I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

GREEK POETRY -Μετάφραση στα Αγγλικα: ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Μετάφραση στα Αγγλικα:

ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

Μετάφραση στα Αγγλικα:

ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

-χνκουβελης cncouvelis


ποιητική μετάφραση με μεταφραστικές παρατηρήσεις,κρατώντας τις αριθμημένες ενότητες,τις επαναλήψεις,τις παύλες και όσο γίνεται την ασυνέχεια του πρωτοτύπου. Όπου ένα ελληνικό λογοπαίγνιο ή αρχαιοελληνικός/εκκλησιαστικός απόηχος δεν μεταφέρεται αυτούσιο,το σημειώνω.


ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

PLEATED POETRY


I

dawn-blue

I school the memory

dove-mist, a fragrant whitening

the sower

the north wind

the south wind, boatman

dewdrop

or dew-drop

or else, a little drop

open-air winnowings

of the voice

luminous


the lizard wandered in the sun

as though it had acquired knowledge

that day the child on the shore

stared at the stones


if only

the dream

were

the language


Παρατήρηση:

Το «ορθρινό γαλάζιο» αποδίδεται ως dawn-blue, ώστε να παραμείνει η συμπύκνωση του ελληνικού ουσιαστικού/επιθέτου. Το «παιδεύω τη μνήμη» έγινε I school the memory, όχι I educate memory. Το school κρατά την αίσθηση της άσκησης, της μαθητείας και της πειθαρχίας.

Το:

«δροσοσταλιά / η' δροσοσταλίδα / η' αλλιώς σταλαγματιά»

είναι σκόπιμα λεξικογραφικό. Η πολλαπλή ονομασία ενός πράγματος αποτελεί ήδη σχόλιο πάνω στη γλώσσα.


II

That day Ajax

grew sickened by cunning.


perhaps the wind

had stopped?


that day Ajax


in music the hearing becomes melodic

as the nightingale in spring

that day

Ajax moved along the shore


para thin’ alos

save us, O Lord


lead us not into temptation


the wound open upon the wave


the cry torn to pieces among the trees


noon


Παρατήρηση:

Κρατώ το Ajax αντί να εξομαλύνω το όνομα. Το cunning για το «πονηριά» είναι πιο ανοιχτό από το deceit, γιατί το ελληνικό μπορεί να σημαίνει τόσο δολιότητα όσο και πονηριά.

Το para thin’ alos δεν μεταφράζεται. Είναι η ελληνική αρχαιοπρεπής φράση «παρά θιν’ αλός», «along the shore/by the sea». Η διατήρησή της μέσα στο αγγλικό ποίημα είναι σημαντική: αποτελεί ένα ξένο, αρχαιολογικό θραύσμα.

Το «σωσον Κύριε» γίνεται:

save us, O Lord

ενώ το «μην εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν» αποδίδεται με τη γνωστή βιβλική αγγλική διατύπωση:

lead us not into temptation

Έτσι παραμένει η βυζαντινή/λειτουργική ηχώ.


III

golden mask

Asine

the green figure

duck in the thyme

where do the words go?

the crew aboard the vessel

festering from

suffering, the full moon

hanging from

the mast, the sea

will end

by morning

a spindle, the sky

in the rain

all night the firefly


tomorrow

golden mask


in Achilles’ dream

the sea

in Scyros


Παρατήρηση:

Το Ασίνη γίνεται Asine, διατηρώντας τον ελληνικό τόπο και την πολιτισμική του φόρτιση. Το:

«Ασινην τε»

θα μπορούσε επίσης να παραμείνει αυτούσιο σε μια πιο ακραία αγγλική έκδοση.

Η εικόνα:

«παπιά στο θυμάρι»

είναι παράλογη και πρέπει να παραμείνει παράλογη. Δεν πρέπει να «διορθωθεί» ερμηνευτικά.

Το festering from suffering προσπαθεί να κρατήσει την παράξενη σύζευξη σωματικής σήψης και ψυχικού μαρτυρίου.


IV

with wives and children

the old man

walked on foot

if we should be taken up


afterwards

near the East


the fig tree

cast its conical shadow


the knife cut the bread into slices


he returned from carrying the stone


at night, instead of the moon, the clouds


he played the lyre with a bow


forgive them


Παρατήρηση:

Το «συν γυναιξί και τέκνοις» παραπέμπει σε βιβλικό/αρχαΐζον ύφος. Το απέδωσα with wives and children, αλλά η αρχαϊκή φράση μπορεί να διατηρηθεί ως syn gynaixi kai teknois σε φιλολογική έκδοση.

Το:

«εδοξάρισε τη λύρα»

είναι ιδιαίτερα δύσκολο. Το ελληνικό συνδέει το δοξάρι με τη λύρα με έναν τρόπο σχεδόν βίαιο: το όργανο μετακινείται από το δικό του πολιτισμικό λεξιλόγιο σε άλλο. Το played the lyre with a bow κρατά την παραδοξότητα.


V

the bee returned

the horizon, a line


and the boat among the reeds

above all, let us not lose the Pleiades

it asked


two years ago


“— language — is — metaphysical —”


footsteps on ice

water-moistened blue

the next day

the gulls

like the bones of the swordfish


in the light


Παρατήρηση:

Εδώ οι παύλες είναι απαραίτητες:

“— language — is — metaphysical —”

Η πρόταση παύει να είναι φυσικός λόγος και γίνεται αντικείμενο ανάλυσης. Η γλώσσα διαλύεται στα συστατικά της.

Το «υγραμένο γαλάζιο» αποδίδεται water-moistened blue, μια κάπως παράξενη αγγλική φράση που προτιμώ από το φυσικότερο wet blue, επειδή το πρωτότυπο θέλει την αίσθηση της υλικότητας.


VI

he told me about the conspiracy

from beginning to its shameful end


once he went on like this


all the designs of the piano, with his back

turned, he played


sometimes he stopped


Παρατήρηση:

Η απλότητα εδώ είναι σκόπιμη. Μετά την πολιτισμική πυκνότητα των προηγούμενων ενοτήτων, η αφήγηση γίνεται σχεδόν προφορική.

Το:

«με γυρισμένη τη πλάτη έπαιζε»

έχει μια παράλογη κινηματογραφικότητα. Δεν εξηγείται.


VII

on the iconostasis, to the left, the image of John

the Colorist [called Tsarouchis]

celebrating the eighth day of the month of April


into the sea the dove sank

white, the wave broke upon the shore

Goethe was right


The color in the word is not the color


the foot fluttered softly at the ankle


white

white


white


Παρατήρηση:

Εδώ το «Ιωάννης ο Χρωματιστής» μεταφράζεται John the Colorist. Το «επονομαζόμενος Τσαρούχης» γίνεται called Tsarouchis, ώστε να διατηρηθεί το ψευδοσυναξαριακό ύφος.

Το:

«λευκό / λευκό / λευκό»

πρέπει οπωσδήποτε να παραμείνει white / white / white. Η τριπλή επανάληψη είναι οπτική, όχι απλώς σημασιολογική.

Και εδώ βρίσκεται μία από τις πιο σημαντικές προτάσεις ολόκληρου του έργου:

The color in the word is not the color.


VIII

in a film by Godard, the violin blossomed

beneath the moon


we heard the cry: “Advance, sons of Greeks!”


until dawn he told the story, and then

close to dawn he fell asleep


somehow language helped me


Παρατήρηση:

Το:

«Ίτε παίδες Ελλήνων»

μεταφέρεται ως:

“Advance, sons of Greeks!”

και όχι Go, children of Greeks, επειδή το advance διατηρεί τη στρατιωτική/ιστορική ηχώ.

Η φράση εισέρχεται ξαφνικά σε μια ταινία του Godard: αρχαιότητα, κινηματογράφος και προσωπική αφήγηση βρίσκονται στο ίδιο πλάνο.


IX

peri — pherei

pherei

peri — pherei

peri — stood beside

the verse, the breath scented

the ode of the flying swan

palpable

the touch of con—presence


con—be

be—


noon, the day


Παρατήρηση:

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο μεταφραστικό πρόβλημα του έργου.

Το ελληνικό:

«περι-φέρει»

βασίζεται στη μορφολογία της ελληνικής λέξης. Δεν υπάρχει αγγλικό ισοδύναμο που να αναπαράγει ακριβώς το ίδιο παιχνίδι.

Γι’ αυτό προτείνω να μη μεταφραστεί.

Το peri — pherei γίνεται ξένο σώμα μέσα στην αγγλική γλώσσα, όπως ακριβώς η λέξη γίνεται αντικείμενο μέσα στην ελληνική.

Το «συν-ουσία» είναι ακόμη πιο δύσκολο. Το con—presence είναι δημιουργική μετάφραση του συνουσία: con- ως «μαζί» και presence ως «ουσία/παρουσία». Δεν είναι λεξικογραφική μετάφραση· είναι μεταφραστικό ανάλογο.


X

it is late


the caique with Philoctetes has not returned

yet, for two days and two nights


the grapes on the vine have begun to redden

and the apples on the cheeks have turned red


when Odysseus saw him, he was rotting


a swarm of butterflies told him

the stories of his mind


the fig tree full of figs, the olive

was bearing fruit

“When we have liberated the Greek lands

then our soul will rest.”


the pomegranate was opening its pomegranates


it is late


the caique with Philoctetes sails the sea, tomorrow morning

they will moor the hulls

at the docks


when they saw him, he was rotting


a swarm of butterflies, his tormented

soul


Παρατήρηση:

Το caique διατηρεί την ελληνική λέξη «καΐκι». Το boat θα ήταν σημασιολογικά σωστό αλλά πολιτισμικά φτωχότερο.

Η διπλή σκηνή του Φιλοκτήτη είναι κρίσιμη. Στην πρώτη:

when Odysseus saw him, he was rotting

και στη δεύτερη:

when they saw him, he was rotting

Το πρόσωπο αλλάζει, η σήψη παραμένει.

Η φράση:

«όταν ελευθερώσουμε τα μέρη τα ελληνικά»

έχει σκόπιμα πολιτικό και σχεδόν εθνικοαπελευθερωτικό χαρακτήρα. Δεν πρέπει να εξομαλυνθεί.


XI

there the mist acted


in the nostalgia of style

echoes of music


Παρατήρηση:

Το «εκεί έδρασε η ομίχλη» είναι εξαιρετικά δύσκολο. There the mist acted είναι σχεδόν αφύσικο στα αγγλικά — και γι' αυτό το κρατώ. Η φυσικότερη μετάφραση there the mist fell θα έχανε το ρήμα «έδρασε».


XII

he never narrated, only sometimes—

sometimes he embellished the events


from the middle mast the sailor hung

for days he had been drunk at the port


in the wave the stained beloved gull

lay down

tomorrow they will carry their souls

beyond, toward the olive groves


Remember me


Παρατήρηση:

Το:

«Μνήσθητί μοι»

αποδίδεται ως Remember me, αλλά σε μια πιο τελετουργική έκδοση θα μπορούσε να μείνει:

Mnēsthēti moi

ώστε να διατηρηθεί η εκκλησιαστική/αρχαιοελληνική ηχώ.


XIII

speaking pines

artfully wrought


an autobiographical narrative. he liked

roses, his cheek as a rose


the doctoral studies, in the

beer hall the naked waitresses


Caryatid

Caryatid

Caryatid

Caryatid

Caryatid

and one more name, which I do not remember


ah! Helen or Maria


my voice, resonant


the employment of Blacks in

Georgia


my voice, acidic


speaking, artfully wrought, man


Παρατήρηση:

Το «λαλούντα πεύκα / τεχνηέντα» παραπέμπει σε αρχαΐζουσα σύνταξη. Το artfully wrought κρατά την τεχνηέντως κατασκευασμένη, σχεδόν επιγραφική αίσθηση.

Το «Καρυάτιδα» δεν πρέπει να γίνει Caryatid statue. Η σκέτη λέξη πρέπει να επαναλαμβάνεται σαν όνομα, σαν εμμονή.

Το:

«ενρινη η φωνη μου / οξινη η φωνη μου»

είναι παιχνίδι σωματικότητας και χημείας. Το resonant / acidic δεν αναπαράγει απόλυτα το ελληνικό, αλλά κρατά την αντίθεση.


XIV

can one speak of a great

transformation


it was regarded as the new mechanism of the age


the fruit bowl contains fruits of every kind

apples

peaches

grapes, figs, pineapples

pears, cherries

and those apricots

he liked


Παρατήρηση:

Η φρουτιέρα λειτουργεί σαν παρωδία ταξινόμησης. Μετά το θεωρητικό «μετασχηματισμό» ακολουθεί ένας απλός κατάλογος φρούτων. Η ποιητική και η καθημερινή γλώσσα βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο.


XV

the sea impelled the dream

morality was shamefully butchered


interwoven trees to the furthest reaches of

the forest

the language

of the marginal

limits, with a crude guild-like

logic

interwoven trees to the furthest reaches

of the forest: the sea remained in

the dream: a society somewhat less empty


in the ravine the wild dove

half-slept

the frost crystallized in

the sun


Παρατήρηση:

Το «αλληλενδυτά» είναι δύσκολο να μεταφερθεί. Το interwoven είναι λειτουργικό, αλλά το ελληνικό έχει μεγαλύτερη αίσθηση αλληλοδιείσδυσης.

Το:

«μια κοινωνία λιγότερο κενή»

είναι από τα σημεία όπου η πολιτική σκέψη βγαίνει στην επιφάνεια χωρίς να μετατρέπεται σε πολιτικό ποίημα με την παραδοσιακή έννοια.


XVI

auspicious absence of memory


at the blockade

they arrested his brother


Παρατήρηση:

Το «ευοίωνη απουσία της μνήμης» είναι οξύ παράδοξο: συνήθως η απουσία μνήμης είναι απώλεια, εδώ χαρακτηρίζεται «ευοίωνη». Η μνήμη μπορεί να προστατεύει αλλά και να βασανίζει.

Το blockade για «μπλόκο» κρατά την ιστορικοπολιτική σημασία, αν και η ακριβής αναφορά παραμένει σκόπιμα αδιευκρίνιστη.


XVII

and an interpretive circular, in the desert he lives with prayer, dining on

locusts,

in the shape of the guitar, the note

in the plagal mode of delta

carved from wood

in the color green, the grass

in deep relief

frost-pure

in the scent of jasmine, jasmine

in porcelain

except one, they all were lost, in the

marshes diseases awaited them, and hunger

and hardship decimated them. No one

believed him, when they followed him, indifferent—

the spectacle they saw before their eyes

shook them exceedingly, they wept

bitterly for this

in the shape of the hand, the plough

in iron

in the hollow of my mouth, my

voice, my tongue harped

into words


Παρατήρηση:

Η ενότητα αυτή έχει σχεδόν λεξικογραφική/ερμηνευτική μορφή.

Η αλληλουχία:

shape → note

color → grass

scent → jasmine

hand → plough

mouth → voice → tongue → words

είναι μια θεωρία της αναπαράστασης.

Το αντικείμενο δεν εμφανίζεται ποτέ άμεσα. Εμφανίζεται μέσω ενός συστήματος αντιστοιχιών.

Το «η γλώσσα μου αρπισμένη» αποδίδεται:

my tongue harped into words

ώστε να διατηρηθεί η εικόνα της γλώσσας ως μουσικού οργάνου.


XVIII

The dream

let it be

the language

the lizard in the moon

harmonized its voice

fragrant dewdrop, the sower

the north wind, and then the child thought:

“the real cannot be classified.”


in a certain sense the almond tree

blossomed

he arranged the yellow chairs, the embroidered tablecloth was laid

the lizard wandered in the sun

as though it had acquired knowledge

that day the child on the shore stared at the stones

the bones of the swordfish

whitening

white feather at the ankle and the sailboat

sails seaward, white feather

Daedalus gathered the carcass

of Icarus, and in his honor

athletic games were held for twelve days


language, precisely, is a phenomenon of human life

the dream


Παρατηρήσεις για το τέλος

Εδώ προσπάθησα να διατηρήσω την κυκλικότητα του πρωτοτύπου.

Η πρώτη ενότητα λέει:

if only / the dream / were / the language

και η τελευταία:

The dream / let it be / the language

Η αγγλική μετάφραση πρέπει να επιτρέψει στον αναγνώστη να αισθανθεί αυτή την επιστροφή.

«η σαύρα στη σελήνη ακόρντιζε τη φωνή της»

Το harmonized its voice είναι πιο φυσικό αγγλικά, αλλά το ελληνικό «ακόρντιζε» έχει κάτι πολύ πιο παράξενο: η σαύρα κουρδίζει τη φωνή της σαν μουσικό όργανο.

Θα μπορούσε επομένως να κρατηθεί μια πιο τολμηρή εκδοχή:

the lizard in the moon tuned its voice

Προτιμώ τελικά το tuned its voice, επειδή συνδέεται με το πιάνο, το βιολί, τη λύρα και όλη τη μουσική μεταφορά του έργου.

«ποντοπορεύει»

Το:

«το ιστιοφόρο ποντοπορεύει»

θα μπορούσε να γίνει the sailboat sails the open sea, αλλά το sails seaward κρατά κάτι από την ελληνική σύνθετη λέξη.

Το «πραγματικό»

the real cannot be classified

είναι κατά τη γνώμη μου η σωστή αγγλική διατύπωση.

Δεν θα έβαζα reality cannot be categorized, γιατί το the real έχει σαφώς φιλοσοφικότερη και ποιητικότερη χροιά.


Μια κρίσιμη μεταφραστική παρατήρηση


Το «Πτυχωμένη Ποίηση» δεν πρέπει να μεταφραστεί υπερβολικά «καλά» στα αγγλικά.

Αν ο μεταφραστής εξομαλύνει όλες τις ασυνέχειες, διορθώσει τα παράξενα συντακτικά σχήματα και κάνει τις εικόνες φυσικές, θα καταστρέψει ακριβώς αυτό που κάνει το έργο ιδιότυπο.

Η μετάφραση πρέπει να επιτρέψει να παραμείνουν:

η αμηχανία, η ασυνέχεια, η αρχαιολογία της γλώσσας, η επανάληψη, η παραμόρφωση, το κενό.

Γι' αυτό σε ορισμένα σημεία προτιμώ μια αγγλική φράση που είναι ελαφρώς «παράξενη» από μια άψογη αγγλική πρόταση.


Τίτλος: η τελική επιλογή

ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ ΠΟΙΗΣΗ

θα το απέδιδα:

PLEATED POETRY

και όχι:

Folded Poetry

Folded Verse

Creased Poetry

Το pleated έχει κάτι υλικό, αρχιτεκτονικό και ταυτόχρονα οργανικό. Η πτυχή επανέρχεται, διπλώνεται και αποκαλύπτει άλλη πτυχή — ακριβώς όπως λειτουργεί η σύνθεση.


Και ίσως η πιο συμπυκνωμένη αγγλική εκδοχή της ποιητικής αρχής και του τέλους να είναι:

I school the memory.

...

the real cannot be classified.

...

language, precisely, is a phenomenon of human life —

the dream.


Αυτό, κατά τη γνώμη μου, διατηρεί τον βασικό άξονα του ελληνικού έργου: μνήμη → γλώσσα → πραγματικό → όνειρο.

.

.

.


χνκουβελης cncouvelis

ΠΤΥΧΩΜΕΝΗ   ΠΟΙΗΣΗ


Ι

ορθρινο γαλαζιο

παιδευω τη μνημη

αχλυ του περιστεριου ξασπρισμα μυρωδικο

σπορεας ο

βορηας η

νοτια βαρκαρης

δροσοσταλια

η ' δροσοσταλιδα

η' αλλιως σταλαγματια

υπαιθρια λιχνισματα

της φωνης

φωτερη

η σαυρα στον ηλιο περιπλανηθηκε

σαν απεκτησε τη γνωση

εκεινη τη μερα το παιδι στην

ακρογυαλια χαζευε τις πετρες

ας ηταν

το ονειρο

ας ηταν

η γλωσσα


ΙΙ

Τη μερα εκεινη ο Αιαντας

σιχαθηκε τη πονηρια


μηπως ο ανεμος

σταματησε ;


τη μερα εκεινη ο Αιαντας


στη μουσικη η ακοη μελωδιζεται

ως η αηδονα την ανοιξη

τη μερα

εκεινη ο Αιαντας κινησε κατα τον αιγιαλο


παρα θιν αλος

σωσον Κυριε


μην εισεινεγγεις ημας εις πειρασμους


η πληγη ανοιγμενη στο κυμα


η κραυγη καταξεσχισμενη στα δεντρα


ωρα μεσημερι


ΙΙΙ


μασκα χρυση

Ασινην τε 

η πρασινη μορφη

παπια στο θυμαρι

που πανε οι λεξεις ;

το πληρωμα στο σκαφος

κακοφορμισμενο απο τα

βασανα , η πανσεληνος

κρεμασμενη στο

καταρτι η θαλασσα

θα τελειωσει

το πρωι

αδραχτι ο ουρανος

στη βροχη

ολη νυχτα η πυγολαμπιδα


αυριο

μασκα χρυση


στο ονειρο του Αχιλλεα

η θαλασσα

στη Σκυρο


IV

συν γυναιξι και τεκνοις

ο γεροντας

επεζοπορισε

αν αναληφτουμε


μετα

πλησιον της ανατολης


η συκια

ερριχνε τον κωνικο της ισκιο


το μαχαιρι εκοβε το ψωμι φετες


γυρισε απο το κουβαλημα της πετρας


το βραδυ αντι της σεληνης τα συννεφα


εδοξαρισε τη λυρα


αφες αυτοις 


V


η μελισσα γυρισε

γραμμη ο οριζοντας


κι η βαρκα στις καλαμιες

προπαντος να μη χασουμε τις Πλειαδες

ρωτησε


πριν δυο χρονια


'' η - γλωσσα - ειναι - μεταφυσικη ''


βηματα στο παγο

υγραμενο γαλαζιο

την αλλη μερα

οι γλαροι

σαν κοκκαλα του ξιφια


στο φως


VI

μου αφηγηθηκε για τη συνωμοσια

απο την αρχη ως το αισχυντο τελος


καποτε συνεχιζε ετσι


ολα τα σχεδια του πιανου , με γυρισμενη

τη πλατη επαιζε


καποτε σταματουσε


VII

στο τεμπλο αριστερα η εικονα του Ιωαννη

του Χρωματιστη [ του εποναζομενου Τσαρουχη ]

εορταζοντος την ογδοην του μηνος Απριλιου


στη θαλασσα βυθιστηκε το περιστερι

ασπρο εσκασε το κυμα στην ακτη

ο Γκαιτε ειχε δικιο


Το χρωμα στο λογο δεν ειναι το χρωμα


Το ποδι φτερουγισε απαλα στον αστραγαλο


λευκο

λευκο


λευκο


IIX

σε ενα φιλμ του Γκονταρ , το βιολι ανθιζε

κατω απο το φεγγαρι


ακουσαμε την ιαχη . '' Ιτε παιδες Ελληνων ''


ως το ξημερωμα διηγοταν κι επειτα

κοντα στο ξημερωμα αποκοιμηθηκε


καπως με βοηθησε η γλωσσα


IX

περι - φερει

φερει

περι - φερει

περι - στοιχιζαν

ο στιχος . η ανασα μυρωδισμενη

ωδη του κυκνου ιπταμενη

απτη

η αφη της συν - ουσιας


συν - ειναι

ειναι -


η μερα το μεσημερι


Χ

αργοπορει


το και'κι με τον Φιλοκτητη δεν γυρισε

ακομη , εδω και δυο μερονυχτα


τα τσαμπια στη κληματαρια αρχισαν να ροδιζουν

και τα μηλα στα μαγουλα κοκκινισαν


οταν ο Οδυσσεας τον αντικρυσε αυτος σαπιζε


ενα σμηνος απο πεταλουδες ,του διηγηθηκε τις ιστοριες του μυαλου του


η συκια μεστη απο συκα , η ελια

καρπιζοταν

'' Οντας ελευθερωσουμε τα μερη τα

ελληνικα τοτε θα αναπαει η ψυχη μας ''


η ροδια ανοιγε τα ροδια της


αργοπορει


το και'κι με τον Φιλοκτητη ποντοπορευει , αυριο το πρωι' θα δεσουν τα σκαρια

στα ντοκα


οταν τον αντικρυσαν αυτος σαπιζε


ενα σμηνος απο πεταλουδες η τυραγνισμενη 

ψυχη του


ΧΙ

εκει εδρασε η ομιχλη


στη νοσταλγια του υφους

αποηχοι της μουσικης


ΧΙΙ

ποτε δεν εξιστορησε , μονο καποτε-

καποτε εξωραι'ζε τα γεγονοτα


απο το μεσιανο καταρτι κρεμαστηκε ο

ναυτης , μερες μπεκρουλιαζε στο πορτο

αφου


στο κυμα ξαπλωσε λεκιασμενος ο αγαπημενος γλαρος

αυριο θα γυροφερνουν τη ψυχη τους περα

κατα τους ελαιωνες


Μνησθητι μοι 


ΧΙΙΙ

λαλουντα πευκα 

τεχνηεντα


μια αυτοβιογραφικη αφηγηση . του αρεσαν

τα τριανταφυλλα , ως τριανταφυλλο η παρεια


οι σπουδες για το διδακτορικο , στη

μπυραρια οι γυμνες γκαρσονες


Καρυατιδα

Καρυατιδα

Καρυατιδα

Καρυατιδα

Καρυατιδα

και ενα ονομα ακομα , που δεν θυμαμαι


α ! Ελένη η' Μαρια


ενρινη η φωνη μου


η απασχοληση των μαυρων στη

γεωργια


οξινη η φωνη μου


λαλουντα τεχνηεντα . ο ανθρωπος


XIV

μπορει κανεις να μιλησει για ενα μεγαλο 

μετασχηματισμο


θεωρηθηκε ως ο νεος μηχανισμος της εποχης


η φρουτιερα περιεχει λογης - λογης φρουτα

μηλα

ροδακινα

σταφυλια συκα αναναδες

αχλαδια κερασια

και κεινα τα βερυκοκα που

του αρεσαν


XV

η θαλασσα παρορμησε το ονειρο

η ηθικη επαισχυντα κατακρεουργηθηκε


αλληλενδυτα δεντρα ως τις εσχατιες του

δασους

η γλωσσα 

των οριακων

περιορισμων ,με ωμη συντεχνιακη

λογικη

αλληλενδυτα δεντρα ως τις εσχατιες

του δασους : η θαλασσα παρεμεινε στο

ονειρο : μια κοινωνια λιγοτερο κενη


στο λαγκαδι η αγριοπεριστερα

λαγοκοιμονταν

η παχνη αποκρυσταλλωνονταν στον

ηλιο


XVI

ευοιωνη απουσια της μνημης


στο μπλοκο μαζεψαν τον αδερφο του


XVII

και μια ερμηνευτικη εγκυκλιος , στην

ερημο ζει με την προσευχη , δειπνιζοντας με

ακριδες , 

στο σχημα της κιθαρας η νοτα

σε ηχο πλαγιο του δελτα

ξυλοπελεκημενη

στο χρωμα του πρασινου η χλοη

σε βαθυ αναγλυφο

ορθοπαχνισμενη

στη μυρωδια του γιασεμιου το γιασεμι

σε πορσελανη

πλην ενος , ολοι χαθηκαν , στα

ελη τους περιμεναν οι αρρωστειες,και τους

αποδεκατισε η πεινα και οι κακουχιες.Κανεις

δεν τον πιστευε,οταν τον ακολουθησαν αδιαφο-

ροι το θεαμα,που αντικρυσαν εμπρος στους οφθαλ-

μους των τους συνεταραξε λιαν σφοδρα , εκλα-

ψαν πικρα γι ' αυτο

στο σχημα του χεριου το αλετρι

στο σιδερο

στη κοιλοτητα του στοματος μου η

φωνη μου,η γλωσσα μου αρπισμενη

στα λογια


XIIX

Το ονειρο

ας ειναι

η γλωσσα

η σαυρα στη σεληνη ακορντιζε

τη φωνη της

μυρωδικη δροσοσταλιδα , σπορεας ο

βορηας και τοτε το παιδι σκεφτηκε . '' το πραγματικο δεν μπορει να ταξινομηθει''


κατα μια ορισμενη εννοια ανθισε η

αμυγδαλια

αραδιασε τις κιτρινες καρεκλες , το κεντητο τραπεζομαντηλο στρωθηκε

η σαυρα στον ηλιο περιπλανηθηκε σαν απεκτησε

τη γνωση εκεινη τη μερα το παιδι στην ακρογυαλια χαζευε τις πετρες τα κοκκαλα του

ξιφια ασπριζαν

λευκο φτερο στον αστραγαλο και το ιστιοφορο ποντοπορευει λευκο φτερο

ο Δαιδαλος μαζεψε το κουφαρι

του Ικαρου , και προς τιμην του εγιναν αγωνες αθλητικοι μερες δωδεκα


η γλωσσα , ακριβως , ειναι ενα φαινομενο της ανθρωπινης ζωης το 

ονειρο

.

.

.

GREEK POETRY -Εβδοκιά και Κωνσταντάκης POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Εβδοκιά  και Κωνσταντάκης
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χνκουβελης cncouvelis

Εβδοκιά  και Κωνσταντάκης

 

Σαράντα μήλα σ’ένα μαντήλι δεμένα,

σαράντα μέρες σε ζητώ, αγάπη μου,εσένα


κι ο Κωνσταντάκης ο μικρός 

ο μικροκωνσταντινος 

έζωσε το σπαθακι του τον μαυρον καβαλικεψε 

και πήρε το δρόμο το στρατι στης Εβδοκιας

να παει 


κι ήρθαν του μαντάτα μαύρα και πικρα 

την Εβδοκια σου κλέψανε 

ξένος αποξενος την άρπαξε 

με συνοδεια τους δράκους

την πήρε πέρα απ'τα ψηλά βουνά

σε κάστρο εκλεισε δίχως κλειδιά στις πόρτες


ως τ'ακουσε ο Κωνσταντής βαριά φωνή εβγάζει

Βδοκια μου ως την αυγή αν δεν σε βρω

βολιουμαι να πεθανω


τον μαύρο του εκεντησε σαν άνεμος εχύθη

τρια βουνά επερασε τρία ποτάμια μαυρα

εννιά γεφύρια γκρέμισε εννιά θεριά σκοτωνει


κι έφτασε στον ξένο πύργο νύχτα χωρίς φεγγαρι

τη πόρτα με το σπαθί εχτύπησε κι οι πέτρες εραγισαν

κι η γη εβογγηξε και τα δεντρά τσακισαν


και βγήκε ο άρπαγας με εκατό πολεμισταδες

κι ο Κωνσταντάκης δεν εδηλιασε

απάνω τους σαν λιοντας τους χυμαει

κόβει κεφάλια συριζα

κι όσο να'ρθει το μεσημέρι

στο χώμα τούς  αρραδιασε

να πλεν στο αιμα


επηρεν την καλή του σιμα στο άλογο καβάλα

και στη πατρίδα εγύρισέ την

παντοτινή γυναικα

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Τα Τών Του Ντίνου Ηλιοπουλου -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Τα Τών

Του

Ντίνου Ηλιοπουλου

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

Τα Τών
Του

Ντίνου Ηλιοπουλου


Ντίνος Ηλιόπουλος:

- Ξέρετε ποιο είναι το πρόβλημα με τους ανθρώπους;

-Ποιο;

-Μιλάνε πολύ.

-Κι εσύ;

-Εγώ δεν μιλάω. Εξηγώ.

-Τι εξηγείς;

-Ότι δεν μιλάω.

-Μα τώρα μιλάς!

-Ε, καλά… μη με διακόπτεις.


-Και τι θα κάνεις μετά ;

-Θα πάω σπίτι.

-Και μετά;

-Θα βγω.

-Γιατί;

-Για να πάω σπίτι.

-Δεν σε καταλαβαίνω.

-Ούτε εγώ. Αλλά τουλάχιστον συμφωνούμε.


-Είσαι σοβαρός άνθρωπος;

-Βεβαίως.

-Πότε;

-Όταν κοιμάμαι.

-Και όταν είσαι ξύπνιος;

-Προσπαθώ να μην ενοχλώ τη σοβαρότητα.


-Τι προτιμάς;

-Να έχω δίκιο.

-Γιατί;

-Για να έχω κάτι να χάσω.

.

.

Hanna Schygulla's Smile -cncouvelis

 .

.

Hanna Schygulla's Smile

-cncouvelis 


https://www.facebook.com/reel/1363747428642352/

.

.

On Louise Brooks Story -cncouvelis

 .

.

On Louise Brooks Story

-cncouvelis


https://www.facebook.com/share/v/1GTX6CS6Mq/

.

.

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Μια φανταστική συνέντευξη του κ.Κ με την Μεγαλη πορτογαλίδα πιανιστρια Maria João Pires -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Μια φανταστική συνέντευξη του κ.Κ με την Μεγαλη πορτογαλίδα πιανιστρια

Maria João Pires

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Μια φανταστική συνέντευξη του κ.Κ με την Μεγαλη πορτογαλίδα πιανιστρια

Maria João Pires

 

Ο κ.Κ συνομιλεί με τη Maria João Pires


κ. Κ.: Κυρία Pires, όταν σας ακούει κανείς να παίζετε Μότσαρτ,έχει την αίσθηση ότι η μουσική δεν εκτελείται αλλά αναπνέει.Εχετε έναν «βουδιστικό» τρόπο στο παίξιμό σας.Συμφωνείτε;


Maria João Pires: Δεν ξέρω αν είναι βουδιστικός.Ξέρω όμως ότι ο εκτελεστής πρέπει να εγκαταλείψει το εγώ του.Να μην θέλεις να επιβληθείς στη μουσική.

Ο Μότσαρτ απαιτεί απόλυτη διαύγεια,δεν συγχωρεί την επίδειξη.Είναι σαν να κάθεσαι ήσυχα δίπλα σε μια λίμνη.

Αν ταράξεις την επιφάνειά της,χάνεις την αντανάκλαση.


κ. Κ.: Δηλαδή η σιωπή είναι μέρος της μουσικής;


Maria João Pires: Η σιωπή είναι η μήτρα της μουσικής. Κάθε νότα γεννιέται από μια σιωπή και επιστρέφει σε αυτήν.Αυτό θυμίζει πράγματι μια ανατολική αντίληψη.

Δεν κυνηγάς τη μουσική,την αφήνεις να εμφανιστεί.


κ. Κ.: Κι όμως,όταν παίζετε Σοπέν, μοιάζει σαν να ανοίγεται ένας τελείως διαφορετικός κόσμος.


Maria João Pires: Ο Σοπέν είναι η ανθρώπινη αναπνοή.

Ο Μότσαρτ κοιτάζει τον ουρανό,ο Σοπέν κοιτάζει την καρδιά.

Στον πρώτο χρειάζεται διαφάνεια.

Στον δεύτερο,τρυφερότητα. Αλλά και οι δύο απαιτούν ειλικρίνεια.Αν προσπαθήσεις να συγκινήσεις το κοινό, έχεις ήδη αποτύχει.

Πρέπει πρώτα να συγκινηθείς εσύ από αυτό που ανακαλύπτεις μέσα στη μουσική.


κ. Κ.: Θα ήθελα να γυρίσουμε στο Άμστερνταμ, το 1999. Μια στιγμή που μοιάζει σχεδόν απίθανη.


Maria João Pires: Δεν ήταν θαύμα. Ήταν πανικός.


κ. Κ.: Όταν η ορχήστρα άρχισε να παίζει το Κοντσέρτο αρ. 20;


Maria João Pires: Ναι. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα κατάλαβα ότι είχα προετοιμάσει άλλο έργο. Ένιωσα σαν να εξαφανίστηκε το έδαφος κάτω από τα πόδια μου.

Ήθελα να σταματήσουν όλα. Δεν μπορούσα να αναπνεύσω.


κ. Κ.: Κι όμως δεν σταμάτησαν.


Maria João Pires: Ευτυχώς όχι.Ο Riccardo Chailly με κοίταξε με απόλυτη ηρεμία. Εκείνο το βλέμμα έλεγε: -Μπορείς.

Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψη.Το σώμα θυμήθηκε όσα ο νους πίστευε πως είχε ξεχάσει.


κ. Κ.: Παίξατε ολόκληρο το κοντσέρτο από μνήμης χωρίς λάθος.


Maria João Pires: Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε μνήμη ούτε λογική.Υπήρχε μόνο η μουσική.Όταν τελείωσε η συναυλία, τότε κατάλαβα τι είχε συμβεί και άρχισα να τρέμω.


κ. Κ.: Πολλοί χαρακτήρισαν εκείνη την ερμηνεία θαύμα.


Maria João Pires: Τα θαύματα γεννιούνται από χιλιάδες ώρες μοναξιάς,μελέτης και αμφιβολίας.Δεν είναι υπερφυσικά.Είναι οι στιγμές όπου η προετοιμασία συναντά το άγνωστο.


κ. Κ.: Τα τελευταία χρόνια αφιερώσατε μεγάλο μέρος της ζωής σας σε παιδιά από μειονεκτικά κοινωνικά περιβάλλοντα.Γιατί;


Maria João Pires: Γιατί η μουσική δεν είναι πολυτέλεια.Είναι δικαίωμα. Ένα παιδί που μεγαλώνει μέσα στη φτώχεια μπορεί να μη γνωρίσει ποτέ τον Μότσαρτ ή τον Σοπέν,όχι επειδή δεν μπορεί να τους καταλάβει αλλά επειδή κανείς δεν του άνοιξε την πόρτα.


κ. Κ.: Πιστεύετε ότι η μουσική αλλάζει τη ζωή;


Maria João Pires: Δεν λύνει την πείνα ούτε σταματά τους πολέμους.Αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος κατοικεί τον κόσμο. Κι αυτό είναι η αρχή κάθε αλλαγής.


κ. Κ.: Τι μαθαίνετε από τα παιδιά;


Maria João Pires: Ότι η μουσική δεν ανήκει στους σολίστ ούτε στις μεγάλες αίθουσες.Ανήκει σε όποιον ακούει χωρίς φόβο.


κ. Κ.: Αν ο Μότσαρτ και ο Σοπέν κάθονταν σήμερα εδώ, τι θα τους λέγατε;


Maria João Pires: Τίποτε.Θα προτιμούσα να καθίσουμε όλοι σιωπηλοί.Ίσως τότε να άρχιζε πραγματικά η μουσική.


κ. Κ:Σας ευχαριστώ πολύ.


η Maria João Pires

κάθησε στο πιάνο και έπαιξε

Frederico Chopin 

Nocturne opus 9 no 1


https://youtu.be/yqb9Kl28Cmw?is=aXiW2epzocIgCgRr

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -ο κ.Κ γράφει για την ομορφιά μιας γυναίκας -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-ο κ.Κ γράφει για την ομορφιά μιας γυναίκας

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

ο κ.Κ γράφει για την ομορφιά μιας γυναίκας.


1.Δοκίμιο: 

Η ομορφιά της γυναίκας

 

Στη φωτογραφία διακρίνεται μια γυναίκα με φωτεινό χαμόγελο,προσεγμένο μακιγιάζ,έντονα μάτια και κομψά χρυσά σκουλαρίκια.

Η έκφρασή της είναι γαλήνια και φιλική ενώ η στάση του προσώπου αποπνέει αυτοπεποίθηση χωρίς επιτήδευση. 


Η ομορφιά δεν είναι μια στατική κατάσταση. Μεταβάλλεται καθώς μεταβάλλεται και η ζωή.

Η νεότητα προσφέρει φρεσκάδα,όμως η εμπειρία προσθέτει βάθος.

Οι χαρές και οι δοκιμασίες χαράζουν αδιόρατες γραμμές στο πρόσωπο,οι οποίες δεν αφαιρούν την ομορφιά,συχνά την ολοκληρώνουν.

Έτσι, το πρόσωπο γίνεται ένα είδος βιογραφίας.


Η αισθητική αξία μιας γυναίκας βρίσκεται επίσης στην ικανότητά της να εκφράζει την προσωπικότητά της.

Το ντύσιμο, τα χρώματα, τα κοσμήματα και το χτένισμα δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία,είναι μορφές έκφρασης.

Όταν συνδυάζονται με αυθεντικότητα,δημιουργούν μια παρουσία που δεν επιβάλλεται αλλά κερδίζει την προσοχή.


Η ομορφιά, τελικά, είναι σχέση.

Υπάρχει στο βλέμμα εκείνου που παρατηρεί.


Αυτή η γυναίκα είναι  πραγματικά όμορφη επειδη η εξωτερική της εικόνα συμφιλιώνεται με την εσωτερική της αλήθεια.

Η εμφάνιση δεν είναι μάσκα, γίνεται αντανάκλαση μιας προσωπικότητας που φωτίζει τον χώρο γύρω της.


2. Αφήγημα: 

Το χαμόγελο στο απογευματινό φως


Το καφέ ήταν σχεδόν άδειο. 

Εκείνη καθονταν δίπλα στο παράθυρο.Το  μαλλιά της αντανακλούσαν το φως.

Τα χρυσά σκουλαρίκια της κινούνταν ανεπαίσθητα κάθε φορά που έστρεφε το κεφάλι.

Ένας άγνωστος άντρας μπήκε και κάθισε απέναντι.

Δεν ήταν ένα εντυπωσιακό γεγονός 

Όμως για λίγη ωρα δύο άγνωστοι άνθρωποι μοιράστηκαν κάτι.

Όταν εκείνος έφυγε,εκείνη χαμογελασε.

Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο.

-Αυτος είναι ο άντρας μου, είπε. 

Όταν βγήκε από το καφέ το απογευματινό φως είχε γίνει  πιο φωτεινό.


3. ποίημα:

Η σιωπή του φωτός


το βλέμμα

η επιμέλεια του χρώματος στα χείλη

το ανεπαίσθητο χαμόγελο

χωρίς θόρυβο

ο κόσμος πιο φωτεινος

τα μάτια

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η παρτίδα σκακιού του Marcel Duchamp -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η  παρτίδα σκακιού του Marcel Duchamp

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Η παρτίδα σκακιού του Marcel Duchamp


Στην αίθουσα μια σκάλα που δεν οδηγούσε πουθενά.

Από εκείνη κατέβαινε μια γυναίκα,υστερα ανέβαινε,

υστερα ξανακατέβαινε.

Το σώμα της διαλυονταν σε επίπεδα,σε διαδοχικές στιγμές.

Ο Duchamp δεν σήκωσε τα μάτια από τη σκακιέρα να κοιτάξει στη σκάλα.

-Η σειρά σας,Κυρια,είπε.

Η γυναίκα μετακίνησε έναν αξιωματικό χωρίς να σταματήσει να ανεβαίνει.

Ο Duchamp χαμογέλασε και κοίταξε στην άλλη άκρη της αίθουσας όπου καθοταν η Mona Lisa Gioconda με τα χέρια σταυρωμένα.

-Τι περιμένετε;τη ρώτησε.

-Να τελειώσει η παρτίδα,απάντησε η Μόνα Λίζα.

-πεντε αιώνες,απάντησε ο Duchamp και μετακίνησε τον λευκό πύργο.

Η γυναίκα της σκάλας κατεβαίνοντας μετακίνησε το  άλογο και έφαγε τον πύργο.

-Το να περιμένεις το ματ ανιαρό,είπε ο Duchamp και σηκώθηκε.

Στο βάθος υπήρχε ένας λευκος ουρητήρας.

Τον σήκωσε,τον γύρισε ανάποδα και τον ακούμπησε πάνω στη σκακιέρα ,ανάμεσα στον βασιλιά του  και στην αντιπαλο βασίλισσα.

Έβγαλε ένα μολύβι και έγραψε πάνω του.

R. Mutt 1917

Η γυναίκα της σκάλας σταμάτησε.

-αυτο είναι σκάνδαλο,φώναξε.

Και ανεβάζοντας το φόρεμα της κατουρησε.

-αυτο,μεσιέ Duchamp είναι ακριβώς η τέχνη,είπε και συνέχισε την κίνηση της στη σκάλα.

Η Gioconda χαμογελούσε.

-το πιο αστείο που άκουσα σήμερα,είπε.

 -L.H.O.O.Q.Elle a chaud au cul,είπε ο Duchamp.

-Σαχ,είπε η γυναίκα.

-Ειναι αδύνατον,αντέδρασε ο Duchamp.

-γι'αυτο ακριβώς,μετρ,είπε η γυναίκα,είναι δυνατόν.Το σκακι μολις έχει αλλάξει κανόνες.

Και κατεβαίνοντας τη σκαλα πήγε στη Mona Lisa,κάτι τής είπε,που δεν ακούστηκε,οι δύο γυναικεςγέλασαν και βγήκαν αγκαζε από την αίθουσα.

.

.

.

GREEK POETRY -μεταφράζοντας Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40, -Αρχη της σελίδας της επικής Βατραχομυομαχιας POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-μεταφράζοντας

Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40,

-Αρχη της σελίδας της επικής   Βατραχομυομαχιας

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40,

-Αρχη της σελίδας της επικής   Βατραχομυομαχιας


ας αρχίσουμε απ'τη πρώτη σελίδα 

κι εύχομαι απ'τη καρδιά μου να'θουν για το τραγούδι 

ο χορεύτριες οι Μουσες απ'τον Ελικωνα,

και τώρα στα γόνατα μου έβαλα τα φύλλα μου,

μιας χωρίς τέλος συγκρουσης,

έργο κι αυτό τού πολεμοχαρου Άρη,

ευχόμενος ν'ακουστει στ'αυτια όλων των θνητων,

πώς τα ποντίκια εναντίον των βατράχων

τη βγάλαν άριστα στη μάχη,

των Γιγαντων που η γη γέννησε τα έργα μιμούμενοι,

όπως στους θνητούς έφτασαν να λέγονται,

και να,τέτοια αρχή είχε,

κάποτε ένας διψασμένος ποντικός,

αφού από μιας γάτας τα νύχια ξέφυγε,

στη λίμνη το λαίμαργο  βουτηξε γεννάκι του,

και το γλυφό νερό ευχαριστιονταν,

τότε τον πήρε μάτι ο πολυδιαφημισμενος της λίμνης κολυμπηστης,

και τέτοια λόγια του'πε

ε φιλαράκο,ποιος είσαι,πως από δω στις ακτές μας,από πού;

ποιος σ'εσπειρε;

πες όλη την αλήθεια,μη καταλάβω ότι λες ψέματα,

γιατί αν σε καταλάβω πως σπαθί είσαι

στο σπίτι μου θα σε μπασω,κι όλα τα καλά θα σε φιλεψω,

εγώ'μαι ο βασιλιάς Φουσκομπουκας,

που δω μέσα στη λίμνη οι βάτραχοι

για τον πρώτο με τιμάνε  όλες τις μερες

και μένα ο πατέρας ο Πηλέας μ'αναθρεψε,

αφου απο την ερωτοδουλειά του με τη Νεροφιδα 

στις όχθες του Ηριδανού ειμαι,

και σε μπανιζω για μαγγιορο και ζορικο καμια σχέση 

με τους αλλους,

με σκήπτρο βασιλιας και στους πολέμους παληκαρι,

όμως έλα πάμε,πες μου μπαμ και κάτω από πού γενοκρατιεσαι,

τότε ο Ψιχαρπαγας τ'αποκριθηκε και του'πε,

ε καλά τώρα δεν ξέρεις τη γενιά μου;

πασίγνωστη σ'όλους είναι,

και στους ανθρώπους και στους θεούς και στα πουλιά τ'ουρανου,

τ'όνομα μου Ψιχαρπαγας,

παιδί'μαι του Ψωμοχαφτη του ορεξατου,

και μανα η Γλειφομυλου,κορίτσι του βασιλιά Γουρνοφαγου,

μέσα σε μια καλύβα με γέννησε,και με τους ανθρώπους 

με τάιζε,συκα και καρύδια και φαγητά απ'ολα,

πώς φίλο να με πιάσεις;αφού απ'τα φυσικά μου ανομοιοι είμαστε,

αφού εσύ μέσα στα νερά τη βρίσκεις να ζεις,

ενώ γω ότι τρώνε οι άνθρωποι έχω συνηθειο να τρώω,

ούτε μου λείπει ψωμί τρις κοπανισμενο απ'ωραίο κανιστρι στρογγυλο,

ούτε γλυκιά πίτα στρωμένη και ψημενη με πολύ σουσάμι και τυρί,

ούτε χοιρινό ποδάρι,ούτε σηκωτια μεσα στ'ασπρο λίπος,

ούτε φρέσκο τυρί από γλυκογαλο,ούτε γλύκισμα εκλεκτό από μέλι,

που κι οι μακάριοι το λιμπιζονται,

ούτε όσα για τα συμπόσια των θνητων ετοιμαζουν οι μάγειροι,

νοστιμευοντας τις χύτρες μ'απ'ολα τα καρυκευματα


Βατραχομυομαχια


Ἀρχόμενος πρώτης σελίδος χορὸν ἐξ Ἑλικῶνος

ἐλθεῖν εἰς ἐμὸν ἧτορ ἐπεύχομαι εἵνεκ’ ἀοιδῆς,

ἣν νέον ἐν δέλτοισιν ἐμοῖς ἐπὶ γούνασι θῆκα,

δῆριν ἀπειρεσίην, πολεμόκλονον ἔργον Ἄρηος,

εὐχόμενος μερόπεσσιν ἐς οὔατα πᾶσι βαλέσθαι5

πῶς μύες ἐν βατράχοισιν ἀριστεύσαντες ἔβησαν,

γηγενέων ἀνδρῶν μιμούμενοι ἔργα Γιγάντων,

ὡς λόγος ἐν θνητοῖσιν ἔην· τοίην δ’ ἔχεν ἀρχήν.

Μῦς ποτε διψαλέος γαλέης κίνδυνον ἀλύξας,

πλησίον ἐν λίμνῃ λίχνον προσέθηκε γένειον,10

ὕδατι τερπόμενος μελιηδέϊ· τὸν δὲ κατεῖδε

λιμνόχαρις πολύφημος, ἔπος δ’ ἐφθέγξατο τοῖον·

Ξεῖνε τίς εἶ; πόδεν ἦλθες ἐπ’ ἠϊόνας; τίς ὁ φυσάς;

πάντα δ’ ἀλήθευσον, μὴ ψευδόμενόν σε νοήσω.

εἰ γάρ σε γνοίην φίλον ἄξιον ἐς δόμον ἄξω·15

δῶρα δέ τοι δώσω ξεινήϊα πολλὰ καὶ ἐσθλά.

εἰμὶ δ’ ἐγὼ βασιλεὺς Φυσίγναθος, ὃς κατὰ λίμνην

τιμῶμαι βατράχων ἡγούμενος ἤματα πάντα·

καί με πατὴρ Πηλεὺς ἀνεθρέψατο, Ὑδρομεδούσῃ

μιχθεὶς ἐν φιλότητι παρ’ ὄχθας Ἠριδανοῖο.20

καὶ σὲ δ’ ὁρῶ καλόν τε καὶ ἄλκιμον ἔξοχον ἄλλων,

σκηπτοῦχον βασιλῆα καὶ ἐν πολέμοισι μαχητὴν

ἔμμεναι· ἀλλ’ ἄγε θᾶσσον ἑὴν γενεὴν ἀγόρευε.

Τὸν δ’ αὖ Ψιχάρπαξ ἀπαμείβετο φώνησέν τε·

τίπτε γένος τοὐμὸν ζητεῖς; δῆλον δ’ ἐν ἅπασιν25

ἀνθρώποις τε θεοῖς τε καὶ οὐρανίοις πετεηνοῖς.

Ψιχάρπαξ μὲν ἐγὼ κικλήσκομαι· εἰμὶ δὲ κοῦρος

Τρωζάρταο πατρὸς μεγαλήτορος· ἡ δέ νυ μήτηρ

Λειχομύλη, θυγάτηρ Πτερνοτρώκτου βασιλῆος.

γείνατο δ’ ἐν καλύβῃ με καὶ ἐξεθρέψατο βροτοῖς,30

σύκοις καὶ καρύοις καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν.

πῶς δὲ φίλον ποιῇ με, τὸν ἐς φύσιν οὐδὲν ὁμοῖον;

σοὶ μὲν γὰρ βίος ἐστὶν ἐν ὕδασιν· αὐτὰρ ἔμοιγε

ὅσσα παρ’ ἀνθρώποις τρώγειν ἔθος· οὐδέ με λήθει

ἄρτος τρισκοπάνιστος ἀπ’ εὐκύκλου κανέοιο,35

οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον,

οὐ τόμος ἐκ πτέρνης, οὐχ ἥπατα λευκοχίτωνα,

οὐ τυρὸς νεόπηκτος ἀπὸ γλυκεροῖο γάλακτος,

οὐ χρηστὸν μελίτωμα, τὸ καὶ μάκαρες ποθέουσιν,

οὐδ’ ὅσα πρὸς θοίνας μερόπων τεύχουσι μάγειροι,40

κοσμοῦντες χύτρας ἀρτύμασι παντοδαπτοῖσιν.

.

.

.

GREEK POETRY -Συγγραφες POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Συγγραφες
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Συγγραφες


κατά κάποιο τρόπο όλα είναι

επινοήσεις της μνήμης

οι μέρες μετακινούνται προς μια ολοκληρωτική νύχτα

και

η γλώσσα πρώτα αφαιρεί την πραγματικότητα

και ύστερα την ονοματίζει


γύριζαν απ'το μέτωπο,όσοι εκεί δεν έμειναν μέσα στη σκόνη,

στις τσέπες τους κουβαλούσαν μικρές πέτρες,

ήταν εκείνοι οι πεθαμένοι,

να πληρώσουν το πέρασμα τους

στον άλλο κόσμο

και κάθε νύχτα ξεχνούσαν τα όνοματα τους

να ξημερώσει ήθελαν μια μέρα

χωρίς τη βαριά ευθύνη της αναγνώρισης

και μια συνήθεια είχαν

να βάφουν τα φεγγάρια λευκά

σαν πιστοποιητικά αθωότητας 

αναρτημένα πάνω απ'τις στέγες τους

ενώ εκείνοι παρέμειναν σαν δέντρα

που τρέφονταν από τη σιωπη


τελικά

μια ατέλειωτη εξορία από τον εαυτό μας

είναι η ζωή μας

.

.

.

GREEK POETRY -μεταφραζοντας Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ' στίχοι 123-163 η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212 -η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ'

στίχοι 123-163

η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212

-η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ'

στίχοι 123-163

η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος.


και τότε η φρόνιμη τ'αποκριθηκε Πηνελοπη,

ξένε,την δική μου αξία και την ομορφιά

και το παραστημα οι αθάνατοι τ'αφανισαν θεοι,

όταν στο Ίλιο ανέβηκαν οι Αργείοι,

και μαζί μ'αυτους κι ο δικος μου άντρας πήγε

ο Οδυσσέας,

αν εκείνος έρχονταν και τη ζωή μου φρόντιζε,

τότε μεγαλύτερη θα'ταν η τιμή μου κι η ζωή μου καλύτερη ετσι,

τώρα όμως θλίβομαι,γιατι τόσα κακά σε μένα έστειλε ο δαιμονας,

γιατί όσοι στα νησιά οι ισχυρότεροι είναι αρχοντες,

και στο Δουλίχι και στη Σάμη και στη δασωμένη Ζάκυνθο,

κι όσοι αυτή δω την Ιθακη κατεχουν που από μακριά καλά 

φαίνεται,

αυτοί για γαμο χωρίς τη θέληση μου  με θέλουν,

και το σπίτι μου ρημάζουν,

γι'αυτό ούτε τους ξένους περιποιουμε ούτε τους ικέτες

ούτε σε τιποτα τους κήρυκες,που δημόσιοι είναι λειτουργοί,

αλλά τον αγαπημένο ποθώντας Οδυσσέα

η καρδιά μου λιώνει,

κι εκείνοι για το γάμο βιάζονται,εγώ όμως τεχνάσματα υφαινω,

πρώτα το πέπλο μέσα στο μυαλό

ένας θεός αφου σε μένα έβαλε,

μέσα στο σπίτι έναν μεγάλο έστησα αργαλειό να υφανω,

λεπτό και πλατύ,

κι ύστερα σ'αυτους είπα:

νεαροί άντρες,μνηστήρες μου,αφού ο θεϊκός πέθανε Οδυσσέας,

περιμένετε αν και βιάζεστε για τον γάμο μου,

ώσπου το πεπλο αυτό να τελειώσω,

για να μην ανώφελα χαθούν τα νήματα μου,

για τον ήρωα Λαέρτη επιτάφιο κάλυμμα,όταν η ολέθρια

κάτω τον ρίξει μοιρα του θανατου,

μην κάποια απ'τις Αχαιες μέσα στη πόλη εμένα κατηγορησει,

πώς εκείνος χωρίς σαβανο κείται αν και πολλά πλούτη απέκτησε,

έτσι τους μίλησα,κι αυτών ο αγερωχος νους πεισθηκε,

τότε λοιπόν τη μέρα το μεγάλο υφανα ύφασμα,

και τη νύχτα το ξηλωνα,

αφού τις δάδες κοντά μου έβανα κι αναβα,

έτσι για τρία χρόνια εγώ τους ξεφευγα κι επειθα τους Αχαιους,

αλλά όταν ο τέταρτος ήρθε χρόνος

και περασαν οι εποχες,καθως λιγόστευαν οι μήνες,

και πολλές ολοκληρώθηκαν εν τω μεταξύ μέρες,

και τότε ακριβώς μέσω των δούλων,τις σκυλες 

που δεν με φρόντιζαν, επ'αυτοφορω μ'επιασαν

και με λόγια μ'επεπληξαν,

έτσι να το τελειώσω χωρίς να θέλω εξαναγκαστικα,

τώρα λοιπόν ούτε τον γάμο ν'αποφυγω μπορώ

ούτε κάποιο τέχνασμα άλλο βρισκω,

και να παντρευτώ οι γονεις πολύ με πιεζουν 

ενώ ο γιος μου  η περιουσια του να κατατρωγεται

αγανακτει,

αφού καταλαβαίνει,γιατι τωρα πια άντρας τέτοιος ειναι 

όσο κανείς άλλος τα του σπιτιου να φροντίζει,

και σ'αυτον ο Ζευς ευημερία  παρέχει,

αλλά κι εσύ τη γενιά σου πες μου,κι από πού είσαι,

γιατί ούτε από αρχαία είσαι βελανιδια ούτε από πετρα.


τὸν δ' ἠμείβετ' ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια·123

«ξεῖν', ἦ τοι μὲν ἐμὴν ἀρετὴν εἶδός τε δέμας τε

ὤλεσαν ἀθάνατοι, ὅτε Ἴλιον εἰσανέβαινον125

Ἀργεῖοι, μετὰ τοῖσι δ' ἐμὸς πόσις ᾖεν Ὀδυσσεύς.

εἰ κεῖνός γ' ἐλθὼν τὸν ἐμὸν βίον ἀμφιπολεύοι,

μεῖζόν κε κλέος εἴη ἐμὸν καὶ κάλλιον οὕτω.

νῦν δ' ἄχομαι· τόσα γάρ μοι ἐπέσσευεν κακὰ δαίμων.

ὅσσοι γὰρ νήσοισιν ἐπικρατέουσιν ἄριστοι,130

Δουλιχίῳ τε Σάμῃ τε καὶ ὑλήεντι Ζακύνθῳ,

οἵ τ' αὐτὴν Ἰθάκην εὐδείελον ἀμφινέμονται,

οἵ μ' ἀεκαζομένην μνῶνται, τρύχουσι δὲ οἶκον.

τῶ οὔτε ξείνων ἐμπάζομαι οὔθ' ἱκετάων

οὔτε τι κηρύκων, οἳ δημιοεργοὶ ἔασιν·135

ἀλλ' Ὀδυσῆ ποθέουσα φίλον κατατήκομαι ἦτορ.

οἱ δὲ γάμον σπεύδουσιν· ἐγὼ δὲ δόλους τολυπεύω.

φᾶρος μέν μοι πρῶτον ἐνέπνευσε φρεσὶ δαίμων

στησαμένῃ μέγαν ἱστὸν ἐνὶ μεγάροισιν ὑφαίνειν,

λεπτὸν καὶ περίμετρον· ἄφαρ δ' αὐτοῖς μετέειπον·140

«κοῦροι, ἐμοὶ μνηστῆρες, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς,

μίμνετ' ἐπειγόμενοι τὸν ἐμὸν γάμον, εἰς ὅ κε φᾶρος

ἐκτελέσω, μή μοι μεταμώνια νήματ' ὄληται,

Λαέρτῃ ἥρωϊ ταφήϊον, εἰς ὅτε κέν μιν

μοῖρ' ὀλοὴ καθέλῃσι τανηλεγέος θανάτοιο·145

μή τίς μοι κατὰ δῆμον Ἀχαιϊάδων νεμεσήσῃ,

αἴ κεν ἄτερ σπείρου κεῖται πολλὰ κτεατίσσας.»

ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ' ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.

ἔνθα καὶ ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκον μέγαν ἱστόν,

νύκτας δ' ἀλλύεσκον, ἐπὴν δαΐδας παραθείμην.150

ὣς τρίετες μὲν ἔληθον ἐγὼ καὶ ἔπειθον Ἀχαιούς·

ἀλλ' ὅτε τέτρατον ἦλθεν ἔτος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,

μηνῶν φθινόντων, περὶ δ' ἤματα πόλλ' ἐτελέσθη,

καὶ τότε δή με διὰ δμῳάς, κύνας οὐκ ἀλεγούσας,

εἷλον ἐπελθόντες καὶ ὁμόκλησαν ἐπέεσσιν.155

ὣς τὸ μὲν ἐξετέλεσσα καὶ οὐκ ἐθέλουσ', ὑπ' ἀνάγκης·

νῦν δ' οὔτ' ἐκφυγέειν δύναμαι γάμον οὔτε τιν' ἄλλην

μῆτιν ἔθ' εὑρίσκω· μάλα δ' ὀτρύνουσι τοκῆες

γήμασθ', ἀσχαλάᾳ δὲ πάϊς βίοτον κατεδόντων,

γινώσκων· ἤδη γὰρ ἀνὴρ οἷός τε μάλιστα160

οἴκου κήδεσθαι, τῷ τε Ζεὺς ὄλβον ὀπάζει.

ἀλλὰ καὶ ὧς μοι εἰπὲ τεὸν γένος, ὁππόθεν ἐσσί·

οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι παλαιφάτου οὐδ' ἀπὸ πέτρης.»163

.

.

.


χνκουβελης cncouvelis

μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212

-η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη


και σ' αυτήν αποκρινομενος είπε ο πολυμηχανος Οδυσσέας,

ω σεβαστή γυναίκα του Λαερτιαδη Οδυσσεα,

δεν θα πάψεις πια για τη γενιά μου να ρωτάς;

αλλά σε σένα θα πω,

αν και θλίψη βέβαια μεγάλυτερη θα μου δωσεις 

απ'οτι έχω,

γιατί αυτο'ναι το σωστό,όταν κάποτε απ'τη πατρίδα του 

ένας άνθρωπος μακριά βρισκεται τόσο καιρό όσο εγώ τωρα

σε πολλές περιπλανώμενος πόλεις θνητών,

βασανα υποφέροντας,

αλλ'ομως κι έτσι αυτό θα σου πω που με ρωτάς και θες να μάθεις,

είναι μια χώρα,η Κρήτη,μέσα στη μέση

του σκοτεινού σαν κρασί πελάγου,

όμορφη κι εύφορη,ολόγυρα από θάλασσα βρεγμένη,

κι άνθρωποι την κατοικούν πολλοί αμέτρητοι,

κι ενενήντα πόλεις είναι,

του ενος η γλώσσα άλλη απ'των αλλων ανακατεμένη,

εκει'ναι οι Αχαιοί,εκεί οι μεγαλοκαρδοι Ετεοκρητες,

και εκεί οι Κυδωνες,

και οι Δωριείς σε τρεις φυλες χωρισμενοι και οι θεικοί Πελασγοι

κι ανάμεσα σ' αυτούς είναι η Κνωσός,μεγάλη πόλη,

όπου ο Μινωας εννιά χρόνους βασίλευε του μεγάλου Δία ο συνομιλητης,

πατέρας του πατέρα μου,τού μεγαλοψυχου Δευκαλίωνα,

ο Δευκαλίωνας εμένα γέννησε και τον βασιλιά Ιδομενεα,

αλλά εκείνος για το Ίλιο με τα κυρτα αναχώρησε 

καραβια μαζί με τους Ατρειδες,

και σε μένα τ'όνομα που με φωνάζουν Αιθωνας είναι,

νεωτερος στη γέννα,ενώ αυτός πρωτύτερος και γενναιοτερος,

όπου εγώ εκεί τον Οδυσσέα είδα και τον φιλοξένησα,

γιατί ανεμος στην Κρήτη ισχυριος τον έσυρε,

ενώ προς τη Τροια πήγαινε,απ'τον Μαλέα παρεκτρέποντας τον,

και στάθηκε στην Αμνισό,όπου και το σπήλαιο της Ειλειθυίας,

σ'επικινδυνο λιμανι,και μόλις που απ'τις θύελλες γλυτωσε,

αμέσως τότε για τον Ιδομενεα ανεβαίνοντας στη πόλη ρώτησε,

γιατί γι'αυτον έλεγε πως αγαπητός φίλος ήταν 

και σεβαστός ξένος,

όμως εκείνος ήδη δέκα η έντεκα είχε αυγές

που για το Ίλιο με τα κυρτα καράβια αναχωρήσει,

τοτ'εγω στο σπίτι μου τον έφερα και καλά τον φιλοξένησα,

φιλια δείχνοντας του,και στο σπίτι μου πολλά τ'αγαθά ήταν,

και για τους άλλους συντρόφους,που αυτόν ακολουθούσαν,

απ'το λαο μαζεύοντας αλεύρι εδωκα και φλογερό κρασί

και βόδια για θυσία,για χορτάσουν την ψυχή τους,

εκεί λοιπόν δώδεκα οι θεικοι Αχαιοί έμειναν μερες

γιατί βοριάς τους εμπόδιζε άνεμος δυνατός

ούτε στη στεριά πάνω να πατήσουν,

που κάποιος δαίμονας είχε ξεσηκώσει φοβερός,

όμως στις δεκατρείς ο άνεμος επεσε,κι αυτοί απεπλευσαν,

πολλά ελεγε ψέματα που ομοια μ'αληθινα εμοιαζαν,

κι εκείνη ακούγοντας τον δάκρυα έχυνε,

και έλιωνε το κορμί της,

όπως το χιόνι στις ψηλες των βουνων κορφές λιώνει,

όταν κι ο νοτιάς το'λιώσει,

κι ο Ζέφυρος πάνω του τη ζεστασιά του απλώσει,

κι όπως λιώνει τα ποτάμια γεμίζουν και κυλούν,

έτσι κι αυτής τα όμορφα έλιωναν μαγουλα

καθώς δάκρυα έχυνε,

κλαιοντας τον άντρας της που δίπλα της παρων ητανε,

όμως τη γυναίκα του που θρηνούσε

ο Οδυσσέας μέσα στη ψυχή του σπλαχνιζονταν,

και τα μάτια του στέκονταν ακίνητα σαν από κέρατο

η' σίδερο να ησαν,και τα δάκρυα του με τέχνη εκρυβε


τὴν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«ὦ γύναι αἰδοίη Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος,165

οὐκέτ' ἀπολλήξεις τὸν ἐμὸν γόνον ἐξερέουσα;

ἀλλ' ἔκ τοι ἐρέω. ἦ μέν μ' ἀχέεσσί γε δώσεις

πλείοσιν ἢ ἔχομαι· ἡ γὰρ δίκη, ὁππότε πάτρης

ἧς ἀπέῃσιν ἀνὴρ τόσσον χρόνον ὅσσον ἐγὼ νῦν,

πολλὰ βροτῶν ἐπὶ ἄστε' ἀλώμενος, ἄλγεα πάσχων.170

ἀλλὰ καὶ ὧς ἐρέω ὅ μ' ἀνείρεαι ἠδὲ μεταλλᾷς.

Κρήτη τις γαῖ' ἔστι μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,

καλὴ καὶ πίειρα, περίῤῥυτος· ἐν δ' ἄνθρωποι

πολλοὶ ἀπειρέσιοι, καὶ ἐννήκοντα πόληες· -

ἄλλη δ' ἄλλων γλῶσσα μεμιγμένη· ἐν μὲν Ἀχαιοί,175

ἐν δ' Ἐτεόκρητες μεγαλήτορες, ἐν δὲ Κύδωνες

Δωριέες τε τριχάϊκες δῖοί τε Πελασγοί· -

τῇσι δ' ἐνὶ Κνωσός, μεγάλη πόλις, ἔνθα τε Μίνως

ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής,

πατρὸς ἐμοῖο πατήρ, μεγαθύμου Δευκαλίωνος.180

Δευκαλίων δ' ἐμὲ τίκτε καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα·

ἀλλ' ὁ μὲν ἐν νήεσσι κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω

ᾤχεθ' ἅμ' Ἀτρεΐδῃσιν· ἐμοὶ δ' ὄνομα κλυτὸν Αἴθων,

ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ' ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων.

ἔνθ' Ὀδυσῆα ἐγὼν ἰδόμην καὶ ξείνια δῶκα.185

καὶ γὰρ τὸν Κρήτηνδε κατήγαγεν ἲς ἀνέμοιο

ἱέμενον Τροίηνδε, παραπλάγξασα Μαλειῶν·

στῆσε δ' ἐν Ἀμνισῷ, ὅθι τε σπέος Εἰλειθυίης,

ἐν λιμέσιν χαλεποῖσι, μόγις δ' ὑπάλυξεν ἀέλλας.

αὐτίκα δ' Ἰδομενῆα μετάλλα ἄστυδ' ἀνελθών·190

ξεῖνον γάρ οἱ ἔφασκε φίλον τ' ἔμεν αἰδοῖόν τε.

τῷ δ' ἤδη δεκάτη ἢ ἑνδεκάτη πέλεν ἠὼς

οἰχομένῳ σὺν νηυσὶ κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω.

τὸν μὲν ἐγὼ πρὸς δώματ' ἄγων ἐῢ ἐξείνισσα,

ἐνδυκέως φιλέων, πολλῶν κατὰ οἶκον ἐόντων·195

καί οἱ τοῖς ἄλλοισ' ἑτάροισ', οἳ ἅμ' αὐτῷ ἕποντο,

δημόθεν ἄλφιτα δῶκα καὶ αἴθοπα οἶνον ἀγείρας

καὶ βοῦς ἱρεύσασθαι, ἵνα πλησαίατο θυμόν.

ἔνθα δυώδεκα μὲν μένον ἤματα δῖοι Ἀχαιοί·

εἴλει γὰρ βορέης ἄνεμος μέγας οὐδ' ἐπὶ γαίῃ200

εἴα ἵστασθαι, χαλεπὸς δέ τις ὤρορε δαίμων·

τῇ τρεισκαιδεκάτῃ δ' ἄνεμος πέσε, τοὶ δ' ἀνάγοντο.»

ἴσκε ψεύδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα·

τῆς δ' ἄρ' ἀκουούσης ῥέε δάκρυα, τήκετο δὲ χρώς.

ὡς δὲ χιὼν κατατήκετ' ἐν ἀκροπόλοισιν ὄρεσσιν,205

ἥν τ' εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν ζέφυρος καταχεύῃ,

τηκομένης δ' ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες·

ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης,

κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα, παρήμενον. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς

θυμῷ μὲν γοόωσαν ἑὴν ἐλέαιρε γυναῖκα,210

ὀφθαλμοὶ δ' ὡς εἰ κέρα ἕστασαν ἠὲ σίδηρος

ἀτρέμας ἐν βλεφάροισι· δόλῳ δ' ὅ γε δάκρυα κεῦθεν.

.

.

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Η φωνή της Koko Taylor -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Η  φωνή της Koko Taylor

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Η φωνή της Koko Taylor


https://www.facebook.com/share/v/1HMvCHVFdc/


Δεν υπήρξε καβγάς,ούτε θεατρικές χειρονομίες,η πόρτα έκλεισε,ήχος από βηματα που κατεβαιναν στη σκαλα.

Εκείνη έμεινε ακίνητη στο χολ.

Πήγε στο παράθυρο.

Ένα λεωφορείο πέρασε,ένα παιδί γελούσε στην απέναντι πολυκατοικία,κάποια γυναικα τίναζε ένα χαλί.

Εκλεισε τα παντζούρια.

Από εκείνη την ημέρα κλείδωσε την πόρτα και δεν ξαναβγηκε έξω.Τα ψώνια τα άφηναν έξω στη πορτα.

Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα,αλλά εκείνη δεν απαντούσε.

Οι φίλοι έστελναν μηνύματα που δεν διάβαζε.Ο κόσμος είχε μικρύνει στα εβδομήντα τετραγωνικά του διαμερίσματος της.

Έβαζε τον δίσκο στο πικ-απ να γυρίζει ξανά και ξανά.Η φωνή της Koko Taylor γέμιζε το σπίτι με εκείνο το βαθύ, τραχύ μπλουζ που δεν ζητούσε συγγνώμη για τον πόνο του.

Ηταν μια φωνή που δεν έκλαιγε,πάλευε.Σαν γυναίκα που είχε δει τον κόσμο να καταρρέει πολλές φορές.

Εκείνη ξάπλωνε στο πάτωμα και ακουγε.

Μια γυναίκα που γελούσε δυνατά,που χόρευε στην κουζίνα,που αγόραζε λουλούδια χωρίς λόγο.

Μια ζωή στο σπίτι που είχε τελειώσει.

Δύο φλιτζάνια στον νεροχύτη,ένα βιβλίο ανοιχτο στο κομοδίνο,ένα σακάκι πεταμενο στον καναπέ.

Τα βράδια έβαζε πιο δυνατά την Koko Taylor.

Έκανε δύο βήματα,να χορέψει,σταματούσε, γελούσε και ξανάρχιζε. 

Ένα αργό χορό.

Πέρασαν μέρες.Τα φυτά στο μπαλκόνι ξεράθηκαν..

Ένα απόγευμα έβρεχε και διακόπηκε το ρεύμα.Η μουσική σταμάτησε.

Μετά από καιρό το σπίτι βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή.

Ενιωσε φόβο.

Άνοιξε το παράθυρο.

Έξω η βροχή είχε πλημμυρίσει το δρόμο.

Από ένα απέναντι διαμέρισμα, ακουγόταν ένα πιάνο.

Χαμογέλασε.

Εκείνη δεν ηταν ευτυχισμένη,και ο κόσμος συνεχιζε να υπάρχει.

Κάθισε για αρκετή ώρα ξαπλωμένη στον καναπέ  ακούγοντας μόνο την αναπνοή της.

Γυμνωσε τα πόδια της σηκώνοντας το φουστάνι της.

Τα κοιτούσε.Τα ανοιγε και τα έκλεινε.

Όταν το ρεύμα επέστρεψε

σηκώθηκε και ακούμπησε τη βελόνα στο πικ-απ πάνω στο δίσκο.

Η φωνή της Koko Taylor ήταν πάλι στο δωμάτιο.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Τι συνέβει στον Georgy Lukacs? -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Τι συνέβει στον Georgy Lukacs?

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης




https://www.facebook.com/share/v/1ETRp4KJMU/

χνκουβελης cncouvelis

Τι συνέβει στον Georgy Lukacs?


Όταν ο Γκεόργκι Λούκατς ξύπνησε εκείνο το πρωινό

σκέφτηκε ότι ήταν ένας φιλόσοφος σε ένα μυθιστόρημα του σύγχρονου ολοκληρωτισμού.

Στο δωμάτιο η βιβλιοθήκη ηταν γεμάτη Χέγκελ,Μαρξ, Ντοστογιέφσκι,Μπαλζάκ.

Όμως,χαμογέλασε,η ίδια η πραγματικότητα είχε μετακινηθεί,είχε αλλάξει θέση.

Βγήκε στον δρόμο της Βουδαπέστης,τα ίχνη από τα τανκς ορατα,οι οδοκαθαριστες προσπαθούσαν να τα εξαλείψουν.

Οι άνθρωποι περπατούσαν γρηγορα,κάθε τόσο σταματούσαν,κοιτούσαν πίσω τους και συνέχιζαν χωρίς να κοιτάζουν ποτέ ο ένας τον άλλον.

-Η πραγμοποίηση,ψιθύρισε.

Προχώρησε ανήσυχος.

Στο καφενείο όπου σύχναζε, οι θαμώνες διάβαζαν εφημερίδες χωρίς γράμματα. Γύριζαν τις λευκές σελίδες με σοβαρότητα,σαν να διάβαζαν τις σημαντικότερες ειδήσεις του κόσμου.

-Τι συμβαίνει;ρώτησε τον σερβιτόρο.

-Δεν υπάρχουν πια γεγονότα, αποκρίθηκε εκείνος.Μόνο ερμηνείες.

Ο Λούκατς γέλασε.

-Οχι,είπε.Πρώτα υπάρχουν τα γεγονότα.Υστερα οι ερμηνείες.

Ο σερβιτόρος τον κοίταξε παράξενα  σαν να είχε ακούσει μια αγνωστη γλώσσα.

Το ίδιο απογευμα επισκέφθηκε τη δημόσια βιβλιοθήκη.

Όλα τα βιβλία είχαν αλλάξει.

αν και οι τίτλοι ήταν ίδιοι,και οι συγγραφείς επίσης.

Ο Πόλεμος και Ειρήνη τελείωνε χωρίς να αρχίζει.

Οι Αδελφοί Καραμάζοφ είχαν απομείνει μια ακατανόητη προταση.

Η Θεία Κωμωδία ήταν μόνο η έξοδος από τον Παράδεισο.

Ένιωσε πως κάποιος είχε αφαιρέσει την ιστορία από τον κόσμο.

-Έτσι πεθαίνει η ολότητα,σκεφτηκε.

Τότε εμφανίστηκε ένας ηλικιωμένος βιβλιοθηκάριος.

-Αργησατε,του είπε.Τωρα πλεον ο κόσμος διαβάζει το τέλος πριν ζήσει την αρχή.

Ο Λούκατς έσκυψε το κεφάλι.

-Νιωθετε ενοχή; άκουσε τον βιβλιοθηκάριο.

Έξω είχε αρχίσει να χιονίζει.

Τα πόδια του βυθίζονταν στο χιόνι.

Ο Λούκατς γονατισε και μάζεψε με το χέρι του χιόνι.

 Όταν σηκώθηκε μπροστά του στέκονταν ένα μικρό παιδί.

-Εσύ ποιος είσαι;ρώτησε ο Λούκατς.

Το παιδί χαμογέλασε.

-Εγω είμαι ο Μαρξ,είπε το παιδι κι έφυγε τρέχοντας.

Είχε νυχτώσει.

Περπάτησε δίπλα στον Δούναβη.

Η ιστορία,σκέφτηκε,όσο κι αν κατακερματίζεται, εξακολουθεί να αναζητά εκείνον που θα μπορέσει να τη δει ξανά ως όλον.

Ως το 'Συνολο'.

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -end (a white black photo-movie -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-end

(a white black photo-movie

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

end

(a white black photo-movie)


https://www.facebook.com/share/v/1d5MhzHq1k/



Σκηνή 1

φωτογραφία ενος άδειου σιδηροδρομικου σταθμου

ομίχλη

voice over

-Δεν θυμάμαι πότε ήμουν εδω


Cut up black


Σκηνή 2

φωτογραφία ενος άντρα στο σταθμό

Voice over

-Μου ζήτησαν να επιστρέψω σε μια ανάμνηση,για να εξακριβώσουν αν υπήρξε ποτέ.


Cut up black


Σκηνή 3

Φωτογραφία ενός παιδιού που κρατά μια χάρτινη βάρκα

Voice over

-Η μνήμη αλλάζει κάθε φορά που κάποιος την αφηγείται.


Cut up black


Σκηνή 4

φωτογραφία ενός 

αδειο διαμέρισματος,

ενα ποτήρι νερό στο πάτωμα.

Καμία ανθρώπινη παρουσία.

Voice over

 -Ελειπα εγώ.


Cut up black


Σκηνή 5

Διαδοχή φωτογραφιών,:

να παράθυρο.ενα δέντρο. ενα περιστέρι.το ίδιο παράθυρο ξανά.

Voice over

-Ο χρόνος δεν κινείται.

Εμείς μεταμινουμασυε στις εικόνες του.


Cut up black


Σκηνή 6

Φωτογραφια

Κοντινό σε πρόσωπο γυναίκας.

Η γυναικα σχεδόν μοιάζει να αναπνέει.

Voice over

-Δεν γνώριζα το όνομά της. 


Cut up black


Σκηνή 7

Φωτογραφίες σε έρημη πόλη.

αδειοι δρομοι.

Voice over

-Το τελος.


Cut up black


Σκηνή 8

Η φωτογραφία ενός καθρέφτη.

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 9

Μια φωτογραφία με προσωπα.

δείχνεται 5 φορές.

κάθε φορά λείπει και ένα πρόσωπο

μεχρι που μένει κενη.

Voice over

-θυμομουν τις απουσίες.


Voice over


Σκηνή 10

Φωτογραφία

Νύχτα 

Ένα φως σε παράθυρο.

Το φως σβήνει. 

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 11

φωτογραφία στο σταθμό.

Ο άντρας περιμένει.

σιωπή.


Cut up black


Σκηνή 12

φωτογραφία.

Το παιδί της αρχής κοιτάζει κατευθείαν στον φακό.

σιωπή.

Voice-over

-Πέρασα μια ζωή αναζητώντας εκείνη που θυμόμουν.

Η τελευταία φωτογραφία  είναι πάντα η πρώτη.


Cut up black


Ακούγεται ο ήχος ενός φωτογραφικού κλείστρου.


ΤΕΛΟΣ

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -οι τελευταίες εικόνες της Οφηλιας -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-οι τελευταίες εικόνες της Οφηλιας

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης







φωτογράφιση

-cncouvelis


χνκουβελης cncouvelis

οι τελευταίες εικόνες της Οφηλιας


δεν θυμάμαι πότε άρχισε να βρέχει,ισως έβρεχε από την ημέρα που εκείνος μου είπε πως δεν με αγάπησε ποτέ,η γη μαλάκωσε,έγινε λάσπη, κι εγώ κάθισα επάνω της σαν να ήταν η μητέρα μου,κράτησα τα γόνατά μου σφιχτά.

-να πας σε μοναστήρι,είπε,

πόσο παράξενη ήταν η φωνή του,ήθελε να με προφυλαξει, από έναν κόσμο που είχε  σαπίσει,από τον θείο του,τη μητέρα του,τον πατέρα μου, τον εαυτό του

θυμάμαι το πρώτο του βλέμμα,δεν ήταν βλέμμα πρίγκιπα,ηταν το βλέμμα παιδιού που φοβόνταν το σκοτάδι,τότε νόμιζα ότι θα μπορούσα να του φωτισω το σκοτάδι,

όμως εκείνος είχε διαλέξει τη νύχτα,

σηκώθηκα,

το νερό αγγιζε τους αστραγάλους μου,τα καλάμια άκουγα να  ψιθυριζουνν ονόματα νεκρών, άκουσα και του πατέρα μου,Ο Πολώνιος δεν μου μίλησε ποτέ τόσο τρυφερά όσο μετά τον θάνατό του,

-δεν έφταιγες εσύ,

αλλά οι νεκροί συγχωρούν εύκολα,οι ζωντανοί ποτέ

λροχώρησα βαθύτερα,

το νερό ήταν κρύο σαν το μέτωπο του Άμλετ όταν τον είδα για τελευταία φορά, ηθελα να αγγίξω το πρόσωπό το,να του πω πως θα προσευχηθώ να απαλλαγει από την τρέλα του,δεν τόλμησα,

ποτέ δεν τόλμησα,

το νερό ανέβαινε,στο στήθος,

στον λαιμό,δεν φοβόμουν,

εκλεισα τα μάτια και είδα τον Άμλετ,χωρίς μαύρα ρούχα,χωρίς να ζητά εκδίκηση,χωρίς το φάντασμα του πατέρα του να τον προστάζει,τον είδα να χαμογελαει,έτσι να τον αγάπησα,

-Οφηλια,άκουσα τη φωνή του,

ξάπλωσα κάτω από τα δέντρα,

τα φύλλα έπεφταν αργά πάνω μου,με σκέπαζαν,

δεν ένιωθα πια βάρος,

ήμουνα μέσα στη διαύγεια τών νουφαρων,

τότε θυμήθηκα ένα απόγευμα,

ενα μικρό λουλούδι που είχε πιαστεί στο μανίκι του,

τον τρόπο που το αφαίρεσε προσεκτικά,σαν να φοβόταν μήπως πληγώσει ακόμη κι ένα πέταλο,

εκείνος ο τρυφερος άνθρωπος υπήρξε,

για μια στιγμή μόνο,

υστερα χάθηκε μέσα στον Άμλετ που απομακρύνονταν λέγοντας:to be or not to be,

τωρα επιπλέω μέσα στο νερό σαν άγριο λουλουδι

σε μια ακίνητη λιμνουλα

και αναπνέω την παράξενη γαλήνη των νουφαρων

.

.

.

GREEK POETRY -Συγγραφες POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Συγγραφες
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

Συγγραφες


όταν όλοι μας έχουμε φορέσει

το προσωπείο της βεβαιότητας


γράφω γιατι οι λέξεις πέφτουν από μέσα μου 

όπως πέφτουν οι σοβάδες από εγκαταλειμμένα σπίτια όχι για να δείξουν 

την αρχιτεκτονική τους

αλλά για να φανερώσουν τις ρωγμές 

που τόσα χρόνια κρατούσαν κρυφές.


επειδή εχει εξαντληθει η υπομονή της σιωπής


μάθαμε να κυκλοφορούμε σαν δημόσια έγγραφα.


να ζυγίζεις την ύπαρξή σου σε αριθμούς,σε επαίνους,σε ονόματα,σε θέσεις,

σαν να μπορούσε ποτέ η ψυχή να χωρέσει σε λογιστικό βιβλίο


δεν αυτό δεν απαντώ με αγανάκτηση 

κάποτε,θα έρθει ο καιρός,θα αναρωτηθουμε 

αν ζησαμε για να μας εγκρίνουν 

ή αν τολμησαμε,έστω και μία φορά,

να υπάρξουμε χωρίς να ζητήσουμε την άδεια κανενός


η αυταπάτη ενός καθρέφτη που πιστεύουμε 

πως κατόρθωσε να συγκρατήσει το ειδωλο μας

τη στιγμή ακριβώς 

που εκείνο διαλύεται στο σκοτάδι


εσύ είσαι

στο σημείο όπου ο εγώ ο Ορφέας 

γυρίζω το κεφάλι μου για δεύτερη φορά

εκεί όπου εσύ η Ευρυδίκη δεν χάνεσαι,

αλλά μεταμορφώνεσαι σ' εκείνη τη λεπτή σιωπή 

που άκουσε ο Ηράκλειτος 

και είπε:

Εάν μη έλπηται ανέλπιστον, ουκ εξευρήσει


βλέπω

το ίδιο πρόσωπο να αλλάζει 

μάσκες

άλλοτε είναι ο Άμλετ,που κρατα ένα κρανίο

και χρησματοδοτει:

to be or not to be

πάνω στα νούφαρα των νερών

που σκεπάζουν την Οφηλια

άλλοτε είναι ο Δον Κιχωτης

και δεν αμφιβάλει πως ο άνεμος που φυσά 

χαιδευει τα μαλλιά της Δουλτσινεας του

κι όχι τα άγρια  γενιά των Γιγάντων,

αφού ξέρει 

πως είναι μόνο ανεμομυλοι

και καθόλου δεν τον ξεγελουν

και άλλοτε είναι ο Οιδιποδας

μέσα στην ερημο

και αδιαφορεί για το αίνιγμα της Θηβαίος Σφιγγας:

Τί ἐστιν ὃ μίαν ἔχον φωνὴν τετράπουν καὶ δίπουν καὶ τρίπουν γίνεται;

η καταρα των Λαμβδακιδων μονο τον απασχολει


η αξία του ανθρωπου

κόπηκε σαν νόμισμα σε κάποιο πλατωνικο νομισματοκοπείο και κυκλοφόρησε 

στη γη ήδη φθαρμένο


ο Νάρκισσος δεν πνίγηκε επειδή αγάπησε την εικόνα του,αλλά επειδή ήταν τελεια η αντανακλαση της θνητότητας του 


ισως γι' αυτό γράφεις

για να συνομιλήσειε με εκείνον τον αόρατο αναγνώστη που δεν έχει ακόμη γεννηθεί,ή που πέθανε πριν από αιώνες και εξακολουθεί να περπατά στις βιβλιοθήκες του Μπόρχες κρατώντας ένα βιβλίο που κάθε φορά που ανοίγει γράφει διαφορετικό ποίημα

σου


και οι λέξεις λέξεις μας

θα επιστρέψουν στο πρώτο τους άναρθρο φως


θα απομείνει μόνο εκείνο το άγνωστο βλέμμα 

που σε κοιτάζει πριν γεννηθούμε 

και συνεχίζει να σε κοιτάζει αφού τελειώσει το τελευταίο ποίημα σου

σαν να μην υπήρξαμε ποτέ παρά μέσα στο όνειρο των λεξεων μας

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -μεταφράζοντας Frederico Garcia Lorca,Bodas de Sangre Ματωμένος Γαμος -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-μεταφράζοντας

Frederico Garcia  Lorca,Bodas de Sangre

Ματωμένος Γαμος

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Frederico Garcia  Lorca,Bodas de Sangre

Ματωμένος Γαμος


ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ


Δωμάτιο βαμμένο κιτρινο


ΓΑΜΠΡΟΣ

(μπαίνοντας)

μανα

ΜΑΝΑ

τι;

ΓΑΜΠΡΟΣ

φευγω

ΜΑΝΑ

που πας;

ΓΑΜΠΡΟΣ

στ'αμπελι(παει να φύγει)

ΜΑΝΑ

περίμενε

ΓΑΜΠΡΟΣ

θέλεις κάτι;

ΜΑΝΑ

γιε μου,το μεσημεριανο

ΓΑΜΠΡΟΣ

ασ'το.

θα φάω σταφύλια.

δος μου το σουγιά.

ΜΑΝΑ

γιατί;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(γελώντας)για να τα κοψω

ΜΑΝΑ

(μουρμουριζοντας και 

ψάχνωντας)

ο σουγιάς,ο σουγιάς,...

καταραμενοι να'ναι όλοι,κι ο παλιανθρωπος που τον σκεφτηκε

ΜΑΝΑ

ας πούμε κάτι αλλο

ΜΑΝΑ

κι οι καραμπίνες και τα πιστόλια

και το πιο μικρό μαχαιρι,

κι,ακόμα,οι τσάπες και τα δικριανια τ'αλωνιου.

ΓΑΜΠΡΟΣ

καλα

ΜΑΝΑ

ότι μπορεί να κόψει το κορμί ενος άντρα.

ενός άντρα όμορφου,με το λουλούδι του στο στόμα,που φευγει για τ'αμπελι,

η' που στις δικές του ελιες πάει,

γιατί δικές του είναι,

κληρονομιά...

ΓΑΜΠΡΟΣ

(χαμηλώνοντας το κεφάλι)

ησυχασε

ΜΑΝΑ

...κι αυτός ο άντρας δεν γυρίζει.

η' αν γυρίσει είναι για να του βάλουν ένα κλαδί φοινικιάς πάνω του,

η' ένα πιατο μ'αλατι χοντρό για να μην φουσκωσει,

δεν ξέρω πως τολμάς να κουβαλάς ένα σουγιά στο κορμί σου,

ούτε πως εγώ αφήνω ένα φίδι μέσ'στο μπαουλο

ΓΑΜΠΡΟΣ

αρκετά δεν είπες;

ΜΑΝΑ

κι εκατό χρόνια να ζούσα,για τίποτε άλλο δεν θα μιλουσα.

πρώτα ο πατέρας σου,που μου μύριζε γαριφαλο και τον χαρηκα τρία χρόνια μοναχα.

υστερα ο αδελφός σου.

κι είναι δίκιο,και μπορεί να γίνεται ένα τόσο δα μικρό  όπως ένα πιστολι η' ένας σουγιάς να μπορεί να τελειώσει ένα αντρα,

που'ναι ένας ταύρος;

δεν θα ησυχαζα ποτέ.

περνουν οι μήνες κι η απελπισια με τσιμπάει στα μάτια και μέχρι τις άκρες των μαλλιών

ΓΑΜΠΡΟΣ

(έντονα)

θα τελειώσουμε επιτέλους;

ΜΑΝΑ

όχι,δεν θα τελειώσουμε.

μπορεί κανείς να μου φέρει πίσω τον πατερα σου;

και τον αδελφό σου;

κι ύστερα η φυλακη.

τι είναι η φυλακή;

εκεί τρωνε,εκεί καπνίζουν,

εκεί χτυπούν τα όργανα!

οι νεκροί μου γεμάτοι χορτάρια,χωρίς να μιλούν,γίναν σκονη,

δυο άντρες που ήταν δυο γεράνια...

οι φονιάδες,στη φυλακη,ζωντανοί,

κοιτάζοντας τα βουνά...

ΓΑΜΠΡΟΣ

δηλαδή θέλεις να τους σκοτώσω;

ΜΑΝΑ

όχι...αν μιλώ είναι γιατί...

πώς μπορώ να μην μιλήσω βλέποντας σε να βγαίνεις απ'αυτή τη πορτα;

είναι που δεν μ'αρεσει που κρατάς σουγιά.

είναι που...που δεν θα'θελα να φεύγεις για τα χωράφια.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(γελώντας)

έλα τώρα!

ΜΑΝΑ

θα μου άρεσε να'σουν γυναίκα.

δεν θα πήγαινες τώρα στο ρυάκι και θα κεντούσαμε οι δυο μας μπορντούρες και μαλλινα σκυλάκια.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(πιάνει τη μάνα απ'το μπρατσο και γελάει)

μάνα,κι αν σ'επαιρνα μαζί μου στ'αμπελια;

ΜΑΝΑ

και τι να κάνει στ'αμπελια μια γριά;

θα μ'εβαζες κάτω απ'τα κληματα και τα φυλλα;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(σηκώνοντας την στα μπράτσα του)

γριά,παλιογριά,παμπογρια

ΜΑΝΑ

κι ο πατέρας σου μ'επαιρνε.

αυτό είναι καλή ρατσα.το αίμα.

ο παππούς σου άφησε ένα γιο σε κάθε γωνιά.

αυτό μ'αρεσει.

οι άντρες,αντρες,

το στάρι,σταρι.

ΓΑΜΠΡΟΣ

κι εγώ μάνα;

ΜΑΝΑ

εσύ,τι;

ΓΑΜΠΡΟΣ 

χρειάζεται να στο πω κι άλλη φορά;

ΜΑΝΑ

(σοβαρή) α!

ΓΑΜΠΡΟΣ

μήπως σου κανει κακό;

ΜΑΝΑ

οχι

ΓΑΜΠΡΟΣ

τότε;

ΜΑΝΑ

ούτε κι εγώ η ίδια το ξερω.

έτσι,ξαφνικά,πάντα με πιάνει απροετοίμαστη.

ξερω πως το κορίτσι είναι καλό.

αλήθεια έτσι δεν είναι;

σεμνό,εργατικο,

ζυμώνει το ψωμί και ραβει τις φούστες της,

κι όμως αισθάνομαι,όταν την αναφέρω,σαν να μου'διναν μια πετριά στο μέτωπο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

ανοησίες

ΜΑΝΑ

πιο πολύ από ανοησίες.

είναι που μενω μονη.

δεν μου μένεις παρά μόνο εσύ

και νιώθω πως φευγεις.

ΓΑΜΠΡΟΣ

αλλά θα'ρθεις μαζί μου.

ΜΑΝΑ

όχι.δεν μπορώ ν'αφησω εδώ μόνους το πατέρα σου και τον αδελφό σου.

πρέπει να πηγαίνω κάθε πρωί,και αν φύγω ειναι πιθανό να πεθάνει ένας απ'τους Φελιξ,ένας από τη φαμίλια των φονιάδων,και να τον θαψουν δίπλα.

κι αυτό όχι!ποτέ!αποκλείεται!

γιατί με τα νύχια θα τους ξεθαψω κι εγώ μόνη θα τους συντρίψω πάνω στον μαντροτοιχο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(έντονα)

πάλι στα ίδια γυρίζεις

ΜΑΝΑ

συγχωραμε.

(παύση)

πόσο καιρό έχετε σχέσεις;

ΓΑΜΠΡΟΣ

τρία χρόνια.

και πια μπορώ ν'αγορασω τ'αμπελι.

ΜΑΝΑ

τρια χρόνια.

αυτή δεν είχε έναν αρραβωνιαστικό;

ΓΑΜΠΡΟΣ

δεν ξέρω.

πιστεύω πως όχι.

τα κορίτσια πρέπει να προσέχουν με ποιον παντρευονται.

ΜΑΝΑ

ναι.εγω κανέναν δεν κοίταξα.

κοίταξα τον πατέρα σου,κι όταν τον σκότωσαν κοίταξα στον απέναντι τοίχο.

μια γυναίκα με έναν αντρα  

κι αυτό είναι όλο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

να ξέρεις ότι η αρραβωνιαστικιά μου είναι καλη

ΜΑΝΑ 

δεν αμφιβάλω.

παρ'ολ'αυτα ομως με στεναχωρεί που δεν ξέρω ποια ήταν η μάνα της.

ΓΑΜΠΡΟΣ

και τι μ'αυτο;

ΜΑΝΑ

(κοιτάζοντας τον)

γιε μου

ΓΑΜΠΡΟΣ

τι θέλεις;

ΜΑΝΑ

είναι αλήθεια!έχεις δίκιο!

ποτέ θέλεις να πάω να τη ζητήσω;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(χαρούμενος)

φαίνεται καλά για τη Κυριακή;

ΜΑΝΑ

(σοβαρή)

θα της πάω τα μπρούτζινα σκουλαρίκια,που'ναι παλιά,κι εσύ της αγοραζεις...

ΓΑΜΠΡΟΣ

εσύ καταλαβαίνεις καλύτερα...

ΜΑΝΑ

της αγοραζεις λεπτές δαντελωτες κάλτσες,

και για σένα δύο κοστούμια...

τρια!

δεν έχω κανέναν άλλον από σένα!

ΓΑΜΠΡΟΣ

φευγω.

αύριο θα πάω να τη δω

ΜΑΝΑ

ναι,ναι,για να δούμε αν θα με κάνεις χαρούμενη με έξι εγγόνια,η όσα σου κάνει κέφι,

αφού ο πατέρας σου δεν πρόλαβε να μου τα κάνει.

ΓΑΜΠΡΟΣ

το πρώτο για σενα

ΜΑΝΑ

ναι,αλλά να,'χει και κορίτσια.

θέλω να κενταω και να πλεκω δαντελες και να'μαι ησυχη.

ΓΑΜΠΡΟΣ

είμαι σίγουρος πως θα την αγαπήσεις την αρραβωνιαστικιά μου

ΜΑΝΑ

θα την αγαπήσω.

(πάει να την φιλήσει και συγκρατείται)

άντε,είσαι πια πολυ μεγάλος για φιλιά.

θα τα δινεις στη γυναίκα σου.

(παύση,στον εαυτό της)

όταν αυτό θα γίνει.

ΓΑΜΠΡΟΣ

πηγαίνω

ΜΑΝΑ

να σκάψεις καλά το μέρος εκει στ'αυλακι του μύλου,γιατι το'χεις παραμελημενο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

έγινε όπως ειπαμε

ΜΑΝΑ

αντε με το θεο

(βγαίνει ο ΓΑΜΠΡΟΣ.

η ΜΑΝΑ μένει καθισμένη με τη πλάτη στη πόρτα.)


ACTO PRIMERO

CUADRO PRIMERO


Habitación pintada de amarillo.


NOVIO

(Entrando.) Madre.

MADRE

¿Que?

NOVIO

Me voy.

MADRE

¿Adónde?

NOVIO

A la viña. (Va a salir.)

MADRE

Espera.

NOVIO

¿Quiere algo?

MADRE

Hijo, el almuerzo.

NOVIO

Déjelo. Comeré uvas. Deme la navaja.

MADRE

¿Para qué? NOVIO

(Riendo.) Para cortarlas.

MADRE

(Entre dientes y buscándola.) La navaja, la navaja... Malditas sean todas y

el bribón que las inventó.

NOVIO

Vamos a otro asunto.

MADRE

Y las escopetas y las pistolas y el cuchillo más pequeño, y hasta las azadas

y los bieldos de la era.

NOVIO

Bueno.

MADRE

Todo lo que puede cortar el cuerpo de un hombre. Un hombre hermoso, con

su flor en la boca, que sale a las viñas o va a sus olivos propios, porque son

de él, heredados...

NOVIO

(Bajando la cabeza.) Calle usted.

MADRE

...y ese hombre no vuelve. O si vuelve es para ponerle una palma encima o

un plato de sal gorda para que no se hinche. No sé cómo te atreves a llevar

una navaja en tu cuerpo, ni cómo yo dejo a la serpiente dentro del arcón.

NOVIO

¿Está bueno ya?

MADRE

Cien años que yo viviera, no hablaría de otra cosa. Primero tu padre; que

me olía a clavel y lo disfruté tres años escasos. Luego tu hermano. ¿Y es

justo y puede ser que cosa pequeña como una pistola o una navaja pueda acabar con un hombre, que es un toro? No callaría nunca. Pasan los meses y

la desesperación me pica en los ojos y hasta en las puntas del pelo.

NOVIO

(Fuerte.) ¿Vamos a acabar?

MADRE

No. No vamos a acabar. ¿Me puede alguien traer a tu padre? ¿Y a tu

hermano? Y luego el presidio. ¿Qué es el presidio? ¡Allí comen, allí fuman,

allí tocan los instrumentos! Mis muertos llenos de hierba, sin hablar, hechos

polvo; dos hombres que eran dos geranios... Los matadores, en presidio,

frescos, viendo los montes...

NOVIO

¿Es que quiere usted que los mate?

MADRE

No... Si hablo es porque... ¿Cómo no voy a hablar viéndote salir por esa

puerta? Es que no me gusta que lleves navaja. Es que... que no quisiera que

salieras al campo.

NOVIO

(Riendo.) ¡Vamos!

MADRE

Que me gustaría que fueras una mujer. No te irías al arroyo ahora y

bordaríamos las dos cenefas y perritos de lana.

NOVIO

(Coge de un brazo a la MADRE y ríe.) Madre, ¿y si yo la llevara conmigo a

las viñas?

MADRE

¿Qué hace en las viñas una vieja? ¿Me ibas a meter debajo de los

pámpanos?

NOVIO

(Levantándola en sus brazos.) Vieja, revieja, requetevieja. MADRE

Tu padre sí que me llevaba. Eso es buena casta. Sangre. Tu abuelo dejó un

hijo en cada esquina. Eso me gusta. Los hombres, hombres; el trigo, trigo.

NOVIO

¿Y yo, madre?

MADRE

¿Tú, qué?

NOVIO

¿Necesito decírselo otra vez?

MADRE

(Seria.) ¡Ah!

NOVIO

¿Es que le hace mal?

MADRE

No.

NOVIO

¿Entonces?

MADRE

No lo sé yo misma. Así, de pronto, siempre me sorprende. Yo sé que la

muchacha es buena. ¿Verdad que sí? Modosa. Trabajadora. Amasa su pan y

cose sus faldas, y siento, sin embargo, cuando la nombro, como si me

dieran una pedrada en la frente.

NOVIO

Tonterías.

MADRE

Más que tonterías. Es que me quedo sola. Ya no me quedas más que tú y

siento que te vayas.

NOVIO Pero usted vendrá con nosotros.

MADRE

No. Yo no puedo dejar aquí solos a tu padre y a tu hermano. Tengo que ir

todas las mañanas, y si me voy es fácil que muera uno de los Félix, uno de

familia de los matadores, y lo entierren al lado. ¡Y eso sí que no! ¡Ca! ¡Eso

sí que no! Porque con las uñas los desentierro y yo sola los machaco contra

la tapia.

NOVIO

(Fuerte.) Vuelta otra vez.

MADRE

Perdóname. (Pausa.) ¿Cuánto tiempo llevas en relaciones?

NOVIO

Tres años. Ya puedo comprar la viña.

MADRE

Tres años. ¿Ella tuvo un novio, no?

NOVIO

No sé. Creo que no. Las muchachas tienen que mirar con quién se casan.

MADRE

Sí. Yo no miré a nadie. Miré a tu padre, y cuando lo mataron miré a la pared

de enfrente. Una mujer con un hombre, y ya está.

NOVIO

Usted sabe que mi novia es buena.

MADRE

No lo dudo. De todos modos siento no saber cómo fue su madre.

NOVIO

¿Qué más da?

MADRE

(Mirándolo.) Hijo. 

NOVIO

¿Qué quiere usted?

MADRE

¡Que es verdad! ¡Que tienes razón! ¿Cuándo quieres que la pida?

NOVIO

(Alegre.) ¿Le parece bien el domingo?

MADRE

(Seria.) Le llevaré los pendientes de azófar, que son antiguos, y tú le

compras...

NOVIO

Usted entiende más...

MADRE

Le compras unas medias caladas, y para ti dos trajes... ¡Tres! ¡No te tengo

más que a ti!

NOVIO

Me voy. Mañana iré a verla.

MADRE

Sí, sí, y a ver si me alegras con seis nietos, o lo que te dé la gana, ya que tu

padre no tuvo lugar de hacérmelos a mí.

NOVIO

El primero para usted.

MADRE

Sí, pero que haya niñas. Que yo quiero bordar y hacer encaje y estar

tranquila.

NOVIO

Estoy seguro de que usted querrá a mi novia.

MADRE La querré. (Se dirige a besarlo y reacciona.) Anda, ya estás muy grande

para besos. Se los das a tu mujer. (Pausa. Aparte.) Cuando lo sea.

NOVIO

Me voy.

MADRE

Que caves bien la parte del molinillo, que la tienes descuidada.

NOVIO

¡Lo dicho!

MADRE

Anda con Dios. (Vase el NOVIO. La MADRE queda sentada de espaldas a la

puerta. 

.

.

.

GREEK POETRY -Συγγραφες POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-Συγγραφες
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης


χνκουβέλης cncouvelis

Συγγραφες


και μη μου πεις πως ο κόσμος αλλάζει μόνος του


γιατί κάποτε θα τελειώσουν όλα αυτά.


και θα μείνει μόνο ένα χέρι που άγγιξε ένα άλλο χέρι μέσα στο σκοτάδι.

εκεί να ψάξεις την επανάσταση


το σωμα

ένα ίχνος από αγγίγματα

που δεν έγιναν ποτέ


κάποτε είχαμε λέξεις

κι ύστερα χαθηκαμε σε δυο σιωπες


Κάποιοι είπαν πως νικήσαμε.

Κάποιοι πως ηττηθήκαμε.

Εμείς απλώς μετρήσαμε τα πρόσωπα

που έλειπαν από τη φωτογραφία


ένα φύλλο στροβιλιζονταν. ηταν η τελευταία κίνηση ενός κόσμου 

που έφευγε


Οχι τους νεκρούς.Αυτούς τους κρατά γαληνια η γη.

Να μη ξεχνάςεκείνους που έζησαν και έμειναν για πάντα με το βάρος 

μιας απουσίας


νυχτα

και ο καθρεφτης έδειχνε μόνο μια καρέκλα

που περίμενε κάποιον νεκρό

να αναστηθει


Μην συνηθίσεις στο σκοταδι

Κράτα μια σπίθα

Για να θυμάσαι

πως κάποτε είχες μέσα σου

μια φωτιά

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Έκλειψη (a movie) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Έκλειψη

(a movie)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης





χνκουβελης cncouvelis

Έκλειψη

(a movie)


Σενάριο

10 Σκηνές

η γυναίκα με μαυρο φόρεμα και γοβες

Ένα άδειο σαλόνι με μια μεγάλη  μπαλκονόπορτα. Έξω,η πόλη.

Μέσα,σχεδόν σκοτάδι.

Μονο το φως από το παράθυρο.

Όλη η ταινία χωρίς διάλογο

Ήχος περιβαλλοντος


Σκηνή 1.

Στατική κάμερα.

Η γυναίκα με τα χέρια ψηλά,

ακουμπάει δεξιά και αριστερά τα ακρα του παραθυρου

Η σιλουέτα της 100% μαυρη,

εκτός καμένο λευκό,

15 δευτερολεπτα


Cut up black


Σκηνη 2,3

Η γυναίκα γέρνει στον τοίχο. Κατεβαίνει αργά,ένα αργό γλίστρημα στον τοίχο.

Η κάμερα κάνει dolly-in 

Ήχος: ρολόι

15 δευτερολεπτα


Cut up black 


Σκηνη 4

Η γυναίκα γονατίζει,σκύβει το κεφάλι

Χαμηλή γωνία της καμερας Φωτισμός,μόνο η ανάκλαση από το πάτωμα

15 δευτερολεπτα


Cut up red


Σκηνή 5,6,7 

Το φως γίνεται κοκκινο 

5.Το κεφάλι της γυναίκας πίσω

Μια κραυγή χωρίς ήχο

15 δευτερολεπτα


Cut up red


6.Γυρίζει με την πλάτη, χτυπάει τα χέρια στο τζάμι

15 δευτερολεπτα


Cut up red


7.Πετάγεται,ένα πόδι στον αέρα,χέρι τεντωμένο 

Κάμερα στο χερι(handheld camera) κινειται

 24fps σε 28fps 

Ήχος,stop στον ήχο του ρολογιού,

ένα βόμβος χαμηλός (60hz),

15 δευτερολεπτα


Σκηνή 8,9,10

Επιστροφή στο ασπρομαυρο

8.η γυναίκα κάθεται στο περβάζι

15 δευτερολεπτα

9.Όρθια,με σταυρωμένα χέρια.

15 δευτερολεπτα

10. Κάθεται πάλι,το χερι στο

σαγονι 

Κάμερα στατική.

Το τελευταίο καρέ κρατάει 30 δευτερόλεπτα 

μέχρι το 

Cut up black 

Ο ήχος του ρολογιού 


Τελος


Φως Chiaroscuro 

από το παράθυρο.

Καθόλου fill light,

ένταση σκιων.


Κοστούμι/Σκηνικά: Τίποτα. Μαύρο φόρεμα,γυμνό πάτωμα,μια καρέκλα εκτός κάδρου που φαίνεται η σκιά της 


Μοντάζ: Κοφτό.

10 σταθερά πλάνα,όχι ροή.

Τα cuts ακούγονται σαν κλικ φωτογραφικής.


4

Ήχος: Σιωπή,μακρινή πόλη, αναπνοη. 

Το κόκκινο έχει άλλο ήχο από το ασπρόμαυρο.


Θέμα:Η Έκλειψη της γυναικας

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Madame Bovary -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-Madame Bovary

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χνκουβέλης cncouvelis

Madame Bovary  


Nous étions à l’Étude, quand le Proviseur entra, suivi d’un 

nouveau habillé en bourgeois et d’un garçon de classe qui portait 

un grand pupitre. Ceux qui dormaient se réveillèrent, et chacun 

se leva comme surpris dans son travail.


Την Μαντάμ Μποβαρύ τού Φλωμπερ τη διάβασε στα τριάντα οκτώ.Δεν τη συγκίνησε ο έρωτας της Έμμας,τη φόβισε η επιμονή της στον έρωτα.

Δεν πεθαίνει από τον έρωτα, πεθαίνει από τις εικόνες που διάβασε και δεν πραγματοποηθηκαν.

Απόγευμα.Στεκονταν 

μπροστά στο μεγάλο παράθυρο του διαμερίσματος.

Το σπίτι ήταν σχεδόν άδειο. Είχε αφαιρέσει όλα τα διακοσμητικά.

Δεν ήθελε τίποτε που να υπόσχεται μια ζωή ωραιότερη από εκείνη που υπήρχε.

Η πόλη απλωνόταν κάτω και περα γκρίζα χωρίς προεκτάσεις.

Κτίρια,δρόμοι,και άνθρωποι που δεν ήταν ήρωες κανενός μυθιστορήματος. 

Διάβαζε στις εφημερίδες:

Ζητείται λογιστής.

Ενοικιάζεται δυάρι.

Χάθηκε γάτα.

Αυτές οι αγγελίες της φαίνονταν πιο αληθινές από τα μεγάλα πρωτοσέλιδα.

Ο κόσμος δεν αποτελούνταν από τραγωδίες αλλά από ανθρώπους που έχαναν τα κλειδιά τους,που γέμιζαν το καλαθι στο σούπερ μάρκετ,που  ξέχναγαν να ποτίσουν ένα φυτό.

Κάποτε είχε αγαπήσει έναν άντρα που της έλεγε πως γεννήθηκε για την ευτυχία. 

Τον άκουγε με την ίδια ηλιθιοτητα όπως κάποτε η Έμμα άκουγε τις ερωτικές διακηρύξεις των θαυμαστών της.

Αργότερα κατάλαβε την απάτη.

Η ζωή αρκείται σε δύο καρέκλες,ένα τραπέζι και κάποιον που να λέει: Πέρασε η μέρα.

Οπου μια μέρα μοιάζει αρκετή επειδή δεν προσπαθεί να μοιάσει με μυθιστόρημα.

Έτσι έμεινε μόνη,όχι γιατί την εγκατέλειψαν,αλλά γιατι προτιμούσε τη μοναξιά από την αυταπατη,το θέατρο της επιθυμίας.

Άρχισε να βραδυαζει.Η πόλη θολωνε.

Αναρωτήθηκε αν η Έμμα Μποβαρύ είχε ποτέ σταθεί έτσι,μπροστά σε ένα παράθυρο, χωρίς να περιμένει κανέναν.

Όπως αυτή.

Ίσως όχι.

Η Έμμα πάντοτε περίμενε.

Έναν άντρα.

Ένα γράμμα.

Ένα άλογο.

Μια άμαξα.

Ένα φιλί.

Μια άλλη ζωή.

Εκείνη δεν περίμενε τίποτε.

Τα φώτα είχαν ανάψει στη πόλη.

Σκέφτηκε ότι ο Φλωμπέρ είχε γράψει ένα βιβλίο εναντίον των ψευδαισθήσεων.

Το δωμάτιο σκοτείνιασε.

Δεν άναψε το φως.


Depuis la mort de Bovary, trois médecins se sont succédé à 

Yonville sans pouvoir y réussir, tant M. Homais les a tout de suite 

battus en brèche. Il fait une clientèle d’enfer ; l’autorité le ménage 

et l’opinion publique le protège.

Il vient de recevoir la croix d’honneur.

.

.

.