I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Υ-Litterature Λογοτεχνια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

 .

.

Υ-Litterature Λογοτεχνια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Μεγαλεξανδρος-ζογραφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ Κεφαλας

https://youtube.com/shorts/kbyAZqHWVvQ?feature=shared


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

μεταφραζοντας

Αρριανος

Τα μετά  Αλεξανδρον


(Η διαμοίραση των Σατραπειων)


Ο Περδικας λοιπόν προφασιζόμενος ότι τον στρατο θα καθαρίσει τους πιο επιφανείς της στασης που έγινε συνέλαβε,κι αφού τους συνέλαβε από προσταγή του Αρριδαιου,κι αυτου παρόντος τους σκότωσε,φόβο προκαλώντας στο υπόλοιπο πλήθος,

θανατώνει δε λίγο υστεροτερα και τον Μελεαγρο,

μετά απ'αυτά ο Περδικας ύποπτος σ'όλους ήταν κι ο ίδιος τους υποπτεύονταν,

όμως σε σατραπείες απεφάσισε να διορίσει αυτούς που υποπτεύονταν,σαν να ηταν του Αρριδαιου διαταγη,

και έτσι ο μεν Πτολεμαίος ο γιος του Λαγου την Αίγυπτο και τη Λιβύη και τη χώρα των Αράβων που συνορεύει με την Αίγυπτο να κυβερνά διατάχτηκε,

ο Κλεομένης δε που απ'τον Αλέξανδρο έχει διοριστεί να αρχει αυτής της σατραπείας,ορίστηκε να είναι ύπαρχος στον Πτολεμαιο,

την δίπλανη σ'αυτη Συρία ο Λαομεδων,ο Φιλώτας τη Κιλικία και ο Πιθωνας τη Μηδια,

ο Ευμενης ο Καρδιανος τη Καππαδοκία και την Παφλαγονία και όσες του Εύξεινου Πόντου συνορεύουν με την ελληνική πόλη Τραπεζούντα,αποικία των Σινωπεων, 

των Παμφυλιων και των Λυκιων και τη μεγάλης Φρυγίας ο Αντιγονος,

τών Καριων ο Κασανδρος,τών Λυδών ο Μένανδρος,

την Φρυγία στον Ελλήσποντο ο Λεόννατος,

η οποία επι Αλεξάνδρου ο Κάλας ονοματιστηκε να κατέχει κι έπειτα στον Δήμαρχο είχε ανατεθεί,

έτσι μ'αυτον εδώ το τρόπο μοιράστηκαν οι σατραπείες στην Ασία.


3] Περδίκκας δὲ τὸν στρατὸν καθᾶραι σκηψάμενος τοὺς ἐπιφανεστάτους τῆς γενομένης συνέλαβε στάσεως, καὶ συλλαβὼν ὡς ἐκ προστάξεως Ἀρριδαίου, αὐτοῦ παρόντος ἀνεῖλε, δέος ἐμποιήσας τῷ λοιπῷ πλήθει· ἀναιρεῖ δὲ καὶ οὐ πολλῷ ὕστερον καὶ Μελέαγρον. Ἐξ ὧν Περδίκκας ὕποπτος ἐς πάντας ἦν καὶ αὐτὸς ὑπώπτευεν. Ὅμως ἐς σατραπείας ἀνειπεῖν οὓς ὑπώπτευεν, ὡς Ἀρριδαίου κελεύοντος, ἔγνω. Καὶ δὴ Πτολεμαῖος μὲν ὁ Λάγου Αἰγύπτου καὶ Λιβύης, καὶ ὅσα τῆς Ἀράβων γῆς ξύνορα Αἰγύπτῳ ἄρχειν ἐπετάχθη, Κλεομένης δὲ ὁ ἐξ Ἀλεξάνδρου τῆς σατραπείας ταύτης ἄρχειν τεταγμένος Πτολεμαίῳ ὕπαρχος εἶναι· τῆς δὲ ἐπὶ ταύτῃ Συρίας Λαομέδων, Φιλώτας δὲ Κιλικίας καὶ Πίθων Μηδίας, Εὐμένης δὲ ὁ Καρδιανὸς Καππαδοκίας καὶ Παφλαγονίας, καὶ ὅσα τοῦ Πόντου τοῦ Εὐξείνου σύνορα ἔστε ἐπὶ πόλιν Ἑλλάδα Τραπεζοῦντα, Σινωπέων ἄποικον. Παμφύλων δὲ καὶ Λυκίων καὶ Φρυγίας τῆς μεγάλης Ἀντίγονος, Καρῶν δὲ Κάσανδρος, Λυδῶν δὲ Μένανδρος, τῆς δὲ ἐφ´ Ἑλλησπόντῳ Φρυγίας Λεόννατος, ἣν ἐξ Ἀλεξάνδρου μὲν Κάλας ὄνομα κατέχει, ἔπειτα Δήμαρχος ἐπετέτραπτο. Τὰ μὲν κατὰ τὴν Ἀσίαν ὧδε ἐνεμήθη.

.

.

.

enigma on Paul Delvaux

-cncouvelis


https://youtube.com/shorts/7mw1B7ato_M?feature=shared


μια νύχτα  με πανσέληνο σε ένα έρημο τοπίο εμφανίστηκε ένα κορίτσι κρατώντας 

ένα κόκκινο λουλούδι 

-Ξέρεις γιατί όλα είναι τόσο ήσυχα;τον ρώτησε.

-Όχι.

-Επειδή εδώ κανείς δεν ονειρεύεται.Εδώ είμαστε τα όνειρα κάποιου άλλου. 


μέσα στη διάχυση του σεληνόφωτος το τελευταίο τρένο ήταν σταματημένο 

στο σταθμό,

στην αποβάθρα γυναίκες με λευκά φορεματα στέκονταν όρθιες ακίνητες,

μια ψιθύρισε:

-ειμαστε μέσα στην αδιαφορία του χρόνου.


πλησίασε τον σταθμάρχη και τον ρώτησε:

-Πότε φεύγει το επόμενο τρένο;

Εκείνος τον κοίταξε με απορία.

-Εδώ όλα τα τρένα έχουν ήδη φύγει.Εσείς φτάσατε αργά.


είδε τη γυναίκα μπροστά στον ορθογώνιο καθρέφτη.

Δεν αντανακλούσε το είδωλο της.

-Εκεί ζούσαμε,είπε.

-Ποιοι;

Η γυναίκα δεν απάντησε. 

.

.

χνκουβέλης cncouvelis

Χρονικὸν  ἔρωτος

(εις Ύστερον Βυζάντιον)


Εις τα ύστερα έτη τῆς βασιλείας των Ελληνων,ὅτε αἱ πόλεις ἐστέναζον ὑπὸ πολέμων καὶ η χώρα ερημουτο,ἐγένετο τὸ πάθος τοῦτο,ὃ ἐγὼ,ταπεινὸς χρονικογράφος,παραλαβων παρὰ τῶν προτερων ημων γράφω,ἵνα μην αμνημονευτον γένοιτο

Ἦν νέος τις,Μανουὴλ τὸ ὄνομα,γραμματικὸς καὶ ἀντιγραφεὺς βιβλίων.Οὐκ εἶχεν πλοῦτον,ἀλλὰ η χειρ αυτου καλλιγραφος καὶ η καρδία πραεῖα.Καὶ ἦν παρθένος εὐγενής,Αννα καλουμένη, θυγάτηρ ἄρχοντος,τὸ εἶδος λαμπροτέρα τῆς σελήνης,τὸ δὲ βλέμμα του μέλιτος γλυκύτερον.

Καὶ ἐν μονῇ ετύχησαν οι νεοι,ἔνθα ὁ νέος ἀντέγραφεν τοὺς ψαλμοὺς τοῦ Δαυΐδ.

Ἡ δὲ κόρη,προφάσει εὐσεβείας,πολλάκις εἰσῄει. Οὐκ ἐτόλμων ανταλλαγην λογων,μόνον δια βλέμματων

είχον μυστικην επαφην.

Καὶ ηὔξανεν ὁ ἔρως αυτών

και εκραταιούτο εν ταις καρδίας αυτών.

Όμως ο πατὴρ τῆς κόρης ἐμνήστευσεν αὐτὴν ἀνδρὶ ισχυρω,ἵνα σώσῃ τὸν παρακμαζοντα οἶκον αὐτοῦ.

Ἡ δὲ Ἄννα κρυφιως εδακρυζεν και βαθεια εστενα,ὁ δὲ Μανουὴλ ελυπειτο σφοδρα.

Την νυκτα πρὸ τοῦ γάμου είχον τελευταιαν συναντησιν εις εν σημείον των τείχων  της Βασιλεύουσας παρά την θάλασσαν.

Ὁ Βόσπορος ἦν εν σκότει μελας καὶ τα κύματα υπό του ανέμου δεινώς εβοούσαν.

-Δεν είναι μέρος πια για μας σ'αυτον τον κόσμο,είπε η κόρη.

Καὶ ὁ νέος ἀπεκρίθη:

-Αν στη γη χωρίσουμε,ίσως ο Θεος να μας ελεησει στην αιώνιο ζωή.

Ἀλλὰ πρὶν ἔτι τελειώσωσι τὸν λόγον,στρατιῶται τοῦ ἄρχοντος ἐπέπεσον ἐπ' αὐτούς.Ὁ Μανουὴλ ἐπλήγη διὰ λόγχης καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τῶν λίθων,βάπτων αὐτοὺς τῷ αἵματι αὐτοῦ.

Ἡ δὲ Ἄννα,κρατοῦσα τὴν κεφαλὴν τοῦ ἀγαπημένου,

εφιλησεν το ψυχραινόμενον μέτωπον καὶ εἶπεν:

Τώρα εδω για μένα τελείωσε ο κόσμος.

Μετ'οὐ πολλὰς ἡμέρας ἐτελέσθη ὁ γάμος,ἀλλ' ἡ νύμφη εἰς τὴν τρίτην σελήνην απὸ βαθείας μελαγχολίας παρέδωκεν τὸ πνεῦμα και ετελειωθη.

Καὶ ἐτάφησαν οι άμοιροι ερασται.

Ἐγὼ δὲ,ως τουτον τον άτυχον έρωταν παρέλαβον,ακριβώς οὕτως κατέγραψα.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Η Ελένη μετά την παράσταση της Βαλκυριας

https://youtube.com/shorts/gHY8RVpZcSM?feature=shared


Wer naht dort so wild,im Sturmgebraus?

Es ist Brünnhilde!


Όταν έσβησε η τελευταία συγχορδία της ορχήστρας η Ελένη στάθηκε ακίνητη επάνω στη σκηνή.Φορούσε την πανοπλία της Μπρουνχίλντε,το δόρυ της αντανακλούσε τις λάμψεις των προβολέων,ενώ τα μάτια της ήταν σκιασμένα από το κρανος.

Το κοινό χειροκροτουσε.

Ομως εκεινη στ'αυτια της ακουγε το νερό να κυλά στον Σκαμανδρο,τον άνεμο να σαρώνει την πεδιάδα του Ίλιον.

Στο καμαρίνι άφησε το κράνος επάνω στο τραπέζι. Αφαίρεσε αργά τα γάντια της. Στον καθρέφτη είδε την Βαλκυρία  Μπρουνχίλντε και ύστερα ξεμακιγιαριζοντας το πρόσωπο την Ελενη. 

Χτύπησε η πόρτα.

Γύρισε και ειδε τον ξένο άντρα στην ανοικτή πόρτα.

-Είσαι η Ελένη;τη ρώτησε.

Η Ελένη δεν απάντησε.

-Η Τροία χάθηκε,είπε ο αντρας.Θα σε περιμένω έξω από το θέατρο.

Ο άντρας έφυγε.

Η Ελένη βγήκε από το καμαρίνι,στο διαδρομο συνάντησε μια  συνάδελφο σοπράνο,

-Δεν θα μείνεις για τη δεξίωση;τη ρώτησε,.

-Η παράσταση τελείωσε, απάντησε η Ελένη και προχωρησε.

Έξω είχε αρχίσει να βρέχει.

Τον συνάντησε στη σκοτεινή γωνια.

-Γιατί ήρθες;τον ρώτησε.

-Γιατι με περίμενες;απάντησε ο άντρας.

Προχώρησαν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό.

Κάθησαν δίπλα-διπλα στο βαγόνι.

-Που πάμε;τον ρώτησε.

-Εκεί που δεν υπάρχει ούτε Ίλιο ούτε Βαλχάλλα,ειπε εκείνος.

Το τρένο ξεκίνησε,η πόλη χάθηκε μέσα στην ομίχλη.

Η Ελένη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του ξένου.

.

.

.

Hamlet-cncouvelis

https://youtube.com/shorts/2eHnyVZy670?feature=shared


χνκουβελης cncouvelis

Η συνάντηση του Άμλετ με το φάντασμα του πατερα


Ήθελε ακόμα να ξημερώσει κι οι επάλξεις του Ελσινορ φαίνονταν να επιπλέουν μέσα στην ομιχλη.

Ο Άμλετ περιπλανιόνταν μονος.

Ξαφνικά είδε την ομιχλη να περνει μορφή ανθρώπου.

Δεν φοβήθηκε,αδιαφορούσε κι αν φοβόνταν.

Ο πατέρας,τον γνώρισε, απέναντι του ντυμένος

με βασιλική πανοπλία.

-Πατέρα,είπε.

Και άπλωσε τα χέρια του να τον αγγίξει,ύστερα τα μάζεψε.

-Άμλετ,απάντησε το φαντασμα.

-Πατερα,είσαι στ' αλήθεια εσύ ή μήπως ο νους μου γεννά μορφές από τη θλίψη;

-Εγώ είμαι κι ηρθα να σου πω όσα θα ήθελες να μην είναι αλήθεια.

-Ομως,πατέρα,είσαι νεκρός,πως επεστρεψες;

-Οι νεκροί βρίσκουν τον τρόπο να επιστρέφουν.

-Μόνο,πατέρα,όσοι δεν δικαιώθηκαν.

-Υποφέρεις,γιε μου;

-Καμια γλώσσα δεν είναι αξια γι'αυτό.

Ο αέρας στροβιλιστηκε ανάμεσα τους και πέρασε.

-Άκουσε,Άμλετ,ο θάνατός μου δεν ήταν έργο της μοίρας.

Ο Άμλετ ένιωσε το αίμα του να παγώνει.

-Τι εννοείς;

-Ενώ κοιμόμουν στον κήπο,συνέχισε το φάντασμα του πατέρα, ο αδελφός μου με πλησίασε αθόρυβα,κι εσταξε δηλητήριο στ' αυτιά μου. 

-Ο Κλαύδιος,είπε ο Άμλετ κι έτρεμε,κι η μητέρα μου;

-Εκεινη ας δικαστεί απ'τον Ουρανο.Εγω για τον φονιά μου μόνο ζητώ εκδίκηση.

-Κι αν με γελούν τα μάτια μου,είπε ο Άμλετ,αν είσαι πνεύμα που με εξαπατά; 

Η μορφή του φαντάσματος έκανε ένα βήμα προς τον Άμλετ.

-Αμλετ,αμφιβάλεις;

-Πατέρα,αν σ'εκδικηθώ,θα βρεις ανάπαυση;

-Κανείς νεκρός δεν ανασταίνεται από την εκδίκηση.Οι ζωντανοί όμως δεν πρέπει να αφήνουν το έγκλημα να μένει στο ατιμωρητο.Και μάλιστα του βασιλιά.

Η ομίχλη άρχισε να διαλύει τη μορφή.

-Πατέρα,μείνε λίγο,μην φεύγεις.Θελω τόσα να σε ρωτησω.Πες μου τι υπάρχει μετά τον θάνατο; Πες μου αν υπάρχει Θεός,αν υπάρχει κρίση,αν υπάρχει κάτι;

Αν αξίζει να ζεις ή να μην ζεις;

To be or not to be?

Το φαντασμα χάνονταν.

-Αν σου το έλεγα,δεν θα μπορούσες πια να ζήσεις.

-Μονο μια λέξη.

-Ζήσε.

Για να εκδίκηθεις το φόνο του βασιλιά πατέρα σου.

Η μορφή έσβησε μέσα στην ομίχλη.

Ο Άμλετ έμεινε μόνος επάνω στις επάλξεις.Η αυγή άρχιζε να χρωματίζει τον ορίζοντα.

Η μέρα που θα έρχονταν κι οι άλλες που θα έρθουν  αλήθεια θα αλλάξουν τον κόσμο;Αν γίνεται τίποτα ν'αλλαξει;

.

.

.

THE TRIAL of Franz Kafka-cncouvelis


https://youtube.com/shorts/fLE6NFtu_AU?feature=shared


χνκουβελης cncouvelis

Τα δάκτυλα της Leni


Ο Κ. ένιωθε ότι συνεχώς αναβαλονταν η εκδίκαση της υπόθεσης του,οι δικογραφιες  και οι δικαστές παρέμειναν αόρατοι.

Εκεί μέσα στο κτίριο του Δικαστηριου γνώρισε τη Leni.

Είδε το αριστερό της χερι, ανάμεσα στον μέσο και στον παράμεσο μια νηκτικη διάφανη μεμβράνη τα συνέδεε.Καταλοιπο τής αρχεγονης κατάστασης του ανθρωπου.

Η γυναίκα δεν προσπαθησε να το κρύψει.

Τον κοίταξε.

-Οι περισσότεροι αποστρέφουν το βλέμμα,

είπε κι ακούμπησε το χέρι της πάνω στο δικό του.

Ήταν ζεστό άγγιγμα.Τον έσφιξε.

Η Leni χαμογέλασε.

-Τώρα θα γίνεις πιο ενδιαφέρων για το Δικαστήριο.

Άνοιξε μια πορτα και τον παρέσυρε μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.

Η αναπνοή της στο πρόσωπο του.

-Η υπόθεση 

 δεν άρχισε όταν σε κάλεσαν. Είχε αρχίσει πολύ πριν.

-Για ποιο αδίκημα;

Τον φίλησε με πάθος στο στόμα.

-Οι άνθρωποι φτάνουν εδώ για πολλές αιτίες.Άλλοι επειδή αδίκησαν.Άλλοι επειδή σκέφτηκαν να αδικήσουν.Άλλοι επειδή δεν τόλμησαν ποτέ να πράξουν ό,τι πραγματικά επιθυμούσαν. 

Τον έρριξε σ'ένα κρεβάτι.

-Και ποια είναι η δική μου ενοχή;τη ρώτησε.

Η Leni έβγαλε τη μπλούζα της.

-Δεν την ξέρει ούτε ο δικαστής μου,τού είπε.

Πήρε το χέρι του και το έβαλε στο στήθος της.

-Ο δικαστής σου;τη ρώτησε.

-Ο εραστής μου,είπε η Leni κι  έβαλε τα ενωμένα δάκτυλα στα χείλη του.

-Φιλισε τα,είπε.

Ο Κ. αισθάνθηκε μια παράλογη ζήλεια. 

-Τον συναντάς συχνά;τη ρώτησε.

Εκείνη δεν απάντησε,άνοιξε τα πόδια της και τον τράβηξε.

-Τώρα η υπόθεσή σου χειροτερευει,τού είπε.

Έπιασε τα συνδεμενα δάκτυλα της και τα δαγκωσε.

-Επειδή όσοι με ερωτεύονται,όπως εσύ,  επιδεινώνουν την υπόθεσή τους.

Η φωνή της τον έκαιγε στο λαιμό,την έσφιξε δυνατά.

Εκείνη τη νύχτα ο Κ. κατάλαβε ότι η σχέση τους ήταν στοιχείο της ενοχής του.

Μετά το πάθος τους τη ρώτησε:

-Υπάρχει άραγε κάποιος που αθωώθηκε πραγματικά;

Η Leni χαμογέλασε.

-Όχι,απάντησε.

Τότε μέσα στο ημίφως διέκρινε στον τοίχο το πορτρέτο ενός άντρα.

-Αυτος είναι;ρώτησε,ο δικαστης;

-Αυτος,απάντησε η Leni και σηκώθηκε από το κρεβατι.

.

.

.

Shadows 

-cncouvelis


https://youtube.com/shorts/KStfHkZ9GvU?is=DW2lMca22-5IyVsw


χνκουβελης cncouvelis

Σκιές 


Κοίταξε το σώμα της,ήταν ακίνητο.

Σηκώθηκε και άνοιξε το παράθυρο.

Άκουσε ένα γέλιο παιδιού.

Έκλεισε το παράθυρο.

Πήγε πάλι και κάθησε δίπλα της.

Άγγιξε το σεντονι.Ηταν ψυχρό.

Θυμήθηκε ένα καλοκαίρι, όταν ήταν κορίτσια.Είχαν χαθεί στο δάσος και εκείνη,αν κι εκείνη δεν είχε φοβηθεί καθόλου.Αντιθετα γελούσε,ενώ αυτές έκλαιγαν.

-Αν χαθούμε,τους ειπε,θα μας βρει ο Θεός.

Μετά ήρθαν οι γάμοι,οι φιλονικίες,οι χωρισμοί.

Κοίταξε το πρόσωπο της.Ηταν χλωμό.

-Δεν αναπνέει,είπε στην αδελφή της.

Εκείνη σηκώθηκε και πήγε στον καθρέφτη.

-Η αδελφή μας πέθανε,της είπε.

Η υπηρέτρια έφερε μια λεκάνη με χλιαρό νερό.

Με αργές κινήσεις έπλυνε το πρόσωπο της νεκρής.

Με μια τρυφερότητα σαν να φροντιζε ένα μωρο.

Ύστερα φίλησε το ψυχρό της μέτωπο.

-τη θυμασαι;ρώτησε η μια αδελφή.

-οχι,μόνο το πρόσωπο της,απάντησε η άλλη.

.

.

.




https://www.facebook.com/share/p/1Gv5RiVAGo/


φωτογράφιση

-χνκουβελης cncouvelis


Το τηλεφωνημα

-χνκουβελης cncouvelis


Όταν χτύπησε το τηλέφωνο της ήταν στον καθρέφτη και ξεμακιγιαρονταν.

Κοίταξε,η οθόνη έγραφε:

Άγνωστος αριθμός.

Δεν απάντησε.

Το τηλέφωνο ξαναχτύπησε.

-Ναι;Ποιος είναι;

-Κάποιος που σε είδε σήμερα στο μετρό,άκουσε μια αντρική φωνή.

-Και πως πήρες το νούμερό μου;ρώτησε.

-Το έγραψες εσύ,απάντησε η φωνή.

Γέλασε.Σίγουρα όχι.Δεν έδινε τον αριθμο της.Δεν έδινε τίποτα.

Έξω,άκουσε,ένα αυτοκίνητο πέρασε αργά.

-Θες να βγούμε;είπε ο άντρας.

Εκείνη κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη.

-Τώρα;

-Τώρα.

Μια παράξενη σιωπή,σαν η  κληση να μην ήταν πραγματικη.

-Πού;είπε.

-Στο μέρος που δεν πας ποτέ όταν σε βλέπουν όλοι.

Το τηλέφωνο έκλεισε.

Στο καθρέφτη είδε το πρόσωπό της.

Ντύθηκε.

Βγήκε.Περπατησε.

Είδε ένα αυτοκίνητο με αναμμένα τα φώτα αλάρμ.

Χτύπησε το κινητό της.

-Μπες,άκουσε τον άντρα.

Άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.

Στο κάθισμα του οδηγού δεν υπήρχε κανείς.

Το κινητό της ξαναχτύπησε.

-Πού είσαι;ρώτησε.

Σιωπή.

Κατέβηκε από το αυτοκίνητο.

Δεν ήξερε αν αυτό που ένιωθε ήταν φόβος.

Κατέβηκε τη σκάλα του μετρό.Η αποβάθρα ήταν σχεδόν άδεια.

Το τρένο ήρθε.Οι πόρτες άνοιξαν. Μπήκε.

Κάθισε δίπλα στο παράθυρο. 

Το κινητό της χτύπησε.

Κοίταξε,άγνωστος αριθμός.

Δεν απάντησε.

Απέναντί της καθόνταν ένας άντρας.

Ο άντρας σήκωσε το κινητό του και το κοίταξε για μια στιγμή,σαν να περίμενε κάτι.

Το τρένο μπήκε σε σήραγγα. 

Έκλεισε τα μάτια της.

Όταν άνοιξε τα μάτια της και ο άντρας απέναντι της δεν υπήρχε,

Ούτε κανείς άλλος ήταν στο βαγονι.

Γύρισε αργά σπίτι.

Ποτε δεν ξαναμιλησε με εκείνον τον άντρα.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Tu me trouves jolie?


https://youtube.com/shorts/eykYlHF02bo?is=5Lmmhk3Hte6wLyYK


Η καμερα στο χερι ακολουθεί την Ελενη,μαύρο καρέ γυαλί, κόκκινο κραγιόν,μίνι φόρεμα Mondrian.Σπρώχνει άδειο ενα καρότσι.Ο ήχος από τα  τακούνια της.


JUMP CUT.


Κοντινό στο πρόσωπό της. Κοιτάει κατευθείαν την κάμερα.


Ελενη

-Ξέρεις τι είναι η επανάσταση; Είναι να διαλέγεις ανάμεσα σε 37 είδη σαπουνιού και να μην παίρνεις κανένα.


JUMP CUT.

Ασπρόμαυρο πλάνο,προϊόντα στα ράφια.

Κόκκινο κειμενο πέφτει από πάνω:

LA SOCIÉTÉ DU SPECTACLE


Αντρας με εφημεριδα

-Είσαι ευτυχισμένη;


Η Ελένη,κοντινό στο πρόσωπο της,

μιλάει στην κάμερα.

-Όχι.Είμαι όμορφη.Έχει διαφορά.


JUMP CUT.


Pop art intertitle με κίτρινα γράμματα σε μπλε φόντο:

Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΠΛΟ


Η Ελενη παίρνει ένα κουτί

μπισκοτα.Το γυρίζει.Η πίσω πλευρά έχει τυπωμένο το πρόσωπο της Giorgia Meloni.


Ελενη

-Ακόμα και το πρωινό μού κάνει προπαγάνδα.


Σιωπή.


Η Ελένη πλησιαζει την κάμερα μέχρι που το πρόσωπό της γεμίζει όλο το καρέ.

Τα χρώματα γίνονται υπερκορεσμένα,σαν πίνακας του Lichtenstein.


Ελενη

-Εσυ τι αγόρασες σήμερα για να νιώσεις ελεύθερος;


JUMP CUT σε μαυρο.


freeze frame

L'ART EST UNE ARME.


Cut


Η Ελένη βάφει έναν τοιχο κόκκινο.


Fin

Debut


Η Ελένη ,μπλε μαντήλι και μαύρο ζιβάγκο

eflatlectric blue → jump cut σε hot pink → acid yellow  Halftone κουκκίδες.

Κοιτάει τη κάμερα,ανάβει τσιγάρο,απαγγέλλει Marx

-Το κεφάλαιο είναι νεκρή εργασία που σαν βρικόλακας, ζει ρουφώντας ζωντανή εργασία.


Text Overplays:

LE CAPITAL EST UNE FICTION

TU ME TROUVES RÉVOLUTIONNAIRE?


Η ANNA με μπλε μαντήλι και  ζιβάγκο κρατάει το περιοδικό La Vogue.

Εξώφυλλο σε Warhol flat χρώματα: electric blue, hot pink .

Το ξεφυλλιζει.

-Tu me trouves jolie?


4:3,16mm grain,στατικό πλάνο.


JUMP CUT


Close-up στα χέρια τής Ελενης.Κόκκινα νύχια. Κρατάει το La Vogue.

Ξεφυλλίζει το περιοδικ


JUMP CUT


Σελίδα περιοδικού.

Πορτρέτo  Che Guevara σε acid yellow,

Mao σε lime green,

κονσέρβα Campbell's με ετικέτα REVOLUTION σε κόκκινο.


Text overplay λευκο:

LA MODE EST POLITIQUE


JUMP CUT


Η Ελένη  σηκώνει το βλέμμα. Κοιτάει τη κάμερα. Μπλε μαντήλι,μαύρο ζιβάγκο, κόκκινα χείλη.


Ελενη

-Le capital(παύση,γυρίζει σελίδα)είναι νεκρή εργασία.


JUMP CUT


Extreme close-up στο μάτι της.


Φωνή off

-La  Mode τυπώνει την επανάσταση.

Η επανάσταση φοράει La Mode.

Ποιος καταναλώνει ποιον;


JUMP CUT


Η Ελένη κλείνει το περιοδικό απότομα.


Text  overplay hot pink:

ACHETEZ LA RÉVOLUTION


Η Ελένη κάθεται σε καφέ, jump cut στο προφίλ.


LA REGARDER

L'ARGENT

Μαύρο.

Η Ελένη μετράει χαρτονομισματα.

LA MONNAIE.

LA PHILOSOPHIE

Μπλε.

Σκηνή από το La Passion de Jeanne d'Arc του Carl Dreyer.

LE SILENCE

Κόκκινο.

Η Ελένη περπατάει στον δρόμο.

LA DANSE

Κίτρινο.

Χορεύει μόνη της.

LE CORPS.

Λευκό.

LA RENCONTRE

Μαύρο.

Η Ελένη μιλάει με άντρα.

LES MOTS.

Λευκό.

LE MIROIR

Μπλε.

Η Ελένη κοιτάζει στον καθρέφτη.

-Qui suis-je?

L'IMAGE

LA LECTURE

Κόκκινο.

Ελένη

-Διαβάζω Πλάτωνα.

Και πουλάω το σώμα μου.

L'AMOUR

LA MORT

Κίτρινο.

freeze frame στο πρόσωπό της.

FIN?

.

.

.

Μελέτη ανάλυση 

Το «Tu me trouves jolie?» του χνκουβελη δεν λειτουργεί ως συμβατικό κινηματογραφικό σενάριο. Είναι ένα υβριδικό έργο ανάμεσα σε σενάριο, πολιτικό δοκίμιο, εικαστική εγκατάσταση και κινηματογραφικό μανιφέστο. Η γλώσσα του δεν οργανώνεται με βάση την πλοκή αλλά με βάση τη σύγκρουση εικόνων, χρωμάτων, συνθημάτων και θεωρητικών αναφορών. Ο πραγματικός πρωταγωνιστής δεν είναι η Ελένη· είναι η ίδια η εικόνα ως πεδίο ιδεολογικής αντιπαράθεσης.

Η πρώτη εντύπωση είναι η σχεδόν απόλυτη κυριαρχία της αισθητικής της Jean-Luc Godard, ιδιαίτερα της περιόδου των ταινιών La Chinoise, Week-end και της πολιτικής φάσης του Groupe Dziga Vertov. Τα συνεχή jump cuts, τα intertitles, η απευθείας προσφώνηση προς την κάμερα, η αποσύνδεση εικόνας και λόγου, η χρήση χρωμάτων ως θεωρητικών σημείων και όχι ως φυσικής αναπαράστασης, όλα συγκροτούν μια σαφή συνομιλία με εκείνη την κινηματογραφική γλώσσα. Ωστόσο το έργο δεν αποτελεί απλή μίμηση. Ενσωματώνει στοιχεία του 21ου αιώνα —τη λογική των κοινωνικών δικτύων, της υπερκατανάλωσης και της αισθητικής της διαφήμισης— δημιουργώντας ένα είδος «μετα-Godard».

Η αρχική σκηνή μέσα στο σούπερ μάρκετ είναι ίσως η ισχυρότερη του έργου. Η Ελένη σπρώχνει άδειο καρότσι. Το καρότσι γίνεται σύμβολο μιας επιθυμίας που δεν έχει ακόμη αντικείμενο. Δεν αγοράζει· περιφέρεται. Η φράση:

«Η επανάσταση είναι να διαλέγεις ανάμεσα σε 37 είδη σαπουνιού και να μην παίρνεις κανένα»

συμπυκνώνει μια ολόκληρη κριτική του καταναλωτικού καπιταλισμού. Η ελευθερία εμφανίζεται ως ψευδαίσθηση επιλογής. Η αγορά προσφέρει άπειρες παραλλαγές του ίδιου προϊόντος, αλλά όχι πραγματική αυτονομία. Το άδειο καρότσι είναι ίσως η μοναδική πραγματική πράξη αντίστασης.

Η εμφάνιση του γαλλικού συνθήματος LA SOCIÉTÉ DU SPECTACLE παραπέμπει άμεσα στο έργο του Guy Debord. Δεν λειτουργεί απλώς ως αναφορά. Ολόκληρη η δομή του σεναρίου είναι οργανωμένη πάνω στη θεωρία του Debord. Οι άνθρωποι δεν σχετίζονται μεταξύ τους αλλά μέσω εικόνων. Η Ελένη δεν υπάρχει ως άνθρωπος· υπάρχει ως επιφάνεια προς θέαση.

Αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές στη φράση:

«Όχι. Είμαι όμορφη. Έχει διαφορά.»

Εδώ ο συγγραφέας αντιστρέφει την παραδοσιακή σύνδεση της ομορφιάς με την ευτυχία. Η ομορφιά δεν είναι συναίσθημα αλλά κοινωνική λειτουργία. Είναι κοινωνικό κεφάλαιο. Είναι μηχανισμός εξουσίας. Η ομορφιά δεν λυτρώνει· αντικαθιστά την ευτυχία.


Το intertitle:

«Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΟΠΛΟ»

είναι ίσως η βασική θέση ολόκληρου του έργου. Εδώ η γυναικεία μορφή δεν παρουσιάζεται ως αντικείμενο επιθυμίας αλλά ως ιδεολογικό πεδίο μάχης. Το σώμα γίνεται αφίσα, σύνθημα, διαφήμιση και επαναστατικό έμβλημα ταυτόχρονα.

Η επιλογή της Giorgia Meloni πάνω στο κουτί των μπισκότων αποτελεί μία από τις πιο αιχμηρές ειρωνικές εικόνες. Η πολιτική μετατρέπεται σε εμπορικό λογότυπο. Η προπαγάνδα δεν έρχεται πλέον μόνο από τα μέσα ενημέρωσης αλλά από την ίδια τη συσκευασία των προϊόντων. Η καθημερινότητα γίνεται ιδεολογική κατανάλωση.

Εξαιρετική είναι επίσης η χρήση της Pop Art. Οι αναφορές στον Roy Lichtenstein και στον Andy Warhol δεν είναι διακοσμητικές. Ο Warhol είχε ήδη μετατρέψει την κονσέρβα σε έργο τέχνης. Εδώ η κονσέρβα γίνεται «REVOLUTION». Δηλαδή ακόμη και η επανάσταση μετατρέπεται σε καταναλωτικό προϊόν. Πρόκειται για μία ιδιαίτερα εύστοχη μετανεωτερική ειρωνεία.


Η δεύτερη ενότητα, με το μπλε μαντήλι, το μαύρο ζιβάγκο και το απόσπασμα από τον Karl Marx, μεταφέρει το έργο από την κριτική της εικόνας στην κριτική της οικονομίας. Η φράση για το κεφάλαιο ως «νεκρή εργασία» δεν ακούγεται σαν πανεπιστημιακή διάλεξη. Τοποθετείται δίπλα σε περιοδικά μόδας και αισθητική Pop Art, δημιουργώντας μια έντονη αντίφαση. Η θεωρία καταναλώνεται όπως η μόδα.

Η ερώτηση:

«Tu me trouves jolie?»

είναι το σημαντικότερο μοτίβο του έργου. Επιφανειακά είναι ερωτική. Στην πραγματικότητα είναι πολιτική. Η Ελένη δεν ρωτά αν είναι όμορφη. Ρωτά αν μπορεί ακόμη να υπάρξει έξω από το βλέμμα του θεατή. Αναζητά αναγνώριση μέσα στο ίδιο σύστημα που την αντικειμενοποιεί.

Η εμφάνιση του Che Guevara, του Mao Zedong και της κονσέρβας Campbell δημιουργεί ένα εντυπωσιακό τρίγωνο. Η επανάσταση, η ιδεολογία και το εμπόρευμα αποκτούν την ίδια εικαστική αξία. Το έργο υπαινίσσεται ότι ο καπιταλισμός έχει ήδη εμπορευματοποιήσει ακόμη και τα σύμβολα της αντίστασης.

Ιδιαίτερη δύναμη έχει και η αναφορά στην The Passion of Joan of Arc του Carl Theodor Dreyer. Εκεί όπου ο Dreyer χρησιμοποιούσε το πρόσωπο ως τόπο πνευματικού μαρτυρίου, εδώ το πρόσωπο της Ελένης λειτουργεί ως επιφάνεια όπου προβάλλονται ιδεολογίες, επιθυμίες και εμπορεύματα. Το ιερό αντικαθίσταται από το πολιτικό.


Το τελευταίο μέρος αποτελεί σχεδόν κινηματογραφικό ποίημα. Οι λέξεις:

LA RENCONTRE

LES MOTS

LE MIROIR

L'IMAGE

L'AMOUR

LA MORT

δεν περιγράφουν σκηνές αλλά έννοιες. Θυμίζουν περισσότερο φιλοσοφικό λεξικό παρά σενάριο. Η αφήγηση διαλύεται και απομένει μόνο η ακολουθία σημαινόντων.

Η πιο τραγική ίσως φράση του έργου είναι:

«Διαβάζω Πλάτωνα. Και πουλάω το σώμα μου.»

Η αντίθεση είναι σκόπιμα βίαιη. Ο Πλατωνας εκπροσωπεί τον κόσμο των ιδεών. Το σώμα αντιπροσωπεύει την εμπορευματοποιημένη ύλη. Η Ελένη κατοικεί και στους δύο κόσμους χωρίς να ανήκει ολοκληρωτικά σε κανέναν.

Το τελικό FIN? είναι από τις πιο εύστοχες επιλογές. Το ερωτηματικό ακυρώνει το τέλος. Όπως και η ταυτότητα της Ελένης, έτσι και η ταινία παραμένει ανοιχτή. Δεν ολοκληρώνεται ποτέ, γιατί ούτε η εικόνα ούτε η ιδεολογία ούτε η κατανάλωση ολοκληρώνονται.


Ως αισθητικό επίτευγμα, το έργο είναι εξαιρετικά συνεκτικό. Η εικονογραφία, τα χρώματα, οι γλώσσες (ελληνικά, γαλλικά), οι πολιτικές αναφορές και ο ρυθμός υπηρετούν ένα ενιαίο όραμα. Δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί ιστορία αλλά να παράγει σκέψη μέσω της σύγκρουσης εικόνων.


Συνολικά, το «Tu me trouves jolie?» είναι ένα φιλόδοξο μετακινηματογραφικό κολάζ που συνδυάζει τον πολιτικό μοντερνισμό του Godard, την κριτική του θεάματος του Debord, τη μαρξική θεωρία της εργασίας, την Pop Art και τη σύγχρονη κουλτούρα της κατανάλωσης. Πρόκειται για έργο που δεν επιδιώκει να συγκινήσει με την πλοκή, αλλά να προκαλέσει τον θεατή να αναρωτηθεί αν, στην εποχή της αδιάκοπης κυκλοφορίας εικόνων, είναι ακόμη δυνατό να υπάρξει μια εικόνα που να μην έχει ήδη μετατραπεί σε εμπόρευμα.

.

.

.

The Passion of Jeanne d'Arc

-χνκουβελης cncouvelis


https://youtube.com/shorts/k944_8nHNB4?is=z_n9mB9BqVqDA1Ur


 Οι μορφές των δικαστών,οι φωνές τους.

-Ομολόγησε.

-Ποιος σου μίλησε;

-Ποια φωνή σε καθοδήγησε;

Η σιωπή της Jranne d'Arc.

Ένας δικαστής με το πρόσωπο παραμορφωμένο απ'το φως των κεριών.

-Η σιωπή σου είναι ομολογία.

Κιι ένας άλλος φωναξε:

-Ή είναι δαιμονική υπακοή.

Οι δικαστές μιλούν πιο γρήγορα.

-Απάντησε.

-Πες το όνομα.

-Ομολόγησε το ψέμα σου.

Εκείνη ακίνητη.

Ένα κερί έσβησε τσιριζοντας.

Οι δικαστές συνεχίζουν.

-Είσαι ένα πλασμα που παρασύρθηκε.

-Πες ότι εξαπατήθηκες.

Ένας χτύπησε δυνατά με τη γροθιά του το έδρανο του δικαστηρίου.

-Μίλα.

-Δεν είσαι άγια,είσαι κατηγορούμενη.

-Θα διαλέξουμε εμείς για σένα τι είσαι.

Ένας από αυτούς γέλασε δυνατά.

-Αληθεια,οι φωνες του Θεου τι σου λένε;

Η Jeanne d'Arc αμίλητη.

-Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να μιλάς στ'όνομα του Θεού;

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Όταν κάποτε στο μέλλον η συνάντηση τους


Εκείνη πήγε στο παράθυρο,

εκείνος την παρατηρούσε,

Γύρισε και τον κοίταξε.

-Ειναι παράξενο,ειπε.Όλη τη μέρα με κοιτούσες μέσα από έναν φακό.

-Τώρα βλέπω εσένα,τής ειπε

Εκείνη χαμογέλασε,πλησίασε και ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.

-Φοβόμουν ότι όλο αυτό θα ήταν απλώς μια φωτογράφιση.

-Κι εγώ φοβόμουν ότι θα έμενε μόνο μια ανάμνηση.

Έμειναν αγκαλιασμένοι.

Εκείνος χάιδεψε απαλά τα μαλλιά της.

-Ξέρεις τι θυμάμαι περισσότερο από σήμερα;τής είπε.

-Τι;

-Το βλέμμα σου όταν ξέχασες ότι υπήρχε κάμερα.

Εκείνη σήκωσε το πρόσωπό της και τον κοίταξε.

-Και τώρα;

-Τώρα είσαι εδώ,υπάρχεις.

Τα χέρια τους ενώθηκαν.


Αργότερα.

-Θα μείνουμε παντα εδώ; ρώτησε εκείνη.

-Ναι,για πάντα,απάντησε εκείνος.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Περί ομορφιάς της γυναίκας


Ο κ. Κ. μιλάει με μια γυναίκα για την ομορφιά,κοιτώντας πέντε φωτογραφίες της

-Θα μιλήσουμε για εκείνο το παράξενο πράγμα που ονομάζουμε ομορφιά,είπε.

Η γυναίκα χαμογέλασε.

-Και μπορεί να αποκαλύψει πέντε διαφορετικές αλήθειες,συνέχισε.

Πήρε την πρώτη φωτογραφία.

-Εδώ χαμογελάς.Το πρόσωπό σου είναι ήρεμο.Το βλέμμα κοιτάζει λίγο έξω από τον φακό.Αυτή η εικόνα δεν στηρίζεται στη συμμετρία ούτε στο μακιγιάζ. Στηρίζεται στην αίσθηση ότι κάτι σκέφτεσαι.Η ομορφιά εδώ είναι μια υπόσχεση, κάνει τον άλλον να αναρωτηθεί τι υπάρχει πίσω από το βλέμμα.

Άφησε τη φωτογραφία και πήρε τη

δεύτερη φωτογραφία

-Εδώ είσαι σοβαρή.Οι σκιές είναι πιο έντονες.Το φως πέφτει λοξά και αναδεικνύει τις μικρές ασυμμετρίες. Παράξενο,αντί να μειώνουν την ομορφιά,την κάνουν πιο ανθρώπινη.Η τελειότητα κουράζει.Η μικρή ατέλεια κρατά το βλέμμα ζωντανό.

Η γυναίκα γέλασε.

-Δηλαδή οι ατέλειές μου είναι προτέρημα;

-Χωρίς αυτές,θα μπορούσες να είσαι οποιοδήποτε πρόσωπο.

Ο κ.Κ πήρε τη τρίτη φωτογραφία

-Εδώ γελάς δυνατά.Τα μάτια σχεδόν κλείνουν.Δεν ποζάρεις.Αυτή είναι ίσως η πιο όμορφη εικόνα,γιατί δεν φαίνεται να ενδιαφέρεσαι αν είσαι όμορφη. Η ελευθερία γεννά μια διαφορετική αισθητική από εκείνη της επιτήδευσης.

Η γυναίκα πήρε τη φωτογραφία και την κοίταξε.

-Δεν θυμαμαι ποτε εχει τραβηχτεί.

Στη τέταρτη φωτογραφία ο κ.Κ είπε.

— Εδώ το σώμα συμμετέχει περισσότερο από το πρόσωπο.Η στάση σου δημιουργεί μια αφήγηση.Η ομορφιά δεν βρίσκεται πια στα χαρακτηριστικά αλλά στη σχέση σου με τον χώρο.Σαν να λες ότι ανήκεις στη στιγμή.

Πήρε τη 

πέμπτη φωτογραφία

Ο κ. Κ. την κοίταξε περισσότερη ώρα.

-Εδώ δεν συμβαίνει σχεδόν τίποτε.Κοιτάζεις ευθεία τον φακό.Δεν χαμογελάς.Δεν προκαλεις.Κι όμως,αυτή η εικόνα είναι η πιο γοητευτική από όλες.

-Ποια είναι τελικά η πιο όμορφη;είπε η γυναίκα.

Ο κ. Κ.ανακατεψε τις φωτογραφίες.

-Καμία και όλες,ειπε.Στο ότι δεν είσαι η ίδια γυναίκα σε καμία από αυτές,κι όμως αναγνωρίζεσαι σε όλες.

-Δηλαδή η ομορφιά αλλάζει;

-Κάθε στιγμή.Δεν είναι αντικείμενο.Είναι γεγονός. Συμβαίνει ανάμεσα σε εκείνον που σε βλέπει και σε σενα που αποκαλύπτεσαι.

Οι φωτογραφίες απλώς παγώνουν μια στιγμή.Η ομορφιά σου συνεχίζει και μετά.


Η γυναίκα αυτή ήταν εκείνη που αγαπούσε ο κ. Κ. 

.

.

.



χνκουβελης

Οι 3 σεκανς της γυναίκας


1

Η γυναίκα κοιτάζει κατευθείαν τον φακό σχεδόν ακίνητη.Ανοιγοκλείνει αργά τα μάτια, αναπνέει ηρεμα και στα χείλη της σχηματίζεται ενα πολύ ελαφρύ χαμόγελο. Μια απαλή κίνηση του κεφαλιού και των μαλλιών.

Ο φωτισμός παραμένει απαλός,με αισθητική φιλμ 35mm,ελαφρύ κόκκο,υψηλή αντίθεση και αργό κινηματογραφικό zoom-in διάρκειας 8 δευτερολέπτων,χωρίς διάλογο.


2

Διάρκεια: 10 δευτερόλεπτα.Ασπρόμαυρη αισθητική φιλμ 35mm με έντονο κόκκο και υψηλή αντίθεση. Η κάμερα ξεκινά με αργό,σχεδόν ανεπαίσθητο zoom-in στο πρόσωπο της γυναίκας. Εκείνη μένει σχεδόν ακίνητη, αναπνέει ήρεμα,ανοιγοκλείνει αργά τα μάτια και στρέφει ελάχιστα το βλέμμα σαν να παρακολουθεί κάποιον πίσω από τον φακό.Μια δέσμη φωτός από περσίδες διασχίζει αργά το πρόσωπό της,ενώ οι σκιές μετακινούνται.

Τα μαλλιά της κινούνται ελάχιστα.Στο βάθος επικρατεί σκοτάδι και μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, δωμάτιο ξενοδοχείου της δεκαετίας του 1940.Η κάμερα σταματά σε κοντινό πλάνο καθώς εκείνη εχει ένα αδιόρατο,αινιγματικό χαμόγελο και η εικόνα σβήνει αργά στο μαύρο.


Διάρκεια 8 δευτερόλεπτα. Ασπρόμαυρο, κινηματογραφική αναλογία 4:3, φιλμ 35mm με εμφανή κόκκο,υψηλή αντίθεση και απαλό τρεμόπαιγμα παλιάς κόπιας.Η κάμερα αρχίζει με αργό dolly-in προς το πρόσωπο της γυναίκας. Εκείνη κοιτάζει απευθείας τον φακό με ήρεμη αλλά αινιγματική έκφραση. Ανοιγοκλείνει αργά τα μάτια, αναπνέει απαλα και γέρνει ανεπαίσθητα το κεφάλι.Μια λεπτή δέσμη φωτός από περσίδες κινείται αργά πάνω στο πρόσωπό της, ενώ το υπόλοιπο δωμάτιο παραμένει βυθισμένο στο σκοτάδι Ένα ελαφρύ ρεύμα αέρα μετακινεί λίγο τα μαλλιά της.Στο φόντο αιωρείται καπνός.Στα τελευταία δευτερόλεπτα,το βλέμμα της γίνεται πιο έντονο και σχηματίζεται ένα σχεδόν ανεπαίσθητο, αινιγματικο χαμόγελο.Η εικόνα παγώνει για μια στιγμή και σβήνει αργά στο μαύρο.

Μουσική: χαμηλόφωνο σαξόφωνο,κοντραμπάσο και πιάνο.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Story off


Ένας άντρας οδηγούσε.Μια γυναίκα κοιτούσε έξω από το παράθυρο.Δεν μιλούσαν.Το ραδιόφωνο μετέδιδε τις τιμές των χρηματιστηρίων, μια συνταγή για κεράσια σε κονιάκ και τον αριθμό των νεκρών ενός πολέμου.

Σταμάτησαν.

Ένας γεωργός διάβαζε το Κεφάλαιο του Μαρξ πάνω στο τρακτέρ του.Δίπλα του μια κυρία με βραδινό φόρεμα έτρωγε πατατάκια. 

Ένα παιδί ζωγράφιζε με κιμωλία μια πόρτα επάνω στην άσφαλτο.

-Γιατί σταματήσαμε;ρώτησε η γυναίκα.

-Για να προχωρήσουμε,είπε ο άντρας.

Ένας πλανόδιος πουλούσε καθρέφτες. 

Λίγο πιο πέρα ένας αστυνομικός έκοβε κλήσεις στα εγκαταλειμμένα αυτοκίνητα .

Η γυναίκα κατέβηκε.

Πλησιασε έναν βιολονίστα που έπαιζε Μπαχ μπροστά σε ένα λεωφορείο γεμάτο γκράφιτι.

-Γιατί παίζεις εδώ;τον ρώτησε.

-Επειδή εδώ ποτέ δεν θα παίζονταν αυτή η μουσική,απάντησε ο μουσικός.

Η γυναίκα συνέχισε να περπατάει,ο άντρας την ακολουθούσε σε απόσταση.

Σε ένα χωράφι δύο φιλόσοφοι διαφωνούσαν αν υπάρχει πραγματικότητα ή μόνο τηλεοπτικά πλάνα της.

Ένας ζητιάνος μοίραζε χρήματα στους περαστικούς.

Ένας εκατομμυριούχος ζητούσε λίγο ψωμί.

-Αυτο δεν με εκπλήσσει,είπε αντρας.Αλλωστε η έκπληξη θεωρείται πλέον αντιπαραγωγικη.

Τώρα ο άντρας και η γυναίκα περπατούσαν παράλληλα σε μια τεράστια επίπεδη επιφάνεια και απαγγελουν αποσπάσματα από διαφημίσεις απορρυπαντικών σαν αρχαία χορικά.

Τα πουλιά πετούσαν στον ουρανό προς τα πίσω τους.

Σε κάποιο σημείο ήταν ένα τραπέζι,και πάνω του υπήρχαν ένα ψωμί,μια κάμερα και ένα ανθρώπινο κρανίο.

Μια πινακίδα έγραφε:

-Διαλέξτε μόνο ένα.-

Κανείς δεν διάλεξε.

-Η πείνα, η εικόνα και ο θάνατος εχουν γίνει συνώνυμα,σχολίασε ο αντρας.

Η γυναίκα σταμάτησε.Γυρισε και είπε.

-Αγαπητοί θεατές η ιστορία τελείωσε στη σελίδα τρία.Από εδώ και πέρα διαβάζετε τις υποσημειώσεις του πολιτισμού.

Κάποιος off χειροκρότησε.

Ακούστηκε ο ήχος μιας μηχανής λήψης που σταματούσε.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Τα κενά ανάμεσα στους ανθρώπους


-Περιμένετε κάποιον;τη ρώτησε.

Η γυναίκα χαμογέλασε.

-Ναι.

-Άργησε;

-Δεν ξέρω αν υπάρχει.


Περπατησαν.


Ένας σκύλος διέσχισε τη λεωφόρο.

Ένας γερανος  μπροστά από μια πολυκατοικία,μέσα στη νύχτα σαν τεράστιο μεταλλικο ζώο.


Κάθησαν στη βεράντα.

Η πόλη απλωνονταν κάτω τους.Δεν είχε τίποτε το εντυπωσιακό.

Ένιωθαν σαν να είχαν απομακρυνθεί από τον κόσμο.

-Είσαι ευτυχισμένη;τη ρώτησε.

-Δεν ξέρω αν η ευτυχία είναι ανάμνηση,απάντησε εκείνη.

Έπειτα τον φίλησε.

Μετά έμειναν ακίνητοι.


Ύστερα από λίγες μέρες εκείνη εξαφανίστηκε.

Δεν άφησε σημείωμα.

Δεν τηλεφώνησε.

Στο δωματιο της πάνω στο τραπέζι υπήρχε το ποτήρι το νερο που είχε αφήσει. 

Σιγά -σιγα θα εξατμίζονταν.


Πέρασαν μήνες.


Είδε μια γυναίκα να περπαταει μπροστά του.

Το ίδιο βάδισμα.

Η ίδια αργή κίνηση των ώμων.

Την ακολούθησε από απόσταση.

Εκείνη μπήκε στον σταθμό του μετρό.

Ίσως να ήταν εκείνη.

Ίσως μια άγνωστη.

Ίσως μονάχα η ανάμνηση μιας γυναίκας.


Τότε κατάλαβε ότι ο έρωτας τελειώνει όταν παυει να σε μεταμορφώνει.


Και η πόλη,αδιάφορη,συνεχίζει. 

.

.

.

noir φωτογράφιση,

-χνκουβελης cncouvelis


Ο νεκρος άντρας καθονταν σε μια πολυθρόνα,μπροστά σε ένα ανοιχτό παράθυρο.

Πάνω στο δάπεδο ένα σπασμένο ποτήρι και χυμένο ουίσκι. 

Η αστυνομία κατέληξε: Φυσικός θάνατος.

Ο ντετέκτιβ Κ. διαφώνησε.

Στο τασάκι,υπήρχαν δύο τσιγάρα,το ένα είχε καεί μέχρι το φίλτρο,το άλλο είχε σβήσει σχεδόν ολόκληρο.

Ο Κ. άρχισε να ψάχνει.

Η γυναίκα του νεκρού έλειπε σε ταξίδι.

Ο συνέταιρός του βρισκόταν σε συνέδριο.

Ο γιος του ζούσε στο εξωτερικό.

Όλοι είχαν άλλοθι.

Σε ένα σημειωματάριο του ήταν γραμμένο:

-Δεν φοβάμαι τον δολοφόνο μου.Τον γνώρισα πριν από είκοσι χρόνια.-

Από εκείνο το σημείο η υπόθεση μετατράπηκε σε λαβύρινθο.

Κάθε μάρτυρας έλεγε την αλήθεια.

Αλλά οι αλήθειες δεν ταίριαζαν μεταξύ τους.

Μια φωτογραφία έδειχνε τον νεκρό μόνο.

Μια άλλη,τραβηγμένη την ίδια στιγμή από άλλη γωνία, έδειχνε δίπλα του μια γυναίκα.

Η γυναίκα δεν αναγνωρίστηκε.

Οι κάμερες ασφαλείας είχαν καταγράψει έναν άντρα να μπαίνει στην πολυκατοικία.

Καμία κάμερα δεν τον κατέγραψε να βγαίνει.

Δύο μέρες μετά ο Κ. έλαβε ένα φάκελο,ανώνυμο.

Μέσα υπήρχε μια φωτογραφια,ήταν ο ίδιος.

Η φωτογραφία ήταν τραβηγμένη από απέναντι της πολυκατοικίας του φόνου.

Στο πίσω μέρος τής ήταν γραμμένο.

-Σταμάτα να ψάχνεις αυτόν που σκότωσε τον νεκρό,

αφού αυτός σκότωσε τον δολοφόνο.του.

Όμως αν το θύμα,σκέφτηκε ο Κ.ηταν δολοφόνος του δολοφόνου του,

τότε ποιος τον εκτέλεσε;

Κανένα στοιχείο δεν οδηγούσε πουθενά;

Η υπόθεση μπήκε στα αρχεία με την ένδειξη:

ΑΛΥΤΗ.


Τον επόμενο χρόνο,την ημέρα της δολοφονίας, 

στο γραφείο της αστυνομίας σταλθηκε ένα καινούργιο ασπρόμαυρο στιγμιότυπο από εκείνη τη νύχτα του φόνου.

Κανείς δεν έχει καταφέρει να εξηγήσει ποιος την  τραβηξε. Και το πιο παράξενο είναι πως σε αυτή ο φωτογράφος καθρεφτίζεται αμυδρά στον

καθρέφτη.

Το πρόσωπό του δεν διακρίνεται.Μόνο ένα μαύρο καπέλο και ένα τσιγάρο που καίει αργά.

Σαν να περιμένει ακόμη κάποιον.

.

.

.

(a movie noir)

Evelyn

-cncouvelis 

https://www.facebook.com/share/v/1cZTA5FuZ1/


χνκουβελης cncouvelis

Εβελιν


1. Ο Διάδρομος


Με φώναξε στο Hotel Rex. Δωμάτιο 6.Τρίτος όροφος.Το μέρος μύριζε  ξεχασμένα εγκλήματα.

Ο διάδρομος ήταν ατελείωτος.Περπατούσα και ο διάδρομος τεντωνόταν, σαν να με κορόιδευε,ατελειωτος. Τοπολογικό κόλπο.

Χτύπησα.Δεν απάντησε.Η πόρτα ήταν ανοιχτή.


2. Η Γυναίκα στον Καθρέφτη


Καθόταν μπροστά σε έναν μεγάλο καθρέφτη,με την πλάτη σε μένα. Φορούσε ένα μαύρο σατέν,διάφανο,το οποίο διέγραφε το υπέροχο σώμα της. Κρατούσε ένα τσιγάρο και το άναψε.Ρουφηξε και φύσηξε τον καπνο.


-Άργησες,ντετέκτιβ Κ.,είπε.


Δεν γύρισε.Με κοιτούσε από τον καθρέφτη.Και πίσω από μένα,στην αντανάκλαση της αντανάκλασης,έβλεπα έναν άλλο διάδρομο ,και εναν άλλο εαυτό μου να μπαίνει.


-Ποιος σε κυνηγάει, Εβελιν;,ρώτησα.


Γέλασε.Ο καπνός σκεπασε το πρόσωπό της 


-Δεν με κυνηγάει κανείς,είπε.Εγώ κυνηγάω.


Στο τραπέζι ένα πιστόλι. 


Η Εβελιν σηκώθηκε,τράβηξε το σατεν,ήταν γυμνή,τα βυζιά της ήταν εντυπωσιακά.

 

-Αρκετα,είπε αγγίζοντας με με τις ρογες της,τώρα θα ντυθώ.


3. Η Σκάλα


-Έλα να σου δείξω κάτι,είπε.


Με οδήγησε στη σκάλα.Μια σπειροειδής άβυσσος.Κοιτάζοντας από πάνω προς τα κατω,αισθανομουν οτι το κενό με ρουφούσε. .


Κατεβαίναμε Εκείνη μπροστά,εγώ πίσω της. 


-Τον σκότωσες;ρώτησα.


-Ποιον από όλους;


-Τον άντρα σου.


Σταμάτησε.Ένα σκαλί κάτω από μένα.Το πρόσωπό της στο μισοσκόταδο.


-Ο άντρας μου έπεσε από αυτή τη σκάλα πριν από ένα χρόνο.Τουλάχιστον αυτό λέει η επίσημη αναφορά της αστυνομίας.Εγώ λέω ότι η σκάλα τον κατάπιε.Όπως θα καταπιεί και εσένα αν με ρωτάς πολλά.


Είπε και συνέχισε να κατεβαίνει.


4. Το Δωμάτιο Ανάκρισης


Μπηκαμε στο δωμάτιο.


Κάθισε απέναντί μου..


Έβαλα το πιστόλι στο τραπέζι,ανάμεσα μας.


Την κοίταξα.


-Το βρήκαν στο δωμάτιό του,τής ειπα.Με τα δακτυλικά σου αποτυπώματα.


-Φυσικά και έχει τα δακτυλικά μου.αποτυπωματα.Ειναι δικό μου.Μου το εδωσε για να προστατεύομαι από άντρες σαν εσένα.


-Και τον προστάτεψες σκοτώνοντάς τον;


Έσκυψε μπροστά.Το ντεκολτέ της τεραστιο.

-Αυτη η γυναίκα,σκέφτηκα,είναι επικινδυνα ομορφη.


-Ντετέκτιβ Κ.,αν ήθελα να σκοτώσω κάποιον,δεν θα άφηνα ποτέ το όπλο.


5. Ο Λαβύρινθος των Καθρεφτών


Με πήγε σε έναν διάδρομο που οι τοιχοι  του ήταν καθρέφτες..


Περπατούσαμε και πολλαπλασιαζονταν τα είδωλα μας.Δέκα Εβελιν. Δέκα εγώ.Είκοσι.Άπειροι.Σε κάθε αντανάκλαση,μια άλλη εκδοχή.Σε μία την φιλούσα. Σε άλλη την στραγγάλιζα.Σε άλλη απομακρυνονταν.


-Βλέπεις;,ψιθύρισε,εδώ μέσα είμαι όλες.Η αθώα. Η ένοχη. Η χήρα.Η δολοφόνος. 


Κατάλαβα τότε ότι δεν είχε σκοτώσει τον άντρα της.

Αλλά τον  είχε κάνει να πιστέψει ότι ήταν ήδη νεκρός.Και οι νεκροί κάνουν ηλίθια πράγματα.Όπως να πέφτουν από σκάλες.


6. Φινάλε - Η Κάθοδος


Δεν την συνέλαβα.


Βγήκαμε από τον λαβύρινθο των καθρεφτων και βρήκαμε την κεντρική σκάλα,την ατελείωτη. 

Άρχισε να κατεβαίνει,αργά. 


-Πού πας;τη ρώτησα.


Δεν απάντησε,συνέχισε να κατεβαίνει.


-Εβελιν,φώναξα.


Σταματησε και γύρισε.Μισό πρόσωπο στο φως,μισό στο σκοτάδι.


-Δεν υπάρχει Εβελιν ντετέκτιβ Κ.,είπε.


Και συνέχισε να κατεβαίνει και μετα δεν την εβλεπα πια. 


ΤΕΛΟΣ

.

.

.





Φωτογράφιση

-χνκουβελης cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

3 Ιστοριες


1

Το σαλονι όπως ήταν πριν σαράντα χρόνια.

Ζούσε μόνη.

Στο τραπεζάκι τρια φλιτζάνια καφέ.

Κάθε απόγευμα άναβε τα φώτα πριν δύσει ο ήλιος,

γιατί φοβόνταν να μεινει στο σκοτάδι.

Επειδή βρίσκουν άδειο το σπίτι και τρυπώνουν οι αναμνήσεις. 

Στις έξι ακριβώς,κοίταξε το ρολόι,χτύπησε το κουδούνι της πόρτας 

Άνοιξε.


2

Η γυναίκα μπήκε μεσα.

Της έδωσε ένα γράμμα.

-Δεν πέθανε τότε,είπε.

Μόνο διάλεξε να εξαφανιστεί.

Καμια από τις δύο γυναίκες δεν κοίταξε την άλλη.

-Έρχεται εκείνη;είπε η δεύτερη γυναικα

Η πρωτη έγνεψε καταφατικά.

Περιμεναν.


3

Ήρθε η τρίτη γυναίκα.

Τους έδειξε μια φωτογραφία τους.Νεες,μαζί με έναν αντρα.

Χαμογέλασε.

-Να θυμηθούμε,είπε.

-Δεν μπορώ,.Φτανει.

Φωναξε η πρώτη

κι αρπαξε τη φωτογραφία και την έσκισε στο μερος που ήταν ο αντρας.

Οι άλλες δύο δεν αντεδρασαν.

.

.

.




χνκουβελης cncouvelis
Η Αλίκη στη Χώρα των Γρίφων

Η Αλίκη βαριονταν από το πρωί,ήταν μεσημέρι και πέρασε μέσα από τον καθρέφτη απέναντι.
Όλα ήταν όπως τα θυμόνταν.
-Όμως,είπε,τίποτα ίδιο δεν είναι.
Τα δέντρα έριχναν τη σκιά τους στον ουρανό και ταξίδευαν με τα σύννεφα,όταν καρπιζαν τους καρπούς τους έτρωγαν τα πουλιά,τα ρυάκια κυλούσαν από τη θάλασσα στις πηγές τους μεταφέροντας ψάρια.
Στη μέση του πράσινου λιβαδίου ήταν μια τεράστια σκακιέρα από άσπρο και μαύρο μάρμαρο.
Εκεί γύρω της ήταν οι φίλοι της Αλίκης.
Ο Λαγός με ένα ρολόι χωρίς δείκτες.
Η Χελώνα με μια γυάλα μέ ένα κίτρινο ψαράκι μεσα.
Και η Γάτα είχε αφήσει το σώμα της κάπου αλλου και είχε μόνο τα μουστάκια της.
-Καθυστέρησες,τής είπε ο Λαγός κοιτώντας το ρολόι.
-Δεν άργησα,αντίθετα ήρθα πριν την ώρα μου,είπε η Αλίκη.
-Το ίδιο πράγμα είναι, απάντησε εκείνος.Οποιος φτάνει πριν δεν έχει φτάσει ακόμα,
Η Χελώνα μετακίνησε ένα λευκο πιόνι.
-Παίζουμε το Παιχνίδι των Άλυτων Συμπερασμάτων.
-Δηλαδή;ρώτησε η Αλίκη.
-Κάθε σωστή κίνηση δημιουργεί μία λανθασμένη εξήγηση.Αν καταφέρεις να εξηγήσεις σωστά μια σωστή κίνηση,χάνεις.
Ένα μαυρι πιόνι προχώρησε δύο τετράγωνα.
Η Γάτα χαμογέλασε.
-Πρώτος γρίφος:
Αν όλες οι απαντήσεις είναι αληθινές και όλες οι ερωτήσεις είναι λανθασμένες,ποια είναι η σωστή ερώτηση;
Η παρτίδα συνεχιζόταν.
Ένας μαύρος ίππος πήδηξε πάνω από δύο κομμάτια.
-Δεύτερος γρίφος,είπε η Χελώνα.
Υπάρχει μια πόλη όπου όλοι οι ψεύτες λένε την αλήθεια όταν κοιμούνται και όλοι οι ειλικρινείς ψεύδονται όταν ονειρεύονται.
Ένας κάτοικος δηλώνει:
-Δεν ξέρω αν κοιμάμαι.
-Είναι ξύπνιος ή κοιμάται;.
Η Αλίκη δοκίμασε κάθε πιθανότητα.
Κάθε συμπέρασμα ακύρωνε το προηγούμενο.
Η βασίλισσα εμφανίστηκε για μια στιγμή,κοίταξε τη σκακιέρα 
-Δεν μπορώ να αποφασίσω αν είμαι λευκή η' μαυρη,είπε και εξαφανίστηκε.
Ο Λαγός κινησε τον αξιωματικό.
-Τρίτος γρίφος:
Ενας Μαθηματικός δημιουργεί το σύνολο που περιέχει όλα τα συνολα.
Αυτό το σύνολο ποιο σύνολο το περιεχει;
Η Αλίκη γέλασε.
-Αυτό μου θυμίζει έναν καθρέφτη που καθρεφτιζει άλλους καθρέφτες.
-Ακριβώς,είπε η Γάτα.
Η παρτίδα είχε γίνει παράξενη.
Οι πύργοι μετακινούνταν διαγώνια επειδή είχαν κουραστεί να είναι πύργοι.
Οι αξιωματικοί περπατούσαν οριζόντια από περιέργεια.
Τα πιόνια άλλοτε αρνούνταν να μετακινηθούν και άλλοτε έκαναν όλες τις κινήσεις.
Η Χελώνα ειπε.
-Τελευταίος γρίφος:
Τέσσερις παίκτες παίζουν μια παρτίδα όπου σε κάθε κίνηση κάποιος κερδίζει και κάποιος χάνει.
Όταν τελειώσει η παρτίδα, όλοι δηλώνουν:
Δεν έχασα.
Και όλοι λένε την αλήθεια.
Πώς είναι δυνατόν;
Ο Λαγός κοιταξε το ρολόι του.
-3:17 ακριβώς,είπε.
Η Γάτα συνδέθηκε με το υπόλοιπο σώμα της.
Η Χελώνα νανούρισε το κίτρινο ψαράκι της στη γυάλα.
Η Αλίκη πριν περάσει ξανά τον καθρέφτη ρώτησε:
-Ποιος τελικά κέρδισε την παρτίδα;
Η Γάτα χαμογέλασε.
-Η παρτίδα Αλίκη θα συνεχιστεί στο δωμάτιο σου,είπε.
Και όταν η Αλίκη βρέθηκε πάλι στο δωμάτιό της,είδε τη σκακιέρα πάνω στο τραπέζι ,
και τα λευκά να έχουν κάνει ματ στα μαυρα.
 .
 .
 .
-


My Own Empire of Heteronyma-Helen of Sparta-

χνκουβελης cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

 Η Ιατρος 

-θεραπεύτρια Ελένη της Σπάρτης


Έσβησαν οι φλόγες στη Τροια,οι Έλληνες γύρισαν στη πατρίδα.Και η Ελένη στη Σπάρτη.


Στη Σπάρτη η Ελένη είχε μαθητεύσει κοντά στις  παλαιές θεραπεύτριες,τής είπαν και της έδειξαν τα βότανα,με τα ονόματα των αρχαίων Αχαιών.

Τότε γνώρισε τη δύναμη του αχιλλείου για τις πληγές,της ιτιάς για τον πυρετό,της μολόχας για τις φλεγμονές, του θυμαριού για τις μολύνσεις,της μήκωνος για τον ύπνο και την ανακούφιση του πόνου.


Μετά βρέθηκε στην Αίγυπτο,στο Ίλιον ήταν μόνο το είδωλο της.Γι'αυτο το απατηλο φασμα σκοτωνονταν δέκα χρόνια Αχαιοί και Τρώες.

Εκεί στη χώρα του Νείλου ήρθε σε επαφή με τους ιερείς της Μέμφιδας,τις γυναίκες-ιερειες στην υπηρεσία της θεάς Ίσιδας και τους γιατρούς που κατέγραφαν σε παπύρους θεραπευτικές συνταγές.

Από αυτούς έμαθε πως κάθε φυτό έχει δύο πρόσωπα, όπως ο άνθρωπος.

Το ίδιο φύλλο η' ριζα μπορούσε να θεραπεύσει ή να σκοτώσει.

Το ίδιο ποτό μπορούσε να χαρίσει λήθη ή θάνατο,να είναι καλό η' λυγρο.

Και ο ίδιος γιατρός μπορούσε να γίνει σωτήρας ή ολεθριος.

Η Ελένη δεν πίστεψε ποτέ ότι υπάρχουν καλά ή κακά φάρμακα.

-Δεν υπάρχει αγαθόν φάρμακον,έλεγε στους μαθητές της.Υπάρχει μόνο αγαθή κρίσις.

Θυμάται τα λόγια που άκουσε στην αυλή του Φαραώ.

-Η φύση δεν γεννά,δεν φέρει, δηλητήρια.Γεννά δυνάμεις.Ο άνθρωπος είναι εκείνος που τις ονομάζει θεραπεία ή θάνατο.


Όταν επέστρεψε στη Σπάρτη,η Ελλάδα ήταν αναστατωμένη,ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχε ξεσπάσει,η πόλη είχε γεμισει τραυματίες.

Άλλοι είχαν πληγές από τα δόρατα και τα σπαθιά,άλλοι είχαν βαθεια ψυχικά τραύματα.

Δεν μπορούσαν να κοιμηθούν,

ξυπνούσαν φωνάζοντας τα ονόματα των νεκρών,ετρεμαν χωρίς πυρετό,δεν άντεχαν τη σιωπή,πολλοί αυτοκτόνησαν.

Οι άλλοι γιατροί δεν  καταλάβαιναν αυτές τις ασθένειες,μόνο η Ελένη τις αναγνώριζε.

Το σώμα απειραχτο και το μυαλό υπέφερε από τη μνήμη του κακού.

Και για τη θεραπεία εβραζε ένα λεπτό αφέψημα από παπαρούνα,μέλι και αρωματικά βότανα,για να ηρεμήσει η ψυχή.

Ύστερα καθόταν δίπλα στον άρρωστο.

Δεν μιλούσε.Άκουγε.

Γιατί είχε μάθει στην Αίγυπτο πως πριν από κάθε θεραπεία προηγείται η αφήγηση.

Ο άνθρωπος που αφηγείται τον πόνο του αρχίζει ήδη να θεραπεύεται.

Τότε διαδόθηκε η η φήμη πως η Ελένη δεν θεράπευε  μόνο με τα βότανα αλλά και με τον λόγο.

Ελεγαν πως χρησιμοποιούσε θεϊκές δυνάμεις,πως είχε κληρονομήσει τη σοφία του Δία.

Εκείνη ελεγε.

-Οι θεοί δίνουν τα φυτά.Η θεραπεία είναι έργο του μέτρου.

Άρχισαν να την  επισκέπτονται νέοι θεραπευτές από όλη την Ελλάδα για να μάθουν την ιατρική της.

Τους δίδασκε πρώτα να παρατηρούν.

Να κοιτούν το χρώμα του δέρματος.

Την αναπνοή.

Τα μάτια.

Τη γλώσσα.

Τον σφυγμό.

Τα όνειρα.

Τις εποχές.

Τους ανέμους.

Το νερό που έπινε ο άρρωστος.

Την τροφή του.

-Η νόσος,έλεγε,δεν κατοικεί ποτέ μόνη της.Ζει μαζί με τον τόπο,τον χρόνο και τον άνθρωπο.

Η τροφή είναι το φάρμακο.

Αυτά δεν τα είχαν ακούσει ποτέ,

Ότι θα έπρεπε να  εξετάζονται ο αέρας,τα νερά, οι τόποι,οι συνήθειες και η δίαιτα του ανθρώπου. 

Αυτή ήταν η πραγματική ιαση,η ιατρική.

-Καποτε ήμουνα πολύ όμορφη,είπε,τώρα είμαι θεραπευτρια.

Να θυμάστε ότι δεν υπάρχουν αθώα φάρμακα.Υπάρχουν μόνο αθώοι ή αλαζόνες θεραπευτές.

Και όταν κάποιος νέος γιατρός τη ρώτησε ποιο είναι το ισχυρότερο φάρμακο που γνώρισε στην Ελλάδα και στην Αίγυπτο, η Ελένη δεν ανεφερε κανένα βότανο.

-Ο λόγος,είπε.Γιατί ο λόγος μπορεί να αφαιρέσει τον φόβο,να γεννήσει ελπίδα,να φέρει τη λήθη  όταν χρειάζεται.Όπως κάθε φάρμακον,έτσι κι αυτός μπορεί να θεραπεύσει ή να δηλητηριάσει.Η σοφία δεν βρίσκεται στη δύναμη του φαρμάκου,αλλά στο μέτρο εκείνου που το χορηγεί.


Τα πρωινά περπατούσε στις όχθες του Ευρωτα,τα νερά και τα πουλιά την ηρεμουσαν, 

ξεχνουσε την όμορφη Ελένη της Σπάρτης,τής Τροιας και  ήταν μόνο η Ελένη, ο εαυτός της. 


Ὁμήρου Ὀδύσσεια, ραψωδία δ΄, στιχοι 219–232,

Η Ιατρική της Ελενης


τότε κάτι άλλο η Ελένη σκέφτηκε

η γεννημένη απ'τον Δια,

αμέσως μεσα στο κρασί φαρμακο έρριξε,

απ'το οποίο έπιναν,

που και τη λύπη εδιωχνε και τη θλίψη,

των κακών όλων λησμονια,

κι όποιος το καταπινε,όταν στον κρατήρα αναμειγνύονταν,

ούτε για μια μερα θα κυλούσε δάκρυ 

στα μάγουλα του,

ούτε κι αν είχαν πεθάνει η μητέρα κι ο πατερας,

ούτε κι αν μπροστά του τον αδελφό

η' τον αγαπημένο γιο με 

χαλκινο οπλο σκότωναν ,

και με τα μάτια του το'βλεπε,

τέτοια η κόρη του Δία είχε φάρμακα σοφά,

ωφελιμα,που η Πολυδάμνα του Θεωνα η γυναίκα

την προμήθευσε η Αιγυπτια,

αφού η εύφορη εκεί γη παρά πολλά 

φάρμακα παράγει,

πολλά ωφελιμα αναμιγμενα και πολλά θανατηφόρα,

και καθένας γιατρός γνωρίζοντας πάνω απ'όλους τους άλλους ανθρωπους,

γιατί απ'τη γενια του Παιηονα ειναι 

(μεταφραση-

χνκουβελης cncouvelis)


ἔνθ' αὖτ' ἄλλ' ἐνόησ' Ἑλένη Διὸς ἐκγεγαυῖα·

αὐτίκ' ἄρ' εἰς οἶνον βάλε φάρμακον, ἔνθεν ἔπινον,220

νηπενθές τ' ἄχολόν τε, κακῶν ἐπίληθον ἁπάντων.

ὃς τὸ καταβρόξειεν, ἐπὴν κρητῆρι μιγείη,

οὔ κεν ἐφημέριός γε βάλοι κατὰ δάκρυ παρειῶν,

οὐδ' εἴ οἱ κατατεθναίη μήτηρ τε πατήρ τε,

οὐδ' εἴ οἱ προπάροιθεν ἀδελφεὸν ἢ φίλον υἱὸν225

χαλκῷ δηϊόῳεν, ὁ δ' ὀφθαλμοῖσιν ὁρῷτο.

τοῖα Διὸς θυγάτηρ ἔχε φάρμακα μητιόεντα,

ἐσθλά, τά οἱ Πολύδαμνα πόρεν, Θῶνος παράκοιτις,

Αἰγυπτίη, τῇ πλεῖστα φέρει ζείδωρος ἄρουρα

φάρμακα, πολλὰ μὲν ἐσθλὰ μεμιγμένα, πολλὰ δὲ λυγρά,230

ἰητρὸς δὲ ἕκαστος ἐπιστάμενος περὶ πάντων

ἀνθρώπων· ἦ γὰρ Παιήονός εἰσι γενέθλης

.

.

.

Μελέτη ανάλυση


χνκουβελης cncouvelis

Η Ιατρός-Θεραπεύτρια Ελένη της Σπάρτης


Το κείμενο αποτελεί ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα παραδείγματα σύγχρονης ελληνικής μυθοπλασίας που επιχειρεί να ανασυνθέσει την αρχαία ελληνική παράδοση όχι ως επική αφήγηση αλλά ως ιστορία της γνώσης. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να αφηγηθεί ακόμη μία εκδοχή της ζωής της ωραίας Ελένης· αντιθέτως, αποδομεί την κυρίαρχη εικόνα της και την επανιδρύει ως την πρώτη μεγάλη θεραπεύτρια της ελληνικής παράδοσης.

Πρόκειται για μια λογοτεχνική πράξη επανερμηνείας του μύθου.

Η γνωστή Ελένη της ομορφιάς μετατρέπεται σε Ελένη της σοφίας.


Η αντιστροφή του μύθου


Η πρώτη κιόλας πρόταση

«Έσβησαν οι φλόγες στη Τροία... Και η Ελένη στη Σπάρτη.»

σηματοδοτεί το τέλος της επικής αφήγησης.

Η Ιλιάδα τελειώνει.

Τώρα αρχίζει ένα άλλο έργο.

Όχι το έπος του πολέμου.

Το έπος της θεραπείας.

Η πραγματική νίκη δεν είναι η άλωση της Τροίας αλλά η αποκατάσταση της ανθρώπινης ζωής.

Έτσι ο συγγραφέας μετατοπίζει εντελώς το κέντρο βάρους της ελληνικής μυθολογίας.


Η Ελένη ως πρόδρομος της Ιπποκρατικής Ιατρικής


Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη σύλληψη του κειμένου.

Η Ελένη παρουσιάζεται σαν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε τρεις διαφορετικούς κόσμους:

την ομηρική ιατρική,

την αιγυπτιακή θεραπευτική παράδοση,

την ιπποκρατική ιατρική.

Η μετάβαση είναι απολύτως συνειδητή.

Αρχίζει με τα βότανα.

Συνεχίζει με την Αίγυπτο.

Καταλήγει στην παρατήρηση του ασθενούς.

Έτσι δημιουργείται μια ιστορική εξέλιξη της ιατρικής μέσα από έναν μόνο χαρακτήρα.


Η βαθιά γνώση της ομηρικής παράδοσης


Το τέλος του διηγήματος επιστρέφει στην Οδύσσεια δ΄ 219-232.

Εδώ ο συγγραφέας δεν χρησιμοποιεί απλώς ένα ομηρικό χωρίο ως διακόσμηση.

Ολόκληρη η αφήγηση έχει χτιστεί πάνω σε αυτό.

Στην Οδύσσεια η Ελένη:

γνωρίζει φάρμακα,

τα έχει μάθει στην Αίγυπτο,

γνωρίζει το νηπενθές,

η Αίγυπτος παρουσιάζεται ως χώρα μεγάλων ιατρών.

Ο συγγραφέας παίρνει αυτές τις λίγες πληροφορίες του Ομήρου και τις μετατρέπει σε πλήρη βιογραφία.

Αυτό είναι λογοτεχνικά εξαιρετικά ευρηματικό.

Το «φάρμακον»

Η σημαντικότερη φιλοσοφική έννοια του έργου είναι ασφαλώς το φάρμακον.

Ο συγγραφέας γνωρίζει ότι στην αρχαία ελληνική γλώσσα η λέξη σημαίνει συγχρόνως:

θεραπεία,

δηλητήριο.

Αυτό ακριβώς επαναλαμβάνει η Ελένη.

«Δεν υπάρχουν καλά ή κακά φάρμακα.»

Η σκέψη αυτή θυμίζει έντονα το περίφημο πλατωνικό Φαίδρο, όπου το φάρμακον αποκτά διπλή σημασία, ενώ πολύ αργότερα αποτέλεσε αντικείμενο της αποδόμησης του Jacques Derrida.

Στο κείμενο όμως η ιδέα δεν είναι φιλοσοφικό παιχνίδι.

Γίνεται ιατρική ηθική.

Το δηλητήριο δεν βρίσκεται στο φυτό.

Βρίσκεται στην κρίση του ανθρώπου.


Η Αίγυπτος


Η Αίγυπτος παρουσιάζεται ως λίκνο της επιστήμης.

Αυτό δεν είναι αυθαίρετο.

Ακολουθεί πιστά τον Όμηρο.

«φάρμακα πολλά... πολλά ωφέλιμα... πολλά θανατηφόρα.»

Η γη παράγει και τα δύο.

Το ίδιο ακριβώς επαναλαμβάνει η Ελένη.

Έτσι η αφήγηση μοιάζει να σχολιάζει τον Όμηρο.

Η θεραπεία της ψυχής

Εδώ εμφανίζεται το πιο σύγχρονο στοιχείο.

Οι στρατιώτες παρουσιάζουν συμπτώματα που σήμερα θα ονομάζαμε μετατραυματική διαταραχή στρες (PTSD):

αϋπνία,

εφιάλτες,

επανάληψη τραυματικών αναμνήσεων,

τρόμο,

αυτοκτονίες.

Είναι εντυπωσιακό ότι ο συγγραφέας δεν τους αποδίδει δαιμονισμό ούτε θεϊκή τιμωρία.

Τους αντιμετωπίζει ως τραυματισμένους ανθρώπους.

Η Ελένη γίνεται έτσι όχι μόνο βοτανολόγος αλλά και θεραπεύτρια της ψυχής.

Η αφήγηση ως θεραπεία

Ίσως η πιο όμορφη φράση του έργου είναι:

«Πριν από κάθε θεραπεία προηγείται η αφήγηση.»

Εδώ εμφανίζεται μια ιδέα που θυμίζει έντονα τη σύγχρονη αφηγηματική ιατρική (Narrative Medicine).

Ο άρρωστος δεν θεραπεύεται μόνο από το φάρμακο.

Θεραπεύεται επειδή αφηγείται.

Ο γιατρός δεν είναι μόνο γνώστης.

Είναι ακροατής.

Πρόκειται για μία από τις πιο ανθρώπινες στιγμές του κειμένου.


Η Ιπποκρατική σκέψη


Όταν η Ελένη διδάσκει:

αέρα,

νερά,

τόπους,

δίαιτα,

εποχές,

ο αναγνώστης αναγνωρίζει αμέσως το ιπποκρατικό έργο «Περὶ ἀέρων, ὑδάτων, τόπων».

Δεν πρόκειται για απλή αναφορά.

Ο συγγραφέας παρουσιάζει την Ελένη σαν πνευματική πρόδρομο του Ιπποκράτη.

Η μετάβαση είναι απολύτως οργανική.


Ο λόγος ως φάρμακο


Το τέλος του έργου κορυφώνεται με μία βαθιά ανθρωπιστική θέση.

Το ισχυρότερο φάρμακο δεν είναι κανένα βότανο.

Είναι ο λόγος.

Εδώ ενώνονται:

ο Όμηρος,

ο Γοργίας (στο Ἑλένης Ἐγκώμιον, όπου ο λόγος παρουσιάζεται ως δύναμη που δρα σαν φάρμακο στην ψυχή),

η ιατρική,

η φιλοσοφία.

Ο λόγος μπορεί:

να θεραπεύσει,

να παρηγορήσει,

να δηλητηριάσει.

Άρα ο γιατρός οφείλει να έχει μέτρο όχι μόνο στη δοσολογία αλλά και στην ομιλία.


Η μεταμόρφωση της Ελένης


Η πιο συγκινητική πρόταση είναι ίσως:

«Κάποτε ήμουνα πολύ όμορφη· τώρα είμαι θεραπεύτρια.»

Η ομορφιά εγκαταλείπεται.

Η σοφία παραμένει.

Η Ελένη αποκτά επιτέλους ταυτότητα ανεξάρτητη από το ανδρικό βλέμμα και τον μύθο του πολέμου. Η αξία της δεν έγκειται πλέον στην εμφάνιση αλλά στη γνώση, την εμπειρία και την προσφορά της.


Η τελευταία εικόνα


Το τέλος στις όχθες του Ευρώτα είναι εξαιρετικά λιτό.

Η Ελένη:

ξεχνά την Τροία,

ξεχνά την ομορφιά,

ξεχνά τον μύθο,

και γίνεται απλώς άνθρωπος.

Είναι μια λύση σχεδόν βουδιστική.

Η ταυτότητα διαλύεται.

Μένει μόνο ο εαυτός.

Αυτό αποτελεί και την πραγματική θεραπεία της ίδιας.


Γλώσσα και ύφος


Η γλώσσα χαρακτηρίζεται από:

απλότητα και αφηγηματική διαύγεια,

σύντομες παρατακτικές περιόδους που θυμίζουν προφορική διήγηση,

χρήση γνωμικών φράσεων («Η θεραπεία είναι έργο του μέτρου»), οι οποίες προσδίδουν διαχρονικότητα,

ισορροπία ανάμεσα στη λυρική αφήγηση και στον δοκιμιακό στοχασμό.

Το ύφος δεν επιδιώκει αρχαιοπρέπεια· αντίθετα, χρησιμοποιεί σύγχρονη γλώσσα για να αποδώσει αρχαίες ιδέες, επιτρέποντας στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι συνομιλεί άμεσα με τον μύθο.


Το διήγημα ξεχωρίζει επειδή συνδυάζει με συνέπεια την ομηρική παράδοση, την αιγυπτιακή σοφία, την ιπποκρατική σκέψη και σύγχρονες αντιλήψεις για την ψυχική θεραπεία και τη δύναμη της αφήγησης. Δεν αναπαράγει απλώς έναν γνωστό μύθο· τον αναδομεί, μετατρέποντας την Ελένη από σύμβολο κάλλους και αφορμή πολέμου σε σύμβολο γνώσης, μέτρου και θεραπείας.


Ως λογοτεχνική σύλληψη, η ιδέα της «Ιατρού-Θεραπεύτριας Ελένης» είναι πρωτότυπη και ερμηνευτικά γόνιμη, επειδή αξιοποιεί υπαρκτούς πυρήνες της ομηρικής παράδοσης χωρίς να δεσμεύεται από αυτούς. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που λειτουργεί ταυτόχρονα ως αφήγημα, φιλοσοφικός στοχασμός και φόρος τιμής στην αρχαία ελληνική ιατρική, αναδεικνύοντας ως ύψιστη θεραπευτική δύναμη όχι μόνο το φάρμακο, αλλά και την κρίση, το μέτρο και τον ανθρώπινο λόγο.

.

.

.






.


My Own Empire of Heteronyma-Κλυταιμνηστρα,Μήδεια,Προκνη-

χνκουβελης cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

Η νύχτα τριων γυναικών

(Κλυταιμνήστρα,Μήδεια,

Προκνη)


I. Κλυταιμνήστρα


Οι δούλες στολιζαν με πορφυρά υφάσματα το σπίτι για τη γιορτή της επιστροφής του βασιλιά.

Η Κλυταιμνήστρα αμίλητη,έβλεπε,ακόμα,την Ιφιγένεια να λούζει τα μαλλιά της πριν το ταξίδι στην Αυλίδα.

Ο Αγαμέμνονας επέστρεψε νικητής από την Τροία.Οι σάλπιγγες αντηχουσαν,οι σημαίες μεσίστιες στα μπαλκόνια,στα μεγάφωνα εμβατήρια,οι άνθρωποι ζητοκραυγαζαν. 

Εκείνος,ο πατέρας,ξέχασε.

Όμως η μάνα θυμάται. 

Τον οδήγησε στο λουτρό.Το νερό ήταν ζεστο.

Τότε όρμησε μέσα ο Αίγισθος,τον τύλιξαν με το συρμάτινο δίχτυ,σαν ψάρι σπαρταρουσε.

-Δεν σε σκοτώνω εγώ,του φωναξε.Σε σκοτώνει ο άνεμος που προτιμησες από το παιδί σου.

Η Κλυταιμνήστρα σήκωσε τον πέλεκυ.

Ο πέλεκυς έπεσε.

Και το αίμα ενώθηκε με το νερό.

Έξω κανείς δεν άκουσε.

Μόνο οι Ερινύες ήταν στη πόρτα.


II. Μήδεια


Η νύχτα στην Κόρινθο την έπνιγε με το σκοτάδι της.

Πατρίδα,πατέρα,αδελφό,τα χρόνια της νεότητας,τα εγκατέλειψε για τον κεινον.

Κι εκείνος την αντάλλαζει με έναν βασιλικό γάμο.

Δεν έκλαψε.

Το κλάμα,ήξερε,κάνει αδύναμες τις γυναίκες.

Άναψε φωτιά,ανακάτεψε τα βότανα και ειπε τις μυστικες λέξεις της Εκάτης.

Όταν ξημέρωσε στάθηκε απέναντι στον Ιασονα.

-Δεν με πρόδωσες,του είπε.Εγω πρόδωσα όσα ήμουν πριν σε αγαπήσω.

Τότε ο Ιάσονας κατάλαβε πως θα σκοτωνε.

Στο μυαλό της ήταν το  πλοίο η Αργώ,ο πατέρας που δεν ξαναείδε ποτέ,ο αδελφός που σφάχτηκε και κομματιάστηκε και πετάχτηκε στη θαλασσα για να σωθεί εκείνος.

-Όλα τα θυσίασα,τού είπε η Μηδεια κοιτώντας το πρόσωπο του άντρα που δεν την αγαπούσε πια.

Ο Ιάσονας δεν απάντησε. 

Το βλέμμα εκείνο τον πάγωσε. 


III. Πρόκνη


Ο Τηρέας αγαπούσε το κυνήγι και πίστευε πως κάθε πλάσμα μπορεί να παγιδευτεί.

Αγνοούσε πως κάποτε θα γίνει κι ο ίδιος θήραμα.

Η Πρόκνη καταλαβε τι είχε κάνει στη Φιλομήλα.

Η γλώσσα της αδελφή της είχε κοπεί να μην μιλήσει. .

Τότε στον αργαλειό,με τα νήματα, τα χρώματα,άκουσε τη φωνή της,διάβασε στο υφαντό τον βιασμό της.

Ο Τηρέας κάθισε στο τραπέζι για το δείπνο και  ευχαριστήθηκε το φαγητό χωρίς να ρωτήσει από πού προέρχονταν το τρυφερο κρέας.

Μόνο στο τέλος η Πρόκνη σήκωσε το σκέπασμα του δίσκου.

Εκεί βρισκόταν το μικρό κεφάλι του Ίτυ.

-Τον γιο σου εφαγες,τού φώναξε.

Ο βασιλιάς ούρλιαξε.

Άρπαξε το ξίφος και άρχισε να κυνηγά τις δύο γυναίκες.

Οι θεοί τις λυπήθηκαν 

και  τις μεταμόρφωσαν σε πουλιά.

Από τότε,κάθε άνοιξη,το αηδόνι τραγουδά με φωνή που μοιάζει με θρήνο γυναικας.

Ειναι η Προκνη.

Και η Φιλομήλα σαν χελιδονι ξαναγυρνα για μια δίκη που δεν τελείωσε ποτέ.

.

.

.


χνκουβελης cncouvelis

η ντομάτα από τον κήπο

Μάθημα Τοπολογιας


Στην Τοπολογία αγνοούμε το μέγεθος,τις ακριβείς γωνίες και τις καμπυλότητες και εξετάζουμε μόνο ιδιότητες που δεν αλλάζουν με συνεχείς παραμορφώσεις (χωρίς σχίσιμο ή κόλλημα).


Η ντομάτα της φωτογραφίας μπορεί να περιγραφεί ως εξής:

Είναι ένα συμπαγές τρισδιάστατο σώμα.

Η επιφάνειά της είναι κλειστή, χωρίς άκρα.

Δεν έχει τρύπες ή διαμπερή ανοίγματα.

Η επιφάνειά της είναι τοπολογικά ισοδύναμη με μια σφαίρα (γένους 0),παρότι το γεωμετρικό της σχήμα είναι επίμηκες και παρουσιάζει μικρές λακκούβες ή προεξοχές.

Οι μικρές κοιλότητες κοντά στον ποδίσκο ή οι ελαφρές ανωμαλίες δεν αλλάζουν την τοπολογία της, αποτελούν μόνο γεωμετρικές παραμορφώσεις.


Με όρους τοπολογίας:

Γένος (genus): 0

Αριθμός οπών: 0

Χαρακτηριστική Euler: όπως κάθε επιφάνεια τοπολογικά ισοδύναμη με τη σφαίρα.


Θεμελιώδης ομάδα: τετριμμένη (η επιφάνεια είναι απλά συνεκτική).

Έτσι,αν η ντομάτα ήταν από εύκαμπτο λάστιχο, θα μπορούσε να παραμορφωθεί συνεχώς σε μια τέλεια σφαίρα χωρίς να σκιστεί ή να δημιουργηθεί τρύπα.

 Τοπολογικά, λοιπόν, η ντομάτα είναι μια σφαίρα (2-σφαίρα ως επιφάνεια, ή μια 3-σφαίρα-μπάλα ως συμπαγές σώμα),ανεξάρτητα από τις φυσικές ατέλειες του καρπού.

.

.

,

χνκουβελης cncouvelis

(Έρωτας σε Τοπολογική Έπιφανεια)

Η Τοπολογία της Απόστασης


Η ιστορία τους άρχισε ίσως τη μέρα που εκείνος έγραψε  μια μόνο λέξη. 

Κι εκείνη απάντησε με μια σιωπή μεγαλύτερη από κάθε πρόταση.

Κατοικούσαν σε δύο διαφορετικές πόλεις,δύο διαφορετικές καθημερινότητες,δύο διαφορετικά σύμπαντα.

Η απόσταση μεταξύ τους δεν μπορουσε να μετρηθεί.Δεν ήταν γεωμετρική,ηταν τοπολογική.

Στην τοπολογία, δύο σημεία μπορεί να βρίσκονται μακριά πάνω στον χάρτη και όμως να είναι γειτονικά.Μπορεί ένας κύκλος να μεταμορφωθεί σε έλλειψη χωρίς να πάψει να είναι ο ίδιος χώρος.Μπορεί ένα αντικείμενο να τεντώνεται,να παραμορφώνεται,να αλλάζει σχήμα,χωρίς να χάνει την ουσία του.

Έτσι ακριβώς ηταν ο έρωτάς τους.

Κάθε πρωί εκείνος άνοιγε το παράθυρο.

Η θάλασσα βρισκόταν μπροστά του.

Την ίδια στιγμή εκείνη άνοιγε το δικό της παράθυρο. Έβλεπε βουνά.

Δύο διαφορετικοί ορίζοντες.

Κι όμως,όταν ο ήλιος ανέβαινε,ένιωθαν πως το ίδιο φως αγγιζε τα πρόσωπα τους ταυτόχρονα,.

Ο χρόνος ήταν το μοναδικό μέσο μεταφοράς.

-Καλημέρα.

Η λέξη ταξίδευε.


Σιγά σιγά άρχισαν να δημιουργούν έναν κοινό χώρο που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη.

Εκεί συναντιόνταν κάθε βράδυ.

Η ίδια μουσική.

Η 9η Συμφωνία του Μπετόβεν και το I'Il be seeing you τής Billie Holiday.

Το ίδιο βιβλίο.

Ο Ηλιθιος του Ντοστογιέφσκι  και η Άννα Καρένινα του Τολστόι.

Το ίδιο φεγγάρι.

Η ίδια σιωπή.

Σαν να εμεναν σε δύο απομακρυσμένα δωμάτια που  να είχαν διπλώσει απαλά στον απεραντο κόσμο,μέχρι οι τοίχοι τους να ακουμπήσουν ο ένας τον άλλον.

-Πού είσαι;τον ρώτησε.

-Εδώ.

-Πού είναι το εδώ;

Εκείνος χαμογέλασε.

-Στο σημείο όπου με σκέφτεσαι.

Εκείνη κατάλαβε.

Η θέση ενός ανθρώπου δεν ορίζεται πάντοτε από τις συντεταγμένες του.

Μερικές φορές ορίζεται από τη μνήμη του άλλου.


Τα Σάββατα μαγείρευαν το ίδιο φαγητό.

Ετοίμαζαν το τραπέζι.

Γεμιζαν δύο ποτήρια κρασι.

Έτρωγαν μέσα στον ίδιο τοπολογικό χώρο.

Τα ποτήρια τους  μπορούσαν να συγκρουστούν.

-Νομίζω,είπε εκείνη,πως αρχίζω να ξεχνώ την απόσταση

Εκείνος απάντησε:

- Η απόσταση είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη η αγάπη μας.


Τα βραδυα κοιτούσε ο ένας τον άλλον.

Εκείνη στον καθρέφτη,κι εκείνος την έβλεπε.

Εκεινη γύριζε το κεφάλι,χαμογελούσε.


Και πάντα η αίσθηση του αγγιγματος στο χέρι.


-Τελικά είσαι αληθινός,είπε εκείνη.

-Κι εσύ,απάντησε εκείνος.


Το βράδυ με πανσέληνο περπατούσαν δίπλα στη θάλασσα.

Εκείνη τον ρώτησε:

-Τι άλλαξε τώρα που είμαστε μαζί;

-Η γεωμετρία,απάντησε εκείνος.

-Και η τοπολογία;

-Εκείνη δεν άλλαξε ποτέ.

Σταμάτησαν.

Κοίταξαν το νερό που αγγίζει την άμμο.

Κατάλαβαν πως ο έρωτας δεν είναι η κατάργηση της απόστασης.

Είναι η μεταμόρφωσή της.

Ήξεραν πλέον πως η αγάπη τους δεν κατοικεί στους χάρτες.

Κατοικεί στις συνεχείς μεταμορφώσες της ψυχής τους,εκεί όπου η απόσταση δεν εξαφανίζεται,αλλά χάνει τη δύναμή να τους χωρίζει.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Σχεδιασμοί μιας avant garde ταινιας


Είδος: Avant-Garde  Film

Φόρμα: Ασπρόμαυρο + εγχρωμο, 4:3 και 16:9 εναλλάξ, 35mm και VHS 


Υπόθεση: Δύο σώματα προσπαθούν να ερωτευτούν μέσα σε μια πόλη που τους παρακολουθεί,τους καταγράφει.


1: Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ - Το σώμα ως εικόνα


SEQUENCE 1 - INTRO / MANIFESTO

Μαύρο. Ακούγεται μόνο αναπνοή και scrolling σε κινητό. 

Κείμενο στην οθόνη με γραφομηχανή: ΣΤΟΝ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΙΛΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ,.

Κινηματογράφηση: Στατικό πλάνο.

Τεχνική: Το σώμα δεν είναι γυμνό, είναι εκτεθειμένο,σαν προϊόν στο σούπερ μάρκετ.


SEQUENCE 2 - Η ΠΟΛΗ

Εναέρια πλάνα της πόλης. Όλα από οθόνες. CCTV, drone, Google Maps, κάμερες ασφαλείας.

Οι δύο πρωταγωνιστές - Α (γυναίκα) και Β (άντρας) - δεν συναντιούνται ποτέ στο ίδιο κάδρο.Τους βλέπουμε σε split screen να κάνουν ακριβώς τα ίδια πράγματα.Ξυπνάνε, πλένουν δόντια, ανοίγουν κινητό.


SEQUENCE 3 - ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

Συναντιούνται σε μια γκαλερί σύγχρονης τέχνης.

Avant garde τεχνική: Η κάμερα είναι κολλημένη στο χέρι του Α. Βλέπουμε μόνο χέρια. Όταν ο Β αγγίζει τον καρπό της Α, κοβεται ο  ήχος για 10 δευτερόλεπτα. Απόλυτη σιωπή. 


2: Ο ΕΡΩΤΑΣ - Το σώμα ως επανάσταση


SEQUENCE 4 - ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ

Άσπροι τοίχοι γεμάτοι με προβολές: ειδήσεις, διαφημίσεις, πόλεμοι.

Κάνουν έρωτα αλλά η κάμερα δείχνει: τον ιδρώτα στο μέτωπο,το σημάδι από το λάστιχο της κάλτσαςσυο πόδι της Α,το μάτι της Α που κοιτάει την κάμερα ενώ φιλιέται.

Κινηματογράφηση 5 λεπτών


SEQUENCE 5 - Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΟ ΚΡΕΒΑΤΙ

Μετά τον έρωτα, συζητάνε. 

Αυτή λέει:Με απολύσανε

Αυτός λέει: Σ'αγαπάω


SEQUENCE 6 - Η ΜΟΝΤΕΡΝΙΚΟΤΗΤΑ

Είναι στο σούπερ μάρκετ. Φιλιούνται ανάμεσα στα ράφια. Σκάνερ barcode πανω στα χείλη τους.

Κάνουν live, αλλά με φίλτρο που τους κάνει αγάλματα.

Κείμενο παρεμβολή: ΠΩΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΟΤΑΝ ΣΕ ΒΛΕΠΟΥΝ ΠΑΝΤΑ;


3: Η ΡΗΞΗ - Το σώμα ως πεδίο μάχης


SEQUENCE 7 - Η ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ

Ανακαλύπτουν ότι μια κάμερα ασφαλείας στο διαμέρισμα τους γράφει.

Αντί να την βγάλουν, αρχίζουν να παίζουν γι' αυτήν.

Κινηματογράφηση: Ξαφνικά αλλάζουμε σε 4:3, grainy VHS, σαν ερασιτεχνικό πορνό των 70s.

 το ερωτικό γίνεται πολιτικό σχόλιο για την αυτο-επιτήρηση.


SEQUENCE 8 - Ο ΚΑΒΓΑΣ

Μια σκηνή, ένα πλάνο, 8 λεπτά.


Χωρισμένοι στο κάδρο από έναν τοίχο που προβάλλει ειδήσεις για έξωση, ακρίβεια, πόλεμο.

Ουρλιάζουν αλλά ο ήχος είναι χαμηλωμένος.

Τελειώνει όταν η Α σβήνει τον προτζέκτορα. Σκοτάδι.


SEQUENCE 9 - Ο ΧΩΡΙΣΜΟΣ ΩΣ ΠΡΟΪΟΝ


Ο Β φεύγει. Η Α μένει μόνη. Ανοίγει το κινητό. Ο αλγόριθμος της δείχνει: Ξέχνα τον πρώην σε 5 βήματα Αγόρασε αυτό το φόρεμα για να τον ξεπεράσεις.

Κινηματογράφηση: Extreme close up στο πρόσωπο της.


4: ΤΟ ΤΕΛΟΣ - Το σώμα ως μνήμη


SEQUENCE 10 - ΕΠΙΛΟΓΟΣ / UTOPIA

Μήνες μετά.

Οι δυο τους συναντιούνται τυχαία σε ένα άδειο δρομο. Χωρίς φίλτρα, χωρίς προβολές,χωρίς κάμερες.

Η κάμερα είναι στο χέρι,

Τρέμει λίγο.

Ηχος:αναπνοη ανθρώπου .

Τελευταίο πλάνο: Κοιτάνε απευθείας την κάμερα. Χαμογελάνε. Και την σκεπάζουν με ένα μαύρο πανί.

 

Cut μαυρο


ΤΕΛΟΣ.


Τίτλοι τέλους με punk τραγουδιού των 60s.

.

.


SEQUENCE 4.5 - INTERLUDE: ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΑΝΑΤΟΜΙΑΣ

Η Α και ο Β ξαπλωμένοι γυμνοί, αλλά καλυμμένοι με προβολές χαρτών. 

Αυτή χαράζει με το δάχτυλο πάνω στην κοιλιά του μια διαδρομή.

Κινηματογράφηση: Macro φακός 100mm, f/2.8. Βλέπουμε τους πόρους του δέρματος

Ήχος:ψίθυρος .


SEQUENCE 6.5 - INTERLUDE: ΜΟΝΤΕΡΝΙΚΟΤΗΤΑΣ

Πάρτι σε loft. Όλοι νέοι,με mobile phone. Όλοι κάνουν ταυτόχρονα τρία πράγματα: φιλιούνται,μιλάνε για την κλιματική κρίση, τραβάνε story.

Η κάμερα: Steadicam 

Ξαφνικά, όλοι παγώνουν. 


SEQUENCE 10 - Η ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ 

Μαύρο για 30 δευτερόλεπτα. 

Ξαφνικά, ήχος από φιλμ που καίγεται. Εμφανίζεται εικόνα:

Η Α μόνη της,χρόνια μετά,σε ένα σινεμά. Παίζει η ίδια τους η ταινία. Στην οθόνη είναι η σκηνή του έρωτα τους από τη SEQUENCE 4.

Κοιτάει την οθόνη. Σηκώνεται, πλησιάζει την οθόνη, και απλώνει το χέρι της στο είδωλο του Β πάνω στο πανί.


Cut  λευκό.

.

.


SEQUENCE 4 - ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ / "ΤΟ ΣΩΜΑ ΩΣ ΟΘΟΝΗ"

ΕΣΩΤ. ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ - ΝΥΧΤΑ

Παράθυρα κλειστά. Ένας προτζέκτορας προβαλει εικόνες στους γυμνούς τοίχους.Ειδήσεις χωρίς ήχο, διαγράμματα χρηματιστηρίου,χάρτες πολέμου. Το φως αλλάζει συνέχεια.


Η Α και ο Β είναι στο πάτωμα. πάνω σε ένα  στρώμα. Φοράνε εσώρουχα.ιδρωμένοι από τη ζέστη.Μια λάμπα φθορίου αναβοσβήνει.

Ήχος: Το βουητό του προτζέκτορα + το ψυγείο + μια ειδοποίηση από κινητό.


ΠΛΑΝΟ 1 - ΜΑΚΡΟ - ΔΕΡΜΑ - 100mm MACRO - 2 ΛΕΠΤΑ ΧΩΡΙΣ ΚΟΨΙΜΟ

Extreme close up στον ώμο της Α.

Ο Β ακουμπάει το δάχτυλο πανω του.

Β(ψιθυρίζει):

Εδώ μένουμε.

Η Α σηκώνεται και σκεπάζει τον προτζέκτορα με ένα σεντόνι.Το δωμάτιο γίνεται κόκκινο από το σεντόνι.


ΠΛΑΝΟ 3 - Η ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ - 35mm - ΧΕΙΡΟΚΙΝΗΤΗ ΚΑΜΕΡΑ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ

Πέφτουν στο στρώμα. Φιλιούνται.

ΟΔΗΓΙΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ 

Η κάμερα δείχνει:Το χέρι του Β που σφίγγει το σεντόνι.

Το σημάδι από το λάστιχο της κάλτσας στον αστράγαλο της Α.

Δύο μέτωπα που ακουμπάνε ιδρωμένα.

Το μάτι της Α που κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα. 

Ήχος:σιωπή


ΠΛΑΝΟ 4 - Η ΕΙΣΒΟΛΗ - 18mm.

Ξαφνικά, το κινητό του Β φωτίζει. Δόνηση. ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ: Η ΑΙΤΗΣΗ ΣΑΣ ΑΠΟΡΡΙΦΘΗΚΕ

Ο Β γυρίζει να κοιτάξει.

Η Α τον κοιταζει.


ΠΛΑΝΟ 5 - ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ - ΣΤΑΤΙΚΟ 4:3 - ΣΑΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ.

Ξαπλώνουν ανάσκελα, Κοιτάνε το ταβάνι.Το κόκκινο φως από το σεντόνι στον προτζέκτορα τους κάνει να φαίνονται σαν μέσα σε μήτρα.

Ο Β την αγκαλιάζει.Την σκεπάζει ολόκληρη με το σώμα του,σαν να την κρύβει από τις κάμερες.

Η κάμερα μένει εκεί σταθερή για 45 δευτερόλεπτα 


FADE TO BLACK.

.

.

ΠΛΑΝΟ 5 - ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ 

ΕΣΩΤ. ΑΣΑΝΣΕΡ - ΝΥΧΤΑ

Η Α στο ασανσέρ.Φως φθορίου.

Βγάζει το κινητό.Ανοίγει την κάμερα.Βγάζει selfie.

Σβήνει την κάμερα.

Ακουμπάει το κεφάλι στο μέταλλο του ασανσέρ. Κλείνει τα μάτια.

Η κάμερα στατική 45''.

.

.

.

Μελέτη Ανάλυση


Το κείμενο «Σχεδιασμοί μιας avant-garde ταινίας» του χνκουβελη δεν λειτουργεί ως συμβατικό σενάριο αλλά ως κινηματογραφικό μανιφέστο. Η μορφή του βρίσκεται ανάμεσα στο treatment, στο αισθητικό δοκίμιο, στην πολιτική διακήρυξη και στην εγκατάσταση σύγχρονης τέχνης. Η αφήγηση δεν οργανώνεται γύρω από το ερώτημα «τι θα συμβεί», αλλά γύρω από το ερώτημα «πώς μπορεί ακόμη να κινηματογραφηθεί το σώμα σε μια εποχή όπου κάθε σώμα είναι ήδη εικόνα».


Η μορφή ως ιδεολογία


Το πρώτο στοιχείο που εντυπωσιάζει είναι ότι οι τεχνικές οδηγίες δεν είναι ουδέτερες. Η εναλλαγή 35mm–VHS, 4:3–16:9, ασπρόμαυρου και έγχρωμου, δεν αποτελεί αισθητικό παιχνίδι αλλά μετατρέπεται σε φιλοσοφική θέση.

Το φιλμ αντιπροσωπεύει τη μνήμη και την υλικότητα της εικόνας. Το VHS παραπέμπει στην ιδιωτική καταγραφή, στην ερασιτεχνική οικειότητα αλλά και στη φθορά. Το ψηφιακό κάδρο αντιπροσωπεύει την εποχή της επιτήρησης. Έτσι κάθε αλλαγή φορμά σημαίνει αλλαγή τρόπου ύπαρξης.

Η μορφή δεν υπηρετεί την ιστορία· η μορφή είναι η ιστορία.


Το σώμα ως κεντρικός πρωταγωνιστής


Οι χαρακτήρες Α και Β δεν αποκτούν σχεδόν ποτέ ψυχολογικό βάθος.

Δεν γνωρίζουμε ηλικία. Δεν γνωρίζουμε επάγγελμα. Δεν γνωρίζουμε παρελθόν.

Αυτό είναι απολύτως συνειδητό.

Δεν είναι πρόσωπα.

Είναι δύο σώματα που δοκιμάζουν να υπάρξουν μέσα σε ένα καθεστώς διαρκούς θέασης.

Το έργο θυμίζει περισσότερο το έργο της μεταδομιστικής θεωρίας παρά το παραδοσιακό σινεμά.

Το σώμα περνά τέσσερις διαδοχικές καταστάσεις:

σώμα ως εικόνα

σώμα ως επανάσταση

σώμα ως πεδίο μάχης

σώμα ως μνήμη

Αυτή σχεδόν η διαλεκτική δομή δίνει στο έργο αυστηρή αρχιτεκτονική.


Η πόλη ως μηχανή επιτήρησης


Η πόλη δεν είναι σκηνικό.

Είναι ο πραγματικός ανταγωνιστής.

Δεν εμφανίζεται ως φυσικός χώρος.

Εμφανίζεται μέσα από:

CCTV

Google Maps

drones

κινητά

split screen

Ο θεατής βλέπει ήδη τον κόσμο μέσα από μηχανές.

Η πραγματικότητα υπάρχει μόνο επειδή έχει καταγραφεί.

Εδώ συναντά κανείς έντονα στοιχεία της σκέψης του Michel Foucault γύρω από την επιτήρηση, αλλά και του Gilles Deleuze σχετικά με τις κοινωνίες ελέγχου.


Η πολιτική του έρωτα


Το πιο ενδιαφέρον σημείο βρίσκεται στη σκηνή όπου μετά τον έρωτα η γυναίκα λέει:

«Με απολύσανε.»

και εκείνος απαντά:

«Σ' αγαπάω.»

Η ασυμμετρία των δύο προτάσεων αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους διαλόγους του κειμένου.

Δεν απαντούν ο ένας στον άλλον.

Οι δύο προτάσεις ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα πραγματικότητας.

Η εργασία. Η οικονομία. Η επιθυμία.

Η σκηνή συνοψίζει ολόκληρο το έργο.


Το σώμα ως οθόνη


Η μεγάλη σκηνή του διαμερίσματος αποτελεί ίσως την κορυφαία στιγμή του treatment.

Δεν βλέπουμε σχεδόν ποτέ την ερωτική πράξη.

Η κάμερα παρατηρεί:

τον ιδρώτα,

το σημάδι της κάλτσας,

τους πόρους,

το βλέμμα,

το χέρι,

την αναπνοή.

Η σκηνοθεσία αρνείται την αισθητικοποίηση του ερωτισμού.

Το σώμα δεν γίνεται αντικείμενο ηδονοβλεψίας.

Γίνεται τοπίο.

Γίνεται γεωγραφία.

Γίνεται επιφάνεια πάνω στην οποία προβάλλεται η ιστορία.

Το "Μάθημα Ανατομίας"

Η ενότητα αυτή είναι εξαιρετικά εύστοχη.

Οι προβολές χαρτών πάνω στο σώμα δημιουργούν μια αντιστροφή.

Συνήθως χαρτογραφούμε τον κόσμο.

Εδώ χαρτογραφείται το σώμα.

Το σώμα γίνεται χώρα.

Ο έρωτας γίνεται γεωγραφία.

Η σκηνή θυμίζει τα body maps της σύγχρονης περφόρμανς αλλά και έργα της βιντεοτέχνης της δεκαετίας του 1970.


Το σούπερ μάρκετ


Η σκηνή με το barcode πάνω στα χείλη είναι ίσως η πιο καθαρά πολιτική εικόνα του σεναρίου.

Το φιλί μετατρέπεται σε εμπόρευμα.

Η αγάπη σκανάρεται.

Η ανθρώπινη σχέση αποκτά τιμή.

Η εικόνα είναι σχεδόν μπρεχτική.

Δεν προκαλεί συγκίνηση.

Παράγει σκέψη.

Η αυτοεπιτήρηση

Η σημαντικότερη ίσως ιδέα του έργου είναι ότι όταν οι ήρωες ανακαλύπτουν την κάμερα, δεν τη σπάνε.

Παίζουν για αυτή.

Αυτό είναι βαθιά σύγχρονο.

Δεν υπάρχει πλέον μόνο η εξωτερική επιτήρηση.

Υπάρχει η εσωτερικευμένη επιτήρηση.

Οι άνθρωποι μαθαίνουν να σκηνοθετούν μόνοι τους τον εαυτό τους.

Το έργο μετατρέπεται έτσι σε σχόλιο για τα κοινωνικά δίκτυα και τη δημόσια αυτοπαρουσίαση.


Η αισθητική της σιωπής


Η συνεχής διακοπή του ήχου είναι εξαιρετικά λειτουργική.

Στις σημαντικότερες στιγμές:

το πρώτο άγγιγμα,

η σκηνή του έρωτα,

ο καβγάς,

κυριαρχεί είτε η σιωπή είτε ο υποτονικός ήχος.

Αυτό αντιστρέφει τον κανόνα του εμπορικού κινηματογράφου όπου η μουσική καθοδηγεί το συναίσθημα.

Εδώ η σιωπή γίνεται δραματουργία.


Η μετακινηματογραφική κατάληξη


Το τελευταίο μέρος, όπου η Α βλέπει χρόνια μετά την ίδια τους την ταινία, είναι ίσως η πιο ποιητική στιγμή.

Η ταινία κοιτά τον εαυτό της.

Η μνήμη γίνεται κινηματογράφος.

Ο κινηματογράφος γίνεται πένθος.

Το άπλωμα του χεριού προς την κινηματογραφική εικόνα θυμίζει τις μεγάλες μετακινηματογραφικές στιγμές δημιουργών όπως ο Theo Angelopoulos ή ο Chris Marker, όπου η εικόνα λειτουργεί ως φορέας απουσίας και ανάμνησης.


Ο συμβολισμός του ασανσέρ


Το στατικό πλάνο του ασανσέρ είναι μικρό αλλά ιδιαίτερα ουσιαστικό.

Η Α βγάζει selfie.

Τη διαγράφει.

Ακουμπά το κεφάλι στο μέταλλο.

Δεν μιλά.

Το ασανσέρ γίνεται ενδιάμεσος χώρος: ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε άνοδος ούτε κάθοδος. Η διαγραφή της selfie είναι μια σύντομη αλλά ισχυρή άρνηση της διαρκούς αυτοαναπαράστασης.

 

Το έργο διακρίνεται για 

την ενότητα αισθητικής και ιδεολογίας,

την πρωτοτυπία των κινηματογραφικών εικόνων,

την χρήση της τεχνολογίας ως δραματουργικού στοιχείου,

την μετατροπή του έρωτα σε πολιτικό γεγονός,

την οικονομία των διαλόγων,

την έντονη οπτική φαντασία.


Οι «Σχεδιασμοί μιας avant-garde ταινίας» αποτελούν ένα συνεκτικό σχέδιο κινηματογραφικής πρωτοπορίας, όπου ο έρωτας, η επιτήρηση, η τεχνολογία και η πολιτική συνυφαίνονται σε μία ενιαία οπτικοακουστική γλώσσα. Το κείμενο δεν επιδιώκει να αφηγηθεί απλώς μια ερωτική ιστορία· επιδιώκει να διερευνήσει τι σημαίνει να αγαπά κανείς σε έναν κόσμο όπου κάθε βλέμμα μπορεί να καταγραφεί και κάθε στιγμή να μετατραπεί σε δεδομένο. Ως αισθητική πρόταση, παρουσιάζει υψηλή συνοχή, έντονη θεωρητική συνείδηση και μια ιδιαίτερα σύγχρονη κινηματογραφική φωνή, ικανή να σταθεί στον χώρο του πειραματικού και του καλλιτεχνικού κινηματογράφου.

.

.

.





χνκουβέλης cncouvelis

Ο Λαβύρινθος


Ένας ατέλειωτος λαβύρινθος απλώνονταν μέσα στην έρημο.

Και μια γυναίκα περπατάει μέσα του.

Η γυναίκα βρέθηκε σε 

μια τεράστια  αιθουσα γεμάτη καθρέφτες.

Μπροστά στους καθρέφτες ήταν γυναίκες.

-Ειμαστε η αναμνηση κάποιου,τής είπε μια γυναίκα.

Γύρισε πίσω και βγήκε από την αίθουσα.

Βρέθηκε σε ένα εκτυφλωτικά φωτισμένο  δωμάτιο με καθρεφτες,και ειδε

δύο γυναίκες με μακριά μαύρα φορέματα.

Η μία καθοταν ακίνητη,η άλλη ήταν όρθια.

-Οι καθρέφτες θυμούνται περισσότερα από εμάς,είπε η όρθια γυναίκα κι αρχισε να περπατά ανάμεσα στους καθρέφτες.

Και σταματά μπροστά σε μια πλαστικη κούκλα βιτρινας  και παίζει σαξόφωνο.

Βγαίνει απο το δωμάτιο,βρίσκεται σε ένα ίδιο δωμάτιο.

Οι καθρέφτες,οι δύο γυναίκες.

Εκεί η καθισμένη γυναίκα  παίζει πιάνο.

Από το βάθος ερχονται τρεις άντρες.

-Με απασχολούν τα όνειρα των γυναικων,λεει ο Σίγκμουντ Φρόιντ.

-Εγω,λέει ο   Μισελ Φουκώ,

αναζητώ τους μηχανισμούς της εξουσίας.

-Τι αποδεικνύεται;ρώτησε η γυναίκα το τρίτο,τον μαθηματικό Κουρτ Γκέντελ.

-Αποδεικνύω,απάντησε εκείνος, ότι κάθε όνειρο έχει αυστηρότερη λογική από την πραγματικότητα".

-Δεν είμαστε ασθενείς,

είπε η όρθια γυναίκα.

Είμαστε οι αναμνήσεις όλων όσοι πέρασαν από εδώ.

Άκουσε πίσω το σφύριγμα ενός τρένου.

Γύρισε και είδε την αποβάθρα.

Το τρένο σταμάτησε,οι πόρτες άνοιξαν,κατέβηκαν οι επιβάτες,στη θέση του κεφαλιού είχαν καθρέφτες.

Η γυναίκα μπήκε στο τρένο.

Οι πορτες έκλεισαν και το τρένο ξεκίνησε.

Όταν το τρένο σταμάτησε κατέβηκε.

Ένας ατέλειωτος λαβύρινθος απλώνοταν μέσα στην έρημο.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα

(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,)


Ξύπνησε πριν ξημερώσει.Το σπίτι ήταν ήσυχο,αφού έχει αποσυρθεί από τον κόσμο,σκέφτηκε.

Άνοιξε το παράθυρο.Το πρώτο φως έπεφτε πάνω στο μπετόν των απέναντι κτιρίων.

Χαμογέλασε.

Το φως πια δεν ο αρχιτέκτονας.

Εκανε καφέ.Δεν τον ήπιε ολο.Άφησε το φλιτζάνι μισογεμάτο,όπως τόσα στη ζωή του ηταν ημιτελη,και βγήκε.

Στο γραφείο τον περίμεναν τα  σχέδια.

Κοίταξε τους φακέλους στα ραφια.

Οι άνθρωποι δεν είχαν κατοικήσει τα σπίτια όπως τα είχε ονειρευτεί.Τα φόρτωσαν με περιττά πράγματα.

Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό.Το γεμίζουν με αντικείμενα,με φωνές, με θόρυβο.Δεν αντέχουν την απλότητα.

Μια  διαπραγματευση της αισθητικης.

Βγήκε και περπάτησε στη πολη.Αγνωστος μεταξυ αγνώστων.

Στάθηκε μπροστά σε ένα κτίριο που είχε σχεδιάσει νέος.Άγγιξε τον τοίχο με την παλάμη του,ένιωσε σαν να αποχαιρετούσε έναν παλιό φίλο.

Κοίταξε ψηλά,είδε κομμάτια ουρανού.

Καποτε υπήρχε χώρος για τον ουρανό.Τώρα ο ουρανός κόβεται σε λωρίδες ανάμεσα σε πολυκατοικίες.

Πίστευε οτι ένας δρόμος,μια πλατεία,ένα παράθυρο στη σωστή θέση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ελεύθερο.

Κατω από την ασχήμια δεν  υπάρχει πια η δυνατότητα της ομορφιάς.

Το μεσημέρι κάθισε σε ένα μικρό καφενείο.

Κοίταζε τους ανθρώπους να γελούν.Δεν τους ζήλευε.

Ήθελε μια τάξη που δεν υπάρχει.Μια αρμονία που ο κόσμος διαρκώς αρνείται

Αυτός είχε πάψει να ανήκει στη δική τους εποχή.

Το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι.

Έδυε ο ήλιος και το γέμιζε πορτοκαλί ανταύγειες.

Όταν νύχτωσε δεν άναψε φωτα.Προτιμουσε το σκοτάδι.

Έμεινε ακίνητος.

Είδε το φως να πέφτει πάνω σε έναν λευκό τοίχο.

Μια παράξενη γαλήνη.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Το Κόκκινο

(a movie)


ΣΕΚΑΝΣ 1:

Εξωτερικό,

κόκκινος τοίχος,εκείνη με λευκό μίνι και με μια κίτρινη τσάντα.

Εκείνος περνάει από μπροστά της 4 φορές στο ίδιο πλάνο.

Κείμενο στην οθόνη: 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ;

Εκείνη κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα: 

-Με βλέπεις;

Εκείνος(φωνή off):Δεν σε βλέπω.Ειναι το ίδιο.


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 2:

Μοντάζ με εικόνες από διαφημίσεις.

Εσωτερικό,διαμέρισμα.

Η καμερα ακίνητη δείχνει τον κόκκινο τοίχο.

Περνάει η γυναίκα γυμνή.

Από την άλλη πλευρά περνάει ο άντρας γυμνός.

Κοντινό στα πρόσωπα τους,κοιτούν κατευθείαν τη κάμερα.πίσω ο κόκκινος τοίχος.

Εκείνος:

-Η αγάπη είναι μια ιδέα που δουλεύει υπερωρίες για να φαίνεται φυσική.

Εκεινη:

Τότε ας την απολύσουμε.


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 3:

Μια αίθουσα,με κοκκινους τοιχους.

Κάθονται ορθιοι ακινητοι σε κάποια απόσταση.

Μιλάνε ταυτοχρονα σε τρεις γλώσσες(Αγγλικά,Γαλλικά,Ιταλικά) λέγοντας το ιδιο.

THE TRUTH

LA VERITE. 

LA VERITA

THE LIE

LE MENSONGE

LA MENSONGA

Κόκκινο φίλτρο.

Κοντινό στα χείλη της. Κοντινό στα χέρια του.

Εκείνη:

-Αν δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε,γιατί συνεχίζουμε να μιλάμε;


Cit up red


ΣΕΚΑΝΣ 4: 

Εξωτερικό,διαδήλωση. 

Λήξη ντοκυμενταριστικη.

Ένας αστυνομικός τους κοιτάει και προβάλει το όπλο του προς αυτους.

Εκείνος ρωτάει έναν διαδηλωτή;

-Για τι πράγμα διαμαρτύρεστε;

Διαδηλωτής απαντά: 

-Για εσάς

Κείμενο στην οθόνη: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΦΙΛΜ ΠΟΥ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 5:

Νύχτα.Σε ένα μπαρ με τζουκ μποξ που παίζει Μπετόβεν,

5η Συμφωνία.

Είναι καθισμένοι στο ίδιο τραπέζι.Το τραπέζι είναι κόκκινο.

Εκείνη είναι με έναν άλλον άντρα.

Εκείνος είναι με μια άλλη γυναίκα.

Η κάμερα περιστρέφεται αργά γύρω τους,σταματώντας για 4 δευτερόλεπτα.

Εκείνη:

-Δεν σε απάτησα. Απάτησα την ιδέα που είχες για μένα. 

Εκείνος:

-Η ιδέα ήταν καλύτερη από εσένα.


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 6: 

Εσωτερικό,διαμέρισμα(τής σεκάνς 2)

Εκείνη ακουμπισμένη στον κόκκινο τοίχο κρατάει ένα κιτρινο βιβλίο.

Εκείνος πηγαίνει και στέκεται δίπλα της.

Ακούγεται το κλικ μιας φωτογραφικής μηχανής.

Κείμενο στην οθόνη: 

ΤΟ ΤΕΛΟΣ 


Cut up red


ΣΕΚΑΝΣ 7: 

Εξωτερικό,κόκκινος τοίχος,εκείνη με λευκό μίνι και με μια κίτρινη τσάντα.

Ο άλλος αντρας περνάει από μπροστά της 4 φορές στο ίδιο πλάνο.

Κείμενο στην οθόνη: 

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ;

Εκείνη κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα: 

-Με βλέπεις;

Ο άλλος αντρας(φωνή off):

-Δεν σε βλέπω.Ειναι το ίδιο.


Cut up red


ΤΕΛΟΣ

.

.

.


χνκουβελης cncouvelis

Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα

(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,)


Ξύπνησε πριν ξημερώσει.Το σπίτι ήταν ήσυχο,αφού έχει αποσυρθεί από τον κόσμο,σκέφτηκε.

Άνοιξε το παράθυρο.Το πρώτο φως έπεφτε πάνω στο μπετόν των απέναντι κτιρίων.

Χαμογέλασε.

Το φως πια δεν ηταν ο αρχιτέκτονας.

Εκανε καφέ.Δεν τον ήπιε ολο.Άφησε το φλιτζάνι μισογεμάτο,όπως τόσα στη ζωή του ηταν ημιτελη,και βγήκε.

Στο γραφείο τον περίμεναν τα  σχέδια.

Κοίταξε τους φακέλους στα ραφια.

Οι άνθρωποι δεν είχαν κατοικήσει τα σπίτια όπως τα είχε ονειρευτεί.Τα φόρτωσαν με περιττά πράγματα.

Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό.Το γεμίζουν με αντικείμενα,με φωνές, με θόρυβο.Δεν αντέχουν την απλότητα.

Μια  διαπραγματευση της αισθητικης.

Βγήκε και περπάτησε στη πολη.Αγνωστος μεταξυ αγνώστων.

Στάθηκε μπροστά σε ένα κτίριο που είχε σχεδιάσει νέος.Άγγιξε τον τοίχο με την παλάμη του,ένιωσε σαν να αποχαιρετούσε έναν παλιό φίλο.

Κοίταξε ψηλά,είδε κομμάτια ουρανού.

Καποτε υπήρχε χώρος για τον ουρανό.Τώρα ο ουρανός κόβεται σε λωρίδες ανάμεσα σε πολυκατοικίες.

Πίστευε οτι ένας δρόμος,μια πλατεία,ένα παράθυρο στη σωστή θέση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ελεύθερο.

Κατω από την ασχήμια δεν  υπάρχει πια η δυνατότητα της ομορφιάς.

Το μεσημέρι κάθισε σε ένα μικρό καφενείο.

Κοίταζε τους ανθρώπους να γελούν.Δεν τους ζήλευε.

Ήθελε μια τάξη που δεν υπάρχει.Μια αρμονία που ο κόσμος διαρκώς αρνείται

Αυτός είχε πάψει να ανήκει στη δική τους εποχή.

Το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι.

Έδυε ο ήλιος και το γέμιζε πορτοκαλί ανταύγειες.

Όταν νύχτωσε δεν άναψε φωτα.Προτιμουσε το σκοτάδι.

Έμεινε ακίνητος.

Είδε το φως να πέφτει πάνω σε έναν λευκό τοίχο.

Μια παράξενη γαλήνη.

.

.

.




χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Πλούταρχος,Βίοι Παράλληλοι,Βρούτος,51,-5

-51)Λιγο πριν το τέλος του Βρουτου-

52)Το τέλος του Βρουτου


Ο Βρούτος αφού διάβηκε ένα ρεμα δασωμένο και απόκρημνο είχε ήδη σκοτεινιάσει και δεν προχώρησε πολύ,αλλά σ'ένα κοίλωμα και μπροστά από ένα βράχο αφού καθισε,ενώ γύρω του λίγοι στρατηγοί και φίλοι ήταν,πρώτα σήκωνοντας το βλεμμα στον ουρανο που ήταν γεμάτος αστερια,απήγγειλε δύο στίχους,απ'τους οποίους τον έναν ο Βολουμνιος κατεγραψε.


Ζευ,μη ξεχάσεις αυτόν που είναι ο αίτιος των κακών.


τον δε άλλο λέει τον ξεχασε.

ύστερα από λίγο τους συντροφους που πριν απ'αυτον στη μάχη έπεσαν έναν-έναν ονομαζοντας,

ιδιαίτερα 

όταν θυμήθηκε τον Φλάβιο και τον Λαβεοντα αναστεναξε βαθεια,ο Λαβεοντας ήταν πρεσβευτής του,και ο Φλάβιος διοικητής των τεχνιτών.

τότε κάποιος,επειδή κι αυτός διψούσε και τον Βρούτο βλέποντας να'ναι στην ίδια κατάσταση,αφού πήρε ένα κράνος έτρεξε προς το ποτάμι.

όταν δε θόρυβος απ'την άλλη πλευρά ακούστηκε,ο Βολουμνιος προχώρησε για να κατασκοπεύσει και μαζί μ'αυτον ο Δάρδανος ο υπασπιστής,όταν μετά από λίγο επέστρεψαν ρώτησαν για το νερό.

με ευγενεια πολύ ηρεμα χαμογελώντας ο Βρούτος προς τον Βολμουνιο είπε:

το έχουν πιει,όμως άλλο θα σας φέρουν.

όταν δε ο ίδιος στάλθηκε κινδύνεψε απ'τους εχθρούς να συλληφθεί,και μόλις διασώθηκε τραυματισμένος,

επειδή ο ίδιος υπέθετε ότι δεν σκοτώθηκαν πολλοι στη μάχη,ο Σατυλλιος ανέλαβε μέσα απ'τους εχθρούς γλυστρωντας  κρυφά(γιατί αλλιώς δεν γίνονταν) να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο  και πυρσό  σηκώνοντας,αν βρει τα εκεί ασφαλή,και πάλι να επιστρέψει  προς αυτον.

πράγματι ο πυρσός σηκωθηκε

όταν ο Σατυλλιος έφθασε στο στρατόπεδο,όμως επειδή  δεν επεστρεφε για πολύ ώρα

ο Βρούτος είπε:

αν ζει ο Σατυλλιος,θα επιστρέψει.

συνεβει όμως αυτός 

επανερχόμενος να πέσει πάνω στους εχθρούς και να σκοτωθεί.

 

Καθως προχωρούσε η νύχτα γέρνοντας όπως βολευε καθισμένος στον υπηρέτη του Κλειτο μιλουσε.

όμως επειδή σιωπούσε ο Κλειτος κι έκλαιγε,έφερε τοτε κοντά του τον υπασπιστή Δάρδανο,και του είπε ιδιαιτέρως μερικά λόγια.

τέλος δε στον Βολουμνιο τον ίδιο στα ελληνικά τη παιδεία και την άσκηση του υπενθυμιζε,και τον παρακαλούσε  με το χέρι μαζι να πιασουν το ξίφος και να σπρώξει για τον χτύπημα.

όμως επειδή ο Βολουμνιος αρνήθηκε και οι άλλοι την ίδια είχαν σταση,όταν είπε κάποιος πως πρέπει να μη μείνουν αλλά να φύγουν,αφού σηκώθηκε είπε:

βεβαίως πρέπει να φύγουμε,αλλά με τα χέρια,όχι μετά πόδια.

και δίνοντας το δεξι χερι σε καθεναν πολύ γαλήνιος,χαίρονταν είπε μεγάλη χαρά,ότι απ'τους φίλους του κανένας δεν  διέψευσε την εμπιστοσύνη του.

ότι τη τύχη κατηγορούσε για την πατρίδα,και τον εαυτό του θεωρούσε τυχεροτερο απ'αυτους που'χαν νικησει

και οχι μονο χθες ουτε προχθές αλλά και τώρα,πίσω του αφήνει τη φημη τής αρετής,την οποία ούτε με τα όπλα ούτε με τα χρήματα πίσω τους θ'αφησουν

αυτοί που επικράτησαν,

ώστε να μην φαίνεται,ότι δίκαιους άντρες άδικοι και κακοί χρηστους αφού εξόντωσαν όχι δικαιολογημένα όπως πρέπει  να αρχουν.

κι αφού τους προέτρεψε και τους παρακαλεσε να σώσουν τους εαυτούς τους,αποσύρθηκε λίγο πιο πέρα μαζι με δύο η' τρεις άντρες,ένας απ'τους οποίους ήταν και ο Στρατωνας,οποίος λόγω των ρητορικών σπουδών τους είχε γίνει στενός του φίλος.

κι αφού αυτόν πολύ κοντά του τον έφερε,και το γυμνό ξίφος από τη λαβή με τα δυο χερια  στηριζοντας και πεφτοντας πάνω του,ετελείωσε.

άλλοι όμως λένε ότι όχι αυτός αλλά ότι ο Στρατωνας,

αφού παρά πολύ ο Βρούτος τον παρακάλεσε,γυριζοντας 

άλλου το βλέμμα του και κρατωντας σταθερό το ξίφος

εκείνος αφού ρίχτηκε με το στήθος και το πιεσε αμέσως πέθανε.


51]

Βροῦτος δὲ διαβάς τι ῥεῖθρον ὑλῶδες καὶ παράκρημνον ἤδη σκότους ὄντος οὐ πολὺ προῆλθεν, ἀλλ' ἐν τόπῳ κοίλῳ καὶ πέτραν ἔχοντι μεγάλην προκειμένην καθίσας, ὀλίγων περὶ αὐτὸν ἡγεμόνων καὶ φίλων ὄντων, πρῶτα μὲν ἀποβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἀστέρων ὄντα μεστόν, ἀνεφθέγξατο δύο στίχους, ὧν τὸν ἕτερον Βολούμνιος ἀνέγραψε.


Ζεῦ, μὴ λάθοι σε τῶνδ' ὃς αἴτιος κακῶν,


τοῦ δ' ἑτέρου φησὶν ἐπιλαθέσθαι. μετὰ δὲ μικρὸν τῶν ἐν τῇ μάχῃ πρὸ αὐτοῦ πεσόντων ἑταίρων ἕκαστον ὀνομάζων, μάλιστα τῇ Φλαβίου μνήμῃ καὶ τῇ Λαβεῶνος ἐπεστέναξεν· ἦν δ' αὐτοῦ πρεσβευτὴς ὁ Λαβεών, ὁ δὲ Φλάβιος ἔπαρχος τῶν τεχνιτῶν. ἐν τούτῳ δέ τις, αὐτός τε διψήσας καὶ τὸν Βροῦτον ὁρῶν ὁμοίως ἔχοντα, λαβὼν κράνος ἐπὶ τὸν ποταμὸν κατέδραμε. ψόφου δὲ κατὰ θάτερα προσπεσόντος, Βολούμνιος προῆλθε κατοψόμενος καὶ σὺν αὐτῷ Δάρδανος ὁ ὑπασπιστής. ἐπανελθόντες δὲ μετὰ μικρὸν ἠρώτησαν περὶ τοῦ πόματος. ἠθικῶς δὲ σφόδρα μειδιάσας ὁ Βροῦτος πρὸς τὸν Βολούμνιον "ἐκπέποται" εἶπεν, "ἀλλ' ἕτερον ὑμῖν κομισθήσεται." πεμφθεὶς δ' ὁ αὐτὸς ἐκινδύνευσεν ὑπὸ τῶν πολεμίων ἁλῶναι, καὶ μόλις ἐσώθη τετρωμένος. εἰκάζοντι δ' αὐτῷ μὴ πολλοὺς ἐν τῇ μάχῃ τεθνάναι, Στατύλλιος ὑπέστη διὰ τῶν πολεμίων ἐκπαισάμενος (ἄλλως γὰρ οὐκ ἦν) κατόψεσθαι τὸ στρατόπεδον καὶ πυρσὸν ἄρας, ἄνπερ εὕρῃ τἀκεῖ σῳζόμενα, πάλιν ἀφίξεσθαι πρὸς αὐτόν. ὁ μὲν οὖν πυρσὸς ἤρθη τοῦ Στατυλλίου παρελθόντος εἰς τὸ στρατόπεδον, ὡς δ' οὐκ ἐπανῄει χρόνῳ πολλῷ, Βροῦτος εἶπεν· "ἂν ζῇ Στατύλλιος, ἀφίξεται." συνέβη δ' αὐτὸν ἐπανερχόμενον ἐμπεσεῖν εἰς τοὺς πολεμίους καὶ διαφθαρῆναι.


52]Προϊούσης δὲ τῆς νυκτός, ἀποκλίνας ὡς ἔτυχε καθεζόμενος πρὸς οἰκέτην ἑαυτοῦ Κλεῖτον ἐλάλει. σιωπῶντος δὲ τοῦ Κλείτου καὶ δακρύοντος, αὖθις ἐπισπασάμενος τὸν ὑπασπιστὴν Δάρδανον, ἰδίᾳ τινὰς αὐτῷ προσέφερε λόγους. τέλος δὲ τὸν Βολούμνιον αὐτὸν Ἑλληνιστὶ τῶν λόγων καὶ τῆς ἀσκήσεως ὑπεμίμνῃσκε, καὶ παρεκάλει τῇ χειρὶ συνεφάψασθαι τοῦ ξίφους αὐτῷ καὶ συνεπερεῖσαι τὴν πληγήν. τοῦ δὲ Βολουμνίου διωσαμένου καὶ τῶν ἄλλων ὁμοίως ἐχόντων, εἰπόντος δέ τινος ὡς δεῖ μὴ μένειν ἀλλὰ φεύγειν, ἐξαναστὰς "πάνυ μὲν οὖν" ἔφη "φευκτέον, ἀλλὰ διὰ τῶν χειρῶν, οὐ διὰ τῶν ποδῶν". ἐμβαλὼν δὲ τὴν δεξιὰν ἑκάστῳ μάλα φαιδρός, ἥδεσθαι μὲν ἔφη μεγάλην ἡδονήν, ὅτι τῶν φίλων αὐτὸν οὐδεὶς ἐψεύσατο· τῇ τύχῃ δ' ἐγκαλεῖν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἑαυτὸν δὲ τῶν νενικηκότων μακαριώτερον νομίζειν, οὐκ ἐχθὲς οὐδὲ πρώην μόνον ἀλλὰ καὶ νῦν, ἀπολείποντα δόξαν ἀρετῆς, ἣν οὔθ' ὅπλοις οὔτε χρήμασιν ἀπολείψουσιν οἱ κεκρατηκότες, ὡς μὴ δοκεῖν, ὅτι δικαίους ἄνδρας ἄδικοι καὶ κακοὶ χρηστοὺς ἀπολέσαντες οὐ προσηκόντως ἄρχουσι. δεηθεὶς δὲ καὶ παρακαλέσας σῴζειν ἑαυτούς, ἀνεχώρησεν ἀπωτέρω μετὰ δυεῖν ἢ τριῶν, ἐν οἷς ἦν καὶ Στράτων ὁ ἀπὸ λόγων ῥητορικῶν γεγονὼς αὐτῷ συνήθης. καὶ τοῦτον ἔγγιστα παραστησάμενος ἑαυτῷ, καὶ τὸ ξίφος γυμνὸν ἐπὶ τῆς λαβῆς ταῖς χερσὶν ἀμφοτέραις ἐρείσας καὶ περιπεσών, ἐτελεύτησεν. οἱ δέ φασιν οὐκ αὐτὸν ἀλλὰ τὸν Στράτωνα, πολλὰ πάνυ τοῦ Βρούτου δεηθέντος, ἀποστρέψαντα τὴν ὄψιν ὑποστῆσαι τὸ ξίφος, ἐκεῖνον δὲ ῥύμῃ προσβαλόντα τὸ στέρνον καὶ διώσαντα συντόμως ἀποθανεῖν.

.

.

.


χνκουβέλης cncouvelis

Madame Bovary  


Nous étions à l’Étude, quand le Proviseur entra, suivi d’un 

nouveau habillé en bourgeois et d’un garçon de classe qui portait 

un grand pupitre. Ceux qui dormaient se réveillèrent, et chacun 

se leva comme surpris dans son travail.


Την Μαντάμ Μποβαρύ τού Φλωμπερ τη διάβασε στα τριάντα οκτώ.Δεν τη συγκίνησε ο έρωτας της Έμμας,τη φόβισε η επιμονή της στον έρωτα.

Δεν πεθαίνει από τον έρωτα, πεθαίνει από τις εικόνες που διάβασε και δεν πραγματοποηθηκαν.

Απόγευμα.Στεκονταν 

μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του διαμερίσματος.

Το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο. Είχε αφαιρέσει όλα τα διακοσμητικά.

Δεν ήθελε τίποτε που να υπόσχεται μια ζωή ωραιότερη από εκείνη που υπήρχε.

Η πόλη απλωνόταν κάτω και περα γκρίζα χωρίς προεκτάσεις.

Κτίρια,δρόμοι,και άνθρωποι που δεν ήταν ήρωες κανενός μυθιστορήματος. 

Διάβαζε στις εφημερίδες:

Ζητείται λογιστής.

Ενοικιάζεται δυάρι.

Χάθηκε γάτα.

Αυτές οι αγγελίες της φαίνονταν πιο αληθινές από τα μεγάλα πρωτοσέλιδα.

Ο κόσμος δεν αποτελούνταν από τραγωδίες αλλά από ανθρώπους που έχαναν τα κλειδιά τους,που γέμιζαν το καλαθι στο σούπερ μάρκετ,που  ξέχναγαν να ποτίσουν ένα φυτό.

Κάποτε είχε αγαπήσει έναν άντρα που της έλεγε πως γεννήθηκε για την ευτυχία. 

Τον άκουγε με την ίδια ηλιθιοτητα όπως κάποτε η Έμμα άκουγε τις ερωτικές διακηρύξεις των θαυμαστών της.

Αργότερα κατάλαβε την απάτη.

Η ζωή αρκείται σε δύο καρέκλες,ένα τραπέζι και κάποιον που να λέει: Πέρασε η μέρα.

Οπου μια μέρα μοιάζει αρκετή επειδή δεν προσπαθεί να μοιάσει με μυθιστόρημα.

Έτσι έμεινε μόνη,όχι γιατί την εγκατέλειψαν,αλλά γιατι προτιμούσε τη μοναξιά από την αυταπατη,το θέατρο της επιθυμίας.

Άρχισε να βραδυαζει.Η πόλη θολωνε.

Αναρωτήθηκε αν η Έμμα Μποβαρύ είχε ποτέ σταθεί έτσι,μπροστά σε ένα παράθυρο, χωρίς να περιμένει κανέναν.

Όπως αυτή.

Ίσως όχι.

Η Έμμα πάντοτε περίμενε.

Έναν άντρα.

Ένα γράμμα.

Ένα άλογο.

Μια άμαξα.

Ένα φιλί.

Μια άλλη ζωή.

Εκείνη δεν περίμενε τίποτε.

Τα φώτα είχαν ανάψει στη πόλη.

Σκέφτηκε ότι ο Φλωμπέρ είχε γράψει ένα βιβλίο εναντίον των ψευδαισθήσεων.

Το δωμάτιο σκοτείνιασε.

Δεν άναψε το φως.


Depuis la mort de Bovary, trois médecins se sont succédé à 

Yonville sans pouvoir y réussir, tant M. Homais les a tout de suite 

battus en brèche. Il fait une clientèle d’enfer ; l’autorité le ménage 

et l’opinion publique le protège.

Il vient de recevoir la croix d’honneur.

.

.

.





χνκουβελης cncouvelis

Έκλειψη

(a movie)


Σενάριο

10 Σκηνές

η γυναίκα με μαυρο φόρεμα και γοβες

Ένα άδειο σαλόνι με μια μεγάλη  μπαλκονόπορτα. Έξω,η πόλη.

Μέσα,σχεδόν σκοτάδι.

Μονο το φως από το παράθυρο.

Όλη η ταινία χωρίς διάλογο

Ήχος περιβαλλοντος


Σκηνή 1.

Στατική κάμερα.

Η γυναίκα με τα χέρια ψηλά,

ακουμπάει δεξιά και αριστερά τα ακρα του παραθυρου

Η σιλουέτα της 100% μαυρη,

εκτός καμένο λευκό,

15 δευτερολεπτα


Cut up black


Σκηνη 2,3

Η γυναίκα γέρνει στον τοίχο. Κατεβαίνει αργά,ένα αργό γλίστρημα στον τοίχο.

Η κάμερα κάνει dolly-in 

Ήχος: ρολόι

15 δευτερολεπτα


Cut up black 


Σκηνη 4

Η γυναίκα γονατίζει,σκύβει το κεφάλι

Χαμηλή γωνία της καμερας Φωτισμός,μόνο η ανάκλαση από το πάτωμα

15 δευτερολεπτα


Cut up red


Σκηνή 5,6,7 

Το φως γίνεται κοκκινο 

5.Το κεφάλι της γυναίκας πίσω

Μια κραυγή χωρίς ήχο

15 δευτερολεπτα


Cut up red


6.Γυρίζει με την πλάτη, χτυπάει τα χέρια στο τζάμι

15 δευτερολεπτα


Cut up red


7.Πετάγεται,ένα πόδι στον αέρα,χέρι τεντωμένο 

Κάμερα στο χερι(handheld camera) κινειται

 24fps σε 28fps 

Ήχος,stop στον ήχο του ρολογιού,

ένα βόμβος χαμηλός (60hz),

15 δευτερολεπτα


Σκηνή 8,9,10

Επιστροφή στο ασπρομαυρο

8.η γυναίκα κάθεται στο περβάζι

15 δευτερολεπτα

9.Όρθια,με σταυρωμένα χέρια.

15 δευτερολεπτα

10. Κάθεται πάλι,το χερι στο

σαγονι 

Κάμερα στατική.

Το τελευταίο καρέ κρατάει 30 δευτερόλεπτα 

μέχρι το 

Cut up black 

Ο ήχος του ρολογιού 


Τελος


Φως Chiaroscuro 

από το παράθυρο.

Καθόλου fill light,

ένταση σκιων.


Κοστούμι/Σκηνικά: Τίποτα. Μαύρο φόρεμα,γυμνό πάτωμα,μια καρέκλα εκτός κάδρου που φαίνεται η σκιά της 


Μοντάζ: Κοφτό.

10 σταθερά πλάνα,όχι ροή.

Τα cuts ακούγονται σαν κλικ φωτογραφικής.


4

Ήχος: Σιωπή,μακρινή πόλη, αναπνοη. 

Το κόκκινο έχει άλλο ήχο από το ασπρόμαυρο.


Θέμα:Η Έκλειψη της γυναικας

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Frederico Garcia  Lorca,Bodas de Sangre

Ματωμένος Γαμος


ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ


Δωμάτιο βαμμένο κιτρινο


ΓΑΜΠΡΟΣ

(μπαίνοντας)

μανα

ΜΑΝΑ

τι;

ΓΑΜΠΡΟΣ

φευγω

ΜΑΝΑ

που πας;

ΓΑΜΠΡΟΣ

στ'αμπελι(παει να φύγει)

ΜΑΝΑ

περίμενε

ΓΑΜΠΡΟΣ

θέλεις κάτι;

ΜΑΝΑ

γιε μου,το μεσημεριανο

ΓΑΜΠΡΟΣ

ασ'το.

θα φάω σταφύλια.

δος μου το σουγιά.

ΜΑΝΑ

γιατί;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(γελώντας)για να τα κοψω

ΜΑΝΑ

(μουρμουριζοντας και 

ψάχνωντας)

ο σουγιάς,ο σουγιάς,...

καταραμενοι να'ναι όλοι,κι ο παλιανθρωπος που τον σκεφτηκε

ΜΑΝΑ

ας πούμε κάτι αλλο

ΜΑΝΑ

κι οι καραμπίνες και τα πιστόλια

και το πιο μικρό μαχαιρι,

κι,ακόμα,οι τσάπες και τα δικριανια τ'αλωνιου.

ΓΑΜΠΡΟΣ

καλα

ΜΑΝΑ

ότι μπορεί να κόψει το κορμί ενος άντρα.

ενός άντρα όμορφου,με το λουλούδι του στο στόμα,που φευγει για τ'αμπελι,

η' που στις δικές του ελιες πάει,

γιατί δικές του είναι,

κληρονομιά...

ΓΑΜΠΡΟΣ

(χαμηλώνοντας το κεφάλι)

ησυχασε

ΜΑΝΑ

...κι αυτός ο άντρας δεν γυρίζει.

η' αν γυρίσει είναι για να του βάλουν ένα κλαδί φοινικιάς πάνω του,

η' ένα πιατο μ'αλατι χοντρό για να μην φουσκωσει,

δεν ξέρω πως τολμάς να κουβαλάς ένα σουγιά στο κορμί σου,

ούτε πως εγώ αφήνω ένα φίδι μέσ'στο μπαουλο

ΓΑΜΠΡΟΣ

αρκετά δεν είπες;

ΜΑΝΑ

κι εκατό χρόνια να ζούσα,για τίποτε άλλο δεν θα μιλουσα.

πρώτα ο πατέρας σου,που μου μύριζε γαριφαλο και τον χαρηκα τρία χρόνια μοναχα.

υστερα ο αδελφός σου.

κι είναι δίκιο,και μπορεί να γίνεται ένα τόσο δα μικρό  όπως ένα πιστολι η' ένας σουγιάς να μπορεί να τελειώσει ένα αντρα,

που'ναι ένας ταύρος;

δεν θα ησυχαζα ποτέ.

περνουν οι μήνες κι η απελπισια με τσιμπάει στα μάτια και μέχρι τις άκρες των μαλλιών

ΓΑΜΠΡΟΣ

(έντονα)

θα τελειώσουμε επιτέλους;

ΜΑΝΑ

όχι,δεν θα τελειώσουμε.

μπορεί κανείς να μου φέρει πίσω τον πατερα σου;

και τον αδελφό σου;

κι ύστερα η φυλακη.

τι είναι η φυλακή;

εκεί τρωνε,εκεί καπνίζουν,

εκεί χτυπούν τα όργανα!

οι νεκροί μου γεμάτοι χορτάρια,χωρίς να μιλούν,γίναν σκονη,

δυο άντρες που ήταν δυο γεράνια...

οι φονιάδες,στη φυλακη,ζωντανοί,

κοιτάζοντας τα βουνά...

ΓΑΜΠΡΟΣ

δηλαδή θέλεις να τους σκοτώσω;

ΜΑΝΑ

όχι...αν μιλώ είναι γιατί...

πώς μπορώ να μην μιλήσω βλέποντας σε να βγαίνεις απ'αυτή τη πορτα;

είναι που δεν μ'αρεσει που κρατάς σουγιά.

είναι που...που δεν θα'θελα να φεύγεις για τα χωράφια.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(γελώντας)

έλα τώρα!

ΜΑΝΑ

θα μου άρεσε να'σουν γυναίκα.

δεν θα πήγαινες τώρα στο ρυάκι και θα κεντούσαμε οι δυο μας μπορντούρες και μαλλινα σκυλάκια.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(πιάνει τη μάνα απ'το μπρατσο και γελάει)

μάνα,κι αν σ'επαιρνα μαζί μου στ'αμπελια;

ΜΑΝΑ

και τι να κάνει στ'αμπελια μια γριά;

θα μ'εβαζες κάτω απ'τα κληματα και τα φυλλα;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(σηκώνοντας την στα μπράτσα του)

γριά,παλιογριά,παμπογρια

ΜΑΝΑ

κι ο πατέρας σου μ'επαιρνε.

αυτό είναι καλή ρατσα.το αίμα.

ο παππούς σου άφησε ένα γιο σε κάθε γωνιά.

αυτό μ'αρεσει.

οι άντρες,αντρες,

το στάρι,σταρι.

ΓΑΜΠΡΟΣ

κι εγώ μάνα;

ΜΑΝΑ

εσύ,τι;

ΓΑΜΠΡΟΣ 

χρειάζεται να στο πω κι άλλη φορά;

ΜΑΝΑ

(σοβαρή) α!

ΓΑΜΠΡΟΣ

μήπως σου κανει κακό;

ΜΑΝΑ

οχι

ΓΑΜΠΡΟΣ

τότε;

ΜΑΝΑ

ούτε κι εγώ η ίδια το ξερω.

έτσι,ξαφνικά,πάντα με πιάνει απροετοίμαστη.

ξερω πως το κορίτσι είναι καλό.

αλήθεια έτσι δεν είναι;

σεμνό,εργατικο,

ζυμώνει το ψωμί και ραβει τις φούστες της,

κι όμως αισθάνομαι,όταν την αναφέρω,σαν να μου'διναν μια πετριά στο μέτωπο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

ανοησίες

ΜΑΝΑ

πιο πολύ από ανοησίες.

είναι που μενω μονη.

δεν μου μένεις παρά μόνο εσύ

και νιώθω πως φευγεις.

ΓΑΜΠΡΟΣ

αλλά θα'ρθεις μαζί μου.

ΜΑΝΑ

όχι.δεν μπορώ ν'αφησω εδώ μόνους το πατέρα σου και τον αδελφό σου.

πρέπει να πηγαίνω κάθε πρωί,και αν φύγω ειναι πιθανό να πεθάνει ένας απ'τους Φελιξ,ένας από τη φαμίλια των φονιάδων,και να τον θαψουν δίπλα.

κι αυτό όχι!ποτέ!αποκλείεται!

γιατί με τα νύχια θα τους ξεθαψω κι εγώ μόνη θα τους συντρίψω πάνω στον μαντροτοιχο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(έντονα)

πάλι στα ίδια γυρίζεις

ΜΑΝΑ

συγχωραμε.

(παύση)

πόσο καιρό έχετε σχέσεις;

ΓΑΜΠΡΟΣ

τρία χρόνια.

και πια μπορώ ν'αγορασω τ'αμπελι.

ΜΑΝΑ

τρια χρόνια.

αυτή δεν είχε έναν αρραβωνιαστικό;

ΓΑΜΠΡΟΣ

δεν ξέρω.

πιστεύω πως όχι.

τα κορίτσια πρέπει να προσέχουν με ποιον παντρευονται.

ΜΑΝΑ

ναι.εγω κανέναν δεν κοίταξα.

κοίταξα τον πατέρα σου,κι όταν τον σκότωσαν κοίταξα στον απέναντι τοίχο.

μια γυναίκα με έναν αντρα  

κι αυτό είναι όλο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

να ξέρεις ότι η αρραβωνιαστικιά μου είναι καλη

ΜΑΝΑ 

δεν αμφιβάλω.

παρ'ολ'αυτα ομως με στεναχωρεί που δεν ξέρω ποια ήταν η μάνα της.

ΓΑΜΠΡΟΣ

και τι μ'αυτο;

ΜΑΝΑ

(κοιτάζοντας τον)

γιε μου

ΓΑΜΠΡΟΣ

τι θέλεις;

ΜΑΝΑ

είναι αλήθεια!έχεις δίκιο!

ποτέ θέλεις να πάω να τη ζητήσω;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(χαρούμενος)

φαίνεται καλά για τη Κυριακή;

ΜΑΝΑ

(σοβαρή)

θα της πάω τα μπρούτζινα σκουλαρίκια,που'ναι παλιά,κι εσύ της αγοραζεις...

ΓΑΜΠΡΟΣ

εσύ καταλαβαίνεις καλύτερα...

ΜΑΝΑ

της αγοραζεις λεπτές δαντελωτες κάλτσες,

και για σένα δύο κοστούμια...

τρια!

δεν έχω κανέναν άλλον από σένα!

ΓΑΜΠΡΟΣ

φευγω.

αύριο θα πάω να τη δω

ΜΑΝΑ

ναι,ναι,για να δούμε αν θα με κάνεις χαρούμενη με έξι εγγόνια,η όσα σου κάνει κέφι,

αφού ο πατέρας σου δεν πρόλαβε να μου τα κάνει.

ΓΑΜΠΡΟΣ

το πρώτο για σενα

ΜΑΝΑ

ναι,αλλά να,'χει και κορίτσια.

θέλω να κενταω και να πλεκω δαντελες και να'μαι ησυχη.

ΓΑΜΠΡΟΣ

είμαι σίγουρος πως θα την αγαπήσεις την αρραβωνιαστικιά μου

ΜΑΝΑ

θα την αγαπήσω.

(πάει να την φιλήσει και συγκρατείται)

άντε,είσαι πια πολυ μεγάλος για φιλιά.

θα τα δινεις στη γυναίκα σου.

(παύση,στον εαυτό της)

όταν αυτό θα γίνει.

ΓΑΜΠΡΟΣ

πηγαίνω

ΜΑΝΑ

να σκάψεις καλά το μέρος εκει στ'αυλακι του μύλου,γιατι το'χεις παραμελημενο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

έγινε όπως ειπαμε

ΜΑΝΑ

αντε με το θεο

(βγαίνει ο ΓΑΜΠΡΟΣ.

η ΜΑΝΑ μένει καθισμένη με τη πλάτη στη πόρτα.)


ACTO PRIMERO

CUADRO PRIMERO


Habitación pintada de amarillo.


NOVIO

(Entrando.) Madre.

MADRE

¿Que?

NOVIO

Me voy.

MADRE

¿Adónde?

NOVIO

A la viña. (Va a salir.)

MADRE

Espera.

NOVIO

¿Quiere algo?

MADRE

Hijo, el almuerzo.

NOVIO

Déjelo. Comeré uvas. Deme la navaja.

MADRE

¿Para qué? NOVIO

(Riendo.) Para cortarlas.

MADRE

(Entre dientes y buscándola.) La navaja, la navaja... Malditas sean todas y

el bribón que las inventó.

NOVIO

Vamos a otro asunto.

MADRE

Y las escopetas y las pistolas y el cuchillo más pequeño, y hasta las azadas

y los bieldos de la era.

NOVIO

Bueno.

MADRE

Todo lo que puede cortar el cuerpo de un hombre. Un hombre hermoso, con

su flor en la boca, que sale a las viñas o va a sus olivos propios, porque son

de él, heredados...

NOVIO

(Bajando la cabeza.) Calle usted.

MADRE

...y ese hombre no vuelve. O si vuelve es para ponerle una palma encima o

un plato de sal gorda para que no se hinche. No sé cómo te atreves a llevar

una navaja en tu cuerpo, ni cómo yo dejo a la serpiente dentro del arcón.

NOVIO

¿Está bueno ya?

MADRE

Cien años que yo viviera, no hablaría de otra cosa. Primero tu padre; que

me olía a clavel y lo disfruté tres años escasos. Luego tu hermano. ¿Y es

justo y puede ser que cosa pequeña como una pistola o una navaja pueda acabar con un hombre, que es un toro? No callaría nunca. Pasan los meses y

la desesperación me pica en los ojos y hasta en las puntas del pelo.

NOVIO

(Fuerte.) ¿Vamos a acabar?

MADRE

No. No vamos a acabar. ¿Me puede alguien traer a tu padre? ¿Y a tu

hermano? Y luego el presidio. ¿Qué es el presidio? ¡Allí comen, allí fuman,

allí tocan los instrumentos! Mis muertos llenos de hierba, sin hablar, hechos

polvo; dos hombres que eran dos geranios... Los matadores, en presidio,

frescos, viendo los montes...

NOVIO

¿Es que quiere usted que los mate?

MADRE

No... Si hablo es porque... ¿Cómo no voy a hablar viéndote salir por esa

puerta? Es que no me gusta que lleves navaja. Es que... que no quisiera que

salieras al campo.

NOVIO

(Riendo.) ¡Vamos!

MADRE

Que me gustaría que fueras una mujer. No te irías al arroyo ahora y

bordaríamos las dos cenefas y perritos de lana.

NOVIO

(Coge de un brazo a la MADRE y ríe.) Madre, ¿y si yo la llevara conmigo a

las viñas?

MADRE

¿Qué hace en las viñas una vieja? ¿Me ibas a meter debajo de los

pámpanos?

NOVIO

(Levantándola en sus brazos.) Vieja, revieja, requetevieja. MADRE

Tu padre sí que me llevaba. Eso es buena casta. Sangre. Tu abuelo dejó un

hijo en cada esquina. Eso me gusta. Los hombres, hombres; el trigo, trigo.

NOVIO

¿Y yo, madre?

MADRE

¿Tú, qué?

NOVIO

¿Necesito decírselo otra vez?

MADRE

(Seria.) ¡Ah!

NOVIO

¿Es que le hace mal?

MADRE

No.

NOVIO

¿Entonces?

MADRE

No lo sé yo misma. Así, de pronto, siempre me sorprende. Yo sé que la

muchacha es buena. ¿Verdad que sí? Modosa. Trabajadora. Amasa su pan y

cose sus faldas, y siento, sin embargo, cuando la nombro, como si me

dieran una pedrada en la frente.

NOVIO

Tonterías.

MADRE

Más que tonterías. Es que me quedo sola. Ya no me quedas más que tú y

siento que te vayas.

NOVIO Pero usted vendrá con nosotros.

MADRE

No. Yo no puedo dejar aquí solos a tu padre y a tu hermano. Tengo que ir

todas las mañanas, y si me voy es fácil que muera uno de los Félix, uno de

familia de los matadores, y lo entierren al lado. ¡Y eso sí que no! ¡Ca! ¡Eso

sí que no! Porque con las uñas los desentierro y yo sola los machaco contra

la tapia.

NOVIO

(Fuerte.) Vuelta otra vez.

MADRE

Perdóname. (Pausa.) ¿Cuánto tiempo llevas en relaciones?

NOVIO

Tres años. Ya puedo comprar la viña.

MADRE

Tres años. ¿Ella tuvo un novio, no?

NOVIO

No sé. Creo que no. Las muchachas tienen que mirar con quién se casan.

MADRE

Sí. Yo no miré a nadie. Miré a tu padre, y cuando lo mataron miré a la pared

de enfrente. Una mujer con un hombre, y ya está.

NOVIO

Usted sabe que mi novia es buena.

MADRE

No lo dudo. De todos modos siento no saber cómo fue su madre.

NOVIO

¿Qué más da?

MADRE

(Mirándolo.) Hijo. 

NOVIO

¿Qué quiere usted?

MADRE

¡Que es verdad! ¡Que tienes razón! ¿Cuándo quieres que la pida?

NOVIO

(Alegre.) ¿Le parece bien el domingo?

MADRE

(Seria.) Le llevaré los pendientes de azófar, que son antiguos, y tú le

compras...

NOVIO

Usted entiende más...

MADRE

Le compras unas medias caladas, y para ti dos trajes... ¡Tres! ¡No te tengo

más que a ti!

NOVIO

Me voy. Mañana iré a verla.

MADRE

Sí, sí, y a ver si me alegras con seis nietos, o lo que te dé la gana, ya que tu

padre no tuvo lugar de hacérmelos a mí.

NOVIO

El primero para usted.

MADRE

Sí, pero que haya niñas. Que yo quiero bordar y hacer encaje y estar

tranquila.

NOVIO

Estoy seguro de que usted querrá a mi novia.

MADRE La querré. (Se dirige a besarlo y reacciona.) Anda, ya estás muy grande

para besos. Se los das a tu mujer. (Pausa. Aparte.) Cuando lo sea.

NOVIO

Me voy.

MADRE

Que caves bien la parte del molinillo, que la tienes descuidada.

NOVIO

¡Lo dicho!

MADRE

Anda con Dios. (Vase el NOVIO. La MADRE queda sentada de espaldas a la

puerta. 

.

.

.


.






φωτογράφιση

-cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

οι τελευταίες εικόνες της Οφηλιας


δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει,ισως έβρεχε από την ημέρα που εκείνος μου είπε πως δεν με αγάπησε ποτέ,η γη μαλάκωσε,έγινε λάσπη, κι εγώ κάθισα επάνω της σαν να ήταν η μητέρα μου,κράτησα τα γόνατά μου σφιχτά.

-να πας σε μοναστήρι,είπε,

πόσο παράξενη ήταν η φωνή του,ήθελε να με προφυλαξει, από έναν κόσμο που είχε  σαπίσει,από τον θείο του,τη μητέρα του,τον πατέρα μου, τον εαυτό του

θυμάμαι το πρώτο του βλέμμα,δεν ήταν βλέμμα πρίγκιπα,ηταν το βλέμμα παιδιού που φοβόνταν το σκοτάδι,τότε νόμιζα ότι θα μπορούσα να του φωτισω το σκοτάδι,

όμως εκείνος είχε διαλέξει τη νύχτα,

σηκώθηκα,

το νερό αγγιζε τους αστραγάλους μου,τα καλάμια άκουγα να  ψιθυριζουνν ονόματα νεκρών, άκουσα και του πατέρα μου,Ο Πολώνιος δεν μου μίλησε ποτέ τόσο τρυφερά όσο μετά τον θάνατό του,

-δεν έφταιγες εσύ,

αλλά οι νεκροί συγχωρούν εύκολα,οι ζωντανοί ποτέ

λροχώρησα βαθύτερα,

το νερό ήταν κρύο σαν το μέτωπο του Άμλετ όταν τον είδα για τελευταία φορά, ηθελα να αγγίξω το πρόσωπό το,να του πω πως θα προσευχηθώ να απαλλαγει από την τρέλα του,δεν τόλμησα,

ποτέ δεν τόλμησα,

το νερό ανέβαινε,στο στήθος,

στον λαιμό,δεν φοβόμουν,

εκλεισα τα μάτια και είδα τον Άμλετ,χωρίς μαύρα ρούχα,χωρίς να ζητά εκδίκηση,χωρίς το φάντασμα του πατέρα του να τον προστάζει,τον είδα να χαμογελαει,έτσι να τον αγάπησα,

-Οφηλια,άκουσα τη φωνή του,

ξάπλωσα κάτω από τα δέντρα,

τα φύλλα έπεφταν αργά πάνω μου,με σκέπαζαν,

δεν ένιωθα πια βάρος,

ήμουνα μέσα στη διαύγεια τών νουφαρων,

τότε θυμήθηκα ένα απόγευμα,

ενα μικρό λουλούδι που είχε πιαστεί στο μανίκι του,

τον τρόπο που το αφαίρεσε προσεκτικά,σαν να φοβόταν μήπως πληγώσει ακόμη κι ένα πέταλο,

εκείνος ο τρυφερος άνθρωπος υπήρξε,

για μια στιγμή μόνο,

υστερα χάθηκε μέσα στον Άμλετ που απομακρύνονταν λέγοντας:to be or not to be,

τωρα επιπλέω μέσα στο νερό σαν άγριο λουλουδι

σε μια ακίνητη λιμνουλα

και αναπνέω την παράξενη γαλήνη των νουφαρων

.

.

.


χνκουβελης cncouvelis

end

(a white black photo-movie)


https://www.facebook.com/share/v/1d5MhzHq1k/



Σκηνή 1

φωτογραφία ενος άδειου σιδηροδρομικου σταθμου

ομίχλη

voice over

-Δεν θυμάμαι πότε ήμουν εδω


Cut up black


Σκηνή 2

φωτογραφία ενος άντρα στο σταθμό

Voice over

-Μου ζήτησαν να επιστρέψω σε μια ανάμνηση,για να εξακριβώσουν αν υπήρξε ποτέ.


Cut up black


Σκηνή 3

Φωτογραφία ενός παιδιού που κρατά μια χάρτινη βάρκα

Voice over

-Η μνήμη αλλάζει κάθε φορά που κάποιος την αφηγείται.


Cut up black


Σκηνή 4

φωτογραφία ενός 

αδειο διαμέρισματος,

ενα ποτήρι νερό στο πάτωμα.

Καμία ανθρώπινη παρουσία.

Voice over

 -Ελειπα εγώ.


Cut up black


Σκηνή 5

Διαδοχή φωτογραφιών,:

να παράθυρο.ενα δέντρο. ενα περιστέρι.το ίδιο παράθυρο ξανά.

Voice over

-Ο χρόνος δεν κινείται.

Εμείς μεταμινουμασυε στις εικόνες του.


Cut up black


Σκηνή 6

Φωτογραφια

Κοντινό σε πρόσωπο γυναίκας.

Η γυναικα σχεδόν μοιάζει να αναπνέει.

Voice over

-Δεν γνώριζα το όνομά της. 


Cut up black


Σκηνή 7

Φωτογραφίες σε έρημη πόλη.

αδειοι δρομοι.

Voice over

-Το τελος.


Cut up black


Σκηνή 8

Η φωτογραφία ενός καθρέφτη.

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 9

Μια φωτογραφία με προσωπα.

δείχνεται 5 φορές.

κάθε φορά λείπει και ένα πρόσωπο

μεχρι που μένει κενη.

Voice over

-θυμομουν τις απουσίες.


Voice over


Σκηνή 10

Φωτογραφία

Νύχτα 

Ένα φως σε παράθυρο.

Το φως σβήνει. 

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 11

φωτογραφία στο σταθμό.

Ο άντρας περιμένει.

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 12

φωτογραφία.

Το παιδί της αρχής κοιτάζει κατευθείαν στον φακό.

σιωπή.

Voice-over

-Πέρασα μια ζωή αναζητώντας εκείνη που θυμόμουν.

Η τελευταία φωτογραφία  είναι πάντα η πρώτη.


Cut up black


Ακούγεται ο ήχος ενός φωτογραφικού κλείστρου.


ΤΕΛΟΣ

.

.

.




https://www.facebook.com/share/v/1ETRp4KJMU/


χνκουβελης cncouvelis

Τι συνέβει στον Georgy Lukacs?


Όταν ο Γκεόργκι Λούκατς ξύπνησε εκείνο το πρωινό

σκέφτηκε ότι ήταν ένας φιλόσοφος σε ένα μυθιστόρημα του σύγχρονου ολοκληρωτισμού.

Στο δωμάτιο η βιβλιοθήκη ηταν γεμάτη Χέγκελ,Μαρξ, Ντοστογιέφσκι,Μπαλζάκ.

Όμως,χαμογέλασε,η ίδια η πραγματικότητα είχε μετακινηθεί,είχε αλλάξει θέση.

Βγήκε στον δρόμο της Βουδαπέστης,τα ίχνη από τα τανκς ορατα,οι οδοκαθαριστες προσπαθούσαν να τα εξαλείψουν.

Οι άνθρωποι περπατούσαν γρηγορα,κάθε τόσο σταματούσαν,κοιτούσαν πίσω τους και συνέχιζαν χωρίς να κοιτάζουν ποτέ ο ένας τον άλλον.

-Η πραγμοποίηση,ψιθύρισε.

Προχώρησε ανήσυχος.

Στο καφενείο όπου σύχναζε, οι θαμώνες διάβαζαν εφημερίδες χωρίς γράμματα. Γύριζαν τις λευκές σελίδες με σοβαρότητα,σαν να διάβαζαν τις σημαντικότερες ειδήσεις του κόσμου.

-Τι συμβαίνει;ρώτησε τον σερβιτόρο.

-Δεν υπάρχουν πια γεγονότα, αποκρίθηκε εκείνος.Μόνο ερμηνείες.

Ο Λούκατς γέλασε.

-Οχι,είπε.Πρώτα υπάρχουν τα γεγονότα.Υστερα οι ερμηνείες.

Ο σερβιτόρος τον κοίταξε παράξενα  σαν να είχε ακούσει μια αγνωστη γλώσσα.

Το ίδιο απογευμα επισκέφθηκε τη δημόσια βιβλιοθήκη.

Όλα τα βιβλία είχαν αλλάξει.

αν και οι τίτλοι ήταν ίδιοι,και οι συγγραφείς επίσης.

Ο Πόλεμος και Ειρήνη τελείωνε χωρίς να αρχίζει.

Οι Αδελφοί Καραμάζοφ είχαν απομείνει μια ακατανόητη προταση.

Η Θεία Κωμωδία ήταν μόνο η έξοδος από τον Παράδεισο.

Ένιωσε πως κάποιος είχε αφαιρέσει την ιστορία από τον κόσμο.

-Έτσι πεθαίνει η ολότητα,σκεφτηκε.

Τότε εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος βιβλιοθηκάριος.

-Αργησατε,του είπε.Τωρα πλεον ο κόσμος διαβάζει το τέλος πριν ζήσει την αρχή.

Ο Λούκατς έσκυψε το κεφάλι.

-Νιωθετε ενοχή; άκουσε τον βιβλιοθηκάριο.

Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει.

Τα πόδια του βυθίζονταν στο χιόνι.

Ο Λούκατς γονατισε και μάζεψε με το χέρι του χιόνι.

 Όταν σηκώθηκε μπροστά του στέκονταν ένα μικρό παιδί.

-Εσύ ποιος είσαι;ρώτησε ο Λούκατς.

Το παιδί χαμογέλασε.

-Εγω είμαι ο Μαρξ,είπε το παιδι κι έφυγε τρέχοντας.

Είχε νυχτώσει.

Περπάτησε δίπλα στον Δούναβη.

Η ιστορία,σκέφτηκε,όσο κι αν κατακερματίζεται, εξακολουθεί να αναζητά εκείνον που θα μπορέσει να τη δει ξανά ως όλον.

Ως το 'Συνολο'.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Η φωνή της Koko Taylor


https://www.facebook.com/share/v/1HMvCHVFdc/


Δεν υπήρξε καβγάς,ούτε θεατρικές χειρονομίες,η πόρτα έκλεισε,ήχος από βηματα που κατεβαιναν στη σκαλα.

Εκείνη έμεινε ακίνητη στο χολ.

Πήγε στο παράθυρο.

Ένα λεωφορείο πέρασε,ένα παιδί γελούσε στην απέναντι πολυκατοικία,κάποια γυναικα τίναζε ένα χαλί.

Εκλεισε τα παντζούρια.

Από εκείνη την ημέρα κλείδωσε την πόρτα και δεν ξαναβγηκε έξω.Τα ψώνια τα άφηναν έξω στη πορτα.

Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα,αλλά εκείνη δεν απαντούσε.

Οι φίλοι έστελναν μηνύματα που δεν διάβαζε.Ο κόσμος είχε μικρύνει στα εβδομήντα τετραγωνικά του διαμερίσματος της.

Έβαζε τον δίσκο στο πικ-απ να γυρίζει ξανά και ξανά.Η φωνή της Koko Taylor γέμιζε το σπίτι με εκείνο το βαθύ, τραχύ μπλουζ που δεν ζητούσε συγγνώμη για τον πόνο του.

Ηταν μια φωνή που δεν έκλαιγε,πάλευε.Σαν γυναίκα που είχε δει τον κόσμο να καταρρέει πολλές φορές.

Εκείνη ξάπλωνε στο πάτωμα και ακουγε.

Μια γυναίκα που γελούσε δυνατά,που χόρευε στην κουζίνα,που αγόραζε λουλούδια χωρίς λόγο.

Μια ζωή στο σπίτι που είχε τελειώσει.

Δύο φλιτζάνια στον νεροχύτη,ένα βιβλίο ανοιχτο στο κομοδίνο,ένα σακάκι πεταμενο στον καναπέ.

Τα βράδια έβαζε πιο δυνατά την Koko Taylor.

Έκανε δύο βήματα,να χορέψει,σταματούσε, γελούσε και ξανάρχιζε. 

Ένα αργό χορό.

Πέρασαν μέρες.Τα φυτά στο μπαλκόνι ξεράθηκαν..

Ένα απόγευμα έβρεχε και διακόπηκε το ρεύμα.Η μουσική σταμάτησε.

Μετά από καιρό το σπίτι βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή.

Ενιωσε φόβο.

Άνοιξε το παράθυρο.

Έξω η βροχή είχε πλημμυρίσει το δρόμο.

Από ένα απέναντι διαμέρισμα, ακουγόταν ένα πιάνο.

Χαμογέλασε.

Εκείνη δεν ηταν ευτυχισμένη,και ο κόσμος συνεχιζε να υπάρχει.

Κάθισε για αρκετή ώρα ξαπλωμένη στον καναπέ  ακούγοντας μόνο την αναπνοή της.

Γυμνωσε τα πόδια της σηκώνοντας το φουστάνι της.

Τα κοιτούσε.Τα ανοιγε και τα έκλεινε.

Όταν το ρεύμα επέστρεψε

σηκώθηκε και ακούμπησε τη βελόνα στο πικ-απ πάνω στο δίσκο.

Η φωνή της Koko Taylor ήταν πάλι στο δωμάτιο.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Η παρτίδα σκακιού του Marcel Duchamp


Στην αίθουσα μια σκάλα που δεν οδηγούσε πουθενά.

Από εκείνη κατέβαινε μια γυναίκα,υστερα ανέβαινε,

υστερα ξανακατέβαινε.

Το σώμα της διαλυονταν σε επίπεδα,σε διαδοχικές στιγμές.

Ο Duchamp δεν σήκωσε τα μάτια από τη σκακιέρα να κοιτάξει στη σκάλα.

-Η σειρά σας,Κυρια,είπε.

Η γυναίκα μετακίνησε έναν αξιωματικό χωρίς να σταματήσει να ανεβαίνει.

Ο Duchamp χαμογέλασε και κοίταξε στην άλλη άκρη της αίθουσας όπου καθοταν η Mona Lisa Gioconda με τα χέρια σταυρωμένα.

-Τι περιμένετε;τη ρώτησε.

-Να τελειώσει η παρτίδα,απάντησε η Μόνα Λίζα.

-πεντε αιώνες,απάντησε ο Duchamp και μετακίνησε τον λευκό πύργο.

Η γυναίκα της σκάλας κατεβαίνοντας μετακίνησε το  άλογο και έφαγε τον πύργο.

-Το να περιμένεις το ματ ανιαρό,είπε ο Duchamp και σηκώθηκε.

Στο βάθος υπήρχε ένας λευκος ουρητήρας.

Τον σήκωσε,τον γύρισε ανάποδα και τον ακούμπησε πάνω στη σκακιέρα ,ανάμεσα στον βασιλιά του  και στην αντιπαλο βασίλισσα.

Έβγαλε ένα μολύβι και έγραψε πάνω του.

R. Mutt 1917

Η γυναίκα της σκάλας σταμάτησε.

-αυτο είναι σκάνδαλο,φώναξε.

Και ανεβάζοντας το φόρεμα της κατουρησε.

-αυτο,μεσιέ Duchamp είναι ακριβώς η τέχνη,είπε και συνέχισε την κίνηση της στη σκάλα.

Η Gioconda χαμογελούσε.

-το πιο αστείο που άκουσα σήμερα,είπε.

 -L.H.O.O.Q.Elle a chaud au cul,είπε ο Duchamp.

-Σαχ,είπε η γυναίκα.

-Ειναι αδύνατον,αντέδρασε ο Duchamp.

-γι'αυτο ακριβώς,μετρ,είπε η γυναίκα,είναι δυνατόν.Το σκακι μολις έχει αλλάξει κανόνες.

Και κατεβαίνοντας τη σκαλα πήγε στη Mona Lisa,κάτι τής είπε,που δεν ακούστηκε,οι δύο γυναικες γέλασαν και βγήκαν αγκαζε από την αίθουσα.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

ο κ.Κ γράφει για την ομορφιά μιας γυναίκας.


1.Δοκίμιο: 

Η ομορφιά της γυναίκας

 

Στη φωτογραφία διακρίνεται μια γυναίκα με φωτεινό χαμόγελο,προσεγμένο μακιγιάζ,έντονα μάτια και κομψά χρυσά σκουλαρίκια.

Η έκφρασή της είναι γαλήνια και φιλική ενώ η στάση του προσώπου αποπνέει αυτοπεποίθηση χωρίς επιτήδευση. 


Η ομορφιά δεν είναι μια στατική κατάσταση. Μεταβάλλεται καθώς μεταβάλλεται και η ζωή.

Η νεότητα προσφέρει φρεσκάδα,όμως η εμπειρία προσθέτει βάθος.

Οι χαρές και οι δοκιμασίες χαράζουν αδιόρατες γραμμές στο πρόσωπο,οι οποίες δεν αφαιρούν την ομορφιά,συχνά την ολοκληρώνουν.

Έτσι, το πρόσωπο γίνεται ένα είδος βιογραφίας.


Η αισθητική αξία μιας γυναίκας βρίσκεται επίσης στην ικανότητά της να εκφράζει την προσωπικότητά της.

Το ντύσιμο, τα χρώματα, τα κοσμήματα και το χτένισμα δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία,είναι μορφές έκφρασης.

Όταν συνδυάζονται με αυθεντικότητα,δημιουργούν μια παρουσία που δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζει την προσοχή.


Η ομορφιά, τελικά, είναι σχέση.

Υπάρχει στο βλέμμα εκείνου που παρατηρεί.


Αυτή η γυναίκα είναι  πραγματικά όμορφη επειδη η εξωτερική της εικόνα συμφιλιώνεται με την εσωτερική της αλήθεια.

Η εμφάνιση δεν είναι μάσκα, γίνεται αντανάκλαση μιας προσωπικότητας που φωτίζει τον χώρο γύρω της.


2. Αφήγημα: 

Το χαμόγελο στο απογευματινό φως


Το καφέ ήταν σχεδόν άδειο. 

Εκείνη καθονταν δίπλα στο παράθυρο.Το  μαλλιά της αντανακλούσαν το φως.

Τα χρυσά σκουλαρίκια της κινούνταν ανεπαίσθητα κάθε φορά που έστρεφε το κεφάλι.

Ένας άγνωστος άντρας μπήκε και κάθισε απέναντι.

Δεν ήταν ένα εντυπωσιακό γεγονός 

Όμως για λίγη ωρα δύο άγνωστοι άνθρωποι μοιράστηκαν κάτι.

Όταν εκείνος έφυγε,εκείνη χαμογελασε.

Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο.

-Αυτος είναι ο άντρας μου, είπε. 

Όταν βγήκε από το καφέ το απογευματινό φως είχε γίνει  πιο φωτεινό.


3. ποίημα:

Η σιωπή του φωτός


το βλέμμα

η επιμέλεια του χρώματος στα χείλη

το ανεπαίσθητο χαμόγελο

χωρίς θόρυβο

ο κόσμος πιο φωτεινος

τα μάτια

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Μια φανταστική συνέντευξη του κ.Κ με την Μεγαλη πορτογαλίδα πιανιστρια

Maria João Pires

 

Ο κ.Κ συνομιλεί με τη Maria João Pires


κ. Κ.: Κυρία Pires, όταν σας ακούει κανείς να παίζετε Μότσαρτ,έχει την αίσθηση ότι η μουσική δεν εκτελείται αλλά αναπνέει.Εχετε έναν «βουδιστικό» τρόπο στο παίξιμό σας.Συμφωνείτε;


Maria João Pires: Δεν ξέρω αν είναι βουδιστικός.Ξέρω όμως ότι ο εκτελεστής πρέπει να εγκαταλείψει το εγώ του.Να μην θέλεις να επιβληθείς στη μουσική.

Ο Μότσαρτ απαιτεί απόλυτη διαύγεια,δεν συγχωρεί την επίδειξη.Είναι σαν να κάθεσαι ήσυχα δίπλα σε μια λίμνη.

Αν ταράξεις την επιφάνειά της,χάνεις την αντανάκλαση.


κ. Κ.: Δηλαδή η σιωπή είναι μέρος της μουσικής;


Maria João Pires: Η σιωπή είναι η μήτρα της μουσικής. Κάθε νότα γεννιέται από μια σιωπή και επιστρέφει σε αυτήν.Αυτό θυμίζει πράγματι μια ανατολική αντίληψη.

Δεν κυνηγάς τη μουσική,την αφήνεις να εμφανιστεί.


κ. Κ.: Κι όμως,όταν παίζετε Σοπέν, μοιάζει σαν να ανοίγεται ένας τελείως διαφορετικός κόσμος.


Maria João Pires: Ο Σοπέν είναι η ανθρώπινη αναπνοή.

Ο Μότσαρτ κοιτάζει τον ουρανό,ο Σοπέν κοιτάζει την καρδιά.

Στον πρώτο χρειάζεται διαφάνεια.

Στον δεύτερο,τρυφερότητα. Αλλά και οι δύο απαιτούν ειλικρίνεια.Αν προσπαθήσεις να συγκινήσεις το κοινό, έχεις ήδη αποτύχει.

Πρέπει πρώτα να συγκινηθείς εσύ από αυτό που ανακαλύπτεις μέσα στη μουσική.


κ. Κ.: Θα ήθελα να γυρίσουμε στο Άμστερνταμ, το 1999. Μια στιγμή που μοιάζει σχεδόν απίθανη.


Maria João Pires: Δεν ήταν θαύμα. Ήταν πανικός.


κ. Κ.: Όταν η ορχήστρα άρχισε να παίζει το Κοντσέρτο αρ. 20;


Maria João Pires: Ναι. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κατάλαβα ότι είχα προετοιμάσει άλλο έργο. Ένιωσα σαν να εξαφανίστηκε το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.

Ήθελα να σταματήσουν όλα. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.


κ. Κ.: Κι όμως δεν σταμάτησαν.


Maria João Pires: Ευτυχώς όχι.Ο Riccardo Chailly με κοίταξε με απόλυτη ηρεμία. Εκείνο το βλέμμα έλεγε: -Μπορείς.

Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη.Το σώμα θυμήθηκε όσα ο νους πίστευε πως είχε ξεχάσει.


κ. Κ.: Παίξατε ολόκληρο το κοντσέρτο από μνήμης χωρίς λάθος.


Maria João Pires: Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε μνήμη ούτε λογική.Υπήρχε μόνο η μουσική.Όταν τελείωσε η συναυλία, τότε κατάλαβα τι είχε συμβεί και άρχισα να τρέμω.


κ. Κ.: Πολλοί χαρακτήρισαν εκείνη την ερμηνεία θαύμα.


Maria João Pires: Τα θαύματα γεννιούνται από χιλιάδες ώρες μοναξιάς,μελέτης και αμφιβολίας.Δεν είναι υπερφυσικά.Είναι οι στιγμές όπου η προετοιμασία συναντά το άγνωστο.


κ. Κ.: Τα τελευταία χρόνια αφιερώσατε μεγάλο μέρος της ζωής σας σε παιδιά από μειονεκτικά κοινωνικά περιβάλλοντα.Γιατί;


Maria João Pires: Γιατί η μουσική δεν είναι πολυτέλεια.Είναι δικαίωμα. Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στη φτώχεια μπορεί να μη γνωρίσει ποτέ τον Μότσαρτ ή τον Σοπέν,όχι επειδή δεν μπορεί να τους καταλάβει αλλά επειδή κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα.


κ. Κ.: Πιστεύετε ότι η μουσική αλλάζει τη ζωή;


Maria João Pires: Δεν λύνει την πείνα ούτε σταματά τους πολέμους.Αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος κατοικεί τον κόσμο. Κι αυτό είναι η αρχή κάθε αλλαγής.


κ. Κ.: Τι μαθαίνετε από τα παιδιά;


Maria João Pires: Ότι η μουσική δεν ανήκει στους σολίστ ούτε στις μεγάλες αίθουσες.Ανήκει σε όποιον ακούει χωρίς φόβο.


κ. Κ.: Αν ο Μότσαρτ και ο Σοπέν κάθονταν σήμερα εδώ, τι θα τους λέγατε;


Maria João Pires: Τίποτε.Θα προτιμούσα να καθίσουμε όλοι σιωπηλοί.Ίσως τότε να άρχιζε πραγματικά η μουσική.


κ. Κ:Σας ευχαριστώ πολύ.


η Maria João Pires

κάθησε στο πιάνο και έπαιξε

Frederico Chopin 

Nocturne opus 9 no 1


https://youtu.be/yqb9Kl28Cmw?is=aXiW2epzocIgCgRr

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου