I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

GREEK POETRY-ΣΑΠΦΩ,ΠΟΙΗΜΑΤΑ,ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ-χ.ν.κουβελης- POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

.
.
Σαπφω-χ.ν.κουβελης
.
.
ΣΑΠΦΩ,ΠΟΙΗΜΑΤΑ,ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ-χ.ν.κουβελης
.
δεῦρυ μ†μ’ ἐς Κρητας .π[ ]ναῦον
ἄγνον, ὄππ[αι δὴ] χάριεν μὲν ἄλσος
μαλί[αν], βῶμοι †δ’ ἔνι θυμιάμε-
νοι [λι]βανώτῳ
·

ἐν δ’ ὔδωρ ψῦχρον κελάδει δι’ ὔσδων
μαλίνων, βρόδοισι δὲ παῖς ὀ χῶρος
ἐσκίαστ’, αἰθυσσομένων δὲ φύλλων
κῶμα †κατέρρ[ει]
·

ἐν δὲ λείμων ἰππόβοτος τέθαλε
ἠρινίοισιν ἄνθεσιν, αἰ δ’ ἄνητοι
μέλλιχα πνέοισιν [
[ ]


ἔλθε δὴ σὺ στέμ[ματ’] ἔλοισα Κύπρι,
χρυσίαισιν ἐν κυλίκεσσιν ἄβρως
ὀμ[με]μείχμενον θαλίαισι νέκταρ
οἰνοχόαισον
 
ελα απο την Κρητη εδω κοντα μου στο ιερο μερος
που'ναι ωραιο περιβολι με μηλιες και τους
βωμους αρωματιζει το λιβανι
και δροσερο νερο κελαρυζει απ' τα κλαδια της μηλιας
ολος ο τοπος ειναι γεματος ροδα σκιασμενος κι απ'τα
ελαφρα τρεμουλιαζοντα φυλλα πεφτει κατω στο χωμα
γαληνη
και στο λιβαδι αλογο βοσκαει λουλουδια της ανοιξης,
κι ο αερας απαλα πνεει
ελα εδω,Κυπριδα,και ριξε με χαρι μεσα στα χρυσα ποτηρια
του κρασιου το νεκταρ και σμιξε τη χαρα με τη λατρεια μας

.
Κύπρι καὶ Νηρήιδες ἀβλάβην μοι
τὸν κασίγνητον δότε τυίδ' ἴκεσθαι
κὤσσα οἰ θύμῳ κε θέλῃ γένεσθαι
πάντα τελέσθην,


ὄσσα δὲ πρόσθ' ἄμβροτε πάντα λῦσαι
καὶ φίλοισι οἶσι χάραν γένεσθαι
κὠνίαν δ’ ἔχθροισι
· γένοιτο δ’ ἄμμι
μηκέτι μηδ’ εἶς

τὰν κασιγνήταν δὲ θέλοι δὲ λύγραν
ἔμμορον τίμας. ὀνίαν δὲ λύγραν
ἐκλύοιτ’, ὄτοισι πάροιθ’ ἀχεύων
τὦμον ἐδάμνα
.
Κυπριδα και Νηρηιδες καντε ο αδερφος μου να γυρισει
σωος κι αβλαβης κι οσα ποθει η καρδια του να γινουν
ολα να εκπληρωθουν
κι οσα στο παρελθον σφαλματα εκανε ολα να τελειωσουν
και στους φιλους του χαρα να δωσει και φοβο στους εχθρους
και καμια λυπη για μας
και στην αδερφη του να ειναι καμαρι και ν'απελευθερωθει
απ'οσες πικρες του βασανισαν τη καρδια στο παρελθον
.
Κύ]πρι, κα[ί σ]ε πι[κροτάτ]αν ἐπεύ[ροι]
[μη]δὲ καυχάσ[α]ιτο τόδ᾽ ἐννέ[ποισα]
[Δ]ωρίχα, τὸ δεύ[τ]ερον ὠς πόθε[ννον]
........... [εἰς] ἔρον ἦλθε.

Κυπριδα,ποση πικρα εχεις
κανεις την Δωριχα να μην μπορει να καυχηθει
πως εχει βρει τον ερωτα που ποθουσε για δευτερη φορα
.
χλωροτέρα δὲ ποίας ἔμμι
πιο δροσερη ειμαι απο τη χλοη
.
αἴ με τιμίαν ἐπόησαν ἔργα
τὰ σφὰ δοῖσαι

μ'εχουν τιμησει τα δικα τους εργα
που μου εδωσαν
.
αἴθ' ἔγω, χρυσοστέφαν' Ἀφρόδιτα,
τόνδε τὸν πάλον [^ ^ -] λαχοίην.

χρυσοστεφανη Αφροδιτη,αυτη η τυχη
μου ετυχε
.
Ἄστερες μὲν ἀμφὶ κάλαν σελάνναν
ἂψ ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος,
ὄπποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπῃ
γᾶν [ἐπὶ πᾶσαν]
... ἀργυρία ...

τ'αστρα γυρω απ'την ομορφη σεληνη
χανουν το φεγγος τους οταν πληρης
η σεληνη φωτιζει τη γη μ'αργυρο φως
.
καὶ ποθήω καὶ μάομαι .
και ποθω και δεν βαστω...
.
... πόδας δὲ
ποίκιλος μάσλης ἐκάλυπτε, Λύδι-
ον κάλον ἔργον

τα ποδια της καλυπτε κεντημενο πεδιλο
λεπτης λυδικης τεχνης
.
ταὶς κάλαισιν ὔμμι νόημμα τὦμον
οὐ διάμειπτον

για σας,ομορφιες μου,ο νους μου
δεν αλλαξε
.
ταῖσι [δὲ] ψῦχρος μὲν ἔγεντὀ θῦμος,
πὰρ δ' ἴεισι τὰ πτέρα

η καρδια τους κρυωσε
κι επεσαν τα φτερα τους
.
Ἔρος δ' ἐτίναξέ μοι
φρένας, ὠς ἄνεμος κὰτ ὄρος δρύσιν ἐμπέτων.

ο Ερωτας μου ξεσηκωσε τα μυαλα
οπως ο ανεμος στα βουνα ξετιναζει τις βελανιδιες
.
ἦλθες, †καλ’† ἐπόησας, ἔγω δέ σ’ ἐμαιόμαν,
ὂν δ’ ἔψυξας ἔμαν φρένα καιομέναν πόθῳ.

ηρθες,καλα που'καμες,εγω για σενα πονουσα,
δροσισες τα μυαλα μου που τα'καιγε ο ποθος
.
ἠράμαν μὲν ἔγω σέθεν, Ἄτθι, πάλαι ποτά ....
σμίκρα μοι πάις ἔμμεν’ ἐφαίνεο κἄχαρις

εγω εσενα ,Ατθιδα,καποτε παλια σ'αγαπουσα...
ησουν μικρη κοπελα και χαριτωμενη μου φαινοσουν
.
ὀ μὲν γὰρ κάλος ὄσσον ἴδην πέλεται [κάλος],
ὀ δὲ κἄγαθος αὔτικα καὶ κάλος ἔσσεται.

καποιος ειναι ομορφος μοναχα οσο καιρο διαρκει η ομορφια
καποιος που ειναι καλος ειναι συναμα και ομορφος για παντα
.
οὐκ οἶδ' ὄττι θέω
.δίχα μοι τὰ νοήμματα

δεν ξερω τι λατρευω,
ειμαι διχασμενη
.
ψαύην δ' οὐ δοκίμωμ' ὀράνω †δυσπαχέα†
/ Πσαύην δ᾽ οὐ δοκίμοιμ᾽ ὀράνω δύσι πάχεσιν.

με τα δυο μου χερια δεν μπορω ν'αγγιξω τον
ουρανο
. 
βροδοπάχεες ἄγναι Χάριτες δεῦτε Δίος κόραι
Ελατε ροδοδαχτυλες Χαριτες κορες του Δια
. 
ἔλθοντ' ἐξ ὀράνω πορφυρίαν περθέμενον χλάμυν ...
ηρθαν απ'τον ουρανο πορφυρο φορωντας ρουχο
. 
κατθάνοισα δὲ κείσῃ οὐδέ ποτα
μναμοσύνα σέθεν
ἔσσετ' οὐδὲ †ποκ'†ὔστερον
· οὐγὰρ πεδέχῃς βρόδων
τῶν ἐκ Πιερίας
· ἀλλ' ἀφάνηςκἠν Ἀίδα δόμῳ
φοιτάσεις πεδ' ἀμαύρων νεκύων
ἐκπεποταμένα

πεθαμενη θα'σαι και ποτε
δεν θα σε μνημονευσουν
ουτε τωρα ουτε μετα
και δεν θα'χεις ροδα απο την Πιερια
αλλα αγνωστη θα τριγυρνας
στα παλατια του Αδη
αναμεσα στις μαυρες σκιες
των πεθαμενων
. 
οὐδ' ἴαν δοκίμωμι προσίδοισαν φάος ἀλίω
ἔσσεσθαι σοφίαν πάρθενον εἰς οὐδένα πω χρόνον
τεαύταν

νομιζω πως ποτε παρθενα δεν θα αντικρισει το
φως του ηλιου και να'χει τη δικια σου σοφια
. 
τίς δ' ἀγροίωτις θέλγει νόον .....
.οὐκ ἐπισταμένα τὰ βράκε' ἔλκην ἐπὶ τὼν σφύρων;

ποια χωριατισα σου μαγεψε το νου...
που δεν ξερει πως να σηκωσει το βρακι της
πανω απ'τους αστραγαλους
.
Ω Ψαπφα,ηραμαν μεν εγω
Ω Σαπφω,σ'αγαπουσα
. 
[μελιος]τι γλυκερον
κι απ'το μελι πιο γλυκια
. 
]α μελλιχόφων[
σταζει μελι το στομα του
. 
δροσ[ό]εσσα[
δροσερη
μισσε Μίκα
δικια μου Μικα
. 
σὺ δὲ στεφάνοις, ὦ Δίκα, πέρθεσθ' ἐράτοις φόβαισιν
ὄρπακας ἀνήτω συναέρραις' ἀπάλαισι χέρσιν
·εὐάνθεα †γὰρ† πέλεται καὶ Χάριτες μάκαιραι
μᾶλλον †προτερην†, ἀστεφανώτοισι δ' ἀπυστρέφονται.


Στεφανωσε,Δικα,τα ομορφα μαλλια σου και
πλεξε σ'αυτα ωραια ανθη με τ'απαλα σου χερια
γιατι εκεινες που ειναι ετσι στεφανωμενες
ξεχωριζουν και μεσα στις χαριτες,
που δεν αγαπανε τις αστεφανωτες κι ακαλλωπιστες
. 
εὐμορφοτέρα Μνασιδίκα τὰς ἀπάλας Γυρίννως
πιο ομορφη ειναι η Μνασιδικα απο την απαλη
Γυριννω
, 
κροκόεντα[
με κροκο χρωματισμενα
, 
. . . . . . . . .
τεθνάκην ἀδόλως, θέλω
·
ἀ με ψισδομένα κατελίμπανεν

πόλλα καὶ τόδ’ ἔειπέ μοι
·

ὤιμ’ ὠς δεῖνα πεπόνθαμεν,
Ψάπφ’, ἦ μάν σ’ ἀέκοισ’ ἀπυλιμπάνω.


τὰν δ’ ἔγω τάδ’ ἀμειβόμαν
·
χαιροισ'ἔρχεο κἄμεθεν
μέμναισ’, οἶσθα γὰρ ὤς σε πεδήπομεν
·

αἰ δὲ μή, ἀλλά σ’ ἔγω θέλω
ὄμναισαι . . .
ὄσα μάλθακα καὶ κάλ’ ἐπάσχομεν
·

πόλλοις γὰρ στεφάνοις ἴων
καὶ βρόδων πλοκίων τε ὔμοι
κἀνήτω πὰρ ἔμοι παρεθήκαο


καὶ πόλλαις ὐπαθύμιδας
πλέκταις ἀμφ’ ἀπάλαι δέραι
ἀνθέων ἐρατῶν πεποημέναις.

καὶ πολλῷ λιπαρῶς μύρῳ
βρενθείῳ τε κάλον χρόα
ἀξαλείψαο καὶ βασιληίῳ

καὶ στρώμναν ἐπὶ μολθάκαν
ἀπάλαν παρ ὀπαυόνοων
ἐξίης πόθον αἶψα νεανίδων
 
. . . . . . . . .
η Ατθις δεν γυρισε
να πεθανω θελω να ησυχασω
με πολυ πονο μ'αφησε,και μου'πε
Αλιμονο,τοσα κακα που παθαμε,
Σαπφω,σου ορκιζομαι πως χωρις τη θεληση μου
σ'αφηνω
και σ
¨αυτην αποκριθηκανα'
σαι καλα οπου πας και μενα να θυμασαι να ξερεις
πως σε σενα βασισθηκα
κι αν εσυ δεν με θυμασαι,τοτε θελω
να σου θυμισω,ποσο γλυκα κι ομορφα
περνουσαμε
με πολλα στεφανια με μενεξεδες και με ροδα
πλεγμενα στα μαλλια πολυ κοντα μου
καθοσουν
και πολλα ειχες στολιδια γυρω
στον απαλο σου λαιμο φτιαγμενα πλεκτα
απο πανεμορφα ανθη
και την ομορφη επιδερμιδα σου αλοιβες
με ευγενικο και βασιλικο μυρο
και πανω σε στρωμα μαλακο κι απαλο αναπαυοσουν
και προκαλουσες γρηγορα ποθο στις κοπελες
. 
 
ᾖρ’ ἀ[
δηρατ.[
Γογγυλα.[
ρωτησα τη Γογγυλα
. 
κατθάνην δ’ ἴμερός τις [ἔχει με καὶ
λωτίνοις δροσόεντας [ὄ-
χ[θ]οις ἴδην Ἀχερ[

η επιθυμια μ'εχει κυριευσει να πεθανω
και βλεπω τους δροσερους λωτους
στις οχθες του Αχεροντα
. 
. . . .
. . . . ἀπὺ Σαρδίων . . .
. . . . πόλλακι τυῖδε νῶν ἔχοισα

ὤς ποτ’ ἐζώομεν· . . . .
σε θέᾳ σ’ ἰκέλαν, Ἀρι-
γνώτα σᾷ δἐ μάλιστ’ ἔχαιρε μόλπᾳ
·
νῦν δἐ Λύδαισιν ἐμπρέπεται γυναί-
κεσσιν ὤς ποτ’ ἀελίω
δύντος ἀ βροδοδάκτυλος σελάννα;


πάντα παρρέχοισ’ ἄστρα φάος δ’ ἐπί-
σχει θάλασσαν ἐπ’ ἀλμύραν
ἴσως καὶ πολυανθέμοις ἀρούραις
·
ἀ δ’ ἐέρσα κάλα κέχυται, τεθά-
λαισι δὲ βρόδα κἄπαλ’ ἄν-
θρυσκα καὶ μελίλωτος ἀνθεμώδης
·

πόλλα δὲ ζαφοίταισ’ ἀγάνας ἐπι-
μνάσθεισ’ Ἄθτιδος ἰμέρῳ
λέπταν ποι φρένα κῆρ δ’ ἄσα βόρηται
· 
 
Ατθις,η αγαπημενη μας Μνασιδικα,
βρισκεται στις Σαρδεις,και συχνα εχει το
μυαλο της εδω τοτε που ζουσαμεν εδω,
και σαν θεα σ'ειχε,Αριγνωτα,και πολυ
την ευχαριστουσαν τα τραγουδια σου
και τωρα ειναι αναμεσα στις Λυδες κυριες
οπως η ροδοδαχτυλος σεληνη μετα τη δυση
του ηλιου ειναι αναμεσα στ'αστρα
και περιλουζει με το φως της
την αλμυρη θαλασσα και την πολυανθισμενη γη
καλη δροσια χυνεται,βλαστιζουν τα ροδα
και οι μελιλωτοι γεμιζουν ανθια
και τους πολλους περιπατους μας θα θυμαται
η Ατθις κι η νοσταλγια θα της κατατρωγει
την ευαισθητη καρδια
· 
. 
[π]ορφύρωι κατελιξαμέν[α πλόκωι
εχει τα μαλλια της τυλιγμενα μεσα
σε πορφυρο μαντηλι
. 
γλύκηα μᾶτερ, οὔτοι δύναμαι κρέκην τὸν ἴστον
πόθῳ δάμεισα παῖδος βραδίναν δι' Ἀφροδίταν

γλυκεια μου μανα,δεν μπορω να ριξω τη σαιτα
στον αργαλειο,
με κραταει ο ποθος για ενα αγορι,
με βραδινε η Αφροδιτη
. 
. . ἄγναι Χάριτες Πιέριδέ[ς τε] Μοῖ[σαι
Αγνες Χαριτες Πιεριδες Μουσες
. 
. ατε τὰν εὔποδα νύμφαν
νυφη με τα ομορφα ποδια
. 
η χρυσοπέδιλ<λ>[ο]ς Αὔως
η χρυσοπεδιλη Αυγη
. 
Ἔσπερε, πάντα φέρων, ὄσα φαίνολις ἐσκέδασ' Αὔως,
†φέρεις ὄιν, φέρεις αἶγα, φέρεις ἄπυ† μάτερι παῖδα.

Εσπερε,ολα τα φερνεις,
οσα ξεχωρισε η λαμπερη Αυγη
φερνεις το προβατο,φερνεις τη γιδα,
φερνεις το παιδι στη μανα του
. 
ἀστέρων πάντων ὀ κάλλιστος
το πιο ομορφο απ'ολα τ'αστερια
. 
οἶον τὸ γλυκύμαλον / ἐρεύθεται ἄκρῳ ἐπ' ὔσδῳ,
ἄκρον ἐπ' ἀκροτάτῳ, / λελάθοντο δὲ μαλοδρόπηες,
οὐ μὰν ἐκλελάθοντ', ἀλλ' οὐκ ἐδύναντ' / ἐπίκεσθαι

οπως το γλυκομηλο κοκκινιζει
στην ακρη του κλαδιου
στην ακρη την ακροτατη που το αφησαν
οι μαζωχταδες των μηλων,
οχι γιατι το ξεχασαν,
αλλα γιατι δεν μπορουσαν να το
φθασουν
. 
οἴαν τὰν ὐάκινθον ἐν ὤρεσι
ποίμενες ἄνδρες
πόσσι καταστείβοισι, χάμαι δέ
τὸ πόρφυρον ἄνθος ...
[κεῖται.]

οπως τον υακινθον πανω στα βουνα
τον καταπατουν με τα ποδια τους βοσκοι
και στο χωμα πατημενο μαραζωνει
το πορφυρο ανθος
.
ὦ κάλα, ὦ χαρίεσσα
Ομορφια μου,Χαρα μου
. 
δαύοις ἀπάλας ἐτάρας ἐν στήθεσιν
χαιδευεις της απαλης φιλεναδας τα βυζια
. 
.... ἔμεθεν δ' ἔχῃσθα λάθαν
εμενα μ'εχεις ξεχασει
. 
τιν' ἄλλον
[μᾶλλον] ἀνθρώπων ἔμεθεν φίλησθα

καποιον αλλον περισσοτερο απο μενα αγαπας
. 
Ἔρος δηὖτέ μ' ὀ λυσιμέλης δόνει,
γλυκύπικρον ἀμάχανον ὄρπετον
....
ο Ερωτας,ξανα αυτος που διαλυει το κορμι
με δονει
γλυκοπικρο ακαταμαχητο ερπετο
. 
Ἄτθι, σοὶ δ' ἔμεθεν μὲν ἀπήχθετο
φροντίσδην, ἐπὶ δ' Ἀνδρομέδαν πότᾳ

Ατθι,εσυ εμενα με περιφρονεις,επειδη
την Ανδρομεδα ερωτοτροπεις
. 
ἔστι μοι κάλα πάις χρυσίοισιν ἀνθέμοισιν
ἐμφέρην ἔχοισα μόρφαν Κλέις ἀγαπάτα,
ἀντὶ τᾶς ἔγωὐδὲ Λυδίαν παῖσαν οὐδ' ἐράνναν

εχω μια κορη ομορφη που στη μορφη
μοιαζει στα χρυσα ανθη,
Κλεις η πολυαγαπημενη,
την οποια πιο πολυ λατρευω
απ'ολη την Λυδια
. 
ἦρος ἄγγελος ἰμερόφωνος ἀήδων
αγγελος της ανοιξης γκλυκοφωνο αηδονι
. 
Κατθνάσκει Κυθέρἠ, ἄβροσ Ἄδωνισ, τί κε θεῖμεν,
Καττύπτεσθε κόραι καὶ κατερείκεσθε χίτωνασ.

πεθαινει,Κυθερεια,ο ευγενικος Αδωνις,
τι να κανουμε;
χτυπηστε τα στηθη κορες και σχιστε τα ρουχα
. 
Λάτω καὶ Νιόβα μάλα μὲν φίλαι ἦσαν ἔταιραι
η Λητω και η Νιοβη πολυ φιλες αγαπημενες
..
οιαν ταν υακινθον εν ωρεσι
ποιμενες ανδρες ποσσι
καταστειβοισι , χαμαι δε
το πορφυρον ανθος ...
[κειται ]

ετσι οπως τον υακινθο καταπατουν
με τα ποδια τους στο βουνο βοσκοι
και το πορφυρο ανθος στο χωμα...
[κειται]
.
οιον το γλυκομαλον ερευθεται
ακρω επ'υσδω, ακρον επ'ακροτατω,
λελαθοντο δε μαλοδροπηες ,
ουν μαν εκλελαθοντ',αλλ'ουκ
εδυναντο επικεσθαι

ετσι οπως το γλυκομηλο κοκκινιζει
στο ακρο του κλαδιου, στο μακρυτερο
ακρο του, το παρατησαν οι συγκομιδοι
των μηλων ,οχι γιατι το αγνοησαν
αλλα δεν μπορεσαν να τ'αρπαξουν
.
...Εμμεθεν δ'εχεισθα λαθαν

...Μ'εχεις ξεχασει
.
ολβιε γαμβρε ,σοι μεν δη γαμος ως αραο
εκτετελεστ,εχης δε παρθενον [αν] αραο...
σοι χαριεν μεν ειδος ,οππατα δ' [εστι ,
νυμφα] μελλιχ' , ερος δ'επ' ιμερτω κεχυται
προσωπω
....τετιμακ' εξοχα σ' Αφροδιτα

ευτυχισμενε γαμβρε ,ο γαμος σου,οπως
ηθελες γινεται, και την κορη που θελεις
εχεις, δικο σου το χαριτωμενο πλασμα,
τα γλυκα ματια της νυφης , κι ο ερωτας
γεμιζει το ευτυχισμενο προσωπο...
...σ'εχει τιμησει εξοχα η Αφροδιτη
.
Ερος δηυτε μ' ο λυσιμελης δονει,
γλυκυπικρον αμαχανον ορπετον.

Ο Ερωτας παλι με τρανταζει ,να
μου διαλυσει τα μελη του κορμιου,
γλυκοπικρο ανικητο πλασμα
.
εχει μεν Ανδρομεδα καλαν αμοιβαν...
Ψαπφοι, τι ταν πολυολβον Αφροδιταν...
[καλεις];

μια καλη ερωτηση εχει η Ανδρομεδα...
Σαπφω, γιατι καλεις την ευδαιμονα Αφροδιτη;
. 
εστι μοι καλλα παις χρυσιοιησιν ανθεμοισιν
εμφερην εχοισα μορφαν Κλεις αγαπατα,
αντι τας εγωυδε Λυδιαν παισαν ουδ'ερανναν...

εχω μια κορη ομορφη ομοια στη μορφη
με τα χρυσα λουλουδια η αγαπημενη Κλεις,
μ'ολοκληρη τη Λυδια δεν αλλαζω ...
.
θελω τι τ'ειπην ,αλλα με κωλυει αιδως...
.
θελω κατι να σου πω, αλλα μ'εμποδιζει
η ντροπη...
.
παρθενον αδυφωνον
κορη γλυκοφωνη
.
πληρης μεν εφαινετ' α σελαννα
αι δ'ως περι βωμον εσταθησαν

φωτισε πληρης η σεληνη
κι αυτες γυρω απ'το βωμο
ακινητες σταθηκαν
.
Εσπερε,παντα φερων,οσα φαινολις
εσκεδασ' Αυως, [φερεις οιν,φερεις αιγα,
φερεις απυ] ματερι παιδα

Εσπερε,τα παντα φερνεις πισω, οσα
η φωτεινη Αυγη ξεχωρισε ,
φερνεις το προβατο,φερνεις την γιδα,
φερνεις στη μητερα τη θυγατερα
.
πολυ πακτιδος αδυμελεστερα...
χρυσω χρυσοτερα

περισσοτερο γλυκοφωνη απ'τη λυρα
λαμπροτερη απ'τον χρυσο
.
Δεδυκε μεν α σελαννα
και Πληιαδες ,μεσαι δε νυχτες,
παρα δ'ερχετ'ωρα,
εγω δε μονα κατευδω.

Εδυσε η σεληνη ,εδυσε
κι η Πουλια ,μεσανυχτα,
περασε η ωρα ,κι εγω
μονη κοιμαμαι
.
Τιμαδας αδε κονις ,ταν δη προ γαμοιο
θανουσαν δεξατο Φερσεφονας κυανεος
θαλαμος ,ας και αποφθιμενας πασαι
νεοθαγι σιδαρω αλικες ιμερταν κρατος
εθεντο κομαν

Αυτη ειναι η τεφρα της Τιμαδος,που
πεθανε πριν το γαμο και την δεχτηκε
στα σκοτεινα παλατια η Περσεφωνη
Ολες οι φιλες της με νεοτροχισμενο
μαχαιρι εκοψαν συριζα τ'αγαπημενα
πορφυρα μαλλια τους
.
Τω γριπει Πελαγωνι πατηρ επεθηκε
Μενισκος κυρτον και κωπαν ,
μναμα κακοζοιας.

Για τον ψαρα Πελαγωνα ο πατερας του
ο Μενισκος εστησε εδω την αγκυρα
και το κουπι του,
να μνημονευουν την κακοριζικη ζωη του
.
αστερες μεν αμφι καλαν σελανναν
αψ'απυκρυπτοισι φαενναν ειδος,
οπποτα πληθοισα μαλιστα λαμπη
γαν... αργυρια.

τ'αστερια γυρω απ'το λαμπρο φεγγαρι
χανουν το φωτισμενο προσωπο τους
οταν αυτο γεματο λαμπει τη γη
με τ'αργυρο του φως
.
...ποδας δε ποικιλος μασλης εκαλυπτε,
Λυδιον καλον εργον.

και τα ποδια καλυπτε πολυχρωμο
πεδιλο, Λυδικο εργο, ομορφο
.
Ερος δ'ετιναξε μοι φρενας,
ως ανεμος κατ'ορος δρυσιν εμπετων

Ο Ερωτας μου ταραξε τα μυαλα,
οπως ο ανεμος στα βουνα πανω
στα δεντρα πεφτει
.
ηρθες ,[καλ'] εποησας,
εγω δε σ'εμαιομαν,
ον δ'εψυξας εμαν φρενα
καιομενα ποθω

ηρθες τελικα ,ομορφια μου,
τοσο σε αναζητησα,
και δροσισες την καρδια μου
που την εκαιγε ο ποθος
.
η' τιν'αλλον
[μαλλον] ανθρωπων εμμεθεν φιλησθα

η' μηπως εναν αλλον περισσοτερο
απο μενα αγαπησες
.
σκιδναμενας εν στηθεσιν οργας
μαψυλακαν γλωσσαν πεφυλαχθαι

οταν τα στηθια σου φουσκωνει η οργη
φυλαξε τη γλωσσα σου απο τα ξεφωνητα
.
Λατω και Νιοβα μαλα μεν φιλαι ησαν εταιραι

η Λητω κι η Νιοβη ηταν συντροφες
πολυαγαπημενες φιλες
.
ποικιλοθρον'αθανατ'Αφροδιτα,
παι Διος δολοπλοκε,λισσομαι σε,
μη μ' ασαισι μηδ' ονιαισι δαμνα,
ποτνια,θυμον

ποικιλοθρονη αθανατη Αφροδιτη
κορη του Δια ,δολοπλοκα, σε εκληπαρω,
μη μου μαραζωνεις με βασανα
και λυπες ,Δεσποινα ,τη καρδια

αλλα τυιδ'ελθ',αι ποτα κατερωτα
τας εμας αυδας αιοισα πηλοι
εκλυες,πατρος δε δομον λιποισα
χρυσιον ηλθες

αλλα εδω ελα,οπως καποτε παλια
ακουγοντας τις φωνες μου ,απο
μακρυα ,ηρθες αφηνοντας
το πατρικο λαμπρο παλατι

αρμ'υπασδευξαισα. καλοι δε σ'αγον
ωκεες στρουθοι περι γας μελαινας
πυκνα διννεντες πτερ'απ'ωρανω
αιθερος δια μεσσω

το αρμα εζευξες και καλα σπουργιτια
γρηγορα ,στη μαυρη γη σε φερανε με
στροβιλους απ'τα δυνατα χτυπηματα των
φτερων πανω στον ουρανο μεσα στον αιθερα

αιψα δ'εξικοντο.συ δ',ω μακαιρα,
μειδιαισαισ' αθανατω προσωπω
ηρε'οττι δηυτε πεπονθα κωττι
δηυτε καλημι

γρηγορα εφτασαν, και συ,μακαρια,
μειδιασες στο αθανατο προσωπο
και με ρωτησε τι παλι επαθα ,
γιατι και παλι σε καλω

κωττι μοι μαλιστα θελω γενεσθαι
μαινολα θυμω,''τινα δηυτε [πειθω
αψ σ'αγην ] ες σαν φιλοτατα ; τις
σ',ω Ψαπφ',αδικηει;

τι παλι θελω τοσο πολυ να γινει στην
αναστατωμενη καρδια μου ,''ποια
παλι[να πεισω να ρθει γρηγορα σε
σενα]στον ερωτα σου,ποια ,Σαπφω.
σε περιφρονει;''

και γαρ αι φευγει ,ταχεως διωξει
αι δε δωρα μη δεκετ',αλλα δωσει
αι δε μη φιλει,ταχεως φιλησει
κωυκ εθελοισα

κι αν σ'αποφευγει,γρηγορα θα σε
κυνηγα,κι αν δωρα δεν καταδεχεται
θα σου προσφερει ,κι αν δεν σ'αγαπα
γρηγορα θα σ'αγαπησει θελει δεν θελει

ελθε μοι και νυν ,χαλεπαν δε λυσον
εκ μεριμναν, οσσα δε μοι τελεσσαι
θυμος ιμερρει,τελεσον. συ δ'αυτα
συμμαχος εσσο

Ελα σε μενα και τωρα,αλαφρυνε με
απο τα βαρια βασανα,εκπληρωσε
οσα η καρδια μου επιθυμει,τελειωσετα,
και γινε εσυ η ιδια συνεργος μου
.
μήτε μοι μέλι μήτε μέλισσα
ουτε μελι για μενα ουτε μελισσα
. 
παντοδάπαισι μεμειχμένα χροίαισιν
μ'ολα τα χρωματα αναμειγμενα
. 
πάρθενον ἀδύφωνον
παρθενα γλυκυφωνη
.
πλήρης μὲν ἐφαίνετ' ἀ σελάννα
αἰ δ' ὠς περὶ βῶμον ἐστάθησαν

πληρης ανατειλε η σεληνη
και οι γυναικες γυρω στο βωμο
σταθηκαν
. 
πόλυ πάκτιδος ἀδυμελεστέρα ...
χρύσω χρυσοτέρα ...

πιο πολυ απο τη λυρα μελωδικοτερη
απο τον χρυσο χρυσοτερη
.
πότνια Αὔως
σεβαστη Αυγη
. 
σκιδναμένας ἐν στήθεσιν ὄργας
πεφύλαχθαι γλῶσσαν μαψυλάκαν

οταν η οργη σου φουσκωνει τα στηθια
φυλαξε τη γλωσσα να μην ξεστομισει
απρεπα
. 
τάδε νῦν ἐταίραις
ταὶς ἔμαις τέρπνα κάλως ἀείσω

ετσι τωρα θα τραγουδησω καλα
τις φιλες μου να διασκεδασω
. 
μέλημα τὦμον
δικια μου φροντιδα
. 
φαῖσι δή ποτα Λήδαν †ὐακίνθινον† πεπυκάδμενον
εὔρην ᾤον

λενε πως καποτε η Ληδα βρηκε μεσα
στο ανθος του υακινθου κρυμενο ενα αυγο
. 
μυθοπλοκος
παραμυθας
. 
Κρῆσσαί νύ ποτ’ ὦδ’ ἐμμελέως πόδεσσιν
ὤρχηντ’ ἀπάλοισ’ ἀμφ’ ἐρόεντα βῶμον
πόας τέρεν ἄνθος μάλακον μάτεισαι.

οι κρητικες γυναικες καποιες φορες
με ρυθμο στα ποδια χορευουν
γυρω απ'τον ιερο βωμο
συντριβοντας τα μαλακα ανθη της χλοης
. 
Δέδυκε μὲν ἀ σελάννα
καὶ Πληίαδες· μέσαι δὲνύκτες,
παρὰ δ’ ἔρχετ’ ὤρα,
ἔγω δὲ μόνα κατεύδω

Εδυσε η σεληνη
εδυσε κι η Πουλια,μεσανυχτα,
περασε η ωρα,
κι εγω μονη κοιμαμαι
.
Τῷ γριπεῖ Πελάγωνι πατὴρ ἐπέθηκε Μενίσκος
κύρτον καὶ κώπαν, μνᾶμα κακοζοίας

στον ψαρα Πελαγων ο πατερας του Μενισκος
τοποθετησς τη καρινα και το κουπι,
μνημα κακοριζικου
. 
Ἀϊπάρθενοσ ἔσσομαι.
παντα παρθενα θα μεινω
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου