I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

GREEK POETRY -μεταφραζοντας Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ' στίχοι 123-163 η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212 -η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης

 .

.

GREEK POETRY 
-μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ'

στίχοι 123-163

η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212

-η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη

POETRY-c.n.couvelis-ΠΟΙΗΜΑΤΑ-χ.ν.κουβελης



χνκουβελης cncouvelis

μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ'

στίχοι 123-163

η Πηνελόπη μιλά στον ξένο,που είναι ο Οδυσσέας μεταμφιεσμένος.


και τότε η φρόνιμη τ'αποκριθηκε Πηνελοπη,

ξένε,την δική μου αξία και την ομορφιά

και το παραστημα οι αθάνατοι τ'αφανισαν θεοι,

όταν στο Ίλιο ανέβηκαν οι Αργείοι,

και μαζί μ'αυτους κι ο δικος μου άντρας πήγε

ο Οδυσσέας,

αν εκείνος έρχονταν και τη ζωή μου φρόντιζε,

τότε μεγαλύτερη θα'ταν η τιμή μου κι η ζωή μου καλύτερη ετσι,

τώρα όμως θλίβομαι,γιατι τόσα κακά σε μένα έστειλε ο δαιμονας,

γιατί όσοι στα νησιά οι ισχυρότεροι είναι αρχοντες,

και στο Δουλίχι και στη Σάμη και στη δασωμένη Ζάκυνθο,

κι όσοι αυτή δω την Ιθακη κατεχουν που από μακριά καλά 

φαίνεται,

αυτοί για γαμο χωρίς τη θέληση μου  με θέλουν,

και το σπίτι μου ρημάζουν,

γι'αυτό ούτε τους ξένους περιποιουμε ούτε τους ικέτες

ούτε σε τιποτα τους κήρυκες,που δημόσιοι είναι λειτουργοί,

αλλά τον αγαπημένο ποθώντας Οδυσσέα

η καρδιά μου λιώνει,

κι εκείνοι για το γάμο βιάζονται,εγώ όμως τεχνάσματα υφαινω,

πρώτα το πέπλο μέσα στο μυαλό

ένας θεός αφου σε μένα έβαλε,

μέσα στο σπίτι έναν μεγάλο έστησα αργαλειό να υφανω,

λεπτό και πλατύ,

κι ύστερα σ'αυτους είπα:

νεαροί άντρες,μνηστήρες μου,αφού ο θεϊκός πέθανε Οδυσσέας,

περιμένετε αν και βιάζεστε για τον γάμο μου,

ώσπου το πεπλο αυτό να τελειώσω,

για να μην ανώφελα χαθούν τα νήματα μου,

για τον ήρωα Λαέρτη επιτάφιο κάλυμμα,όταν η ολέθρια

κάτω τον ρίξει μοιρα του θανατου,

μην κάποια απ'τις Αχαιες μέσα στη πόλη εμένα κατηγορησει,

πώς εκείνος χωρίς σαβανο κείται αν και πολλά πλούτη απέκτησε,

έτσι τους μίλησα,κι αυτών ο αγερωχος νους πεισθηκε,

τότε λοιπόν τη μέρα το μεγάλο υφανα ύφασμα,

και τη νύχτα το ξηλωνα,

αφού τις δάδες κοντά μου έβανα κι αναβα,

έτσι για τρία χρόνια εγώ τους ξεφευγα κι επειθα τους Αχαιους,

αλλά όταν ο τέταρτος ήρθε χρόνος

και περασαν οι εποχες,καθως λιγόστευαν οι μήνες,

και πολλές ολοκληρώθηκαν εν τω μεταξύ μέρες,

και τότε ακριβώς μέσω των δούλων,τις σκυλες 

που δεν με φρόντιζαν, επ'αυτοφορω μ'επιασαν

και με λόγια μ'επεπληξαν,

έτσι να το τελειώσω χωρίς να θέλω εξαναγκαστικα,

τώρα λοιπόν ούτε τον γάμο ν'αποφυγω μπορώ

ούτε κάποιο τέχνασμα άλλο βρισκω,

και να παντρευτώ οι γονεις πολύ με πιεζουν 

ενώ ο γιος μου  η περιουσια του να κατατρωγεται

αγανακτει,

αφού καταλαβαίνει,γιατι τωρα πια άντρας τέτοιος ειναι 

όσο κανείς άλλος τα του σπιτιου να φροντίζει,

και σ'αυτον ο Ζευς ευημερία  παρέχει,

αλλά κι εσύ τη γενιά σου πες μου,κι από πού είσαι,

γιατί ούτε από αρχαία είσαι βελανιδια ούτε από πετρα.


τὸν δ' ἠμείβετ' ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια·123

«ξεῖν', ἦ τοι μὲν ἐμὴν ἀρετὴν εἶδός τε δέμας τε

ὤλεσαν ἀθάνατοι, ὅτε Ἴλιον εἰσανέβαινον125

Ἀργεῖοι, μετὰ τοῖσι δ' ἐμὸς πόσις ᾖεν Ὀδυσσεύς.

εἰ κεῖνός γ' ἐλθὼν τὸν ἐμὸν βίον ἀμφιπολεύοι,

μεῖζόν κε κλέος εἴη ἐμὸν καὶ κάλλιον οὕτω.

νῦν δ' ἄχομαι· τόσα γάρ μοι ἐπέσσευεν κακὰ δαίμων.

ὅσσοι γὰρ νήσοισιν ἐπικρατέουσιν ἄριστοι,130

Δουλιχίῳ τε Σάμῃ τε καὶ ὑλήεντι Ζακύνθῳ,

οἵ τ' αὐτὴν Ἰθάκην εὐδείελον ἀμφινέμονται,

οἵ μ' ἀεκαζομένην μνῶνται, τρύχουσι δὲ οἶκον.

τῶ οὔτε ξείνων ἐμπάζομαι οὔθ' ἱκετάων

οὔτε τι κηρύκων, οἳ δημιοεργοὶ ἔασιν·135

ἀλλ' Ὀδυσῆ ποθέουσα φίλον κατατήκομαι ἦτορ.

οἱ δὲ γάμον σπεύδουσιν· ἐγὼ δὲ δόλους τολυπεύω.

φᾶρος μέν μοι πρῶτον ἐνέπνευσε φρεσὶ δαίμων

στησαμένῃ μέγαν ἱστὸν ἐνὶ μεγάροισιν ὑφαίνειν,

λεπτὸν καὶ περίμετρον· ἄφαρ δ' αὐτοῖς μετέειπον·140

«κοῦροι, ἐμοὶ μνηστῆρες, ἐπεὶ θάνε δῖος Ὀδυσσεύς,

μίμνετ' ἐπειγόμενοι τὸν ἐμὸν γάμον, εἰς ὅ κε φᾶρος

ἐκτελέσω, μή μοι μεταμώνια νήματ' ὄληται,

Λαέρτῃ ἥρωϊ ταφήϊον, εἰς ὅτε κέν μιν

μοῖρ' ὀλοὴ καθέλῃσι τανηλεγέος θανάτοιο·145

μή τίς μοι κατὰ δῆμον Ἀχαιϊάδων νεμεσήσῃ,

αἴ κεν ἄτερ σπείρου κεῖται πολλὰ κτεατίσσας.»

ὣς ἐφάμην, τοῖσιν δ' ἐπεπείθετο θυμὸς ἀγήνωρ.

ἔνθα καὶ ἠματίη μὲν ὑφαίνεσκον μέγαν ἱστόν,

νύκτας δ' ἀλλύεσκον, ἐπὴν δαΐδας παραθείμην.150

ὣς τρίετες μὲν ἔληθον ἐγὼ καὶ ἔπειθον Ἀχαιούς·

ἀλλ' ὅτε τέτρατον ἦλθεν ἔτος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,

μηνῶν φθινόντων, περὶ δ' ἤματα πόλλ' ἐτελέσθη,

καὶ τότε δή με διὰ δμῳάς, κύνας οὐκ ἀλεγούσας,

εἷλον ἐπελθόντες καὶ ὁμόκλησαν ἐπέεσσιν.155

ὣς τὸ μὲν ἐξετέλεσσα καὶ οὐκ ἐθέλουσ', ὑπ' ἀνάγκης·

νῦν δ' οὔτ' ἐκφυγέειν δύναμαι γάμον οὔτε τιν' ἄλλην

μῆτιν ἔθ' εὑρίσκω· μάλα δ' ὀτρύνουσι τοκῆες

γήμασθ', ἀσχαλάᾳ δὲ πάϊς βίοτον κατεδόντων,

γινώσκων· ἤδη γὰρ ἀνὴρ οἷός τε μάλιστα160

οἴκου κήδεσθαι, τῷ τε Ζεὺς ὄλβον ὀπάζει.

ἀλλὰ καὶ ὧς μοι εἰπὲ τεὸν γένος, ὁππόθεν ἐσσί·

οὐ γὰρ ἀπὸ δρυός ἐσσι παλαιφάτου οὐδ' ἀπὸ πέτρης.»163

.

.

.


χνκουβελης cncouvelis

μεταφραζοντας

Ομηρος,Οδύσσεια,ραψωδία τ΄, στιχοι 164–212

-η απάντηση του ξένου,τού μεταμφιεσμένου Οδυσσέα,στή Πηνελοπη


και σ' αυτήν αποκρινομενος είπε ο πολυμηχανος Οδυσσέας,

ω σεβαστή γυναίκα του Λαερτιαδη Οδυσσεα,

δεν θα πάψεις πια για τη γενιά μου να ρωτάς;

αλλά σε σένα θα πω,

αν και θλίψη βέβαια μεγάλυτερη θα μου δωσεις 

απ'οτι έχω,

γιατί αυτο'ναι το σωστό,όταν κάποτε απ'τη πατρίδα του 

ένας άνθρωπος μακριά βρισκεται τόσο καιρό όσο εγώ τωρα

σε πολλές περιπλανώμενος πόλεις θνητών,

βασανα υποφέροντας,

αλλ'ομως κι έτσι αυτό θα σου πω που με ρωτάς και θες να μάθεις,

είναι μια χώρα,η Κρήτη,μέσα στη μέση

του σκοτεινού σαν κρασί πελάγου,

όμορφη κι εύφορη,ολόγυρα από θάλασσα βρεγμένη,

κι άνθρωποι την κατοικούν πολλοί αμέτρητοι,

κι ενενήντα πόλεις είναι,

του ενος η γλώσσα άλλη απ'των αλλων ανακατεμένη,

εκει'ναι οι Αχαιοί,εκεί οι μεγαλοκαρδοι Ετεοκρητες,

και εκεί οι Κυδωνες,

και οι Δωριείς σε τρεις φυλες χωρισμενοι και οι θεικοί Πελασγοι

κι ανάμεσα σ' αυτούς είναι η Κνωσός,μεγάλη πόλη,

όπου ο Μινωας εννιά χρόνους βασίλευε του μεγάλου Δία ο συνομιλητης,

πατέρας του πατέρα μου,τού μεγαλοψυχου Δευκαλίωνα,

ο Δευκαλίωνας εμένα γέννησε και τον βασιλιά Ιδομενεα,

αλλά εκείνος για το Ίλιο με τα κυρτα αναχώρησε 

καραβια μαζί με τους Ατρειδες,

και σε μένα τ'όνομα που με φωνάζουν Αιθωνας είναι,

νεωτερος στη γέννα,ενώ αυτός πρωτύτερος και γενναιοτερος,

όπου εγώ εκεί τον Οδυσσέα είδα και τον φιλοξένησα,

γιατί ανεμος στην Κρήτη ισχυριος τον έσυρε,

ενώ προς τη Τροια πήγαινε,απ'τον Μαλέα παρεκτρέποντας τον,

και στάθηκε στην Αμνισό,όπου και το σπήλαιο της Ειλειθυίας,

σ'επικινδυνο λιμανι,και μόλις που απ'τις θύελλες γλυτωσε,

αμέσως τότε για τον Ιδομενεα ανεβαίνοντας στη πόλη ρώτησε,

γιατί γι'αυτον έλεγε πως αγαπητός φίλος ήταν 

και σεβαστός ξένος,

όμως εκείνος ήδη δέκα η έντεκα είχε αυγές

που για το Ίλιο με τα κυρτα καράβια αναχωρήσει,

τοτ'εγω στο σπίτι μου τον έφερα και καλά τον φιλοξένησα,

φιλια δείχνοντας του,και στο σπίτι μου πολλά τ'αγαθά ήταν,

και για τους άλλους συντρόφους,που αυτόν ακολουθούσαν,

απ'το λαο μαζεύοντας αλεύρι εδωκα και φλογερό κρασί

και βόδια για θυσία,για χορτάσουν την ψυχή τους,

εκεί λοιπόν δώδεκα οι θεικοι Αχαιοί έμειναν μερες

γιατί βοριάς τους εμπόδιζε άνεμος δυνατός

ούτε στη στεριά πάνω να πατήσουν,

που κάποιος δαίμονας είχε ξεσηκώσει φοβερός,

όμως στις δεκατρείς ο άνεμος επεσε,κι αυτοί απεπλευσαν,

πολλά ελεγε ψέματα που ομοια μ'αληθινα εμοιαζαν,

κι εκείνη ακούγοντας τον δάκρυα έχυνε,

και έλιωνε το κορμί της,

όπως το χιόνι στις ψηλες των βουνων κορφές λιώνει,

όταν κι ο νοτιάς το'λιώσει,

κι ο Ζέφυρος πάνω του τη ζεστασιά του απλώσει,

κι όπως λιώνει τα ποτάμια γεμίζουν και κυλούν,

έτσι κι αυτής τα όμορφα έλιωναν μαγουλα

καθώς δάκρυα έχυνε,

κλαιοντας τον άντρας της που δίπλα της παρων ητανε,

όμως τη γυναίκα του που θρηνούσε

ο Οδυσσέας μέσα στη ψυχή του σπλαχνιζονταν,

και τα μάτια του στέκονταν ακίνητα σαν από κέρατο

η' σίδερο να ησαν,και τα δάκρυα του με τέχνη εκρυβε


τὴν δ' ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς·

«ὦ γύναι αἰδοίη Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος,165

οὐκέτ' ἀπολλήξεις τὸν ἐμὸν γόνον ἐξερέουσα;

ἀλλ' ἔκ τοι ἐρέω. ἦ μέν μ' ἀχέεσσί γε δώσεις

πλείοσιν ἢ ἔχομαι· ἡ γὰρ δίκη, ὁππότε πάτρης

ἧς ἀπέῃσιν ἀνὴρ τόσσον χρόνον ὅσσον ἐγὼ νῦν,

πολλὰ βροτῶν ἐπὶ ἄστε' ἀλώμενος, ἄλγεα πάσχων.170

ἀλλὰ καὶ ὧς ἐρέω ὅ μ' ἀνείρεαι ἠδὲ μεταλλᾷς.

Κρήτη τις γαῖ' ἔστι μέσῳ ἐνὶ οἴνοπι πόντῳ,

καλὴ καὶ πίειρα, περίῤῥυτος· ἐν δ' ἄνθρωποι

πολλοὶ ἀπειρέσιοι, καὶ ἐννήκοντα πόληες· -

ἄλλη δ' ἄλλων γλῶσσα μεμιγμένη· ἐν μὲν Ἀχαιοί,175

ἐν δ' Ἐτεόκρητες μεγαλήτορες, ἐν δὲ Κύδωνες

Δωριέες τε τριχάϊκες δῖοί τε Πελασγοί· -

τῇσι δ' ἐνὶ Κνωσός, μεγάλη πόλις, ἔνθα τε Μίνως

ἐννέωρος βασίλευε Διὸς μεγάλου ὀαριστής,

πατρὸς ἐμοῖο πατήρ, μεγαθύμου Δευκαλίωνος.180

Δευκαλίων δ' ἐμὲ τίκτε καὶ Ἰδομενῆα ἄνακτα·

ἀλλ' ὁ μὲν ἐν νήεσσι κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω

ᾤχεθ' ἅμ' Ἀτρεΐδῃσιν· ἐμοὶ δ' ὄνομα κλυτὸν Αἴθων,

ὁπλότερος γενεῇ· ὁ δ' ἅμα πρότερος καὶ ἀρείων.

ἔνθ' Ὀδυσῆα ἐγὼν ἰδόμην καὶ ξείνια δῶκα.185

καὶ γὰρ τὸν Κρήτηνδε κατήγαγεν ἲς ἀνέμοιο

ἱέμενον Τροίηνδε, παραπλάγξασα Μαλειῶν·

στῆσε δ' ἐν Ἀμνισῷ, ὅθι τε σπέος Εἰλειθυίης,

ἐν λιμέσιν χαλεποῖσι, μόγις δ' ὑπάλυξεν ἀέλλας.

αὐτίκα δ' Ἰδομενῆα μετάλλα ἄστυδ' ἀνελθών·190

ξεῖνον γάρ οἱ ἔφασκε φίλον τ' ἔμεν αἰδοῖόν τε.

τῷ δ' ἤδη δεκάτη ἢ ἑνδεκάτη πέλεν ἠὼς

οἰχομένῳ σὺν νηυσὶ κορωνίσιν Ἴλιον εἴσω.

τὸν μὲν ἐγὼ πρὸς δώματ' ἄγων ἐῢ ἐξείνισσα,

ἐνδυκέως φιλέων, πολλῶν κατὰ οἶκον ἐόντων·195

καί οἱ τοῖς ἄλλοισ' ἑτάροισ', οἳ ἅμ' αὐτῷ ἕποντο,

δημόθεν ἄλφιτα δῶκα καὶ αἴθοπα οἶνον ἀγείρας

καὶ βοῦς ἱρεύσασθαι, ἵνα πλησαίατο θυμόν.

ἔνθα δυώδεκα μὲν μένον ἤματα δῖοι Ἀχαιοί·

εἴλει γὰρ βορέης ἄνεμος μέγας οὐδ' ἐπὶ γαίῃ200

εἴα ἵστασθαι, χαλεπὸς δέ τις ὤρορε δαίμων·

τῇ τρεισκαιδεκάτῃ δ' ἄνεμος πέσε, τοὶ δ' ἀνάγοντο.»

ἴσκε ψεύδεα πολλὰ λέγων ἐτύμοισιν ὁμοῖα·

τῆς δ' ἄρ' ἀκουούσης ῥέε δάκρυα, τήκετο δὲ χρώς.

ὡς δὲ χιὼν κατατήκετ' ἐν ἀκροπόλοισιν ὄρεσσιν,205

ἥν τ' εὖρος κατέτηξεν, ἐπὴν ζέφυρος καταχεύῃ,

τηκομένης δ' ἄρα τῆς ποταμοὶ πλήθουσι ῥέοντες·

ὣς τῆς τήκετο καλὰ παρήϊα δάκρυ χεούσης,

κλαιούσης ἑὸν ἄνδρα, παρήμενον. αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς

θυμῷ μὲν γοόωσαν ἑὴν ἐλέαιρε γυναῖκα,210

ὀφθαλμοὶ δ' ὡς εἰ κέρα ἕστασαν ἠὲ σίδηρος

ἀτρέμας ἐν βλεφάροισι· δόλῳ δ' ὅ γε δάκρυα κεῦθεν.

.

.

.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου