.
.
(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,)
-χ.ν. c.n.couvelis
χνκουβελης cncouvelis
Η τελευταία μέρα ενός αρχιτεκτονα
(Εκ Χρέους στον Άρη Κωνσταντινιδη δάσκαλο μου,)
Ξύπνησε πριν ξημερώσει.Το σπίτι ήταν ήσυχο,αφού έχει αποσυρθεί από τον κόσμο,σκέφτηκε.
Άνοιξε το παράθυρο.Το πρώτο φως έπεφτε πάνω στο μπετόν των απέναντι κτιρίων.
Χαμογέλασε.
Το φως πια δεν ο αρχιτέκτονας.
Εκανε καφέ.Δεν τον ήπιε ολο.Άφησε το φλιτζάνι μισογεμάτο,όπως τόσα στη ζωή του ηταν ημιτελη,και βγήκε.
Στο γραφείο τον περίμεναν τα σχέδια.
Κοίταξε τους φακέλους στα ραφια.
Οι άνθρωποι δεν είχαν κατοικήσει τα σπίτια όπως τα είχε ονειρευτεί.Τα φόρτωσαν με περιττά πράγματα.
Οι άνθρωποι φοβούνται το κενό.Το γεμίζουν με αντικείμενα,με φωνές, με θόρυβο.Δεν αντέχουν την απλότητα.
Μια διαπραγματευση της αισθητικης.
Βγήκε και περπάτησε στη πολη.Αγνωστος μεταξυ αγνώστων.
Στάθηκε μπροστά σε ένα κτίριο που είχε σχεδιάσει νέος.Άγγιξε τον τοίχο με την παλάμη του,ένιωσε σαν να αποχαιρετούσε έναν παλιό φίλο.
Κοίταξε ψηλά,είδε κομμάτια ουρανού.
Καποτε υπήρχε χώρος για τον ουρανό.Τώρα ο ουρανός κόβεται σε λωρίδες ανάμεσα σε πολυκατοικίες.
Πίστευε οτι ένας δρόμος,μια πλατεία,ένα παράθυρο στη σωστή θέση μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο πιο ελεύθερο.
Κατω από την ασχήμια δεν υπάρχει πια η δυνατότητα της ομορφιάς.
Το μεσημέρι κάθισε σε ένα μικρό καφενείο.
Κοίταζε τους ανθρώπους να γελούν.Δεν τους ζήλευε.
Ήθελε μια τάξη που δεν υπάρχει.Μια αρμονία που ο κόσμος διαρκώς αρνείται
Αυτός είχε πάψει να ανήκει στη δική τους εποχή.
Το απόγευμα επέστρεψε στο σπίτι.
Έδυε ο ήλιος και το γέμιζε πορτοκαλί ανταύγειες.
Όταν νύχτωσε δεν άναψε φωτα.Προτιμουσε το σκοτάδι.
Έμεινε ακίνητος.
Είδε το φως να πέφτει πάνω σε έναν λευκό τοίχο.
Μια παράξενη γαλήνη.
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου