I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Ο Κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εις τον Προφήτην Ελισσαιον -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Ο Κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εις τον Προφήτην Ελισσαιον

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ο Κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εις τον Προφήτην Ελισσαιον


Μόνο οι ψυχές των πτωχών και των ταπεινων 

μετέχουν εις την γαλήνια μελαγχολίαν της νυχτος.


Εις το μικρόν εκκλησάκι του Προφητου Ελισσαίου εις την   Πλάκα ετελείτο η Θεία Λειτουργία υπό του σεπτού ιερέως Νικολάου Πλανά. .

Εις το δεξιόν αναλόγιον ίστατο ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,ψαλλων με αυστηρόν βυζαντινόν τρόπον,άνευ περιττών καλλωπισμών,με την κατανυκτικήν απλότητα των παλαιών ψαλτών.

Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος.

Και καθώς έψαλλε το:

Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεί,εσήκωσε τους οφθαλμους του και είδε ανάμεσα εις το εκκλησίασμα 

εις τον χαμηλό φωτισμό των κεριών καθισμένη τη γριά Λουκαινσ με το φτωχικόν τσεμπέρι και τα ροζιασμένα χέρια. Δίπλα της η δυστυχής Φραγκογιαννού η Χαδουλα,όχι με το πρόσωπον της αμαρτίας,τεταραγμενον εκ της αμαρτίας,αλλά με έκφρασιν συντριβής και ελπίδος,ως ψυχή που αναμένει το άπειρον έλεος.

Είδε και τον  μπάρμπα-Γιαννιό τον κανατά,ενδεδυμένον φτωχικά,αδεξιως να σταυροκοπειται.

Και την μικρή Ακριβούλα διέκρινε καθαρα,ήτο εκεί,σαν ποτέ να μην είχε χαθεί εις τα κύματα. 

Και ο ταπεινός βοσκός,ο ναυτικός,η χήρα,η πλύστρα,εκεί τους είδε να είναι παροντες.και όλους τους πονεμένους άνθρωπους του νησιού του και αμίλητοι να προσεύχονται.

Άραγε,Κύριε,σκέφτηκε,δια τούτους δεν εγράφησαν όλαι οι ιστοριες; Διά τα πλάσματά Σου,τα αφανή,τα λησμονημένα,τα οποία ουδείς γνωρίζει,αλλά Συ αριθμείς τα δάκρυά των;

Και όταν ηρχισε να ψέλνει: Σε υμνούμεν,Σε ευλογούμεν,

η φωνή του ερραγισθει από την συγκίνηση. 

Ενόμισε τότε ότι είδε και την μητέρα του Αγγελική την Γκιουλω σκυμμένην εις προσευχήν και τις αδελφές του την Ουρανία την Χαρίκλεια

τη Σοφούλα

τη Κυρατσούλα,και τα αδέλφια του Εμμανουήλ και Γεωργιο.

Τους νησιώτας,τους ναυτικούς που επνίγησαν εις τα πελάγη,τα ορφανά παιδιά, τους ξενητεμένους,τον Αμερικανο,όλους εκείνους που είχαν φύγει από τον κόσμον αυτόν και είχαν παραδώσει την πνοήν των εις τον Θεόν.

Και το εκκλησάκι του Προφητου Ελισσαίου  εγένετο ως μία κιβωτός, τών ζώντων και των  κεκοιμημένων,των δικαιων και των μετανοούντων,τών  φτωχων και των  λησμονημένων.

Ο ιερέας Νικολαος Πλανάς ύψωσε τα Τίμια Δώρα και ηκούσθει η φωνή του:

Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε.

Και ο κυρ Αλέξανδρος είδε τις ψυχές τους να προσέρχονται με ταπείνωση.

Κύριε,εψιθυρισε,αυτούς ηγάπησα,αλλον πλούτο δεν ειχον.Αυτούς μοι εχάρισες,αυτούς εις Σε παρέδωκα.Αλλά Συ,που ουδέν λησμονείς,δέξαι και αυτούς και εμέ,τον ελάχιστον,εις την άφατον ευσπλαγχνίαν Σου.

Και ως ψαλμωδία ηρχισεν να ανέρχεται εις τον Κύριον 

Το Μοιρολογι της φώκιας

εκ των χειλέων του:


Κάτω από τον κρημνόν,οπού βρέχουν τα κύματα,όπου κατέρχεται το μονοπάτι,το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη,οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς,δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού,την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος,να κολυμβούν εκεί τριγύρω,ονομάζουν το Κοχύλι -φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα-κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα,μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν,είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν,το Γλυφονέρι,οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου,και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον,το μονοπάτι,και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της,δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου,οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ,κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.

Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της,τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς,το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη.Δύο κοράσια και τρία αγόρια,όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.

Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της,και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα·ο εις είχεν υπάγει,της είπον,εις την Αυστραλίαν,και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών·αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει·ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου,και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη.Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα,με μισήν δωδεκάδα παιδιά.

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου