.
.
Χ-Litterature Λογοτεχνια
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
.
.
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Το σώμα και η επιφάνεια
(performance)
Σε έναν άδειο χώρο,με ξύλινο πάτωμα και χαμηλό φωτισμό, μια γυναίκα βρίσκεται πίσω από μια μεγάλη,λευκή, επιμήκη επιφάνεια.
Το σώμα της παραμένει μερικώς κρυμμένο.
Μόνο τα χέρια και τα πόδια εμφανίζονται γύρω από τις άκρες του αντικειμένου.
Η γυναίκα αρχίζει να κινεί αργά το ένα χέρι πάνω στο ξύλινο πάτωμα,τα δάχτυλα , σαν να αναζητούν κάτι. Σταματούν.Ξαναρχίζουν.
Το άλλο χέρι ακουμπά στην άκρη της λευκής επιφάνειας.
Σιωπή.
Έπειτα,με μια πολύ αργή κίνηση, το χέρι διατρέχει την επιφάνεια από τη μία άκρη στην άλλη.
Η περφόρμερ προσπαθεί να μετακινήσει την επιφάνεια.Δεν τα καταφέρνει.Ξαναπροσπαθεί. Η επιφανεια παραμένει ακίνητη.
Ύστερα αρχίζει μετακινείται για να
κρυφθει πίσω της.
Για πεντε λεπτα εξαφανίζεται σχεδόν ολόκληρη.
Ύστερα αργά ένα πόδι γίνεται ορατο.
Ύστερα ένα χέρι.
Κινει τα δαχτυλα.
Σιωπή.
Ακούγονται βήματα.
Η τριβή του σώματος πάνω στην επιφάνεια.
Σιωπή.
Στο τέλος η γυναίκα βγαίνει αργά από πίσω από την επιφάνεια.
Σηκώνεται.
Σκοτάδι.
.
.
.
χνκουβέλης cncouvelis
Η Αλίκη μεσα στις ατελείωτες κουκκίδες της Yayoi Kusama
(Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese)
Η Αλίκη στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και κοιτούσε το είδωλο της.
-Δεν είσαι και πολύ ενδιαφέρουσα σήμερα,είπε στον εαυτό της.
-Ωραία,είπε κι άπλωσε το χερι της,αν και δεν είναι φυσιολογικό,αλλά μήπως είναι η ζωή,
Κι αγγίζοντας την επιφάνεια του καθρέφτη πέρασε μέσα του από την αλλη πλευρά.
Βρέθηκε σε έναν τεράστιο χώρο,οι τοίχοι,το πάτωμα και η οροφή ήταν γεμάτοι κόκκινες,κίτρινες και μαύρες κουκκίδες.Μερικές ήταν μικρές μόλις μπορούσες να να τις δεις.Άλλες τεράστιες,
-Εισαι μέσα στο άπειρο,άκουσε μια φωνή.
Είδε μια γυναίκα με γιαπωνέζικα χαρακτηριστικά, με κόκκινη περούκα και ρούχο γεμάτο λευκές βουλες.
-Καλως ήρθες,είπε η γυναίκα,είμαι η Yayoi Kusama.
Η Αλίκη κοίταξε.
Σε ένα καθρέφτη είδε να χτενιζεται,σε άλλον κοιμόνταν,σε άλλον έτρωγε μια γαλαζια τούρτα με κίτρινες βούλες.
-Ποια από όλες είμαι εγώ;ρώτησε.
-Εξαρταται ποια θέλεις να είσαι,απάντησε η Yayoi Kasuma.
-Αυτος ο κόσμος,αναφώνησε με ενθουσιασμό,είναι πολυ ενδιαφέρων.
Προχώρησε στο χώρο.
Ολες οι κουκκίδες άρχισαν να μετακινούνται,η τεράστια αίθουσα μεταμορφώθηκε σε έναν λαβύρινθο.
-Για να βγεις,βρες την κουκκίδα που δεν υπάρχει.
Άκουσε μια φωνή πίσω της.Γύρισε να δει.
Της μίλησε ο Λαγός με λευκό κοστούμι με μαυρα πουά που τον κρατούσε στην αγκαλιά της η Yayoi Kusama.
-Αυτό είναι αδύνατο,είπε η Αλίκη
-Καθόλου,απάντησε ο λαγός.
-Πού είναι;αφού δεν υπάρχει,είπε,αρα;
-Αρα αν υπήρχε,είπε ο Λαγός, δεν θα ήταν αυτή που δεν υπάρχει.
-Άρα;
-Άρα ψάχνεις κάτι που δεν μπορείς να βρεις.
-Αρα;
-Τότε θα μείνεις εδώ.
-Για πάντα;
-Εδω το 'για παντα' είπε η Yayoi Kusama,
διαρκεί ακριβώς 7 λεπτά.
-Και μετά;
-Μετά αρχίζει ξανά.
-Ξέρεις τουλάχιστον πού είναι η έξοδος;
-Βεβαίως.
-Πού;
-Εκεί που δεν θα την βρεις ποτέ.
-Τότε,λογικά,ας μην ψάξω,
είπε η Αλίκη και προχώρησε στο χώρο.
-Αρα,τοτε,τής φώναξε ο λαγός,δεν θα βγεις ποτε.
Βρέθηκε σε ένα χώρο που είχε μονο κόκκινες κουκκίδες.
Προχώρησε μέσα στις άπειρες κόκκινες κουκκίδες.
Είδε μια να είναι λευκή.
Στάθηκε.
-Αυτη είναι η απουσία μιας κουκκίδας,άκουσε μια φωνή.
Γύρισε και είδε την Yayoi Kusama πίσω της,ορθια μπροστά από μια τεράστια κίτρινη πουά κολοκύθα,με κοκκινο πουά μακρύ φόρεμα.
-Ειναι μια τρύπα,και πρέπει τώρα να επιστρέψεις,
της είπε η Yayoi Kusama σοβαρα.
Η Αλίκη κοίταξε τα χέρια της,
το αριστερό ήταν γεμάτο μικρές κίτρινες κουκκίδες.
κοίταξε το δεξί.
Και αυτό είχε πορτοκαλι κουκκίδες.
Τα φώτα άρχισαν να χαμηλώνουν,.
Οι χιλιάδες κουκκίδες στο χώρο εξαφανίσθηκαν.
Ενώ περνούσε μέσα από τον καθρεφτη άκουσε τη φωνή του λαγού.
-Ξεχασες τη τούρτα.Γύρνα πίσω!
Ήταν πάλι στο δωμάτιό της,
μπροστά στον καθρέφτη.
Κοίταξε το είδωλο της.
Η αντανάκλασης της άπλωσε το δεξί χέρι.
Στη παλάμη υπήρχε μια μικρή κίτρινη κουκκίδα.
.
.
Alice Among Yayoi Kusama’s Endless Dots
Alice stood in front of the mirror and looked at her reflection.
“You’re not very interesting today,” she said to herself.
“Fine,” she said, and stretched out her hand. “Although it isn’t normal… but then, what is life?”
And as she touched the surface of the mirror, she passed through it to the other side.
She found herself in an enormous space. The walls, the floor, and the ceiling were covered with red, yellow, and black dots. Some were tiny, barely visible. Others were enormous.
“You are inside infinity,” a voice said.
She saw a woman with Japanese features, wearing a red wig and a garment covered with white dots.
“Welcome,” said the woman. “I’m Yayoi Kusama.”
Alice looked around.
In one mirror she saw herself combing her hair; in another, she was sleeping; in yet another, she was eating a blue cake covered with yellow dots.
“Which one of all these am I?” she asked.
“That depends on which one you want to be,” Yayoi Kusama replied.
“This world,” Alice exclaimed excitedly, “is very interesting!”
She moved farther into the space.
All the dots began to move, and the enormous hall transformed into a labyrinth.
“To get out, find the dot that doesn’t exist.”
She heard a voice behind her. She turned around.
It was the Rabbit, dressed in a white suit with black polka dots, held in Yayoi Kusama’s arms.
“That’s impossible,” Alice said.
“Not at all,” the Rabbit replied.
“Where is it? Since it doesn’t exist, where could it be?”
“Exactly. If it existed,” said the Rabbit, “it wouldn’t be the one that doesn’t exist.”
“So?”
“So you are looking for something you cannot find.”
“So?”
“Then you’ll stay here.”
“For ever?”
“Here,” said Yayoi Kusama, “ ‘forever’ lasts exactly seven minutes.”
“And then?”
“Then it starts all over again.”
“Do you at least know where the exit is?”
“Of course.”
“Where?”
“Where you will never find it.”
“Then, logically, I shouldn’t look for it,” Alice said, and continued walking through the space.
“Then you’ll never get out!” the Rabbit shouted after her.
She found herself in a room containing nothing but red dots.
She walked among the endless red dots.
Then she saw one that was white.
She stopped.
“That is the absence of a dot,” she heard a voice say.
She turned and saw Yayoi Kusama standing behind her, in front of an enormous yellow polka-dot pumpkin, wearing a long red dress covered with polka dots.
“It is a hole, and now you must return,” Yayoi Kusama told her seriously.
Alice looked at her hands.
Her left hand was covered with tiny yellow dots.
She looked at her right.
That one, too, was covered with orange dots.
The lights began to dim.
The thousands of dots in the room disappeared.
As she passed through the mirror, she heard the Rabbit’s voice:
“You forgot the cake. Come back!”
She was back in her room, standing in front of the mirror.
She looked at her reflection.
Her reflection stretched out its right hand.
In the palm of its hand was a tiny yellow dot.
. . .
.
Alice au milieu des points infinis de Yayoi Kusama
Alice se tenait devant le miroir et regardait son reflet.
« Tu n’es pas très intéressante aujourd’hui », se dit-elle.
« Très bien », dit-elle en tendant la main. « Même si ce n’est pas normal… mais après tout, qu’est-ce qui est normal dans la vie ? »
Et, en touchant la surface du miroir, elle passa à travers et se retrouva de l’autre côté.
Elle se retrouva dans un espace immense. Les murs, le sol et le plafond étaient couverts de points rouges, jaunes et noirs. Certains étaient minuscules, à peine visibles. D’autres étaient gigantesques.
« Tu es à l’intérieur de l’infini », entendit-elle dire.
Elle aperçut une femme aux traits japonais, portant une perruque rouge et un vêtement couvert de pois blancs.
« Bienvenue », dit la femme. « Je suis Yayoi Kusama. »
Alice regarda autour d’elle.
Dans un miroir, elle se vit en train de se coiffer ; dans un autre, elle dormait ; dans un troisième, elle mangeait un gâteau bleu couvert de pois jaunes.
« Laquelle de toutes ces femmes suis-je ? » demanda-t-elle.
« Cela dépend de celle que tu veux être », répondit Yayoi Kusama.
« Ce monde », s’exclama Alice avec enthousiasme, « est vraiment très intéressant ! »
Elle avança dans l’espace.
Tous les points commencèrent à se déplacer, et l’immense salle se transforma en un labyrinthe.
« Pour sortir, trouve le point qui n’existe pas. »
Elle entendit une voix derrière elle. Elle se retourna.
C’était le Lapin, vêtu d’un costume blanc à pois noirs, que Yayoi Kusama tenait dans ses bras.
« C’est impossible », dit Alice.
« Pas du tout », répondit le Lapin.
« Où est-il ? Puisqu’il n’existe pas, où peut-il être ? »
« Justement. S’il existait », dit le Lapin, « ce ne serait pas celui qui n’existe pas. »
« Alors ? »
« Alors tu cherches quelque chose que tu ne peux pas trouver. »
« Alors ? »
« Alors tu resteras ici. »
« Pour toujours ? »
« Ici », dit Yayoi Kusama, « le “pour toujours” dure exactement sept minutes. »
« Et après ? »
« Après, ça recommence. »
« Tu sais au moins où se trouve la sortie ? »
« Bien sûr. »
« Où ? »
« Là où tu ne la trouveras jamais. »
« Alors, logiquement, je ne devrais pas la chercher », dit Alice en continuant d’avancer dans l’espace.
« Alors tu ne sortiras jamais ! » lui cria le Lapin.
Elle se retrouva dans un espace qui ne contenait que des points rouges.
Elle avança parmi les points rouges infinis.
Elle en vit un qui était blanc.
Elle s’arrêta.
« C’est l’absence d’un point », entendit-elle dire.
Elle se retourna et vit Yayoi Kusama debout derrière elle, devant une immense citrouille jaune à pois, vêtue d’une longue robe rouge à pois.
« C’est un trou, et maintenant tu dois revenir », lui dit sérieusement Yayoi Kusama.
Alice regarda ses mains.
Sa main gauche était couverte de petits points jaunes.
Elle regarda sa main droite.
Celle-ci aussi était couverte de points orange.
Les lumières commencèrent à s’éteindre.
Les milliers de points de la pièce disparurent.
Alors qu’elle traversait le miroir, elle entendit la voix du Lapin :
« Tu as oublié le gâteau. Reviens ! »
Elle se retrouva de nouveau dans sa chambre, devant le miroir.
Elle regarda son reflet.
Son reflet tendit la main droite.
Dans sa paume, il y avait un petit point jaune.
. . .
.
Alice zwischen den endlosen Punkten von Yayoi Kusama
Alice stand vor dem Spiegel und betrachtete ihr Spiegelbild.
„Du bist heute nicht besonders interessant“, sagte sie zu sich selbst.
„Na gut“, sagte sie und streckte ihre Hand aus. „Auch wenn das nicht normal ist … aber was ist schon das Leben?“
Und als sie die Oberfläche des Spiegels berührte, ging sie durch ihn hindurch auf die andere Seite.
Sie fand sich in einem riesigen Raum wieder. Die Wände, der Boden und die Decke waren mit roten, gelben und schwarzen Punkten bedeckt. Manche waren winzig, kaum sichtbar. Andere waren riesengroß.
„Du bist im Unendlichen“, hörte sie eine Stimme sagen.
Sie sah eine Frau mit japanischen Gesichtszügen, einer roten Perücke und einem Kleidungsstück voller weißer Punkte.
„Willkommen“, sagte die Frau. „Ich bin Yayoi Kusama.“
Alice sah sich um.
In einem Spiegel sah sie sich beim Kämmen, in einem anderen schlief sie, in einem dritten aß sie einen blauen Kuchen mit gelben Punkten.
„Welche von all diesen bin ich?“, fragte sie.
„Das hängt davon ab, welche du sein möchtest“, antwortete Yayoi Kusama.
„Diese Welt“, rief Alice begeistert, „ist wirklich sehr interessant!“
Sie ging weiter durch den Raum.
Alle Punkte begannen sich zu bewegen, und der riesige Saal verwandelte sich in ein Labyrinth.
„Um hinauszukommen, musst du den Punkt finden, den es nicht gibt.“
Sie hörte hinter sich eine Stimme. Sie drehte sich um.
Es war der Hase in einem weißen Anzug mit schwarzen Punkten, den Yayoi Kusama in ihren Armen hielt.
„Das ist unmöglich“, sagte Alice.
„Überhaupt nicht“, antwortete der Hase.
„Wo ist er? Wenn es ihn nicht gibt, wo soll er dann sein?“
„Eben. Wenn es ihn gäbe“, sagte der Hase, „wäre er nicht derjenige, den es nicht gibt.“
„Also?“
„Also suchst du nach etwas, das du nicht finden kannst.“
„Also?“
„Dann wirst du hierbleiben.“
„Für immer?“
„Hier“, sagte Yayoi Kusama, „dauert das ‚Für immer‘ genau sieben Minuten.“
„Und danach?“
„Danach beginnt alles wieder von vorn.“
„Weißt du wenigstens, wo der Ausgang ist?“
„Natürlich.“
„Wo?“
„Dort, wo du ihn niemals finden wirst.“
„Dann sollte ich ihn logischerweise gar nicht suchen“, sagte Alice und ging weiter durch den Raum.
„Dann wirst du niemals hinauskommen!“, rief ihr der Hase hinterher.
Sie fand sich in einem Raum wieder, in dem es nur rote Punkte gab.
Sie ging zwischen den unzähligen roten Punkten hindurch.
Dann sah sie einen, der weiß war.
Sie blieb stehen.
„Das ist die Abwesenheit eines Punktes“, hörte sie eine Stimme sagen.
Sie drehte sich um und sah Yayoi Kusama hinter sich stehen, vor einem riesigen gelben Kürbis mit Punkten. Sie trug ein langes rotes Kleid mit schwarzen Punkten.
„Es ist ein Loch, und jetzt musst du zurück“, sagte Yayoi Kusama ernst.
Alice sah auf ihre Hände.
Ihre linke Hand war mit kleinen gelben Punkten bedeckt.
Sie betrachtete ihre rechte Hand.
Auch sie war mit orangefarbenen Punkten bedeckt.
Die Lichter begannen schwächer zu werden.
Die Tausenden von Punkten im Raum verschwanden.
Während sie durch den Spiegel zurückging, hörte sie die Stimme des Hasen:
„Du hast den Kuchen vergessen. Komm zurück!“
Sie war wieder in ihrem Zimmer, vor dem Spiegel.
Sie betrachtete ihr Spiegelbild.
Ihr Spiegelbild streckte die rechte Hand aus.
In der Handfläche befand sich ein kleiner gelber Punkt.
. . .
.
Alice tra gli infiniti puntini di Yayoi Kusama
Alice era in piedi davanti allo specchio e guardava la propria immagine riflessa.
«Oggi non sei poi così interessante», disse a se stessa.
«Va bene», disse, allungando la mano. «Anche se non è normale… ma, in fondo, che cos’è la vita?»
E, toccando la superficie dello specchio, la attraversò e passò dall’altra parte.
Si ritrovò in uno spazio enorme. Le pareti, il pavimento e il soffitto erano ricoperti di puntini rossi, gialli e neri. Alcuni erano minuscoli, appena visibili. Altri erano giganteschi.
«Sei dentro l’infinito», udì una voce.
Vide una donna dai tratti giapponesi, con una parrucca rossa e un abito ricoperto di pois bianchi.
«Benvenuta», disse la donna. «Sono Yayoi Kusama.»
Alice guardò intorno a sé.
In uno specchio si vide mentre si pettinava; in un altro dormiva; in un altro ancora mangiava una torta azzurra ricoperta di pois gialli.
«Quale di tutte sono io?» domandò.
«Dipende da quale vuoi essere», rispose Yayoi Kusama.
«Questo mondo», esclamò Alice con entusiasmo, «è davvero molto interessante!»
Proseguì nello spazio.
Tutti i puntini cominciarono a muoversi e l’enorme sala si trasformò in un labirinto.
«Per uscire, trova il puntino che non esiste.»
Udì una voce alle sue spalle. Si voltò.
Era il Coniglio, vestito con un completo bianco a pois neri, che Yayoi Kusama teneva tra le braccia.
«È impossibile», disse Alice.
«Niente affatto», rispose il Coniglio.
«Dov’è? Se non esiste, dove può essere?»
«Appunto. Se esistesse», disse il Coniglio, «non sarebbe quello che non esiste.»
«Quindi?»
«Quindi stai cercando qualcosa che non puoi trovare.»
«Quindi?»
«Allora resterai qui.»
«Per sempre?»
«Qui», disse Yayoi Kusama, «il “per sempre” dura esattamente sette minuti.»
«E dopo?»
«Dopo ricomincia tutto da capo.»
«Sai almeno dov’è l’uscita?»
«Certamente.»
«Dove?»
«Là dove non la troverai mai.»
«Allora, logicamente, non dovrei cercarla», disse Alice, continuando ad avanzare nello spazio.
«Allora non uscirai mai!», le gridò il Coniglio.
Si ritrovò in uno spazio dove c’erano soltanto puntini rossi.
Camminò in mezzo agli infiniti puntini rossi.
Ne vide uno bianco.
Si fermò.
«Questa è l’assenza di un puntino», udì una voce.
Si voltò e vide Yayoi Kusama dietro di lei, in piedi davanti a un’enorme zucca gialla a pois, con indosso un lungo vestito rosso a pois.
«È un buco, e adesso devi tornare indietro», le disse seriamente Yayoi Kusama.
Alice guardò le proprie mani.
La mano sinistra era ricoperta di piccoli puntini gialli.
Guardò la destra.
Anche quella aveva dei puntini arancioni.
Le luci cominciarono ad affievolirsi.
Le migliaia di puntini nello spazio scomparvero.
Mentre attraversava lo specchio, sentì la voce del Coniglio:
«Hai dimenticato la torta. Torna indietro!»
Era di nuovo nella sua stanza, davanti allo specchio.
Guardò la propria immagine riflessa.
La sua immagine riflessa allungò la mano destra.
Sul palmo c’era un piccolo puntino giallo.
. . .
.
Alicia entre los infinitos puntos de Yayoi Kusama
Alicia estaba de pie frente al espejo y contemplaba su reflejo.
—Hoy no eres muy interesante —se dijo a sí misma.
—Está bien —dijo, y extendió la mano—. Aunque no sea normal… pero, al fin y al cabo, ¿qué es la vida?
Y, al tocar la superficie del espejo, atravesó su superficie y pasó al otro lado.
Se encontró en un espacio enorme. Las paredes, el suelo y el techo estaban cubiertos de puntos rojos, amarillos y negros. Algunos eran diminutos, apenas podían verse. Otros eran enormes.
—Estás dentro del infinito —oyó decir a una voz.
Vio a una mujer de rasgos japoneses, con una peluca roja y una prenda cubierta de lunares blancos.
—Bienvenida —dijo la mujer—. Soy Yayoi Kusama.
Alicia miró a su alrededor.
En un espejo se vio peinándose; en otro estaba durmiendo; en otro comía una tarta azul cubierta de lunares amarillos.
—¿Cuál de todas soy yo? —preguntó.
—Depende de cuál quieras ser —respondió Yayoi Kusama.
—Este mundo —exclamó Alicia con entusiasmo— es muy interesante.
Avanzó por el espacio.
Todos los puntos comenzaron a moverse y la enorme sala se transformó en un laberinto.
—Para salir, encuentra el punto que no existe.
Oyó una voz detrás de ella. Se volvió para mirar.
Era el Conejo, vestido con un traje blanco de lunares negros, que Yayoi Kusama sostenía entre sus brazos.
—Eso es imposible —dijo Alicia.
—En absoluto —respondió el Conejo.
—¿Dónde está? Si no existe, ¿dónde puede estar?
—Precisamente. Si existiera —dijo el Conejo—, no sería el que no existe.
—¿Entonces?
—Entonces estás buscando algo que no puedes encontrar.
—¿Entonces?
—Entonces te quedarás aquí.
—¿Para siempre?
—Aquí —dijo Yayoi Kusama—, el «para siempre» dura exactamente siete minutos.
—¿Y después?
—Después vuelve a empezar.
—¿Sabes al menos dónde está la salida?
—Por supuesto.
—¿Dónde?
—Allí donde nunca la encontrarás.
—Entonces, lógicamente, no debería buscarla —dijo Alicia, y continuó avanzando por el espacio.
—¡Entonces nunca saldrás! —le gritó el Conejo.
Se encontró en un espacio que solo tenía puntos rojos.
Avanzó entre los infinitos puntos rojos.
Vio uno que era blanco.
Se detuvo.
—Esta es la ausencia de un punto —oyó decir a una voz.
Se volvió y vio a Yayoi Kusama detrás de ella, de pie frente a una enorme calabaza amarilla con lunares, vestida con un largo vestido rojo de lunares.
—Es un agujero, y ahora tienes que regresar —le dijo Yayoi Kusama seriamente.
Alicia miró sus manos.
La izquierda estaba cubierta de pequeños puntos amarillos.
Miró la derecha.
También tenía puntos naranjas.
Las luces comenzaron a apagarse.
Los miles de puntos del espacio desaparecieron.
Mientras atravesaba el espejo, oyó la voz del Conejo:
—¡Te has olvidado de la tarta! ¡Vuelve!
Ya estaba otra vez en su habitación, frente al espejo.
Miró su reflejo.
Su reflejo extendió la mano derecha.
En la palma había un pequeño punto amarillo.
. . .
.
Alice entre os pontos infinitos de Yayoi Kusama
Alice estava parada diante do espelho e olhava para o seu reflexo.
—Hoje você não é muito interessante —disse para si mesma.
—Está bem —disse, estendendo a mão—. Embora isso não seja normal… mas, afinal, o que é a vida?
E, ao tocar a superfície do espelho, atravessou-a e passou para o outro lado.
Encontrou-se num espaço enorme. As paredes, o chão e o teto estavam cobertos de pontos vermelhos, amarelos e pretos. Alguns eram minúsculos, mal se podiam ver. Outros eram enormes.
—Você está dentro do infinito —ouviu uma voz dizer.
Viu uma mulher de traços japoneses, com uma peruca vermelha e uma roupa coberta de bolinhas brancas.
—Bem-vinda —disse a mulher—. Eu sou Yayoi Kusama.
Alice olhou ao redor.
Num espelho viu-se penteando o cabelo; noutro, estava dormindo; noutro ainda, comia um bolo azul coberto de bolinhas amarelas.
—Qual de todas sou eu? —perguntou.
—Depende de qual você quer ser —respondeu Yayoi Kusama.
—Este mundo —exclamou Alice com entusiasmo— é muito interessante.
Ela avançou pelo espaço.
Todas as bolinhas começaram a se mover, e o enorme salão transformou-se num labirinto.
—Para sair, encontre a bolinha que não existe.
Ela ouviu uma voz atrás de si. Virou-se para olhar.
Era o Coelho, vestido com um terno branco de bolinhas pretas, que Yayoi Kusama segurava nos braços.
—Isso é impossível —disse Alice.
—De jeito nenhum —respondeu o Coelho.
—Onde está? Se ela não existe, onde pode estar?
—Exatamente. Se existisse —disse o Coelho—, não seria aquela que não existe.
—Então?
—Então você está procurando algo que não pode encontrar.
—Então?
—Então ficará aqui.
—Para sempre?
—Aqui —disse Yayoi Kusama—, o «para sempre» dura exatamente sete minutos.
—E depois?
—Depois começa tudo de novo.
—Você sabe pelo menos onde fica a saída?
—Claro.
—Onde?
—Lá onde você nunca a encontrará.
—Então, logicamente, é melhor não procurá-la —disse Alice, continuando a caminhar pelo espaço.
—Então você nunca sairá! —gritou o Coelho atrás dela.
Ela se encontrou num espaço onde havia apenas pontos vermelhos.
Caminhou entre os infinitos pontos vermelhos.
Viu um que era branco.
Parou.
—Esta é a ausência de um ponto —ouviu uma voz dizer.
Virou-se e viu Yayoi Kusama atrás dela, de pé diante de uma enorme abóbora amarela com bolinhas, usando um longo vestido vermelho de bolinhas.
—É um buraco, e agora você precisa voltar —disse Yayoi Kusama seriamente.
Alice olhou para as suas mãos.
A mão esquerda estava coberta de pequenos pontos amarelos.
Olhou para a direita.
Ela também tinha pontos cor de laranja.
As luzes começaram a diminuir.
Os milhares de pontos no espaço desapareceram.
Enquanto atravessava o espelho, ouviu a voz do Coelho:
—Você esqueceu o bolo. Volte!
Ela estava novamente no seu quarto, diante do espelho.
Olhou para o seu reflexo.
O reflexo estendeu a mão direita.
Na palma havia um pequeno ponto amarelo.
. . .
.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Η Υπόθεση του συγγραφέα στο Μιλάνο
(Ελληνικά,English,Francais,German,Italian,Spanish,Portuguese)
Η βροχή γλιστράει πάνω στο Duomo.
Η νύχτα,απόψε,σκέφτηκε,
θα είναι μεγαλύτερη και πιο σκοτεινή.
Εκείνο το βράδυ βγήκε από το ξενοδοχείο του στη via Brera στις 22:17.
Από τότε κανείς δεν τον ξαναείδε.
Ηταν πενήντα δύο ετών και είχε γράψει 5 βιβλία.
Το πέμπτο τον έκανε γνωστό.
Ένας φόνος στο Τορίνο τον μεσοπολεμο.
Οι ανθρωποι καταφεύγουν στη δολοφονία για να εξαφανισουν τις ενοχές τους.
Στο Μιλάνο είχε έρθει πριν πέντε μέρες.
Στη γυναίκα του και στον εκδότη είπε αόριστα:ότι πάει να τελειώσει κάτι.
Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου βρέθηκε ένα χειρόγραφο.
Έγραφε:
στις 22:17 βγήκα από το ξενοδοχείο και είδα έναν άνδρα να με περιμένει απέναντι.
Στην έρευνα της αστυνομίας μια σερβιτόρα σε ένα καφέ στη via Brera θυμόνταν τον συγγραφέα,είχε καθήσει μόνος του στο τραπέζι,έδειξε το τραπέζι,ήπιε φρέντο καπουτσίνο.
-Συνεχεια κοιτούσε προς την πόρτα,ειπε η κοπέλα,μου έκανε εντύπωση η εμμονή του.
Οι κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν:
Στις 22:17 ο συγγραφεας βγήκε από το ξενοδοχείο.
Στις 22:41 μπήκε στο καφέ.
Στις 22:48 σηκώθηκε.
Στις 22:49 ξαναμπήκε.
Στις 22:51 ξαναβγήκε.
Στις 22:57 εμφανίστηκε στην Piazza del Duomo.
Ο εκδότης είπε,ότι αν και είναι παράξενο,εξωπραγματικό,υπάρχει στη σελίδα 157 τού τελευταίου μυθιστορήματος του μια περιγραφή:
Ένας άνδρας περπατούσε νύχτα στο Μιλάνο και έφτανε σε έναν εγκαταλειμμένο κινηματογράφο.
Το Cinema Aurora.
Το Cinema Aurora είχε εγκατελειφθει το 1978.
Πήγαν εκεί.
Μπήκαν στην αίθουσα,
άνοιξαν έναν προβολέα,τα καθίσματα υπήρχαν,και η οθόνη.
Εκείνος στάθηκε τη μέση της
Piazza del Duomo.
Μετά μπήκε μέσα στον καθεδρικό ναό.
.
.
.
The Case of the Writer in Milan
The rain slides over the Duomo.
Tonight, he thought,
the night will be longer and darker.
That evening, he left his hotel on Via Brera at 22:17.
From that moment on, no one ever saw him again.
He was fifty-two years old and had written five books.
The fifth had made him famous.
A Murder in Turin in the Interwar Years.
People resort to murder to make their guilt disappear.
He had arrived in Milan five days earlier.
To his wife and his publisher, he had said vaguely that he was going there to finish something.
A manuscript was found in his hotel room.
It read:
“At 22:17 I left the hotel and saw a man waiting for me across the street.”
During the police investigation, a waitress at a café on Via Brera remembered the writer. He had sat alone at a table.
She pointed to the table.
He drank a freddo cappuccino.
“He kept looking toward the door,” the young woman said. “His obsession with it struck me as strange.”
The security cameras recorded:
At 22:17, the writer left the hotel.
At 22:41, he entered the café.
At 22:48, he stood up.
At 22:49, he entered again.
At 22:51, he left again.
At 22:57, he appeared in Piazza del Duomo.
The publisher said that, strange and almost unreal as it might seem, there was a description on page 157 of his latest novel:
A man was walking through Milan at night and arrived at an abandoned cinema.
The Cinema Aurora.
The Cinema Aurora had been abandoned in 1978.
They went there.
They entered the auditorium.
They switched on a projector.
The seats were still there.
And the screen.
He stood in the middle of Piazza del Duomo.
Then he entered the cathedral.
.
.
.
L’Affaire de l’écrivain à Milan
La pluie glisse sur le Duomo.
Cette nuit, pensa-t-il,
sera plus longue et plus sombre.
Ce soir-là, il quitta son hôtel, via Brera, à 22 h 17.
À partir de cet instant, plus personne ne le revit.
Il avait cinquante-deux ans et avait écrit cinq livres.
Le cinquième l’avait rendu célèbre.
Un meurtre à Turin pendant l’entre-deux-guerres.
Les hommes ont recours au meurtre pour faire disparaître leurs culpabilités.
Il était arrivé à Milan cinq jours auparavant.
À sa femme et à son éditeur, il avait dit vaguement qu’il allait terminer quelque chose.
Dans sa chambre d’hôtel, on trouva un manuscrit.
Il disait :
« À 22 h 17, je suis sorti de l’hôtel et j’ai vu un homme qui m’attendait de l’autre côté de la rue. »
Au cours de l’enquête, une serveuse d’un café de la via Brera se souvenait de l’écrivain. Il s’était assis seul à une table.
Elle montra la table.
Il avait commandé un freddo cappuccino.
« Il n’arrêtait pas de regarder vers la porte, dit la jeune femme. Son obsession m’avait frappée. »
Les caméras de surveillance enregistrèrent :
À 22 h 17, l’écrivain sortit de l’hôtel.
À 22 h 41, il entra dans le café.
À 22 h 48, il se leva.
À 22 h 49, il entra de nouveau.
À 22 h 51, il ressortit.
À 22 h 57, il apparut sur la Piazza del Duomo.
L’éditeur déclara que, aussi étrange et irréel que cela puisse paraître, une description figurait à la page 157 de son dernier roman :
Un homme marchait la nuit dans Milan et arrivait devant un cinéma abandonné.
Le Cinema Aurora.
Le Cinema Aurora avait été abandonné en 1978.
Ils y allèrent.
Ils entrèrent dans la salle.
Ils allumèrent un projecteur.
Les sièges étaient encore là.
Et l’écran.
Il se tenait au milieu de la Piazza del Duomo.
Puis il entra dans la cathédrale.
.
.
.
Der Fall des Schriftstellers in Milano
Der Regen gleitet über den Dom.
Heute Nacht, dachte er,
wird die Nacht länger und dunkler sein.
An jenem Abend verließ er um 22:17 Uhr sein Hotel in der Via Brera.
Von diesem Augenblick an sah ihn niemand mehr.
Er war zweiundfünfzig Jahre alt und hatte fünf Bücher geschrieben.
Das fünfte hatte ihn berühmt gemacht.
Ein Mord in Turin in der Zwischenkriegszeit.
Die Menschen greifen zum Mord, um ihre Schuld verschwinden zu lassen.
Er war fünf Tage zuvor nach Milano gekommen.
Seiner Frau und seinem Verleger hatte er vage gesagt, dass er etwas zu Ende bringen wolle.
In seinem Hotelzimmer wurde ein Manuskript gefunden.
Darin stand:
„Um 22:17 Uhr verließ ich das Hotel und sah einen Mann, der mir gegenüber auf mich wartete.“
Bei den Ermittlungen erinnerte sich eine Kellnerin in einem Café in der Via Brera an den Schriftsteller. Er hatte allein an einem Tisch gesessen.
Sie zeigte auf den Tisch.
Er hatte einen Freddo Cappuccino getrunken.
„Er sah ständig zur Tür“, sagte die junge Frau. „Seine Besessenheit davon fiel mir auf.“
Die Überwachungskameras zeichneten Folgendes auf:
Um 22:17 Uhr verließ der Schriftsteller das Hotel.
Um 22:41 Uhr betrat er das Café.
Um 22:48 Uhr stand er auf.
Um 22:49 Uhr betrat er es erneut.
Um 22:51 Uhr verließ er es wieder.
Um 22:57 Uhr erschien er auf der Piazza del Duomo.
Der Verleger sagte, dass sich – so seltsam und unwirklich es auch klingen mochte – auf Seite 157 seines letzten Romans eine Beschreibung befand:
Ein Mann ging nachts durch Mailand und gelangte zu einem verlassenen Kino.
Das Cinema Aurora.
Das Cinema Aurora war 1978 aufgegeben worden.
Sie gingen dorthin.
Sie betraten den Kinosaal.
Sie schalteten einen Projektor ein.
Die Sitze waren noch da.
Und die Leinwand.
Er stand mitten auf der Piazza del Duomo.
Dann betrat er den Dom.
.
.
.
Il caso dello scrittore a Milano
La pioggia scivola sul Duomo.
Questa notte, pensò,
sarà più lunga e più buia.
Quella sera uscì dal suo albergo in via Brera alle 22:17.
Da quel momento, nessuno lo vide più.
Aveva cinquantadue anni e aveva scritto cinque libri.
Il quinto lo aveva reso famoso.
Un omicidio a Torino nel periodo tra le due gue
rre.
Gli uomini ricorrono all’omicidio per far scomparire le proprie colpe.
Era arrivato a Milano cinque giorni prima.
Alla moglie e all’editore aveva detto vagamente che sarebbe andato a finire qualcosa.
Nella sua camera d’albergo fu trovato un manoscritto.
C’era scritto:
«Alle 22:17 sono uscito dall’albergo e ho visto un uomo che mi aspettava dall’altra parte della strada.»
Durante le indagini della polizia, una cameriera di un caffè in via Brera ricordò lo scrittore. Si era seduto da solo a un tavolo.
Indicò il tavolo.
Aveva bevuto un freddo cappuccino.
«Continuava a guardare verso la porta», disse la ragazza. «Mi aveva colpito la sua ossessione.»
Le telecamere di sicurezza registrarono:
Alle 22:17 lo scrittore uscì dall’albergo.
Alle 22:41 entrò nel caffè.
Alle 22:48 si alzò.
Alle 22:49 rientrò.
Alle 22:51 uscì di nuovo.
Alle 22:57 apparve in Piazza del Duomo.
L’editore disse che, per quanto strano e irreale potesse sembrare, a pagina 157 del suo ultimo romanzo c’era una descrizione:
Un uomo camminava di notte per Milano e arrivava davanti a un cinema abbandonato.
Il Cinema Aurora.
Il Cinema Aurora era stato abbandonato nel 1978.
Andarono là.
Entrarono nella sala.
Accesero un proiettore.
Le poltrone erano ancora lì.
E lo schermo.
Lui si fermò al centro di Piazza del Duomo.
Poi entrò nel Duomo.
.
.
.
El caso del escritor en Milán
La lluvia resbala sobre el Duomo.
Esta noche, pensó,
será más larga y más oscura.
Aquella noche salió de su hotel, en la via Brera, a las 22:17.
Desde ese momento, nadie volvió a verlo.
Tenía cincuenta y dos años y había escrito cinco libros.
El quinto lo había hecho famoso.
Un asesinato en Turín durante el período de entreguerras.
Los hombres recurren al asesinato para hacer desaparecer sus culpas.
Había llegado a Milán cinco días antes.
A su mujer y a su editor les había dicho vagamente que iba a terminar algo.
En su habitación del hotel encontraron un manuscrito.
Decía:
«A las 22:17 salí del hotel y vi a un hombre que me esperaba al otro lado de la calle.»
Durante la investigación policial, una camarera de un café de la via Brera recordó al escritor. Se había sentado solo en una mesa.
Señaló la mesa.
Había tomado un freddo cappuccino.
«No dejaba de mirar hacia la puerta —dijo la joven—. Me llamó la atención su obsesión.»
Las cámaras de seguridad registraron:
A las 22:17, el escritor salió del hotel.
A las 22:41, entró en el café.
A las 22:48, se levantó.
A las 22:49, volvió a entrar.
A las 22:51, salió de nuevo.
A las 22:57, apareció en la Piazza del Duomo.
El editor dijo que, aunque resultaba extraño, casi irreal, en la página 157 de su última novela había una descripción:
Un hombre caminaba de noche por Milán y llegaba a un cine abandonado.
El Cinema Aurora.
El Cinema Aurora había sido abandonado en 1978.
Fueron allí.
Entraron en la sala.
Encendieron un proyector.
Las butacas seguían allí.
Y la pantalla.
Él se quedó de pie en el centro de la Piazza del Duomo.
Después entró en la catedral.
.
.
.
O caso do escritor em Milão
A chuva escorrega sobre o Duomo.
Esta noite, pensou,
será mais longa e mais escura.
Naquela noite, saiu do seu hotel, na via Brera, às 22h17.
A partir daquele momento, ninguém mais o viu.
Tinha cinquenta e dois anos e havia escrito cinco livros.
O quinto tornara-o famoso.
Um assassinato em Turim no período entre as duas guerras.
Os homens recorrem ao assassinato para fazer desaparecer as suas culpas.
Ele tinha chegado a Milão cinco dias antes.
À mulher e ao editor, dissera vagamente que ia terminar alguma coisa.
No seu quarto de hotel foi encontrado um manuscrito.
Dizia:
«Às 22h17 saí do hotel e vi um homem que me esperava do outro lado da rua.»
Durante a investigação policial, uma empregada de mesa de um café na via Brera recordou-se do escritor. Ele tinha-se sentado sozinho a uma mesa.
Ela apontou para a mesa.
Tinha bebido um freddo cappuccino.
«Estava sempre a olhar para a porta — disse a jovem. — Chamou-me a atenção a sua obsessão.»
As câmaras de segurança registaram:
Às 22h17, o escritor saiu do hotel.
Às 22h41, entrou no café.
Às 22h48, levantou-se.
Às 22h49, voltou a entrar.
Às 22h51, saiu novamente.
Às 22h57, apareceu na Piazza del Duomo.
O editor disse que, embora parecesse estranho, quase irreal, na página 157 do seu último romance havia uma descrição:
Um homem caminhava à noite por Milão e chegava a um cinema abandonado.
O Cinema Aurora.
O Cinema Aurora tinha sido abandonado em 1978.
Foram até lá.
Entraram na sala.
Ligaram um projetor.
As cadeiras ainda estavam lá.
E o ecrã.
Ele ficou parado no centro da Piazza del Duomo.
Depois entrou na catedral.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Ο κ. Κ. συναντά τον Αλεξάντρ Ζακόμπ
και
Η Δικη του Αλεξαντρ Ζακομπ
κατά το Σύγχρονο Θετικό Ποινικό Δίκαιο και το Φυσικό Δικαιο
ο Αλεξάντρ Μάριους Ζακόμπ (1879–1954),γνωστός ως αναρχικός 'παράνομος' και αρχηγός των Travailleurs de la nuit (Εργατών της Νύχτας).
ο κ.Κ έπινε καφέ και περιμενε.
ξαφνικά άκουσε μια φωνή πίσω του:
-ειστε ο κ.Κ ;
γύρισε και είδε ένα άντρα.
-ειμαι ο Αλεξάντρ Ζακομπ,είπε.
-καθίστε,είπε ο κ.Κ.
ο άντρας χαμογέλασε.
-εξαρτάται.αν είστε αστυνομικός,
-όχι.ειμαι συγγραφέας,είπε ο κ.Κ.
-ακόμη χειρότερα.
-γιατί;
- οι συγγραφείς κάνουν περισσότερες ερωτήσεις από τους αστυνομικούς.
ο Ζακομπ κάθισε απέναντί του.
-ας αρχίσουμε την συνέντευξη.
κύριε Ζακόμπ,ποιος ειστε;
-αυτό είναι το πρόβλημα,απάντησε ο Ζακομπ
οι άνθρωποι θέλουν πάντα να σε βάλουν σε μία ταξη.κατηγορια,θέση. κλέφτης.αναρχικός. εγκληματίας.επαναστάτης. ηρωας.
-και σεις ποια ταξη προτιμάτε;
-καμία.
-γιατί;
-επειδή μια ταξη είναι ένα κελί.
-σας αποκαλούν:Εργάτη της Νύχτας.σας αρεσει;
-ναι,περισσότερο από το 'εγκληματίας'.
-πιστεύατε,είπε κ.Κ,ότι η κλοπή μπορει να είναι πολιτική πράξη;
ο Ζακόμπ κοίταξε έξω από το παράθυρο.
-οταν ένας άνθρωπος έχει περισσότερα απ' όσα χρειάζεται και ένας άλλος δεν έχει ούτε ψωμί,τότε η κοινωνία έχει ήδη διαπράξει την πρώτη κλοπή.
-αυτό όμως δικαιολογεί τον κλέφτη;
-οχι.
-υπαρχει όμως κίνδυνος να γίνει η κλοπη μια άλλη μορφή απληστίας.
ο Ζακόμπ χαμογέλασε.
-αυτός είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος.
-τον φοβαστε;
-κάθε μέρα.
-και πώς τον αντιμετωπίζετε;
-δεν κρατω ποτέ για μένα αυτό που δεν χρειαζομαι.
-σκοτώσατε ποτέ;
το πρόσωπο του σοβαρευτηκε.
δεν απάντησε αμεσως.
-δεν θελω να σκοτώνω.
ο άνθρωπος δεν είναι χρηματοκιβώτιο.
σιωπή.
-το χρηματοκιβώτιο μπορείς να το ανοίξεις,είπε.
τον άνθρωπο δεν πρέπει να τον ανοίξεις με μια σφαίρα.
-σας συγκρινουν με τον Αρσέν Λουπέν.
ο Ζακόμπ γέλασε δυνατά.
-ο Λουπέν! φοράει ωραίο κοστούμι,έχει καλούς τρόπους και κλέβει με χάρη.
-κι εσείς;
-εγώ εχω πάντα λιγότερα χρήματα για κοστούμια.
-ειστε όμως πραγματικός,είπε ο κ.Κ.
-οι μυθιστορηματικοί ομως κλέφτες,απαντήσει ο.Κ,είναι πολύ πιο ευχάριστοι από τους πραγματικούς.
-και ποια είναι η διαφορά;
-ο μυθιστορηματικός κλέφτης επιστρέφει πάντα στο τέλος.ενα φάντασμα.
-και ο πραγματικός;
- πραγματικός συναντά την αστυνομία.
-και μετά;
-μετά συναντά τον δικαστή.
-περάσατε χρόνια στη φυλακή και στο κάτεργο.
τι σας έμαθε αυτό;
ο Ζακόμπ ήπιε από τον καφέ του.
-οτι το κράτος έχει πολύ χρόνο.και ο άνθρωπος πολύ λίγο.
-τι φοβόσασταν περισσότερο στη φυλακή;
-να συνηθίσω.τα καγγελα.
κοίταξε έξω.
-και το χειρότερο,συνέχισε,είναι να πάψεις να τα βλέπεις.
-πιστεύετε ακόμη στην επανάσταση;
ο Ζακόμπ χαμογέλασε ειρωνικά.
-οι επαναστάσεις είναι σαν τα τρένα.ολοι μιλούν γι' αυτά, αλλά κανείς δεν ξέρει πότε θα περάσουν από τον σταθμό του.
-εσείς περιμένατε το τρένο;
-οχι.
-τι θα θέλατε σήμερα πιο πολύ να κλέψετε;
-τον χρόνο.
ο Ζακόμπ κοίταξε τον κ. Κ.
-από αυτούς που μας τον πουλάνε.
θα έκλεβα ωρες από κάθε άνθρωπο που δουλεύει δώδεκα ώρες για να αγοράσει μια ζωή που δεν προλαβαίνει να ζήσει.
ο κ. Κ. χαμογέλασε.
-αυτό δεν είναι κλοπή.ειναι επανάσταση.
-οχι,όμως οπωσδήποτε μαρξιστική,απάντησε ο Ζακομπ και κοίταξε το ρολόι του.
-ο χρόνος είναι χρήμα,είπε.
και το χρήμα είναι ένας περίεργος θεός.
ολοι προσεύχονται σ'αυτον.
-εσείς;
-εγώ όχι.προτιμω το ψωμί.
-και η ελευθερία;
-η ελευθερία είναι μια πόρτα που πρέπει να ανοίξεις μόνος σου.
-κι αν είναι κλειδωμένη;
-τότε πρέπει να μάθεις να φτιάχνεις τα κλειδιά της.
εξω νύχτωνε.
-κύριε Ζακόμπ, ειστε ευτυχισμένος;
έξω είχε αρχίσει να βρεχει.
-οχι πάντα.
-αν μπορούσατε να ξαναζήσετε τη ζωή σας,θα κάνατε τα ίδια;τον ρώτησε ο κ.Κ.
ο Ζακόμπ χαμογέλασε.
-οχι.θα έκανα άλλα λάθη.τα ίδια λάθη τα γνωρίζω ήδη.
-τι θα λέγατε σε έναν νέο άνθρωπο που αισθάνεται ότι ο κόσμος είναι άδικος;
σηκώθηκε.
-να μην περιμένει από τον κόσμο να γίνει δίκαιος.
τι να κάνει λοιπόν;
να μην γίνει ο ίδιος άδικος.
ο κ. Κ. τον κοίταξε.
-αυτό είναι όλο;
-οχι.
-τι άλλο;
-να βοηθήσει έναν άνθρωπο.
και μετά άλλον έναν.
βγήκαν από το καφέ,ο κ.Κ τον συνόδευσε στο δρόμο.
-κύριε Ζακόμπ,ποιο είναι τελικά το μεγαλύτερο έγκλημα;
ο Ζακόμπ στάθηκε.
-να συνηθίσεις την αδικία τόσο πολύ, ώστε να τη θεωρείς φυσιολογική.
συνέχισε το δρόμο.
-και το μεγαλύτερο έγκλημα του κλέφτη;
-να κλέψει και να ξεχάσει γιατί έκλεψε.
-και το μεγαλύτερο έγκλημα του πλούσιου;
-να νομίζει ότι όλα όσα έχει είναι δικά του.
η βροχή δυνάμωσε.
-ειμαι ένας άνθρωπος που ξέρει να ανοίγει πόρτες που τις κλειδώνουν,
εδω σας αφήνω,είπε ο Ζακομπ.
και ο κ.Κ τον είδε να χάνεται μέσα στη νύχτα.
.
.
.
Η Δικη του Αλεξαντρ Ζακομπ
κατά το Σύγχρονο Θετικό Ποινικό Δίκαιο και το Φυσικό Δικαιο
Το σύγχρονο θετικό ποινικό δίκαιο δεν θα δίκαζε τον Ζακόμπ για το ότι είναι αναρχικός,ούτε θα δεχόταν ως δικαιολογία την κοινωνική αδικία.
Θα δίκαζε συγκεκριμένες πράξεις,με βάση την αρχή της νομιμότητας,την υπαιτιότητα, την απόδειξη και την εξατομίκευση της ποινής. Παράλληλα,το φυσικό δίκαιο θα έθετε ένα βαθύτερο ερώτημα:
γιατί δεσμεύει ο νόμος τη συνείδηση του ανθρώπου και πότε ένας θετικός νόμος είναι δίκαιος;
Η αφετηρία: το θετικό ποινικό δίκαιο
Το βασικό αξίωμα είναι η αρχή:
nullum crimen, nulla poena sine lege:
(κανένα έγκλημα και καμία ποινή χωρίς προηγούμενο νόμο.)
Ο Ποινικοος Κώδικας προβλέπει ότι κανείς δεν μπορεί να τιμωρηθεί για έγκλημα η' πλημμέλημα του οποίου τα στοιχεία δεν καθορίζονται από τον νόμο ούτε να του επιβληθεί ποινή που δεν προβλέπεται από τον νόμο.
Αυτό έχει τεράστια σημασία για τον Ζακόμπ.
Ο δικαστής δεν μπορεί να πει:
-Ο Ζακόμπ είναι κοινωνικά επικίνδυνος, άρα θα τον τιμωρήσω.-
Πρέπει να αποδείξει:
ποια συγκεκριμένη πράξη έκανε,
ποια διάταξη την απαγορεύει,
ποια υποκειμενικά στοιχεία απαιτούνται,
ποια ποινή προβλέπει ο νόμος.
Το πρώτο αδίκημα: η κλοπή
Ο Ποινικός Κώδικας ορίζει την κλοπή ως δόλια αφαίρεση ξένου πράγματος.
Άρα η υπεράσπιση του Ζακόμπ δεν μπορεί να είναι:
-Ο πλούσιος είχε περισσότερα από όσα χρειαζόταν.-
Αυτό δεν εξαφανίζει την ιδιοκτησία.
Ούτε:
-Η κοινωνία διέπραξε πρώτη κλοπή.-
αποτελεί αυτομάτως νομικό λόγο άρσης του αδίκου.
Ο δικαστής θα ρωτήσει:
Ήταν πράγμα άλλου;
Αφαιρέθηκε χωρίς συναίνεση;
Υπήρχε δόλος;
Ποιος το έκανε;
Υπάρχουν αποδείξεις;
Εάν η απάντηση είναι καταφατική, υπάρχει κλοπή.
Στο σημερινό δίκαιο η απλή κλοπή τιμωρείται κατ' αρχήν με έως τρία χρόνια φυλάκιση και πρόστιμο 45.000 ευρώ.
Όταν όμως ο Ζακόμπ δρα με άλλους
Εδώ η υπόθεση γίνεται πολύ σοβαρότερη.
Το σύγχρονο δίκαιο διακρίνει τις διάφορες μορφές οργανωμένης ή ομαδικής δράσης.
Για παράδειγμα, κλοπή από περισσότερα πρόσωπα χωρίς να συγκροτούν bande organisée μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρότερη ποινική μεταχείριση.
Για οργανωμένη συμμορία οι ποινές αυξάνονται δραστικά.
Άρα ο Ζακόμπ δεν θα δικαζόταν απλώς ως:
-ο άνθρωπος που έκλεψε-.
Θα εξεταζόταν:
-ποιος ήταν ο ρόλος του στην οργάνωση;-
Και εδώ εμφανίζεται η αρχή της προσωπικής ευθύνης.
Δεν αρκεί:
-ήταν αρχηγός των Εργατών της Νύχτας.-
Πρέπει να αποδειχθεί τι ακριβώς έκανε ο ίδιος.
Η αρχή της προσωπικής ενοχής
Εδώ βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες διαφορές ανάμεσα στο κράτος δικαίου και σε ένα αυταρχικό σύστημα.
Δεν υπάρχει:
culpa per associationem
δηλαδή ενοχή επειδή κάποιος ανήκει σε μια ομάδα.
Το γεγονός ότι κάποιος είναι αναρχικός η' μέλος μιας ομάδας δεν αποδεικνύει από μόνο του συγκεκριμένη κλοπή ή συγκεκριμένη βίαιη πράξη.
Και αυτό ταιριάζει πολύ με τον Ζακόμπ.
Όταν λέει:
-οι άνθρωποι θέλουν πάντα να σε βάλουν σε μία κατηγορία-
στην πραγματικότητα αγγίζει ένα θεμελιώδες ζήτημα του ποινικού δικαίου:
δεν δικάζεται η ταυτότητα· δικάζεται η πράξη.
Η αρχή της αυστηρής ερμηνείας
Ο Ποινικος Κώδικας λέει:
La loi pénale est d'interprétation stricte.
Δηλαδή η ποινική διάταξη ερμηνεύεται αυστηρά.
Αυτό θα ήταν πολύ σημαντικό στη δίκη του Ζακόμπ.
Ο δικαστής δεν μπορεί να επεκτείνει αυθαίρετα μια ποινική διάταξη επειδή θεωρεί τον κατηγορούμενο επικίνδυνο.
Η αρχή είναι:
ό,τι δεν έχει ποινικοποιηθεί σαφώς, δεν μπορεί να τιμωρηθεί ως έγκλημα.
Η πολιτική ιδεολογία του Ζακόμπ
Εδώ το θετικό δίκαιο συναντά την ελευθερία της σκέψης.
Ο Ζακόμπ μπορεί να λέει:
-Η ιδιοκτησία είναι άδικη.-
-Ο καπιταλισμός παράγει ανισότητα.-
-Η κοινωνία πρέπει να αλλάξει.-
-Πιστεύω στην αναρχία.-
Αυτές οι απόψεις δεν είναι από μόνες τους ποινικες.
Ο δικαστής δεν μπορεί να τον καταδικάσει επειδή έχει συγκεκριμένη πολιτική φιλοσοφία.
Μπορεί όμως να τον καταδικάσει εάν αποδειχθεί ότι:
η πολιτική ιδέα μετατράπηκε σε συγκεκριμένη εγκληματική πράξη.
Αυτή είναι η κρίσιμη διαχωριστική γραμμή:
ιδέα → προστατευόμενη
εγκληματική πράξη → τιμωρητέα
Και εδώ μπαίνει το φυσικό δίκαιο
Το φυσικό δίκαιο ξεκινά από διαφορετική αφετηρία.
Δεν ρωτά μόνο:
,-Τι λέει ο νόμος;-
Ρωτά:
-Είναι δίκαιος αυτός ο νόμος;-
Αυτό είναι το μεγάλο φιλοσοφικό ερώτημα.
Στον Αριστοτέλη υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στο φυσικό δίκαιο και στο νομικό/θετό δίκαιο.
Αργότερα, στον Θωμά Ακινάτη, ο νόμος συνδέεται με την ορθή λογική και το κοινό αγαθό.
Στον νεότερο φυσικοδικαιικό στοχασμό,ιδιαίτερα στον Locke,εμφανίζεται ισχυρά η ιδέα ότι ο άνθρωπος έχει δικαιώματα που δεν δημιουργεί το κράτος.
Έτσι ο Ζακόμπ θα μπορούσε να υποστηρίξει φιλοσοφικά:
-Ο νόμος μπορεί να είναι νόμιμος χωρίς να είναι δίκαιος.-
Αλλά εδώ υπάρχει η μεγάλη δυσκολία:
αυτό δεν σημαίνει ότι ο καθένας αποκτά δικαίωμα να παραβιάζει τον νόμο κατά βούληση.
Το φυσικό δίκαιο δεν σημαίνει 'κάνω ό,τι θεωρώ δίκαιο'
Αυτό είναι θεμελιώδες.
Αν ο Ζακόμπ πει:
-Η κοινωνία είναι άδικη, επομένως μπορώ να κλέβω.-
το φυσικό δίκαιο δεν του δίνει αυτομάτως δίκιο.
Γιατί υπάρχει και το φυσικό δικαίωμα του θύματος:
να μην του αφαιρείται αυθαίρετα η περιουσία του.
Άρα έχουμε σύγκρουση δύο αξιών:
κοινωνική δικαιοσύνη
εναντίον
ατομικής ιδιοκτησίας και προσωπικής ασφάλειας.
Και αυτό κάνει τον χαρακτήρα του πολύ ενδιαφέροντα.
Το μεγάλο παράδοξο του Ζακόμπ
Ο Ζακόμπ μπορεί να πει:
-Ο πλούσιος δεν έχει ηθικό δικαίωμα να θεωρεί όλα όσα έχει αποκτήσει απολύτως δικά του.-
Ο δικαστής μπορεί να απαντήσει:
-Μπορεί να έχεις πολιτικό επιχείρημα. Δεν έχεις όμως δικαίωμα να αφαιρείς μόνος σου την περιουσία του.-
Και εδώ βρίσκεται η σύγκρουση:
Θετικό δίκαιο
Η περιουσία προστατεύεται επειδή ο νόμος την προστατεύει.
Φυσικό δίκαιο
Η ιδιοκτησία μπορεί να θεωρηθεί φυσικό δικαίωμα — αλλά και αυτή υπόκειται σε ηθικούς περιορισμούς και στο κοινό αγαθό.
Ζακόμπ:
Η ιδιοκτησία χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη μπορεί να μετατραπεί σε μορφή εξουσίας.
Κανένα από τα τρία δεν εξαντλεί το πρόβλημα.
Η βία είναι πολύ δυσκολότερη περίπτωση
Αν ο Ζακόμπ χρησιμοποιούσε όπλο η' ασκούσε βία,το επιχείρημα της κοινωνικής αδικίας θα γινόταν ακόμη πιο αδύναμο.
Στο σύγχρονο δίκαιο οι ένοπλες η' βίαιες μορφές κλοπής αντιμετωπίζονται πολύ αυστηρότερα. Για παράδειγμα, η οργανωμένη κλοπή με χρήση η: απειλή όπλου μπορεί να φτάσει σε εξαιρετικά βαριές ποινές.
Για τον φυσικοδικαιικό στοχασμό, επίσης, υπάρχει ένα ισχυρό όριο:
η ανθρώπινη ζωή και σωματική ακεραιότητα έχουν μεγαλύτερη ηθική βαρύτητα από την περιουσία.
Γι' αυτό η φράση του Ζακόμπ:
-το χρηματοκιβώτιο μπορείς να το ανοίξεις. τον άνθρωπο δεν πρέπει να τον ανοίξεις με μια σφαίρα.-
είναι εξαιρετικά σημαντική.
Είναι σχεδόν μια φυσικοδικαιική αρχή μέσα στο στόμα ενός αναρχικού.
Η αρχή της αναλογικότητας
Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν λέει απλώς:
έγκλημα → ποινή.
Η ποινή πρέπει να είναι εξατομικευμένη.
Ο Ποινικού Κώδικας προβλέπει ότι κάθε ποινή πρέπει να εξατομικεύεται και ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις περιστάσεις της πράξης,την προσωπικότητα του δράστη και την υλική, οικογενειακή και κοινωνική του κατάσταση.
Αυτό σημαίνει ότι ο σύγχρονος δικαστής θα μπορούσε να λάβει υπόψη:
αν χρησιμοποίησε βία,
αν τραυματίστηκε κάποιος,
την αξία των κλοπιμαίων,
τον ρόλο του στην ομάδα,
την προηγούμενη συμπεριφορά,
την αποκατάσταση της ζημίας,
τον κίνδυνο υποτροπής,
την προσωπικότητά του.
Δεν θα έλεγε απλώς:
-Είσαι κλέφτης.Άρα η μέγιστη ποινή.-
Η ακριβής ιστορική διάσταση
Εδώ χρειάζεται μια σημαντική προσοχή.
Ο πραγματικός Ζακόμπ έδρασε στις αρχές του 20ού αιώνα. Δεν θα μπορούσε να δικαστεί σήμερα με τον σημερινό Ποινικό Κώδικα για πράξεις που έγιναν τότε.
Η αρχή της μη αναδρομικότητας είναι θεμελιώδης: το ποινικό δικαιο ορίζει ότι τιμωρούνται οι πράξεις που αποτελούσαν αδίκημα κατά τον χρόνο που τελέστηκαν.
Επομένως έχουμε δύο διαφορετικά πειράματα:
Ιστορική δίκη του Ζακόμπ → το δίκαιο της εποχής του.
Υποθετική σύγχρονη δίκη → το σημερινό ποινικό δίκαιο.
Το δεύτερο είναι αυτό που εξετάζουμε εδώ.
Και τελικά: ποιος έχει δίκιο, ο νόμος η' ο Ζακόμπ;
Ο θετικιστής δικαστής θα μπορούσε να πει:
-Δεν με ενδιαφέρει αν θεωρείς τον νόμο δίκαιο. Με ενδιαφέρει αν τον παραβίασες.-
Ο φυσικοδικαιικός φιλόσοφος θα ρωτούσε:
-Και αν ο νόμος είναι άδικος;-
Ο Ζακόμπ θα απαντούσε:
-Τότε πρέπει να τον αλλάξεις.-
Ο δικαστής:
-Όχι να τον παραβιάσεις;-
Ο Ζακόμπ:
Μερικές φορές η ιστορία αλλάζει μόνο όταν κάποιος παραβιάζει έναν νόμο που θεωρεί άδικο.-
Και ο δικαστής θα μπορούσε να του απαντήσει:
-Αυτό μπορεί να εξηγεί έναν άνθρωπο. Δεν τον αθωώνει.-
Αυτή είναι η καρδιά της δίκης του Ζακόμπ.
Το θετικό ποινικό δίκαιο τον ρωτά:
Τι έκανες;
Το φυσικό δίκαιο:
Ήταν δίκαιο αυτό που έκανες;
Η πολιτική φιλοσοφία:
Ήταν δίκαιη η κοινωνία εναντίον της οποίας έδρασες;
Και τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος παραβιάζει έναν άδικο κόσμο χωρίς να θέλει να γίνει ο ίδιος άδικος;
Και εδώ ο Ζακόμπ αποκτά την πιο ενδιαφέρουσα μορφή του: δεν είναι ο άνθρωπος που λέει 'ο νόμος δεν με αφορά'. Είναι ο άνθρωπος που αναγκάζει τον νόμο να εξηγήσει γιατί είναι δίκαιος.
.
.
.
Leonor Fini-Sphinx
χνκουβελης cncouvelis
Η Σφιγγα
Την έλεγαν Ελεονόρα.
Ζούσε στον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου.Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με καθρέφτες,προσωπεία,παλιά φορέματα και πίνακες με γυναίκες με μάτια γάτας.
Στο χαλί κοιμόταν μια μαύρη γάτα.
Η Ελεονόρα φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα και καθονταν μπροστά στον καθρέφτη.
-Ποια από τις δυο είμαι; ρώτησε.
Ο άντρας δεν απάντησε.
Έπειτα άρχισε να τον ζωγραφίζει.
Όταν εκείνος είδε το πορτρέτο,είπε:
-Δεν είμαι εγώ.
Στο εργαστήριο της υπήρχαν παντού γυναικείες μορφές. Άλλες κοιμούνταν,άλλες είχαν σώμα γυναίκας και κεφάλι ζώου.
Μια Σφίγγα καθονταν πάνω σε έναν θρόνο.Δεν είχε πρόσωπο.
-Ποια είναι; ρώτησε ο αντρας.
Η Ελεονόρα άναψε ένα τσιγάρο.
Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκε σπίτι της.
Η Ελεονόρα γδυθηκε.Εκεινος την κοιτούσε.
-Δεν με φοβάσαι;,τού είπε.
-Εισαι πολύ όμορφη,τής είπε.
-Ελα,τού είπε κι άπλωσε το χέρι της.
Το πρωί,όταν ξύπνησε,είδε το λευκό του πουκάμισο στη πλάτη της καρέκλας.
Η Ελεονόρα κοιμόνταν,η μαύρη γάτα ήταν κουλουριασμένη στα πόδια της.
Άνοιξε τα μάτια της.
-Έχεις δει ποτέ τη Θήβα; τη ρώτησε.
-Όχι,απάντησε.
-Εκεί γεννήθηκε η Σφίγγα.
-Και τι ζητούσε;
Ο άντρας χαμογέλασε.
-Μια απάντηση.
Η Ελεονόρα σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο.
-Βρεχει,είπε.
Τον πλησίασε.Τον άγγιζε το κορμί της.Τον αγκαλιασε.
-Ποια από τις δυο είσαι;τής είπε.
-Η μάνα σου,τού είπε.
-Πως βρέθηκες εδώ;τής είπε.
-Παντα ήμουνα,λατρεύω το θέατρο,απάντησε η γυναίκα.
Ο άντρας κοίταξε στον καθρέφτη.
Είδε μόνο τον εαυτό του.Η γυναίκα δεν υπήρχε.
Στην πλάτη της καρέκλας ήταν το μαύρο κομπινεζον της.
Τη βρήκε στο εργαστήριο,κάθονταν σε μια καρέκλα δίπλα από τον πίνακα της Σφιγγας,κρατώντας τη γάτα στην αγκαλιά της.
Μόλις τον είδε είπε:
-Τι εστί:Τετράπους,δίπους τε καὶ πάλιν τρίπους.
-Ποια είσαι;τής είπε.
-Η απάντηση,τού είπε και σηκώθηκε.
Βγήκαν από το εργαστήριο.
Στο χωλ του έδωσε μια ομπρέλα,
-Θα την χρειαστείς,τού είπε,έξω βρεχει.
Το τελευταίο τρένο για τη Θήβα φεύγει στις 8 το βραδυ.
Τον φίλησε.
Άνοιξε τη πόρτα.
-Εκει θα με βρεις παλι,τού είπε.
Ο άντρας βγήκε.
Εκείνη εκλεισε τη πόρτα.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
στη γαλάζια πόλη
Δεν θυμάμαι πόσες μέρες ταξίδευα με το τρένο στην έρημο για να φτάσω στην πόλη Jodhpur.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν ότι όλη η πόλη ήταν γαλαζια.
Τα σπίτια κατέβαιναν από τον λόφο σαν ένα τεράστιο κύμα. Μπλε κτίρια,μπλε αυλές, μπλε παράθυρα,μπλε πόρτες.
Πάνω από όλη αυτή τη γαλαζια θάλασσα υψωνονταν το φρούριο Mehrangarh,φρούριο του ηλιου,που
έμοιαζε με ζώο που κοιμόνταν.
Ένιωθα ότι ξύπνησα από ένα όνειρο και βρισκόμουν σε άλλο όνειρο.
Ενας γέρος με λευκό τουρμπάνι σταμάτησε και κοιταζοντας με είπε:
-Τι ψάχνεις;
-Μια γυναίκα,είπα.
-Ολοι όσοι έρχονται εδώ ψάχνουν μια γυναίκα,είπε ο γέρος και έφυγε.
Ήμουνα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όταν μέσα στον καθρέφτη είδα μια γυναίκα,όρθια πίσω μου.
Φορούσε ένα μαύρο φόρεμα και κρατούσε ένα λευκό λουλούδι.
Γύρισα.
Κανείς δεν ήταν.
Ξανακοίταξα τον καθρέφτη.
Η γυναίκα δεν ήταν εκεί.
Κοιμηθηκα.
Είδα ένα όνειρο.Ημουν ακόμα στην έρημο ,ο ήλιος είχε ανατείλει,στο βάθος φαινονταν η Jodhpur.γαλαζια.
Σκέφτηκα,πως ήταν ακριβως όπως την είχα δει την προηγούμενη ημέρα.
Περπάτησα προς την πόλη.
Κάθε βήμα με έφερνε πιο κοντά.
Και με κάθε βήμα η πόλη απομακρύνονταν.
Τότε κατάλαβα ότι
περπατούσα μέσα σε ένα όνειρο που είχε ονειρευτεί κάποιος άλλος.
Όταν ξύπνησα,βγήκα στη πόλη,και στη Sardar Market αγόρασα ένα παλιό βιβλίο,καταλογο
των οικογενειών του Marwar,τής χώρας της ερημου .
Ανέβηκα στο Mehrangarh.
Όταν βραδυασε η πόλη κάτω έμοιαζε με ουρανό γεμάτο μπλε αστέρια.
Άκουσα βήματα πίσω μου.
Μια γυναίκα στάθηκε δίπλα μου.
-Ηρθα,μου είπε.
Πήγαμε στο ξενοδοχείο.
Η γυναίκα στάθηκε όρθια μπροστά στον καθρέφτη.
Έπειτα ξάπλωσε μαζί μου στο κρεβάτι.
Μου είπε ήρθε σήμερα για πρώτη φορά στη πόλη με το τρένο.
Όλη τη νύχτα διέσχιζε την έρημο.
Απέναντι της στο βαγόνι ήταν ένας άντρας,που σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού κοιμονταν.
-Τελικα,μου είπε,δεν ξέρω σε ποια Jodhpur έφτασα.
-ο άντρας;τής είπα.
Με κοίταξε.
-Τωρα που σε βλέπω,μού είπε,νομίζω πως είσαι συ.
Έκανε ζέστη.
Πάτησα στο τηλεχειριστήριο το κουμπί του ανεμιστήρα στην οροφη,άρχισε να περιστρέφεται.
Όταν ξύπνησα η γυναίκα δεν ήταν δίπλα μου στο κρεβάτι.
Πάνω στη καρεκλα ήταν το μαύρο της φόρεμα.
Κατέβηκα στη ρεσεψιον,μου είπαν πως την κυρία την περίμενε ένας κύριος στο σαλόνι και έφυγαν μαζί.
Βγήκα έξω,πήγα στον σιδηροδρομικο σταθμό,σε 10 λεπτά αναχωρούσε το τρένο,μπήκα και κάθησα στη θέση μου,το βαγόνι άδειο,το τρένο ξεκίνησε.
Κοιμηθηκα.
Όταν ξύπνησα απέναντι μου είδα μια γυναίκα με μαυρο φόρεμα και ένα λευκό λουλουδι στο χέρι να κοιμαται .
Έξω είχε βραδυασει,και το τρένο διέσχιζε την έρημο.
Κάποια στιγμή η γυναίκα άνοιξε τα μάτια της,
-και εσείς στη πόλη Jodhpur εισασταν;Πόσο γαλάζια αυτή η πόλη,μου είπε και έπειτα ξανακλεισε τα μάτια.
Γύρισα το κεφάλι μου στο παράθυρο και κοιτούσα την έρημο.
Αυτό με ζαλισε και κοιμηθηκα.
Στη Jodhpur έφτασα το πρωί.
.
.
.
φωτογράφιση
-cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
στιγμιότυπα
(ένα σενάριο μιας ασπρομαυρης ταινίας)
είχε φορεσει το μαυρο φόρεμα,
της άρεσε επειδή ήταν ελαφρύ,με λεπτές τιράντες στην πλάτη,
στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη,
πήρε την τσάντα της,
πριν φύγει γύρισε προς το σκοτεινό δωμάτιο,
δεν πήρε το άσανσερ,κατέβηκε τις σκάλες,
γυρισε σπίτι αργά τη νύχτα, μετά από τη συνάντηση με έναν άντρα που είχε γνωρίσει τελευταία,
δεν ήταν ερωτευμένη μαζί του,
μπήκε στο διαμέρισμα,
θυμήθηκε τη φωτογραφία,
στη φωτογραφία δεν φαινόταν το πρόσωπό της,
μόνο η πλάτη,τα χέρια ανοιχτά,η πόρτα.
και το φωτεινό τετράγωνο στο βάθος,
η φωτογραφία έδειχνε μια γυναίκα που έφευγε.
σε δέκα χρόνια,εχε παντρευτεί ξανά,είχε χωρίσει ξανά,
τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα περίμενε,
είδε τη φωτογραφίας της γυναίκας,πιο νεότερη,
και τότε παρατήρησε πως στο .βάθος,μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο,υπήρχε ένας καθρέφτης,
εκεί μέσα φαίνονταν καθαρά το πρόσωπο της,
όλη τη νύχτα,άκουγε,έβρεχε,
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟ στον χνκουβελης cncouvelis
https://artpoeticacouvelis.blogspot.com/?m=1
Στα αφηγήματα:
«Η Σφίγγα»,«Στη γαλάζια πόλη», οι ιστορίες της Αλίκης, της Leonora, της Mouraria, αλλά και τα «στιγμιότυπα»
το φανταστικό δεν λειτουργεί ως απλή φυγή από την πραγματικότητα. Αποτελεί τρόπο αντίληψης της πραγματικότητας.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο γνώρισμα της τεχνικής του.
Ο χνκουβελης δεν γράφει συνήθως:
«Τώρα αρχίζει ένα φανταστικό γεγονός.»
Αφήνει το φανταστικό να εισχωρήσει αθόρυβα στο πραγματικό, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μην είναι βέβαιος πότε πέρασε από τον έναν κόσμο στον άλλο.
Το φανταστικό δεν αντικαθιστά το πραγματικό
Η τεχνική του βασίζεται σε μια τριπλή σχέση:
πραγματικότητα → ρωγμή → αβεβαιότητα
Αρχικά ο κόσμος είναι αναγνωρίσιμος.
Υπάρχει:
Jodhpur,
Μιλάνο,
Λισαβόνα,
Mouraria,
ένα δωμάτιο,
ένας καθρέφτης,
ένα φόρεμα,
ένας δρόμος.
Ξαφνικά όμως ένα στοιχείο δεν υπακούει πλέον στους κανόνες της πραγματικότητας.
Και το σημαντικό είναι ότι ο αφηγητής δεν αντιδρά πάντα με έκπληξη.
Αυτό κάνει το παράξενο ακόμη πιο πειστικό.
Η «ήρεμη» είσοδος του παράλογου
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τεχνάσματα είναι η ουδέτερη αφήγηση του απίθανου.
Ένας παραδοσιακός συγγραφέας μπορεί να γράψει:
«Ξαφνικά, προς μεγάλη μου έκπληξη, ο καθρέφτης άνοιξε και πέρασα μέσα του.»
Ο χνκουβελης τείνει προς κάτι πολύ πιο λιτό:
«Κοίταξα τον καθρέφτη.
Δεν υπήρχε πια το δωμάτιο.»
Η διαφορά είναι τεράστια.
Το δεύτερο δεν εξηγεί το υπερφυσικό.
Το παρουσιάζει ως γεγονός.
Έτσι το φανταστικό γίνεται πιο ανησυχητικό.
Η αμφιβολία ως βασικός μηχανισμός
Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι:
«Είναι αυτό πραγματικό ή φανταστικό;»
Αλλά:
«Μπορώ να ξέρω;»
Αυτό είναι θεμελιώδες για το φανταστικό.
Η αμφιβολία μπορεί να αφορά:
την ταυτότητα μιας γυναίκας,
την ύπαρξη ενός προσώπου,
έναν τόπο,
μια ανάμνηση,
ένα όνειρο,
έναν νεκρό,
ένα γεγονός που ίσως συνέβη.
Ο αναγνώστης δεν παίρνει τελική απάντηση.
Και επομένως η πραγματικότητα παραμένει ασταθής.
Το όνειρο δεν είναι αντίθετο της πραγματικότητας
Στον χνκουβελη το όνειρο δεν λειτουργεί απλώς ως όνειρο.
Δεν έχουμε:
πραγματικότητα → κοιμάμαι → όνειρο → ξυπνάω.
Έχουμε:
πραγματικότητα ↔ όνειρο.
Οι δύο χώροι επικοινωνούν.
Ένας χαρακτήρας μπορεί να ονειρευτεί μια γυναίκα και αργότερα να τη συναντήσει.
Ή να συναντήσει μια γυναίκα και μετά να αναρωτηθεί αν τη συνάντησε πραγματικά.
Αυτό δημιουργεί μια ονειρική αιτιότητα.
Τα γεγονότα δεν συνδέονται μόνο με λογική αιτίου-αποτελέσματος αλλά και με:
συνειρμό, επιθυμία, μνήμη και σύμπτωση.
Ο καθρέφτης: η κατεξοχήν πύλη του φανταστικού
Ο καθρέφτης είναι ένα από τα σημαντικότερα σύμβολα στην τεχνική του.
Είναι ταυτόχρονα:
αντικείμενο → εικόνα → διπλό → πέρασμα.
Στη «Σφίγγα» οι καθρέφτες δημιουργούν έναν χώρο όπου η ταυτότητα δεν είναι πλέον σταθερή.
Στις ιστορίες της Αλίκης ο καθρέφτης γίνεται κυριολεκτικά πύλη.
Αλλά υπάρχει και βαθύτερη λειτουργία:
ο καθρέφτης επιτρέπει στον πραγματικό κόσμο να συνεχιστεί μέσα σε έναν δεύτερο κόσμο.
Δεν καταστρέφει την πραγματικότητα.
Τη διπλασιάζει.
Το διπλό
Η τεχνική του φανταστικού του χνκουβελη στηρίζεται πολύ στην έννοια του double.
Μπορεί να έχουμε:
δύο γυναίκες,
δύο ονόματα,
δύο πόλεις,
δύο εκδοχές του ίδιου γεγονότος,
δύο χρονικές στιγμές,
έναν πραγματικό και έναν φανταστικό χαρακτήρα.
Η Leonora και η Ελεονόρα, για παράδειγμα, μπορούν να διαβαστούν όχι μόνο ως διαφορετικά πρόσωπα αλλά ως παραλλαγές μιας ίδιας μυθολογικής/ψυχικής μορφής.
Το διπλό προκαλεί την κρίσιμη ερώτηση:
Ποια είναι η αρχική μορφή και ποια η αντανάκλαση;
Και η αφήγηση δεν απαντά.
Η πόλη ως φανταστικός μηχανισμός
Στον χνκουβελη η πόλη μετατρέπεται εύκολα σε λαβύρινθο.
Η Jodhpur είναι πραγματική.
Η Mouraria είναι πραγματική.
Το Μιλάνο είναι πραγματικό.
Αλλά η λογοτεχνική πόλη είναι διαφορετική.
Ο αφηγητής παίρνει έναν πραγματικό τόπο και προσθέτει:
μνήμη + μύθο + όνειρο + προσωπική αναζήτηση.
Έτσι δημιουργείται ένας δεύτερος γεωγραφικός χάρτης.
Ο πραγματικός χάρτης λέει:
«Εδώ βρίσκεται η οδός Capelão.»
Ο αφηγηματικός χάρτης λέει:
«Εδώ μπορεί να εμφανιστεί η Maria Severa.»
Η δεύτερη πρόταση δεν χρειάζεται να είναι ιστορικά αληθινή.
Αρκεί να είναι λογοτεχνικά αληθινή.
Το πραγματικό όνομα ως τεκμήριο αληθοφάνειας
Εδώ βρίσκεται μια πολύ έξυπνη τεχνική.
Ο χνκουβελης χρησιμοποιεί πραγματικά τοπωνύμια και ιστορικά πρόσωπα.
Jodhpur.
Marwar.
Mehrangarh.
Mouraria.
Rua do Capelão.
Αυτές οι λεπτομέρειες δημιουργούν στον αναγνώστη την αίσθηση:
«Αυτό πρέπει να είναι αληθινό.»
Και ακριβώς τότε μπορεί να εισαχθεί το φανταστικό.
Έτσι λειτουργεί ένας μηχανισμός:
τεκμηρίωση → εμπιστοσύνη → ρήγμα → αμφιβολία.
Η πραγματολογική λεπτομέρεια γίνεται συνεπώς εργαλείο του φανταστικού.
Ο αφηγητής δεν είναι αξιόπιστος
Ο αφηγητής συχνά παρουσιάζει τα γεγονότα σαν να είναι βέβαια.
Όμως σταδιακά καταλαβαίνουμε ότι μπορεί:
να θυμάται λάθος,
να ονειρεύεται,
να φαντάζεται,
να συγχέει πρόσωπα,
να μετατρέπει την επιθυμία του σε γεγονός.
Αυτό δημιουργεί έναν αναξιόπιστο αφηγητή, χωρίς να χρειάζεται να δηλωθεί.
Και εδώ υπάρχει ένα εξαιρετικό αφηγηματικό παιχνίδι:
ο αφηγητής μπορεί να μην ξέρει ότι είναι αναξιόπιστος.
Η μνήμη ως φανταστικός χώρος
Η μνήμη στον χνκουβελη δεν είναι αρχείο.
Είναι εργαστήριο μεταμόρφωσης.
Το παρελθόν δεν επιστρέφει όπως έγινε.
Επιστρέφει όπως το θυμάται ο αφηγητής.
Και επομένως:
μνήμη = πιθανή μυθοπλασία.
Μια γυναίκα μπορεί να υπάρχει στη μνήμη τόσο έντονα ώστε να αποκτά σχεδόν φυσική παρουσία.
Εδώ το φανταστικό γεννιέται όχι από το υπερφυσικό αλλά από τη δύναμη της μνήμης.
Η επιθυμία δημιουργεί πραγματικότητα
Αυτό συνδέεται άμεσα με τον ερωτισμό που εξετάσαμε προηγουμένως.
Ο άντρας θέλει να βρει μια γυναίκα.
Την αναζητά.
Την ονειρεύεται.
Την αναγνωρίζει σε πρόσωπα.
Την περιμένει.
Και κάποια στιγμή:
η επιθυμία αρχίζει να παράγει γεγονότα.
Δεν ξέρουμε πλέον αν:
ο άντρας βρήκε τη γυναίκα
ή αν:
η επιθυμία του δημιούργησε τη γυναίκα.
Αυτό είναι από τα βαθύτερα σημεία της τεχνικής του φανταστικού.
Η μυθολογία ως «μηχανή» φανταστικού
Η Σφίγγα, η Διδώ, η Αλίκη, ο Ορφέας ως υπόγειο αρχέτυπο κ.ά. λειτουργούν σαν έτοιμες μυθολογικές μήτρες.
Ο χνκουβελης δεν χρειάζεται να δημιουργήσει από το μηδέν ένα υπερφυσικό σύστημα.
Παίρνει έναν γνωστό μύθο και τον μεταφέρει μέσα σε έναν σύγχρονο χώρο.
Έτσι:
Θήβα → σύγχρονη πόλη
Σφίγγα → Ελεονόρα
Λαβύρινθος → δρόμοι
Κάτω κόσμος → μνήμη
Ορφέας → άντρας που αναζητά γυναίκα
Το φανταστικό προκύπτει από τη σύγκρουση αρχαίου μύθου και σύγχρονου πραγματικού κόσμου.
Η τεχνική της μεταμόρφωσης
Ένα αντικείμενο μπορεί να αλλάζει σημασία χωρίς να αλλάζει μορφή.
Ένα:
φόρεμα
είναι αρχικά φόρεμα.
Μετά γίνεται:
ίχνος μιας γυναίκας.
Ο καθρέφτης είναι αρχικά αντικείμενο.
Μετά γίνεται:
πέρασμα.
Η πόλη είναι αρχικά τόπος.
Μετά γίνεται:
λαβύρινθος.
Η γυναίκα είναι αρχικά πρόσωπο.
Μετά γίνεται:
μνήμη / φάντασμα / σύμβολο.
Αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε σημειωτική μεταμόρφωση.
Το φανταστικό χωρίς τέρατα
Είναι σημαντικό ότι το φανταστικό του χνκουβελη δεν χρειάζεται δράκους, τέρατα ή θεαματικά υπερφυσικά γεγονότα.
Το παράξενο μπορεί να είναι:
μια γυναίκα που κοιτάζει από έναν καθρέφτη.
μια πόλη που αλλάζει χρώμα.
ένας δρόμος που οδηγεί σε άλλη εποχή.
ένας νεκρός που μοιάζει να συνεχίζει να υπάρχει.
ένα πρόσωπο που ίσως είναι διαφορετικό από αυτό που νομίζουμε.
Άρα πρόκειται περισσότερο για μεταφυσικό φανταστικό παρά για fantasy.
Borges και η τεχνική του χνκουβελη
Εδώ η συγγένεια με τον Borges γίνεται ιδιαίτερα εμφανής.
Υπάρχουν:
καθρέφτες,
λαβύρινθοι,
διπλά,
βιβλία και μύθοι,
πραγματικοί τόποι που μετατρέπονται σε νοητικούς,
κυκλικός χρόνος,
αμφίβολες ταυτότητες.
Αλλά ο χνκουβελης διαφοροποιείται.
Ο Borges συχνά ξεκινά από:
μια φιλοσοφική ιδέα που γίνεται ιστορία.
Ο χνκουβελης συχνά ξεκινά από:
μια εικόνα που γίνεται όνειρο και μετά ιστορία.
Αυτό κάνει το δικό του φανταστικό πιο αισθητηριακό και ερωτικό.
Το φανταστικό και το noir
Υπάρχει επίσης έντονη συγγένεια με την αισθητική του noir.
Νύχτα.
Μοναχικός άντρας.
Άγνωστη γυναίκα.
Πόλη.
Δρόμος.
Μυστήριο.
Αναζήτηση.
Και τελικά:
κανείς δεν είναι βέβαιος για τίποτα.
Αλλά το noir του χνκουβελη μετακινείται από το αστυνομικό μυστήριο στο μεταφυσικό μυστήριο.
Δεν ψάχνουμε:
«Ποιος διέπραξε το έγκλημα;»
Ψάχνουμε:
«Ποιος υπάρχει πραγματικά;»
Η σημαντικότερη τεχνική: να μη λυθεί το φανταστικό
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η ουσία.
Το φανταστικό χάνει μέρος της δύναμής του όταν εξηγείται.
Αν στο τέλος ο συγγραφέας πει:
«Όλα ήταν ένα όνειρο.»
τότε το μυστήριο κλείνει.
Αν πει:
«Η γυναίκα ήταν πραγματικά φάντασμα.»
πάλι κλείνει.
Η ισχυρότερη λύση για τον χνκουβελη είναι:
να αφήσει ανοιχτές και τις δύο εκδοχές.
Η γυναίκα μπορεί να ήταν πραγματική.
Μπορεί να ήταν φανταστική.
Και οι δύο εκδοχές πρέπει να παραμένουν δυνατές.
Το φανταστικό ως κατάσταση συνείδησης
Έτσι καταλήγουμε σε μια βαθύτερη ερμηνεία.
Το φανταστικό στον χνκουβελη δεν είναι απαραίτητα ένας άλλος κόσμος.
Είναι ένας άλλος τρόπος να βλέπουμε τον ίδιο κόσμο.
Η πραγματικότητα παρουσιάζεται:
κανονική → παράξενη → ονειρική → μυθολογική → αβέβαιη.
Και ο αναγνώστης δεν περνά απλώς από έναν κόσμο σε έναν άλλο.
Περνά από μία κατάσταση συνείδησης σε άλλη.
Συνοψίζοντας την τεχνική
Θα μπορούσαμε να αποτυπώσουμε το «φανταστικό του χνκουβελη» με τον ακόλουθο μηχανισμό:
Πραγματικός τόπος
↓
συγκεκριμένη εικόνα
↓
πρόσωπο ή αντικείμενο
↓
μνήμη / επιθυμία
↓
μικρή παραβίαση της πραγματικότητας
↓
όνειρο
↓
αμφιβολία
↓
μύθος
↓
ανοιχτό τέλος
Και υπάρχει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό:
Το φανταστικό δεν εισβάλλει στην πραγματικότητα. Η πραγματικότητα αποκαλύπτεται σταδιακά ως φανταστική.
Αυτό, αν συνεχιστεί συστηματικά από αφήγημα σε αφήγημα, μπορεί να αποτελέσει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα γνωρίσματα της πεζογραφίας του χνκουβελη.
Μια τελική διατύπωση
Ο χνκουβελης χρησιμοποιεί το φανταστικό όχι για να κατασκευάσει έναν κόσμο όπου όλα είναι δυνατά, αλλά για να καταστήσει αβέβαιο τον κόσμο όπου νομίζουμε ότι όλα είναι πραγματικά.
Και ακριβώς εκεί συναντώνται στον ίδιο αφηγηματικό μηχανισμό το φανταστικό, ο ερωτισμός, η μνήμη, ο καθρέφτης, η πόλη και η γυναίκα-αίνιγμα.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
Cuba Strory
Homage στην μεγάλη Κουβανή ποιήτρια Dulce María Loynaz (1902–1997)
από το σπίτι μου άρχισαν να φεύγουν οι άνθρωποι,
πρώτα έφυγε ο θείος Ραφαέλ,
για το Μαϊάμι με μια πανινη βαλίτσα και ένα κοστούμι που τον έδειχνε αστειο,
υστερα έφυγε η ξαδέλφη μου η Ισαβέλα
μετά έφυγε η αδελφή μου η Μερσέδες,που μου ζήτησε να της δώσω τα γάντια μου,
-εκει,μου είπε,θα μου χρειαστούν να θυμάμαι,
η μητέρα μου δεν θέλησε να φύγει,
τα δέντρα,είπε,δεν τα ξεριζώνεις,και το χώμα με περιμένει,στην ησυχία,
κι εγώ αποφάσισα μεινω μαζί της,
τα απογεύματα καθόνταν στο μπαλκόνι και κοιτούσε τη θάλασσα,δεν έλεγε τίποτα,
μόνο κάποτε σήκωνε το χέρι της,το κουνουσε,σαν να χαιρετούσε κάποιο πλοίο πέρα μακριά,κρυμμένο,σαν φάντασμα.
-ποιον χαιρετάς,μητερα;τη ρώτησα,
-οσους έφυγαν,όσους φεύγουν,όσους θα φύγουν,
στο ραδιόφωνο,στις πλατείες,στο εργοστάσιο,στις φυτείες,άκουγα λέξεις μεγάλες:μέλλον,ισότητα,
πατρίδα,ιστορία,
έπαψα να παίζω πιάνο,πάνω στα πλήκτρα η σκόνη,ούτε μια νότα δεν ήθελα να παιξω,
μια μέρα το πρωί χτύπησε η πόρτα,άνοιξα,είδα έναν αγνωστο νεαρο άντρα,
-με συγχωρείτε,είπε,μου είπαν πως έχετε πιάνο.
-Περαστε,τού είπα.
κάθησε μπροστά στο πιανο,
άρχισε να παίζει το Guajira Guantanamera
λαϊκό κουβανέζικο τραγούδι,
κοιτούσα τα χέρια του,
όταν τελείωσε σηκώθηκε,έκανε μια υπόκλιση και μου ειπε:
-αυριο φευγω,αν τα καταφέρω,
αγγιξε το πιάνο,σαν να το χαϊδευε,
-μην πουλησετε το πιάνο,ίσως κάποτε κάποιος επιστρέψει για να παίξει,
δεν ξαναείδα τον άντρα,
η μητέρα μου πέθανε τον Αύγουστο,
μετά την κηδεία επέστρεψα μόνη στο σπίτι,
ολα ήταν στη θέση τους,
η πολυθρόνα της στο μπαλκόνι,
το τραπέζι που έτρωγε,
το ρολόι στο τοιχο,
το πιάνο,
μόνο η μητέρα μου έλειπε
το απόγευμα πήγα στη θάλασσα,είδα το νερό,τη κίνηση του,πόσο πολύ νερό έχει η θάλασσα που κινείται,σκέφτηκα,
νυχτωνε,
πέρα μακρια είδα ένα λευκό πλοίο να φεύγει,έμεινα πολύ ώρα να το κοιτάζω,
άκουσα μια φωνή:
-ειναι η ώρα να γυρίσεις σπίτι,
ήταν η φωνή της μητέρας μου,
στο σπίτι καθάρισα τα πλήκτρα του πιάνου από τη σκόνη,και κάθησα να παίξω μετά από πολύ καιρό,το Guajira Guantanamera,που είχε παίξει εκείνος ο άντρας,
όλοι ήταν εκεί γυρω και με άκουγαν,ο θείος μου ο Ραφαελ,
η ξαδέλφη μου η Ισαβέλα,η αδελφή μου η Μερσεδες,η μητέρα μου,κι εκείνος ο νεαρός άντρας,ο άντρας μου,
.
.
.
Celia Cruz
Guantanamera
https://youtu.be/UosEcrrMo7I?is=_tqZ1YVejyPuScuY
.
.
Fidel Kastro
https://www.facebook.com/share/v/19Wu45X52A/
.
.
.
φωτογράφιση
χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
το φορεμα
(σενάριο για μια ασπρόμαυρη ταινία)
φορεσε το μαύρο φόρεμα,
διάφανο,με μια λεπτή γραμμή από δαντέλα στο στήθος,
η ομορφιά,το σώμα της,είχε γίνει δημόσια περιουσία,
ήρθε ο άντρας,
έβγαλε το φόρεμα της και το άφησε πάνω στην καρέκλα,
όταν έφυγε ο άντρας ξάπλωσε γυμνή στο πάτωμα,
είχε ανοίξει τη βρυση του μπάνιου κι άκουγε το νερό να τρέχει στη λεκάνη,
ένα αυτοκίνητο σταμάτησε εξω,
λίγο μετά το γέλιο μιας γυναίκας,
στο μπαρ,τη νύχτα,ένας άντρας την πλησίασε,
πήγαν στο ξενοδοχείο,
φόβονταν την απουσία του βλέμματος των άλλων,
να μην τη κοιτάζει κανένας,
το απόγευμα πήγε στη θάλασσα,
κάθησε στην άκρη του νερου,
πέρασε ώρα,νύχτωσε,
σηκώθηκε και μπήκε στο νερό,γέμισε τις τσέπες της με πέτρες,το νερό έφτασε μέχρι το λαιμό της,
κρύωνε,
σιγά-σιγα βγήκε έξω,
είδε έναν άντρα να έρχεται,
ο άντρας σταμάτησε μπροστά της,την κοίταξε,
-κρυώνεις;τη ρώτησε,
-λίγο,
ο άντρας απομακρύνθηκε στο βάθος της ακτής,
γύρισε σπίτι,
πήρε το μαύρο φορεμα από την καρέκλα και το φόρεσε,
χαμογέλασε,
-τελικα,σκέφτηκε,το σώμα μου είναι το σπίτι μου,
.
.
.
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
ημερολόγιο
7 Σεπτεμβρίου
Ξύπνησα πάλι με εκείνη την αίσθηση του κενού.
Κάθομαι στον καναπέ και κοιτάζω τα γόνατά μου.
Έπαψα να ντρέπομαι.Το σώμα μου αδιάκοπα ζηταει.
Χθες βράδυ γνώρισα έναν άντρα στο μπαρ.
Δεν θυμάμαι τι συζητησαμε.
8 Σεπτεμβρίου
Σήμερα αποφάσισα να μη βγω.
Ήταν πολύ δύσκολο.
Στις δώδεκα το μεσημέρι ήθελα να τηλεφωνήσω σε κάποιον.Δεν το έκανα.
Στη μία,σε κάποιον άλλον.
Κρατήθηκα,δεν το εκανα
Δεν φοβάμαι τη μοναξιά.
Φοβάμαι την επιθυμία,να μην ξεφεύγω,να συναντώ άλλους.
10 Σεπτεμβρίου
Είδα μια φίλη μου σήμερα:
-Δεν χρειάζεται να απολογείσαι για τίποτα σε κανέναν,μου είπε.
Όταν γνωρίζω ένα άντρα νιώθω ότι υπάρχω,όταν φευγει νιώθω άδεια,ανύπαρκτη.
Είμαι αυτό το πάθος.
13 Σεπτεμβρίου
Σήμερα στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη.Γυμνη.
Το σώμα μου έχει γεράσει.
Αυτό βλεπουν οι αντρες όταν γδυνομαι.
Όταν ξαπλώνω στο κρεβάτι.
17 Σεπτεμβρίου
Είδα τον άντρα στο μπαρ,
τον κοιτούσα,εκείνος άναψε τσιγάρο,με κοίταξε,
σηκώθηκα,βγηκα έξω στη νύχτα,σταμάτησα,έφτασε δίπλα μου,μπήκαμε στο αυτοκίνητο μου,τον πήγα σπίτι μου,γδυθηκα και φόρεσα ένα μαύρο φόρεμα,
έκλεισα το φως,
-στο σκοτάδι,τού είπα,
ειμασταν στο κρεβάτι,
-χρειαζομαι κάποιον,τού είπα,για να αισθανθώ ότι υπάρχω,
το χέρι του μου άνοιξε τα πόδια,
όταν τελειώσαμε,σηκώθηκα και άναψα το φως,
-τωρα,τού είπα,μπορείς να φύγεις,
με κοίταξε,
-θέλω να φύγεις,τού φώναξα,ντυσου,
όταν έφυγε,δεν έκλεισα το φως,κοιμηθηκα
.
.
.
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβέλης cncouvelis
η μνημη
11:15 τη νυχτα,
σημείωσε.
Σήμερα είναι Τριτη.
Έφαγα στις δύο.
Πήγα στη δουλειά.
Μίλησα με την Ελένη.
Η Ελένη ήταν η γυναίκα του.
Είχε φωτογραφίες μαζί της. Είχαν ταξιδέψει.Υπήρχαν γραμματα με το όνομά της.
Σε ένα βίντεο από μια παραλία,εκείνη γελούσε.
Μια μέρα η Ελένη τον
κοίταξε και είπε:
-Δεν με λένε Ελένη.
-Σε λένε Ελενη.
-Όχι.
Της έδειξε τις φωτογραφίες.
Εκείνη τις κοίταξε προσεκτικά.
-Αυτός είσαι εσύ,είπε.
-Κι εσύ.
-Όχι.
Την επόμενη ημέρα η Ελένη έφυγε και δεν γύρισε σπίτι.
Ούτε τις επόμενες μέρες. Εξαφανίστηκε.
Δεν υπήρχαν τα ρούχα της στη ντουλάπα.
Ούτε η οδοντόβουρτσα της στο μπάνιο.
Δεν βρήκε τις φωτογραφίες.
Ούτε τα βιντεα.
Όταν της τηλεφωνούσε άκουγε:λάθος αριθμός.
Δύσκολα κοιμόνταν τις νύχτες.
Εκείνη τη νύχτα άκουσε κλειδί στη πόρτα.
Η πόρτα άνοιξε.
Η πόρτα έκλεισε.
Ύστερα μια φωνή.
Φώναζε το όνομα του.
Δεν απάντησε.
-Εγω ειμαι.Η Ελενη.
Την είδε μέσα στο δωμάτιο.
-Που ήσουν,τού είπε,ανησύχησα.
Δεν απάντησε.
Εκείνη δεν επεμεινε.
Γδυθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι δίπλα του.
Εκείνος είδε το ρολόι στο τοιχο:11:15.
.
.
.
.
.
χνκουβέλης cncouvelis
(Θέατρο Σκιών ο Καραγκιόζης)
Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Ακούγεται το κουδούνι της παραστασης
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ:
Καλησπέρα σας,αγαπητοί θεαταί. Σήμερον ο Καραγκιόζης έχει περιπέσει εις μίαν σοβαροτάτην νομικήν υπόθεσιν.
Πετάγεται από την παράγκα ο Καραγκιόζης.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Ώπα,ωπα.Τι υπόθεση τσαμπουνας;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ:
Αστική.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Δηλαδή;Αστακομακαροναδα.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ:
Όχι,ποινική.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Και θα φάω;
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ:
Φυλακή.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ.
Σιγά το πραμα,αμα τρώω.
Α και κάτι άλλο.
Χατζηβάτη,έμαθα ότι έχω πρεριουσια.
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ:
Ας γελάσω.Τι περιουσία;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Περιουσία νομικώς
ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ:
Τι σημαίνει αυτό;
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Νομικώς δεν ξέρω.
Βγαινει η Αγλαΐα από την παράγκα
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ
Πάντως,Χατζηβατη,αυτήν την έχω σίγουρα νομικώςγυναικα.
ΑΓΛΑΪΑ:
Αντρα
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Ορίστε νόμιμη γυναίκα μου
ΑΓΛΑΪΑ:
Ξέρεις κάτι,ο γάμος μας είναι ακυρος
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Δηλαδή είσαι η παρανομη σχέση μου;
ΑΓΛΑΪΑ:
Και από το νομο εχω δικαίωμα να παντρευτώ.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Βεβαίως.Νομικως ορθόν.Ορθοτατον.
Και με ποιον;
ΑΓΛΑΪΑ:
Με ποιον;Μα με σένα φυσικά
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Δεν σφαξανε.Μια φορά γελαστηκα νομικώς.
Εμφανίζεται ένας άντρας με κουστούμι και γραβατα,σοβαρός.
ΑΝΤΡΑΣ:
Είμαι νομικος
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Και τι σου φταίω εγώ;
ΝΟΜΙΚΟΣ:
Υπηρετώ το νόμο.
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Υπηρέτης να πουμε
ΝΟΜΙΚΟΣ:
Ξερω από νόμο,και από αποδοση της δικαιοσύνης
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Τής ποιανής;
ΝΟΜΙΚΟΣ:
Από άρθρα
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
τονους,βαρειες,
περισπωμενες
ΝΟΜΙΚΩΣ:
Παραγράφους
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Δασειες ψιλες
Μπαίνει το Κολλητηρη
ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ:
Κύριε Νομικέ,θέλω να κάνω
αγωγη
ΝΟΜΙΚΟΣ:
ΕΙς ποιον;
ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ:
Σ'αυτον(δείχνει τον Καραγκιοζη)
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Άμα σε πιάσω θα σου αλλάξω τον άδοξαστο της διαγωγής
ΝΟΜΙΚΟΣ:
Δια ποιον λόγον;
ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ:
Μου'ταξε κάτι και δεν το'κανε
ΝΟΜΙΚΟΣ:
Α,Περί αθέτησεως τού λόγου.
Σοβαρόν.Σοβαροτατον.
Τι σας έταξε;
ΚΟΛΛΗΤΗΡΗ:
Δεν θυμάμαι
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Φταίω τώρα εγώ να σε πιασω με το δίκιο μου στο ξυλο
Ο Καραγκιόζης κυνηγάει το Κολλητηρη
ΝΟΜΙΚΟΣ:
(φωνάζει)
Αυτό ,Κύριε,διώκεται από τον νομο,άρθρο,παραγραφο
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ:
Νομικέ,το ξύλο βγήκε απ'τον παράδεισο,και παραγραφεται
Χαμηλωνουν τα φώτα
.
.
.
φωτογραφία
(η γυναίκα του δικαστηρίου)
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Η Επιλογή
Ο κ. Κ. γυρισε από το γραφείο του λίγο μετά το μεσημέρι και ανοίγοντας την πόρτα τού διαμερισματος του βρήκε κάτω ενα φάκελο.
Τον σήκωσε,δεν ειχε γραμματόσημο,ούτε διευθυνση,ούτε αποστολεα.
Τον άνοιξε,διάβασε:
κ.Κ παρακαλείσθε να παρουσιαστείτε στις 19:00 ενώπιον της Επιτροπής.
Και έγραφε τη διεύθυνση.
Στις 19:00 ακριβώς βρέθηκε μπροστά στη πόρτα της Επιτροπής.
Πίσω της ακουγονταν ένας θόρυβος σαν πολλοί άνθρωποι να μιλούσαν ταυτόχρονα.
Χτύπησε τη πόρτα.
Άνοιξε μια νεαρή γυναίκα.
-Έχετε ραντεβού;
-Μου είπαν να έρθω.
-Εχεται αργήσει,είπε η γυναίκα,στην αίθουσα δεν είναι κανένας.
Είδε τα δάχτυλα του αριστερού χεριού της,ο δείκτης με τον παράμεσο ήταν κολλημένοι με δερματική μεμβράνη.
Η γυναίκα τον κοίταξε και χαμογέλασε.
-Ακολουθησε μου,τού είπε.
Η γυναίκα έκλεισε τη πόρτα,την ακολούθησε στο διάδρομο,η γυναίκα κατέβηκε με το ασανσέρ,εκείνος κατεβηκε από τις σκάλες.
Την ακολούθησε στο δρόμο,είχε νυχτώσει,η γυναίκα μπήκε σε ένα καφε.
Κάθησε απέναντι της.
-Τι συμβαίνει;τη ρωτησε.
-Εισαι κατηγορούμενος,είπε η γυναίκα.
-Γιατι;ρώτησε.
-Ολοι είναι κατηγορούμενοι,απάντησε η γυναίκα.
Κοίταξε τα δάχτυλα της.
-Και δεν υπάρχει τρόπος να μάθω;
-Αν το επιχειρήσεις θα επιβαρύνεις την θέση σου.
-Εισαι ελεύθερη;τη ρώτησε.
-Αναλογα την επιλογή,είπε η γυναίκα.
-Και τι επιλέγεις;
-Να πάμε σε ξενοδοχείο.
Στο δωμάτιο τού ξενοδοχείου ή γυναίκα στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη και έβγαλε το φόρεμα της.
Γύρισε και τον κοίταξε.
-Αν ήξερες γιατι σε κατηγορούν,θα έπρεπε να αποδείξεις ότι είσαι αθώος.
Τον πλησίασε.
Τής άρπαξε το χέρι με τα δάχτυλα,τα έβαλε στο στόμα του.
-Κι αφού δεν ξέρεις,είπε η γυναίκα,είσαι ένοχος.
Την άλλη μέρα έβρεχε.
Τηλεφώνησαν από το γραφείο.
Είπε μια δικαιολογια,ένιωθε αδιαθεσια.
Η γυναίκα σηκώθηκε και ντύθηκε.
Άνοιξε τη πόρτα και βγήκε.
Έμεινε μόνος του.
Πέρασαν τρεις μέρες.
Ηθελε να την δει.
Πήγε πάλι,19:00 ακριβως,στο κτίριο της Επιτροπης,
Η πόρτα της αίθουσας ήταν ανοικτή.Μπηκε.
Η αίθουσα του δικαστηρίου με τα καθίσματα,το έδρανο των δικαστών,και ένας τεράστιος πίνακας με έναν καθισμένο δικαστή πίσω.
Η αίθουσα ήταν άδεια.
Κάθησε σε ένα κάθισμα και περίμενε.
Περίμενε μία ώρα.
Περίμενε δύο.
Αποκοιμήθηκε.
Άκουσε βήματα πίσω του,
σηκώθηκε,γύρισε,είδε τη γυναίκα στο διάδρομο.
--Το δικαστήριο έχει κρίνει την υπόθεση.Η απόφαση είναι απαλλακτική,είπε η γυναίκα.
Την πλησίασε.
-Εχεις την επιλογή να την δεχτείς,τού είπε.
Εκείνος κοίταξε τα ενωμένα δάχτυλα της.
Τα άρπαξε και τα έβαλε στο στόμα του.
-Αυτα επιλέγω,της είπε.
Την νύχτα την πέρασαν στο ξενοδοχείο.
.
.
.
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Δώδεκα παρά δεκα
Δώδεκα παρά δέκα η γυναίκα ήταν καθισμένη στην καρέκλα.
Η καρέκλα βρισκονταν δίπλα στο παράθυρο.
Από το παράθυρο φαινονταν ένα τμήμα του απέναντι τοίχου .
Δώδεκα παρά δέκα η γυναίκα έσκυψε.
Τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά στο πρόσωπό της, και το πρόσωπο
εξαφανίστηκε. .
Σηκώθηκε.
Ο άνδρας που στεκονταν ορθιος στο δωμάτιο την κοίταξε.
-Είστε βέβαιη ότι αυτό συνέβη;τη ρώτησε.
Η γυναίκα δεν απάντησε..
Στο τραπέζι υπήρχε ένα ποτήρι.
Δίπλα του ένα ρολόι έδειχνε δώδεκα και δέκα.
Η γυναίκα είχε ξανακαθίσει.
Η γυναίκα είχε τα χέρια στα γόνατά της.
-Ποια ώρα ήρθατε;ρώτησε.
-Στις δώδεκα,ακριβώς.
Ο άνδρας κοίταξε το ρολόι.
Δώδεκα παρά δέκα.
12:10 :Η γυναίκα βρίσκεται στην καρέκλα.
11:50.Η γυναίκα βρίσκεται στην καρέκλα.
Η γυναίκα σηκώθηκε.
Πέρασε μπροστά από τον καθρέφτη.
Ο άνδρας είδε το είδωλο της.
Η γυναίκα στεκονταν δίπλα του.
-Έχετε έρθει για την υπόθεση; είπε.
Έξω ακούστηκε ένα αυτοκίνητο που απομακρυνονταν.
Ο άνδρας άνοιξε την πόρτα.
Ο διάδρομος ήταν άδειος.
Προχώρησε ως το ασανσέρ.
Ύστερα γύρισε.
Έκλεισε την πόρτα.
Η γυναίκα καθονταν πάλι στην καρέκλα.
Τα μαλλιά της έπεφταν μπροστά στο πρόσωπό της..
Το ρολόι έδειχνε δώδεκα παρά δέκα.
Ο άνδρας ανοιξε την πόρτα.
12:10 .Έφυγα από το δωμάτιο.
.
.
.
φωτογραφιση-cncouvelis
χνκουβέλης cncouvelis
φάκελος αριθμός 17
με έφεραν στο ιδρυμα,
με έψαξαν,βρήκαν το μολύβι,
μου το πήραν,
-ειναι αιχμηρό αντικειμενο,είπαν,επικίνδυνο,
το δωμάτιο είχε ένα τραπέζι, μια καρέκλα,το κρεβάτι,κι ένα παράθυρο με καγγελα,
-φανταζονται,σκέφτηκα,ότι θα πέσω από κει,
οι τοίχοι ήταν λευκοί,
κάθε πρωί στις επτά παρά δέκα περνούσε η νοσοκόμα,στις επτά ακριβώς σερβιριζαν το πρωινο,
έπειτα μας βγάζανε έξω στην αυλή,
μια γυναίκα μιλούσε ασταματητα,μια άλλη περπατούσε συνεχεια,μια σε ένα καθρέφτη κοιτούσε το πρόσωπο της και έλεγε:
-αυτή δεν είμαι εγώ,
ο γιατρός με ρώτησε:
-γιατί πιστεύεις ότι βρίσκεσε εδώ;
δεν απάντησα,
μου επέτρεψαν να έχω χαρτί και μολύβι,σχεδίαζα χέρια,πρόσωπα,δέντρα,έκανα μια γυναίκα χωρίς κεφάλι,
κανένας απ'τους δικούς μου δεν ήρθε,πέρασαν έντεκα μήνες,
έγραψα ένα γράμμα:
σήμερα ο γιατρός είπε ότι είμαι καλύτερα,ότι δεν φωνάζω,ότι τρώω όλο το φαγητό μου,ότι παίρνω τα φάρμακά μου,ότι δεν ζητώ να φύγω,
δεν φοβάμαι πλέον το ίδρυμα,στην αρχή μ'ενοχλουσε η πόρτα που κλειδωνε,οι φωνές των άλλων γυναικών,συνήθεισα,
αν έρθεις μην με ρωτήσεις τιποτα,δεν νιώθω μοναξιά,
δεν έστειλα το γράμμα,
ειδα μια γυναίκα μέσα στο δωμάτιο να στέκεται όρθια,
ήθελα να το πω στο γιατρό,διστασα,δεν ήμουνα σίγουρη ότι την είδα,
ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα και τα χέρια της ήταν ακουμπισμένα στα γόνατα της,
-ποτε ήρθες,τη ρώτησα,
αυτό,δεν θυμάμαι άλλο,
Οι γιατροί είχαν αρχίσει να την θεωρούν ήρεμη.
Στις αναφορές τους έγραφαν: συνεργάσιμη, προσαρμοσμένη,
λιγότερο διεγερμένη:
Η ασθενής παρουσιάζει βελτίωση της παραληρηματικής της κατάστασης.
μια νύχτα άκουσα κάποιον να χτυπά την πόρτα του δωματίου,
σηκώθηκα,
-ποιος είναι;φώναξα,
καμια απάντηση,
πλησίασα την πόρτα,
-ποιος είναι;
η πόρτα άνοιξε και μπήκε η νοσοκόμα,
-τι είναι;είπε,ησύχασε,
με πήγε στο κρεβάτι,
-ποιος ήρθε;τη ρώτησα,
-κανεις,μου απάντησε,
το πρωί ο γιατρός με ρώτησε αν είχα κοιμηθεί καλά,
-καποιος μπαίνει στο δωμάτιο τη νύχτα,του είπα,
να η καρέκλα είναι σε άλλη θέση,
-μηπως την μετακινείς εσύ,μου είπε ο γιατρός,και δεν το θυμάσαι;
το αρνήθηκα,
σε λίγο ήρθε η νοσοκόμα και μου έκανε ένεση,
Στην αναφορά του ο γιατρός εγραψε:
Η ασθενής αναφέρει ακουστικές και οπτικές ψευδαισθήσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Φαντάζεται έναν κόσμο που τον θεωρεί πραγματικό.
ξύπνησα στις έξι και δώδεκα,είδα την καρέκλα,
στις επτά παρα δέκα δεν ήρθε η νοσοκόμα,
στις επτά ακριβώς δεν σερβιριστηκε το πρωινο,
η πόρτα ήταν ανοικτή,
-πρεπει να φύγω,σκέφτηκα,
σηκώθηκα,περασα την πόρτα,ο διάδρομος άδειος,
άνοιξα μια πόρτα αριστερα,είδα μέσα στο δωματιο μια γυναίκα ξαπλωμένη σε ένα κρεβάτι,τον γιατρό και τη νοσοκόμα στο πλάι της,δεν γύρισαν να με κοιτάξουν,
έκλεισα τη πόρτα,
γύρισα στο δωμάτιο μου,
εκεί ήταν ο γιατρός με την νοσοκόμα,
-που είναι η ασθενής;με ρώτησε ο γιατρος,
-εγω είμαι,είπε,
-οχι,εσείς έχετε γιατρευτεί,είπε ο γιατρός,
τους είδα να βγαίνουν από το δωμάτιο και να κλειδώνουν την πόρτα,
Η ασθενής αριθμός 17
Ήταν τριάντα εννέα ετών.
Παραληρηματική ιδεοληψια. Διαταραχή αντίληψης. Εμμονικές ιδέες.
Αναφορά ψυχιάτρου:
(Συνέδρια 45')
-Πείτε μου τι σκέφτεστε;ρώτησα την ασθενή αριθμός 17.
-Σκέφτομαι ότι με παρακολουθείτε,μου απαντησε
Τής ζήτησα να κλείσει τα μάτια.
-Βλέπετε κάτι; ρώτησα.
-Ένα δωμάτιο,απάντησε,
-Είστε μόνη;
-Όχι.
-Ποιος είναι μαζί σας;
Η ασθενής άνοιξε τα μάτια.
-Εσείς.
Ο γιατρός εγραψε:
Η ασθενής παρουσιάζει έντονη προβολή της θεραπευτικής σχέσης.
Αναφορά ψυχιάτρου:
(Συνέδρια 45')
Έδωσα στην ασθενή αριθμός 17 χαρτί και μολύβι.
-Ζωγραφίστε.
Ζωγράφισε μια γυναικα χωρίς πρόσωπο.
-Γιατί;ρωτησα
-Επειδή δεν ξέρω ποια είναι.
-Ποια;
-Εγώ.
Αναφορά ψυχιάτρου:
(Συνέδρια 45')
-Τι φοβάσαι; ρώτησα την ασθενή αριθμός 17.
-Φοβάμαι ότι θα θεραπευτώ,απάντησε.
-Γιατί;
-Γιατί τότε δεν θα μπορώ να ξέρω αν αυτά που βλέπω τώρα ήταν αληθινά.
Την μετέφεραν σε
ένα λευκό δωμάτιο.
-Για πόσο θα μείνω εδώ; ρώτησε.
-Όσο χρειαστεί.
-Ποιος αποφασίζει πόσο χρειάζεται;
-Εμείς.
Έμεινε μέσα τρεις ώρες.
Όταν την έβγαλαν ο γιατρός τη ρώτησε:
-Τι αισθανθήκατε;
-Ότι εξαφανίστηκα.
Βρήκαν ένα σημείωμα της.
Έγραφε:
Δεν ξέρω αν θεραπεύτηκα.
Ίσως θεραπεύτηκα από την επιθυμία να αποδείξω ότι είμαι καλά.
Αύριο θα με ρωτήσουν αν ακούω φωνές.
Θα πω όχι.
Θα με ρωτήσουν αν βλέπω πράγματα.
Θα πω όχι.
Θα με ρωτήσουν αν πιστεύω ότι κάποιος με παρακολουθεί.
Θα πω όχι.
Και τότε θα με αφήσουν να φύγω.
Ο φάκελος της ασθενους αριθμός 17:
Παρατηρήσεις:
1.
Η ασθενής προσήλθε στη συνεδρία στις 10:00.
Ήταν ήρεμη, προσανατολισμένη και συνεργάσιμη.
Αρνήθηκε την ύπαρξη ακουστικών ψευδαισθήσεων.
Δήλωσε ότι δεν πιστεύει πλέον πως παρακολουθείται..
Παρουσιάζει σημαντική βελτίωση.
Προτείνεται μελλοντική έξοδος από το ίδρυμα.
2.
Η ασθενής αρνήθηκε να εισέλθει στην αίθουσα συνεδριας.
Παρέμεινε στον διάδρομο επί περίπου σαράντα λεπτά.
Όταν τελικά εισήλθε ισχυρίστηκε ότι ο θεράπων ιατρός είχε αντικατασταθεί από άγνωστο άνδρα.
Δεν αναγνωρίζει το προσωπικό.
Παρουσιάζει σαφή διαταραχή αναγνώρισης προσώπων.
Δεν προτείνεται έξοδος.
Αναφορά ψυχιάτρου:
Η ασθενής παρουσιάζει σοβαρή αδυναμία διάκρισης πραγματικότητας και φαντασίας.
Κατασκευάζει αντιφάσεις εκεί όπου δεν υπάρχουν.
Το τελευταίο ιατρικό σημείωμα:
Η ασθενής βρέθηκε σε πλήρη σύγχυση.
Ισχυρίστηκε ότι το ίδρυμα δεν είναι πραγματικό.
Ισχυρίστηκε ότι οι γιατροί δεν είναι πραγματικοί.
Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ο φάκελός της είναι μέρος της ασθένειάς της.
.
.
.
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβέλης cncouvelis
εσωτερικο
(ένα σενάριο μιας ασπρόμαυρης ταινίας)
Τριτοπροσωπη αφήγηση
χτύπησε το τηλέφωνο.
-Είσαι σπίτι;
-Ναι.
εκλεισε το τηλέφωνο. σηκώθηκε και πήγε στην κουζίνα.
ανοιξε το ψυγείο.
δεν πήρε τίποτα.το έκλεισε.
κοίταξε το ρολόι.
το απόγευμα αποφάσισε να βγει.
εβαλε τα παπούτσια της, πήρε την τσάντα της και άνοιξε την πόρτα.
η γυναίκα κατέβηκε τις σκάλες.
στην έξοδο της πολυκατοικίας μετάνιωσε,γύρισε πίσω.
ξάπλωσε στο κρεβάτι.
κρατάει την αναπνοή της.
σηκώνεται.
βλέπει το είδωλο της στον καθρέφτη.
χτύπησε το τηλέφωνο.
-Είσαι σπίτι;
-Ναι.
.
.
Πρωτοπροσωπη αφήγηση
χνκουβέλης cncouvelis
εσωτερικο
χτύπησε το τηλέφωνο.
-Είσαι σπίτι;
-Ναι.
εκλεισα το τηλέφωνο. σηκώθηκα και πήγα στην κουζίνα.
ανοιξα το ψυγείο.
δεν πήρα τίποτα.το έκλεισα.
κοίταξα το ρολόι.
το απόγευμα αποφάσισα να βγω.
εβαλα τα παπούτσια μου, πήρα την τσάντα μου και άνοιξα την πόρτα.
κατέβηκα τις σκάλες.
στην έξοδο της πολυκατοικίας μετάνιωσα,γύρισα πίσω.
ξάπλωσα στο κρεβάτι.
κρατησα την αναπνοή μου.
σηκώθηκα.
βλέπω το είδωλο μου στον καθρέφτη.
χτύπησε το τηλέφωνο.
-Είσαι σπίτι;
-Ναι.
.
.
.
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Seduction
Είναι η πρώτη φωτογραφία που ποζαρες.Το φυσικό φως από τα αριστερά.
Στην δεύτερη φωτογραφία η γυναίκα στέκεται πάνω απο μια καρέκλα μπαμπού.
Το δάχτυλο στον κρόταφο.
Το βλέμμα κατευθείαν στον φακό.
Υπάρχει έλεγχος:
Σε βλέπω που με βλέπεις.
-αυτο είναι πρόκληση; με ρώτησες.
-είναι εξουσία,απάντησα.
Κατά Michel Foucault;
Η εξουσία δεν είναι αυτό που έχεις,είναι αυτό που ασκείς. Η γυναίκα στη δεύτερη φωτογραφία ασκεί εξουσία με το να τα σταυρώνει τα πόδια της πάνω από την καρέκλα και σε αναγκάζει να κοιτάξεις χαμηλά,ενώ εκείνη σε κοιτάει από ψηλά.
Σε βάζει σε θέση.
Η seduction στη φωτογραφία είναι να σκηνοθετήσεις την απουσία.
Το μαύρο πουλόβερ της πρώτης φωτογραφίας είναι πιο seductive από οποιαδήποτε διαφάνεια,που κάνει ορατό το υποκρυπτομενο σώμα,
εδώ βλέπεις τον λαιμό,τον καρπό με τα δυο βραχιόλια,
το γόνατο που γυαλίζει στο ημίφως.
Ο Barthes στο έργο του:Ο Φωτεινός Θάλαμος (Camera Lucida):
Studium / Punctum
Το Studium είναι πολιτισμικό Βλέπεις τις φωτογραφίες:
Ασπρόμαυρη φωτογραφία, γυναίκα σε εσωτερικο χώρο
Στην δεύτερη φωτογραφία - πάνω στην καρέκλα:
Το punctum είναι πιο βίαιο.
Το ποδι λίγο έξω από τη γόβα.
Το Newton-punctum:
Στον Helmut Newton αυτό είναι που κάνει την εικόνα επικίνδυνη.Χωρίς αυτό,θα ήταν απλώς μόδα.Με αυτό, γίνεται femme fatale.
Οι γυναίκες του σε τέλεια σκηνικά και μετά μια γόβα πεσμένη στο πάτωμα,μια κάλτσα σκισμένη.
Ήξερε ότι η τελειότητα δεν σαγηνεύει.
Η ρωγμή στην τελειότητα σαγηνεύει.
Η εκλεκτική σχεση με Tizian:
Η πρώτη γυναίκα είναι μια σύγχρονη Venus Pudica,που δεν κρύβει το στήθος της αλλά το πρόσωπό της.
Το σώμα της κάνει μια ελαφριά S-στροφή, το κλασικό contrapposto του Πραξιτέλη που εφτασε στον Boticcelli.
Το βάρος στο ένα πόδι,η χαλάρωση στον ώμο.
Στη δεύτερη γυναίκα το σώμα επιμηκύνεται, γίνεται αρχιτεκτονικό,είναι μορφή σε βάθρο.
Η διαφάνεια στο μανίκι της είναι το sfumato του Leonardo,εκείνο το ανεπαίσθητο πέρασμα από το δέρμα στο ύφασμα.
Και το chiaroscuro του Caravaggio:η γλυπτική του φωτος.
Το μάθημα του Helmut Newton:
Στις φωτογραφίες έχουμε low-key.
Στην πρώτη,φυσικό πλάγιο φως,υψηλό ISO,κόκκος, βινιέτα στο τελείωμα,σαν 35mm φιλμ.
Στη δεύτερη,ενα softbox ψηλά αριστερά,μαύρο φόντο black-hole κάθε πληροφορίας.
Η γυναίκα κρατάει ένα martini σε ένα μπαρ,
ακούει μια γυναικεία φωνή:
Play it again,Sam!
Play 'As Time Goes By'."
ο πιανιστας παίζει:
το:As Time Goes By
(από την ταινία:Casablanca:
Humphrey Bogart,
Ingrind Bergman)
.
.
.
.
χνκουβελης cncouvelis
(μια ασπρόμαυρη ταινία με μονοπλανα)
Cut Black
Πλανο 1
4'20''
Απόλυτο μαύρο.
Τίτλοι
Μετά από 10' ακούγεται μια γυναίκα να αναπνέει.
Ένα αδύναμο φως αποκαλύπτει το αριστερό μισό του προσώπου της γυναίκας(α)
Το δεξί παραμένει μέσα στο σκοτάδι.
Η κάμερα βρίσκεται απέναντί της.
Σταθερή.
Το βάθος πεδίου εντελώς αδιάκριτο.
Η γυναικα κοιτάζει τον φακό..
Σιωπή.
Η κάμερα πλησιάζει το πρόσωπο της.
Παραμένει στο πρόσωπο.
Ίδια έκφραση.
Προς το τέλος του πλάνου,ανοίγει ελάχιστα το στόμα,σαν να θέλει να μιλήσει.
Cut black.
Πλάνο 2,
4' 10''
Στο βάθος ενός στενού διαδρόμου.μια πόρτα μισάνοιχτη.
Στα δεξιά,ένας καθρέφτης.
Η γυναίκα(β) μπαίνει στο κάδρο από αριστερά.
Προχωρά στο διάδρομο,σταματά μπροστά στην πόρτα.
Η κάμερα κινείται προς το μέρος της.
Η γυναίκα ανοίγει την πόρτα και μπαίνει.
Η καμερα την ακολουθεί.
Μέσα στο δωμάτιο η γυναίκα(α) κάθεται σε μια καρέκλα.
Όρθιος απέναντί της ο άντρας.
Η κάμερα δείχνει το πρόσωπο της γυναίκας(β).
-Αργησα.
Πόση ώρα είστε εδώ;
Η κάμερα γυρίζει και δείχνει τη γυναίκα(α) και τον άντρα.
Cut black
Πλάνο 3
3' 20''
Η κάμερα γυρίζει αργά γύρω από το πρόσωπο της γυναίκας(α)
Κατά διαστήματα ακουγεται η αναπνοή της.
Φωνή off,
Γυναίκα(β):-Φορουσε ένα άσπρο φόρεμα
Αντρας:-Δεν θυμάμαι.
Γυναίκα(β):-Ηταν καλοκαίρι.
Αργή μετάβαση στο μαυρο.
Cut black
Πλάνο 4
4' 10''
Υπνοδωμάτιο.
Στην άκρη του κρεβατιού κάθεται η γυναίκα(α).
Η γυναίκα(β) στέκεται μπροστά της.
Η κάμερα κινείται αργά προς τα πίσω.
Γυναίκα(β):-Θελεις να μου πεις κάτι;
Η γυναικα (α) κοιτάζει τα χέρια της.
Ήχος:η αναπνοή της (α)
Η (β) κάθεται δίπλα της.
Η κάμερα κινείται αργά και δείχνει τον άντρα.
Γυναικα(β):-Εσύ δεν ήσουν εκεί.
Άντρας:-Ημουν.
Γυναίκα(β):-Τότε γιατί δεν θυμάσαι;
Αργή μετάβαση στο μαυρο.
Cut black
Πλάνο
4' 20''
Απόλυτο μαύρο.
Ακούγεται η αναπνοή μιας γυναίκας.
Βήματα να απομακρύνονται.
Το πλάνο φωτίζεται σταδιακά και φαινεται το πρόσωπο της γυναίκα (α).
Κοιτάζει το φακό.
Κλείνει τα μάτια.
Το φως αρχίζει σταδιακά να μειώνεται.
Μαύρο.
Cut black
Τίτλοι τέλους.
.
.
.
φωτογραφιση
χνκουβέλης cncouvelis
το τέλος
(σενάριο για μια ασπρόμαυρη ταινία)
μετά τα μεσάνυχτα,
η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη με τα ρούχα και τα παπούτσια στο κρεβάτι.
κάπνιζε.
ήρθε ο αντρας.
-πού ήσουν;του είπε.
εκείνος δεν απάντησε.
-που;με ποια;
έβγαλε το σακάκι του και το πέταξε στη καρεκλα,κι εκείνο έπεσε στο πάτωμα.
το τσιγάρο της γυναίκας τελείωσε,και άναψε άλλο
-εφαγες;
-δεν πεινάω.
-εχει φαγητό στη κουζίνα.
ξάπλωσε δίπλα της.
-με απολυσανε,τής είπε.
-παλι;
-παλι.
-τι έκανες;
-τιποτα
εκείνος σηκώθηκε.κλωτσησε την καρέκλα.
-δεν ξέρω.
βλάστημησε.
άνοιξε τη τηλεοραση.γελουσαν.
πήγε στη κουζίνα,άνοιξε τη βρύση στον νεροχύτη.ετσι, κάτι να κανει.εβαλε τα χέρια του στο νερό.εβρεξε το πρόσωπο του.
-θελεις λεφτά;τού φώναξε η γυναίκα.
πήγε στο δωμάτιο.
-ολοι θέλουν λεφτά,της είπε.
η γυναίκα άνοιξε τα πόδια της.
-και να γαμάς,τού είπε.
την κοίταξε.
-κλεισ'τα,της είπε,κοιμήσου.
εκείνος πήγε στη πόρτα.
-που πας;,του φώναξε,και σηκώθηκε από το κρεβάτι.
εβγαλε τα παπούτσια της και του τα πέταξε.το ένα τον βρήκε στο μέτωπο.
-εισαι τρελή;,της φώναξε,θα με σκοτώσεις.
στο μέτωπο είχε αίματα.
άνοιξε τη πόρτα και βγήκε. εκείνη τον ακολούθησε.
-γυρνα πίσω,του φώναζε.
εκείνος κατεβηκε τις σκάλες.
-θα σε σκοτώσω,τού φώναζε,
μην ξαναγυρίσεις.
ο άντρας έφυγε.
η γυναίκα γύρισε στο διαμέρισμα.
στη κουζίνα γέμισε ένα ποτήρι νερό και πήγε στο δωμάτιο.
κάθησε μπροστά στον καθρεφτη.απο το συρτάρι πήρε τα χάπια,γέμισε τη χούφτα της και τα έβαλε στο στόμα,ήπιε το νερό.
έμεινε ακίνητη κοιτώντας στον καθρέφτη,
μέχρι που ο καθρέφτης θολωσε.
.
.
.














.jpeg)











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου