I Am a Greek European Worldwidel Man-Now!- www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

I Am a Greek European Worldwide Man-Now!-

www.artpoeticacouvelis.blogspot.com

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2026

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ χνκουβέλης cncouvelis -ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΔΙΚΕΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης

 .

.


LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
χνκουβέλης cncouvelis

-ΤΟ  ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΑΙ

ΔΙΚΕΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS-Χ.Ν.Κουβελης



χνκουβέλης cncouvelis


ΤΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΚΑΙ

ΔΙΚΕΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

(Δικες της Μόσχας,Μήδεια,Ηλέκτρα,Οιδίποδας,Σωκράτης,

Φρύνη,Αντιγόνη,Αριστοτέλης,Περικλής,

Ezra Pound,Οθέλλος,Άμλετ,

Αντόνιο Γκράμσι,Ροζα Λούξεμπουργκ,Λαβρεντι Μπερια,

Αιχμαν,Αλ Καπόνε,Τζέιμς Ερλ Ρέι δολοφόνος του Λουθερ Μάρτιν Κινγκ,

Ορέστης,Αλκιβιάδης,Ατρέας για το Θυεστειο Δειπνο )




Οι Αρχές του Ποινικού Δικαίου δεν είναι απλώς τεχνικοί κανόνες για το πώς δικάζεται ένα έγκλημα. Είναι, ιστορικά, το σύστημα των φραγμών που το ίδιο το κράτος θέτει στη δική του ποινική εξουσία.

Η μεγάλη ιστορική μεταβολή είναι αυτή:

Από το «ο κυρίαρχος τιμωρεί επειδή έχει την εξουσία» → στο «το κράτος μπορεί να τιμωρήσει μόνο μέσα στα όρια του νόμου, της απόδειξης, της ενοχής, της αναλογικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».

Και αυτό εξηγεί γιατί οι αρχές του Ποινικού Δικαίου έχουν τόσο μεγάλη σημασία.


1. Οι θεμελιώδεις αρχές

Μπορούμε να τις οργανώσουμε σε τρεις κύκλους:

Α. Αρχές που περιορίζουν το κράτος

Αρχή της νομιμότητας

Απαγόρευση της αναδρομικότητας του δυσμενέστερου ποινικού νόμου

Αρχή της αναλογικότητας

Απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης μεταχείρισης

Απαγόρευση αυθαίρετης ποινικής καταστολής

Β. Αρχές που προστατεύουν τον κατηγορούμενο

Τεκμήριο αθωότητας

Βάρος απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή

In dubio pro reo — η αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου

Δικαίωμα υπεράσπισης

Δίκαιη και αμερόληπτη δίκη

Αρχή της προσωπικής ευθύνης

Καμία ποινή χωρίς ενοχή/καταλογισμό

Γ. Αρχές που αφορούν την ίδια την ποινή

Αναλογικότητα ποινής και εγκλήματος

Ατομικοποίηση της ποινής

Ανθρωπισμός της ποινής

Αρχή της επανένταξης/σωφρονισμού

Ne bis in idem — κανείς δεν τιμωρείται δύο φορές για την ίδια πράξη.

Αυτές δεν έχουν όλες ακριβώς την ίδια νομική προέλευση ή το ίδιο συνταγματικό βάρος, αλλά μαζί σχηματίζουν τον πυρήνα του σύγχρονου ποινικού δικαίου.


2. Η σημαντικότερη: nullum crimen, nulla poena sine lege

Η αρχή της νομιμότητας είναι το θεμέλιο:

Nullum crimen sine lege

= κανένα έγκλημα χωρίς νόμο.

Nulla poena sine lege

= καμία ποινή χωρίς νόμο.

Δηλαδή:

Δεν μπορείς σήμερα να κάνεις μια πράξη και αύριο το κράτος να θεσπίσει νόμο λέγοντας «αυτό που έκανες ήταν έγκλημα».

Ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας το διατυπώνει στο άρθρο 1: έγκλημα δεν υπάρχει χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την πράξη και να ορίζει τα στοιχεία της και την ποινή της. Το άρθρο 2 προβλέπει, αντιστρόφως, την εφαρμογή του ευμενέστερου μεταγενέστερου νόμου μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση. 

Και το ελληνικό Σύνταγμα στο άρθρο 7 §1 λέει ουσιαστικά το ίδιο: κανένα έγκλημα και καμία ποινή χωρίς προγενέστερο νόμο, ενώ δεν επιτρέπεται βαρύτερη ποινή από εκείνη που ίσχυε όταν τελέστηκε η πράξη. 

Αυτή είναι μία από τις σημαντικότερες απαντήσεις στην ερώτηση για το τι γίνεται όταν αλλάζει ο νόμος ενώ μια υπόθεση εκκρεμεί.


3. Γιατί γεννήθηκε αυτή η αρχή;

Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ιστορική τομή.

Πριν από τον Διαφωτισμό

Σε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας το ποινικό σύστημα ήταν:

κατακερματισμένο,

βασισμένο σε έθιμα και τοπικούς κανόνες,

έντονα ταξικό,

με τεράστια δικαστική διακριτική ευχέρεια,

με βασανιστήρια,

σωματικές ποινές,

δημόσιες εκτελέσεις,

και συχνά ασαφή όρια μεταξύ εγκλήματος, αμαρτίας και πολιτικής ανυπακοής.

Η ποινή ήταν σε μεγάλο βαθμό έκφραση της κυριαρχίας.

Ο κυρίαρχος τιμωρούσε.


4. Η μεγάλη επανάσταση του 18ου αιώνα

Εδώ εμφανίζονται:

Montesquieu

Rousseau

Beccaria

Bentham

και γενικότερα ο Διαφωτισμός.

Ο Cesare Beccaria, με το Dei delitti e delle pene του 1764, αποτελεί κομβικό σημείο στην ιστορία της σύγχρονης ποινικής σκέψης. Η σκέψη του συνέδεσε την ποινική εξουσία με τη νομιμότητα, την αναλογικότητα και την πρόληψη αντί της εκδίκησης.

Το επαναστατικό ερώτημα ήταν:

Γιατί έχει το κράτος δικαίωμα να τιμωρεί;

Και όχι απλώς:

«Ποια είναι η σωστή τιμωρία;»

Αυτή η αλλαγή είναι τεράστια.


5. Ο Beccaria αλλάζει τη φιλοσοφία της ποινής

Ο Beccaria θεωρούσε την ποινή αναγκαίο κακό και όχι αυτοσκοπό.

Η ποινή πρέπει να υπηρετεί κοινωνικό σκοπό, κυρίως:

πρόληψη + προστασία της κοινωνίας

και όχι:

εκδίκηση + πόνο για τον πόνο.

Η σκέψη του συνέβαλε αποφασιστικά στη μετάβαση προς ένα σύστημα προβλέψιμων και περιορισμένων ποινών.

Και εδώ εμφανίζεται κάτι εξαιρετικά σημαντικό:

Η ποινική δικαιοσύνη παύει να είναι δικαιοσύνη του θύματος ως εκδίκηση.

Γίνεται:

θεσμική εξουσία του κράτους, αλλά περιορισμένη από τον νόμο.


6. Από τον Διαφωτισμό στη Γαλλική Επανάσταση

Η αρχή της νομιμότητας αποκτά πλέον συνταγματική διάσταση.

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 την κατοχυρώνει.

Αυτό σημαίνει ότι ο νόμος δεν είναι πλέον απλώς εντολή του μονάρχη.

Ο νόμος γίνεται:

εγγύηση ελευθερίας απέναντι στην κρατική αυθαιρεσία.

Από εκεί και πέρα εξελίσσεται η ιδέα:

κράτος δικαίου → σύνταγμα → κωδικοποίηση → ποινικός κώδικας → περιορισμένη δικαστική εξουσία.

Η σύγχρονη θεωρία της νομιμότητας περιλαμβάνει μάλιστα περισσότερες ειδικότερες απαγορεύσεις: σαφήνεια του ποινικού νόμου, μη αναδρομικότητα, περιορισμό της αναλογίας εις βάρος του κατηγορουμένου 


7. Η δεύτερη μεγάλη επανάσταση: από το «έκανε την πράξη» στο «είναι ένοχος»

Αυτό είναι ίσως ακόμη βαθύτερο.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν λέει απλώς:

Υπήρξε ένα αποτέλεσμα;

Ρωτά:

Ποιος το προκάλεσε;

Με ποια συμπεριφορά;

Υπήρχε δόλος ή αμέλεια;

Υπήρχε καταλογισμός;

Υπήρχε άδικο;

Υπήρχαν λόγοι άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού;

Έτσι δημιουργείται ο κλασικός πυρήνας:

πράξη → άδικο → καταλογισμός.

Μάλιστα, σε κοινοβουλευτική επεξεργασία του ελληνικού Ποινικού Κώδικα έχει διατυπωθεί χαρακτηριστικά ως:

«Καμία ποινή χωρίς πράξη, καμία ποινή χωρίς άδικο, καμία ποινή χωρίς καταλογισμό».

Αυτό είναι θεμελιώδες.


8. Το τεκμήριο αθωότητας

Η σύγχρονη ποινική διαδικασία αντιστρέφει τη λογική της αυθαίρετης εξουσίας:

Δεν πρέπει ο κατηγορούμενος να αποδείξει ότι δεν είναι ένοχος.

Η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει ότι είναι ένοχος.

Στο σύγχρονο ευρωπαϊκό δίκαιο το τεκμήριο αθωότητας σημαίνει ότι ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του σύμφωνα με τον νόμο. Περιλαμβάνει και ζητήματα βάρους απόδειξης, αυτοενοχοποίησης και δημόσιων δηλώσεων περί ενοχής πριν από την καταδίκη. 

Άρα:

υποψία ≠ ενοχή

κατηγορία ≠ ενοχή

σύλληψη ≠ ενοχή

παραπομπή σε δίκη ≠ ενοχή

καταδίκη πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ≠ κατ' ανάγκην οριστική δικαστική αλήθεια.


9. In dubio pro reo

Εδώ βρίσκεται μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αρχές.

Σημαίνει:

Σε περίπτωση αμφιβολίας, υπέρ του κατηγορουμένου.

Όχι επειδή ο κατηγορούμενος είναι «καλός».

Αλλά επειδή το ποινικό κράτος έχει αναλάβει το βάρος να αποδείξει την ενοχή.

Έτσι:

απόδειξη ενοχής → καταδίκη

ενώ

ουσιώδης αμφιβολία → όχι καταδίκη.

Η ποινική δικαιοσύνη προτιμά, ως θεσμική αρχή, να αναλάβει το κόστος μιας πιθανής αθώωσης ενόχου παρά να νομιμοποιήσει την καταδίκη ανθρώπου χωρίς επαρκή απόδειξη.


10. Αναλογικότητα

Η ποινή πρέπει να βρίσκεται σε λογική σχέση με:

τη βαρύτητα της πράξης,

την προσβολή του εννόμου αγαθού,

τον βαθμό υπαιτιότητας,

τις περιστάσεις του δράστη και της πράξης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατοχυρώνει ρητά ότι η σοβαρότητα της ποινής δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη προς το έγκλημα.

Η αναλογικότητα είναι μια από τις μεγάλες κληρονομιές του Διαφωτισμού.


11. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια

Το κράτος μπορεί να στερήσει την ελευθερία.

Δεν μπορεί όμως να αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως αντικείμενο.

Γι' αυτό:

βασανιστήρια → απαγορεύονται

απάνθρωπη μεταχείριση → απαγορεύεται

εξευτελιστική ποινή → απαγορεύεται.

Στην Ελλάδα το άρθρο 7 §2 του Συντάγματος απαγορεύει βασανιστήρια, σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ψυχολογική βία και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.


12. Η θανατική ποινή

Εδώ βλέπουμε μια εντυπωσιακή ιστορική μεταβολή.

Η παλιά ποινική δικαιοσύνη χρησιμοποιούσε εκτεταμένα τη θανατική ποινή.

Ο Διαφωτισμός άρχισε να την αμφισβητεί.

Στη συνέχεια:

περιορισμός → σπάνια εφαρμογή → κατάργηση.

Η ευρωπαϊκή ιστορική πορεία προς την κατάργηση συνδέθηκε με την ευρύτερη εγκατάλειψη βασανιστηρίων και σωματικών ποινών. 

Στην Ελλάδα το Σύνταγμα σήμερα προβλέπει μόνο την εξαιρετική συνταγματική περίπτωση εγκλημάτων που τελούνται σε καιρό πολέμου και συνδέονται με αυτόν.


13. Από την τιμωρία στον σωφρονισμό

Αυτό είναι το επόμενο ιστορικό στάδιο.

Η ερώτηση μετατρέπεται:

«Πώς θα τον τιμωρήσουμε;»

σε:

«Πώς θα προστατεύσουμε την κοινωνία και θα μειώσουμε την πιθανότητα να ξαναεγκληματήσει;»

Έτσι εμφανίζονται:

σωφρονισμός,

επανένταξη,

αναστολή,

εναλλακτικές ποινές,

κοινωφελής εργασία,

θεραπευτικές προσεγγίσεις,

αποκαταστατική δικαιοσύνη.

Δεν σημαίνει ότι η ποινή παύει να είναι ποινή.

Σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν θεωρείται πλέον αποκλειστικά αντικείμενο εκδίκησης.


14. Και μετά ήρθε ο 20ός αιώνας

Ο 20ός αιώνας έδειξε κάτι τρομακτικό:

Μπορεί να υπάρχει νόμος και παρ' όλα αυτά να υπάρχει βαρβαρότητα.

Ναζιστική Γερμανία, σταλινικές εκκαθαρίσεις, δικτατορίες, πολιτικές δίκες, εγκλήματα πολέμου.

Έτσι γεννήθηκε μια ακόμη βαθύτερη αρχή:

Δεν αρκεί να υπάρχει νόμος. Ο ίδιος ο νόμος πρέπει να υπόκειται σε ανώτερες αρχές δικαιωμάτων.

Εδώ περνάμε:

από το κράτος δικαίου → στα ανθρώπινα δικαιώματα.

Και τελικά στο διεθνές ποινικό δίκαιο.

Το Καταστατικό της Ρώμης, για παράδειγμα, κατοχυρώνει τη νομιμότητα του εγκλήματος (nullum crimen sine lege), το τεκμήριο αθωότητας και το βάρος απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή. 


15. Έτσι φτάνουμε στο σύγχρονο μοντέλο

Σχηματικά:

Μοναρχική εξουσία

Διαφωτισμός

Beccaria / Montesquieu

νομιμότητα

κωδικοποίηση

Σύνταγμα

δικαιώματα κατηγορουμένου

ανθρώπινα δικαιώματα

διεθνές ποινικό δίκαιο

σύγχρονη ποινική δικαιοσύνη


16. Το ιδιαίτερο ελληνικό παράδειγμα

Η Ελλάδα έχει έναν πολύ καθαρό θεσμικό πυρήνα.

Σύνταγμα άρθρο 7

Καμία ποινή χωρίς προγενέστερο νόμο.

Ποινικός Κώδικας άρθρο 1

Καμία ποινή χωρίς νόμο.

Ποινικός Κώδικας άρθρο 2

Εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου. 

Και πάνω από όλα:

Σύνταγμα + Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου + δίκαιο της ΕΕ + διεθνείς συμβάσεις.

Επομένως ο Έλληνας δικαστής δεν λειτουργεί σε ένα κενό.

Η ποινική εξουσία είναι πολυεπίπεδα περιορισμένη.


17. Και τώρα το σημαντικότερο: το μέλλον

Εδώ το θέμα γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Οι αρχές του Ποινικού Δικαίου πιθανότατα δεν θα εξαφανιστούν.

Αλλά θα δοκιμαστούν από νέες μορφές εξουσίας.

Α. Τεχνητή νοημοσύνη

Τι γίνεται όταν ένας αλγόριθμος προβλέπει ότι κάποιος είναι «επικίνδυνος»;

Μπορεί να τιμωρηθεί κάποιος επειδή:

πιθανόν θα διαπράξει έγκλημα;

Η κλασική αρχή απαντά:

Όχι.

Το ποινικό δίκαιο πρέπει να συνδέεται με πράξη, όχι απλώς με πρόβλεψη.

Β. Big Data και προληπτική αστυνόμευση

Εδώ εμφανίζεται μια νέα σύγκρουση:

ασφάλεια ↔ ελευθερία.

Το κράτος μπορεί να γνωρίζει:

κινήσεις,

επικοινωνίες,

οικονομικές συναλλαγές,

κοινωνικές σχέσεις,

ψηφιακή συμπεριφορά.

Το ερώτημα γίνεται:

Πόση πρόληψη μπορεί να υπάρξει χωρίς να μετατραπεί η κοινωνία σε κοινωνία διαρκούς υποψίας;

Γ. Αλγοριθμική δικαιοσύνη

Αν ένας αλγόριθμος εισηγείται:

«Ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος είναι υψηλού κινδύνου»

ποιος ελέγχει τον αλγόριθμο;

Και ακόμη βαθύτερα:

Μπορεί κάποιος να καταδικαστεί από ένα σύστημα του οποίου δεν γνωρίζει τη λογική;

Αυτό προσκρούει στην ανάγκη:

διαφάνειας + αιτιολογίας + δικαστικού ελέγχου.


18. Η πιο μεγάλη μελλοντική μάχη

Το κεντρικό πρόβλημα του μέλλοντος δεν θα είναι:

«Πόσο αυστηρές θα είναι οι ποινές;»

Αλλά:

«Πόσο μακριά θα μπορεί να φτάσει το κράτος πριν αρχίσει να τιμωρεί όχι πράξεις αλλά πιθανότητες, προθέσεις, προφίλ και προβλέψεις;»

Και εκεί η παλιά αρχή του Beccaria αποκτά ξανά τεράστια επικαιρότητα.


19. Η ιστορία των αρχών σε μία φράση

Θα μπορούσε να  συμπυκνωθουν περίπου 2.500 χρόνια ποινικής σκέψης ως εξής:

Εκδίκηση

→ κρατική τιμωρία

→ νόμος

→ κωδικοποίηση

→ περιορισμός της κρατικής εξουσίας

→ δικαιώματα κατηγορουμένου

→ ανθρώπινη αξιοπρέπεια

→ ανθρώπινα δικαιώματα

→ διεθνής ποινική δικαιοσύνη

→ και τώρα: προστασία του ανθρώπου απέναντι στην αλγοριθμική/προγνωστική εξουσία.

Και υπάρχει ένα θεμελιώδες παράδοξο

Το Ποινικό Δίκαιο δημιουργήθηκε για να προστατεύει την κοινωνία από το έγκλημα.

Αλλά η ιστορία του σύγχρονου Ποινικού Δικαίου είναι ταυτόχρονα η ιστορία της προσπάθειας να προστατευθεί ο άνθρωπος από το ίδιο το κράτος όταν το κράτος τιμωρεί.

Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο νόημα της αρχής:

«Καμία ποινή χωρίς νόμο».

Δεν σημαίνει μόνο:

«ο εγκληματίας πρέπει να τιμωρείται σύμφωνα με τον νόμο».

Σημαίνει πρωτίστως:

«το κράτος δεν επιτρέπεται να κάνει ό,τι θέλει στον άνθρωπο».

Και γι' αυτό η αρχή της νομιμότητας δεν είναι απλώς ένας τεχνικός κανόνας του Ποινικού Κώδικα· είναι ιστορική κατάκτηση ελευθερίας. 

.

Η ενιαία ιστορία της ποινικής εξουσίας: όχι μόνο πώς άλλαξαν οι νόμοι, αλλά πώς άλλαξε η ίδια η απάντηση στο ερώτημα «γιατί και πώς επιτρέπεται στην πολιτεία να τιμωρεί έναν άνθρωπο;»


Ι. Από τον Δράκοντα στον Σόλωνα: η γέννηση του νόμου

Δράκων — 7ος αιώνας π.Χ.

Η παράδοση παρουσιάζει τη νομοθεσία του Δράκοντα ως εξαιρετικά αυστηρή. Η ιστορική σημασία της, όμως, βρίσκεται κυρίως στην καταγραφή του δικαίου.

Η μετάβαση είναι τεράστια:

ιδιωτική εκδίκηση → δημόσιος κανόνας.

Αντί να αποφασίζει κάθε οικογένεια μόνη της πώς θα εκδικηθεί, δημιουργείται ένας κανόνας που προσδιορίζει την αντίδραση της κοινότητας.

Έτσι αρχίζει να εμφανίζεται κάτι που αργότερα θα γίνει θεμέλιο του Ποινικού Δικαίου:

η ποινή δεν πρέπει να εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση αυτού που έχει την ισχύ.

Σόλων

Ο Σόλων προχωρά περισσότερο.

Η αθηναϊκή πολιτεία αρχίζει να απομακρύνεται από την καθαρά προσωπική/οικογενειακή εκδίκηση και να οργανώνει τη δικαιοσύνη ως δημόσια λειτουργία της πόλης.

Εδώ εμφανίζεται η πρώτη μεγάλη μεταβολή:

Το έγκλημα γίνεται υπόθεση της πόλης.

Αυτό είναι η αρχή της κρατικοποίησης της ποινικής εξουσίας.

ΙΙ. Πλάτων: γιατί τιμωρούμε;

Με τον Πλάτωνα εμφανίζεται ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα.

Γιατί τιμωρούμε;

Όχι απλώς:

«Επειδή ο δράστης έκανε κακό».

Αλλά:

Μπορεί η ποινή να βελτιώσει τον άνθρωπο και να προστατεύσει την πόλη;

Στους Νόμους υπάρχει έντονα η ιδέα ότι η ποινή μπορεί να λειτουργήσει παιδευτικά και διορθωτικά.

Άρα εμφανίζεται μια διάκριση:

εκδίκηση ≠ τιμωρία

Η τιμωρία μπορεί να έχει σκοπό.

ΙΙΙ. Αριστοτέλης: πράξη, εκούσιο και ευθύνη

Ο Αριστοτέλης κάνει ένα αποφασιστικό βήμα.

Στα Ηθικά Νικομάχεια εξετάζει:

το εκούσιο,

το ακούσιο,

την επιλογή,

την πρόθεση,

την ευθύνη.

Αυτό είναι πρόδρομος μιας από τις σημαντικότερες αρχές του σύγχρονου Ποινικού Δικαίου:

Δεν αρκεί ότι συνέβη ένα κακό αποτέλεσμα. Πρέπει να εξετάσουμε τη σχέση του ανθρώπου με την πράξη.

Έτσι αρχίζει να σχηματίζεται η έννοια της προσωπικής ευθύνης.

IV. Ρωμαϊκό Δίκαιο: η τεχνικοποίηση

Οι Ρωμαίοι κάνουν κάτι διαφορετικό.

Συστηματοποιούν.

Το ρωμαϊκό δίκαιο δεν δημιουργεί όλες τις σύγχρονες αρχές, αλλά συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία μιας νομικής τεχνικής που θα επηρεάσει ολόκληρη την Ευρώπη.

Εδώ εξελίσσονται έννοιες όπως:

dolus — δόλος,

culpa — υπαιτιότητα,

αιτιώδης σχέση,

συμμετοχή,

απόπειρα,

άμυνα.

Το ποινικό δίκαιο αρχίζει να γίνεται επιστήμη κατηγοριών.

V. Μεσαίωνας: η μεγάλη οπισθοδρόμηση αλλά και η δημιουργία νέων θεσμών

Εδώ η εικόνα γίνεται αντιφατική.

Συνυπάρχουν:

εθιμικό δίκαιο,

φεουδαρχική εξουσία,

εκκλησιαστικό δίκαιο,

βασιλική δικαιοσύνη,

τοπικά δικαστήρια.

Το έγκλημα συχνά θεωρείται ταυτόχρονα:

αμαρτία + κοινωνική προσβολή + παραβίαση της εξουσίας.

Η ποινική διαδικασία μπορεί να γίνει εξαιρετικά σκληρή.

Εμφανίζονται βασανιστήρια, δημόσιες εκτελέσεις και ποινές που σήμερα θεωρούμε ασύμβατες με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Αλλά ταυτόχρονα αναπτύσσεται και η νομική επιστήμη στα πανεπιστήμια.

Επομένως ο Μεσαίωνας δεν είναι απλώς «σκοτάδι».

Είναι η εποχή κατά την οποία το ευρωπαϊκό δίκαιο αρχίζει να αποκτά συστηματική νομική δομή.

VI. Η Ιερά Εξέταση και το πρόβλημα της ομολογίας

Εδώ εμφανίζεται ένα κρίσιμο πρόβλημα της ποινικής διαδικασίας:

Πώς αποδεικνύεται η ενοχή;

Σε ορισμένα ιστορικά συστήματα η ομολογία αποκτά τεράστια σημασία.

Και όταν η ομολογία θεωρείται κορυφαία απόδειξη, δημιουργείται ο κίνδυνος:

ο δικαστής να αναζητά όχι την αλήθεια αλλά την ομολογία.

Η χρήση βασανιστηρίων αποκαλύπτει την τεράστια θεσμική αδυναμία ενός συστήματος όπου:

η εξουσία έχει ήδη αποφασίσει ποιος είναι ο ένοχος και χρησιμοποιεί τη διαδικασία για να επιβεβαιώσει την απόφαση.

Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο του σύγχρονου τεκμηρίου αθωότητας.

VII. Hobbes, Locke, Montesquieu

Τον 17ο και 18ο αιώνα αλλάζει η πολιτική φιλοσοφία.

Hobbes

Το κράτος δημιουργείται για να αντιμετωπίσει την ανασφάλεια.

Locke

Η κρατική εξουσία δεν είναι απεριόριστη.

Ο άνθρωπος έχει δικαιώματα που προηγούνται της πολιτικής εξουσίας.

Montesquieu

Η εξουσία πρέπει να διαχωρίζεται.

Αυτό είναι κρίσιμο για το Ποινικό Δίκαιο:

Εκείνος που δημιουργεί τον ποινικό κανόνα δεν πρέπει να είναι ο ίδιος που αποφασίζει αυθαίρετα για την ενοχή και την ποινή.

Εδώ γεννιέται ο θεσμικός πυρήνας του σύγχρονου κράτους δικαίου.

VIII. Beccaria — 1764

Εδώ βρίσκεται η πραγματική επανάσταση.

Ο Cesare Beccaria γράφει το Dei delitti e delle pene.

Το βασικό του μήνυμα:

Η ποινική εξουσία πρέπει να περιοριστεί.

Και συγκεκριμένα:

σαφείς νόμοι,

αναλογικές ποινές,

περιορισμός της δικαστικής αυθαιρεσίας,

κατάργηση βασανιστηρίων,

περιορισμός της θανατικής ποινής,

ταχύτητα και βεβαιότητα της ποινής,

διάκριση εγκλήματος και ηθικής μομφής.

Εδώ γεννιέται ουσιαστικά το φιλελεύθερο Ποινικό Δίκαιο.

IX. Γαλλική Επανάσταση — 1789

Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη κάνει τις αρχές αυτές πολιτικά και συνταγματικά δικαιώματα.

Το κράτος δεν λέει πλέον:

«Εγώ είμαι ο κυρίαρχος, επομένως τιμωρώ».

Αρχίζει να λέει:

«Μπορώ να τιμωρήσω μόνο σύμφωνα με νόμο».

Και εδώ εμφανίζεται η μεγάλη αρχή:

Nullum crimen sine lege.

Κανένα έγκλημα χωρίς νόμο.

Και:

Nulla poena sine lege.

Καμία ποινή χωρίς νόμο.

X. 19ος αιώνας: η γέννηση του σύγχρονου Ποινικού Κώδικα

Τώρα έρχεται η κωδικοποίηση.

Ο νόμος συγκεντρώνεται σε κώδικες.

Το έγκλημα αποκτά δομή:

πράξη → αντικειμενικά στοιχεία → υποκειμενικά στοιχεία → υπαιτιότητα → ποινή.

Η ποινική επιστήμη γίνεται πλέον συστηματική.

Στη Γερμανία, ιδιαίτερα, αναπτύσσεται η περίφημη δογματική του Ποινικού Δικαίου.

Αυτό θα επηρεάσει βαθύτατα και την Ελλάδα.

XI. Το ελληνικό Ποινικό Δίκαιο

Η Ελλάδα ακολουθεί τη μεγάλη ευρωπαϊκή εξέλιξη.

Ο παλαιότερος Ποινικός Νόμος αντικαταστάθηκε από τον Ποινικό Κώδικα του 1950.

Το 2019 θεσπίστηκε ο νέος Ποινικός Κώδικας, ο Ν. 4619/2019, ο οποίος αποτελεί τον βασικό σύγχρονο κορμό του ελληνικού ουσιαστικού ποινικού δικαίου.

Και εδώ επανέρχεται το κρίσιμο σημείο από την προηγούμενη συζήτησή μας:

Άρθρο 2 ΠΚ

Εάν μετά την τέλεση της πράξης αλλάξει ο νόμος, μέχρι την αμετάκλητη εκδίκαση εξετάζεται ποιος νόμος είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο.

Άρα η ιστορική αρχή δεν είναι:

«πάντοτε εφαρμόζεται ο παλιός νόμος».

Είναι πιο λεπτή:

Δεν εφαρμόζεται αναδρομικά δυσμενέστερος ποινικός νόμος· μπορεί να εφαρμοστεί μεταγενέστερος ευμενέστερος νόμος.

XII. 20ός αιώνας: η μεγάλη δοκιμασία

Και εδώ η ιστορία γίνεται τραγική.

Ο 20ός αιώνας απέδειξε ότι:

Μπορεί να υπάρχει νόμος και ταυτόχρονα να μην υπάρχει δικαιοσύνη.

Ναζιστική Γερμανία.

Σταλινικά συστήματα.

Δικτατορίες.

Πολιτικές διώξεις.

Εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Το κράτος μπορούσε να κατασκευάσει νόμους που νομιμοποιούσαν την καταστολή.

Έτσι δημιουργείται η επόμενη μεγάλη μεταβολή:

Ο νόμος δεν είναι πλέον αρκετός.

Πρέπει να υπάρχει και:

Σύνταγμα + ανθρώπινα δικαιώματα + διεθνές δίκαιο.

XIII. Νυρεμβέργη

Τα Δικαστήρια της Νυρεμβέργης δημιουργούν μια ιστορική τομή.

Ο άνθρωπος μπορεί να ευθύνεται ποινικά όχι μόνο για κοινά εγκλήματα, αλλά και για:

εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας,

εγκλήματα πολέμου,

εγκλήματα κατά της ειρήνης.

Η μεγάλη καινούργια ιδέα είναι:

Το κράτος δεν αποτελεί ασπίδα απέναντι στην ατομική ποινική ευθύνη.

Το «εκτελούσα διαταγές» δεν εξαφανίζει αυτομάτως την ευθύνη.

XIV. Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΕΣΔΑ

Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ποινική δικαιοσύνη γίνεται πλέον και διεθνές ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ προστατεύει τη δίκαιη δίκη.

Το άρθρο 7 προστατεύει την αρχή:

κανένα έγκλημα και καμία ποινή χωρίς νόμο.

Το άρθρο 3 απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.

Έτσι ο κατηγορούμενος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το εθνικό κράτος.

Υπάρχει πλέον και υπερεθνικός έλεγχος.

XV. Το τεκμήριο αθωότητας γίνεται κεντρικό

Εδώ συγκεντρώνονται όλες οι προηγούμενες κατακτήσεις:

Κατηγορία ≠ ενοχή

Υποψία ≠ ενοχή

Πιθανότητα ≠ ενοχή

Ομολογία ≠ μοναδική αναγκαία απόδειξη

και κυρίως:

Η ενοχή πρέπει να αποδειχθεί.

Ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να αποδείξει την αθωότητά του.

XVI. Η σύγχρονη δομή της ποινικής ευθύνης

Σήμερα μπορούμε να φανταστούμε το Ποινικό Δίκαιο σαν μια σειρά από πύλες.

Για να φτάσουμε στην ποινή πρέπει να περάσουμε από όλες:

1. Υπάρχει νόμος;

Όχι → τέλος.

2. Υπήρξε πράξη;

Όχι → τέλος.

3. Η πράξη είναι άδικη;

Όχι → τέλος.

4. Υπάρχει υπαιτιότητα;

Όχι → τέλος.

5. Υπάρχει καταλογισμός;

Όχι → τέλος.

6. Αποδείχθηκε η ενοχή;

Όχι → αθώωση.

7. Ποια ποινή είναι νόμιμη και αναλογική;

Μόνο τότε φτάνουμε:

στην ποινή.

Αυτό είναι το τεράστιο επίτευγμα του σύγχρονου ποινικού συστήματος.

XVII. Και τώρα το μέλλον

Εδώ αλλάζει ίσως για πρώτη φορά τόσο δραστικά το αντικείμενο.

Ο παλιός ποινικός δικαστής ρωτούσε:

«Τι έκανε;»

Ο σύγχρονος δικαστής ρωτά:

«Τι έκανε και αποδεικνύεται ότι το έκανε;»

Ο μελλοντικός δικαστής ίσως αντιμετωπίσει:

«Τι είναι πιθανό να κάνει;»

Και εδώ υπάρχει τεράστιο θεσμικό πρόβλημα.

AI και Predictive Policing

Φανταστείτε ένα σύστημα τεχνητής νοημοσύνης που λέει:

«Το συγκεκριμένο άτομο έχει 82% πιθανότητα να διαπράξει σοβαρό αδίκημα.»

Αυτό δεν είναι έγκλημα.

Γιατί;

Επειδή το Ποινικό Δίκαιο βασίζεται στην πράξη, όχι στην πρόβλεψη.

Αν κάποιος δεν έχει κάνει τίποτα, η πιθανότητα δεν μπορεί από μόνη της να μετατραπεί σε ενοχή.

Αυτό θα είναι μία από τις μεγάλες μάχες του 21ου αιώνα:

Ποινικό Δίκαιο της πράξης ή Ποινικό Δίκαιο της πρόβλεψης;

XVIII. Το ακόμη βαθύτερο πρόβλημα

Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο επικίνδυνο.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί όχι μόνο για να προβλέψει ποιος θα εγκληματήσει, αλλά για να αξιολογήσει:

ποιος είναι «ύποπτος»,

ποιος είναι «επικίνδυνος»,

ποιος είναι πιθανότερο να υποτροπιάσει,

ποιος πρέπει να παραμείνει κρατούμενος,

ποιος δικαιούται αναστολή.

Τότε η παλιά αρχή:

«in dubio pro reo»

συναντά ένα εντελώς νέο πρόβλημα:

Τι σημαίνει αμφιβολία όταν η «απόδειξη» παράγεται από έναν αλγόριθμο;

XIX. Η ιστορία σε έναν πίνακα

Εποχή

Κεντρική ιδέα

Αρχαία Ελλάδα

Από εκδίκηση σε δημόσια δικαιοσύνη

Πλάτων

Η ποινή μπορεί να διορθώνει

Αριστοτέλης

Εκούσιο/ακούσιο και ευθύνη

Ρώμη

Νομική συστηματοποίηση

Μεσαίωνας

Θρησκευτική/φεουδαρχική ποινική εξουσία

Διαφωτισμός

Περιορισμός της κρατικής εξουσίας

Beccaria

Νομιμότητα + αναλογικότητα + ανθρωπισμός

1789

Δικαιώματα και νομιμότητα

19ος αιώνας

Κωδικοποίηση

20ός αιώνας

Ανθρώπινα δικαιώματα

Νυρεμβέργη

Διεθνής ατομική ποινική ευθύνη

ΕΣΔΑ

Υπερεθνική προστασία

21ος αιώνας

AI, δεδομένα, πρόβλεψη, αλγοριθμική εξουσία

XX. Και η μεγάλη ιστορική διαδρομή

Θα την έγραφα τελικά έτσι:

ΕΚΔΙΚΗΣΗ

ΕΞΟΥΣΙΑ

ΝΟΜΟΣ

ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ

ΕΝΟΧΗ

ΑΠΟΔΕΙΞΗ

ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ

ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ

Και εδώ υπάρχει το μεγάλο ερώτημα του μέλλοντος:

Θα εξακολουθήσει το Ποινικό Δίκαιο να τιμωρεί τον άνθρωπο για αυτό που έκανε ή θα αρχίσει να τον αντιμετωπίζει ως κίνδυνο για αυτό που προβλέπει ότι πιθανόν θα κάνει;

Αν συμβεί το δεύτερο, τότε δεν θα έχουμε απλώς μια νέα τεχνολογία στην ποινική δικαιοσύνη. Θα έχουμε αλλαγή του ίδιου του φιλοσοφικού θεμελίου του Ποινικού Δικαίου.

Και τότε η αρχή του Beccaria — κανένα έγκλημα χωρίς προηγούμενο νόμο, καμία ποινή χωρίς νόμιμη θεμελίωση — θα αποκτήσει ίσως για πρώτη φορά μετά τον 18ο αιώνα μια εντελώς νέα επικαιρότητα: να προστατεύσει τον άνθρωπο όχι μόνο από τον αυθαίρετο δικαστή, αλλά και από την αυθαίρετη «πρόβλεψη» της μηχανής.

.

.

Κώδικας του Χαμουραμπί


Η σχέση των Νόμων του Χαμουραμπί με το σύγχρονο ποινικό δίκαιο είναι πολύ ενδιαφέρουσα, όχι επειδή οι σύγχρονοι ποινικοί κώδικες «προέρχονται» άμεσα από τον Χαμουραμπί, αλλά επειδή στον Κώδικα του Χαμουραμπί βλέπουμε πολύ πρώιμες μορφές αρχών που αργότερα θα γίνουν θεμελιώδεις για το κράτος δικαίου — μαζί όμως με αντιλήψεις που το σύγχρονο ποινικό δίκαιο έχει απορρίψει.


1. Η μεγάλη τομή: από την αυθαίρετη εκδίκηση στον γραπτό κανόνα

Ο Κώδικας του Χαμουραμπί, περίπου τον 18ο αιώνα π.Χ., δεν ήταν ο πρώτος νόμος στην ανθρώπινη ιστορία. Είναι όμως ένα από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα παραδείγματα αρχαίας γραπτής νομοθεσίας.

Το αποφασιστικό βήμα είναι:

«Δεν αποφασίζει κάθε φορά ο ισχυρότερος τι θα γίνει· υπάρχει ένας κανόνας.»

Αυτό έχει μακρινή συγγένεια με τη σύγχρονη αρχή της νομιμότητας:

nullum crimen, nulla poena sine lege

«κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς νόμο».

Βέβαια, ο Χαμουραμπί δεν είχε τη σύγχρονη θεωρία της νομιμότητας. Αλλά η ιδέα ότι η κοινωνική αντίδραση στην παράβαση πρέπει να συνδέεται με προκαθορισμένο κανόνα είναι ένα σημαντικό ιστορικό βήμα.


2. «Οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και αναλογικότητα

Το περίφημο:

«οφθαλμόν αντί οφθαλμού»

βρίσκεται στη λογική των νόμων του Χαμουραμπί.

Για παράδειγμα, σε ορισμένες περιπτώσεις σωματικής βλάβης η ποινή συνδέεται με τη βλάβη που προκάλεσε ο δράστης.

Από τη σύγχρονη άποψη αυτό φαίνεται σκληρό.

Υπάρχει όμως μια ιστορικά σημαντική ιδέα:

η ποινή δεν πρέπει να είναι απεριόριστη.

Ο δράστης δεν μπορεί να τιμωρείται αυθαίρετα για μια πράξη.

Έτσι, πολύ μακρινά, συναντούμε την αρχή της:

αναλογικότητας της ποινής.

Σήμερα όμως η αναλογικότητα έχει εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν σημαίνει «κάνεις Χ → σου κάνω Χ». Σημαίνει ότι η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη προς τη βαρύτητα της πράξης, την ενοχή και τις περιστάσεις.


3. Το τεράστιο χάσμα: δεν υπήρχε ισότητα ενώπιον του νόμου

Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες διαφορές.

Οι νόμοι του Χαμουραμπί κάνουν διακρίσεις ανάλογα με την κοινωνική θέση.

Η κοινωνία ήταν ιεραρχική και η ίδια πράξη μπορούσε να έχει διαφορετικές συνέπειες ανάλογα με το αν το θύμα ή ο δράστης ανήκε σε διαφορετική κοινωνική κατηγορία.

Το σύγχρονο κράτος δικαίου κινείται αντίθετα:

ισότητα ενώπιον του νόμου.

Άρα έχουμε μια ιστορική μετάβαση:

Χαμουραμπί:

νόμος + κοινωνική ιεραρχία

σύγχρονο ποινικό δίκαιο:

νόμος + ισότητα + ανθρώπινα δικαιώματα.


4. Υπάρχει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: η απόδειξη

Σε ορισμένες διατάξεις του Χαμουραμπί συναντούμε διαδικασίες που δείχνουν ότι η κατηγορία δεν αρκεί από μόνη της.

Υπάρχουν κανόνες για:

μάρτυρες,

αποδείξεις,

όρκους,

ψευδή κατηγορία,

δικαστές.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό ιστορικά.

Η κοινωνία αρχίζει να μετακινείται από:

«κάποιος είπε ότι το έκανες»

προς:

«πρέπει να εφαρμοστεί κάποια διαδικασία για να κριθεί αν το έκανες».

Αλλά απέχουμε πάρα πολύ από το σύγχρονο:

τεκμήριο αθωότητας + δικαίωμα υπεράσπισης + αποκλεισμός παράνομων αποδεικτικών μέσων + εύλογη αμφιβολία.


5. Η ψευδής κατηγορία

Εδώ υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα ομοιότητα με το σύγχρονο ποινικό δίκαιο.

Ο Κώδικας προβλέπει βαριές συνέπειες για ορισμένες ψευδείς κατηγορίες.

Η βασική λογική είναι:

Αν το κράτος τιμωρεί κάποιον επειδή τον κατηγόρησε κάποιος άλλος, πρέπει να υπάρχει προστασία απέναντι στην ψευδή κατηγορία.

Σήμερα αυτό εξελίσσεται στην ανάγκη για:

αποδεικτική διαδικασία → δικαστικό έλεγχο → δικαίωμα υπεράσπισης → αιτιολογημένη απόφαση.


6. Το εντυπωσιακότερο σημείο: ο γιατρός.

Ο Κώδικας του Χαμουραμπί περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για γιατρούς.

Σε περίπτωση επιτυχημένης θεραπείας προβλέπεται αμοιβή.

Σε ορισμένες περιπτώσεις σοβαρής αποτυχίας θεραπείας προβλέπεται πολύ αυστηρή συνέπεια για τον γιατρό, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ασθενή υψηλής κοινωνικής τάξης.

Αυτό μας δείχνει μια πανάρχαια ιδέα:

η επαγγελματική πράξη μπορεί να δημιουργεί ειδική ευθύνη.

Σήμερα η αρχή είναι πολύ πιο σύνθετη:

ιατρική πράξη → επαγγελματικό καθήκον → παράβαση κανόνων → αιτιώδης σύνδεσμος → υπαιτιότητα → ποινική ευθύνη.

Και όχι:

«ο ασθενής πέθανε → άρα ο γιατρός είναι εγκληματίας».

Αυτή η διάκριση είναι θεμελιώδης.


7. Το μεγάλο βήμα από τον Χαμουραμπί στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο

Μπορούμε να ιδωθει σαν μια τεράστια ιστορική αλυσίδα:

Χαμουραμπί

γραπτός κανόνας

προκαθορισμένη ποινή

διαδικασία και αποδεικτικοί κανόνες

ρωμαϊκή νομική σκέψη

μεσαιωνική νομική επιστήμη

Διαφωτισμός

Beccaria

νομιμότητα

αναλογικότητα

ατομική ευθύνη

αρχή της ενοχής

τεκμήριο αθωότητας

in dubio pro reo

σύγχρονο κράτος δικαίου.

Δεν υπάρχει ευθεία γραμμή «Χαμουραμπί → σύγχρονος Ποινικός Κώδικας». Υπάρχει όμως μια πολύ μεγάλη ιστορική εξέλιξη της ιδέας ότι η ποινική εξουσία πρέπει να δεσμεύεται από κανόνες.


8. Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη διαφορά

Ο Χαμουραμπί ουσιαστικά λέει:

«Αυτή είναι η πράξη — αυτή είναι η συνέπεια.»

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο ρωτά πολύ περισσότερα:

Έγινε πράγματι η πράξη;

Ποιος την έκανε;

Ήταν παράνομη;

Υπήρχε δόλος ή αμέλεια;

Υπήρχε αιτιώδης σύνδεσμος;

Υπήρχαν λόγοι άρσης του αδίκου;

Υπήρχαν λόγοι άρσης ή μείωσης της ενοχής;

Αποδείχθηκαν όλα νόμιμα;

Παραμένει εύλογη αμφιβολία;

Και τότε εμφανίζεται το in dubio pro reo:

Όπου η αμφιβολία παραμένει, δεν μπορείς να μετατρέψεις την αμφιβολία σε ενοχή.

Αυτό είναι ένα από τα τεράστια βήματα της ιστορίας του ποινικού δικαίου:

από τον νόμο που καθορίζει την τιμωρία → στον νόμο που περιορίζει την ίδια την εξουσία να τιμωρεί.

Και αυτή είναι, ίσως, η βαθύτερη σχέση του Χαμουραμπί με το σύγχρονο ποινικό δίκαιο.

.

.

ΟΙ ΔΙΚΕΣ ΣΤΟ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ


Οι Δικες της Μόσχας(1936-1938)


Οι Δίκες της Μόσχας (1936–1938) είναι ένα εξαιρετικά χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς μπορεί να υπάρχει η εξωτερική μορφή μιας δικαστικής διαδικασίας, ενώ καταστρέφεται το ουσιαστικό περιεχόμενο της Δικαιοσύνης.

Δεν ήταν απλώς «δίκες με λάθη». Ήταν διαδικασίες που, ιδίως στις μεγάλες δημόσιες δίκες της περιόδου του Στάλιν, χρησιμοποιούσαν το δικαστήριο ως μηχανισμό πολιτικής εξουσίας και νομιμοποίησης ήδη ειλημμένων αποφάσεων. 


1. Πώς φαινόταν η διαδικασία

Υπήρχαν:

κατηγορούμενοι,

εισαγγελέας,

δικαστές,

κατηγορίες,

απολογία,

«αποδεικτικά στοιχεία»,

δημόσια ακροαματική διαδικασία,

τελική απόφαση και ποινή.

Δηλαδή, η σκηνή του δικαστηρίου υπήρχε.

Αυτό είναι ακριβώς το τρομακτικό σημείο.

Το πρόβλημα δεν ήταν ότι καταργήθηκε αμέσως το δικαστήριο. Ήταν ότι το δικαστήριο μετατράπηκε από όργανο ελέγχου της κρατικής εξουσίας σε όργανο εκτέλεσης της κρατικής βούλησης.

Οι βασικές Δίκες της Μόσχας ήταν οι δίκες του 1936, 1937 και 1938, με κατηγορούμενους κορυφαία στελέχη των Μπολσεβίκων, μεταξύ άλλων Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Ράντεκ, Μπουχάριν και Ρίκοφ. 


2. Η «ανάκριση» προηγούνταν της δίκης

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο για αυτό που ρωτάς.

Η πραγματική διαδικασία μπορούμε σχηματικά να την δούμε ως:

σύλληψη → ανάκριση → ομολογία → κατασκευή/διαμόρφωση κατηγορίας → δίκη → καταδίκη

και όχι:

έγκλημα → ανεξάρτητη έρευνα → αποδεικτικά στοιχεία → δίκη → απόφαση.

Η NKVD είχε κεντρικό ρόλο στην προανακριτική διαδικασία. Οι ομολογίες είχαν τεράστια σημασία. Υπήρχαν πιέσεις, απειλές, εκβιασμοί και βασανιστήρια για την απόσπαση ομολογιών· η ιστορική έρευνα έχει τεκμηριώσει τη χρήση τέτοιων πρακτικών κατά την περίοδο του Τρόμου. 

Άρα η ομολογία δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας ελεύθερης αποδεικτικής διαδικασίας. Μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα της ανάκρισης.

Και τότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος:

η ανάκριση παράγει την ομολογία → η ομολογία χρησιμοποιείται ως απόδειξη → η απόδειξη δικαιολογεί τη δίκη → η δίκη νομιμοποιεί την καταδίκη.

3. Η κατάχρηση της εξουσίας

Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για παραβίαση σχεδόν ολόκληρου του πυρήνα του σύγχρονου κράτους δικαίου.

α. Τεκμήριο αθωότητας

Η φυσιολογική αρχή είναι:

Ο άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του.

Στις Δίκες της Μόσχας η λογική συχνά αντιστρεφόταν:

Ο κατηγορούμενος θεωρείται εχθρός και καλείται να αποδείξει την πολιτική του «αθωότητα».

β. Βάρος της απόδειξης

Σε ένα κράτος δικαίου:

η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει την ενοχή.

Δεν αρκεί:

«Δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι δεν το έκανε.»

Αυτό θα ήταν αντιστροφή του βάρους απόδειξης.

γ. Απαγόρευση εξαναγκασμένης ομολογίας

Η ομολογία πρέπει να είναι ελεύθερη.

Εάν κάποιος ομολογεί επειδή απειλείται, βασανίζεται ή πιστεύει ότι θα υποστεί χειρότερα αν δεν ομολογήσει, τότε η «ομολογία» δεν είναι αξιόπιστο υποκατάστατο ανεξάρτητων αποδεικτικών στοιχείων.

Στις Δίκες της Μόσχας οι δημόσιες ομολογίες ήταν κεντρικό στοιχείο του θεάματος της διαδικασίας. Η σύγχρονη ιστορική έρευνα έχει εξετάσει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιες ομολογίες λειτουργούσαν ως μηχανισμός πολιτικής νομιμοποίησης και κοινωνικού ελέγχου. 


4. Τι συνέβαινε με το in dubio pro reo;

Εδώ βρίσκεται η απόλυτη αντιστροφή αυτού που συζητούσαμε πριν.

Το in dubio pro reo λέει:

αν μετά την εξέταση των αποδείξεων υπάρχει εύλογη αμφιβολία → υπέρ του κατηγορουμένου.

Η σταλινική λογική μπορούσε να λειτουργήσει αντίστροφα:

αν υπάρχει αμφιβολία για την πίστη ή την πολιτική νομιμοφροσύνη κάποιου → η αμφιβολία γίνεται λόγος εναντίον του.

Αυτό είναι θεμελιώδης διαφορά.

Στο κράτος δικαίου:

αμφιβολία → προστασία του ανθρώπου.

Στο ολοκληρωτικό σύστημα:

αμφιβολία → υποψία εναντίον του ανθρώπου.

Και η υποψία μπορούσε να γίνει κατηγορία.


5. Το ακόμη βαθύτερο πρόβλημα: η «ενοχή» δεν ήταν απαραίτητα συγκεκριμένη πράξη

Οι κατηγορίες αφορούσαν, μεταξύ άλλων, συνωμοσίες, τρομοκρατικές οργανώσεις, κατασκοπεία, συνεργασία με ξένες δυνάμεις και σχέδια κατά της σοβιετικής ηγεσίας, συχνά με βάση το Άρθρο 58 του σοβιετικού Ποινικού Κώδικα. 

Έτσι δημιουργείται ένα πολύ επικίνδυνο μοντέλο:

δεν χρειάζεται να αποδειχθεί μόνο ότι έκανες Χ.

Μπορεί να μετατοπιστεί η κατηγορία προς:

«ανήκεις σε εχθρικό πολιτικό περιβάλλον»

«συνεργάζεσαι με εχθρούς»

«έχεις εχθρικές προθέσεις»

«είσαι στοιχείο της συνωμοσίας».

Η πολιτική ταυτότητα αρχίζει έτσι να υποκαθιστά την απόδειξη συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης.


6. Η δίκη ως θέατρο

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο.

Η δίκη δεν χρησίμευε μόνο για να αποφασίσει:

«Είναι ένοχος ή αθώος;»

Χρησίμευε και για να παρουσιάσει δημόσια μια ήδη διαμορφωμένη αφήγηση:

«Αυτοί είναι οι εχθροί.»

Γι' αυτό οι ομολογίες είχαν τεράστια προπαγανδιστική αξία.

Η αίθουσα του δικαστηρίου γινόταν έτσι ένα είδος πολιτικού θεάτρου: ο κατηγορούμενος εμφανίζεται, αναγνωρίζει την ενοχή του, ο εισαγγελέας παρουσιάζει την «αποκάλυψη της συνωμοσίας», το κοινό αντιδρά και η καταδίκη επιβεβαιώνει την ήδη κατασκευασμένη αφήγηση. Η κινηματογραφημένη αναπαράσταση παλαιότερης σοβιετικής δίκης δείχνει χαρακτηριστικά αυτή τη θεατρικότητα.


7. Και το δικαστήριο;

Το πρόβλημα δεν ήταν απλώς ότι «οι δικαστές δεν ήξεραν το δίκαιο».

Ήταν πολύ βαθύτερο:

η δικαστική εξουσία δεν λειτουργούσε ως ανεξάρτητος αντίπαλος της πολιτικής εξουσίας.

Έτσι καταρρέει η διάκριση των εξουσιών.

Η κυβέρνηση/κομματική ηγεσία → καθορίζει τον πολιτικό εχθρό.

Η μυστική αστυνομία → συλλαμβάνει και ανακρίνει.

Η ανάκριση → παράγει ομολογίες και κατηγορητήριο.

Ο εισαγγελέας → παρουσιάζει την υπόθεση.

Το δικαστήριο → επικυρώνει την αφήγηση.

Η ποινή → ολοκληρώνει την πολιτική απόφαση.

8. Και πώς εξελίχθηκαν;

Η εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική.

1936

Δίκη των 16 — Ζηνόβιεφ και Κάμενεφ

Κατηγορίες για τρομοκρατική συνωμοσία. Όλοι οι κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. 

1937

Δίκη των 17 — Πιατάκοφ, Ράντεκ κ.ά.

Η καταστολή διευρύνεται.

1938

Δίκη των 21 — Μπουχάριν, Ρίκοφ κ.ά.

Το σύστημα φτάνει σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα πολιτικής εκκαθάρισης. 

Παράλληλα, όμως, οι Δίκες της Μόσχας αποτελούσαν μόνο το ορατό, δημόσιο τμήμα ενός πολύ μεγαλύτερου μηχανισμού του Μεγάλου Τρόμου. Εκατομμύρια άνθρωποι συνελήφθησαν, φυλακίστηκαν ή οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες εκτελέστηκαν. 


9. Το πιο σημαντικό νομικό μάθημα

Οι Δίκες της Μόσχας δείχνουν κάτι πολύ βαθύτερο από το:

«μην κάνεις κακές δίκες».

Δείχνουν ότι υπάρχουν δύο διαφορετικά πράγματα:

Νομική μορφή

Νόμος

→ κατηγορία

→ ανάκριση

→ δικαστήριο

→ απόφαση

→ ποινή.

Κράτος δικαίου

Νόμος

→ ανεξάρτητη έρευνα

→ συγκεκριμένη πράξη

→ αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία

→ δικαιώματα υπεράσπισης

→ ανεξάρτητο δικαστήριο

→ απόδειξη ενοχής

→ in dubio pro reo

→ αιτιολογημένη απόφαση.

Το πρώτο μπορεί να υπάρξει χωρίς το δεύτερο.

Και αυτό είναι ακριβώς το ιστορικό δίδαγμα των Δικών της Μόσχας:

Δεν αρκεί να υπάρχει δικαστήριο για να υπάρχει Δικαιοσύνη.

Χρειάζεται το δικαστήριο να μπορεί πραγματικά να πει «όχι» στην εξουσία.

Και ακόμη πιο θεμελιώδες:

Ο σκοπός της ποινικής διαδικασίας δεν είναι να βρει έναν ένοχο για να επιβεβαιώσει μια ήδη διαμορφωμένη πολιτική αλήθεια. Είναι να διαπιστώσει, με νόμιμα και αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα, αν ένας συγκεκριμένος άνθρωπος τέλεσε μια συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη.

.

.


Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΜΗΔΕΙΑΣ


Η «δίκη της Μήδειας», αν  μεταφερθει στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο, είναι ένα εξαιρετικό υποθετικό παράδειγμα για να ιδωθει πόσο έχει αλλάξει η έννοια της ενοχής, της πρόθεσης, της ευθύνης και της απόδειξης από την αρχαία τραγωδία μέχρι σήμερα.


1. Η κατηγορία

Στον Ευριπίδη, η Μήδεια σκοτώνει τα παιδιά της για να εκδικηθεί τον Ιάσονα.

Σε ένα σύγχρονο δικαστήριο η βασική κατηγορία θα ήταν, κατ' αρχήν:

ανθρωποκτονία από πρόθεση κατά συρροή / πολλαπλές ανθρωποκτονίες, με θύματα τα παιδιά.

Όμως το σύγχρονο δικαστήριο δεν θα μπορούσε να περιοριστεί στη φράση:

«Σκότωσε τα παιδιά της, άρα είναι ένοχη.»

Θα έπρεπε να εξετάσει όλα τα στοιχεία της ποινικής ευθύνης.


2. Πρώτη ερώτηση: το έκανε;

Αυτό είναι το αντικειμενικό επίπεδο.

Θα εξετάζονταν:

ιατροδικαστικές εκθέσεις,

χρόνος και τρόπος θανάτου,

αποτυπώματα/DNA,

μαρτυρίες,

επικοινωνίες,

προηγούμενες απειλές,

πράξεις πριν και μετά τον θάνατο.

Στην τραγωδία γνωρίζουμε την αλήθεια επειδή ο ποιητής μάς την αποκαλύπτει.

Στο δικαστήριο όμως:

ο εισαγγελέας πρέπει να την αποδείξει.


3. Δεύτερη ερώτηση: είχε δόλο;

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης.

Η Μήδεια δεν σκοτώνει τα παιδιά κατά λάθος.

Ο Ευριπίδης παρουσιάζει μια γυναίκα που γνωρίζει τι πρόκειται να κάνει και αγωνίζεται εσωτερικά πριν το κάνει.

Το δραματικό:

«γνωρίζω τι κακό πρόκειται να κάνω»

είναι νομικά εξαιρετικά σημαντικό.

Δείχνει, σε επίπεδο δραματικής αναπαράστασης, συνείδηση της πράξης και του αποτελέσματος.

Επομένως θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να υποστηριχθεί:

«Δεν γνώριζε ότι τα παιδιά θα πεθάνουν.»


4. Αλλά υπάρχει η μεγάλη ερώτηση: ήταν καταλογιστή;

Εδώ η σύγχρονη ποινική διαδικασία διαφοροποιείται δραματικά από την αρχαία τραγωδία.

Θα εξεταζόταν η ψυχική κατάσταση της Μήδειας κατά τον χρόνο των πράξεων.

Όχι απλώς:

«Ήταν εξοργισμένη;»

Αλλά:

Είχε την ικανότητα να αντιληφθεί την πραγματικότητα;

και:

Είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τον άδικο χαρακτήρα της πράξης και να ενεργήσει σύμφωνα με αυτή την αντίληψη;

Αυτό απαιτεί ψυχιατρική και ψυχολογική πραγματογνωμοσύνη.


5. Ο θυμός δεν ισοδυναμεί με ακαταλόγιστο

Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Η Μήδεια είναι:

προδομένη,

εξευτελισμένη,

απελπισμένη,

οργισμένη,

σε ακραία συναισθηματική κατάσταση.

Αλλά:

έντονο συναίσθημα ≠ αυτομάτως ανικανότητα καταλογισμού.

Μπορεί κάποιος να βρίσκεται σε τεράστια συναισθηματική ένταση και ταυτόχρονα να γνωρίζει πολύ καλά τι κάνει.

Και η Μήδεια, όπως την παρουσιάζει ο Ευριπίδης, έχει ακριβώς αυτό το τρομακτικό χαρακτηριστικό:

σκέφτεται, σχεδιάζει και γνωρίζει.


6. Το «εν βρασμώ»;.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο μπορεί να λαμβάνει υπόψη μια έντονη ψυχική κατάσταση στην αξιολόγηση της υπαιτιότητας και της ποινής, αλλά δεν σημαίνει αυτομάτως:

«Ήταν θυμωμένη → δεν ευθύνεται.»

Άλλο:

μειωμένος καταλογισμός

και άλλο:

πλήρης απουσία καταλογισμού.

Η διάκριση είναι τεράστια.


7. Και εδώ εμφανίζεται η τραγωδία

Το πιο συγκλονιστικό σημείο της Μήδειας είναι ότι γνωρίζει ότι αυτό που κάνει είναι φρικτό και παρ' όλα αυτά το κάνει.

Αυτό είναι σχεδόν η αντίθετη περίπτωση από την αμέλεια.

Δεν έχουμε:

«Δεν προέβλεψα το αποτέλεσμα.»

Ούτε:

«Προέβλεψα τον κίνδυνο αλλά πίστευα ότι δεν θα συμβεί.»

Έχουμε:

«Ξέρω ότι θα συμβεί και το επιδιώκω.»

Άρα, με τους όρους του σύγχρονου ποινικού δικαίου, μιλάμε για άμεσο δόλο και όχι απλώς για ενδεχόμενο δόλο.


8. Το επιχείρημα της εκδίκησης

Η Μήδεια θα μπορούσε να πει:

«Ο Ιάσονας με κατέστρεψε.»

Νομικά όμως αυτό δεν δικαιολογεί την πράξη.

Το ότι κάποιος υπέστη:

προδοσία,

αδικία,

εγκατάλειψη,

κοινωνικό εξευτελισμό,

δεν του δίνει δικαίωμα να σκοτώσει αθώους τρίτους.

Και εδώ βρίσκεται η σύγκρουση:

η τραγωδία κατανοεί τη Μήδεια.

Το ποινικό δικαστήριο πρέπει να κρίνει τη Μήδεια.

Δεν είναι το ίδιο πράγμα.


9. Το παιδί ως θύμα

Η σύγχρονη ποινική δικαιοσύνη θα έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα στο ότι τα θύματα είναι παιδιά.

Δεν είναι απλώς:

«δύο ανθρωποκτονίες».

Υπάρχει σχέση:

μητέρα → παιδιά → σχέση εμπιστοσύνης και προστασίας.

Άρα η πράξη θα αξιολογούνταν και με βάση τις ειδικές περιστάσεις της.


10. Και ο Ιάσονας;

Εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον νομικό ζήτημα.

Ο Ιάσονας έχει συμπεριφερθεί απαράδεκτα απέναντι στη Μήδεια.

Αλλά το δικαστήριο θα χώριζε δύο πράγματα:

η συμπεριφορά του Ιάσονα

και

η ποινική ευθύνη της Μήδειας.

Ακόμη κι αν ο Ιάσονας έχει διαπράξει κάποιο αδίκημα, αυτό δεν μεταφέρει στη Μήδεια δικαίωμα να απονείμει η ίδια δικαιοσύνη.

Το κράτος έχει το μονοπώλιο της νόμιμης ποινικής καταστολής.


11. Και το περίφημο «in dubio pro reo»

Εδώ γίνεται πολύ ενδιαφέρον.

Φανταστείτε ότι στο σύγχρονο δικαστήριο δεν είχαμε τη βεβαιότητα που μας δίνει ο Ευριπίδης.

Υπάρχουν δύο εκδοχές:

Α. Η Μήδεια σκότωσε συνειδητά τα παιδιά.

Β. Τα παιδιά πέθαναν από άλλη αιτία.

Αν τα αποδεικτικά στοιχεία δεν αρκούν για να αποκλειστεί η δεύτερη εκδοχή, το δικαστήριο δεν μπορεί να πει:

«Είναι η Μήδεια, άρα μάλλον το έκανε.»

Εφαρμόζεται:

in dubio pro reo.

Η αμφιβολία λειτουργεί υπέρ της.

12. Αλλά υπάρχει ένα ακόμη βαθύτερο επίπεδο

Η Μήδεια μάς δείχνει γιατί το σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν μπορεί να είναι απλώς:

πράξη → ποινή.

Χρειάζεται:

πράξη

παράνομη πράξη

αιτιότητα

δόλος/αμέλεια

καταλογισμός

αποδείξεις

δίκαιη διαδικασία

ποινή ανάλογη προς την ενοχή.

Αυτό είναι το τεράστιο βήμα από τον κόσμο της τραγωδίας στον κόσμο του σύγχρονου ποινικού δικαίου.


13. Η Μήδεια ως «αντίστροφη» Δίκη της Μόσχας

Και εδώ μπορούμε να συνδέσουμε άμεσα τα δύο θέματα που συζητούσαμε.

Στις Δίκες της Μόσχας, το πρόβλημα ήταν:

η εξουσία είχε ουσιαστικά αποφασίσει την ενοχή και μετά κατασκεύαζε τη διαδικασία που την επιβεβαίωνε.

Στη σύγχρονη δίκη της Μήδειας πρέπει να συμβαίνει το αντίθετο:

δεν ξεκινάμε από την ενοχή. Ξεκινάμε από την κατηγορία και πρέπει να την αποδείξουμε.

Και ακόμη:

Δεν τιμωρούμε επειδή η Μήδεια είναι «κακή γυναίκα». Τιμωρούμε μόνο εφόσον αποδειχθεί συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη και ο απαιτούμενος βαθμός υπαιτιότητας.

Αυτό είναι η ουσία του σύγχρονου ποινικού δικαίου.

Και υπάρχει ένα τελευταίο, τραγικά ειρωνικό σημείο:

Ο Ευριπίδης δεν μας ζητά να αποφασίσουμε αν η Μήδεια είναι αθώα.

Μας αναγκάζει να κάνουμε κάτι δυσκολότερο:

να καταλάβουμε έναν ένοχο άνθρωπο.

Το ποινικό δικαστήριο, αντίθετα, πρέπει να κάνει και τα δύο χωριστά:

να καταλάβει τι συνέβη

και μετά

να κρίνει αν και σε ποιο βαθμό υπάρχει ποινική ευθύνη.

Η κατανόηση δεν είναι αθώωση· όπως και η φρίκη απέναντι στην πράξη δεν είναι απόδειξη ενοχής.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΗΛΕΚΤΡΑΣ 


Η «Δίκη της Ηλέκτρας» στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, γιατί η Ηλέκτρα βρίσκεται σε μια ενδιάμεση θέση: δεν είναι απλώς μάρτυρας του εγκλήματος· είναι ηθική και δραματουργική συμμέτοχος στην εκδίκηση, αλλά το ερώτημα της σύγχρονης ποινικής δικαιοσύνης είναι αν αυτή η συμμετοχή μετατρέπεται και σε ποινική ευθύνη.

Μια διευκρίνιση: η γνωστή δικαστική σκηνή του μύθου δεν είναι η «δίκη της Ηλέκτρας», αλλά η μεταγενέστερη δίκη του Ορέστη για τον φόνο της Κλυταιμνήστρας στις Ευμενίδες του Αισχύλου. Η Ηλέκτρα εμφανίζεται κυρίως ως συνεργός/σύμμαχος της εκδίκησης στις Χοηφόρους του Αισχύλου και στις Ηλέκτρες του Σοφοκλή και του Ευριπίδη. 


1. Το σύγχρονο δικαστήριο θα χώριζε δύο πράγματα

Η βασική ερώτηση θα ήταν:

Τι ακριβώς έκανε η Ηλέκτρα;

Δεν αρκεί ότι:

«ήθελε να πεθάνει η Κλυταιμνήστρα».

Το ποινικό δίκαιο δεν τιμωρεί απλώς τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή την ηθική αποδοκιμασία.

Θα έπρεπε να αποδειχθεί συγκεκριμένη πράξη ή συμμετοχή σε συγκεκριμένη εγκληματική πράξη.


2. Η Ηλέκτρα ως ηθική αυτουργός;

Εδώ αρχίζει η πραγματικά ενδιαφέρουσα περιοχή.

Στον μύθο η Ηλέκτρα:

μισεί την Κλυταιμνήστρα,

θυμάται τον φόνο του Αγαμέμνονα,

περιμένει την επιστροφή του Ορέστη,

αναγνωρίζει και ενθαρρύνει τον Ορέστη,

συμμετέχει στην απόφαση για την εκδίκηση.

Αν μεταφέρουμε αυτά τα στοιχεία σε ένα σύγχρονο δικαστήριο, ο εισαγγελέας θα μπορούσε να εξετάσει:

Ήταν απλώς ψυχικά σύμμαχος του Ορέστη ή τον παρακίνησε συνειδητά να διαπράξει ανθρωποκτονία;

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό.


3. Η πρόθεση από μόνη της δεν αρκεί

Ας υποθέσουμε ότι η Ηλέκτρα λέει:

«Ήθελα να πεθάνει η μητέρα μου.»

Αυτό από μόνο του δεν αρκεί για καταδίκη για ανθρωποκτονία.

Το σύγχρονο δικαστήριο πρέπει να βρει:

σκέψη → πράξη → αιτιώδης σύνδεσμος → συμμετοχή → απαιτούμενος δόλος.

Άρα:

η επιθυμία δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την ποινική συμμετοχή.


4. Αν όμως τον παρακίνησε;

Εδώ αλλάζει το πράγμα.

Εάν αποδειχθεί ότι η Ηλέκτρα:

σχεδίασε μαζί με τον Ορέστη τον φόνο,

του έδωσε συγκεκριμένες οδηγίες,

τον έπεισε να πραγματοποιήσει την ανθρωποκτονία,

του παρείχε ουσιώδη βοήθεια,

τότε θα μπορούσε να εξεταστεί η ποινική της συμμετοχή.

Το δικαστήριο θα ρωτούσε:

Χωρίς τη συμβολή της Ηλέκτρας θα είχε πραγματοποιηθεί η πράξη;

Αλλά και:

Είχε η ίδια δόλο ως προς την ανθρωποκτονία;


5. Και εδώ έρχεται η μεγάλη διαφορά από την αρχαία αντίληψη

Η Ηλέκτρα έχει ένα ισχυρό επιχείρημα:

«Η μητέρα μου σκότωσε τον πατέρα μου.»

Αυτό όμως στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν δημιουργεί δικαίωμα ιδιωτικής εκδίκησης.

Το κράτος έχει αναλάβει την ποινική δικαιοσύνη.

Άρα:

Κλυταιμνήστρα → δικάζεται για τον φόνο του Αγαμέμνονα.

και χωριστά:

Ηλέκτρα/Ορέστης → δικάζονται για τις δικές τους πράξεις.

Δεν υπάρχει:

«Επειδή εκείνη έκανε πρώτα ένα έγκλημα, επιτρέπεται σε εμένα να την τιμωρήσω.»

Αυτό είναι ακριβώς η μετάβαση:

βεντέτα → δημόσια ποινική δικαιοσύνη.


6. Θα μπορούσε η Ηλέκτρα να επικαλεστεί άμυνα;

Εδώ η απάντηση είναι κατά βάση όχι, τουλάχιστον όχι απλώς επειδή η Κλυταιμνήστρα είχε σκοτώσει τον Αγαμέμνονα.

Η άμυνα προϋποθέτει συγκεκριμένη παρούσα ή επικείμενη παράνομη επίθεση.

Ο φόνος του Αγαμέμνονα είχε ήδη συμβεί.

Άρα:

εκδίκηση ≠ άμυνα.

Αυτό είναι θεμελιώδες.


7. Θα μπορούσε όμως να υπάρξει ελαφρυντική αξιολόγηση;

Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο σύνθετα.

Το δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει:

το οικογενειακό τραύμα,

τη μακρά κακοποίηση,

τον φόνο του πατέρα,

τη συμπεριφορά της Κλυταιμνήστρας,

την ψυχική κατάσταση της Ηλέκτρας,

την ηλικία της,

τον βαθμό εξάρτησής της από τον Ορέστη,

τον πραγματικό βαθμό συμμετοχής της.

Αλλά:

η ηθική δικαιολόγηση δεν ταυτίζεται με τη νομική δικαιολόγηση.


8. Η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση: η Ηλέκτρα δεν σκοτώνει

Αυτό είναι το κρίσιμο υποθετικό σενάριο.

Ας πούμε ότι:

Ορέστης: σκοτώνει την Κλυταιμνήστρα.

Ηλέκτρα: δεν την αγγίζει.

Αλλά:

«Πήγαινε. Κάν' το. Είναι ο μόνος τρόπος να αποκατασταθεί η δικαιοσύνη.»

Τότε το δικαστήριο δεν μπορεί απλώς να πει:

«Δεν κράτησε το όπλο, άρα είναι αθώα.»

Πρέπει να εξετάσει εάν η συμπεριφορά της συνιστά ποινικά σημαντική συμμετοχή.

Αυτό είναι πολύ πιο κοντά στη σύγχρονη έννοια της ηθικής αυτουργίας ή συνέργειας, ανάλογα με τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά και το εφαρμοστέο δίκαιο.


9. Και τώρα το in dubio pro reo

Αν η ιστορία μας δώσει δύο πιθανότητες:

Α. Η Ηλέκτρα οργάνωσε και υποκίνησε τον φόνο.

Β. Η Ηλέκτρα εξέφραζε μόνο την οργή και την επιθυμία της, αλλά δεν συμμετείχε στην εγκληματική απόφαση.

και τα στοιχεία δεν μπορούν να αποδείξουν πέρα από την απαιτούμενη αποδεικτική αμφιβολία την Α, τότε δεν μπορεί να καταδικαστεί επειδή:

«Είναι προφανές ότι μισούσε τη μητέρα της.»

Αυτό θα ήταν ποινικοποίηση του κινήτρου αντί για απόδειξη της πράξης.


10. Η Ηλέκτρα και ο Ορέστης δεν είναι νομικά το ίδιο πρόσωπο

Αυτό είναι επίσης πολύ σημαντικό.

Η οικογενειακή σχέση δεν μεταφέρει αυτομάτως την ευθύνη.

Δεν ισχύει:

«Ο Ορέστης σκότωσε → άρα και η Ηλέκτρα είναι ένοχη.»

Ούτε:

«Η Ηλέκτρα τον υποστήριξε → άρα είναι εξίσου ένοχη.»

Ο βαθμός συμμετοχής πρέπει να αποδειχθεί ατομικά.

Αυτό είναι η αρχή της προσωπικής ποινικής ευθύνης.


11. Και εδώ ο Αισχύλος κάνει κάτι συγκλονιστικά σύγχρονο

Στις Ευμενίδες, η υπόθεση του Ορέστη μεταφέρεται από την αλυσίδα της οικογενειακής εκδίκησης σε θεσμική δικαστική διαδικασία. Ο Ορέστης δικάζεται ενώπιον του Αρείου Πάγου· υπάρχουν κατηγορούσες, υπεράσπιση, μάρτυρας/υπερασπιστής ο Απόλλων, δικαστές και ψηφοφορία. Η δίκη παρουσιάζεται από τον Αισχύλο ως θεσμική λύση στη σύγκρουση των παλαιών δυνάμεων εκδίκησης. 

Και το αποτέλεσμα είναι εκπληκτικό :

οι ψήφοι ισοψηφούν και ο Ορέστης αθωώνεται. 

Δεν είναι βέβαια το ίδιο πράγμα με τη σύγχρονη αρχή in dubio pro reo. Δεν πρέπει να κάνουμε αναχρονισμό.

Αλλά δραματουργικά υπάρχει μια συγγένεια:

όταν η κρίση δεν μπορεί να καταλήξει σε πλειοψηφική καταδίκη, ο κατηγορούμενος δεν καταδικάζεται.


12. Η «δίκη της Ηλέκτρας» λοιπόν θα ήταν μια δίκη του κινήτρου και της συμμετοχής

Το σύγχρονο δικαστήριο θα έπρεπε να ξεχωρίσει:

Ερώτημα

Νομική σημασία

Μισούσε την Κλυταιμνήστρα;

Δεν αρκεί

Ήθελε να πεθάνει;

Δεν αρκεί μόνο του

Γνώριζε το σχέδιο;

Σημαντικό

Συμμετείχε στον σχεδιασμό;

Πολύ σημαντικό

Παρακίνησε τον Ορέστη;

Ενδεχόμενη αυτουργική συμμετοχή

Του παρείχε ουσιώδη βοήθεια;

Ενδεχόμενη συνέργεια

Είχε τον απαιτούμενο δόλο;

Απαραίτητο

Αποδεικνύονται όλα αυτά;

Καθοριστικό

Παραμένει εύλογη αμφιβολία;

in dubio pro reo

Και έτσι η Ηλέκτρα γίνεται ένα εξαιρετικό πρόσωπο για τη σύγχρονη ποινική θεωρία:

Μπορεί κάποιος να είναι ηθικά συνένοχος χωρίς να είναι νομικά ένοχος;

Η απάντηση είναι:

Ναι.

Και αντίστροφα:

Μπορεί κάποιος να έχει υποστεί μια πραγματική αδικία και παρ' όλα αυτά να ευθύνεται ποινικά για την εκδίκηση που ακολούθησε;

Ναι.

Αυτό είναι ακριβώς το πέρασμα από την τραγική ηθική της εκδίκησης στη σύγχρονη ατομική ποινική ευθύνη.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΟΙΔΙΠΟΔΑ


Η «Δίκη του Οιδίποδα» στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο είναι ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από της Μήδειας, γιατί ο Οιδίποδας θέτει το θεμελιώδες ερώτημα:

Μπορεί ένας άνθρωπος να είναι υπεύθυνος για μια πράξη που έκανε, χωρίς να γνωρίζει τα πραγματικά στοιχεία που την καθιστούν έγκλημα;

Και εδώ ο μύθος συγκρούεται εντυπωσιακά με τη σύγχρονη έννοια της υπαιτιότητας.


1. Το κατηγορητήριο

Αν ο Οιδίποδας δικαζόταν σήμερα, θα υπήρχαν δύο διαφορετικές πράξεις που πρέπει να εξεταστούν χωριστά:

ο θάνατος του Λαΐου

η σεξουαλική σχέση και ο γάμος με την Ιοκάστη, η οποία αποδεικνύεται ότι είναι μητέρα του.

Το πρώτο είναι ποινικά πολύ πιο καθαρό ως ζήτημα:

Ο Οιδίποδας σκότωσε τον Λάιο;

Ναι, σύμφωνα με την αφήγηση.

Αλλά το σύγχρονο ποινικό δικαστήριο δεν θα σταματούσε εκεί.

Θα ρωτούσε:

Με ποια γνώση, πρόθεση και υπό ποιες περιστάσεις τον σκότωσε;


2. Η σκηνή στο σταυροδρόμι

Ο Οιδίποδας δεν γνωρίζει ότι ο άνθρωπος που σκοτώνει είναι ο βιολογικός του πατέρας.

Έχει προηγηθεί σύγκρουση στον δρόμο. Ο Λάιος και οι συνοδοί του εμποδίζουν τη διέλευσή του και η σύγκρουση γίνεται βίαιη.

Εδώ υπάρχει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον νομικό ζήτημα:

Ήταν ανθρωποκτονία με πρόθεση;

Ή:

ήταν άμυνα απέναντι σε επίθεση;

Η σύγχρονη έρευνα πάνω στη σχέση του επεισοδίου με το αθηναϊκό δίκαιο έχει υποστηρίξει ότι, με βάση την αφήγηση του Σοφοκλή, ο Λάιος εμφανίζεται ως επιτιθέμενος και ο Οιδίποδας ως πρόσωπο που υπερασπίζεται τη ζωή του. Μάλιστα, πρόσφατη μελέτη υποστηρίζει ότι η ιδέα μιας «υπέρβασης των ορίων της άμυνας» δεν αντιστοιχεί ακριβώς στην αθηναϊκή νομική πρακτική της εποχής. 

Άρα η σύγχρονη υπεράσπιση θα μπορούσε να υποστηρίξει:

«Δεν διέπραξε εκ προθέσεως ανθρωποκτονία. Αντέδρασε σε μια επικίνδυνη επίθεση.»


3. Το σημαντικότερο: δεν γνώριζε ποιον σκότωνε

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της υπόθεσης.

Ο Οιδίποδας δεν γνωρίζει ότι ο Λάιος είναι πατέρας του.

Άρα δεν υπάρχει η ειδική πρόθεση:

«Θα σκοτώσω τον πατέρα μου.»

Υπάρχει, στην καλύτερη περίπτωση για την κατηγορία:

«Θα σκοτώσω αυτόν τον άνθρωπο.»

Αλλά ακόμη και αυτό εξαρτάται από το τι ακριβώς συνέβη στη συμπλοκή.

Αυτό δείχνει τη μεγάλη σημασία της γνώσης των πραγματικών περιστατικών για τον δόλο.


4. Ο Οιδίποδας είναι λοιπόν αθώος;

Δεν μπορούμε να πούμε απλώς:

«Δεν ήξερε ότι ήταν ο πατέρας του → άρα είναι αθώος.»

Πρέπει πρώτα να προσδιορίσουμε ποιο αδίκημα εξετάζουμε.

Για τον φόνο:

γνώριζε ότι επιτίθεται/αντιδρά σε άνθρωπο;

γνώριζε ότι η πράξη του μπορούσε να προκαλέσει θάνατο;

ή ενεργούσε σε άμυνα;

υπήρχε πρόθεση θανάτωσης;

υπήρχε αναγκαία αναλογικότητα της αντίδρασης;

Για την αιμομιξία:

γνώριζε ότι η Ιοκάστη ήταν μητέρα του;

Η απάντηση είναι όχι.

Επομένως το στοιχείο της γνώσης είναι καθοριστικό.


5. Η τραγωδία μπερδεύει δύο διαφορετικές έννοιες

Εδώ βρίσκεται η μεγαλοφυΐα του Σοφοκλή.

Ο Οιδίποδας είναι:

αιτιακά υπεύθυνος για γεγονότα.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι:

ποινικά υπεύθυνος.

Αυτό ακριβώς έχει επισημανθεί και στη σύγχρονη φιλοσοφική και νομική ανάγνωση του έργου: ο Οιδίποδας συγχέει την ευθύνη για το αποτέλεσμα με την ενοχή για ένα έγκλημα που απαιτεί συγκεκριμένο ψυχικό στοιχείο. 

«Το έκανα» δεν σημαίνει πάντοτε «είμαι ένοχος».

Και αυτή είναι θεμελιώδης αρχή του σύγχρονου ποινικού δικαίου.


6. Το τραγικό παράδοξο

Ο Οιδίποδας λέει ουσιαστικά:

Εγώ τον σκότωσα.

Αλλά η σύγχρονη υπεράσπιση θα ρωτούσε:

Με ποια γνώση; Με ποια πρόθεση; Υπό ποια επίθεση; Με ποια ψυχική κατάσταση;

Και ακόμη:

Αποδεικνύεται ότι ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα παράνομης πράξης;

Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ τραγικής ενοχής και ποινικής ενοχής.


7. Και εδώ εμφανίζεται το in dubio pro reo

Ας υποθέσουμε ότι στο δικαστήριο υπάρχουν δύο εκδοχές:

Εκδοχή Α:

Ο Οιδίποδας επιτέθηκε σκόπιμα στον Λάιο και τον σκότωσε.

Εκδοχή Β:

Ο Λάιος επιτέθηκε στον Οιδίποδα και εκείνος αντέδρασε για να σωθεί.

Αν μετά την εξέταση των αποδείξεων δεν μπορεί να αποκλειστεί εύλογα η δεύτερη εκδοχή, δεν μπορεί να καταδικαστεί απλώς επειδή:

«Ο Λάιος πέθανε από το χέρι του.»

Εδώ το in dubio pro reo αποκτά πραγματικό νόημα.


8. Και η Ιοκάστη;

Αυτό είναι ακόμη πιο αποκαλυπτικό.

Ο Οιδίποδας παντρεύεται την Ιοκάστη χωρίς να γνωρίζει ότι είναι μητέρα του.

Από τη σύγχρονη άποψη:

η έλλειψη γνώσης ενός κρίσιμου πραγματικού στοιχείου μπορεί να αποκλείει τον απαιτούμενο δόλο.

Δεν μπορείς να έχεις την πρόθεση:

«θα παντρευτώ τη μητέρα μου»

όταν δεν γνωρίζεις ότι η γυναίκα είναι μητέρα σου.

Έτσι ο Οιδίποδας βρίσκεται σε μια εξαιρετικά παράδοξη κατάσταση:

η πράξη υπάρχει, αλλά το απαιτούμενο γνωστικό στοιχείο της ενοχής απουσιάζει.


9. Τότε γιατί αυτοτιμωρείται;

Εδώ ακριβώς αρχίζει η διαφορά μεταξύ ποινικού δικαίου και τραγωδίας.

Ο Οιδίποδας αυτοτυφλώνεται.

Αλλά η αυτοτύφλωση δεν είναι δικαστική ποινή.

Δεν πρέπει να την διαβάσουμε ως:

«Ο Οιδίποδας κρίθηκε ένοχος και εκτέλεσε την ποινή του.»

Η τραγωδία ενδιαφέρεται για κάτι βαθύτερο:

μίασμα, ντροπή, αυτογνωσία, ευθύνη, μοίρα, ταυτότητα.

Η σύγχρονη νομική ανάλυση πρέπει να τα διαχωρίσει.


10. Το εκπληκτικό είναι ότι ο ίδιος ο Οιδίποδας γίνεται ο ανακριτής

Αυτό είναι το κεντρικό δραματουργικό εύρημα.

Στην αρχή:

ο Οιδίποδας αναζητά τον δολοφόνο του Λαΐου.

Στο τέλος:

ο ανακριτής ανακαλύπτει ότι ο ίδιος είναι το πρόσωπο που αναζητούσε.

Η διαδικασία είναι σχεδόν:

καταγγελία → έρευνα → μάρτυρες → αντιφάσεις → αναγνώριση → αυτοαποκάλυψη.

Η σύγχρονη μελέτη της τραγωδίας έχει πράγματι επισημάνει ότι το έργο είναι γεμάτο νομική γλώσσα, διαδικασίες έρευνας και ρητορική που θυμίζει αθηναϊκή δικαστική διαδικασία.


11. Και εδώ υπάρχει μια τεράστια ειρωνεία

Ο Οιδίποδας ζητά:

να βρεθεί και να τιμωρηθεί ο ένοχος.

Και όταν ανακαλύπτει ότι ο ίδιος συνδέεται με το έγκλημα, δεν εφαρμόζει πάνω του το σύγχρονο:

in dubio pro reo.

Αντίθετα, γίνεται ο πιο αυστηρός δικαστής του εαυτού του.

Δεν λέει:

«Δεν γνώριζα.»

Λέει, ουσιαστικά:

«Εγώ είμαι η αιτία του μίασματος· πρέπει να φύγω.»

Η τραγωδία λοιπόν υπερβαίνει το ποινικό δίκαιο.


12. Η σύγχρονη «ετυμηγορία»

Αν κατασκευάζαμε μια σύγχρονη δίκη του Οιδίποδα, θα μπορούσαμε να έχουμε:

Ζήτημα

Σύγχρονη εξέταση

Σκότωσε τον Λάιο;

Πρέπει να αποδειχθεί

Ήθελε να σκοτώσει τον πατέρα του;

Όχι, δεν γνώριζε την ταυτότητά του

Γνώριζε ότι σκότωνε άνθρωπο;

Εξετάζεται από τα περιστατικά

Βρισκόταν σε άμυνα;

Κρίσιμο ζήτημα

Γνώριζε ότι η Ιοκάστη ήταν μητέρα του;

Όχι

Υπήρχε απαιτούμενος δόλος;

Εξετάζεται χωριστά για κάθε πράξη

Υπήρχε παράνομη πράξη;

Πρέπει να αποδειχθεί

Παραμένει εύλογη αμφιβολία;

In dubio pro reo

Και η τελική διαφορά:

Ο Οιδίποδας του Σοφοκλή μπορεί να αισθάνεται ότι είναι ένοχος επειδή η ζωή του αποκαλύπτεται ως μια αλυσίδα φρικτών γεγονότων.

Ο Οιδίποδας ενώπιον ενός σύγχρονου ποινικού δικαστηρίου θα είχε το δικαίωμα να πει:

«Το ότι συνέβησαν αυτά από τη δική μου πράξη δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι διέπραξα εκ προθέσεως τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούμαι.»

Και αυτό είναι ίσως το πιο συγκλονιστικό σημείο της μετάβασης από την τραγωδία στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο:

Η τραγωδία ρωτά: «Ποιος ευθύνεται για αυτό που συνέβη;»

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο ρωτά: «Τι ακριβώς έκανε αυτός ο άνθρωπος, τι γνώριζε, τι ήθελε, υπό ποιες συνθήκες, και αποδεικνύονται όλα αυτά;»

Γι' αυτό ο Οιδίποδας είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα της διαφοράς ανάμεσα σε μοιραία ευθύνη, ηθική ενοχή, αιτιώδη ευθύνη και ποινική υπαιτιότητα. Και η σχετική νομική φιλολογία ακριβώς αυτό το ερώτημα εξακολουθεί να εξετάζει: αν ο Οιδίποδας, με τα δεδομένα της ίδιας της αφήγησης, θα ήταν πράγματι νομικά ένοχος για τον φόνο του Λαΐου. 

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ


Η Δίκη του Σωκράτη στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο

Η Δίκη του Σωκράτη το 399 π.Χ. είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αν τη δούμε όχι ως απλή ιστορική υπόθεση, αλλά σαν ένα τεστ του σύγχρονου ποινικού δικαίου πάνω σε ένα αρχαίο δικαστήριο.

Ο Σωκράτης κατηγορήθηκε, σύμφωνα με την παράδοση που μας παραδίδουν κυρίως ο Πλάτων και ο Ξενοφών, για:

ἀσέβεια προς τους θεούς της πόλης,

εισαγωγή καινοφανών θεϊκών πραγμάτων,

διαφθορά των νέων.

Το κρίσιμο ερώτημα σήμερα θα ήταν:

Τι ακριβώς έκανε ο Σωκράτης που συνιστούσε ποινικό αδίκημα και αποδεικνύεται πέρα από εύλογη αμφιβολία ότι το έκανε με την απαιτούμενη υπαιτιότητα;

Και εδώ η υπόθεση γίνεται πολύ διαφορετική από την αρχαία.


1. Η αρχή της νομιμότητας

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο ισχύει το:

nullum crimen, nulla poena sine lege

«κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς νόμο».

Δεν αρκεί δηλαδή η κοινωνία να θεωρεί κάποιον επικίνδυνο, άσεβο, ανήθικο ή επιβλαβή.

Πρέπει να υπάρχει προγενέστερος, σαφής ποινικός κανόνας που να χαρακτηρίζει συγκεκριμένη συμπεριφορά ως έγκλημα.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της υπόθεσης του Σωκράτη από σύγχρονη σκοπιά.

Το «δεν πιστεύει στους θεούς που πιστεύει η πόλη» ή «διαφθείρει τους νέους» είναι εξαιρετικά ανοιχτές κατηγορίες. Σε ένα σύγχρονο δικαστήριο θα απαιτούνταν πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια:

Ποια συγκεκριμένη πράξη;

Ποιο συγκεκριμένο θύμα;

Ποια συγκεκριμένη βλάβη;

Ποια συγκεκριμένη διάταξη του ποινικού νόμου;


2. Η «διαφθορά των νέων»

Αυτή θα ήταν ίσως η πιο ενδιαφέρουσα κατηγορία.

Ο Σωκράτης δεν αρνείται ότι ασκούσε τεράστια πνευματική επιρροή στους νέους.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ποινική ευθύνη.

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο πρέπει να διαχωρίσουμε:

επιρροή → ιδέα → διδασκαλία → βλαπτική πράξη → αξιόποινη πράξη.

Το γεγονός ότι κάποιος διδάσκει νέους να αμφισβητούν την πολιτική, την κοινωνία ή τις παραδοσιακές αντιλήψεις δεν αρκεί από μόνο του για ποινική ευθύνη σε ένα φιλελεύθερο κράτος δικαίου.

Θα έπρεπε να αποδειχθεί συγκεκριμένη εγκληματική συμπεριφορά.


3. Η ελευθερία της έκφρασης

Εδώ η σύγχρονη δίκη θα ήταν ακόμη πιο δύσκολη για την κατηγορούσα αρχή.

Ο Σωκράτης χρησιμοποιεί:

ερωτήσεις,

ειρωνεία,

αμφισβήτηση,

φιλοσοφικό διάλογο,

δημόσια κριτική,

έλεγχο των πεποιθήσεων των συμπολιτών του.

Σήμερα αυτές οι συμπεριφορές θα βρίσκονταν κατ' αρχήν στον πυρήνα της ελευθερίας της έκφρασης και της φιλοσοφικής/επιστημονικής αναζήτησης.

Δεν μπορεί το κράτος να μετατρέψει μια ιδέα σε έγκλημα απλώς επειδή θεωρεί την ιδέα επικίνδυνη.


4. Το πραγματικό πρόβλημα: η υπαιτιότητα

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι υπήρχε ποινικός νόμος που απαγόρευε τη «διαφθορά των νέων», θα έπρεπε να εξεταστεί η υποκειμενική υπόσταση.

Ο Σωκράτης δεν παρουσιάζεται ως άνθρωπος που επιθυμεί να καταστρέψει τους νέους.

Αντίθετα, υποστηρίζει ότι η δραστηριότητά του έχει παιδευτικό χαρακτήρα.

Άρα πρέπει να απαντηθεί:

Ήθελε να διαφθείρει τους νέους;

ή

Προέβλεπε ότι η συμπεριφορά του θα τους βλάψει και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα;

ή

Πίστευε καλόπιστα ότι τους ωφελεί;

Η τρίτη εκδοχή θα είχε τεράστια σημασία για τη σύγχρονη έννοια της υπαιτιότητας.


5. Το επιχείρημα του Σωκράτη για τη διαφθορά

Στην πλατωνική Απολογία, ο Σωκράτης ουσιαστικά επιχειρεί ένα επιχείρημα που θα μπορούσε να διατυπωθεί και με σύγχρονους όρους:

Αν πράγματι διαφθείρει κάποιον, το κάνει εκούσια ή ακούσια;

Αν το κάνει ακούσια, χρειάζεται διδασκαλία και όχι τιμωρία.

Αν το κάνει εκούσια, τότε θα βλάψει ανθρώπους που θα βρεθούν γύρω του, και επομένως θα βλάψει και τον ίδιο.

Το δεύτερο σκέλος δεν αποτελεί σύγχρονη νομική απόδειξη αθωότητας· είναι κυρίως σωκρατικός ηθικολογικός συλλογισμός.

Αλλά παρουσιάζει κάτι πολύ σημαντικό:

ο Σωκράτης αμφισβητεί την ύπαρξη της απαιτούμενης υπαιτιότητας.


6. Η κατηγορία της ασέβειας

Εδώ το σύγχρονο ποινικό δίκαιο θα έκανε μια ακόμη πιο θεμελιώδη ερώτηση:

Μπορεί η απιστία ή η διαφορετική θρησκευτική πεποίθηση να είναι έγκλημα;

Σε ένα σύγχρονο κράτος που προστατεύει την ελευθερία συνείδησης και θρησκευτικής πεποίθησης, η απάντηση κατ' αρχήν είναι όχι.

Θα μπορούσε να τιμωρείται μια συγκεκριμένη πράξη που προσβάλλει δικαιώματα άλλων, προκαλεί συγκεκριμένη παράνομη βλάβη κ.λπ.

Αλλά η ίδια η πεποίθηση δεν γίνεται ποινικό αδίκημα επειδή διαφέρει από την κρατούσα θρησκευτική πεποίθηση.

Επομένως η κατηγορία «δεν πιστεύει στους θεούς της πόλης» θα αντιμετωπιζόταν σήμερα με πολύ διαφορετικό τρόπο.


7. Το «δαιμόνιο» του Σωκράτη

Υπάρχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια.

Ο Σωκράτης μιλά για το δαιμόνιον, μια θεϊκή/εσωτερική προειδοποιητική φωνή που τον αποτρέπει από ορισμένες πράξεις.

Οι κατήγοροι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτή την αναφορά ως στοιχείο της κατηγορίας.

Σήμερα όμως:

ιδιαίτερη θρησκευτική εμπειρία ≠ ποινικό αδίκημα.

Και ακόμη περισσότερο:

παράδοξη πεποίθηση ≠ ψυχική ανικανότητα ≠ εγκληματική υπαιτιότητα.

Το σύγχρονο δικαστήριο θα έπρεπε να αποδείξει συγκεκριμένη συμπεριφορά, όχι να ποινικοποιήσει μια εσωτερική πεποίθηση.


8. Το βάρος της απόδειξης

Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη διαφορά.

Σήμερα:

Το βάρος της απόδειξης βρίσκεται στην κατηγορούσα αρχή.

Ο κατηγορούμενος δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι αθώος.

Η λογική είναι:

κατηγορία → απόδειξη → εύλογη αμφιβολία → αθώωση.

Και όχι:

κατηγορία → ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδείξει ότι δεν το έκανε.

Στην περίπτωση του Σωκράτη, μια σύγχρονη υπεράσπιση θα απαιτούσε να προσδιοριστούν συγκεκριμένα περιστατικά «διαφθοράς».


9. Ο Άνυτος, ο Μέλητος και ο Λύκων

Εδώ υπάρχει μια κρίσιμη διάκριση.

Οι προσωπικές ή πολιτικές αντιθέσεις των κατηγόρων με τον Σωκράτη δεν αποδεικνύουν την ενοχή του.

Ακόμη κι αν αποδεικνυόταν ότι:

τον μισούσαν,

είχαν πολιτική αντιπαλότητα μαζί του,

φοβούνταν την επιρροή του,

ή επιδίωκαν πολιτική του εξουδετέρωση,

αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κίνητρο καταγγελίας, όχι απόδειξη του εγκλήματος.

Στο σύγχρονο δίκαιο:

κίνητρο κατηγορίας ≠ απόδειξη ενοχής.


10. Το γεγονός ότι ο Σωκράτης δεν απολογείται όπως θα ήθελε το δικαστήριο

Αυτό είναι επίσης σημαντικό.

Ο Σωκράτης δεν εμφανίζεται ως κατηγορούμενος που λέει:

«Συγχωρήστε με, δεν θα το ξανακάνω».

Αντίθετα, ουσιαστικά λέει:

Ακόμη και αν με αθωώσετε υπό τον όρο ότι θα σταματήσω να φιλοσοφώ, δεν θα υπακούσω.

Από σύγχρονη νομική άποψη αυτό δεν αποτελεί ομολογία ενοχής.

Η επιμονή σε μια νόμιμη δραστηριότητα δεν μετατρέπεται σε αποδεικτικό στοιχείο ότι η δραστηριότητα είναι παράνομη.


11. Η θανατική ποινή

Ο Σωκράτης καταδικάστηκε σε θάνατο.

Στο σύγχρονο ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο η θανατική ποινή έχει καταργηθεί.

Αλλά ακόμη και αν αφήσουμε αυτό το ζήτημα στην άκρη, υπάρχει μια βαθύτερη αναλογία:

η ποινή πρέπει να είναι ανάλογη προς την αποδεδειγμένη εγκληματική πράξη.

Εάν το δικαστήριο δεν μπορεί να προσδιορίσει μια συγκεκριμένη βλαπτική και αξιόποινη πράξη, η θανατική ποινή γίνεται από σύγχρονη σκοπιά όχι απλώς αυστηρή αλλά θεμελιωδώς ασύμβατη με την αρχή της νομιμότητας και της αναλογικότητας.


12. Το πιο συγκλονιστικό σημείο: ο Σωκράτης δεν ζητά απλώς αθώωση

Εδώ η σωκρατική δίκη αποκτά σχεδόν αντίστροφη σχέση με το σύγχρονο ποινικό δικαστήριο.

Ο σύγχρονος κατηγορούμενος λέει:

«Δεν είμαι ένοχος.»

Ο Σωκράτης κάνει κάτι διαφορετικό:

«Ακόμη κι αν με καταδικάσετε, δεν θα εγκαταλείψω αυτό που θεωρώ σωστό.»

Άρα η Απολογία δεν είναι μόνο νομική υπεράσπιση.

Είναι ταυτόχρονα:

απολογία + φιλοσοφικός διάλογος + ηθική αυτοϋπεράσπιση.


13. Η διάκριση που θα έκανε το σύγχρονο δικαστήριο

Ερώτημα

Σύγχρονο ποινικό δίκαιο

Είναι αντισυμβατικές οι ιδέες του;

Δεν αρκεί

Ενοχλεί πολιτικά κάποιους;

Δεν αρκεί

Αμφισβητεί τη θρησκεία;

Δεν αρκεί

Επηρεάζει νέους;

Δεν αρκεί

Έχει συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά;

Απαραίτητο

Υπάρχει ποινικός νόμος που την απαγορεύει;

Απαραίτητο

Αποδεικνύεται η πράξη;

Απαραίτητο

Αποδεικνύεται η απαιτούμενη υπαιτιότητα;

Απαραίτητο

Υπάρχει εύλογη αμφιβολία;

in dubio pro reo

Μπορεί να καταδικαστεί για τις ιδέες του;

Κατ' αρχήν όχι

14. Θα αθωωνόταν ο Σωκράτης σήμερα;

Εφόσον οι κατηγορίες παρέμεναν όπως μας είναι γνωστές, σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου θα υπήρχαν πολύ ισχυροί λόγοι για αθώωση.

Όχι επειδή το σύγχρονο δικαστήριο θα αποφαινόταν ότι ο Σωκράτης ήταν «καλός άνθρωπος».

Αλλά επειδή:

η ηθική ή πολιτική αντιπάθεια προς έναν άνθρωπο δεν αρκεί για ποινική καταδίκη.

Το δικαστήριο θα έπρεπε να αποδείξει συγκεκριμένο έγκλημα, συγκεκριμένη πράξη, συγκεκριμένη υπαιτιότητα και αιτιώδη σύνδεσμο.

Και εάν παρέμενε εύλογη αμφιβολία:

αθώος.


15. Αλλά υπάρχει μια ειρωνική αντιστροφή

Η Δίκη του Σωκράτη είναι ίσως ένα από τα πιο καθαρά ιστορικά παραδείγματα της διαφοράς ανάμεσα σε:

«είσαι επικίνδυνος για την πόλη»

και

«έχεις διαπράξει ποινικό αδίκημα».

Το πρώτο είναι πολιτική/κοινωνική κρίση.

Το δεύτερο είναι νομική κρίση.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο ακριβώς γι' αυτό δημιουργήθηκε: για να περιορίσει τη δυνατότητα της εξουσίας να μετατρέπει τον ανεπιθύμητο άνθρωπο σε ένοχο άνθρωπο.

Και έτσι η σωκρατική υπόθεση συνδέεται εκπληκτικά με τις μεταγενέστερες αρχές της νομιμότητας, του τεκμηρίου αθωότητας, του βάρους απόδειξης, της ελευθερίας συνείδησης και του in dubio pro reo.

Η βαθύτερη διαφορά

Η αρχαία Αθήνα ρώτησε:

«Είναι ο Σωκράτης επικίνδυνος για την πόλη;»

Το σύγχρονο ποινικό δικαστήριο πρέπει να ρωτήσει:

«Ποιο ακριβώς έγκλημα διέπραξε ο Σωκράτης, με ποια πράξη, με ποια υπαιτιότητα, και μπορεί η ενοχή του να αποδειχθεί πέρα από εύλογη αμφιβολία;»

Αυτή η μετατόπιση — από τον επικίνδυνο άνθρωπο στον αποδεδειγμένα ένοχο άνθρωπο — είναι μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του σύγχρονου ποινικού δικαίου.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΦΡΥΝΗΣ


Η Δίκη της Φρύνης στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο

Η υπόθεση της Φρύνη είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις για να δούμε τη διαφορά ανάμεσα στη νομική απόδειξη και στη ρητορική/αισθητική πειθώ.

Πρώτα όμως μια σημαντική επιφύλαξη: η περίφημη ιστορία ότι ο ρήτορας Υπερείδης, όταν κινδύνευε η Φρύνη, της αποκάλυψε το στήθος μπροστά στους δικαστές και εκείνοι την αθώωσαν επειδή ομορφιά = θεϊκή εύνοια, είναι αρχαίο ανέκδοτο που διασώζεται σε μεταγενέστερες πηγές. Δεν έχουμε ασφαλή ιστορική τεκμηρίωση ότι το επεισόδιο συνέβη ακριβώς έτσι.

Αλλά ακριβώς ως υποθετική «δίκη» είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική.


1. Ποια ήταν η κατηγορία;

Οι πηγές συνδέουν τη Φρύνη με κατηγορία ἀσεβείας. Η παράδοση αποδίδει την κατηγορία στον Εύθυα και την υπεράσπιση στον Υπερείδη.

Εδώ το σύγχρονο ποινικό δικαστήριο θα σταματούσε αμέσως στην πρώτη ερώτηση:

Ποια ακριβώς αξιόποινη πράξη τέλεσε η Φρύνη;

Δεν αρκεί:

«είναι εταίρα»,

«έχει αντισυμβατικές συμπεριφορές»,

«λατρεύει ή συνδέεται με συγκεκριμένη θεότητα»,

«σκανδαλίζει την κοινωνία».

Χρειάζεται συγκεκριμένη πράξη που υπάγεται σε συγκεκριμένο ποινικό νόμο.


2. Η αρχή της νομιμότητας

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο:

nullum crimen, nulla poena sine lege.

Επομένως, η σύγχρονη υπεράσπιση της Φρύνης δεν θα ξεκινούσε από την ομορφιά της.

Θα ξεκινούσε από το:

«Ποιο είναι το αδίκημα;»

και μετά:

«Ποια συγκεκριμένη πράξη της κατηγορουμένης το συγκροτεί;»

και τέλος:

«Ποια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύουν ότι την τέλεσε;»

Αν η κατηγορία ήταν αόριστη, το πρόβλημα θα ήταν ήδη θεμελιώδες.


3. Η Φρύνη δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί επειδή ήταν Φρύνη

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο.

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν τιμωρείται η προσωπικότητα ούτε ο κοινωνικός χαρακτήρας κάποιου.

Δεν υπάρχει:

«είναι ανήθικη, επομένως είναι ένοχη».

Υπάρχει:

«τέλεσε ή δεν τέλεσε τη συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη;»

Άρα η ιδιότητα της Φρύνης ως εταίρας θα ήταν, από μόνη της, νομικά αδιάφορη για την απόδειξη της ενοχής.


4. Και εδώ φτάνουμε στο περίφημο στήθος

Η παράδοση λέει ότι ο Υπερείδης, βλέποντας ότι η υπεράσπιση δεν έπειθε τους δικαστές, αποκάλυψε το στήθος της Φρύνης.

Το επιχείρημα ήταν ουσιαστικά:

Η γυναίκα αυτή είναι τόσο όμορφη ώστε δεν μπορεί παρά να βρίσκεται υπό την προστασία της Αφροδίτης.

Από σύγχρονη δικαστική άποψη αυτό είναι δραματικά αποτελεσματικό αλλά νομικά εξαιρετικά προβληματικό.

Η ομορφιά:

δεν αποδεικνύει αθωότητα.

Ακριβώς όπως η ασχήμια:

δεν αποδεικνύει ενοχή.


5. Η «δίκη της εμφάνισης»

Εδώ η Φρύνη γίνεται σχεδόν ένα πείραμα πάνω στη φύση της δικαιοσύνης.

Υποθέτουμε ότι οι δικαστές βλέπουν το σώμα της και συγκινούνται.

Τότε έχουμε μια μετατόπιση:

απόδειξη → συναίσθημα

πράξη → πρόσωπο

ενοχή → συμπάθεια

νόμος → αισθητική κρίση.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο προσπαθεί ακριβώς να εμποδίσει τέτοιες μετατοπίσεις.


6. Θα μπορούσε η εμφάνισή της να επηρεάσει νόμιμα την κρίση;

Όχι ως απόδειξη της ενοχής ή αθωότητάς της.

Ένας σύγχρονος δικαστής δεν μπορεί να σκεφτεί:

«Είναι όμορφη, άρα μάλλον είναι αθώα.»

Αυτό θα ήταν λογικό σφάλμα.

Η εμφάνιση μπορεί να έχει σημασία μόνο εφόσον αποτελεί πραγματικό αποδεικτικό στοιχείο κάποιου συγκεκριμένου ζητήματος. Στην υποθετική δίκη της Φρύνης δεν υπάρχει τέτοια σχέση.


7. Το βάρος της απόδειξης

Εδώ η διαφορά είναι θεμελιώδης.

Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει την κατηγορία.

Δεν θα μπορούσε να πει:

«Αποδείξτε εσείς ότι δεν είστε ασεβής.»

Η σύγχρονη λογική είναι:

κατηγορούσα αρχή → αποδεικτικά στοιχεία → ενοχή πέρα από εύλογη αμφιβολία.

Αν η απόδειξη δεν επαρκεί:

in dubio pro reo.

Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να αθωωθεί κάποιος επειδή είναι όμορφος.


8. Η μεγάλη ειρωνεία

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης.

Αν δεχθούμε την παράδοση ως αληθινή, η Φρύνη θα είχε αθωωθεί για λάθος λόγο από τη σκοπιά του σύγχρονου ποινικού δικαίου.

Δηλαδή:

σωστό αποτέλεσμα — προβληματική αιτιολογία.

Η αθώωση μπορεί να ήταν δίκαιη επειδή η κατηγορία δεν αποδείχθηκε.

Δεν θα ήταν δίκαιο να είναι αθώα επειδή:

«είναι υπερβολικά όμορφη για να είναι ένοχη».


9. Η διάκριση «ηθική» και «νομική» ενοχή

Η υπόθεση της Φρύνης δείχνει κάτι που συνδέεται και με τη Δίκη του Σωκράτη.

Κρίση

Ερώτημα

Ηθική

Είναι καλή ή κακή γυναίκα;

Κοινωνική

Είναι αποδεκτή ή σκανδαλώδης;

Θρησκευτική

Είναι ασεβής;

Πολιτική

Είναι επικίνδυνη για την κοινωνία;

Ποινική

Τέλεσε συγκεκριμένο έγκλημα και αποδεικνύεται η ενοχή της;

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο ενδιαφέρεται κυρίως για την τελευταία ερώτηση.

10. Η Φρύνη ως «πρόσωπο» και όχι ως «απόδειξη»

Το σώμα της Φρύνης στην περίφημη παράδοση γίνεται σχεδόν αποδεικτικό αντικείμενο.

Και αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον από σύγχρονη άποψη.

Η σύγχρονη δικαιοσύνη δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τον κατηγορούμενο ως αντικείμενο που προκαλεί:

φόβο,

οίκτο,

έλξη,

αποστροφή.

Ο κατηγορούμενος είναι φορέας δικαιωμάτων.

Αυτό είναι μία από τις μεγάλες ιστορικές μεταβολές του ποινικού δικαίου.


11. Αν η δίκη γινόταν σήμερα

Η διαδικασία θα μπορούσε σχηματικά να είναι:

Κατηγορία ασεβείας

Προσδιορισμός της συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης

Έλεγχος της νομιμότητας της κατηγορίας

Αποδεικτικά στοιχεία

Υπεράσπιση

Έλεγχος υπαιτιότητας

Εύλογη αμφιβολία;

ΑΘΩΩΣΗ

Και όχι:

Κατηγορία → εμφάνιση της Φρύνης → συγκίνηση δικαστών → αθώωση.


12. Η Φρύνη απέναντι στον Σωκράτη

Υπάρχει μια εκπληκτική αντίθεση:

Σωκράτης

Υπερασπίζεται τον εαυτό του με λόγο και επιχείρημα.

Φρύνη

Στην περίφημη παράδοση σώζεται ως η κατηγορούμενη που σώζεται μέσω του σώματος και της εικόνας.

Έτσι έχουμε δύο διαφορετικές μορφές δικαστικής πειθούς:

Σωκράτης → ο λόγος

Φρύνη → το σώμα

Και το σύγχρονο ποινικό δίκαιο προσπαθεί να αντικαταστήσει και τις δύο ως κριτήριο ενοχής με κάτι άλλο:

απόδειξη συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης.


13. Και υπάρχει ακόμη βαθύτερο επίπεδο

Η παράδοση της Φρύνης μπορεί να διαβαστεί σαν μια πρώιμη ιστορία για το δικαστικό bias.

Ο δικαστής μπορεί να επηρεαστεί από:

την εμφάνιση,

το φύλο,

την κοινωνική θέση,

τη φήμη,

το συναίσθημα,

την προσωπική του ηθική,

την κοινωνική προκατάληψη.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν υποθέτει ότι ο δικαστής είναι απολύτως απαλλαγμένος από ανθρώπινα συναισθήματα.

Δημιουργεί διαδικαστικούς μηχανισμούς ώστε η απόφαση να στηρίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και νομικούς κανόνες.


Επομενως

η «Δίκη της Φρύνης» —αν πάρουμε την παράδοση ως δραματική αναπαράσταση και όχι ως βέβαιο ιστορικό γεγονός— παρουσιάζει μια δικαιοσύνη όπου η εικόνα μπορεί να νικήσει την απόδειξη.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο προσπαθεί να κάνει ακριβώς το αντίθετο:

Δεν κρίνουμε τον κατηγορούμενο επειδή μας αρέσει ή δεν μας αρέσει.

Δεν κρίνουμε το σώμα του.

Δεν κρίνουμε τη φήμη του.

Δεν κρίνουμε την κοινωνική του θέση.

Κρίνουμε την αποδεδειγμένη πράξη του.

Και επομένως η πραγματικά σύγχρονη «αθώωση της Φρύνης» δεν θα ήταν:

«Αθώα επειδή είναι όμορφη».

Θα ήταν:

«Αθώα επειδή η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε την ενοχή της».

Αυτή είναι η ουσιώδης μετάβαση από τη δικαιοσύνη της πειθούς στη δικαιοσύνη της απόδειξης.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ 


Η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι ίσως η αρχαιότερη και πιο δραματική «δίκη» που μπορούμε να μεταφέρουμε νοητά σε ένα σύγχρονο δικαστήριο, γιατί εδώ το ερώτημα δεν είναι απλώς αν η Αντιγόνη παραβίασε έναν κανόνα. Αυτό το παραδέχεται η ίδια.

Το πραγματικό ερώτημα είναι:

Μπορεί να θεωρηθεί ποινικά ένοχος κάποιος επειδή παραβίασε μια κρατική εντολή που ο ίδιος θεωρεί άδικη και αντίθετη προς θεμελιώδη δικαιώματα;

Η Αντιγόνη παραδέχεται ότι έθαψε τον Πολυνείκη γνωρίζοντας την απαγόρευση του Κρέοντα. Στον Σοφοκλή, μάλιστα, διακρίνει ρητά την εντολή του άρχοντα από τους «άγραφους και άσειστους νόμους» που θεωρεί ανώτερους. 


1. Το κατηγορητήριο

Ο Κρέων έχει διατάξει να παραμείνει άταφος ο Πολυνείκης, επειδή τον θεωρεί εχθρό και προδότη της Θήβας.

Η Αντιγόνη:

γνωρίζει την απαγόρευση,

πηγαίνει στον νεκρό,

πραγματοποιεί την ταφή,

συλλαμβάνεται,

και δεν αρνείται την πράξη.

Από πλευράς πραγματικού περιστατικού, λοιπόν, η υπόθεση είναι ασυνήθιστα καθαρή.

Δεν έχουμε:

«Δεν το έκανα.»

Έχουμε:

«Το έκανα. Και γνώριζα ότι εσύ το είχες απαγορεύσει.»

Αυτό μεταφέρει ολόκληρη τη σύγκρουση από την απόδειξη της πράξης στην αξιολόγηση της παρανομίας της πράξης.


2. Θα ήταν ένοχη σύμφωνα με τον σύγχρονο ποινικό νόμο;

Εδώ πρέπει να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση.

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν αρκεί ο άρχοντας να εκδώσει μια εντολή.

Χρειάζεται:

νόμιμη ποινική διάταξη → αξιόποινη πράξη → υπαιτιότητα → αποδεικτική διαδικασία → δικαστική κρίση.

Και ακριβώς εδώ δημιουργείται το πρώτο μεγάλο πρόβλημα του Κρέοντα.

Η απαγόρευση της ταφής είναι κρατική εντολή. Αλλά δεν είναι αυτονόητο ότι κάθε βασιλική εντολή αποτελεί έγκυρο ποινικό νόμο.

Μια σημαντική φιλολογικο-νομική ανάγνωση της Αντιγόνης επισημαίνει ακριβώς αυτή τη διάκριση: η Αντιγόνη παρουσιάζει το διάταγμα του Κρέοντα ως εντολή και όχι ως νόμο με την πλήρη έννοια του nomos. 


3. Το σύγχρονο δικαστήριο θα ρωτούσε: «Ποιος νόμος;»

Ας υποθέσουμε ότι ο Κρέων καταθέτει:

«Απαγόρευσα την ταφή. Η Αντιγόνη με παραβίασε. Επομένως είναι εγκληματίας.»

Το σύγχρονο δικαστήριο θα απαντούσε:

«Δείξε μου τον ποινικό νόμο.»

Γιατί η αρχή:

nullum crimen, nulla poena sine lege

σημαίνει ότι δεν μπορεί κάποιος να τιμωρηθεί επειδή ένας κυβερνήτης αποφάσισε εκ των υστέρων ότι μια πράξη είναι εγκληματική.

Η κρατική εξουσία δεν ταυτίζεται με τον ποινικό νόμο.


4. Ας υποθέσουμε όμως ότι υπάρχει νόμος

Ας κάνουμε ένα υποθετικό βήμα.

Έστω ότι υπάρχει πράγματι έγκυρος νόμος:

«Όποιος επιχειρεί να θάψει τον Πολυνείκη τιμωρείται με θάνατο.»

Τότε η Αντιγόνη, από πλευράς αντικειμενικής υπόστασης, θα είχε πρόβλημα.

Διότι:

Στοιχείο

Αντιγόνη

Πράξη

Έθαψε τον Πολυνείκη

Γνώση της απαγόρευσης

Ναι

Πρόθεση

Ναι

Παραβίαση εντολής

Ναι

Άρνηση πράξης

Όχι

Ομολογία

Ουσιαστικά ναι

Άρα δεν θα μπορούσε να στηρίξει την υπεράσπισή της στο:

«Δεν το έκανα.»

Η υπεράσπιση θα έπρεπε να είναι πολύ βαθύτερη.


5. Η υπεράσπιση της Αντιγόνης

Η Αντιγόνη δεν λέει:

«Δεν γνώριζα τον νόμο.»

Λέει, στην ουσία:

«Γνώριζα την εντολή σου, αλλά δεν αναγνωρίζω ότι αυτή η εντολή έχει την ανώτερη ισχύ που της αποδίδεις.»

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Δεν έχουμε άγνοια νόμου.

Έχουμε σύγκρουση δύο αντιλήψεων περί δικαίου.

Κρέων:

Νόμος = η εντολή της πολιτικής εξουσίας.

Αντιγόνη:

Δίκαιο = υπάρχει κάτι ανώτερο από την προσωρινή βούληση του άρχοντα.

Η σύγκρουση αυτή έχει συχνά συνδεθεί με το φυσικό δίκαιο και την πολιτική ανυπακοή, αν και η ακριβής ερμηνεία του σοφόκλειου επιχειρήματος παραμένει αντικείμενο επιστημονικής διαμάχης. 


6. Μπορεί η «ανώτερη ηθική» να δικαιολογήσει την παραβίαση του νόμου;

Εδώ πρέπει να προσέξουμε πολύ.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν λέει γενικά:

«Αν θεωρείς έναν νόμο άδικο, επιτρέπεται να τον παραβιάσεις.»

Αυτό θα κατέστρεφε την έννοια της έννομης τάξης.

Υπάρχει όμως η πολύ διαφορετική έννοια της πολιτικής ανυπακοής, η οποία αποτελεί αντικείμενο έντονης νομικοπολιτικής συζήτησης και στην οποία η Αντιγόνη έχει γίνει κλασικό παράδειγμα. 

Το κρίσιμο σύγχρονο ερώτημα είναι:

Υπάρχει κάποιος λόγος άρσης του αδίκου ή καταλογισμού που να εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη πράξη;


7. Η ταφή του νεκρού: εδώ αλλάζει όλη η υπόθεση

Η πράξη της Αντιγόνης δεν είναι επίθεση εναντίον ανθρώπου.

Δεν:

σκοτώνει,

τραυματίζει,

κλέβει,

καταστρέφει περιουσία,

απειλεί τον Κρέοντα.

Θάβει έναν νεκρό.

Επομένως, από σύγχρονη άποψη, το δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει πολύ προσεκτικά αν η ποινικοποίηση της πράξης προστατεύει κάποιο συγκεκριμένο έννομο αγαθό και αν η επέμβαση του κράτους είναι αναγκαία και αναλογική.


8. Η αναλογικότητα

Ακόμη κι αν δεχθούμε ότι η παραβίαση της κρατικής απαγόρευσης είναι αξιόποινη, εμφανίζεται το δεύτερο τεράστιο πρόβλημα:

Θάνατος για την ταφή ενός νεκρού;

Η σύγχρονη αρχή της αναλογικότητας θα δημιουργούσε σοβαρότατο ζήτημα.

Η ποινή πρέπει να έχει εύλογη σχέση με:

τη βαρύτητα της πράξης,

τη βλάβη που προκλήθηκε,

τον βαθμό υπαιτιότητας,

τις περιστάσεις του δράστη.

Η Αντιγόνη δεν είναι εγκληματίας που επιδιώκει να πλήξει τη ζωή κάποιου.

Είναι πρόσωπο που παραβιάζει μια κρατική απαγόρευση για να πραγματοποιήσει ταφικό καθήκον.


9. Υπάρχει «κατάσταση ανάγκης»;

Θα μπορούσε η υπεράσπιση να επιχειρήσει κάτι τέτοιο;

Ναι, θα μπορούσε να εξεταστεί, αλλά δεν είναι απλή υπόθεση.

Η Αντιγόνη βρίσκεται μπροστά σε μια σύγκρουση:

υπακοή στην κρατική εντολή

ή

ταφή του νεκρού αδελφού.

Το σύγχρονο δικαστήριο όμως δεν θα δεχόταν αυτομάτως:

«Είχα ηθικό καθήκον, άρα μπορούσα να παραβιάσω τον νόμο.»

Θα εξέταζε αν πληρούνται οι πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις οποιουδήποτε λόγου άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού.


10. Το πιο ισχυρό επιχείρημα της Αντιγόνης

Κατά τη γνώμη μου, το ισχυρότερο σύγχρονο νομικό επιχείρημα δεν θα ήταν:

«Οι θεοί μου είπαν να το κάνω.»

Θα ήταν:

«Η κρατική απαγόρευση δεν μπορεί να μετατρέψει αυτομάτως μια θεμελιώδη ανθρώπινη πράξη ταφής σε έγκλημα, ιδίως όταν η ίδια η κρατική εντολή υπερβαίνει τα όρια της νόμιμης εξουσίας.»

Δηλαδή η υπεράσπιση μεταφέρεται από τη θεολογία στο κράτος δικαίου.


11. Η Αντιγόνη δεν ζητά συγχώρεση

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για τη νομική ανάλυση.

Όταν ο Κρέων τη ρωτά αν γνώριζε την απαγόρευση, δεν απαντά:

«Δεν ήξερα.»

Ούτε:

«Μετανιώνω.»

Ουσιαστικά λέει:

«Ναι, το γνώριζα και το έκανα.»

Άρα η Αντιγόνη δεν αμφισβητεί τα πραγματικά περιστατικά.

Αμφισβητεί τη νομική νομιμοποίηση της εξουσίας.

Αυτό κάνει τη δίκη της πολύ διαφορετική από τη δίκη του Οιδίποδα.


12. Αντιγόνη και Οιδίποδας

Η σύγκριση είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική:


Οιδίποδας

Αντιγόνη

Πράξη

Αμφισβητείται/ερευνάται

Παραδέχεται

Γνώση

Δεν γνώριζε κρίσιμα γεγονότα

Γνώριζε την απαγόρευση

Πρόθεση

Δεν ήθελε το πατροκτόνο/αιμομικτικό αποτέλεσμα

Θέλει την ταφή

Κεντρικό ζήτημα

Άγνοια και υπαιτιότητα

Νόμος και νομιμότητα

Υπεράσπιση

«Δεν γνώριζα»

«Γνώριζα, αλλά δεν αναγνωρίζω αυτή την εντολή ως ανώτερο δίκαιο»

Τραγική σύγκρουση

άνθρωπος–μοίρα

άνθρωπος–εξουσία


13. Και ο Κρέων θα μπορούσε να βρεθεί στο εδώλιο

Εδώ η σύγχρονη ανάγνωση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Αντί να έχουμε μόνο:

«Η δίκη της Αντιγόνης»

θα μπορούσαμε να έχουμε:

«Η δίκη της κρατικής εξουσίας».

Το σύγχρονο δικαστήριο θα μπορούσε να εξετάσει και τη συμπεριφορά του Κρέοντα:

Ήταν νόμιμη η απαγόρευση;

Είχε αρμοδιότητα να την επιβάλει;

Ήταν αναγκαία;

Ήταν αναλογική;

Υπήρχε διάκριση μεταξύ πολιτικής τιμωρίας και προσβολής του νεκρού;

Γιατί η ποινή ήταν θάνατος;

Γιατί αρνήθηκε να αναθεωρήσει την απόφαση;

Η Αντιγόνη επομένως δεν είναι απλώς ιστορία ενός ανθρώπου που παραβιάζει τον νόμο.

Είναι ιστορία της εξουσίας που πιστεύει ότι η δική της εντολή είναι ταυτόσημη με το Δίκαιο.


14. Το τραγικό λάθος του Κρέοντα

Ο Κρέων υποστηρίζει μια θέση που, απομονωμένη, έχει ισχυρό πολιτικό πυρήνα:

Χωρίς υπακοή στους νόμους δεν υπάρχει πόλη.

Αυτό είναι πραγματικό πρόβλημα και σήμερα.

Αλλά κάνει το μοιραίο βήμα:

ταυτίζει τον νόμο με τη δική του βούληση.

Εκεί μετατρέπεται από υπερασπιστής της έννομης τάξης σε φορέα αυθαίρετης εξουσίας.

Η σύγχρονη συνταγματική δημοκρατία ακριβώς γι' αυτό δεν θεωρεί ότι:

κράτος = κυβέρνηση = νόμος = δικαιοσύνη.


15. Θα καταδικαζόταν η Αντιγόνη σήμερα;

Η απάντηση πρέπει να είναι προσεκτική:

Αν υπήρχε έγκυρος σύγχρονος νόμος

που απαγόρευε συγκεκριμένα την πράξη και πληρούνταν όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, η συνειδητή παραβίαση του νόμου δεν θα εξαφανιζόταν απλώς επειδή η Αντιγόνη είχε ηθικό κίνητρο.

Αν όμως η απαγόρευση ήταν αυθαίρετη κρατική εντολή

χωρίς νόμιμη βάση ή αντίθετη προς ανώτερες συνταγματικές/ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιταγές, τότε η ίδια η ποινική δίωξη θα αντιμετώπιζε σοβαρότατο πρόβλημα νομιμότητας.

Άρα:

Η σύγχρονη Αντιγόνη δεν είναι αυτομάτως «αθώα επειδή είχε δίκιο».

Είναι όμως επίσης αδύνατο να θεωρηθεί αυτομάτως «ένοχη επειδή παραβίασε την εντολή του Κρέοντα».

Πρώτα πρέπει να αποδειχθεί ότι η εντολή ήταν νόμιμος και έγκυρος ποινικός κανόνας.


16. Η μεγάλη νομική ειρωνεία της τραγωδίας

Η Αντιγόνη λέει:

«Το έκανα.»

Ο Κρέων λέει:

«Παραβίασες τον νόμο.»

Και το σύγχρονο δικαστήριο απαντά:

«Περίμενε. Πριν εξετάσουμε αν παραβίασες τον νόμο, πρέπει να εξετάσουμε αν αυτό που ονομάζεις “νόμο” είναι πράγματι έγκυρος νόμος και αν μπορεί να στηρίξει ποινική καταδίκη.»

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της σύγχρονης νομικής σκέψης.

Συμπέρασμα

Η Αντιγόνη δεν είναι η ηρωίδα που λέει απλώς «παραβαίνω τον νόμο επειδή πιστεύω ότι έχω δίκιο».

Είναι πολύ πιο σύνθετη.

Είναι ο άνθρωπος που αμφισβητεί ότι κάθε εντολή της εξουσίας είναι αυτομάτως Δίκαιο.

Και ο Κρέων δεν είναι απλώς «ο κακός δικαστής». Εκφράζει ένα πραγματικό πρόβλημα κάθε οργανωμένης πολιτείας:

Χωρίς νόμο υπάρχει αυθαιρεσία.

Αλλά όταν η εξουσία ταυτίζει τη δική της βούληση με τον νόμο, τότε ο ίδιος ο νόμος μπορεί να γίνει όργανο αυθαιρεσίας.

Γι' αυτό η Αντιγόνη παραμένει τόσο σημαντική για το σύγχρονο ποινικό δίκαιο και τη φιλοσοφία του δικαίου: η σύγκρουση δεν είναι απλώς «θεϊκός νόμος εναντίον ανθρώπινου νόμου». Η σύγχρονη νομική ανάγνωση μπορεί να τη δει ως σύγκρουση μεταξύ εξουσίας, νομιμότητας, συνείδησης, πολιτικής ανυπακοής και των ορίων του δικαιώματος του κράτους να τιμωρεί.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ


Η υπόθεση του Αριστοτέλη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γιατί έρχεται σχεδόν έναν αιώνα μετά τη δίκη του Σωκράτη και μοιάζει ανατριχιαστικά με επανάληψή της.

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., στην Αθήνα εκδηλώθηκε έντονο αντιμακεδονικό κλίμα. Ο Αριστοτέλης, λόγω της στενής σχέσης του με τη μακεδονική αυλή και επειδή είχε υπάρξει δάσκαλος του Αλεξάνδρου, βρέθηκε πολιτικά εκτεθειμένος. Εναντίον του κινήθηκε δίωξη για ἀσέβεια, με βασικό κατηγορητήριο, σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, τον ύμνο που είχε συνθέσει για τον Ερμία και το επιτύμβιο επίγραμμα για το μνημείο του στους Δελφούς. 

Ο Αριστοτέλης δεν περίμενε τη δίκη. Έφυγε από την Αθήνα για τη Χαλκίδα, όπου πέθανε το 322 π.Χ. Οι αρχαίες μαρτυρίες μάλιστα αναφέρουν ότι η δίκη συνεχίστηκε ερήμην του και ότι καταδικάστηκε σε θάνατο. 


1. Το κατηγορητήριο

Η βασική κατηγορία ήταν:

ἀσέβεια

και συνδεόταν με τον ύμνο του Αριστοτέλη στον Ερμία και το επίγραμμα του αγάλματός του στους Δελφούς.

Ο Ερμίας, τύραννος της Άσσου και φίλος του Αριστοτέλη, είχε σκοτωθεί από τους Πέρσες. Ο Αριστοτέλης τον τιμούσε στον ύμνο του με εξαιρετικά υψηλή γλώσσα. Οι κατήγοροι το παρουσίασαν ως θεοποίηση ενός ανθρώπου. 

Αλλά εδώ εμφανίζεται αμέσως το σύγχρονο νομικό πρόβλημα:

Η σύνθεση ενός ύμνου προς έναν νεκρό φίλο είναι από μόνη της ποινικό αδίκημα;

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο, η απάντηση θα απαιτούσε συγκεκριμένο νόμο.


2. Η αρχή της νομιμότητας

Το σύγχρονο δικαστήριο θα ξεκινούσε από:

nullum crimen, nulla poena sine lege

Δεν υπάρχει έγκλημα χωρίς προϋπάρχοντα ποινικό νόμο.

Δεν αρκεί ο κατήγορος να πει:

«Ο Αριστοτέλης προσέβαλε τη θρησκεία.»

Πρέπει να αποδείξει:

ποια συγκεκριμένη πράξη έκανε,

ποια ποινική διάταξη παραβίασε,

ποιο έννομο αγαθό προστατεύει η διάταξη,

ποια μορφή υπαιτιότητας απαιτείται.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από μια πολιτική κοινωνία που θεωρεί κάποιον ασεβή ή επικίνδυνο.


3. Η ουσία της υπόθεσης: ο ύμνος

Η παράδοση παρουσιάζει τους κατηγόρους να θεωρούν ότι ο Αριστοτέλης απέδωσε στον Ερμία τιμές που ανήκαν στους θεούς.

Όμως οι αρχαίες μαρτυρίες δείχνουν ότι υπήρχε διαφωνία ακόμη και ως προς το είδος του ποιήματος. Ο Αθήναιος μεταφέρει υπεράσπιση σύμφωνα με την οποία το ποίημα δεν ήταν παιάν, όπως υποστήριζε ο κατήγορος, αλλά σκόλιο, δηλαδή διαφορετικού είδους ποιητικό έργο.

Από σύγχρονη άποψη αυτό έχει τεράστια σημασία.

Η κατηγορία δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε:

«Πώς εμείς ερμηνεύουμε το ποίημα.»

Χρειάζεται να αποδειχθεί ότι το συγκεκριμένο ποίημα περιέχει την αξιόποινη πράξη.


4. Η πρόθεση του Αριστοτέλη

Εδώ εισέρχεται η mens rea, δηλαδή η απαιτούμενη υποκειμενική υπόσταση.

Ας υποθέσουμε ότι ένας νόμος απαγόρευε πράγματι τη θεοποίηση ανθρώπου.

Το δικαστήριο θα έπρεπε να ρωτήσει:

Ήθελε ο Αριστοτέλης να θεοποιήσει τον Ερμία;

ή:

Τιμούσε ποιητικά έναν νεκρό φίλο;

ή:

Χρησιμοποίησε θρησκευτική γλώσσα χωρίς πρόθεση να υποστηρίξει ότι ο Ερμίας ήταν πραγματικά θεός;

Αυτό δεν μπορεί να λυθεί απλώς με την ανάγνωση μιας λέξης.

Θα έπρεπε να εξεταστούν:

ολόκληρο το ποίημα,

το ιστορικό πλαίσιο,

η σχέση του Αριστοτέλη με τον Ερμία,

οι φιλοσοφικές του αντιλήψεις,

η συμπεριφορά του,

οι περιστάσεις σύνθεσης.


5. Η φιλοσοφία του Αριστοτέλη ως αποδεικτικό στοιχείο

Εδώ η δίκη γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Οι κατήγοροι μπορούσαν να προσπαθήσουν να χρησιμοποιήσουν τις φιλοσοφικές θέσεις του Αριστοτέλη για να δείξουν ότι ήταν άθεος ή ασεβής.

Αλλά σε ένα σύγχρονο δικαστήριο υπάρχει μια τεράστια διάκριση:

Μια φιλοσοφική θεωρία δεν είναι από μόνη της ποινική πράξη.

Το να έχει κάποιος διαφορετική μεταφυσική θεωρία δεν αποδεικνύει ότι τέλεσε συγκεκριμένο θρησκευτικό αδίκημα.


6. Η πολιτική διάσταση

Εδώ βρίσκεται πιθανώς το σημαντικότερο στοιχείο ολόκληρης της υπόθεσης.

Ο Αριστοτέλης δεν ήταν απλώς ένας οποιοσδήποτε Αθηναίος.

Ήταν:

Μακεδόνας στην πολιτική του σύνδεση,

δάσκαλος του Αλεξάνδρου,

συνδεδεμένος με την αυλή,

επικεφαλής του Λυκείου.

Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, η Αθήνα στράφηκε εναντίον της μακεδονικής κυριαρχίας. Σύγχρονη μελέτη  χαρακτηρίζει τις διώξεις του Αριστοτέλη και του Δημοσθένη ως γενικά αποδεκτές πολιτικές επιθέσεις εναντίον προσώπων που θεωρούνταν φιλομακεδόνες. 

Αυτό όμως οδηγεί σε μια πολύ σημαντική σύγχρονη νομική διάκριση:

Πολιτικό κίνητρο ≠ ποινική ενοχή.

Ακόμη και αν αποδειχθεί ότι οι κατήγοροι ήθελαν να εξουδετερώσουν πολιτικά τον Αριστοτέλη, αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι ήταν αθώος.

Αλλά δημιουργεί σοβαρό ζήτημα για την αξιοπιστία της δίωξης και των αποδεικτικών στοιχείων.


7. Η δίωξη ως «πολιτικό έγκλημα»

Εδώ η σύγχρονη ορολογία γίνεται ιδιαίτερα χρήσιμη.

Φανταστείτε μια σημερινή κυβέρνηση να λέει:

«Ο συγκεκριμένος καθηγητής είναι φίλος του προηγούμενου ηγέτη. Ας βρούμε μια ποινική κατηγορία για να τον απομακρύνουμε.»

Το σύγχρονο κράτος δικαίου προσπαθεί να εμποδίσει ακριβώς αυτό.

Το ποινικό δικαστήριο πρέπει να εξετάζει:

την πράξη του κατηγορουμένου

και όχι:

την πολιτική του ταυτότητα.

8. Η φυγή του Αριστοτέλη

Εδώ υπάρχει ένα εξαιρετικά λεπτό νομικό ζήτημα.

Ο Αριστοτέλης εγκαταλείπει την Αθήνα.

Θα μπορούσε ένας σύγχρονος εισαγγελέας να πει:

«Έφυγε επειδή ήταν ένοχος.»

Όχι.

Η φυγή μπορεί να αποτελεί ένδειξη:

φόβου,

αυτοπροστασίας,

πεποίθησης ότι δεν θα έχει δίκαιη δίκη,

ή ακόμη και ενοχής.

Δεν αποδεικνύει από μόνη της κανένα από αυτά.

Το σύγχρονο δικαστήριο δεν μπορεί να μετατρέψει την άσκηση του δικαιώματος αποχώρησης ή αυτοπροστασίας σε τεκμήριο ενοχής.


9. Και εδώ ο Αριστοτέλης θυμάται τον Σωκράτη

Η περίφημη παράδοση αποδίδει στον Αριστοτέλη την απόφαση να φύγει ώστε να μην επιτρέψει στους Αθηναίους να «αμαρτήσουν» ξανά εναντίον της φιλοσοφίας, όπως είχαν κάνει με τον Σωκράτη.

Εδώ υπάρχει μια εκπληκτική ιστορική ειρωνεία:

Σωκράτης:

μένει → δικάζεται → καταδικάζεται → πεθαίνει.

Αριστοτέλης:

βλέπει τη δίωξη → φεύγει → δεν παραδίδεται στη δίκη → πεθαίνει στη Χαλκίδα.

Ο Αριστοτέλης φαίνεται να θεωρεί ότι η ηθική γενναιότητα του Σωκράτη δεν απαιτείται να επαναληφθεί ως νομική αυτοκτονία.


10. Θα μπορούσε να δικαστεί ερήμην σήμερα;

Εδώ η απάντηση είναι πιο σύνθετη.

Σε ορισμένα σύγχρονα νομικά συστήματα υπάρχουν διαδικασίες δίκης ερήμην υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ενώ σε άλλα η φυσική παρουσία του κατηγορουμένου έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία.

Αλλά το κρίσιμο είναι:

Η απουσία του κατηγορουμένου δεν καταργεί το βάρος της απόδειξης.

Ακόμη και αν η δίκη γινόταν χωρίς τον Αριστοτέλη, η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε να αποδείξει την κατηγορία.

Δεν ισχύει:

«Έφυγε, άρα είναι ένοχος.»


11. In dubio pro reo

Εδώ η υπόθεση του Αριστοτέλη παρουσιάζει μια πολύ χαρακτηριστική περίπτωση.

Υπάρχει αμφιβολία:

για το ακριβές περιεχόμενο της κατηγορίας,

για το νόημα του ύμνου,

για το αν ήταν παιάν,

για το αν συνιστούσε πραγματικά θεοποίηση του Ερμία,

για την πολιτική σκοπιμότητα της δίωξης.

Σε ένα σύγχρονο ποινικό δικαστήριο:

Εάν η εύλογη αμφιβολία αφορά ουσιώδες στοιχείο της κατηγορίας, δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη.


12. Η υπεράσπιση του Αριστοτέλη

Η υπεράσπιση θα μπορούσε να έχει τέσσερις άξονες:

Α. Δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη

Ο ύμνος είναι ποιητικός έπαινος, όχι θεοποίηση.

Β. Δεν υπάρχει απαιτούμενη πρόθεση

Ο Αριστοτέλης δεν είχε σκοπό να προσβάλει τους θεούς ή να παρουσιάσει τον Ερμία ως θεότητα.

Γ. Η δίωξη έχει πολιτικό υπόβαθρο

Η κατηγορία χρησιμοποιείται για την εξουδετέρωση ενός φιλομακεδονικού διανοουμένου.

Δ. Υπάρχει εύλογη αμφιβολία

Ακόμη και αν το δικαστήριο δεν δεχθεί πλήρως την υπεράσπιση, τα στοιχεία δεν αρκούν για ποινική καταδίκη.


13. Και υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα: η αναλογικότητα

Ας υποθέσουμε ότι ο Αριστοτέλης πράγματι χρησιμοποίησε υπερβολικά τιμητική γλώσσα για τον Ερμία.

Το σύγχρονο δικαστήριο θα ρωτούσε:

Γιατί αυτό να επισύρει θάνατο;

Η αναλογικότητα της ποινής θα ήταν τεράστιο ζήτημα.

Ακόμη και αν υπήρχε κάποιο θρησκευτικό αδίκημα, η ποινή του θανάτου για ποιητικό εγκώμιο ενός νεκρού φίλου θα ήταν από σύγχρονη σκοπιά εξαιρετικά προβληματική.


14. Το πιο σημαντικό: δεν δικάζεται ο Αριστοτέλης για τον Αλέξανδρο

Αυτό πρέπει να το ξεχωρίσουμε.

Ο Αριστοτέλης δεν μπορεί να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνος για τις πράξεις του Αλεξάνδρου επειδή υπήρξε δάσκαλός του.

Ούτε για:

τις κατακτήσεις,

τις εκτελέσεις,

τις πολιτικές αποφάσεις,

την αυτοκρατορική πολιτική.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο απαιτεί:

προσωπική ποινική ευθύνη.

Δεν υπάρχει:

«ήταν δάσκαλος του δράστη, άρα είναι ένοχος».


15. Η πραγματική σύγκριση: Σωκράτης – Αριστοτέλης

Εδώ έχουμε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον δίπτυχο.


Σωκράτης

Αριστοτέλης

Εποχή

399 π.Χ.

323/322 π.Χ.

Κατηγορία

Ασέβεια + διαφθορά νέων

Ασέβεια

Πολιτικό υπόβαθρο

Μεταπολιτική Αθήνα

Αντιμακεδονική Αθήνα

Υπεράσπιση

Μένει και μιλά

Φεύγει

Στάση

Αντιμετωπίζει το δικαστήριο

Αποφεύγει το δικαστήριο

Αποτέλεσμα

Καταδίκη και θάνατος

Καταδίκη ερήμην, κατά την παράδοση

Τραγική επιλογή

Να μείνει

Να φύγει

Και η μεγάλη ειρωνεία είναι:

Ο Αριστοτέλης, ο μεγάλος θεωρητικός της δικαιοσύνης, δεν εμπιστεύτηκε τη δικαστική κρίση της Αθήνας για τον ίδιο.


16. Η σύγχρονη ετυμηγορία

Αν ανασυστήσουμε τη δίκη με τα σημερινά κριτήρια, η πιθανότερη απόφαση θα ήταν:

ΑΘΩΩΣΗ

όχι επειδή ο Αριστοτέλης ήταν μεγάλος φιλόσοφος.

Αλλά επειδή η κατηγορούσα αρχή θα είχε να αντιμετωπίσει σοβαρότατα προβλήματα:

αρχή της νομιμότητας,

σαφήνεια του εγκλήματος,

απόδειξη της αντικειμενικής πράξης,

απόδειξη της απαιτούμενης πρόθεσης,

ερμηνεία του ποιήματος,

πολιτική σκοπιμότητα της δίωξης,

εύλογη αμφιβολία,

αναλογικότητα της ποινής.

Το βαθύτερο συμπέρασμα

Η δίκη του Αριστοτέλη είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική από τη δίκη του Σωκράτη.

Στον Σωκράτη βλέπουμε το πρόβλημα:

«Μπορεί η πόλη να τιμωρήσει έναν άνθρωπο για τις ιδέες του;»

Στον Αριστοτέλη εμφανίζεται ένα δεύτερο πρόβλημα:

«Μπορεί η πόλη, σε μια στιγμή πολιτικής κρίσης, να χρησιμοποιήσει ένα ποινικό αδίκημα ως εργαλείο εναντίον ενός πολιτικά ανεπιθύμητου ανθρώπου;»

Και η απάντηση του σύγχρονου ποινικού δικαίου είναι θεμελιώδης:

Όχι. Ο ποινικός νόμος δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο πολιτικής εκδίκησης.

Η ιστορία του Αριστοτέλη δείχνει επομένως την ανάγκη μιας αρχής που βρίσκεται στον πυρήνα του σύγχρονου κράτους δικαίου:

ο άνθρωπος δεν δικάζεται για το ποιος είναι, ποιον γνωρίζει, ποιον δίδαξε ή ποια πολιτική παράταξη τον θεωρεί εχθρό· δικάζεται μόνο για συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη που ο νόμος ορίζει και η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει.

Και υπάρχει μια ιδιαίτερα δυνατή ειρωνεία: ο Αριστοτέλης, ο θεωρητικός που μελέτησε συστηματικά τη δικαιοσύνη, επέλεξε να μη γίνει δεύτερος Σωκράτης. Η παράδοση τον παρουσιάζει να αποφεύγει τη δίκη ακριβώς επειδή θυμόταν την πρώτη «αμαρτία» της Αθήνας απέναντι στη φιλοσοφία.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΙΑ ΔΩΡΟΔΟΚΙΑ


Η «Δίκη του Περικλή» για τη δωροδοκία του Σπαρτιάτη στρατηγού στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο

Εδώ χρειάζεται πρώτα μια σημαντική ιστορική διόρθωση, γιατί υπάρχουν δύο διαφορετικές υποθέσεις του Περικλή που εύκολα συγχέονται.

Η αρχαία παράδοση, κυρίως ο Πλούταρχος, λέει ότι όταν σπαρτιατικός στρατός εισέβαλε στην Αττική, ο Περικλής επέστρεψε από την Εύβοια και, επειδή δεν ήθελε να συγκρουστεί με ισχυρότερο στρατό, δωροδόκησε τον Κλεάνδριδα, τον σύμβουλο/επίτροπο του νεαρού Σπαρτιάτη βασιλιά Πλειστοάνακτα, ώστε οι Πελοποννήσιοι να αποχωρήσουν. Ο Πλειστοάναξ και ο Κλεάνδριδας αντιμετώπισαν στη Σπάρτη τις συνέπειες: ο Κλεάνδριδας καταδικάστηκε σε θάνατο ερήμην, ενώ ο βασιλιάς τιμωρήθηκε και κατέφυγε στην εξορία. 

Δεν γνωρίζουμε από τις πηγές ότι ο Περικλής δικάστηκε στην Αθήνα ειδικά για αυτή τη δωροδοκία. Υπήρξε όμως αργότερα σοβαρή δίωξη εναντίον του για δημόσιο χρήμα, με κατηγορίες που ο Πλούταρχος περιγράφει ως υπεξαίρεση, δωροδοκία ή κακοδιαχείριση, ενώ η υπόθεση του 323; No—later in his career, under political pressure. 

Ας κάνουμε λοιπόν αυτό που κάναμε με τον Σωκράτη, την Αντιγόνη και τον Αριστοτέλη: ας μεταφέρουμε την υπόθεση της δωροδοκίας του Σπαρτιάτη αξιωματούχου σε ένα σύγχρονο ποινικό δικαστήριο.


1. Το σύγχρονο κατηγορητήριο

Η κατηγορία θα μπορούσε να διατυπωθεί περίπου ως εξής:

Ο Περικλής, ως δημόσιος αξιωματούχος και στρατηγός, προσέφερε παράνομο χρηματικό όφελος σε αλλοδαπό δημόσιο αξιωματούχο, τον Κλεάνδριδα, προκειμένου αυτός να επηρεάσει την άσκηση των καθηκόντων του και να επιτύχει την αποχώρηση του σπαρτιατικού στρατού από την Αττική.

Αν αποδεικνυόταν αυτό, θα είχαμε μια κλασική περίπτωση ενεργητικής δωροδοκίας.

Και εδώ η υπόθεση είναι πολύ διαφορετική από τη δίκη του Σωκράτη.

Ο Σωκράτης κατηγορείται για ιδέες και διδασκαλία.

Ο Περικλής θα κατηγορούνταν για συγκεκριμένη συναλλακτική πράξη:

χρήματα → αξιωματούχος → υπηρεσιακή ενέργεια.


2. Το πρώτο ερώτημα: έγινε πράγματι η πληρωμή;

Σε ένα σύγχρονο δικαστήριο ο εισαγγελέας δεν θα μπορούσε να αρκεστεί στο:

«Ο σπαρτιατικός στρατός αποχώρησε, άρα ο Περικλής πρέπει να πλήρωσε.»

Θα έπρεπε να αποδείξει:

ότι προσφέρθηκαν χρήματα,

ότι τα χρήματα προήλθαν από τον Περικλή ή κατ' εντολή του,

ότι ο αποδέκτης ήταν ο Κλεάνδριδας,

ότι η παροχή έγινε για συγκεκριμένη υπηρεσιακή ενέργεια,

ότι ο Περικλής γνώριζε τον χαρακτήρα της συναλλαγής.

Αυτό είναι το κλασικό πρόβλημα:

corpus delicti + αιτιώδης σύνδεση + mens rea.


3. Η μαρτυρία του αποτελέσματος δεν αρκεί

Το γεγονός είναι εντυπωσιακό:

Ο σπαρτιατικός στρατός εισβάλλει → ο Περικλής επιστρέφει → ο στρατός αποχωρεί.

Αλλά:

συσχέτιση δεν σημαίνει απόδειξη δωροδοκίας.

Θα μπορούσε θεωρητικά να υπήρξε:

πολιτική διαπραγμάτευση,

στρατηγική απόφαση,

αλλαγή σχεδίων,

εσωτερική διαφωνία στη Σπάρτη,

ή δωροδοκία.

Το δικαστήριο πρέπει να αποδείξει ποιο από αυτά συνέβη.


4. Όμως οι αρχαίες πηγές είναι πολύ επιβαρυντικές για τον Περικλή

Ο Πλούταρχος δεν παρουσιάζει απλώς μια αόριστη υποψία.

Λέει ότι ο Περικλής, διαπιστώνοντας ότι ο νεαρός Πλειστοάναξ καθοδηγούνταν από τον Κλεάνδριδα, «διερεύνησε την ακεραιότητά του» και σύντομα τον διέφθειρε με χρήματα, με αποτέλεσμα να αποχωρήσουν οι Πελοποννήσιοι. 

Αν αυτό το γεγονός μπορούσε να αποδειχθεί με σύγχρονα αποδεικτικά μέσα, η θέση του Περικλή θα ήταν πολύ δύσκολη.


5. Η υπαιτιότητα

Εδώ βρίσκεται η καρδιά της σύγχρονης ποινικής δίκης.

Δεν αρκεί:

«Έδωσε χρήματα.»

Πρέπει να αποδειχθεί γιατί τα έδωσε.

Αν ο Περικλής:

γνώριζε ότι ο Κλεάνδριδας ήταν αξιωματούχος

γνώριζε ότι τα χρήματα θα επηρέαζαν την υπηρεσιακή του συμπεριφορά

τα έδωσε ακριβώς γι' αυτό,

τότε υπάρχει σαφής δόλος.

Δεν πρόκειται για αμέλεια.

Δεν πρόκειται για λάθος εκτίμηση.

Δεν πρόκειται για αμφίβολη πολιτική δωρεά.

Πρόκειται για σκοπούμενη συναλλαγή.


6. «Μα έσωσε την Αθήνα»

Αυτό θα ήταν πιθανότατα το σημαντικότερο επιχείρημα της υπεράσπισης.

Ο συνήγορος θα μπορούσε να πει:

«Ο Περικλής δεν δωροδόκησε για προσωπικό όφελος. Προσπάθησε να προστατεύσει την Αθήνα και να αποφύγει μια καταστροφική στρατιωτική σύγκρουση.»

Αυτό είναι πολύ ισχυρό πολιτικό και ηθικό επιχείρημα.

Αλλά δεν σημαίνει αυτομάτως:

δικαιολογημένη δωροδοκία.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο διαχωρίζει:

κίνητρο → από ποινική δικαιολόγηση.


7. Το κίνητρο του Περικλή

Εδώ έχουμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση.

Ας υποθέσουμε ότι ο Περικλής λέει:

«Το έκανα για να προστατεύσω την Αθήνα.»

Αυτό μπορεί να είναι αληθινό.

Αλλά η σύγχρονη νομική ερώτηση είναι:

Μπορεί ένας δημόσιος αξιωματούχος να διαπράξει δωροδοκία για καλό σκοπό;

Κατά κανόνα, το καλό κίνητρο δεν εξαφανίζει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος.

Ο γιατρός δεν επιτρέπεται να δωροδοκήσει επειδή θέλει να σώσει τον ασθενή.

Ο δικαστής δεν επιτρέπεται να δωροδοκηθεί επειδή θέλει να αποτρέψει μεγαλύτερο κακό.

Ο δημόσιος λειτουργός δεν μπορεί να χρησιμοποιεί παράνομη συναλλαγή απλώς επειδή θεωρεί το αποτέλεσμα πολιτικά ωφέλιμο.


8. Υπάρχει όμως ένα μεγάλο νομικό ζήτημα: η κατάσταση ανάγκης

Εδώ η υπεράσπιση του Περικλή θα μπορούσε να γίνει πολύ πιο σοβαρή.

Υποθέτουμε ότι:

ο σπαρτιατικός στρατός είναι πολύ ισχυρότερος,

η Αθήνα κινδυνεύει άμεσα,

μια σύγκρουση μπορεί να προκαλέσει τεράστιες απώλειες,

ο Περικλής δεν έχει άλλη ρεαλιστική επιλογή,

η δωροδοκία είναι το μόνο μέσο για να αποτραπεί η άμεση καταστροφή.

Τότε θα μπορούσε να εξεταστεί η κατάσταση ανάγκης.

Αλλά όχι αυτομάτως.

Το σύγχρονο δικαστήριο θα ρωτούσε:

Υπήρχε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος;

Ήταν η δωροδοκία αναγκαία;

Υπήρχαν νόμιμα εναλλακτικά μέσα;

Ήταν η βλάβη που αποτράπηκε σαφώς μεγαλύτερη από τη βλάβη που προκάλεσε η πράξη;

Αν υπήρχαν άλλες πραγματικές επιλογές, η επίκληση ανάγκης αποδυναμώνεται.


9. Το κρίσιμο σημείο: δημόσιο χρήμα ή προσωπικά χρήματα;

Αυτό θα άλλαζε δραματικά την υπόθεση.

Περίπτωση Α

Ο Περικλής χρησιμοποιεί δικά του χρήματα.

Έχουμε πιθανή ενεργητική δωροδοκία.

Περίπτωση Β

Χρησιμοποιεί χρήματα του αθηναϊκού δημοσίου.

Τότε μπορεί να προστεθούν:

υπεξαίρεση,

απιστία,

κατάχρηση δημόσιας εξουσίας,

παράνομη διάθεση δημόσιου χρήματος,

ανάλογα με τον συγκεκριμένο σύγχρονο ποινικό κώδικα.

Άρα η ποινική αξιολόγηση εξαρτάται πολύ από την προέλευση των χρημάτων.


10. Ο Περικλής θα μπορούσε να πει: «Δεν δωροδόκησα τον στρατηγό»

Εδώ υπάρχει μια ακόμη λεπτή διάκριση.

Ο Κλεάνδριδας ήταν ο άνθρωπος που βρισκόταν δίπλα στον νεαρό Πλειστοάνακτα, όχι ο ίδιος ο βασιλιάς.

Άρα το σύγχρονο δικαστήριο θα έπρεπε να προσδιορίσει:

Ποια ήταν ακριβώς η ιδιότητα του αποδέκτη;

Αν ήταν πρόσωπο που ασκούσε δημόσια λειτουργία και τα χρήματα δίνονταν για να επηρεάσει την άσκηση των καθηκόντων του, αυτό θα ήταν κρίσιμο για τη στοιχειοθέτηση της δωροδοκίας.


11. Η αποχώρηση των Σπαρτιατών ως «απόδειξη»

Ο εισαγγελέας θα μπορούσε να υποστηρίξει:

«Ο Περικλής πληρώνει.

Ο Κλεάνδριδας αλλάζει στάση.

Ο στρατός αποχωρεί.

Άρα υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος.»

Η υπεράσπιση θα απαντούσε:

«Αυτό είναι απλώς συμπέρασμα από τη χρονική ακολουθία.»

Και εδώ το δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων.


12. In dubio pro reo

Αν δεν υπήρχε άμεση απόδειξη της πληρωμής αλλά μόνο:

πολιτικό κίνητρο,

δυνατότητα,

χρονική σύμπτωση,

αποχώρηση των Σπαρτιατών,

θα μπορούσε να υπάρχει εύλογη αμφιβολία.

Και τότε:

in dubio pro reo → αθώωση.

Αν όμως υπήρχε:

μαρτυρία,

λογιστικό ίχνος,

επιστολή,

ομολογία,

μαρτυρία του Κλεάνδριδα,

ή άλλο αξιόπιστο αποδεικτικό υλικό,

η κατάσταση θα άλλαζε.


13. Η μεταγενέστερη δίκη του Περικλή για δημόσια χρήματα

Εδώ πρέπει να διαχωρίσουμε τη συγκεκριμένη υπόθεση από την πραγματική πολιτική/δικαστική επίθεση εναντίον του Περικλή.

Ο Πλούταρχος αναφέρει ότι, μέσα στο κλίμα πολιτικής πίεσης, ο Περικλής κλήθηκε να λογοδοτήσει για δημόσια χρήματα και η υπόθεση μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υπόθεση υπεξαίρεσης, δωροδοκίας ή κακοδιαχείρισης. Η διαδικασία προβλεπόταν να γίνει ενώπιον 1.500 δικαστών, μετά από τροποποίηση της αρχικής πρότασης. 

Αυτό είναι πολύ κοντά σε μια σύγχρονη ποινική δίωξη για οικονομική διαχείριση δημόσιου χρήματος.

Και εδώ η σύγχρονη αρχή της προσωπικής ευθύνης είναι κρίσιμη:

Δεν αρκεί ότι ο Περικλής ήταν ο πολιτικός ηγέτης. Πρέπει να αποδειχθεί η δική του συγκεκριμένη πράξη.


14. Περικλής και πολιτική σκοπιμότητα

Η σύγχρονη υπεράσπιση θα μπορούσε επίσης να εξετάσει αν η δίωξη ήταν πολιτικά υποκινούμενη.

Αλλά χρειάζεται μεγάλη προσοχή:

Πολιτική δίωξη ≠ αυτομάτως αθώος.

Ακόμη και αν οι αντίπαλοί του ήθελαν να τον εξοντώσουν πολιτικά, ο Περικλής θα μπορούσε θεωρητικά να έχει πράγματι δωροδοκήσει.

Αντίστροφα:

ισχυρός πολιτικός ≠ ένοχος.

Η πολιτική του δύναμη δεν αποδεικνύει διαφθορά.


15. Το πιο ενδιαφέρον σημείο: «raison d'État»

Η περίπτωση του Περικλή αγγίζει ένα πολύ σύγχρονο πρόβλημα:

Μπορεί ο ηγέτης να παραβιάσει τον νόμο για να σώσει το κράτος;

Η λογική:

«Έκανα κάτι παράνομο, αλλά το έκανα για το καλό της πατρίδας»

είναι μία από τις πιο επικίνδυνες δικαιολογίες στην ιστορία του πολιτικού εγκλήματος.

Διότι, αν γίνει δεκτή χωρίς όρια, κάθε εξουσία μπορεί να πει:

«Ο νόμος ίσχυε για τους άλλους· εγώ ενεργούσα για την ασφάλεια του κράτους.»

Το σύγχρονο κράτος δικαίου προσπαθεί ακριβώς να εμποδίσει αυτή την εξαίρεση

.

16. Η τελική σύγχρονη ετυμηγορία

Αν η ιστορική αφήγηση αποδεικνυόταν σε σύγχρονο δικαστήριο με αξιόπιστα στοιχεία ότι ο Περικλής:

έδωσε χρήματα,

στον Κλεάνδριδα,

γνωρίζοντας την επίσημη ιδιότητά του,

με σκοπό να επηρεάσει την υπηρεσιακή του συμπεριφορά,

ώστε να αποχωρήσει ο σπαρτιατικός στρατός,

τότε:

θα υπήρχε ισχυρή βάση καταδίκης για ενεργητική δωροδοκία.

Η επίκληση:

«Το έκανα για να σώσω την Αθήνα»

θα ήταν σημαντικό στοιχείο για το κίνητρο και ενδεχομένως για εξέταση κατάστασης ανάγκης, αλλά δεν θα εξαφάνιζε αυτομάτως το έγκλημα.

Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά από την Αντιγόνη

Η Αντιγόνη λέει:

«Παραβίασα την εντολή επειδή θεωρώ ότι υπάρχει ανώτερος νόμος.»

Ο Περικλής, στην υποθετική αυτή δίκη, θα έλεγε:

«Παραβίασα τον νόμο —αν πράγματι τον παραβίασα— για να σώσω την πόλη.»

Η πρώτη περίπτωση είναι σύγκρουση νόμων και νομιμότητας.

Η δεύτερη είναι σύγκρουση νομιμότητας και κρατικής ανάγκης.

Και η σύγχρονη ποινική δικαιοσύνη βρίσκεται ακριβώς εκεί:

Το κράτος πρέπει να προστατεύεται, αλλά ούτε ο ίδιος ο προστάτης του κράτους βρίσκεται πάνω από τον νόμο.

Αυτό κάνει την υπόθεση του Περικλή ιδιαίτερα σύγχρονη: **ο κίνδυνος δεν είναι μόνο η δωροδοκία· είναι η δημιουργία της ιδέας ότι η πολιτική αποτελεσματικότητα μπορεί να αποτελεί αυτοτελή άδεια παραβίασης του ποινικού νόμου.


Η φράση «εἰς τὰ δέοντα» σημαίνει περίπου: «στα πράγματα που έπρεπε να γίνουν», «για τους αναγκαίους/πρέποντες σκοπούς». Η ίδια η έκφραση τὰ δέοντα χρησιμοποιείται στην αρχαία ελληνική με την έννοια του αναγκαίου ή πρέποντος. 

Στο σύγχρονο ποινικό δικαστήριο όμως δεν αρκεί

Ο δικαστής θα του έλεγε ουσιαστικά:

«Δεν σας ρωτώ αν τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για κάτι που θεωρούσατε αναγκαίο. Σας ρωτώ πού πήγαν συγκεκριμένα.»

Και εδώ βρίσκεται η κρίσιμη διαφορά.

Ερώτηση

Απάντηση «εις τα δέοντα»

Πού πήγαν τα χρήματα;

Δεν απαντά

Για ποιον σκοπό;

Δεν προσδιορίζει

Ποιος τα έλαβε;

Δεν λέει

Πόσα δόθηκαν;

Δεν λέει

Υπήρχε νόμιμη δαπάνη;

Δεν αποδεικνύει

Υπήρχε προσωπικό όφελος;

Δεν το αποδεικνύει

Υπήρχε δωροδοκία;

Δεν το αποδεικνύει

Άρα, η φράση από μόνη της δεν αποτελεί ομολογία υπεξαίρεσης ή δωροδοκίας.

Αλλά θα μπορούσε να γίνει πολύ επιβαρυντική, εάν υπάρχουν λογιστικά στοιχεία που δείχνουν ότι πράγματι έλειψαν χρήματα και ο Περικλής, ενώ είχε υποχρέωση λογοδοσίας, αρνείται να εξηγήσει την ακριβή διαδρομή τους.

Το κρίσιμο σύγχρονο σημείο

Ο εισαγγελέας δεν θα μπορούσε να πει:

«Δεν είπε πού πήγαν → άρα τα έκλεψε.»

Αυτό θα παραβίαζε την αρχή της τεκμηρίωσης της ενοχής.

Θα έπρεπε να αποδείξει:

έλλειμμα → διαχείριση από τον Περικλή → συγκεκριμένη εκταμίευση → παραλήπτης → παράνομος σκοπός → γνώση και πρόθεση.

Και αν η υπόθεση αφορά ειδικά τη δωροδοκία του Σπαρτιάτη αξιωματούχου, θα έπρεπε επιπλέον να συνδεθούν αυτά τα συγκεκριμένα χρήματα με τον συγκεκριμένο αποδέκτη και τον συγκεκριμένο σκοπό.

Και εδώ η φράση γίνεται σχεδόν ειρωνική

Αν ο Περικλής εννοούσε:

«Τα χρήματα πήγαν εκεί όπου έπρεπε να πάνε, για να σωθεί η Αθήνα.»

τότε έχουμε μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκρουση:

η πολιτική σκοπιμότητα δεν ταυτίζεται με τη νομική νομιμότητα.

Το «έπρεπε» είναι πολιτική και ηθική κατηγορία.

Το δικαστήριο όμως ρωτά:

«Με ποια νόμιμη εξουσιοδότηση; Με ποια απόφαση; Σε ποιον; Για ποιο ποσό; Για ποια δαπάνη;»

Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου ο Περικλής ως πολιτικός άνδρας συγκρούεται με τον Περικλή ως υπόλογο διαχειριστή δημοσίου χρήματος.

Επομένως, στο σύγχρονο δικαστήριο η απάντηση «εἰς τὰ δέοντα» δεν θα ήταν ομολογία ενοχής· θα ήταν όμως ανεπαρκής λογοδοσία. Και αν πίσω από αυτήν κρύβεται πράγματι πληρωμή στον Κλεάνδριδα, τότε η υπόθεση περνά από το «πού πήγαν τα χρήματα;» στο πολύ σοβαρότερο:

«Γιατί χρησιμοποιήθηκαν δημόσια χρήματα για μια παράνομη ιδιωτική πληρωμή;»

Αυτό θα ήταν το πραγματικό σημείο της δίκης.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ EZRA POUND


Η υπόθεση του Ezra Pound είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα γιατί η δίκη ουσιαστικά δεν έγινε ποτέ. Ο Pound κατηγορήθηκε στις ΗΠΑ για προδοσία (treason) λόγω των ραδιοφωνικών εκπομπών του από τη Ρώμη υπέρ της φασιστικής Ιταλίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά κρίθηκε ανίκανος να δικαστεί λόγω ψυχικής κατάστασης. 


1. Το πραγματικό ιστορικό γεγονός

Ο Pound, Αμερικανός πολίτης που ζούσε στην Ιταλία, έκανε από το 1941 και μετά εκπομπές από τη Ρώμη προς αγγλόφωνο και αμερικανικό κοινό. Οι εκπομπές περιείχαν επιθέσεις εναντίον του Roosevelt και των ΗΠΑ, υποστήριξη του Mussolini και αντισημιτικές τοποθετήσεις. 

Στις 26 Ιουλίου 1943 κατηγορήθηκε από ομοσπονδιακό δικαστήριο της Ουάσιγκτον για προδοσία. Μετά την κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος συνελήφθη στην Ιταλία και μεταφέρθηκε στις ΗΠΑ. Στις 27 Νοεμβρίου 1945 οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου. 

Τότε συνέβη το αποφασιστικό γεγονός: οι ψυχίατροι τον έκριναν ανίκανο να δικαστεί, και το 1946 κρίθηκε «of unsound mind». Μεταφέρθηκε στο St. Elizabeths Hospital, όπου παρέμεινε περίπου δώδεκα χρόνια. Η κατηγορία δεν εξετάστηκε ποτέ επί της ουσίας από σώμα ενόρκων. 

Το 1958 η κατηγορία αποσύρθηκε και ο Pound αφέθηκε ελεύθερος. 


2. Τι θα συνέβαινε σε ένα σύγχρονο ποινικό δικαστήριο;

Εδώ πρέπει να διαχωρίσουμε δύο εντελώς διαφορετικά ερωτήματα:

Α. Έκανε ο Pound τις εκπομπές;

και

Β. Οι εκπομπές συνιστούσαν το συγκεκριμένο έγκλημα της προδοσίας;

Το πρώτο φαίνεται σχετικά εύκολο να αποδειχθεί.

Το δεύτερο είναι το πραγματικό νομικό ζήτημα.

Το αμερικανικό Σύνταγμα ορίζει την προδοσία πολύ στενά: είτε πόλεμος εναντίον των ΗΠΑ είτε προσχώρηση στους εχθρούς τους με «aid and comfort». Επιπλέον απαιτεί δύο μάρτυρες για την ίδια εμφανή πράξη ή ομολογία σε ανοικτό δικαστήριο. 

Άρα:

«Ο Pound έκανε προπαγάνδα για τον εχθρό» δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με «ο Pound διέπραξε προδοσία».


3. Η αντικειμενική πράξη

Η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσε να αποδείξει:

ότι ο Pound βρισκόταν στην Ιταλία,

ότι έκανε ραδιοφωνικές εκπομπές,

ότι γνώριζε το περιεχόμενό τους,

ότι οι εκπομπές μεταδίδονταν προς το αμερικανικό κοινό,

ότι γίνονταν σε περίοδο πολέμου,

και ότι το ιταλικό κράτος τον πλήρωνε για τις υπηρεσίες του.

Το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης είχε συγκεντρώσει σενάρια, αποδείξεις πληρωμών, βιβλία του ραδιοφωνικού σταθμού και άλλα έγγραφα. Ο ίδιος ο Pound είχε επίσης παραδεχθεί ότι έγραφε κείμενα και έκανε ηχογραφήσεις, ενώ αρνιόταν την προδοτική πρόθεση. 

Επομένως η υπεράσπιση δύσκολα θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση σε:

«Δεν έκανα τις εκπομπές.»

Θα έπρεπε να χτυπήσει κυρίως το νομικό στοιχείο της προδοσίας και την απαιτούμενη πρόθεση.


4. Το μεγάλο ζήτημα: η πρόθεση

Εδώ η υπόθεση Pound γίνεται πραγματικά δύσκολη.

Ο Pound δεν μπορούσε εύκολα να πει:

«Δεν γνώριζα ότι η Αμερική βρισκόταν σε πόλεμο.»

Γνώριζε.

Ούτε:

«Δεν ήξερα ότι μιλούσα υπέρ του Mussolini.»

Οι εκπομπές ήταν δικές του.

Το κρίσιμο ερώτημα θα ήταν:

Ήθελε να παράσχει στον εχθρό της Αμερικής “aid and comfort”;

ή:

Πίστευε ότι ασκούσε πολιτική και οικονομική κριτική, προπαγάνδα ή ακόμη και μια ιδιότυπη προσπάθεια να αποτρέψει τον πόλεμο;

Ο Pound υποστήριζε ότι δεν ενεργούσε με προδοτική πρόθεση και ότι θεωρούσε πως οι εκπομπές του μπορούσαν να δικαιολογηθούν ως έκφραση πολιτικών απόψεων. Υπάρχουν μάλιστα μεταγενέστερες αναφορές ότι υποστήριζε πως προσπαθούσε να αποτρέψει τον πόλεμο. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι η υπεράσπισή του θα πετύχαινε.

Αλλά σημαίνει ότι η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε να αποδείξει το αναγκαίο υποκειμενικό στοιχείο.


5. «Είμαι ποιητής» δεν αποτελεί νομική άμυνα

Ούτε το αντίθετο:

«Είναι φασίστας και αντισημίτης, άρα είναι ένοχος προδοσίας.»

θα ήταν αποδεκτό.

Οι πολιτικές και ηθικές πεποιθήσεις του Pound μπορούν να αποτελέσουν αποδεικτικό πλαίσιο, αλλά δεν αντικαθιστούν τα στοιχεία του εγκλήματος.

Το δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει τι ακριβώς έκανε, τι γνώριζε, τι επιδίωκε και αν αυτό πληρούσε τον συγκεκριμένο νομικό ορισμό της προδοσίας.

Αυτό είναι θεμελιώδες:

Το ποινικό δικαστήριο δεν δικάζει μια ιδεολογία. Δικάζει συγκεκριμένη πράξη που περιγράφεται από τον νόμο.


6. Και εδώ εμφανίζεται το πρόβλημα της ψυχικής ικανότητας

Η απόφαση του 1946 δεν ήταν:

«Ο Pound είναι αθώος.»

Ούτε:

«Ο Pound είναι ένοχος αλλά δεν τιμωρείται.»

Ήταν ουσιαστικά:

«Δεν είναι σε κατάσταση να δικαστεί.»

Αυτό είναι τελείως διαφορετικό.

Η σύγχρονη ποινική διαδικασία απαιτεί από τον κατηγορούμενο να μπορεί στοιχειωδώς:

να κατανοήσει την κατηγορία,

να κατανοήσει τη διαδικασία,

να επικοινωνήσει με τον συνήγορό του,

να συμμετέχει ουσιαστικά στην υπεράσπισή του.

Άρα η ικανότητα προς δίκη είναι διαφορετική από την ποινική ευθύνη για την πράξη.


7. Το παράδοξο της υπόθεσης

Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πιο ενδιαφέρον νομικό σημείο:

Ο Pound δεν αθωώθηκε.

Δεν καταδικάστηκε.

Δεν δικάστηκε επί της ουσίας.

Έμεινε για χρόνια σε ένα είδος νομικού μεσοδιαστήματος.

Η ακαδημαϊκή βιβλιογραφία έχει επισημάνει ακριβώς αυτό το παράδοξο: η κατηγορία της προδοσίας ποτέ δεν κρίθηκε επί της ουσίας, επειδή ο Pound κρίθηκε ανίκανος να δικαστεί. 

Και εδώ η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα:

Τι θα ήταν δικαιοσύνη;

Να τον τιμωρήσεις χωρίς δίκη;

Όχι.

Να τον κρατήσεις επ' αόριστον επειδή δεν μπορεί να δικαστεί;

Επίσης προβληματικό.

Να τον αφήσεις ελεύθερο χωρίς να αποφασιστεί αν ήταν ένοχος;

Αυτό προστατεύει την αρχή ότι κανείς δεν καταδικάζεται χωρίς δίκη, αλλά αφήνει ιστορικά αναπάντητο το ερώτημα της ενοχής.


8. Αν τον δικάζαμε σήμερα

Θα έβαζα τη δίκη σε αυτή τη σειρά:

Πράξη:

Ναι, έκανε τις εκπομπές.

Δημοσιότητα/προπαγάνδα:

Ναι, υπήρχε.

Πολιτική ταύτιση με το φασιστικό καθεστώς:

Ισχυρά στοιχεία.

Αντισημιτικό περιεχόμενο:

Ισχυρά στοιχεία. 

Ενίσχυση του εχθρού:

Θα έπρεπε να αποδειχθεί με βάση τον συγκεκριμένο νόμο.

Προδοτική πρόθεση:

Το κρίσιμο σημείο.

Ικανότητα προς δίκη:

Απαραίτητη πριν αρχίσει η επί της ουσίας δίκη.

Ενοχή:

Δεν μπορεί να συναχθεί απλώς από το ότι ήταν φασίστας, αντισημίτης ή συνεργάστηκε με το ιταλικό καθεστώς.


9. Το πιο ενδιαφέρον υποθετικό αποτέλεσμα

Αν υποθέσουμε ότι ο Pound ήταν σήμερα ψυχικά ικανός να δικαστεί, η σύγχρονη δίκη θα μπορούσε να καταλήξει ακόμη και σε αθώωση για την προδοσία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το δικαστήριο «δικαιώνει» τις απόψεις του.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Ένας δικαστής μπορεί να πει:

«Οι απόψεις σας είναι αποκρουστικές.

Οι πράξεις σας ήταν πολιτικά και ηθικά καταδικαστέες.

Αλλά η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε όλα τα στοιχεία του συγκεκριμένου εγκλήματος πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία.»

Και τότε έχουμε την καθαρότερη μορφή του σύγχρονου ποινικού δικαίου:

η ηθική καταδίκη δεν υποκαθιστά την ποινική απόδειξη.

Και υπάρχει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αντιστοιχία με τις προηγούμενες «δίκες» μας

Στον Σωκράτη, το πρόβλημα ήταν:

«Η πολιτική/κοινωνική επιρροή του ισοδυναμεί με έγκλημα;»

Στον Αριστοτέλη:

«Η σχέση με μια πολιτική εξουσία ισοδυναμεί με έγκλημα;»

Στον Περικλή:

«Ο καλός πολιτικός σκοπός νομιμοποιεί την παράνομη χρηματική πράξη;»

Στον Pound:

«Η προδοτική ιδεολογία και προπαγάνδα ισοδυναμούν από μόνες τους με το συγκεκριμένο έγκλημα της προδοσίας;»

Και στις τέσσερις περιπτώσεις το σύγχρονο ποινικό δίκαιο επαναφέρει τον ίδιο αμείλικτο κανόνα:

Δεν δικάζουμε αυτό που είναι κάποιος.

Δικάζουμε αυτό που έκανε, όπως ακριβώς το ορίζει ο νόμος, και μόνο εφόσον αποδειχθεί η απαιτούμενη υπαιτιότητά του.

.

 

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΟΘΕΛΛΟΥ


Η υπόθεση του Οθέλλου είναι ίσως από τις πιο ενδιαφέρουσες «δίκες» για το σύγχρονο ποινικό δίκαιο, γιατί η πράξη της ανθρωποκτονίας είναι βέβαιη, αλλά το πραγματικό νομικό πρόβλημα είναι η υπαιτιότητα, η πλάνη και η επίδραση του Ιάγου στη βούλησή του.

Στο έργο ο Οθέλλος πνίγει τη Desdemona, έχοντας πειστεί ότι τον απατά με τον Κάσσιο. Στο τέλος πληροφορείται την αλήθεια, αναγνωρίζει το τεράστιο σφάλμα του και αυτοκτονεί.


1. Το κατηγορητήριο

Σε ένα σύγχρονο δικαστήριο η βασική κατηγορία θα ήταν:

Ανθρωποκτονία από πρόθεση της  Desdemona.

Δεν θα ήταν νομικά αρκετό να ειπωθεί:

«Ο Οθέλλος ζήλεψε και σκότωσε τη γυναίκα του.»

Θα έπρεπε να αποδειχθούν συγκεκριμένα:

η πράξη,

ο θάνατος,

η αιτιώδης συνάφεια,

ο δόλος,

η απουσία νόμιμου λόγου άρσης του αδίκου,

η προσωπική υπαιτιότητα.


2. Η αντικειμενική πράξη

Εδώ η υπόθεση είναι σχεδόν απολύτως καθαρή.

Ο Οθέλλος μπαίνει στο δωμάτιο, αντιμετωπίζει τη Desdemona ως άπιστη και τελικά την πνίγει. Η ίδια παρακαλεί να ζήσει ακόμη και μισή ώρα και δηλώνει την αθωότητά της. 

Ο ίδιος αργότερα παραδέχεται:

«Ήμουν εγώ που τη σκότωσα.»

Άρα:

πράξη → Οθέλλος

θάνατος → Δεσdemona

αιτιώδης σύνδεση → άμεση

Σε αντίθεση, επομένως, με τον Σωκράτη ή τον Αριστοτέλη, εδώ δεν υπάρχει σοβαρό πρόβλημα απόδειξης της πράξης.


3. Ο Οθέλλος είχε πρόθεση;

Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας.

Και η απάντηση είναι:

Ναι.

Αλλά όχι απλώς επειδή «έχασε την ψυχραιμία του».

Ο Οθέλλος έχει προηγουμένως αποφασίσει ότι η Desdemona πρέπει να πεθάνει. Μάλιστα εξετάζει διαφορετικούς τρόπους θανάτου και τελικά ακολουθεί την επιλογή του στραγγαλισμού. Η σύγχρονη φιλολογική έρευνα επισημαίνει ακριβώς αυτή τη διαδικασία λήψης απόφασης πριν από τη δολοφονία. 

Άρα δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί:

«Ήταν ένα στιγμιαίο ατύχημα.»

Δεν ήταν.

Ο Οθέλλος ήθελε τον θάνατό της.


4. «Αλλά πίστευε ότι ήταν μοιχαλίδα»

Εδώ εμφανίζεται η πλάνη.

Ο Οθέλλος πιστεύει κάτι που είναι ψευδές:

Desdemona → Κάσσιος → μοιχεία.

Στην πραγματικότητα:

Desdemona → αθώα.

Η πλάνη του δεν είναι τυχαία. Κατασκευάζεται συστηματικά από τον Ιάγο.

Ο Ιάγος δημιουργεί ενδείξεις, υπονοούμενα και ψευδείς συνδέσεις και παρουσιάζει το μαντίλι ως δήθεν «απόδειξη». 

Εδώ όμως το σύγχρονο ποινικό δίκαιο θα έκανε μια κρίσιμη διάκριση:

Η πλάνη του Οθέλλου μπορεί να εξηγεί γιατί σκότωσε· δεν σημαίνει αυτομάτως ότι δικαιολογεί τον φόνο.


5. Η «τιμή» δεν αποτελεί δικαιολογία

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο σημείο.

Ο Οθέλλος ουσιαστικά πιστεύει:

«Η γυναίκα μου με πρόδωσε → πρέπει να πεθάνει.»

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο όμως:

η μοιχεία δεν παρέχει δικαίωμα στον σύζυγο να σκοτώσει τη σύζυγο.

Ακόμη κι αν η Δεσdemona ήταν πράγματι άπιστη, η πράξη του Οθέλλου θα παρέμενε ανθρωποκτονία.

Επομένως:

λάθος για την πραγματικότητα ≠ δικαίωμα να σκοτώσεις.

Και αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό επειδή ο Οθέλλος ενεργεί ως ιδιώτης δικαστής και εκτελεστής.

Δεν ερευνά.

Δεν δικάζει.

Δεν περιμένει αποδεικτική διαδικασία.

Αποφασίζει και εκτελεί.

Η σχετική νομική βιβλιογραφία έχει ακριβώς επισημάνει την αντίθεση του έργου ανάμεσα στη νόμιμη δικαστική διαδικασία και στην αυθαίρετη ιδιωτική εκδίκηση. 


6. Και εδώ βρίσκεται η τραγική ειρωνεία

Ο Οθέλλος πιστεύει ότι κάνει κάτι σαν δικαιοσύνη.

Λέει ουσιαστικά:

πρέπει να πεθάνει για να μην προδώσει άλλους άνδρες.

Δηλαδή ο ίδιος μετατρέπει τον εαυτό του από σύζυγο σε δικαστή.

Αλλά το σύγχρονο ποινικό κράτος έχει ακριβώς ως σκοπό να εμποδίσει αυτό:

κανένας ιδιώτης δεν απονέμει ποινική δικαιοσύνη με τα χέρια του.

Η πράξη του είναι συνεπώς όχι μόνο ανθρωποκτονία αλλά και ιδιωτική απονομή «δικαιοσύνης» χωρίς δικαιοδοσία.


7. Τι γίνεται με τον Ιάγο;

Εδώ η δίκη γίνεται πολύ πιο ενδιαφέρουσα.

Θα είχαμε ουσιαστικά:

Υπόθεση Οθέλλου

Άμεσος δράστης της ανθρωποκτονίας.

Υπόθεση Ιάγου

Ηθικός αυτουργός / συνεργός, ανάλογα με τα ακριβή στοιχεία και το εφαρμοστέο δίκαιο.

Ο Ιάγος:

δημιουργεί την ψευδή πεποίθηση,

χειραγωγεί τον Οθέλλο,

κατασκευάζει «αποδείξεις»,

ενισχύει συστηματικά τη ζήλια,

γνωρίζει ότι ο Οθέλλος οδηγείται σε βία,

και συνεχίζει.

Η νομική βιβλιογραφία έχει χρησιμοποιήσει ακριβώς τον Οθέλλο ως εξαιρετικό υποθετικό παράδειγμα για το ζήτημα της ποινικής συμμετοχής και της ευθύνης του Ιάγου για τον θάνατο της Δεσdemona. 


8. Μπορούμε να πούμε ότι «ο Ιάγος σκότωσε τη Desdemona»;

Όχι με την ίδια έννοια με την οποία τη σκότωσε ο Οθέλλος.

Αυτό είναι σημαντικό.

Ο Οθέλλος:

εκτέλεσε την πράξη.

Ο Ιάγος:

κατασκεύασε την ψευδή πραγματικότητα που οδήγησε τον Οθέλλο στην πράξη.

Αλλά το ποινικό δίκαιο μπορεί να αναγνωρίζει ευθύνη και σε εκείνον που δεν κρατά ο ίδιος το όπλο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμμετοχής.

Άρα θα είχαμε δύο διαφορετικά επίπεδα ευθύνης:

Ιάγος → χειραγώγηση / συμμετοχή / πρόκληση

Οθέλλος → άμεση εκτέλεση της ανθρωποκτονίας


9. Η μεγάλη υπεράσπιση του Οθέλλου: «Με εξαπάτησαν»

Αυτό θα ήταν το ισχυρότερο επιχείρημα της υπεράσπισης.

Ο συνήγορος θα μπορούσε να πει:

«Ο πελάτης μου δεν γνώριζε την πραγματικότητα. Ο Ιάγος τον εξαπάτησε. Ο Οθέλλος πίστευε ότι η γυναίκα του τον πρόδωσε.»

Αλλά η εισαγγελία θα απαντούσε:

«Ακριβώς. Πίστευε κάτι ψευδές. Όμως επέλεξε συνειδητά να σκοτώσει.»

Και εδώ το δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τι είδους πλάνη ήταν αυτή και τι νομική συνέπεια έχει.


10. Η ψυχική κατάσταση του Οθέλλου

Το ότι βρίσκεται σε κατάσταση ακραίας ζήλιας, οργής και ψυχικής αναστάτωσης δεν σημαίνει αυτομάτως ότι είναι ποινικά ανεύθυνος.

Το σύγχρονο δικαστήριο θα ζητούσε πραγματογνωμοσύνη:

Μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματικότητα;

Μπορούσε να αντιληφθεί τον χαρακτήρα της πράξης του;

Μπορούσε να ελέγξει τη συμπεριφορά του;

Υπήρχε κάποια ψυχική διαταραχή που νομικά επηρεάζει τον καταλογισμό;

Αυτό είναι διαφορετικό από το:

«Ήταν πολύ ζηλιάρης.»

Η ζήλια είναι συναίσθημα.

Η ποινική ανευθυνότητα είναι νομικά προσδιορισμένη κατάσταση.


11. Το γεγονός ότι μετά κατάλαβε την αλήθεια

Αυτό έχει τεράστια δραματική σημασία αλλά περιορισμένη απαλλακτική σημασία.

Όταν αποκαλύπτεται η αλήθεια, ο Οθέλλος αντιλαμβάνεται ότι έκανε τρομερό λάθος. Η Emilia αποκαλύπτει την αλήθεια για το μαντίλι και ο Οθέλλος κατανοεί την πλάνη του. 

Αυτό όμως δεν εξαφανίζει την προηγούμενη πράξη.

Το σύγχρονο δικαστήριο δεν θα έλεγε:

«Επειδή μετάνιωσε, δεν είναι ένοχος.»

Η μετάνοια μπορεί να έχει σημασία σε ζητήματα όπως η μεταμέλεια ή η ποινή, αλλά δεν μετατρέπει τον νεκρό σε ζωντανό ούτε ακυρώνει τον δόλο που υπήρχε τη στιγμή της πράξης.


12. Και η αυτοκτονία του;

Η αυτοκτονία του Οθέλλου δεν θα ήταν νομική τιμωρία της ανθρωποκτονίας.

Αν είχε επιζήσει, θα δικαζόταν κανονικά.

Η αυτοκτονία απλώς εμποδίζει την ολοκλήρωση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του.

Και εδώ υπάρχει μια τραγική διαφορά από τον Pound:

Pound: δεν δικάστηκε επί της ουσίας επειδή κρίθηκε ανίκανος προς δίκη.

Othello: δεν δικάστηκε επειδή αυτοκτόνησε.

Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν έχουμε κανονική τελεσίδικη δικαστική κρίση επί της ενοχής.


13. Αν ο Οθέλλος ζούσε και δικαζόταν σήμερα

Η πιθανότερη νομική εικόνα θα ήταν:

Ζήτημα

Κρίση

Πέθανε η Desσdemona;

Ναι

Την σκότωσε ο Οθέλλος;

Ναι

Υπήρχε αιτιώδης σύνδεση;

Ναι

Ήθελε τον θάνατό της;

Ναι

Πίστευε ότι ήταν άπιστη;

Ναι

Η πίστη του ήταν αληθινή;

Όχι

Τον εξαπάτησε ο Ιάγος;

Ναι

Η ζήλια δικαιολογεί φόνο;

Όχι

Η «τιμή» δικαιολογεί φόνο;

Όχι

Η πλάνη μπορεί να έχει νομική σημασία;

Ναι, ανάλογα με το είδος της πλάνης

Αυτόματη απαλλαγή λόγω ζήλιας;

Όχι

Πιθανή ανθρωποκτονία από πρόθεση;

Ισχυρά ναι


14. Το βαθύτερο νομικό πρόβλημα του Οθέλλου

Ο Οθέλλος είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση γιατί δεν σκοτώνει επειδή γνωρίζει την αλήθεια· σκοτώνει επειδή πιστεύει ότι γνωρίζει την αλήθεια.

Αυτό τον κάνει διαφορετικό από έναν ψυχρό εγκληματία που γνωρίζει ότι το θύμα είναι αθώο.

Ο Οθέλλος έχει κατασκευάσει μέσα του μια ψευδή πραγματικότητα.

Και εδώ βρίσκεται η τραγωδία:

Η πράξη είναι πραγματική,

η πεποίθηση είναι ψευδής,

αλλά ο θάνατος είναι πραγματικός.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο πρέπει να διαχωρίσει αυτά τα τρία.

Και ακριβώς γι' αυτό ο Οθέλλος είναι τόσο σημαντικός για τη νομική σκέψη: η τραγωδία θέτει το ερώτημα αν η εξαπάτηση που παραμορφώνει την αντίληψη του δράστη μειώνει ή όχι την ποινική του ευθύνη. Η σχετική σύγχρονη νομική μελέτη του έργου επισημαίνει επίσης ότι η υπόθεση του Οθέλλου βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στην προμελετημένη ανθρωποκτονία και στην ανθρωποκτονία υπό έντονη συναισθηματική φόρτιση.


Και η τελική ειρωνεία

Ο Οθέλλος δεν είναι δικαστής της Desσdemona.

Είναι ο άνθρωπος που:

δέχεται μια καταγγελία,

την πιστεύει χωρίς επαρκή έλεγχο,

θεωρεί μια κατασκευασμένη ένδειξη «απόδειξη»,

καταδικάζει,

εκτελεί την ποινή,

και μόνο μετά ανακαλύπτει ότι ο ίδιος είχε κατασκευάσει την καταδίκη ενός αθώου ανθρώπου.

Έτσι, αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε τη «Δίκη του Οθέλλου» σε μία αρχή του σύγχρονου ποινικού δικαίου:

Το μεγαλύτερο έγκλημά του δεν είναι μόνο ότι σκότωσε τη Desdemona· είναι ότι μετέτρεψε την υποψία σε απόδειξη, την πεποίθηση σε βεβαιότητα και τη ζήλια σε δικαστική απόφαση.

Και ο Ιάγος είναι ο άνθρωπος που του έδωσε το ψεύτικο «αποδεικτικό υλικό» για να το κάνει.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΜΛΕΤ


Η περίπτωση του Άμλετ είναι ακόμη πιο σύνθετη από του Οθέλλου. Ο Οθέλλος σκοτώνει έναν αθώο άνθρωπο επειδή πιστεύει μια ψευδή κατηγορία· ο Άμλετ σκοτώνει πράγματι ανθρώπους μέσα σε μια πραγματική συνωμοσία, αλλά χωρίς να έχει πάντοτε δικαστική βεβαιότητα για το ποιος είναι ένοχος.

Και εδώ έχουμε τρία διαφορετικά εγκλήματα που πρέπει να διαχωριστούν:

η δολοφονία του Πολώνιου από τον Άμλετ,

η δολοφονία του Κλαύδιου από τον Άμλετ,

ο θάνατος της Οφηλίας και το αν υπάρχει ποινική ευθύνη του Άμλετ γι' αυτόν.

Το ίδιο το έργο κάνει τη διάκριση εξαιρετικά έντονη: ο Άμλετ σκοτώνει τον Πολώνιο πιστεύοντας ότι πίσω από την κουρτίνα βρίσκεται ο Κλαύδιος, ενώ στο τέλος σκοτώνει τον Κλαύδιο αφού έχει πλέον αποκαλυφθεί η συνωμοσία του. 


1. Η πρώτη «κατηγορία»: ο φόνος του Πολώνιου

Αυτή είναι η καθαρότερη περίπτωση.

Ο Πολώνιος κρύβεται πίσω από την κουρτίνα και ακούγεται. Ο Άμλετ, πιστεύοντας ότι είναι ο Κλαύδιος, διαπερνά την κουρτίνα με το ξίφος και τον σκοτώνει. Το κείμενο είναι απολύτως σαφές ως προς την πράξη. 

Σε ένα σύγχρονο δικαστήριο θα είχαμε:

Άμλετ → σκότωσε Πολώνιο → ναι.

Αλλά αμέσως εμφανίζεται το κρίσιμο ερώτημα:

Ήθελε να σκοτώσει τον Πολώνιο;

Όχι.

Ήθελε να σκοτώσει τον Κλαύδιο.

Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι απαλλάσσεται από την ανθρωποκτονία.


2. Η πλάνη περί το πρόσωπο του θύματος

Εδώ έχουμε ένα κλασικό πρόβλημα ποινικού δικαίου:

«Ήθελα να σκοτώσω τον Α, αλλά σκότωσα τον Β.»

Στη σύγχρονη νομική θεωρία συχνά εφαρμόζεται η αρχή της μεταβίβασης του δόλου (transferred intent): εάν ο δράστης είχε πρόθεση να σκοτώσει άνθρωπο και με την ίδια πράξη σκοτώνει άλλον άνθρωπο, το γεγονός ότι έκανε λάθος ως προς την ταυτότητα του θύματος δεν εξαφανίζει κατ' ανάγκην τον ανθρωποκτόνο δόλο.

Μάλιστα, σε πρόσφατη συζήτηση της Folger με καθηγητή Νομικής, ο φόνος του Πολώνιου αναφέρεται ακριβώς ως παράδειγμα όπου το δίκαιο μπορεί να «μεταφέρει» την πρόθεση του Άμλετ από τον Κλαύδιο στον Πολώνιο. 

Άρα:

Ο Άμλετ δεν ήθελε να σκοτώσει τον Πολώνιο, αλλά ήθελε να σκοτώσει κάποιον άνθρωπο που πίστευε ότι ήταν ο Κλαύδιος.

Αυτό είναι νομικά πολύ διαφορετικό από το:

«Σκότωσα κατά λάθος κάποιον ενώ δεν είχα καμία πρόθεση να σκοτώσω.»


3. Μπορεί ο Άμλετ να επικαλεστεί αυτοάμυνα;

Πολύ δύσκολα.

Ο Πολώνιος δεν επιτίθεται στον Άμλετ.

Κρύβεται.

Ο Άμλετ ακούει μια φωνή και χτυπά πίσω από την κουρτίνα.

Άρα λείπει το βασικό στοιχείο μιας κλασικής νόμιμης άμυνας:

άμεση και παράνομη επίθεση που απαιτεί αναγκαία αντίδραση.

Επομένως η αυτοάμυνα πιθανότατα δεν θα γινόταν δεκτή.


4. Αλλά υπάρχει ένα εκπληκτικό παράδοξο

Ο Πολώνιος δεν είναι εντελώς αθώος ως προς το πλαίσιο της πράξης.

Έχει κρυφτεί για να παρακολουθήσει κρυφά τη συνομιλία του Άμλετ με τη Γερτρούδη.

Το έργο παρουσιάζει επανειλημμένα ένα καθεστώς παρακολούθησης: ο Κλαύδιος, ο Πολώνιος και άλλοι παρακολουθούν τον Άμλετ, ενώ ολόκληρη η αυλή λειτουργεί μέσα σε ένα σύστημα κατασκοπείας. 

Όμως αυτό δεν νομιμοποιεί τον φόνο του.

Το ότι ο Πολώνιος έκανε κάτι παράνομο ή ανήθικο δεν σημαίνει ότι ο Άμλετ αποκτά δικαίωμα να τον σκοτώσει.


5. Άρα ποια θα ήταν η κατηγορία;

Εδώ το δικαστήριο θα εξετάσει:

Ανθρωποκτονία από πρόθεση;

Ισχυρή βάση υπάρχει, επειδή:

ο Άμλετ είχε όπλο,

επιτέθηκε σκόπιμα,

πίστευε ότι σκοτώνει τον Κλαύδιο,

είχε ήδη αποφασίσει να σκοτώσει τον Κλαύδιο.

Η ίδια η πλοκή δείχνει ότι ο Άμλετ δεν βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους παθητικότητας: είχε ήδη αποφασίσει να εκδικηθεί και σε προηγούμενη σκηνή είχε σκεφθεί πότε να σκοτώσει τον Κλαύδιο. 

Άρα η υπεράσπιση θα προσπαθούσε μάλλον να μετακινήσει την κατηγορία προς ηπιότερη μορφή ανθρωποκτονίας, ανάλογα με το ισχύον δίκαιο, υποστηρίζοντας την ένταση της στιγμής, την πλάνη και την ψυχική κατάσταση.


6. Η δεύτερη και πολύ σοβαρότερη υπόθεση: ο Κλαύδιος

Εδώ η κατάσταση αντιστρέφεται.

Ο Κλαύδιος πράγματι έχει δολοφονήσει τον πατέρα του Άμλετ.

Και το έργο μάς δίνει κάτι που δεν έχει ο Άμλετ στην αρχή: σταδιακά αποκτά ισχυρές ενδείξεις και τελικά ουσιαστική επιβεβαίωση της ενοχής του Κλαύδιου.

Ο Άμλετ οργανώνει την παράσταση The Murder of Gonzago, με σκοπό να παρατηρήσει την αντίδραση του βασιλιά. Ο Κλαύδιος διακόπτει την παράσταση και φεύγει. Ο Άμλετ θεωρεί ότι πλέον επιβεβαιώθηκε η ενοχή του. 

Αλλά:

Αυτό δεν είναι δικαστήριο.

Η αντίδραση ενός υπόπτου δεν αποτελεί από μόνη της δικαστική καταδίκη.

Ο Άμλετ μετατρέπει την έρευνα σε ιδιωτική δικαιοσύνη.


7. Το εκπληκτικό σημείο: ο Άμλετ θέλει να γίνει δικαστής

Η σκηνή όπου ο Άμλετ βρίσκει τον Κλαύδιο γονατισμένο είναι αποκαλυπτική.

Θα μπορούσε να τον σκοτώσει.

Δεν το κάνει.

Γιατί;

Επειδή σκέφτεται ότι αν ο Κλαύδιος πεθάνει ενώ προσεύχεται, μπορεί να πάει στον Παράδεισο.

Άρα ο Άμλετ δεν σκέφτεται απλώς:

«Θα σκοτώσω τον δολοφόνο.»

Σκέφτεται:

«Πότε πρέπει να τον σκοτώσω ώστε να λάβει την κατάλληλη μεταθανάτια τιμωρία;»

Αυτό είναι πλέον ιδιωτική απονομή δικαιοσύνης. 


8. Και εδώ το σύγχρονο ποινικό δίκαιο θα ήταν αμείλικτο

Ακόμη κι αν ο Κλαύδιος είχε πράγματι δολοφονήσει τον πατέρα του:

ο Άμλετ δεν αποκτά δικαίωμα να τον εκτελέσει.

Η σωστή πορεία θα ήταν:

αποδεικτικά στοιχεία → σύλληψη → κατηγορία → δίκη → καταδίκη → ποινή.

Όχι:

υποψία → προσωπική έρευνα → προσωπική απόφαση → εκτέλεση.

Αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η τραγωδία συγκρούεται με το σύγχρονο κράτος δικαίου.


9. Όταν τελικά σκοτώνει τον Κλαύδιο

Στο τέλος, όμως, έχουμε κάτι διαφορετικό.

Ο Κλαύδιος έχει οργανώσει θανάσιμο σχέδιο εναντίον του Άμλετ. Η μονομαχία με τον Λαέρτη περιλαμβάνει δηλητηριασμένο ξίφος, ενώ ο Κλαύδιος έχει ετοιμάσει και δηλητηριασμένο κρασί. Η Γερτρούδη πίνει από αυτό και πεθαίνει. Ο Κλαύδιος αποκαλύπτεται και ο Άμλετ τον σκοτώνει. 

Εδώ η υπεράσπιση του Άμλετ γίνεται πολύ ισχυρότερη.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει:

«Βρισκόμουν μπροστά σε μια ενεργή δολοφονική συνωμοσία εναντίον μου.»

Αυτό μπορεί να δημιουργήσει ζήτημα άμυνας.

Όμως υπάρχει πρόβλημα:

Ο Άμλετ δεν σκοτώνει απλώς τον Κλαύδιο για να σταματήσει μια άμεση επίθεση.

Τον σκοτώνει και επειδή θέλει να τον τιμωρήσει για τη δολοφονία του πατέρα του.

Άρα αναμιγνύονται:

αυτοάμυνα + εκδίκηση.

Το δικαστήριο θα έπρεπε να τα διαχωρίσει.


10. Η Οφηλία

Εδώ η δίκη γίνεται ακόμη πιο δύσκολη.

Η Οφηλία πεθαίνει αφού έχει καταρρεύσει ψυχικά και τελικά πνίγεται. Το έργο αφήνει επίσης ανοιχτό το ζήτημα του αν πρόκειται για αυτοκτονία ή ατύχημα. 

Θα μπορούσε ο εισαγγελέας να κατηγορήσει τον Άμλετ;

Θα έπρεπε να αποδείξει:

Άμλετ → συγκεκριμένη παράνομη συμπεριφορά → αιτιώδης σύνδεση → θάνατος Οφηλίας → απαιτούμενη υπαιτιότητα.

Αυτό θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο.

Η σύγχρονη νομική συζήτηση για το έργο επισημαίνει ακριβώς το πρόβλημα της αιτιότητας: ακόμη και αν η συμπεριφορά του Άμλετ συνέβαλε ψυχολογικά στην κατάρρευση της Οφηλίας, αυτό δεν αρκεί αυτομάτως για ποινική ευθύνη για τον θάνατό της. 


11. Η «τρέλα» του Άμλετ

Αυτό είναι το μεγάλο όπλο της υπεράσπισης.

Ο Άμλετ δηλώνει ότι θα προσποιηθεί τον τρελό.

Άρα υπάρχει μια τεράστια δυσκολία:

Ποια συμπεριφορά είναι πραγματική ψυχική διαταραχή και ποια είναι στρατηγική προσποίηση;

Το σύγχρονο δικαστήριο δεν θα αρκούνταν στο:

«Ο Άμλετ συμπεριφερόταν σαν τρελός.»

Θα χρειαζόταν ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη και αξιολόγηση της κατάστασής του κατά τον χρόνο κάθε συγκεκριμένης πράξης.

Και αυτό είναι κρίσιμο:

η ψυχική ασθένεια δεν συνεπάγεται αυτομάτως ποινική ανευθυνότητα.


12. Η τελική «δίκη» του Άμλετ

Αν ο Άμλετ επιζούσε από τη μονομαχία και δικαζόταν, θα είχαμε περίπου:

Πράξη

Πιθανή σύγχρονη κρίση

Θάνατος Πολώνιου

Σοβαρή ποινική ευθύνη

Πρόθεση να σκοτώσει Κλαύδιο αλλά θάνατος Πολώνιου

Δεν εξαφανίζει τον ανθρωποκτόνο δόλο

Αυτοάμυνα για Πολώνιο

Πολύ δύσκολη

Δολοφονία Κλαύδιου

Πιθανή άμυνα, αλλά όχι καθαρή λόγω εκδίκησης

Εκδίκηση για τον πατέρα

Δεν αποτελεί αυτοτελή δικαιολογία

Θάνατος Οφηλίας

Ανεπαρκής βάση για ανθρωποκτονία χωρίς απόδειξη αιτιότητας και υπαιτιότητας

Ψυχική κατάσταση

Κρίσιμη για τον καταλογισμό, όχι αυτόματη απαλλαγή

Εξαπάτηση από Κλαύδιο/αυλή

Σημαντική για το πλαίσιο, όχι αυτόματη δικαιολόγηση


13. Και εδώ ο Άμλετ διαφέρει από τον Οθέλλο

Η διαφορά είναι θεμελιώδης.

Οθέλλος

Υποψία → ψεύτικη απόδειξη → πεποίθηση → φόνος αθώας.

Άμλετ

υποψία → έρευνα → αμφιβολία → δοκιμή → ισχυρή ένδειξη → εκδίκηση.

Ο Οθέλλος βιάζεται να πιστέψει.

Ο Άμλετ αργεί να πιστέψει.

Αλλά υπάρχει μια τραγική ειρωνεία:

Ο Οθέλλος δικάζει τον αθώο.

Ο Άμλετ ανακαλύπτει τον ένοχο αλλά, αντί να τον παραδώσει στη δικαιοσύνη, γίνεται ο ίδιος εκτελεστής.

Και επομένως η βαθύτερη νομική τραγωδία του Hamlet δεν είναι απλώς:

«Να εκδικηθώ ή όχι;»

Είναι:

«Όταν γνωρίζω ότι έγινε ένα έγκλημα, έχω το δικαίωμα να μετατρέψω τη γνώση μου σε προσωπική δικαστική εξουσία;»

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο απαντά:

Όχι.

Ακόμη και όταν ο Άμλετ έχει δίκιο για τον Κλαύδιο, δεν αποκτά από το γεγονός ότι έχει δίκιο το δικαίωμα να γίνει δικαστής και δήμιος.

Και αυτή είναι ίσως η πιο σκληρή ειρωνεία του έργου: **ο Άμλετ μπορεί να έχει δίκιο ως προς την ενοχή του Κλαύδιου και ταυτόχρονα να είναι ποινικά υπεύθυνος για τον τρόπο με τον οποίο απονέμει τη δική του «δικαιοσύνη».

..

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ


Η δίκη του Antonio Gramsci είναι από τις περιπτώσεις όπου πρέπει να κάνουμε μια θεμελιώδη διάκριση:

άλλο μια δίκη που διεξάγεται με δικαστική μορφή και άλλο μια πραγματική δίκαιη ποινική δίκη.

Ο Γκράμσι δικάστηκε στη Ρώμη από το Ειδικό Δικαστήριο για την Προστασία του Κράτους από 28 Μαΐου έως 4 Ιουνίου 1928, μαζί με την ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας. Καταδικάστηκε σε 20 χρόνια, 4 μήνες και 5 ημέρες κάθειρξη. 


1. Το ιστορικό κατηγορητήριο

Οι κατηγορίες που συνδέονται με τη δίκη περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων:

συνωμοτική δράση,

υποκίνηση εμφυλίου πολέμου,

υποκίνηση ταξικού μίσους,

απολογία εγκληματικών πράξεων,

ανατρεπτική προπαγάνδα.

Η Treccani καταγράφει ειδικότερα τις κατηγορίες της εξέγερσης/συνωμοσίας, της υποκίνησης σε ταξικό μίσος και εμφύλιο πόλεμο. 

Αν μεταφέρουμε την υπόθεση σε σύγχρονο κράτος δικαίου, το πρώτο ερώτημα δεν θα ήταν:

«Ήταν ο Γκράμσι κομμουνιστής;»

ούτε:

«Ήταν εχθρός του φασιστικού καθεστώτος;»

Αλλά:

Ποια ακριβώς πράξη έκανε; Ποιος ακριβώς νόμος την απαγορεύει; Και αποδείχθηκε πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία ότι την έκανε με την απαιτούμενη υπαιτιότητα;


2. Το πρώτο πρόβλημα: ο νόμος

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο ισχύει η αρχή:

nullum crimen, nulla poena sine lege

Δεν υπάρχει έγκλημα και ποινή χωρίς προηγούμενο νόμο.

Άρα μια σύγχρονη κατηγορία όπως:

«είσαι επικίνδυνος για το κράτος»

δεν θα ήταν επαρκής.

Θα έπρεπε να υπάρχει σαφώς προσδιορισμένο ποινικό αδίκημα.

Και ακόμη περισσότερο:

η πολιτική ιδεολογία από μόνη της δεν είναι ποινικό αδίκημα.

Ο Γκράμσι μπορούσε να είναι κομμουνιστής, επαναστάτης, μαρξιστής, πολέμιος του φασισμού — χωρίς αυτό να αποτελεί αυτομάτως εγκληματική πράξη.


3. Το αποφασιστικό ζήτημα: λόγος ή πράξη;

Εδώ βρίσκεται η καρδιά της υπόθεσης.

Ένα σύγχρονο δικαστήριο θα χώριζε:

πολιτική σκέψη

από

συγκεκριμένη εγκληματική ενέργεια.

Για παράδειγμα:

«Η καπιταλιστική κοινωνία πρέπει να ανατραπεί.»

Από μόνο του δεν αρκεί.

Αλλά:

«Στις 20 Ιουνίου θα πραγματοποιηθεί ένοπλη επίθεση στο συγκεκριμένο αστυνομικό τμήμα· οργανώστε την επίθεση.»

είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο απαιτεί εξατομίκευση της εγκληματικής συμπεριφοράς.


4. Η περίφημη φράση του εισαγγελέα

Η δίκη έχει μείνει ιστορικά συνδεδεμένη με τη φράση του εισαγγελέα Michele Isgrò:

«Για είκοσι χρόνια πρέπει να εμποδίσουμε αυτόν τον εγκέφαλο να λειτουργεί.»

Η International Gramsci Society καταγράφει τη φράση και αμέσως μετά τη βαριά ποινή των 20 ετών, 4 μηνών και 5 ημερών. 

Αν η φράση αποτυπώνει πράγματι τη λογική της κατηγορίας, τότε από την άποψη του σύγχρονου ποινικού δικαίου είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική.

Γιατί;

Επειδή μετατοπίζει το αντικείμενο της ποινής:

από

«Τι έκανες;»

σε

«Τι μπορείς να κάνεις αν παραμείνεις ελεύθερος;»

Και ακόμη βαθύτερα:

«Ποιος είσαι και τι σκέφτεσαι;»

Αυτό είναι επικίνδυνη αντιστροφή της ποινικής λογικής.


5. Η ποινή ως πρόληψη αντί ως τιμωρία συγκεκριμένου εγκλήματος

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο μπορεί να γνωρίζει προληπτικές λειτουργίες της ποινής.

Αλλά δεν μπορεί να μετατρέψει έναν άνθρωπο σε εγκληματία επειδή θεωρείται επικίνδυνος πολιτικά, χωρίς συγκεκριμένη αποδεδειγμένη εγκληματική πράξη.

Η φράση:

«να εμποδίσουμε τον εγκέφαλο να λειτουργεί»

αν ληφθεί κυριολεκτικά ως αιτιολογία, σημαίνει:

δεν τιμωρούμε μόνο την πράξη· τιμωρούμε την πολιτική δυνατότητα του ανθρώπου.

Αυτό βρίσκεται στον αντίποδα της αρχής της προσωπικής ποινικής ευθύνης.


6. Ο Γκράμσι ως βουλευτής

Υπάρχει και ένα ιδιαίτερα σοβαρό ζήτημα.

Ο Γκράμσι ήταν βουλευτής. Η σύλληψή του έγινε τον Νοέμβριο του 1926, παρά την κοινοβουλευτική του ασυλία, μετά την επιβολή των φασιστικών έκτακτων μέτρων. 

Σε ένα σύγχρονο συνταγματικό κράτος, το δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει:

αν υπήρχε νόμιμη άρση της ασυλίας,

ποια ακριβώς διαδικασία ακολουθήθηκε,

αν η σύλληψη ήταν νόμιμη,

αν τα αποδεικτικά στοιχεία αποκτήθηκαν νόμιμα.

Δηλαδή:

η νομιμότητα της σύλληψης και της διαδικασίας είναι διαφορετικό ζήτημα από την ενοχή για το υποτιθέμενο έγκλημα.


7. Ανεξαρτησία του δικαστηρίου

Εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα.

Το δικαστήριο ήταν Ειδικό Δικαστήριο του φασιστικού καθεστώτος, όχι ένα δικαστήριο ανεξάρτητο από την πολιτική εξουσία με τη σύγχρονη έννοια. Η ίδια η ιστορική περιγραφή της υπόθεσης αναφέρεται στο Special Tribunal for the Defence of the State. 

Άρα το σύγχρονο δικαστήριο, αν επανεξέταζε την υπόθεση, θα ρωτούσε:

Ήταν ο δικαστής πραγματικά ανεξάρτητος από την εξουσία που είχε συλλάβει και κατηγορήσει τον Γκράμσι;

Αν η απάντηση είναι όχι, τότε έχουμε θεμελιώδες πρόβλημα δίκαιης δίκης.


8. Το τεκμήριο αθωότητας

Σύγχρονα:

ο Γκράμσι δεν θα έπρεπε να αποδείξει ότι είναι αθώος.

Η εισαγγελία θα έπρεπε να αποδείξει την ενοχή του.

Αυτό είναι κρίσιμο σε πολιτικές δίκες.

Δεν επιτρέπεται η λογική:

«Είναι κομμουνιστής → άρα συνωμοτεί.»

Ούτε:

«Είναι αντίπαλος του καθεστώτος → άρα είναι εχθρός του κράτους.»

Ούτε:

«Οι ιδέες του μπορούν να οδηγήσουν σε επανάσταση → άρα είναι ήδη εγκληματίας.»

Αυτό θα ήταν ποινικοποίηση της επικινδυνότητας και όχι απόδειξη εγκλήματος.


9. Η πρόθεση

Ακόμη και αν υπήρχαν επαναστατικές ιδέες, το δικαστήριο θα έπρεπε να αποδείξει την απαιτούμενη υποκειμενική υπόσταση.

Για κάθε συγκεκριμένο αδίκημα:

Τι ήθελε να κάνει ο Γκράμσι;

Γνώριζε τι έκανε;

Επιδίωκε συγκεκριμένο παράνομο αποτέλεσμα;

Συμμετείχε προσωπικά στην πράξη;

Η απλή κατοχή μιας πολιτικής θεωρίας δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτά τα στοιχεία.


10. Και εδώ ο Γκράμσι διαφέρει από τον Pound

Η σύγκριση είναι πολύ ενδιαφέρουσα.

Ezra Pound

Το ερώτημα ήταν:

Έκανε συγκεκριμένες ραδιοφωνικές εκπομπές υπέρ του εχθρού και συνιστούν αυτές προδοσία;

Gramsci

Το ερώτημα θα έπρεπε να είναι:

Ποια συγκεκριμένη πράξη του συνιστά συγκεκριμένο έγκλημα;

Και στις δύο περιπτώσεις το σύγχρονο δίκαιο απορρίπτει:

«Δεν μου αρέσουν οι πολιτικές του απόψεις → είναι εγκληματίας.»


11. Η υγεία του Γκράμσι και η κράτηση

Η κατάσταση υγείας του ήταν πολύ σοβαρή ήδη κατά την κράτηση. Γι' αυτό, μετά την καταδίκη του, μεταφέρθηκε στις φυλακές του Turi, σε ειδικό κατάστημα για κρατουμένους με προβλήματα υγείας. 

Αργότερα, καθώς η κατάσταση επιδεινωνόταν, μεταφέρθηκε σε κλινικές και τελικά τέθηκε υπό όρους ελευθερία το 1934. Πέθανε στη Ρώμη στις 27 Απριλίου 1937. 

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο αυτό θα δημιουργούσε ένα πρόσθετο ζήτημα:

Μπορεί το κράτος να εκτελεί ποινή φυλάκισης με τρόπο ασύμβατο με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ιατρικά αναγκαία φροντίδα;

Η απάντηση θα ήταν σαφώς περιοριστική.

Η ποινή στερεί την ελευθερία· δεν αφαιρεί τα υπόλοιπα θεμελιώδη δικαιώματα του κρατουμένου.


12. Το σημαντικότερο: τι θα γινόταν αν ο Γκράμσι δικαζόταν σήμερα;

Θα έπρεπε να γίνει μια εντελώς διαφορετική δίκη.

Εισαγγελέας:

«Κατηγορείστε για Χ πράξη, η οποία έγινε την Χ ημερομηνία, με τον Χ τρόπο.»

Υπεράσπιση:

«Αποδείξτε ότι την έκανε ο κατηγορούμενος και ότι πληρούνται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος.»

Δικαστής:

«Οι πολιτικές πεποιθήσεις του κατηγορουμένου δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη.»

Και τότε θα εξεταζόταν κάθε κατηγορία χωριστά.

Αν δεν αποδεικνυόταν συγκεκριμένη εγκληματική πράξη:

Αθώωση.

Όχι:

«Καταδίκη επειδή είναι επικίνδυνος διανοούμενος.»


13. Η πιο χαρακτηριστική διαφορά από τον Σωκράτη

Εδώ υπάρχει μια πολύ ωραία συνέχεια στις «δίκες» που εξετάζουμε.

Σωκράτης

Η Αθήνα τον δικάζει επειδή θεωρεί ότι η διδασκαλία και η επιρροή του είναι επικίνδυνες.

Γκράμσι

Το φασιστικό κράτος τον δικάζει επειδή θεωρεί την πολιτική και πνευματική του δράση επικίνδυνη.

Pound

Οι ΗΠΑ τον κατηγορούν για συγκεκριμένη συμπεριφορά που συνδέεται με τον εχθρό.

Οθέλλος

Δεν υπάρχει κράτος δικαίου· ο ίδιος γίνεται δικαστής και δήμιος.

Άμλετ

Ανακαλύπτει πραγματικό έγκλημα αλλά επίσης γίνεται ιδιώτης εκτελεστής.

Και έτσι προκύπτει μια κοινή αρχή:

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν πρέπει να τιμωρεί ούτε τον άνθρωπο για αυτό που σκέφτεται ούτε τον άνθρωπο για αυτό που φοβάται ότι μπορεί να κάνει. Πρέπει να αποδεικνύει συγκεκριμένη παράνομη πράξη και συγκεκριμένη υπαιτιότητα.


14. Η «δίκη του Γκράμσι» ως αντιστροφή του ποινικού δικαίου

Γι' αυτό η υπόθεση είναι ιδιαίτερα καθαρή ως παράδειγμα πολιτικοποιημένης ποινικής δικαιοσύνης.

Το σύγχρονο μοντέλο είναι:

πράξη → νόμος → απόδειξη → υπαιτιότητα → δίκη → ποινή.

Η λογική που αποδίδεται στη φασιστική δίωξη μπορεί να συνοψιστεί αντίστροφα:

πολιτικός αντίπαλος → επικινδυνότητα → εξουδετέρωση → ποινή.

Και η περίφημη φράση:

«να εμποδίσουμε αυτόν τον εγκέφαλο να λειτουργεί»

είναι ακριβώς το σημείο όπου η ποινή παύει να εμφανίζεται ως απάντηση σε ένα συγκεκριμένο έγκλημα και μετατρέπεται σε μέσο εξουδετέρωσης ενός ανθρώπου και της πολιτικής του δυνατότητας. Η ίδια η Fondazione Gramsci τεκμηριώνει ότι η καταδίκη ήταν 20 χρόνια, 4 μήνες και 5 ημέρες, ενώ η ιστορική καταγραφή της δίκης επιβεβαιώνει ότι επρόκειτο για το «processone» εναντίον της ηγεσίας του PCd'I.


Επομενως

αν ο Γκράμσι δικαζόταν σήμερα με πλήρεις εγγυήσεις κράτους δικαίου, δεν θα αρκούσε σε καμία περίπτωση η πολιτική του ταυτότητα, η κομμουνιστική του ιδεολογία ή η θεωρητική του επιρροή για καταδίκη.

Θα έπρεπε να αποδειχθεί συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, συγκεκριμένη πράξη, συγκεκριμένη υπαιτιότητα και νόμιμη αποδεικτική βάση.

Και αυτή είναι η βαθύτερη ειρωνεία της ιστορικής δίκης:

Το δικαστήριο ήθελε να σταματήσει το «μυαλό» του Γκράμσι για είκοσι χρόνια· τελικά τα χρόνια της φυλακής έγιναν ο χώρος όπου έγραψε τα Τετράδια της Φυλακής. Τα πρώτα τετράδια άρχισαν το 1929, ενώ μέχρι την αποχώρησή του από το Turi είχε συντάξει 21 τετράδια.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΡΟΖΑ ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ


Η υπόθεση της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα γιατί εδώ το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η ίδια είχε διαπράξει κάποια υλική πράξη βίας, αλλά αν ο αντιπολεμικός πολιτικός λόγος μπορεί να μετατραπεί σε ποινικό αδίκημα ως «υποκίνηση σε ανυπακοή».

Η ιστορική δίκη έγινε στη Φρανκφούρτη στις 20 Φεβρουαρίου 1914. Η Λούξεμπουργκ κατηγορήθηκε για δύο παραβάσεις του §110 του γερμανικού Ποινικού Κώδικα, σχετικά με δημόσια υποκίνηση σε ανυπακοή στους νόμους και στις διαταγές της αρχής, και καταδικάστηκε σε ένα έτος φυλάκισης. 

 

1. Τι είχε κάνει;

Σε δύο δημόσιες συγκεντρώσεις, τον Σεπτέμβριο του 1913, μίλησε εναντίον του πολέμου και κάλεσε τους εργαζομένους να αρνηθούν να πυροβολήσουν τους Γάλλους και άλλους εργαζομένους σε περίπτωση πολέμου.

Η χαρακτηριστική ιδέα της ήταν:

«Όχι, στους αδελφούς μας δεν πυροβολούμε.»

Το δικαστήριο θεώρησε ότι αυτή η πολιτική έκκληση αποτελούσε υποκίνηση σε ανυπακοή. 

Και εδώ αρχίζει η σύγχρονη νομική δυσκολία.


2. Το πρώτο ερώτημα: ποια ακριβώς ήταν η πράξη;

Ο σύγχρονος εισαγγελέας θα έπρεπε να προσδιορίσει:

Πράξη: δημόσια ομιλία.

Περιεχόμενο: προτροπή να μην υπακούσουν σε στρατιωτικές διαταγές σε περίπτωση πολέμου.

Αποδέκτες: εργαζόμενοι/πολίτες και ενδεχομένως στρατιώτες.

Χρόνος: πριν από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Σκοπός που υποστήριζε η ίδια: αποτροπή του πολέμου.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από μια πραγματική πράξη σαμποτάζ, επίθεση ή ένοπλη ανταρσία.


3. Η κρίσιμη διάκριση: λόγος ή εγκληματική υποκίνηση;

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο δεν αρκεί να πούμε:

«Ο λόγος της ήταν επαναστατικός.»

Ούτε:

«Ήταν εναντίον του στρατού.»

Πρέπει να εξεταστεί αν ο λόγος πληροί τα συγκεκριμένα στοιχεία ενός εγκλήματος υποκίνησης.

Και εδώ η υπόθεση της Λούξεμπουργκ γίνεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.

Η ίδια υποστήριξε στο δικαστήριο ότι ο εισαγγελέας έκανε ένα λογικό άλμα:

επειδή αντιτίθεται στον μιλιταρισμό και θέλει να αποτρέψει τον πόλεμο, άρα πρέπει να καλεί τους στρατιώτες να μην πυροβολούν όταν λάβουν διαταγή.

Η ίδια αρνήθηκε ότι αυτό ήταν το περιεχόμενο ή η πρόθεσή της.

Αυτό στο σύγχρονο δικαστήριο θα ήταν τεράστιο ζήτημα.

Διότι:

η πολιτική θέση Α δεν αποδεικνύει αυτομάτως την εγκληματική πρόθεση Β.


4. Το πρόβλημα της ερμηνείας του λόγου

Ας υποθέσουμε ότι ένας πολιτικός λέει:

«Σε έναν πόλεμο, οι εργαζόμενοι πρέπει να αρνηθούν να σκοτώσουν τους εργαζομένους της άλλης χώρας.»

Ένας εισαγγελέας μπορεί να πει:

«Υποκινεί σε ανυπακοή.»

Αλλά η υπεράσπιση μπορεί να απαντήσει:

«Καλεί σε πολιτική και ηθική αντίθεση στον πόλεμο.»

Το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει ποια από τις δύο ερμηνείες αποδεικνύεται από τα συμφραζόμενα.

Και δεν μπορεί απλώς να επιλέξει την πιο επιβαρυντική.


5. In dubio pro reo και ερμηνεία

Εδώ εφαρμόζεται η γενικότερη αρχή:

Σε εύλογη αμφιβολία, υπέρ του κατηγορουμένου.

Αν υπάρχουν δύο πραγματικά πιθανές ερμηνείες της ομιλίας:

Α. πολιτική αντιπολεμική έκκληση,

Β. συγκεκριμένη εγκληματική υποκίνηση σε ανυπακοή,

η εισαγγελία πρέπει να αποδείξει τη δεύτερη.

Δεν αρκεί:

«Θα μπορούσε να εννοεί αυτό.»

Πρέπει να αποδειχθεί ότι πράγματι αυτό εννοούσε, εφόσον η συγκεκριμένη μορφή υπαιτιότητας απαιτεί τέτοια πρόθεση.


6. Η Λούξεμπουργκ δεν αρνήθηκε τα λόγια της

Αυτό κάνει τη δίκη ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Η υπεράσπισή της δεν ήταν κυρίως:

«Δεν τα είπα.»

Ήταν:

«Τα λόγια μου απομονώθηκαν από το πλαίσιο τους και ερμηνεύτηκαν εγκληματικά.»

Το ίδιο το πρακτικό της δίκης καταγράφει ότι παραδεχόταν μεγάλο μέρος των αποδιδόμενων δηλώσεων, αλλά αμφισβητούσε ότι συνιστούσαν την αξιόποινη συμπεριφορά που τους απέδιδε η κατηγορία. 

Αυτό είναι πολύ σύγχρονο ως νομικό ζήτημα:

Το ότι αποδεικνύεται η εκφορά μιας φράσης δεν αποδεικνύει αυτομάτως και το ποινικό της νόημα.


7. Το δικαστήριο όμως έκρινε διαφορετικά

Το δικαστήριο έκρινε ότι η Λούξεμπουργκ, σε δύο διαφορετικές περιστάσεις, είχε δημόσια υποκινήσει σε ανυπακοή στους νόμους.

Της επέβαλε συνολική ποινή ενός έτους φυλάκισης. Το σκεπτικό συνέδεσε μάλιστα τη βαρύτητα της πράξης με τη σοβαρότητα που είχε κατά τον νόμο η ανυπακοή στρατιωτών ενώπιον του εχθρού. 

Αυτό είναι σημαντικό:

Το δικαστήριο δεν είπε απλώς:

«Δεν μας αρέσει η πολιτική της.»

Εφάρμοσε συγκεκριμένη διάταξη του τότε γερμανικού δικαίου.

Άρα η σύγχρονη αξιολόγηση πρέπει να είναι πιο ακριβής από το:

«Ήταν απλώς μια πολιτική δίκη.»

Το ερώτημα είναι αν η εφαρμογή του ποινικού νόμου σε αυτή τη συγκεκριμένη πολιτική ομιλία θα ήταν συμβατή με τις σημερινές εγγυήσεις ελευθερίας της έκφρασης και πολιτικής δράσης.


8. Εδώ αλλάζει ριζικά το σύγχρονο δίκαιο

Σήμερα θα υπήρχε πολύ ισχυρό ζήτημα ελευθερίας της έκφρασης.

Μια γενική πολιτική θέση:

«Ο πόλεμος είναι έγκλημα.»

ή

«Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να σκοτώνουν τους εργαζόμενους άλλων χωρών.»

θα βρισκόταν στον πυρήνα του πολιτικού λόγου.

Όμως διαφορετική θα ήταν μια συγκεκριμένη έκκληση:

«Αύριο, όταν η μονάδα Χ λάβει διαταγή, εγκαταλείψτε τα όπλα και επιτεθείτε στους αξιωματικούς.»

Εδώ έχουμε πολύ πιο άμεση σχέση με συγκεκριμένη παράνομη πράξη.

Άρα:

πολιτική διαμαρτυρία ≠ αυτομάτως εγκληματική υποκίνηση.


9. Και η Λούξεμπουργκ έθεσε ακριβώς αυτό το ζήτημα

Η ίδια αμφισβήτησε ότι καλούσε τους στρατιώτες να παρακούσουν συγκεκριμένες διαταγές. Υποστήριξε ότι ο εισαγγελέας συμπέρανε την πρόθεσή της από τη γενικότερη αντιμιλιταριστική πολιτική της, όχι από αυτό που πραγματικά είπε και εννοούσε. 

Αυτό θα ήταν στο σύγχρονο δικαστήριο ζήτημα:

υποκειμενικής υπόστασης

Δηλαδή:

Τι ήθελε πράγματι να προκαλέσει;


10. Η πρόθεση αποτροπής του πολέμου

Εδώ έχουμε ένα πολύ παράδοξο σημείο.

Η Λούξεμπουργκ λέει ουσιαστικά:

«Δεν καλώ σε πόλεμο εναντίον του κράτους. Προσπαθώ να αποτρέψω έναν πόλεμο.»

Άρα έχουμε δύο πιθανές αναγνώσεις:

Εισαγγελία

«Η προτροπή στην ανυπακοή υπονομεύει τη στρατιωτική άμυνα του κράτους.»

Υπεράσπιση

«Η προτροπή στην άρνηση να σκοτώσουν αποσκοπεί στην αποτροπή του πολέμου.»

Το σύγχρονο δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει όχι μόνο τι αποτέλεσμα θα μπορούσε να έχει ο λόγος, αλλά και αν η κατηγορούμενη είχε την απαιτούμενη πρόθεση για το συγκεκριμένο αδίκημα.


11. «Δεν θα πυροβολήσω» και «θα επιτεθώ στο κράτος»

Δεν είναι το ίδιο.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Ένας άνθρωπος μπορεί να πει:

«Δεν θέλω να συμμετάσχω στον πόλεμο.»

χωρίς να λέει:

«Θέλω να καταλύσω το κράτος.»

Η Λούξεμπουργκ βρισκόταν σε ένα σημείο όπου η πολιτική της θεωρία συνέδεε την άρνηση του πολέμου με την ταξική και διεθνιστική αλληλεγγύη. Το δικαστήριο όμως έπρεπε να εξετάσει την ποινική πράξη, όχι να δικάσει ολόκληρη την πολιτική της θεωρία.


12. Το ενδιαφέρον σημείο με τον Σωκράτη και τον Γκράμσι

Εδώ η ακολουθία που εξετάζουμε γίνεται πολύ καθαρή.

Σωκράτης

«Οι ιδέες σου επηρεάζουν τους νέους.»

Γκράμσι

«Οι ιδέες σου απειλούν το κράτος.»

Λούξεμπουργκ

«Ο πολιτικός λόγος σου υποκινεί σε ανυπακοή.»

Pound

«Ο πολιτικός λόγος σου βοηθά τον εχθρό.»

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις το σύγχρονο ποινικό δίκαιο ρωτά:

Ποια ακριβώς πράξη;

και μετά:

Ποια ακριβώς πρόθεση;


13. Η δεύτερη μεγάλη δίκη της Λούξεμπουργκ: η προληπτική κράτηση

Και εδώ η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο σημαντική.

Μετά την καταδίκη της, η Λούξεμπουργκ φυλακίστηκε το 1915. Το 1916 συνελήφθη ξανά και κρατήθηκε χωρίς κανονική νέα δίκη για μεγάλο διάστημα, μέχρι την επανάσταση του 1918. 

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο μια τέτοια διοικητική/προληπτική κράτηση πολιτικού αντιπάλου θα απαιτούσε πολύ αυστηρή νομική βάση και δικαστικό έλεγχο.

Το κράτος δεν μπορεί να πει:

«Είναι επικίνδυνη, επομένως θα την κρατήσουμε.»

Θα έπρεπε να αποδείξει:

συγκεκριμένο νόμιμο λόγο,

αναγκαιότητα,

αναλογικότητα,

χρονικό περιορισμό,

δικαστικό έλεγχο.


14. Το πιο εντυπωσιακό: η ίδια δεν ζήτησε χάρη

Η Λούξεμπουργκ αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη Γερμανία και αρνήθηκε επίσης την ιδέα της χάρης. Η θέση της ήταν ότι δεν θα αρνηθεί τις πράξεις και τις πεποιθήσεις της για να αποφύγει την ποινή. 

Αυτό όμως έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα σχέση με το σύγχρονο ποινικό δίκαιο:

Το δικαίωμα υπεράσπισης δεν σημαίνει υποχρέωση μετάνοιας.

Ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα:

να αρνηθεί,

να παραδεχθεί,

να σιωπήσει,

να αμφισβητήσει την ερμηνεία των πράξεών του.

Δεν μπορεί να απαιτηθεί από αυτόν να δηλώσει:

«Αναγνωρίζω ότι η πολιτική μου ήταν λάθος.»

για να αποκτήσει δίκαιη δίκη.

15. Θα καταδικαζόταν σήμερα;

Εδώ πρέπει να είμαστε προσεκτικοί.

Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα «θα αθωωνόταν».

Εξαρτάται από:

το ακριβές σύγχρονο αδίκημα,

τη δικαιοδοσία,

το ακριβές κείμενο της ομιλίας,

το πλήρες συμφραζόμενο,

την απόδειξη της πρόθεσης,

το αν υπήρχε συγκεκριμένος και άμεσος κίνδυνος παράνομης πράξης.

Αλλά μπορούμε να πούμε κάτι ισχυρότερο:

Η απλή αντιπολεμική και αντιμιλιταριστική πολιτική της ιδεολογία δεν θα αρκούσε για ποινική καταδίκη.

Θα έπρεπε να αποδειχθεί συγκεκριμένη εγκληματική υποκίνηση.


16. Η πιθανότερη σύγχρονη δικαστική ανάλυση

Θα μπορούσε να διατυπωθεί έτσι:

Πράξη:

Ναι, η Λούξεμπουργκ έκανε τις επίμαχες ομιλίες.

Περιεχόμενο:

Αντιπολεμικό και αντιμιλιταριστικό.

Ποινική υπόσταση:

Εξαρτάται από το αν υπήρξε συγκεκριμένη υποκίνηση σε αξιόποινη ανυπακοή.

Πρόθεση:

Δεν μπορεί να συναχθεί απλώς από τον αντιμιλιταρισμό της.

Ελευθερία έκφρασης:

Ισχυρό δικαίωμα υπέρ της υπεράσπισης.

Άμεσος κίνδυνος παράνομης πράξης:

Πρέπει να αποδειχθεί.

Πολιτική ιδεολογία:

Δεν αποτελεί αυτοτελές έγκλημα.

Αμφιβολία:

In dubio pro reo.


17. Η βαθύτερη νομική ειρωνεία της δίκης

Η Λούξεμπουργκ καταδικάστηκε επειδή είπε, ουσιαστικά:

μην σκοτώνετε τους ανθρώπους της άλλης πλευράς επειδή σας το διατάζουν.

Το δικαστήριο αντιμετώπισε αυτή την έκκληση ως υπονόμευση της κρατικής στρατιωτικής εξουσίας. 

Το σύγχρονο κράτος δικαίου όμως θα έκανε μια πολύ πιο λεπτή διάκριση:

Άλλο η πολιτική προπαγάνδα υπέρ της ειρήνης και άλλο η συγκεκριμένη ποινικά αξιόλογη υποκίνηση σε παράνομη πράξη.

Και αυτό είναι το ουσιώδες.

Η «Δίκη της Ρόζας Λούξεμπουργκ» μπορεί λοιπόν να συνοψιστεί σε μία σύγκρουση:

Κράτος:

«Η ανυπακοή στις στρατιωτικές διαταγές απειλεί την κρατική εξουσία.»

Λούξεμπουργκ:

«Η υπακοή σε μια διαταγή δεν μετατρέπει το έγκλημα σε ηθικό καθήκον.»

Σύγχρονο ποινικό δίκαιο:

«Και οι δύο θέσεις μπορούν να αποτελούν αντικείμενο πολιτικής συζήτησης. Το δικαστήριο όμως πρέπει να αποδείξει συγκεκριμένο έγκλημα — όχι να τιμωρήσει μια πολιτική ιδέα.»

Και γι' αυτό η υπόθεση της Λούξεμπουργκ είναι ίσως η πιο καθαρή από τις προηγούμενες που εξετάσαμε ως προς τη σύγκρουση ποινικού δικαίου και ελευθερίας πολιτικού λόγου.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΛΑΒΡΕΝΤΙ ΜΠΕΡΙΑ


Εδώ υπάρχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αντιστροφή σε σχέση με τις προηγούμενες περιπτώσεις που εξετάσαμε: ο Μπέρια δεν θα βρισκόταν σε ένα σύγχρονο δικαστήριο στην ίδια θέση με την ιστορική δίκη του 1953. Αντίθετα, ένα σύγχρονο δικαστήριο θα έπρεπε να διαχωρίσει τις συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις του από την πολιτική του ταυτότητα και από τη συνολική ιστορική ευθύνη του σοβιετικού μηχανισμού καταστολής.


1. Τι συνέβη ιστορικά

Ο Λαβρέντι Μπέρια συνελήφθη στις 26 Ιουνίου 1953, λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Στάλιν. Το καθεστώς τον κατηγόρησε για εσχάτη προδοσία, αντισοβιετική συνωμοσία, τρομοκρατικές πράξεις και κατάχρηση εξουσίας, ενώ στο κατηγορητήριο προστέθηκε και κατηγορία σχετική με βιασμό. 

Η δίκη έγινε από το Ειδικό Δικαστικό Τμήμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου της ΕΣΣΔ, στις 18–23 Δεκεμβρίου 1953. Ήταν κλειστή, χωρίς συμμετοχή των διαδίκων με τον τρόπο που θα απαιτούσε ένα σύγχρονο δίκαιο δίκαιης δίκης. Ο Μπέρια καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε στις 23 Δεκεμβρίου 1953. 

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικό είναι ότι η ίδια η ηγεσία του ΚΚΣΕ είχε αποφασίσει εκ των προτέρων ότι η υπόθεση θα εξεταζόταν κεκλεισμένων των θυρών και χωρίς τις συνήθεις πλευρές της δίκης, βάσει του νόμου της 1ης Δεκεμβρίου 1934. 

Άρα πρέπει να κάνουμε μια θεμελιώδη διάκριση:

Άλλο το αν ο Μπέρια ήταν πράγματι υπεύθυνος για βαριά εγκλήματα και άλλο το αν η ιστορική δίκη του απέδειξε αυτά τα εγκλήματα σύμφωνα με τα σημερινά πρότυπα ποινικής δικαιοσύνης.


2. Το σύγχρονο κατηγορητήριο

Αν μεταφέρουμε υποθετικά τον Μπέρια σε ένα σύγχρονο ποινικό δικαστήριο, δεν θα τον δικάζαμε επειδή ήταν «ο Μπέρια» ή επειδή ήταν επικεφαλής της NKVD.

Θα έπρεπε να συνταχθεί πράξη κατηγορίας ανά συγκεκριμένη πράξη.

Π.χ.:

ανθρωποκτονίες,

διαταγή ή συμμετοχή σε παράνομες εκτελέσεις,

βασανιστήρια,

παράνομες κρατήσεις,

απαγωγές,

εγκλήματα κατά κρατουμένων,

κατάχρηση εξουσίας,

ενδεχομένως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εφόσον πληρούνται τα αντίστοιχα στοιχεία του σύγχρονου εφαρμοστέου δικαίου.

Και εδώ αρχίζει η πραγματικά δύσκολη νομική ερώτηση:

Ποια από αυτά μπορούν να αποδειχθούν προσωπικά εις βάρος του Μπέρια;


3. Δεν αρκεί ότι ήταν αρχηγός της NKVD

Αυτό είναι το σημαντικότερο σημείο.

Ο σύγχρονος ποινικός δικαστής δεν μπορεί να συλλογιστεί:

«Η NKVD διέπραξε εγκλήματα.

Ο Μπέρια ήταν επικεφαλής της.

Επομένως ο Μπέρια είναι ένοχος για όλα.»

Αυτό θα ήταν μορφή αντικειμενικής ή συλλογικής ποινικής ευθύνης.

Η σύγχρονη ποινική δικαιοσύνη απαιτεί εξατομίκευση:

Ποιος έδωσε την εντολή;

Ποιος γνώριζε;

Ποιος μπορούσε να αποτρέψει;

Ποιος συμμετείχε;

Ποιος διέταξε;

Ποιος εκτέλεσε;

Ποια ήταν η πρόθεση;

Ο Μπέρια θα μπορούσε να είναι υπεύθυνος όχι απλώς επειδή κατείχε τη θέση, αλλά επειδή αποδεικνυόταν ότι διέταξε, οργάνωσε, ενέκρινε, συμμετείχε ή, ανάλογα με το εφαρμοστέο σύγχρονο δίκαιο, γνώριζε και είχε συγκεκριμένη νομική υποχρέωση και πραγματική δυνατότητα να αποτρέψει εγκλήματα.


4. Η ανθρωποκτονία

Ας υποθέσουμε ότι η κατηγορία αφορά συγκεκριμένο άνθρωπο που εκτελέστηκε.

Η εισαγγελία πρέπει να αποδείξει:

Α. Ότι ο άνθρωπος πράγματι δολοφονήθηκε.

Β. Ότι η πράξη ήταν παράνομη ανθρωποκτονία.

Γ. Ότι ο Μπέρια συνδέεται προσωπικά με αυτήν.

Δ. Ότι υπήρχε ο απαιτούμενος δόλος ή άλλη μορφή υπαιτιότητας.

Δεν αρκεί ένα έγγραφο που λέει:

«Ο Μπέρια ήταν υπουργός Εσωτερικών.»

Χρειάζεται κάτι πολύ ισχυρότερο:

«Ο Μπέρια έλαβε την αναφορά, γνώριζε ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα εκτελεστεί, διέταξε ή ενέκρινε την εκτέλεση.»

ή άλλο αποδεικτικό υλικό που δημιουργεί την απαιτούμενη προσωπική σύνδεση.


5. Οι γραπτές εντολές

Εδώ η θέση του Μπέρια θα μπορούσε να γίνει εξαιρετικά δυσμενής.

Εάν η εισαγγελία παρουσίαζε αυθεντικό έγγραφο:

«Να εκτελεστεί ο Χ.

Λ. Μπέρια»

και αποδεικνυόταν η γνησιότητα και η αλυσίδα εκτέλεσης της εντολής, τότε η υπόθεση θα ήταν εντελώς διαφορετική.

Το δικαστήριο θα είχε:

έγγραφο → εντολή → εκτέλεση → θάνατο → αιτιώδη σύνδεσμο → προσωπικό δόλο.

Εκεί δεν χρειάζεται να αποδειχθεί απλώς ότι «ήταν επικεφαλής».

Αποδεικνύεται συγκεκριμένη πράξη.


6. Το πρόβλημα της «συνωμοσίας»

Ιστορικά, η σοβιετική κατηγορία ήταν πολύ ευρύτερη: ο Μπέρια παρουσιάστηκε ως αρχηγός μιας αντισοβιετικής συνωμοτικής ομάδας που επιδίωκε την κατάληψη της εξουσίας.

Το ίδιο το κατηγορητήριο του 1953 μιλούσε για «αντισοβιετική συνωμοσία», «τρομοκρατικές πράξεις» και «προδοσία». 

Σε ένα σύγχρονο δικαστήριο όμως η λέξη «συνωμοσία» δεν θα ήταν μαγική λέξη.

Η εισαγγελία θα έπρεπε να αποδείξει:

συγκεκριμένη συμφωνία,

συγκεκριμένους συμμετέχοντες,

συγκεκριμένο εγκληματικό σκοπό,

συγκεκριμένες πράξεις,

γνώση και πρόθεση του κατηγορουμένου.

Το:

«ήταν επικεφαλής μιας επικίνδυνης ομάδας»

δεν αρκεί.


7. Η περίφημη κατηγορία περί «προδοσίας»

Εδώ η σύγχρονη δίκη θα γινόταν ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Η ιστορική κατηγορία περιλάμβανε την «προδοσία της πατρίδας» και συνδέσεις με ξένες υπηρεσίες. 

Σήμερα όμως η εισαγγελία θα έπρεπε να αποδείξει τι ακριβώς έκανε ο Μπέρια υπέρ ξένης δύναμης.

Δεν θα αρκούσε:

«Είχε επαφές με ξένους.»

Θα χρειαζόταν:

«Παρέδωσε συγκεκριμένες πληροφορίες, σε συγκεκριμένο πρόσωπο, γνωρίζοντας ότι αυτό θα εξυπηρετούσε ξένη δύναμη.»

Και πάλι:

συγκεκριμένη πράξη + γνώση + πρόθεση.


8. Το πιο δύσκολο ζήτημα: τα εγκλήματα του μηχανισμού

Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο νομικό πρόβλημα της υπόθεσης Μπέρια.

Η NKVD ήταν τεράστιος κρατικός μηχανισμός.

Άρα:

Δεν είναι όλα τα εγκλήματα της NKVD αυτομάτως εγκλήματα του Μπέρια.

Αλλά υπάρχει και η αντίστροφη πλευρά:

Η τεράστια κλίμακα ενός εγκληματικού μηχανισμού μπορεί να αποτελέσει ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο για το τι γνώριζε και τι έκανε η ανώτατη ηγεσία.

Άρα ο εισαγγελέας μπορεί να χρησιμοποιήσει:

αλληλογραφία,

διαταγές,

υπηρεσιακές αναφορές,

μαρτυρίες,

αρχεία,

αλυσίδα διοίκησης,

επαναλαμβανόμενο μοτίβο εγκλημάτων,

αποφάσεις για συγκεκριμένες επιχειρήσεις.

Όχι όμως ως υποκατάστατο της απόδειξης.


9. Τα βασανιστήρια

Εάν αποδεικνυόταν ότι ο Μπέρια:

διέταζε βασανιστήρια,

γνώριζε συστηματικά ότι γίνονταν,

τα ενέκρινε,

τα χρησιμοποιούσε ως μέθοδο ανάκρισης,

τότε η σύγχρονη ποινική αξιολόγηση θα ήταν ιδιαίτερα βαριά.

Εδώ υπάρχει μια σημαντική διαφορά από την απλή διοικητική ευθύνη:

Το κράτος μπορεί να έχει υπουργούς.

Δεν μπορεί όμως να μετατρέψει το υπουργικό αξίωμα σε ασπίδα απέναντι στην προσωπική ποινική ευθύνη.


10. Η σεξουαλική βία

Στο ιστορικό κατηγορητήριο προστέθηκε και κατηγορία βάσει του σοβιετικού διατάγματος του 1949 για βιασμό. 

Σε σύγχρονη δίκη αυτή θα έπρεπε να εξεταστεί εντελώς ξεχωριστά από τις πολιτικές κατηγορίες.

Για κάθε περιστατικό θα απαιτούνταν απόδειξη:

ταυτότητας θύματος,

πράξης,

απουσίας συναίνεσης κατά το εφαρμοστέο σύγχρονο δίκαιο,

ταυτότητας δράστη,

απαιτούμενου δόλου.

Και εδώ δεν θα μπορούσε το δικαστήριο να πει:

«Αφού ήταν εγκληματίας πολιτικά, άρα είναι ένοχος και για όλα τα υπόλοιπα.»

Κάθε πράξη πρέπει να αποδειχθεί.


11. Η «κακή προσωπικότητα» του Μπέρια

Το ιστορικό κατηγορητήριο χρησιμοποιούσε έντονα και γλώσσα ηθικής καταδίκης, μιλώντας μεταξύ άλλων για «βαθιά ηθική κατάπτωση» και «εγκληματικές ιδιοτελείς πράξεις». 

Ένα σύγχρονο ποινικό δικαστήριο θα έκανε αυστηρή διάκριση:

Ηθική κρίση

«Ο Μπέρια ήταν ένας βαθιά ανήθικος άνθρωπος.»

Ποινική κρίση

«Ο Μπέρια διέπραξε την συγκεκριμένη πράξη Α, με τον απαιτούμενο δόλο, υπό τις συνθήκες Β.»

Η πρώτη πρόταση δεν αποδεικνύει τη δεύτερη.


12. Και εδώ εμφανίζεται το in dubio pro reo

Ας υποθέσουμε ότι έχουμε:

10 εγκλήματα που αποδίδονται στη NKVD,

5 διαταγές που φέρουν την υπογραφή ανώτερων αξιωματούχων,

αλλά μόνο 2 μπορούν να συνδεθούν αποδεικτικά με τον Μπέρια.

Ο σύγχρονος δικαστής δεν λέει:

«Αφού ήταν ο αρχηγός, καταδικάζεται για όλα.»

Θα μπορούσε να καταδικάσει για τα 2 αποδεδειγμένα και να αθωώσει για τα υπόλοιπα.

Αυτό είναι η ουσία της εξατομίκευσης της ποινικής ευθύνης.


13. Η μεγαλύτερη αντίθεση με την ιστορική δίκη

Η ιστορική δίκη είχε ένα τεράστιο θεσμικό πρόβλημα.

Το ίδιο το πολιτικό σύστημα είχε ουσιαστικά συμμετάσχει στην προετοιμασία της δίκης, στη συγκρότηση του ειδικού δικαστηρίου και στον καθορισμό της διαδικασίας. Τα αρχεία δείχνουν ότι το Προεδρείο της ΚΕ του ΚΚΣΕ ενέκρινε το κατηγορητήριο και τη σύνθεση του Ειδικού Δικαστικού Τμήματος. 

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εγκληματικές πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε ο Μπέρια ήταν ανύπαρκτες.

Σημαίνει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον:

Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι πράγματι εγκληματικά υπεύθυνος και ταυτόχρονα να μην έχει δικαστεί με δίκαιη διαδικασία.

Αυτές οι δύο προτάσεις δεν αλληλοαναιρούνται.


14. Το παράδοξο της δίκης του Μπέρια

Υπάρχει μάλιστα μια ιστορική ειρωνεία.

Ο Μπέρια υπήρξε ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους του σοβιετικού μηχανισμού ασφαλείας. Όταν όμως βρέθηκε κατηγορούμενος, ο ίδιος ο μηχανισμός που είχε υπηρετήσει έγινε μέρος της διαδικασίας εναντίον του.

Αμερικανική διπλωματική αναφορά της εποχής έκρινε ότι η ουσία της υπόθεσης βρισκόταν στην πολιτική σύγκρουση για τον έλεγχο της μυστικής αστυνομίας μετά τον θάνατο του Στάλιν και σημείωνε ότι η διαδικασία δεν πρόσθεσε ουσιαστικά νέα στοιχεία για το πραγματικό πολιτικό υπόβαθρο της υπόθεσης. 

Αυτό όμως πρέπει να χρησιμοποιηθεί με προσοχή: είναι contemporaneous διπλωματική εκτίμηση, όχι δικαστική απόφαση περί της αθωότητας του Μπέρια.


15. Ποια θα ήταν η σύγχρονη ετυμηγορία;

Εδώ θα έκανα μια σημαντική διάκριση.

Για πολιτική συνωμοσία

Μόνο εφόσον αποδεικνύονταν τα συγκεκριμένα στοιχεία της σύγχρονης διάταξης.

Για συγκεκριμένες δολοφονίες/εκτελέσεις

Εάν υπήρχαν έγγραφα, εντολές, μαρτυρίες και άλλα αξιόπιστα στοιχεία που συνέδεαν προσωπικά τον Μπέρια με τις πράξεις:

καταδίκη.

Για εγκλήματα που απλώς διέπραξαν υφιστάμενοί του

Όχι αυτομάτως καταδίκη.

Για βασανιστήρια και παράνομες κρατήσεις που αποδεικνύονταν ως οργανωμένη πολιτική υπό τη γνώση και συμμετοχή του

πολύ ισχυρή βάση προσωπικής ποινικής ευθύνης, ανάλογα με το εφαρμοστέο σύγχρονο δίκαιο.

Για «ηθική κατάπτωση»

καμία αυτοτελής ποινική αξία.


16. Το ουσιώδες συμπέρασμα

Η σύγχρονη δίκη του Μπέρια δεν θα ήταν:

«Ήταν τέρας, άρα ένοχος.»

Θα ήταν:

«Ποια συγκεκριμένα εγκλήματα διέπραξε ο ίδιος, ποια διέταξε, ποια γνώριζε, σε ποια συμμετείχε και τι μπορεί να αποδειχθεί πέρα από εύλογη αμφιβολία;»

Και αυτό κάνει την περίπτωση Μπέρια πολύ διαφορετική από τον Σωκράτη, την Αντιγόνη, τον Γκράμσι ή τη Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Στον Σωκράτη το πρόβλημα ήταν η ποινικοποίηση της σκέψης.

Στον Γκράμσι η ποινικοποίηση της πολιτικής ιδεολογίας.

Στη Ρόζα Λούξεμπουργκ η ποινικοποίηση της πολιτικής ομιλίας.

Στον Μπέρια το κεντρικό πρόβλημα είναι σχεδόν το αντίστροφο:

Πώς δικάζεις έναν άνθρωπο που βρίσκεται στην κορυφή ενός κρατικού μηχανισμού εγκληματικής καταστολής, χωρίς να μετατρέψεις την πολιτική/διοικητική του θέση σε αυτόματη ποινική ενοχή, αλλά και χωρίς να επιτρέψεις στην ιεραρχική θέση να τον προστατεύσει από την προσωπική του ευθύνη;

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον νομικό ερώτημα της υποθετικής «Δίκης του Μπέρια στο Σύγχρονο Ποινικό Δίκαιο».

.

Ανασύσταση της Δικής του Λαβτεντι ΜΠΕΡΙΑ:


Ας την κάνουμε ως πλήρη εικονική σύγχρονη ποινική δίκη, αλλά με μία κρίσιμη μεθοδολογική αρχή: δεν θα θεωρήσουμε αποδεδειγμένο ό,τι απλώς περιλαμβανόταν στο σοβιετικό κατηγορητήριο. Θα εξετάσουμε κάθε κατηγορία με τα σημερινά κριτήρια απόδειξης.

Η ιστορική υπόθεση έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή το σοβιετικό κατηγορητήριο περιλάμβανε εσχάτη προδοσία, συνωμοσία, τρομοκρατικές πράξεις και άλλα αδικήματα, ενώ το ίδιο το Πολιτικό Γραφείο είχε εγκρίνει το κατηγορητήριο και τη συγκρότηση του ειδικού δικαστηρίου. Η δίκη προβλέφθηκε κεκλεισμένων των θυρών και χωρίς συμμετοχή των διαδίκων. 


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΛΑΒΡΕΝΤΙ ΜΠΕΡΙΑ

Υποθετική ανασύσταση ενώπιον σύγχρονου ποινικού δικαστηρίου

Κατηγορούμενος: Λαβρέντι Πάβλοβιτς Μπέρια

Ιδιότητα: πρώην ανώτατο στέλεχος του σοβιετικού κρατικού μηχανισμού ασφαλείας

Κατηγορίες: εγκλήματα κατά της ζωής, βασανιστήρια, παράνομες κρατήσεις, κατάχρηση εξουσίας, συμμετοχή/διεύθυνση εγκληματικού μηχανισμού και, εφόσον πληρούνται τα απαιτούμενα στοιχεία, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Σημείωση: Δεν εφαρμόζουμε αναδρομικά έναν συγκεκριμένο σημερινό ποινικό κώδικα. Χρησιμοποιούμε ένα υποθετικό σύγχρονο δικαστήριο και τις γενικές αρχές του σύγχρονου ποινικού δικαίου.


I. ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ

Ο εισαγγελέας δεν ξεκινά:

«Ο Μπέρια ήταν αρχηγός της NKVD και επομένως είναι υπεύθυνος για όλα.»

Αυτό θα ήταν νομικά ανεπαρκές.

Το κατηγορητήριο θα μπορούσε να διατυπωθεί ως εξής:

Κατηγορία 1

Ο κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων του, διέταξε ή ενέκρινε συγκεκριμένες παράνομες εκτελέσεις.

Κατηγορία 2

Συμμετείχε στην οργάνωση και λειτουργία συστηματικού μηχανισμού παράνομης κράτησης και βασανιστηρίων.

Κατηγορία 3

Χρησιμοποίησε την κρατική εξουσία για παράνομες συλλήψεις, ανακρίσεις και καταναγκασμό.

Κατηγορία 4

Συμμετείχε σε ευρύτερη οργανωμένη εγκληματική πολιτική, εφόσον αποδειχθεί ότι γνώριζε τον χαρακτήρα της και συνέβαλε ουσιωδώς σε αυτήν.

Κατηγορία 5

Για συγκεκριμένα περιστατικά σεξουαλικής βίας, εφόσον υπάρχουν επαρκή στοιχεία που συνδέουν προσωπικά τον Μπέρια με αυτά.

Εδώ βρίσκεται η πρώτη μεγάλη διαφορά από το ιστορικό κατηγορητήριο του 1953: κάθε κατηγορία πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αποδείξιμη.

Το μεταγενέστερο σοβιετικό κατηγορητήριο πράγματι πρόσθεσε στον Μπέρια και κατηγορία βιασμού βάσει του διατάγματος της 4ης Ιανουαρίου 1949. 


II. ΟΙ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑΣ

Ο εισαγγελέας προσκομίζει:

Α. Έγγραφα

διαταγές,

υπηρεσιακές αναφορές,

αλληλογραφία,

πρακτικά,

αποφάσεις,

υπογραφές,

υπηρεσιακές αλυσίδες διοίκησης.

Β. Μαρτυρίες

Ανώτεροι αξιωματούχοι και υπάλληλοι του μηχανισμού ασφαλείας.

Γ. Μαρτυρίες θυμάτων

Άνθρωποι που συνελήφθησαν, βασανίστηκαν ή κρατήθηκαν παράνομα.

Δ. Αρχειακά στοιχεία

Στοιχεία που δείχνουν:

ποιος έδωσε εντολή → ποιος την παρέλαβε → ποιος την εκτέλεσε → ποιο ήταν το αποτέλεσμα.

Ε. Τα δικά του ανακριτικά πρωτόκολλα

Υπάρχουν ιστορικά πρωτόκολλα ανακρίσεων του Μπέρια από τον Ιούλιο του 1953. 

Αλλά εδώ η σύγχρονη υπεράσπιση θα επιτεθεί αμέσως στην αποδεικτική τους αξία.


III. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ

Ο συνήγορος σηκώνεται:

«Κύριοι δικαστές, ο πελάτης μου υπήρξε ένας από τους ισχυρότερους αξιωματούχους ενός ολοκληρωτικού κράτους. Αυτό δεν αμφισβητείται.

Αλλά δεν δικάζουμε σήμερα ένα καθεστώς.

Δικάζουμε έναν άνθρωπο.

Και το ερώτημα δεν είναι αν ο κρατικός μηχανισμός διέπραξε εγκλήματα.

Το ερώτημα είναι:

ποια από αυτά διέπραξε ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος;»

Αυτό θα ήταν πολύ ισχυρό νομικό επιχείρημα.

Και συνεχίζει:

«Η εισαγγελία προσπαθεί να μετατρέψει την ιεραρχική θέση σε τεκμήριο ενοχής.»


IV. Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΜΑΡΤΥΡΑ

Εισαγγελέας:

— Γνωρίζατε τον Μπέρια;

Μάρτυρας:

— Ναι.

— Ποια ήταν η θέση του;

— Ήταν ο ανώτατος προϊστάμενος.

— Υπήρχαν συλλήψεις;

— Ναι.

— Υπήρχαν βασανιστήρια;

— Ναι.

— Υπήρχαν εκτελέσεις;

— Ναι.

Ο εισαγγελέας στρέφεται προς το δικαστήριο:

«Ο κατηγορούμενος ήταν στην κορυφή.»

Αλλά ο συνήγορος σηκώνεται.

Αντεξέταση

— Είδατε προσωπικά τον Μπέρια να διατάζει τη συγκεκριμένη εκτέλεση;

— Όχι.

— Είδατε προσωπικά τον Μπέρια να βασανίζει κάποιον;

— Όχι.

— Έχετε προσωπική γνώση ότι γνώριζε το συγκεκριμένο περιστατικό;

— Όχι.

Αυτό είναι ένα σημαντικό πλήγμα στην κατηγορία.

Γιατί αποδεικνύεται η δομή, όχι ακόμη η προσωπική ευθύνη.


V. ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ — Ο ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟΣ

Τώρα εμφανίζεται ανώτερος αξιωματούχος.

Ο εισαγγελέας:

— Λαμβάνατε οδηγίες από τον Μπέρια;

— Ναι.

— Τι είδους οδηγίες;

— Για συλλήψεις, ανακρίσεις, κρατουμένους.

— Υπήρχαν περιπτώσεις στις οποίες οι οδηγίες αφορούσαν εκτελέσεις;

— Ναι.

— Από ποιον;

— Από τον Μπέρια.

Εδώ η κατάσταση αλλάζει.

Ο συνήγορος:

— Είδατε τον ίδιο να υπογράφει;

— Ναι.

— Έχετε το έγγραφο;

— Ναι.

Το έγγραφο προσκομίζεται.


VI. ΤΟ ΕΓΓΡΑΦΟ

Το δικαστήριο εξετάζει την αυθεντικότητα.

Δεν αρκεί:

«Υπάρχει ένα χαρτί.»

Πρέπει να αποδειχθούν:

η γνησιότητα,

η προέλευση,

η υπογραφή,

η αρμοδιότητα,

η αλυσίδα διαβίβασης,

η εκτέλεση,

ο αιτιώδης σύνδεσμος με τον θάνατο.

Εάν όλα αυτά αποδειχθούν, τότε η κατάσταση γίνεται δραματικά διαφορετική.

Ο εισαγγελέας μπορεί πλέον να πει:

Δεν κατηγορούμε τον Μπέρια επειδή ήταν υπουργός.

Κατηγορούμε τον Μπέρια επειδή έδωσε αυτή την εντολή.


VII. Η ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΠΕΡΙΑ

Ας ανασυστήσουμε τώρα τη δική του υπεράσπιση.

Ο Μπέρια:

«Δεν μπορούσα να γνωρίζω όλα όσα συνέβαιναν.»

Εισαγγελέας:

«Δεν σας κατηγορούμε για όλα όσα συνέβαιναν.»

Παύση.

«Σας κατηγορούμε για αυτά που γνωρίζατε.»

Ο Μπέρια:

«Ήμουν πολιτικός προϊστάμενος. Οι υπηρεσίες είχαν δική τους ιεραρχία.»

Εισαγγελέας:

«Τότε γιατί υπάρχουν οι υπογραφές σας;»

Εδώ η δίκη μετατρέπεται από δίκη ενός συστήματος σε δίκη συγκεκριμένων εγγράφων.


VIII. ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ «ΕΚΤΕΛΟΥΣΑ ΕΝΤΟΛΕΣ»

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Ο Μπέρια θα μπορούσε να πει:

«Το κράτος αποφάσιζε. Εγώ εκτελούσα.»

Η σύγχρονη ποινική δικαιοσύνη όμως δεν δέχεται γενικά ότι η κρατική ιδιότητα εξαφανίζει την προσωπική ευθύνη.

Αν η εντολή είναι προδήλως εγκληματική, το:

«ήταν κρατική εντολή»

δεν αποτελεί αυτομάτως απαλλαγή.

Και εδώ υπάρχει μια ειρωνική αντιστροφή:

Ο άνθρωπος που υπηρέτησε έναν μηχανισμό ο οποίος απαιτούσε υπακοή βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με το ερώτημα:

«Πότε η υπακοή παύει να είναι υπακοή και γίνεται προσωπική συμμετοχή στο έγκλημα;»


IX. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ

Εδώ η εισαγγελία θα επιχειρούσε να αποδείξει όχι ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά σύστημα.

Π.χ.:

εκατοντάδες αναφορές

→ επαναλαμβανόμενη μέθοδος

→ γνώση της ηγεσίας

→ απουσία τιμωρίας των υπευθύνων

→ συνέχιση της πρακτικής.

Η υπεράσπιση θα απαντούσε:

«Το γεγονός ότι κάτι συνέβαινε συστηματικά δεν αποδεικνύει ότι κάθε συγκεκριμένος αξιωματούχος γνώριζε κάθε συγκεκριμένη πράξη.»

Αλλά για τον Μπέρια το επιχείρημα γίνεται δυσκολότερο όσο ανεβαίνουμε στην ιεραρχία.

Για έναν κατώτερο υπάλληλο:

«Δεν γνώριζα»

μπορεί να είναι απολύτως πιθανό.

Για τον ανώτατο προϊστάμενο:

«Δεν γνώριζα τίποτα»

χρειάζεται πολύ ισχυρότερη αξιολόγηση των αποδείξεων.


X. Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΑΓΟΡΕΥΣΗ

Ο εισαγγελέας:

«Η υπεράσπιση θέλει να μετατρέψει τον Μπέρια σε έναν απλό διοικητικό υπάλληλο.

Δεν ήταν.

Η εξουσία του ήταν πραγματική.

Οι υπηρεσίες υπάγονταν σε αυτόν.

Οι διαταγές έφευγαν από το γραφείο του.

Άνθρωποι συλλαμβάνονταν.

Άνθρωποι βασανίζονταν.

Άνθρωποι εξαφανίζονταν.

Και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις έχουμε όχι απλώς το όνομά του στην κορυφή της διοικητικής αλυσίδας, αλλά την προσωπική του εντολή.

Δεν ζητούμε από το δικαστήριο να τον καταδικάσει για την ιστορία.

Ζητούμε να τον καταδικάσει για τις πράξεις που αποδείχθηκαν.»

Αυτή θα ήταν η ισχυρότερη μορφή κατηγορίας.


XI. Η ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ

Ο συνήγορος:

«Η ιστορία έχει ήδη καταδικάσει τον πελάτη μου.

Αυτό το δικαστήριο όμως δεν είναι η Ιστορία.

Είναι δικαστήριο.

Δεν αποφασίζει αν ο Μπέρια ήταν καλός ή κακός άνθρωπος.

Δεν αποφασίζει αν το σοβιετικό καθεστώς ήταν εγκληματικό.

Αποφασίζει αν η εισαγγελία απέδειξε κάθε συγκεκριμένη κατηγορία.

Όπου υπάρχει έγγραφο, ας εξεταστεί.

Όπου υπάρχει μάρτυρας, ας εξεταστεί.

Όπου υπάρχει πραγματική σύνδεση, ας κριθεί.

Αλλά εκεί όπου υπάρχει μόνο η θέση του στην ιεραρχία, πρέπει να ισχύσει το τεκμήριο αθωότητας.»

Και καταλήγει:

«Το δικαστήριο δεν μπορεί να καταδικάσει έναν άνθρωπο για όλα όσα συνέβησαν κάτω από την εξουσία του μόνο και μόνο επειδή βρισκόταν στην κορυφή.»


XII. Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Και εδώ θα έκανα κάτι πολύ διαφορετικό από την ιστορική δίκη:

Μερική καταδίκη — μερική αθώωση.

1. Συγκεκριμένες εκτελέσεις για τις οποίες υπάρχει προσωπική εντολή

ΕΝΟΧΟΣ.

Εφόσον η αυθεντικότητα των εγγράφων και η εκτέλεσή τους αποδεικνύονται πέρα από εύλογη αμφιβολία.

2. Συγκεκριμένα βασανιστήρια που αποδεικνύεται ότι γνώριζε και ενέκρινε

ΕΝΟΧΟΣ.

Εδώ η προσωπική γνώση και έγκριση μετατρέπουν τη διοικητική θέση σε προσωπική ποινική ευθύνη.

3. Όλες οι εγκληματικές πράξεις της NKVD

ΟΧΙ ΕΝΟΧΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΟΥΣ ΣΥΛΛΗΒΔΗΝ.

Το δικαστήριο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τη συλλογική ευθύνη.

4. «Αντισοβιετική συνωμοσία»

Εάν η σύγχρονη κατηγορία απαιτεί συγκεκριμένη εγκληματική συμφωνία και εγκληματικό σκοπό:

ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΜΟΝΟ ΕΑΝ ΑΠΟΔΕΙΧΘΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.

Η απλή πολιτική σύγκρουση με τον Στάλιν ή η επιθυμία του Μπέρια να αποκτήσει περισσότερη εξουσία δεν αρκεί.

5. «Εσχάτη προδοσία»

Δεν θα δεχόμασταν αυτόματα την ιστορική κατηγορία.

Θα απαιτούνταν απόδειξη συγκεκριμένης πράξης υπέρ ξένης δύναμης και του απαιτούμενου δόλου, σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

6. Σεξουαλική βία

Κάθε περιστατικό χωριστά.

Εάν υπάρχει αξιόπιστη και επαρκής απόδειξη → καταδίκη.

Εάν υπάρχει μόνο φήμη, μεταγενέστερη αφήγηση ή αδύναμη μαρτυρία → αθώωση για το συγκεκριμένο περιστατικό.


XIII. Η ΤΕΛΙΚΗ ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ

Θα μπορούσε επομένως να είναι:

«Το Δικαστήριο κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο για τις συγκεκριμένες πράξεις ανθρωποκτονίας, βασανισμού και παράνομης κρατικής καταστολής για τις οποίες αποδείχθηκε προσωπική συμμετοχή, εντολή, έγκριση ή άλλη μορφή ποινικά υπεύθυνης συμβολής.

Τον απαλλάσσει από όσες πράξεις αποδόθηκαν σε αυτόν αποκλειστικά λόγω της υψηλής διοικητικής του θέσης ή λόγω γενικής συμμετοχής στον κρατικό μηχανισμό, χωρίς επαρκή εξατομικευμένη απόδειξη.

Για τις λοιπές κατηγορίες, η απόφαση λαμβάνεται χωριστά σύμφωνα με τα αποδειχθέντα στοιχεία και το εφαρμοστέο ποινικό δίκαιο.»


XIV. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη διαφορά από το 1953

Η ιστορική σοβιετική διαδικασία είχε ήδη ενσωματώσει πολιτική απόφαση μέσα στη δικαστική διαδικασία: το Πολιτικό Γραφείο είχε εγκρίνει το κατηγορητήριο και είχε αποφασίσει ότι η δίκη θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών χωρίς συμμετοχή των πλευρών. 

Η σύγχρονη δίκη θα έκανε το αντίθετο:

δεν θα ξεκινούσε από την ενοχή για να βρει τις αποδείξεις·

θα ξεκινούσε από τις αποδείξεις για να διαπιστώσει την ενοχή.

Και αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά.

Ο Μπέρια δεν θα αθωωνόταν επειδή η ιστορική δίκη ήταν πολιτική.

Αλλά ούτε θα καταδικαζόταν επειδή ήταν ο Μπέρια.

Θα καταδικαζόταν εκεί όπου η προσωπική του εγκληματική ευθύνη θα αποδεικνυόταν.

Και το πιο ενδιαφέρον νομικό συμπέρασμα:

Η σύγχρονη δικαιοσύνη θα μπορούσε να καταλήξει σε μια πολύ βαριά καταδίκη του Μπέρια χωρίς να δεχθεί ολόκληρο το ιστορικό κατηγορητήριο.

Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό σημείο της υπόθεσης:

Το να απορρίπτεις μια πολιτική δίκη δεν σημαίνει ότι αθωώνεις τον κατηγορούμενο.

Σημαίνει ότι τον υποχρεώνεις να κριθεί για όσα πραγματικά αποδεικνύονται.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΙΧΜΑΝ


Η περίπτωση του Άντολφ Άιχμαν είναι ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρουσα από του Μπέρια, γιατί εδώ το κεντρικό νομικό ερώτημα γίνεται:

Μπορεί ένας άνθρωπος που δεν σχεδίασε μόνος του τη γενοκτονία, δεν πάτησε ο ίδιος τη σκανδάλη και ισχυρίζεται ότι «απλώς εκτελούσε εντολές», να είναι προσωπικά ένοχος για μαζικά εγκλήματα;

Η απάντηση του σύγχρονου ποινικού δικαίου είναι, κατ' αρχήν, ναι — αλλά όχι επειδή «ήταν Ναζί». Πρέπει να αποδειχθεί η δική του συγκεκριμένη συμβολή, γνώση και υπαιτιότητα.


1. Το ιστορικό σημείο εκκίνησης

Ο Άιχμαν ήταν ανώτερος αξιωματικός των SS και επικεφαλής του τμήματος IV B 4 της RSHA, που είχε κεντρικό ρόλο στην οργάνωση των εκτοπίσεων των Εβραίων προς τα γκέτο και τα κέντρα εξόντωσης. Στην Ουγγαρία, το 1944, συμμετείχε άμεσα στην οργάνωση των μαζικών εκτοπίσεων. 

Συνελήφθη στην Αργεντινή το 1960 από Ισραηλινούς πράκτορες και μεταφέρθηκε στο Ισραήλ. Η δίκη άρχισε στις 11 Απριλίου 1961 ενώπιον ειδικού τμήματος του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Ιερουσαλήμ. 

Το κατηγορητήριο περιλάμβανε 15 κατηγορίες, μεταξύ άλλων εγκλήματα κατά του εβραϊκού λαού, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, εγκλήματα πολέμου και συμμετοχή σε εγκληματικές οργανώσεις. 

Ο Άιχμαν καταδικάστηκε και σε δεύτερο βαθμό, από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ισραήλ, και εκτελέστηκε το 1962. 


2. Αλλά εμείς θα τον δικάσουμε διαφορετικά

Δεν θα μεταφέρουμε αυτούσια τη δίκη του 1961 στο σήμερα.

Θα φανταστούμε ένα σύγχρονο διεθνές ποινικό δικαστήριο, με:

τεκμήριο αθωότητας,

δικαίωμα υπεράσπισης,

αυστηρούς κανόνες απόδειξης,

εξατομίκευση της ποινικής ευθύνης,

απαγόρευση της συλλογικής ευθύνης,

απαίτηση συγκεκριμένης μορφής υπαιτιότητας.

Και θα κάνουμε κάτι πολύ σημαντικό:

θα ξεχωρίσουμε τον Άιχμαν από το ναζιστικό κράτος.


3. ΤΟ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ

Η σύγχρονη εισαγγελία θα μπορούσε να τον κατηγορήσει για συμμετοχή στην οργανωμένη εξόντωση των Ευρωπαίων Εβραίων.

Όμως η κατηγορία δεν θα ήταν:

«Ήταν Ναζί.»

Ούτε:

«Ήταν αξιωματικός των SS.»

Ούτε:

«Εργαζόταν για τον Χίτλερ.»

Θα ήταν:

«Με πλήρη γνώση του εγκληματικού σκοπού, οργάνωσε, συντόνισε και διευκόλυνε την εκτόπιση ανθρώπων προς τόπους όπου γνώριζε ότι θα εξοντώνονταν.»

Αυτό είναι εντελώς διαφορετικό.


4. Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ

Πρώτον:

Ότι υπήρχε οργανωμένο εγκληματικό σχέδιο.

Δεύτερον:

Ότι ο Άιχμαν γνώριζε τον πραγματικό χαρακτήρα του σχεδίου.

Τρίτον:

Ότι είχε ουσιώδη συμβολή στην πραγματοποίησή του.

Τέταρτον:

Ότι η συμβολή του ήταν εκούσια και καλυπτόταν από την απαιτούμενη μορφή δόλου.

Και εδώ βρίσκεται η καρδιά της δίκης.


5. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ: «ΗΜΟΥΝ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΓΡΑΝΑΖΙ»

Ο Άιχμαν πράγματι παρουσίασε αυτή τη γραμμή υπεράσπισης: ότι δεν ήταν ο άνθρωπος που αποφάσισε την εξόντωση αλλά ένας γραφειοκράτης που εκτελούσε εντολές. Το επιχείρημα αυτό ήταν κεντρικό στη δική του υπεράσπιση. 

Ας το μεταφέρουμε λοιπόν σε μια σύγχρονη αίθουσα:

Συνήγορος:

«Ο πελάτης μου δεν αποφάσισε την Τελική Λύση.

Δεν ήταν ο Χίτλερ.

Δεν ήταν ο Χίμλερ.

Δεν αποφάσισε την εξόντωση των Εβραίων.

Δεν διοικούσε τα στρατόπεδα.

Δεν χειριζόταν τους θαλάμους αερίων.

Ήταν ένας διοικητικός υπάλληλος που εκτελούσε διαταγές.»

Αυτό δεν είναι γελοίο ως νομικό επιχείρημα.

Πρέπει να απαντηθεί.


6. Η ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ

Ο εισαγγελέας:

— Κύριε Άιχμαν, ποια ήταν η δουλειά σας;

— Να οργανώνω τις μεταφορές.

— Μεταφορές ανθρώπων;

— Ναι.

— Προς τα πού;

— Προς τα στρατόπεδα.

— Γνωρίζατε τι συνέβαινε εκεί;

— Γνώριζα ότι ήταν δύσκολη κατάσταση.

Ο εισαγγελέας:

«Όχι. Δεν σας ρώτησα αν ήταν δύσκολη κατάσταση.

Σας ρώτησα αν γνωρίζατε ότι οι άνθρωποι που μεταφέρατε οδηγούνταν σε θάνατο.»

Εδώ η υπόθεση αλλάζει επίπεδο.


7. ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΓΝΩΡΙΖΕ;

Αν η εισαγγελία μπορούσε να αποδείξει ότι ο Άιχμαν:

γνώριζε τις μαζικές δολοφονίες,

γνώριζε τον τελικό προορισμό των εκτοπισμένων,

γνώριζε ότι οι μεταφορές οδηγούσαν σε εξόντωση,

συνέχιζε να οργανώνει τις μεταφορές,

αντιμετώπιζε προβλήματα μεταφοράς ως διοικητικά προβλήματα που έπρεπε να λυθούν,

τότε το «ήμουν υπάλληλος» καταρρέει.

Διότι:

η γνώση του εγκλήματος + η εκούσια και ουσιώδης συμβολή στην πραγματοποίησή του = προσωπική ποινική ευθύνη.

Το δικαστήριο δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι ο Άιχμαν σχεδίασε ολόκληρο το Ολοκαύτωμα.

Χρειάζεται να αποδείξει ότι συνειδητά συμμετείχε στην εγκληματική διαδικασία.


8. ΤΟ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΟ: ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΣΚΟΤΩΣΕΙ Ο ΙΔΙΟΣ

Αυτό είναι θεμελιώδες.

Ο Άιχμαν μπορεί να μην σκότωσε προσωπικά κανέναν.

Αλλά ας πάρουμε ένα υποθετικό παράδειγμα:

Ο Α γνωρίζει ότι ο Β μεταφέρει ανθρώπους σε χώρο όπου θα εκτελεστούν.

Ο Α οργανώνει συστηματικά τις μεταφορές.

Ο Α εξασφαλίζει τα τρένα.

Ο Α καθορίζει τις ημερομηνίες.

Ο Α επιλύει τα προβλήματα που εμποδίζουν τις μεταφορές.

Ο Α γνωρίζει τον τελικό σκοπό.

Ο Α δεν είναι απλώς «υπάλληλος».

Η πράξη του αποτελεί λειτουργικό μέρος της εγκληματικής επιχείρησης.

Και αυτό είναι το σημείο στο οποίο ο σύγχρονος ποινικός νόμος μπορεί να αποδώσει ευθύνη χωρίς να απαιτεί ο δράστης να είναι ο φυσικός αυτουργός κάθε θανάτου.


9. ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ — ΠΡΟΣΟΧΗ

Εδώ υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια.

Δεν θα αρκούσε να αποδειχθεί ότι ο Άιχμαν:

«γνώριζε ότι άνθρωποι πέθαιναν».

Για την προσωπική ευθύνη για γενοκτονία, το σύγχρονο διεθνές ποινικό δίκαιο απαιτεί την ειδική πρόθεση (dolus specialis) να καταστραφεί, εν όλω ή εν μέρει, μια προστατευόμενη εθνική, εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα.

Και εδώ εμφανίζεται ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον σημείο από την ίδια την ιστορική απόφαση.

Το δικαστήριο της Ιερουσαλήμ έκρινε ότι υπήρχε αμφιβολία ως προς το αν είχε αποδειχθεί πέραν αμφιβολίας η ειδική πρόθεση που απαιτούσε η κατηγορία «εγκλήματος κατά του εβραϊκού λαού», και γι' αυτό αντιμετώπισε τις πράξεις του ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. 

Αυτό είναι νομικά εξαιρετικά σημαντικό.

Δηλαδή:

Άιχμαν ένοχος για μαζική εγκληματική δράση; Ναι.

Αυτόματα ένοχος για γενοκτονία; Όχι χωρίς απόδειξη της ειδικής πρόθεσης.

Αυτό ακριβώς είναι η σύγχρονη λογική της εξατομίκευσης.


10. Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Εδώ η εισαγγελία έχει πολύ ισχυρότερη βάση.

Η εικόνα είναι:

μαζικός και συστηματικός μηχανισμός

εκτοπίσεις

συγκέντρωση πληθυσμών

μεταφορά

κέντρα εξόντωσης

μαζική δολοφονία

και ο Άιχμαν βρίσκεται μέσα στην οργανωτική αλυσίδα.

Αυτό είναι πολύ διαφορετικό από έναν άνθρωπο που απλώς γνωρίζει ότι ένα έγκλημα συμβαίνει.


11. «ΕΓΩ ΑΠΛΩΣ ΥΠΑΚΟΥΑ»

Η υπεράσπιση:

«Είχα εντολές.»

Η απάντηση:

«Η διαταγή δεν εξαφανίζει αυτομάτως την προσωπική ποινική ευθύνη.»

Αλλά ούτε μπορούμε να πούμε:

«Κάθε άνθρωπος που υπακούει σε οποιαδήποτε κρατική εντολή είναι εγκληματίας.»

Η κρίσιμη ερώτηση είναι:

Ήταν η πράξη προδήλως εγκληματική και γνώριζε ο κατηγορούμενος τη φύση της;

Στην περίπτωση του Άιχμαν, η εισαγγελία θα υποστήριζε ότι η κλίμακα, η διάρκεια και ο χαρακτήρας των εκτοπίσεων καθιστούσαν αδύνατο να παρουσιαστεί ως απλός ανυποψίαστος υπάλληλος.


12. ΤΑ ΕΓΓΡΑΦΑ

Εδώ η ιστορική υπόθεση ήταν εξαιρετικά ισχυρή.

Κατά τη δίκη παρουσιάστηκε τεράστιος όγκος τεκμηρίων· η Yad Vashem αναφέρει περίπου 1.600 έγγραφα, τα περισσότερα με την υπογραφή του Άιχμαν, καθώς και 108 επιζώντες ως μάρτυρες. 

Σε μια σύγχρονη δίκη αυτά θα ήταν πολύ σημαντικά.

Για παράδειγμα:

«Μεταφέρετε 10.000 ανθρώπους.»

Το έγγραφο μόνο του αποδεικνύει την εντολή.

Αλλά αν υπάρχει και:

«Προς Auschwitz.»

και έπειτα:

«Η μεταφορά ολοκληρώθηκε.»

και παράλληλα αποδεικνύεται:

«Ο Άιχμαν γνώριζε τι συνέβαινε στο Auschwitz»,

τότε έχουμε μια αλυσίδα αποδεικτικών στοιχείων.


13. Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ

Ας υποθέσουμε ότι ο Άιχμαν λέει:

«Εγώ δεν ήθελα να πεθάνουν.»

Ο εισαγγελέας απαντά:

«Τότε γιατί, όταν γνωρίζατε ότι θα πεθάνουν, συνεχίσατε να οργανώνετε τις μεταφορές;»

Αυτό είναι το σημείο όπου η υπόθεση μετακινείται από την ιδεολογία στην πράξη.

Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο Άιχμαν ήταν σαδιστής.

Ούτε ότι μισούσε προσωπικά κάθε θύμα.

Αρκεί να αποδειχθεί ότι:

γνώριζε το εγκληματικό αποτέλεσμα και εν γνώσει του συνέβαλε στην πραγματοποίησή του.


14. Η «ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ»

Εδώ πρέπει να προσέξουμε τη γνωστή ιδέα της Hannah Arendt.

Η εικόνα του Άιχμαν ως ανθρώπου που εμφανίζεται όχι ως μυθικό τέρας αλλά ως γραφειοκρατικός υπάλληλος δημιούργησε το περίφημο πρόβλημα της «κοινοτοπίας του κακού».

Αλλά από νομική άποψη:

η κοινοτοπία δεν είναι άμυνα.

Το ότι κάποιος είναι γραφειοκράτης δεν μειώνει αυτομάτως την ποινική του ευθύνη.

Το κρίσιμο είναι:

Τι έκανε ο γραφειοκράτης;

Ένας υπάλληλος που συμπληρώνει ένα αθώο έντυπο είναι κάτι άλλο.

Ένας υπάλληλος που οργανώνει συνειδητά τις μεταφορές ανθρώπων προς την εξόντωση είναι κάτι εντελώς διαφορετικό.


15. Η ΥΠΟΘΕΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Το σύγχρονο δικαστήριο θα μπορούσε να αποφανθεί:

Για γενοκτονία

ΕΝΟΧΟΣ μόνο εφόσον αποδειχθεί η ειδική πρόθεση καταστροφής της ομάδας.

Δεν τεκμαίρεται μόνο από τη συμμετοχή.

Για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας

ΕΝΟΧΟΣ, εφόσον αποδειχθεί ότι γνώριζε το ευρύτερο συστηματικό σχέδιο και συνέβαλε εκούσια και ουσιωδώς στην πραγματοποίησή του.

Για εκτοπίσεις και μεταφορές

ΕΝΟΧΟΣ, εφόσον αποδειχθεί ότι δεν ήταν ουδέτερος μεταφορέας αλλά γνώριζε τον εγκληματικό προορισμό και οργάνωνε τις μεταφορές ως μέρος του μηχανισμού.

Για κάθε συγκεκριμένο φόνο

Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι:

«ο Άιχμαν σκότωσε προσωπικά το θύμα Χ».

Αρκεί, ανάλογα με τη συγκεκριμένη νομική μορφή συμμετοχής, να αποδειχθεί η ποινικά υπεύθυνη συμβολή του στο κοινό εγκληματικό σχέδιο.

Για απλή συμμετοχή στους SS

Η ιδιότητα από μόνη της δεν αρκεί για όλα τα εγκλήματα.

Πρέπει να εξατομικευτεί η ευθύνη.


16. ΚΑΙ ΤΩΡΑ Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗ

«Το Δικαστήριο δεν καταδικάζει τον κατηγορούμενο επειδή ήταν μέλος ενός εγκληματικού καθεστώτος.

Τον καταδικάζει επειδή αποδείχθηκε ότι γνώριζε τον εγκληματικό χαρακτήρα της επιχείρησης και παρείχε ουσιώδη και εκούσια συμβολή στην πραγματοποίησή της.

Η θέση του ως γραφειοκρατικού υπαλλήλου δεν αναιρεί την προσωπική ευθύνη του.

Η υπακοή σε ανώτερη εντολή δεν απαλλάσσει αυτομάτως από την ευθύνη για προδήλως εγκληματικές πράξεις.

Το Δικαστήριο, ωστόσο, δεν αποδίδει στον κατηγορούμενο κάθε έγκλημα του ναζιστικού καθεστώτος. Η ευθύνη του περιορίζεται σε εκείνες τις πράξεις για τις οποίες η προσωπική γνώση, πρόθεση και συμβολή αποδείχθηκαν πέρα από εύλογη αμφιβολία.»


17. Άιχμαν και Μπέρια: η κρίσιμη διαφορά

Εδώ η σύγκριση γίνεται πολύ ενδιαφέρουσα.


Μπέρια

Άιχμαν

Θέση

Κορυφαίος κρατικός μηχανισμός

Ανώτερος οργανωτής/γραφειοκράτης

Πρόβλημα

Ευθύνη ηγέτη για εγκλήματα μηχανισμού

Ευθύνη εκτελεστή/οργανωτή

Άμυνα

«Δεν ευθύνομαι για όλα όσα έκανε ο μηχανισμός»

«Ήμουν απλώς ένα γρανάζι»

Κρίσιμο στοιχείο

Προσωπικές διαταγές/γνώση

Γνώση + οργανωτική συμβολή

Αυτόματη ευθύνη;

Όχι

Όχι

Κεντρικό ερώτημα

Τι διέταξε;

Τι γνώριζε και τι οργάνωσε;

Και εδώ υπάρχει μια πολύ σημαντική νομική διάκριση:

Ο Μπέρια δεν μπορεί να πει «δεν σκότωσα κανέναν».

Ο Άιχμαν δεν μπορεί να πει «δεν σκότωσα κανέναν», αν η κατηγορία δεν απαιτεί φυσική αυτουργία.

Γιατί το σύγχρονο ποινικό δίκαιο γνωρίζει τη συμμετοχή στο έγκλημα.


18. Η βαθύτερη διαφορά από τη δίκη του Μπέρια

Στον Μπέρια το πρόβλημα είναι:

«Πόσο μακριά φτάνει η προσωπική ευθύνη ενός ανθρώπου που βρίσκεται στην κορυφή ενός τεράστιου μηχανισμού;»

Στον Άιχμαν:

«Πόσο μακριά φτάνει η προσωπική ευθύνη ενός ανθρώπου που βρίσκεται μέσα στον μηχανισμό αλλά δεν είναι ο ανώτατος αποφασίζων;»

Και οι δύο υποθέσεις συναντώνται στο ίδιο θεμελιώδες αξίωμα:

Δεν υπάρχει συλλογική ενοχή. Υπάρχει εξατομικευμένη ποινική ευθύνη.

Αλλά η περίπτωση του Άιχμαν προσθέτει κάτι ακόμη πιο ανησυχητικό:

Το έγκλημα μπορεί να πραγματοποιείται όχι μόνο από τον άνθρωπο που αποφασίζει να σκοτώσει, αλλά και από τον άνθρωπο που αποφασίζει να οργανώσει αποτελεσματικά τη διαδικασία με την οποία άλλοι θα σκοτώσουν.

Και αυτή είναι η νομική ουσία της «γραφειοκρατίας του εγκλήματος».

Ο Άιχμαν δεν χρειάζεται να κρατήσει το όπλο για να είναι εγκληματικά υπεύθυνος.

Πρέπει όμως να αποδειχθεί τι ακριβώς έκανε, τι γνώριζε και με ποια πρόθεση το έκανε.

.

Μια ιστορικά και νομικά παράδοξη μετατόπιση:

η Χάνα Άρεντ ως συνήγορος υπεράσπισης του Άιχμαν, σε μια υποθετική σύγχρονη δίκη.

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διευκρίνιση: η Άρεντ δεν υπήρξε συνήγορος του Άιχμαν. Παρακολούθησε τη δίκη ως ανταποκρίτρια του New Yorker και αργότερα δημοσίευσε το Eichmann in Jerusalem. Και το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι δεν κατέληξε στην αθώωσή του· αντιθέτως, θεωρούσε τη θανατική καταδίκη του δικαιολογημένη. 

Άρα θα ανασυστήσουμε όχι μια «Άρεντ που πιστεύει ότι ο Άιχμαν είναι αθώος», αλλά μια Άρεντ που αναλαμβάνει την υπεράσπισή του και χρησιμοποιεί τις δικές της φιλοσοφικές κατηγορίες για να αναγκάσει το δικαστήριο να αποδείξει ακριβώς για ποιο πράγμα είναι ένοχος.


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΪΧΜΑΝ

Η Χάνα Άρεντ ως συνήγορος υπεράσπισης

Ενώπιον σύγχρονου διεθνούς ποινικού δικαστηρίου

Κατηγορούμενος: Adolf Eichmann

Συνήγορος: Hannah Arendt — υποθετικά

Κατηγορίες: εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, συμμετοχή στη συστηματική εξόντωση των Ευρωπαίων Εβραίων, εκτοπίσεις και συναφείς πράξεις.


Ι. Η Άρεντ σηκώνεται

Η αίθουσα είναι γεμάτη.

Η εισαγγελία έχει ήδη παρουσιάσει τον Άιχμαν ως έναν από τους κεντρικούς οργανωτές της εξόντωσης.

Η Άρεντ σηκώνεται.

Δεν ξεκινά λέγοντας:

«Ο Άιχμαν είναι αθώος.»

Ξεκινά με κάτι πολύ πιο επικίνδυνο για την εισαγγελία:

«Κύριοι δικαστές, δεν ήρθα να σας πω ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε αυτό για το οποίο κατηγορείται.

Ήρθα να σας ζητήσω να διαχωρίσετε το γεγονός από την ερμηνεία του γεγονότος.

Δεν δικάζεται ο ναζισμός.

Δεν δικάζεται ο Χίτλερ.

Δεν δικάζεται το Τρίτο Ράιχ.

Δικάζεται ένας άνθρωπος.

Και επομένως πρέπει να απαντήσουμε σε ένα απλό ερώτημα:

Τι έκανε αυτός ο άνθρωπος;»

Αυτή θα ήταν απολύτως αρεντιανή αρχή.


ΙΙ. Η Άρεντ δεν θα χρησιμοποιούσε την «αθωότητα»

Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο.

Η Άρεντ δεν θα μπορούσε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τον Άιχμαν λέγοντας:

«Δεν έκανε τίποτα.»

Τα στοιχεία για τον ρόλο του στις εκτοπίσεις είναι τεράστια. Στην πραγματική δίκη παρουσιάστηκαν χιλιάδες έγγραφα και πλήθος μαρτύρων. 

Ο ίδιος ο Άιχμαν προσπαθούσε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως άνθρωπο που είχε περιορισμένη εξουσία και απλώς εκτελούσε αποφάσεις ανωτέρων. Στις εξετάσεις του επανειλημμένα υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να διατάξει εκτοπίσεις και ότι οι αρμοδιότητές του ήταν περιορισμένες. 

Η Άρεντ όμως θα έκανε κάτι βαθύτερο:

Θα αμφισβητούσε όχι τόσο το γεγονός της συμμετοχής του, όσο τον τρόπο με τον οποίο το δικαστήριο μετατρέπει τη συμμετοχή αυτή σε νομική ενοχή.


ΙΙΙ. «ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΤΕΡΑΣ»

Η Άρεντ:

«Η εισαγγελία θέλει να σας παρουσιάσει ένα τέρας.

Αλλά το τέρας θα ήταν, κατά μία έννοια, εύκολο.

Θα μπορούσαμε να πούμε:

ήταν ψυχικά άρρωστος, σαδιστής, διαβολικός.

Και τότε το πρόβλημα θα τελείωνε.

Θα είχαμε έναν άνθρωπο διαφορετικό από εμάς.

Εγώ σας ζητώ να κάνετε κάτι δυσκολότερο:

να εξετάσετε έναν άνθρωπο που δεν φαίνεται σαν τέρας.»

Αυτό είναι το κέντρο της έννοιας της «κοινοτοπίας του κακού».

Η Άρεντ δεν εννοούσε ότι το έγκλημα ήταν μικρό ή ασήμαντο. Αντιθέτως, η φρίκη βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συμμετέχει σε ένα πρωτοφανές έγκλημα χωρίς να εμφανίζει το πρόσωπο του μυθικού τέρατος. Η Library of Congress συνοψίζει τη θέση της ότι ο Άιχμαν δεν ήταν «τέρας», αλλά ένας άνθρωπος που γνώριζε τι έκανε χωρίς να σκέφτεται ουσιαστικά το νόημα των πράξεών του. 


IV. Η ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΑΝΤΙΔΡΑ

Εισαγγελέας:

«Κυρία συνήγορε, ο κατηγορούμενος οργάνωσε μεταφορές ανθρώπων προς τόπους εξόντωσης. Τι περισσότερο χρειάζεται;»

Άρεντ:

«Χρειάζεται το ποινικό δίκαιο.»

Παύση.

«Εάν η πράξη είναι έγκλημα, πρέπει να προσδιορίσετε:

ποια πράξη, ποια γνώση, ποια πρόθεση, ποια συμβολή και ποια μορφή ευθύνης.

Το ότι ένας άνθρωπος συμμετείχε σε μια εγκληματική διαδικασία δεν καταργεί την ανάγκη της εξατομίκευσης.»


V. Η ΑΡΕΝΤ ΣΤΗΝ ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ

Και εδώ η υποθετική δίκη γίνεται συναρπαστική.

Η Άρεντ εξετάζει έναν ανώτερο αξιωματούχο.

Άρεντ:

— Ο Άιχμαν ήταν ο ανώτατος ηγέτης του συστήματος;

Μάρτυρας:

— Όχι.

— Ποιος ήταν ανώτερος από αυτόν;

— Πολλοί.

— Μπορούσε να εκδίδει οποιαδήποτε διαταγή ήθελε;

— Όχι.

— Μπορούσε να αποφασίσει μόνος του την εξόντωση των Εβραίων;

— Όχι.

— Άρα δεν ήταν ο άνθρωπος που αποφάσισε την Τελική Λύση;

— Όχι.

Η Άρεντ γυρίζει προς το δικαστήριο.

«Το παραδέχθηκε.

Δεν δικάζουμε τον αρχιτέκτονα ολόκληρου του συστήματος.

Δικάζουμε έναν κρίκο του.»


VI. ΑΛΛΑ ΕΔΩ Η ΑΡΕΝΤ ΠΕΦΤΕΙ ΠΑΝΩ ΣΕ ΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ

Ο εισαγγελέας σηκώνεται.

«Και τώρα ας δούμε τι έκανε ο συγκεκριμένος κρίκος.»

Παρουσιάζει έγγραφα.

Έγγραφο 1: μεταφορά.

Έγγραφο 2: αριθμός ανθρώπων.

Έγγραφο 3: προορισμός.

Έγγραφο 4: νέα μεταφορά.

Έγγραφο 5: διοικητική παρέμβαση του Άιχμαν.

Και λέει:

«Δεν χρειαζόμαστε να είναι ο Χίτλερ.

Χρειαζόμαστε να είναι ο άνθρωπος που έκανε αυτή τη μηχανή να λειτουργεί.»

Και εδώ η Άρεντ βρίσκεται μπροστά στο μεγάλο της πρόβλημα.


VII. Η «ΚΟΙΝΟΤΟΠΙΑ» ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΘΩΟΤΗΤΑ

Αυτό είναι κρίσιμο.

Η Άρεντ δεν είπε:

«Επειδή το κακό είναι κοινότοπο, ο Άιχμαν είναι αθώος.»

Η ίδια θεωρούσε ότι ήταν ένοχος και ότι η θανατική καταδίκη μπορούσε να δικαιολογηθεί. Στο επίμετρο του βιβλίου της διατυπώνει μάλιστα τη δική της κρίση εναντίον του, θεωρώντας ότι είχε υποστηρίξει και πραγματοποιήσει πολιτική που απέκλειε τους Εβραίους από το να μοιράζονται τη γη με τους υπόλοιπους ανθρώπους. 

Άρα η υπεράσπιση που κάνουμε εδώ έχει ένα παράδοξο:

Η Άρεντ μπορεί να προσπαθήσει να καταστρέψει την εικόνα του «δαιμονικού εγκληματία» χωρίς να καταστρέψει την εικόνα του εγκληματία.


VIII. Η ΚΡΙΣΙΜΗ ΕΡΩΤΗΣΗ

Η Άρεντ θα μπορούσε να θέσει:

«Εάν ο άνθρωπος δεν σκέφτεται, είναι λιγότερο ένοχος;»

Και η απάντηση του σύγχρονου ποινικού δικαίου θα ήταν:

Όχι αυτομάτως.

Η απουσία φιλοσοφικού στοχασμού δεν αποτελεί νομική άμυνα.

Αντίθετα, το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει:

Γνώριζε;

Καταλάβαινε;

Ήθελε;

Αποδέχθηκε;

Συνέχισε παρά τη γνώση;

Επομένως:

η «κοινοτοπία του κακού» είναι φιλοσοφική διάγνωση, όχι νομικός λόγος αθώωσης.


IX. Η ΑΡΕΝΤ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΕΙ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΟΝ ΑΪΧΜΑΝ

Εδώ θα συνέβαινε κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Άρεντ:

— Κύριε Άιχμαν, γνωρίζατε ότι οι άνθρωποι που εκτοπίζονταν οδηγούνταν στον θάνατο;

Άιχμαν:

— Εκτελούσα εντολές.

— Δεν σας ρώτησα ποιος έδωσε τις εντολές.

Παύση.

— Γνωρίζατε;

— Ήξερα ότι υπήρχαν θάνατοι.

— Και συνεχίσατε;

— Ήταν καθήκον μου.

Η Άρεντ:

«Επομένως, δεν λέτε ότι δεν γνωρίζατε.

Λέτε ότι γνωρίζατε και θεωρούσατε ότι το καθήκον σας ήταν να συνεχίσετε.»

Αυτό θα ήταν καταστροφικό.

Γιατί η ίδια η υπεράσπιση αποκαλύπτει το πρόβλημα.


X. «ΕΓΩ ΑΠΛΩΣ ΥΠΑΚΟΥΑ»

Η Άρεντ:

«Η υπακοή είναι μια λέξη.

Η ευθύνη είναι μια άλλη.»

Και θα μπορούσε να πει στο δικαστήριο:

«Ο πελάτης μου ζούσε μέσα σε έναν κόσμο όπου η νομιμότητα είχε διαστραφεί.

Αυτό εξηγεί τη συμπεριφορά του.

Δεν την ακυρώνει.»

Αυτό είναι πολύ κοντά στην πραγματική φιλοσοφική δύναμη της Άρεντ.


XI. ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΘΕΤΕΙ ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Δικαστής:

«Κυρία Άρεντ, αν δεχθούμε όλα όσα λέτε — ότι ο Άιχμαν ήταν ένας κοινός άνθρωπος, γραφειοκράτης, χωρίς δαιμονική ψυχοπαθολογία — γιατί να μην τον καταδικάσουμε;»

Η Άρεντ:

**«Δεν σας ζητώ να μην τον καταδικάσετε.

Σας ζητώ να τον καταδικάσετε για τον σωστό λόγο.»**

Αυτό θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, η ουσία της αρεντιανής υπεράσπισης.


XII. Η ΤΕΛΙΚΗ ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΡΕΝΤ

«Κύριοι δικαστές,

ο Άιχμαν δεν είναι ο Χίτλερ.

Δεν είναι ο Χίμλερ.

Δεν αποφάσισε μόνος του το Ολοκαύτωμα.

Αλλά αυτό δεν είναι το τέλος της υπόθεσης.

Γιατί υπάρχει ένα πολύ πιο τρομακτικό ενδεχόμενο:

ότι ένας άνθρωπος μπορεί να συμμετέχει σε ένα έγκλημα πρωτοφανούς μεγέθους χωρίς να χρειάζεται να είναι ο αρχιτέκτονάς του.

Μπορεί να είναι υπάλληλος.

Μπορεί να είναι διοικητικός.

Μπορεί να ακολουθεί διαδικασίες.

Μπορεί να ενδιαφέρεται για αριθμούς, δρομολόγια, βαγόνια, ημερομηνίες.

Και κάποια στιγμή οι άνθρωποι εξαφανίζονται πίσω από τους αριθμούς.

Αυτό είναι το πρόβλημα που η εισαγγελία δεν πρέπει να κρύψει πίσω από τη λέξη "τέρας".

Ο κατηγορούμενος δεν είναι τέρας.

Είναι άνθρωπος.

Και ακριβώς γι' αυτό είναι υπεύθυνος.

Αλλά η ευθύνη του πρέπει να είναι η δική του ευθύνη.

Όχι η ευθύνη όλων.

Όχι η ευθύνη του Χίτλερ.

Όχι η ευθύνη του καθεστώτος.

Η δική του.»


XIII. Η ΑΠΟΦΑΣΗ

Και εδώ το σύγχρονο δικαστήριο θα μπορούσε να κάνει κάτι εξαιρετικά σημαντικό.

Για την ιδιότητα του ως Ναζί:

Δεν είναι από μόνη της ποινικό αδίκημα.

Για την απλή υπακοή:

Δεν αποτελεί αυτομάτως απαλλαγή.

Για την προσωπική του συμμετοχή στις εκτοπίσεις:

ΕΝΟΧΟΣ, εφόσον αποδειχθεί ότι γνώριζε τον εγκληματικό σκοπό και συνέβαλε ουσιωδώς.

Για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας:

ΕΝΟΧΟΣ, εφόσον αποδειχθεί η γνώση του ευρύτερου συστηματικού εγκληματικού χαρακτήρα και η εκούσια συμμετοχή του.

Για γενοκτονία:

Εδώ το δικαστήριο θα απαιτούσε να αποδειχθεί η ειδική πρόθεση καταστροφής της ομάδας. Η απλή γνώση μαζικών θανάτων δεν αρκεί.


XIV. ΚΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΟ: Η ΑΡΕΝΤ ΤΕΛΙΚΑ ΧΑΝΕΙ ΤΗ ΔΙΚΗ

Αλλά χάνει με έναν παράξενο τρόπο.

Ο δικαστής:

«Το Δικαστήριο αποδέχεται μεγάλο μέρος της φιλοσοφικής σας ανάλυσης.

Αποδέχεται ότι ο κατηγορούμενος δεν είναι μυθικό τέρας.

Αποδέχεται ότι η γραφειοκρατική φύση του εγκλήματος είναι κρίσιμο ζήτημα.

Αποδέχεται ότι δεν μπορεί να του αποδοθεί κάθε πράξη του ναζιστικού καθεστώτος.

Αλλά τα αποδεικτικά στοιχεία δείχνουν ότι γνώριζε τον προορισμό των εκτοπισμένων και ότι συνέχισε συνειδητά να οργανώνει τις μεταφορές.

Επομένως, η κοινοτοπία του δράστη δεν αναιρεί την εγκληματικότητα της πράξης.

Ο κατηγορούμενος κηρύσσεται ένοχος.»

Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο παράδοξο:

Η Άρεντ ως συνήγορος θα μπορούσε να κερδίσει τη φιλοσοφική μάχη και να χάσει τη νομική.

Γιατί η δική της ανάλυση μπορεί να οδηγήσει όχι στην αθώωση αλλά σε μια πολύ πιο ακριβή καταδίκη.


XV. ΑΡΕΝΤ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΪΧΜΑΝ — Η ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ

Το πραγματικά συγκλονιστικό σημείο είναι αυτό:

Ο Άιχμαν λέει:

«Δεν έκανα τίποτα περισσότερο από το καθήκον μου.»

Η Άρεντ απαντά, ουσιαστικά:

«Ακριβώς εκεί βρίσκεται το πρόβλημα.»

Διότι ο άνθρωπος που παύει να σκέφτεται δεν παύει γι' αυτό να είναι υπεύθυνος.

Και η Άρεντ, παρότι εδώ την έχουμε τοποθετήσει υποθετικά στην υπεράσπιση, δεν θα μπορούσε να καταλήξει εύκολα στην αθώωση του Άιχμαν. Στο πραγματικό της βιβλίο θεωρούσε ότι η δικαστική απόφαση μπορούσε να είναι σωστή, αλλά θεωρούσε ανεπαρκή τη γλώσσα με την οποία το δικαστήριο προσπάθησε να συλλάβει το πρωτοφανές έγκλημα. Η ίδια μιλούσε για ένα «νέο έγκλημα, το έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». 

Και έτσι η υποθετική δίκη καταλήγει σε ένα εξαιρετικά αρεντιανό παράδοξο:

Ο Άιχμαν μπορεί να είναι «κοινότοπος» ως άνθρωπος και ταυτόχρονα εξαιρετικά ένοχος ως δράστης.

Η κοινοτοπία του κακού δεν σημαίνει μικρότητα του εγκλήματος.

Σημαίνει ότι το κακό δεν χρειάζεται πάντοτε ένα τέρας για να πραγματοποιηθεί· μπορεί να χρειάζεται έναν άνθρωπο που παραιτείται από την προσωπική κρίση του και μετατρέπει την υπακοή σε υποκατάστατο της σκέψης.

Και αυτό είναι ακριβώς το σημείο όπου η φιλοσοφία της Άρεντ συναντά το σύγχρονο ποινικό δίκαιο: το δικαστήριο δεν μπορεί να τιμωρήσει την απουσία σκέψης ως τέτοια· μπορεί όμως να τιμωρήσει τις συγκεκριμένες πράξεις που ένας άνθρωπος επέλεξε να εκτελέσει ενώ γνώριζε τη φύση και τις συνέπειές τους.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΛ ΚΑΠΟΝΕ


Η περίπτωση του Al Capone είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για το σύγχρονο ποινικό δίκαιο, γιατί δείχνει κάτι παράδοξο:

Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι σχεδόν βέβαιο ότι διέπραξε πλήθος σοβαρών εγκλημάτων και παρ' όλα αυτά να μπορεί να καταδικαστεί μόνο για εκείνα που η κατηγορούσα αρχή αποδεικνύει δικαστικά.

Ιστορικά, αυτό ακριβώς συνέβη. Ο Καπόνε δεν καταδικάστηκε για τις δολοφονίες, την προστασία, το λαθρεμπόριο ή το οργανωμένο έγκλημα που συνδέονταν με την αυτοκρατορία του. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση κατάφερε τελικά να τον καταδικάσει για φορολογικά αδικήματα. 


1. Το υποθετικό κατηγορητήριο σήμερα

Αν ο Καπόνε δικαζόταν σήμερα σε ένα σύγχρονο ποινικό δικαστήριο, η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσε να εξετάσει διαφορετικές κατηγορίες:

Κατηγορία

Τι πρέπει να αποδειχθεί

Ανθρωποκτονίες

συγκεκριμένο θύμα, πράξη, αιτιώδης σύνδεσμος, δόλος

Εκβίαση

συγκεκριμένες πράξεις εξαναγκασμού/απειλής

Εγκληματική οργάνωση

συμμετοχή και συγκεκριμένος ρόλος

Διακίνηση παράνομου αλκοόλ

συγκεκριμένες πράξεις και συμμετοχή

Δωροδοκία

προσφορά/παροχή ωφελήματος και σκοπός επηρεασμού

Νομιμοποίηση εσόδων

εγκληματική προέλευση + πράξεις νομιμοποίησης

Φορολογική απάτη

εισόδημα, υποχρέωση δήλωσης, γνώση και εκούσια απόκρυψη

Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο πρόβλημα για την κατηγορούσα αρχή:

Δεν αρκεί να αποδείξει ότι ο Καπόνε ήταν αρχηγός μιας εγκληματικής αυτοκρατορίας.

Πρέπει να συνδέσει τον ίδιο προσωπικά με κάθε συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη.


2. Η περίφημη στρατηγική: «Χτυπήστε τον από τους φόρους»

Ιστορικά, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση βρέθηκε μπροστά σε ένα τεράστιο πρόβλημα: ο Καπόνε ήταν εξαιρετικά δύσκολο να καταδικαστεί για τα εγκλήματα που όλοι γνώριζαν ότι συνδέονταν με την οργάνωσή του.

Το Federal Judicial Center σημειώνει χαρακτηριστικά ότι δεν κατέστη δυνατό να διωχθεί επιτυχώς για bootlegging, εκβίαση, racketeering ή φόνο· τελικά αποδείχθηκε ότι δεν είχε καταβάλει τους φόρους που όφειλε για εισοδήματα από τις παράνομες δραστηριότητές του. 

Η φορολογία λοιπόν έγινε το νομικό σημείο εισόδου στο οποίο μπορούσε να στηριχθεί μια πραγματική καταδίκη.


3. Το κρίσιμο νομικό ζήτημα

Ο Καπόνε θα μπορούσε να υποστηρίξει:

«Τα χρήματα προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες. Άρα δεν είναι νόμιμο εισόδημα και δεν φορολογούνται.»

Αυτό όμως δεν έγινε δεκτό.

Ήδη το 1927, στην υπόθεση United States v. Sullivan, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ είχε δεχθεί ότι εισόδημα από παράνομη δραστηριότητα μπορούσε να υπόκειται σε φόρο. 

Άρα δημιουργείται μια πολύ ενδιαφέρουσα νομική κατάσταση:

Το κράτος μπορεί να φορολογεί το παράνομο εισόδημα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι νομιμοποιεί την πηγή του εισοδήματος.

Δηλαδή:

«Το εισόδημα είναι παράνομο» ≠ «δεν υπάρχει φορολογική υποχρέωση».


4. Τι έπρεπε να αποδείξει ο εισαγγελέας

Στη σύγχρονη δίκη θα χρειαζόταν να αποδειχθεί, πέρα από εύλογη αμφιβολία:

Α. Υπήρχε εισόδημα;

Ναι.

Δεν αρκεί όμως η εικόνα του πλούσιου gangster.

Χρειάζονται οικονομικά στοιχεία:

βιβλία,

καταθέσεις,

αποδείξεις,

μάρτυρες,

λογαριασμοί,

περιουσιακά στοιχεία,

ταμειακές ροές,

επιχειρηματικές συναλλαγές.


Β. Το εισόδημα ανήκε στον Καπόνε;

Εδώ γίνεται δυσκολότερο.

Αν τα χρήματα ήταν τυπικά στο όνομα άλλων ανθρώπων, πρέπει να αποδειχθεί ότι ο πραγματικός δικαιούχος ήταν ο Καπόνε.

Γ. Γνώριζε την υποχρέωση;

Αυτό είναι ζήτημα υποκειμενικής υπόστασης.

Δεν αρκεί:

«Δεν πλήρωσε φόρο.»

Πρέπει να αποδειχθεί ότι εν γνώσει του και εκούσια απέφυγε την υποχρέωση.

Δ. Υπήρχε πρόθεση φορολογικής εξαπάτησης;

Εδώ βρίσκεται η ουσία.

Ένα απλό λογιστικό λάθος δεν είναι το ίδιο πράγμα με μια οργανωμένη απόκρυψη εκατοντάδων χιλιάδων δολαρίων.


5. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον στοιχείο: τα έξοδα της εγκληματικής δραστηριότητας

Εδώ το σύγχρονο ποινικό δικαστήριο θα αντιμετώπιζε ένα σχεδόν παράδοξο ερώτημα:

Αν ο Καπόνε είχε έξοδα για την εγκληματική του επιχείρηση, μπορεί να τα αφαιρέσει φορολογικά;

Η ιστορική νομολογία ήταν ήδη εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Στην υπόθεση Sullivan, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει ότι τα κέρδη από παράνομο εμπόριο υπόκεινται σε φόρο, ενώ άφησε χωριστά το ζήτημα των παράνομων δαπανών, όπως η δωροδοκία.

Αυτό δείχνει μια βασική αρχή:

Το φορολογικό δίκαιο μπορεί να αντιμετωπίζει οικονομικά μια παράνομη δραστηριότητα χωρίς να την καθιστά νόμιμη

.

6. «Μα όλοι ήξεραν ότι ο Καπόνε ήταν εγκληματίας»

Αυτό δεν αρκεί.

Σε σύγχρονο ποινικό δικαστήριο ο εισαγγελέας δεν μπορεί να πει:

«Κύριοι ένορκοι, ξέρετε ποιος είναι ο Καπόνε. Άρα είναι ένοχος.»

Αυτό θα παραβίαζε τον πυρήνα του τεκμηρίου αθωότητας.

Η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά μπορεί, ανάλογα με το δίκαιο και τους κανόνες αποδείξεως, να έχει περιορισμένη αποδεικτική χρήση.

Αλλά:

κακή φήμη ≠ απόδειξη συγκεκριμένου εγκλήματος.


7. Το ίδιο ισχύει για τις δολοφονίες

Εδώ γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον.

Ας υποθέσουμε ότι ο εισαγγελέας παρουσιάζει:

«Ο Καπόνε ήταν αρχηγός της οργάνωσης. Μέλη της οργάνωσης διέπραξαν δέκα φόνους.»

Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως:

«Ο Καπόνε διέπραξε δέκα φόνους.»

Θα έπρεπε για κάθε φόνο να αποδειχθεί η προσωπική του ποινική συμμετοχή:

εντολή,

συναυτουργία,

ηθική αυτουργία,

συνέργεια,

γνώση του σχεδίου,

συγκεκριμένη συμβολή.

Αν αποδειχθεί ότι:

«Ο Καπόνε έδωσε εντολή να σκοτωθεί ο Χ»

τότε έχουμε εντελώς διαφορετική κατάσταση.

Αν όμως έχουμε μόνο:

«Ο Χ ήταν μέλος της οργάνωσης του Καπόνε και σκότωσε τον Ψ»

η ατομική ποινική ευθύνη του Καπόνε δεν προκύπτει αυτόματα.


8. Το μεγάλο όπλο του Καπόνε: η αμφιβολία

Ας υποθέσουμε ότι ο εισαγγελέας λέει:

«Όλοι γνωρίζουν ότι αυτά τα χρήματα ήταν του Καπόνε.»

Η υπεράσπιση απαντά:

«Αποδείξτε το.»

Και παρουσιάζει τρεις εναλλακτικές εξηγήσεις:

τα χρήματα ανήκαν στον Καπόνε,

ανήκαν σε συνεργάτη,

ανήκαν σε επιχείρηση τρίτου.

Εάν η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να εξαλείψει τις εύλογες αμφιβολίες για το ποιος ήταν ο πραγματικός δικαιούχος, τότε:

αθώωση για τη συγκεκριμένη κατηγορία.

Αυτό είναι το in dubio pro reo στην ουσία του.


9. Η δωροδοκία των ενόρκων

Εδώ όμως η ιστορική υπόθεση γίνεται σχεδόν κινηματογραφική.

Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας υπήρξαν πληροφορίες ότι επιχειρήθηκε παρέμβαση στη σύνθεση/ακεραιότητα του σώματος των ενόρκων. Ο δικαστής Wilkerson αντέδρασε αλλάζοντας το jury pool, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος χειραγώγησης. 

Σε σύγχρονο δικαστήριο, εάν αποδεικνυόταν ότι ο ίδιος ο Καπόνε:

προσέφερε χρήματα σε ένορκο,

έδωσε εντολή σε συνεργάτη,

απείλησε ένορκο,

θα μπορούσε να αντιμετωπίσει νέο, αυτοτελές ποινικό αδίκημα.

Και εδώ υπάρχει μια ειρωνεία:

Προσπαθώντας να ελέγξει τη διαδικασία, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ακόμη αποδεικτικό στοιχείο εναντίον του.


10. Η υπεράσπιση «με κυνηγούν επειδή είμαι ο Καπόνε»

Αυτό θα ήταν σοβαρό επιχείρημα ως προς τη δικαστική διαδικασία, αλλά όχι αυτομάτως ως προς την ουσία.

Ο δικηγόρος θα μπορούσε να πει:

«Η κυβέρνηση δεν ενδιαφέρεται για το συγκεκριμένο φορολογικό αδίκημα. Θέλει απλώς να καταστρέψει τον πελάτη μου επειδή είναι ο Καπόνε.»

Ο εισαγγελέας θα απαντούσε:

«Ίσως. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το αν παραβίασε τον φορολογικό νόμο.»

Και αυτή είναι η κρίσιμη διάκριση:

Παράνομο κίνητρο της δίωξης ≠ αθωότητα του κατηγορουμένου.

Αν η κυβέρνηση αποδείξει το έγκλημα, η κακή της πρόθεση δεν εξαφανίζει αυτομάτως την ποινική ευθύνη.

Αλλά αν η δίωξη παραβιάζει συγκεκριμένα συνταγματικά/δικονομικά δικαιώματα, τότε μπορεί να προκύψουν ένδικες συνέπειες.


11. Η ιστορική καταδίκη

Στην πραγματική δίκη του 1931, οι ένορκοι έκριναν τον Καπόνε ένοχο για πέντε φορολογικές κατηγορίες — τρία κακουργήματα και δύο πλημμελήματα που αφορούσαν τα φορολογικά έτη 1925–1929. 

Στις 24 Νοεμβρίου 1931 καταδικάστηκε σε 11 χρόνια ομοσπονδιακής φυλάκισης, πρόστιμο και καταβολή των οφειλόμενων φόρων και τόκων. 

Και το εντυπωσιακό είναι ότι:

η αμερικανική κυβέρνηση δεν χρειάστηκε να αποδείξει στο δικαστήριο ότι ο Καπόνε ήταν δολοφόνος για να τον στείλει στη φυλακή για έντεκα χρόνια.

Αρκούσε να αποδείξει το συγκεκριμένο φορολογικό έγκλημα.


12. Πώς θα τελείωνε μια πραγματική σύγχρονη δίκη;

Θα μπορούσαμε να έχουμε το εξής υποθετικό αποτέλεσμα:

Κατηγορία

Πιθανή κρίση

«Είναι αρχηγός της Μαφίας»

Δεν είναι αυτοτελές έγκλημα

Συγκεκριμένος φόνος χωρίς σύνδεση

Αθώος λόγω ανεπαρκούς απόδειξης

Φόνος με αποδεδειγμένη εντολή

Ένοχος

Συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση

Ένοχος εφόσον αποδειχθούν τα στοιχεία

Δωροδοκία

Ένοχος εφόσον αποδειχθεί συγκεκριμένη πράξη

Απόκρυψη εισοδήματος

Ένοχος εφόσον αποδειχθεί γνώση και εκούσια φορολογική απάτη

Μη δήλωση εισοδήματος

Ένοχος εφόσον αποδειχθεί η σχετική υποχρέωση και δόλος

«Ήταν gangster»

Νομικά ανεπαρκές


13. Το παράδοξο της Δίκης του Καπόνε

Η υπόθεση έχει μια ιδιαίτερη θέση στην ιστορία του ποινικού δικαίου:

Το κράτος δεν μπόρεσε να τον νικήσει εκεί όπου τον θεωρούσε ισχυρότερο — στην άμεση απόδειξη των εγκλημάτων της εγκληματικής του αυτοκρατορίας.

Τον νίκησε εκεί όπου υπήρχαν:

αριθμοί → εισόδημα → φορολογική υποχρέωση → απόκρυψη → αποδεικτικά στοιχεία.

Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο μάθημα:

Το ποινικό δικαστήριο δεν καταδικάζει έναν άνθρωπο επειδή «είναι εγκληματίας». Τον καταδικάζει επειδή αποδεικνύεται ότι διέπραξε ένα συγκεκριμένο έγκλημα.

Ο Καπόνε είναι σχεδόν το τέλειο παράδειγμα της διαφοράς μεταξύ ιστορικής βεβαιότητας και δικαστικής απόδειξης.

Και υπάρχει μια ακόμη βαθύτερη ειρωνεία: η φορολογία, ένας φαινομενικά «δευτερεύων» διοικητικός μηχανισμός, αποδείχθηκε αποτελεσματικότερο όπλο εναντίον του από την κατηγορία του φόνου. Η ίδια η δίκη έγινε έτσι μάθημα για το ότι η ισχύς του ποινικού δικαίου βρίσκεται όχι στο πόσα γνωρίζει το κράτος, αλλά στο πόσα μπορεί να αποδείξει νόμιμα στο δικαστήριο.

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΤΖΕΙΜΣ ΕΡΛ ΡΕΙ

ΔΙΛΟΦΟΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΡΤΙΝ ΛΟΥΘΕΡ ΚΙΝΓΚ


Πρόκειται για μία από τις πιο ενδιαφέρουσες υποθετικές δίκες, επειδή η ιστορική υπόθεση δεν ήταν κανονική δίκη επί της ουσίας.

Ο James Earl Ray συνελήφθη το 1968, κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του Martin Luther King Jr. και στις 10 Μαρτίου 1969 δήλωσε ένοχος για φόνο πρώτου βαθμού. Καταδικάστηκε σε 99 χρόνια φυλάκισης. Δεν έγινε λοιπόν πλήρης δίκη με ενόρκους που να εξετάσουν όλο το αποδεικτικό υλικό. 

Το εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι ότι τρεις ημέρες αργότερα ανακάλεσε την ομολογία του και επί τριάντα χρόνια υποστήριζε ότι δεν πυροβόλησε τον King και ότι είχε παγιδευτεί από έναν μυστηριώδη άνθρωπο που αποκαλούσε «Raoul». 

Άρα, εάν τον δικάζαμε σήμερα, το βασικό ερώτημα θα ήταν:

Όχι «ήταν ο Ray ένας ύποπτος άνθρωπος;», αλλά «αποδεικνύεται πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία ότι αυτός πυροβόλησε και σκότωσε τον Martin Luther King;»


1. Το κατηγορητήριο

Στο σύγχρονο ποινικό δικαστήριο η βασική κατηγορία θα ήταν:

ανθρωποκτονία από πρόθεση / φόνος πρώτου βαθμού, ανάλογα με το εφαρμοστέο δίκαιο.

Η κατηγορούσα αρχή θα έπρεπε να αποδείξει:

ότι ο King πέθανε από πυροβολισμό,

ότι ο πυροβολισμός προκάλεσε τον θάνατό του,

ότι ο Ray ήταν ο δράστης,

ότι ενήργησε εκούσια,

ότι είχε τον απαιτούμενο δόλο,

και, εάν απαιτείται για την ειδική μορφή του εγκλήματος, ότι υπήρχαν τα πρόσθετα στοιχεία του προμελετημένου/πρώτου βαθμού φόνου.


2. Η αντικειμενική πράξη

Εδώ η υπόθεση είναι εξαιρετικά ισχυρή για την κατηγορούσα αρχή.

Ο King πυροβολήθηκε στις 4 Απριλίου 1968 στο Lorraine Motel στο Memphis.

Η έρευνα της House Select Committee κατέληξε ότι:

ένας πυροβολισμός σκότωσε τον King,

ο πυροβολισμός προήλθε από το παράθυρο του μπάνιου ενός απέναντι rooming house,

το τουφέκι είχε αγοραστεί από τον Ray,

ο Ray το είχε μεταφέρει στο Memphis,

το όπλο βρέθηκε εγκαταλειμμένο κοντά στο σημείο,

και ο Ray εγκατέλειψε τη σκηνή αμέσως μετά. 

Αυτά είναι περισσότερα από απλές ενδείξεις παρουσίας.


3. Η υπεράσπιση θα έλεγε: «Δεν τον σκότωσα εγώ»

Και εδώ αρχίζει η πραγματική σύγχρονη δίκη.

Ο Ray, μετά την ομολογία του, υποστήριξε ότι:

δεν ήταν ο σκοπευτής.

Ισχυρίστηκε ότι υπήρχε ένας άνθρωπος που γνώριζε ως «Raoul», ο οποίος τον είχε χρησιμοποιήσει και στη συνέχεια τον είχε αφήσει να φορτωθεί την ευθύνη.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ αναφέρει ότι ο Ray διατήρησε αυτή την εκδοχή μέχρι τον θάνατό του το 1998. Παράλληλα, όμως, οι μεταγενέστερες κυβερνητικές έρευνες δεν επιβεβαίωσαν την ύπαρξη συνωμοσίας με τρόπο που να ανατρέπει την ευθύνη του Ray. 


4. Το «Raoul» και η αρχή της εύλογης αμφιβολίας

Εδώ η υπεράσπιση θα είχε ένα θεωρητικά σοβαρό επιχείρημα:

«Δεν χρειάζεται να αποδείξω ότι υπάρχει ο Raoul. Αρκεί να δείξω ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής αφήνει εύλογη αμφιβολία.»

Αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Ο κατηγορούμενος δεν έχει την υποχρέωση να αποδείξει την αθωότητά του.

Η κατηγορούσα αρχή πρέπει να αποδείξει:

ο Ray ήταν ο δράστης.

Δεν αρκεί:

«Δεν ξέρουμε ποιος είναι ο Raoul, επομένως ήταν ο Ray.»

Αυτό θα ήταν αντιστροφή του βάρους απόδειξης.


5. Όμως η κατηγορούσα αρχή έχει μια τεράστια αντίρρηση

Η ιστορία του «Raoul» δεν εμφανίζεται σε κενό.

Υπάρχουν συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία που συνδέουν τον Ray με το έγκλημα.

Η Επιτροπή κατέληξε ότι ο Ray:

αγόρασε το όπλο,

το μετέφερε στο Memphis,

νοίκιασε δωμάτιο στο κτίριο από όπου προήλθε ο πυροβολισμός,

βρισκόταν στην περιοχή,

εγκατέλειψε το σημείο,

και στη συνέχεια διέφυγε. 

Άρα ο εισαγγελέας θα έλεγε:

«Δεν σας ζητώ να καταδικάσετε τον Ray επειδή ήταν ύποπτος. Σας ζητώ να ενώσετε μια αλυσίδα αποδεικτικών γεγονότων.»


6. Η αλυσίδα των ενδείξεων

Θα μπορούσε να παρουσιαστεί έτσι:

αγορά όπλου

μεταφορά του όπλου

άφιξη στο Memphis

ενοικίαση δωματίου στο συγκεκριμένο κτίριο

θέση από την οποία πυροβολήθηκε ο King

τουφέκι που εγκαταλείφθηκε μετά τον πυροβολισμό

φυγή

σύλληψη στο Heathrow

Το ερώτημα δεν είναι αν κάθε στοιχείο μόνο του αποδεικνύει τον φόνο.

Το ερώτημα είναι:

Όλα μαζί σχηματίζουν τόσο συνεκτική αλυσίδα ώστε να μην υπάρχει εύλογη εναλλακτική εξήγηση;

Αυτό είναι το κλασικό πεδίο της σωρευτικής έμμεσης απόδειξης.


7. Η ομολογία του 1969

Εδώ η κατηγορούσα αρχή θα είχε ένα πολύ ισχυρό όπλο.

Ο Ray δήλωσε ενώπιον του δικαστή ότι:

γνώριζε τι έκανε,

καταλάβαινε ότι παραιτείται από δίκη,

δεν είχε πιεστεί,

και παραδεχόταν ότι σκότωσε τον King υπό περιστάσεις που τον καθιστούσαν νομικά ένοχο. 

Ο δικαστής τον εξέτασε εκτενώς ως προς την εθελοντικότητα και την κατανόηση της ομολογίας.

Όμως:

ομολογία που ανακαλείται τρεις ημέρες αργότερα δεν εξαφανίζεται ούτε γίνεται αυτομάτως αληθινή.

Το δικαστήριο πρέπει να εξετάσει:

ήταν ελεύθερη;

υπήρξε πίεση;

είχε αποτελεσματική νομική εκπροσώπηση;

γνώριζε τις συνέπειες;

υπήρξαν υποσχέσεις;

υπήρξε παραπλάνηση;

ήταν ψευδής ομολογία;

Η μεταγενέστερη έρευνα της Επιτροπής κατέληξε ότι η ομολογία ήταν γνωστική, εκούσια και συνειδητή, ενώ τα ομοσπονδιακά δικαστήρια απέρριψαν τις μεταγενέστερες προσφυγές του Ray. 


8. Το σημαντικότερο: «Ένοχος επειδή ομολόγησε»;

Όχι.

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο πρέπει να ξεχωρίζουμε:

ομολογία

από

αποδεικτική αξιολόγηση της ομολογίας.

Η υπεράσπιση θα μπορούσε να πει:

«Η ομολογία δεν είναι αληθής. Ήταν προϊόν κακής νομικής συμβουλής και φόβου της θανατικής ποινής.»

Πράγματι, η ιστορική έρευνα διαπίστωσε ότι ο δικηγόρος Percy Foreman είχε πει στον Ray ότι, αν πήγαινε σε δίκη, υπήρχε εξαιρετικά υψηλή πιθανότητα καταδίκης και θανατικής ποινής. 

Αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό ζήτημα:

Η αποδοχή ενοχής για να αποφύγει κάποιος τη θανατική ποινή δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι η ομολογία είναι ψευδής.

Αλλά ούτε σημαίνει αυτομάτως ότι είναι αληθής.


9. Το υποθετικό cross-examination

Ο συνήγορος θα μπορούσε να ρωτήσει:

— Είδατε τον Ray να πυροβολεί;

Αν η απάντηση είναι όχι:

— Άρα δεν είστε αυτόπτης μάρτυρας του πυροβολισμού.

Στη συνέχεια:

— Ποιος αγόρασε το όπλο;

— Ο Ray.

— Ποιος βρισκόταν στο συγκεκριμένο κτίριο;

— Ο Ray.

— Ποιος είχε νοικιάσει το δωμάτιο;

— Ο Ray.

— Ποιος βρέθηκε με το συγκεκριμένο όπλο;

— Το όπλο συνδέθηκε με τον Ray.

Και τότε η υπεράσπιση θα επιχειρούσε να δημιουργήσει το κρίσιμο χάσμα:

«Κανείς δεν είδε τον Ray να πατά τη σκανδάλη.»

Ο εισαγγελέας θα απαντούσε:

«Δεν απαιτείται πάντοτε αυτόπτης μάρτυρας. Η ταυτότητα του δράστη μπορεί να αποδειχθεί από συνδυασμό έμμεσων αποδείξεων.»


10. Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης

Το σύγχρονο δικαστήριο δεν χρειάζεται κατ' ανάγκη:

«μάρτυρα που είδε το δάχτυλο στη σκανδάλη».

Μπορεί να καταδικάσει βάσει συνεκτικής αλυσίδας περιστατικών, εφόσον αυτή αποδεικνύει την ενοχή πέρα από εύλογη αμφιβολία.

Η Επιτροπή κατέληξε ότι ο Ray πυροβόλησε τον King, αλλά ταυτόχρονα διατύπωσε και ένα πολύ σημαντικό δεύτερο συμπέρασμα: υπήρχε πιθανότητα συνωμοσίας, βασισμένη στην έμμεση απόδειξη. 

Αυτά τα δύο δεν είναι λογικά ασυμβίβαστα.

Μπορεί να ισχύουν ταυτόχρονα:

Ray = ο σκοπευτής

και

άλλοι άνθρωποι = ενδεχομένως συμμετείχαν στη συνωμοσία.


11. Αν υπήρχε συνωμοσία, αθωώνεται ο Ray;

Όχι.

Αυτό είναι κρίσιμο.

Ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι υπήρχε συνωμοσία, θα έπρεπε να εξεταστεί ο ρόλος του Ray.

Αν:

ο Ray πυροβόλησε συνειδητά τον King,

η ύπαρξη άλλων συνεργών δεν εξαφανίζει τη δική του ευθύνη.

Αν όμως:

ο Ray χρησιμοποιήθηκε χωρίς να γνωρίζει το πραγματικό σχέδιο,

τότε η κατάσταση αλλάζει ριζικά.

Θα έπρεπε να αποδειχθεί η απαιτούμενη γνώση και πρόθεση.


12. Το κίνητρο

Ο Ray είχε ρατσιστικές αντιλήψεις και η έρευνα εξέτασε το ενδεχόμενο ρατσιστικού κινήτρου. Αλλά:

κίνητρο ≠ εγκληματική πράξη.

Ακόμη και αν ο Ray μισούσε τον King, αυτό δεν αποδεικνύει ότι τον σκότωσε.

Και αντιστρόφως, η απουσία σαφούς κινήτρου δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι ένοχος.

Το δικαστήριο πρέπει να διαχωρίσει:

Γιατί το έκανε;

από:

Το έκανε;

και από:

Με ποια ψυχική στάση το έκανε;


13. Η «συνωμοσία» είναι ξεχωριστή δίκη

Εδώ η υπόθεση αποκτά μια πολύ σημαντική νομική διάσταση.

Το ερώτημα:

«Ποιος πυροβόλησε τον King;»

είναι διαφορετικό από:

«Υπήρχαν άλλοι που συμμετείχαν στο σχέδιο;»

Και διαφορετικό από:

«Ποιος οργάνωσε τη δολοφονία;»

Το σύγχρονο ποινικό δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει το λογικό άλμα:

«Υπάρχει πιθανότητα συνωμοσίας → άρα ο Ray είναι αθώος.»

Ούτε:

«Ο Ray είναι ένοχος → άρα δεν υπήρχε συνωμοσία.»

Η κάθε πρόταση χρειάζεται δική της απόδειξη.


14. Η πιο ενδιαφέρουσα εκδοχή της δίκης

Αν ο Ray δεν είχε ομολογήσει ποτέ, η υπόθεση θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρουσα από πλευράς ποινικής δικονομίας.

Ο εισαγγελέας θα έπρεπε να στηριχθεί κυρίως στην έμμεση απόδειξη:

όπλο + ταξίδι + δωμάτιο + τοποθεσία + συμπεριφορά + φυγή + λοιπά πραγματικά στοιχεία.

Η υπεράσπιση θα προσπαθούσε να εισαγάγει μια εναλλακτική αφήγηση:

«Δεν είμαι ο δολοφόνος. Είμαι ο άνθρωπος που χρησιμοποιήθηκε για να καλυφθεί ο πραγματικός δράστης.»

Και το δικαστήριο θα έπρεπε να αποφασίσει:

Η εναλλακτική αυτή εκδοχή δημιουργεί εύλογη αμφιβολία ή είναι απλώς μια θεωρία χωρίς επαρκή αποδεικτική βάση;


15. Υποθετική απόφαση

Με βάση το διαθέσιμο ιστορικό αποδεικτικό υλικό, ένα σύγχρονο δικαστήριο θα μπορούσε να καταλήξει:

ΕΝΟΧΟΣ

εφόσον δεχόταν ότι η αλυσίδα:

όπλο → μεταφορά → Memphis → rooming house → θέση πυροβολισμού → φυγή → ομολογία

αποδεικνύει πέρα από εύλογη αμφιβολία ότι ο Ray ήταν ο σκοπευτής.

Η μεταγενέστερη ανάκληση της ομολογίας θα αξιολογούνταν, αλλά δεν θα εξαφάνιζε αυτομάτως τα υπόλοιπα στοιχεία.


16. Αλλά υπάρχει μια πολύ σημαντική δεύτερη απόφαση

Το δικαστήριο θα έπρεπε να πει:

«Η ενοχή του Ray για τη δολοφονία δεν αποδεικνύει αυτομάτως ότι δεν υπήρχαν άλλοι συμμετέχοντες.»

Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης.

Η Επιτροπή της Βουλής κατέληξε ότι ο Ray ήταν ο άνθρωπος που πυροβόλησε τον King, αλλά ταυτόχρονα έκρινε ότι υπήρχε πιθανότητα να υπήρξε συνωμοσία. 

Άρα ένα σύγχρονο δικαστήριο θα μπορούσε θεωρητικά να έχει:

Καταδίκη του Ray

+

συνέχιση έρευνας για άλλους πιθανούς συμμετέχοντες.

Δεν υπάρχει αντίφαση.


17. Η μεγάλη διαφορά από τον Όθέλλο και τον Άμλετ

Εδώ η σύγκριση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Όθέλλος

Έχει ψευδή πεποίθηση και σκοτώνει τη Desdemona.

Άμλετ

Έχει μερικώς αληθινή πεποίθηση για τον Claudius, αλλά απονέμει μόνος του δικαιοσύνη.

James Earl Ray

Το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει εάν ο ίδιος ήταν ο φυσικός δράστης, μέσα σε μια υπόθεση όπου υπάρχει και ισχυρισμός για ευρύτερη συνωμοσία.

Και στις τρεις περιπτώσεις εμφανίζεται το ίδιο θεμελιώδες πρόβλημα:

Ποιος έχει το δικαίωμα να πει «ξέρω ποιος είναι ο ένοχος»;

Στον Όθέλλο το αποφασίζει ο ίδιος.

Στον Άμλετ το αποφασίζει ο ίδιος.

Στη σύγχρονη ποινική δίκη το αποφασίζει το δικαστήριο, με κανόνες απόδειξης.


18. Το τελικό παράδοξο της υπόθεσης Ray

Η υπόθεση έχει μια ιδιαιτερότητα που την κάνει διαφορετική από την υπόθεση του Καπόνε.

Ο Καπόνε δικάστηκε κανονικά και καταδικάστηκε για συγκεκριμένα φορολογικά εγκλήματα.

Ο Ray, αντίθετα, δεν πέρασε από πλήρη δίκη επί της ουσίας: δήλωσε ένοχος και καταδικάστηκε σε 99 χρόνια. 

Έτσι, το υποθετικό σύγχρονο δικαστήριο θα έπρεπε να κάνει αυτό που δεν έγινε ποτέ πλήρως το 1969:

να βάλει όλο το αποδεικτικό υλικό απέναντι στην υπεράσπιση και να ζητήσει από ένα δικαστήριο να αποφασίσει, χωρίς την παραδοχή της ενοχής ως συντόμευση, εάν πράγματι ο Ray ήταν ο δολοφόνος.

Και η πιο αυστηρή νομική διατύπωση θα ήταν:

Δεν δικάζεται η θεωρία περί συνωμοσίας. Δεν δικάζεται η φήμη του Ray. Δεν δικάζεται ο ρατσισμός του. Δικάζεται η συγκεκριμένη πράξη: ποιος πυροβόλησε τον Martin Luther King και με ποιον δόλο.

Αυτό είναι το ουσιαστικό μάθημα της υπόθεσης στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο: **η ιστορική πεποίθηση δεν υποκαθιστά την απόδειξη και η πιθανότητα μιας ευρύτερης συνωμοσίας δεν καταργεί την αρχή της ατομικής ποινικής ευθύνης.

.

.


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΟΡΕΣΤΗ


Η δίκη του Ορέστη στις Ευμενίδες του Αισχύλου είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα αρχαία υπόθεση για να μεταφερθεί στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο, επειδή εδώ έχουμε κάτι πολύ περισσότερο από μια δίκη μητροκτονίας:

Έχουμε έναν άνθρωπο που ομολογεί την ανθρωποκτονία, αλλά ισχυρίζεται ότι η πράξη του ήταν δικαιολογημένη επειδή εκδικήθηκε τον φόνο του πατέρα του.

Στον Αισχύλο, ο Ορέστης δικάζεται στον Άρειο Πάγο, με τις Ερινύες ως κατηγορία και τον Απόλλωνα ως υπεράσπιση. Οι θνητοί δικαστές ψηφίζουν ισόπαλα και η Αθηνά δίνει την αποφασιστική ψήφο υπέρ του Ορέστη. Έτσι απαλλάσσεται από την κατηγορία του φόνου. 

Σήμερα όμως η υπόθεση θα εξεταζόταν με εντελώς διαφορετικά νομικά εργαλεία.


1. Το πρώτο δεδομένο: ο Ορέστης δεν αρνείται ότι σκότωσε

Αυτό είναι καθοριστικό.

Ο Ορέστης ομολογεί την πράξη.

Δεν λέει:

«Δεν σκότωσα την Κλυταιμνήστρα.»

Λέει ουσιαστικά:

«Τη σκότωσα, αλλά η πράξη μου ήταν δικαιολογημένη.»

Στον σύγχρονο ποινικό δικαστή λοιπόν δεν υπάρχει ουσιαστικά ζήτημα ως προς το αν έγινε η πράξη.

Υπάρχει ζήτημα:

αν η ανθρωποκτονία ήταν άδικη και καταλογιστή.


2. Το ιστορικό της πράξης

Η αλυσίδα είναι γνωστή:

Αγαμέμνων

επιστρέφει από την Τροία

η Κλυταιμνήστρα τον σκοτώνει

ο Ορέστης επιστρέφει

ο Απόλλων τον διατάζει να εκδικηθεί

ο Ορέστης σκοτώνει την Κλυταιμνήστρα

οι Ερινύες τον καταδιώκουν

καταφεύγει στην Αθήνα

δικάζεται στον Άρειο Πάγο.

Η Ορέστεια επομένως μεταφέρει τη βεντέτα από την ιδιωτική εκδίκηση στη δικαστική κρίση.

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο πολιτικό νόημα της δίκης.


3. Η σύγχρονη κατηγορία

Σε ένα σύγχρονο ποινικό δικαστήριο ο Ορέστης θα αντιμετώπιζε κατηγορία για:

εκ προθέσεως ανθρωποκτονία της Κλυταιμνήστρας.

Ανάλογα με το συγκεκριμένο σύστημα δικαίου, θα μπορούσε να εξεταστεί αν πρόκειται για:

ανθρωποκτονία με πρόθεση,

ανθρωποκτονία με προμελέτη,

ή άλλη ειδική μορφή ανθρωποκτονίας.

Το βασικό όμως είναι ότι ο αντικειμενικός πυρήνας είναι αδιαμφισβήτητος:

Ο Ορέστης σκότωσε τη μητέρα του.


4. Υπήρχε δόλος;

Εδώ η κατηγορούσα αρχή θα είχε εξαιρετικά εύκολη δουλειά.

Ο Ορέστης:

αναζήτησε την Κλυταιμνήστρα,

γνώριζε ποια ήταν,

γνώριζε ότι θα τη σκοτώσει,

και πραγματοποίησε συνειδητά την πράξη.

Άρα:

Αντικειμενική υπόσταση: ΝΑΙ.

Αιτιώδης σύνδεσμος: ΝΑΙ.

Δόλος: ΝΑΙ.

Η σύγχρονη δίκη επομένως δεν θα περιστρεφόταν γύρω από το:

«Ήθελε να τη σκοτώσει;»

Αυτό μάλλον θα θεωρούνταν δεδομένο.

Το πραγματικό ζήτημα θα ήταν:

«Υπήρχε νομικός λόγος που καθιστούσε τη θανάτωση δικαιολογημένη ή συγγνωστή;»


5. Η υπεράσπιση του Ορέστη

Ο σύγχρονος συνήγορος θα μπορούσε να οικοδομήσει την υπεράσπιση σε τέσσερις άξονες.

Α. Άμυνα υπέρ τρίτου

Ο Ορέστης θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι ενήργησε για την προστασία της μνήμης και της δικαιοσύνης του πατέρα του.

Αλλά αυτό δεν αρκεί.

Η σύγχρονη άμυνα δεν επιτρέπει γενικά:

«Σκότωσα κάποιον επειδή είχε σκοτώσει προηγουμένως.»

Η εκδίκηση δεν είναι άμυνα.


6. Η μεγάλη δυσκολία: η Κλυταιμνήστρα δεν επιτίθεται εκείνη τη στιγμή

Αυτό είναι ίσως το πιο καταστροφικό σημείο για τον Ορέστη.

Η Κλυταιμνήστρα είχε σκοτώσει τον Αγαμέμνονα.

Αλλά όταν ο Ορέστης τη σκοτώνει, δεν βρίσκεται σε μια άμεση επίθεση εναντίον του.

Άρα η κλασική αυτοάμυνα θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να εφαρμοστεί.

Στο σύγχρονο δίκαιο η αυτοάμυνα προϋποθέτει συνήθως παρούσα ή άμεσα επικείμενη παράνομη επίθεση.

Δεν μπορεί κάποιος να πει:

«Με απείλησε πριν από μήνες, επομένως τώρα μπορώ να τη σκοτώσω.»

Αυτό είναι αντεκδίκηση, όχι άμυνα.


7. Η «δικαιοσύνη» δεν είναι προσωπική άδεια θανάτωσης

Εδώ βρίσκεται η ουσία της Ορέστειας.

Ο Ορέστης θεωρεί ότι έχει δικαίωμα να αποδώσει δικαιοσύνη επειδή:

η Κλυταιμνήστρα σκότωσε τον Αγαμέμνονα.

Αλλά το σύγχρονο κράτος λέει:

Το δικαίωμα απονομής ποινικής δικαιοσύνης ανήκει στους θεσμούς, όχι στον συγγενή του θύματος.

Αυτό είναι τεράστια αλλαγή πολιτισμού.

Η αρχαία αλυσίδα είναι:

φόνος → εκδίκηση → νέος φόνος → νέα εκδίκηση.

Το κράτος δικαίου επιδιώκει:

φόνος → έρευνα → κατηγορία → δίκη → απόφαση → ποινή.

Η δίκη του Ορέστη είναι ακριβώς το μυθολογικό σημείο όπου αυτή η μετάβαση δραματοποιείται.


8. Θα μπορούσε να επικαλεστεί «κατάσταση ανάγκης»;

Εδώ τα πράγματα γίνονται πιο ενδιαφέροντα.

Ο Ορέστης θα μπορούσε να υποστηρίξει:

«Ο Απόλλων με προειδοποίησε ότι αν δεν εκδικηθώ τον πατέρα μου, θα υποστώ τρομερή θεϊκή τιμωρία.»

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο όμως η εντολή ενός θεού δεν αποτελεί αυτομάτως νομική δικαιολογία.

Θα εξεταζόταν διαφορετικά εάν ο Ορέστης βρισκόταν σε κατάσταση πραγματικού εξαναγκασμού.

Αλλά:

«Ο Απόλλων μου το είπε»

δεν θα ισοδυναμούσε με:

«ο νόμος με υποχρέωνε».


9. Η εντολή του Απόλλωνα

Εδώ έχουμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύγχρονη νομική μετατροπή.

Στον Αισχύλο, ο Απόλλων εμφανίζεται ως υπερασπιστής του Ορέστη και υποστηρίζει ότι ο φόνος έγινε κατόπιν θεϊκής εντολής. 

Σήμερα όμως ο συνήγορος θα έπρεπε να εξηγήσει:

Ποια είναι η νομική ισχύς της εντολής;

Η απάντηση:

Καμία από μόνη της.

Το ποινικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει γενικά την υπερφυσική εντολή ως πηγή δικαιώματος θανάτωσης.

Αλλά υπάρχει ένα άλλο ερώτημα:

Μήπως ο Ορέστης πίστευε πραγματικά ότι ήταν υποχρεωμένος;

Τότε εξετάζεται η ψυχική του κατάσταση.


10. Και εδώ εμφανίζεται η έννοια της ψυχικής διαταραχής

Αν ο σύγχρονος Ορέστης υποστήριζε:

«Πίστευα ότι ο Απόλλων μού έδινε πραγματική εντολή και ότι διαφορετικά θα καταστρεφόμουν»

θα μπορούσε να ζητηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη.

Το δικαστήριο θα ρωτούσε:

είχε ψυχωσικό επεισόδιο;

είχε παραληρητική πεποίθηση;

μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματικότητα;

μπορούσε να κατανοήσει ότι η πράξη ήταν άδικη;

μπορούσε να ελέγξει τη συμπεριφορά του;

Εδώ όμως πρέπει να γίνει μια πολύ σημαντική διάκριση:

Η πίστη σε θεϊκή εντολή δεν σημαίνει αυτομάτως ψυχική ασθένεια.

Η θρησκευτική πίστη από μόνη της δεν αποτελεί τεκμήριο ανικανότητας καταλογισμού.


11. Η Κλυταιμνήστρα ήταν ήδη ένοχη για τον φόνο του Αγαμέμνονα

Εδώ ο εισαγγελέας βρίσκεται μπροστά σε ένα πρόβλημα που δεν υπήρχε στον φόνο της Desdemona από τον Οθέλλο.

Η Κλυταιμνήστρα όντως είχε σκοτώσει τον Αγαμέμνονα.

Άρα ο Ορέστης δεν εκδικείται ένα φανταστικό έγκλημα.

Το έγκλημα είναι πραγματικό.

Και μάλιστα εξαιρετικά σοβαρό.

Αυτό όμως δεν αλλάζει το βασικό νομικό αξίωμα:

Το γεγονός ότι κάποιος είναι δολοφόνος δεν σημαίνει ότι κάθε ιδιώτης αποκτά δικαίωμα να τον σκοτώσει.


12. Η μεγάλη διαφορά από τον Άμλετ

Εδώ ο Ορέστης και ο Άμλετ μοιάζουν πολύ.

Ο Άμλετ

Ο Claudius έχει πράγματι δολοφονήσει τον πατέρα του.

Ο Άμλετ όμως γίνεται μόνος του:

ανακριτής → δικαστής → εκτελεστής.

Ο Ορέστης

Η Κλυταιμνήστρα έχει πράγματι δολοφονήσει τον Αγαμέμνονα.

Ο Ορέστης γίνεται:

εκδικητής → τιμωρός → εκτελεστής.

Και στις δύο περιπτώσεις το σύγχρονο κράτος θα έλεγε:

«Το γεγονός ότι έχεις δίκιο ως προς την ενοχή του άλλου δεν σου δίνει δικαίωμα να επιβάλεις μόνος σου την ποινή.»


13. Η σύγκρουση δικαίου και ηθικής

Εδώ η Ορέστεια είναι βαθύτερη από μια απλή ιστορία φόνου.

Ο Ορέστης βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κανόνες:

Κανόνας Α

Τίμησε τον πατέρα και εκδικήσου τον φόνο του.

Κανόνας Β

Μην σκοτώσεις τη μητέρα σου.

Δεν μπορεί να υπακούσει και στους δύο.

Αυτό δημιουργεί μια πραγματική σύγκρουση καθηκόντων.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο όμως θα έπρεπε να εξετάσει εάν η σύγκρουση αυτή αναγνωρίζεται ως συγκεκριμένος λόγος άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού.

Συνήθως:

η ηθική σύγκρουση δεν αρκεί για να καταστήσει νόμιμη μια εκ προθέσεως ανθρωποκτονία.

Μπορεί όμως, ανάλογα με το δίκαιο και τα πραγματικά περιστατικά, να επηρεάσει την αξιολόγηση του καταλογισμού ή την ποινή.


14. Και τώρα ο Άρειος Πάγος

Εδώ ο Αισχύλος κάνει κάτι θεμελιώδες.

Η Αθηνά ιδρύει το δικαστήριο του Αρείου Πάγου ως θεσμό για τις υποθέσεις φόνου. Η αρχαία αθηναϊκή παράδοση πράγματι απέδιδε στον Άρειο Πάγο αρμοδιότητα για εκ προθέσεως ανθρωποκτονίες. 

Άρα η σκηνή δεν είναι απλώς:

«Η Αθηνά σώζει τον Ορέστη.»

Είναι:

Η προσωπική εκδίκηση αντικαθίσταται από θεσμική δικαιοσύνη.

Και αυτό είναι το μεγάλο πολιτειακό νόημα της τραγωδίας.


15. Η ψηφοφορία

Στην τραγωδία οι ψήφοι των θνητών δικαστών είναι ισόπαλες και η ψήφος της Αθηνάς προστίθεται υπέρ του Ορέστη. Το αποτέλεσμα είναι ισοψηφία και ο Ορέστης αθωώνεται. 

Αυτό είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον σε σύγκριση με το σύγχρονο ποινικό δίκαιο.

Σήμερα, ανάλογα με το σύστημα:

η αμφιβολία δεν είναι απλώς αριθμητικό παιχνίδι ψήφων.

Είναι θεμελιώδης αρχή:

in dubio pro reo

Εάν η κατηγορούσα αρχή δεν αποδείξει την ενοχή πέρα από το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης, ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται.

Άρα το τελικό αποτέλεσμα της δίκης του Ορέστη μπορεί να μεταφραστεί σε μια εντυπωσιακά σύγχρονη αρχή:

Η αμφιβολία λειτουργεί υπέρ του κατηγορουμένου.


16. Θα αθωωνόταν σήμερα ο Ορέστης;

Εδώ η απάντηση είναι πολύ διαφορετική από την αρχαία.

Για τον ίδιο τον φόνο:

Κατά πάσα πιθανότητα όχι, εφόσον τα πραγματικά περιστατικά είναι ακριβώς αυτά του Αισχύλου.

Γιατί;

Επειδή:

σκότωσε εκούσια,

γνώριζε ποια σκότωνε,

δεν βρισκόταν σε άμεση αυτοάμυνα,

η Κλυταιμνήστρα δεν επιτίθετο εκείνη τη στιγμή,

η πράξη ήταν εκδικητική.

Η εντολή του Απόλλωνα δεν θα αρκούσε ως νομική δικαιολογία.


17. Αλλά υπάρχει μια μεγάλη εξαίρεση

Εάν αποδεικνυόταν ότι ο Ορέστης βρισκόταν σε κατάσταση σοβαρής ψυχικής διαταραχής που του στερούσε, κατά το εφαρμοστέο δίκαιο, την ικανότητα να κατανοήσει τη φύση ή το άδικο της πράξης ή να ενεργήσει σύμφωνα με αυτή την κατανόηση, τότε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα ανικανότητας καταλογισμού.

Τότε η απόφαση θα μπορούσε να μην είναι:

«Ένοχος και φυλακή»

αλλά κάτι αντίστοιχο με:

μη καταλογισμός λόγω ψυχικής διαταραχής, με τα προβλεπόμενα μέτρα ασφαλείας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του συγκεκριμένου δικαίου.

Αυτό όμως απαιτεί πραγματική ψυχιατρική απόδειξη, όχι απλώς επίκληση του Απόλλωνα.


18. Η Κλυταιμνήστρα στο σύγχρονο δικαστήριο

Και εδώ η υπόθεση γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Σε μια πραγματική σύγχρονη διαδικασία θα μπορούσε να υπάρξει ξεχωριστή δίκη της Κλυταιμνήστρας για τον φόνο του Αγαμέμνονα.

Εάν αποδεικνυόταν ότι τον σκότωσε, θα μπορούσε να καταδικαστεί.

Αλλά αυτό δεν θα νομιμοποιούσε την πράξη του Ορέστη.

Θα είχαμε:

Κλυταιμνήστρα → ένοχη για τον φόνο του Αγαμέμνονα

και ταυτόχρονα:

Ορέστης → ένοχος για τον φόνο της Κλυταιμνήστρας.

Δύο εγκλήματα.

Δύο ξεχωριστές ποινικές ευθύνες.

Αυτό είναι η ουσία της ατομικής ποινικής ευθύνης.

19. Και ο Απόλλων;

Αν μεταφέρουμε πραγματικά τον μύθο στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο, εμφανίζεται ένα ακόμη πρόσωπο:

Απόλλων.

Εάν ένας πραγματικός άνθρωπος έπειθε κάποιον να σκοτώσει:

«Πρέπει να τον σκοτώσεις. Εγώ σε διατάζω.»

τότε θα μπορούσε να εξεταστεί η ηθική αυτουργία ή άλλη μορφή συμμετοχής, εφόσον αποδεικνυόταν η απαιτούμενη πρόθεση και η αιτιώδης συμβολή.

Άρα ο σύγχρονος εισαγγελέας θα μπορούσε να πει:

«Δεν εξετάζουμε μόνο το χέρι που σκότωσε. Εξετάζουμε και εκείνον που προκάλεσε αποφασιστικά την εγκληματική πράξη.»

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό.


20. Οι Ερινύες ως «κατηγορούσα αρχή»

Οι Ερινύες έχουν επίσης μια ενδιαφέρουσα νομική λειτουργία.

Είναι οι φορείς της παλαιάς δικαιοσύνης του αίματος.

Η λογική τους είναι:

αίμα → μόλυνση → εκδίκηση → νέο αίμα.

Η Αθηνά προσπαθεί να μετατρέψει αυτή τη λογική σε:

έγκλημα → αποδεικτική διαδικασία → δικαστήριο → απόφαση.

Και αυτό εξηγεί γιατί στο τέλος οι Ερινύες δεν εξαφανίζονται.

Μετατρέπονται σε Ευμενίδες.

Η παλιά δικαιοσύνη δεν καταργείται απλώς· ενσωματώνεται στον νέο θεσμό.


21. Η σύγχρονη απόφαση θα μπορούσε να είναι

Για την ανθρωποκτονία:

ΕΝΟΧΟΣ, εφόσον δεν αποδειχθεί λόγος άρσης του αδίκου ή του καταλογισμού.

Για αυτοάμυνα:

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΤΑΙ, επειδή δεν υπάρχει άμεση επίθεση.

Για «εκδίκηση του πατέρα»:

Δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο δικαιολόγησης.

Για εντολή του Απόλλωνα:

Δεν αποτελεί νομική άδεια θανάτωσης.

Για ψυχική διαταραχή:

Εξετάζεται μόνο με πραγματογνωμοσύνη και με βάση τα συγκεκριμένα κριτήρια του εφαρμοστέου δικαίου.

Για την Κλυταιμνήστρα:

Η προηγούμενη εγκληματική της πράξη μπορεί να αποτελέσει πραγματικό γεγονός, αλλά δεν εξουσιοδοτεί τον Ορέστη να την εκτελέσει.


22. Το βαθύτερο νόημα της δίκης

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το σημαντικότερο σημείο.

Η δίκη του Ορέστη είναι η πρώτη από τις υποθέσεις που εξετάσαμε όπου η ίδια η μετάβαση από την εκδίκηση στη δικαιοσύνη αποτελεί το αντικείμενο του έργου.

Στον Οθέλλο:

ο ιδιώτης γίνεται δικαστής.

Στον Άμλετ:

ο ιδιώτης γίνεται ανακριτής και εκτελεστής.

Στον Ορέστη:

ο ιδιώτης εκδικητής παραδίδει τελικά την υπόθεση στο δικαστήριο.

Γι' αυτό ο Άρειος Πάγος των Ευμενίδων έχει τέτοια ιστορική και φιλοσοφική σημασία.

Ο Αισχύλος δεν λέει απλώς:

«Ο Ορέστης είναι αθώος.»

Λέει κάτι βαθύτερο:

«Από εδώ και πέρα, το αίμα δεν θα απαντιέται με αίμα. Θα κρίνεται από θεσμικό δικαστήριο.»

Και ακριβώς εδώ η αρχαία τραγωδία συναντά τον πυρήνα του σύγχρονου ποινικού δικαίου:

όχι ο ισχυρότερος να επιβάλλει τη δική του δικαιοσύνη, όχι ο συγγενής να εκδικείται, όχι η πολιτική ή η θρησκευτική εντολή να υποκαθιστά τον νόμο, αλλά συγκεκριμένη πράξη → συγκεκριμένος κατηγορούμενος → συγκεκριμένη απόδειξη → ανεξάρτητη κρίση.

Η ειρωνεία είναι ότι με τα σημερινά νομικά κριτήρια ο Ορέστης πιθανότατα θα καταδικαζόταν, ενώ ο Αισχύλος τον αθωώνει. Όμως η τραγωδία δεν ενδιαφέρεται μόνο για το αν «άξιζε» ο Ορέστης να αθωωθεί· ενδιαφέρεται για το πώς ένας πολιτισμός περνά από τη δικαιοσύνη του αίματος στη δικαιοσύνη του δικαστηρίου. 

.

.

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ  ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΣΙΚΕΛΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ


Η υπόθεση του Αλκιβιάδη είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες, γιατί ιστορικά δεν έγινε ποτέ η κανονική δίκη του στην Αθήνα που ο ίδιος ζητούσε. Αυτό ακριβώς επιτρέπει μια πολύ καθαρή σύγχρονη νομική ανακατασκευή.

Ο Αλκιβιάδης κατηγορήθηκε το 415 π.Χ., λίγο πριν και κατά την έναρξη της Σικελικής Εκστρατείας, για βεβήλωση των Ερμών και για βεβήλωση/παράνομη παρωδία των Ελευσινίων Μυστηρίων. Ο ίδιος ζητούσε να δικαστεί αμέσως, πριν αναχωρήσει, ώστε αν ήταν ένοχος να τιμωρηθεί και αν ήταν αθώος να συνεχίσει ως στρατηγός. Οι αντίπαλοί του πέτυχαν την αναβολή. Όταν αργότερα ανακλήθηκε από τη Σικελία, δεν επέστρεψε στην Αθήνα· διέφυγε και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. 

Αυτό δημιουργεί ένα εξαιρετικό σύγχρονο ποινικό ερώτημα:

Μπορεί ένα κράτος να καταδικάσει κάποιον για ένα εξαιρετικά σοβαρό έγκλημα όταν ο ίδιος δεν έχει δικαστεί κανονικά και όταν η πολιτική ατμόσφαιρα έχει ήδη προδικάσει την ενοχή του;

Η σύγχρονη απάντηση θα ήταν εξαιρετικά αυστηρή.


1. Το κατηγορητήριο

Στη σύγχρονη δίκη θα έπρεπε να διαχωριστούν απολύτως οι κατηγορίες.

Α. Βεβήλωση των Ερμών

Σχεδόν όλοι οι Ερμές της Αθήνας είχαν βρεθεί ακρωτηριασμένοι μέσα σε μία νύχτα. Οι δράστες ήταν άγνωστοι. Οι Αθηναίοι θεώρησαν την πράξη όχι μόνο θρησκευτική προσβολή αλλά πιθανό σημάδι συνωμοσίας κατά της δημοκρατίας. 

Β. Βεβήλωση των Μυστηρίων

Δόθηκαν πληροφορίες ότι ορισμένοι νέοι τελούσαν ιδιωτικά παρωδίες των Ελευσινίων Μυστηρίων και ο Αλκιβιάδης κατονομάστηκε μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν. 

Γ. Πολιτική συνωμοσία

Οι αντίπαλοί του συνέδεσαν τα δύο προηγούμενα γεγονότα και υποστήριξαν ότι αποτελούσαν μέρος σχεδίου για την ανατροπή της δημοκρατίας.

Αυτό όμως είναι τρίτη, αυτοτελής κατηγορία.

Και εδώ θα εμφανιζόταν αμέσως το σύγχρονο πρόβλημα:

Δεν μπορείς να μετατρέψεις την κακή φήμη ενός πολιτικού σε απόδειξη πολιτικής συνωμοσίας.


2. Το πρώτο μεγάλο πλεονέκτημα του Αλκιβιάδη

Ο Αλκιβιάδης είχε κάνει κάτι που σήμερα θα ήταν πολύ σημαντικό για την υπεράσπιση:

είχε ζητήσει ο ίδιος να δικαστεί αμέσως.

Ο Θουκυδίδης τον παρουσιάζει να λέει ουσιαστικά:

Δικάστε με τώρα. Αν είμαι ένοχος, τιμωρήστε με· αν αθωωθώ, αφήστε με να συνεχίσω τη διοίκηση της εκστρατείας.

Επίσης υποστήριζε ότι ήταν παράλογο να σταλεί επικεφαλής μιας τεράστιας στρατιωτικής δύναμης ενώ εκκρεμούσε εναντίον του τόσο σοβαρή κατηγορία. 

Αυτό, από τη σκοπιά του σύγχρονου δικαίου, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον.

Η υπεράσπιση θα έλεγε:

«Ο κατηγορούμενος δεν ζήτησε να αποφύγει τη δικαιοσύνη. Ζήτησε ακριβώς το αντίθετο: να δικαστεί.»


3. Η αναβολή της δίκης

Οι πολιτικοί αντίπαλοί του φοβήθηκαν ότι εάν δικαζόταν αμέσως, η δημοτικότητά του και η θέση του ως στρατηγού θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αθώωση. Γι' αυτό προτιμήθηκε να αναχωρήσει και να δικαστεί αργότερα. 

Σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου αυτό θα προκαλούσε σοβαρότατο ζήτημα.

Διότι δημιουργείται η εικόνα:

κατηγορία → αναβολή → πολιτική εκστρατεία εναντίον του → ανάκληση → φυγή → καταδίκη ερήμην.

Η υπεράσπιση θα μπορούσε να υποστηρίξει:

«Η κατηγορία χρησιμοποιήθηκε ως πολιτικό εργαλείο για την απομάκρυνση ενός αντιπάλου.»

Προσοχή όμως:

Πολιτικά υποκινούμενη δίωξη δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος.

Πρέπει να εξεταστεί εάν διέπραξε πράγματι το συγκεκριμένο έγκλημα.


4. Η βεβήλωση των Ερμών: μπορεί να καταδικαστεί ο Αλκιβιάδης;

Εδώ η κατηγορούσα αρχή έχει μεγάλο πρόβλημα.

Το βασικό ιστορικό δεδομένο είναι:

Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα ποιοι ακρωτηρίασαν τους Ερμές.

Ο Θουκυδίδης λέει ρητά ότι αρχικά κανείς δεν γνώριζε τους δράστες. 

Άρα στο σύγχρονο δικαστήριο ο εισαγγελέας θα έπρεπε να αποδείξει:

ότι ο Αλκιβιάδης συμμετείχε,

ότι γνώριζε τι έκανε,

ότι είχε την απαιτούμενη πρόθεση,

και ότι συνδέεται συγκεκριμένα με την πράξη.


5. «Ήταν αλαζόνας και αντιδημοκρατικός»

Αυτό ακριβώς είναι το είδος επιχειρήματος που το σύγχρονο ποινικό δίκαιο θα απέρριπτε ως ανεπαρκές.

Οι αντίπαλοί του χρησιμοποιούσαν ως «απόδειξη» τον γενικό τρόπο ζωής του και την αντισυμβατικότητά του. Ο Θουκυδίδης σημειώνει ότι οι εχθροί του παρουσίαζαν ως τεκμήριο τη γενικότερη «αντιδημοκρατική» και προκλητική συμπεριφορά του.

Σήμερα αυτό θα ήταν προβληματικό.

Δεν μπορεί να γίνει συλλογισμός:

«Ο Αλκιβιάδης είναι αλαζόνας → άρα κατέστρεψε τους Ερμές.»

Ούτε:

«Δεν αγαπά τη δημοκρατία → άρα συμμετείχε σε πραξικόπημα.»

Ούτε:

«Έχει επικίνδυνο χαρακτήρα → άρα είναι ένοχος.»

Αυτό θα ήταν ποινικοποίηση της προσωπικότητας αντί της πράξης.


6. Η βεβήλωση των Μυστηρίων

Εδώ η κατάσταση είναι δυσκολότερη.

Υπήρχαν πληροφορίες που συνέδεαν τον Αλκιβιάδη με τις ιδιωτικές παρωδίες των Μυστηρίων.

Αλλά το σύγχρονο δικαστήριο θα έθετε σειρά ερωτημάτων:

Ποιος ήταν ο μάρτυρας;

Τι ακριβώς είδε;

Πότε;

Πού;

Ποιοι άλλοι ήταν παρόντες;

Υπήρχε προσωπικό συμφέρον του πληροφοριοδότη;

Η κατάθεση ήταν άμεση ή μεταφερμένη;

Υπήρχαν αντιφατικές καταθέσεις;

Υπήρχαν ανεξάρτητα αποδεικτικά στοιχεία;

Και εδώ υπάρχει ένα ιστορικά πολύ σημαντικό στοιχείο:

ο Θουκυδίδης επισημαίνει ότι υπήρξαν καταγγελίες και πληροφορίες αμφίβολης αξιοπιστίας και ότι η Αθήνα βρέθηκε σε κλίμα έντονης καχυποψίας.


7. Το πρόβλημα της μαρτυρίας

Αν ένας σύγχρονος εισαγγελέας έφερνε έναν πληροφοριοδότη και εκείνος έλεγε:

«Ο Αλκιβιάδης συμμετείχε στην παρωδία των Μυστηρίων»,

ο συνήγορος θα ρωτούσε:

«Το είδατε προσωπικά;»

Αν:

«Όχι, μου το είπε κάποιος άλλος.»

τότε έχουμε hearsay / εξ ακοής μαρτυρία, η αποδεικτική αξία της οποίας εξαρτάται από το εφαρμοστέο δίκαιο και συνήθως είναι πολύ προβληματική.

Αν:

«Ναι, ήμουν εκεί.»

τότε εξετάζεται η αξιοπιστία του.

Αν:

«Μου υποσχέθηκαν ατιμωρησία αν κατηγορήσω τον Αλκιβιάδη.»

τότε η υπεράσπιση έχει ακόμη ισχυρότερο όπλο.


8. Το πιο επικίνδυνο λογικό άλμα

Η αρχαία κατηγορία έκανε κάτι που θα ήταν εξαιρετικά προβληματικό σήμερα:

Ερμες κεφαλες + Μυστήρια + αντιδημοκρατική συμπεριφορά = συνωμοσία του Αλκιβιάδη.

Όμως κάθε βέλος αυτής της εξίσωσης χρειάζεται ξεχωριστή απόδειξη.

Σύγχρονος δικαστής:

«Αποδείξτε πρώτα ποιος έκοψε τους Ερμές.»

Μετά:

«Αποδείξτε ποιος βεβήλωσε τα Μυστήρια.»

Μετά:

«Αποδείξτε ότι ο Αλκιβιάδης συμμετείχε.»

Και τέλος:

«Αποδείξτε ότι υπήρχε κοινό σχέδιο ανατροπής της δημοκρατίας και ότι ο Αλκιβιάδης συμμετείχε σε αυτό με τον απαιτούμενο δόλο.»

Δεν επιτρέπεται να αρχίσει κανείς από το συμπέρασμα και να κατασκευάσει τις ενδιάμεσες αποδείξεις.


9. Η Σικελική Εκστρατεία

Και εδώ έχουμε ένα ακόμη ενδιαφέρον σημείο.

Η εκστρατεία κατέληξε σε καταστροφή.

Θα μπορούσε ο εισαγγελέας να πει:

«Ο Αλκιβιάδης ήταν ένας από τους στρατηγούς. Η εκστρατεία καταστράφηκε. Άρα είναι υπεύθυνος.»

Όχι.

Η στρατιωτική αποτυχία δεν αποτελεί αυτομάτως ποινικό αδίκημα.

Το δικαστήριο θα έπρεπε να διακρίνει:

Πολιτική ευθύνη

από

στρατιωτική ανικανότητα

από

ποινική ευθύνη.

Ακόμη και μια καταστροφική απόφαση δεν είναι κατ' ανάγκην έγκλημα.


10. Θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την καταστροφή;

Μόνο αν υπήρχε συγκεκριμένος ποινικός κανόνας που να καθιστά αξιόποινη τη συγκεκριμένη συμπεριφορά και αποδεικνύονταν τα στοιχεία του.

Για παράδειγμα, εάν υπήρχε:

εκ προθέσεως προδοσία,

συνειδητή παροχή στρατιωτικών μυστικών στον εχθρό,

δολιοφθορά,

σκόπιμη εγκατάλειψη στρατιωτικής αποστολής με συγκεκριμένα αποτελέσματα,

τότε θα εξεταζόταν.

Αλλά:

«Πήρε λάθος στρατηγική απόφαση»

δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με ανθρωποκτονία ή προδοσία.


11. Και μετά ο Αλκιβιάδης πάει στη Σπάρτη

Εδώ όμως εμφανίζεται ένα πολύ διαφορετικό ζήτημα.

Μετά τη φυγή του, ο Αλκιβιάδης πήγε στη Σπάρτη και έδωσε στους Σπαρτιάτες σημαντικές συμβουλές για τον πόλεμο, μεταξύ άλλων για την αποστολή στρατηγού στη Συρακούσα και για την εγκατάσταση στη Δεκέλεια. 

Στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει εντελώς διαφορετική κατηγορία, εάν υπήρχε εφαρμοστέος νόμος περί προδοσίας/παροχής στρατιωτικής βοήθειας στον εχθρό.

Και εδώ η θέση του Αλκιβιάδη γίνεται πολύ δυσκολότερη.

Γιατί τώρα δεν έχουμε απλώς:

«Ο Αλκιβιάδης ήταν αντιδημοκρατικός.»

Έχουμε:

«Αφού έφυγε από την Αθήνα, συνεργάστηκε με την εχθρική Σπάρτη.»

Αυτό είναι συγκεκριμένη συμπεριφορά.


12. Αλλά υπάρχει ένα κρίσιμο χρονικό ζήτημα

Ο σύγχρονος δικαστής θα χώριζε:

Πράξεις πριν από τη φυγή

Ερμές

Μυστήρια

υποτιθέμενη συνωμοσία

από:

Πράξεις μετά τη φυγή

μετάβαση στη Σπάρτη

συμβουλές προς τους Σπαρτιάτες

συνεργασία με τον εχθρό.

Αυτό είναι σημαντικό διότι:

Δεν μπορεί μια μεταγενέστερη πράξη να χρησιμοποιηθεί αυτόματα ως απόδειξη ότι ο Αλκιβιάδης είχε διαπράξει μια προηγούμενη πράξη.

Μπορεί να έχει αποδεικτική αξία μόνο μέσα στους κανόνες του συγκεκριμένου δικαίου.


13. Η φυγή του Αλκιβιάδη

Ο εισαγγελέας θα έλεγε:

«Έφυγε από την Αθήνα. Άρα ήξερε ότι ήταν ένοχος.»

Αυτό όμως δεν είναι ασφαλής νομικός συλλογισμός.

Η φυγή μπορεί να οφείλεται σε:

φόβο άδικης καταδίκης,

φόβο πολιτικής δίωξης,

φόβο θανάτου,

ή πραγματική ενοχή.

Δεν γνωρίζουμε μόνο από τη φυγή ποια από αυτές τις εξηγήσεις είναι σωστή.

Άρα:

φυγή ≠ απόδειξη ενοχής.

Μπορεί να είναι αποδεικτικό στοιχείο, ανάλογα με το δίκαιο και τις περιστάσεις, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την απόδειξη της βασικής πράξης.


14. Το εξαιρετικά σύγχρονο πρόβλημα: δίκη ερήμην

Οι Αθηναίοι τελικά καταδίκασαν τον Αλκιβιάδη σε θάνατο ερήμην, αφού εκείνος δεν επέστρεψε από τη Θούριο. 

Σήμερα η δίκη ερήμην έχει πολύ αυστηρές προϋποθέσεις και εξαρτάται από το συγκεκριμένο εθνικό και διεθνές δίκαιο.

Σε μια σοβαρότατη κατηγορία όπως αυτή, το θεμελιώδες ζήτημα θα ήταν:

Είχε ο κατηγορούμενος πραγματική δυνατότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του;

Είχε:

ενημερωθεί για την κατηγορία;

δικηγόρο;

πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία;

δυνατότητα εξέτασης μαρτύρων;

δυνατότητα να αμφισβητήσει τις καταθέσεις;

δυνατότητα να ασκήσει ένδικο μέσο;

Αν όχι, η καταδίκη θα ήταν εξαιρετικά προβληματική.


15. Και ο ίδιος ο Αλκιβιάδης είχε ένα ισχυρό επιχείρημα

Θα μπορούσε ο συνήγορος να πει:

«Ο πελάτης μου ζήτησε να δικαστεί όταν ακόμη ήταν στην Αθήνα. Η πολιτεία αρνήθηκε. Τον έστειλε στη Σικελία με μια βαριά κατηγορία να εκκρεμεί. Και όταν αργότερα αποφάσισε να τον δικάσει, τον κάλεσε από τη Σικελία. Όταν δεν επέστρεψε, τον καταδίκασε ερήμην.»

Αυτό θα αποτελούσε πολύ ισχυρή επίθεση στη δικονομική νομιμότητα της ιστορικής διαδικασίας.


16. Η υπεράσπιση δεν πρέπει όμως να κάνει το λάθος:

«Η διαδικασία ήταν άδικη, άρα ο Αλκιβιάδης είναι αθώος.»

Όχι.

Αυτά είναι δύο διαφορετικά ερωτήματα:

Ερώτημα 1

Ήταν νόμιμη και δίκαιη η διαδικασία;

Ερώτημα 2

Διέπραξε ο Αλκιβιάδης τις πράξεις;

Μπορεί να ισχύει:

η διαδικασία ήταν άδικη

και ταυτόχρονα:

ο κατηγορούμενος να ήταν πράγματι ένοχος για κάποια από τα εγκλήματα.

Αυτό είναι θεμελιώδες στο σύγχρονο ποινικό δίκαιο.


17. Υποθετική σύγχρονη απόφαση

Θα μπορούσε να προκύψει ένα πολύ διαφορετικό αποτέλεσμα ανά κατηγορία.

Κατηγορία

Σύγχρονη κρίση

Ακρωτηριασμός Ερμών

Αθώωση, αν δεν υπάρχει συγκεκριμένη σύνδεση με την πράξη

Παρωδία Ελευσινίων Μυστηρίων

Εξαρτάται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και την ακριβή απόδειξη

Συνωμοσία κατά της δημοκρατίας

Αθώωση, αν στηρίζεται μόνο σε πολιτική φήμη και συμπεράσματα

Στρατιωτική αποτυχία στη Σικελία

Δεν αποτελεί από μόνη της ποινικό αδίκημα

Φυγή από την Αθήνα

Δεν αποδεικνύει αυτομάτως ενοχή

Συνεργασία με τη Σπάρτη μετά τη φυγή

Θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρή ξεχωριστή κατηγορία, εφόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις


18. Το πιθανότερο αποτέλεσμα

Αν πάρουμε μόνο τα στοιχεία που μπορούσαν να αποδοθούν προσωπικά στον Αλκιβιάδη και εφαρμόσουμε αυστηρά σύγχρονες αρχές:

Για τους Ερμές:

Αθώωση λόγω ανεπαρκούς προσωπικής απόδειξης.

Για τη συνωμοσία:

Αθώωση, εάν η κατηγορία στηρίζεται κυρίως σε πολιτική εχθρότητα, χαρακτήρα και συλλογισμούς.

Για τα Μυστήρια:

Εξαρτάται από τις συγκεκριμένες καταθέσεις. Δεν θα αρκούσε μια γενική φήμη.

Για την κατοπινή συνεργασία με τη Σπάρτη:

Εδώ θα μπορούσε να υπάρξει ξεχωριστή καταδίκη, εάν ο εφαρμοστέος νόμος την περιέγραφε ως προδοσία/συνδρομή στον εχθρό και αποδεικνυόταν ο απαιτούμενος δόλος.


19. Η μεγάλη ειρωνεία της υπόθεσης

Ο Αλκιβιάδης ζητούσε:

«Δικάστε με τώρα.»

Η Αθήνα είπε ουσιαστικά:

«Όχι τώρα. Θα δικαστείς αργότερα.»

Και όταν ήρθε η στιγμή:

«Έλα να δικαστείς.»

Ο Αλκιβιάδης απάντησε με φυγή.

Και τότε:

«Αφού δεν ήρθες, είσαι ένοχος και καταδικάζεσαι σε θάνατο.»

Ο σύγχρονος νομικός θα έβλεπε εδώ έναν φαύλο κύκλο:

πολιτική καχυποψία → καθυστέρηση της δίκης → επιδείνωση της καχυποψίας → ανάκληση → φυγή → ερήμην καταδίκη.

Ο ίδιος ο Θουκυδίδης παρουσιάζει την υπόθεση μέσα σε αυτό το κλίμα πολιτικής έντασης και αναφέρει ότι οι αντίπαλοι του Αλκιβιάδη μεγαλοποίησαν τις κατηγορίες, συνδέοντας τις θρησκευτικές πράξεις με σχέδιο ανατροπής της δημοκρατίας.


20. Αλκιβιάδης και το σύγχρονο ποινικό δίκαιο

Η υπόθεση του Αλκιβιάδη είναι ίσως ακόμη πιο σύγχρονη από όσο φαίνεται.

Το δικαστήριο πρέπει να αντισταθεί σε τέσσερις πειρασμούς:

1. «Είναι επικίνδυνος άνθρωπος.»

→ Δεν είναι απόδειξη συγκεκριμένου εγκλήματος.

2. «Είναι πολιτικός αντίπαλος.»

→ Δεν είναι απόδειξη συνωμοσίας.

3. «Η πόλη καταστράφηκε στη Σικελία.»

→ Η πολιτική/στρατιωτική αποτυχία δεν είναι αυτομάτως ποινικό αδίκημα.

4. «Έφυγε, άρα ήταν ένοχος.»

→ Η φυγή δεν αντικαθιστά την απόδειξη.

Και υπάρχει ένας πέμπτος:


5. «Συνεργάστηκε αργότερα με τον εχθρό, άρα έκανε και όλα τα προηγούμενα.»

→ Απαράδεκτο λογικό άλμα χωρίς συγκεκριμένη απόδειξη.

Το τελικό δικαστικό συμπέρασμα

Αν ο Αλκιβιάδης δικαζόταν σήμερα, με πλήρη υπεράσπιση και με το βάρος της απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή, θα ήταν πολύ δύσκολο να καταδικαστεί για τη βεβήλωση των Ερμών ή για μια υποτιθέμενη συνωμοσία μόνο από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Η ιστορική καταδίκη του ερήμην δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ισοδύναμη με μια σύγχρονη δίκη που τηρεί το δικαίωμα ακρόασης και την αρχή της απόδειξης πέρα από εύλογη αμφιβολία.

Αλλά ο Αλκιβιάδης δεν θα έβγαινε αναγκαστικά «αθώος για όλα». Η μεταγενέστερη ενεργή συνεργασία του με τη Σπάρτη θα αποτελούσε ξεχωριστό και πολύ σοβαρό ζήτημα ποινικής ευθύνης, εφόσον ο σύγχρονος νόμος την τυποποιούσε ως προδοτική ή εχθρική συνδρομή.

Και εδώ βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της δίκης:

Ο Αλκιβιάδης μπορεί να ήταν πολιτικά επικίνδυνος, ηθικά προκλητικός, στρατηγικά αμφιλεγόμενος και αργότερα πραγματικά εχθρικός προς την Αθήνα — και παρ' όλα αυτά να μην αποδεικνύεται ότι διέπραξε τα συγκεκριμένα εγκλήματα για τα οποία αρχικά κατηγορήθηκε.

Αυτό ακριβώς είναι η διαφορά ανάμεσα στην πολιτική κρίση ενός προσώπου και στην ποινική καταδίκη του.

.

.


Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΑΤΡΕΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΥΕΣΤΕΙΟ ΔΕΙΠΝΟ


Η υπόθεση του Ατρέα είναι, από άποψη σύγχρονου ποινικού δικαίου, σχεδόν ακραία περίπτωση πολλαπλού εγκλήματος με προμελέτη, δόλο, εξαπάτηση και εκδικητικό κίνητρο.

Η βασική μυθολογική παράδοση λέει ότι ο Ατρέας, αφού πληροφορήθηκε τη σχέση του αδελφού του Θυέστη με την Αερόπη, προσποιήθηκε τη συμφιλίωση, τον κάλεσε σε συμπόσιο και προηγουμένως σκότωσε τα παιδιά του Θυέστη. Κατόπιν τα τεμάχισε και τα προσέφερε στον πατέρα τους ως γεύμα, αποκαλύπτοντας μετά την πράξη την ταυτότητα των νεκρών. 

Επομένως, αν ο Ατρέας δικαζόταν σήμερα, δεν θα δικαζόταν για «το Θυέστειο δείπνο» ως ένα ενιαίο μυθολογικό έγκλημα. Θα αντιμετώπιζε σειρά αυτοτελών κατηγοριών.


1. Το σύγχρονο κατηγορητήριο

Θα μπορούσε να διατυπωθεί περίπου ως εξής:

Πράξη

Σύγχρονη ποινική κατηγορία

Θανάτωση των παιδιών του Θυέστη

Ανθρωποκτονία με πρόθεση

Τεμαχισμός των σωμάτων

Προσβολή νεκρού / περιύβριση νεκρών, ανάλογα με το δίκαιο

Παρασκευή ανθρώπινου κρέατος

Αυτοτελής αξιόποινη πράξη μόνο εφόσον προβλέπεται από τον συγκεκριμένο νόμο

Παραπλάνηση του Θυέστη

Εξαπάτηση ως μέσο τέλεσης των εγκλημάτων

Πρόσκληση σε γεύμα ως παγίδα

Ενδεχομένως στοιχείο προμελέτης και σχεδιασμού

Εκδίκηση για την Αερόπη

Κίνητρο, όχι δικαιολόγηση

Επίδειξη των κεφαλών/άκρων

Στοιχείο πρόθεσης και ιδιαίτερης σκληρότητας

Εξορία/εκδίωξη του Θυέστη

Εξετάζεται χωριστά ως πράξη εξουσίας ή παράνομη καταναγκαστική ενέργεια

Η σύγχρονη δίκη θα απέφευγε όμως μια σημαντική παγίδα: δεν θα καταδίκαζε τον Ατρέα επειδή είναι ο «κακός» της ιστορίας. Θα έπρεπε να αποδειχθεί κάθε συγκεκριμένη πράξη.


2. Η ανθρωποκτονία των παιδιών

Εδώ η υπόθεση είναι εξαιρετικά ισχυρή.

Ο Ατρέας:

αποφασίζει να εκδικηθεί τον Θυέστη,

προσποιείται συμφιλίωση,

τον καλεί στο βασίλειό του,

σκοτώνει τα παιδιά του,

τα τεμαχίζει,

τα μαγειρεύει,

τα προσφέρει στον πατέρα τους.

Η παράδοση του Απολλόδωρου είναι ιδιαίτερα σαφής: ο Ατρέας προσελκύει τον Θυέστη με προσποίηση φιλίας, σκοτώνει τους γιους του και τους σερβίρει στον πατέρα τους.

Νομικά

Υπάρχει:

actus reus:

ο πραγματικός θάνατος ανθρώπων.

mens rea:

ο Ατρέας γνωρίζει ότι σκοτώνει.

Και όχι απλώς γνωρίζει.

Θέλει να σκοτώσει.

Άρα έχουμε τον κατεξοχήν άμεσο δόλο.


3. Υπάρχει προμελέτη;

Εδώ η υπόθεση γίνεται ακόμη βαρύτερη.

Δεν πρόκειται για στιγμιαία έκρηξη οργής.

Ο Ατρέας δεν συναντά τυχαία τα παιδιά του Θυέστη και τα σκοτώνει.

Σχεδιάζει μια ολόκληρη ακολουθία:

προσποίηση συμφιλίωσης → πρόσκληση → απομόνωση → φόνος → τεμαχισμός → μαγείρεμα → συμπόσιο → αποκάλυψη.

Άρα η σύγχρονη εισαγγελία θα υποστήριζε ότι υπάρχει σχεδιασμένη, οργανωμένη και ψυχρά εκτελεσμένη εγκληματική πράξη.

Και αυτό είναι σημαντικό:

Η οργή δεν αναιρεί την προμελέτη.

Ο Ατρέας μπορεί να ήταν εξοργισμένος.

Αλλά είχε χρόνο να σκεφθεί, να οργανώσει και να πραγματοποιήσει το σχέδιό του.


4. «Με πρόδωσε ο αδελφός μου»

Αυτό θα ήταν πιθανότατα ο βασικός ισχυρισμός της υπεράσπισης.

Ο Θυέστης είχε διαπράξει σοβαρή προσβολή εναντίον του Ατρέα: σύμφωνα με την παράδοση είχε σχέση με την Αερόπη και είχε αποκτήσει το χρυσό αρνί, το οποίο συνδεόταν με τη διεκδίκηση της βασιλείας. 

Ο Ατρέας λοιπόν θα μπορούσε να πει:

«Είχα λόγο να εκδικηθώ.»

Το σύγχρονο δικαστήριο θα απαντούσε:

Ναι. Αυτό μπορεί να εξηγεί το κίνητρο. Δεν δημιουργεί δικαίωμα ανθρωποκτονίας.


5. Κίνητρο ≠ δικαιολόγηση

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη νομική διάκριση της δίκης.

Ο Ατρέας έχει κίνητρο:

εκδίκηση.

Αλλά δεν έχει δικαιολογητικό λόγο.

Η σύγχρονη ποινική δικαιοσύνη δεν αναγνωρίζει:

«Με αδίκησε, επομένως μπορούσα να τον εκδικηθώ σκοτώνοντας τα παιδιά του.»

Ακόμη περισσότερο:

τα παιδιά δεν είναι ο δράστης της υποτιθέμενης προσβολής.

Εδώ υπάρχει μια δεύτερη, κρίσιμη νομική διάσταση.


6. Τα παιδιά είναι τρίτα, αθώα πρόσωπα

Ακόμη και αν υποθέσουμε ότι ο Θυέστης είχε διαπράξει κάποιο σοβαρό αδίκημα εναντίον του Ατρέα, αυτό δεν μεταφέρει την ευθύνη στα παιδιά του.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο βασίζεται στην αρχή της προσωπικής ευθύνης.

Δεν υπάρχει:

«ο πατέρας είναι ένοχος → τα παιδιά του μπορούν να τιμωρηθούν».

Άρα η πράξη του Ατρέα είναι όχι μόνο ανθρωποκτονία αλλά και ακραία παραβίαση της αρχής:

nulla poena sine culpa

Δεν τιμωρείται κάποιος για πράξη άλλου.


7. Η πρόσκληση στο δείπνο είναι ιδιαίτερα σημαντική

Η πρόσκληση δεν είναι απλώς το σκηνικό της ανθρωποκτονίας.

Είναι μέρος του σχεδίου.

Ο Ατρέας χρησιμοποιεί την εμπιστοσύνη του Θυέστη ως εργαλείο.

Η συμφιλίωση είναι ψεύτικη.

Η φιλοξενία είναι παγίδα.

Το δείπνο γίνεται ουσιαστικά μηχανισμός του εγκλήματος.

Και εδώ υπάρχει μια εντυπωσιακή αντιστροφή:

Η φιλοξενία, που στον αρχαίο ελληνικό κόσμο αποτελεί θεσμό προστασίας και κοινωνικού δεσμού, μετατρέπεται από τον Ατρέα σε όπλο.

Αυτό κάνει το έγκλημα ακόμη πιο ιδιαίτερο.


8. Η εξαπάτηση του Θυέστη

Ο Ατρέας δεν θέλει απλώς να σκοτώσει.

Θέλει ο Θυέστης να ζήσει την αποκάλυψη.

Αυτό προκύπτει από τη δομή της παράδοσης: μετά το γεύμα ο Ατρέας παρουσιάζει τα άκρα/κεφαλές των παιδιών, ώστε ο Θυέστης να καταλάβει τι έχει φάει. 

Επομένως το γεύμα δεν είναι το τέλος της πράξης.

Η αποκάλυψη είναι μέρος της εκδίκησης.

Ο Ατρέας ουσιαστικά λέει:

«Δεν αρκεί να σου σκοτώσω τα παιδιά. Θέλω να σε κάνω να καταλάβεις ότι τα έφαγες.»


9. Θα μπορούσε να κατηγορηθεί για βασανιστήρια;

Εδώ χρειάζεται προσοχή.

Σύγχρονα ποινικά συστήματα που περιλαμβάνουν αυτοτελή εγκλήματα βασανιστηρίων ή απάνθρωπης μεταχείρισης θα μπορούσαν να εξετάσουν την ψυχική κακοποίηση του Θυέστη.

Όμως δεν πρέπει να πούμε αυτομάτως:

«Η αποκάλυψη = βασανιστήριο».

Αυτό εξαρτάται από τον συγκεκριμένο νόμο και τα στοιχεία του εγκλήματος.

Βέβαιο είναι ότι αποτελεί εξαιρετικά ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο της πρόθεσης του Ατρέα να προκαλέσει τρόμο, φρίκη και ψυχική οδύνη.


10. Μπορεί να επικαλεστεί αυτοάμυνα;

Όχι.

Η αυτοάμυνα προϋποθέτει άμεση και παράνομη επίθεση.

Ο Θυέστης δεν επιτίθεται στον Ατρέα κατά τη στιγμή της ανθρωποκτονίας.

Ο Ατρέας προετοιμάζει ο ίδιος την επίθεση.

Άρα:

άμυνα: αποκλείεται.


11. Μπορεί να επικαλεστεί κατάσταση ανάγκης;

Επίσης πρακτικά όχι.

Δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος που πρέπει να αποτραπεί.

Ακόμη κι αν ο Θυέστης αποτελούσε πολιτικό κίνδυνο για τον Ατρέα, υπήρχαν άλλες επιλογές:

απομάκρυνση,

εξορία,

φυλάκιση,

δίκη,

πολιτική αντιμετώπιση.

Η ανθρωποκτονία παιδιών δεν είναι αναγκαίο μέσο αντιμετώπισης.


12. Η ψυχική κατάσταση του Ατρέα

Εδώ υπάρχει ένα ενδιαφέρον ζήτημα.

Ο μύθος παρουσιάζει τον Ατρέα ως άνθρωπο κυριευμένο από εκδίκηση και ακραία βία. Στη Thyestes του Σενέκα, μάλιστα, η ψυχολογία του Ατρέα και η χαρά του για την εκδίκηση γίνονται κεντρικά στοιχεία της τραγωδίας. 

Αλλά:

μανία ≠ αυτομάτως ποινική ανικανότητα.

Ένα σύγχρονο δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει:

καταλάβαινε τι έκανε;

γνώριζε ότι σκότωνε;

μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο της πράξης;

μπορούσε να ελέγξει τη συμπεριφορά του;

Και υπάρχει ένα πολύ ισχυρό στοιχείο εναντίον μιας υπεράσπισης τύπου «ήταν εκτός εαυτού»:

η οργάνωση του εγκλήματος.

Η προσποίηση συμφιλίωσης και η προετοιμασία του γεύματος δείχνουν σχεδιασμό.


13. Το πιο συγκλονιστικό σημείο: ο Ατρέας δεν αρνείται το έγκλημα

Αν χρησιμοποιήσουμε τη δραματική παράδοση του Σενέκα, έχουμε κάτι ακόμη πιο ακραίο.

Ο Ατρέας δεν εμφανίζεται ως άνθρωπος που μετανιώνει και λέει:

«Τι έκανα;»

Αντιθέτως, απολαμβάνει την επιτυχία της εκδίκησής του.

Αυτό έχει τεράστια σημασία για το mens rea.

Δεν έχουμε:

«ήθελα να τον τρομάξω και συνέβη κάτι απρόβλεπτο».

Έχουμε:

σκότωσα → σχεδίασα → εξαπάτησα → μαγείρεψα → τον έβαλα να φάει → αποκάλυψα.


14. Τι θα γινόταν με τον Θυέστη;

Εδώ αρχίζει η πραγματικά ενδιαφέρουσα δίκη.

Ο εισαγγελέας μπορεί να υποστηρίξει:

«Ο Θυέστης προκάλεσε την εκδίκηση.»

Αλλά το δικαστήριο θα πρέπει να ξεχωρίσει:

η πιθανή ενοχή του Θυέστη για προηγούμενα εγκλήματα

από

την ποινική ευθύνη του Ατρέα για μεταγενέστερες ανθρωποκτονίες.

Αν ο Θυέστης είχε διαπράξει μοιχεία, κλοπή, συνωμοσία ή σφετερισμό, αυτά θα έπρεπε να δικαστούν χωριστά.

Ο Ατρέας δεν είναι δικαστήριο.


15. Το μεγάλο πρόβλημα της «ιδιωτικής δικαιοσύνης»

Ο Ατρέας μετατρέπει την προσωπική του εκδίκηση σε ιδιωτικό ποινικό σύστημα:

Κατήγορος: Ατρέας

Δικαστής: Ατρέας

Εκτελεστής: Ατρέας

Θύματα: τα παιδιά του Θυέστη

Ποινή: θάνατος

Εκτέλεση: κρυφή

Τελική «ανακοίνωση της απόφασης»: το δείπνο.

Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο της σύγχρονης έννοιας του κράτους δικαίου.


16. Η υπεράσπιση θα είχε όμως ένα επιχείρημα

Ο συνήγορος του Ατρέα θα μπορούσε να πει:

«Ο εντολέας μου δεν ενεργούσε χωρίς αιτία. Ο Θυέστης είχε προδώσει τον αδελφό του, είχε προσβάλει τον γάμο του και είχε απειλήσει την εξουσία του. Ο Ατρέας βρισκόταν σε κατάσταση ακραίας ψυχικής πίεσης.»

Αυτό όμως, ακόμη και αν γίνει δεκτό, αφορά κυρίως:

το κίνητρο και ενδεχομένως την επιμέτρηση της ποινής.

Δεν εξαφανίζει την ανθρωποκτονία.


17. Η απόφαση

Με τα δεδομένα της μυθολογικής παράδοσης, η σύγχρονη δίκη θα κατέληγε σχεδόν αναπόφευκτα σε καταδίκη.

Ζήτημα

Απόφαση

Θάνατος των παιδιών

Ένοχος

Πρόθεση

Άμεσος δόλος

Προμελέτη/σχεδιασμός

Ισχυρότατα τεκμηριωμένος

Εξαπάτηση Θυέστη

Αποδεικνύεται από το σχέδιο

Αυτοάμυνα

Αποκλείεται

Κατάσταση ανάγκης

Αποκλείεται

Δικαίωμα εκδίκησης

Δεν αναγνωρίζεται

Ευθύνη των θυμάτων για πράξεις Θυέστη

Καμία

Ψυχική διαταραχή

Θα απαιτούσε ειδική πραγματογνωμοσύνη

Ιδιαίτερη σκληρότητα

Εξαιρετικά έντονη

Πιθανό σύγχρονο δικαστικό συμπέρασμα:

Ο Ατρέας είναι ποινικά υπεύθυνος για τις ανθρωποκτονίες των παιδιών του Θυέστη, τελεσθείσες με πρόθεση και κατόπιν σχεδιασμού, ενώ η προσποίηση συμφιλίωσης χρησιμοποιήθηκε ως μέσο παραπλάνησης των θυμάτων και η μεταγενέστερη αποκάλυψη αποδεικνύει ότι η πράξη είχε και εκδικητικό/τιμωρητικό χαρακτήρα.


18. Αλλά υπάρχει κάτι βαθύτερο

Η δίκη του Ατρέα παρουσιάζει ένα πρόβλημα που επανέρχεται σε ολόκληρο τον Οίκο των Ατρειδών:

Πού τελειώνει η δικαιοσύνη και πού αρχίζει η εκδίκηση;

Ο Ατρέας θα μπορούσε να πει:

«Ο Θυέστης αδίκησε. Εγώ αποκατέστησα την τάξη.»

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο απαντά:

Όχι. Η προσωπική αδικία δεν μετατρέπει τον ιδιώτη σε δικαστή.

Και εδώ βρίσκεται η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στον μυθικό κόσμο και στο σύγχρονο κράτος δικαίου.

Στον μύθο, το έγκλημα γεννά νέο έγκλημα:

Θυέστης → Ατρέας → παιδιά του Θυέστη → Αίγισθος → Ατρέας → Αγαμέμνων → Κλυταιμνήστρα → Αίγισθος → Ορέστης...

Η ενοχή γίνεται σχεδόν κληρονομική δραματουργική δύναμη.

Το σύγχρονο ποινικό δίκαιο κάνει ακριβώς το αντίθετο:

η ενοχή δεν κληρονομείται.

Ο γιος δεν πληρώνει για τον πατέρα.

Ο αδελφός δεν τιμωρείται για τον αδελφό.

Ο απόγονος δεν φέρει ποινική ευθύνη για τον πρόγονό του.

Και γι' αυτό το Θυέστειο Δείπνο, πέρα από την ακραία φρίκη του, μπορεί να διαβαστεί ως μια μυθολογική εικόνα του κόσμου πριν από την εγκαθίδρυση μιας απρόσωπης δικαιοσύνης: όταν ο άνθρωπος παίρνει στα χέρια του το δικαίωμα να τιμωρεί, η «δικαιοσύνη» μετατρέπεται σε αλυσίδα εκδικήσεων. 

.

.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου