.
.
χ.ν.κουβελης c.n.couvelis
και τα δέντρα ακινητα
σ'εκείνη την ακτή που βρέθηκα
εβλεπα τα πετρωμενα βηματα τών γλάρων
και μια γυναικα να απομακρύνεται
στους αμμολοφους,
μεσημέρι και τα δέντρα ακίνητα
ακούστηκε ήχος
ένα κόκκινο άλογο χωρίς καββαλαρη
να περνάει καλπάζοντας μέσα στις ελιες
αργότερα το απόγευμα
παιδιά,όσα προορίζονταν για το Θυεστειο δείπνο,
έπαιζαν στην αυλή
έχοντας πρόσωπα από χαρτί
και μάτια που έσταζαν μαύρο νερο
και είδα μια μάνα να κρατάει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
που καίγονταν
-Ορέστη,φώναξε,έλα σπίτι,νυχτωσε,
τότε άνοιξαν τα παράθυρα
και πέταξαν έξω ρολόγια
σαν μικρά πουλιά,
μέσα στο σπίτι στο τραπέζι γύρω-γυρω
κάθονταν οι σκιές των απόντων
περίμενοντας το δείπνο να σερβιριστει
θυμάμαι πως όταν ακούστηκε από μακριά
το σφύριγμα του τρένου
όλοι σηκώθηκαν
-ώρα να φύγουμε,είπε κάποιος,αρκετά
γίναμε βάρος,
πίσω αφήσανε φωτογραφίες
ομοιάζανε με τραυματισμένα ζωα
ένας άφησε τους βολβούς των ματιών του
μέσα σε μια γυάλα
τούς είδα να απομακρύνονται αγγίζοντας
το σκοταδι
θυμήθηκα τότε τη μάνα μου που μοίραζε
ψωμί στους νεκρούς της
-πολυ πείνασαν εδώ,έλεγε,
όλη τη νύχτα στον τοίχο υπήρχαν καρφωμένα ψαρια
κι έβλεπα την Ηλέκτρα,τότε δεν ήταν ακόμα γυναίκα μου,
να χτενίζει τα μαλλιά της στον καθρέφτη
και ύστερα να ποτίζει τις γλάστρες στο κήπο
να ετοιμάζει το λουτρό
να ζεσταινει το νερό
-εχω την ηλικία του λουτρού,μου ελεγε
τότε κατάλαβα πως η αιωνιότητα που μας επιβλήθηκε
ήταν μνημη
.
.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου