.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Ξημερωμα
Η πέτρα θυμάται την εποχή που ήταν βουνό.
Απόγευμα
Το δέντρο θυμάται την εποχή που ήταν σπόρος.
Νύχτα.
Ο άνθρωπος δεν θυμάται τίποτε.
Πριν ξημερώσει.
Ο κόσμος είναι άδειος.
Ένα φύλλο επιστρέφει από την αιωνιότητα.
Και προσγειώνεται.
.
.
.
Μελέτη αναλυση
Το σύντομο αυτό ποίημα του χ.ν.κουβέλη είναι ένα από εκείνα τα κείμενα που επιδιώκουν τη μέγιστη συμπύκνωση νοήματος. Με ελάχιστες λέξεις συγκροτεί μια ολόκληρη μεταφυσική θεώρηση για τον χρόνο, τη μνήμη, τη φύση και την ανθρώπινη κατάσταση. Η δύναμή του δεν βρίσκεται στην αφηγηματική ανάπτυξη ούτε στη λυρική εξομολόγηση, αλλά στην αυστηρή αρχιτεκτονική των εικόνων και στη φιλοσοφική ένταση που παράγεται από τις αντιθέσεις τους.
Η δομή του ποιήματος
Το ποίημα οργανώνεται σε τέσσερις χρονικές ζώνες:
Ξημέρωμα
Απόγευμα
Νύχτα
Πριν ξημερώσει
Δεν πρόκειται απλώς για ώρες της ημέρας. Συνιστούν βαθμίδες μιας κοσμολογικής και οντολογικής πορείας.
Το ξημέρωμα συνδέεται με την πέτρα. Το απόγευμα με το δέντρο. Η νύχτα με τον άνθρωπο. Και το «πριν ξημερώσει» με τον ίδιο τον κόσμο.
Έτσι το ποίημα μετακινείται από το μερικό προς το καθολικό, από το αντικείμενο προς το σύμπαν.
Η μνήμη της ύλης
«Η πέτρα θυμάται την εποχή που ήταν βουνό.»
Η πρώτη φράση είναι εντυπωσιακή γιατί αποδίδει μνήμη σε κάτι άψυχο.
Η πέτρα αποτελεί αποσπασμένο κομμάτι ενός αρχέγονου όλου. Το βουνό είναι η προϊστορία της. Η φράση εισάγει μια βαθιά γεωλογική χρονικότητα.
Η πέτρα δεν είναι απλώς πέτρα. Είναι βουνό σε κατάσταση αποσύνθεσης.
Ο χρόνος δεν παρουσιάζεται ως γραμμική πρόοδος αλλά ως διατήρηση των παλαιότερων μορφών μέσα στις νεότερες.
Η εικόνα θυμίζει αντιλήψεις της σύγχρονης οικολογικής φιλοσοφίας σύμφωνα με τις οποίες τίποτε δεν αποκόπτεται πλήρως από την καταγωγή του.
Η μνήμη της ζωής
«Το δέντρο θυμάται την εποχή που ήταν σπόρος.»
Η δεύτερη εικόνα μεταφέρει το ποίημα από τη γεωλογία στη βιολογία.
Το δέντρο αποτελεί την ολοκλήρωση μιας δυνατότητας που υπήρχε ήδη μέσα στον σπόρο.
Εδώ η μνήμη δεν είναι μνήμη απώλειας όπως στην πέτρα αλλά μνήμη ανάπτυξης.
Το βουνό υπήρξε μεγαλύτερο από την πέτρα.
Το δέντρο, αντίθετα, είναι μεγαλύτερο από τον σπόρο.
Οι δύο εικόνες δημιουργούν μια συμμετρία:
βουνό → πέτρα
σπόρος → δέντρο
Στην πρώτη περίπτωση υπάρχει αποσύνθεση.
Στη δεύτερη υπάρχει γένεση.
Το ποίημα τοποθετεί την ύλη και τη ζωή μέσα σε μια αδιάκοπη διαδικασία μεταμόρφωσης.
Η αμνησία του ανθρώπου
«Ο άνθρωπος δεν θυμάται τίποτε.»
Εδώ βρίσκεται το δραματικό κέντρο του ποιήματος.
Μετά την πέτρα και το δέντρο ο αναγνώστης αναμένει μια τρίτη ανάλογη διατύπωση:
«Ο άνθρωπος θυμάται...»
Όμως η προσδοκία διαψεύδεται.
Η πέτρα θυμάται. Το δέντρο θυμάται. Ο άνθρωπος όχι.
Η αντιστροφή είναι συγκλονιστική.
Το ον που διαθέτει συνείδηση παρουσιάζεται ως το μόνο πραγματικά αμνήμον ον.
Η φράση μπορεί να διαβαστεί με πολλούς τρόπους:
ως υπαρξιακή διαπίστωση,
ως κριτική του σύγχρονου ανθρώπου,
ως μεταφυσική θέση για την αποκοπή του ανθρώπου από τις ρίζες του,
ως υπαινιγμός ότι η ανθρώπινη αυτοσυνειδησία παράγει λήθη αντί γνώση.
Ενώ η φύση διατηρεί μέσα της την ιστορία της, ο άνθρωπος έχει χάσει την επαφή με την καταγωγή του.
Η σημασία της νύχτας
Δεν είναι τυχαίο ότι η αμνησία τοποθετείται στη «Νύχτα».
Η νύχτα αποτελεί παραδοσιακά τον χώρο του ασυνειδήτου, του θανάτου, της λήθης.
Το ποίημα φαίνεται να υπονοεί ότι ο άνθρωπος ζει μέσα σε μια νύχτα της μνήμης.
Δεν γνωρίζει ποιος είναι. Δεν γνωρίζει από πού έρχεται. Δεν γνωρίζει προς τα πού πηγαίνει.
Το δεύτερο μέρος
«Πριν ξημερώσει. Ο κόσμος είναι άδειος.»
Εδώ η σκηνή γίνεται σχεδόν αποκαλυπτική.
Ο κόσμος εμφανίζεται κενός.
Η εικόνα θυμίζει τις πρώτες στιγμές της δημιουργίας ή τις τελευταίες στιγμές πριν από το τέλος.
Ο αναγνώστης βρίσκεται σε ένα μεταίχμιο ανάμεσα στο μηδέν και στην ύπαρξη.
Το φύλλο που επιστρέφει από την αιωνιότητα
«Ένα φύλλο επιστρέφει από την αιωνιότητα.»
Πρόκειται για την πιο μυστηριώδη εικόνα του ποιήματος.
Το φύλλο είναι το πιο ταπεινό και εφήμερο στοιχείο της φύσης.
Η αιωνιότητα είναι η πιο απέραντη και υπερβατική διάσταση του χρόνου.
Ο ποιητής συνδέει τα δύο άκρα.
Το απειροελάχιστο επιστρέφει από το άπειρο.
Το φύλλο αποκτά σχεδόν ψυχοπομπική λειτουργία.
Δεν πέφτει απλώς από ένα δέντρο.
Επιστρέφει από έναν τόπο που βρίσκεται έξω από τον χρόνο.
Η προσγείωση
«Και προσγειώνεται.»
Το ποίημα τελειώνει με ένα ρήμα.
Όχι με μια ιδέα. Όχι με ένα συμπέρασμα.
Με μια κίνηση.
Η αιωνιότητα αγγίζει τη γη.
Η μεταφυσική μετατρέπεται σε φυσικό γεγονός.
Ένα φύλλο πέφτει.
Και όμως μέσα σε αυτή την απλή πτώση συμπυκνώνεται ολόκληρο το μυστήριο της ύπαρξης.
Η ποιητική οικονομία
Αξιοθαύμαστο στοιχείο του ποιήματος είναι η ακραία οικονομία του.
Οι λέξεις είναι ελάχιστες. Τα επίθετα σχεδόν ανύπαρκτα. Η ρητορεία απουσιάζει.
Η ένταση παράγεται από τη διάταξη των προτάσεων και από τα νοηματικά χάσματα ανάμεσά τους.
Η τεχνική αυτή θυμίζει σε ορισμένα σημεία τη λιτότητα του χαϊκού.
Είναι ένα ποίημα που οικοδομείται πάνω σε ένα παράδοξο: η φύση θυμάται ενώ ο άνθρωπος λησμονεί. Από αυτή την αντιστροφή αναδύεται μια βαθιά υπαρξιακή και μεταφυσική αγωνία.
Η πέτρα διατηρεί το βουνό. Το δέντρο διατηρεί τον σπόρο. Το φύλλο διατηρεί την αιωνιότητα.
Μόνο ο άνθρωπος έχει χάσει το νήμα της προέλευσής του.
Ωστόσο το τελευταίο φύλλο που «επιστρέφει από την αιωνιότητα» αφήνει ανοιχτό ένα ενδεχόμενο λύτρωσης. Ίσως η μνήμη που έχασε ο άνθρωπος εξακολουθεί να υπάρχει διάχυτη μέσα στον κόσμο. Ίσως η φύση να θυμάται για λογαριασμό του.
Έτσι το ποίημα καταλήγει όχι σε μια διακήρυξη απελπισίας, αλλά σε μια αινιγματική υπόσχεση ότι η σχέση ανάμεσα στο εφήμερο και το αιώνιο δεν έχει ακόμη διαρραγεί. Ένα φύλλο εξακολουθεί να επιστρέφει. Και μαζί του επιστρέφει η πιθανότητα της μνήμης.
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου