I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Μικρές Ιστορίες Ιδιαίτερης Ευκρινειας (Η δολοφονια στην οπερα Parsifal) -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Μικρές Ιστορίες Ιδιαίτερης Ευκρινειας

(Η δολοφονια στην οπερα Parsifal)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

Μικρές Ιστορίες Ιδιαίτερης Ευκρινειας

(Η δολοφονια στην οπερα Parsifal)

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


η αφορμή ήταν το φιλοσοφικό έργο

Die Welt als Wille und Vorstellung(Ο Κόσμος σαν Θέληση και Παράσταση,1818)του Arthur Schopenhauer,

όλες οι πράξεις θα παίζονταν,από την αρχική έως την τελική,στην όπερα,μέσα στον ιστο,κλοιό,της όπερας Parsifal,του Richard Wagner,

εκεί μέσα στην αιθουσα θα προσέλκυε τον δολοφονο του,κατά κάποιο μυστήριο τρόπο θα τον δημιουργούσε,

στην 4η παράταση που παρακολουθούσε,εντόπισε έναν άντρα με άσπρο κουστούμι,στην πέμπτη σειρά καθισμάτων μπροστά από τη δική του,

ο άντρας γύρισε πίσω,του φάνηκε πως τον κοίταξε,έπειτα έσκυψε και κάτι ψιθύρισε στην νεαρή σύνοδο του,

ήταν στην σκηνή 2,της πράξης 2,τη στιγμή ακριβώς που ακούγεται: Parsifal,έπειτα βλέπει την Κουντρι και γοητεύεται,

όταν τελείωσε η όπερα,ο άντρας εξαφανίστηκε μέσα στο πλήθος,

είχε τη διαίσθηση ότι έπρεπε να επικεντρωθεί σ'αυτόν,αυτός θα είναι ο υποψήφιος δολοφόνος του,

στις επόμενες παραστάσεις δεν τον ξαναείδε στην αίθουσα,ούτε τη γυναίκα,

εκείνη τη μέρα μετά την παράσταση δεν επέστρεψε σπίτι,δείπνησε σε ένα κεντρικό ρεστοράν,κι αργότερα πήγε σε κάποιο μπαρ,είχε ξεχαστεί,όταν είδε δίπλα του τη γυναίκα,

αυτή ήταν,δεν έκανε λάθος,

συγνώμη κυρια,βρήκε αφορμή να της μιλήσει,σας έχω δει στην όπερα Parsifal,δεν κάνω λάθος;

όχι,είπε η κοπέλα,δεν κάνετε λάθος,πριν μια εβδομάδα,καταπληκτική όπερα,ξερεται σπουδάζω 

κλασική φωνητική,σοπράνο,

την κοίταξε,

μοιάζεται πολύ στην Κουντρι,της είπε,όπως αυτή πολύ όμορφη,

ευχαριστώ,χαμογέλασε η γυναίκα,

εκείνη τη στιγμή,χτύπησε το κινητό της τηλεφωνο,

απάντησε,το πρόσωπο της σοβαρεψε,έκλεισε το τηλέφωνο,

με συγχωρείτε,είπε,πρέπει να φύγω,

του φάνηκε τρομαγμένη,

τη νύχτα στον ύπνο του είδε έναν εφιάλτη,

ήταν στη παράσταση του Parsifal,δεύτερη πραξη,σκηνή 1,ο Κλινγκσορ με άσπρο κουστούμι ξυπνά τη Κουντρι,και την κατηγορεί για απιστία,έπειτα κατεβαίνει από τη σκηνή,στο αμφιθέατρο,σταματά στη σειρά που κάθονταν,Parsifal φωνάζει,και βγάζοντας ένα περίστροφο τον περιβολει,

τον βρήκαν πεθαμένο στο κρεβάτι,

οξύ έμφραγμα του μυοκαρδιου

.

.

Richard Wagner,Parsifal,Bayreuth,1998,

https://youtu.be/BJkkXxdryD8

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Μικρές Ιστορίες Ιδιαίτερης Ευκρινειας -χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Μικρές Ιστορίες Ιδιαίτερης Ευκρινειας

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Μικρές Ιστορίες Ιδιαίτερης Ευκρινειας

-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


η αίτηση του χάριτος απορρίφθηκε,θα τον εκτελουσαν σε μια εβδομάδα ακριβως,πάντα ξημερώματα,

ζήτησε το βιβλίο του Thomas Malthus Δοκίμιο πάνω στον Πληθυσμό(1798),

ο συνεχώς αυξανόμενος  πληθυσμός δεν θα μπορεί να διατραφεί,

γι'αυτό θα πρέπει να παρθούν μέτρα να ελλατωθει,

η εκτέλεση του,επομένως,είναι ένα τέτοιο μετρο,γέλασε ειρωνικά,θα συμβάλει στην αρμονία της ανθρωπότητας,

τέλος της εβδομάδας,

πρωί ξημερώματα θα τον εκτελουσαν,ζήτησε,για τελευταία φορά,να δει το φεγγάρι,μέχρι να τον πάρουν,

τον ανέβασαν στη ταράτσα της φυλακής,εκεί τον έδεσαν σε μια καρέκλα,δύο άντρες οπλισμένοι τον φρουρούσαν,

το φως του φεγγαριού πλημμύριζε τα πάντα γύρω του,τα διέλυε,

έκλεισε τα μάτια του,όλα χάθηκαν,

έτσι θα γινει,οριστικά,όταν εκτελεστεί,

ο κόσμος,σκεφτηκε χωρίς  λύπη,θα εξαφανιστεί μαζί με αυτον,σαν να μην υπήρξε ποτέ,

ξημέρωνε,ένιωθε μια άγρια ηδονή,

η ευτυχία του τέλους,

για πάντα

.

.

.

Τρίτη 26 Ιουλίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -οι φυλές των Γαραμαντων,Αταραντων,Ατλάντων -Ηροδοτου Ιστορίαι,βιβλίο δ' Μελπομένη,183-184 -μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-οι φυλές των Γαραμαντων,Αταραντων,Ατλάντων

-Ηροδοτου Ιστορίαι,βιβλίο δ' Μελπομένη,183-184

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.

οι φυλές των Γαραμαντων,Αταραντων,Ατλάντων

-Ηροδοτου Ιστορίαι,βιβλίο δ' Μελπομένη,183-184

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


183

από τα Αυγιλα μετά από άλλες δέκα μέρες δρόμο άλλος αλατιού λόφος και νερού και φοινικες καρποφόροι πολλοι,

όμοια και με αυτούς τους,

 άλλους κι άνθρωποι κατοικούν σ'αυτόν,που τ'ονομα τους.Γαραμαντες είναι,έθνος πολύ μεγάλο ισχυρό,οι οποίοι πάνω στ'αλατι χώμα στρώνοντας μ'αυτο τον.τροπο σπερνουν,

ο πιο σύντομος απ'αυτους προς τους Λωτοφάγους δρόμος είναι τριάντα ημερών,

σ'αυτους και τα βόδια που βοσκουν.προς τα πισω υπάρχουν,βόσκουν προς τα πίσω για αυτό εδώ το λόγο,τα κέρατα υπάρχουν γυρισμένα προς τα μπρος,

γι'αυτό πίσω βασίζοντας βόσκουν,γιατί μπροστά δεν  μπορούν να πάνε απ'τα κέρατα που προεξεχουν προς τη γη,

σε τίποτα άλλο δεν διαφέρουν απ'τ'αλλα βόδια παρά μόνο σ'αυτο και το δέρμα στο πάχος και στην αντοχη,

οι Γαραμαντες λοιπόν αυτοί τους Τρωγλοδυτες Αιθίοπες κυνηγούν με τεθριππα,

γιατί οι τρωγλοδυτες Αιθίοπες στα πόδια οι πιο ταχείς απ'τους ανθρώπους όλους είναι που γι'αυτους πληροφορίες ακούμε,

τρέφονται οι τρωγλοδυτες με φίδια και σαύρες και τέτοια ερπετα,

γλώσσα καμιά άλλη παρομοια δεν υπάρχει,αλλά τρίζουν όπως περίπου οι νυχτερίδες,


184

απ'τους Γαραμαντες μετά από άλλες δέκα μέρες δρόμο κι άλλος απ'αλατι λόφος και νερό,κι οι άνθρωποι που γύρω απ'αυτον κατοικούν ονομάζονται Αταραντες,που είναι  χωρίς όνομα οι μόνοι απ'τους ανθρώπους που γνωρίζουμε,

γιατί σ' όλους αυτούς Αταραντες είναι τ'ονομα,σε κάθε ένα απ'αυτους όνομα κανένα δεν ανήκει,

αυτοί τον ήλιο οταν σηκώνεται πολυ ψηλά καταριουνται και μ'ολα τα αισχρά βριζουν,

γιατί καιοντας φλογιζει,και τους ανθρώπους και τη χώρα τους,

μετά από άλλες δέκα μέρες δρόμο άλλος λόγος απ'αλατι και νερό,κι άνθρωποι γύρω απ' αυτόν κατοικουν,

συνέχεια τ'αλατιου αυτού όρος που τ'ονομα είναι Άτλας,είναι στενό και κωνικό,

ψηλό τόσο όπως λέγεται που τις κορυφές του δεν μπορείς να δεις,γιατί ποτέ δεν τους λείπουν τα σύννεφα ούτε καλοκαίρι ούτε χειμώνα,αυτό λένε οι ντόπιοι πως η κολώνα τ'ουρανου είναι,

απ'αυτο το όρος οι άνθρωποι αυτοί ονοματισθηκαν,γιατί καλούνται Άτλαντες,

και λένε ούτε έμψυχο κανένα τρώγουν ούτε όνειρα βλεπουν

.

.

183

 Ἀπὸ δὲ Αὐγίλων διὰ δέκα ἡμερέων ἀλλέων ὁδοῦ ἕτερος ἁλὸς κολωνὸς καὶ ὕδωρ καὶ φοίνικες καρποφόροι πολλοί, κατά περ καὶ ἐν τοῖσι ἑτέροισι· καὶ ἄνθρωποι οἰκέουσι ἐν αὐτῷ τοῖσι οὔνομα Γαράμαντες ἐστί, ἔθνος μέγα ἰσχυρῶς, οἳ ἐπὶ τὸν ἅλα γῆν ἐπιφορέοντες οὕτω σπείρουσι. 2 συντομώτατον δ᾽ ἐστὶ ἐς τοὺς Λωτοφάγους, ἐκ τῶν τριήκοντα ἡμερέων ἐς αὐτοὺς ὁδός ἐστι· ἐν τοῖσι καὶ οἱ ὀπισθονόμοι βόες γίνονται· ὀπισθονόμοι δὲ διὰ τόδε εἰσι. τὰ κέρεα ἔχουσι κεκυφότα ἐς τὸ ἔμπροσθε· 3 διὰ τοῦτο ὀπίσω ἀναχωρέοντες νέμονται· ἐς γὰρ τὸ ἔμπροσθε οὐκ οἷοι τε εἰσὶ προεμβαλλόντων ἐς τὴν γῆν τῶν κερέων. ἄλλο δὲ οὐδὲν διαφέρουσι τῶν ἄλλων βοῶν ὅτι μὴ τοῦτο καὶ τὸ δέρμα ἐς παχύτητά τε καὶ τρῖψιν. 4 οἱ Γαράμαντες δὴ οὗτοι τοὺς τρωγλοδύτας Αἰθίοπας θηρεύουσι τοῖσι τεθρίπποισι· οἱ γὰρ τρωγλοδύται Αἰθίοπες πόδας τάχιστοι ἀνθρώπων πάντων εἰσὶ τῶν ἡμεῖς πέρι λόγους ἀποφερομένους ἀκούομεν. σιτέονται δὲ οἱ τρωγλοδύται ὄφις καὶ σαύρους καὶ τὰ τοιαῦτα τῶν ἑρπετῶν· γλῶσσαν δὲ οὐδεμιῇ ἄλλῃ παρομοίην νενομίκασι, ἀλλὰ τετρίγασι κατά περ αἱ νυκτερίδες.


184

Ἀπὸ δὲ Γαραμάντων δι᾽ ἀλλέων δέκα ἡμερέων ὁδοῦ ἄλλος ἁλός τε κολωνὸς καὶ ὕδωρ, καὶ ἄνθρωποι περὶ αὐτὸν οἰκέουσι τοῖσι οὔνομα ἐστὶ Ἀτάραντες, οἳ ἀνώνυμοι εἰσὶ μοῦνοι ἀνθρώπων τῶν ἡμεῖς ἴδμεν· ἁλέσι μὲν γάρ σφι ἐστὶ Ἀτάραντες οὔνομα, ἑνὶ δὲ ἑκάστῳ αὐτῶν οὔνομα οὐδὲν κέεται. 2 οὗτοι τῷ ἡλίῳ ὑπερβάλλοντι καταρῶνται καὶ πρὸς τούτοισι πάντα τὰ αἰσχρὰ λοιδορέονται, ὅτι σφέας καίων ἐπιτρίβει, αὐτούς τε τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν χώρην αὐτῶν. 3 μετὰ δὲ δι᾽ ἀλλέων δέκα ἡμερέων ἄλλος κολωνὸς ἁλὸς καὶ ὕδωρ, καὶ ἄνθρωποι περὶ αὐτὸν οἰκέουσι. ἔχεται δὲ τοῦ ἁλὸς Τούτου ὄρος τῷ οὔνομα ἐστὶ Ἄτλας, ἔστι δὲ στεινὸν καὶ κυκλοτερὲς πάντη, ὑψηλὸν δὲ οὕτω δή τι λέγεται ὡς τὰς κορυφὰς αὐτοῦ οὐκ οἶά τε εἶναι ἰδέσθαι. οὐδέκοτε γὰρ αὐτὰς ἀπολείπειν νέφεα οὔτε θέρεος οὔτε χειμῶνος. τοῦτο τὸν κίονα τοῦ οὐρανοῦ λέγουσι οἱ ἐπιχώριοι εἶναι. 4 ἐπὶ τούτου τοῦ ὄρεος οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἐπώνυμοι ἐγένοντο· καλέονται γὰρ δὴ Ἄτλαντες. λέγονται δὲ οὔτε ἔμψυχον οὐδὲν σιτέεσθαι οὔτε ἐνύπνια ὁρᾶν. 

.

.

.

Κυριακή 24 Ιουλίου 2022

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Παρθένιος ο Νικαεύς (Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων) -26. Περὶ της Ἀπριάτης -μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Παρθένιος ο Νικαεύς 

(Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων)

-26. Περὶ της Ἀπριάτης

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Παρθένιος ο Νικαεύς 

(Περὶ ἐρωτικῶν παθημάτων)

26. Περὶ της Ἀπριάτης

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis


26.Περι της Απριατης

(ιστορεί ο Ευφοριων στον Θράκα του)

Στη Λέσβο μια κοπέλα την Απριατη ο Τραμβηλος του Τελαμωνα ερωτευτηκε και μεταχειρίστηκε πολλά για να καταφερει το κοριτσι,

καθώς εκείνη καθόλου δεν εξέδιδε,σκέφτηκε με δολο κι απάτη να την κατακτήσει,

όταν λοιπόν πήγαινε κάποτε με τις υπηρέτριες της σε κάποιο από τα πατρικά χωραφια,το οποίο κοντά στη θάλασσα βρίσκονταν,αφού παραφυλαξε την άρπαξε,

καθώς όμως εκείνη παρα πολύ δυνατα αντιστάθηκε για την παρθενιά της,οργιστηκε ο Τραμβηλος και την έρριξε στη θάλασσα,η οποία τύχαινε εκεί να'ναι βαθεια κι έτσι λοιπόν αυτή χάθηκε,

κάποιοι όμως είπαν πως κυνηγημένη μόνη της ρίχτηκε,

ο Τραμβηλος από λίγο καιρό επειτα τιμωρηθηκε απ'τους θεούς,

γιατί όταν ο Αχιλλέας απ'τη Λέσβο πολλά λάφυρα άρπαζοντας έπαιρνε, αυτός,κλήθηκε απ'τους εκεί κατοικους να βοηθησει,να συγκρουστεί μ'αυτον,

όπου χτυπήθηκε στο στέρνο κι αμέσως έπεσε,τότε θαυμάζοντας την αντρεια του αυτόν ο Αχιλλέας ενώ ακόμα ανεπνεε τον ρώτησε ποιος ήταν κι από που,

όταν έμαθε πως παιδί του Τελαμωνα ήταν 

βαριά θρηνώντας στην ακτή πολύ χώμα σηκώνοντας σε τύμβο έχωσε,αυτόν ακόμη και τώρα  ηρώο του Τραμβηλου καλουν

.

.

26. Περὶ Ἀπριάτης

(Ἱστορεῖ Εὐφορίων Θρᾳκί)

[26.1] Ἐν Λέσβῳ παιδὸς Ἀπριάτης Τράμβηλος ὁ Τελαμῶνος ἐρασθεὶς πολλὰ ἐποιεῖτο εἰς τὸ προσαγαγέσθαι τὴν κόρην· ὡς δὲ ἐκείνη οὐ πάνυ ἐνεδίδου, ἐνενοεῖτο δόλῳ καὶ ἀπάτῃ περιγενέσθαι αὐτῆς. πορευομένην οὖν ποτε σὺν θεραπαινιδίοις ἐπί τι τῶν πατρῴων χωρίων, ὃ πλησίον τῆς θαλάσσης ἔκειτο, λοχήσας εἷλεν. [26.2] ὡς δὲ ἐκείνη πολὺ μᾶλλον ἀπεμάχετο περὶ τῆς παρθενίας, ὀργισθεὶς Τράμβηλος ἔρριψεν αὐτὴν εἰς τὴν θάλασσαν· ἐτύγχανεν δὲ ἀγχιβαθὴς οὖσα. καὶ ἡ μὲν ἄρα οὕτως ἀπολώλει· τινὲς μέντοι ἔφασαν διωκομένην ἑαυτὴν ῥῖψαι. [26.3] Τράμβηλον δὲ οὐ πολὺ μετέπειτα τίσις ἐλάμβανεν ἐκ θεῶν· ἐπειδὴ γὰρ Ἀχιλλεὺς ἐκ τῆς Λέσβου πολλὴν λείαν ἀποτεμόμενος ἤγαγεν, οὗτος, ἐπαγαγομένων αὐτὸν τῶν ἐγχωρίων βοηθόν, συνίσταται αὐτῷ. [26.4] ἔνθα δὴ πληγεὶς εἰς τὰ στέρνα παραχρῆμα πίπτει· ἀγάμενος δὲ τῆς ἀλκῆς αὐτὸν Ἀχιλλεὺς ἔτι ἔμπνουν ἀνέκρινεν ὅστις τε ἦν καὶ ὁπόθεν· ἐπεὶ δὲ ἔγνω παῖδα Τελαμῶνος ὄντα, πολλὰ κατοδυράμενος ἐπὶ τῆς ἠιόνος μέγα χῶμα ἔχωσε. τοῦτο ἔτι νῦν ἡρῷον Τραμβήλου καλεῖται.

.

.

Σημειώσεις:

Ευφοριων ο Χαλκιδευς(276 πΧ-187πΧ),ποιητής και επιγραμματοποιος,

έργο του ο Θραξ

.

ο Τελαμώνας ο πατέρας του Τραμβηλου ήταν αδελφός του Πηλέα του πατέρα του Αχιλλέα

.

.

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ -Der wunderliche Spielmann (Ο θαυμαστός βιολιστής) Ein Märchen der Brüder Grimm -Ένα παραμύθι των αδελφών Γκριμ -μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis

 .

.

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

-Der wunderliche Spielmann

(Ο θαυμαστός βιολιστής)

Ein Märchen der Brüder Grimm

-Ένα παραμύθι των αδελφών Γκριμ 

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης[C.N.Couvelis
.
.


Der wunderliche Spielmann

(Ο θαυμαστός βιολιστής)

Ein Märchen der Brüder Grimm

Ένα παραμύθι των αδελφών Γκριμ 

-μεταφραση χ.ν.κουβελης c.n.couvelis.  


Μια φορά ήταν ένας θαυμαστός βιολιστής,που μέσα στο δάσος ολομόναχος περιπλανιόταν και διαφορα σκεφτονταν,και σαν δεν είχε τίποτα πια να,σκεφτεί μονολογησε,

μέσα στο δάσος άσκοπα εδώ κι εκεί πάω,πρέπει μια καλή συντροφιά να γυρέψω,

τότε πήρε το βιολι

απ' τη πλάτη κι έπαιξε,και μέσα στα δέντρα ηχούσε,

μετά από λίγο,ήρθε τρεχοντας ένας λύκος μέσα από το πυκνό δασος

ωχ,ένας λύκος έρχεται,γι'αυτόν δεν έχω καμια διαθεση,είπε ο βιολιστής,

αλλά ο λύκος πλησίασε και του μίλησε ,

ε καλέ μου βιολιστή,πόσο ωραία παίζεις,να μπορούσα κι εγώ να μαθω,

γρήγορα θα μάθεις,απάντησε ο βιολιστής,αν αυτά ολα κάνεις,που θα σου πω,

βιολιστή μου,μίλησε ο λύκος,θα σε υπακούσω ,όπως ενας μαθητής τον δάσκαλο του,

ο βιολιστής του'πε να τον ακολουθήσει,κι.οταν κάποια απόσταση κάνανε μαζί,έφτασαν 

σε μια γέρικη βελανιδιά,που'χε κουφάλα και ήταν στη μέση σχισμένη,

δες εδώ,μίλησε ο βιολιστής,αν θέλεις να μάθεις να παίζεις βιολί,βάλε τις μπροστινες σου πατουσες μέσα σ'αυτη τη σχισμή,

ο λύκος υπάκουσε,κι ο βιολιστής γρήγορα σήκωσε μια πέτρα,και του σφηνωσε τις δύο πατούσες μ'ενα χτύπημα πολύ σφιχτά,κι όπως ένας αιχμαλωτισμενος εκεί θα'πρεπε να μενει

περίμενε εκεί μέχρι να επιστρεψω,είπε ο βιολιστής και συνέχισε το δρόμο του,

μετά από λίγο μονολογησε άλλη μια φορά,

εδώ μέσα στο δάσος πολύ βαριέμαι,θα γυρέψω μια άλλη συντροφιά,

πήρε το βιολι του και ξαναπαιξε

μέσα στο δάσος,μετά από λίγο μια αλεπού  μέσα απ'τα δέντρα φάνηκε

ωχ,μια αλεπού έρχεται,είπε ο βιολιστής,γι'αυτη δεν έχω καμία διάθεση,

η αλεπού τον πλησίασε και του μίλησε,

ε,καλέ μου βιολιστη,πόσο ωραία παίζεις,να'ταν να μπορούσα κι εγώ να μαθω,

γρήγορα θα μάθεις,μίλησε ο βιολιστής,αν αυτά όλα κάνεις ,που θα σου πω,

βιολιστή μου,απάντησε η αλεπού,θα σε υπακούσω,όπως ένας μαθητής τον δάσκαλο του,

ακολούθησε με,είπε ο βιολιστής,κι όταν μια αποσταση πήγαν,έφτασαν σ'ενα μονοπάτι,που'χε στις δύο πλευρές του ψηλους θάμνους,

εκεί ο βιολιστής στάθηκε,λύγισε απ'τη μια πλευρά μια φουντουκια στη γη και την πάτησε με το πόδι του στην άκρη,μετα λύγισε επισης απ'την αλλη πλευρά ένα μικρο θάμνο κάτω κι είπε,

πολύ ωραία,αλεπουδιτσα μου,αν θέλεις να μάθεις,δωσ'μου τ'αριστερη σου πατούσα,

η αλεπού υπάκουσε κι ο βιολιστής έδεσε τη πατούσα στο αριστερο κλαδί,

αλεπουδιτσα μου,είπε,τώρα δωσ'μου την.δεξια,

και αυτή την έδεσε στο δεξί κλαδί,

κι αφού έλεγξε,αν οι κόμποι του σχοινιου ήταν καλά σφιγμένοι,τ'αφησε,κι οι θάμνοι τιναχτηκαν ψηλά και εκσφεντόνισαν την αλεπουδιτσα πανω,στην αέρα να αιωρείται και να σπαρταραει,

περίμενε εκεί μέχρι να επιστρέψω,είπε ο βιολιστής και συνέχισε τον δρόμο του,

πάλι μονολογησε,βαριεμε τόσο πολύ μέσα στο δάσος,θα γυρέψω μια αλλη συντροφιά,

πήρε το βιολί του  κι ο ήχος του αντηχησε μέσα στο δάσος,

τότε ήρθε ένας λαγός τρέχοντας,

ωχ ένα λαγός έρχεται,είπε ο βιολιστής,αυτό δεν το θέλω με τίποτα,

ε καλέ μου βιολιστή,είπε ο λαγός,πόσο ωραία παίζεις,να'ταν να μπορούσα κι εγώ να μαθω,

γρήγορα θα μάθεις,μίλησε ο βιολιστής,αν αυτά όλα κάνεις,που θα σου πω,

βιολιστή μου,απάντησε το λαγουδάκι,θα σε υπακούσω,όπως ένας μαθητής τον δάσκαλο του,

πήγαν μια απόσταση μαζί,μέχρι που σ'ενα ανοιχτό μέρος έφτασαν,όπου μια λευκα ήταν,

ο βιολιστής έδεσε τον λαγό μ'ένα μακρύ σχοινί γύρω απ' τον λαιμό,όπου την άλλη άκρη στο δέντρο συνδεσε,

ωραία έλα,λαγε,τώρα γυρνα είκοσι φορές γύρω απ'το δέντρο, φωναξε ο βιολιστής κι ο λαγός υπάκουσε,

κι όπως αυτός είκοσι φορές έφερε γύρα,το σχοινί είκοσι φορές γυρω απ'το κορμό τυλίχτηκε,κι ο λαγός ήταν αιχμαλωτισμενος,

κι όσο τραβούσε,τόσο του'κοβε  το σχοινι το μαλακό του  λαιμο,

περίμενε εκεί,μέχρι να επιστρέψω,ειπε ο βιολιστής και απομακρύνθηκε,

ο λύκος εν τω μεταξύ είχε μετακινήσει,τραβήξει,δαγκώνοντας τη πέτρα,κι είχε τόσο πολύ προσπαθησει,μεχρι που τις πατούσες του ελευθέρωσε και έξω απ'τη σχισμή είχε τραβηχτεί,

γεμάτος θυμό κι οργή έτρεξε πίσω απ' τον βιολιστή κι ήθελε να τον κατασπαραξει,

όταν η αλεπού τον είδε να τρέχει,άρχισε να του φωνάζει,και να ουρλιάζει μ'ολη τη δύναμη της,

αδελφέ μου λύκε,έλα να με βοηθήσεις,ο βιολιστής με γέλασε,

ο λύκος τράβηξε τα κλαδιά κάτω,έκοψε τα σχοινί κι ελευθέρωσε την αλεπού,που πήγε μαζί του κι εκδίκηση απ'τον βιολιστη ήθελαν να πάρουν,

αυτοί βρήκαν τον δεμένο λαγό,που τον έλυσαν και τότε όλοι μαζί έψαχναν τον  εχθρο τους,

ο βιολιστής πάλι στο δρόμο του το βιολί του έπαιζε,κι αυτή τη φορά ήταν περισσότερο τυχερος,οι ήχοι έφτασαν στ'αυτια ενός φτωχού ξυλοκόπου,ο οποίος ήθελε δεν ήθελε,τη δουλειά εφησε και με το τσεκούρι στο χέρι πλησίασε,τη μουσική ν'ακουσει,

επιτέλους έρχεται ο  σύντροφος που θελω,είπε ο βιολιστής,

γιατί έναν άνθρωπο έψαχνα κι όχι άγρια θηρία,

κι άρχισε κι έπαιζε τοσο ωραία και  ευχάριστα,που ο φτωχός άντρας μαγεμένος στέκονταν,κι η καρδιά από χαρά χτυπούσε,

κι όπως έτσι στέκονταν,πλησίασαν ο λύκος,η αλεπού κι ο λαγός ,και καταλαβε,πως κάποιο κακό σκοπό είχαν,

τότε σήκωσε τ'αστραφτερο του τσεκούρι και στάθηκε μπροστά απ' τον βιολιστη,σαν να'θελε να πει,

όποιος σ'αυτόν τολμήσει να  κάνει κακό,θα'χει με μένα να κάνει,

τότε τα θηρία φοβήθηκαν κι έτρεξαν στο δάσος πίσω,

κι ο βιολιστής έπαιξε στον άντρα ακόμα μια φορά να τον ευχαριστήσει και μετά εφυγε

.

.

Der wunderliche Spielmann

Ein Märchen der Brüder Grimm


Es war einmal ein wunderlicher Spielmann, der ging durch einen Wald mutterseelenallein und dachte hin und her. Und als für seine Gedanken nichts mehr übrig war, sprach er zu sich selbst: "Mir wird hier im Walde Zeit und Weile lang, ich will einen guten Gesellen herbeiholen." Da nahm er die Geige vom Rücken und fiedelte eins, daß es durch die Bäume schallte. Nicht lange, so kam ein Wolf durch das Dickicht daher getrabt. "Ach, ein Wolf kommt! Nach dem trage ich kein Verlangen," sagte der Spielmann. Aber der Wolf schritt näher und sprach zu ihm: "Ei, du lieber Spielmann, was fiedelst du so schön! Das möchte ich auch lernen." - "Das ist bald gelernt," antwortete der Spielmann, "du mußt nur alles tun, was ich dir heiße." - "O Spielmann," sprach der Wolf, "ich will dir gehorchen, wie ein Schüler seinem Meister." Der Spielmann hieß ihn mitgehen, und als sie ein Stück Wegs zusammen gegangen waren, kamen sie an einen alten Eichbaum, der innen hohl und in der Mitte aufgerissen war. "Sieh her," sprach der Spielmann, "willst du fiedeln lernen, so lege die Vorderpfoten in diesen Spalt." Der Wolf gehorchte, aber der Spielmann hob schnell einen Stein auf und keilte ihm die beiden Pfoten mit einem Schlag so fest, daß er wie ein Gefangener da liegenbleiben mußte. "Warte da so lange, bis ich wiederkomme," sagte der Spielmann und ging seines Weges.


Über eine Weile sprach er abermals zu sich selber: "Mir wird hier im Walde Zeit und Weile lang, ich will einen anderen Gesellen herbeiholen," nahm seine Geige und fiedelte wieder in den Wald hinein. Nicht lange, so kam ein Fuchs durch die Bäume dahergeschlichen. "Ach, ein Fuchs kommt," sagte der Spielmann, "nach dem trage ich kein Verlangen." Der Fuchs kam zu ihm heran und sprach: "Ei, du lieber Spielmann, was fiedelst du so schön! Das möchte ich auch lernen." - "Das ist bald gelernt," sprach der Spielmann, "du mußt nur alles tun, was ich dir heiße." - "O Spielmann," antwortete der Fuchs, "ich will dir gehorchen, wie ein Schüler seinem Meister." - "Folge mir," sagte der Spielmann, und als sie ein Stück Wegs gegangen waren, kamen sie auf einen Fußweg, zu dessen beiden Seiten hohe Sträucher standen. Da hielt der Spielmann still, bog von der einen Seite ein Haselnußbäumchen zur Erde herab und trat mit dem Fuß auf die Spitze, dann bog er von der andern Seite noch ein Bäumchen herab und sprach: "Wohlan, Füchslein, wenn du etwas lernen willst, so reich mir deine linke Vorderpfote." Der Fuchs gehorchte, und der Spielmann band ihm die Pfote an den linken Stamm. "Füchslein," sprach er, "nun reich mir die rechte." Die band er ihm an den rechten Stamm. Und als er nachgesehen hatte, ob die Knoten der Stricke auch fest genug waren, ließ er los, und die Bäumchen fuhren in die Höhe und schnellten das Füchslein hinauf, daß es in der Luft schwebte und zappelte. "Warte da so lange, bis ich wiederkomme," sagte der Spielmann und ging seines Weges.


Wiederum sprach er zu sich: "Zeit und Weile wird mir hier im Walde lang; ich will einen andern Gesellen herbeiholen," nahm seine Geige und der Klang erschallte durch den Wald. Da kam ein Häschen dahergesprungen. "Ach, ein Hase kommt!" sagte der Spielmann, "den wollte ich nicht haben." - "Ei, du lieber Spielmann," sagte das Häschen, "was fiedelst du so schön, das möchte ich auch lernen." - "Das ist bald gelernt," sprach der Spielmann, "du mußt nur alles tun, was ich dir heiße." - "O Spielmann," antwortete das Häslein, "ich will dir gehorchen, wie ein Schüler seinem Meister." Sie gingen ein Stück Wegs zusammen, bis sie zu einer lichten Stelle im Walde kamen, wo ein Espenbaum stand. Der Spielmann band dem Häschen einen langen Bindfaden um den Hals, wovon er das andere Ende an den Baum knüpfte. "Munter, Häschen, jetzt spring mir zwanzigmal um den Baum herum!" rief der Spielmann, und das Häschen gehorchte. Und wie es zwanzigmal herumgelaufen war, so hatte sich der Bindfaden zwanzigmal um den Stamm gewickelt, und das Häschen war gefangen, und es mochte ziehen und zerren, wie es wollte, es schnitt sich nur den Faden in den weichen Hals. "Warte da so lange, bis ich wiederkomme," sprach der Spielmann und ging weiter.

Der Wolf indessen hatte gerückt, gezogen, an dem Stein gebissen, und so lange gearbeitet, bis er die Pfoten freigemacht und wieder aus der Spalte gezogen hatte. Voll Zorn und Wut eilte er hinter dem Spielmann her und wollte ihn zerreißen. Als ihn der Fuchs laufen sah, fing er an zu jammern, und schrie aus Leibeskräften: "Bruder Wolf, komm mir zu Hilfe, der Spielmann hat mich betrogen!" Der Wolf zog die Bäumchen herab, biß die Schnur entzwei und machte den Fuchs frei, der mit ihm ging und an dem Spielmann Rache nehmen wollte. Sie fanden das gebundene Häschen, das sie ebenfalls erlösten, und dann suchten alle zusammen ihren Feind auf.


Der Spielmann hatte auf seinem Weg abermals seine Fiedel erklingen lassen, und diesmal war er glücklicher gewesen. Die Töne drangen zu den Ohren eines armen Holzhauers, der alsbald, er mochte wollen oder nicht, von der Arbeit abließ und mit dem Beil unter dem Arme herankam, die Musik zu hören. "Endlich kommt doch der rechte Geselle," sagte der Spielmann, "denn einen Menschen suchte ich und keine wilden Tiere." Und fing an und spielte so schön und lieblich, daß der arme Mann wie bezaubert dastand, und ihm das Herz vor Freude aufging. Und wie er so stand, kamen der Wolf, der Fuchs und das Häslein heran, und er merkte wohl, daß sie etwas Böses im Schilde führten. Da erhob er seine blinkende Axt und stellte sich vor den Spielmann, als wollte er sagen: "Wer an ihn will, der hüte sich, der hat es mit mir zu tun." Da ward den Tieren angst und sie liefen in den Wald zurück; der Spielmann aber spielte dem Manne noch eins zum Dank und zog dann weiter.

.

.

.