I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -ΤΑ ΚΕΡΚΥΡΑΙΚΑ -ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ, -Βιβλιο Γ' 70-79,ο ολέθριος εμφυλιος [μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-ΤΑ ΚΕΡΚΥΡΑΙΚΑ

-ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ,

-Βιβλιο Γ' 70-79,ο ολέθριος εμφυλιος

[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Θουκυδιδης-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΤΑ ΚΕΡΚΥΡΑΙΚΑ

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ,

Βιβλιο Γ' 70-79,ο ολέθριος εμφυλιος

[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]


σημειωση:αν στην μεταφραση ενος εργου δεν διατηρειται το υφος 

του συγγραφεα του,

τοτε η μεταφραση ειναι αχρηστη

Δεν εξηγουμε ,καταγραφομε το λογο του

Η Ελληνικη γλωσσα εχει τεραστια ικανοτητα να επιτευχθει αυτο


70. οι  Κερκυραιοι λοιπον εστασιαζαν επειδη οι αιχμαλωτοι απο τις ναυμαχιες γυρω απο την Επιδαμνο ηρθαν σ'αυτους απ'τους Κορινθιους αφεθεντες,στα μεν λογια οκτακοσια 

ταλαντα στους προξενους δινοντας εγγυηση,,στη πραγματικοτητα δε συμφωνησαν στους Κορινθιους  τη Κερκυρα να προσχωρησουν,και ενεργουσαν αυτοι,καθεναν απο τους πολιτες πλησιαζοντας,οπως αποστατησουν απο τους Αθηναιους τη πολη,και οταν εφτασε και ενα Αττικο πλοιο και ενα Κορινθιακο πρεσβεις φερνοντας και σε συνελευση μαζευτηκαν ψηφισαν οι Κερκυραιοι στους Αθηναιους μεν συμμαχοι να ειναι 

κατα τα συμφωνηθεντα,στους δε Πελοποννησιους φιλοι οπως ακριβως και πριν,και[ηταν τοτε ο Πειθιας εθελοπροξενος και των Αθηναιων και  των δημοκρατικων προιστανταν ]τον εγκαλουν αυτοι οι ανδρες σε δικη λεγοντας πως στους Αθηναιους τηγ Κερκυρα ηθελε να υποδουλωσει,αυτος απαλλασσομενος αντεγκαλεσε απο αυτους τους πιο πλουσιους πεντε ανδρες,λεγοντας πως κοβουν ραβδους για τη αντιστηριξη των κληματων και απο τεμενος  του Δια και απο του  Αλκινοου,η ποινη για καθε ραβδο ηταν καθορισμενη

ενας στατηρας,οφειλοντας δε αυτοι να πληρωσουν τοτε στα ιερα ικετες καθισαν για το μεγεθος της ποινης,οπως να συμφωνησουν σε δοσεις ν 'αποδωσουν,ο Πειθιας[επειδη τυχαινε και της βουλης οντας] πειθει ωστε να γινει τηρηση στο νομο,αυτοι επειδη κι απο το νομο αποκλειστηκαν και συναμα μαθαινοντας πως ο Πειθιας,ως ειναι ακομα μελος της Βουλης,προκειται τη πλεοψηφια να μεταπεισει και τους ιδιους στους Αθηναιους 

φιλους κι εχθρους να θεωρουν,τοτε συγκροτηθηκαν και παιρνοντας μαχαιρια

αιφνιδιαστικα μεσα στη βουλη μπηκαν και τον  Πειθια  σκοτωνουν και αλλους και απο 

τους βουλευτες και απο τους ιδιωτες συνολο εξηντα ,καποιοι λιγοι της ιδιας γνωμης με τον Πειθια στην Αττικη τριηρη κατεφυγαν που ηταν ακομα εκει,

71.δρασαντες δε τουτο και συγκαλωντας τους Κερκυραιους ειπαν οτι τουτα και τα πιο 

συμφεροντα θα ειναι και χειριστα θα ηταν να υποδουλοθουν στους Αθηναιους,και του λοιπου κανεναν απο τους δυο να μην δεχονται παρα μονο απο ενα πλοιο και  να'ναι ησυχοι,το δε πλεον πολεμου να ηγηται,ετσι ειπαν,και να επικυρωσουν αυτη την αποφαση τους εξαναγκασαν,στελνουν δε και στην Αθηνα αμεσως πρεσβεις τα πεπραγμενα να παρουσιασουν οπως συνεφερε και τους εκει καταφυγοντες  να πεισουν τιποτα ακαταλληλο να μην πραξουν για να μη καποια αντιποινα γινουν 

72. οταν ηρθαν οι Αθηναιοι και τους πρεσβεις ως υποκινητες αλλαγων τους συνελαβαν 

κι οσους επεισαν τους μετεφεραν και τους εκλεισαν στην Αιγινα, εν τω μεταξυ αυτοι απο τους Κερκυραιους  που ηταν στα πραγματα οταν ηρθε τριηρη Κορινθιακη και των Λακεδαιμονιων πρεσβεων επιτεθηκαν στους δημοκρατικους και στη μαχη τους νικησαν,

οταν νυχτωσε οι δημοκρατικοι στην Ακροπολη και στα υψωματα  της πολης κατεφυγαν  

κι εκει συμμαζωμενοι εγκατασταθηκαν και τον Υλλαικον λιμενα κατειχαν,οι δε αλλοι κατελαβαν την αγοραν,εκει οπου οι πολλοι κατοικουσαν απο αυτους,και το λιμανι το προς αυτη  και προς τη στερια

73. την δε επομενη εγιναν μερικες αψιμαχιες και στην υπαιθρο εστειλαν παντου αποστολες και οι δυο,τους δουλους και παρακαλοντας να παρουν το μερος τους και 

ελευθερια υποσχομενοι,και στους μεν δημοκρατικους των οικετων η πλειοψηφια προσηρθε συμμαχος,στους δε αλλους απο τη στερια επικουροι μισθοφοροι οκτακοσιοι  

74.μετα το διαλειμα μιας μερας μαχη ξανα εγινε και νικουν οι δημοκρατικοι,και στην 

ισχυροτητα των θεσεων και στο πληθος υπερεχοντας,και οι γυναικες σ'αυτους με τολμη συνετρεξαν πετωντας απ'τα σπιτια κεραμιδια και παρα τη φυση υπομεντας τη ταραχη,

επειδη η τροπη αυτη εγινε αργα περι το δειλι,φοβηθεντες οι ολιγαρχικοι μηπως με μια κραυγη οι δημοκρατικοι και του ναυσταθμου επικρατησουν επιτεθεντες κι αυτους αφανισουν ολοσχερωςπυρπολησαν τα σπιτια  τα γυρω της αγορας και τις πολυκατοικιες,

οπως μη γινει εφοδος,χωρις να λυπηθουν ουτε τα δικα τους σπιτια ουτε τα ξενα,ωστε 

και πραγματα πολλα εμπορων κατακαηκαν κι η πολη κινδυνεψε ολοκληρη ν'αφανισθει,

αν ανεμος φυσουσε στην ωρα της φλογας με διευθυνση προς αυτη,κι απο τη μια κι απο 

τη αλλη μερια οταν επαυσε η μαχη ησυχαζαν και τη νυχτα σε φρουριση ησαν,και το Κορινθιακο πλοιο οι δημοκρατες εχοντας επικρατησει απεπλευσε κρυφα,και απο τους βοηθους μισθοφορους  οι πολλοι στην ηπειρο χωρις να τους παρουν ειδηση περασαν   

75. την δε επομενη ημερα ο Νικοστρατος ο γιος του Διειτρεφους εφτασε σε βοηθεια

απο τη Ναυπακτο με δωδεκα πλοια και πεντακοσιους οπλιτες Μεσσηνιους,και συμβαση εκαμε κι επεισε ωστε να συμφωνησουν οι μεν με τους δεν και δεκα ανδρες απο τους πλεον αιτιους να κρινουν,οι οποιοι τωρα πια δεν εμειναν,οι δ'αλλοι να παραμεινουν εκει ανακωχη ειρηνης οι μεν με τους δε να κανουν και προς τους Αθηναιους ,ωστε του ιδιους εχθρους και φιλους να θεωρουν,κι αυτος τουτα πραξας επροκειτο ν'αποπλευσει,οι δε των δημοκρατικων προισταμενοι πειθουν αυτον πεντε μεν απο τα πλοια του σ'αυτους πισω

ν'αφησει,οπως ασθενεστεροι για κινημα ειναι οι εναντιον,ισα δε αυτοι πληρωνοντας απο τα δικα τους να στειλουν,και ο μεν συμφωνησε,αυτοι δε τους εχθρους συγκαταλεγαν στα πλοια,φοβηθεντες δε εκεινοι μηπως στην Αθηνα αποπεμφθουν καθονται στο ιερο των Διοσκουρων,ο Νικοστρατος δε αυτους προσπαθησε να σηκωσει και να ενθαρρυνει,επειδη 

δεν τους επειθε,οι δημοκρατικοι οπλισθηκε με την προφαση τουτη,πως τιποτα αυτοι καλο δεν σκεφτονταν με τη δυσπιστια να μην συμπλευσουν,και τα οπλα αυτων απ'τα σπιτια πηραν κι απ'αυτους καποιους τους οποιους πετυχαν,εαν ο Νικοστρατος δεν εμποδιζε,

θ'αφανιζαν,βλεπωντας δε οι αλλοι τα γινομενα καθονται στο Ηραιο ικετες και γινονται 

οχι λιγοτεροι απο τετρακοσιοι,οι δε δημοκρατικοι φοβηθηκαν μηπως υποκινησουν καποια αλλαγη να σηκωθουν αυτους τους επεισαν και μετεφεραν στο απεναντι απ'το Ηραιο νησι,και τα απαραιτητα εκει περα σ'αυτους εστελναν  

76. της στασης σ'αυτο οντας στην τεταρτη η' στην πεμπτη ημερα μετα την μεταφορα των ανδρων στο νησι τα πλοια των Πελοποννησιων απο την Κυλληνη,μετα την απο την Ιωνια πλευση αγκυροβολημενα οντας,απεπλευσανπενηντα τρια,αρχηγευε δε αυτων ο Αλκιδας,

ο ιδιος οπως και πιο πριν,και ο Βρασιδας σ'αυτον συμβουλος επλεε,αγκυροβολημενοι δε στα Συβοτα λιμανι της ηπειρου αμα ξημερωσε επλευσαν στη Κερκυρα

77. οι δε σε πολλη ταραχη και οντας φοβισμενοι και απο αυτα στη πολη και την εναντιον αυτων πλευση προετοιμαζουν αμεσως εξηντα πλοια και αυτα που καθε φορα πληρωνανταν εστελναν προς τους εναντιους,τους συμβουλευαν οι Αθηναιοι κι αυτους 

να περιμενουν να εκπλευσουν κι υστερα ολα μαζι εκεινους ν'ακολουθησουν,καθως δε αυτοι προς τους πολεμιους κοντα ηρθαν ησαν σκορπια τα πλοια,δυο μεν ευθυς αυτομολησαν,στ'αλλα δε ενας με τον αλλον τα πληρωματα εμαχονταν,και δεν ηταν  καμια ταξη στα γινομενα,βλέποντας δε οι Πελοποννησιοι την αναταραχη εικοσι μεν πλοια προς τους Κερκυραιους παρεταξαν,τα δε λοιπα προς τα δωδεκα πλοια των Αθηναιων,απο αυτα

δυο ηταν η Σαλαμινια και η Παραλος

78.και οι μεν Κερκυραιοι και χωρις ταξη και μ'ολιγα τμηματα προσπιπτοντας υποφεραν μεταξυ τους ,οι δε Αθηναιοι φοβουμενοι το πληθος και τη περικυκλωση σ'ολη τη δυναμη μεν δεν προσεπιπταν ουτε στο μεσο των απεναντι απ'αυτους παρατεταγμενων,

προσβαλοντας δε το ακρο καταβυθιζουν ενα πλοιο,και μετα τουτα σε κυκλο

παραταγμενων γυρω απ'αυτα επλεαν και προσπαθουσαν να φερουν αναταραχη,

αντιλαμβανομενοι δε αυτο οι απεναντι στους Κερκυραιους και φοβηθεντες μηπως οτι 

στη Ναυπακτο γινει,ερχονται σε βοηθεια,και μαζωμενα ολα τα πλοια αμεσως την πλευση εναντια στους Αθηναιους εκαναν,οι δε ηδη υποχωρουν  πρυμναν κρουωντας 

και συναμα τα πλοια των Κερυραιων ηθελαν να προλαβουν να καταφυγουν σ'ασφαλες λιμανι οσο πιο πολλα, κι αργα αυτοι υποχωροντας  κι απεναντι σ'αυτους παρατεταγμενων των εναντιων.λοιπον η ναυμαχια τετοια γενομενη τελειωσε στου ηλιου τη δυση

79.και οι Κερκυραιοι φοβηθεντες μη σ'αυτους επιπλευσουν κατα της πολης ως επικρατουντες οι πολεμιοι και η' αυτους απ'τη νησο  παρουν μαζι τους η' καποιο αλλο νεο μετρο παρουν,και αυτους απ'τη νησο στο Ηραιο μετεφεραν και την πολη φρουρουσαν,

αυτοι δε κατα μεν της πολης δεν τολμησαν να πλευσουν αν και επικρατουντες στη ναυμαχια,δεκατρια δε πλοια κατεχοντας των Κερκυραιων απεπλευσαν στην ηπειρο,απ'οπου ειχαν ξεκινησει,την δε επομενη κατα μεν της πολης δεν ειχαν καθολου σκοπο να επιπλευσουν,αν και σε πολυ ταραχη και σε φοβο ηταν και ο Βρασιδας παρακινουσε,οπως λεγεται,τον Αλκιδα,αν και ισοψηφος δεν ηταν,στη Λευκιμμη δε τ'ακρωτηρι κανοντας αποβαση λεηλατουσαν την υπαιθρο 

.

.

[70] [70.1] Οἱ γὰρ Κερκυραῖοι ἐστασίαζον, ἐπειδὴ οἱ αἰχμάλωτοι ἦλθον αὐτοῖς οἱ ἐκ τῶν περὶ Ἐπίδαμνον ναυμαχιῶν ὑπὸ Κορινθίων ἀφεθέντες, τῷ μὲν λόγῳ ὀκτακοσίων ταλάντων τοῖς προξένοις διηγγυημένοι, ἔργῳ δὲ πεπεισμένοι Κορινθίοις Κέρκυραν προσποιῆσαι. καὶ ἔπρασσον οὗτοι, ἕκαστον τῶν πολιτῶν μετιόντες, ὅπως ἀποστήσωσιν Ἀθηναίων τὴν πόλιν. [70.2] καὶ ἀφικομένης Ἀττικῆς τε νεὼς καὶ Κορινθίας πρέσβεις ἀγουσῶν καὶ ἐς λόγους καταστάντων ἐψηφίσαντο Κερκυραῖοι Ἀθηναίοις μὲν ξύμμαχοι εἶναι κατὰ τὰ ξυγκείμενα, Πελοποννησίοις δὲ φίλοι ὥσπερ καὶ πρότερον. [70.3] καὶ (ἦν γὰρ Πειθίας ἐθελοπρόξενός τε τῶν Ἀθηναίων καὶ τοῦ δήμου προειστήκει) ὑπάγουσιν αὐτὸν οὗτοι οἱ ἄνδρες ἐς δίκην, λέγοντες Ἀθηναίοις τὴν Κέρκυραν καταδουλοῦν. [70.4] ὁ δὲ ἀποφυγὼν ἀνθυπάγει αὐτῶν τοὺς πλουσιωτάτους πέντε ἄνδρας, φάσκων τέμνειν χάρακας ἐκ τοῦ τε Διὸς τοῦ τεμένους καὶ τοῦ Ἀλκίνου· ζημία δὲ καθ’ ἑκάστην χάρακα ἐπέκειτο στατήρ. [70.5] ὀφλόντων δὲ αὐτῶν καὶ πρὸς τὰ ἱερὰ ἱκετῶν καθεζομένων διὰ πλῆθος τῆς ζημίας, ὅπως ταξάμενοι ἀποδῶσιν, ὁ Πειθίας (ἐτύγχανε γὰρ καὶ βουλῆς ὤν) πείθει ὥστε τῷ νόμῳ χρήσασθαι. [70.6] οἱ δ’ ἐπειδὴ τῷ τε νόμῳ ἐξείργοντο καὶ ἅμα ἐπυνθάνοντο τὸν Πειθίαν, ἕως ἔτι βουλῆς ἐστί, μέλλειν τὸ πλῆθος ἀναπείσειν τοὺς αὐτοὺς Ἀθηναίοις φίλους τε καὶ ἐχθροὺς νομίζειν, ξυνίσταντό τε καὶ λαβόντες ἐγχειρίδια ἐξαπιναίως ἐς τὴν βουλὴν ἐσελθόντες τόν τε Πειθίαν κτείνουσι καὶ ἄλλους τῶν τε βουλευτῶν καὶ ἰδιωτῶν ἐς ἑξήκοντα· οἱ δέ τινες τῆς αὐτῆς γνώμης τῷ Πειθίᾳ ὀλίγοι ἐς τὴν Ἀττικὴν τριήρη κατέφυγον ἔτι παροῦσαν. [71] [71.1] δράσαντες δὲ τοῦτο καὶ ξυγκαλέσαντες Κερκυραίους εἶπον ὅτι ταῦτα καὶ βέλτιστα εἴη καὶ ἥκιστ’ ἂν δουλωθεῖεν ὑπ’ Ἀθηναίων, τό τε λοιπὸν μηδετέρους δέχεσθαι ἀλλ’ ἢ μιᾷ νηὶ ἡσυχάζοντας, τὸ δὲ πλέον πολέμιον ἡγεῖσθαι. ὡς δὲ εἶπον, καὶ ἐπικυρῶσαι ἠνάγκασαν τὴν γνώμην. [71.2] πέμπουσι δὲ καὶ ἐς τὰς Ἀθήνας εὐθὺς πρέσβεις περί τε τῶν πεπραγμένων διδάξοντας ὡς ξυνέφερε καὶ τοὺς ἐκεῖ καταπεφευγότας πείσοντας μηδὲν ἀνεπιτήδειον πράσσειν, ὅπως μή τις ἐπιστροφὴ γένηται. [72] [72.1] ἐλθόντων δὲ οἱ Ἀθηναῖοι τούς τε πρέσβεις ὡς νεωτερίζοντας ξυλλαβόντες, καὶ ὅσους ἔπεισαν, κατέθεντο ἐς Αἴγιναν.


[72.2] Ἐν δὲ τούτῳ τῶν Κερκυραίων οἱ ἔχοντες τὰ πράγματα ἐλθούσης τριήρους Κορινθίας καὶ Λακεδαιμονίων πρέσβεων ἐπιτίθενται τῷ δήμῳ, καὶ μαχόμενοι ἐνίκησαν. [72.3] ἀφικομένης δὲ νυκτὸς ὁ μὲν δῆμος ἐς τὴν ἀκρόπολιν καὶ τὰ μετέωρα τῆς πόλεως καταφεύγει καὶ αὐτοῦ ξυλλεγεὶς ἱδρύθη, καὶ τὸν Ὑλλαϊκὸν λιμένα εἶχον· οἱ δὲ τήν τε ἀγορὰν κατέλαβον, οὗπερ οἱ πολλοὶ ᾤκουν αὐτῶν, καὶ τὸν λιμένα τὸν πρὸς αὐτῇ καὶ πρὸς τὴν ἤπειρον. [73] [73.1] τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἠκροβολίσαντό τε ὀλίγα καὶ ἐς τοὺς ἀγροὺς περιέπεμπον ἀμφότεροι, τοὺς δούλους παρακαλοῦντές τε καὶ ἐλευθερίαν ὑπισχνούμενοι· καὶ τῷ μὲν δήμῳ τῶν οἰκετῶν τὸ πλῆθος παρεγένετο ξύμμαχον, τοῖς δ’ ἑτέροις ἐκ τῆς ἠπείρου ἐπίκουροι ὀκτακόσιοι. [74] [74.1] διαλιπούσης δ’ ἡμέρας μάχη αὖθις γίγνεται καὶ νικᾷ ὁ δῆμος χωρίων τε ἰσχύι καὶ πλήθει προύχων· αἵ τε γυναῖκες αὐτοῖς τολμηρῶς ξυνεπελάβοντο βάλλουσαι ἀπὸ τῶν οἰκιῶν τῷ κεράμῳ καὶ παρὰ φύσιν ὑπομένουσαι τὸν θόρυβον. [74.2] γενομένης δὲ τῆς τροπῆς περὶ δείλην ὀψίαν, δείσαντες οἱ ὀλίγοι μὴ αὐτοβοεὶ ὁ δῆμος τοῦ τε νεωρίου κρατήσειεν ἐπελθὼν καὶ σφᾶς διαφθείρειεν, ἐμπιπρᾶσι τὰς οἰκίας τὰς ἐν κύκλῳ τῆς ἀγορᾶς καὶ τὰς ξυνοικίας, ὅπως μὴ ᾖ ἔφοδος, φειδόμενοι οὔτε οἰκείας οὔτε ἀλλοτρίας, ὥστε καὶ χρήματα πολλὰ ἐμπόρων κατεκαύθη καὶ ἡ πόλις ἐκινδύνευσε πᾶσα διαφθαρῆναι, εἰ ἄνεμος ἐπεγένετο τῇ φλογὶ ἐπίφορος ἐς αὐτήν.


[74.3] Καὶ οἱ μὲν παυσάμενοι τῆς μάχης ὡς ἑκάτεροι ἡσυχάσαντες τὴν νύκτα ἐν φυλακῇ ἦσαν· καὶ ἡ Κορινθία ναῦς τοῦ δήμου κεκρατηκότος ὑπεξανήγετο, καὶ τῶν ἐπικούρων οἱ πολλοὶ ἐς τὴν ἤπειρον λαθόντες διεκομίσθησαν. [75] [75.1] τῇ δὲ ἐπιγιγνομένῃ ἡμέρᾳ Νικόστρατος ὁ Διειτρέφους Ἀθηναίων στρατηγὸς παραγίγνεται βοηθῶν ἐκ Ναυπάκτου δώδεκα ναυσὶ καὶ Μεσσηνίων πεντακοσίοις ὁπλίταις· ξύμβασίν τε ἔπρασσε καὶ πείθει ὥστε ξυγχωρῆσαι ἀλλήλοις δέκα μὲν ἄνδρας τοὺς αἰτιωτάτους κρῖναι, οἳ οὐκέτι ἔμειναν, τοὺς δ’ ἄλλους οἰκεῖν σπονδὰς πρὸς ἀλλήλους ποιησαμένους καὶ πρὸς Ἀθηναίους, ὥστε τοὺς αὐτοὺς ἐχθροὺς καὶ φίλους νομίζειν. [75.2] καὶ ὁ μὲν ταῦτα πράξας ἔμελλεν ἀποπλεύσεσθαι· οἱ δὲ τοῦ δήμου προστάται πείθουσιν αὐτὸν πέντε μὲν ναῦς τῶν αὐτοῦ σφίσι καταλιπεῖν, ὅπως ἧσσόν τι ἐν κινήσει ὦσιν οἱ ἐναντίοι, ἴσας δὲ αὐτοὶ πληρώσαντες ἐκ σφῶν αὐτῶν ξυμπέμψειν. [75.3] καὶ ὁ μὲν ξυνεχώρησεν, οἱ δὲ τοὺς ἐχθροὺς κατέλεγον ἐς τὰς ναῦς. δείσαντες δὲ ἐκεῖνοι μὴ ἐς τὰς Ἀθήνας ἀποπεμφθῶσι καθίζουσιν ἐς τὸ τῶν Διοσκόρων ἱερόν. [75.4] Νικόστρατος δὲ αὐτοὺς ἀνίστη τε καὶ παρεμυθεῖτο. ὡς δ’ οὐκ ἔπειθεν, ὁ δῆμος ὁπλισθεὶς ἐπὶ τῇ προφάσει ταύτῃ, ὡς οὐδὲν αὐτῶν ὑγιὲς διανοουμένων τῇ τοῦ μὴ ξυμπλεῖν ἀπιστίᾳ, τά τε ὅπλα αὐτῶν ἐκ τῶν οἰκιῶν ἔλαβε καὶ αὐτῶν τινὰς οἷς ἐπέτυχον, εἰ μὴ Νικόστρατος ἐκώλυσε, διέφθειραν ἄν. [75.5] ὁρῶντες δὲ οἱ ἄλλοι τὰ γιγνόμενα καθίζουσιν ἐς τὸ Ἥραιον ἱκέται καὶ γίγνονται οὐκ ἐλάσσους τετρακοσίων. ὁ δὲ δῆμος δείσας μή τι νεωτερίσωσιν ἀνίστησί τε αὐτοὺς πείσας καὶ διακομίζει ἐς τὴν πρὸ τοῦ Ἡραίου νῆσον, καὶ τὰ ἐπιτήδεια ἐκεῖσε αὐτοῖς διεπέμπετο.


[76] [76.1] Τῆς δὲ στάσεως ἐν τούτῳ οὔσης τετάρτῃ ἢ πέμπτῃ ἡμέρᾳ μετὰ τὴν τῶν ἀνδρῶν ἐς τὴν νῆσον διακομιδὴν αἱ ἐκ τῆς Κυλλήνης Πελοποννησίων νῆες, μετὰ τὸν ἐκ τῆς Ἰωνίας πλοῦν ἔφορμοι οὖσαι, παραγίγνονται τρεῖς καὶ πεντήκοντα· ἦρχε δὲ αὐτῶν Ἀλκίδας, ὅσπερ καὶ πρότερον, καὶ Βρασίδας αὐτῷ ξύμβουλος ἐπέπλει. ὁρμισάμενοι δὲ ἐς Σύβοτα λιμένα τῆς ἠπείρου ἅμα ἕῳ ἐπέπλεον τῇ Κερκύρᾳ. [77] [77.1] οἱ δὲ πολλῷ θορύβῳ καὶ πεφοβημένοι τά τ’ ἐν τῇ πόλει καὶ τὸν ἐπίπλουν παρεσκευάζοντό τε ἅμα ἑξήκοντα ναῦς καὶ τὰς αἰεὶ πληρουμένας ἐξέπεμπον πρὸς τοὺς ἐναντίους, παραινούντων Ἀθηναίων σφᾶς τε ἐᾶσαι πρῶτον ἐκπλεῦσαι καὶ ὕστερον πάσαις ἅμα ἐκείνους ἐπιγενέσθαι. [77.2] ὡς δὲ αὐτοῖς πρὸς τοῖς πολεμίοις ἦσαν σποράδες αἱ νῆες, δύο μὲν εὐθὺς ηὐτομόλησαν, ἐν ἑτέραις δὲ ἀλλήλοις οἱ ἐμπλέοντες ἐμάχοντο, ἦν δὲ οὐδεὶς κόσμος τῶν ποιουμένων. [77.3] ἰδόντες δὲ οἱ Πελοποννήσιοι τὴν ταραχὴν εἴκοσι μὲν ναυσὶ πρὸς τοὺς Κερκυραίους ἐτάξαντο, ταῖς δὲ λοιπαῖς πρὸς τὰς δώδεκα ναῦς τῶν Ἀθηναίων, ὧν ἦσαν αἱ δύο Σαλαμινία καὶ Πάραλος. [78] [78.1] καὶ οἱ μὲν Κερκυραῖοι κακῶς τε καὶ κατ’ ὀλίγας προσπίπτοντες ἐταλαιπώρουν τὸ καθ’ αὑτούς· οἱ δ’ Ἀθηναῖοι φοβούμενοι τὸ πλῆθος καὶ τὴν περικύκλωσιν ἁθρόαις μὲν οὐ προσέπιπτον οὐδὲ κατὰ μέσον ταῖς ἐφ’ ἑαυτοὺς τεταγμέναις, προσβαλόντες δὲ κατὰ κέρας καταδύουσι μίαν ναῦν. καὶ μετὰ ταῦτα κύκλον ταξαμένων αὐτῶν περιέπλεον καὶ ἐπειρῶντο θορυβεῖν. [78.2] γνόντες δὲ οἱ πρὸς τοῖς Κερκυραίοις καὶ δείσαντες μὴ ὅπερ ἐν Ναυπάκτῳ γένοιτο, ἐπιβοηθοῦσι, καὶ γενόμεναι ἁθρόαι αἱ νῆες ἅμα τὸν ἐπίπλουν τοῖς Ἀθηναίοις ἐποιοῦντο. [78.3] οἱ δ’ ὑπεχώρουν ἤδη πρύμναν κρουόμενοι καὶ ἅμα τὰς τῶν Κερκυραίων ἐβούλοντο προκαταφυγεῖν ὅτι μάλιστα, ἑαυτῶν σχολῇ τε ὑποχωρούντων καὶ πρὸς σφᾶς τεταγμένων τῶν ἐναντίων.


[78.4] Ἡ μὲν οὖν ναυμαχία τοιαύτη γενομένη ἐτελεύτα ἐς ἡλίου δύσιν, [79] [79.1] καὶ οἱ Κερκυραῖοι δείσαντες μὴ σφίσιν ἐπιπλεύσαντες ἐπὶ τὴν πόλιν ὡς κρατοῦντες οἱ πολέμιοι ἢ τοὺς ἐκ τῆς νήσου ἀναλάβωσιν ἢ καὶ ἄλλο τι νεωτερίσωσι, τούς τε ἐκ τῆς νήσου πάλιν ἐς τὸ Ἥραιον διεκόμισαν καὶ τὴν πόλιν ἐφύλασσον. [79.2] οἱ δ’ ἐπὶ μὲν τὴν πόλιν οὐκ ἐτόλμησαν πλεῦσαι κρατοῦντες τῇ ναυμαχίᾳ, τρεῖς δὲ καὶ δέκα ναῦς ἔχοντες τῶν Κερκυραίων ἀπέπλευσαν ἐς τὴν ἤπειρον, ὅθενπερ ἀνηγάγοντο. [79.3] τῇ δ’ ὑστεραίᾳ ἐπὶ μὲν τὴν πόλιν οὐδὲν μᾶλλον ἐπέπλεον, καίπερ ἐν πολλῇ ταραχῇ καὶ φόβῳ ὄντας καὶ Βρασίδου παραινοῦντος, ὡς λέγεται, Ἀλκίδᾳ, ἰσοψήφου δὲ οὐκ ὄντος· ἐπὶ δὲ τὴν Λευκίμμην τὸ ἀκρωτήριον ἀποβάντες ἐπόρθουν τοὺς ἀγρούς.

.

.

.

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥ Β' ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ ΒΙΒΛΙΟ Α' ΚΛΕΙΩ ,1.107.1-1.117.5. [μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥ Β'

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ ΒΙΒΛΙΟ Α' ΚΛΕΙΩ ,1.107.1-1.117.5.

[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Κυρος Β',λιθινο αναγλυφο,Πασαργαδες


ΤΟ ΑΦΗΓΗΜΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΚΥΡΟΥ Β'

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ ΒΙΒΛΙΟ Α' ΚΛΕΙΩ ,1.107.1-1.117.5.

[μεταφραση translation χ.ν.κουβελης c.n.couvelis]


Στους Μηδους μετα τον Δηιοκη βασιλεψε ο γιος του Φραορτης και μετα απ'αυτον ο γιος του Κυαξαρη 

[1.107.1]τον οποιο διαδεχθηκε ο γιος του Αστυαγης,αυτος λοιπον ο Αστυαγης ειχε μια κορη με τ'ονομα Μανδανη,και στον υπνο του ειδε ονειρο πως αυτη τοσο πολυ κατουρησε που πλημμυρισε την πολη του αλλα κι ολη την Ασια,ρωτωντας τους ονειροκριτες εμαθε απ'αυτους πως κινδευει αυτος κι η βασιλεια του,[1.107.2]τοτε οταν η Μανδανη εφθασε στην ωρα της παντρειας δεν την εδωσε γυναικα σε κανεναν Μηδο της ταξης του παρα την εδωσε,επειδη φοβηθηκε τ'ονειρο,σε καποιο Περση,με τ'ονομα Καμβυσης,που απο σπιτι καλο ηταν,κι ησυχος,πολυ πιο κατω ομως απ'τη μεσαια ταξη των Μηδων,

[1.108.1]κι ειχαν ενα χρονο παντρεμενοι ο Καμβυσης με την Μανδανη οταν ο Αστυαγης ειδε δευτερο ονειρο,πως απ'το αιδοιο της κορης του φυτρωσε κλιμα που σκεπασε ολη την Ασια,

1.108.2] ρωτωντας για τ'ονειρο τους ονειροκριτες εμαθε οτι κινδυνευει η βασιλεια κι εστειλε απ'τη Περσια να'ρθει η κορη του που ηταν ετοιμη να γεννησει,οταν λοιπον εφθασε την εβαλε να τη φυλανε φρουροι σκοπευωντας το παιδι που θα γεννησει να το σκοτωσει, γιατι τ'ονειρο οι μαγοι ονειροκριτες του'παν σημαινε πως ο γονος της κορης του θα βασιλεψει αντι εκεινου,

[1.108.3]απ'αυτο λοιπον εχοντας στο νου να φυλαχθει ο Αστυαγης καλεσε τοτε τον Αρπαγο, ανθρωπο δικο του,και απ'τους Μηδους ο πιο πιστος και διαχειριστης ολων των συμφεροντων του και του ειπε:[1.108.4]Αρπαγε το πραγμα που θα σου εμπιστευθω καθολου μην αμελλησεις κι ουτε σ'αλλους το αναθεσεις γιατι στο τελος ο ιδιος εσυ θα πληρωσεις, παρε λοιπον το παιδι που η Μανδανη γεννησε,κι αφου το πας στο σπιτι σου σκοτωσε το,μετα θαψ'το μ'οποιο τροπο εσυ θελεις' 

[1.108.5]κι αυτος του απαντησε:Βασιλια,ποτε αλλοτε δεν ειδες σ'αυτον εδω τον 

ανδρα να σου'ναι αχαριστος,και πως προσεχει στο μελλον σε τιποτα να μην σφαλλει,κι αν εσυ ετσι προτιμας αυτο να γινει,πρεπει απ'τη μερια μου να σε υπηρετησω καταλληλα,

[1.109.1]αυτα εδω λεγοντας ο Αρπαγος μολις του παραδωθηκε το παιδι στολισμενο τα ρουχα του θανατου,πηγε κλαιγωντας στο σπιτι του,μπαινοντας μεσα ειπε στη γυναικα του ολα τα λογια που του'πε ο Αστυαγης,[1.109.2]κι αυτη του λεει:και τωρα τι εχεις στο νου σου να κανεις;κι αυτος της απαντησε:οχι αυτο που προσταξε ο Αστυγης,ουτ'ακομα αν παραφρονησει και τρελαθει πιο χειροτερα απ'οτι τωρα τρελος ειναι,ουτε θα υπακουσω στο λογο του ουτε σε τετοιο φονο θα εκτελεσω,[1.109.3]και για πολλους λογους δεν θα το σκοτωσω,και γιατι σε μενα τον ιδιο συγγενης ειναι το παιδι,και γιατι ο Αστυαγης ειναι γερος και χωρις γονο αρσενικο παιδι,[1.109.4]κι αν ερθουν ετσι αφου αυτος πεθανει και στη κορη τουτη περιελθει η τυραννια,αυτης που τωρα το γιο σκοτωνει με μενα,τι αλλο μενει απο δω και περα για μενα παρα ο πιο μεγαλος απ'τους κινδυνους,αλλα για την ασφαλεια μου πρεπει τουτο το παιδι να πεθανει,πρεπει λοιπον καποιος απ'του Αστυγεα να γινει φονιας κι οχι απ'τους δικους μας,

[1.110.1]αυτα ειπε κι αμεσως εστειλε αγγελιοφορο σ'εναν απ'τους βουκολους του Αστυγεα που γνωριζε οτι σε καταλληλα μερη εβοσκε και σε βουνα θηρια γεματα,τ'ονομα του ηταν Μιτραδατης,που συζουσε με μια συνδουλη γυναικα του,τ'ονομα σ'αυτη τη γυναικα με την οποια συζουσε ηταν Κυνω συμφωνα με την Ελληνικη γλωσσα,συμφωνα με τη Μηδικη Σπακω,γιατι την σκυλα την κυνα καλουν σπακα οι Μηδοι,[1.110.2]οι προποδες των βουνων,εκει οπου τα κοπαδια των βοδιων ειχε αυτος ο βουκολος,ηταν προς τα βορεια των Αγβατανων και προς τον Ευξεινο ποντο,αυτη λοιπον η Μηδικη χωρα προς αυτη των Σασπειρων ειναι ορεινη παρα πολυ και υψηλη και με δεντρα πυκνα καλυμενη,η αλλη Μηδικη χωρα ειναι ολη πεδινη,1.110.3]οταν ο βουκολος με πολυ προθυμια καλεσμενος εφτασε,του ειπε ο Αρπαγος αυτα εδω:σε διαταζει ο Αστυαγης τουτο το παιδι αφου το παρεις να το αφησεις στο πιο ερημο μερος των βουνων,ωστε πολυ γρηγορα ν'αφανισθει,κι αυτα εδω σε σενα προσταξε να πω,αν αυτο δεν το σκοτωσεις,αλλα μ'οποιονδηποτε τροπο το περιποιηθεις,με το πιο κακο ολεθριο τροπο θα μεταχειρισθεις,να επιβλεπω το εκει παρατημενο εγω'μαι εντεταλμενος,

[1.111.1]αυτα αφου ακουσε ο βουκολος κι αφου πηρε το παιδι πηγε τον ιδιο δρομο πισω κι εφτασε στην αγροικια.συμβαινει κι η δικη του γυναικα που ηταν ετοιμη να γεννησει καθε μερα τοτε ετσι να το φερει ο δαιμονας να γεννησει οταν ηταν πηγεμενος ο βουκολος στη πολη.ηταν δε σ'ανησυχια και οι δυο ο ενας για τον αλλον,αυτος για τη γεννα της γυναικας εχοντας φοβο,η δε γυναικα γιατι ασυνειθιστο ηταν που ο Αρπαγος εστειλε και καλεσε τον αντρα της.[1.111.2]επειτα αφου γυριζοντας πισω εμφανιστηκε,κι ανελπιστα βλεποντας τον η γυναικα πρωτη ρωτησε γιατι αυτον με τοση βιασυνη ο Αρπαγος εστειλε και καλεσε.κι αυτος της ειπε.γυναικα,κι αυτο που ειδα στη πολη πηγαινοντας κι ακουσα μητε να χρειαζονταν να δω και ποτε να γινονταν στους δεσποτες μας.το σπιτι ολο του Αρπαγου σε θρηνο βρισκονταν.εγω δε ταραγμενος πηγα μεσα.[1.111.3]αμεσως μολις μπηκα,βλεπω ενα παιδι μπροστα και να σπαρταρα και να βγαζει αναθρες δυνατες φωνες,και να'ναι στολισμενο με χρυσο και με ρουχο πολυχρωμο.ο δε Αρπαγος μολις μ'ειδε,διεταξε αμεσως αφου σηκωσω το παιδι να φυγω παιρνοντας το και να αφησω εκει οπου το πιο γεματο απ'αγρια θηρια ειναι απ'τα βουνα,λεγοντας πως ο Αστυγεας ειναι αυτος που αυτα επιβαλλει σε μενα,και μ'απειλησε πολυ αν τα παραγγελομενα του δεν εκανα.[1.111.4]κι εγω παιρνοντας το εφερα,νομιζοντας καποιου απ'τους υπηρετες ειναι,γιατι δεν ηταν δυνατο βεβαια να σκεφθω απο ποιον ηταν.απορουσα δε βλεποντας να'ναι και με χρυσο και μ'ενδυματα στολισμενο,ακομη δε και να'χουν πεσει στο θρηνο χωρις αμφιβολια στου Αρπαγου.[1.111.5]κι ευθυς λοιπον στο δρομο μαθαινω τα παντα απο του υπηρετη τα λογια,ο οποιος εμενα συνοδευοντας εξω απ'τη πολη μου'δωσε στα χερια το βρεφος,πως δηλαδη ειναι και της Μανδανης παιδι της κορης του Αστυγεα και του Καμβυση του Κυρου,κι αυτο ο Αστυαγης διεταξε να σκοτωσουν.και να αυτο εδω ειναι.

[1.112.1]συναμα και αυτα ελεγε ο βουκολος και ξεσκεπαζοντας το εδειξε.αυτη 

δε καθως ειδε το παιδι και θρεμενο κι ομορφο να'ναι,δακρυζοντας και πιανοντας τα γονατα του αντρα εκλιπαρουσε με κανενα τροπο να μην το εκθεσει.αυτος δε ειπε πως δεν ειναι τετοιος τροπος αλλιως αυτα να κανει.γιατι θα καταφθασουν κατασκοποι απ'τον Αρπαγο να εποπτευσουν,και θα χαθει πολυ κακα αν τα παραγγελμενα του δεν κανει. [1.112.2] καθως λοιπον δεν επειθε τον αντρα,δευτερα λεγει η γυναικα αυτα εδω.επειδη λοιπον δεν δυναμαι να σε πεισω να μην εκτεθει,εσυ αυτο εδω κανε,αν πρεπει καταναγκαστικα βεβαια να ειδωθει παρατημενο.γιατι εχω γεννησει κι εγω,το 'χω γεννησει ομως πεθαμενο

[1.112.3]αυτο παιρνοντας πεταξε,το δε παιδι της κορης του Αστυγεα καθως απο μας να'ναι τρεφωμε.κι ετσι ουτε πιανεσαι ν'απιστεις τους δεσποτες,ουτε σε μας κακα αποφασισμενα να'ναι.γιατι και το πεθαμενο βασιλικης ταφης θα τυχει κι αυτο που'ναι στη ζωη δεν θα χασει τη ψυχη.

[1.113.1] και σωστα φανηκε στον βουκολο στη παρουσα κατασταση πολυ ελεγε 

η γυναικα,κι αμεσως εκανε αυτα.το μεν που εφερε να θανατωσει παιδι,τουτο το παραδινει στην γυναικα του,το δε δικο του που ηταν νεκρο περνοντας εβαλε στο κιβωτιο μεσα στο οποιο εφερε το αλλο.[1.113.2]στολιζοντας δε μ'ολα τα στολιδια τ'αλλου παιδιου φερνοντας στο πιο ερημο των βουνων το τοποθετει.καθως στη τριτη μερα το παιδι παρατημενο ηταν,πηγε στη πολη ο βουκολος,καποιον απ'τους βοηθους βοσκους φυλακα αφηνοντας πισω γι'αυτον,ερχοντας δε στου Αρπαγου να δειξει ειπε ετοιμος ειναι του παιδιου το νεκρο σωμα.[1.113.3]στελνοντας δε ο Αρπαγος απ'τους σωματοφυλακες του τους πιο 

πιστους και ειδε μεσω αυτων και εθαψε του βουκολου το παιδι.και το μεν ειχε ταφει,το δε που υστερα Κυρον ονομασαν αφου το παρελαβε ετρεφε η γυναικα του βουκολου,ονομα αλλο καποιο κι οχι Κυρο του εδωσε.

[1.114.1]κι οταν λοιπον ηταν δεκα ετων το παιδι,ενα συμβαν σ'αυτο τετοιο που εγινε το φανερωσε.επαιζε στο χωριο αυτο στο οποιο ηταν και τα βουκολια αυτα,επαιζε δε με τ'αλλα συνομηλικα παιδια.και τα παιδια παιζοντας διαλεξαν βασιλιας αυτων να να'ναι τουτο που του βουκολου καλουσαν παιδι.

[1.114.2]αυτος δε απ'αυτα διεταξε τα μεν σπιτια να οικοδομησουν,τα δε σωματοφυλακες να'ναι,καποιο δε απ'αυτα οφθαλμος του βασιλια να'ναι,σε καποιο τα μηνυματα να του μεταφερει εδωσε το προνομιο,ετσι σε καθε ενα εργο προσταζοντας. [1.114.3]ενα δε απο τουτα τα παιδια που συνεπαιζαν,και που ηταν τ'Αρτεμβαρη παιδι,αντρα ονομαστου μεσα στους Μηδους,επειδη δεν εκανε αυτο που προσταχτηκε απ'τον Κυρο,διεταξε αυτο τ'αλλα παιδια να συλλαβουν,αφου υπακουσαν τα παιδια ο Κυρος το παιδι πολυ σκληρα μετα-

χειριστηκε μαστιγωνοντας.[1.114.4]επειτα οταν αυτο αφεθηκε αμεσως,οπως αναξια του εαυτου του επαθε,περισσοτερο προσβληθηκε,κατεβαινοντας δε στη πολη προς τον πατερα διαμαρτυρονταν εντονα γι'αυτα που απ'τον Κυρο ετυχε,λεγοντας οχι απ'τον Κυρο [επειδη δεν ειχε τοτε τουτο τ'ονομα],αλλα απ'του βουκολου τ'Αστυγεα το παιδι.[1.114.5]ο δε Αρτεμβαρης οργη οπως ειχε ερχοντας στον Αστυγεα και συναμα φερνωντας το παιδι αναρμοστα πραγματα ειπε εχει παθει,λεγοντας.βασιλια,απ'τον δουλο σου,του βουκολου το παιδι,ετσι να προσβληθηκαμε,δειχνοντας του παιδιου τους ωμους.

[1.115.1]αφου ακουσε κι ειδε ο Αστυαγης,θελοντας να τιμωρησει το παιδι για τη τιμη τ'Αρτεμβαρη,εστειλε και καλεσε και τον βουκολο και το παιδι,οταν δεν εμφανιστηκαν κι οι δυο,κοιτωντας προς τον Κυρο ο Αστυαγης ειπε.[1.115.2]συ λοιπον που'σαι  τουτου τετοιου που'ναι το παιδι τολμησες αυτου δω το΄παιδι που'ναι πρωτος μεσα σε μας με προσβολη τετοια να μεταχειριστεις;αυτο δε απαντησε ετσι.δεσποτα,εγω λοιπον αυτα σε τουτο εκανα για τιμωρια.επειδη με τα παιδια απ΄το χωριο,απ'αυτα που κι αυτο εδω ηταν,παιζοντας μ'εστησαν βασιλια τους.επειδη φανηκε σ'αυτος πως ειμαι σε τουτο ο πιο επιτηδεος.[1.115.3]τωρα τα μεν αλλα παιδια  τα προσταγμενα εκτελουσαν,αυτο δε και δεν υπακουγε και λογο δεν εδινε κανενα,ετσι αυτο τιμωρηθηκε.αν λοιπον γι'αυτο αξιος απο σενα κακομεταχειρησις ειμαι ,αυτος εδω δω σε σενα παρων ειμαι.

[1.116.1]τουτα αφου ειπε το παιδι,ο Αστυγεας αρχισε να τ'αναγνωριζει,και τα χαραχτηριστικα του προσωπου προσεφερναν του φανηκε στα δικα του,και 

η απαντηση ελευθερου παρα δουλου ειναι,και ο χρονος της εκθεσης στην ηλικια του παιδιου του φανηκε να συμπιπτει.

[1.116.2] ταραγμενος δε μ'αυτα για ωρα αφωνος ηταν,μολις λοιπον με δυσκολια καποτε συνηρθε ειπε,θελωντας να διωξει τον Αρτεμβαρη,για να τον βουκολο ξεμοναχιαζοντας ν'ανακρινει.Αρτεμβαρη,εγω αυτα θα κανω ωστ'εσυ και το παιδι σου για τιποτα να μην παραπονιεστε . 

[1.116.3]τον μεν λοιπον Αρτεμβαρη διωχνει,τον δε Κυρο εφεραν μεσα οι υπηρετες με διαταγη τ'Αστυαγη.οταν δε εμεινε ο βουκολος μονος μ'αυτον μονο,αυτα εδω αυτον ρωτησε ο Αστυαγης,απο που πηρε το παιδι και ποιος ηταν αυτος που το παρεδωσε.[1.116.4]κι αυτο απ'αυτον ειπε εχει γινει κι αυτη που το γεννησε ειναι ακομα μ'αυτον.ο Αστυαγης πως δεν σκεφτεται καλα του'πε θελωντας σε μεγαλα βασανιστηρια να καταληξει,και την ιδια στιγμη που'λεγε αυτα σημανε στους σωματοφυλακες να τον συλλαβουν.[1.116.5] ετσι αυτος μεταφερομενος στα βασανιστηρια φανερωσε το πραγματικο γεγονος.αφου αρχισε απ'την αρχη εξεθεσε λεπτομερως την αληθεια υποχρεωτικα  και κατεληξε και σε παρακλησεις και συγνωμη σ'αυτον να του δωσει ικετευοντας.

[1.117.1]ο Αστυαγης με τον βουκολο αφου φανερωσε τον πραγματικο γεγονος τωρα πλεον και λιγοτερο ασχολειτο, και τον Αρπαγο πολυ κατηγορωντας να καλεσουν αυτον τους σωματοφυλακες διεταξε.[1.117.2]μολις δε παρουσιστηκε ο Αρπαγος,ρωτησε αυτον ο Αστυαγης.Αρπαγε με ποιο αληθεια θανατο το παιδι αφανισες που σε σενα παρεδωσα που απ'τη θυγατερα μου εχει γεννηθει;

ο Αρπαγος,μολις  ειδε τον βουκολο μεσα να'ναι,δεν εκτραπηκε σε ψευδη οδο,για να μη ανακρινομενος πιαστει ενοχος,αλλα λεει αυτα εδω.[1.117.3]βασιλια ,οταν παρελαβα το παιδι,σκεφτομουν εχοντας σκοπο κατα νου  και οπως με σε συμφωνα να κανω και προς σε να'μαι αμεμπτος μητε στη θυγατερα σου μητε σε σενα τον ιδιο να'μαι δολοφονος. [1.117.4]εκανα ετσι.αφου καλεσα τον βουκολο αυτον εδω παρεδωσα το παιδι,και λεγοντας οτ'εσυ εισαι που διαταζεις να θανατωθει αυτο.και λεγοντας τουτο βεβαια δεν ψευδομουν.γιατ'εσυ ειχες δωσει εντολη τετοια.παρεδωσα λοιπον σ'αυτον εδω μ'αυτα εδω,δινοντας εντολη ν'αφησει αυτο σε ερημο βουνο και παραμενοντας να φυλαξει μεχρι να τελειωσει, απειλωντας  με καθετι αυτον εδω αν αυτα εδω στην εντελεια δεν κανει.[1.117.5]επειτα δε αφου εκανε τουτος τα διαταγμενα τελειωσε το παιδι,στελνοντας απ'τους ευνουχους τους πιο πιστους και ειδα δια εκεινων και εθαψα αυτο.ετσι ειχε,βασιλια,το πραγμα τουτο,και με τετοιο θανατο αφανιστηκε το παιδι.

.

.

107.1 ἐκδέκεται δὲ Ἀστυάγης Κυαξάρεω παῖς τὴν βασιληίην. καὶ οἱ ἐγένετο θυγάτηρ τῇ οὔνομα ἔθετο Μανδάνην· τὴν ἐδόκεε Ἀστυάγης ἐν τῷ ὕπνῳ οὐρῆσαι τοσοῦτον ὥστε πλῆσαι μὲν τὴν ἑωυτοῦ πόλιν, ἐπικατακλύσαι δὲ καὶ τὴν Ἀσίην πᾶσαν. ὑπερθέμενος δὲ τῶν Μάγων τοῖσι ὀνειροπόλοισι τὸ ἐνύπνιον, ἐφοβήθη παρ᾽ αὐτῶν αὐτὰ ἕκαστα μαθών. 107.2 μετὰ δὲ τὴν Μανδάνην ταύτην ἐοῦσαν ἤδη ἀνδρὸς ὡραίην Μήδων μὲν τῶν ἑωυτοῦ ἀξίων οὐδενὶ διδοῖ γυναῖκα, δεδοικὼς τὴν ὄψιν· ὁ δὲ Πέρσῃ διδοῖ τῷ οὔνομα ἦν Καμβύσης, τὸν εὕρισκε οἰκίης μὲν ἐόντα ἀγαθῆς τρόπου δὲ ἡσυχίου, πολλῷ ἔνερθε ἄγων αὐτὸν μέσου ἀνδρὸς Μήδου.

108.1 συνοικεούσης δὲ τῷ Καμβύσῃ τῆς Μανδάνης, ὁ Ἀστυάγης τῷ πρώτῳ ἔτεϊ εἶδε ἄλλην ὄψιν, ἐδόκεε δέ οἱ ἐκ τῶν αἰδοίων τῆς θυγατρὸς ταύτης φῦναι ἄμπελον, τὴν δὲ ἄμπελον ἐπισχεῖν τὴν Ἀσίην πᾶσαν. 108.2 ἰδὼν δὲ τοῦτο καὶ ὑπερθέμενος τοῖσι ὀνειροπόλοισι, μετεπέμψατο ἐκ τῶν Περσέων τὴν θυγατέρα ἐπίτεκα ἐοῦσαν, ἀπικομένην δὲ ἐφύλασσε βουλόμενος τὸ γενόμενον ἐξ αὐτῆς διαφθεῖραι· ἐκ γάρ οἱ τῆς ὄψιος οἱ τῶν Μάγων ὀνειροπόλοι ἐσήμαινον ὅτι μέλλοι ὁ τῆς θυγατρὸς αὐτοῦ γόνος βασιλεύσειν ἀντὶ ἐκείνου. 108.3 ταῦτα δὴ ὦν φυλασσόμενος ὁ Ἀστυάγης, ὡς ἐγένετο ὁ Κῦρος, καλέσας Ἅρπαγον ἄνδρα οἰκήιον καὶ πιστότατόν τε Μήδων καὶ πάντων ἐπίτροπον τῶν ἑωυτοῦ, ἔλεγὲ οἱ τοιάδε. 108.4 "Ἅρπαγε, πρῆγμα τὸ ἄν τοι προσθέω, μηδαμῶς παραχρήσῃ, μηδὲ ἐμέ τε παραβάλῃ καὶ ἄλλους ἑλόμενος ἐξ ὑστέρης σοὶ αὐτῷ περιπέσῃς· λάβε τὸν Μανδάνη ἔτεκε παῖδα, φέρων δὲ ἐς σεωυτοῦ ἀπόκτεινον, μετὰ δὲ θάψον τρόπῳ ὅτεῳ αὐτὸς βούλεαι." 108.5 ὁ δὲ ἀμείβεται "ὦ βασιλεῦ, οὔτε ἄλλοτε κω παρεῖδες ἀνδρὶ τῷδε ἄχαρι οὐδέν, φυλασσόμεθα δὲ ἐς σὲ καὶ ἐς τὸν μετέπειτα χρόνον μηδὲν ἐξαμαρτεῖν. ἀλλ᾽ εἲ τοι φίλον τοῦτο οὕτω γίνεσθαι, χρὴ δὴ τό γε ἐμὸν ὑπηρετέεσθαι ἐπιτηδέως."

109.1 τούτοισι ἀμειψάμενος ὁ Ἅρπαγος, ὥς οἱ παρεδόθη τὸ παιδίον κεκοσμημένον τὴν ἐπὶ θανάτῳ ἤιε κλαίων ἐς τὰ οἰκία· παρελθὼν δὲ ἔφραζε τῇ ἑωυτοῦ γυναικὶ τὸν πάντα Ἀστυάγεος ῥηθέντα λόγον. 109.2 ἣ δὲ πρὸς αὐτὸν λέγει "νῦν ὦν τί σοὶ ἐν νόῳ ἐστὶ ποιέειν ;" ὁ δὲ ἀμείβεται "οὐ τῇ ἐνετέλλετο Ἀστυάγης, οὐδ᾽ εἰ παραφρονήσει τε καὶ μανέεται κάκιον ἢ νῦν μαίνεται, οὔ οἱ ἔγωγε προσθήσομαι τῇ γνώμῃ οὐδὲ ἐς φόνον τοιοῦτον ὑπηρετήσω. 109.3 πολλῶν δὲ εἵνεκα οὐ φονεύσω μιν, καὶ ὅτι αὐτῷ μοι συγγενής ἐστὶ ὁ παῖς, καὶ ὅτι Ἀστυάγης μὲν ἐστὶ γέρων καὶ ἅπαις ἔρσενος γόνου· 109.4 εἰ δ᾽ ἐθελήσει τούτου τελευτήσαντος ἐς τὴν θυγατέρα ταύτην ἀναβῆναι ἡ τυραννίς, τῆς νῦν τὸν υἱὸν κτείνει δι᾽ ἐμεῦ, ἄλλο τι ἢ λείπεται τὸ ἐνθεῦτεν ἐμοὶ κινδύνων ὁ μέγιστος ; ἀλλὰ τοῦ μὲν ἀσφαλέος εἵνεκα ἐμοὶ δεῖ τοῦτον τελευτᾶν τὸν παῖδα, δεῖ μέντοι τῶν τινα Ἀστυάγεος αὐτοῦ φονέα γενέσθαι καὶ μὴ τῶν ἐμῶν."

110.1 ταῦτα εἶπε καὶ αὐτίκα ἄγγελον ἔπεμπε ἐπὶ τῶν βουκόλων τῶν Ἀστυάγεος τὸν ἠπίστατο νομάς τε ἐπιτηδεοτάτας νέμοντα καὶ ὄρεα θηριωδέστατα· τῷ οὔνομα ἦν Μιτραδάτης, συνοίκεε δὲ ἑωυτοῦ συνδούλῃ, οὔνομα δὲ τῇ γυναικὶ ἦν τῇ συνοίκεε Κυνὼ κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν, κατὰ δὲ τὴν Μηδικὴν Σπακώ· τὴν γὰρ κύνα καλέουσι σπάκα Μῆδοι. 110.2 αἱ δὲ ὑπώρεαί εἰσὶ τῶν ὀρέων, ἔνθα τὰς νομὰς τῶν βοῶν εἶχε οὗτος δὴ ὁ βουκόλος, πρὸς βορέω τε ἀνέμου τῶν Ἀγβατάνων καὶ πρὸς τοῦ πόντου τοῦ Εὐξείνου· ταύτῃ μὲν γὰρ ἡ Μηδικὴ χωρῇ πρὸς Σασπείρων ὀρεινή ἐστι κάρτα καὶ ὑψηλή τε καὶ ἴδῃσι συνηρεφής, ἡ δὲ ἄλλη Μηδικὴ χωρῇ ἐστὶ πᾶσα ἄπεδος. 110.3 ἐπεὶ ὦν ὁ βουκόλος σπουδῇ πολλῇ καλεόμενος ἀπίκετο, ἔλεγε ὁ Ἅρπαγος τάδε. "κελεύει σε Ἀστυάγης τὸ παιδίον τοῦτο λαβόντα θεῖναι ἐς τὸ ἐρημότατον τῶν ὀρέων, ὅκως ἂν τάχιστα διαφθαρείη· καὶ τάδε τοὶ ἐκέλευσε εἰπεῖν, ἢν μὴ ἀποκτείνῃς αὐτὸ ἀλλὰ τεῷ τρόπῳ περιποιήσῃς, ὀλέθρῳ τῷ κακίστῳ σε διαχρήσεσθαι. ἐπορᾶν δὲ ἐκκείμενον τέταγμαι ἐγώ."

111.1 ταῦτα ἀκούσας ὁ βουκόλος καὶ ἀναλαβὼν τὸ παιδίον ἤιε τὴν αὐτὴν ὀπίσω ὁδὸν καὶ ἀπικνέεται ἐς τὴν ἔπαυλιν. τῷ δ᾽ ἄρα καὶ αὐτῷ ἡ γυνή, ἐπίτεξ ἐοῦσα πᾶσαν ἡμέρην, τότε κως κατὰ δαίμονα τίκτει οἰχομένου τοῦ βουκόλου ἐς πόλιν. ἦσαν δὲ ἐν φροντίδι ἀμφότεροι ἀλλήλων πέρι, ὃ μὲν τοῦ τόκου τῆς γυναικὸς ἀῤῥωδέων, ἡ δὲ γυνὴ ὅ τι οὐκ ἐωθὼς ὁ Ἅρπαγος μεταπέμψαιτο αὐτῆς τὸν ἄνδρα. 111.2 ἐπείτε δὲ ἀπονοστήσας ἐπέστη, οἷα ἐξ ἀέλπτου ἰδοῦσα ἡ γυνὴ εἴρετο προτέρη ὅ τι μιν οὕτω προθύμως Ἅρπαγος μετεπέμψατο. ὁ δὲ εἶπε "ὤ γύναι, εἶδόν τε ἐς πόλιν ἐλθὼν καὶ ἤκουσα τὸ μήτε ἰδεῖν ὄφελον μήτε κοτὲ γενέσθαι ἐς δεσπότας τοὺς ἡμετέρους. οἶκος μὲν πᾶς Ἁρπάγου κλαυθμῷ κατείχετο, ἐγὼ δὲ ἐκπλαγεὶς ἤια ἔσω. 111.3 ὡς δὲ τάχιστα ἐσῆλθον, ὁρέω παιδίον προκείμενον ἀσπαῖρόν τε καὶ κραυγανόμενον, κεκοσμημένον χρυσῷ τε καὶ ἐσθῆτι ποικίλῃ. Ἅρπαγος δὲ ὡς εἶδέ με, ἐκέλευε τὴν ταχίστην ἀναλαβόντα τὸ παιδίον οἴχεσθαι φέροντα καὶ θεῖναι ἔνθα θηριωδέστατον εἴη τῶν ὀρέων, φὰς Ἀστυάγεα εἶναι τὸν ταῦτα ἐπιθέμενόν μοι, πόλλ᾽ ἀπειλήσας εἰ μή σφεα ποιήσαιμι. 111.4 καὶ ἐγὼ ἀναλαβὼν ἔφερον, δοκέων τῶν τινος οἰκετέων εἶναι· οὐ γὰρ ἂν κοτὲ κατέδοξα ἔνθεν γε ἦν. ἐθάμβεον δὲ ὁρέων χρυσῷ τε καὶ εἵμασι κεκοσμημένον, πρὸς δὲ καὶ κλαυθμὸν κατεστεῶτα ἐμφανέα ἐν Ἁρπάγου. 111.5 καὶ πρόκατε δὴ κατ᾽ ὁδὸν πυνθάνομαι τὸν πάντα λόγον θεράποντος, ὃς ἐμὲ προπέμπων ἔξω πόλιος ἐνεχείρισε τὸ βρέφος, ὡς ἄρα Μανδάνης τε εἴη παῖς τῆς Ἀστυάγεος θυγατρὸς καὶ Καμβύσεω τοῦ Κύρου, καί μιν Ἀστυάγης ἐντέλλεται ἀποκτεῖναι. νῦν τε ὅδε ἐστί."

112.1 ἅμα δὲ ταῦτα ἔλεγε ὁ βουκόλος καὶ ἐκκαλύψας ἀπεδείκνυε. ἣ δὲ ὡς εἶδε τὸ παιδίον μέγα τε καὶ εὐειδὲς ἐόν, δακρύσασα καὶ λαβομένη τῶν γουνάτων τοῦ ἀνδρὸς ἐχρήιζε μηδεμιῇ τέχνῃ ἐκθεῖναί μιν. 112.2 ὁ δὲ οὐκ ἔφη οἷός τ᾽ εἶναι ἄλλως αὐτὰ ποιέειν· ἐπιφοιτήσειν γὰρ κατασκόπους ἐξ Ἁρπάγου ἐποψομένους, ἀπολέεσθαί τε κάκιστα ἢν μὴ σφεα ποιήσῃ. ὡς δὲ οὐκ ἔπειθε ἄρα τὸν ἄνδρα, δευτέρα λέγει ἡ γυνὴ τάδε. "ἐπεὶ τοίνυν οὐ δύναμαί σε πείθειν μὴ ἐκθεῖναι, σὺ δὲ ὧδε ποίησον, εἰ δὴ πᾶσα ἀνάγκη ὀφθῆναι ἐκκείμενον. τέτοκα γὰρ καὶ ἐγώ, τέτοκα δὲ τεθνεός. 112.3 τοῦτο μὲν φέρων πρόθες, τὸν δὲ τῆς Ἀστυάγεος θυγατρὸς παῖδα ὡς ἐξ ἡμέων ἐόντα τρέφωμεν. καὶ οὕτω οὔτε σὺ ἁλώσεαι ἀδικέων τοὺς δεσπότας οὔτε ἡμῖν κακῶς βεβουλευμένα ἔσται· ὅ τε γὰρ τεθνεὼς βασιληίης ταφῆς κυρήσει καὶ ὁ περιεὼν οὐκ ἀπολέει τὴν ψυχήν."

113.1 κάρτα τε ἔδοξε τῷ, βουκόλῳ πρὸς τὰ παρεόντα εὖ λέγειν ἡ γυνή, καὶ αὐτίκα ἐποίεε ταῦτα· τὸν μὲν ἔφερε θανατώσων παῖδα, τοῦτον μὲν παραδιδοῖ τῇ ἑωυτοῦ γυναικί, τὸν δὲ ἑωυτοῦ ἐόντα νεκρὸν λαβὼν ἔθηκε ἐς τὸ ἄγγος ἐν τῷ ἔφερε τὸν ἕτερον· 113.2 κοσμήσας δὲ τῷ κόσμῳ παντὶ τοῦ ἑτέρου παιδός, φέρων ἐς τὸ ἐρημότατον τῶν ὀρέων τίθει. ὡς δὲ τρίτη ἡμέρη τῷ παιδίῳ ἐκκειμένῳ ἐγένετο, ἤιε ἐς πόλιν ὁ βουκόλος, τῶν τινα προβοσκῶν φύλακον αὐτοῦ καταλιπών, ἐλθὼν δὲ ἐς τοῦ Ἁρπάγου ἀποδεικνύναι ἔφη ἕτοιμος εἶναι τοῦ παιδίου τὸν νέκυν. 113.3 πέμψας δὲ ὅ Ἅρπαγος τῶν ἑωυτοῦ δορυφόρων τοὺς πιστοτάτους εἶδέ τε διὰ τούτων καὶ ἔθαψε τοῦ βουκόλου τὸ παιδίον, καὶ τὸ μὲν ἐτέθαπτο, τὸν δὲ ὕστερον τούτων Κῦρον ὀνομασθέντα παραλαβοῦσα ἔτρεφε ἡ γυνὴ τοῦ βουκόλου, οὔνομα ἄλλο κού τι καὶ οὐ Κῦρον θεμένη.

114.1 καὶ ὅτε ἦν δεκαέτης ὁ παῖς, πρῆγμα ἐς αὑτὸν τοιόνδε γενόμενον ἐξέφηνέ μιν. ἔπαιζε ἐν τῇ κώμῃ ταύτῃ ἐν τῇ ἦσαν καὶ αἱ βουκολίαι αὗται, ἔπαιζε δὲ μετ᾽ ἄλλων ἡλίκων ἐν ὁδῷ. καὶ οἱ παῖδες παίζοντες εἵλοντο ἑωυτῶν βασιλέα εἶναι τοῦτον δὴ τὸν τοῦ βουκόλου ἐπίκλησιν παῖδα. 114.2 ὁ δὲ αὐτῶν διέταξε τοὺς μὲν οἰκίας οἰκοδομέειν, τοὺς δὲ δορυφόρους εἶναι, τὸν δέ κου τινὰ αὐτῶν ὀφθαλμὸν βασιλέος εἶναι, τῷ δὲ τινὶ τὰς ἀγγελίας φέρειν ἐδίδου γέρας, ὡς ἑκάστῳ ἔργον προστάσσων. 114.3 εἷς δὴ τούτων τῶν παίδων συμπαίζων, ἐὼν Ἀρτεμβάρεος παῖς ἀνδρὸς δοκίμου ἐν Μήδοισι, οὐ γὰρ δὴ ἐποίησε τὸ προσταχθὲν ἐκ τοῦ Κύρου, ἐκέλευε αὐτὸν τοὺς ἄλλους παῖδας διαλαβεῖν, πειθομένων δὲ τῶν παίδων ὁ Κῦρος τὸν παῖδα τρηχέως κάρτα περιέσπε μαστιγέων. 114.4 ὁ δὲ ἐπείτε μετείθη τάχιστα, ὡς γε δὴ ἀνάξια ἑωυτοῦ παθών, μᾶλλόν τι περιημέκτεε, κατελθὼν δὲ ἐς πόλιν πρὸς τὸν πατέρα ἀποικτίζετο τῶν ὑπὸ Κύρου ἤντησε, λέγων δὲ οὐ Κύρου (οὐ γάρ κω ἦν τοῦτο τοὔνομα ), ἀλλὰ πρὸς τοῦ βουκόλου τοῦ Ἀστυάγεος παιδός. 114.5 ὁ δὲ Ἀρτεμβάρης ὀργῇ ὡς εἶχε ἐλθὼν παρὰ τὸν Ἀστυάγεα καὶ ἅμα ἀγόμενος τὸν παῖδα ἀνάρσια πρήγματα ἔφη πεπονθέναι, λέγων "ὦ βασιλεῦ, ὑπὸ τοῦ σοῦ δούλου, βουκόλου δὲ παιδὸς ὧδε περιυβρίσμεθα," δεικνὺς τοῦ παιδὸς τοὺς ὤμους.

115.1 ἀκούσας δὲ καὶ ἰδὼν Ἀστυάγης, θέλων τιμωρῆσαι τῷ παιδὶ τιμῆς τῆς Ἀρτεμβάρεος εἵνεκα, μετεπέμπετο τόν τε βουκόλον καὶ τὸν παῖδα. ἐπείτε δὲ παρῆσαν ἀμφότεροι, βλέψας πρὸς τὸν Κῦρον ὁ Ἀστυάγης ἔφη 115.2 "σὺ δὴ ἐὼν τοῦδε τοιούτου ἐόντος παῖς ἐτόλμησας τὸν τοῦδε παῖδα ἐόντος πρώτου παρ᾽ ἐμοὶ ἀεικείῃ τοιῇδε περισπεῖν ;" ὁ δὲ ἀμείβετο ὧδε. "ὦ δέσποτα, ἐγὼ ταῦτα τοῦτον ἐποίησα σὺν δίκῃ. οἱ γάρ με ἐκ τῆς κώμης παῖδες, τῶν καὶ ὅδε ἦν, παίζοντες σφέων αὐτῶν ἐστήσαντο βασιλέα· ἐδόκεον γὰρ σφι εἶναι ἐς τοῦτο ἐπιτηδεότατος. 115.3 οἱ μέν νυν ἄλλοι παῖδες τὰ ἐπιτασσόμενα ἐπετέλεον, οὗτος δὲ ἀνηκούστεέ τε καὶ λόγον εἶχε οὐδένα, ἐς ὃ ἔλαβὲ τὴν δίκην. εἰ ὦν δὴ τοῦδε εἵνεκα ἄξιός τευ κακοῦ εἰμί, ὅδε τοὶ πάρειμι."

116.1 ταῦτα λέγοντος τοῦ παιδὸς τὸν Ἀστυάγεα ἐσήιε ἀνάγνωσις αὐτοῦ, καὶ οἱ ὅ τε χαρακτὴρ τοῦ προσώπου προσφέρεσθαι ἐδόκεε ἐς ἑωυτὸν καὶ ἡ ὑπόκρισις ἐλευθερωτέρη εἶναι, ὅ τε χρόνος τῆς ἐκθέσιος τῇ ἡλικίῃ τοῦ παιδὸς ἐδόκεε συμβαίνειν. 116.2 ἐκπλαγεὶς δὲ τούτοισι ἐπὶ χρόνον ἄφθογγος ἦν· μόγις δὲ δή κοτε ἀνενειχθεὶς εἶπε, θέλων ἐκπέμψαι τὸν Ἀρτεμβάρεα, ἵνα τὸν βουκόλον μοῦνον λαβὼν βασανίσῃ, "Ἀρτέμβαρες, ἐγὼ ταῦτα ποιήσω ὥστε σὲ καὶ τὸν παῖδα τὸν σὸν μηδὲν ἐπιμέμφεσθαι." 116.3 τὸν μὲν δὴ Ἀρτεμβάρεα πέμπει, τὸν δὲ Κῦρον ἦγον ἔσω οἱ θεράποντες κελεύσαντος τοῦ Ἀστυάγεος, ἐπεὶ δὲ ὑπελέλειπτο ὁ βουκόλος μοῦνος μουνόθεν, τάδε αὐτὸν εἴρετο ὁ Ἀστυάγεος, κόθεν λάβοι τὸν παῖδα καὶ τίς εἴη ὁ παραδούς. 116.4 ὁ δὲ ἐξ ἑωυτοῦ τε ἔφη γεγονέναι καὶ τὴν τεκοῦσαν αὐτὸν εἶναι ἔτι παρ᾽ ἑωυτῷ. Ἀστυάγης δὲ μιν οὐκ εὖ βουλεύεσθαι ἔφη ἐπιθυμέοντα ἐς ἀνάγκας μεγάλας ἀπικνέεσθαι, ἅμα τε λέγων ταῦτα ἐσήμαινε τοῖσι δορυφόροισι λαμβάνειν αὐτόν. 116.5 ὁ δὲ ἀγόμενος ἐς τὰς ἀνάγκας οὕτω δὴ ἔφαινε τὸν ἐόντα λόγον· ἀρχόμενος δὲ ἀπ᾽ ἀρχῆς διεξήιε τῇ ἀληθείῃ χρεώμενος, καὶ κατέβαινε ἐς λιτάς τε καὶ συγγνώμην ἑωυτῷ κελεύων ἔχειν αὐτόν.

117.1 Ἀστυάγης δὲ τοῦ μὲν βουκόλου τὴν ἀληθείην ἐκφήναντος λόγον ἤδη καὶ ἐλάσσω ἐποιέετο, Ἁρπάγῳ δὲ καὶ μεγάλως μεμφόμενος καλέειν αὐτὸν τοὺς δορυφόρους ἐκέλευε. 117.2 ὡς δέ οἱ παρῆν ὁ Ἅρπαγος, εἴρετό μιν ὁ Ἀστυάγης "Ἅρπαγε, τέῳ δὴ μόρῳ τὸν παῖδα κατεχρήσαο τόν τοι παρέδωκα ἐκ θυγατρὸς γεγονότα τῆς ἐμῆς ;" ὁ δὲ Ἅρπαγος ὡς εἶδε τὸν βουκόλον ἔνδον ἐόντα, οὐ τρέπεται ἐπὶ ψευδέα ὁδόν, ἵνα μὴ ἐλεγχόμενος ἁλίσκηται, ἀλλὰ λέγει τάδε. 117.3 "ὦ βασιλεῦ, ἐπείτε παρέλαβον τὸ παιδίον, ἐβούλευον σκοπέων ὅκως σοί τε ποιήσω κατὰ νόον, καὶ ἐγὼ πρὸς σὲ γινόμενος ἀναμάρτητος μήτε θυγατρὶ τῇ σῇ μήτε αὐτῷ σοὶ εἴην αὐθέντης. 117.4 ποιέω δὴ ὧδε· καλέσας τὸν βουκόλον τόνδε παραδίδωμι τὸ παιδίον, φὰς σέ τε εἶναι τὸν κελεύοντα ἀποκτεῖναι αὐτό. καὶ λέγων τοῦτό γε οὐκ ἐψευδόμην· σὺ γὰρ ἐνετέλλεο οὕτω. παραδίδωμι μέντοι τῷδε κατὰ τάδε ἐντειλάμενος, θεῖναὶ μιν ἐς ἔρημον ὄρος καὶ παραμένοντα φυλάσσειν ἄχρι οὗ τελευτήσῃ, ἀπειλήσας παντοῖα τῷδε ἢν μὴ τάδε ἐπιτελέα ποιήσῃ. 117.5 ἐπείτε δὲ ποιήσαντος τούτου τὰ κελευόμενα ἐτελεύτησε τὸ παιδίον, πέμψας τῶν εὐνούχων τοὺς πιστοτάτους καὶ εἶδον δι᾽ ἐκείνων καὶ ἔθαψά μιν. οὕτω ἔσχε ὦ βασιλεῦ περὶ τοῦ πρήγματος τούτου, καὶ τοιούτῳ μόρῳ ἐχρήσατο ὁ παῖς."

.

.

.

Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(,Ιδιοτροποι Έρωτες) Η Πτώση -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-(,Ιδιοτροποι Έρωτες)

Η Πτώση

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


(,Ιδιοτροποι Έρωτες)

Η Πτώση

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


το διαμέρισμα πολυτελές,η κυρία,σαράντα χρόνων του είπε,

καθισμένη απέναντι του στον καναπέ του έλεγε την ιστορία της,

την άκουγε χωρίς να την διακόψει,στο τέλος του είπε την αποφαση

της,και δεν την ενδιέφεραν τα χρήματα που θα ζητούσε,της είπε

ότι θέλει να το σκεφτεί,

σε μια εβδομάδα συναντήθηκαν σε ένα καφέ,του ήταν δύσκολο να 

αποφασίσει,εκείνη του είπε πως μια τέτοια ταινία θα ήταν μεγάλη

ευκαιρία γι'αυτον,είναι όμως δολοφονία,της είπε,συνεργία σε δολοφονία,

η γυναίκα είπε και γέλασε,έτσι κι αλλιως με αυτόν τον τρόπο η' με άλλον

έχει αποφασισθεί το τέλος,μην φοβάσαι τίποτα δεν θα μαθευτεί,

δεν θα υποτευθουν,του έπιασε το χέρι,είμαι ερωτευμένη μαζί

σου,

πέρασαν τη νύχτα μαζί,ένα τεράστιο σπίτι,έξω από την πόλη στην εξοχή,

είμαστε στην ερημιά,του ψιθύρισε στο αυτί,ολομόναχοι,μέσα στο

μισοσκόταδο,είδε τα χείλη της,κόκκινα,υγρά,σηκώθηκε,κοίταξε με,

είσαι όμορφη της είπε,θέλεις αυτή η ομορφιά να γεράσει;να μαραθεί;

είπε εκείνη καθώς τον αγκάλιαζε,

εμεινε ξάγρυπνος,το σώμα της δίπλα του,άκουγε την αναπνοή της

ήρεμη,

το αποφάσισε,κοιμήθηκε,

ο χώρος της κινηματογραφισης ήταν ένα παλιό εγκαταλελειμενο εργοστάσιο,

η ώρα πριν βραδιάσει,μέσα στις τεράστιες μεταλλικές μηχανές κινούνταν

το σώμα της,πολύ μακρινά πλάνα,πολυ κοντινά,ώστε να μην διακρινεται

η ταυτότητα της ηθοποιού,πλάνα διαρκειας,μονοπλάνα,αλλά και πολύ

μικρής διάρκειας,φυσικός ήχος,το μεταλλικό σώμα του εργοστασίου 

και της γυναίκας,

στη τελική σκηνή,ψηλά η γυναίκα,μακρυνό πλάνο,

το σώμα της πέφτει καρε-καρε,

αργά,στο κενό,πλονζε

μέσα σε μια υπόγεια δεξαμενή

μαύρο,το τελευταίο πλάνο,


στο διεθνές φεστιβάλ που προβληθηκε η ταινία,τίτλος Η ΠΤΩΣΗ, απέσπασε 

το πρώτο βραβείο σκηνοθεσίας και μοντάζ,

στη πρες-κονφερανς ρωτήθηκε ο σκηνοθέτης για την ηθοποιό,ποια

ήταν;,ποιος ο χώρος των γυρισμάτων,

απαντησε πως η ηθοποιός δεν θέλει να αποκαλυφθεί το όνομα της,

και πως ο χώρος των γυρισμάτων δεν έχει καμία σημασία για την

αξια της ταινίας,είναι αδιάφορος,


οι εφημερίδες αναφέρθηκαν στην περίεργη εξαφάνιση της κυρίας,όνομα

επώνυμο,ηλικία,σπουδές ιστορίας τέχνης,διαζευγμένη,ο σύζυγος γνωστός

πολυετομυριουχος,έγιναν ανακρίσεις χωρίς αποτέλεσμα,

η εκκεντρική γυναίκα ειχε καλύψει με μυστήριο της εξαφάνισης της,

κανένα ίχνος,

η δολοφονία αποκλείστηκε,η αυτοκτονία πολυ πιθανή,

ο φάκελος της έκλεισε


το εργοστάσιο κάποτε ισοπεδώθηκε και στη θέση του έγινε πάρκο,

ποτέ δεν το επισκεφθηκε

.

.

.

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η βλασφημια -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Η βλασφημια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

Η βλασφημια

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


από παιδί είχε μπλεχτεί στον υπόκοσμο,ήταν πολύ σκληρός,και κατάφερε να επικρατήσει στο χώρο του,κινούσε ένα τεράστιο δίκτυο,η Γκρόσο Μπίζνα του έλεγε,απέκτησε αμύθητα πλούτη,ελεγχε υψηλούς ιστάμενους,πολιτικούς,εκκλησιαστικούς,οικονομικούς παράγοντες,σε κάθε τι υπάρχει το αδύνατο σημείο,κι αυτό το τρωτό του ήταν μια γυναίκα,ήταν πολύ ερωτευμενος μαζί της,όταν έμαθε την απιστία της,με έναν δηλωμένο εχθρό του,τους σκότωσε και τους δύο,παραδόθηκε μόνος του,η ζωή του τελείωσε,

τρία χρόνια στη φυλακή περιμένει την εκτέλεση του,η' μάλλον δεν την περιμένει,αδιαφορεί,

δεν μιλάει σε κανέναν,ξαπλώνει στο κρεβάτι του και δεν σκέφτεται τίποτα,η προηγούμενη ζωή του έχει διαγραφει,καμία ανάμνηση της,ούτε ξέρει γιατί βρίσκεται εκεί,ούτε ποιος είναι,και τι έκανε,

ένιωθε την ευτυχία της ανυπαρξίας,

εκείνο το πρωί,τον ξύπνησαν,είδε στο μισοσκόταδο τρεις άντρες,έλα,ετοιμασου,

του είπε ένας απ'αυτους,

σηκώθηκε από το κρεβάτι,απέναντι το παράθυρο,έβλεπε το φεγγάρι εκεί,το φως του

στο πατωμα,πάλι οι ίδιες σκέψεις:

-τιποτα δεν κινείται χωρίς κάτι πριν από αυτό να το κινεί,που αυτό να μην το κινεί κάτι άλλο,κι αυτό άπειρα να συμβαίνει,

-καθε αιτιατό έχει το αίτιο του,κι αυτό το αίτιο είναι αιτιατό ενός άλλου αιτίου,κι αυτό άπειρα συμβαινει

-καποτε πρέπει να υπήρχε εποχή που αυτό που λέμε κόσμος δεν υπήρχε,αφού όμως υπάρχει,τότε κάτι τον δημιούργησε,επομενως υπάρχει δημιουργος

-τα πράγματα,παρατηρούμε, διαφέρουν μετάξι τους,ως προς την ομορφιά,την τελειότητα,κα,αυτή η εκτίμηση μας σχετίζεται με την σύγκριση με κάτι που είναι μέγιστο,επομένως αυτό το μέγιστο πρέπει να υπαρχει

-για τα όντα του κόσμου,ειδικά τα έμβια,έχουμε την αντίληψη ότι έχουν σχεδιαστεί από κάποιον,αυτόν τον κάποιον ...

το δωμάτιο είχε βυθιστεί στο σκοτάδι,

...δεν θα τον ονομάσω θεό,

εμπρός,πάμε,άκουσε τη φωνή του ενός από τους

τρεις δεσμοφύλακες,

πριν τον κρεμάσουν,ένας επισημος με στολή διάβασε:

καταδικάζεσε στο πυρ το εξωτερον για την βλάσφημη θέση σου κατά του Θωμά Ακινάτη,των πέντε αποδείξεων του της ύπαρξης του θεου,

το σχοινί βυθίστηκε στα νεύρα του λαιμού και τα εσπασε,

αυτοί κίνησαν αυτό, αυτούς τους κίνησε κάτι άλλο πριν,που το κίνησε κάτι άλλο πριν,...όχι δεν πιστεύω σε κάτι ανωτατο,ολ'αυτα τα κιναει ο άνθρωπος,

αυτή ήταν η τελευταία του σκέψη,άρα από δω και περα,μετά τον θάνατο μου,κανένας,ούτε ο θεός,δεν θα κινήσει τίποτα πιά σε μένα,

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Ιστορίες του κ Κ -About Selfish photo -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Ιστορίες του κ Κ

-About Selfish photo

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

Ιστορίες του κ Κ

About Selfish photo

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ρωτηθηκε ο Κ για τις σελφις,και απάντησε:

θα τις αποκαλούσαμε εγωιστικές, ναρκισσιστικές, αλλά δεν είναι, με τις σελφις θέλουμε να είμαστε όπως οι άλλοι θέλουμε να μας δουν, φιλικοί,γοητευτικοί,αγαπητοί,ευχάριστοι, αισιόδοξοι, σαν να λέμε: είμαστε φίλοι σου, μην μας φοβάσαι,ενας ανθρωπος όπως εσύ, θα τις παραλληλιζα με τά πορτραίτα Φαγιούμ,στην ελληνιστική εποχή, μια εικόνα (μας) για την αιωνιότητα, βλέπω τον άνθρωπο που ποζάρει σελφις και νιώθω το μηνύμα του, είμαι ένας άνθρωπος σαν εσένα, λογαριάζομαι όπως εσύ,

βγάζω σελφις άρα υπάρχω,selfish ergo sum,

η μεταβολή στο χρόνο, αδυσώπητη, ανεπιστρεπτη,η σελφις με στοπαρει εδώ, με ακινητοποιει να είμαι εγώ, και τίποτα άλλο,ο άλλος άνθρωπος

.

.

.

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -ON POLLOCK'S LABYRINTHS -ο τελευταιος αφηρημένος εξπρεσιονιστικος πίνακας του Jackson Pollock -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-ON POLLOCK'S LABYRINTHS

-ο τελευταιος αφηρημένος εξπρεσιονιστικος πίνακας του Jackson Pollock

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.




ON POLLOCK'S LABYRINTHS-c.n.couvelis χ.ν.κουβελης


ο τελευταιος αφηρημένος εξπρεσιονιστικος πίνακας του Jackson Pollock

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


το χρώμα είναι υλικό,έχει μάζα,ρευστή,ρέει,μπορείς να το κατευθύνεις η' να το 

αφήσεις,κατά κάποιο τρόπο,να αυτενεργησει,ο Jackson Pollock διαισθανθηκε τις δυνατοτητες,και τις ενεργοποίησε,ο μουσαμάς,η' οποιαδήποτε άλλη επιφάνεια,το πεδίο των δράσεων,all over παντού η ίδια συμπεριφορά,action painting με την έννοια της εργασίας,της χειρονακτικης,dripping στάξιμο των χρωμάτων,η fractal επέκταση τους,τίποτα τυχαία όλα συνειδητά για την ανάδυση του ασυνείδητου,

η τρίτη μπουκάλα με το ουίσκι άδειασε,ο λαβύρινθος του γίνονταν όλο και σκοτεινοτερος,σ'ενα πάρτι το 1936 σκόνταψε επίτηδες πάνω στη νεαρη ζωγραφο Λι Κρασνερ και της ψιθυρίζει στο αυτι,

Baby,do you like the fucking?,,εκείνη τον χαστούκισε,παρ'ολ'αυτα τον παντρεύτηκε,κάποτε στο σπίτι της Πέγκυ Γκούγκενχαϊμ μπροστά σε πολλούς καλεσμένους κατούρησε,αρέσει στους καλλιτεχνες να προκαλούν,σχολίασε κάποιος από τους συγκεντρωμένους,άλλωστε είναι μεθυσμένος,η' την διώχνεις η' φεύγω ,του φώναξε η Λι,εννοούσε την ερωμένη του Ρουθ Κλιγκμαν,φύγε,της είπε,

τελικά έφτασε η 11 Αυγούστου 1956,Ο Τζάκσον Πολλοκ είναι νεκρός,έγραφε το τηλεγράφημα στο Παρίσι,

η Λι το διάβασε,το αυτοκίνητο του ανατραπηκε,η Ρουθ επέζησε,η φίλη της σκοτώθηκε,ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε:οδηγούσε μεθυσμενος,

με το αίμα του που εκτινάχτηκε πιτσιλισε τον τελευταίο του πίνακα του αφηρημένου εξπρεσιονισμού

.

.

.


Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ανθρώπινα Εσωτερικά) Ελένη,μια ιστορία της -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-(Ανθρώπινα Εσωτερικά)

Ελένη,μια ιστορία της

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


(Ανθρώπινα Εσωτερικά)

Ελένη,μια ιστορία της

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


η Ελένη μιλούσε στο τηλέφωνο,είχε εραστή,τρία χρόνια,παντρεμένη πέντε 

χρόνια,είχε βαρεθεί αυτή τη σχέση,αδιέξοδο,ο άλλος φορτικός,η ζήλεια

ενοχλητική,της ζήτησε να βγούνε,αρνήθηκε,ρώτησε την αιτία,καμιά,του

είπε,δεν θέλω,ο άλλος επέμενε,δεν άντεξε του είπε να χωρίσουν,εκείνος

την έβρισε,του έκλεισε το τηλέφωνο,χτυπούσε το τηλέφωνο,το απενεργο

ποίησε,όταν την άλλη μέρα το άνοιξε,της είχε στείλει μήνυμα,απειλές,

και τρεις φωτογραφίες της,σε κάποιο χοτελ,έγραφε,αν τις θυμάται;

ρωτούσε με ειρωνία,σε προκλητικές στάσεις,αν δεν συμμορφωθεί,

θα φτάσουν στον κατάλληλο αποδεκτή,υπονοούσε τον άντρα της,δεν

απάντησε κι έσβησε το μήνυμα,αργότερα ανακοίνωσε στον άντρα της

ότι θέλει να χωρίσουν,εκείνος ρώτησε την αιτία,έχω εραστή,του απάντησε,

το ξέρω,της είπε,και της έδειξε τις φωτογραφίες,το διαζύγιο βγήκε

σε ένα μήνα,η Ελένη ελεύθερη από σύζυγο και εραστή,ευτυχώς,που για

πάρτι μου δεν έγινε κανενας Τρωικός πόλεμος,σκέφτηκε και γελασε.

.

.

.


Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

GREEK POETRY -ένας λεπρος βασιλιάς ο Θηβαίος Οιδιποδας -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-ένας λεπρος βασιλιάς ο Θηβαίος Οιδιποδας

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.

.


ένας λεπρος βασιλιάς ο Θηβαίος Οιδιποδας

-χ.ν.κουβελης c n couvelis


Εγώ ο Οιδίποδας βαδίζω στην ερημιά

η βροχή με βρέχει

ο ήλιος με καίει

στα πόδια μου η αναπηρία

οι βολβοί των ματιών μου

βουλιάζουν στο σκοτάδι

ακούω τη φωνή της Σφίγγας

ποιος γρίφος ορίζει τη μοίρα μου;

θεός η' μη θεός;

στην εφταπυλη Θήβα;

η' ένοικος σ'ενα διαμέρισμα στη Κυψέλη;

η μικρότητα του κόσμου

αντέχει την αιωνιότητα

και τελικά το πρόσωπο μου στη μάσκα ενός ηθοποιού

τα κυπαρίσσια δείχνουν το μέρος

σιωπή,απέραντη ησυχία

τι ζητάς εδώ;ένας τυφλός;

πως ως εδώ ήρθες;

ποιοι σε φέραν;και με ποιο συμφέρον;

στις αφίσες διαφημίζουν το θριαμβευτικό πέρασμα σου

τα φύλλα των δέντρων

πέφτουν φθινόπωρο

σαπίζουν στο χώμα

ένας λεπρος βασιλιάς ο Θηβαίος Οιδιποδας

.

.

.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022

GREEK POETRY -Σοφοκλής,Φιλοκτήτης( 409 π Χ)-στιχοι 468-506 -μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-Σοφοκλής,Φιλοκτήτης( 409 π Χ)-στιχοι 468-506

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.

.


Σοφοκλής,Φιλοκτήτης( 409 π Χ)-στιχοι 468-506

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Φιλοκτήτης

στ'ονομα τα πατέρα,παιδι μου,και της μάνας σου

σ' ότι στο σπίτι σου είναι πιο αγαπητό,

ικέτης σου πέφτω,μην μ'εγκαταλειπεις μοναχο,470

έρημο στα κακα αυτα'δω που βλέπεις,

κι όσα έχεις ακούσει να με κάναν σπίτι τους,

αλλά σαν άχρηστο πεταξε με,βάρος,

το ξέρω,μεγάλο φορτωμα ειναι,

όμως τόλμησε το,γιατί οι γενναίοι 475

το αισχρό έχουν εχθρό και το χρηστο ενδοξο

αν μ'εγκαταλειψεις αυτο ντροπή θα'ναι

αν με πάρεις,παιδί μου,μεγάλη φήμη ένδοξη

θα'χεις αν φτάσω ζωντανός στη γη της Οιτης,

έλα,δεν θα σ'ενοχλησω ούτε μια μέρα ολόκληρη,480

τόλμησε,βάλε με όπου εσύ θέλεις,

στ'αμπαρι,στη πρώρη,στη πρύμνη,όπου

το λιγότερο τους άλλους να ενοχλώ,

υπακουσε,στον ίδιο τον Δια των ικετων,παιδί μου,

δεξου,στα γόνατα σου πέφτω,αν κι είμαι 485

άρρωστος ο δύστυχος,ανάπηρος,αλλά μην μ'αφηνεις

έρημο χωρίς ανθρώπων βηματα,

αλλα η' στο σπίτι σου σώζοντας με πήγαινε

η' στην περιοχή της Εύβοιας του Χαλκωδοντα

κι από κει δεν μου είναι μακρυ για την Οιτη το ταξιδι 490

τις ράχες της Τραχίνιας όπου ήσυχα ρέει

ο Σπερχειος,και στον αγαπημένο μου πατέρα θα με δείξεις

αν και φοβάμαι πως πια δεν ζει,αφού

δεν ήρθε να με δει,γιατί πολλες με τους φτασμένους εδώ

του'στελνα παρακλητικες ικεσιες 495

να'ρθει να με φέρει ζωντανό στο σπιτι

αλλά η' έχει πεθάνει η' οι αγγελιοφόροι,μαλλον,

νομίζω,ξέχασαν ότι τους ειπα στη βιασύνη τους

να κάνουν το ταξιδι για την πατρίδα τους,

όμως τώρα,σε σένα και σύνοδο και προστάτη άγγελο 500

βρήκα,σώσε με,λυπήσου με,βλεπωντας

πώς όλα δυστυχία κι επικίνδυνα στους ανθρώπους

και τα καλά να πάθουν,αλλά να πάθουν και τ'αλλα

και πρέπει όταν κανεις είναι έξω απ'τα βάσανα τα δεινά 

να βλέπει,αλλά κι όταν ευτυχισμένα ζει,προπαντως τότε 505

τη ζωή να προσέχει πάρα πολύ,μήπως χωρίς να καταλαβει χαθει

.

.

Φιλοκτήτης

πρός νύν σε πατρὸς πρός τε μητρός, ὦ τέκνον,

πρός τ᾽ εἴ τί σοι κατ᾽ οἶκόν ἐστι προσφιλές,

ἱκέτης ἱκνοῦμαι, μὴ λίπῃς μ᾽ οὕτω μόνον,    470

ἔρημον ἐν κακοῖσι τοῖσδ᾽ οἵοις ὁρᾷς

ὅσοισί τ᾽ ἐξήκουσας ἐνναίοντά με·

ἀλλ᾽ ἐν παρέργῳ θοῦ με. δυσχέρεια μέν,

ἔξοιδα, πολλὴ τοῦδε τοῦ φορήματος·

ὅμως δὲ τλῆθι· τοῖσι γενναίοισί τοι    475

τό τ᾽ αἰσχρὸν ἐχθρὸν καὶ τὸ χρηστὸν εὐκλεές.

σοὶ δ᾽ ἐκλιπόντι τοῦτ᾽ ὄνειδος οὐ καλόν,

δράσαντι δ᾽, ὦ παῖ, πλεῖστον εὐκλείας γέρας,

ἐὰν μόλω ᾽γὼ ζῶν πρὸς Οὐταίαν χθόνα.

ἴθ᾽· ἡμέρας τοι μόχθος οὐχ ὅλης μιᾶς.    480

τόλμησον. ἐμβαλοῦ μ᾽ ὅπῃ θέλεις ἄγων,

εἰς ἀντλίαν, εἰς πρῷραν, εἰς πρύμνην, ὅποι

ἥκιστα μέλλω τοὺς ξυνόντας ἀλγυνεῖν.

νεῦσον, πρὸς αὐτοῦ Ζηνὸς ἱκεσίου, τέκνον,

πείσθητι· προσπίτνω σε γόνασι, καίπερ ὢν    485

ἀκράτωρ ὁ τλήμων, χωλός. ἀλλὰ μή μ᾽ ἀφῇς

ἔρημον οὕτω χωρὶς ἀνθρώπων στίβου,

ἀλλ᾽ ἢ πρὸς οἶκον τὸν σὸν ἔκσωσόν μ᾽ ἄγων

ἢ πρὸς τὰ Χαλκώδοντος Εὐβοίας σταθμά·

κἀκεῖθεν οὔ μοι μακρὸς εἰς Οἴτην στόλος    490

Τραχινίαν τε δειράδ᾽ ἠδ᾽ ἐς εὔροον

Σπερχειὸν ἔσται· πατρί μ᾽ ὡς δείξῃς φίλῳ,

ὃν δὴ παλαιὸν ἐξ ὅτου δέδοικ᾽ ἐγὼ

μή μοι βεβήκῃ. πολλὰ γὰρ τοῖς ἱγμένοις

ἔστελλον αὐτὸν ἱκεσίους πέμπων λιτάς,    495

αὐτόστολον πέμψαντά μ᾽ ἐκσῶσαι δόμους.

ἀλλ᾽ ἢ τέθνηκεν ἢ τὰ τῶν διακόνων,

ὡς εἰκός, οἶμαι, τοὐμὸν ἐν σμικρῷ μέρος

ποιούμενοι τὸν οἴκαδ᾽ ἤπειγον στόλον.

νῦν δ᾽, εἰς σὲ γὰρ πομπόν τε καὐτὸν ἄγγελον    500

ἥκω, σὺ σῶσον, σύ μ᾽ ἐλέησον, εἰσορῶν

ὡς πάντα δεινὰ κἀπικινδύνως βροτοῖς

κεῖται παθεῖν μὲν εὖ, παθεῖν δὲ θάτερα.

χρὴ δ᾽ ἐκτὸς ὄντα πημάτων τὰ δείν᾽ ὁρᾶν,

χὤταν τις εὖ ζῇ, τηνικαῦτα τὸν βίον    505

σκοπεῖν μάλιστα, μὴ διαφθαρεὶς λάθῃ.

.

.

.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Μικρές Ιστορίες)- Σχέδιο φονου -Το γράμμα κατά τον Σοπενχαουερ -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-(Μικρές Ιστορίες)-

Σχέδιο φονου

-Το γράμμα κατά τον Σοπενχαουερ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.



(Μικρές Ιστορίες)
Σχέδιο φονου
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

τρίτη φορά που διόρθωσε την ιστορία,ήταν πλήρης από κάθε άποψη,περιγράφει 
τη δολοφονία του,την αναζήτηση του ντετέκτιβ,
την αποκάλυψη του δολοφόνου,
έκανε την αυτοέκδοση της σε ενα αντίτυπο μόνο,
το οποίο τοποθέτησε στη βιβλιοθήκη του,
αποφάσισε να σταματήσει να γράφει,
περίμενε να συμβούν αυτά  που περιέγραφε στο βιβλίο,
όλα συνέβησαν ακριβώς έτσι,η δολοφονία του,η αναζήτηση του ντετέκτιβ,
η αποκάλυψη του δολοφόνου,
στην καταμέτρηση των βιβλίων του δεν βρέθηκε το συγκεκριμένο βιβλίο,
ο ντετέκτιβ είχε εικάσειαπό την ανάλυση της προσωπικότητας του δολοφονημένου συγγραφέα την πιθανότητα ύπαρξης του
.
.
.
.


(Μικρές Ιστορίες)
Το γράμμα κατά τον Σοπενχαουερ
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

τυχαια μέσα στο βιβλιο του Σοπενχάουερ,Ο κόσμος ως βούληση και παρασταση,στη βιβλιοθήκη του βρήκε ένα ερωτικό γράμμα της γυναικας του,προοριζόμενο για κάποιον εραστή που δεν κατενομαζε,οι εκφράσεις της ήταν πολύ τολμηρες,γραμμένο πριν δύο χρόνια,
με τη γυναίκα του έχει χωρίσει πριν ένα χρόνο,
τον παράτησε για τον εραστή της,ακόμα δεν γνωρίζει αν είναι αυτός του γράμματος,
σε μια τυπική συνάντησή τους της το έδειξε,εκείνη δεν το θυμόταν,το πήρε και το διάβασε,γέλασε,
-αυτος ο υποτιθέμενος εραστής,ξέρεις ποιος είναι;τον ρώτησε,
-οχι,απάντησε
-εσυ,του είπε,
όταν εκείνη έφυγε,σκέφτηκε οτι οι άνθρωποι,σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σοπενχαουερ,στις ενέργειες τους καθορίζονται πλήρως από τις επιθυμίες τους,από την Willed Zum Leben,τη βούληση να συμβούν οι επιθυμίες,κάνεις δεν μπορεί να ξεφύγει
από αυτή,
ξαναβαλε το γράμμα στο βιβλίο,και αποφάσισε ποτέ να μην το ξαναδεί,
υπακούοντας στη βούληση του,
.
.
.


GREEK POETRY -529 μΧ το τέλος (της σχολής των Αθηνών) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-529 μΧ το τέλος (της σχολής των Αθηνών)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.

.


529 μΧ το τέλος (της σχολής των Αθηνών)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


έπρεπε οπωσδήποτε ο Ιουστινιανός να κάνει 

επίδειξη της ολοκληρωτικής δύναμης της νέας 

θρησκείας,το διάταγμα το 529  ήταν έτοιμο:

να κλείσει η φιλοσοφική σχολή των Αθηνών,

άλλωστε ένας Σύρος ηταν σχολάρχης ο Δαμασκιος,

ολα κι όλα,ο χριστιανισμός είναι λαϊκός

αυτά τα δικά τους νεοπλατωνικα περί Ενός Υπερουσιου

Νοος Ψυχής μονής προόδου και επαναφοράς

είναι παραξενιές των ευνοημένων της ελίτ

των παγανιστών να τελειώσουν πλέον

κι αν κατέληξαν στην αυλή του Πέρση Χοσροη Α'

δείχνει τον ποιον των Ελληνων έναν εχθρό μας

να διαλεξουν,εμείς βεβαίως ξέμπλεξαμε,την ύλη 

αντιπαθεί το πόπολο,δεν θέλουμε φασαρίες,

εξάλλου νυν  εν τούτω Νίκα πορευόμαστε 

παρηλθαν ανεπιστρεπτί τα ελληνορωμαϊκά, τέλος 

.

.

.

Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Σχόλιο στο επίγραμμα του Φιλόδημου 'Χαριτω' (Παλατινή Ανθολογία 5,13) -μεταφραση-σχολιο χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Σχόλιο στο επίγραμμα του Φιλόδημου 'Χαριτω'

(Παλατινή Ανθολογία 5,13)

-μεταφραση-σχολιο χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Σχόλιο στο επίγραμμα του Φιλόδημου 'Χαριτω'

(Παλατινή Ανθολογία 5,13)

-μεταφραση-σχολιο χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ἑξήκοντα τελεῖ Χαριτὼ λυκαβαντίδας ὥρας,

ἀλλ᾽ ἔτι κυανέων σύρμα μένει πλοκάμων,

κἀν στέρνοις ἔτι κεῖνα τὰ λύγδινα κώνια μαστῶν

ἕστηκεν, μίτρης γυμνὰ περιδρομάδος,

5καὶ χρὼς ἀρρυτίδωτος ἔτ᾽ ἀμβροσίην, ἔτι πειθώ

πᾶσαν, ἔτι στάζει μυριάδας χαρίτων.

ἀλλὰ πόθους ὀργῶντας ὅσοι μὴ φεύγετ᾽, ἐρασταί,

δεῦρ᾽ ἴτε, τῆς ἐτέων ληθόμενοι δεκάδος.

ΠΑ 5, 13(Φιλοδημος)


η Χαριτω τα'κλεισε τα εξηντα 

αλλ'ακομα σγουρα μαυρα έχει τα μαλλιά,

και τα βυζιά της ασπρα σαν το μάρμαρο  

στέκουν στητα σαν κωνοι,

γυμνά χωρίς σουτιέν,

κι απ'τ'αρυτιδωτο της δέρμα ακόμα αμβροσία γοητεία 

και μύρια αρώματα σταζουν,

λοιπόν πόθους φλογερούς

όσοι δεν αποφεύγεται,εραστές,

εμπρός ελάτε,τα δεκάδες 

χρόνια της ξεχαστε

.

.

Σχόλιο για την Χαριτω

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


-πως με βρίσκεις;,-πολυ ομορφη-'για την ηλικία μου',χαμογέλασε,-'60 χρονων',

πήρε το άλμπουμ φωτογραφιων,-,εδώ 15,εδώ με μια φιλενάδα μου την Ελένη,διακοπές,μόλις είχαμε τελειώσει το λύκειο,σ' αυτή είμαι με τον Γιωργο,

τον πρώτο μου άντρα,να εδώ είμαστε με τα παιδιά μας,η μικρή και το μικρό μου,

εδώ στα 40 μου,κι εδώ στα 50 μου,το φορτίο του χρόνου,γέλασε,

-θέλεις να κάνουμε μπάνιο μαζί;ρώτησε,αδύνατο να αντισταθεί,στο νερό της

μπανιέρας έριξε αρωματικά,-ετσι διατηρώ το δέρμα μου,τον κοίταξε,-μυρια

αρώματα να στάζει,

τη νύχτα κοιμήθηκε εκεί,

τον ξύπνησε,-δεν εχω ύπνο,του είπε,τον αγκάλιασε,-ενα ζεστό κορμί,ψιθύρισε,

τα χείλη της στον ώμο του,ένιωσε τα δόντια της,απαλό δάγκωμα,-τι είναι

γοητεία;τον ρώτησε,-μην απαντάς,κανένας δεν ξέρει,

σηκώθηκε,-ασε με να σου δείξω,του είπε,

μέσα στο ημίφως την έβλεπε,

-δεν αντέχω τόση ομορφιά,της είπε,

εκείνη συνέχισε,-ενα γλυκό όνειρο είναι,του είπε,αν ξυπνήσουμε θα διαλυθεί,

δεν θα είμαστε όπως πριν,

τον πλησίασε,-η φωτιά μου,θα σε κάψει,

Χαριτω,να με φωνάζεις,

.

.

.

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η εκτέλεση -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Η εκτέλεση

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

Η εκτέλεση

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


-κυριε εν ονόματι του νόμου συλλαμβανεστε,

δεν αντιστάθηκε,ηξερε

οι κατηγορίες θα ήταν ατρανταχτες,πολυτελη αυτοκινητα,βίλες,βιασμοί κοριτσιών και γυναικών,κατά προτιμιση αθλήτριες και σοπράνος,ιθύνων νους μυστικών υπηρεσιών,εκατομμύρια προγραφές,συλλήψεις,βασανιστήρια,ομολογίες με επιβολη βία,εκτοπισμοι,εκτελεσεις,

-ντυθειτε,παρακαλώ,

ακουε το βουητό της πόλης,ένα εκκοφαντικο κορναρισμα,ο ήχος του ασθενοφόρου,

η γάτα δεν καταλάβαινε,τριφτηκε στα πόδια του,

-αν θέλεις,μπορείς να την πάρεις μαζί σου,του είπαν,

-δεν πειράζει,είπε,ας μείνει σπίτι,η ' καλύτερα αφήστε την πόρτα ανοιχτη να φύγει,

της έδωσαν μια κλωτσιά,

στο αυτοκίνητο της ασφάλειας,στο πίσω κάθισμα,αριστερά δεξιά του οι αστυνομικοί,ενα αυτοκίνητο έστριψε μπροστά τους απροειδοποιητα,-σιγα θα μας σκοτώσεις,φώναξε ο οδηγός,και κορναρε,

στο απότομο φρένο τρανταχτηκε μπροστά,

στην απομόνωση ζήτησε το βιβλίο του Γερμανού φιλοσόφου Μαξ Στίρνερ Der Einzige und sein Eigentum‎,Ο μοναδικός και η ιδιοκτησία του,

αδιαφορεσε για όλες τις διαδικασίες,στον ανακριτή δεν μίλησε,

-εσυ ένας αλλος Χίμλερ,δεν μιλάς;,άκουσε έναν δικαστή,

-θελω να μου προμηθευσετε υδροκυάνιο,είπε,

ήξερε ότι αυτοί θα διάλεγαν τον τρόπο του τέλους του,

παρέλασαν μάρτυρες κατηγορίες πολλές αθλήτριες και σοπράνος,όλες είχαν μια ιστορία εις βάρος του να διηγηθούν,αυτός δεν θυμόταν τίποτα,

-εγινε αυτό που κατηγορησε;

-ναι,έγινε,απαντούσε,

έβλεπε τους συγγενείς των θυμάτων του,γονείς,συζύγους,παιδιά,-αυτος τον σκότωσε,

στο κελί της απομόνωσης συνέχιζε το βιβλίο του Στίρνερ,

αυτό μου ανήκει και το θέλω,η σκέψη αυτή

τον συνοδεψε στην εκτέλεση του

.

.

.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Αριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσες,411 π.Χ (Κατηγοριες του Ευριπίδη κατά των γυναικών) -στίχοι 383-432 -μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Αριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσες,411 π.Χ

(Κατηγοριες του Ευριπίδη κατά των γυναικών)

-στίχοι 383-432

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

Αριστοφάνης, Θεσμοφοριάζουσες,411 π.Χ

(Κατηγοριες του Ευριπίδη κατά των γυναικών)

στίχοι 383-432

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Γυνὴ Α

από καμιά ανάγκη για επίδειξη μα τη θεα

να μιλήσω δεν σηκώθηκα,γυναίκες,αλλά γιατί

βαριά το'χω η δυστυχη πολύ καιρό τώρα

να βλέπω να  διασύρομαστε απ' τον

Ευριπίδη  τον γιο μιας λαχανους

και πολλά και διάφορα ν'ακουω ασχημα

γιατί αυτός δεν μας λούζει με βρισιες;

και που δεν μας διαβάλει;όπου εν ολίγοις

είναι θεατές και τραγωδία και χοροί;

πουτανες,γκομενες αντρών μας λέει,

κρασοκανατες,άπιστες,γλωσσοκοπανες,

ανομαλες,των αντρών το βασανο 

ωστε μόλις γυρίζουν απ' το θέατρο 

μας κρυφοβλέπουν και κοιτάζουν

μήπως κάποιος γκόμενος μέσα είναι κρυμμενος

και δεν μπορούμε τίποτα να κάνουμε όπως

πριν,τέτοιες ιδέες αυτος έβαλε στα μυαλά

των αντρών μας,ώστε αν κάποια γυναίκα

πλέκει στεφάνι,ερωτευμένη θα'ναι,αν της πέσει

καποια κατσαρολα όταν πηγαινοέρχεται στο σπίτι

ο άντρας τη ρωτά,για ποιον έσπασες τη χύτρα;

μάλλον για κείνον τον Κορίνθιο τον ξένο,

κι αν κάποια αδιαθετησει,αμέσως ο αδερφός λέει,

αυτό το χρώμα της κοπέλας καθόλου δεν μ'αρεσει 

κι αν,κάποια γυναίκα στείρα θέλει να παρουσιάσει

ένα παιδί για δικο της,αυτό δεν θα μείνει κρυφό,

γιατί οι άντρες κάθονται κοντά της και δεν ειναι μόνη,

πρώτα οι γέροντες μικρές έπαιρναν,αλλά τις διεβαλε,

ώστε κανένας γέροντας,να μη θέλει

να παντρευτεί γυναίκα γι'αυτον δω τον στίχο

γιατί τύραννος στον γέροντα γαμπρό  η γυναικα

γι'αυτό στους γυναικωνίτες κλείνοντας μας  με κλειδαριές

κι αμπαρες μας παρακολουθούν κι ακόμα Μολοσσούς 

τρέφουν αγριοσκυλους για να τρομάζουν τους γαμιαδες

εντάξει αυτά ας είναι,αλλά πριν εμείς κουμανταραμε

στο σπίτι,και παίρναμε κρυφα τ'αλευρι το λάδι 

το κρασί,τώρα τίποτα απ' αυτά δεν μπορούμε,

γιατί οι άντρες τώρα έχουν πάνω τους κλειδιά 

μυστικά δυσχρηστα απ' τη Λακωνία,που'χουν τρία δοντια,

πρώτα όμως με τρεις οβολούς έκανες αντικλειδι

κι άνοιγες τη πόρτα,αλλά τώρα αυτός ο αρουραιος Ευριπίδης

τους δασκαλεψε σκωροφαγωμενες να'χουν σφραγιδουλες

πάνω τους κρεμασμενες,τώρα λοιπόν η γνώμη μου ειναι

απ'τον όλεθρο μας ν'απαλλαχτούμε με κάποιο τροπο

η' με φάρμακι η' με κάποιο σχέδιο,για να πεθανει,αυτα'γω

δημόσια τα λέω,τ'αλλα θα τα καταγράψουμε με τη γραμματεα

.

.

Γυνὴ Α

φιλοτιμίᾳ μὲν οὐδεμιᾷ μὰ τὼ θεὼ

λέξουσ᾽ ἀνέστην ὦ γυναῖκες: ἀλλὰ γὰρ

385βαρέως φέρω τάλαινα πολὺν ἤδη χρόνον

προπηλακιζομένας ὁρῶς ἡμᾶς ὑπὸ

Εὐριπίδου τοῦ τῆς λαχανοπωλητρίας

καὶ πολλὰ καὶ παντοῖ᾽ ἀκουούσας κακά.

τί γὰρ οὗτος ἡμᾶς οὐκ ἐπισμῇ τῶν κακῶν;

390ποῦ δ᾽ οὐχὶ διαβέβληχ᾽, ὅπουπερ ἔμβραχυ

εἰσὶν θεαταὶ καὶ τραγῳδοὶ καὶ χοροί,

τὰς μοιχοτρόπους, τὰς ἀνδρεραστίας καλῶν,

τὰς οἰνοπότιδας, τὰς προδότιδας, τὰς λάλους,

τὰς οὐδὲν ὑγιές, τὰς μέγ᾽ ἀνδράσιν κακόν:

395ὥστ᾽ εὐθὺς εἰσιόντες ἀπὸ τῶν ἰκρίων

ὑποβλέπουσ᾽ ἡμᾶς σκοποῦνταί τ᾽ εὐθέως

μὴ μοιχὸς ἔνδον ᾖ τις ἀποκεκρυμμένος.

δρᾶσαι δ᾽ ἔθ᾽ ἡμῖν οὐδὲν ὥσπερ καὶ πρὸ τοῦ

ἔξεστι: τοιαῦθ᾽ οὗτος ἐδίδαξεν κακὰ

400τοὺς ἄνδρας ἡμῶν: ὥστ᾽ ἐάνπερ τις πλέκῃ

γυνὴ στέφανον, ἐρᾶν δοκεῖ: κἂν ἐκβάλῃ

σκεῦός τι κατὰ τὴν οἰκίαν πλανωμένη,

ἁνὴρ ἐρωτᾷ, 'τῷ κατέαγεν ἡ χύτρα;

οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως οὐ τῷ Κορινθίῳ ξένῳ.'

405κάμνει κόρη τις, εὐθὺς ἁδελφὸς λέγει,

‘τὸ χρῶμα τοῦτό μ᾽ οὐκ ἀρέσκει τῆς κόρης.’

εἶεν, γυνή τις ὑποβαλέσθαι βούλεται

ἀποροῦσα παίδων, οὐδὲ τοῦτ᾽ ἔστιν λαθεῖν.

ἅνδρες γὰρ ἤδη παρακάθηνται πλησίον:

410πρὸς τοὺς γέροντάς θ᾽ οἳ πρὸ τοῦ τὰς μείρακας

ἤγοντο, διαβέβληκεν, ὥστ᾽ οὐδεὶς γέρων

γαμεῖν ἐθέλει γυναῖκα διὰ τοὔπος τοδὶ

‘δέσποινα γὰρ γέροντι νυμφίῳ γυνή.’

εἶτα διὰ τοῦτον ταῖς γυναικωνίτισιν

415σφραγῖδας ἐπιβάλλουσιν ἤδη καὶ μοχλοὺς

τηροῦντες ἡμᾶς, καὶ προσέτι Μολοττικοὺς

τρέφουσι μορμολυκεῖα τοῖς μοιχοῖς κύνας.

καὶ ταῦτα μὲν ξυγγνώσθ᾽. ἃ δ᾽ ἦν ἡμῖν πρὸ τοῦ

αὐταῖς ταμιεῦσαι καὶ προαιρούσαις λαθεῖν

420ἄλφιτον ἔλαιον οἶνον, οὐδὲ ταῦτ᾽ ἔτι

ἔξεστιν. οἱ γὰρ ἄνδρες ἤδη κλῄδια

αὐτοὶ φοροῦσι κρυπτὰ κακοηθέστατα

Λακωνίκ᾽ ἄττα, τρεῖς ἔχοντα γομφίους.

πρὸ τοῦ μὲν οὖν ἦν ἀλλ᾽ ὑποῖξαι τὴν θύραν

425ποιησαμέναισι δακτύλιον τριωβόλου,

νῦν δ᾽ οὗτος αὐτοὺς ᾡκότριψ Εὐριπίδης

ἐδίδαξε θριπήδεστ᾽ ἔχειν σφραγίδια

ἐξαψαμένους. νῦν οὖν ἐμοὶ τούτῳ δοκεῖ

ὄλεθρόν τιν᾽ ἡμᾶς κυρκανᾶν ἁμωσγέπως,

430ἢ φαρμάκοισιν ἢ μιᾷ γέ τῳ τέχνῃ,

ὅπως ἀπολεῖται. ταῦτ᾽ ἐγὼ φανερῶς λέγω,

τὰ δ᾽ ἄλλα μετὰ τῆς γραμματέως συγγράψομαι.

.

.

.

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η υπόθεση του πινακα - χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Η υπόθεση του πινακα

- χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Η υπόθεση του πινακα

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


1ενα επαγγελματικό ραντεβού,πόζαρε για τον πίνακα του,τελείωσε,πληρώθηκε,

δύο μέρες μετά τον πήρε τηλέφωνο,'θελεις να συναντηθούμε;'ρωτησε η γυναίκα,

συναντήθηκαν,εκεί του είπε για την προσωπική της ζωή,

πέρασαν περίπου τρεις μηνες,χωρίς κάποια επαφή,

στην έκθεση την είδε,την πλησίασε,δεν πρόλαβε,ένας κύριος ήταν σύνοδος της,κάτι της είπε στο αυτί,εκείνη γέλασε,και τον αγκάλιασε,

ο κύριος ζήτησε τον πίνακα,του είπε ότι είχε ήδη πουληθεί,έλεγε ψέματα,

αυτός ο πίνακας δεν πουλήθηκε στην έκθεση,τον είχε στο σαλόνι του,δεν θα 

τον πουλούσε ποτέ,

μετά από καιρό χτύπησε το τηλέφωνο του,ήταν εκείνη,'γιατι δεν πούλησες τον πίνακα;το ποσό ήταν τεραστιο',

δεν της απάντησε κι έκλεισε το τηλέφωνο,

σε λίγο άκουσε το κουδούνι της πόρτας,άνοιξε την πορτα,ήταν εκείνη,'δεν σε πειράζει να κοιμηθώ απόψε εδώ;'του είπε,'χωρισα,και σκέφτηκα εσενα','δεν με πειραζει'της είπε,'απο τότε που δεν αγόρασε τον πίνακα η ζωή μαζί του ήταν ανυποφορη',είπε η γυναίκα,'θελω να τον καταστρέψεις',κατέβασε τον πίνακα,

με ένα λευκό χρώμα τον κάλυψε,'τον εσβησα' της είπε,χαμογελασε,

κοιμήθηκε,

το πρωί όταν σηκώθηκε την βρήκε στο σαλόνι,

'τελικά η καταστροφή του πίνακα δεν εγινε'

είπε η γυναίκα και βγάζοντας ένα περίστροφο τον σημάδεψε

'τωρα γινεται,νταρλινγκ' συνέχισε χαμογελωντας

και τον πυροβολησε

.

.

.

GREEK POETRY -Παρουσια του νου -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-Παρουσια του νου

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.

.



ποίημα '90


Παρουσια του νου

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


 είπε:σώματα στο χώρο

τα φρούδικα θεμέλια της ζωης

ένα πουλί

                       η πάλη ανάμεσα στις διάφορες

προσωπικότητες

ντυμένος με καθρέφτες περπατούσε αγνοώντας

                                 όλα τα βέβαια μαθηματικά

                                 σημεία

κηλιδωμενοι από ασήμι.βλεπουν την Επανάσταση

και δεν φοβάμαι να πω:η ολέθρια άγνοια

ο άνθρωπος που πετάει πέτρα 

3μμ κατέστρεψε ένα μνημείο με πουλιά

                        συμμετέχει στην ξενοδοχειακή

                        βιομηχανία

                        ποντάρει στο άσκοπο

δεν πάνε στο διάολο!

όλοι αυτοί οι κρετινοι γραφιαδες μπορούν.να μας βρίζουν

η Ευρώπη πετρώνει

                           λέμε για τις ηλίθιες δοσοληψίες

προσοχή!Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ

ελλειπής και παιδιάστικη η φιγούρα του ζώου

                                              η αρμονική εξέλιξη

                όλα όσα αγαπάω

                συνέχεια της απέραντης φύσης

                                    η ομορφια-κελαρυσμα ρυακιού

                                     η ομορφια-'σχεδον τιποτα'

       συλλαμβάνω την ακραία μορφή: ελευθερία

ψαράδες σε θολά νερά                       εδω τελειωνει

ο συνειδητός ρυθμός της       

σκέψης

αινσταινικος και κυρίως χωρίς ιδεολογία

μια τεράστια και λογική διαταραχή όλων των αισθήσεων

                                                            η θάλασσα ,τρία πουλιά

ημερη και άγρια χαρά

το ασήμαντο

το διαρκές

                        ενα 

                        στόμα

οι ατέρμονες αλληγοριες

η ηθική υπάρχει μέσα στα λεξικά σας

ένα πουλί

                                                                   ένα πουλί

η ανεξιχνίαστη επαναληψη-η θαλάσσια χλωρίδα

                                                       τορσο αθλητριας

                       η λογική κατασκευή μιας

                        φράσης

αυτοί οι απατεώνες

μου εκμυστηρεύτηκε τα πιο περίεργα όνειρα:ο απολιθωμένος

Αντονεν Αρτώ

ένα φωτεινό μαχαίρι ευνούχισε την ψυχή

ανάμεσα στα σχήματα που παιρνει ο άνεμος

δημιούργησε

και πέρα από κάθε αισθητική 

'το τριαντάφυλλο είναι τριαντάφυλλο '

                                                .          βλέπει από τη φύση

το σκίτσο του δέντρου

σίγουρα παιδαριωδη η κατηγορία:'ο άνθρωπος είναι αυτό

που τρωει'

                                   η σκέψη της σάρκας

το πάθος που λατρευουμε σαν άνθρωποι

μέσα σ'αυτόν τον δαιδαλο    

τα δυο πουλιά

ζωή ανάλογα με τα ποσοστά φωτος

.

.

.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Συν -διηγησεις - χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Συν -διηγησεις

- χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Abstract XIIIX-2μ χ 3μ-χνκουβελης cncouvelis


Συν -διηγησεις

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


1

μια γυναίκα πέρασε με ποδήλατο,άρχισε να βρέχει,όλο δυνάμωνε η βροχή,

πήγε σε ένα υπόστεγο να προφυλαχτεί,κάποτε σταμάτησε,είδε τη γυναίκα 

να ξαναπερνα,',ο κόσμος αποκτά ρυθμο' σκέφτηκε και χαμογέλασε,

.

2

το 1922 ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ ήταν ανταποκριτής της Toronto Star στη Σμύρνη

και γράφει:...είχαμε εντολή να μην κάνουμε τίποτα...

.

3

ο Φίλιππος φίλος του ποιητή Τάκη Σινόπουλου εκτελέστηκε από τους Γερμανούς 

το 1942,

ο άλλος Φίλιππος ένας Μακεδόνας από τη Καστοριά η' την Έδεσσα βυθίστηκε

στον εμφύλιο,δεν τον ξαναδε κανένας,και ποτέ δεν θα μάθουμε την ιστορία του,

Εικόνα 1.ακινητη κοιλάδα

Εικόνα 2.ενας κακός χειμώνας

Εικόνα 3.το καφενείο(Λάρισα)

Εικόνα 4.πυροβολισμοι

Εικόνα 5.η κυρία Πανδώρα και ο άντρα της στο σανατόριο

(φωτόγραφια,πριν το '44 )


άνοιξε το σημείωμα,διάβασε:

Δεν θα ξανάρθει ο Φιλιππος


σε ποια πατρίδα;συλλογιστηκα

.

.

.

Κυριακή 28 Αυγούστου 2022

GREEK POETRY -για την Σεβαστή Μαρία Σκληραινα -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY

-για την Σεβαστή Μαρία Σκληραινα

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.

.


για την Σεβαστή Μαρία Σκληραινα

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


σιγά βυζαντινοί μην ασχοληθεί μαζί της η Ζωή 

μια Πορφυρογεννητη με τη Μαρία Σκληραινα 

κι ας την είπαν και βασιλίδα η' και Σεβαστη 

και ακούστηκε στην αγορά της Πολης το ομηρικό 

Ου Νέμεσις για την ωραιότητα της,άλλωστε λαϊκοί

ήταν οι θαυμαστές,φαιδροτητες,

αυτά ας απασχολούν τον Κωνσταντίνο Θ' Μονομάχο

εκείνην μόνο η εκλεκτη αρωματοποιία  της την ενδιαφέρει

κατά την  μαρτυρίαν του Μιχαήλ Ψελλου

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -(Ένα παραμύθι των αδελφών Γκριμ) Για τον ψαρά και τη γυναίκα του Ein Märchen der Brüder Grimm Von dem Fischer und seiner Frau -αποδοση-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-(Ένα παραμύθι των αδελφών Γκριμ)

Για τον ψαρά και τη γυναίκα του

Ein Märchen der Brüder Grimm

Von dem Fischer und seiner Frau

-αποδοση-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.





(Ένα παραμύθι των αδελφών Γκριμ)

Για τον ψαρά και τη γυναίκα του

Ein Märchen der Brüder Grimm

Von dem Fischer und seiner Frau

-αποδοση-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ήταν μια φορά ένας ψαράς και η γυναίκα του,που κατοικούσαν σε μια

μικρή ψαράδικη καλύβα,κοντά στη θάλασσα,κι ο ψαράς κάθε μέρα πήγαινε 

και ψάρευε,

μια μέρα το αγκίστρι του βυθίστηκε βαθια στο βυθό κι έπιασε  ένα μεγάλο ψαρι και το'τραβηξε εξω,τότε το ψάρι του μίλησε,

καλέ μου ψαρά,άσε με να ζήσω,δεν είμαι κανονικό ψάρι,αλλά ένας μαγεμένος

πρίγκιπας,δεν θα οφεληθεις να με σκοτώσεις,δεν είμαι νόστιμο,ρίξε με πάλι

στη θάλασσα,

αλήθεια,τι το χρειάζομαι ένα ψάρι που μιλάει,είπε ο ψαράς,και το'ριξε πάλι

στη θάλασσα,

όταν ο ψαράς γύρισε στη καλύβα του,άντρα μου,τίποτα δεν έπιασες σήμερα;,

του'πε η γυναίκα του,

όχι,της είπε,έπιασα ένα ψάρι που μιλούσε και μου'πε πως ένας μαγεμένος

πρίγκιπας ήταν,και το'ριξα πάλι στη θάλασσα

και δεν του'χεις τίποτα ζητήσει;,είπε η γυναίκα,

όχι,και τι έπρεπε να του ζητήσω;,είπε ο άντρας,

να του ζητούσες ένα σπιτάκι,να μην μενουμε στη καλύβα,είπε η γυναίκα,πήγαινε

και ζήτα το,

ο άντρας δεν ήθελε,αλλά η γυναίκα του επέμενε,και πηγε στη θάλασσα,

όταν πήγε εκεί η θάλασσα ήταν πράσινη και κίτρινη και λιγο θολή,

τότε φώναξε

ψαράκι ψαράκι

απ' τη θάλασσα βγες

η γυναίκα μου ,θέλει

κάτι να σου ζητησει,

ήρθε λοιπόν το ψάρι κι είπε,τι θέλεις;

κι εκεινος είπε τι ζητούσε η γυναίκα του,ένα σπιτάκι να μένουν,

πήγαινε,είπε το ψάρι,κι αυτό εγινε,

και γύρισε ο ψαράς και βρήκε τη γυναίκα να κάθεται μπροστά σ' ένα σπιτάκι,

και μπήκαν μέσα κι είδε να'χει δωμάτιο με κρεβάτια και κουζίνα μ'όλα τα

σκεύη και πίσω είχε μια μικρή αυλή με χήνες και παπιες κι έναν μικρό κήπο

με λάχανα και δέντρα με φρούτα,

βλέπεις,του'πε η γυναίκα,πόσο ευχάριστα τώρα είναι,

μετά έφαγαν και πήγαν στο κρεβάτι και κοιμηθηκαν,

πέρασαν οκτώ η' δεκατέσσερις μέρες και του'πε η γυναίκα,

άντρα μου,το σπιτάκι είναι στενό,κι η αυλή κι ο κήπος μικρός,πήγαινε στο

ψάρι και ζητά του ένα πύργο να μας δώσει να μενουμε,

ο άντρας δεν ήθελε,μας φτάνει αυτό,τι θέλουμε το μεγαλύτερο;,

η γυναίκα όμως επέμενε πολύ κι αναγκάστηκε να πάει με βαριά καρδια,

όταν έφτασε στη θάλασσα εκείνη ήταν μωβ και σκοτεινή γαλάζια και

γκρίζα,

τότε φωναξε

ψαράκι ψαράκι

απ' τη θάλασσα βγες

η γυναίκα μου ,θέλει

κάτι να σου ζητησει

τι θέλεις πάλι;,είπε το ψάρι,

η γυναίκα μου τώρα θέλει εναν πύργο,είπε αναστεναζοντας ο άντρας,

πήγαινε,είπε το ψάρι,κι αυτό εγινε,

και γύρισε ο ψαράς κι είδε έναν ψηλό πυργο και τη γυναίκα του σε μια μεγάλη

σκάλα,και μπήκαν μέσα στον πύργο,όλα ήταν από μάρμαρο,και πολλοί υπηρέτες,πολύτιμα χαλιά,και χρυσά τραπέζια και καθίσματα,κρυστάλλινοι πολυέλαιοι,πάνω στα τραπέζια όλων των ειδών τα φαγητά και τα πιο καλά κρασια,και πίσω μια μεγάλη αυλή με άλογα και άμαξες,κι ένας κήπος γεμάτος με τα πιο όμορφα λουλούδια και καρποφόρα δέντρα,και ένα δάσος με ζαρκάδια ελάφια και λαγούς για να κυνηγούν,

δεν είναι τώρα όμορφα;είπε η γυναίκα

ναι,είπε ο άντρας,ειναι,κι εδώ θα μένουμε ευτυχισμένοι,

έτσι είπαν και πήγαν να κοιμηθούν,

την άλλη μέρα ξύπνησε πρώτη η γυναίκα,και κοίταξε απ'το παράθυρο τη τεράστια γη που ήταν έξω,

και ξυπνώντας τον άντρα του'πε,

άντρα μου θέλω βασίλισσα να γίνω,να κυβερνώ αυτή τη γη,πήγαινε στο ψάρι και ζητα το,

τι'ναι αυτό τώρα που ζητάς;,είπε ο άντρας,βασίλισσα να γινεις;

αυτό θέλω και πήγαινε να το ζητήσεις,είπε η γυναικα,

κι αναγκάστηκε να πάει με πολύ βαριά καρδιά,

όταν έφτασε στη θάλασσα εκείνη ήταν σκοτεινή μαυρη και το νερό  βρωμουσε,

τότε φωναξε,

ψαράκι ψαράκι

απ' τη θάλασσα βγες

η γυναίκα μου ,θέλει

κάτι να σου ζητησει

τι θέλεις πάλι τωρα;,είπε το ψάρι,

η γυναίκα μου τώρα θέλει βασίλισσα να γινει,είπε αναστεναζοντας ο άντρας

πήγαινε,είπε το ψάρι,κι αυτό εγινε,

και γύρισε ο ψαράς και στη θέση του πύργου είδε ένα παλάτι,με πύργους και πολεμίστρες, φρουροί στέκονταν στη πόρτα,και πολλοί στρατιώτες με σάλπιγγες και τρομπετες,

και μπήκε στο σπίτι,όλα ήταν από μάρμαρο και χρυσάφι και βελούδινα χαλιά,κι όταν από τη μεγάλη πόρτα μπήκε στην μεγάλη αίθουσα,εκεί ήταν γεμάτοι αυλικούς,κι είδε τη γυναίκα του να κάθεται σε έναν ψηλό θρόνο από χρυσό και διαμάντια και στο χερι της να κρατάει ένα χρυσό σκήπτρο με πολύτιμα πετράδια,

και στις δύο πλευρές της στέκονταν οι νεαρές κύριες των τιμών η μια ομορφότερη απ'την αλλη,

τώρα είσαι βασίλισσα ,της είπε

ναι,είμαι βασίλισσα ,του'πε η γυναίκα,

δεν περασε όμως  πολύ καιρός και του είπε,

θέλω να γίνω αυτοκράτειρα,πήγαινε αμέσως στο ψάρι και ζητα το,

μα,αυτό δεν γίνεται,είπε ο άντρας,μια αυτοκράτειρα μόνο υπάρχει,

εγω,θέλω να γίνω,αυτοκράτειρα, επέμενε εκείνη,κι αφού το ψάρι μπόρεσε βασίλισσα να με κάνει μπορεί κι αυτοκράτειρα,

κι αναγκάστηκε παλι να πάει με πολύ βαριά καρδιά,

όταν έφτασε στη θάλασσα εκείνη ήταν κατασκοτεινη

κι ο δυνατός αέρας σήκωνε ψηλά κύματα κι ανεμοστροβιλο,

τότε φωναξε,

ψαράκι ψαράκι

απ' τη θάλασσα βγες

η γυναίκα μου ,θέλει

κάτι να σου ζητησει

τι θέλεις πάλι ;,είπε το ψάρι,

η γυναίκα μου τώρα θέλει αυτοκράτειρα να γινει,είπε βαριά αναστεναζοντας ο άντρας,

πήγαινε,είπε το ψάρι,κι αυτό εγινε,

και γύρισε ο ψαράς κι είδε έναν  πύργο από αστραφτερό μαρμαρο αλαβαστρο και χρυσάφι,μπροστά στη πόρτα βάδιζαν σε παράταξη οι στρατιώτες και σαλπιζαν και τυμπανιζαν,και μέσα ήταν βαρόνοι και κομητες και δουκες,έτοιμοι να υπηρετήσουν,κι άνοιξαν οι χρυσές πόρτες και μπήκε στην αίθουσα που κάθονταν η γυναίκα του σ'ενα θρονο όλο χρυσό και πάρα πολύ ψηλό,και φορούσε μια μεγάλη χρυσή κορώνα με μπριλαντια,στο ένα χέρι κρατούσε το σκήπτρο και στ'αλλο την αυτοκρατορική σφαίρα,και στις δύο πλευρές της στέκονταν οι σωματοφύλακες σε δύο σειρές,από αυτον σαν γίγαντα τεράστιο μέχρι αυτον σαν το μικρο δακτυλακι νανο,και μπροστά πολλοί πρίγκιπες και δουκες,

ο ψαράς πέρασε ανάμεσα τους κι είπε στη γυναίκα του,

τώρα είσαι αυτοκράτειρα,

ναι είμαι αυτοκράτειρα,είπε εκεινη,

δεν περασε όμως πολύ καιρός και του'πε,

τώρα θέλω να γίνω παπας,πήγαινε στο ψάρι και ζητά το,

μα τι λες,ένας μονάχα παπας υπάρχει στους χριστιανούς,

αυτό θέλω,επέμενε εκείνη,να γίνω πάπας,και το ψάρι αφού μ'εκανε αυτοκράτειρα μπορεί να με κάνει και παπα,είμαι αυτοκράτειρα και σε διατάζω αμέσως να πας,

κι αναγκάστηκε παλι να πάει με πάρα πολύ βαριά καρδιά,

όταν έφτασε στη θάλασσα εκείνη ήταν πολύ σκοτεινη, η θύελλα σήκωνε μεγαλα κύματα και τα καράβια κινδύνευαν να βουλιαξουν,

τότε φωναξε,

ψαράκι ψαράκι

απ' τη θάλασσα βγες

η γυναίκα μου ,θέλει

κάτι να σου ζητησει

τι θέλεις πάλι ;,είπε το ψάρι,

η γυναίκα μου τώρα θέλει παπας να γινει,είπε βαριά αναστεναζοντας ο άντρας,

πήγαινε,είπε το ψάρι,κι αυτό εγινε,

και γύρισε ο ψαράς κι είδε μια μεγάλη εκκλησία,περιτριγυρισμένη από παλατια,και περνώντας μέσα απ'το μεγάλο πλήθος του κόσμου,μπήκε σε μια αίθουσα που τη φώτιζαν χιλιάδες φώτα,κι είδε τη γυναίκα του στολισμένη στα χρυσά ρούχα να κάθεται πάνω στον πιο ψηλό θρόνο και να φορεί τρεις χρυσές κορώνες στο κεφάλι της,γύρω της πολλοί ιερωμένοι,και στις δύο πλευρές της ήταν δύο σειρές λαμπάδες,από την λαμπάδα σαν τον πιο ψηλό πύργο μέχρι τη λαμπάδα σαν το πιο μικρο λυχναρι,κι όλοι οι αυτοκράτορες κι οι βασιλιάδες την προσκυνούσαν ,

γυναίκα τώρα,της είπε,είσαι παπας,

ναι,είπε εκείνη,τώρα είμαι πάπας,

έτσι είπαν και πήγαν να κοιμηθούν,

αλλ'ομως εκείνη δεν μπορούσε να κοιμηθεί,δεν την άφηνε η απληστια,τι άλλο μπορούσε να γίνει;,

ο άντρας κοιμόνταν βαθιά,κι εκείνη στριφογυρνουσε στο κρεβάτι όλη τη νύχτα,κι όταν ο ήλιος ανέτειλε,τότε πετάχτηκε απ'το κρεβάτι και πήγε στο παράθυρο,και κοιτούσε τον ήλιο,

γιατί να μην κυβερνήσω τον ήλιο,σκέφτηκε κι αμέσως έτρεξε και ξύπνησε τον άντρα της,

ξύπνα,του'πε,και πήγαινε αμέσως τωρα στο ψάρι,δεν μπορώ να ησυχάσω,και ζητα του να με κάνει θεό,

αυτό γυναίκα,δεν μπορεί να γίνει,της είπε ο άντρας,το ψάρι σε έκανε βασίλισσα αυτοκράτειρα παπα,θεό δεν μπορεί να σε κάνει,ας μείνεις παπας,

ακούς τι σου λέω,του φωναξε αγρια εκεινη,εμπρός πήγαινε αμέσως στο ψάρι να με κάνει θεό,

κι αναγκάστηκε παλι να πάει με πάρα πολύ βαριά καρδιά και πολύ φοβο,

όταν έφτασε στη θάλασσα

ήταν τρομερή καταιγίδα και δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του,τα σπίτια και τα δέντρα έτρεμαν και τα βουνά σειωνταν και τα βράχια ξεκολλούσαν και κατρακυλούσαν στη θάλασσα, κι ο ουρανός ήταν πίσσα σκοτάδι,βροντουσε κι αστραφτε και τα κύματα ήταν τεράστια σαν καμπαναριά και βουνά,  

τότε φωναξε πολύ δυνατα γιατί ούτε τη φωνή του δεν μπορούσε ν'ακουσει,

ψαράκι ψαράκι

απ' τη θάλασσα βγες

η γυναίκα μου ,θέλει

κάτι να σου ζητησει,

τι θέλεις πάλι ;,είπε το ψάρι,

η γυναίκα μου τώρα θέλει ο θεός να γινει,είπε βαριά αναστεναζοντας ο άντρας,

πήγαινε,είπε το ψάρι,και θα τη βρεις πάλι να κάθεται στο ψαράδικο καλυβάκι,


εκεί ακόμα αυτοί κάθονται μέχρι τη σημερινή μέρα,

.

.

Von dem Fischer und seiner Frau

Ein Märchen der Brüder Grimm

Von dem Fischer und seiner Frau


Es war einmal ein Fischer und seine Frau, die wohnten zusammen in einer kleinen Fischerhütte, dicht an der See, und der Fischer ging alle Tage hin und angelte: und angelte und angelte.

So saß er auch einmal mit seiner Angel und sah immer in das klare Wasser hinein: und so saß er nun und saß.

Da ging die Angel auf den Grund, tief hinunter, und als er sie heraufhohe, da holte er einen großen Butt heraus. Da sagte der Butt zu ihm: "Hör mal, Fischer, ich bitte dich, laß mich leben, ich bin kein richtiger Butt, ich bin ein verwunschener Prinz. Was hilft's dir denn, wenn du mich tötest? Ich würde dir doch nicht recht schmecken: Setz mich wieder ins Wasser und laß mich schwimmen." - "Nun," sagte der Mann, "du brauchst nicht so viele Worte zu machen: einen Butt, der sprechen kann, werde ich doch wohl schwimmen lassen." Damit setzte er ihn wieder in das klare Wasser. Da ging der Butt auf Grund und ließ einen langen Streifen Blut hinter sich. Da stand der Fischer auf und ging zu seiner Frau in die kleine Hütte.

"Mann," sagte die Frau, "hast du heute nichts gefangen?" - "Nein," sagte der Mann. "Ich fing einen Butt, der sagte, er wäre ein verwunschener Prinz, da hab ich ihn wieder schwimmen lassen." - "Hast du dir denn nichts gewünscht?" sagte die Frau. "Nein," sagte der Mann, "was sollte ich mir wünschen?" - "Ach," sagte die Frau, "das ist doch übel, immer hier in der Hütte zu wohnen: die stinkt und ist so eklig; du hättest uns doch ein kleines Häuschen wünschen können. Geh noch einmal hin und ruf ihn. Sag ihm, wir wollen ein kleines Häuschen haben, er tut das gewiß." - "Ach," sagte der Mann, "was soll ich da nochmal hingehen?" - "I," sagte die Frau, "du hattest ihn doch gefangen und hast ihn wieder schwimmen lassen - er tut das gewiß. Geh gleich hin!" Der Mann wollte noch nicht recht, wollte aber auch seiner Frau nicht zuwiderhandeln und ging hin an die See.

Als er dorthin kam, war die See ganz grün und gelb und gar nicht mehr so klar. So stellte er sich hin und sagte:

"Männlein, Männlein, Timpe Te,

Buttje, Buttje in der See,

Meine Frau, die Ilsebill,

Will nicht so, wie ich wohl will."

Da kam der Butt angeschwommen und sagte: "Na, was will sie denn?" - "Ach," sagte der Mann, "ich hatte dich doch gefangen; nun sagt meine Frau, ich hätt mir doch was wünschen sollen. Sie mag nicht mehr in der Hütte wohnen, sie will gern ein Häuschen." - "Geh nur," sagte der Butt, "sie hat es schon."

Da ging der Mann hin, und seine Frau saß nicht mehr in der kleinen Hütte, denn an ihrer Stelle stand jetzt ein Häuschen, und seine Frau saß vor der Türe auf einer Bank. Da nahm ihn seine Frau bei der Hand und sagte zu ihm: "Komm nur herein, sieh, nun ist doch das viel besser." Da gingen sie hinein, und in dem Häuschen war ein kleiner Vorplatz und eine kleine reine Stube und Kammer, wo jedem sein Bett stand, und Küche und Speisekammer, alles aufs beste mit Gerätschaften versehen und aufs schönste aufgestellt, Zinnzeug und Messing, was eben so dazugehört. Dahinter war auch ein kleiner Hof mit Hühnern und Enten und ein kleiner Garten mit Grünzeug und Obst. "Sieh," sagte die Frau, "ist das nicht nett?" - "Ja," sagte der Mann, "so soll es bleiben; nun wollen wir recht vergnügt leben." - "Das wollen wir uns bedenken," sagte die Frau. Dann aßen sie etwas und gingen zu Bett.

So ging es wohl nun acht oder vierzehn Tage, da sagte die Frau: "Hör, Mann, das Häuschen ist auch gar zu eng, und der Hof und der Garten ist so klein: der Butt hätt uns auch wohl ein größeres Haus schenken können. Ich möchte wohl in einem großen steinernen Schloß wohnen. Geh hin zum Butt, er soll uns ein Schloß schenken." - "Ach Frau," sagte der Mann, "das Häuschen ist ja gut genug, warum wollen wir in einem Schloß wohnen?" -"I was," sagte die Frau, "geh du man hin, der Butt kann das schon." - "Nein, Frau," sagte der Mann, "der Butt hat uns erst das Häuschen gegeben. Ich mag nun nicht schon wieder kommen, den Butt könnte das verdrießen." - "Geh doch," sagte die Frau, "er kann das recht gut und tut es auch gern; geh du nur hin." Dem Mann war sein Herz so schwer, und er wollte nicht; er sagte zu sich selber: "Das ist nicht recht." Aber er ging doch hin.

Als er an die See kam, war das Wasser ganz violett und dunkelblau und grau und dick, und gar nicht mehr so grün und gelb, doch war es noch still. Da stellte er sich hin und sagte:

"Männlein, Männlein, Timpe Te,

Buttje, Buttje in der See,

Meine Frau, die Ilsebill,

Will nicht so, wie ich wohl will."

"Na, was will sie denn?" sagte der Butt. "Ach," sagte der Mann, halb betrübt, "sie will in einem großen steinernen Schloß wohnen." - "Geh nur hin, sie steht vor der Tür," sagte der Butt.

Da ging der Mann hin und dachte, er wollte nach Hause gehen, als er aber dahin kam, da stand dort ein großer steinerner Palast, und seine Frau stand oben auf der Treppe und wollte hineingehen: da nahm sie ihn bei der Hand und sagte: "Komm nur herein." Damit ging er mit ihr hinein, und in dem Schloß war eine große Diele mit einem marmornen Estrich, und da waren so viele Bediente, die rissen die großen Türen auf, und die Wände waren alle blank und mit schönen Tapeten ausgestattet, und in den Zimmern lauter goldene Stühle und Tische, und kristallene Kronleuchter hingen von der Decke; alle Stuben und Kammern waren mit Fußdecken versehen. Auf den Tischen stand das Essen und der allerbeste Wein, daß sie fast brechen wollten. Und hinter dem Haus war auch ein großer Hof mit Pferde- und Kuhstall, und Kutschwagen: alles vom allerbesten; auch war da ein großer herrlicher Garten mit den schönsten Blumen und feinen Obstbäumen, und ein herrlicher Park, wohl eine halbe Meile lang, da waren Hirsche und Rehe drin und alles, was man nur immer wünschen mag. "Na," sagte die Frau, "ist das nun nicht schön?" - "Ach ja," sagte der Mann, "so soll es auch bleiben. Nun wollen wir auch in dem schönen Schloß wohnen und wollen zufrieden sein." - "Das wollen wir uns bedenken," sagte die Frau, "und wollen es beschlafen." Darauf gingen sie zu Bett.

Am andern Morgen wachte die Frau als erste auf; es war gerade Tag geworden, und sah von ihrem Bett aus das herrliche Land vor sich liegen. Der Mann reckte sich noch, da stieß sie ihn mit dem Ellbogen in die Seite und sagte: "Mann, steh auf und guck mal aus dem Fenster. Sieh, können wir nicht König werden über all das Land? Geh hin zum Butt, wir wollen König sein." - "Ach Frau," sagte der Mann, "warum wollen wir König sein?" - "Nun," sagte die Frau, "willst du nicht König sein, so will ich König sein. Geh hin zum Butt, ich will König sein." - "Ach Frau," sagte der Mann, "was willst du König sein? Das mag ich ihm nicht sagen." - "Warum nicht?" sagte die Frau, "geh stracks hin, ich muß König sein." Da ging der Mann hin und war ganz bedrückt, daß seine Frau König werden wollte. Das ist und ist nicht recht, dachte der Mann. Er wollte nicht hingehen, ging aber dann doch hin.

Und als er an die See kam, war die See ganz schwarzgrau, und das Wasser drängte so von unten herauf und stank auch ganz faul. Da stellte er sich hin und sagte:

"Männlein, Männlein, Timpe Te,

Buttje, Buttje in der See,

Meine Frau, die Ilsebill,

Will nicht so, wie ich wohl will."

"Na, was will sie denn?" sagte der Butt. "Ach," sagte der Mann, "sie will König werden." - "Geh nur hin, sie ist es schon," sagte der Butt.

Da ging der Mann hin, und als er zu dem Palast kam, war das Schloß viel größer geworden, mit einem großen Turm und herrlichem Zierat daran: und die Schildwache stand vor dem Tor, und da waren so viele Soldaten und Pauken und Trompeten. Und als er in das Haus kam, so war alles von purem Marmor und Gold, und sammtne Decken und große goldene Quasten. Da gingen die Türen von dem Saal auf, wo der ganze Hofstaat war, und seine Frau saß auf einem hohen Thron von Gold und Diamanten und hatte eine große goldene Krone auf und das Zepter in der Hand von purem Gold und Edelstein. Und auf beiden Seiten von ihr standen sechs Jungfrauen in einer Reihe, immer eine einen Kopf kleiner als die andere. Da stellte er sich hin und sagte: "Ach Frau, bist du nun König?" - "Ja," sagte die Frau, "nun bin ich König." Da stand er nun und sah sie an; und als er sie eine Zeitlang so angesehen hatte, sagte er: "Ach Frau, was ist das schön, daß du nun König bist! Nun wollen wir uns auch nichts mehr wünschen." - "Nein, Mann," sagte die Frau, und war ganz unruhig, "mir wird schon Zeit und Weile lang, ich kann das nicht mehr aushalten. Geh hin zum Butt: König bin ich, nun muß ich auch Kaiser werden." - "Ach Frau," sagte der Mann, "warum willst du Kaiser werden?" - "Mann," sagte sie, "geh zum Butt, ich will Kaiser sein!" - "Ach Frau," sagte der Mann, "Kaiser kann er nicht machen, ich mag dem Butt das nicht zu sagen; Kaiser ist nur einmal im Reich: Kaiser kann der Butt nicht machen." - "Was," sagte die Frau, "ich bin König, und du bist doch mein Mann; willst du gleich hingehen? Gleich geh hin! - Kann er Könige machen, so kann er auch Kaiser machen; ich will und will Kaiser sein! Geh gleich hin!" Da mußte er hingehen. Als der Mann aber hinging, war ihm ganz bang; und als er so ging, dachte er bei sich: Das geht und geht nicht gut: Kaiser ist zu unverschämt, der Butt wird's am Ende leid. Inzwischen kam er an die See. Da war die See noch ganz schwarz und dick und fing an, so von unten herauf zu schäumen, daß sie Blasen warf; und es ging so ein Wirbelwind über die See hin, daß sie sich nur so drehte. Und den Mann ergriff ein Grauen. Da stand er nun und sagte:

"Männlein, Männlein, Timpe Te,

Buttje, Buttje in der See,

Meine Frau, die Ilsebill,

Will nicht so, wie ich wohl will."

"Na, was will sie denn?" sagte der Butt. "Ach, Butt," sagte er, "meine Frau will Kaiser werden." - "Geh nur hin," sagte der Butt, "sie ist es schon."

Da ging der Mann hin, und als er dort ankam, war das ganze Schloß von poliertem Marmor mit Figuren aus Alabaster und goldenen Zieraten. Vor der Tür marschierten die Soldaten, und sie bliesen Trompeten und schlugen Pauken und Trommeln; aber in dem Hause, da gingen die Barone und Grafen und Herzöge herum und taten, als ob sie Diener wären. Die machten ihm die Türen auf, die von lauter Gold waren. Und als er hereinkam, da saß seine Frau auf einem Thron, der war von einem Stück Gold und war wohl zwei Meilen hoch; und sie hatte eine große goldene Krone auf, die war drei Ellen hoch und mit Brillanten und Karfunkelsteinen besetzt. In der einen Hand hatte sie das Zepter und in der andern den Reichsapfel, und auf beiden Seiten neben ihr, da standen die Trabanten so in zwei Reihen, immer einer kleiner als der andere, von dem allergrößten Riesen, der war zwei Meilen hoch, bis zu dem allerwinzigsten Zwerg, der war so groß wie mein kleiner Finger. Und vor ihr standen viele Fürsten und Herzöge. Da trat nun der Mann zwischen sie und sagte: "Frau, bist du nun Kaiser?" - "Ja," sagte sie, "ich bin Kaiser." Da stellte er sich nun hin und besah sie sich recht, und als er sie so eine Zeitlang angesehen hatte, da sagte er: "Ach, Frau, wie steht dir das schön, daß du Kaiser bist." - "Mann," sagte sie, "was stehst du da? Ich bin nun Kaiser, nun will ich auch Papst werden; geh hin zum Butt." - "Ach Frau," sagte der Mann, "was willst du denn nicht alles? Papst kannst du nicht werden, ihn gibt's nur einmal in der Christenheit: das kann er doch nicht machen!" - "Mann," sagte sie, "ich will Papst werden, geh gleich hin, ich muß heute noch Papst werden." - "Nein, Frau," sagte der Mann, "das mag ich ihm nicht sagen, das ist nicht gut, das ist zuviel verlangt, zum Papst kann dich der Butt nicht machen." - "Mann, schwatz kein dummes Zeug!" sagte die Frau. "Kann er Kaiser machen, so kann er auch einen Papst machen. Geh sofort hin; ich bin Kaiser, und du bist doch mein Mann. Willst du wohl hingehen?" Da wurde ihm ganz bang zumute, und er ging hin, aber ihm war ganz flau dabei; er zitterte und bebte, und die Knie und Waden schlotterten ihm. Und da strich so ein Wind über das Land , und die Wolken flogen, und es wurde so düster wie gegen den Abend zu: die Blätter wehten von den Bäumen, und das Wasser ging hoch und brauste so, als ob es kochte, und platschte an das Ufer, und in der Ferne sah er die Schiffe, die gaben Notschüsse ab und tanzten und sprangen auf den Wogen. Doch war der Himmel in der Mitte noch ein bißchen blau, aber an den Seiten, da zog es so recht rot auf wie ein schweres Gewitter. Da ging er ganz verzagt hin und stand da in seiner Angst und sagte:

"Männlein, Männlein, Timpe Te,

Buttje, Buttje in der See,

Meine Frau, die Ilsebill,

Will nicht so, wie ich wohl will."

"Na, was will sie denn?" sagte der Butt. "Ach"; sagte der Mann, "sie will Papst werden." - "Geh nur hin, sie ist es schon," sagte der Butt.


Da ging er hin, und als er ankam, da war da eine große Kirche, von lauter Palästen umgeben. Da drängte ersieh durch das Volk; inwendig war aber alles mit tausend und tausend Lichtern erleuchtet, und seine Frau war ganz in Gold gekleidet und saß auf einem noch viel höheren Thron und hatte drei große goldene Kronen auf, und um sie herum, da war so viel geistlicher Staat, und zu beiden Seiten von ihr, da standen zwei Reihen Lichter, das größte so dick und so groß wie der allergrößte Turm, bis zu dem allerkleinsten Küchenlicht. Und all die Kaiser und Könige, die lagen vor ihr auf den Knien und küßten ihr den Pantoffel. "Frau," sagte der Mann und sah sie so recht an, "bist du nun Papst?" - "Ja," sagte sie, "ich bin Papst." Da ging er hin und sah sie recht an, und da war ihm, als ob er in die helle Sonne sähe. Als er sie so eine Zeitlang angesehen hatte, sagte er: "Ach Frau, wie gut steht dir das, daß du Papst bist!" Sie saß aber ganz steif wie ein Baum und rührte und regte sich nicht. Da sagte er: "Frau, nun sei zufrieden, daß du Papst bist, denn nun kannst du doch nichts mehr werden." - "Das will ich mir bedenken," sagte die Frau. Damit gingen sie beide zu Bett. Aber sie war nicht zufrieden, und die Gier ließ sie nicht schlafen; sie dachte immer, was sie noch werden könnte.

Der Mann schlief recht gut und fest, er hatte am Tag viel laufen müssen; die Frau aber konnte gar nicht einschlafen und warf sich die ganze Nacht von einer Seite auf die andere und dachte immer darüber nach, was sie wohl noch werden könnte, und konnte sich doch auf nichts mehr besinnen. Indessen wollte die Sonne aufgehen, und als sie das Morgenrot sah, setzte sie sich aufrecht im Bett hin und sah da hinein. Und als sie aus dem Fenster die Sonne so heraufkommen sah: Ha, dachte sie, kann ich nicht auch die Sonne und den Mond aufgehen lassen? - "Mann," sagte sie und stieß ihn mit dem Ellenbogen in die Rippen; "wach auf, geh hin zum Butt, ich will werden wie der liebe Gott." Der Mann war noch ganz schlaftrunken, aber er erschrak so, daß er aus dem Bett fiel. Er meinte, er hätte sich verhört, rieb sich die Augen aus und sagte: "Ach Frau, was sagst du?" - "Mann," sagte sie, "wenn ich nicht die Sonne und den Mond kann aufgehen lassen, das kann ich nicht aushalten, und ich habe keine ruhige Stunde mehr, daß ich sie nicht selbst kann aufgehen lassen." Dabei sah sie ihn ganz böse an, daß ihn ein Schauder überlief. "Gleich geh hin, ich will werden wie der liebe Gott." - "Ach Frau," sagte der Mann und fiel vor ihr auf die Knie, "das kann der Butt nicht. Kaiser und Papst kann er machen; - ich bin dich, geh in dich und bleibe Papst." Da überkam sie die Bosheit, die Haare flogen ihr so wild um den Kopf und sie schrie: "Ich halte das nicht aus! Und ich halte das nicht länger aus! Willst du hingehen?!" Da zog er sich die Hose an und lief davon wie unsinnig.

Draußen aber ging der Sturm und brauste, daß er kaum auf den Füßen stehen konnte. Die Häuser und die Bäume wurden umgeweht, und die Berge bebten, und die Felsenstücke rollten in die See, und der Himmel war ganz pechschwarz, und es donnerte und blitzte, und die See ging in so hohen schwarzen Wogen wie Kirchtürme und Berge, und hatten oben alle eine weiße Schaumkrone auf. Da schrie er, und konnte sein eigenes Wort nicht hören:

"Männlein, Männlein, Timpe Te,

Buttje, Buttje in der See,

Meine Frau, die Ilsebill,

Will nicht so, wie ich wohl will."

"Na, was will sie denn?" sagte der Butt. "Ach," sagte er, "sie will werden wie der liebe Gott." - "Geh nur hin, sie sitzt schon wieder in der Fischerhütte."


Da sitzen sie noch bis auf den heutigen Tag.

.

.

.