I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Τ-Litterature Λογοτεχνια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

 .

.

Τ-Litterature Λογοτεχνια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιστορίες 


δεν συναντήθηκαν ποτέ


Η ιστορία τής γυναίκας:


Δεν ξέρω το όνομά του,

ξέρω μόνο ότι υπήρξε.

Εγώ γεννήθηκα σε ένα παραθαλάσσιο μερος,εκείνος σε μια πόλη.

Μεγάλωνα ακούγοντας τα κύματα κι εκείνος  μεγάλωνε ακούγοντας το θόρυβο τών δρομων.

Κάποτε βρέθηκα σ'εκεινη τη πόλη,θυμάμαι τη ζέστη.

Ένας άντρας σε ένα περίπτερο αγόραζε ένα μπουκάλι νερό δίπλα μου.

Δεν τον είδα.Δεν με είδε.

Ερωτεύτηκα κάποιον άντρα,χωρίσαμε.

Ταξίδεψα σε μια πόλη,κάθισα μόνη σε ένα καφέ.Εβρεχε.

Εκεί τότε,κάποιος άντρας,φωτογράφισε το νερό τής βροχής στούς δρόμους.

Ήταν εκείνος.

Πιθανόν μέσα στο κάδρο κάποιας φωτογραφίας του να είμαι κι εγώ.

Χωρίς να με ξερει.

Παντρεύτηκα.

Απέκτησα μια κόρη.

Μετά από δέκα χρόνια χώρισα.

Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.

Η σκέψη με τρόμαξε.

Γιατί δεν μιλούσε μόνο για έρωτα.

Μιλούσε για ολόκληρες ζωές που έμειναν ανεκπλήρωτες.

Για βλέμματα που δεν συναντήθηκαν.

Για συζητήσεις που δεν ειπώθηκαν

Κάποτε επισκέφθηκα μια έκθεση φωτογραφίας.

Θυμάμαι μια εικόνα.

Ένας έρημος δρόμος.

Έμεινα πολλή ώρα μπροστά της.

Είχα την παράξενη αίσθηση ότι κάποιος είχε δει μαζί με μένα αυτό το δρόμο.

Κάποιος που δεν τον γνώρισα ποτέ.

Και ήταν εκείνος.

Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.

.

.

Η Ιστορία τού άντρα:


Δεν ξέρω ποια ήταν.

Δεν ξέρω αν ήταν όμορφη.

Δεν ξέρω το χρώμα τών ματιών της.

Θυμάμαι πως κάποτε αγόρασα σε ένα περίπτερο ένα μπουκάλι νερό.

Θυμάμαι τη ζέστη.

Μια γυναίκα αγόρασε ένα περιοδικό.Δεν την είδα.Ηταν εκείνη.

Κάποτε σε μια άλλη πόλη φωτογράφισα τη βροχή στο δρόμο εξω από ένα καφε.

Θολα φαίνονταν στο βάθος μια γυναικεία φιγούρα.Ηταν εκείνη.

Γνώρισα γυναίκες.

Αγάπησα.

Προδόθηκα.

Πρόδωσα.

Σε μια έκθεση μου παρατήρησα μια γυναίκα να στέκεται πολλή ώρα μπροστά σε μία φωτογραφία.

Ένα έρημο δρόμο.

Είχε γυρισμένη την πλάτη.

Δεν τής μίλησα.

Έφυγε.

Ήταν εκείνη.

Κάποια νύχτα,αναρωτήθηκα

τι είναι τελικά η ζωή;

Οι άνθρωποι που γνωρίζουμε;

η' οι άνθρωποι που δεν γνωρίσαμε;

Τα βλέμματα μας που στράφηκαν αλλού.

Ίσως μ'εκεινη καθίσαμε στο ίδιο βαγόνι τού μέτρο.

Ίσως αγγίξαμε το ίδιο βιβλίο σ'ένα βιβλιοπωλείο με διαφορά λίγων λεπτών.

Ίσως καθίσαμε σιωπηλοί σ'ένα μπαλκόνι.

Δεν θα μάθω ποτέ.

Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.

.

.

.

Μελέτη Ανάλυση:


Το διήγημα «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» του χνκουβελη ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία κειμένων που οικοδομούν ολόκληρη την δραματουργία τους όχι πάνω σε ένα γεγονός αλλά πάνω στην απουσία ενός γεγονότος. Η ιστορία δεν αφηγείται έναν έρωτα· αφηγείται την αδυναμία του έρωτα να υπάρξει. Δεν μιλά για μια συνάντηση, αλλά για όλες τις πιθανές συναντήσεις που χάθηκαν μέσα στον χρόνο.


Η ποιητική του ανεκπλήρωτου


Η πρώτη εντύπωση που αφήνει το κείμενο είναι η ακραία λιτότητά του. Οι προτάσεις είναι σύντομες, σχεδόν γυμνές από λογοτεχνικά στολίδια. Ωστόσο κάτω από αυτή την απλότητα λειτουργεί ένας βαθιά οργανωμένος μηχανισμός συγκίνησης.

Η γυναίκα λέει:

«Δεν ξέρω το όνομά του, ξέρω μόνο ότι υπήρξε.»

Και ο άντρας:

«Δεν ξέρω ποια ήταν.»

Οι δύο αφηγήσεις αρχίζουν από την άγνοια. Όχι όμως από την άγνοια ενός προσώπου που δεν υπήρξε, αλλά από την άγνοια ενός προσώπου που υπήρξε πραγματικά. Αυτό είναι το τραγικό στοιχείο του κειμένου. Δεν πρόκειται για φαντασίωση. Δεν πρόκειται για έναν ιδανικό σύντροφο που επινοείται. Πρόκειται για έναν πραγματικό άνθρωπο που έζησε παράλληλα.

Η ύπαρξη προηγείται της γνωριμίας.

Και ακριβώς εκεί γεννιέται η μελαγχολία του διηγήματος.


Η αρχιτεκτονική των παράλληλων βίων


Το έργο είναι χτισμένο συμμετρικά.

Η ιστορία της γυναίκας αντανακλάται σχεδόν καθρεφτικά στην ιστορία του άντρα.

Το περίπτερο. Το μπουκάλι νερό. Η ζέστη.

Το καφέ. Η βροχή. Η φωτογραφία.

Η έκθεση.

Κάθε σκηνή εμφανίζεται δύο φορές.

Την πρώτη φορά από τη μία οπτική. Τη δεύτερη από την άλλη.

Ο αναγνώστης γίνεται ο μόνος που γνωρίζει την αλήθεια.

Οι ήρωες αγνοούν αυτό που ο αναγνώστης βλέπει καθαρά:

ότι οι ζωές τους διασταυρώθηκαν επανειλημμένα.

Το εύρημα θυμίζει τεχνικές κινηματογραφικού μοντάζ, όπου δύο αφηγηματικές γραμμές κινούνται παράλληλα και ο θεατής γνωρίζει περισσότερα από τους χαρακτήρες.

Ο χνκουβέλης δημιουργεί έτσι μια ιδιότυπη μορφή δραματικής ειρωνείας.

Δεν αγωνιούμε για το τι θα συμβεί.

Αγωνιούμε επειδή ξέρουμε ότι δεν θα συμβεί.


Ο χρόνος ως τραγική δύναμη


Στα περισσότερα ερωτικά αφηγήματα το εμπόδιο είναι εξωτερικό.

Η κοινωνία. Η απόσταση. Η μοίρα. Ο θάνατος.

Εδώ το εμπόδιο είναι σχεδόν αόρατο.

Μερικά δευτερόλεπτα.

Ένα βλέμμα που στράφηκε αλλού.

Μια πλάτη σε μια έκθεση.

Μια στιγμή αδράνειας.

Η τραγωδία γεννιέται από το ασήμαντο.

Ολόκληρες ζωές κρίνονται από ελάχιστες χρονικές αποκλίσεις.

Το κείμενο μοιάζει να υποστηρίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι προϊόν μεγάλων αποφάσεων αλλά προϊόν μικροσκοπικών συμπτώσεων.

Αυτό δίνει στο έργο μια σχεδόν υπαρξιακή διάσταση.

Οι «αόρατοι άνθρωποι»

Το πιο σημαντικό ίσως σημείο του διηγήματος βρίσκεται στη φράση της γυναίκας:

«πόσοι άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο που θα μπορούσαν να είχαν αγαπηθεί μεταξύ τους αλλά δεν γνωρίστηκαν ποτέ.»

Εδώ το έργο εγκαταλείπει την προσωπική ιστορία και μετατρέπεται σε φιλοσοφικό στοχασμό.

Οι δύο πρωταγωνιστές γίνονται σύμβολα όλων εκείνων των ανθρώπων που δεν συναντήθηκαν.

Όλων των φίλων που δεν έγιναν φίλοι.

Όλων των εραστών που δεν έγιναν εραστές.

Όλων των συνομιλιών που δεν πραγματοποιήθηκαν.

Ο χνκουβέλης εισάγει έτσι μια έννοια σχεδόν μεταφυσική:

την ύπαρξη των «αόρατων σχέσεων».

Σχέσεις που δεν έζησαν ποτέ αλλά παρ' όλα αυτά αφήνουν ένα ίχνος μέσα μας.


Η απουσία ως παρουσία


Το πιο παράδοξο στοιχείο του έργου είναι ότι οι δύο ήρωες νιώθουν νοσταλγία για κάποιον που δεν γνώρισαν.

Η τελευταία φράση επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια:

«Ξέρω πως ποτέ δεν θα τον συναντήσω και όμως μού λείπει.»

«Ξέρω πως ποτέ δεν θα την συναντήσω και όμως μού λείπει.»

Αυτή η επανάληψη αποτελεί το συναισθηματικό κέντρο του κειμένου.

Η έλλειψη μετατρέπεται σε μνήμη.

Η απουσία αποκτά βάρος παρουσίας.

Ο άλλος γίνεται ένα είδος φαντάσματος.

Όχι νεκρός.

Αλλά ποτέ γεννημένος μέσα στη ζωή μας.

Πρόκειται για μία από τις πιο λεπτές μορφές υπαρξιακής θλίψης που μπορεί να εκφράσει η λογοτεχνία: το πένθος για κάτι που δεν συνέβη.


Φωτογραφία και μνήμη


Η φωτογραφία λειτουργεί ως κεντρικό σύμβολο.

Ο άντρας είναι φωτογράφος.

Η γυναίκα κοιτάζει τη φωτογραφία του.

Η φωτογραφία είναι η κατεξοχήν τέχνη της απουσίας.

Απεικονίζει κάτι που υπήρξε αλλά δεν είναι πλέον παρόν.

Με τον ίδιο τρόπο ο άντρας και η γυναίκα είναι παρόντες ο ένας στη ζωή του άλλου μόνο ως δυνατότητα.

Η ιδέα ότι εκείνη ίσως βρίσκεται μέσα στο κάδρο μιας φωτογραφίας του είναι εξαιρετικά εύστοχη συμβολικά.

Η εικόνα λέει:

«Υπήρξαμε στον ίδιο χώρο. Υπήρξαμε στον ίδιο χρόνο. Αλλά όχι ο ένας για τον άλλον.»


Υπαρξιακές συγγένειες


Το διήγημα συνομιλεί με μια μεγάλη παράδοση λογοτεχνίας και κινηματογράφου.

Θυμίζει την ατμόσφαιρα των ταινιών του Krzysztof Kieślowski, ιδιαίτερα εκείνων όπου οι ζωές αγνώστων τέμνονται αόρατα.

Θυμίζει επίσης τις υπαρξιακές αναζητήσεις του Jorge Luis Borges γύρω από τις πιθανές ζωές που δεν ζήσαμε.

Ταυτόχρονα διαθέτει κάτι βαθιά σύγχρονο: την αίσθηση ότι μέσα στα εκατομμύρια ανθρώπων των πόλεων είμαστε διαρκώς κοντά σε κάποιον που ίσως θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή μας, χωρίς ποτέ να το μάθουμε.


Η αισθητική του κειμένου


Το ύφος χαρακτηρίζεται από:

απόλυτη οικονομία μέσων,

χαμηλόφωνη συγκίνηση,

απουσία μελοδραματισμού,

επαναληπτική δομή,

ποιητική χρήση της καθημερινότητας.

Ο συγγραφέας δεν πιέζει τον αναγνώστη να συγκινηθεί.

Απλώς παραθέτει γεγονότα.

Η συγκίνηση γεννιέται από τα κενά ανάμεσα στα γεγονότα.

Με έναν παράδοξο τρόπο, το σημαντικότερο γεγονός του διηγήματος είναι ακριβώς αυτό που δεν συμβαίνει ποτέ.


Το «Δεν συναντήθηκαν ποτέ» είναι ένα σύντομο αλλά εξαιρετικά πυκνό υπαρξιακό διήγημα. Η αξία του δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στη φιλοσοφική του σύλληψη. Ο χνκουβέλης μετατρέπει μια απλή ιδέα,δύο άνθρωποι που περνούν ξανά και ξανά ο ένας δίπλα από τον άλλον χωρίς να γνωριστούν— σε στοχασμό πάνω στη μοίρα, στον χρόνο, στη μνήμη και στις αμέτρητες ζωές που μένουν αβίωτες.

Το βαθύτερο ερώτημα του έργου δεν είναι αν οι δύο ήρωες θα συναντηθούν.

Είναι αν η ζωή μας ορίζεται περισσότερο από όσα ζήσαμε ή από όσα χάσαμε χωρίς καν να το γνωρίζουμε.

Και η τελευταία φράση του διηγήματος λειτουργεί σαν ηχώ που συνεχίζει να ακούγεται πολύ μετά το τέλος της ανάγνωσης:

«Δεν τον γνώρισα ποτέ. Και όμως μου λείπει.»

Ίσως αυτή να είναι η πιο ακριβής λογοτεχνική διατύπωση της νοσταλγίας για μια ζωή που θα μπορούσε να είχε υπάρξει.

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n couvelis


Η ιστορία τής Σιρτού και τού Αμπί-Έλι

(μια Ερωτικη Ιστορία την Εποχή τού Χαμουραμπί, 1754 π.Χ)


Η Σιρτού ήταν κόρη ενός γραφέα,ζούσε κοντά στον ναό τής Ιστάρ, τής θεάς τού έρωτα και τού πολέμου,και μάθαινε να διαβάζει τη σφηνοειδή γραφή σε πήλινες πινακίδες.

Τα λεπτά της δάκτυλα  άγγιζαν στις πήλινες πινακίδες τις λέξεις τών νόμων και τών εμπορικών συμφωνιών.

Ο Αμπί-Έλι ήταν νεαρός αξιωματικός,γιος εμπόρου.είχε υπηρετήσει στις εκστρατείες τού βασιλιά,αλλά τον απέβαλαν γιατι δεν έδειξε  πολεμικο ζήλο.

Αφού δεν έβρισκε νόημα στούς πολέμους που άφηναν πίσω τους μόνο νεκρους και ερείπια.

Συναντήθηκαν στο προαύλιο τού ναού τής Ιναννα-Ισταρ όταν η Σιρτού μετέγραφε έναν ύμνο τής θεας σε νέα πινακίδα.

Εκείνος στάθηκε πίσω της και διάβασε φωναχτά μια φράση που εκείνη είχε χαραξει:


Ο έρωτας είναι φωτιά που δεν υπακούει σε νόμους.


Η Σιρτού γύρισε το κεφάλι και τον είδε.

Ήταν όμορφος.

Από εκείνη τη στιγμη ερωτεύτηκαν και συναντιούνταν κρυφά στα στενά κανάλια τής Βαβυλώνας,εκεί όπου το νερό μύριζε λάσπη και νούφαρα.

Η Σιρτού τού διάβαζε αποσπάσματα από πινακίδες:


Όποιος αγαπά, χάνει το όνομά του μέσα στον άλλον.


Κι όταν αγκαλιάζονταν τον κοιτούσε στα μάτια και τού έλεγε υμνους τής θεας.


Γαμπρέ μου,αγαπημένε τής καρδιάς μου

ομορφη είναι η ομορφιά σου

γλυκιά σαν μέλι


Όργωσε τον αγρό μου,

άντρα τής καρδιάς μου.

Ετοίμασε τη γη μου που λαχταρά.

Ριξε μέσα της τον σπόρο τής ζωής.


Στην Βαβυλώνα τού Χαμουραμπί,σύμφωνα με τον Κώδικα του,ακόμη και ο έρωτας ήταν θεσπισμενος νομικα.

Οι γάμοι διακανονιζονταν με συμβόλαια,η επιθυμία τών προσώπων δεν υπολογίζονταν.

Ο πατέρας τής Σιρτού είχε ήδη υποσχεθεί την κόρη του σε έναν ηλικιωμένο γραφέα,ώστε να ενισχυθεί η θέση τής οικογένειας.

Όταν το ανακοίνωσε στη Σιρτού εκείνη τρελλαθηκε.

Ο Αμπί-Έλι,απελπισμένος, τής πρότεινε να φύγουν μακριά.

-Θα περάσουμε τον Ευφράτη και θα ζήσουμε σε άλλη πόλη,όπου οι νόμοι δεν θα είναι ισχυρότεροι από την αγάπη.

Αλλά η Σιρτού ήξερε ότι δεν υπήρχε τόπος χωρίς νόμους.

Κάποιος τούς είδε.

Σύμφωνα με τον νόμο η μοιχεία και η ανυπακοή σε οικογενειακές συμφωνίες  τιμωρουνταν σκληρα. 

Ο πατέρας τής Σιρτού κατήγγειλε τον Αμπί-Έλι.

Ο στρατιωτικός αξιωματικός συνελήφθη. 

Η Σιρτού τον είδε για τελευταία φορά στην αυλή τού δικαστηρίου. 

-Δεν μετανιώνω, τής είπε. Αν ο έρωτας είναι παράβαση,τότε αυτος είναι η μόνη παράβαση που πιστεύω. 

Η απόφαση ήταν αυστηρή, καταδικάστηκε σε θάνατο.

Ο νόμος τού Χαμουραμπί δεν άφηνε περιθώρια για συναισθήματα.

Η Σιρτού απελπισμένη κλείστηκε 

μέσα στο ναό,γονάτισε μπροστά στο άγαλμα τής Ιστάρ και έκλαψε:


Κυρα είμαι δική σου

Έτσι θα είμαι πάντα.

Μακάρι η καρδιά σου να μού δείξει έλεος.

Βοηθησε μας.

κι αν ο έρωτας είναι δώρο σου,

γιατί τιμωρείται σαν έγκλημα;


Αλλά η θεα δεν τής απάντησε.

Την μέρα τής εκτέλεσης,η  Βαβυλώνα ήταν καλυμμένη από σκόνη πηλού.

Ο Αμπί-Έλι οδηγήθηκε έξω από τα τείχη.Η Σιρτού τον ακολούθησε από απόσταση,κρυμμένη μέσα στο πλήθος.

Εκείνος γύρισε και την ξεχώρισε..

Και φώναξε.

-Να με θυμασε όπως σ'αγαπησα,όχι νεκρό.

Αυτά ήταν τα τελευταία του λόγια.

Η Σιρτού δεν γύρισε σπίτι της.

Χάθηκε.

Ρίχτηκε στα νερά τού Ευφράτη με μια πήλινη

πινακιδα.


Ο έρωτας δεν υπακούει σε νομους.


Και το.νερο έκλεισε πάνω τους τούς κύκλους του.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιστορίες


Ο Αντιγραφέας


Το όνομά του δεν διασώθηκε.Δεν ήταν βασιλιάς.Δεν ήταν στρατηγός.Δεν ήταν ήρωας.Ήταν αντιγραφέας χειρογράφων.

Ζούσε σε ένα μοναστήρι στον Μεσαίωνα.

Κάθε μέρα αντέγραφε βιβλία.Χιλιάδες λέξεις.Χιλιάδες σελίδες.

Χρόνια ολόκληρα.

Μια νύχτα, καθώς αντέγραφε ένα αρχαίο κείμενο,το κερί έσβησε.

Στο σκοτάδι σκέφτηκε πως κανείς δεν θα μάθει ποτέ ότι υπήρξε.

Οι βασιλιάδες θα γραφτούν στην ιστορία.

Οι στρατηγοί επίσης.

Αυτός όχι.

Συνέχισε όμως να γράφει.

Αιώνες αργότερα,το χειρόγραφο που αντέγραψε έγινε η μοναδική σωζόμενη πηγή ενός αρχαίου έργου.

Χάρη σε εκείνον,ένας ποιητής δεν χάθηκε.

Μια ιδέα δεν χάθηκε.

Ένας πολιτισμός δεν χάθηκε εντελώς.

Κι όμως,το όνομά του παρέμεινε άγνωστο.

Η ιστορία με περίεργους τρόπους μοιράζει τη δόξα.

Μνημονεύει αυτούς που καταστρέφουν πόλεις.

Και αφηνει αμνημονευτους εκείνους που σώζουν λέξεις.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ιστορίες Εκ Χρέους εις τον κυρ Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην


Το λάδι τού καντηλιου


Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν βαρύς στο νησι.Ο άνεμος μέρες σφύριζε και η θάλασσα αδιάκοπα αγριεμενη.

Η Μαρουσώ,χήρα ναυτικού από ετών πολλών,κάθε που νύχτωνε άναβε το καντήλι στο εικονοστάσι τ'αη-Νικολα.

Το λαδι όμως ειχε λιγοστέψει και η φτωχή γυναίκα εδιστασε να βαλει,γιατι δεν θα είχε για το μαγειρεμα.

Όμως σκύβοντας τη κεφαλή και κάνοντας τον σταυρό της είπε:

-Αγιέ μου,εσύ απ'όλους μας γνωρίζεις καλλίτερα.

Και έρριξε ότι λαδι είχε απομείνει στο καντήλι.

Την επόμενη μέρα το πρωί χτύπησε η πόρτα της.

Άνοιξε και ήταν μια άγνωστη γυναίκα που κρατούσε μια γυάλινη μπουκάλα.

-Κυρα μου,απόψε τη νύχτα έπεσε ο πυρετός τής κόρης μου,και τώρα είναι καλλίτερα.

Είχα τάξει λάδι στον Άγιο να γειανει.Κρατησε,κυρά μου,το μισό,

είπε η γυναίκα και τής άφησε τη μπουκάλα.

Όταν έμεινε μόνη ενιωσε ευγνωμοσύνη για την άγνωστη εκείνη καλή γυναίκα και πώς στο κόσμο υπάρχει καλοσύνη,σαν μικρή φλόγα καντηλιού και θερμαίνει τον κόσμο.

.

.

ο κ.Κ. γράφει μια

μελέτη και ανάλυση του διηγήματος

χνκουβέλης «Το λάδι τού καντηλιού» από τις Ιστορίες Εκ Χρέους εις τον κυρ Αλέξανδρον Παπαδιαμάντην


Το σύντομο αυτό αφήγημα αποτελεί μια συνειδητή λογοτεχνική υπόκλιση προς τον κόσμο του Παπαδιαμάντη. Δεν επιχειρεί απλώς να μιμηθεί το ύφος του, αλλά να αναβιώσει ορισμένες από τις βαθύτερες αξίες της παπαδιαμαντικής πεζογραφίας: τη χριστιανική ταπεινότητα, την πίστη των απλών ανθρώπων, τη φτώχεια που συνυπάρχει με την αξιοπρέπεια και την αθέατη αλληλεγγύη των ανθρώπων.


Ο κόσμος του διηγήματος


Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα νησί κατά τη διάρκεια ενός σκληρού χειμώνα. Από την πρώτη κιόλας πρόταση δημιουργείται μια ατμόσφαιρα παπαδιαμαντικής λιτότητας:

«Ο χειμώνας εκείνη τη χρονιά ήταν βαρύς στο νησί.»

Η φύση δεν λειτουργεί ως απλό σκηνικό. Ο άνεμος και η αγριεμένη θάλασσα αντανακλούν τη δυσκολία της ανθρώπινης ζωής. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται μικρός απέναντι στις δυνάμεις του κόσμου, όπως συμβαίνει συχνά στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη.

Η πρωταγωνίστρια, η Μαρουσώ, είναι χήρα ναυτικού. Με μία μόνο φράση ο συγγραφέας σκιαγραφεί ολόκληρη τη βιογραφία της. Η λέξη «χήρα» κουβαλά απώλεια, μοναξιά και αγώνα επιβίωσης. Δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις.


Το κεντρικό ηθικό δίλημμα


Ο πυρήνας του διηγήματος βρίσκεται στη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο ανάγκες:

την υλική ανάγκη της επιβίωσης,

την πνευματική ανάγκη της πίστης.

Η Μαρουσώ γνωρίζει ότι το λάδι που διαθέτει είναι ελάχιστο.

Αν το βάλει στο καντήλι, δεν θα έχει για το φαγητό.

Αν το κρατήσει για το μαγείρεμα, θα σβήσει το φως του Αγίου.

Εδώ εμφανίζεται ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής λαϊκής θρησκευτικότητας: η πίστη δεν εκφράζεται μέσα από μεγάλες διακηρύξεις αλλά μέσα από μικρές καθημερινές θυσίες.

Η φράση:

«Αγιέ μου, εσύ απ' όλους μας γνωρίζεις καλλίτερα»

αποτελεί το πνευματικό κέντρο του κειμένου.

Δεν είναι προσευχή που ζητά ανταμοιβή. Δεν είναι παζάρι με το θείο. Είναι έκφραση εμπιστοσύνης.


Το θαύμα και η παπαδιαμαντική παράδοση


Την επόμενη ημέρα εμφανίζεται η άγνωστη γυναίκα με τη μπουκάλα λαδιού.

Σε μια επιφανειακή ανάγνωση θα μπορούσε να θεωρηθεί θαύμα.

Όμως το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο συγγραφέας αποφεύγει να παρουσιάσει μια υπερφυσική επέμβαση. Το λάδι δεν εμφανίζεται μυστηριωδώς. Δεν κατεβαίνει άγγελος από τον ουρανό.

Η βοήθεια έρχεται μέσω ενός άλλου ανθρώπου.

Αυτό είναι βαθύτατα παπαδιαμαντικό.

Στον Παπαδιαμάντη, η θεία πρόνοια συχνά δρα μέσα από ανθρώπινες πράξεις. Ο Θεός δεν καταργεί τον κόσμο· εργάζεται μέσα στον κόσμο.

Έτσι το πραγματικό θαύμα δεν είναι η θεραπεία της κόρης ούτε η εμφάνιση του λαδιού.

Το πραγματικό θαύμα είναι η καλοσύνη.


Ο συμβολισμός του λαδιού


Το λάδι λειτουργεί ως πολυσήμαντο σύμβολο.

Υλικό αγαθό

Αρχικά είναι μέσο επιβίωσης.

Η φτωχή γυναίκα το χρειάζεται για να μαγειρέψει.

Λειτουργικό στοιχείο της λατρείας

Το λάδι τροφοδοτεί το καντήλι και συνεπώς το φως της πίστης.

Ηθικό σύμβολο

Όταν επιστρέφει μέσω της άγνωστης γυναίκας, μετατρέπεται σε σύμβολο αλληλεγγύης.

Το ίδιο υλικό αντικείμενο συνδέει:

τη θυσία,

την προσευχή,

την ευγνωμοσύνη,

την κοινωνική συνοχή.


Η άγνωστη γυναίκα


Η γυναίκα που φέρνει το λάδι παραμένει ανώνυμη.

Η ανωνυμία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία.

Δεν πρόκειται για ηρωίδα. Δεν ζητά αναγνώριση.

Αντιπροσωπεύει τον ανώνυμο άνθρωπο που διατηρεί ζωντανή την κοινωνία.

Στην παπαδιαμαντική παράδοση οι πιο σημαντικές πράξεις γίνονται συχνά από ανθρώπους χωρίς κοινωνική προβολή.

Η καλοσύνη εδώ είναι σιωπηλή.


Η τελική εικόνα


Το τέλος του διηγήματος είναι το πιο ποιητικό σημείο του:

«η καλοσύνη, σαν μικρή φλόγα καντηλιού, θερμαίνει τον κόσμο.»

Η εικόνα αυτή συμπυκνώνει ολόκληρο το νόημα του έργου.

Η φλόγα είναι μικρή.

Δεν καταργεί τον χειμώνα.

Δεν αλλάζει την κοινωνία.

Δεν εξαφανίζει τη φτώχεια.

Όμως φωτίζει και θερμαίνει.

Η ηθική δύναμη δεν παρουσιάζεται ως θριαμβευτική αλλά ως ταπεινή και επίμονη.

Αυτή ακριβώς η ταπεινότητα αποτελεί τον πυρήνα του διηγήματος.


Γλώσσα και ύφος


Το κείμενο χαρακτηρίζεται από:

απλή αφήγηση,

λιτή σύνταξη,

λαϊκό ιδίωμα,

εκκλησιαστικό και νησιωτικό χρώμα,

ηθική διακριτικότητα.

Ο συγγραφέας αποφεύγει τον διδακτισμό. Δεν διακηρύσσει ότι η πίστη ανταμείβεται. Αντίθετα αφήνει τα γεγονότα να μιλήσουν μόνα τους.

Η αφηγηματική οικονομία είναι αξιοσημείωτη. Μέσα σε ελάχιστες γραμμές δημιουργείται ολόκληρος κόσμος ανθρώπων, συναισθημάτων και αξιών.


Συνολική αξιολόγηση


«Το λάδι τού καντηλιού» είναι ένα μικρό αλλά ολοκληρωμένο ηθογραφικό αφήγημα. Η αξία του δεν βρίσκεται στην πλοκή, η οποία είναι εξαιρετικά απλή, αλλά στη συμβολική της πυκνότητα. Το κείμενο αναδεικνύει μια θεμελιώδη αλήθεια της παπαδιαμαντικής κοσμοθεωρίας: η σωτηρία του ανθρώπου δεν έρχεται από μεγάλα γεγονότα αλλά από μικρές πράξεις αγάπης.

Η τελευταία εικόνα της φλόγας λειτουργεί ως αλληγορία ολόκληρου του έργου. Όπως το καντήλι φωτίζει λίγο το σκοτάδι, έτσι και η ανθρώπινη καλοσύνη, όσο μικρή κι αν φαίνεται, αντιστέκεται στη σκληρότητα του κόσμου.

Πρόκειται για ένα σύντομο διήγημα που κατορθώνει να μετατρέψει ένα καθημερινό περιστατικό σε παραβολή πίστης, αλληλεγγύης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας, διατηρώντας ζωντανή την ηθική και αισθητική κληρονομιά του Παπαδιαμάντη.

.

.

.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ο Βινσεντ Βαν Γκογκ στην Αρλ


17 Ιουλίου 1890

εργάζεται ασταμάτητα

σαν να είναι ο τελευταίος επιζών του κόσμου


19 Ιουλίου 1890

έκοψε το αυτί του

είναι μονος

επιστρέφει στο κίτρινο δωμάτιο

η Σιέν λείπει 

τώρα κοιμάται στα νερά του ποταμου

τελειώνει το γράμμα στον Τεο

πάντα σαν να είναι το τελευταίο

ο δόκτωρ Γκασε ανησυχει


21 Ιουλίου 1890

κοράκια πάνω από ένα χωράφι σιταριού.

υψώνονταν και χάνονταν στον ουρανό 

οι άνθρωποι ζουν χωρίς διέξοδο στη γη

κάτω από έναν ουρανό που από πάνω τους στροβιλίζεται


24 Ιουλίου 1890

είσαι εξαντλημένος

είπε ο δόκτωρ Γκασε

τώρα πια μιλαει λιγοτερο

μετά τον καυγά με τον Πωλ

μένει στα χωράφια μεχρι να νυχτώσει

παντού πλέον νυχτωνει


27 Ιουλίου 1890

ένας πυροβολισμός

και η λύπη θα διαρκέσει για πάντα 

Βίνσεντ βαν Γκογκ


28 Ιουλίου 1890

βρίσκεται στο κρεβάτι

οι γιατροί

το τραύμα 

παράξενα ήρεμος


29 Ιουλίου 1890

ο Βίνσεντ πέθανε

και η Αρλ χάθηκε αργά μέσα στο φώς του απογεύματος

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Έρωτας στη Sagrada Familia


ο άντρας μεσα στη Sagrada Familia κοίταζε στις κολώνες το δάσος τών δέντρων,

η γυναίκα κοντα στο παρεκκλήσι σχεδίαζε,

όλη η φιγουρα της μέσα στο φώς τών βιτρω,

σήκωσε το κεφάλι της,έβλεπε τη πλάτη του,

εκείνος έφυγε χάθηκε μέσα στον τεράστιο ναό,

εκείνη έμεινε και σχεδίαζε,

-τι σχεδιάζετε,την ρώτησε,

-το φως,τού απάντησε,

τού είπε πως κάθε χρόνο έρχονταν στη Βαρκελώνη,

για να δει πόσο είχε προχωρήσει ο ναός, 

-Μου αρέσει που δεν τελειώνει ποτέ,είπε,

-κοιταξε τα καμπαναριά υψώνονται προς τον ουρανό σαν χέρια προσευχής,τής είπε εκεινος,

περιπλανιοντουσαν τα πρωινα στα στενά της πόλης και ποτέ δεν συναντήθηκαν,κάθονταν σε διαφορετικά  καφέ,και

επέστρεφαν ξανά στη Σαγράδα Φαμίλια σε διαφορετικές ωρες

την τελευταία μέρα

εκείνη στάθηκε κάτω από το κεντρικό κλίτος μέσα σε ένα πορτοκαλί χρώμα,εκείνος είχε φύγει το πρωί,

-Αύριο φεύγω,είπε η γυναίκα,

εκείνος μέσα στο αεροπλάνο έκλεισε τα μάτια,

-τότε τον άλλο χρόνο στη Sagrada Familia,

απάντησε,

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Το σενάριο του κ.Κ με τη Marilyn Monroe


Μεσημέρι,ζεστή μέρα,καλοκαίρι,η παραλία με τους φοίνικες,

πλησιασε τη γυναίκα με το λευκο φόρεμα,

-Είστε η Marilyn Monroe;

Η γυναίκα χαμογέλασε

— Όχι,είπε,είμαι η Νόρμα Τζην.

Ο κ. Κ κάθισε απέναντί της.

Ακουγονταν μόνο το κύμα.

-Απο τι θέλετε να ξεφύγετε,τη ρώτησε.

-Απο το είδωλο που γίνεται κανιβαλικο,απάντησε εκείνη.

Ο κ.Κ έβγαλε το σημειωματάριό του.

-Έχω ένα σενάριο για σας.

-Πείτε μου.

-Είναι η ιστορία ενός ποπ ειδώλου που εξαφανίζεται.

Η Marilyn γέλασε.

-Μοιάζει επικίνδυνα αυτοβιογραφικό.

Ο κ.Κ τής  μιλησε για 

ο σενάριο.

Τίτλος: Η Τελευταία Αφίσα

Η πρωταγωνίστρια

είναι η πιο διάσημη γυναίκα του κόσμου.Το πρόσωπό της βρίσκεται παντού:σε αφίσες, περιοδικά,διαφημίσεις, γιγαντοοθόνες.

Μια μέρα αποφασίζει πως δεν αντέχει άλλο να βλέπει αυτές τις εικόνες.

Κλείνει το τηλέφωνο.

Απολύει τους ατζέντηδες.

Φευγει χωρίς να πει που.

Τα μέσα ενημέρωσης αναστατωνονται.

Οι θαυμαστές τρελενονται από τη στέρηση.

Οι δημοσιογράφοι την ψάχνουν.

Οι εταιρείες χάνουν εκατομμύρια.

Κανείς δεν μπορεί να τη βρει.

Εκείνη εχει εγκατασταθεί σε μια μικρή άσημη πόλη δίπλα στη θάλασσα. Νοικιάζει ένα δωμάτιο. Ποτίζει λουλούδια. Διαβάζει βιβλία. Μαθαίνει να ζει χωρίς να κοιτάζεται σε καθρέφτες.

Το δράμα κορυφώνεται όταν ένας νεαρός δημοσιογράφος ανακαλύπτει ποια είναι.

Έχει μπροστά του τη μεγαλύτερη αποκάλυψη του αιώνα.

Αν δημοσιεύσει την είδηση,θα γίνει διάσημος.

Στην τελευταία σκηνή ο δημοσιογράφος καίει τις σημειώσεις του.

Εκεινη περπατά στην ακτή.

Κανείς δεν τη φωτογραφίζει.

Κανείς δεν τη χειροκροτεί.

Για πρώτη φορά στη ζωή της είναι αόρατη.

Και για πρώτη φορά ευτυχισμένη.

Ο κ. Κ έκλεισε το σημειωματάριο.

Η Marilyn έμεινε σιωπηλή.

-Θα το παίξετε;τη ρώτησε.

Εκείνη κοίταξε τη θάλασσα.

-Όχι τη Marilyn,είπε.Αλλα τη γυναίκα που κατάφερε να δραπετεύσει από τη Marilyn.

Ο ήλιος έδυε.

Το φως έσβηνε αργά από το πρόσωπό της.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ο κ.Κ σχολιάζει το επεισοδιο με την Gerty 

(κεφάλαιο 13 Ναυσικά,Ulysses τού James Joyce)


Ο κ.Κ έκλεισε το βιβλίο και κοίταξε προς τη θάλασσα.

Στο βάθος μια γυναίκα καθησε στο βράχο,δυο παιδιά έπαιζαν με τη μπάλα,οι γλάροι ανέβαιναν στον ουρανο και κατεβαιναν.

Το ερώτημα δεν ήταν αν το επεισόδιο της Gerty  στο κεφάλαιο 13 Ναυσικά

τού Ulysses τού James Joyce είναι πορνογραφικό.

Αλλά πώς εμφανίζει ο συγγραφέας την πορνογραφία.

Η γλώσσα μοιάζει να αντικατοπτριζει τα φθηνά αισθηματικά αναγνώσματα.

Η Gerty παρουσιάζεται μέσα από μια ομίχλη εξιδανίκευσης,σαν ηρωίδα λαϊκού μυθιστορήματος.

Όμως σιγά σιγά ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι η γλώσσα αυτή δεν είναι αθώα.

Ο Joyce δεν περιγράφει απλώς μια ερωτική διέγερση.Περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η φαντασία μεταμορφώνει έναν άνθρωπο σε εικόνα και την εικόνα σε επιθυμία.

Ο κ.Κ ανοίγει το βιβλίο και σημειωνει στο περιθώριο:

Η πορνογραφία δείχνει το σώμα.Ο Joyce δείχνει το βλέμμα που κοιτάζει το σώμα.

Η γυναίκα στο βάθος είχε σηκώσει τη φούστα της και με τα χέρια της έριχνε νερό στα πόδια της.

Ο Leopold Bloom δεν είναι οφθαλμολαγνος,είναι ένας μοναχικός άνθρωπος.Επιθυμει την έλλειψη του.

Πίσω από τον ερωτισμό υπάρχει η θλίψη,η απώλεια,ο γάμος που έχει φθαρεί,η μνήμη του νεκρού παιδιού του,η απομόνωση.

Το επεισόδιο,σκέφτηκε ο κ. Κ, προκαλεί αμηχανία,γιατί δεν προσφέρει στον αναγνώστη την  ευχαρίστηση ενός ερωτικού θεάματος.

Η γυναίκα κοίταξε προς το μέρος του,τώρα γυμνωσε πιο πολύ τα πόδια της.

Έγραψε:

Το πορνογραφικό στοιχείο εδώ δεν είναι αυτοσκοπός.Είναι αντικείμενο παρατήρησης.Ο συγγραφέας κοιτάζει τον άνθρωπο που επιθυμεί όπως ένας φυσιοδίφης κοιτάζει ένα παράξενο έντομο.

Και συνέχισε:

Η πραγματική πρόκληση του κεφαλαίου δεν βρίσκεται στις πράξεις αλλά στην κατάρρευση των εξιδανικεύσεων.Η ρομαντική εικόνα της νεαρής κοπέλας και η ερωτική φαντασίωση του άνδρα απογυμνώνονται σταδιακά.

Κοιτούσε τη γυναίκα. 

Η θάλασσα ήταν πορφυρή στη δύση του ηλίου. 

Οι γλάροι ανέβαιναν στον ουρανό σαν έκρηξη βεγγαλικών. 

Βραδυαζε. 

Η γυναίκα σηκώθηκε και απομακρύνθηκε στην ακτή.

Ο κ. Κ έκλεισε το βιβλίο. 

.

.

.



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η τελευταία νύχτα του Βάλτερ Μπένγιαμιν στο Παρίσι

Το δωμάτιο γινονταν μικρότερο κάθε ώρα που περνούσε.
Ένιωθε μεγάλη κούραση. Το ξενοδοχείο ηταν κοντά στον σταθμό.
Tο κίτρινο φως της λάμπας στο δωμάτιο.
Οι τοίχοι πλησιαζαν.
Το Παρίσι έξω ένα ορυχείο σιωπής.
Από το παράθυρο έβλεπε τη βροχη.Κάπου μακριά ακούστηκε μια σειρήνα. Ύστερα σιωπή.
Καθονταν στην άκρη του κρεβατιού,δίπλα η βαλίτσα,μέσα της χειρόγραφα,σημειώσεις,η ζωή του συμπιεσμένη σε χαρτί.
Θυμήθηκε το Βερολίνο,τα παιδικά χρόνια,το πόλεμο,την επανασταση,την ήττα,τις ιδεολογίες,την ιστορία σαν μηχανή που αλεθει ανθρώπους.
Οι τοίχοι πλησίασαν κι άλλο.
Δυσκολεύονταν να αναπνεύσει.
Σηκώθηκε,περπάτησε τρία βήματα μπροστά.Ο τοίχος.
Τρία αριστερά.Ο τοίχος.
Γύρισε πίσω.Ο τοίχος.
Τότε είδε τον φίλο του τον Μπρεχτ,καθονταν σε μια καρέκλα,με το πούρο στο στόμα,μπροστά του στο τραπέζι το σκακι.
Ο Μπρεχτ μετακίνησε τον λευκό πύργο οριζόντια τρία τετράγωνα.
-Η Ιστορία δεν ενδιαφέρεται για τους ηττημένους,είπε.
Ο Μπένγιαμιν απάντησε κινώντας το μαύρο άλογο.
Ηξερε ότι η Ιστορία μιλα πάντα με τη φωνή των νικητών.
Και όμως οι άλλοι είναι  πολυ περισσότεροι.
Στη λάμπα χαμήλωσε το φως.
Ματ.
Πήρε τη βαλίτσα,άνοιξε τη πόρτα και βγήκε στο διαδρομο,κατέβηκε τις σκάλες,έξω είδε ανθρώπους γύρω από μια πυρκαγιά που έκαιγαν βιβλία,προχώρησε.
Έφτασε στον σταθμό,στην αποβαθρα άνθρωποι όρθιοι ακίνητοι περίμεναν.Στα προσωπα τους φορούσαν μάσκες.
Όλοι ήξεραν τον προορισμό του ταξιδιού τους.
Ήρθε ένα τρένο,σταμάτησε,άνοιξε τις πόρτες,κανείς δεν μπήκε μέσα,έκλεισαν οι πόρτες,το τρένο έφυγε 
Οι άνθρωποι ακίνητοι.
Όταν ήρθε το άλλο τρένο μπήκε.
Το τρένο ξεκίνησε τη διαδρομή του.
Έκλεισε τα μάτια του.
Άνοιξε τα μάτια του.
Στο παράθυρο εμφανίσθηκε ο
Angelus Novus τού Paul Klee,ο Άγγελος της Ιστοριας.
Τα φτερά του ήταν ανοιχτά,το πρόσωπό του στραμμένο στα ερειπια,στις καμενες πόλεις,στη κολαση του ανθρώπου.
Ήταν μόνος.
Και η βαλίτσα του.
Το βαγόνι συνέχεια μίκρυνε.Κελι.
Έξω το Παρίσι.Η νύχτα.
.
.
.

χ.ν.κουβελης  c.n.couvelis
(Ιστορίες τού κ.Κ)
Marquis de Sade

.Ο κ.Κ και ο Μαρκήσιος ντε Σαντ στη Βαστίλη

Ο κ.Κ επσκεφτηκε τον Marquis de Sade στο κελί του στη Βαστίλη.
Υγρασία και σκοταδι.
-Τι γράφετε; ρώτησε ο κ. Κ.
-Γράφω για την ελευθερία.
-Μα όλοι λένε ότι γράφετε για τη διαστροφή.
Ο Σαντ γέλασε.
-Οι άνθρωποι φοβούνται τις επιθυμίες τους.Τις φυλακίζουν και ύστερα φυλακίζουν κι εκείνον που τις περιγράφει.
-Η Γαλλία επαναστατεί,τον πληροφόρησε ο κ.Κ.Το Παρίσι καίγεται.Τα πλήθη στους δρόμους.Η Βαστίλη θα πέσει.
Ο Μαρκήσιος τον κοίταξε με ένα ειρωνικό χαμόγελο.
-Οι φυλακές πέφτουν ευκολότερα από τις βεβαιότητες,είπε.
Η αριστοκρατία πιστεύει σε άλλη ελευθερία.
Ο κ.Κ έφυγε.
Τα πλήθη της Γαλλικής Επανάσταση ορμησαν στη Βαστίλη,την γκρέμισαν.
Η φυλακή του Μαρκήσιου Ντε Σαντ συνεχίστηκε.
.
.
.Ο κ. Κ και το φάντασμα του Σαντ στο Παρίσι

Ένα απόγευμα ο κ. Κ περπατούσε στους διαδρόμους του Musée d'Orsay.
Μπροστά στον πίνακα Ολυμπία του Εντουαρ Μανε στέκονταν ένας αντρας.
Πλησίασε.Τον κοίταξε.
-Με συγχωρείτε,Κύριε,είπε ο κ.Κ,μοιάζεται καταπληκτικά με τον Μαρκήσιο ντε Σαντ.
Ο άντρας γέλασε.
Δεν μοιάζω,είπε είμαι.
Και μάλιστα το επόμενο μυθιστόρημα μου θα έχει για θέμα την Ολυμπία του Εντουαρ Μανε.
Ο κ.Κ αναζήτησε το έργο στα βιβλιοπωλεία,δεν υπήρχε σε κανένα.
Η Λογοκρισία είναι πολύ ισχυρή.
.
.
.Ο κ. Κ και ο Σαντ στο φρενοκομείο του Σαραντόν

Ο κ.Κ πηγε στο Charenton Asylum.
Καυσωνας και μυρωδιά φαρμάκων.
Σε μια λευκή τεράστια αίθουσα ασθενείς έπαιζαν θέατρο. 
Τούς έδινε σκηνοθετικές οδηγίες ο Μαρκήσιος ντε Σαντ.
-Τους διδάσκω την ελευθερια,τού είπε.
-Η ελευθερία σας όμως είναι επικίνδυνη,απάντησε ο κ.Κ.
-Γι'αυτο,φίλε μου πρέπει να την εξασκούν.
Πίσω από τον γυάλινο τοίχο είδε τους γιατρούς να παρακολουθουν.
-Αυτοί αποφασίζουν ποιος είναι λογικός και ποιος όχι,σχολίασε ο κ.Κ.
-Κάθε εποχή έχει τους ιερείς της Ηθικης, απάντησε ο Σαντ.
Οι ηθοποιοί συνέχισαν την παράσταση.
Ένας υποδυονταν τον βασιλιά.Ένας άλλος τον δικαστή.Ένας τρίτος τον Θεό.
Ο  Μαρκήσιος γέλασε.
-Δεν είναι παράλογο,είπε. Και εξω από εδώ συμβαίνει ακριβώς το ίδιο.
Οταν η παράσταση τελείωσε,οι ηθοποιοί επέστρεψαν στα κελια τους.
Οι βασιλιάδες έγιναν πάλι ασθενείς.Οι δικαστές πάλι τρόφιμοι.Οι θεοί πάλι μοναχικα πλασματα.
Και ο Σαντ έγραφε στο θάλαμο του το νέο θεατρικό έργο.
.
.
.Ο κ.Κ και ο Σαντ στον Λαβύρινθο των Βιβλίων

Ο κ.Κ βρέθηκε μέσα σε μια τεραστια βιβλιοθήκη.
Στα ράφια όλα τα βιβλία έγραφαν στο εξώφυλλο:
MARQUIS DE SADE
Χιλιάδες τόμοι.Εκατομμύρια 
Στο βάθος του διαδρομου διεκρινε έναν άντρα να τον πλησιάζει.
Ήταν ο Μαρκήσιος.
-Αυτή είναι η Βιβλιοθήκη των Απαγορευμένων Αναγνώσεων,τού είπε.
Ο κ.Κ άνοιξε ένα βιβλίο.
Οι σελίδες ήταν λευκές.
Άνοιξε δεύτερο.
Πάλι λευκές.
Άνοιξε τρίτο.
Το ίδιο.
-Δεν υπάρχει τίποτα γραμμένο,είπε.
Περπάτησαν ώρες.
Σε κάθε τόμο οι σελίδες παρέμεναν κενές.
Τότε ο κ.Κ κατάλαβε.
Τα βιβλία περιείχαν τους φόβους 
Κάποιος έβλεπε αμαρτία. Κάποιος φιλοσοφική πρόκληση.
Κάποιος βλασφημία.
Κάποιος ελευθεριοτητα.
-Και να σκεφτητε πως ακόμα συνεχίζω να γράφω,είπε ο Μαρκήσιος ντε Σαντ και τοποθέτησε το νέο του μυθιστόρημα 
σε ένα από τα αναρίθμητα ράφια με τα βιβλία των Απαγορευμένων Αναγνωσεων.
Και τον είδε ο κ.Κ να απομακρύνεται και να χάνεται στο βάθος τού ατελείωτου διαδρόμου της βιβλιοθήκης.
.
.
.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας

Το Γραμμα

Η τελευταία σεκάνς της ταινίας: La Notte (Η Νύχτα,1961) του Michelangelo Antonioni
(ηθοποιοί:Marcello Mastroianni,Jeanne Moreau,Monica Vitti)

Τα ξημερώματα,η Λίντια(Jeanne Moreau) διαβάζει στον Τζοβάνι(Marcello Mastroianni)
ένα παλιό ερωτικό γράμμα.Εκείνος την ρωτά ποιος το έγραψε.
Η Λίντια του απαντά:
-Εσυ.

Το Γραμμα:

Όταν ξύπνησα σήμερα το πρωί,κοιμόσουν ακόμα.
Ενώ έβγαινα αργά απ'τον ύπνο μου,άκουσα την απαλή αναπνοή σου κι ανάμεσα απ'τα μαλλιά που σκέπαζαν το πρόσωπο είδα τα μάτια σου κλειστά και πολύ δύσκολα κατάφερα να συγκρατήσω την συγκίνησή μου.
Ήθελα να φωνάξω,να σε ξυπνήσω,γιατί κοιμοσουν τόσο βαθειά που έμοιαζες σχεδόν αψυχη.
Στο μισοσκόταδο,η επιδερμίδα του μπράτσου σου και του λαιμού σου φαίνονταν τόσο ζωντανή,τόσο ζεστή και στεγνή που δεν έβλεπα την ώρα να ακουμπήσω πάνω της τα χείλη,αλλά η σκέψη ότι θα διέκοπτα τον ύπνο σου,ότι θα σε ξύπναγα μέσα στην αγκαλιά μου,με συγκράτησε.
Σε προτιμούσα έτσι,κάτι που κανεις δεν μπορούσε να μου το πάρει επειδή ήταν μόνο δικό μου,αυτή η εικόνα από σένα που θα ήταν αιωνια.
Περα  απ'το πρόσωπο σου είδα την αντανάκλαση μου μέσα σε μια οπτασια αγνη και βαθεια.
Σε είδα μέσα σε μια διάσταση που περιελάμβανε όλες τις στιγμές της ζωής μου,όλα τα χρονια που θα έρθουν,ακόμα και τα χρόνια που πέρασαν ενώ  προετοιμάζουν να σε συναντήσω.
Αυτό ήταν το μικρό θαύμα αυτής της στιγμής του ξυπνηματος:να νιώσω για πρώτη φορα ότι ήσουν και θα είσαι για πάντα δική μου και ότι αυτή η νύχτα θα συνεχίζονταν επ'απειρον με σένα στο πλάι μου,με την ζεστασιά του αίματος σου,με τις σκέψεις σου και τη θέληση σου ενωμενη με τη δική μου.
Σ'εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πόσο σ'αγαπουσα,Λιντια,και η ένταση της συγκίνησης ήταν τετοια που μου χύθηκαν τα δάκρυα στα ματια.
Γιατί ένιωθα πως αυτό δεν έπρεπε ποτε να τελειωσει,ότι όλες οι ζωές μας έπρεπε να είναι 
σαν μια ηχώ αυτής της αυγης,στην οποία εσύ δεν μου ανήκεις αλλά ήσουν στη πραγματικότητα ένα μέρος από μένα,κάτι που ανεπνεε μέσα μου και που θα μπορούσε να καταστρεψει μοναχα η αδιαφορια της συνήθειας,η οποία είναι η μοναδική απειλή που βλεπω.
Ύστερα εσύ ξύπνησες και μ'ένα χαμόγελο νυσταγμενο με φίλησες και ένιωσα πως δεν υπήρχε τίποτα να φοβηθουμε ότι θα ήμασταν πάντοτε όπως ήμασταν σε εκείνη τη στιγμη,συνδεμένοι από κάποιο πράγμα ισχυρότερο από τον χρόνο και τη συνήθεια.
.
.
Quando mi sono svegliato stamattina, dormivi ancora. Mentre uscivo lentamente dal mio sonno, ho sentito il tuo respiro gentile e attraverso i capelli che ti ricoprivano il viso ho visto i tuoi occhi chiusi e riuscivo a malapena a contenere la mia emozione. Volevo gridare, svegliarti, perché dormivi così profondamente che sembravi quasi senza vita. Nella penombra, la pelle delle tue braccia e della tua gola appariva così vibrante, così calda e asciutta che non vedevo l’ora di premervi le labbra, ma il pensiero di disturbare il tuo sonno, di risvegliarti tra le mie braccia, mi trattenne. Ti preferivo così, qualcosa che nessuno poteva togliermi perché era solo mio, questa immagine di te che sarebbe stata eterna. Oltre il tuo viso ho visto il mio riflesso in una visione pura e profonda. Ti ho visto in una dimensione che comprendeva tutti i momenti della mia vita, tutti gli anni a venire, anche gli anni passati mentre mi preparavo a incontrarti. Questo è stato il piccolo miracolo di questo momento di veglia: sentire per la prima volta che eri e saresti sempre stato mio e che questa notte sarebbe andata avanti all’infinito con te accanto a me, con il calore del tuo sangue, dei tuoi pensieri e della tua volontà mescolati alla mia. In quel momento ho capito quanto ti amassi, Lidia, e l’intensità dell’emozione era tale che mi sono venute le lacrime agli occhi. Perché sentivo che questo non doveva mai finire, che tutte le nostre vite dovevano essere come un’eco di quest’alba, in cui tu non mi appartenevi ma in realtà una parte di me, qualcosa che respirava dentro di me e che poteva distruggere se non l’apatia dell’abitudine, che è l’unica minaccia che vedo. Poi ti sei svegliata e con un sorriso assonnato mi hai baciato e ho sentito che non c’era nulla da temere che saremmo sempre stati come eravamo in quel momento, legati da qualcosa di più forte del tempo e dell’abitudine.
.
.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Η Νύχτα

Οι καθρέφτες αντανακλουσαν τα πρόσωπα και τις σκιές τους.
Τότε την είδε.
Καθισμένη στον καναπέ.
Την πλησίασε.
Στην άλλη άκρη του σαλονιού η γυναίκα του τον παρατηρούσε.
Δεν άκουγε τα λόγια του.
Εβλεπε τη κλιση του σώματος του,το βλέμμα του στη γοητευτική γυναίκα.
Την αναζήτηση επιβεβαίωσης.
Δεν ζήλευε.
Βγήκαν στον κήπο.
Τα δέντρα τους έκρυψαν.
Η νύχτα συνέχιζε να μεγαλώνει.
Ξημερώνοντας απλώνονταν ένα γκρίζο φως.
Εφυγαν.
Περπατούσαν μέσα στη πόλη.
Οι δρόμοι ήταν ακόμη άδειοι.
Έντονη η απουσία των ανθρώπων.
Εκείνη σήκωσε το βλέμμα προς τους ορόφους.
Μπορούσε να φανταστεί έναν άγνωστο αντρα που είχε ξυπνήσει,μια γυναίκα που είχε φύγει,το γράμμα που του άφησε.
Εκείνος τη ρώτησε:
-Τι σκέφτεσαι;
-Την νύχτα,απάντησε εκείνη και απομακρύνθηκε.
Εκείνος έμεινε ακίνητος,είδε τη γυναίκα να χάνεται στο βάθος του δρόμου.
.
.
.


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Δύο-τρεις ώρες με τη Ναστάσια Φιλίπποβνα


Απόγευμα στην Αγία Πετρούπολη,ενα γκρίζο φως έπεφτε πάνω στις προσόψεις των σπιτιών. 

Η Ναστάσια Φιλίπποβνα σε μια παράξενη ακινησία ένιωθε την απουσία του σώματος της.

Η πόρτα απέναντι της ανοικτή.

Περίμενε τον πρίγκιπα Μισκιν.

Περίμενε τον Ραγκοζιν.

Κάθε έναν με διαφορετική πρόθεση.

Η Ναστάσια έφερε το χέρι στο μέτωπο και γέλασε δυνατά.

-Πόσο γελοίοι είναι όλοι τους,ψιθύρισε.

Πέρασε μία ώρα,

εξω άναβαν τα φανάρια,

μέσα στο δωμάτιο οι σκιές μεγάλωναν.

Είδε απέναντι στον μεγάλο ορθογώνιο καθρέφτη το είδωλο της.

-Αυτη λοιπόν,είπε,είναι η Ναστασια Φιλιπποβνα.

Το ρολόι χτύπησε δυο φορες,είχαν περάσει δύο ώρες.

Νύχτωσε.

Άκουσε μια άμαξα να σταματά,πήγε στο παράθυρο,μια γυναίκα στο  πεζοδρόμιο,ο Ραγκοζιν την αγκάλιασε,τράβηξε τις κουρτίνες.

Είδε στην πόρτα τον πρίγκιπα Λεβ Νικολάεβιτς Μίσκιν.

Τον έδιωξε φωνάζοντας.

-Φυγε,ηλίθιε.

Έκλεισε τη πόρτα,τη κλείδωσε.

Ξάπλωσε στον καναπέ μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο.

Δεν ένιωθε ζηλια

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι συνεχιζουν τη ζωή τους.

Έκλεισε τα μάτια.

Είδε τον πρίγκιπα Μισκιν οπως τον θυμόνταν,το καθαρό του βλέμμα,την αδύνατη καλοσύνη του.

Ύστερα επέστρεψε η σκοτεινή δύναμη που πάντοτε την τραβούσε προς την καταστροφή.

Σηκώθηκε.

-Ετσι είναι,είπε,μια στιγμή φως.Υστερα πάλι σκοτάδι

Έξω στη Πετρούπολη είχε νυχτώσει.

Άκουσε δυνατο χτύπο στη πόρτα.

-Ανοιξε,ξέρω είσαι μέσα,

η φωνή του Παρφιον Ραγκοζιν.

Άνοιξε.

Η Ναστασια Φιλιπποβνα είδε τον Ραγκοζιν, κρατούσε μαχαίρι.

Εκεινος μπήκε και έκλεισε τη πόρτα.

-Αποψε θα σκοτώσεις τον Μινσκιν,τής είπε αυστηρά και της έδειξε το μαχαίρι.

Τον κοίταξε.

Τον άντρα αυτόν δεν ήξερε αν τον μισούσε η' τον αγαπούσε.

Την τρομαζε.

-Γιατι με κοιτάζεις έτσι Παρφιον Σεμιόνοβιτς; τον ρώτησε.

-Για να βεβαιωθω,είπε εκεινος.

-Τι; εκείνη ρώτησε.

Ο Ραγκόζιν την κοιτούσε.

-Ξέρεις ότι θα έκανα τα πάντα για σένα,τής είπε.

Η Ναστάσια γέλασε.

-Μερικές φορές σκέφτομαι τον πρίγκιπα,τού είπε.

Εκείνος την κοίταξε άγρια.

-Πάλι αυτός;φώναξε.

-Ναι.Πάλι αυτός.

-Τον αγαπάς;

Η Ναστάσια έμεινε σιωπηλή.

Ύστερα τον κοίταξε.

-Παρφιόν,γιατί δεν φεύγεις;

-Δεν μπορώ.

-Γιατί;

-Γιατί χωρίς εσένα δεν υπάρχει τίποτε.

Η Ναστάσια έκλεισε τα μάτια.

Δεν ήθελε να δει το μαχαίρι.

Όταν με δυσκολία τα άνοιξε είδε πίσω από τον Ραγκοζιν να καθεται σε μια καρέκλα 

ο πρίγκιπας Μισκιν με σκυμμένο το κεφάλι.

-Πως το έκανες αυτό;

Κοίταξε πόσο όμορφη είναι,

τον άκουσε να λέει λιγο πριν η νύχτα γι'αυτη πέσει.

.

.

.

χ.ν.κουβελης  c.n.couvelis

μεταφράζοντας 

Πλάτωνος Πολιτεία 610α


Παρά πολυ ορθά πραγματι,είπε,μιλας


Σύμφωνα με την ίδιο λοιπόν συλλογισμο,είπα εγώ, 

εάν τού σώματος ή νοσηρότητα δεν προξενεί στη ψυχή φθορά της ψυχης

ας μην ποτέ παραδεχτούμε ότι από ξένη φθορα χωρίς τη δικη της φαυλοτητα η ψυχή καταστρεφεται,με το κακό ενός άλλου ένα αλλο.


Αυτό πράγματι έχει,είπε,λογική.


Ὀρθότατ᾽ αὖ, ἔφη, λέγεις.


Κατὰ τὸν αὐτὸν τοίνυν λόγον, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐὰν μὴ σώματος πονηρία ψυχῇ ψυχῆς πονηρίαν ἐμποιῇ, μή ποτε ἀξιῶμεν ὑπὸ ἀλλοτρίου κακοῦ ἄνευ τῆς ἰδίας πονηρίας ψυχὴν ἀπόλλυσθαι, τῷ ἑτέρου κακῷ ἕτερον.


Ἔχει γάρ, ἔφη, λόγον.

.

.

.

χ.ν.κουβελης  c.n.couvelis

Προεκτασεις

απο τον Μύθο του Ηρος,

(Πλάτων Πολιτεία κεφάλαιο 10)


Τότε 

εγώ διάλεξα εσένα 

κι εσύ εμένα


Όμως,τώρα εδώ,δεν θυμόμαστε πια αυτή την εκλογη

και μενουμε αγνωστοι

στερημένοι από τις εικόνες μας


(Πλάτων Πολιτεία κεφάλαιο 10)

2 αποσπάσματα από τον Μύθος του Ηρος


Όταν πλέον 

λοιπόν όλες οι ψυχές τους βίους είχαν επιλεξει,όπως τους ετυχαν


ολοι προχωρούσαν προς τον τόπο της Λήθης μέσα σε καύσωνα και σε

φοβερη αποπνικτική ατμοσφαιρα 

και γιατί ήταν ερημο κι από δέντρα κι απ'όσα η γη φυτρωνει,

τότε λοιπόν κατασκήνωσαν όταν ήδη βραδυαζε κοντα στον ποταμό Αμελητα,

τού οποίου το νερό κανενα αγγειο δεν μπορούσε να συγκρατησει,

και μια ορισμένη ποσότητα  νερού όλοι 

αναγκαίο ηταν να πιουν ,

οσοι όμως η φρόνηση δεν τους προστάτευε έπιναν περισσοτερο απ'το μετρο,

κι αυτός που κάθε φορά έπινε τα πάντα ξεχνουσε


Ἐπειδὴ δ᾽ οὖν πάσας τὰς ψυχὰς τοὺς βίους ᾑρῆσθαι, ὥσπερ ἔλαχον 


πορεύεσθαι ἅπαντας εἰς τὸ τῆς Λήθης πεδίον διὰ καύματός τε καὶ πνίγους δεινοῦ· καὶ γὰρ εἶναι αὐτὸ κενὸν δένδρων τε καὶ ὅσα γῆ φύει. σκηνᾶσθαι οὖν σφᾶς ἤδη ἑσπέρας γιγνομένης παρὰ τὸν Ἀμέλητα ποταμόν, οὗ τὸ ὕδωρ ἀγγεῖον οὐδὲν στέγειν. μέτρον μὲν οὖν τι τοῦ ὕδατος πᾶσιν ἀναγκαῖον εἶναι πιεῖν, τοὺς δὲ φρονήσει μὴ σῳζομένους πλέον πίνειν τοῦ μέτρου· τὸν δὲ ἀεὶ πιόντα [621b] πάντων ἐπιλανθάνεσθαι.

.

.

.


χ.ν.κουβέλης  c.n.couvelis

Το μπιλιάρδο

Εμανουέλ Καντ vs   Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι


Έξω έπεφτε χιόνι,

στο Κένιγκσμπεργκ.

Στην Αγία Πετρούπολη.

Στη Σιβηρία.

Το πράσινο μπιλιάρδο φωτίζονταν από τη λαμπα πανω.

Η Ναστάσια Φιλίπποβνα στο μπαρ γυαλίζει τα ποτήρια.

Στο μυαλό της μια ερωτική ιστορία που διάβασε σε ένα λαϊκό περιοδικό.

Εκεί η ομορφιά έγινε καταστροφή.

Οι παίκτες του μπιλιάρδου ήταν ο Εμανουέλ Καντ και ο Φιοντόρ  Μιχαηλοβιτς Ντοστογιέφσκι.

Ο Καντ έπαιζε με ωρολογιακη εμμονή. Υπολόγιζε τις γωνίες σαν να επρόκειτο να αποδείξει κάποιο θεώρημα της καθαρής λογικής.

Ο Ντοστογιέφσκι ένιωθε πως η επόμενη επιληπτικη κρίση ήταν κοντά.

-Πρόσεχε,είπε ο Καντ και 

χτύπησε τη λευκή μπάλα,

εκείνη ακούμπησε μια κόκκινη.

Στη συνέχεια η κόκκινη μια μαύρη.

Η μαύρη εξαφανίστηκε στη τρύπα.

-Τι να προσέξω; ρώτησε ο Ντοστογιέφσκι.

-Τους ανθρώπους που δεν υπάρχουν ακόμη.

Ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς γέλασε.

Η Ναστάσια ετοίμαζε τα ποτά τους.

Ο Ντοστογιέφσκι ακούμπησε τη στέκα στο τραπέζι.

-Ποιον εννοείς;

Ο Καντ εστησε προσεκτικά τη λευκή μπάλα.

-Έναν νεαρό φοιτητή.

-Πώς τον λένε;

-Ακόμη δεν έχει όνομα.

-Και τι θα κάνει;

-Θα πιστέψει ότι ορισμένοι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να σκοτώνουν.

Ο Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι χλώμιασε.

-Και μετά;

-Μετά θα ανακαλύψει ότι ο φόνος δεν τελειώνει όταν τελειώνει η πράξη.

Ο Καντ χτύπησε τη μπάλα.

Η λευκή διέγραψε μια παράξενη τροχιά.

Για μια στιγμή ο Ντοστογιέφσκι είδε πάνω στην τσόχα έναν δρόμο της Πετρούπολης.

Έναν φτωχο φοιτητή.

Ένα τσεκούρι.

Μια γριά τοκογλύφο.

-Ο Ρασκόλνικοφ,ψιθύρισε.

-Ακριβώς,είπε ο Καντ.

Η Ναστάσια έφερε τα ποτά.

-Και τι σχέση έχει με το μπιλιάρδο;

-Όλες οι πράξεις έχουν συνέπειες,είπε ο φιλόσοφος.Μια μπάλα χτυπά μια άλλη.Και εκείνη μια τρίτη. Μέχρι που κάποιος πέφτει στο σκοτάδι.

Ο Ντοστογιέφσκι ένιωσε 

η επιληψία να τον πλησιάζει.

-Υπάρχει κι άλλος; ρώτησε.

-Ναι.

-Ποιος;

Ο Καντ τον κοίταξε,το πρόσωπο του τώρα ήταν ανήσυχο.

-Αυτός είναι πιο επικίνδυνος,είπε.

Η Ναστάσια εφυγε γρήγορα.

-Νικολάι Βσεβολόντοβιτς Σταβρόγκιν,είπε ο Καντ.

Το χιόνι έπεφτε πιο πυκνό έξω.

Στο Κένιγκσμπεργκ.

Στην Αγία Πετρούπολη.

Στη Σιβηρία.

Ο Καντ ακούμπησε τη στέκα στο τραπέζι.

-Ο Ρασκόλνικοφ,είπε, είναι μια λανθασμένη θεωρία.

-Και ο Σταβρόγκιν;

Η Ναστάσια έριξε κονιάκ σε τρία ποτήρια.

-Υπάρχει κάτι χειρότερο από το έγκλημα,είπε η Ναστάσια.

-Τι;ρώτησε ο Ντοστογιέφσκι.

-Η αδιαφορία.

Ο Καντ συμφώνησε.

-Ο άνθρωπος που αρνείται τον ηθικό νόμο μέσα του έρημωνει.

Ο Ντοστογιέφσκι έκλεισε τα μάτια,είδε χιλιάδες χιλιόμετρα χιονιού,ξύλινα στρατόπεδα,συρματοπλέγματα,φρουρούς,σκιές ανθρώπων που έσκαβαν τη παγωμένη γη.

Η Σιβερια είχε  μετατραπεί σε κρατικη κολαση .

-Εκει θα βρεθούν είπε ο Καντ,όσοι θεωρηθούν περιττοί.Και θα είναι εκατομμύρια.

Ο Ντοστογιέφσκι ανατρίχιασε.

-Ξερεις πως λέγεται αυτό το μέρος;ρώτησε.

-Γκουλάγκ,απάντησε ο Καντ.

Η Ναστάσια Φιλιπποβνα τους σέρβιρε τα κονιακ σιωπηλή.

Ο Καντ στοχευσε με τη στέκα για τελευταία φορά.

-Να θυμάσαι κάτι,Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς,είπε.

-Τι;

-Κάθε φορά που ένας άνθρωπος πιστεύει ότι είναι υπεράνω του καλού και του κακού,ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης αρχίζει να χτίζεται κάπου.

Ο Ντοστογιέφσκι δεν απάντησε.

Η κρίση πλησίαζε και τον ζαλίζε,τον βυθιζε.

Πριν πέσει στο πάτωμα, πρόλαβε να δει τον Εμανουέλ Καντ με ακρίβεια να βυθίζει την τελευταία μπάλα στην τρυπα.

Η Ναστασια ένιωσε βαθεια θλίψη για τον άνθρωπο που έπεφτε.

Έξω συνέχιζε να χιονίζει.

Στο Κένιγκσμπεργκ

Στην Αγία Πετρούπολη.

Στη Σιβηρία

Πάνω στη Λευκη Σελίδα του Φιοντόρ Μιχαηλοβιτς Ντοστογιέφσκι.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Αίθουσα των Καθρεφτων 


Στην τεράστια αίθουσα  ήταν καθρέφτες,

στις διαδοχικές αντανακλάσεις τους   δημιουργουσαν έναν ατελείωτο λαβύρινθο. 

Ενα κυκλαδικό ειδώλιο ύψους δέκα μέτρων υψώνονταν στο κέντρο της.Και μια διπλή έλικα DNA περιστρεφόταν αργά σαν φωτεινό φίδι.

Υπήρχε και ένα  παλιό γραμμόφωνο από μαύρο μπρούντζο.

Εκεί μετά τον Θηβαϊκό Κύκλο περιπλανιόνταν ο Οιδίποδας.

Φορούσε λευκό κοστούμι,κόκκινη γραβάτα,το πρόσωπό του ηταν καλυμμένο με μάσκα πουλιού.

Έμοιαζε ταυτόχρονα με  βασιλιά,ψυχίατρο, ντετέκτιβ.

Δίπλα του η Σιμονέτα Βεσπούτσι κρατούσε στο δεξί χέρι έναν οβάλ καθρέφτη και στο αριστερό μια κίτρινη ομπρέλα.

Ένα παιδί εμφανίσθηκε ανάμεσα από τους καθρέφτες και 

πλησίασε το γραμμόφωνο.

Γύρισε αργά τη μανιβέλα,

η βελόνα ακούμπησε τον δίσκο,και τότε  ακούστηκε η φωνή του Ενρίκο Καρούζο.

O Sole Mio

Στους καθρέφτες όλα αυτά αντικατοπτρίζονταν απειρα.

Εκεί ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα από μαύρο βελούδο η Μόνα Λίζα Τζιοκόντα.

Φορούσε μαύρη φούστα και ήταν περιτριγυρισμένη από καθρέφτες.

Κοιτούσε τις Vestales τού Paul Delvaux.

Γυναίκες ακίνητες κάτω από την πανσεληνο.

Ο Οιδίποδας είδε μια γυναίκα να μιλάει σε ένα παλιό τηλέφωνο.

Η γυναίκα μόλις τον είδε έκλεισε το τηλέφωνο και τον ρώτησε:

-Ψάχνεις την αλήθεια;

-Ψάχνω το πρόσωπό μου,απάντησε.

-Το πρόσωπό σου βρίσκεται πίσω από τη μάσκα,είπε η γυναίκα.

-Και πίσω από τη μάσκα;

Η γυναίκα γελασε

-Αλλος καθρέφτης,είπε.

Η Σιμονετσ Βεσπουτσι πλησιασε ενα σαξοφωνίστα που έπαιζε τζαζ.

Ο Οιδίποδας στάθηκε δίπλα τους και αφαίρεσε αργά τη μάσκα του.

Το πρόσωπο του χάθηκε μέσα στον λαβύρινθο των καθρεφτων.

Κανείς δεν πρόλαβε να το δει.

Το O Sole Mio τελείωσε,ακούγονταν το γρατσουνισμα της βελόνας.

Το παιδί σταμάτησε το γραμμόφωνο και βγήκε από την αίθουσα,αυτή που  ηταν μέσα στους καθρέφτες.

.

.

.

χ.ν.κουβέλης  c.n.couvelis

Τι να σκεφτεσαι


.Οι άνθρωποι χτίζουν μεγάλα σπίτια και μικρές ψυχές.


.Οποιος χρειάζεται πολλά,είναι φτωχός. 


.Να προσέχεις εκείνον που σε επαινεί για να σε αγοράσει.


.Ο δούλος είναι εκείνος που δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την έγκριση των άλλων.


.Αν θέλεις να δοκιμάσεις έναν άνθρωπο, δώσε του δύναμη. 


.Οι περισσότεροι αγοράζουν πράγματα που δεν χρειάζονται για να εντυπωσιάσουν.


.Η αγορά είναι γεμάτη πράγματα που μπορώ να ζήσεις χωρίς αυτά.


.Οποιος στολίζει υπερβολικά τα λόγια του, προσπαθεί να κρύψει τη γύμνια των σκέψεών του.


.Μη λες ότι αγαπάς την αλήθεια αν θυμώνεις όταν σε διορθώνουν.


.Μην εμπιστεύεσαι άνθρωπο που δεν έχει αλλάξει ποτέ γνώμη.

.

.

.

χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

Ο χτύπος της καρδιάς στον  διαδρομο


Εμενα στον πέμπτο όροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας.

Πριν δεκα μέρες παρατήρησα κάτι παράξενο στο ακριβες μήκος του διαδρόμου.

Το πρωί ηταν τριάντα δύο βηματα.

Το μεσημέρι ήταν ογδόντα επτά.

Και τη νύχτα έγιναν εκατόν πενήντα.

Προχωρώντας στον διάδρομο ειδα πόρτες που δεν υπήρχαν προηγουμένως.

Άνοιξα μια,μπήκα,ήμουν σε ένα παιδικό δωμάτιο,όπως θυμάμαι το δικό μου.

Άνοιξα μια δεύτερη.

Εκεί στο δωμάτιο μέσα ήταν ένας άντρας καθισμένος σε μια καρέκλα.Μου έμοιαζε καταπληκτικά.

Προχώρησα και άνοιξα και τρίτη.

Ένας νεκρός ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι.

Ημουν εγώ.

Τρόμαξα,έφυγα κι έκλεισα δυνατά τη πόρτα.

Δεν κοιμήθηκα τη νύχτα.

Από την άλλη μέρα ο διάδρομος είχε μέχρι προχθές το ίδιο μήκος.

Ανησύχησα για την ψυχολογια μου.

Το ξέχασα και προχθές τη  νύχτα που γύρισα αργά στο διαμέρισμα μου άκουσα από το βάθος του διαδρόμου έναν ήχο.

Προχώρησα στο διάδρομο,ο ήχος δυνάμωνε,τον διέκρινα,ήταν ο ήχος καρδιάς που πάλλεται.

Έφτασα σε μια πόρτα,από εκεί μέσα ακούγονταν.

Στην αρχή δίστασα,η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά,τελικά άνοιξα τη πόρτα.

Σκοτάδι.Και μέσα ακούγονταν καθαρά ο κτύπος τής καρδιάς.

Ήταν ο ήχος της δικης μου καρδιάς.Τρομαξα.

Γύρισα να φύγω,και στο άνοιγμα της πόρτας έξω στον διάδρομο μέσα στο χαμηλό φωτισμό είδα έναν άντρα να στέκεται όρθιος απέναντι μου.

Είχε το δεξί του χέρι στο στήθος,εκεί στο μέρος που είναι η καρδιά.

Αυτός ο άντρας ήμουνα εγώ.

Ένιωσα να ζαλιζομαι,τα μάτια μου να θολώνουν η καρδιά μου να χτυπά πολυ δυνατά.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου είδα έναν άντρα και μια γυναίκα με άσπρα ρούχα πάνω από το κεφάλι μου.

-Ειμαι ο γιατρός,μην ανησυχειται μια απλή ζάλη ήταν,θα περασει,η νοσοκόμα εδω θα είναι κοντά σας να σας προσέχει.

Μου είπε πως με βρήκαν λιποθυμο στο διάδρομο της πολυκατοικίας που εμένα στον πέμπτο οροφο μπροστά σε μια ανοικτή πόρτα ενός αδειου,ακατοικητου διαμερίσματος για πολλά χρόνια.

Δεν τους είπα τίποτα για αυτά που είχαν συμβεί.

Και σήμερα το πρωί βγήκα από το νοσοκομείο,τώρα μένω  προσωρινά σε ξενοδοχείο, μεχρι να ενοικιασω κάπου αλλου σπίτι.

.

.

.

χ.ν.κουβελης  c.n.couvelis

Οι Αγνωστοι


αισθάνονταν ότι ενας άγνωστος άντρας την παρακολουθούσε,όχι δεν ένιωθε απειλή,ούτε ήταν καταδίωξη,άλλωστε εκείνος έμεινε σε μια άγνωστη για εκείνη πόλη,

όμως γνώριζε και τις πιο μικρές κινήσεις της,

στην αρχή νόμιζε πως ήταν η φαντασία της,δεν ήταν,ένα πρωι καθώς έτρωγε το πρωινο της ένιωσε ένα βλέμμα πίσω της,γύρισε,ήξερε ότι ήταν εκεί,το ίδιο συναίσθημα της συνέβαινε όταν χτενίζει τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη,ήταν πίσω της,

όταν διάβαζε ένα βιβλίο,ότι ακουμπουσε στο στήθος του το κεφάλι της,όταν ήταν στο δρόμο και άρχιζε να βρέχει,ότι εκείνος άνοιγε την ομπρέλα του να την προστατεύσει,

εκείνος ήταν εκεί όταν έσβηνε το φως να κοιμηθεί,

άρχισε να του μιλά:

-Σήμερα κουράστηκα

-Το απόγευμα είδα μια γάτα στον δρόμο

-Σήμερα θυμήθηκα κάτι από τα παιδικά μου χρόνια,

εκείνος βρίσκονταν μακριά,σε μια πόλη που ποτέ εκείνη δεν θα επισκέπτονταν,

εκείνος ξυπνούσε μόνος,χωρίς εκείνη,έτρωγε μόνος,περπατούσε ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων,κι εκείνη δεν υπήρχε,και είχε μια παράξενη αίσθηση ότι κάποια γυναίκα τον σκέφτονταν,

οταν αγόραζε φρούτα σκέφτονταν:

-Αναρωτιέμαι αν θα της άρεσαν τα κερασια,

οταν έβλεπε τη θάλασσα:

-Αναρωτιέμαι αν αγαπά κι εκείνη τη θάλασσα.

Όταν άκουγε τζαζ:

-Αναρωτιέμαι αν θα της άρεσε η Billie Holiday,

η γυναίκα εκείνη,κι ας μην ήξερε ποια ήταν,ζουσε μαζί του,ήταν εκεί,

αν και η  καρέκλα απέναντι της στο τραπέζι παρέμενε άδεια,το διπλανό μαξιλάρι στο κρεβάτι της ήταν απειραχτο,εκείνη οταν μαγείρευε,μαγείρευε για δύο,οταν διάβαζε, σκεφτόταν τι θα σχολίαζε εκείνος,οταν περπατούσε σε έναν δρόμο, φανταζόταν πως περπατούσε δίπλα της,

άρχισε να τον ερωτεύεται,

αγαπούσε τον τρόπο με τον οποίο τον φανταζόταν να υπάρχει,να την ψάχνει,να την έχει ανάγκη,

αγαπούσε την ιδέα ότι κάπου στον κόσμο υπήρχε ένας άνθρωπος που αισθανόταν την ίδια έλλειψη με εκείνη,του έλειπε όπως κι εκείνης της έλειπε,

-Μεγαλώνουμε μαζί,είπε και δακρυσε,

στην ψυχή της εκείνος ήταν πραγματικός,

όταν κοιμόνταν εκείνος ήταν δίπλα της την είχε αγκάλιασμενη,κι εκείνος όταν κοιμόνταν εκείνη ήταν δίπλα του και την είχε αγκάλιασμενη.

.

.

.


Φωτογράφηση

-χνκουβελης cncouvelis


χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Αναμνήσεις Μαρτυρίες μιας Γυναίκας


τώρα που γέρασα,οι νύχτες είναι πιο μεγάλες απ'τις μέρες,ατελείωτες οι θα ώρες.

το δωμάτιο μου είναι μικρό,το βλέπεις,λίγα πράγματα,το κρεβάτι,το τραπέζι,μια καρέκλα.

σπ'το παράθυρο κοιτάζω έξω,βλέπω ανθρώπους να περνούν,κανείς δεν ξέρει ότι υπήρξα.

τότε γνώρισα πολλους.

άντρες που πίστευαν πως ο έρωτας μπορούσε να αγοραστεί για μία ώρα.

θυμαμαι τα πρόσωπα τους.

πολλοί δεν έρχονταν για το σώμα μου,αλλά για να ξεφύγουν απ'την μοναξιά τους,απ'αυτό που τους καταδιώωκε.

ένας μου έδειξε τη φωτογραφία μιας γυναικας που είχε πεθάνει πριν είκοσι χρόνια.

ένας μου ζητούσε να του διαβάσω αισθηματικά μυθιστορήματα.

υπήρχαν και άλλοι,εκείνοι που ήθελαν να εκδικηθούν ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε μια νύχτα.

τους φοβόμουν.

τα χρόνια πέρασαν γρήγορα,

οταν ημουνα νέα,νομίζα πως ο χρόνος προχωραει αργά.

δεν είναι αλήθεια.

ξεχάστηκα και ξαφνικά βρέθηκα μπροστά σε έναν καθρέφτη και αναρωτηθηκα πότε άσπρισαν τα μαλλιά μου.

πότε εμφανίστηκαν οι ρυτίδες,τόσο βαθιές.

πότε τα στήθη μου έπεσαν βαρια.

πότε σταμάτησε το τηλέφωνο να χτυπά.

πότε δεν ερχονταν πελατης.

ήρθε η σιωπή.

αναρωτιέμαι αν αγάπησα ποτέ πραγματικά κάποιον.

υπήρξαν άντρες που με αγάπησαν,η' ειπαν πως μ' αγάπησαν.

οι άνθρωποι έμεναν λίγο μαζί μου,έπειτα έφευγαν,κανείς δεν έμεινε αρκετά για να τον θυμαμαι.

ισως να μην ήθελα κι εγώ να μείνουν.

τα απογεύματα πηγαινω στο παρκο,κάθομαι σ'ένα παγκάκι,βλέπω παιδιά να παίζουν,μανάδες να τα προσεχουν,γέρους να συζητούν.

κανείς δεν ξέρει την ιστορία μου.

αυτό με στεναχωρεί.

γιατί κάθε άνθρωπος επιθυμεί να τον θυμάται κάποιος.

οχι για τη δουλεια που έκανε,ούτε για τα λάθη του.

αλλά ότι υπηρξε.

με φοβίζει η λησμονια,όχι η μοναξιά,

γιατί η λησμονια είναι ο πραγματικός θάνατος.

ο τελευταίος.


(τής ζήτησα να την φωτογραφίσω,δέχτηκε,με έναν ορο:να μην της δειξω τη φωτογραφία της)

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ο Κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης εις τον Προφήτην Ελισσαιον


Μόνο οι ψυχές των πτωχών και των ταπεινων 

μετέχουν εις την γαλήνια μελαγχολίαν της νυχτος.


Εις το μικρόν εκκλησάκι του Προφητου Ελισσαίου εις την   Πλάκα ετελείτο η Θεία Λειτουργία υπό του σεπτού ιερέως Νικολάου Πλανά. .

Εις το δεξιόν αναλόγιον ίστατο ο κυρ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,ψαλλων με αυστηρόν βυζαντινόν τρόπον,άνευ περιττών καλλωπισμών,με την κατανυκτικήν απλότητα των παλαιών ψαλτών.

Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται Πνεύματος.

Και καθώς έψαλλε το:

Τὴν τιμιωτέραν τῶν Χερουβεί,εσήκωσε τους οφθαλμους του και είδε ανάμεσα εις το εκκλησίασμα 

εις τον χαμηλό φωτισμό των κεριών καθισμένη τη γριά Λουκαινσ με το φτωχικόν τσεμπέρι και τα ροζιασμένα χέρια. Δίπλα της η δυστυχής Φραγκογιαννού η Χαδουλα,όχι με το πρόσωπον της αμαρτίας,τεταραγμενον εκ της αμαρτίας,αλλά με έκφρασιν συντριβής και ελπίδος,ως ψυχή που αναμένει το άπειρον έλεος.

Είδε και τον  μπάρμπα-Γιαννιό τον κανατά,ενδεδυμένον φτωχικά,αδεξιως να σταυροκοπειται.

Και την μικρή Ακριβούλα διέκρινε καθαρα,ήτο εκεί,σαν ποτέ να μην είχε χαθεί εις τα κύματα. 

Και ο ταπεινός βοσκός,ο ναυτικός,η χήρα,η πλύστρα,εκεί τους είδε να είναι παροντες.και όλους τους πονεμένους άνθρωπους του νησιού του και αμίλητοι να προσεύχονται.

Άραγε,Κύριε,σκέφτηκε,δια τούτους δεν εγράφησαν όλαι οι ιστοριες; Διά τα πλάσματά Σου,τα αφανή,τα λησμονημένα,τα οποία ουδείς γνωρίζει,αλλά Συ αριθμείς τα δάκρυά των;

Και όταν ηρχισε να ψέλνει: Σε υμνούμεν,Σε ευλογούμεν,

η φωνή του ερραγισθει από την συγκίνηση. 

Ενόμισε τότε ότι είδε και την μητέρα του Αγγελική την Γκιουλω σκυμμένην εις προσευχήν και τις αδελφές του την Ουρανία την Χαρίκλεια

τη Σοφούλα

τη Κυρατσούλα,και τα αδέλφια του Εμμανουήλ και Γεωργιο.

Τους νησιώτας,τους ναυτικούς που επνίγησαν εις τα πελάγη,τα ορφανά παιδιά, τους ξενητεμένους,τον Αμερικανο,όλους εκείνους που είχαν φύγει από τον κόσμον αυτόν και είχαν παραδώσει την πνοήν των εις τον Θεόν.

Και το εκκλησάκι του Προφητου Ελισσαίου  εγένετο ως μία κιβωτός, τών ζώντων και των  κεκοιμημένων,των δικαιων και των μετανοούντων,τών  φτωχων και των  λησμονημένων.

Ο ιερέας Νικολαος Πλανάς ύψωσε τα Τίμια Δώρα και ηκούσθει η φωνή του:

Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε.

Και ο κυρ Αλέξανδρος είδε τις ψυχές τους να προσέρχονται με ταπείνωση.

Κύριε,εψιθυρισε,αυτούς ηγάπησα,αλλον πλούτο δεν ειχον.Αυτούς μοι εχάρισες,αυτούς εις Σε παρέδωκα.Αλλά Συ,που ουδέν λησμονείς,δέξαι και αυτούς και εμέ,τον ελάχιστον,εις την άφατον ευσπλαγχνίαν Σου.

Και ως ψαλμωδία ηρχισεν να ανέρχεται εις τον Κύριον 

Το Μοιρολογι της φώκιας

εκ των χειλέων του:


Κάτω από τον κρημνόν,οπού βρέχουν τα κύματα,όπου κατέρχεται το μονοπάτι,το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη,οπού αντικρίζει τα Μνημούρια, και δυτικώς,δίπλα εις την χαμηλήν προεξοχήν του γιαλού,την οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, οπού δεν παύουν από πρωίας μέχρις εσπέρας, όλον το θέρος,να κολυμβούν εκεί τριγύρω,ονομάζουν το Κοχύλι -φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα-κατέβαινε το βράδυ βράδυ η γρια-Λούκαινα,μία χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγήν,δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνιά της εις το κύμα το αλμυρόν,είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν,το Γλυφονέρι,οπού δακρύζει από τον βράχον του σχιστολίθου,και χύνεται ηρέμα εις τα κύματα. Κατέβαινε σιγά τον κατήφορον,το μονοπάτι,και με ψίθυρον φωνήν έμελπεν εν πένθιμον βαθύ μοιρολόγι, φέρουσα άμα την παλάμην εις το μέτωπόν της,δια να σκεπάση τα όμματα από το θάμβος του ηλίου,οπού εβασίλευεν εις το βουνόν αντικρύ,κι αι ακτίνες του εθώπευον κατέναντί της τον μικρόν περίβολον και τα μνήματα των νεκρών, πάλλευκα, ασβεστωμένα, λάμποντα εις τας τελευταίας του ακτίνας.

Ενθυμείτο τα πέντε παιδιά της,τα οποία είχε θάψει εις το αλώνι εκείνο του χάρου, εις τον κήπον εκείνον της φθοράς,το εν μετά το άλλο, προ χρόνων πολλών, όταν ήτο νέα ακόμη.Δύο κοράσια και τρία αγόρια,όλα εις μικράν ηλικίαν της είχε θερίσει ο χάρος ο αχόρταστος.

Τελευταίον επήρε και τον άνδρα της,και της είχον μείνει μόνον δύο υιοί, ξενιτευμένοι τώρα·ο εις είχεν υπάγει,της είπον,εις την Αυστραλίαν,και δεν είχε στείλει γράμμα από τριών ετών·αυτή δεν ήξευρε τι είχεν απογίνει·ο άλλος ο μικρότερος εταξίδευε με τα καράβια εντός της Μεσογείου,και κάποτε την ενθυμείτο ακόμη.Της είχε μείνει και μία κόρη, υπανδρευμένη τώρα,με μισήν δωδεκάδα παιδιά.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η Αναζήτηση 

(μια noir ιστορία)

Και παραθέτοντας τις συναντήσεις με τους τέσσερις ντετέκτιβς:

Auguste Dupin

Sherlock Holmes 

Hercules Poirot

Isidro Parodi


Εξω εβρεχε,λίγο πριν νυχτώσει,η γυναίκα καθονταν στο βάθος της καφετέριας,πίσω μέσα στον καθρέφτη η αντανακλαση της,την παγιδευε. 

Το πρόσωπο της είχε μια μυστήρια συμμετρική ομορφια.


 Ήμουνα υπάλληλος σε μια υπηρεσία της οποίας η λειτουργία ήταν ασαφής για μένα,είχε αμέτρητους διαδρόμους,στο γραφείο ήμουνα μόνος,ποτέ δεν είχα δει αλλον,έβρισκα πάνω στο γραφείο φακέλους που δεν περιείχαν καμία υπόθεση,και διαταγές από προϊσταμένους που ποτέ δεν είχα δει.

Καθημερινά συμπλήρωνα έντυπα που ακυρώνονταν από άλλα έντυπα,τα οποία έπρεπε να αντιγραφούν σε καινούρια έντυπα.


Εκείνη η γυναίκα εμφανίστηκε κρατώντας έναν φάκελο.

Το πρόσωπο της είχε μια παράξενη συμμετρική ομορφια.

-Θέλω να βρω κάποιον,είπε.

-Ποιον;

-Αυτόν που με αναζητά.

Αντιλήφθηκα το παράδοξο.

Χαμογέλασα,

Η γυναίκα έφυγε.


Άνοιξα τον φάκελο,δεν περιείχε κανένα έγγραφο.


Έλαβα τρεις διαφορετικές ειδοποιήσεις:

η μία απαιτούσε να γίνει καταγραφή του,η δεύτερη να επιστραφεί στον αποστολέα και η τρίτη να καταχωρηθεί ως απόρρητος επειδή δεν περιείχε τίποτα.


Φεύγοντας στο βάθος του διαδρόμου είδα έναν άντρα.

Πλησίασα.

Κοίταξε τον κενό φάκελο που κρατούσα στα χέρια και είπε.

-Le vide est lui aussi logique.

(Το κενο είναι κι αυτο λογικο.)

Ανοιξε μια  πόρτα αριστερά και μπήκε.Πανω στη πόρτα διάβασα:Auguste Dupin.


Κάθε μέρα ενημερωνομουν πως η υπόθεση της γυναίκας πέρασε από επιτροπές, υποεπιτροπές και συμβούλια ελέγχου.Κάθε εβδομάδα συμπλήρωνα νέα έντυπα που επικυρωναν πως η αναζήτηση της δεν είχε εγκριθεί επειδή δεν είχε ολοκληρωθεί.


Στο μετρό ένας άντρας με καπέλο  καθισμένος δίπλα μου,με πίπα στο στόμα,μου είπε:

-Περίεργο.Όταν λείπουν όλα τα δεδομένα,αυτό που απομένει είναι η συνήθεια της σκέψης.

Έπειτα  μου είπε ότι είναι ο Sherlock Holmes και τώρα  ασχολείται με τα  σιδηροδρομικα δρομολογια του 1897.

Στον επόμενο σταθμό κατεβηκε.και χάθηκε μέσα στο πλήθος των επιβατών στην αποβάθρα.


Με τη γυναίκα συναντηθηκαμε σε ένα μπαρ,στη μουσική Εlla Fitzerland,Porgy and Bess,

πήγαμε σε ξενοδοχείο.

Ήταν στον καθρέφτη και έβαφε τα χείλη της.

-Ξέρεις γιατί υπάρχουμε;

Κοίταξα το είδωλο της.

-Όχι.

-Επειδή κάποιος χρειάζεται να αφηγηθεί κάτι.

Εκείνη γύρισε το πρόσωπο της προς το μέρος μου.

 -Ακόμη πιστεύεις πως

εισαι πραγματικός;με ρωτησε.

Σηκώθηκε,έβγαλε το μαύρο κομπινεζον και με πλησίασε  αργά.


Ύστερα όλα επανήλθαν στο σκοτάδι.


Το πρωί στο σαλόνι του ξενοδοχείου ένας κομψός ηλικιωμένος άντρας με τέλειο μουστάκι καθονταν απέναντι μας.

-Συγνώμη,είπε,παρατηρώντας τα γάντια της κυρίας σκέφτηκα πως οι άνθρωποι λένε ψέματα αλλά τα γάντια ποτέ.Μην σας παραξενευει η σχολαστικότητα μου,είναι όργανο της δουλειάς μου,είμαι ο Hercules Poirot.

Εκείνη γέλασε.

Εκείνος έφυγε κρατώντας το μπαστούνι του.


Τότε άρχισα να υποψιάζομαι πως η Ιρμα,αυτό ήταν το όνομα της,δεν έψαχνε κανέναν.

Η' μάλλον αναζητούσε τον εαυτό της μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων.


Στο υπόγειο του κτιρίου της υπηρεσίας ανακάλυψα ότι  υπήρχε ένα κελί.

Εκεί μέσα ηταν έγκλειστος ένας παράλυτος άντρας,καταδικασμένος για ένα έγκλημα που δεν διεπραξε.

-Απο το κελί λύνω προβλήματα για λογαριασμό αλλων,μου είπε,

το όνομα μου Isidro Parodi, Αργεντινος,συνάδελφος του J.L.Borges και του Adolfo Bioy Casares.

-Η γυναίκα αυτή,είπε χωρίς να με κοιτάξει,δεν ψάχνει αυτόν που τη ζητά.Ψάχνει εκείνον που θα τη θυμηθεί.

-Και ποιος είναι;

-Καποιος που θα διαβάσει την ιστορία σας γι'αυτην.

Έφυγα,εκείνος έμεινε στο κελί κλεισμένος με τους γρίφους του.


Η Ιρμα είχε εξαφανιστει.


Πέρασαν χρόνια.

Η υπηρεσία συνέχισε να λειτουργεί.Οι φάκελοι πολλαπλασιάζονταν.

Φανταζομουν,αφού κανέναν δεν έβλεπα,ότι οι υπάλληλοι της γερνούσαν.

Υποψιάστηκα πως,ίσως,να  ημουν ο μοναδικός εργαζόμενος εκεί.


Εξω εβρεχε,λίγο πριν νυχτώσει,η γυναίκα καθονταν στο βάθος της καφετέριας,πίσω μέσα στον καθρέφτη η αντανακλαση της,την παγιδευε. 

Το πρόσωπο της είχε μια μυστήρια συμμετρική ομορφια

Ήταν ακριβώς όπως τότε.

Κρατούσε τον ίδιο φάκελο.

Σήκωσε το βλέμμα της.

-Θέλω να βρω κάποιον,είπε.

-Ποιον;

-Αυτόν που με αναζητά.

.

.


Και παραθέτοντας τις συναντήσεις με τους τέσσερις ντετέκτιβς:

Auguste Dupin

Sherlock Holmes 

Hercules Poirot

Isidro Parodi


Auguste Dupin

 

Ο άντρας κάθονταν κοντά στο παράθυρο,είχε παραγγείλει.μαυροκοκκινο κρασί και διάβαζε εφημεριδα.

Η Ίρμα τον είχε προσέξει πρώτη.

-Εκείνος ο κύριος μοιάζει με κάποιο που θα μπορουσε να ανακαλύψει μια σκέψη πριν αυτή γεννηθεί.

Ο άγνωστος σήκωσε το κεφάλι.

-Μον σερι,είπε,οι άνθρωποι πιστεύουν ότι αναζητούν πρόσωπα.Στην πραγματικότητα,αναζητούν συμμετρίες.

-Και τι βρήκατε σε μένα;

-Μια συμμετρία που επιμένει να μεταμφιέζεται σε αίνιγμα.

Καθώς έφευγε ο σερβιτόρος τον φώναξε:

-Κύριε Ντυπέν,ξεχάσατε τα γάντια σας.

Εκεινος χαμογέλασε,

-Αγαπητέ μου,δεν τα ξέχασα. Τα άφησα επίτηδες.Τα ίχνη που αφήνει κανείς είναι πιο ενδιαφέροντα από τα ίχνη που ακολουθεί.

Η Ίρμα τον παρακολούθησε να απομακρύνεται.

Και χάθηκε μέσα στη βροχή


Sherlock Holmes


Την ώρα που η γυναίκα είχε μπει στο γραφείο μου και μου έδινε τον φακελο της πίσω στη πόρτα εμφανίστηκε ένας άντρας ψηλός ξερακιανός με καπέλο και μια πίπα στο στόμα, 

-Ψάχνω τον όροφο με τους καταλόγους των σιδηροδρομικών τρένων του 1888,είπε.

Η Ίρμα γύρισε και τον είδε. 

-Με παρακολουθείτε;τον ρώτησε.

-Όχι,Σας παρατηρώ.Η παρακολούθηση είναι έργο της αστυνομιας.

Η παρατήρηση είναι προυποθεση τής λογικής.

-Και τι έχετε παρατηρήσει;

-Ότι δεν είστε αυτό που υποδύεστε.

Η Ίρμα γέλασε.

-Και τι υποδύομαι;

-Κάθε φορά κάτι διαφορετικό.

-Και ποια είναι η αλήθεια;τον ρώτησα.

-Αγαπητέ μου κύριε,η αλήθεια είναι υπερτιμημένη.Τα γεγονότα έχουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον.

-Ποιος είστε;τον ρώτησε η Ιρμα.

Ο άνδρας χαμογέλασε.

-Ένας ερασιτέχνης βιολιστης,

ο Sherlock Holmes,

και της έδειξε τη θήκη του βιολιου.

Κοίταξε το ρολόι του,

-Ωρα να επιστρέψω στην 221B Baker Street,o Dr.Watson θα περιμένει να ακούσει την ιστορία.Το τρένο του 1897 φτάνει ακριβώς 7μμ.

Είπε και άκουσα τα βήματα του στο διάδρομο καθώς απομακρύνονταν να χάνονται.


Hercule Poirot


Στο σαλόνι του ξενοδοχείου ο ο μικρόσωμος ηλικιωμένος αντρας με το περιποιημενο μουστάκι και τα σχολαστικα γυαλισμένα παπούτσια  παρατηρούσε χωρίς να φαίνεται ότι παρατηρεί.

-Η δεσποινίς είναι πολύ όμορφη,είπε ευγενικά,και μάλιστα συμμετρικά όμορφη.

-Το γνωρίζει,απάντησα.

-Ακριβώς.Κι αυτό είναι επικίνδυνο,είπε.

Η Ίρμα γέλασε.

-Κύριε,μελετάτε γυναίκες ή εγκλήματα;

-Α,μαντάμ,είπε χαμογελώντας,και τα δύο συχνά συγχέονται.

-Και τι συμπεράνατε για μένα;

-Ότι είστε δυστυχισμένη.

Η Ίρμα γελασε.

-Παράξενο συμπέρασμα.

-Όχι.Τα γάντια σας είναι πανάκριβα,Το κολιέ σας είναι αληθινό.Το άρωμά σας είναι εξαιρετικό.Αυτά δεν είναι σημάδια ματαιοδοξίας,αλλά σημάδια ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μοναξιά.

-Και ποια είμαι;

-Αυτό, μαντάμ,δεν είναι ερώτημα για έναν ντετέκτιβ. Είναι ερώτημα για έναν ιερέα ή για έναν μυθιστοριογράφο.

Η Ίρμα χαμογέλασε.

Ο αντρας σηκώθηκε αργά και φόρεσε το καπέλο του.

-Ποιο είναι το όνομα σας,ρώτησε η Ιρμα.

-Τα ονόματα,μαντάμ,είπε εκείνος,είναι χρήσιμα μόνο στους τάφους.

Καθώς απομακρυνόταν,ο υπάλληλος του ξενοδοχείου έτρεξε πίσω του.

-Κύριε Πουαρό! Ξεχάσατε την ομπρέλα σας!

-Ενας άνθρωπος μπορεί να ξεχάσει μια ιδέα,όχι όμως μια ομπρέλα,είπε και απομακρυνθηκε περνώντας την ομπρέλα του.


Isidro Parodi.


Το κελί ήταν στο υπόγειο,τον βρήκα ξαπλωμενο στο κρεβάτι του,σηκώθηκε.

-Λοιπόν;είπε.Η γυναικα χάθηκε.

-Πώς το ξέρετε;

-Αν δεν είχε χαθεί,δεν θα είχατε έρθει εδώ.

-Θέλω να τη βρω.

-Από εδώ μέσα,αγαπητέ μου,είπε ο Isidro Parodi,δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω παρά να ακούω τους άλλους. Οι άνθρωποι φέρνουν τις ιστορίες τους κι εγω ανακαλύπτω ότι το μυστήριο βρίσκεται στις λέξεις που χρησιμοποιούν.

Έδειξε τον άδειο φάκελο που κρατούσα.

-Για παράδειγμα,γιατί επιμένετε να λέτε ότι η γυναίκα εξαφανίστηκε;

-Επειδή εξαφανίστηκε.

-Ανοησίες.Εξαφανίζονται όσοι δεν αφήνουν ίχνη.Εκείνη σας άφησε ένα σωρό αναμνήσεις.Επομένως δεν εξαφανίστηκε.Απλώς μετακινήθηκε σε άλλο σημείο της ιστορίας.

-Και πού βρίσκεται τώρα;

-Εκεί όπου βρίσκονται όλοι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε. Στη μνήμη μας

-Αυτό δεν είναι απάντηση.

-Φυσικά και είναι.Απλώς εσείς θέλετε διεύθυνση και αριθμό.

Χαμογέλασε.

-Ξέρετε τι με διασκεδάζει περισσότερο; Ότι όλοι θεωρούν εμένα φυλακισμένο.

-Δεν είστε;

-Και ποιος δεν είναι;Εσείς είστε φυλακισμένος στις αναμνήσεις σας.Η γυναίκα στην εξαφάνιση της.

Κοιτούσε κάποιον πίσω μου.

-Εσείς εκεί,είπε,μη νομίζετε ότι είστε έξω από την ιστορία.Κανείς δεν είναι έξω από την ιστορία.

Γύρισα να δω σε ποιον μιλούσε.

Δεν υπήρχε κανείς.

-Σε ποιον μιλήσατε;

Ο έγκλειστος Αργεντινος ντετέκτιβ χαμογελασε.

-Στον επόμενο επισκέπτη.Και τώρα πηγαίνετε.Η Ιρμα σάς περιμένει.

-Μα είπατε ότι χάθηκε.

-Είπα ότι μετακινήθηκε σε άλλο σημείο της ιστορίας.

-Και πού είναι αυτό;.

—Στην αρχή, αγαπητέ μου.

Πάντα στην αρχή.


Και όταν χρόνια αργότερα βρέθηκα ξανά στη βροχερή καφετέρια,με την Ίρμα να κάθεται στο βάθο,με τον καθρέφτη πίσω της να έχει παγιδευμένο το είδωλο της,και να κρατά τον ίδιο άδειο φάκελο,

θυμήθηκα τον φυλακισμένο φιλόσοφο ντετεκτιβ Isidro Parodi που είχε δει τον κύκλο της ιστορίας.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η τελευταία συνάντηση της Οφηλίας με τον Άμλετ


Στο κήπο,

Βραδυαζει,

Η Οφηλία κρατά αγριολούλουδα.

Ο Άμλετ εμφανίζεται ταραγμένος.


Οφηλία:

Πρίγκιπά μου.Πόσες μέρες αναζητώ το βλέμμα σου;

Γιατί με αποφεύγεις;


Αμλετ:

Μην με αποκαλείς έτσι.Δεν είμαι πρίγκιπας.

Είμαι ένας δειλος που βυθιζεται συνεχώς μέσα στην αμφιβολία.


Οφηλια:

Κι εγώ;Τι είμαι για σένα;

Ένα φαντασμα;Ένα τίποτα;


Αμλετ:

(Αποφευγει να την κοιτάξει) 

Ήσουν το μόνο φως που γνώρισα,όμως το σκοτάδι που εχω μέσα μου θα σε αφανίσει.


Οφηλια:

Το σκοτάδι δεν με φοβίζει, Άμλετ.Με φοβίζει η σιωπή σου.Με φοβίζει που στέκομαι δίπλα σου και όμως είσαι τόσο μακριά μου.


Αμλετ:

Δεν υπάρχει τίποτα για μας.

Γύρω μας οι άνθρωποι προδίδουν και οι νεκροί ζητούν δικαιοσύνη.


Οφηλια:

Κι η καρδιά,δεν έχει αξία;


Αμλετ:

Η καρδιά είναι αδύναμη.

Έχει παγώσει μέσα μου.

Ησυχια δεν έχω πια.


Οφηλια:

(Του προσφέρει τα λουλούδια.)

Πάρε αυτά.

Θα σου θυμίζουν ότι σ'αγαπησα.


Αμλετ:

(Παίρνει τα λουλούδια)

Συγχώρεσέ με,Οφηλία.Αν

δεν είχα γεννηθεί σε ένα κόσμο τόσο  διεφθαρμένο

και σκληρό.


Οφηλια:

Θα ήμασταν μαζί;


Αμλετ:

Ίσως.Ομως τα όνειρα δεν διαρκούν πολύ.

Αντίο Οφηλία.


Οφηλια:

Αντίο,αγαπημένε μου.

Εύχομαι να ζήσεις κι η ψυχή σου κάποτε να βρει γαληνη.

Εγώ σ'αποχαιρετω.


Η Οφηλία απομακρύνεται αργά. 

Ο Άμλετ μένει μόνος, κρατώντας το λουλούδια. 

Τα φώτα σβήνουν.

Αυλαία.

.

.

.

χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Θέατρο Σκιών

Ο Καραγκιόζης Φιλόσοφος


(Βγαίνει ο Χατζηαβάτης.)

Χατζηαβάτης: Ακούσατε, ακούσατε! Στην Αγορά της Αθήνας


Καραγκιόζης:

(Βγαίνει από την παράγκα)

Βρε γρουσουζη,τι θ'αγορασω που δεν έχω φράγκο;

(τού δινει μια φαπα)

φαπ να'χεις να αγοράζεις.

Τι τρέχει και γκαριζεις και με ξύπνησες;


Χατζηαβάτης:Ο σοφός Σωκράτης δέχεται μαθητές και τους διδασκει σοφία και φιλοσοφία.


Καραγκιόζης: Τι είναι αυτά,τρώγονται;φαγώσιμα;

Γιατί έπεσε λόρδα και τών πατέρων ημών.


Χατζηαβάτης: (γελάει)

Όχι.Γνώση,να ανοιξει το μυαλό.


Καραγκιόζης: να παίρνει αέρα δηλαδη


Χατζηαβάτης: Όχι.,Κάτι ανώτερο.


Καραγκιόζης:Από το φαι ουδεν ανωτερον ανωτατον δεν είναι.

Ας πάμε να αγοράσουμε σοφία,τζάμπα είναι,πλάκα θα'χει.


(Στην Αγορά της Αθήνας)


Καραγκιόζης:(μόλις βλέπει το Σωκράτη)

Πώς πω αυτός ο μαύρος πειναει πιο πολύ από μένα,Οχι ο Σωκράτης,ο Πειναλεων είναι.


Σωκράτης: Χαίρετε,πολίτες.

Το ένα δεν είναι ένα αλλα πολλα.


Καραγκιόζης: Και τα πολλά κανένα,σιγά τη σοφια.


Σωκράτης: Γνωρίζεις κάτι;


Καραγκιόζης: Βεβαίως.Τη φασολαδα,τη φρατζολα,τη μανεστρα.Αλλα έχω καιρό να τα δω και πάω να τα ξεχάσω.Α ξέρω και το ταμπουρλο,που βαράει η κοιλιά μου που πειναει.


Σωκράτης: Άλλο εννοώ.


Καραγκιόζης:Τι το ψητό κοτόπουλο;


Χατζηαβάτης:Όχι τα υλικά αλλά τα πνευματικά.


Καραγκιόζης:Σωστά,τα πουφ παφ να πούμε,που πνεομαι οπισθιως.


Σωκράτης:

Γνώθι σ'αυτον


Καραγκιόζης:(λέει στον Χατζηαβάτης)

Ακριβώς,σαν αυτόν είμαι.


Χατζηαβάτης:Όχι.Αν γνωρίζεις τον εαυτό σου λεει.


Καραγκιόζης:Τον απαυτο μου τον ξέρω κι απ'τη.καλή κι απ' την αναποδη.


Σωκράτης: Πες μου,τι είναι Αγαθόν;


Καραγκιόζης:Αγκαθος ψωμί,αυτό.


Σωκράτης:

Ας εφαρμόσουμε την μαιευτική μέθοδο.


Καραγκιόζης:Ενδιαφέρον,να η μαμη,κι είναι έτοιμη να γεννήσει η γάτα μου.


Σωκράτης:

Πρώτα νομίζουμε ότι ξέρουμε κάτι,το συζητάμε και στο τέλος καταλήγουμε πως αυτό που νομίζαμε στην αρχή ότι ξέραμε δεν το ξέραμε.


Καραγκιόζης:Δηλαδή Σωκρατακη μου,αρες ναρες κουκουναρες.


Σωκράτης:Και καταλήγουμε στο:

εν οίδα ότι ουδεν οίδα


Καραγκιόζης:Έτσι είναι ούτε είδα ούτε θα δω φαι εδώ που'ρθα,μ'αυτα τα οίδα και τα ξοιδα.

Άντε γεια,πολίτες μου,πριν πω το ψωμί ψωμάκι.


Τέλος Παράστασης

Θεάτρου Σκιών ο Καραγκιόζης

.

.

.

Pop Story 

-cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

(Pop Story)

Το Χρονικό μιας γυναίκας 


Το πρωί ξεκίνησεμε pilates στη βίλα και ένα πρωινό με θέα τη θάλασσα.Η μέρα μου ήταν γεμάτη συναντήσεις, αλλά το μυαλό μου βρισκόταν αλλού.

Θα σε δω το βράδυε;με ρώτησε.

Και απάντησα:Ναι.


Δείπνο σε rooftop εστιατόριο. Φορούσα το καινούργιο μεταξωτό φόρεμα που είχα αγοράσει στο Μιλάνο. Εκείνος ήρθε αργοπορημένος,με εκείνο το αβίαστο χαμόγελο που με εκνευρίζει και με γοητεύει ταυτόχρονα.

Μιλήσαμε για ταξίδια, μουσική και σχέδια για το καλοκαίρι.

Δεν ξέρω αν είναι έρωτας. 


Πετάξαμε αυθημερόν στην Φλωρεντια μόνο για μεσημεριανό.

Παράλογο; Ισως.

Αλλά αυτές είναι οι στιγμές που θυμάσαι αργότερα.

Ήμουν μια ερωτευμένη γυναίκα που γελούσε με τα αστεία του.


Βραδινή βόλτα με το σκάφος. Ο ήλιος έδυε και ο ορίζοντας ήταν υπέροχα πορφυρός.

Καθίσαμε σιωπηλοί για ώρα.

Δεν χρειαζονταν να πούμε τίποτα.

Για πρώτη φορά μετά από χρόνια δεν σκεφτόμουν στόχους,επενδύσεις η' επόμενα βήματα.Σκεφτόμουν μόνο το παρόν.

.

.


Απόψε βγήκαμε.

Το φαγητό ήταν υπέροχο.

Η θέα μαγευτική.

Εγώ όμορφα ντυμένη.

Εκείνος γοητευτικός όπως πάντα.

Όμως τίποτα δεν ήταν αληθινο μεταξύ μας.


Δύο άνθρωποι απέναντι ο ένας από τον άλλον.

Και μια αόρατη απόσταση ανάμεσά τους


Άρχισα να φαντάζομαι τη ζωή μου χωρίς εκείνον.

.

.

Χωρίσαμε.


Βγήκα για δείπνο με φίλους.

Γέλασα,φωτογραφήθηκα, μίλησα για νέα σχέδια και επαγγελματικές ευκαιρίες.

Όλοι είπαν πόσο καλά δείχνω.

Κανείς δεν κατάλαβε ότι όλη τη μέρα πάλευα να μην του τηλεφωνήσω.


Έφυγα για ένα σαββατοκύριακο.

Παλιά φοβόμουν τη μοναξιά.

Τώρα τη δοκιμάζω σαν και καινουριο άρωμα.

.

.

.

χνκουβελης cncouvelis

Η Ηλικία του Λουτρού

(Ασπρόμαυρη ταινία  μονοπλάνων)


ΠΡΩΤΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ


Μεσημερι,ακτη.

Η κάμερα προχωρά αργά δείχνοντας  πάνω στην άμμο 

αποτυπώματα γλάρων.

Η φωνή του αφηγητη off:

Σ' εκείνη την ακτή που βρέθηκα,έβλεπα τα πετρωμένα βήματα των γλάρων.

Η κάμερα σηκωνεται και δειχνει μια 

γυναίκα να απομακρύνεται.

Η κάμερα στρέφεται αργά προς τον ελαιώνα.

Ένα άλογο χωρίς καβαλάρη  περνά  καλπάζοντας μέσα στις ελιες.

Η φωνή του αφηγητη off:

Ένα κόκκινο άλογο πέρασε μέσα στις ελιές.

Το άλογο εξαφανίζεται.

Flou white

Cut


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ


Απογευμα,αυλή σπιτιου.

Η κάμερα δειχνει παιδιά να παίζουν.

Τα πρόσωπά τους είναι καλυμμένα με λευκό χαρτί.

Στο βάθος μια γυναίκα κρατά ένα τριαντάφυλλο.

Η φωνή του αφηγητη off:

Παιδιά, όσα προορίζονταν για το Θυέστειο δείπνο, έπαιζαν στην αυλή.

Η γυναίκα φωνάζει:

Ορέστη!Έλα σπίτι.

Νύχτωσε.

Ανοίγουν όλα τα παράθυρα του σπιτιού και από μέσα πετουν μικρά πουλιά.

Η κάμερα τα ακολουθεί καθώς διασκορπίζονται στον αέρα.

Flou white

Cut


ΤΡΙΤΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ


Εσωτερικο σπιτιου.

Η κάμερα εισέρχεται στο δωμάτιο.

Γύρω από ένα τραπέζι άδειες καρεκλες.

Η κάμερα κάνει κυκλικό τραβελινγκ και απομακρύνεται αργά.

Η φωνή του αφηγητη off:

Οι απόντες περίμεναν το δείπνο.

Ακούγεται από πολύ μακριά σφύριγμα τρένου.

Ακούγονται βήματα.

Μια ανδρική φωνή off:

Ώρα να φύγουμε.

Αρκετά γίναμε βάρος.

Η κάμερα δείχνει στο πάτωμα σκόρπιες φωτογραφίες.

Η κάμερα πλησιάζει σ'αυτες.

Πορτραίτα ανθρώπων.

Η κάμερα σηκώνεται και πάνω στο τραπέζι δείχνει σε κοντινό πλάνο μια γυάλα που μέσα της επιπλέουν δύο ανθρώπινοι οφθαλμοί.

Η κάμερα εξέρχεται από το δωμάτιο και δείχνει τον σκοτεινό διάδρομο

γεμάτο σκιές πάνω στους τοιχους που απομακρύνονται.

Flou black

Cut


ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ


Νυχτα.

Η μητέρα του αφηγητή κάθεται στο πάτωμα.

Κόβει ψωμί.

Το αφήνει μπροστά σε άδειες θέσεις.

Η φωνή της:

Πολύ πείνασαν εδώ.

Η κάμερα ανυψώνεται και δείχνει στον τοίχο καρφωμένα ψάρια.

Ακούγονται κύματα.

Flou white 

Cut


ΠΕΜΠΤΟ ΜΟΝΟΠΛΑΝΟ


Ξημέρωμα.

Η κάμερα ακίνητη δείχνει την 

Ηλεκτρα μπροστά στον  καθρέφτη να χτενίζει αργά τα μαλλιά της.

Σιωπή.

Έπειτα η Ηλέκτρα σηκώνεται και βγαίνει στον κήπο.

Η κάμερα την ακολουθει

Ποτίζει τις γλάστρες.

Μπαίνει ξανά μέσα.

Ετοιμάζει το λουτρό.

Χωρίς να στραφεί προς τον αφηγητή ακούγεται να λέει:

Έχω την ηλικία του λουτρού.

Ο ατμός γεμίζει σιγά-σιγά όλο το πλανο

Η μορφή της εξαφανίζεται.

Η φωνή του αφηγητη off:

Τότε κατάλαβα,πως η αιωνιότητα που μας επιβλήθηκε

ήταν μνήμη.

Ο ατμός γίνεται λευκός.

Η εικόνα χάνεται.

Για αρκετά δευτερόλεπτα ακούγεται μόνο νερό που στάζει.

Flou white

Cut


Τέλος

.

.

.

χ.ν.κουβέλης c.n.couvelis

Σημειώσεις ενός κοινωνιολογου


Το πρώτο σημείωμα αφορά τα σκυλιά.

Οι άνθρωποι που κρατούν το λουρι προσαρμόζουν το βήμα τους στον ρυθμό του ζώου. Είναι μια μικρή αντιστροφή εξουσίας.


Στο καφέ οι πελάτες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες. 

Εκείνοι που παραγγέλνουν χωρίς να κοιτάξουν τον κατάλογο και εκείνοι που τον μελετούν σαν νομικό έγγραφο.

Η οικονομική τάξη φαίνεται περισσότερο στην άνεση της παραγγελίας παρά στο περιεχόμενό της.


Δίπλα μου δύο φοιτήτριες αλλάζουν γλώσσα κάθε λίγα λεπτά.

Έλληνικα,Γαλλικά,Αγγλικά, ισπανικά,Ιταλικά,Γερμανικά.

Η γλώσσα δεν δηλώνει πλέον εθνικοτητα,δηλώνει συνομιλια.


Σημειωση για τα παγκάκια. Σχεδόν ποτέ δεν τα μοιράζονται άγνωστοι,ακόμη κι όταν υπάρχει χώρος.

Η απόσταση ανάμεσα σε δύο σώματα αποτελεί αόρατο ιδιοκτησιακό δικαίωμα.


Ένας άστεγος ταΐζει περιστέρια με μεγαλύτερη επιμέλεια απ' ό,τι τρώει ο ίδιος.

Οι τουρίστες φωτογραφίζουν.

Αυτό γίνεται το αξιοθέατο.


Στις έντεκα περνώ από μια λαϊκή αγορά.

Ένα παιδί κλαίει επειδή δεν του αγοράζουν παιχνίδι.

Η μητέρα χαμηλώνει τη φωνή της αντί να την υψώσει.

Η μεσαία τάξη εκπαιδεύει τα παιδιά της με διαπραγμάτευση.

Οι φτωχοί και οι πλούσιοι χρησιμοποιούν συνήθως άλλες μεθόδους.


Η απογευματινή πόλη δεν μοιάζει με την πρωινή.

Οι ίδιοι δρόμοι αλλάζουν σαν να άλλαξε θίασο το ίδιο σκηνικό.


Στην έξοδο ενός λυκείου οι μαθητές δεν βγαίνουν όλοι μαζί.

Βγαίνουν κατά μικρές φυλές. Εκείνοι που καπνίζουν, εκείνοι που γελούν δυνατά, εκείνοι που κοιτούν συνεχώς το κινητό τους.

Η ηλικία είναι κοινή,οι μικρές κοινωνίες τους διαφορετικές.


Σημειώνω για τους ποδηλάτες.

 Άλλοι φορούν κράνος σαν επαγγελματίες και άλλοι οδηγούν με το ένα χέρι κρατώντας καφέ στο άλλο.

Επιτρεπονται πολλές εκδοχές του κινδύνου.


Στο πάρκο οι μητερες κάθονται όλες μαζί.

Τα παιδιά παίζουν χωρίς να γνωρίζουν εθνικότητες.


Ένας βιολιστής παιζει στο δρομο.Μερικοί περαστικοί αργοπορουν τον βηματισμό τους.

Αγοράζουν λιγα  δευτερόλεπτα συγκίνησης.


Στις πέντε και μισή τα γραφεία αρχίζουν να αδειάζουν.

Οι υπάλληλοι αποκτούν ξανά πρόσωπο.

Το πρωί ανήκαν στην εργασία τους,τώρα επιστρέφουν στον εαυτό τους.


Σε ένα καφέ ένα ζευγαρι παίζει σκάκι.Δεν μιλούν.

Η παρτίδα είναι η συνομιλία τους.

Οι κινήσεις των πιονιών έχουν αντικαταστήσει τις λέξεις.


Μια νεαρή φωτογράφος φωτογραφίζει μια παλιά φθαρμενη πόρτα.

Μια  ηλικιωμένη γυναικα την προσπερνά χωρίς να της δώσει σημασία. 

Για την αισθητική της μιας γενιάς μια άλλη γενιά αδιαφορεί.


Στο μετρό τα πρόσωπα δεν κοιτάζονται. 

Η ευγένεια της μεγαλούπολης είναι να μη διακόπτεις τη μοναξιά του άλλου.


Οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι δικηγόροι,οι τεχνίτες, οι υπάλληλοι καταστημάτων καταλαμβάνουν τις θέσεις τους. 

Η πόλη δεν λειτουργεί επειδή υπάρχει εξουσία.

Λειτουργεί επειδή χιλιάδες άνθρωποι επαναλαμβάνουν τις ίδιες κινήσεις κάθε μέρα.


Παρατηρώ τα παγκάκια.

Οι ηλικιωμένοι κάθονται κοιτώντας τον δρόμο. 

Οι νεότεροι κάθονται κοιτώντας το κινητό.

Το σώμα βρίσκεται στο ίδιο σημείο·,η προσοχή σε διαφορετικό κόσμο.


Οι κούριερ διασχίζουν την πόλη βιαστικοί.

Είναι οι αγγελιοφόροι μιας οικονομίας που δεν αντέχει την αναμονή.


Τα σχολεία σχολούν.

Η πόλη γεμίζει φωνές.

Η παιδική ηλικία είναι η μοναδική κοινωνική ομάδα που δεν κρύβει τα συναισθήματά της στον δημόσιο χώρο.


Στις πλατείες παρέες νεαρών.

Μπουκάλια κρασί,μπίρες, κιθάρες,κουβέντες. Χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο σαν σαλόνι.


Οι άστεγοι στρώνουν τα χαρτόνια τους.

Οι τελευταίοι πελάτες βγαίνουν από τα εστιατόρια.

Η ίδια πόλη προσφέρει επιδόρπιο σε κάποιους και καταφύγιο από το κρύο σε άλλους.


Σημειώνω για τα τραπέζια των εστιατορίων.

Οι άνθρωποι που γευματίζουν μόνοι σπάνια κοιτούν γύρω τους.

Κοιτούν το κινητό τους.

Η μοναξιά σήμερα συνοδεύεται σχεδόν πάντα από μια οθόνη.


Σ' ένα μικρό καφε ένας άνδρας σερβεριζεται.

Η νεαρή γκαρσονα  γνωρίζει το μικρό του όνομα,αλλά δεν γνωρίζει το επάγγελμά του. 

Διατηρούνται σχέσεις οικειότητας χωρίς βιογραφία.


Σε μια μικρή εκκλησία μπαίνουν λίγοι άνθρωποι. Κάποιοι ανάβουν κερί και φεύγουν αμέσως.

Η πίστη δεν μετριέται με τη διάρκεια της παραμονής.


Ένας μουσικός δρομου παίζει ακορντεόν.

Ένα μικρό παιδί σταματαει και αρχίζει να χορεύει χωρίς κανέναν δισταγμό.

Οι μεγάλοι κοιτούν,χαμογελούν,αλλά δεν συμμετεχουν.

Η κοινωνικοποίηση είναι η σταδιακή εγκατάλειψη της αυθόρμητης κίνησης.

.

.

.



χνκουβέλης cncouvelis

(noir story in Stockholm)

Η Σκηνοθεσία της Τελευταίας Σκηνής


Ο σκηνοθέτης Άντερς Λίντχολμ είχε την ιδέα ότι ο κόσμος μπορούσε να οργανωθεί όπως ένα κινηματογραφικό πλάνο.

Σκηνοθετούσε μια ταινία με τίτλο:Ο Τελευταίος Σκηνοθέτης. 

Ζητούσε να κινηματογραφούνται άδειοι διάδρομοι,σταματημένα ασανσέρ,πρόσωπα που κοιτούσαν έξω από το παράθυρο αμίλητα.

-Η αγωνία,έλεγε,γεννιέται όταν τίποτα δεν συμβαίνει.

Την τελευταία ημέρα των γυρισμάτων κάλεσε ελάχιστους ανθρώπους στο στούντιο.Ήθελε η τελική σκηνή να παραμείνει μυστική. Κανείς δεν γνώριζε ακριβώς τι επρόκειτο να γυριστεί.

Το βράδυ έφυγε μόνος.

Εκείνη τη νύχτα η Στοκχόλμη ήταν βυθισμένη στην ομίχλη και την υγρασια.

Το επόμενο πρωί διαδόθηκε η ειδηση οτι ο σκηνοθέτης είχε βρεθεί δολοφονημενος.

Κανείς δεν μπορούσε να υποθέσει την αιτία.

Οι αστυνομικοί εξέταζαν βίντεα,ανέκριναν συνεργάτες. 

Ανακάλυψαν πως στο μοντάζ της τελευταίας του ταινίας υπήρχε ένα πλάνο που κανείς δεν θυμόνταν να είχε γυριστεί.

Έδειχνε έναν άδειο δρόμο της Στοκχόλμης μέσα στη νύχτα.

Η κάμερα στεκόταν απολύτως ακίνητη,

ενας άνθρωπος περνούσε στο βάθος,υστερα χανανταν από το κάδρο,και η λήψη συνεχιζόταν για αρκετά λεπτά χωρίς να συμβαίνει τίποτε,

Οι τεχνικοί δεν μπόρεσαν ποτέ να εξηγήσουν ποιος είχε τοποθετήσει την κάμερα εκεί για να καταγραφεί αυτή η σκηνή.

Ένας από τους βοηθούς ανέφερε ότι ο σκηνοθέτης του είπε σχολιάζοντας την σκηνοθετική του τακτικη:

-Η πραγματικότητα είναι πάντα παράδοξη.

Μήνες αργότερα η ταινία προβλήθηκε.

Το κοινό παρακολουθούσε με απόλυτη σιωπή.Όταν εμφανίστηκε εκείνο το αινιγματικό πλάνο όλοι είχαν την αίσθηση ότι παρακολουθούσαν το τελευταίο βλέμμα ενός ανθρώπου.

.

.

.



χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Ο έρωτας της Ναυσικας


εκείνη τη μέρα είδα τα φύκια να κρέμονται στους ώμους του, 

-γούνουμαί σε ἄνασσα

θεός νύ τις, ἦ βροτός ἐσσι;

ειπε,

οι κοπέλες είχαν φύγει τρομαγμένες,εγώ εμεινα,του ερριξα νερό να πλυθεί,τού έδωσα λάδι να αλειφθεί, καθαρά ρούχα να ντυθεί,

τότε θαύμασα πως σ'αυτον Ἀθηναίη δὲ χάριν κατέχευεν,

και τού έδειξα το μονοπάτι για το σπίτι του πατέρα μου,

χωριστά να παμε,μάτια περίεργα να μην μας δουν και κουβεντιάσουν,

εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα,άκουγα τη θάλασσα,τους κυματισμούς της,

την άλλη ημέρα τον είδα στην αίθουσα του πατέρα μου,μιλούσε για τη Τροια,για τους Λωτοφάγους,για τις Σειρήνες,για τον Κύκλωπα Πολύφημο,για τη Κιρκη,για τους νεκρούς που είχε δει στον Άδη,

ένιωθα να τον ερωτεύομαι,

μια στιγμή είδα να με κοιτάει,

αυτό κράτησε πολύ λίγο,μια στιγμή,

έπειτα ειπε για τη πατρίδα του την Ιθάκη,και την νόστιμον ἦμαρ που θα τον φέρει εκεί,

ζήλεψα πολύ αυτή την αγάπη του,

το πρωί της αναχώρησής του πήγα στο λιμάνι,

-Αν ποτέ φτάσεις στην πατρίδα σου,τού είπα,θυμήσου εκείνη που σε βρήκε γυμνο στην ακτή,

έπειτα το καράβι χάθηκε,έμεινε μόνο η γραμμή του ορίζοντα,

τώρα καμιά φορα κατεβαίνω σ'εκεινη την ακτή,τα κύματα έχουν σβησει πια τα ίχνη του.

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου