.
.
-μεταφράζοντας
Το Γραμμα
Η τελευταία σεκάνς της ταινίας: La Notte (Η Νύχτα,1961) του Michelangelo Antonioni
(ηθοποιοί:Marcello Mastroianni,Jeanne Moreau,Monica Vitti)
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Το Γραμμα
Η τελευταία σεκάνς της ταινίας: La Notte (Η Νύχτα,1961) του Michelangelo Antonioni
(ηθοποιοί:Marcello Mastroianni,Jeanne Moreau,Monica Vitti)
Τα ξημερώματα,η Λίντια(Jeanne Moreau) διαβάζει στον Τζοβάνι(Marcello Mastroianni)
ένα παλιό ερωτικό γράμμα.Εκείνος την ρωτά ποιος το έγραψε.
Η Λίντια του απαντά:
-Εσυ.
Το Γραμμα:
Όταν ξύπνησα σήμερα το πρωί,κοιμόσουν ακόμα.
Ενώ έβγαινα αργά απ'τον ύπνο μου,άκουσα την απαλή αναπνοή σου κι ανάμεσα απ'τα μαλλιά που σκέπαζαν το πρόσωπο είδα τα μάτια σου κλειστά και πολύ δύσκολα κατάφερα να συγκρατήσω την συγκίνησή μου.
Ήθελα να φωνάξω,να σε ξυπνήσω,γιατί κοιμοσουν τόσο βαθειά που έμοιαζες σχεδόν αψυχη.
Στο μισοσκόταδο,η επιδερμίδα του μπράτσου σου και του λαιμού σου φαίνονταν τόσο ζωντανή,τόσο ζεστή και στεγνή που δεν έβλεπα την ώρα να ακουμπήσω πάνω της τα χείλη,αλλά η σκέψη ότι θα διέκοπτα τον ύπνο σου,ότι θα σε ξύπναγα μέσα στην αγκαλιά μου,με συγκράτησε.
Σε προτιμούσα έτσι,κάτι που κανεις δεν μπορούσε να μου το πάρει επειδή ήταν μόνο δικό μου,αυτή η εικόνα από σένα που θα ήταν αιωνια.
Περα απ'το πρόσωπο σου είδα την αντανάκλαση μου μέσα σε μια οπτασια αγνη και βαθεια.
Σε είδα μέσα σε μια διάσταση που περιελάμβανε όλες τις στιγμές της ζωής μου,όλα τα χρονια που θα έρθουν,ακόμα και τα χρόνια που πέρασαν ενώ προετοιμάζουν να σε συναντήσω.
Αυτό ήταν το μικρό θαύμα αυτής της στιγμής του ξυπνηματος:να νιώσω για πρώτη φορα ότι ήσουν και θα είσαι για πάντα δική μου και ότι αυτή η νύχτα θα συνεχίζονταν επ'απειρον με σένα στο πλάι μου,με την ζεστασιά του αίματος σου,με τις σκέψεις σου και τη θέληση σου ενωμενη με τη δική μου.
Σ'εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πόσο σ'αγαπουσα,Λιντια,και η ένταση της συγκίνησης ήταν τετοια που μου χύθηκαν τα δάκρυα στα ματια.
Γιατί ένιωθα πως αυτό δεν έπρεπε ποτε να τελειωσει,ότι όλες οι ζωές μας έπρεπε να είναι
σαν μια ηχώ αυτής της αυγης,στην οποία εσύ δεν μου ανήκεις αλλά ήσουν στη πραγματικότητα ένα μέρος από μένα,κάτι που ανεπνεε μέσα μου και που θα μπορούσε να καταστρεψει μοναχα η αδιαφορια της συνήθειας,η οποία είναι η μοναδική απειλή που βλεπω.
Ύστερα εσύ ξύπνησες και μ'ένα χαμόγελο νυσταγμενο με φίλησες και ένιωσα πως δεν υπήρχε τίποτα να φοβηθουμε ότι θα ήμασταν πάντοτε όπως ήμασταν σε εκείνη τη στιγμη,συνδεμένοι από κάποιο πράγμα ισχυρότερο από τον χρόνο και τη συνήθεια.
.
.
Quando mi sono svegliato stamattina, dormivi ancora. Mentre uscivo lentamente dal mio sonno, ho sentito il tuo respiro gentile e attraverso i capelli che ti ricoprivano il viso ho visto i tuoi occhi chiusi e riuscivo a malapena a contenere la mia emozione. Volevo gridare, svegliarti, perché dormivi così profondamente che sembravi quasi senza vita. Nella penombra, la pelle delle tue braccia e della tua gola appariva così vibrante, così calda e asciutta che non vedevo l’ora di premervi le labbra, ma il pensiero di disturbare il tuo sonno, di risvegliarti tra le mie braccia, mi trattenne. Ti preferivo così, qualcosa che nessuno poteva togliermi perché era solo mio, questa immagine di te che sarebbe stata eterna. Oltre il tuo viso ho visto il mio riflesso in una visione pura e profonda. Ti ho visto in una dimensione che comprendeva tutti i momenti della mia vita, tutti gli anni a venire, anche gli anni passati mentre mi preparavo a incontrarti. Questo è stato il piccolo miracolo di questo momento di veglia: sentire per la prima volta che eri e saresti sempre stato mio e che questa notte sarebbe andata avanti all’infinito con te accanto a me, con il calore del tuo sangue, dei tuoi pensieri e della tua volontà mescolati alla mia. In quel momento ho capito quanto ti amassi, Lidia, e l’intensità dell’emozione era tale che mi sono venute le lacrime agli occhi. Perché sentivo che questo non doveva mai finire, che tutte le nostre vite dovevano essere come un’eco di quest’alba, in cui tu non mi appartenevi ma in realtà una parte di me, qualcosa che respirava dentro di me e che poteva distruggere se non l’apatia dell’abitudine, che è l’unica minaccia che vedo. Poi ti sei svegliata e con un sorriso assonnato mi hai baciato e ho sentito che non c’era nulla da temere che saremmo sempre stati come eravamo in quel momento, legati da qualcosa di più forte del tempo e dell’abitudine.
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου