I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -μεταφράζοντας Frederico Garcia Lorca,Bodas de Sangre Ματωμένος Γαμος -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
-μεταφράζοντας

Frederico Garcia  Lorca,Bodas de Sangre

Ματωμένος Γαμος

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης


χνκουβελης cncouvelis

μεταφράζοντας

Frederico Garcia  Lorca,Bodas de Sangre

Ματωμένος Γαμος


ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

ΠΡΩΤΗ ΣΚΗΝΗ


Δωμάτιο βαμμένο κιτρινο


ΓΑΜΠΡΟΣ

(μπαίνοντας)

μανα

ΜΑΝΑ

τι;

ΓΑΜΠΡΟΣ

φευγω

ΜΑΝΑ

που πας;

ΓΑΜΠΡΟΣ

στ'αμπελι(παει να φύγει)

ΜΑΝΑ

περίμενε

ΓΑΜΠΡΟΣ

θέλεις κάτι;

ΜΑΝΑ

γιε μου,το μεσημεριανο

ΓΑΜΠΡΟΣ

ασ'το.

θα φάω σταφύλια.

δος μου το σουγιά.

ΜΑΝΑ

γιατί;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(γελώντας)για να τα κοψω

ΜΑΝΑ

(μουρμουριζοντας και 

ψάχνωντας)

ο σουγιάς,ο σουγιάς,...

καταραμενοι να'ναι όλοι,κι ο παλιανθρωπος που τον σκεφτηκε

ΜΑΝΑ

ας πούμε κάτι αλλο

ΜΑΝΑ

κι οι καραμπίνες και τα πιστόλια

και το πιο μικρό μαχαιρι,

κι,ακόμα,οι τσάπες και τα δικριανια τ'αλωνιου.

ΓΑΜΠΡΟΣ

καλα

ΜΑΝΑ

ότι μπορεί να κόψει το κορμί ενος άντρα.

ενός άντρα όμορφου,με το λουλούδι του στο στόμα,που φευγει για τ'αμπελι,

η' που στις δικές του ελιες πάει,

γιατί δικές του είναι,

κληρονομιά...

ΓΑΜΠΡΟΣ

(χαμηλώνοντας το κεφάλι)

ησυχασε

ΜΑΝΑ

...κι αυτός ο άντρας δεν γυρίζει.

η' αν γυρίσει είναι για να του βάλουν ένα κλαδί φοινικιάς πάνω του,

η' ένα πιατο μ'αλατι χοντρό για να μην φουσκωσει,

δεν ξέρω πως τολμάς να κουβαλάς ένα σουγιά στο κορμί σου,

ούτε πως εγώ αφήνω ένα φίδι μέσ'στο μπαουλο

ΓΑΜΠΡΟΣ

αρκετά δεν είπες;

ΜΑΝΑ

κι εκατό χρόνια να ζούσα,για τίποτε άλλο δεν θα μιλουσα.

πρώτα ο πατέρας σου,που μου μύριζε γαριφαλο και τον χαρηκα τρία χρόνια μοναχα.

υστερα ο αδελφός σου.

κι είναι δίκιο,και μπορεί να γίνεται ένα τόσο δα μικρό  όπως ένα πιστολι η' ένας σουγιάς να μπορεί να τελειώσει ένα αντρα,

που'ναι ένας ταύρος;

δεν θα ησυχαζα ποτέ.

περνουν οι μήνες κι η απελπισια με τσιμπάει στα μάτια και μέχρι τις άκρες των μαλλιών

ΓΑΜΠΡΟΣ

(έντονα)

θα τελειώσουμε επιτέλους;

ΜΑΝΑ

όχι,δεν θα τελειώσουμε.

μπορεί κανείς να μου φέρει πίσω τον πατερα σου;

και τον αδελφό σου;

κι ύστερα η φυλακη.

τι είναι η φυλακή;

εκεί τρωνε,εκεί καπνίζουν,

εκεί χτυπούν τα όργανα!

οι νεκροί μου γεμάτοι χορτάρια,χωρίς να μιλούν,γίναν σκονη,

δυο άντρες που ήταν δυο γεράνια...

οι φονιάδες,στη φυλακη,ζωντανοί,

κοιτάζοντας τα βουνά...

ΓΑΜΠΡΟΣ

δηλαδή θέλεις να τους σκοτώσω;

ΜΑΝΑ

όχι...αν μιλώ είναι γιατί...

πώς μπορώ να μην μιλήσω βλέποντας σε να βγαίνεις απ'αυτή τη πορτα;

είναι που δεν μ'αρεσει που κρατάς σουγιά.

είναι που...που δεν θα'θελα να φεύγεις για τα χωράφια.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(γελώντας)

έλα τώρα!

ΜΑΝΑ

θα μου άρεσε να'σουν γυναίκα.

δεν θα πήγαινες τώρα στο ρυάκι και θα κεντούσαμε οι δυο μας μπορντούρες και μαλλινα σκυλάκια.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(πιάνει τη μάνα απ'το μπρατσο και γελάει)

μάνα,κι αν σ'επαιρνα μαζί μου στ'αμπελια;

ΜΑΝΑ

και τι να κάνει στ'αμπελια μια γριά;

θα μ'εβαζες κάτω απ'τα κληματα και τα φυλλα;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(σηκώνοντας την στα μπράτσα του)

γριά,παλιογριά,παμπογρια

ΜΑΝΑ

κι ο πατέρας σου μ'επαιρνε.

αυτό είναι καλή ρατσα.το αίμα.

ο παππούς σου άφησε ένα γιο σε κάθε γωνιά.

αυτό μ'αρεσει.

οι άντρες,αντρες,

το στάρι,σταρι.

ΓΑΜΠΡΟΣ

κι εγώ μάνα;

ΜΑΝΑ

εσύ,τι;

ΓΑΜΠΡΟΣ 

χρειάζεται να στο πω κι άλλη φορά;

ΜΑΝΑ

(σοβαρή) α!

ΓΑΜΠΡΟΣ

μήπως σου κανει κακό;

ΜΑΝΑ

οχι

ΓΑΜΠΡΟΣ

τότε;

ΜΑΝΑ

ούτε κι εγώ η ίδια το ξερω.

έτσι,ξαφνικά,πάντα με πιάνει απροετοίμαστη.

ξερω πως το κορίτσι είναι καλό.

αλήθεια έτσι δεν είναι;

σεμνό,εργατικο,

ζυμώνει το ψωμί και ραβει τις φούστες της,

κι όμως αισθάνομαι,όταν την αναφέρω,σαν να μου'διναν μια πετριά στο μέτωπο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

ανοησίες

ΜΑΝΑ

πιο πολύ από ανοησίες.

είναι που μενω μονη.

δεν μου μένεις παρά μόνο εσύ

και νιώθω πως φευγεις.

ΓΑΜΠΡΟΣ

αλλά θα'ρθεις μαζί μου.

ΜΑΝΑ

όχι.δεν μπορώ ν'αφησω εδώ μόνους το πατέρα σου και τον αδελφό σου.

πρέπει να πηγαίνω κάθε πρωί,και αν φύγω ειναι πιθανό να πεθάνει ένας απ'τους Φελιξ,ένας από τη φαμίλια των φονιάδων,και να τον θαψουν δίπλα.

κι αυτό όχι!ποτέ!αποκλείεται!

γιατί με τα νύχια θα τους ξεθαψω κι εγώ μόνη θα τους συντρίψω πάνω στον μαντροτοιχο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

(έντονα)

πάλι στα ίδια γυρίζεις

ΜΑΝΑ

συγχωραμε.

(παύση)

πόσο καιρό έχετε σχέσεις;

ΓΑΜΠΡΟΣ

τρία χρόνια.

και πια μπορώ ν'αγορασω τ'αμπελι.

ΜΑΝΑ

τρια χρόνια.

αυτή δεν είχε έναν αρραβωνιαστικό;

ΓΑΜΠΡΟΣ

δεν ξέρω.

πιστεύω πως όχι.

τα κορίτσια πρέπει να προσέχουν με ποιον παντρευονται.

ΜΑΝΑ

ναι.εγω κανέναν δεν κοίταξα.

κοίταξα τον πατέρα σου,κι όταν τον σκότωσαν κοίταξα στον απέναντι τοίχο.

μια γυναίκα με έναν αντρα  

κι αυτό είναι όλο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

να ξέρεις ότι η αρραβωνιαστικιά μου είναι καλη

ΜΑΝΑ 

δεν αμφιβάλω.

παρ'ολ'αυτα ομως με στεναχωρεί που δεν ξέρω ποια ήταν η μάνα της.

ΓΑΜΠΡΟΣ

και τι μ'αυτο;

ΜΑΝΑ

(κοιτάζοντας τον)

γιε μου

ΓΑΜΠΡΟΣ

τι θέλεις;

ΜΑΝΑ

είναι αλήθεια!έχεις δίκιο!

ποτέ θέλεις να πάω να τη ζητήσω;

ΓΑΜΠΡΟΣ

(χαρούμενος)

φαίνεται καλά για τη Κυριακή;

ΜΑΝΑ

(σοβαρή)

θα της πάω τα μπρούτζινα σκουλαρίκια,που'ναι παλιά,κι εσύ της αγοραζεις...

ΓΑΜΠΡΟΣ

εσύ καταλαβαίνεις καλύτερα...

ΜΑΝΑ

της αγοραζεις λεπτές δαντελωτες κάλτσες,

και για σένα δύο κοστούμια...

τρια!

δεν έχω κανέναν άλλον από σένα!

ΓΑΜΠΡΟΣ

φευγω.

αύριο θα πάω να τη δω

ΜΑΝΑ

ναι,ναι,για να δούμε αν θα με κάνεις χαρούμενη με έξι εγγόνια,η όσα σου κάνει κέφι,

αφού ο πατέρας σου δεν πρόλαβε να μου τα κάνει.

ΓΑΜΠΡΟΣ

το πρώτο για σενα

ΜΑΝΑ

ναι,αλλά να,'χει και κορίτσια.

θέλω να κενταω και να πλεκω δαντελες και να'μαι ησυχη.

ΓΑΜΠΡΟΣ

είμαι σίγουρος πως θα την αγαπήσεις την αρραβωνιαστικιά μου

ΜΑΝΑ

θα την αγαπήσω.

(πάει να την φιλήσει και συγκρατείται)

άντε,είσαι πια πολυ μεγάλος για φιλιά.

θα τα δινεις στη γυναίκα σου.

(παύση,στον εαυτό της)

όταν αυτό θα γίνει.

ΓΑΜΠΡΟΣ

πηγαίνω

ΜΑΝΑ

να σκάψεις καλά το μέρος εκει στ'αυλακι του μύλου,γιατι το'χεις παραμελημενο.

ΓΑΜΠΡΟΣ

έγινε όπως ειπαμε

ΜΑΝΑ

αντε με το θεο

(βγαίνει ο ΓΑΜΠΡΟΣ.

η ΜΑΝΑ μένει καθισμένη με τη πλάτη στη πόρτα.)


ACTO PRIMERO

CUADRO PRIMERO


Habitación pintada de amarillo.


NOVIO

(Entrando.) Madre.

MADRE

¿Que?

NOVIO

Me voy.

MADRE

¿Adónde?

NOVIO

A la viña. (Va a salir.)

MADRE

Espera.

NOVIO

¿Quiere algo?

MADRE

Hijo, el almuerzo.

NOVIO

Déjelo. Comeré uvas. Deme la navaja.

MADRE

¿Para qué? NOVIO

(Riendo.) Para cortarlas.

MADRE

(Entre dientes y buscándola.) La navaja, la navaja... Malditas sean todas y

el bribón que las inventó.

NOVIO

Vamos a otro asunto.

MADRE

Y las escopetas y las pistolas y el cuchillo más pequeño, y hasta las azadas

y los bieldos de la era.

NOVIO

Bueno.

MADRE

Todo lo que puede cortar el cuerpo de un hombre. Un hombre hermoso, con

su flor en la boca, que sale a las viñas o va a sus olivos propios, porque son

de él, heredados...

NOVIO

(Bajando la cabeza.) Calle usted.

MADRE

...y ese hombre no vuelve. O si vuelve es para ponerle una palma encima o

un plato de sal gorda para que no se hinche. No sé cómo te atreves a llevar

una navaja en tu cuerpo, ni cómo yo dejo a la serpiente dentro del arcón.

NOVIO

¿Está bueno ya?

MADRE

Cien años que yo viviera, no hablaría de otra cosa. Primero tu padre; que

me olía a clavel y lo disfruté tres años escasos. Luego tu hermano. ¿Y es

justo y puede ser que cosa pequeña como una pistola o una navaja pueda acabar con un hombre, que es un toro? No callaría nunca. Pasan los meses y

la desesperación me pica en los ojos y hasta en las puntas del pelo.

NOVIO

(Fuerte.) ¿Vamos a acabar?

MADRE

No. No vamos a acabar. ¿Me puede alguien traer a tu padre? ¿Y a tu

hermano? Y luego el presidio. ¿Qué es el presidio? ¡Allí comen, allí fuman,

allí tocan los instrumentos! Mis muertos llenos de hierba, sin hablar, hechos

polvo; dos hombres que eran dos geranios... Los matadores, en presidio,

frescos, viendo los montes...

NOVIO

¿Es que quiere usted que los mate?

MADRE

No... Si hablo es porque... ¿Cómo no voy a hablar viéndote salir por esa

puerta? Es que no me gusta que lleves navaja. Es que... que no quisiera que

salieras al campo.

NOVIO

(Riendo.) ¡Vamos!

MADRE

Que me gustaría que fueras una mujer. No te irías al arroyo ahora y

bordaríamos las dos cenefas y perritos de lana.

NOVIO

(Coge de un brazo a la MADRE y ríe.) Madre, ¿y si yo la llevara conmigo a

las viñas?

MADRE

¿Qué hace en las viñas una vieja? ¿Me ibas a meter debajo de los

pámpanos?

NOVIO

(Levantándola en sus brazos.) Vieja, revieja, requetevieja. MADRE

Tu padre sí que me llevaba. Eso es buena casta. Sangre. Tu abuelo dejó un

hijo en cada esquina. Eso me gusta. Los hombres, hombres; el trigo, trigo.

NOVIO

¿Y yo, madre?

MADRE

¿Tú, qué?

NOVIO

¿Necesito decírselo otra vez?

MADRE

(Seria.) ¡Ah!

NOVIO

¿Es que le hace mal?

MADRE

No.

NOVIO

¿Entonces?

MADRE

No lo sé yo misma. Así, de pronto, siempre me sorprende. Yo sé que la

muchacha es buena. ¿Verdad que sí? Modosa. Trabajadora. Amasa su pan y

cose sus faldas, y siento, sin embargo, cuando la nombro, como si me

dieran una pedrada en la frente.

NOVIO

Tonterías.

MADRE

Más que tonterías. Es que me quedo sola. Ya no me quedas más que tú y

siento que te vayas.

NOVIO Pero usted vendrá con nosotros.

MADRE

No. Yo no puedo dejar aquí solos a tu padre y a tu hermano. Tengo que ir

todas las mañanas, y si me voy es fácil que muera uno de los Félix, uno de

familia de los matadores, y lo entierren al lado. ¡Y eso sí que no! ¡Ca! ¡Eso

sí que no! Porque con las uñas los desentierro y yo sola los machaco contra

la tapia.

NOVIO

(Fuerte.) Vuelta otra vez.

MADRE

Perdóname. (Pausa.) ¿Cuánto tiempo llevas en relaciones?

NOVIO

Tres años. Ya puedo comprar la viña.

MADRE

Tres años. ¿Ella tuvo un novio, no?

NOVIO

No sé. Creo que no. Las muchachas tienen que mirar con quién se casan.

MADRE

Sí. Yo no miré a nadie. Miré a tu padre, y cuando lo mataron miré a la pared

de enfrente. Una mujer con un hombre, y ya está.

NOVIO

Usted sabe que mi novia es buena.

MADRE

No lo dudo. De todos modos siento no saber cómo fue su madre.

NOVIO

¿Qué más da?

MADRE

(Mirándolo.) Hijo. 

NOVIO

¿Qué quiere usted?

MADRE

¡Que es verdad! ¡Que tienes razón! ¿Cuándo quieres que la pida?

NOVIO

(Alegre.) ¿Le parece bien el domingo?

MADRE

(Seria.) Le llevaré los pendientes de azófar, que son antiguos, y tú le

compras...

NOVIO

Usted entiende más...

MADRE

Le compras unas medias caladas, y para ti dos trajes... ¡Tres! ¡No te tengo

más que a ti!

NOVIO

Me voy. Mañana iré a verla.

MADRE

Sí, sí, y a ver si me alegras con seis nietos, o lo que te dé la gana, ya que tu

padre no tuvo lugar de hacérmelos a mí.

NOVIO

El primero para usted.

MADRE

Sí, pero que haya niñas. Que yo quiero bordar y hacer encaje y estar

tranquila.

NOVIO

Estoy seguro de que usted querrá a mi novia.

MADRE La querré. (Se dirige a besarlo y reacciona.) Anda, ya estás muy grande

para besos. Se los das a tu mujer. (Pausa. Aparte.) Cuando lo sea.

NOVIO

Me voy.

MADRE

Que caves bien la parte del molinillo, que la tienes descuidada.

NOVIO

¡Lo dicho!

MADRE

Anda con Dios. (Vase el NOVIO. La MADRE queda sentada de espaldas a la

puerta. 

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου