.
.
Τα τελευταία λεπτά
φωτογράφιση
-χνκουβελης cncouvelis
χνκουβελης cncouvelis
Τα τελευταία λεπτά
Η γυναίκα στεκονταν στο δρόμο κάτω απ'το φως μιας λάμπας.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε μπροστά της.
Ο οδηγός άνοιξε το παράθυρο.
-Πόσο;
Εκείνη τον κοίταξε.
-Εξαρτάται.
Ο άντρας χαμογέλασε.
-Ενταξει.
Εκείνη μπήκε στο αυτοκίνητο.
Για λίγα λεπτά δεν μίλησαν.
Η πολη περνούσε έξω από τα τζάμια,σπίτια,αυτοκίνητα,
άδειες στάσεις.
Εκείνη είδε ένα ζευγάρι αγκαλιασμενο που γελούσε,
πιο πέρα ένα σκύλο να σερνει έναν ηλικιωμένο.
-Πού πάμε; ρώτησε.
Ο άντρας δεν απάντησε.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένιωθε φόβο.
-Σταμάτα είπε.
Το αυτοκίνητο συνέχισε.
-Σου είπα να σταματήσεις,φώναξε.
Εκείνος της είπε:
-Μη φοβάσαι.
Το αυτοκίνητο σταμάτησε σ’ έναν σκοτεινό δρόμο.
Εκείνη κοίταξε έξω.
Ύστερα κοίταξε εκείνον.
-Πώς σε λένε;
Εκεινος δεν απάντησε.
-Έχεις μάνα;
-Έχεις μάνα; επέμεινε.
-Τι σημασία έχει;
-Έχει.Καποτε είχα κι εγώ ένα γιο.
-Και τώρα;
-Δεν ξέρω.
Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο.
Εκείνος άνοιξε μια πόρτα σ'ένα σπίτι και μπήκαν.
Σκοτάδι.
Εκείνη πήγε να ανάψει το φως.
-Μην ανάβεις φως,τής είπε.Καλλιτερα είναι έτσι.
Μέσα στο μισοσκόταδο είδε το κρεβάτι.
Εκείνη γδυθηκε.Εκεινος έμεινε με τα ρούχα.
Της είχε γυρισμένη τη πλάτη.
Εκείνη ξάπλωσε στο κρεβάτι.
Εκείνος γύρισε και την κοιτουσε.
-Ξερω τι θέλεις να μου κάνεις,τού ειπε.
Εκείνος την πλησιασε.
Εκείνη έκλεισε τα μάτια.
Σκέφτηκε τη μανα της.
Ένα κοκκινο φόρεμα.
Ένα καλοκαίρι που είχε ξεχάσει.
Το πρώτο της φιλί.
Ένα τραγούδι από ένα ραδιόφωνο.
Το τελευταίο που είπε ήταν:
—Αύριο,κάποιος θα περάσει απ'το σπίτι μου και θα χτυπήσει τη πόρτα.
Ο άντρας δεν απάντησε.
Άκουσε έναν ήχο.
Κι έπειτα τίποτα.
Η πολη εξω συνέχισε τη νύχτα της,σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου