.
.
-χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
Paolo e Francesca de Dante
Στη σκοτεινή περιδίνηση τού δεύτερου κύκλου τής Κόλασης δεν παύουν ποτέ
να στροβιλίζονται οι ψυχές,τών λαγνων.
Ο Dante Alighieri βλεπει με δέος,δίπλα του οδηγος ο Ρωμαίος ποιητής Virgil
τού δείχνει τις σκιές που παρασύρονται αδιάκοπα μέσα στην καταιγίδα.
Ανάμεσα σε αυτές δύο μορφές παραμένουν ενωμένες αρνούμενες να διαχωριστούν
ακόμη και στην αιώνια τιμωρία.
Ο Dante συγκινημένος τις καλεί:
O anime affannate, venite a noi parlare
(Ω ψυχές βασανισμένες,
ελάτε να μας μιλήστε)
Οι μορφές πλησιάζουν. Είναι ο Paolo Malatesta και η Francesca da Rimini.
Πρώτη μιλά η Francesca:
-Amor ci prese, come vento prende foglia
Non fummo forti contro il dolce inganno
(Ο έρωτας μάς συνεπήρε,
όπως ο άνεμος τα φύλλα παίρνει,
και δεν σταθήκαμε δυνατοί
στη γλυκειά του πλανη)
Ο Dante βλέπει πόσο όμορφοι είναι.Και καταλαβαίνει το πάθος τους.
Η Francesca συνεχίζει:
Leggevamo un giorno per diletto
di Lancialotto, come amor lo strinse.
Soli eravamo, e senza alcun sospetto.
Quando leggemmo il desiato riso
esser baciato da cotanto amante,
questi, che mai da me non fia diviso,
la bocca mi baciò tutto tremante.
(διαβάσαμε μια μέρα για
ευχαρίστηση
για τον Λανσελοτο,πως ο έρωτας
τον κατεβαλε,
μονοι ημασταν και χωρίς καμία
υποψια
όταν διαβάσαμε πως
με ποθητό
χαμόγελο ήταν φιλημενη
από τέτοιον παθιασμένο εραστη,
αυτός εδώ,που από μένα ποτέ
δεν θα χωρισθεί,
το στόμα μού φίλησε όλος
τρέμοντας)
Ο Paolo λέει με βαρύ αναστεναγμο.
Nessun maggior dolore che ricordarsi del tempo felice nella miseria
(δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος
να θυμάσαι τις ευτυχισμένες στιγμες
μέσα στη δυστυχία)
Ο Dante συγκλονισμένος γράφει( Divine Comedy,Canto V, Inferno,II circle)όχι στην μεσαιωνική τοσκανικη γλωσσα,αλλά Versi in
neoitaliano:
Amore ci prese ,
non fu colpa sola,
ma un lento cedere al sogno narrato.
Eravamo vivi, e già ombra nella parola.
Il libro tremava tra dita e fiato,
e il mondo intero si chiuse in un istante:
un bacio ,e il destino fu pronunciato.
Ora il vento ci porta incessante,
ma non divide ciò che fu peccato:
due corpi,un errore, un amore costante
(ο έρωτας μάς κατέλαβε,
δεν ήταν μόνο αμαρτια,
αλλά μια αργή πτώση
στο ιστορημενο ονειρο
το βιβλίο έτρεμε ανάμεσα
στα δάκτυλα
και στην ανάσα
κι όλος ο κόσμος κλείστηκε
σε μια στιγμή
ένα φιλί και το πεπρωμένο γραφτηκε
τώρα που ο άνεμος μάς παρασέρνει,
μα δεν χωρίζει αυτό
που ήταν αμαρτία,
δυο κορμιά,ένα σφαλμα,ένας ερωτας ακλόνητος)
Ο Dante σιωπά.
Poi mi rivolsi a loro e parla' io,
e cominciai: “Francesca, i tuoi martìri
a lagrimar mi fanno tristo e pio.
Ma dimmi: al tempo d'i dolci sospiri,
a che e come concedette amore
che conosceste i dubbiosi disiri?”
E quella a me: “Nessun maggior dolore
che ricordarsi del tempo felice
ne la miseria; e ciò sa 'l tuo dottore.
Ma s'a conoscer la prima radice
del nostro amor tu hai cotanto affetto,
dirò come colui che piange e dice
Noi leggiavamo un giorno per diletto
di Lancialotto come amor lo strinse;
soli eravamo e sanza alcun sospetto.
Per più fïate li occhi ci sospinse
quella lettura, e scolorocci il viso;
ma solo un punto fu quel che ci vinse.
Quando leggemmo il disïato riso
esser basciato da cotanto amante,
questi, che mai da me non fia diviso,
la bocca mi basciò tutto tremante.
Galeotto fu 'l libro e chi lo scrisse:
quel giorno più non vi leggemmo avante.”
Mentre che l'uno spirto questo disse,
l'altro piangëa; sì che di pietade
io venni men così com' io morisse.
E caddi come corpo morto cade.
(τότε σ'αυτούς στραφηκα και μιλησα αρχίζοντας:
Φραντσέσκα,τα μαρτύρια σου
με λύπη με κάνουν να δακρύζω
και μ'ευσπλαχνια
μα πες μου,τον καιρό τών γλυκών
αναστεναγμων
πώς και με ποιο τρόπο συναινεσε
ο έρωτας τις αμφίβολες
να γνωρίσετε επιθυμιες
κι εκείνη μ'απαντησε:μεγαλύτερος κανένας
πόνος δεν υπάρχει
από το να θυμάσαι τις ευχισμενες
στιγμές μέσα στη δυστυχία,
κι αυτό ο δάσκαλος σου το ξερει
αλλά αν το πώς ο έρωτας μας
πρωτοριζωσε έχεις τόση λαχτάρα να μαθεις,
θα σου πω όπως αυτός
που κλαιει και μιλά
μια μέρα διαβάζαμε για ευχαρίστηση
για τον Λανσελοτο πως ο έρωτας
τον κατεβαλε
μόνοι ήμασταν και χωρίς υποψια καμια
πολλές φορές τα μάτια συναντηθηκαν
καθώς διαβάζαμε
και χλωμιασε το προσωπο μας,
μα μόνο μια στιγμή ήταν εκείνη
που μάς νικησε
όταν διαβάσαμε ότι με ποθητό
χαμόγελο
φιληθηκε από τον παθιασμένο εραστη,
αυτός,που ποτέ από μένα
δεν θα χωρισθει
το στόμα μου φίλησε όλος
τρεμοντας
ο Γκαλεοτο ήταν το βιβλίο
κι αυτός που το'γραψε,
εκείνη τη μέρα δεν διαβάσαμε από κει
και παραπερα αλλο
ενώ αυτό το ένα πνεύμα
έλεγε,
τ'αλλο εκλαιγε,
ετσι τις αισθήσεις μου σαν να πεθαινα
απ'τη συμπόνια έχασα
κι όπως πέφτει νεκρό σώμα έπεσα)
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου