I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ-χ.ν.κουβελης -Και Αναμνησεις της μανας απο την Κατοχη στην Παπαδατου- ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}

.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ-χ.ν.κουβελης
-Και Αναμνησεις της μανας απο την Κατοχη στην Παπαδατου-
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}
.
.

ο κυρ-Κωνσταντινος Κοκκαλης ,απο τη Παπαδατου Ξηρομερου, παππους μου-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ  ΓΑΜΟΥ της Μαριας Κουβελη του Νικολαου το 1950-Παπαδατου Ξηρομερου
-η μανα μου-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
.
.
ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ ΤΟ ΧΩΡΙΟ
ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ-χ.ν.κουβελης
-Και Αναμνησεις της μανας απο την Κατοχη στην Παπαδατου

Παιδι μικρο με πηγαινε η μανα μου στη Παπαδατου στη βαβω μου τη Κωτσενα,την
Πανωργια και στ'αδερφια της,τον Ρικο[Κυριακο]και την Ολγα και την Κικη.
Τοτε το σπιτι τους,πριν το σεισμο ,ηταν ενα ψηλο αρχοντικο διπατο σπιτι,με ωραια
εξωπορτα,με μπρουτζινο χερι για να τη χτυπας,μεσα ειχε ξυλινη σκαλα καλλιτεχνικη
με παραπετα,το σαλονι με τη μεγαλη πορτα -χωρισμα απο το υπνοδωματιο του θειου,
και μπαλκονι ανατολικα,που απο'κει εβλεπες περα το καμπο τ'Αγρινιου,τον Πεταλα,
τη λιμνη Ριβιο Αμβρακια,την Αμφιλοχια τον Καρβασαρα.Δυτικα ειχε και χαγιατια,
φουρνο,αποθηκη.
Απο'κει αρχιζε η γειτονια των Κοκκαλεων,παρεμβαλλονταν κανα δυο σπιτια Μπουρ-
ναζεων,πιο μπροστα και πλαι δυτικα ηταν η μαντρα των Μουντζουρεων και πιο πανω
οι Σιμαιοι,στα ανατολικα κατω ηταν οι Μουτζουγιαννεο.
Τα Κοκκαλεικα ηταν του Τασου,οι Ντελεοι[του Παντελη],οι Κρατεοι[του Ιπποκρατη],
οι Βαγγελεοι,οι Θοδωρεοι.
Το Μπουρναζεηκο ηταν μεγαλο σπιτι μακρυ διπατο με μεγαλη σκαλα,με μαντρα γυρω
γυρω.Εκει εμεναν οι οικογενειες του Πιπη[Σπυρου]και της Ασπασιας ,τα παιδια ηταν
ο Προκοπης,η Γιουλα[Σπυριδουλα],η Βικτωρια και η οικογενεια του αδερφου του του
Γιωργου και της Κουλας με τα παιδια τους τον Γιαννη,τον Λακια και την Βιργινια.
Ηταν αγαπημενα ολα τα σπιτια,οταν φουρνιζε η μια νοικοκυρα εδινε στην αλλη νταβα
καρβελι,οταν μαγειρευε εστελνε στην αλλη πιατο ζεστο,μοιραζε τη πιτα,η Κωτσινα[Κοκ-
καλη] με τη Γιαννενα[Μπουρναζου]και με τις αλλες,την Ντελεσσα ,την Κρατενα,μ'ολες.
Οι αντρες ειχαν  στενο αδερφικο συνδεσμο και συννενοουνταν μεταξυ κι λληλοβοηθιο-
ντουσαν.
Τα παιδια σαν αδερφια μεταξυ τους.''Τη Κασσιανη τη Φωνη τις Μπουρναζεισες τις ειχα
σαν αδερφες''μου'λεγε η μανα μου,''και τις Κοκκαλεισες τη Γιαννουλα τη Ρεγα τη Τσαντα
τη Λενιω τη Σταθουλα,βγηκαμε μαζι,παιζαμε''.
Μεσα στη μαντρα στα Μπουρναζεικα ηταν παρκαρισμενη η πατοζα,η παλια αλωνιστι-
κη μηχανη,στον ισκιο μιας μεγαλης καρυδιας,εκει ανεβαινα κι επαιζα,τα φουγαρα,τα
λουρια,οι τροχαλιες,τα κοσκινα,η μυρωδια απ'τα σταρια,τ'αχυρο,τ'αγανι,με τραβαγαν
με γοητευαν.
Εξω στο δρομο κατω απ'το μπαλκονι του σπιτιου της γιαγιας ηταν το μπελαρους το
τρακτερ της πατοζας,μηχανικο θαυμα, ανεβαινα πανω, επιανα το τιμονι κι απο τοτε
μου'χει μεινει η  μυρωδια του του τρακτεριου ,η μηχανη,το γρασσο,η εργασια του,
ο μοχθος του,ο αγωνας.
Η βαβω μου η Πανωργια ηταν απ'το Δραγαμεστο,κατω στον Αστακο,του Κωνσταντη
και της Ασημως Λιαλιου.
Ο παπουλης μου ο Κωτσος[Κωνσταντινος]Κοκκαλης[δεν τον γνωρισα] ειχε αδερφια
τον Αντρεα,τον Ντελη[Παντελη],τη Γιωργιτσα[παντρευτηκε στο χωριο τον Σταμου-
λακη],τη Λιοπη[Πηνελοπη][παντρευτηκε στο χωριο τον Γερολυμο,τη Νια [Ουρανια]
[παντρευτηκε στον Καρβασαρα την Αμφιλοχια τον Τρομπουκη].
Η μανα του παπουλη μου ηταν απο τους Καλλαρυτεους απο το χωριο.
Ο παπουλης μου ειχε παιδια τον Βασιλη,τη Μαρια[τη μανα μου],τον Ρικο[Κυριακο],
την Ολγα,την Βασιλικη[Κικη].Ο Βασιλης πεθανε μικρος,παιδι του σχολειου.
Η μανα μου η Μαρια παντρευτηκε τον Νικο Κουβελη του Χριστοδουλου και της Βα-
σιλικης απο τη Μαχαιρα,η Ολγα παντρευτηκε στο χωριο τον Σταθακη Μουντζουρη
του Χαραλαμπου,η Κικη παντρευτηκε στον Αστακο τον Γιωργο Σαλαγιαννη του Αλεξη,
ο Ρικος εγινε δασκαλος κι εκανε πολλα χρονια μαθημα στο σχολειο στο χωριο,παντρευ-
τηκε τη Ρηνα[Ειρηνη] Μουντζουρη του Λια και της Αμαλιας.
Εχοντας αυτο το τεραστιο συγγενικο πλεγμα-συνδεσμο στο χωριο η μανα μου ηταν
πολυ δεμενη με τη Παπαδατου.Ο αδερφος μου ο Γιωργος[ο Γιωργακης] εβγαλε το
 δημοτικο σχολειο στη Παπαδατου,που'τανε ο μπαρμπας του δασκαλος.
Το σχολειο της Παπαδατου τοτε εκεινα τα χρονια  ηταν προτυπο,ειχε δασυλιο-βοτανικο
κηπο για τη Φυτολογια,μεσα στις αιθουσες αναγλυφες παραστασεις σε παγκους με αμ-
μο και χρωματιστη σκονη,βουνα λιμνες ποταμια πεδιαδες χωρια πολεις δαση,...,για το
μαθημα της Πατριδογνωσιας,ταριχευμενα πουλια και ζωα ,αετο,λαγο,...,για το μαθημα
της Ζωολογιας,βιβλια,αναγλυφα αγαλματα προτομες γυψινα φτιαγμενα απο τους μαθη-
τες σε καλουπια πλαστικα και επιζωγραφισμενα[θυμαμαι μια Νεφετριτη που... εκλεψα... καταγοητευμενος απο τη γυψινη ευθραυστη ομορφια της και μου πηρε ματι ...το ρο-
μαντζο ... η γηινη δασκαλα].
Ειχε και πολλους χαρτες κρεμασμενους στους τοιχους ,γεωφυσικους,ιστορικους,φυτο-
λογιας-ζωολογιας.Ζηλευτο σχολειο με μεγαλη θεα,τη Μαχαλα περα και προς το κατω
Ξηρομερο,τη Μπαμπινη,τη Μαχαιρα,τη Σκουρτου,τη Χρυσοβιτσα,μεχρι τα βουνα του
Αστακου.
Πηγαιναμε πολλες φορες με τη μανα στο χωριο,σε αρραβωνες,σε σασματα,σε γλυκι-
σματα],σε γαμους,σε γιορτασια.Οταν με ρωτουσαν ποιανου ειμαι απαντουσα
''της Μαριας Κοκκαλη''.
Αυτο το χωριο ηταν διαφορετικο,ειχαμε εκει συγγενεις σοι,που ηταν δεμενοι.
Μιλουσαν και διαφορετικα,εκεινο το σφυριχτο σ στις λεξεις,το Τακη τον λεγανε
Τακια,το τουρκοκαβαλα το ελεγαν καλιακοτσα.Τα τοπονυμια που'λεγε η μανα
μου οταν αφηγουνταν για τη ζωη της στο χωριο,Αννινου,Τζαουρνου,Κοζακας,
Πλακοτιτσα.
Ενα καλοκαιρι,μικρο παιδι,εμεινα ενα ολοκληρο μηνα,θυμαμαι τα φουρνελα που
βαζανε για τη υδρευση,τη δεξαμενη,φωναζαν ''Φουρνελο Φουρνελο'' να τρεξουν
να κρυφτουν οι ανθρωποι,εγω αντιθετα καθομουν εξω  και κοιτουσα την εκρηξη,βροντος,σκονη,πετρες λιθαρια εκσφενδονιζονταν μακρυα,ποιος λογαριαζε
τον  κινδυνο μπροστα στο θεαμα.
Εκτος απο το παιχνιδι μου στη Μπουρναζεικη πατοζα και στο μπελαρους πηγαινα
και κατω στο γκρεμο ,κατεβαινα χαμηλα,πιανομουν απ'τις δαφνες,εμεις στη Μαχαιρα
ειχαμε το βελανι στη Ππαδατου ειχαν το δαφνοφυλλο.
Εκανα,θυμαμαι,και μια ανθραγαθια,πεταξα μια πετρα και σημαδεψα το πανω παρα-
θυρι στο σπιτι του μπαρμπα Γακια Κοκκαλη ...σπαζοντας το και τρεχοντας.
Θυμαμαι πως ολα τα σπιτια ειχαν σκαλες με θολους και πολλα γυρω γυρω μαντρες.
Αρμενιζα και σ'αλλα σπιτια στο χωριο,στου Ματσελη,ηταν τσαγκαρης,παντα στο πα-
νω χωριο,στο κατω[στα Κατ' ]ποτε,μονο στην αγορα ,στα μαγαζια,[εκει θυμαμαι ειχε
ενα ωραιο κουρειο],και στη σταση των λεωφορειων.
Θυμαμαι τη ταμπελα σ'ενα μαγαζι ''Η ΣΤΑΣΗ''με ζωγραφισμενο ενα λεωφορειο,του
Γερολυμου ηταν.
Αυτα τα δυο χωρια το Παν ' και το Κατ' τα συνεδεε το πετρινο καλντεριμι ,αλλο ωραιο
μερος,που το ζηλευα,τετοιο δεν ειχαμε στη Μαχαιρα,μου αρεσε πολυ να το ανεβαινω
και να το κατεβαινω.
Στη πλατεια θαυμαζα τον πλατανο,εκει ηταν κι ενα περιπτερο του Τακη Ζαρεντη,και
τοξο βορεια και  ανατολικα τα  μαγαζια ,βορεια του Λια  Μουντζουρη,το χασαπικο
του μπαρμπα Σταθακη και του Γιωργου Μουντζουρη,το καφενειο παντοπωλειο
του Νικου Μουντζουρη,το μαγαζι του Μενελαου Μουντζουρη,και ανατολικα το μα-
γαζι του Νικου Σταμουλακη,του Σπεραγκα[Θοδωρηλα]Μπουρναζου,του Μπουρνα-
ζου.
Στη μεση η εκκλησια ο Αγιος Νικολαος,εκει ,ανατολικα της εκκλησιας,ηταν και το
σπιτι που ειχαν για να μενει ο παπας.Τοτε παπας ηταν ο Μαχαιριωτης Παπαξαρχης...
εξω καρδια παπας,πολυ αγαπητος.
Νοτιο δυτικα,πανω στο καλντεριμι στην αρχη του  ηταν το μαγαζι-παντοπωλειο του
Κωστα Μπουρναζου.
Στη πλατεια παιζαμε με τα παιδια μπαλα μπροστα απ'τα μαγαζια.
Η Μαχαιρα ειχε καλη σχεση με τη Παπαδατου και κανονιζανε τα καλοκαιρια να
κατεβουν στη Μαχαιρα να παιξουν μαζι αγωνα στο γηπεδο της μποστανιας.Η Παπα-
δατου ειχε καλη ομαδα και τεχνητες παιχτες,σ'ενα αγωνα ειχα παιξει κι εγω κι εβαλα
3 γκολ,και κερδισαμε,Μαχαιρα-Παπαδατου 3-0.
Οταν μετα απο λιγες μερες,μ'ετοιμασε η μανα μου μ'ενα καλαθι με σταφυλια και συκα
κι ηρθα πανω,κι ανεβαινα μ'ολο το φορτιο το ανηφορικο καλντεριμι,ακουω κατι μικρα
παιδια να λενε ''αυτος μας εβαλε 3 γκολ'',μαζευτηκα κι ειχα το νου μου μη με σημαδε-
ψουν επιτυχως με καμια πετρα στο κεφαλι σαν επιβραβευση για το χατ τρικ που πετυ-
χα, ευτυχως δεν επιτεθηκαν,μαλλον με θαυμασαν,και δεν μου σουταραν καμια σβου-
ριχτη.
Μια αλλη ανδραγαθια,που εκανα,μικρο παιδι στη Παπαδατου.Εκει στη μαντρα που
ειναι το μνημειο,καθονταν παιδια κι εγω πηγα κι εσπρωξα ενα μεγαλυτερο παιδι
και το'ριξα απο ψηλα κατω,στη σκαλα διπλα,και ανοιξε το κεφαλι του.
Εγω φυσικα εξαφανισθηκα,οταν αργοτερα,για χρονια παιδικα, εμφανιζομουν κι εβλε-
πα αυτο το παιδι,..το'βλεπα σωριασμενο κατω απ'τη μαντρα,και περιμενα να μου πει
γι'αυτη τη ...δολοφονικη πραξη  και ντρεπομουν πολυ ,αυτο ομως παντα με χαιρε-
τουσε φιλικα και χαμογελαστα,φαινεται πως μαλλον με γλυτωσε που'μουν ο ανηψιος
του δασκαλου του χωριου.
Το Σεπτεμβρη που'τανε το πανηγυρι της Μαχαλας τ'Αη Γιαννιου[εγω λατρης των πανη-
γυριων απο μικρος],ανεβαινα στη Παπαδατου κι ο θειος μου'δωνε λεφτα και καθε
βραδυ μ'αλλα παιδια απ'το χωριο τραβουσαμε παρεα  πεζα ντουγρου για τη Μαχαλα
στο πανηγυρι.Τοτε η Μαχαλα εκανε μια βδομαδα πανηγυρι,τα σχολεια  ανοιγαν
τον Οκτωβριο,ξενυχτι καθε βραδυ παιδικο.
Στο χωριο ειχα φιλους,τα Μπουρναζακια τον Προκοπη[που τα παπουτσια του ηταν
παντα καθαρα και γυαλισμενα,ποτε λερα,περπατουσε στις πετρες,εμας των αλλων ηταν...αγνωριστα],τον Γιαννη,τον Λακια,τον Σακκια [Τασο]Κοκκαλη,τον Γιαννη
Γκουμα,τον Στελιο Μουτζουρη
Και θυμαμαι πολλους ανθρωπους,
-τον Πιπη την Ασπασια τον Γιωργο την Κουλα τον Προκοπη,τη Γιουλα,την Βικτωρια
τον Γιαννη τον Λακια την Βιργινια την Φωνη την Κασσιανη Μπουρναζο,
-τον Νικο την Κωνσταντω τον Γιαννη τον Σωκρατη τον Βαγγελη Μουτζογιαννη,
-τον Νικο την Λευτερια την Λενιω Σταμουλακη,
-τον Σταθακη τον Γιωργο την Ολγα τον Χαραλαμπο την Ουρανια την Χρυσουλα τον
Κωστα τον Κωστα την Χρυσουλα την Σοφουλα τον Αντρεα τη Λευτερια τον Νικο
 την Ανθουλα τον Σταθη τον Περικλη την Αρσινοη τη Σοφια την Αργυρω
τον Λια την Αμαλια τον Γιωργο τον Γιαννη τον Λακια την Γιωτα Μουντζουρη,
-τον Κωστα τον Γιαννη Καλλαρυτη,-
τον Θοδωρηλα Μπουρναζο-τον Τακη τον Γιωργο Ζαρεντη-τον Αποστολη Γκουμα
-τον Μητσαρα Μπουρναζο-τον Γιαννη Ζαφειρη,
-τη Πανωργια τη Ρηνα τον Ρικο Κοκκαλη-τον Νικο την Κουλα την Τσαντα την
Νικη τον Θωμα- τον Παυλο τη Θοδωρα τον Βλασση τη Γκολφω τον Τασο τον
Νικολακη τον Φωτη τη Ρηνουλα τον Γακια τον Αλεκο τον Σταυρο τη Ρηνα
τον Γιαννη τον Σταθη Κοκκαλη
-τον Γιαννη Σιμο[αυτον τον ειχα δασκαλο στη πρωτη δημοτικου]
κι αλλους .
Καθε ανθρωπος κι η ιδιαιτερη παρουσια του.
Θυμαμαι με συγκινηση,ακομα με τα ματια ενος μικρου παιδιου,τους ταπεινους
ανθρωπους του χωριου,τον Κωτσο ΜΙα με το χαραχτηριστικο περπατημα,ηταν
και στην εκκλησια κι εκανε θεληματα,τον Τακια Μουτζογιαννη και εναν Τσιλικα,
αθωα πλασματα  που περασαν πανω στη γη.
Η μανα μου ηταν δεμενη με τους δικους της ανθρωπους ,αγαπαγε τους συγγενεις
της,''μας τραβηξε στο σοι της''.Ανεβαινωντας την εξωτερικη σκαλα στο σπιτι να
παμε να κοιμηθουμε απο τη λοντζα τη νυχτα πανω ψηλα βορεια βλεπαμε τα φωτα
της Παπαδατου.Το χωριο της μανας μας.
.
.
ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ  ΣΤΟ ΞΗΡΟΜΕΡΟ ΣΤΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ
-ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ-
.
[θυμαται κι αφηγειται η Μαρια Κουβελη του Νικολαου 88 χρονων
απο τη Μαχαιρα Ξηρομερου,με καταγωγη απο την Παπαδατου του
Κωνσταντινου και της  Πανωραιας Κοκκαλη,στον πολεμο 15 χρο-
νων]
.
ηρθε τη νυχτα ενας Γερμανος απο τη Μαχαλα να παει σε μια απ'αυ-
τες τις γυναικες και καποιος τον ειδε και τον σκοτωσε
οι Γερμανοι ηθελαν να καψουν το χωριο και πιασανε τον πατερα
μου[Κωνσταντινο Κοκκαλη]κι ενα υπαλληλο ,που ειχε ,τον Γιωρ-
γο Μικρουλη κι ετοιμασανε να τους κρεμασουν,τοτε τους ειπε ο
πατερας μου,καλυτερα να βγαλτε τα πιστολια και να μας τουφε-
κιστε παρα να μας κρεμαστε εμενα και τον υπαλληλο μου, και
τοτε τους ελυσαν και τους αφησαν
ηρθε διαταγη οτι ο Γερμανος πηγαινε σε μια πορνη
Τραβηξαμε πολλα απ'αυτος
εγω στον πολεμο ημουνα 15 χρονων
στο σπιτι μας ητανε Γερμανοι κι εμενε η μανα μου να μην κλε-
ψουν τιποτα,εμεις ειμασταν εξω,στα πηγαδια παραπανω,μαζυ
μ'αλλους,ειχαμε και τον Νικο Ψωμα[πρωτο ξαδερφο απ'τον
Αστακο,αργοτερα εγινε Μαθηματικος και Γυμνασιαρχης],η Αγ-
γελω [η αδερφη του]ητανε στα Βζανα,κι ο μπαρμπα Γιαννακης
και η θεια Τασουλα[οι γονεις τους]ητανε εκει στο σπιτι[στον
Αστακο],
η μανα μου μας εφερε χλωρο τυρι κι αβγα να φαμε,τα'φκιαξα
εγω,κι ο Νικος μου'πε,πρωτα βαλε να καψει το λαδι επειτα
το χλωρο τυρι και μετα τα αβγα χωρις το ασπραδι κι ανακατε-
ψετα,ετσι εκανα κι εγινε ωραιο,του Νικου του ειχαμε φρατζα-
τα με δυο σκαλακια,ειχαμε και τη Λενιω,
ηρθε η μανα και την ρωτησαμε αν την κλεψανε και μας ειπε,
πηρανε κατι ψιλορουχα,αλλα πηρανε και τρια κοκκινα απλα-
δια,το'να το'χα για σενα,τ'αλλο για την Ολγα,και τ¨αλλο για
την Κικη
πηγαιναμε να κρυφτουμε και στο δρομο βρηκαμε δυο πορτο-
καλια,εγω[15 χρονων]δεν εσκυψα να τα παρω,ουτε ο Ρικος
[10 χρονων] τα πηρε,τα πηρε η Ολγα[5 με 6 χρονων],τα εφα-
γε και μας εδωνε και μας,εμεις δεν θελαμε,επρεπε να κρυ-
φτουμε μη μας σκοτωσουν,
το βραδυ εκει εξω,που κοιμομασταν ηρθε η μανα του Βαγγε-
λη και μας σκεπασε να μην κρυωνουμε,η θεια Παντελεηνα,
στο σπιτι μας ητανε Γερμανοι κι ειχανε στο φουρναριο καζα-
νι συσιτιο κι ηρθανε Γερμανοι τους ταισαν και τους εβαλαν
να κοιμηθουνε πανω,ειχαμε σπιτι διπατο,και γιομισαν τα ρου-
χα ψειρες,
τα πηγανε στο νεροτριβειο ,στα νερα της Τρυφου,και τρομα-
ξαν να τα καθαρισουν απ'τις ψειρες
ο μπαρμπα Αντρεας ειχε δωσει στη μανα μου οταν παντρευ-
τηκε[τον αδερφο του]πατατιφ για το λαιμο με πετραδακια,ωραιο,
με δυο καμπανουλες,η Ολγα το'κρυψε στον κορφο της,το γλυ-
ωσε,δεν το κλεψανε,ειχε πολλα λεφτα,
ο μπαρμπα Αντρεας ειχε ενα χρυσο δαχτυλιδι,πολλα εκατομυ-
ρια εκανε,με μια πετρα διαμαντι,αυτη εκανε τρια χρωματα,και
καποια το'κλεψε,η μανα μου ητανε στον Κατριλα σ'ενα πηγα-
δι,επλυνε τα ρουχα,φορτωσε στο γαιδουρι και τις βαρελες με
το νερο,ητανε εκει κι εκεινη η γυναικα,που'κλεψε το δαχτυ-
λιδι,της το'πε,κι εκεινη ειπε,αν το'κλεψα να πεσει αστραπη να
με στραβωσει,η μανα μου εφυγε κι επεσε αστραπη και τη σκο-
τωσε,πηγε η μανα μου και πηρε το δαχτυλιδι,
οταν μεγαλωσε ο Ρικος[ο μπαρμπα Αντρεας ειχε πεθανει]ηθε-
λαν να του το φορεσουν στο δαχτυλο,εκεινος το κοιταξε και
δεν το ηθελε,οχι δεν θελω τετοιο δαχτυλιδι,δεν μ'αρεσει,
παει κι εκεινο χαθηκε ,το κλεψανε,εκανε εκατομυρια
εμενα η μανα μου μου εδωσε χρυσα σκουλαρικια με δυο
ασπρες πετρες,κρεμονταν κατω,δεν τα'κρυψα στο κορφο
μου,οπως η Ολγα το πατατιφ,τα'φησα πανω στο τραπεζι και
τα κλεψανε
στον πατερα μου ο μπαρμπα Αντρεας του'χε δωσει ενα χρυ-
σο ρολοι,απ'αυτα που τα βαζουνε στο τσεπακι οχι στο χερι,
το ξεκουρδισε και το'κρυψε,οταν το βρηκανε το ειδανε ξε-
κουρδιστο,ειπανε πως ειναι χαλασμενο και δεν το πηρανε
.
.
.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Αναμνησεις Παπαδατου Ξηρομερου-Ενα Νεορεαλιστικο Ομαδικο Πορτραιτο Ανθρωπων-απο τις φωτογραφιες του Βασιλη Παπαμητσου-ασπρομαυρη επεμβαση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis -music-Bach - Concerto for flute, violin, harpsichord, strings and continuo in A minor BWV 1044 - 2 Adagio

.
.
ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ
[ απο Φωτογραφιες του Βασιλη Παπαμητσου ]
.
.
.
[εκανα μια φυσικη ανομη ασπρομαυρη επεμβαση πανω σε καποιες απο τις καταπλη-
τικες εγχρωμες φωτογραφιες του Βασιλη Παπαμητσου[πρεπει να εξομολογηθω
πως δεν τον γνωριζω προσωπικα]που τις υπεκλεψα σπο το συγκινητικο αλπουμ
βιντεο του ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΑΠΑΔΑΤΟΣ
λιαν αυθαιρετως ελεω...YOUTUBE πλην φυσικως ελεω...της παπαδιατιωτισσας μανας
μου Μαριας Κοκκαλη του Κωνσταντινου και της Πανωραιας.
Βεβαιωνς και δεν γλυτωνω και περιμενω ...τον εισαγγελεα για τα περαιτερω.
Παντως τον ευχαριστω πολυ γιατι με τις φωτογραφιες του δεν συγκρατηθηκα και
...υπεκλεψα και την ταινια αυτη την αφιερωνω σ'ολους τους Παπαδατεους Ολων
των Εποχων και στη μανα μου
.
.
Αναμνησεις Παπαδατου Ξηρομερου-Ενα Νεορεαλιστικο Ομαδικο Πορτραιτο Ανθρωπων
-απο τις φωτογραφιες του Βασιλη Παπαμητσου
-ασπρομαυρη επεμβαση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
-music-Bach - Concerto for flute, violin, harpsichord, strings and continuo in A
minor BWV 1044 - 2 Adagio
.
.
.
.
.

Κυριακή 29 Μαρτίου 2015

GREEK POETRY-Βλεμμα Υπεροπτικον-[Αθηνα-Athens]- POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.
.
GREEK POETRY-Βλεμμα Υπεροπτικον-[Αθηνα-Athens]-
POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης
.
.


Αθηνα-Athens-οδος Αθηνας-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Αθηνα-Athens-Μοναστηρακι-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Αθηνα-Athens-Ομονοια-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Αθηνα-Athens-πλατεια Δημαρχειου-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


Αθηνα-Athens-Συνταγμα-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
.
.
Βλεμμα Υπεροπτικον-χ.ν.κουβελης

βλεπω σημαινει επεμβαινω
βλεπω σημαινει γνωριζω
βλεπω σημαινει ερευνω
βλεπω σημαινει σκεφτομαι

η αποξενωση η αλλοτριωση η μοναξια
ειναι απαραιτητη η υπαρξη του ανθρωπου;

ανυδρη Ομονοια
ερημα Χαυτεια
πολιορκημενη Αθηνας
απελπισμενη Σταδιου

ασυναρτησια σωματων
σινεμασκοπ αιχμαλωτησιων

κουαρτετα ανωνυμιας
εκπτωση λεξεων
ποια θολη πραγματικοτητα και Ιστορια
η μεταφυσικη των γελοιων μοντερνισμων
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΑΣ ΞΑΓΡΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΑ LEWIS CARROLL'S PILLOW PROBLEMS-το No 2 -Lewis Carroll's Pillow Problems-painting animation c.n.couvelis χ.ν.κουβελης-music Erik Satie 3 Gymnopédies 6 Gnossiennes ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}

.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΑΣ ΞΑΓΡΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΑ LEWIS CARROLL'S
PILLOW PROBLEMS-το No 2 -Lewis Carroll's Pillow Problems-painting animation
c.n.couvelis χ.ν.κουβελης-music Erik Satie 3 Gymnopédies 6 Gnossiennes
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}
.
.

Lewis Caroll and Alice in Wonderland-c.n.couvelis χ.ν.κουβελης


-MY MATHEMATICS-ΤΑ ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ ΜΟΥ

ΑΣ ΞΑΓΡΥΠΝΗΣΟΥΜΕ ΜΕ ΤΑ LEWIS CARROLL'S PILLOW PROBLEMS- χ.ν.κουβελης
και συγκεκριμενα το No 2 -LEWIS CARROLL'S PILLOW PROBLEMS

In a given Triangle to place a line parallel to the base, such that the portions of sides,
intercepted between it and the base, shall be together equal to the base.
Σε ενα δοσμενο τριγωνο να φερεις μια ευθεια παραλληλη προς τη βαση,τετοια ωστε
τα τμηματα των πλευρων,που αποκοπτονται μεταξυ αυτης και της βασης,να εχουν
αθροισμα ισο με τη βαση

ΛΥΣΗ ΑΓΡΥΠΝΙΑΣ[χωρις μολυβι χαρτι σημειωσεις-μονο με τον ...ξαγρυπνο νου
και φυσικα,για λογους συγκεντρωσης,τα ματια...κλεισμενα σκεφτομαστε]

πρωτα αναλυτικα
Εστω οτι ετσι ειναι,τοτε περνω ενα σημειο στη βαση ωστε τα δυο τμηματα
που την χωριζει να ειναι ισα αντιστοιχα με τα τμηματα στις πλευρες που
κοβονται απο την παραλληλη ευθεια  και τη  βαση,τοτε τα δυο τριγωνα
που δημιουργουνται ειναι ισοσκελη με δυο ισες γωνιες,αντιστοιχα,και
λογω της παραλληλιας ευθειας και βασης με τεμνουσες τις  βασεις των
ισοσκελων αυτων τριγωνων  και του θεωρηματος[οι εντος εναλλαξ γωνιες
ισες]τοτε αυτες οι βασεις ειναι οι διχοτομοι των εξωτερικων γωνιων του
πανω τριγωνου στο αρχικο τριγωνο απο την παραλληλη ευθεια ,επομενως
το σημειο που πηραμε στη βαση του αρχικου δοσμενου  τριγωνου ειναι το
κοινο σημειο τομης των διχοτομων των γωνιων του πανω τριγωνου και οι
αποστασεις του απο τις πλευρες του ειναι ισες[δηλαδη κατ'επεκτασιν,απο τις
δυο πλευρες του αρχικου τριγωνου και απο την παραλληλη ευθεια]
-το προβλημα λυθηκε

-τωρα κανουμε την αντιθετη πορεια,ξεκουραζομαστε γυρνωντας προς τα πισω
[μετα την αναλυση η συνθεση]-...ξαγρυπνωντας και διασκεδαζοντας  με τον νου
...παντα,μην το ξεχναμε!
Ας ξεκινησουμε λοιπον [μαλλον ας... ξαναγυρισουμε]
Στο αρχικο δοσμενο τριγωνο φερνω τη διχοτομο της γωνιας της κορυφης
του τριγωνου,απο το σημειο που αυτη η διχοτομος τεμνει την βαση του
τριγωνου φερνω την αποσταση του [καθετο τμημα]προς μια απο τις δυο
αλλες πλευρες του,τοτε απο αυτο το σημειο της βασης φερνω προς τη βαση
καθετο τμημα ισο με την αποσταση,και στο αλλο ακρο αυτης της καθετου φερνω
ευθεια καθετη σ'αυτη,τοτε αυτη η ευθεια ειναι η ζητουμενη παραλληλη ευθεια
προς τη βαση του αρχικου τριγωνου,η ζητουμενη του προβληματος του... ξαγρυ-
πνου μαξιλαριου no 2,επειδη δυο ευθειες καθετες στη ιδια ευθεια ειναι παραλληλες
μεταξυ τους,και απο τα ισοσκελη τριγωνα λογω των εντος  εναλλαξ γωνιων και των
διχοτομων των εξωτερικων γωνιων του πανω τριγωνου απο την παραλληλη ευθεια,
τοτε το αθροισμα των τμηματων των πλευρων,που αποκοπτονται
μεταξυ της παραλληλης ευθειας και της βασης  εχουν αθροισμα ισο με τη βαση
Οπερ Εδει Δειξαι

LEWIS CARROLL'S PILLOW PROBLEMS- No 2-
In a given Triangle to place a line parallel to the base, such that t
he portions of sides, intercepted between it and the base, shall
be together equal to the base.
[Σε ενα δοσμενο τριγωνο να φερεις μια ευθεια παραλληλη προς τη βαση,
τετοια ωστε τα τμηματα των πλευρων,που αποκοπτονται μεταξυ αυτης
και της βασης,να εχουν αθροισμα ισο με τη βαση

Μεινε λιγο ακομα ξαγρυπνος και σκεψτο.
Μετα  εχεις αρκετο χρονο να κοιμηθεις!
.
.
Lewis Carroll's Pillow Problems-painting animation c.n.couvelis χ.ν.κουβελης
-music Erik Satie 3 Gymnopédies 6 Gnossiennes
.
.
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-Διηγησεις Μεγαλεξανδρου-Great Alexander- ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}

.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-Διηγησεις Μεγαλεξανδρου-Great Alexander-
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}
.
.

Μεγας Αλεξανδρος-Great Alexander-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΤΡΙΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ,ΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ-χ.ν.κουβελης.
...
και το στρατευμα πεζοπορουσε ημερες ολοκληρες και
νυχτες χωρις ξεκουραση και υπνο και φαγητο ελαχιστο
και νερο λιγοστο,αγριεψαν οι στρατιωτες,τα μαλλια και τα
γεννια τους μεγαλωσαν,αγρια η μορφη τους,η οψη σκυ-
θρωπη,μιλια δεν εβγαζαν απ'το στομα,μοναχα βρισιες
και βλαστημια ακουγονταν,κι εκεινες συντομες, κι επειτα
βαρια σιωπη,οι βαριες αναπνοες,και πηγαν στον Αλεξανδρο
αντιπροσωποι τους δεκα και του ειπαν τα παραπονα,πως
δυσκολα συγκρατουνται οι στρατιωτες οταν ειναι απελπι-
σμενοι να μην στασιασουν και πως η υπομονη εξαντληθηκε
και ο Αλεξανδρος τους ακουσε προσεχτικα και μεσα του λυ-
πηθηκε,αλλα δεν το εδειξε,γοιατι ειχε μαθει πως ο αρχηγος
δεν πρεπει να δειχνει φοβια η' αμφιβολια,οταν ολοι οι
αλλοι φοβουνται και αμφιβαλουν,αλλα πρεπει να κρυβει
καλα τι σκεπτεται και να μην αποκαλυπτει τι αισθανεται,τους
ειπε πως θα κανει οτι μπορει να διορθωσει τη κατασταση,ν
α συγκρατηθουν για λιγο,κι εφυγαν οι αντιπροσωποι κι εμει-
νε ο Αλεξανδρος βαθεια συλλογισμενος και με βαρια τη καρ-
δια,κι εστειλε ανθρωπους εμπιστους δικους του να μαθει
τους πρωταιτιους τους αντιρρησιες,να τον ειδοποιησουν
κι εναν εναν να τους ξεμοναχιασει και να τους εξουδετερω-
σει,γιατι ηξερε πως χωρις αργηγο ο οχλος δεν οργανωνεται
και να κινηθει εναντιον του,και δεν ηθελε να κινδυνεψει η
εκστρατεια του με κανενα τροπο να ματαιωθει
...
ειπε να τον δεσουν με σχοινι να κατεβει στο πηγαδι,
εκει θα λυθει,κι οταν ειναι ετοιμος θα δεθει με το σχοι-
νι,θα το  κουνησει να καταλαβουν πανω και να τον σηκω-
σουν,κατεβηκε ο Αλεξανδρος στο πηγαδι και μετρησε
το βαθος του κι ητανε χιλιες οργιες και το σκοταδι οσο
κατεβαινε τοσο πυκνωνε και το κρυο μεγαλωνε ,οταν
εφτασε στο πατο λυθηκε απ'το σχοινι ,μεσα στο σκοταδι
ειδε  μια χαραμαδα φως,εσπρωξε τον τοιχο κι εκεινος
ανοιξε σαν πορτα και μπηκε ο Αλεξανδρος σε μια φωτι-
σμενη αιθουσα κι ειχε πολλες κολονες θεορατες που
βαστουσαν ψηλα τη τεραστια οροφη κι ειχε η οροφη,ση-
κωσε το κεφαλι κι ειδε,πολλα σχεδια απο το ζωικο κι απο
το φυτικο κοσμο,πολλα  ζωα και πολλα  φυτα δεν  τα'χε ξα-
ναδει,στο βαθος της αιθουσαν ηταν ανθρωποι μαζεμενοι,
πλησιασε κι οσο κι αν τους πλησιαζε δεν εφτανε κοντα τους,
ενας απ'αυτους γυρισε και του φωναξε:Αλεξανδρε ελα εδω
κοντα μας,μην στεκεις μακρυα,κι ακουσε τη φωνη του δυνατη,
σαν να του μιλουσε απο πολυ κοντα απο διπλα του και του α-
παντησε:Πως να ερθω ,δεν μπορω,πλησιαζω κι απομακρυ-
νεστε και δεν σας φθανω ποτε,ο αλλος δεν του απαντησε,σαν
να μην τον ακουσε,του επανελαβε τα ιδια λογια πιο δυνατα,
παλι δεν τον ακουσε,και τοτε τον ειδε να του χειρονομει,σαν
να του φωναζε να τρεξει,ετρεξε και τους εφτασε,ηταν πολλοι
μαζεμενοι,απο κοντα του φανηκαν ιδιοι,το ιδιο προσωπο,
το ιδιο υψος ,τα ιδια ρουχα,ιδιο χρωμα μαλλιων,ιδια φωνη,
ιδιοι ανθρωποι,πως να ξεχωρισει τον ανθρωπο που του
φωναξε;αδυνατο ητανε,και τοτε ειδε να ειναι στημενοι
παντου αναμεσα τους πολλοι καθρεπτες σε διαφορες γω-
νιες και καθε ανθρωπος ειχε απο καθρεφτη σε καθρεφτη
πολλα ειδωλα,τοσο πολυ ζαλιστηκε που δεν ηταν σιγουρος
ποιοι ανθρωποι ηταν πραγματικοι και ποιοι ηταν μοναχα
ειδωλα,παρατηρησε πως οι καθρεφτες ηταν απο τετοιο
υλικο κατασκευασμενοι που μπορουσες να περασεις
στο εσωτερικο τους και να συνυπαρχεις με το ειδωλο
σου,με τα ειδωλα των αλλων ανθρωπων,μεσα στα ειδωλα
ειδε τη μορφη του ν'αλλαζει να γινεται ομοια με των αλλων,
σε λιγο δεν θα γνωριζε ποιος ηταν μεσα σε τοσους πολλους
ομοιους ανθρωπους,σκεφτηκε να γυρισει πισω,ομως το
πισω ,οπως κι οποιαδηποτε αλλη κατευθυνση ειχε εξαφα-
νισθει,ολοι κινουνταν,καποια στιγμη σταθηκαν ολοι ακινη-
τοι,ουτε καμια φωνη ακουγονταν,μοναχα ακουγε το χτυπο
ενος ρολογιου,δεν μπορουσε να προσδιορισει απο που,ακου-
γονταν καθαρα τα δευτερολεπτα,ειδε πως απεκτησε παλι το
δικο του προσωπο,καταλαβε πως χαθηκε σε λαβυρινθο,πριν
αρχισουν ολα απ'την αρχη να συμβαινουν ξανα ετρεξε προς
καποια διευθυνση να προλαβει να ξεφυγει.ειδε μια ανοιχτη
πορτα,ισα που προλαβε να τη περασει γιατι σταματησε το ρο-
λοι ,βρεθηκε στο σκοταδι,απλωσε τα χερια και ψηλαφησε ,
επιασε το σχοινι ,δεθηκε απ'τη μεση,το κουνησε δυνατα,
γρηγορα τον ανεβασαν επανω,τον ρωτησαν γιατι τοσα γρη-
γορα γυρισε,δεν τον ειχαν καλα καλα κατεβασει κατω κι αμε-
σως κουνησε το σχοινι να τον ανεβασουν επανω,μολις που
κατεβηκε,δεν τους ειπε τιποτα τι ειδε,ειπε πως δεν ειχε κατι
να δει
...
νυχτα,η Ρωξανη,ηταν εξω στον κηπο,τη βρηκε εκει,την
πλησιασε,σταθηκε κοντα της,την αγγιζε,ζεστο το κορμι
της,ειδε το προσωπο της,το φωτιζε η σεληνη,πανσεληνος,
''εχεις ομορφο προσωπο'' της ειπε,εκεινη χαμογελασε,
δεν απαντησε,αργοτερα στη κρεβατοκαμαρα,τον ρωτησε
τι εννοουσε οταν ,πριν,στο κηπο της ειπε:''εχεις ομορφο
προσωπο'',
...
.
.
Απο τις Διηγησεις Μεγαλεξανδρου-χ.ν.κουβελης

...ητανε τοτε οπου μετα απο πορεια δεκα ημερων ηλθομεν εις μερος
μεγα ερημον ουδενα δενδρον ηταν ουδε θαμνος μικρος και υποφεραμεν
ολοι απο το μη υποφερτον καυμα και οι νυχτες ηταν πολυ σκοτεινες και ψυ-
χροτατες πολλα δε παιδια τοτε χαθηκαν απο υψηλην θερμη και ριγη
εις το κορμι-ο Αλεξανδρος εκ τουτων των συμβαντων εστεναχωρεθη πολυ
και αγρυπνος εμενεν τις νυχτες στη σκηνη του να ευρει λυσιν της δυστυ-
χιας εσυλογιζετο-τα πραγματα εις το στρατοπεδον ησαν λιαν κρισιμα και
ηκουετο πως ωρα με την ωρα θα ξεσπασει επανασταση μεταξυ των στρα-
τιωτων-ολοι ητο εξαντλημενοι και γυρνουσαν περιξ με τα προσωπα τους
αγριεμενα να τους φοβασαι τοσο καταβεβλημενοι ησαν και τα κακομοιρα
ζωα υποφεραν πολλα εχασαν τη ζωη τους απο τη κακουχια κι αλλα εξαν-
τλημενα καθονταν στο χωμα ημιλυποθημα και περιμεναν το τελος τους
αβοηθητα κι αλλα ως να τρελλαθηκαν και να εχασαν τας φρενας των βγα-
ζοντας φοβερους αφρους απο το στομα τους ορμουσαν ασυγκρατητα με
δυναμη και με πολυ ταχυτητα εχανοντο εις το βαθος του αχανους οριζοντα
και ποτε δεν επεστρεψαν ουτε τα ξαναειδαμε κι ητανε να σου πισνεται η
ψυχη απο την απελπισια και πολυ μεγαλη δυσκολια οπου ειχαμε οπου
εσωνοντο οι προμηθειες ελιγοστευαν τα θροφιμα και λιγο το νερο αρχισαμε
κι ολας να πειναμε και να διψαμε και εφοβομασταν την ελλειψη κι ητανε
πολυ κριμα και πονος να ακους τις αγριες φωνες των συνθροφων και τις βλα-
σφημιες τους  φοβος σαν ουρλιαχτα λαβωμενων αγριων ζωων ητανε και τρο-
μος και πονος στη καρδια να τους ακους και σε αυτη τη κατασταση οπου ελπιδα
δεν ειχε μας εσυγκεντρωσεν ο Αλεξανδρος και μας ειπεν πως την νυχτα ειδε σε
ονειρο την αγαπημενη μητερα του μετα απο πολυ καιρο οπου ειχε να την δει
την ειδε κι εκεινη πολυ τον.πονεσε για εκεινα οπου ετραβουσε και του ειπεν
πως ησαν μεσα σε μεγαν λαβυρινθον και οσοι εκει μεσα εμβηκαν δεν μπορεσαν
να εβγουν επειδη ειναι απεραντος ο τοπος κι ολοενα αυξανει εις μεγεθος καθε
ημερα δεκακις γινεται μεγαλυτερος και πως συνεχως προστιθεται νεα αμμος
απροσμετρητος και πως σε καθε μερος της ομοια ειναι και δεν δυναται να ξεχω-
ρισεις εις ποιον μερος της εισαι αν εις το μεσον η εις το ακρον της εισαι ειναι σαν
 πουθενα να εισαι και παντου να εισδαι και πως δεν εχει χρονο να διαβει μητε
ωρας μητε μηνους μητε εποχας μητε χειμωνας η' καλοκαιρι η' ανοιξις η' φθινο-
πωρος μητε ετη ο χρονος ειναι στασιμος ανυπαρχτος ειπεν και του ειπεν η μητε-
ρα πως να παυσουμε να αγρυπνουμε και πως στον υπνο μας το κακο ονειρο οπου
ζουμε θα διαλυθει κι τοτε θα ξεφυγουμε και θα ευρωμεν τη σωτηρια απο τον κακο
τοπο ειδαλλως μενει να χαθουμε εδω-πολλοι που ακουσαν αυτα γελασαν και φω-
ναξαν του Αλεξανδρου πως τουτα ηταν μεγαλες ανοησιες δια μωρα παιδια να ξεγε-
λασεις και πολλοι συμφωνησαν μαζι τους και εγινετο μεγαλη βοη και ταραχη στο
στρατευμα κι εκεινοι τοτε εξαγριωμενοι ορμησαν στα αλογα αρπαξαν και προμη-
θειες οσες πολλες ημπορουσαν να φορτωσουν φορτωσαν και πηδηξαν στα εξα-
θλιωμενα αλογα και εξαφανισθηκαν μεσα στην μεγαλη αμπουρα και αμμον οπου
εσηκωθει κι ητο μεγαλος θορυβος και ταραχη οσαν κολασις εφανη τοση μεγαλη
μαχη εγινε κι εμειναμε εμεις οι αλλοι βαρυθυμοι και πολυ στεναχωρεμενοι και
πολλοι ηταν μεσα εις το στρατον οπου επιστεψαν στα λογια του Αλεξανδρου και
επεριμεναν υπομονετικως να παυσει η μεγαλη αγρυπνια τους και η κουραση και
η μεγαλη εξαντληση να λυσει τα μελη τους και να κλεισουν τα ματια στον υπνο
και δεν περασεν πολυ καιρος και εκοιμηθηκαμε οσοι απο εμας σταθηκαμε τυχεροι
και δεν χαθηκαμε και οταν εξυπνησαμε ευρεθηκαμε εις καλοημερον και ευτυχε-
στατον τοπον οπου ειχεν  πλειστα πλειστα καρποφορα μηλιες αχλαδιες και αλλα
πληθωρα ολων των λογιων και αμπελια ειχε με ωριμασμενα τσαμπια σταφυλια.
ροζακια ειχεν και πουλια καλλικελαδα εις τα κλαδια οπου εκελαηδουσαν πολυ
ευχαριστα και νερα σε λιμνουλες και σε ποταμια κυλουσαν κρυσταλινα και δια-
φανα καθαροτατα κελαρουσαν και μελισσουλες βομβιζαν στα ανθισμενα λου-
λουδια τριανταφυλλα κοκκινα και γαρυφαλλα βιολετες και ορταντσιες ολα τα
ανθη της υπαιθρος να χαιρεσε κι ακομη ηταν το μερος κατωκοιμενον απο ανθ-
ρωπους πολιτισμενους με ωραιοτατα σπιτια με πανεμορφους κηπους και οι κο-
πελες ηταν πολυ ωραιοτατες και τουτοι οι ευτυχισμενοι ανθρωποι μας εφιλοξε-
νησαν  εις τα σπιτια τους και επανδρευτηκαμε απο εκει γυναικες και καναμε πολ-
λα παιδια...
.
.
ΤΙ ΕΣΥΝΕΒΗ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ -χ.ν.κουβελης

μετα απο δυο ημερας ηρθομεν εις τοπον ερημικον και πολλα πετρωδην.
ο Αλεξανδρος μας ειπεν να σταθμευσωμεν εις ετουτον τον ερημον τοπον.
πως ητον λεει ασφαλεστατος.κι ετσι εγεννετο.κατασκηνωσαμεν και.ως ημαστο
κατακοποι τοσας ημερας εκλειστηκανε οι οφθαλμοι μας.οτε εξυπνησαμε
παραξενευτηκαμε οτι ο ηλιος ητον εις τον ουρανον.εις το αυτον σημειον ως
τον ειχομεν ιδει προτερον.εις των επιστημονικων εταιρων ερωτηθεις περι
αυτου ουδεν εγνωριζεν να αποκριθη.και το πλεον παραξενον δεν ητο ετουτο.
αλλα αλλον .ηκουαμε λιαν καθαρως τις φωνες αλλων ανθρωπων και τις
φωνες ζωων.και πουλιων ηκουαμε.και του ανεμου το φυσητον.και απο τον.ηχο
φλοισβου νερων ενομισαμεν πως η θαλασσα ητο.επειδη και γλαρων φωνες
ακουαμε και κυματων χτυπους.σαν ο τοπος εκεινος να ητο παραθαλασσιος
αλλα ουδεν βλεπαμεν.ο.Αλεξανδρος τοτε συγκαλεσεν τους ειδικους να συσκε-
φθουν δια το συμβαν.τι ετουτο ητο.ο ηλιος δε εις το αυτον.σημειον του ουρανου
ακινητος.ειχαμε την αισθησιν.πως ουτε ο χρονος ετρεχε .καποιος εκ των σοφων
αποφανθη πως αληθως δεν εξυπνησαμεν εκ του υπνου και πως εις ονειρον εγκλει-
στοι ευρισκομεθα ετι και πως εαν κοιμηθουμεν  εις το ονειρον παλιν εις αλλον
ονειρον θα εξυπνησομεν. απο ονειρον εις ονειρον και πως ηδυνατο καποτε να επα-
νελθομεν εις την αρχην.και τουτο ο Αλεξανδρος το εδεχθει και προσταξεν ολο το
στρατευμα να κοιμηθει.κι ετσι εγεννετο.την επομενην δε φοραν ητο αλλως .τωρα
εβλεπαμε τους ανθρωπους αλλα δεν.ημπορουσαμε να τους ακουσουμε ουτε να
τους αγγιξουμε ως να μην ειχουν ουτε σαρκαν ουτε οστα.ως να ητο φασματα.αλλα
και εκεινοι εφαινετο να μην μας εκαταλαβαινουν.τους παρατηρουσαμε λεπτομερως,
αλλα ως να ειχαμε καταληφτει απαντες απο μιαν νοσον αμνησιας δεν ημπορουσαμε
να αφηγηθουμε εις τινα το παραμικρον.τοσον μεγαλη η ληθη η μας κατελαβεν.
εκοιμηθηκαμε και εις αλλο ονειρο οι αυτοι ανθρωποι.τωρα και τους εβλεπαμε και
τους ακουγαμε.εκεινοι ουτε μας εβλεπαν ουτε μας ακουγανε οπου φορες τους εφω-
ναζαμε.εφαινετο δε ωσαν να παρηλθεν χρονος πολυς ενδιαμεσως.ειχον αλλαξει
εις τας φυσιογνωμιας των.τινες των παλαιων δεν ειδομεν.και ειδομεν πρωτην αλλους
νεωτερους.εις των.αντρων μας ερωτευθει σφοδρα μια των γυναικων τους και την
ακολουθει οπου ευρισκετο.ο δυστυχος τοσον εχασεν τα μυαλα του δια δαυτην ωστε
αληθη την ενομιζετο και της εξεθετε τον.ερωτα του λαβρον και περιπαθην.και με
παθος της ομιλουσε.και αγριευε οταν του ελεγαμε την αληθεια και πως η γυναικα
ητο φασμα ονειρου.ουδεν ηθελεν ακουσει.και οταν την ειδε να συνευρισκεται με
εναν αντρα της κοινωνιας της τοτε πληρως αλλοφρονησεν και ητο να τον λυπασαι
τον δυσμοιρον και αδυνατο να τον συγκρατησεις εις τας φρενας.τον εβρηκαμε απο
υψηλο βραχο να εχει πηδηξει κατω και να συντριφτει ο δυσμοιρος.εις αλλον ονειρο
δεν τους ειδαμε εκεινους τους ανθρωπους ουτε τους ακουαμε.ομως ειχαμε εις την
μνημη μας ζωηρην την καθε εκδηλωση τους .τα παντα καθαροτατα τα ενθυμουμεθα
και καθεις του αλλου τα ανακαλουσε απο τη μνημη του.και τα αφηγουμεθα με πολλας
λεπτοερειες.πολλοι δε πολυλογουσανε ωρες.τινες δε τεχνικοτατοι οντες μυθολογουσαν.
εφευρισκαν ιδικα των συμβαντα και τα εννοουσαν ως αληθη και να εσυνεβησαν.εμας
αλλα μας ετερπανε και τα επαινουσαμε και αλλα τα κριναμε και τα ψεγαμε.εις επομενα
ονειρα τους βλεπαμε δια ολιγην ωραν και συνεχως ετουτο ελαττουτο μεχρι οπου τους
εχασαμε εντελως.εκεινος ο σοφος εσυμπερανε πως εις καποια αγνωστο εις εμας μηχανη
ωφειλετο αυτο .οτι τους επροβαλε εις τον τοπον ενω αυτοι δεν υφισταντο πλεον .πως
αυτη η αγνωστος μηχανη τους ειχε καταγραψει τις ζωες και τους επροβαλε δια παντος.
επ'απειρον.και πως εμεις εκοιμωμεθα κανονικα και κανονικα εξυπνουσαμε ουχι εις ονει-
ρον αλλα εις ετουτον τον ερημον.τοπον εδω οπου εξαρχης ευρεθηκαμεν και εγινομασταν
μαρτυρες του φαινομενου της προβολης.και πως ο ακινητος ηλιος οπου ειδαμεν εις τον
ουρανον ητο μια εικονα της προβολης αυτης.και εσυμπερανε πως αν μεινουμε εδω παλιν
θα τους ειδομε να προβαλλονται.κι ετσι εγεννετο.κοιμηθηκαμε και οταν ξυπνησαμε τους
ειδαμε παλιν.τους βλεπαμε αναμεσα μας και τους ακουγαμε αλλα παλιν δεν τους αγγιζαμε.
τοτε ητο οπου ειδαμε τον αδικοσκοτωμενο συντροφο μας.και μαλιστα τον ειδαμε εις ερω-
τικη συνομιλιαν με την γυναικα εκεινην και εγελουσαν.και εφαινοντο πολυ ευτυχισμενοι οι
δυο.και τοτε καποιος απο εμας του εφωναξε με δυνατη φωνη.συντροφε πως εφτασες ως
εδω;εμεις σε μαζεψαμε απο τα βραχια κατω ασυντριμενο το σωμα σου και με τιμες σε
θαψαμε και χωμα.σηκωσαμε και σημα πανω στησαμε το κονταρι σου.πες μας, αληθεια,πως
εφτασες ως εδω;εκεινος γυρισε προς το μερος μας σαν κατι φανηκε να ακουσε ειτε να
αιστανθηκε αλλα δεν απαντησε.τοτε ο Αλεξανδρος ειπε να συνελθουμε και την αλλη μερα
να κινησουμε ολο το στρατευμα προς τα ανατολικα μερη.κι ετσι εγεννετο
.
.
.

ιπποδρομια-2μ χ 3μ-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
.
.
Η ΕΡΗΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
[απο τη φυλλαδα του Μεγαλεξαντρου-χ.ν.κουβελης]

ο Αλεξαντρος και το φουσατο του εισεβησαν εις μιαν τεραστια ερημον οπου δεν
ειχεν ουδε μακρος ουδε πλατος ανθρωπος να μετρησει και η μερα ητο δεκα ανθρωπι-
νες μερες και η νυχτα ομοιως δεκα νυχτες των ανθρωπων,η δε ζεστη την ημερα ητον
ανυποφορος και η κρυωτη την νυχτα παρομοιως  δυσβαταχτος και τοτε απο ετουτα
τα δεινα αιτια εχαθησαν πολλοι στρατιωτες και πολλα αλογα και ζωα και τα εφοδια
εις τροφιμα και εις ποσιμο νερο λιγοστευαν εις την ποσοτητα και λιαν ταχια θα ειχον
παντελως τελειωθει και θα ειχε το στρατευμα μεγαλην χρειαν,και ο Αλεξαντρος διετα-
ξεν να μην ησυχασουν αλλα ολημερις κι ολονυχτις να πεζοπορουν και μητε να ιππευουν
τα αλογα ινα να μη εξασθενισουν απο την κουραση,και μητε να  στεναζουν και τους
ακουν οι  αλλοι και δειλιαζουν  κι οσοι αρρωστοι τους παρατουσαν στη μοιρα τους το
ιδιο και τα αρρωστα αλογα τα αφηναν απνοα κι αδυνατισμενα να ξεραθουν στη μεγαλη
θερμη της μερας και οι κουβεντες τους ηταν λιγοστες και τα λογια τους βαρια,ξερανε πως
αυτο θα ειναι το αναποφευκτο τελος τους και η ερημος ολογυρω τους δεν ειχεν ακρα
και τελειωμο,και βλεπανε στον ουρανο οχι εναν ηλιο,αλλα δυο η' και τρεις,αλλος ηλιος
ν'ανατελει κι αλλος ηλιος να δυει κι αλλος ηλιος ακινητος να μεσουρανει,η' και να
πηγαινουν ανταμα η' ο ενας εναντι στον αλλον η' και σταυρωτα,τετοια παραξενα ηταν
και τη νυχτα,δυο η' τρια φεγγαρια ,το ενα φεγγαρι στη χαση,τ'αλλο φεγγαρι
πανσεληνο,τ'αλλο φεγγαρι στη γεμιση του,κι ητανε ο ουρανος γεματος αστρα,αλλοι
αστερισμοι ειχαν το σχημα αρκουδας,αλλοι παρδου,αλλοι σκυλου,αλλοι κυνηγου,
κι ελαμπε εκτυφλωτικα η απεραντη αμμος κι ητανε και νυχτες που κανενα αστερι
στον ουρανο δεν ηταν να γυριζει η' να στεκει και τοτε το σκοταδι ηταν βαθυ κι αδια-
περαστο,αλλα ουτε και τοτε επαυαν να πεζοπορουν ,κι ελεγε ο Αλεξαντρος πως στην
ερημο κανενας δεν ημπορει να χασει τον προσανατολισμο του,αφου παντου το ιδιο
κι ομοιο ειναι ,και περασαν εικοσι μερες μεγαλου κοπου και στενους και δεν αντεχαν
αλλο,και πεινασμενοι ητανε και διψασμενοι  κι αγρυνοι ητανε τοσες μερες και
νυχτες,ειχαν αγριεψει στην οψη και στη ψυχη και πολλοι απ'αυτους παραλογισαν,
γελουσαν δυνατα κι υστερα κλαιγαν κι ακατανοητα λογια εξεμβαιναν απ'τα στοματα
τους χειμαρρος και καποιοι σωριαζονταν καταγης και τρανταζονταν τα σωματα και
τα μελη τους κι εβγαζαν απ'τα στοματα αφρους να φοβασαι,και τους παρατουσαν,
τι δεν ητο δυνατον να τους περιμαζεψουν και να τους κουραρουν,τοση μεγαλη η
δυστυχια τους,επειτα  ειχαν  λιαν μεγαλο το φοβο μην τους φορτωσουν την μαλαρια
τους,και τοτε εγινε την εικοστη μερα και εσυναπαντησαν εναν ερημιτη,αυτος κατοι-
κουσε τρωγδολυτης σ'ενα ορυγμα σκαμενο μεσα στη γη δεκα οργυιες υποκατω της,
τον εχαιρετησαν ως τον αντικρυσαν και τον ερωτησε ο Αλεξαντρος πως απο ετουτη
την δαιμονικη την ερημο θα απελευτερωθουν οπου ησανε τοσο καιρο φυλακισμενοι,
αυτος του ειπε με αργοσυρτη χαμηλη φωνη πως καμια ερημος δεν ειναι,ουτ'εδω ουτε
αλλου πουθενα,κι ο Αλεξαντρος τον ερωτησε τι λεγει,κι ο ερημος εκεινος ανθρωπος
του αποκριθηκε,πως αυτο που λεγεται ερημος δεν ειναι παρα ο χρονος ο οποιος χωρις
περατα να μετρηθουν ειναι ουδ'αρχη ουτε τελος εχει κι αυτο  τον παραδεχτουμε και το
εννοησουμε θα εξαφανισθει τοτε αυτο που λεμε ερημος,κι ο Αλεξαντρος ακουσε πολυ
προσεχτικα και ερωτησε πως θα γινει αυτο,κι εκεινος ο ερημιτης του ειπε,πως στη
ζωη του μια φορα στα χιλια χρονια ενας ανθρωπος απ' τους πολλους που γεναει και
θρεφει η γη θα τυχει να περασει απ'το μερος ετουτο εδω που ζει και θα τον συναπαντη-
σει ,γιατι αυτος ο ιδιος ειναι ο χρονος,που περνα και δεν περνα,κι αυτος ο ανθρωπος
 θα'ναι πολυτυχερος γιατι μετα θα εχει στο δικο του γκοβερνο ολη τη γη,και τους
ειπε ο ερημιτης πως σε τρεις μερες  και τρεις νυχτες πεζοπορια η ερημος θα χαθει απ'τα
ματια τους,ως να μην ητανε παρα οπτασια,κι ο Αλεξαντρος κι αυτοι τοτε τον ευχαριστη-
σαν και τον χαιρετισαν  και προχωρησε ολο το στρατευμα προς τη διευθυνση που τους
εδειξε...
.
.
.

 .

.




ΕΛΕΥΘΕΡΑΙ ΠΡΟΣΘΕΣΕΙΣ ΕΙΣ ΦΥΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


και ηλθωμεν εις τόπον όπου ητον δασον πολύ και ειπών εις

Αντίοχον και Πτολεμαίον ας εισχωρησωμεν εις το δάσος,και

επορευθημεν μια ημέραν και ως ενυχτωθη  είδαμεν ότι

τα δένδρα επυκνωνων και εγένετο αδιαπεραστα και ητον 

αδύνατον εκείνην την σκοτεινή ώραν να διελθωμεν και 

εδιαταξα να νυχτωθωμεν ενταυθα και θεσωμεν φυλακας

δια τον φόβον των αγριων θηρίων και ούτως εγένετο και 

εκαθευδουν αι στρατιώται ησύχως και λίαν πρωίαν εγερθημεν 

και εκινησαμεν την πορεία μας δια των πολλών και υψηλών δέντρων 

και όσον επροχωρουν τοσουτον ταύτα επλυθηνων εις μέγαν αριθμόν 

και ειπον εις στρατιώτας,αποτεμνετε δένδρα και διανοίξατε πορον,

και εκείνοι ετεμνων παννυχιως και εις άκρον ουκ ητον και πολλοί 

δια τον μέγαν καματον εθανωτηθειν και ούδε ητον φαγιον ίνα 

φαγουσιν και ουδε ύδωρ ινα πιουσιν και εκ τούτων των αιτίων

πολλοί άλλοι απολεσθηκαν και εις τρεις ημέρας ήλθωμεν εις τόπον 

όπου ήτον λίμνη και πολύ εχαρημεν διότι οψαρια φαγωμεν και ύδωρ πιωμεν 

και απέστειλον στρατιώτας εις την λίμνην Ιχθείς ίνα ιχθευσουσιν 

και ύδωρ ινα συναξουσιν και ευθυςεπέστρεψαν και ειπον  Αλέξανδρε 

η λιμνη άλας είναι πλήθουσα και Ιχθείς κενη και ύδωρ ου πόσιμον

εστί και υψωθει εις το στράτευμαν βαρυθυμιαν και εκελευσων τρεις 

ιππικούς εις εύρεσην  φαγιου και ύδατος και εκείνοι αι τρεις εστραφειν

προς Βορράν και πριν ηλίου δύσεως οπίσω ηλθον φέροντες φαγια και 

ύδωρ και εχορτασθησαν απασι αι στρατιώται και αφού εκαρδιωθημεν

εκινηθημεν την πρωίαν προς Βορράν και εις δύο ημέρας ήλθωμεν

εις τόπον πεδινον και εις λοφίσκον ειδωμεν οσπιτιον λαμπρόν 

μαρμαροτειχον και ειπων εις Αντίοχον και Πτολεμαιον υπάγω εις 

λοφίσκον και εις μαρμαροτειχον οσπιτιον ίνα ειδω τις διαμένει ενταύθα

και ανήλθων τον λοφισκον και τυπτων την θυραν του μαρμαροτειχου 

οσπιτιου εφανερωθειν ενωπιων εμέ γυνή θεσπέσια το είδος και 

κάλλος και εντός εις μεγάλην αίθουσαν εισηλθαμεν περίλαμπρον 

και ητον κεκαλωπισμενη μετά πολύτιμων λίθων χρυσόν και λεοπαρδεις 

και τίγρεις ημερωμεναι και είδων και σειράν αγαλμάτων ανδρών και 

ηρωτησα την γυνή τι εισιν τούτα και η γυνή με απεκριθειν ανδραι εισίν

μεμαρμαρωμενοι και όποτε έχω χρειαν ανδρος ανασταινω έναν και

σμιγω εις την κλίνην ειτα τον επαναφέρω εις μαρμαρον και μου είπεν 

πως φαρμακος είναι και και είδων ότι αι υπηρεται αυτής εισίν βουβοί 

και λέγει μου ότι  απετεμνεν αυτών την γλώσσαν και με είπεν επιπλέον

πως εισίν φυλακαι και ικανοί τοξοται εις το κυνηγιον ορνίθων και 

αγριόχοιρων και λαγωων και δορκαδων, αι δε γυναίκαι λίαν υπακουαι 

και με είπεν πως ήθελεν ανδρα και εγω εφοβηθην σφόδρα την φαρμακον 

ετούτην γυνην διότι είδων πως κουφα ενευσεν εις φύλακας υπηρετας

με συλλάβουν και εδιέφυγων των χειρων των ταχέως και τουτα ειπών

εις τους στρατιώτας επορευθημεν επτά ημέραι  μακράν εκείνου 

του τόπου της φαρμακου γυναικός

.

.

 .


ιστορίαι που εσυνέβησαν εις Αλέξανδρον βασιλεαν

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


ητον εις την δυσιν ήλιου και εστρατοπεδευσαμεν εις ερημον τόπον,όταν

ενυχτωσεν το σκοτάδι ητον πολύ πυκνόν και αδιαπέραστον,εννοησαμεν

έντρομοι οτι ήγγικεν η συντέλεια του κόσμου,τόσην μεγάλην ανησυχίαν ειχομεν,

και κάποτε,μεσονυκτια,ηκουσαμεν ψιθυρισμους εις αλλοτριας γλώσσας,

αγρυπνουσαμεν και ημεθα εις σφοδρήν απορίαν τι μέλλει γενέσθαι,τότε 

εζήτησεν ο Αλέξανδρος να μας μιλήσει,τον ακούσαμε να λέει,πως όλα αυτά 

τα παράξενα θα παρέλθουν,θα λάβουν τελος και να μην χάνουμε το θάρρος

μας,αυτά τα λόγια του μας εγκαρδιωσαν,και όταν εξημερωσεν όλα είχαν 

διαβεί ως όνειρο και εδιαλύθηκαν εις το φως του ανατέλλοντος ήλιου,

εδωθει διαταγή να αναχωρήσουμεν,όμως εις εξ ημών σύντροφος στρατιώτης 

έλειπεν,τον αναζητήσαμε και δεν τον ηβρηκαμεν,τον φωνάξαμεν και

απάντησιν δεν ελσβαμε,τι τάχα να έγινεν;,πως εξαφανισθει;,μέγα μυστήριον,

κάποιος από μας που τον ήξερεν περισσότερον είπεν πως τις τελευταίες

ημέρες ητον λίαν ανήσυχος,ως κάτι  να τον ανησυχούσε και να τον 

εφόβιζε,εις τις ερωτήσεις του δεν απήντησεν,μόνον εσκοτεινιαζε το 

πρόσωπο του,τον άκουγε κάπου κάπου να μονολογεί με χαμηλή φωνή,δεν 

ξεχώριζε τι έλεγεν,εφαίνονταν να παλεύει με κάτι,πολύ ανώτερον από

αυτόν και δυνατότερον,μίαν φοράν του είπε πως ότι είδεν να μην το 

μαρτυρήσει,ούτε να τον πάρουν πως ετρελαθει,αυτά είπεν δια αυτόν 

ο στρατιώτης,και εμείς περίλυποι εκινησαμεν βαρυκάρδιοι,επειδή νιώσαμε 

την θυσία του,

.

.

.

 







χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Έργα και Ημέραι τού Μεγαλέξανδρου

καὶ οταν ἐκυρίευσεν τὴν Ἀσίαν ἐλογίσθη νὰ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τῆς οἰκουμένης.
καὶ συνάξας τοὺς στρατηγούς αὐτοῦ εἶπεν:
Ἄνδρες Μακεδόνες καὶ σύμμαχοι Ἕλληνες,ἕως πότε εἰς τὰ ὁρατά;.
καὶ ἐθαύμασαν οἱ παρόντες την τόλμη αυτού.
καὶ ἐπορεύθη ὁ βασιλεὺς πρὸς ἀνατολάς ἑπτὰ μῆνας καὶ ἑπτὰ ἡμέρας και ἔφθασεν εἰς τόπον ὅπου τὰ ὄρη ἦσαν μαύρα ὡς σίδηρος καὶ ὁ οὐρανὸς χαμηλός. ενταυθα ἐκατοικοῦσαν ἄνδρες μονόφθαλμοι,οἵτινες ομιλουν διὰ σφυριγματων καὶ ἐτρέφοντο μὲ ῥίζας πικρὰς.
καὶ ἐζήτησαν νὰ προσκυνήσωσι τὸν Ἀλέξανδρον,λέγοντες ὅτι παλαιὰ προφητεία ομιλει περὶ ἀνδρὸς ὃς θα ελθει ἐκ τῆς δύσεως.
ο δὲ βασιλεὺς ἐχάρισεν εις αυτους καθρέπτας χάλκινους.
εν ἑτέρᾳ χώρᾳ ἔλαβε εἴδησιν περὶ ἵππου μέλανος ὡς αστερος νὺξ,ὃς ἔτρεχεν ταχύτερον τῆς σκέψεως καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ τὸν ἱππεύσῃ.
καὶ ἐκέλευσεν ὁ Ἀλέξανδρος νὰ τὸν φέρουν ενώπιον του.καὶ ὁ ἵππος ἐχρεμέτισε φοβερά,
καὶ ὅπου ἐπάτα ἡ γῆ ἐμαύριζεν.
καὶ ὁ βασιλεὺς μόνος τον ἐπλησίασεν.
Οὐ σὲ θέλω διὰ τὴν ταχύτητά σου, εἶπεν, «ἀλλὰ διὰ τὸ σκότος σου.
καὶ ἐπήδησεν ἐπ’ αὐτόν.καὶ ὁ ἵππος ἔτρεξεν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας καὶ ἐνόμισαν
οἱ Μακεδόνες ὅτι ὁ βασιλεὺς αυτων ἀπώλετο.
οτε δὲ ἐπανῆλθε οὐκ ομιλησε περὶ τοῦ τόπου ὅπου ὁ ἵππος τὸν εφθασεν.
καὶ εισεπλευσεν εἰς νῆσον ὅπου οἱ κάτοικοι ἦσαν πάντοτε παῖδες,οὔτε γηράσκοντες οὔτε αὐξανόμενοι. επαιζον ἀεί.
καὶ ὁ βασιλεὺς ἠρώτησε·
Ποῖος ὑμῶν βασιλεύει;
καὶ ἀπεκρίθη παιδίον μικρόν·
Οὐδεὶς ἐνταῦθα αρχει.
καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἐσιώπησε πολλὴν ὥραν.
καὶ αποπλεων ἐκ τῆς νήσου λαβὼν ἕν ξύλινον παιδικὸν ξίφος,ὃ ἐφύλαξεν.
εν ἑτέρᾳ γῇ εὗρεν ποταμὸν ἀντίστροφον,ὃς οὐκ ἔρρεε πρὸς τὴν θάλασσαν,ἀλλὰ ἀνέβαινε
πρὸς τὰ νέφη,ὡς ἀργυρὰ κλίμαξ.
καὶ οἱ ἄνδρες ἐφοβήθησαν,ὁ δὲ Ἀλέξανδρος ἐπλησίασε καὶ ἔβαλε τὴν χεῖρα ἐντός τοῦ ῥεύματος.καὶ τὸ ύδωρ ήθελε νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ.
καὶ ἠρώτησεν σοφὸν ἀσκητὴν τῆς χώρας:
Τί σημαίνει τοῦτο τὸ παράδοξον;
καὶ ὁ ἀσκητὴς εἶπεν:
ενταῦθα τὰ πάντα ἐπιστρέφουν εἰς τὴν πηγήν των.
καὶ ὁ βασιλεὺς οὐκ ἔπιεν.
εφθασαν δὲ εἰς ὄρος μέγα,καὶ ὅταν ἐπάτησαν ἐπ’ αὐτοῦ, ἤκουσαν ὑπὸ τοὺς πόδας των
βοήν βαθεῖαν.
καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἐκέλευσεν σιγὴν καὶ ἔθεσε τὸ οὖς ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἤκουσε φωνὰς
ἀρχαίων λαῶν,πολεμιστῶν καὶ βασιλέων λησμονημένων.
καὶ ἡ γῆ εἶπεν:
Πάντες ἐπάτησαν ἐπ’ ἐμοῦ και οὐδεὶς ἐμείνατο.
καὶ ὁ βασιλεὺς ἐσηκώθη σιωπηλός.
καὶ ἐν σπηλαίῳ σκοτεινῷ εὗρεν ἄνδρα γέροντα, καθήμενον πρὸ λίμνης ἀκίνητου.καὶ ὁ γέρων εἶπεν:
Φυλάττω τὴν λήθην.
μαὶ ὁ βασιλεὺς ἠρώτησεν·
Διὰ τί ἡ λήθη χρειάζεται φύλακα;
καὶ ἀπεκρίθη ὁ γέρων:
Διότι ἂν ἀποξηρανθῇ,οἱ ἄνθρωποι θὰ συντριβῶσιν ὑπὸ τοῦ βάρους τής μνημης.
καὶ ὅτε ὁ βασιλεὺς ἔφθασε εἰς πέλαγος ἀπέραντον,ἰδοὺ ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ τὰ ὕδατα ἀνεσύρθησαν ὡς πέπλος, καὶ ἐφάνη ὁ βυθὸς γυμνός.
καὶ εἶδον οἱ Μακεδόνες πλοῖα ἀρχαῖα πετρωμένα, ἄγκυρας ἐμπεπλεγμένας εἰς ὀστᾶ
μεγάλων κητῶν, καὶ ὁδὸν λιθίνην.
καὶ ὁ Ἀλέξανδρος εἶπεν:
Προχωρεῖτε
καὶ ἐβάδισαν ἐπὶ τοῦ βυθοῦ,αλλ’ ἐν τῷ μέσῳ τῆς διαβάσεως ἤρξατο ἡ θάλασσα νὰ ἐπιστρέφῃ βραδέως.
καὶ τοτε ὁ βασιλεὺς ἐσήκωσε τὸ δόρυ καὶ ἐχάραξε κύκλον ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐντός τοῦ κύκλου,
τὸ ὕδωρ οὐκ ερρευσεν.
καὶ ὅτε ἐξῆλθον,ἡ θάλασσα εκαλυψε πάλιν τὰ πάντα.
καὶ ἐν παλατίῳ ἐρημωμένῳ εὗρε κάτοπτρον μέγα.καὶ ὅταν ἐστάθη ἔμπροσθεν αὐτοῦ, οὐκ
εἶδε τὸ πρόσωπόν του ὡς ἦτο,ἀλλὰ άγνωστον ἄνδρα ἄνευ στέμματος.
καὶ ὁ Ἀλέξανδρος ἤγγισε τὸν καθρέπτην.καὶ ὁ ἄλλος Ἀλέξανδρος ἐντός τοῦ υαλου ἤγγισε
ὁμοίως.
καὶ ἤκουσε φωνήν·
Οὗτος εἶ ὁ ἄνθρωπος ὃς ἂν ἦς ἂν μὴ ἐδίψας διὰ δοξαν
καὶ ὁ βασιλεὺς ἐστράφη καὶ ἐξῆλθεν σιωπηλος.
καὶ ἐπλησίασαν πόλιν μεγάλην·,ἀλλ’ ὅταν ἔφθασαν, ἡ πόλις ἦτο ἄλλη ἀπὸ ἐκεῖνην ἣν ἔβλεπον
ἐξ ἀποστάσεως. καὶ ὅταν ἀπεμακρύνοντο, πάλιν ἤλλασσεν.
καὶ ἔμαθον ὅτι ἡ πόλις ἐκινείτο καθ’ ἑκάστην ἡμέραν,ἵνα οὐδεὶς πολιορκήσῃ αὐτήν.
καὶ εἶπεν ὁ Ἀλέξανδρος·
Εχθρὸς οδός οὐχὶ ὁ ἰσχυρός,ἀλλ’ ὁ ἀσύλληπτος.
καὶ οὐκ ἐπεχείρησε νὰ καταλάβῃ αυτην.
μετὰ ταῦτα μετακινεί και ἐν πλατεια ερήμω εὗρεν δένδρον μέγα καρπών αργυρων.καὶ
ἤκουσεν φωνὴν ἐκ τῶν φύλλων:
Ἀλέξανδρε,τί ζητεῖς ἔτι; τὴν γῆν ἐκυρίευσας.
καὶ δεν ἐταράχθη ὁ βασιλεὺς και είπεν:
Ζητώ το άκρον.
καὶ τὸ δένδρον σειων τὰ κλαδιά ερριξεν καρπόν εἰς τὴν χεῖρα τοῦ Ἀλεξάνδρου.καὶ
ὁ βασιλεὺς ἔφαγεν αὐτόν,και ητο καρπὸς πικρὸς καὶ γλυκὺς.καὶ εἶδεν ὄραμα:
εαυτόν νεκρον εις ξένην γην.
καὶ ὅτε ἐξύπνησεν ἐκ τοῦ ὁράματος,αυτό εκρατει μυστικόν.
καὶ ἐπεθύμει τι κρύπτεται ὑπὸ τὰ ὕδατα.καὶ ἐπροσταξεν νὰ κατασκευάσωσι υάλινον
κλωβὸν σφαιρικόν,
καὶ ἐκάθισεν ἐντός αὐτοῦ ὁ βασιλεύς,κρατῶν λύχνον,
ὃν ἐβύθισαν εἰς τὸν μελαναν πόντον.
καὶ εἶδεν εντός ἰχθεις ὡς ἵππους και το είδος και μεγεθος,καὶ ὄφεις θαλασσίους,καὶ
πόλιν βυθισμένην.
καὶ μία μορφὴ ὡς γυνὴ ἡμίθεος ἐπλησίασεν αυτον καὶ εἶπεν:
-Οὐδὲν ἀνήκει εἰς σὲ ἐνταῦθα,βασιλευ.
καὶ ἀνέβη ὁ Ἀλέξανδρος εἰς τὴν ἐπιφάνειαν σιωπηλός.
καὶ τοτε ἐστράφη πάλιν πρὸς Βαβυλῶνα,
καὶ ἐν νυκτὶ υψηλού πυρετοῦ ομιλησεν πρὸς τοὺς φίλους του;
Οὐκ ἔστι μέγας ὁ κατακτῶν τὴν γῆν.
καὶ ὅτε ἐτελεύτησεν,ἡ γῆ ἐσείσθη.
.
.
.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-Θεοφιλος Χατζημιχαηλ η' Κεφαλας Ζογραφος- ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}

.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-Θεοφιλος Χατζημιχαηλ η' Κεφαλας Ζογραφος-
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis}
.
.

Θεοφιλος Χατζημιχαηλ η' Κεφαλας Ζογραφος-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

Η ΣΑΠΦΩ Ο ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ
-χ.ν.κουβελης
.
το 622 π.Χ η μικρη Σαπφω 8 χρονων τοτε μακρινη
ξαδερφη του Οδυσσεα Ελυτη,πηγαινε στη β' δημο-
τικου,οι γονεις ηταν απο την Ιωνια,ειχαν ερθει
προσφυγες το 1922 απο τη Σμυρνη στη Λεσβο,στη
Μυτιληνη κι εγκατασταθηκαν εκει,στη Βαρεια,
σε μεγαλυτερη ταξη,στην πεμπτη,πηγαινε ο Θεο-
φιλος του Χατζημανουηλ,ενα ονειροπαρμενο παιδι,
αθωο,ολοι του εκαναν πλακα,οταν τον εβλεπαν στο
δρομο τα μεγαλυτερα παιδια εβαζαν τα μικροτερα
να του κανουν καζουρα φωναζοντας εν χορω ρυθμι-
κα:
''Νατος Νατος ο Μεγαλεξανδρος!
Εμπρος ολοι στη Μικρασια
να παρουμε τη Περσια!
Εμπρος Εμπρος!''
φωναζαν κι εξαφανιζονταν,φυσικα το μαθαινε
ο δασκαλος και την αλλη μερα τιμωρουσε τους
υπευθυνους,ορθιοι στον τοιχο στο'να ποδι,
και μια μερα λενε πως πηγε κι ο Θεοφιλος και
καθισε στη τιμωρια,κι οταν ο δασκαλος τον ρω-
τησε γιατι,απαντησε πως κι αυτος εφταιγε που
τον εκανε ετσι ο θεος να τον κοροιδευουν,μισο
ανθρωπο,
απο τοτε τα παιδια δεν τον ξαναπειραξαν,
η Σαπφω πολυ τον συμπαθουσε,τα σπιτια τους ηταν
πολυ κοντα,κι η μανα της η θεια Κλειδα,μια αγια
γυναικα,που ψυχοπονουσε και νοιαζονταν τους φτω-
χους,τους φιλευε ποτε ψωμι,ποτε αλευρι,ποτε φαι
τους εστελνε,γιατι ηταν σε πολυ καλυτερη κατα-
σταση απ'αυτους,
κι εκεινος την συμπαθουσε και την αφηνε να τον
βλεπει να ζωγραφιζει,κανεναν αλλο δεν αφηνε να
τον δει,
ζωγραφιζε ομορφα,την εξοχη γυρω στη Βαρεια,τις
ελιες,τα αρχοντικα,τις βαρκες,και προσωπα εκανε
της μυθολογιας,τον Αχιλλεα,τον Οδυσσεα,τον Ομηρο,
που λεγανε πως ηταν απ'τη Σμυρνη,εκανε και ηρωες
του 1821,τον Κατσαντωνη,τον Καραισκακη κι αλ-
λους,
και μια μερα της ειπε να την ζωγραφισει,και κα-
θισε και την εκανε,της εμοιαζε η εικονα,μονο
που την ειχε παραστησει πολυ μεγαλυτερη στην
ηληκια,κοπελλα 25 χρονων μελαχροινη κι'εγραψεν
στην εικονα:
η ποιητρια Σαπφω απο τη Λεσβο,
τον ρωτησε:γιατι εγραψε ετσι;και της απαντησε:
πως οι ανθρωποι ειναι αδυνατοι να εμποδισουν τα
πραγματα να γινουν,εκεινα που ειναι να γινουν
θα γινουν
κι αυτη,χωρις να ξερει πως εγινε,πηρε ενα
μολυβι και του'γραψε ενα στιχο σ'ενα χαρτι:
παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν,
στην ιδια ταξη με τη Σαπφω ητανε η Ατθιδα,
η Τελεσιππα και η Μεγαρα,μια ταξη παραπανω
ηταν η Αναγορα και η Γογγυλα,στην α'ταξη
ηταν η Γοργω και η Ανδρομεδα,η Μικα ηταν
μικρη δεν πηγαινε σχολειο,ουτε ο Φαων πηγαι-
νε,ενιωθε μια συμπαθεια γι'αυτο παιδι που
δεν μπορουσε να την καταλαβει,
μια μερα ηρθαν στο σπιτι συγενεις του πατερα,
θυμαται ηταν καλοκαιρι,Κυριακη,αρχες Αυγου-
στου,μια πολυ ζεστη μερα,
ηταν απογευμα και δεν ειχε δροσισει ακομα,
τα τζιτζικια στα δεντρα ξεφωνιζαν,οι μεγαλοι
καθησαν στην αυλη κατω απο τη μεγαλη κλημα-
ταρια,
τα παιδια,αυτη,και τις δυο αδερφες της την
Μελπω και την Ελενη,μεγαλυτερες της,και τον
Γιωργο,μικροτερο απ'ολα τ'αδερφια,δεν τ'αφη-
ναν να μπερδευονται στα ποδια και στις κου-
βεντες των μεγαλων,
αυτη,ηταν πολυ περιεργη,πηγε και κρυφτηκε
πισω απ'το φρακτη του κηπου κι απο κει τα
ακουσε και τα ειδε ολα,
ηταν τρεις οι συγγενεις,ενας ανδρας με ευγε-
νικο παρουσιαστικο,μια γυναικα αρχοντικη
ομορφη κι ενας νεαρος,συνεσταλμενο παιδι,
καταλαβε απο τα λογια τους πως ηταν πατερας,
μητερα και γιος,
ακουσε το ονομα του γιου,Οδυσσεας,της φανηκε,
χωρις να ξερει γιατι,πως του ταιριαζε αυτο
το ονομα,κι ηξερε απο το σχολειο δυο μ'αυτο
το ονομα,
τον Οδυσσεα που τις περιπετειες εγραψε ο Ομη-
ρος,και τον Οδυσσεα Αντρουτσο,
καποια στιγμη ακουσε τον νεαρο να λεει:πως
η Ελλαδα περιεχει το μεταφυσικο φως του πραγμα-
τικου ειναι,
δεν καταλαβε τη φραση,τη θεωρησε ομως σπουδαια,
κι επειδη ειχε καλη μνημη την αποτυπωσε και την
κατεγραψε:
''εκεινο το βραδυ οι τρεις συγγενεις μεινανε
σπιτι μας,
τη νυχτα ειχε λαμπρη γεματη σεληνη,αυγουστιατι-
κη πανσεληνο,τ'αστερια γυρω απ'τη σεληνη χαθηκαν
απ'το φως της,
την αλλη μερα φυγανε πολυ πρωι,δεν ειχαμε ακομα
εμεις τα παιδια ξυπνησει,
πηγα στο Θεοφιλο,τον βρηκα στο χωρο,στη παραγ-
κα,που ζωγραφιζε,
ηθελα πολυ να του'πω ποσο σπουδαιους συγγενεις
ειχαμε,να καυχηθω,κρατηθηκα,φοβομουν μην τον
προσβαλω,επειδη εκεινοι ηταν ταπεινοι οικογε-
νεια και δεν ειχαν τετοιους συγγενεις,
καθομουν και κοιτουσα πως ζωγραφιζε,με ποια
σειρα ζωγραφιζε την εικονα του,τι εβαζε πρωτο
τι δευτερο,πως αναλατευε τα χρωματα του,πως
τα τοποθετουσε,πως γινοντανε η εικονα,πως
ζωντανευε,
ειχε αφαιρεθει τοσο απο τη δουλεια του και
μ'ειχε εντελως ξεχασει γιατι καποια στιγμη
φωναξε δυνατα,που τρομαξα,πραγμα παραξενο
γι'αυτον τον ταπεινο ανθρωπο που ηταν συνηθως
λιγομιλητος,
τον ακουσα καθαρα να λεει:''Φως!.Φως!'',
σαν να συνηρθε απο τον ηχο της φωνη του,με αντι-
ληφθηκε,ντραπηκε,κοκκινισε,και συνεχισε σιωπηλα
να ζωγραφιζει,
δεν ξερω πως τα συνδιασα,αλλα εκεινη η κραυγη:
Φως!Φως!
μ'εκανε να θυμηθω τη φραση του νεαρου που ειχα
ακουσει εκεινο το απογευμα στην αυλη του σπιτιου
μου,και να ταυτισω τη σημασια της με την φραση
του Θεοφιλου ,που μολις λιγο πριν ακουσα,
απ'αυτο θαρρεψα κι αποφασισα να του διηγηθω
το περιστατικο,εκεινος ζωγραφιζε κι εγω του
ελεγα,
οταν τελειωσα,χωρις να με κοιταζει και χωρις
να σταματησει τη δουλεια του με ρωτησε να του
περιγραψω τον νεαρο,
τον περιεγραψα οσο πιο λεπτομερειακα μπορουσα
να τον θυμηθω,
οταν τελειωσα την περιγραφη,χαμογελασε,κουνησε
το κεφαλι του και τον ακουσα πολυ καθαρα και
σοβαρα να λεει:
''τον ξερω αυτον τον κυριο ειχε ερθει στη Μυτιλη-
νη στη Βαρεια με καποιον αλλον κυριο,Αντρεα Εμπει-
ρικο,τον ελεγαν αν θυμαμαι καλα,και εδειχναν
μεγαλο ενδιαφερον για τις ζωγραφιες μου,μετα ηρθε
ο κυριος Στρατης,Ελληνας,ζουσε στη Γαλλια,Στρατη
Ελευθεριαδη Τεριαντ τον ελεγαν'',
δεν ξαμαμιλησε μεχρι,που εφυγα,
οταν ξαναπηγα μετα απο καποιες μερες,δεν τον βρη-
κα,
μου ειπανε οι δικοι του πως εφυγε ξαφνικα απο το
νησι,και δεν ηξεραν που πηγε,δεν ειχαν νεα του,
καποιος ειπε πως περασε απεναντι στη στερεα Ελ-
λαδα,στο Βολο στο Πηλιο,αλλος ειπε πως πηγε
στη Μακεδονια,αλλος στην Κρητη κι αλλος ειπε πως
βρησκεται στις Σποραδες,στη Σκιαθο η'στη Σκοπελο,
οπου και να πηγε ας ειναι καλα,
εκεινο το βραδυ τον ονειρευτηκα,ασκητικο και μι-
κρο ταπεινο ανθρωπακι που ητανε ανεβασμενο σε μια
σκαλωσια σ'ενα καφενειο,κι ελεγες θα πεσει να τσα-
κιστει τοσο αδυνατος ηταν,ζωγραφιζε τα οραματα
της ψυχης του,
και τοτε γυρισε προς το μερος μου και με κοιταξε,
κι ηταν γυρω στο κεφαλι του χρυσο φως,σαν φωτοστε-
φανο,και τον ακουσα να μου λεει:
''ανοιξε το στομα σου ,σαν να μεταλαβαινεις'',
κι εγω μαγνητισμενη υπακουσα,ανοιξα το στομα
μου,
και τοτε ειδα ν'ανακατευει χρωματα και να τα
πεταει απαλα προς το ανοιχτο στομα μου,και πριν
φτασουν τα χρωματα στο στομα μου μετατρεπονταν
σε ελληνικες λεξεις,
εβλεπα τα γραμματα,τα φωνηεντα,
τα συμφωνα,τους διφθογγους,συλλαβες,ολοκληρες
λεξεις,προτασεις τελειωμενες,ατελειωτες,η'αποσπα-
σματα και περνουσαν μεσα μου κι ενιωθα μεγαλη
χαρα κι αγαλλιαση,και συνεχιστηκε αυτο ωρα πολυ,
που δεν ξερω να υπολογισω
επειτα οπως ηρθε το ονειρο εφυγε και κοιμηθηκα
ως το πρωι ησυχα,
αυτο που ειδα σε κανεναν δεν το αναφερα,ουτε
στους γονεις μου,ουτε στ'αδερφια μου,ουτε στις
αγαπημενες φιλες μου,παρα μοναχα εδω το κατε-
γραψα σ'αυτο το μικρο σημειωμα''
.
.
ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟ-χ.ν.κουβελης
.
1.η εικονα εφτανε μεχρι τη νησο Σκιαθο νοτια,ακουστηκε
το σφυριγμα του τραινου του ντε Κιρικο,''ο Μεγαλεξανδρος
καβαλικευων εις τον Βουκεφαλαν ορμων εις το πεδιον
της μαχης καταδιωκων τον Κυρον τον βασιλεα της Περσιας'',
2.τον ειδον υψηλα ανεβασμενον εις την σκαλαν,''το κιτρινο
κοντα εις το κοκκινο παιρνει  φως,γινεται λαμπεροτερο'',
συμφωνησα σιωπηλα.μεγαν φως
3.η Αρετουσα ητανε μια αρχοντοπουλα της Αθηνας κι ηρθε
σ'αγαπη με τον Ρωτοκριτο και παθανε τα δυο τους πολλα
βασανα ωσοτου να ενωθουν,''να το γραφει ετουτη η φυλλα-
δα κι εχει κι ωραιες ζογραφιες μεσα'',
4.να καθεται  ο χωριατης εις το καφενειο ειτε για τον πρωινο
καφε του ειτε τον μεσημεριανο ειτε τον απογευματινο και να
ευχαριστιεται το ματι και η ψυχη του στους τοιχους τους πα-
ραδεισους με τα πουλια τα δεντρα διαφορα μηλιες τα ζωα
εκει μεσα και τα σπιτακια με τις κοκκινες στεγες,ολα αυτα
τα χρωματα σ'ουρανο γη και θαλασσα,σκεφτηκα,αυριο πρωι
θα συναντουσα τον Κιτσο Μακρη στο σπιτι του στο Βολο
στη περιοχη Αναυρου,ειχα μεγαλη την επιθυμια να δω Τους
Τρεις Καπεταναιους Συμφιλιωθεντες και τον Ροβερτο και
την Ιουλια,εργα του Θεοφιλου
5.οταν πηγε να χαθει το Ελληνικο ηρθε στην Ιωλκο και στα
χωρια του Βολου ζωγραφιζε,''στον κυρ Γιαννη Κοντο εκανα
ζογραφιες στη σαλα,τον εκανα και καβαλαρη,καλος ανθρωπος''
6.''μια ζωγραφια μου ηταν ο Περικλης  να δινει λογο στους
Αθηναιους πως δαπανησε τα χρηματα για την Ακροπολη'',
εβγαλε να φαγει,ψωμι ,σ'ενα πιατακι μερικες ελιες,τον
ακουγα να τρωγει,και πως γεμισε πληθυνθηκε ο τοπος χωρα-
φια με σταχια καρπισμενα και οι πλαγες ελιες
7.απο λιθογραφιες ταχυδρομικα δελταρια και εικονογραφη-
μενα φυλλαδια ''παιρνω τα σχεδια μου,βαζω τις μπογιες μου
και κανω τις εικονες μου'',υπογραφε Θεοφιλος Χατζημιχαηλ
''το ονομα της μητερας '',μια φορα υπογραψε Θεοφιλος Κε-
φαλας ''το ονομα του πατερα ''
8.''να ,αυτο το ρουχο πρεπει να το κανω ωραιο'',αυριο τις Απο-
κριες θα ντυθουν,η κομπανια με τα παιδια,''εγω θα ειμαι ο Με-
γαλεξανδρος και τα παιδια ο στρατος μου οι Μακεδονες,θα
γυρισουμε στους δρομους και στις πλατειες και στις γειτονιες
στα σπιτια,να δειξουμε το μεγαλειο της πατριδας'',τους εβλε-
παν οι προσφυγες και τα δακρυα τρεχανε στα ματια,''εκανα
στο Ελληνικο Προξενειο της Σμυρνης θυροφυλαξ καβασης,
τοτε ημουνα πολυ νεος'',τωρα η Σμυρνη που ητανε δεν ειναι
9.''ο Λεωνιδας Αντρουτσος ο πατερας του Δυσσεα,λεβεντης'',
κοιταξα την εικονα,''το μηλο κατω απ'τη μηλια''ειπα σιγανα,
ανεμος φυσηξε και μυρισε ριγανι και θυμαρι,το χορταρι ερι-
ξε φτενη τη σκια του ,''η φωνη του ητο ως του λεοντα,αρπαγε
θεορατο βραχο στα χερια του και τον πετουσε περα μακρυα,
τοσην ειχε δυναμη εκεινος ο ανθρωπος για οφελος της πατρι-
δας''
10.''εκει στους τοπους που ζογραφιζα στα μαγαζια μαζευονταν
κοσμος να βλεπει πως εκανα την εικονα'',ελεγαν διαφορα,πολ=
λοι τον πειραζαν,''Θεοφιλε,τα ψωμια οπως τα δειχνεις θα πε-
σουν απο το φτυαρι'',και γελασαν,εκεινος δεν αλλαξε τη ζογρα-
φικη ,ο φουρναρης εδειχνε τα ψωμια,''τα ζωγραφισμενα ψωμια'',
ειπε ο Στρατης Ευστρατιαδης ο Terriade,''δεν πεφτουν,δεν ισχυ-
ουν οι νομοι της βαρυτητας'',εδειξε τα σχηματα τα χρωματα,''
τοτε γιατι να υπαρχει η ζωγραφικη αν αναπαραγει σωστα την
πραγματικοτητα;''
11.να γελασουν,δεν το περιμεναν,τοσα του καναν,''τραβηξε κα-
ποιος τη σκαλα να γελασουμε'',επεσε,το πηρε κατακαρδα,εφυ-
γε απ'τον τοπο εκεινο,''εφυγε,αφησε πισω του τα δεντρα που
φυτεψε τα αγριμια που ζωντανεψε τα πουλια του πετανε οι
ηρωες του ανασαινουν  τους χαιρεταμε και μας χαιρετανε,σαν
εμας ειναι'',γυρισε στη Μυτηλινη στη Βαρεια ,''ξαναηρθε'',γε-
ροι που ηταν παιδια τον γνωρισαν,''για ενα πιατο λιγο φαι και
κρασι ζογραφιζει'',εδω ειναι η πραγματικοτητα εκει ειναι το
ονειρο
12.ο Στρατης ο Αντρεας ο Οδυσσεας στη Βαρεια,στο σπιτι του,
''τα τζιτζικια ξεφωνιζουν τον ουρανο'',στη γλωσσα του Ομηρου,
η ελια γερικη λυγιζει το φως,η σκια παιρνει το σχημα ανθρωπι-
νης πατουσας,πιεσε κι ελαφρα βαθυνε το χωμα,''ο Μεγας Πα-
νας ο Ορθιος Φαλλος Δοξα σοι'',πουλι πουλακι πεταξε φωνου-
λα εσκαψε τον αερα,''η Ελλαδα αυτη ειναι'',
αυτος ο ταπεινος ο ελαχιστος ανθρωπος που δεν χορτασε το
ψωμι κι οι ανθρωποι δεν τον καταδεχονταν,που δεν αποστασε
να ζογραφιζει χαθηκε,''ενα φαγητο ''ειπαν ''τον δηλητηριασε'',
τωρα πως εγινε και πλημμυρισε ο κοσμος γυρω του φιλους,
πως ο ταπεινος υψωθησεται
.
.
ΠΕΡΙ ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟΝ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ ΖΟΓΡΑΦΟΝ
.
''Τοτε εζουσα και ζωγραφιζα στο Πηλιο.Ενας αρ-
χοντας μ'ειχε περικαλεσει να του ζωγραφισω τους
τοιχους.Ο κυρ Γιαννης ητο ευγενικος ανθρωπος
και μου ητανε πολυ συμπαθης.Τον εκανα μια ει-
κονα καββαλαρης σε αλογο ,και μεσα στα δεντρα
μηλιες και τα λουλουδια και τα σπιτια.
Εφτιαξα κι αλλα .Τον Μεγα Αλεξανδρο με περι-
κεφαλαια να παλευει να μερωσει τον Βουκεφαλο.
Αυτο πολυ μου αρεσε .Και γω ντυνομουν Αλεξαν-
νδρος ,εντυνα και πολλα παιδια αρχαιους και
παεναμε στους δρομους.
Τοτε,αλλη φορα, σ'ενα καφενειο ειχα τελειωσει
μια ζωγραφια , ενα μερος στη θαλασσα ειχε και
τα βουνα .Κι ενας ντοπιος ανθρωπος μου'πε πως
ειχα κανει τα καραβια μικρα και τα ζωα μεγαλα,
και τα πουλια με χρωματα που δεν εχουν,και τις
μαργαριτες μεγαλυτερες απ'τα δεντρα,κι αλλα.
Τοτε εκεινοι που ηταν μεσα στο καφενειο γελα-
σαν,εγω δεν ειπα τιποτα ,μαζεψα τα πραγματα
μου και βγηκα εξω.Ειχε νυχτωσει .''
Εικονες πολλες,τον Ρωτοκριτο την Αρετουσα
τον πατερα του ηρωος Δυσσεα .Τα χρωμματα
τα παιρνα και τα βαζα κοντα να λενε την ιστο-
ρια,αν και γραμματα δεν ηξερα μητε πολλα
ουτε λιγα ειχα στο μπαουλο μου φυλλαδες με
ζωγραφιες και με γραμματα .Κι ηθελα να κανω
τον Καραισκακη σαν πρωτο ξαδερφο του Αχιλλε-
α που τα παλια χρονια σκοτωθηκε εξω απ'τους
πυργους της Τροιας ,να μοιαζουν.
Και τον Δυσσεα Αντρουτσο να 'ναι ,να μοια-
ζει στον Οδυσσεα ,αδερφος,τι εμεις οι Ελληνες
μια μαγια ειμαστε,οπως τα λενε οι γραμματι-
σμενοι.
Τα ψωμια οταν τα ξεφουρνιζει ο μαστορας ο
φουρναρης ηθελα να μπορουσα να τα'κανα
ετσι ν'αχνιζουν να τα κοψεις να τα μοιρασεις
στην φαμελια να χορτασει.Αυτο στο μυαλο
μου το ξεσηκωσα απο μια ιστορια που διαβασα.
Ητανε ενας αρχαιος ζωγραφος τοσο αξιος που
στο πανι ζωγραφισε κερασια τοοο αληθινα
που ξεγελαστηκαν τα πουλια και πηγαν να
τα τσιμπησουν.
Και τον Ιασωνα που λενε πως ειναι απο τουτα
τα μερη εκανα ,και τη γυναικα του τη Μηδεια,
και την αδελφη του Μεγαλεξανδρου τη Γοργο-
να μιση ψαρι κι απ'τη μεση κι απανω κοπελλα,
και τον Εχτορα παλικαρι και την Ανδρομαχη
ρουσα,να'χει και το παιδι μωρο στην αγγαλια,
και τη βασιλισσα την Κλειτεμνηστρα τον αν-
δρα της τον βασιλια τον Αγαμεμνονα να
πνιγουν στο λουτρο με τον Αιγισθο,και τις
μικρες μελλισσες στα ανθη ,και τις πεταλουδες
στα κρινα, τα προβατα τα γιδια τ'αλογα το
ψιλο το χορταρακι
''και τωρα πισω στη πατριδα που γεννηθηκα
ηρθε ο μεσιε Στρατης ανθρωπος καλος και
εξυπνος,ηθελε να δει εκεινα που εκανα ,μ'ε-
φερε πανια κολλες χαρτια χρωματα να κα-
τσω κατω να κανω ζωγραφιες.
Και να μην χαλασω το χατηρι σε τετοιο
καλο ανθρωπο του ζωγραφιζω .Και ντρε-
πομαι να τον πω πως τα βραδυα που
πεφτω να ξαποστασω και τωρα στα χρο-
νια που εχω δυσκολα ερχεται ο υπνος
φτιαχνω πολλες ζωγραφιες ,αυτες θελω
να κανω ,μα το ξημερωμα ,χανονται
απ'το νου μου, οπως ο καπνος διαλυονται.''
Εφερε στο σπιτι ανθρωπους γραμματισμε-
νους ποιητες συγγραφεις να με δουνε και
να με ρωτησουν.
Ενας απ'αυτους ειπε πως αυτες οι ζωγραφιες
μου ειναι οι τοποι μας οι ανθρωποι μας
τα ζωα και τα πουλια που πετουν πανω μας
τα δεντρα τα σπιτια μας τα ποταμια η θαλασ-
σα τα παραμυθια τα δικα μας οι ηρωες οι
παλιοι
Εγω σαν εφυγαν εκλεισα τα παραθυρα τη
πορτα κλειστηκα στο σκοταδι καθησα στην
ακρη του κρεβατιου εκλεισα τα ματια κι ειδα
μετα απο λιγο τη μανα μου και τον πατερα
μου σε φωτισμενη ακρογυαλια να με περιμε-
νουν.
.
.
ΣΧΟΛΙΑ ΕΠΙ ΘΕΟΦΙΛΟΥ-χ.ν.κουβεληςι

''αυτος ο ταπεινος και αγαθος που ητον ο Θεοφιλος Κεφαλας Χατζημιχαηλ εκ της μητρος
το επωνυμον'' μου ειπεν ο κυρ Γιαννης Κοντος κτηματιας το επαγγελμα και μυλωνας Ανω-
βολιωτης στην Ανακασια,''με εζογραφισεν εις αλογον ιππευων,ως Αγιον Γεωργιον
η' και Αγιον Δημητριον''εσυνεχισεν τον λογον του ο φιλος προστατης του Θεοφιλου ''και
μιαν αλλην μου εκαμνεν ζογραφικην μετα της συζυγου μου με ανθοστηλην περιτεχνον''
ειπεν και εμειδιασεν υπερηφανως.''θα ελεγον πως το ταμπλω αυτο δηλαδη την ιμαζ την
εκαμνεν εις το στυλ  με το οποιον εκαμνεν την σειραν η οποια εικονιζει τους συμπαθεις
αμουρε Αρεθουσα και Ερωτοκριτο.λε κουλερς η mise en scène  και λα σανς'' εσχολιασεν
ο μεσιε Στρατης Ελευθεριαδης Τεριαντ γαλιστι.μετιε τεχνοκριτικος εις Παρισιους
αρτ-κριτικ.
Την ημεραν εκεινην κατα την οποιαν καποιος αναιδης και κακοτροπος ετραβηξεν την
σκαλαν και επεσεν κατω ο δυστυχος Θεοφιλος και θα ετσακιζετο τα κοκκαλα του αν
καποιος θεος δεν εβαζεν τη χειρα του να τον εκρατη,τοτε,ελαχιστοι το ηξερουν η' καλυ-
τερον το φανταζονται,πως διακαως ηυχηθη,αν ητον δυνατον και εγινετο,να εγι-
νετο αυθις και να επαρουσιαζετουν ως Μεγαλεξανδρος η' ως Γεωργιος Καραισκακης
η' Δυσσεας Ανδρουτσος η' ως Κωνσταντινος Παλαιολογος ,τους οποιους ολους  ειχεν ζογραφισει,ουτως ηθελεν να σωσει την δυστυχην πατριδαν απο τους αρπαγες της και
τους καθε λογης δυναστες της.
Αυτα εσυλογιζετο εις την Βαρεια της Μυτιλινης ο εις το παρελθον Καβασης θυροφυλαξ
εις το Ελληνικον Προξενειον της Σμυρνης Θεοφιλος,εις τον οικισκον του τρωγων ενα
μαγειρεμενον οψαρι πλην ομως ανορεκτως.Εκ των υστερων  το ψαρι αυτο τον εδηλητη-
ριασεν   και αποθανεν.
Ποσον δηλητηριαζομεν απο των αρχαιοτατων χρονων μεχρι και σημερον αυτην την
ερημον πατριδαν  και ουδολως προσεχομεν τον αγαπημενον τοπον μας ουτε νοιαζο-
μαστε το παραμικρον να την ωφελησομεν.
.
.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ,ΕΙΣ ΜΙΑΝ ΕΙΚΟΝΑ ΒΙΟΥ
.
.
ηταν ενας ξενομεριτης ,οπου δεν τον ηξερε και μας
τον εδειξε,''ποιος ειναι αυτος;φαινεται να μην ειναι
στα καλα του'',
τον κοιταξαμε,γελασαμε,''ειναι ντυμενος μεγαλε-
ξανδρος ετσι ντυνεται καθε αποκρια,και σερνει
και μικρα παιδια μαζι του'',''ειναι λοξος;'',''δεν ειναι,
εχει μονο ευχαριστηση να παριστανει τους ηρωες
τους ελληνες'',μας κοιταξε ,σαν να μην καταλαβε,
''και ποια εργασια κανει αυτος ο σαλος;'',''ζωγραφος
ειναι,και ζωγραφιζει σε σπιτια,οποιος του πει,σε κα-
φενεια,και δεν ζηταει αμοιβη,να του δωσουνε μονο
ενα πιατο φαγι και το κρασι του να πινει'',''και ζωγρα-
φιζει καλα;ειναι τεχνιτης η' κανενας τσαρλατανος;'',
ο τροπος,που ρωτουσε μας δυσαρεστησε,''αν θες να
μαθεις και να'χεις γνωμη να λες μπες σ'εκεινο το
καφενειο,να εκει,να δεις τι ζωγραφισε,να καμεις
τη γνωμη σου,εμεις ειμαστε αγραμματοι και δεν κατε-
χουμε να σου πουμε'',
ετσι του'παμε κι ο ξενομεριτης προθυμος μας ακουσε
και πηγε στο καφενειο,τον ακολουθησαμε κι εμεις εκει,
ειχε δυο ζωγραφιες τελειωμενες ,η μια εδειχνε ενα χορο,
η αλλη ενα ζευγαρι,αρχαιο ,δεν ξεραμε,ο ξενομεριτης
κοιτουσε τις ζωγραφιες,τον ειδαμε σοβαρο,''εχει κανει
πολλες τετοιες;''μας ρωτησε,''παρα πολλες''του απαντη-
σαμε,''ειναι απ'το 97 εδω,εχει κανει και στον κυρ Γιαννη
Κοντο,απ'τα μερη μας εδω στο Πηλιο'',
εκεινη τη στιγμη μπηκε μεσα στο μαγαζι ο Θεοφιλος,ειχε
βγαλει τα ρουχα και τη περικεφαλαια του μεγαλεξανδρου,
ητανε παλι με τη λερη φουστανελα,που παντα φορουσε,
αδυνατος ,δεν ετρωγε καλα,ητανε και το στομαχι του ευ-
παθες,και τον βασανιζε,
''φοβηθηκα μην τις χαλασετε'',ακουστηκε σιγανη τρεμου-
λιαστη η φωνη του,
ο ξενομεριτης τον πλησιασε,''πως σε λενε;'' ,
''Θεοφιλο ,πατηρ μου ειναι ο Γαβριηλ Κεφαλας απο
τη νησον Λεσβον και μητηρ μου η Πηνελοπη του Χατζη-
μιχαηλ,εκαμα και καβασης στο Προξενειο των Ελληνων
στη Σμυρνη'',
το τελευταιο το ειπε με δυνατη φωνη σαν να ητο περηφανος,
'''ειδα τις ζωγραφιες σου,και θελω να μου κανεις μια,τον
Ερωτοκριτο με την Αρετουσα ,του ξερεις;'',''αν τους ξερω;
εχω και τη φυλαδα τους'',ειπε ο ταπεινος ανθρωπος,''τοτε
να ξεκινησεις την εικονα,και να συμφωνησουμε την αμοιβη
σου'',''εγω,φαγι θελω,αν και ψαρια και κρεας'',τα λογια του
ειχανε λαχταρα, ο ξενομεριτης κουνησε το κεφαλι του
''θα εχεις και ψαρια και κρεας,θα δωσω διαταγη να σου
δινουνε,οταν ξανα'ρθω να την εχεις ετοιμη την εικονα,σε
δυο μηνες απο τωρα'',''να τελειωσω πρωτα αυτην την εικο-
να'',εδειξε ο ζωγραφος την ατελειωτη εικονα,''κι επειτα
αρχιζω'',ετσι συμφωνησαν,και βγηκε εξω απο το
μαγαζιον ο ξενομεριτης,ο Θεοφιλος εμεινε στο εσωτε-
ρικο του,τοσο αγαθος και πραος ανθρωπος ητο,καθολου
αλαζονικος,εμεις ακολουθησαμε τον ξενομεριτη,ενας
ο πιο θαραλεος τον ρωτησε,''τι λες για τις εικονες,
ειναι της αρεσκειας σας;'',''αυτον τον ανθρωπο να τον
προσεχετε,σαν τα ματια σας να τον εχετε'',ειπε,κι
εφυγε,
την αλλη μερα ανεβηκε ο Θεοφιλος στη σκαλα να
ζωγραφισει κι ενας απο μας,ως το'χαμε συνηθειο,
να τον κοροιδευομαι,μπηκε κρυφα μεσα στο μαγα-
ζι και κει,που ζωγραφιζε και ητο ξεχασμενος και
δεν τον νοησε του τραβηξε τη σκαλα,κι επεσε ο τα-
λαιπωρος και κακομοιρος ανθρωπος απο το υψος,πως
δεν τσακιστηκε να σκοτωθει,
σηκωθηκε,δεν ειπε τιποτα,ενα λογο ενα παραπονο,παρα
παρατησε τα συνεργα του τις μπογιες και βγηκε εξω ,
περπατησε κουτσενοντας ως την ακρη,απεναντι,της μι-
κρης πλατειας ,κι εστριψε στη γωνια του δρομου,
κι απο τοτε δεν τον ξαναειδαμε,χαθηκε,καποιος ειπε πως
πεθυμισε τη πατριδα του και γυρισε στα μερη του,σαν
εκεινον τον Οδυσσεα,που ιστορουσε ,
σε δυο μηνες ,που θα ξαναρθει ο ξενομεριτης δεν θα
τον βρει εδω,και την εικονα δεν εκανε
.
.
ΘΕΟΦΙΛΟΣ  ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ  ΕΛΛΗΝ  ΖΩΓΡΑΦΟΣ

Πληρωσε τον κοσμο με απλοικοτητα
ματια προσηλωμενα σε κυκλους οραματων
και σε πρωινα κρυσταλλα η ψυχη του
στις ελιες ερωδιοι λιχνιζουν το εναρμονιο
με γαλαζιους ανεμους
οι ηρωες λιτοδιαιτοι
προσφαγιζουν λογια περιστεριων
περιμενουν τις μηλιες
ν'απογαλακτισουν τα εκλαμπρα
βρεφη των κενταυρων
αραγε γνωριζε τα Μαθηματα της Λογικης
του Σταγειριτη αυτος
ο ξιφηρης υπερμαχος των κρινων
με την πνοη των τοπιων
και πεπλοφορους ανεμους
στυλοβατει ο ελαχιστος νηστευτης
η εικονα/εξοχος κουρος στο καφενειο
με τον Αλεξανδρο του Γιωργη κατα μια εικασια
συνομιλουν Περι της Μορφολογιας των Μυθων
χαμηλοφωνα
πλανης Αθλητης ο Αγιος Χρωματοφορος
καρπος Ελληνων σε φωταυγες παραθυρο
προς τα οραματα
βλεπεις
το σπιτι ρυθμικα αιωρουμενο
σε Ευκλειδιες διαστασεις αχειροποιητο
το μεσημερι ακουστηκε η μουσικη των τζιτζικιων
κατω απ'τις ελιες κι αποκοιμηθηκε
ο ερημοτατος των ανθρωπων
ποια ωραιοτητα στη λευκοτητα /και
πως κτιζεται το φως
στον πενητα δωσαμε ελιες,
δωσαμε ψωμι και κρασι ,
μας αντιγυρισε ο εφυεστατος Λογους Αισθητικης
και πηγαν στον Αλεξανδρο τον παναθλιο
χρωματιστη
εκδυθηκε την προσωπιδα του και
την τοιχογραφισε σ'αυτον
την ιδια ωρα
βγηκαν στο φως κιτρινοι θαμνοι
κι ανθρωποι με πολλες αμαρτιες μετανοησαν
πλανης Αθλητης ο Αγιος Χρωματοφορος
Θεοφιλος Χατζημιχαηλ
Λεσβιος τον τοπον Ελλην
.
.
.

Γεια σου Θεοφιλε! Ωραιε σαν Έλληνα! animation c.n.couvelis χ.ν.κουβελης
https://youtu.be/4VUg5jDrBy4




Θεόφιλος Κεφαλας Χατζημιχαήλ ζογραφος-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ρώτησε για ένα ζωγράφο,κοιταχτηκαν και γέλασαν,' τον σοβατζη θέλεις;' είπαν,'τον μουρλο θελει','ειναι με τη λιανομαριδα κάτω στη πόλη και παριστάνει το Μεγαλέξανδρο,ντυμένος με περικεφαλαία και φουστανελα'ειπε ένας άλλος,'ακους αρχαίος με φουστανέλα'κι έσκασε στα γέλια,'σαλεμενος είναι,ξενομεριτης,πέρα απ' το Αιγαίο,Μυτηλινιος',τους άφησε,κατέβηκε και
τον είδε,μια εξαίσια οπτασία,ξεσηκωμενη απ'τις ζογραφιες του,ίδιος ο Αλεξαντρος,,η' κι ο
Δυσσέας Ανδρούτσος,και τα παιδιά οι Μακεδόνες ο στρατός του,τα παλικάρια του,έφερε τη
σκέψη του πέρα απ' το Αιγαίο,στην Ιωνία,στη Σμύρνη,στο Γόρδιο,στο Γρανικο,στην Ισσο,στην ένδοξη εκστρατεία μας στην Ανατολή,ως την άκρη της Ιντιας,αυτός ο Θεόφιλος ο φτωχός τω πνεύματι ο Νικηφόρος Ισκαντερ του Ελληνισμού,αυτό ήταν,το κατάλαβε, το νόημα,το σύμβολο
της ταπείνωσης του ως σαλου,το απόγευμα τον είδε ανεβασμένο στη σκάλα να ζωγραφίζει,ετσι ακριβώς σαν ωραίος Έλληνας που ήταν,και κάποιος,σπο μας ενας,γλυστρισε αθόρυβα μέσα στην αίθουσα και του τράβηξε τη σκάλα και τον γκρέμισε,σηκώθηκε,σκουπιστηκε και χωρίς να μας
πει κουβέντα,ούτε παράπονο ούτε χαιρετισμό,έφυγε απ' τα μέρη μας,δεν μας άξιζε απελευθέρωση,
τέτοιοι που είμαστε, κι εκεί στη Βαρεια της Λέσβου πόσο ηθελε να δηλητη-ριαστεί απ'το ψάρι,
καλός άνθρωπος ο Στρατής,αλλά σαν η πατριδα είναι τυφλή τι τον ωφελεί η δόξα στο Παρίσι,
αυτόν τον Οδυσσέα Αντρουτσο Μεγαλεξαντρο
.
.
.