I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

GREEK POETRY -μεταφράζοντας Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40, -Αρχη της σελίδας της επικής Βατραχομυομαχιας POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-μεταφράζοντας

Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40,

-Αρχη της σελίδας της επικής   Βατραχομυομαχιας

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης




χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Όμηρος(;),Βατραχομυομαχία, στιχοι 1–40,

-Αρχη της σελίδας της επικής   Βατραχομυομαχιας


ας αρχίσουμε απ'τη πρώτη σελίδα 

κι εύχομαι απ'τη καρδιά μου να'θουν για το τραγούδι 

ο χορεύτριες οι Μουσες απ'τον Ελικωνα,

και τώρα στα γόνατα μου έβαλα τα φύλλα μου,

μιας χωρίς τέλος συγκρουσης,

έργο κι αυτό τού πολεμοχαρου Άρη,

ευχόμενος ν'ακουστει στ'αυτια όλων των θνητων,

πώς τα ποντίκια εναντίον των βατράχων

τη βγάλαν άριστα στη μάχη,

των Γιγαντων που η γη γέννησε τα έργα μιμούμενοι,

όπως στους θνητούς έφτασαν να λέγονται,

και να,τέτοια αρχή είχε,

κάποτε ένας διψασμένος ποντικός,

αφού από μιας γάτας τα νύχια ξέφυγε,

στη λίμνη το λαίμαργο  βουτηξε γεννάκι του,

και το γλυφό νερό ευχαριστιονταν,

τότε τον πήρε μάτι ο πολυδιαφημισμενος της λίμνης κολυμπηστης,

και τέτοια λόγια του'πε

ε φιλαράκο,ποιος είσαι,πως από δω στις ακτές μας,από πού;

ποιος σ'εσπειρε;

πες όλη την αλήθεια,μη καταλάβω ότι λες ψέματα,

γιατί αν σε καταλάβω πως σπαθί είσαι

στο σπίτι μου θα σε μπασω,κι όλα τα καλά θα σε φιλεψω,

εγώ'μαι ο βασιλιάς Φουσκομπουκας,

που δω μέσα στη λίμνη οι βάτραχοι

για τον πρώτο με τιμάνε  όλες τις μερες

και μένα ο πατέρας ο Πηλέας μ'αναθρεψε,

αφου απο την ερωτοδουλειά του με τη Νεροφιδα 

στις όχθες του Ηριδανού ειμαι,

και σε μπανιζω για μαγγιορο και ζορικο καμια σχέση 

με τους αλλους,

με σκήπτρο βασιλιας και στους πολέμους παληκαρι,

όμως έλα πάμε,πες μου μπαμ και κάτω από πού γενοκρατιεσαι,

τότε ο Ψιχαρπαγας τ'αποκριθηκε και του'πε,

ε καλά τώρα δεν ξέρεις τη γενιά μου;

πασίγνωστη σ'όλους είναι,

και στους ανθρώπους και στους θεούς και στα πουλιά τ'ουρανου,

τ'όνομα μου Ψιχαρπαγας,

παιδί'μαι του Ψωμοχαφτη του ορεξατου,

και μανα η Γλειφομυλου,κορίτσι του βασιλιά Γουρνοφαγου,

μέσα σε μια καλύβα με γέννησε,και με τους ανθρώπους 

με τάιζε,συκα και καρύδια και φαγητά απ'ολα,

πώς φίλο να με πιάσεις;αφού απ'τα φυσικά μου ανομοιοι είμαστε,

αφού εσύ μέσα στα νερά τη βρίσκεις να ζεις,

ενώ γω ότι τρώνε οι άνθρωποι έχω συνηθειο να τρώω,

ούτε μου λείπει ψωμί τρις κοπανισμενο απ'ωραίο κανιστρι στρογγυλο,

ούτε γλυκιά πίτα στρωμένη και ψημενη με πολύ σουσάμι και τυρί,

ούτε χοιρινό ποδάρι,ούτε σηκωτια μεσα στ'ασπρο λίπος,

ούτε φρέσκο τυρί από γλυκογαλο,ούτε γλύκισμα εκλεκτό από μέλι,

που κι οι μακάριοι το λιμπιζονται,

ούτε όσα για τα συμπόσια των θνητων ετοιμαζουν οι μάγειροι,

νοστιμευοντας τις χύτρες μ'απ'ολα τα καρυκευματα


Βατραχομυομαχια


Ἀρχόμενος πρώτης σελίδος χορὸν ἐξ Ἑλικῶνος

ἐλθεῖν εἰς ἐμὸν ἧτορ ἐπεύχομαι εἵνεκ’ ἀοιδῆς,

ἣν νέον ἐν δέλτοισιν ἐμοῖς ἐπὶ γούνασι θῆκα,

δῆριν ἀπειρεσίην, πολεμόκλονον ἔργον Ἄρηος,

εὐχόμενος μερόπεσσιν ἐς οὔατα πᾶσι βαλέσθαι5

πῶς μύες ἐν βατράχοισιν ἀριστεύσαντες ἔβησαν,

γηγενέων ἀνδρῶν μιμούμενοι ἔργα Γιγάντων,

ὡς λόγος ἐν θνητοῖσιν ἔην· τοίην δ’ ἔχεν ἀρχήν.

Μῦς ποτε διψαλέος γαλέης κίνδυνον ἀλύξας,

πλησίον ἐν λίμνῃ λίχνον προσέθηκε γένειον,10

ὕδατι τερπόμενος μελιηδέϊ· τὸν δὲ κατεῖδε

λιμνόχαρις πολύφημος, ἔπος δ’ ἐφθέγξατο τοῖον·

Ξεῖνε τίς εἶ; πόδεν ἦλθες ἐπ’ ἠϊόνας; τίς ὁ φυσάς;

πάντα δ’ ἀλήθευσον, μὴ ψευδόμενόν σε νοήσω.

εἰ γάρ σε γνοίην φίλον ἄξιον ἐς δόμον ἄξω·15

δῶρα δέ τοι δώσω ξεινήϊα πολλὰ καὶ ἐσθλά.

εἰμὶ δ’ ἐγὼ βασιλεὺς Φυσίγναθος, ὃς κατὰ λίμνην

τιμῶμαι βατράχων ἡγούμενος ἤματα πάντα·

καί με πατὴρ Πηλεὺς ἀνεθρέψατο, Ὑδρομεδούσῃ

μιχθεὶς ἐν φιλότητι παρ’ ὄχθας Ἠριδανοῖο.20

καὶ σὲ δ’ ὁρῶ καλόν τε καὶ ἄλκιμον ἔξοχον ἄλλων,

σκηπτοῦχον βασιλῆα καὶ ἐν πολέμοισι μαχητὴν

ἔμμεναι· ἀλλ’ ἄγε θᾶσσον ἑὴν γενεὴν ἀγόρευε.

Τὸν δ’ αὖ Ψιχάρπαξ ἀπαμείβετο φώνησέν τε·

τίπτε γένος τοὐμὸν ζητεῖς; δῆλον δ’ ἐν ἅπασιν25

ἀνθρώποις τε θεοῖς τε καὶ οὐρανίοις πετεηνοῖς.

Ψιχάρπαξ μὲν ἐγὼ κικλήσκομαι· εἰμὶ δὲ κοῦρος

Τρωζάρταο πατρὸς μεγαλήτορος· ἡ δέ νυ μήτηρ

Λειχομύλη, θυγάτηρ Πτερνοτρώκτου βασιλῆος.

γείνατο δ’ ἐν καλύβῃ με καὶ ἐξεθρέψατο βροτοῖς,30

σύκοις καὶ καρύοις καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν.

πῶς δὲ φίλον ποιῇ με, τὸν ἐς φύσιν οὐδὲν ὁμοῖον;

σοὶ μὲν γὰρ βίος ἐστὶν ἐν ὕδασιν· αὐτὰρ ἔμοιγε

ὅσσα παρ’ ἀνθρώποις τρώγειν ἔθος· οὐδέ με λήθει

ἄρτος τρισκοπάνιστος ἀπ’ εὐκύκλου κανέοιο,35

οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον,

οὐ τόμος ἐκ πτέρνης, οὐχ ἥπατα λευκοχίτωνα,

οὐ τυρὸς νεόπηκτος ἀπὸ γλυκεροῖο γάλακτος,

οὐ χρηστὸν μελίτωμα, τὸ καὶ μάκαρες ποθέουσιν,

οὐδ’ ὅσα πρὸς θοίνας μερόπων τεύχουσι μάγειροι,40

κοσμοῦντες χύτρας ἀρτύμασι παντοδαπτοῖσιν.

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου