.
.
-Του Ανδρόνικου
χνκουβελης cncouvelis
Του Ανδρόνικου
εκεί στην άκρη τών συνορων
οπού αγρια τα όρη εβρυχιονταν
η Εβδοκιά η χήρα ητανε
ομου με τον Άνδρονικο
τον μονάκριβο υγιο της,
από μικρόνε τον αναθρεψε
με μέλι και με γάλα
και πάντα του'λεε και τώρα
ειναι οπου τού λέει:
γιε μου απ'το κάστρο εξω μην εβγεις
γιατί ο μαυρο-Χάροντας κι οι άπιστοι Αγαρηνοι
πέριξ παραμονευουν
κι έγινε τότε κι εσηκωθηκαν
τρεις χιλιάδες καβαλάρηδες
σπαθιά αστραφτερά κρατούν
μακριά κοντάρια σαν τα δεντρα,
την χώρα να πατησουν,
κι ο Ανδρόνικος στη μάνα είπε,
μανα,στο σπίτι άλλο δεν μενω,
μάνα,στον πόλεμο ταχιά πηγαινω
στο μαύρο του ευτυς ανέβηκε
σαν ανεμος βοριάς ορμητικος τιναχτηκε,
τρεις μέρες τους απιστους εμαχονταν
τρεις νύχτες δίχως ύπνο να'χει
τους τρεις χιλιάδες εχτρους αντιπαλευει
και το πρωί βαριά λαβωθηκε
για να πεθανει
και τότε είδε στο θαμπος τών ματιών
τον μαυρο-Χάροντα μπροστα του,
κι είπε του ο Χάροντας:
έλα,Ακριτα,κι ήρθε ο καιρός
για να σε παρω,
κι είπε του ο Ακρίτας:
Χάροντα,πριν στη μάνα μου να πάω,
όπου με καρτερει η ερμη στην αυλιτσα,
κι ο Ανδρόνικος τοτε στο κάστρο του εγύρισέ
κι η Εβδοκιά απ'το πάτημα
απ'τη φωνή τον αναγνωρισε,
πλατια τήν αγκαλιά της άνοιξε
και τον άνεμο αγκάλιασε,
που εισαι,γιε μου,εφώναξε,
γιατί πια δεν σε αγγίζω;
που πήγε η νιότη σου,
Ανδρόνικε,
που πήγε η τοση εμορφια σου;
κι αυτός της μίλησε και είπε:
στο χώμα,μανα,ξαπλωμένος ειμαι
κι εκείνε οπου κοιμουμαι,
και μην θρηνεις και μην οδύρεσαι,
αφού όσο θα στέκουν όρθια τα βουνά
κι όσο ο αετός περηφανος στα νέφη θ'ανεβαινει
τόσο τ'όνομα μου στους Ακρίτες ολους
θα τιμιεται,
ταχιά στο τόπο όπου επεσε αψηλο κυπαρισσι εφυτρωσε
κι η μάνα Εβδοκιά με δάκρυα καυτά το ποτιζε
και το γλυκό της βρύσης το δροσερό νερακι
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου