκε την εικόνα.
Ήταν εκεί.Στεκόταν δίπλα στο κρεβάτι,η μητέρα του δεν μιλούσε.
Εκείνος κοιτούσε.
Δεν ένιωθε φόβο.
Ήθελε να δει περισσότερο.
Και τότε κατάλαβε,το βλέμμα στο όνειρο δεν ήταν κάποιου άλλου,ηταν το δικό του.
Έσβησε το τσιγάρο,πήγε στο παράθυρο,η πόλη έξω κοιμονταν.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c n.couvelis
στιγμιότυπα
Κάθησε στο καφέ,
Άνοιξε την εφημερίδα.
Όλοι πεθαίνουν σαν διαφήμιση,σκέφτεται,
έπαιζε μουσική τζαζ,την είδε,καθόταν στο βάθος,
κοντά μαλλιά,λευκό πουκάμισο,διάβαζε ένα βιβλίο,κάθισε απέναντί της,
-παλι διαβάζεις μυθιστορήματα;είπε,
-μονο τα κακά,απάντησε,
-και πώς ξέρεις ποια είναι κακα πριν τα διαβάσεις;είπε,
-ολα είναι κακα,απάντησε,
εκείνη χαμογέλασε,
η σερβιτόρα έφερε τούς καφέδες,εκείνος άναψε τσιγάρο,
-θα φύγω,είπε εκείνη,
-που θα πας;ρώτησε εκείνος
-Ίσως πουθενά,είπε εκεινη
-Δεν υπάρχει πουθενά,απάντησε εκεινος
-υπάρχει,εκεί ζούμε,είπε εκείνη,
εκείνη γέλασε,
εξω άρχισε να βραδιάζει.,
σηκώθηκαν,βγήκαν έξω,
περπάτησαν,
στους τοίχους αφίσες:επαναστάσεις που είχαν γίνει διακόσμηση,
μίλησαν για την ταινία:'Με κομμένη την ανάσα' τού Γκονταρ,για τον Chet Baker
που αυτοκτόνησε στο Άμστερνταμ,
-οι άνθρωποι θέλουν να κοιμουνται,
-κι εσύ τι θες;
-να μην βαρεθω,
-εισαι άθεος;
δεν απάντησε,
πήγαν στο διαμέρισμα της,έκανε ζέστη,πάτησε το κουμπί τού ανεμιστηρα,
στο πάτωμα δίσκοι βινυλίου,αποτσιγαρα,περιοδικά,
εκείνη ξάπλωσε στο κρεβατι,
εκείνος άνοιξε την τηλεόραση,
ενας πρωην μπόξερ λήστεψε ένα βενζινάδικο,
-για να νιώσει ότι δεν ξοφλησε,σχολίασε,
εκείνη ξαπλωμένη στο κρεβάτι γυμνή,
-σ'αγαπω,τού είπε,
ξάπλωσε δίπλα της,
-επειδη φοβάσαι,τής είπε,
-τι;τον ρώτησε,
-το κενό,τής είπε,
έξω ο θόρυβος τής πόλης,
κοιμήθηκαν,
εκείνη ξύπνησε πρώτη,
εκείνος κοιμόνταν,
τον παρατηρησε πολύ ώρα,σηκώθηκε,έβαλε το εσώρουχο της,πήγε στο σαλόνι,
χτυπησε το τηλέφωνο,
απάντησε,το έκλεισε,
-ποιος ήταν;άκουσε,
γύρισε και τον είδε,
-κανεις,απάντησε εκείνη,
-ειναι γελοίο,είπε εκείνος,
-συμφωνώ,απάντησε εκείνος,
έφυγε,
η πόλη ξυπνούσε,
κάποιος φώναξε,ένας πυροβολισμός ακούστηκε,
ο πρωινός ήλιος πάνω στις προσόψεις τών κτιρίων,
εκείνη είδε το σώμα τού αντρα ξαπλωμένο στην άσφαλτο,γύρω ήταν αστυνομικοί,
ένας φωτογράφος τραβούσε φωτογραφίες,
κάποιος τη ρώτησε:
-τον ξέρατε;
Εκείνη δεν απάντησε.
.
.
.
Joseph Beuys
χ.ν.κουβελης c n.couvelis
Η Οικολογικη Διασταση τού Joseph Beuys
Ο Joseph Beuys υπήρξε μία από τις πιο ιδιομορφες και ριζοσπαστικές μορφές τής ευρωπαϊκής τέχνης του 20ού αιώνα.
Η οικολογική διάσταση του έργου του δεν αποτελεί ένα περιφερειακό ή διακοσμητικό στοιχείο τής δημιουργίας του, αντίθετα,βρίσκεται στον πυρήνα τής σκέψης του. Για τον Beuys,η φύση δεν ήταν απλώς θέμα αναπαράστασης αλλά ένας ζωντανός οργανισμός μέσα στον οποίο ο άνθρωπος συμμετέχει ηθικά, πολιτικά και πνευματικά. Η οικολογία,στην περίπτωσή του, συνδέεται με την κοινωνική αλλαγή,τη θεραπεία τής συλλογικής συνείδησης και την επανένωση ανθρώπου και κόσμου.
Η σκέψη τού Beuys διαμορφώθηκε μέσα από την εμπειρία τού πολέμου, τής καταστροφής και τής μεταπολεμικής αποξένωσης.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πολεμο.αντιλαμβανόταν τον δυτικό πολιτισμό ως έναν μηχανισμό που είχε αποκόψει τον άνθρωπο από τις οργανικές και πνευματικές του ρίζες.
Η βιομηχανική κοινωνία,ο τεχνοκρατικός ορθολογισμός και ο καταναλωτισμός οδηγούσαν,κατά τη γνώμη του,όχι μόνο σε πολιτική βία αλλά και σε οικολογική ερήμωση. Έτσι,το καλλιτεχνικό του έργο απέκτησε χαρακτήρα σχεδόν 'θεραπευτικό':
η τέχνη όφειλε να επουλώσει τη ρήξη ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση.
Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Beuys χρησιμοποιούσε υλικά οργανικά:
λίπος,τσόχα,μέλι,κερί, ξύλο,αίμα,χώμα.
Τα υλικά αυτά δεν είχαν μόνο συμβολική σημασία αλλά λειτουργούσαν ως φορείς ενέργειας και μεταμόρφωσης.
Το λίπος,συμβόλιζε τη θερμότητα,τη ζωή και τη δυνατότητα αλλαγής μορφής.
Η τσόχα παρέπεμπε στην προστασία και τη διατήρηση της ζωτικής ενέργειας.
Ο καλλιτέχνης επιδίωκε να επαναφέρει στην τέχνη μία αίσθηση οργανικής ύλης,αντιπαραθέτοντας την ζωντανή μεταβλητότητα τής φύσης στην ψυχρή ακαμψία τής βιομηχανικής κοινωνίας.
Η οικολογική του σκέψη συνδέεται άμεσα με την έννοια της 'κοινωνικής γλυπτικής' Soziale Plastik. Σύμφωνα με αυτήν,κάθε άνθρωπος μπορεί να συμβάλει δημιουργικά στη διαμόρφωση τής κοινωνίας,όπως ο γλύπτης μορφοποιεί την ύλη.
Η κοινωνία ολόκληρη γίνεται ένα έργο τέχνης υπό διαρκή μετασχηματισμό.
Η οικολογία εδώ αποκτά βαθύ πολιτικό περιεχόμενο:
η προστασία τής φύσης δεν είναι τεχνικό πρόβλημα αλλά πρόβλημα φαντασίας,συμμετοχής και συνείδησης.
Ο Beuys πίστευε ότι η οικολογική κρίση είναι ταυτόχρονα κρίση πνευματική.
Η κορυφαία έκφραση τής οικολογικής του αντίληψης υπήρξε το έργο:7000 Oaks,που παρουσιάστηκε στην documenta 7 στο Kassel. Ο Beuys ξεκίνησε τη φύτευση 7.000 βελανιδιών,δίπλα σε πέτρες βασάλτη.
Το έργο αυτό δεν ήταν ένα απλό περιβαλλοντικό happening ούτε μια συμβολική χειρονομία. Αποτελούσε μια μακροχρόνια διαδικασία μετασχηματισμού τού αστικού χώρου και της συλλογικής συνείδησης.
Η βελανιδιά, δέντρο αντοχής και ιστορικής μνήμης,λειτουργούσε ως σύμβολο αργής αλλά ουσιαστικής ανάπτυξης.
Ο βασάλτης,αντίθετα, παρέπεμπε στη σταθερότητα και στη γεωλογική διάρκεια.
Η συνύπαρξη οργανικού και ανόργανου στοιχείου εξέφραζε τη βαθιά αλληλεξάρτηση ανθρώπου, φύσης και ιστορίας.
Το σημαντικότερο ίσως στοιχείο τουυ έργου ήταν η συμμετοχή της κοινότητας.
Πολίτες,εθελοντές και θεσμοί συνεργάστηκαν στη φύτευση τών δέντρων,μετατρέποντας το έργο σε συλλογική πράξη οικολογικής ευθύνης.
Ο Beuys δεν ήθελε να δημιουργήσει ένα αντικείμενο προς αισθητική κατανάλωση αλλά μια διαδικασία ενεργού μεταμόρφωσης τού κόσμου.
Με αυτή την έννοια,η τέχνη γίνεται οικολογική πράξη.
Η οικολογική στάση τού Beuys είχε επίσης σαφή πολιτική διάσταση. Συνδέθηκε με το γερμανικό οικολογικό κίνημα και υπήρξε από τους πρώτους δημόσιους διανοούμενους που υποστήριξαν το Die Grünen.Για εκείνον,η οικολογία δεν περιοριζόταν στην προστασία τού φυσικού περιβάλλοντος αλλά αφορούσε μια συνολική αναθεώρηση τής οικονομίας, της εκπαίδευσης και τής δημοκρατίας.
Η καταστροφή τής φύσης ήταν αποτέλεσμα ενός συστήματος που αντιμετώπιζε τον κόσμο αποκλειστικά ως αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Στο έργο τού Beuys διακρίνεται επίσης μια σχεδόν μυστικιστική αντίληψη τής φύσης. Επηρεασμένος από τον γερμανικό ρομαντισμό, την ανθρωποσοφία τού Rudolf Steiner και τις αρχαϊκές τελετουργικές παραδόσεις,έβλεπε τη φύση ως φορέα πνευματικής ενέργειας. Τα ζώα εμφανίζονται συχνά στις δράσεις του: λαγοί, κογιότ, ελάφια,
όχι ως διακοσμητικά μοτίβα αλλά ως σύμβολα μιας χαμένης επικοινωνίας ανάμεσα στον άνθρωπο και το φυσικό σύμπαν.
Στην περίφημη performance:
I Like America and America Likes Me
η συμβίωσή του με ένα κογιότ μέσα σε γκαλερί λειτουργούσε ως αλληγορία συμφιλίωσης ανάμεσα στον σύγχρονο πολιτισμό και την άγρια φύση.
Η οικολογική διάσταση του έργου τού Beuys αποδείχθηκε εξαιρετικά προδρομική.
Πολύ πριν η κλιματική κρίση γίνει κεντρικό παγκόσμιο ζήτημα,ο ίδιος είχε ήδη αντιληφθεί ότι η καταστροφή τού περιβάλλοντος συνδέεται με την πνευματική απονέκρωση και την κοινωνική αλλοτρίωση.
Η τέχνη του δεν προτείνει απλώς μια αισθητική επιστροφή στη φύση, προτείνει έναν νέο τρόπο ύπαρξης μέσα στον κόσμο, όπου η δημιουργικότητα, η συλλογικότητα και η οικολογική συνείδηση αποτελούν αδιαχώριστες έννοιες.
Έτσι,ο Joseph Beuys δεν υπήρξε μόνο καλλιτέχνης της avant-garde αλλά και ένας από τους πρώτους μεγάλους οικολογικούς στοχαστές τής σύγχρονης τέχνης.
Η δημιουργία του εξακολουθεί να λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η οικολογία δεν είναι απλώς ζήτημα διαχείρισης φυσικών πόρων αλλά ζήτημα πολιτισμού,φαντασίας και ανθρώπινης ευθύνης.
.
.
.
Joseph Beuys-Rose für Direkte Demokratie
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Interaction on:
Rose für Direkte Demokratie τού Joseph Beuys
Το έργο Rose für Direkte Demokratie του Joseph Beuys(at docoumeta 5 Kassel Germany,1972) εντάσσεται στον ευρύτερο στοχασμό τού καλλιτέχνη πάνω στη σχέση ανάμεσα στη φύση, την πολιτική και τη δυνατότητα μιας ριζικής επαναθεμελίωσης τής δημοκρατίας ως ζωντανού οργανισμού και όχι ως τυπικού θεσμικού μηχανισμού.
Η εικόνα τηςς τριανταφυλλιάς που τοποθετείται μέσα σε ένα διαφανές,εργαστηριακό δοχείο μέτρησης δημιουργεί εξαρχής μια ένταση:
το ζωντανό στοιχείο τής φύσης παγιδεύεται μέσα σε ένα περιβάλλον επιστημονικής καταγραφής,σχεδόν ψυχρής ουδετερότητας. Η τριανταφυλλια, εύθραυστη αλλά ταυτόχρονα φορτισμένη με έντονο συμβολισμό, δεν παρουσιάζεται ως διακοσμητικό αντικείμενο αλλά ως 'πολιτικό σώμα' που αντιστέκεται στη μετρησιμότητα,στη λογική τής ποσοτικοποίησης και τής ελέγξιμης πραγματικότητας.
Στη σκέψη τού Beuys,η δημοκρατία δεν είναι απλώς ένα σύστημα διακυβέρνησης αλλά μια διαρκής διαδικασία διαμόρφωσης τής κοινωνίας μέσω τής ανθρώπινης δημιουργικότητας,αυτό που ο ίδιος ονόμαζε 'κοινωνική γλυπτική'.
Η τριανταφυλλια,ως σύμβολο ζωής,αγάπης αλλά και τραύματος καθώς φέρει αγκάθια, λειτουργεί εδώ ως υλικό- φορέας αυτής τής ιδέας: η δημοκρατία δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά κάτι εύθραυστο,που χρειάζεται φροντίδα, συμμετοχή και συνεχή αναδιαμόρφωση.
Το γυάλινο δοχείο,από την άλλη, παραπέμπει σε μια επιστημονική,ίσως και ψυχρή,αντιμετώπιση τού ζωντανού.
Έτσι δημιουργείται ένα διπλό επίπεδο ανάγνωσης:
από τη μία η φύση ως ζωντανή δύναμη,από την άλλη η κοινωνία που επιχειρεί να την περιορίσει,να την μετρήσει,να την εντάξει σε δομές ελέγχου.
Η ένταση αυτή αντανακλά την πολιτική αγωνία τού Beuys:
τη σύγκρουση ανάμεσα στη ζωντανή δημοκρατία και στους μηχανισμούς τυποποίησης τής εξουσίας.
Το έργο μπορεί να ιδωθεί και ως μια σιωπηλή προειδοποίηση:
η δημοκρατία,όπως και το άνθος,δεν είναι αυτονόητη ούτε σταθερή. Είναι ένα εύθραυστο βιολογικό και κοινωνικό φαινόμενο που μπορεί να μαραθεί αν αποκοπεί από τη ζωντανή συμμετοχή τών ανθρώπων.
Η 'τριανταφυλλιά για την άμεση δημοκρατία' δεν είναι επομένως απλώς ένα αντικείμενο τέχνης, αλλά μια πρόταση ύπαρξης:
μια πρόσκληση να ξανασκεφτούμε την πολιτική ως κάτι οργανικό, αισθητικό και βαθιά ανθρώπινο.
Κάτι που,κάθε άνθρωπος,με πολύ απλό τρόπο μπορεί να βάλει στο τραπέζι τού σπιτιου του.
Αφού κατά τον Joseph Beuys:
-Jeder Mensch ist ein Künstler-
Κάθε άνθρωπος είναι ενας καλλιτέχνης.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ο Friedrich Nietzsche για τον Martin Heidegger
Δεν θα τον κατακρινω ως έναν απλό οπορτουνιστή ή ως έναν κοινό ιδεολόγο τού ναζισμού,γιατί βλεπω κάτι βαθύτερο και τραγικότερο:
έναν φιλόσοφο που προσπάθησε να μετατρέψει την οντολογία σε ιστορικό πεπρωμένο
και τελικά παρασύρθηκε από την ίδια τη μέθη τής Ιστορίας,
εγώ μισω,απεχθανομαι, τις μάζες,αλλά μισω ακόμη περισσότερο το κράτος,το κράτος είναι το πιο ψυχρό από όλα τα ψυχρά τέρατα,ο ναζισμός, αντίθετα,ήταν η απόλυτη λατρεία τού κράτους,τής φυλής,τής συλλογικής ταυτότητας,τής ιστορικής αποστολής τού έθνους,ο Χάιντεγκερ πίστεψε για ένα διάστημα πως μέσα στο εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα υπήρχε η δυνατότητα μιας 'πνευματικής αναγέννησης' τής Γερμανίας,πως ο λαός θα μπορούσε να ξαναβρεί μια αυθεντική σχέση με το Είναι,με τη γη,με τη μοίρα του,εγώ θα έβλεπα μια μοιραία αυταπάτη:
τη στιγμή που ένας φιλόσοφος άφησε τη σκέψη να υποταχθεί στη μεταφυσική τής συλλογικής ταυτότητας,
θα τού έλεγα:
εσύ,που μιλούσες για αυθεντικότητα,πώς πίστεψες σε μια εποχή σημαιών,παρελάσεων και κραυγών; πώς μπόρεσες να θεωρήσεις ότι η αλήθεια τού Είναι κατοικεί μέσα σε στολές;
γιατί εγώ παρά τις παρερμηνείες,που μού έγιναν,ημουν βαθιά αντιεθνικιστής,περιφρονούσα τον γερμανικό σωβινισμό στην εποχή μου,χλεύαζα τον αντισημιτισμό,μισούσα τον όχλο,είτε αυτός εμφανιζονταν ως σοσιαλιστική μάζα είτε ως εθνικιστικό πλήθος,
ο υπεράνθρωπος μου δεν ήταν στρατιώτης ενός κράτους,ήταν μια μοναχική μορφή δημιουργίας,ένας άνθρωπος που ξεπερνά τον εαυτό του,όχι ένας κομματικός πιστός,
ο Χάιντεγκερ όμως,στον πρυτανικο του λόγο το 1933,μίλησε για το πεπρωμένο τού γερμανικού λαού με σχεδόν μυστικιστικούς όρους,εκεί ακριβώς αναγνωριζω ένα παλιό πρόβλημα τής γερμανικής μεταφυσικής:
την ανάγκη να μετατρέπεται η σκέψη σε αποστολή,η φιλοσοφία σε σωτηριολογία,εγω ήθελα να γκρεμίσω τα είδωλα,ο Χάιντεγκερ,έστω προσωρινά,βοήθησε να χτιστεί ένα νέο είδωλο, ιστορικό και πολιτικό,
ισως η πιο σκληρή κριτική μου γι'αυτον να μην αφορω καν τη στράτευση του στον ναζισμό, αλλά τη μεταγενέστερη σιωπή του,ο Χάιντεγκερ, μετά την κατάρρευση τού Τρίτου Ράιχ,δεν μίλησε ποτέ με καθαρή μεταμέλεια,εμοιαζε να θεωρεί την καταστροφή μέρος μιας γενικότερης 'λήθης τού Είναι',σαν το Άουσβιτς να ήταν σύμπτωμα τής τεχνικής εποχής και όχι και προσωπική ηθική αποτυχία,
αλήθεια,μισω αυτή τη φυγή προς την αφαίρεση,
θα τού έλεγα πως ίσως πίσω από τις πυκνές έννοιες,πίσω από τη γλώσσα τής οντολογίας, κρύβεται τελικά μια αδυναμία να αντικρίσει κανείς το συγκεκριμένο ανθρώπινο γεγονός,γιατι απαιτω από τον φιλόσοφο να αναλαμβάνει το βάρος τής μοίρας του προσωπικά,να λέει 'ναι' ακόμη και στο σφάλμα του,να μη χάνεται μέσα σε απρόσωπες ιστορικές αναγκαιότητες,
και ίσως εκεί να βρισκεται η βαθύτερη καταδίκη,ο Χάιντεγκερ επιχείρησε να σκεφτεί το Είναι πέρα από την ηθική, όμως εγώ θα τού απαντούσα πως όταν ο φιλόσοφος πλησιάζει την εξουσία χωρίς τραγική επίγνωση,η σκέψη μετατρέπεται εύκολα σε μυστικισμό τής δύναμης, και τότε η φιλοσοφία παύει να είναι σφυρί που θρυμματίζει είδωλα, γίνεται ηχώ μιας εποχής που λατρεύει τα δικά της τέρατα,
όχι,δεν τον βλέπω τελικά,ως προδότη τής φιλοσοφίας αλλά ως τραγική μορφή της:
έναν στοχαστή που πλησίασε υπερβολικά την άβυσσο τής Ιστορίας και, αντί να την αντικρίσει,να την αντιμετωπίσει,μιλουσε γι'αυτη σαν να ήταν το πεπρωμένο.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Auschwitz concentration camp τής ανθρωπότητας
Ενας άντρας περπατά
ανάμεσα στα μπλοκ τών κρατουμένων αμίλητος,κοιτάζει την αβυσσο,τη βιομηχανία θανάτου,σκύβει σε ένα σωρό από παπούτσια,αγγίζει ένα μικρό παιδικό κόκκινο παπούτσι,το χέρι του τρεμει,
-εδω,σκέφτηκε,
συντριφτηκαν τα πόδια του,τα έλιωσαν,
μπήκε σε ένα θάλαμο,η μυρωδιά τής καμένης σάρκας,άγγιξε τον τοίχο,
τον γρατσουνισε όπως αυτοί,μάτωσαν τα νύχια του,
άκουσε τις κραυγές τους,
κραυγές,κραυγές,κραυγές,
τούς είδε με τις στολές,φώναζαν διαταγές,να εκτελεστεί η οργανωμενη βαρβαροτητα.
εκείνη τη μέρα έγραψε:
περπάτησα εκεί όπου τελειωσε η ανθρωπότητα
Ο θάνατος τού ανθρώπου.
Εδώ.
Στο Άουσβιτς.
Εδώ που οι άνθρωποι καηκαν.
Οι δολοφόνοι τους άκουγαν μουσική το βράδυ
και
όλα τα είχαν με απόλυτη τεχνική σχεδιασμένα:
Οι θάλαμοι.
Οι κατάλογοι.
Οι αποτεφρώσεις.
Ο χρόνος καύσης ανά σώμα.
Η αποδοτικότητα τής ψυχρής αποτελεσματικότητας.
Χρειάζονταν εκατομμύρια πτώματα για να αισθανθούν.
Με έντυσαν με στολή,με διέταξαν:
-σκότωσε τώρα.
να υπηρετώ σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,να απαιτω εξασκώντας βία μαζική υπάκουη,
τώρα μονος,κανείς ποτέ πια δεν θα με ονομάσει άνθρωπο.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ένα απόγευμα με την Ελένη
Η Ελένη καθονταν δίπλα στό παράθυρο,στό τραπέζι υπήρχαν βιβλία ιστορίας τέχνης, σημειώσεις,τσιγάρα,μία κούπα καφέ πού είχε κρυώσει από ώρα.
Έγραφε μια εργασία γιά τό έργο τού Rembrandt van Rijn:Το Μάθημα Ανατομίας
τού Δρ. Τουλπ.
Αυτός ο πίνακας την τρομαζε,οχι ο νεκρός.αλλα οι ζωντανοί.
Εκείνα τά πρόσωπα πού σκύβουν πάνω από τό νεκρό σώμα
σαν νά μήν εξετάζουν έναν νεκρό άνθρωπο αλλά τό μυστηριο τής ύπαρξης.
Η Ελένη σημείωσε:
Στον πίνακα:The Anatomy Lesson of Dr. Nicolaes Tulp ο Rembrandt δεν...
Σταμάτησε.
Έσβησε τήν πρόταση.
Από τό ανοιχτό παράθυρο ακούγονταν παιδιά πού έπαιζαν κάπου μακριά.
Απογευμα.
Σηκώθηκε.
Βγήκε έξω.
Στην στάση τού τραμ περίμενε ένας άντρας με γκρίζα γάντια.
Κρατούσε μιά εφημερίδα διπλωμένη.
-Πηγαίνετε κάπου συγκεκριμένα;τήν ρώτησε χωρίς να τήν κοιτάξει.
-Όχι,είπε εκείνη.
-Κανεις δεν είναι ελεύθερος να πάει κάπου, τής είπε.
Ήρθε το τραμ,μπήκε μέσα,απέναντι της κσθονταν μια ηλικιωμένη γυναίκα που
κοιτούσε το αριστερο της χερι.Σ'αυτο ο δείκτης και ο αντίχειρας ήταν ενωμένα με
μια μεμβράνη.Ενιωσε ντροπή,έκλεισε τα δάκτυλα.Η γυναίκα έπαψε να κοιτάει.
Σκέφτηκε το χέρι τού νεκρού στον πίνακα,
τον τένοντα πού σηκώνει ο Δρ. Τουλπ.
Κατέβηκε και πήγε στη θάλασσα,από τα βράχια σηκώθηκαν οι γλάροι,
Μπροστα της πέρασε μια κοπελα κουτσαίνοντας ελαφρά.
Η Ελένη την παρακολούθησε.
Η κοπέλα μπήκε στο νερό και σήκωσε τη φούστα της ψηλά για να μήν βραχεί.
Στάθηκε ακίνητη.
Η Ελένη θυμήθηκε την Gerty MacDowell από τον Ulysses.
Η Ελένη αισθάνθηκε ότι κάποιος τήν κοιτούσε.
Γύρισε.
Ένας άντρας στεκονταν πιο πέρα,μέσα στην ομίχλη.
Δεν μπορούσε να δει τό πρόσωπό του,αλλά αισθάνθηκε πάνω της τό βλέμμα του να
τής αγγίζει τό σώμα.
Ντράπηκε.
Απομακρύνθηκε από την άλλη πλευρά.
Μπήκε σ’ένα μπαρ κοντά στό λιμάνι,ένα γραμμόφωνο έπαιζε ένα γερμανικό τραγουδι:
Muss i denn.
Όταν τα μάτια της συνήθισαν στο χαμηλό φωτισμό και στους καπνους είδε στο βάθος μια γυναίκα μονη.
Φορούσε καπέλο,μαύρα γάντια και καπνιζε.
Το πρόσωπό της είχε μια ψυχρή λάμψη.
Η Ελένη σκέφτηκε την Marlene Dietrich.
Η άγνωστη γυναικα τήν κάλεσε με ένα νεύμα.
Πήγε.
-Άργησες,τής είπε.
-Με ξέρετε;
-Όλοι γνωρίζουν κάποιον πριν τον συναντήσουν. Μετά απογοητεύονται.
Η φωνή της ήταν βραχνή.
Η Ελένη κάθισε απέναντί της.
-Γιατι σε ενδιαφέρουν οι νεκροί άντρες; είπε η γυναίκα.
Δεν απάντησε.
Η γυναίκα χαμογέλασε,ο καπνός τού τσιγάρο τής κάλυψε το πρόσωπο.
-Ξερεις γιατι; τής είπε,γιατί οι νεκροί αντρες δεν εγκαταλείπουν ποτέ μια γυναίκα.
Έξω,είδε στο τζάμι,είχε αρχίσει να βρέχει.
Η γυναικα άναψε τσιγάρο.
Λίγο αργότερα η Ελένη βρεθηκε μπροστά σ’ ένα τεράστιο κτίριο κοντά στο κέντρο.
Στην πόρτα είδε τον άντρα τού τραμ.
-Σας περιμένουν,τής ειπε,και αναμερισε να περάσει.
Η Ελένη μπήκε μέσα,ανέβηκε έναν οροφο,ένας μακρύς διάδρομος,άνοιξε μια πόρτα,
ένας άντρας έγραφε σε ένα γραφείο,
-Αργησατε,τής είπε χωρίς να σηκώσει το κεφαλι.
Αν καθίστε να ξερετε πως κανένας δεν θα σας καλέσει.
Κάθησε σε μια καρέκλα,στους τοίχους ήταν πορτραίτα ανθρώπων,για να περάσει
η ώρα χαζευε με τα χαρακτηριστικά τους.
Άκουσε βήματα.
Ο άντρας με τά γκρίζα γάντια στεκόταν στην πόρτα.
-Πως βγαίνω;ρώτησε.
-Απο που;ρώτησε ο αντρας στο γραφείο.
Η Ελένη σηκώθηκε και βγήκε,εκείνος την ακολούθησε στον διάδρομο.
-Ξέρετε γιατί ο πίνακας τού Ρέμπραντ είναι τόσο τρομακτικός;τής είπε.
-Γιατί;ρώτησε εκείνη.
-Επειδή όλοι κοιτούν τον νεκρό,απάντησε εκείνος.
Εκτός από έναν,που μάς κοιτα.
Κατέβηκε τη σκαλα,στο διάδρομο άνοιξε μια πόρτα.
Στην αίθουσα είδε ένα νεκρό σώμα πάνω σε ένα τραπεζι,γύρω του σκυμμένοι άνθρωποι κρατούσαν σημειώσεις.
Παρατήρησε πως ο γιατρός ήταν ο αντρας τού τραμ με τα γκρίζα γάντια.
Είδε τη γυναίκα τού μπαρ να μπαίνει με τη κοπέλα τής παραλίας.
-Αυτο είναι ένα μάθημα ανατομίας,είπε στην Ελένη.
-Αυτος ο νεκρός αντρας είναι ο άντρας πού με κοιτούσε στη παραλία,
είπε η κοπέλα και σήκωσε ψηλά τη φούστα της.
-Ωραια,καλλιγραμμα ποδια,είπε εκείνος ο άντρας που τούς κοιτούσε.
Οι μαθητές τής ανατομίας σήκωσαν τα κεφάλια τους και γελασαν.
Όταν η Ελένη βγήκε τελικά από τό κτίριο είχε νυχτώσει.
Γύρισε σπίτι περπατώντας.
Ξενύχτησε γράφοντας την εργασία της.
.
.
.







































Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου