I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

 .

.


χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Πλούταρχος,Βίοι Παράλληλοι,Βρούτος,51,-5

-51)Λιγο πριν το τέλος του Βρουτου-

52)Το τέλος του Βρουτου


Ο Βρούτος αφού διάβηκε ένα ρεμα δασωμένο και απόκρημνο είχε ήδη σκοτεινιάσει και δεν προχώρησε πολύ,αλλά σ'ένα κοίλωμα και μπροστά από ένα βράχο αφού καθισε,ενώ γύρω του λίγοι στρατηγοί και φίλοι ήταν,πρώτα σήκωνοντας το βλεμμα στον ουρανο που ήταν γεμάτος αστερια,απήγγειλε δύο στίχους,απ'τους οποίους τον έναν ο Βολουμνιος κατεγραψε.


Ζευ,μη ξεχάσεις αυτόν που είναι ο αίτιος των κακών.


τον δε άλλο λέει τον ξεχασε.

ύστερα από λίγο τους συντροφους που πριν απ'αυτον στη μάχη έπεσαν έναν-έναν ονομαζοντας,

ιδιαίτερα 

όταν θυμήθηκε τον Φλάβιο και τον Λαβεοντα αναστεναξε βαθεια,ο Λαβεοντας ήταν πρεσβευτής του,και ο Φλάβιος διοικητής των τεχνιτών.

τότε κάποιος,επειδή κι αυτός διψούσε και τον Βρούτο βλέποντας να'ναι στην ίδια κατάσταση,αφού πήρε ένα κράνος έτρεξε προς το ποτάμι.

όταν δε θόρυβος απ'την άλλη πλευρά ακούστηκε,ο Βολουμνιος προχώρησε για να κατασκοπεύσει και μαζί μ'αυτον ο Δάρδανος ο υπασπιστής,όταν μετά από λίγο επέστρεψαν ρώτησαν για το νερό.

με ευγενεια πολύ ηρεμα χαμογελώντας ο Βρούτος προς τον Βολμουνιο είπε:

το έχουν πιει,όμως άλλο θα σας φέρουν.

όταν δε ο ίδιος στάλθηκε κινδύνεψε απ'τους εχθρούς να συλληφθεί,και μόλις διασώθηκε τραυματισμένος,

επειδή ο ίδιος υπέθετε ότι δεν σκοτώθηκαν πολλοι στη μάχη,ο Σατυλλιος ανέλαβε μέσα απ'τους εχθρούς γλυστρωντας  κρυφά(γιατί αλλιώς δεν γίνονταν) να κατασκοπεύσει το στρατόπεδο  και πυρσό  σηκώνοντας,αν βρει τα εκεί ασφαλή,και πάλι να επιστρέψει  προς αυτον.

πράγματι ο πυρσός σηκωθηκε

όταν ο Σατυλλιος έφθασε στο στρατόπεδο,όμως επειδή  δεν επεστρεφε για πολύ ώρα

ο Βρούτος είπε:

αν ζει ο Σατυλλιος,θα επιστρέψει.

συνεβει όμως αυτός 

επανερχόμενος να πέσει πάνω στους εχθρούς και να σκοτωθεί.

 

Καθως προχωρούσε η νύχτα γέρνοντας όπως βολευε καθισμένος στον υπηρέτη του Κλειτο μιλουσε.

όμως επειδή σιωπούσε ο Κλειτος κι έκλαιγε,έφερε τοτε κοντά του τον υπασπιστή Δάρδανο,και του είπε ιδιαιτέρως μερικά λόγια.

τέλος δε στον Βολουμνιο τον ίδιο στα ελληνικά τη παιδεία και την άσκηση του υπενθυμιζε,και τον παρακαλούσε  με το χέρι μαζι να πιασουν το ξίφος και να σπρώξει για τον χτύπημα.

όμως επειδή ο Βολουμνιος αρνήθηκε και οι άλλοι την ίδια είχαν σταση,όταν είπε κάποιος πως πρέπει να μη μείνουν αλλά να φύγουν,αφού σηκώθηκε είπε:

βεβαίως πρέπει να φύγουμε,αλλά με τα χέρια,όχι μετά πόδια.

και δίνοντας το δεξι χερι σε καθεναν πολύ γαλήνιος,χαίρονταν είπε μεγάλη χαρά,ότι απ'τους φίλους του κανένας δεν  διέψευσε την εμπιστοσύνη του.

ότι τη τύχη κατηγορούσε για την πατρίδα,και τον εαυτό του θεωρούσε τυχεροτερο απ'αυτους που'χαν νικησει

και οχι μονο χθες ουτε προχθές αλλά και τώρα,πίσω του αφήνει τη φημη τής αρετής,την οποία ούτε με τα όπλα ούτε με τα χρήματα πίσω τους θ'αφησουν

αυτοί που επικράτησαν,

ώστε να μην φαίνεται,ότι δίκαιους άντρες άδικοι και κακοί χρηστους αφού εξόντωσαν όχι δικαιολογημένα όπως πρέπει  να αρχουν.

κι αφού τους προέτρεψε και τους παρακαλεσε να σώσουν τους εαυτούς τους,αποσύρθηκε λίγο πιο πέρα μαζι με δύο η' τρεις άντρες,ένας απ'τους οποίους ήταν και ο Στρατωνας,οποίος λόγω των ρητορικών σπουδών τους είχε γίνει στενός του φίλος.

κι αφού αυτόν πολύ κοντά του τον έφερε,και το γυμνό ξίφος από τη λαβή με τα δυο χερια  στηριζοντας και πεφτοντας πάνω του,ετελείωσε.

άλλοι όμως λένε ότι όχι αυτός αλλά ότι ο Στρατωνας,

αφού παρά πολύ ο Βρούτος τον παρακάλεσε,γυριζοντας 

άλλου το βλέμμα του και κρατωντας σταθερό το ξίφος

εκείνος αφού ρίχτηκε με το στήθος και το πιεσε αμέσως πέθανε.


51]

Βροῦτος δὲ διαβάς τι ῥεῖθρον ὑλῶδες καὶ παράκρημνον ἤδη σκότους ὄντος οὐ πολὺ προῆλθεν, ἀλλ' ἐν τόπῳ κοίλῳ καὶ πέτραν ἔχοντι μεγάλην προκειμένην καθίσας, ὀλίγων περὶ αὐτὸν ἡγεμόνων καὶ φίλων ὄντων, πρῶτα μὲν ἀποβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἀστέρων ὄντα μεστόν, ἀνεφθέγξατο δύο στίχους, ὧν τὸν ἕτερον Βολούμνιος ἀνέγραψε.


Ζεῦ, μὴ λάθοι σε τῶνδ' ὃς αἴτιος κακῶν,


τοῦ δ' ἑτέρου φησὶν ἐπιλαθέσθαι. μετὰ δὲ μικρὸν τῶν ἐν τῇ μάχῃ πρὸ αὐτοῦ πεσόντων ἑταίρων ἕκαστον ὀνομάζων, μάλιστα τῇ Φλαβίου μνήμῃ καὶ τῇ Λαβεῶνος ἐπεστέναξεν· ἦν δ' αὐτοῦ πρεσβευτὴς ὁ Λαβεών, ὁ δὲ Φλάβιος ἔπαρχος τῶν τεχνιτῶν. ἐν τούτῳ δέ τις, αὐτός τε διψήσας καὶ τὸν Βροῦτον ὁρῶν ὁμοίως ἔχοντα, λαβὼν κράνος ἐπὶ τὸν ποταμὸν κατέδραμε. ψόφου δὲ κατὰ θάτερα προσπεσόντος, Βολούμνιος προῆλθε κατοψόμενος καὶ σὺν αὐτῷ Δάρδανος ὁ ὑπασπιστής. ἐπανελθόντες δὲ μετὰ μικρὸν ἠρώτησαν περὶ τοῦ πόματος. ἠθικῶς δὲ σφόδρα μειδιάσας ὁ Βροῦτος πρὸς τὸν Βολούμνιον "ἐκπέποται" εἶπεν, "ἀλλ' ἕτερον ὑμῖν κομισθήσεται." πεμφθεὶς δ' ὁ αὐτὸς ἐκινδύνευσεν ὑπὸ τῶν πολεμίων ἁλῶναι, καὶ μόλις ἐσώθη τετρωμένος. εἰκάζοντι δ' αὐτῷ μὴ πολλοὺς ἐν τῇ μάχῃ τεθνάναι, Στατύλλιος ὑπέστη διὰ τῶν πολεμίων ἐκπαισάμενος (ἄλλως γὰρ οὐκ ἦν) κατόψεσθαι τὸ στρατόπεδον καὶ πυρσὸν ἄρας, ἄνπερ εὕρῃ τἀκεῖ σῳζόμενα, πάλιν ἀφίξεσθαι πρὸς αὐτόν. ὁ μὲν οὖν πυρσὸς ἤρθη τοῦ Στατυλλίου παρελθόντος εἰς τὸ στρατόπεδον, ὡς δ' οὐκ ἐπανῄει χρόνῳ πολλῷ, Βροῦτος εἶπεν· "ἂν ζῇ Στατύλλιος, ἀφίξεται." συνέβη δ' αὐτὸν ἐπανερχόμενον ἐμπεσεῖν εἰς τοὺς πολεμίους καὶ διαφθαρῆναι.


52]Προϊούσης δὲ τῆς νυκτός, ἀποκλίνας ὡς ἔτυχε καθεζόμενος πρὸς οἰκέτην ἑαυτοῦ Κλεῖτον ἐλάλει. σιωπῶντος δὲ τοῦ Κλείτου καὶ δακρύοντος, αὖθις ἐπισπασάμενος τὸν ὑπασπιστὴν Δάρδανον, ἰδίᾳ τινὰς αὐτῷ προσέφερε λόγους. τέλος δὲ τὸν Βολούμνιον αὐτὸν Ἑλληνιστὶ τῶν λόγων καὶ τῆς ἀσκήσεως ὑπεμίμνῃσκε, καὶ παρεκάλει τῇ χειρὶ συνεφάψασθαι τοῦ ξίφους αὐτῷ καὶ συνεπερεῖσαι τὴν πληγήν. τοῦ δὲ Βολουμνίου διωσαμένου καὶ τῶν ἄλλων ὁμοίως ἐχόντων, εἰπόντος δέ τινος ὡς δεῖ μὴ μένειν ἀλλὰ φεύγειν, ἐξαναστὰς "πάνυ μὲν οὖν" ἔφη "φευκτέον, ἀλλὰ διὰ τῶν χειρῶν, οὐ διὰ τῶν ποδῶν". ἐμβαλὼν δὲ τὴν δεξιὰν ἑκάστῳ μάλα φαιδρός, ἥδεσθαι μὲν ἔφη μεγάλην ἡδονήν, ὅτι τῶν φίλων αὐτὸν οὐδεὶς ἐψεύσατο· τῇ τύχῃ δ' ἐγκαλεῖν ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἑαυτὸν δὲ τῶν νενικηκότων μακαριώτερον νομίζειν, οὐκ ἐχθὲς οὐδὲ πρώην μόνον ἀλλὰ καὶ νῦν, ἀπολείποντα δόξαν ἀρετῆς, ἣν οὔθ' ὅπλοις οὔτε χρήμασιν ἀπολείψουσιν οἱ κεκρατηκότες, ὡς μὴ δοκεῖν, ὅτι δικαίους ἄνδρας ἄδικοι καὶ κακοὶ χρηστοὺς ἀπολέσαντες οὐ προσηκόντως ἄρχουσι. δεηθεὶς δὲ καὶ παρακαλέσας σῴζειν ἑαυτούς, ἀνεχώρησεν ἀπωτέρω μετὰ δυεῖν ἢ τριῶν, ἐν οἷς ἦν καὶ Στράτων ὁ ἀπὸ λόγων ῥητορικῶν γεγονὼς αὐτῷ συνήθης. καὶ τοῦτον ἔγγιστα παραστησάμενος ἑαυτῷ, καὶ τὸ ξίφος γυμνὸν ἐπὶ τῆς λαβῆς ταῖς χερσὶν ἀμφοτέραις ἐρείσας καὶ περιπεσών, ἐτελεύτησεν. οἱ δέ φασιν οὐκ αὐτὸν ἀλλὰ τὸν Στράτωνα, πολλὰ πάνυ τοῦ Βρούτου δεηθέντος, ἀποστρέψαντα τὴν ὄψιν ὑποστῆσαι τὸ ξίφος, ἐκεῖνον δὲ ῥύμῃ προσβαλόντα τὸ στέρνον καὶ διώσαντα συντόμως ἀποθανεῖν.

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου