.
.
Jorge Luis Borges
Historia de los dos que sonaron
(Historia universal de la infamia)
(Del Libro de las 1001 Noches,noche 351)
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
J.L.Borges-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
μεταφράζοντας
Jorge Luis Borges
Historia de los dos que sonaron
(Historia universal de la infamia)
(Del Libro de las 1001 Noches,noche 351)
Διηγούνται άνθρωποι αξιόπιστοι ότι υπήρξε στο Κάιρο ένας άνθρωπος που στη κατοχή του είχε μεγάλο πλούτο,αλλά τόσο μεγαλοψυχος και γενναιόδωρος που όλα τα έχασε εκτός από το σπιτι τού πατέρα του και ότι εξαναγκάστηκε να δουλεύει για να κερδίσει το ψωμί του.
Δούλεψε τόσο πολύ που ο ύπνος τον κατεβαλε μια νύχτα κάτω από μια συκιά στον κήπο του και είδε στ'ονειρο έναν άνθρωπο
μουσκεμενο που απ'το στόμα του έβγαλε ένα χρυσό νόμισμα και τού είπε:
-Η τύχη σου είναι στη Περια,στο Ισφαχάν,πήγαινε να την
ψάξεις.
Το επόμενο ξημέρωμα ξύπνησε και ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι και αντιμετώπισε τούς κινδύνους τής ερήμου,τών καραβιών, τών πειρατών,τών ποταμών,τών θηριων και τών ανθρωπων.
Έφτασε επιτέλους στο Ισφαχάν,αλλά μέσα στον περιτειχισμενο χώρο αυτής τής πόλης τον έπιασε η νύχτα και ξάπλωσε να κοιμηθεί στην αυλή ενός τζαμιού.
Υπήρχε,δίπλα στο τζάμι,ένα σπίτι και με εντολή τού Μεγαλοδυναμου Αλλάχ,μια συμμορία ληστών διέσχισε το τζαμί και χώθηκε στο σπίτι,
και οι άνθρωποι που κοιμόντουσαν ξύπνησαν από τη φασαρία τών ληστών και ζήτησαν βοήθεια.
Επίσης οι γείτονες φώναξαν,μέχρι που ο επικεφαλής τής νυχτερινής φρουράς εκείνης τής περιοχής κατέφθασε με τούς άντρες του και οι κακοποιοι διέφυγαν από τη στέγη.
Ο επικεφαλής διέταξε να ψαξουν το τζαμι και σ'αυτο βρήκαν τον άνθρωπο από το Κάιρο και τού έδωσαν τόσα χτυπήματα με ραβδιά από μπαμπού που έφτασε κοντά στο θάνατο.
Μετα απο δυο μέρες ανέκτησε τις αισθήσεις του στη φυλακή.Ο επικεφαλής προσταξε να τού τον φέρουν και τού ειπε:
-Ποιος είσαι και ποια είναι η πατρίδα σου;
Ο άλλος δήλωσε:
-Απο τη φημισμένη πόλη τού Καίρου είμαι και τ' όνομα μου είναι Μοχάμεντ Ελ Μαγκρεμπι.
Ο επικεφαλής τον ρώτησε:
-Τι σ'έφερε στη Περσία;
Ο άλλος προτίμησε την αλήθεια και σ'αυτον είπε:
-Ενας άνθρωπος με διέταξε σ'ενα ονειρο να έρθω στο Ισφαχάν,γιατί εκεί ήταν η τύχη μου.
Και τώρα είμαι στο Ισφαχάν και βλέπω ότι αυτή η τύχη που υποσχέθηκε πρέπει να'ναι τα χτυπήματα που τόσο γενναιόδωρα μού'δωσες.
Με τα τέτοια λόγια,ο επικεφαλής γέλασε μέχρι
που φάνηκαν και τα πιο πίσω δόντια του και κατέληξε να τού πει:
-Ανθρωπε απ'το πεπρωμενο σημαδεμένε και ευκολοπιστε,τρεις φορές έχω ονειρευτεί ένα σπίτι στη πόλη τού Καίρου,που στο βάθος του έχει ένα κήπο,και μέσα στο κήπο ένα ηλιακό ρολόι και μετά απ'το ηλιακό ρολόι μια συκιά και πέρα απ'τη συκιά μια πηγή και κάτω απ'τη πηγή ένα θησαυρο.
Δεν έδωσα την παραμικρή πιστή σ'αυτο το απατηλό.
Εσύ όμως, παρολαυτα,πλάσμα ενός μουλαριού με ένα δαιμόνιο,έχεις περιπλανηθεί από πόλη σε πόλη,με μοναδική πιστή στ'όνειρο σου.
Να μην σε ξαναδώ στο Ισφαχάν.
Πάρε αυτά τα νομίσματα και φύγε.
Ο άνθρωπος τα πήρε και γύρισε πίσω στη πατρίδα του.Κατω απ'τη πηγή τού κήπου του(που ήταν αυτή στο ονειρου τού επικεφαλής)ξέθαψε τον θησαυρό.
Έτσι ο Αλλάχ τον ευλογησε και τον ανταμειψε και τον εξύψωσε.
Ο Θεός είναι ο Γενναιοδωρος,ο Αποκρυφος.
Cuentan hombres dignos de fe que hubo en El Cairo un hombre poseedor de riquezas, pero tan magnánimo y liberal que todas las perdió menos la casa de su padre, y que se vio forzado a trabajar para ganarse el pan .Trabajó tanto que el sueño lo rindió una noche debajo de una higuera de su jardín y vio en el sueño un hombre empapado que sacó de la boca una moneda de oro y le dijo: "Tu fortuna está en Persia, en Isfaján; vete a buscarla". A la madrugada siguiente se despertó y emprendió el largo viaje y afrontó los peligros del desierto, de las naves, de los piratas, de los idólatras, de los ríos, de las fieras y de los hombres. Llegó al fin a Isfaján, pero en el recinto de esa ciudad lo sorprendió la noche y se tendió a dormir en el patio de una mezquita. Había, junto a la mezquita, una casa y por decreto de Alá Todopoderoso, una pandilla de ladrones atravesó la mezquita y se metió en la casa, y las personas que dormían se despertaron con el estruendo de los ladrones y pidieron socorro. Los vecinos también gritaron, hasta que el capitán de los serenos de aquel distrito acudió con sus hombres y los bandoleros huyeron por la azotea.
El capitán hizo registrar la mezquita y en ella dieron con el hombre de El Cairo y le menudearon tales azotes con varas de bambú que estuvo cerca de la muerte. A los dos días recobró el sentido en la cárcel. El capitán lo mandó buscar y le dijo: "¿Quién eres y cuál es tu patria?" El otro declaró: "Soy de la ciudad famosa de El Cairo y mi nombre es Mohamed El Magrebí". El Capitán le preguntó: "¿Qué te trajo a Persia?" El otro optó por la verdad y le dijo: "Un hombre me ordenó en un sueño que viniera a Isfaján, porque ahí estaba mi fortuna. Ya estoy en Isfaján y veo que esa fortuna que prometió deben ser los azotes que tan generosamente me diste".
Ante semejantes palabras, el capitán se rió hasta descubrir las muelas del juicio y acabó por decirle: "Hombre destinado y crédulo, tres veces he soñado con una casa en la ciudad de El Cairo, en cuyo fondo hay un jardín, y en el jardín un reloj de sol y después del reloj de sol una higuera y luego de la higuera una fuente, y bajo la fuente un tesoro. No he dado el menor crédito a esa mentira. Tú, sin embargo, engendro de mula con un demonio, has ido errando de ciudad en ciudad, bajo la sola fe de tu sueño. Que no te vuelva a ver en Isfaján. Toma estas monedas y vete."
El hombre las tomó y regresó a su patria. Debajo de la fuente de su jardín (que era la del sueño del capitán) desenterró el tesoro. Así Alá le dio bendición y lo recompensó y exaltó. Dios es el Generoso, el Oculto.
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου