Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ-FAIRY TALES-GREEK FAIRY TALES - MARCHEN-12+16+1 ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ- and Designing A Theory For the Fairy Tale-C.N.COUVELIS-Χ.Ν.ΚΟΥΒΕΛΗΣ

.
.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ-FAIRY TALES-
GREEK FAIRY TALES - MARCHEN-
12+16+1   ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ-
and Designing A Theory For the Fairy Tale-
C.N.COUVELIS-Χ.Ν.ΚΟΥΒΕΛΗΣ
.
.
.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
Εισαγωγη[Σχεδιαζοντας Μια Θεωρια για το Παραμυθι]
Introduction[Designing A Theory For The Fairy Tale]
.
12 ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ[12 FAIRY  TALES]
.
16 ΜΙΚΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ [και 5 ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ]
16  SORT  FAIRY TALES [and 5 Paintings]
.
ΜΙΚΡΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ
..
paintings by c.n.couvelis[χ.ν.κουβελης]
.
.
.
12  ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
12  FAIRY TALES
12  MARCHEN
.
.

.
.
Εισαγωγη
[Σχεδιαζοντας Μια Θεωρια για το Παραμυθι]
Introduction
[Designing A Theory For The Fairy Tale ]
.
.
Τα Παραμυθια ειναι πολλων ανθρωπων .
Μια Πρωτο - Λογοτεχνια , ακομα ο αφηγητης δεν ειναι
ατομο, αλλα αποτελει μερος ενος κοινωνικου συνολου ,
που παραγει και διαχειριζεται τις αφηγησεις του .
Αφηγησεις για να κατανοησει και να ερμηνευσει τον
κοσμο συνολικα , '' πως ξεκινησαν '' [ Πρωτη Αρχη ],
'' γιατι συμβαινει αυτο ,που συμβαινει '' [ Πρωτη Φυσικη
Επιστημη ] , '' να θυμηθουμε αυτο που συνεβηκε τωρα
και πριν '' [ Πρωτη Ιστορια ] , '' να μνημονευσουμε ενα
σημαντικο προσωπο της κοινοτητας '' [ Πρωτη Βιογραφια
Ενος Ηρωα ] , '' να μιλησουμε για τις σχεσεις των ανθρω-
πων με τα ζωα , τα πουλια , ... '' [ Πρωτη Ζωολογια ] , '' να
ορισουμε κοινωνικες δομες '' [ Πρωτη Ανθρωπολογια ,
Πρωτη Κοινωνιολογια ] , '' τι υπαρχει Πριν , Τωρα και Μετα
απο Μας '' [ Πρωτη Κοσμολογια , Πρωτη Θρησκεια ] ,
'' τι υπαρχει πιο περα και πολυ μακρυα απο τη
περιοχη που ζουμε '' [ Πρωτες Εξερευνησεις ] , '' να βελτιω-
σουμε τα μεσα παραγωγης '' [ Πρωτες Εφευρεσεις ] ,
'' να φαντασθουμε πραγματα και καταστασεις ''[ Πρωτη
Λογοτεχνια του Φανταστικου ] , '' να καταγραφουν τα
συμβαντα που παραβαινουν την ισορροπια της κοινο-
τητας '' [ Πρωτη Ειδησεογραφια ] ,'' να συμβουλευσουμε
, να διελευκανουμε καταστασεις, να ξεπερασουμε
τις διαφορες δυσκολιες , να ορισουμε και να υπερασπι-
σθουμε δικαιι'κους νομους , κοινωνικους θεσμους , ...,
να ερμηνευσουμε συμπεριφορες , .. '' [ Πρωτη Φιλοσοφια,
Πρωτη Πολιτικη Επιστημη , Πρωτη Ψυχολογια ],...
Απο το Λαβυρινθο αυτων των Αρχαιων Πρωτων Χρονων
του Ανθρωπου φτανοντας στην ευθεια της
Ιστορικης Πραγματικοτητας χαθηκαν [ η' ξεχασθηκαν ]
αυτα τα ουσιαστικα στοιχεια των Παραμυθιων κι εμεινε
η γραφικη [ η ' η φολκλορικη ] αφηγηση
τους [ ΄΄ τις χειμωνιατικες μερες στο τζακι η γιαγια
αρχιζει να ξετυλιγει το παραμυθι - μυθι . Μια
φορα κι ενα καιρο ητανε ... ''.
Βεβαια το Παραμυθι σαν ειδος πια της Λογοτεχνιας
σημερα εξελιχθηκε και στη Μορφη του και στο
Περιεχομενο του . Νεα Θεματα Συγχρονα,Νεα Μεσα
[ π.χ ηλεκτρονικα ] ενσωματωθηκαν σ'αυτο .
Οι Μεγαλοι Παραμυθαδες [ Αδελφοι Γκριμ ,
Χανς Κριστιαν Αντερσεν , αλλα και ο Μεγαλος
Αριθμος των Ανωνυμων Παραμυθαδων σ ' ολες
τις Γλωσσες και σ ' ολους τους Λαους του
Κοσμου ] εγραψαν Μεγαλα Παραμυθια που τα
απολαμβανουν μικροι και μεγαλοι σ ' ολους τους
καιρους .
Επισης Μεγαλοι Ερευνητες [ Εθνολογοι , Λαογραφοι ,
Σημειολογοι , ... ] εχουν ασχοληθει με το
Παραμυθι . Συλλογες Παραμυθιων , Επιστημονικες
Αναλυσεις [ Δομη - Γλωσσα - Υπερκειμενα
- ... ] . Ενδεικτικα αναφερουμε , Ελληνες [ τον πατερα
της Ελληνικης Λαογραφιας τον Νικολαο
Πολιτη , τον Γεωργιο Μεγα, τον Στιλπωνα Κυριακιδη,
τον Δημητριο Λουκατο , ... ] , Ξενους [ τον
Κλοντ Λεβι - Στρως , τον Τζβεταν Τοντοροφ ,
τον Ρομαν Γιακομπσον , και κυριως τον Βλαντιμιρ
Προπ [ Vladimir Propp ] με το εργο του '' Μορφολογια
του Παραμυθιου '' [ Morphology of Folk Tale ]
αναλυοντας την αφηγηματικη δομη του Παραμυθιου
σε μια ακολουθια 31 πρωτων δομικων στοιχειων ]
Θα προσπαθησουμε συνοπτικα να δειξουμε πως
το Παραμυθι εξελλισεται στον Συντακτικο Αξονα .
- ο Α βρισκεται σε μια δυσκολη κατασταση [ Διαταραξη
της Ισορροπιας ]
- ο Β ειναι ο υπαιτιος [ ο δραστης ] αυτης της δυσκολης
καταστασης του Α [ο Κακοποιος Παραγων]
- ο Γ επεμβαινει να αντιμετωπισει τον Β και να βοηθησει
τον Α [ η διαμεσολαβηση του Ηρωα να
επαναφερει την Ισορροπια ]
- εμφανιζεται ο Δ [ συνεργος του Β ] και φερνει εμποδια
στον ηρωα Γ [ οι κακοι συννεργοι ]
- ο ηρωας Γ με την βοηθεια του Ε αντιμετωπιζει επιτυχως
τον Δ [ οι βοηθοι του ηρωα ]
- ο ηρωας Γ τελικα αντιμετωπιζει τον ιδιο τον Κακο Β
[ η τελικη κρισιμη αναμετρηση ]
- ο ηρωας Γ νικα και τιμωρει τον κακο Β [ η τιμωρια του
Κακοποιου Παραγοντα ]
- ο ηρωας Γ απελευθερωνει τον Α [ Επαναφορα της
Αρχικης Ισορροπιας ]
- ο ηρωας Γ επιβραβευεται για τη πραξη του
[ η Επιβραβευση του Ηρωα , Η Λυση του
Παραμυθιου]
Στον Παραδειγματικο Αξονα εχουμε .
- ο Α μπορει να ειναι ανθρωπος [ παιδι , γυναικα ,
γερος , ...] , ζωο , ...
- ο Β, ο Κακοποιος Παραγων ,μπορει να ειναι ανθρωπος,
ζωο , φανταστικο ον , φυσικο φαινομενο , ...
- η Διαταραξη της Ισορροπιας μπορει να ειναι αρπαγη,
φυλακιση, μεταμορφωση , κακομεταχειριση , αρρωστια,
πολεμος , μαγια , φτωχεια ,...
-ο ηρωας Γ μπορει να ειναι ανθρωπος [ βασιλοπουλο ,
πολεμιστης, κυνηγος , ο μικρος αδερφος ,
μικρο παιδι , η μαννα , ... ] , ζωο [ αλογο , γατα , δελφινι,
ποντικι , ...], ...
- ο κακος συνεργος Δ μπορει να ειναι ανθρωπος , ζωο ,
φανταστικο ον ,... τα εμποδια του [ φυσικες δυσκολιες,
γριφοι , μαχες , ... ]
- ο καλος βοηθος Ε μπορει να ειναι ανθρωπος , ζωο ,
φανταστικο ον , ..., τα βοηθηματα του
[ μηχανες , συμβουλες , συμπολεμιστης , ...]
- η Τελικη Αναμετριση του Ηρωα Γ με τον Κακοποιο
Παραγοντα Β μπορει να ειναι . Μαχη , Λυση Γριφου , ...
- η Τιμωρια του Κακοποιου Στοιχειου Β μπορει να ειναι
.Θανατος , Φυλακιση , Εξορια , Διαπομπευση , ...
- η Απελευθερωση του Α μπορει να ειναι . Απελευθερωση,
Δικαιοσυνη , Νικη , το Τελος της Μεταμορφωσης του ,
η Εξαλειψη Φυσικων Καταστροφων , ...
- η Επιβραβευση του Ηρωα Γ μπορει να ειναι . Ο Γαμος ,
ο Ενθρονισμος , ο Πλουτισμος , η Φημη ,...
Τωρα θα αναφερθουμε ,παλι συνοπτικα , για τη Γλωσσα
στη οποια ειναι γραμμενα τα '' 12 Παραμυθια '' .
Οπως σημειωσαμε στην αρχη τα Παραμυθια ειναι πολλων
ανθρωπων, γι ' αυτο η γλωσσα στην οποια γραφτηκαν
ειναι απο ολες τις περιοδους της Ελληνικης Γλωσσας .
Ενδεικτικα αναφερουμε .
-απο την Αρχαι'κη [ Ομηρικη ] Εποχη [ σε παρα πολλα
σημεια το κειμενο παραπεμπει στα Ομηρικα Κειμενα
της '' Ιλιαδας'' και της '' Οδυσσειας '' ]
- απο την Βυζαντινη Εποχη [ τα Χρονικα , τα Συναξαρια
Αγιων , τον Πτωχοπροδρομο , ... ]
-απο τα Δημοτικα [ τα Ακριτικα , τις Παραλογες ,
της Ξενιτειας, τα Κλεφτικα , ...]
-απο τη Νεα Ελληνικη Λογοτεχνια [ Σολωμος ,
Μακρυγιαννης , Παπαδιαμαντης ,... ]
Τελος οσον αφορα τη Μορφη και το Περιεχομενο
των ''12 Παραμυθιων '' , σε γενικες γραμμες ,προσπαθη-
σαμε να εφαρμοσουμε τα Παραδειγματα των Εργων
της Αρχαιας Ελληνικης Τραγωδιας
και τα Μαθηματα της '' Ποιητικης '' του Αριστοτελη
.
.
.
α '
.
.
Αρχιζει το παραμυθι . μια φορα κι ενα καιρο δρακοντας κακος αρπαξε
τη μοναχη θυγατερα μιας χηρας γυναικας . Μητε ειχε κυρη η' συγγενη
να την συνδραμει. Η ερμη μανα σχιζεται στα σωθικα της χιλια κομματια
και την βαριομοιρολογα την αμοιρη την κορη .Πανω σε ολα αυτα τα δυσ-
τυχα ο δρακοντας κρατουσε και το νερο της πηγης ,και τις βρυσες αστα-
λαχτες να μενουν .
Οντας επεστρεψε το βασιλοπουλο απ' το μακρυνο σεφερι με το στρατο του
νικητη κι ελογιαστηκε απ' τους ανθρωπους του για την αρπαγη της κορης
της χηρας βαρια τον κακοφανηκε τετοια να συμβαινουν στο βασιλειο του .
ητανε ακομα πως την καλοβλεπε τη κοπελα καιρο γυναικα να την παρει
αφοτου την πρωτοσυναντησε σαν ειχε βγει να κυνηγησει ελαφια και μπρο-
στα του σταθηκε ξαφνικα η ομορφη σαν τον ηλιο λαμπερη . Βαζει , λοιπον ,
σελωνουν τ' αλογο την αργυρη τη σελλα , βαζει το πεταλωνουν τα πεταλα
χρυσα , δωσαν του και χρυση βιτσουλα να το βιτσισει , κι ως το βιτσισε
ετρεξε σαν αστραπη στα νεφη χιλια μιλια.
Μηνυσανε του δρακοντα τον κινδυνο ο ηλιος το φεγγαρι βιγλατορες πιστοι
υποτακτικοι του .Με μιας αδραχνει νεφη και συλλεγει τα μαυρα κι αραχνα ,
χουγιαζει με τη φωνη του μεγαλη κραυγη κι ανασηκωθηκε ανεμοστροβιλος
κακος και κατεπεσε στη γη δεινη χαλαζα κι ομβρος πολυς εφτα των ημερων
ακαταπαυστα , τοτε θα ελαχε κακο πνιγμο το βασιλοπουλο αν δυνατοι γυπα-
ετοι , που τον βοηθανε στο κηνυγι του λιονταριου , δεν τον ψηλωναν στα
επουρανια με τ' αρπαγια τους.
Τη δευτερη φορα ο δρακοντας περιτριγυρισε το καστρο με εφταδιπλα τειχια
κι αρματωσε τα ορθοπυργα με τρικεφαλους γιγαντες , που ' χαν σε καθε κεφα-
λη μοναχα ενα τεραστιο ματι ορθανοιχτο παντα.
Ως κοιτονταν συλλογισμενο και στενοχωρημενο το βασιλοπουλο εσπευσαν
με τη θεληση τους αρωγοι τα μυρμηγγια αρματωμενα . Αρχισε ολημερις
κι ολονυχτις πολεμος φοβερος κι η κλαγγη των οπλων επηρε ολουθε
τον αερα , τοσος ηταν ο θορυβος μεγαλος που τα πουλια σκορπιστηκαν
τρομαγμενα , κι ενας μετα τον αλλον οι πυργοι παραδινονταν με τους πολε-
μισταδες τους κι επακολουθησε σφαγη ανελεητη .
Ειδε κι αποειδε ο δρακος και μεταχειριστηκε το τριτο τεχνασμα που τ' απομενε
πλεον .Σκεπαστηκε το καστελι του απ' ακρου σ' ακρο εφταγλωσση φωτια και
κατακαψε τα δρυμονια ολοτριγυρω κι οι γρανιτες ασπρισαν και τριβοντουσαν
τριβολια σαν την ασβεστο . Εκειδα , που τον ηβρε βαρυθυμο το βασιλοπυλο
μια μαγιοπουλα , κορη μαγισσας , τον πηρε στη κατοικια της . τον ελουσε και
τον μοσχοσαπουνισε με τ' αθανατο νερο , που προσδιδει τη χαρι ακαυτο κι
ατρωτο να' ναι το κορμι .Μολις εκεινα τα γιατρικα τελεψαν εν τω αμα
ζωστηκε το χρυσο σπαθι και το κονταρι χυμενο με σπανιο μιγμα μεταλλων
κρατωντας στο χερι χουμιξε σαν ανεμος στο πυρ και διχως να καψαλιστουν
τα ομορφα σγουρα του κονταρισε νεκρο τον δρακοντα και τον αποτελειωσε
με το χρυσο σπαθακι . Αιφνης μετα το φονικο καλυτερευσε ο καιρος κι
εβγαλ' η γης χορταρι , τ ' αηδονια κελαηδιζαν τους ψαλμους μεσ ' στις δαφ-
νουλες κρυμμενα κι η μονακριβη θυγατερα της χηρας παιζογελουσε στη
κουνια του περιβολαριου, δεμενη με μεταξενιες κλωστες απο τους κλωνους
της λεμονιας .
Ευτυς ως καβαλικεψε τ ' αλογο το βασιλοπυλο εφωλευσε η λυγερη στην αγκα-
λια του μισολιγοθυμισμενη απο τ' αρωματα και τα μυρωδικα , που εχυνε ολο-
τριγυρα η φυση ολη απλοχερα . Βιτσιζει τον μαυρο του και πανε χιλια μιλια ,
και ξανα τον βιτσισε και πανε αλλα τοσα , ως που φανηκαν τα μερη τα δικα
τους .
Εταξε ο βασιλιας τους γαμους και τις χαρες , συντομα να γινουν , την ερχο-
μενη Κυριακη ημερα . Και εσυναχτηκε συμπεθερολογι μεγα το πληθος με
δωρα πολλα χρυσο ασημι και σμυρνα .
Εγω , που σας το αφηγηθηκα το παραμυθι αυτο ημουν μεσα στο ψικι
του γαμπρου λαγουτιερης και να λεγω ψεματα δεν ξερω , ουτε το ' χω συνει-
θιο , πως περασαν αυτοι καλα κι εμεις καλυτερα .
.
.
.
β'
.
.
Ως μου τα παρεδωσαν απαραλλαχτα παραδιδω τα λογια των παλαιοτερων .
μια φορα μια καλομανα ειχε εννια τους γυιους κι υστερη καλομαθημενη
κορη με ονομα βαφτιστικο Ερωφιλη . Η μανα της με τ 'αστρι την ελουζε
ματι κακο και πονηρο να μην την παραβλεψει , και στο χαμοφεγγαρο την
χτενιζε , τα δε αδερφια της βαλανε τον ηλιο φυλακα να παραφυλαει την
ακριβη .
Ο κυρης τους αποθανε νωρις . ητανε ξακουστος στα μερη εκεινα στη συ-
νεση στη γνωση,ποτες του δεν ξαστοχουσε στο κυνηγι και στο τρεξιμο πα-
ραβγαινε τα γρηγορα ελαφια .
Σαν τοτε σιμωσε η τελευταια ωρα της μοιρας του τον ξεμοναχιαστηκε τον
ανδρειωμενο μεγαλη ορδη απο λεοντες , εκεινοι χυμηξαν καταπανω του
αγριεμενοι , στη μαχη απανω θανατωσε πεντε κι αλλους εφτα μαχαιρωσε ,
μα στο τελος τον ξεδυναμωσανε τον αντρειωμενο , ξεσκισανε στα δοντια
τους τις σαρκες του και τις καταβροχθισαν ωμες.
Υστερα απο εκεινα τα γεγονοτα και σαν περασαν τα χρονια τα αγορια
μεγαλωσαν κι ανδρειωθηκαν .
Ο πρωτος εγινε ζευγιτης , στη γη καρπιζανε αφθονα τα σπαρτα του κι
ευλογηθηκε το σπιτικο του .Ο δευτερος εθρεφε αλογα , αλογα με πυρινο
τριχωμα , λευκα και στο μελι , στο χρωμα του μελιου , κι ητανε ξακουστα
για στον πολεμο για στην ειρηνη . Ο τριτος εβοσκουσε χιλια προβατα και
χιλιες πεντακοσιες αιγες , κι απο τους ασφακους του αιγιαλου σαλαγιζε
τα ζωντανα ως μεσα τα πυκνα ρουμανια . Ο τεταρτος εμαθητευσε τεχνη
πολιτικη , μαζευει και θερμενει τα χαλικια , που βρισκονται σωροι στις
ακρες της θαλασσας , σι ' ακρογιαλια , κι οντας λιωσουν φυσα με το φυ-
σερο στη λαβα τους και πλαθει τα στολισματα του γυαλιου .Ο πεμπτος
σαν ηταν αψυς κατεληξε στρατιωτης. Ο εκτος στη σειρα παντρευτηκε
ζηλοφθονη γυναικα και μαγισσα . Ο εβδομος σαν  αγαπουσε τους ναυ-
τικους χαρτες , τους πορτολανους ,και τον μπουσουλα, αρμενιζει,
καλη του η ωρα να ' ναι ,τα πελαγα .Ο πρωτελευταιος αρνηθηκε τα εγ-
κοσμια κι αποσυρθηκε περα μακρυα στην ερημο να σωσει τη ψυχη
του με την νηστεια και την προσευχη . Ο ενατος γυιος,τελος,βουλη-
θηκε στην ξενιτεια να παει, τα μαυρα ξενα , κι ως ηταν ωχρος και
φιλασθενος απο γεννησιμιου του τον πονεσε η μανα .
'' Μεινε καλε μου , μην μακραινεις μου , ξενος στη ξενιτεια πεφτεις και
χερι να σε σηκωσει δεν βρισκεται , αρρωστευεις και ποιος να σου δροσισει
στα χειλια σου τη θερμη , σου στελνω μηλο σεπεται , κυδωνι μαραγγιαζει ,
σου στελνω και το δακρυ μου το πινει το μαντηλι , σου στελνω και το λογο
μου στο δρομο ξαστοχαει ''.
'' Μανα σωπασε σε παρακαλω και μην κακοκαρδιζεσαι , περνω ανταμα
συντροφια καλη στα ξενα την Ερωφιλη , να με συντρεχει και να με πονα
στα ξενα '' .
Κι ο Κωνσταντης δεν αλλαζε τη γνωμη , ειδε κι αποειδε η δολια η μανα ,
κι ευτυς τον βαζει να της ορκιστει σ ' ορκο μεγαλο . μα ν' αρρωστησει ,μα
να πεσει για το θανατο ,πισω να της στελνει γρηγορα την Ερωφιλη π ' αγαπα
κι οχι αλλον στον απανω κοσμο .Κι αυτος ο αμυαλος της ωμοσε ορκον βαρυ
μεγαλο . ορκιζεται , εκεινο να το πραξει , εξαπαντος στο κοσμο .
Ειχε ο καιρος πολλα γυρισματα κι η κορη κακοαρρωστησε στα ξενα ,μεσα
στον μηνα ωχρηνε την οψη , μεσα στον μηνα η ερμη ξεψυχαει . Σκαβει μονα-
χος με τα χερακια του τη γης και τηνε παραχωνει , σπερνει απανω της τριαν-
ταφυλλιες να τριανταφυλλισουν . πρωι' του ' ρχεται η αποθυμια της κι απο-
βραδυς την μοιρολογαται . '' Μη και δεν σου' πρεπαν λεμονια στα μαλλια
σου ανθισμενα ,και ποσες φορες δεν σωπισαν τ ' αηδονια στη γλυκεια λα-
λια σου , τωρα ακριβη μου λυγερη για που ταξιδεψες , για που μου αλαρ-
γευεις εσυ αμιλητη ''.
Στα τρυγισματα του αμπελωνα , τον μηνα τον Τρυγητη , τον εφτασε το τρο-
μερο μαντατο εκει στα ξενα . η μανα , λεει , ειναι στα στερνα της κι αποζη-
ταει την Ερωφιλη κοντα της .
Ως τ ' ακουσε ευτυς παρατησε την καλη τη συντροφια και το γλυκο τραγουδι ,
ευτυς σελωνει ο χαι'δος τ ' αλογο , ευτυς το καλλιγωνει κι ευτυς το καβαλι-
κευσε ,μερα περνει διπλα τα βουνα και παραδιπλα τις κοντοραχουλες ,νυχτα
σερνεται στους καμπους με το φεγγαρι συντροφια , μητε σταθμιζει να γευτει
ψωμι στο στομα η ' να δροσισει χειλη στο νερο . Κι απανω στις τριαντα δυο
προβαινει στην αυλιτσα του σπιτιου του , κοσμος πολυς ητανε μαζωμενος κι
ολοτριγυρα ο κηπος μαραμενος . Παλια ειχανε ειχανε φυτεψει μηλια τα μηλα
καρπισμενη , και λεμονια στους λεμονανθους νυφουλα , τωρα φυτρωνει
αγκαθι κι αγριαδα.Ορμαει στη καμαρα της μανας του που ξεψυχαει , σκυβει
την σφιχταγγαλιαζει , κλαιει θρηνει και το κορμι του τρεμει .
Κι εκεινη η δυστυχη η μανα τον κραζει.''Μωρε απιστε,που' ναι η Ερωφιλη; ''
 κι εκεινος ο κακομοιρος την ανταπαντησε . '' Μανα η Ερωφιλη μας μ ' απο-
μεινε στα μακρυνα τα ξενα μερη και σου παραγγελνει χαιρετισματα μ' αυτο
το τριανταφυλλο , που ' ναι βαμμενο στο κοκκιναδι'',κι ευτυς εκεινη του 'πε .
 ''Αυτο ' ναι , δυσμοιρε , τριανταφυλλο , στολισμα σε κουφαρι .Τη καταρα
της μανας να ' χεις ''. κι εκεινος σαν δεν τ' αντεξε βαρια ξεστομισε
'' Μανα μου ακουσε το τρομερο μαντατο , η Ερωφιλη μας θαφτηκε στα
ξενα περα ''.
Οντας τ ' ακουσε εκεινη ευτυς ξεπεταξε η ψυχη της , στην αγκαλια του
απομεινε κουφαρι αψυχο κι αμιλητο .εκεινος ο πικροχειλος ζηταει μαχαιρι
να κοπει , γκρεμο να τσακιστει, και θα το επραττε το αποτροπαιο αν δεν
σωριαζονταν εμβροντητος μπροστα στα ποδια του νεκρος.
Μανα και γυιο τους θαψανε ομαδι στην αυλιτσα , πανω στο χρονο φυτρω-
σε τριανταφυλλια στο μνημα , που απλωσε μοσχομυριστη
.
.
.
γ'
.
.
Μια φορα κι ενα καιρο ησανε τρεις αδερφαδες . Κι οι τρεις κακα
μοιραμενες .
Η πρωτη εστοιχειωσε γεφυρι στα μερη της Μικρασιας οταν ησαν
Ελληνικα.Ο πρωτομαστορας δεν μπορουσε να στεριωσει το γεφυρι
στα νερα του ποταμου ,τη μερα το ' χτιζε τη νυχτα γκρεμιζονταν κι
ενα μικρο μικρο πουλι του μηνυσε να το στεριωσει με τη γυναικα
του στη μεσιανη καμαρα με πετρες και λασπη να τη χτισει γρηγορα.
Εκεινη το καταραστηκε να τρεμει και να πεφτει στο ελαφρο-
πεταγμα πουλιου , σαν ομως ειχε μονακριβο αδερφο και τυχαινε
να διαβαινει αλλαξε λογο.
Η δευτερη σκλαβωθηκε στον πολεμο . αφου την κοιμηθηκανε δεκα
πεντε την συρανε στη σκλαβια , να υφαινει , δουλα μεσα στις δουλες ,
στον αργαλειο ολημερις  και τη νυχτα στα σκοταδια της γευεται
τους κρυφους καρπους ο σκληρος αφεντης .
Η τριτη κι ομορφοτερη , π ' ολες τις αλλες ξεπερνουσε σ ' ασπραδα
και τα χρυσα μαλλια τα χτενιζε στον ηλιο, ξελογιαστηκε απο πλανο
αντρα πολλα χορευτη και ξενο .Με λογο απιστο την αρραβωνιασε ,
με γλυκολογα τη λογιασε και την κοιμηθηκε .
Αφου ο πλανος χαρηκε τους χυμους του κορμιου της ομορφης μια
μερα της ειπε , πως ταχα επρεπε να κινησει για τα μερη του και με
το καλο σαν τελεψει τα αιωρουμενα ζητηματα να επιστρεψει σ ' αυ-
την να παντρευτουν .Ηταν τα λογια του πιστικα και τον εμπιστευ-
τηκε , ηταν τα φιλια του γλυκα κι αποπλανηθηκε στο ψεμα .
Περασε ο ορισμενος χρονος κι ο αγαπητικος δεν γυρισε πισω , στην
αρχη εκεινη δικαιολογησε την καθυστερηση . βροχες και κυλουνε
οι δρομοι , χιονια πολλα και παγωνουν τα ποταμια , αργοτερα σαν
περασε ο καιρος τον συλλογιστηκε για αρρωστο και στα τελευταια
για πεθαμενο. Σαν ακουσε ομως πως παντρευτηκε αλλη γυναικα
εκει στον τοπο του , εχασε τα συλλογικα της .
Το φυτρο στη κοιλια της μερα με τη μερα φυτρωνε κι αυγαταινε
με τον ηλιο το φεγγαρι , σε λιγο θα ηταν δυσκολο να το αποκρυψει
στους περιεργους το φουσκωμα της κοιλιας . Αλλοπαρμενη γυρευε
το λυτρωμο , κρυφα τη συμβουλευανε φαρμακολυτρες με βοτανα
και ξορκικα να το αποριξει το παιδι , του κακου , ο σπορος
του απαρνητη της αγαπης βαθεια ριζωσε και δεν ξεριζωνε.Στο κανο-
νικο γυρισμα των ημερων και των μηνων ξεγεννησε μονη κι ερμη .
Με το παιδι ασπαργανωτο στην αγκαλια να κλαιει ορμησε ξετρελ-
λαμενη μεσα στην αφεγγαρη νυχτα να κρυφτει .Μετα απο πολλη
ωρα εφτασε στα μερη που' χε βαλτονερια πολλα κι απεραντα, προ-
χωρησε καταξεσκισμενη στο κορμι και στα ρουχα μεσα στα πυκνα
καλαμια του μεγαλου καλαμιωνα,και συνεχεια προχωρουσε η αμοι-
ρη, προχωρουσε , κι ως τα ποδια της βυθιζονταν μαζυ με το
κορμι στον βαλτο τοσο το αμοιρο ξεγεννημα , σαν λες να ψυχανε-
μιστηκε τι συνεβαινε,συμμερισθηκε τη δυστυχη μανα κι επαψε το
δυστυχο τα κλαματα του για παντα .
Πριν εκεινη κυλησει στα σκοταδια μαζυ με το παιδι προλαβε τον
αρνητη πικρα να τον  καταραστει . ''Να λεπρισει κακα ολο το κορμι
του και τα κομματια των σαρκων του που θα πεφτουν στο χωμα σαπι-
σμενα να τα καταβροχθιζουν τ' αγρια σκυλια κι ο θανατος οσο κι αν
τον επιθυμησει ο πλανος να μην ερθει να λυτρωθει , ετσι να τιμωρη-
θει ''.
Κι οπως καταραστηκε η παρατημενη της αγαπης πληρωσε εκεινος
ο αχρειος .
.
.
.
δ'
.
.
Μια φορα κι ενα καιρο ενα ξενακι ξελογιαστηκε απο μια φαρμακια ,
γυναικα ,που γνωριζ τα βοτανα και τα φαρμακα .Κι οπως στον κοσμο
δεν ειχε αλλον να τον νοιαστει αποφασισε να την παρει στα μερη τα
δικα του .Εκεινο τον καιρο εφανερωνε αλλη γνωμη η μαγισσα και τον
ξεγελασε .Οι συγγενεις αντιδρασανε για την ξενικια γυναικα και την
αμοροζα , που εφερε .
Και κεινης η καρδια τοτε μολυνθηκε και σκληρηνε .Απο το ξημερωμα
ως το βραδυασμα της μερας ο αντρας της εκανε τις δουλειες των γεωρ-
γων .Εκεινη , λιγο καιρο αφοτου γεννησε τον Γιαννακο σχετισθηκε με
αλλον αντρα και κρυφα τον ξαπλωνε στη κλινη της .
Κι επερασαν οι χρονοι κι εγινε στην ηληκια ο Γιαννακος να πηγαινει
στο σχολειο .Τα γραμματα του αρεσαν και τα αναγνωσματα στο ψαλ-
τηρι .Κι οσο αυξανε σε γνωση τα εβλεπε τα γυρω του εξεταστικα .
Μια μερα υποκριθηκε ταχα πως κινησε για το σχολειο,μαζεψε τα
μολυβδοκονδυλα του,τακτοποιησε τις φυλλαδες του οπως εκανε καθη-
μερινα .Στον αλλο δρομο στην παρακατω ρουγα λοξοδρομησε και σαν
τον καλογυμνασμενο γατο πηδηξε το τειχαλακι και κρυφτηκε μεσα
στον κηπουλι .Σιμωσε και μπηκε σαν νυχτεριδα μεσ ' στο σπιτι , και
στο μισοσκοταδο ειδε τη μανα του αγκαλιασμενη με τον ξενο αντρα
κι εκλαψε πικρα .
 '' Μανα σκυλα θε να το μαρτυρησω του κυρη μου ταχια το ανομο
τ ' αγκαλιασμα στον ξενο αντρα .''
'' Σωπασε , κακοριζικο , μην κακοθανατησεις '' του φωναξε η μανα
του η φαρμακια .
 '' Μανα , το βραδυ , θα δεις στον κυρη '' . Ποτε τον αρπαξε στα χερια
της , ποτε τον εσυρε στο αραχνο κελαρι , ποτε τον μακελλαρισε τον
Γιαννακο η φονισσα , η παιδοφονισσα .
Κι υστερα τεμαχισε η ανομη μαγισσα το κορμι του παιδιου , αλλα
κομματια πεταξε βορα των σκυλων , αλλα εσκαψε και τα παραχωσε
στο χωμα κι απο πανω φυτεψε τα φαρμακοδεντρα της .
Οσα κομματια απομειναν , μαζι με τη γλωσσιτσα του παιδιου , τα
μαγειρεψε φαγητο του αντρα της τ ' αποβραδυς να φαγει .
Εκεινη τη μερα ο ηλιος σαν ειδε το φονικο βιαστηκε τον δρομο του
στον ουρανο ,θελησε να κρυψει τα ανομηματα και τη μερα μικρηνε
για το κακο , που εγινε .
Σαν γυρισε ο δυσμοιρος ο κυρης απ ' τα χωραφια , ζητησε ζεστο νερο
για να πλυθει και ρουχα καθαρα ν ' αλλαξει . Σαν φρεσκοπλυθηκε και
καθαροφορεσε γυρευσε τον Γιαννακη .'' Και που ' ναι ο Γιαννακης μου
και που ' ναι ο Γιαννακος , τι βραδυασε κι ακομα να φανει στο σπιτι ,
το μοσχοαναθρεμενο μου , μην τ 'αργησε ο δασκαλος , μηνα στο
δρομο αργοπορει σαν σπουργιτακι παιζοντας '' .
'' Φαγε , αντρα μου , και καπου θα ξομεινε να παιξει με τη μπαλα
 η ' ο δασκαλος το μαθητευει ακομα ''
Δεν αποστομωσε μπουκια στο στομα κι ομιλησε η γλωσσιτσα
του  παιδιου μ ' ανθρωπινη λαλια.'' Εγω,που τωρα ετοιμαζεσαι να φας ,
μια φορα βρισκομουνα στου Γιαννακου το στομα , γλυκοτραγουδα κι
ελεγα τα παιδικα . Κι η μανα η σκυλα μ ' αποκοψε συριζα με το μα-
χαιρι να μην σωσω να μαρτυρησω το ανομο τ ' αγκαλιασμα της ''.
Εκεινος σαστισε σαν ακουσε , και σαν δευτερωσε και τριτωσε
ο λογος τοτε εκεινος καταλαβε κι εθυμωσε καταβαθα , απο τα
μαλλια την αρπαξε την σηκωσε στην γη την κατεβαζει και το μα-
χαιρι κοφτερο της εμπηξε στα φυλλοκαρδια .
Την αλλη μερα κι ολες τις αλλες μερες ,που ηρθαν ο Γιαννακης
δεν μαθητευσε στα γραμματα και στα σπουδαγματα , μητε τα παι-
χνιδια επαιξε .
'' Τα παιδια και τα μωρα τα πρωτα εισερχομενα στην αιωνια ζωη ''
.
.
.
ε'
.
.
Μια φορα κι ενα καιρο , τα χρονια ,που γιγαντες πυργωναν στα ορη
τα οικηματα τους κι οργωναν τη γη με αλογα ,που εβγαζαν πυρινους
ατμους απο τα ρουθουνια τους τοτε στις ευφορες κοιλαδες βασι-
λευαν οι ανθρωποι.
Μια γυναικα χηραμενη ειχε γυιο αντρειωμενο , λογιοταν επιδεξιος
 τοξευτης.Οταν επεδραμαν στα κατωμερα οι γιγαντεςνα αρπαξουν
τις γυναικες των ανθρωπων δοξαστηκε πολυ κι ισαμε εκατο και πλεον
πελωρια κουφαρια αραδιασε απο δαυτους.Στα ευτυχισμενα υστερα
των επισοδειων εσυναχτηκαν οι προεστοι και πηραν αποφαση να
διαβιβασουν σ 'εκεινον την διακυβερνηση .Παρα τη μικρη του ηλη-
κια τα καθεκαστα πορευονταν ειρηνικα κι οι ανθρωποι προοδευαν.
Οταν ηρθε η εποχη της παντρειας καλεσανε ολες τις νυφες της επι-
κρατειας στο ανακτορο να διαλεξει αναμεσα απ'ολες ποια του αρε-
σει να νυμφευτει.Ηρθανε οι μαυρες,ηρθανε οι ασπρες,συμμαζω-
χτηκαν ρουσες και ξανθες , αμμυγδαλωματες και γαι'τανοφρυ-
δουσες, κοντουλες και γεματες , ηρθε και μια του ηλιου ομορφοτερη.
Στην ωρα της κρισης πεζος τις περιδιαβασε πανω σε περιτεχνο χαλι .
ν 'αποφασισει η καρδια του διστασε,''η ομορφαδα ειναι περαστικη ,
μα η ικανοσυνη μενει'' .Διαταχτηκε να μπουν στους αργαλειους να
αγωνιστουν το καλυτερο υφασμα.Με τις αργυροσαι'τες υφαιναν εφτα
μερονυχτα , και σαν ο θεος ξημερωσε την ογδοη μερα τελειωσαν τα
υφαντα .Το ματι μαγεμενο θαυμαζε τα τεχνασματα λεπτα εργασμενα.
σ'ενα λεπτουφαντο πανι κυνηγοσκυλα ειχαν επιπεσει σαν σφοδρη
καταιγιδα σε σμηνος αγριοχηνες , σ ' αλλο μεταξενιο δεντρα φρου-
τοφορα εικονιζονταν ,που τα διαδεχονταν σειρες ελιοφυτα ,μια απο
τις κοπελες ειχε ιστορημενο το μυθο της γυναικας, που περιφανευ-
τηκε για την ομορφαδα των θυγατερων της κι επεσε πανω τους η συμ-
φορα . και τις αποδεκατισε .Τα λογια ειναι φτωχα και λιγοστα να
περιγραψουν συμπαντα τα θαυμαστα τεχνηματα .
Τις προσπερασε μια φορα και δυο φορες , την τριτη απλωσε το χερι
κι εδωσε το μηλο στην πιο ασχημη και στην πιο φτωχη .''Η ομορφαδα
ειναι εφημερη , η τεχνοσυνη ανηκει στον Θεο , μα οι εσχατοι εσονται
πρωτοι ''. Κι αυτην πηρε συντροφια στην κλινη του στεφανωτη ,
και με τα γυρισματα του καιρου του 'δωσε γεννηματα τρεις γυιους
και στην ακρη θυγατερα ωραιοτατη.
Εγω , που περιηγουμε ακαταπαυστα στον κοσμο παρομοιο ζευγαρι
σαν αυτο δεν εσυναντησα στην ευτυχια , κι οταν τελειωσουν ησυχα
τα ημερινα τους θα τους αναθυμουνται οι ανθρωποι με ευλαβεια
στα συλλειτουργηματα τους.
.
.
.
στ'
.
.
Στα παληα περασμενσ χρονια ενας ανθρωπος περι-
βολαρης ειχε τρεις μοσχοθυγατερες,σαν τον ηλιο
σαν την πουλια σαν το φεγγαρι.
Οταν ανθισαν και μυρωδισαν τα λουλουδια τους
τις προξηνευτηκαν.Την πρωτη κρινο του αγρου
αρχοντας παντρευτηκε,την δευτερη με ματι γαλανο
της θαλασσας νησιωτης ,περα μεσα στα νησια παν-
τρευτηκε,και την τριτη την μικροτερη την ρουσα
κι ασπρη σαν το γαλα τη προξενευτηκε αντρας ταξι-
δευτης κι εκεινον παντρευτηκε.
Καθως ο κυρης ο πατερας τους τις νοιαζονταν πολυ
φυτεψε στο περιβολακι τρια δεντρα για καθεμια κορη
σημαδι.Στην πρωτη φυτεψε κοντουλα λεμονιτσα,στην
δευτερη μηλια γλυκομηλιτσα και στη τριτη φυτεψε
νεραντζουλα φουντωμενη.
''Οπως θα'ναι τα δεντρα στο χρονο και στον καιρο ετσι
θα'στε κι εσεις στα σπιτια των αντρων σας.Αν ειστε
καλα κι αυτα θ'ανθιζουν θα καρπιζουν.Αν ομως ερθουν
δισεχτοι καιροι θα μαραθουν θα ξεραθουν''
Ετσι ειπε ο πατερας και καθεμια πηρε τον αντρα της
και πηγε στον τοπο του να ζησει.
Η πρωτη η αρχοντισα βρηκε κακια και μαγισα την μανα
του αντρα της,εβαζε λογια κακα στον αντρα της και κακο-
περνουσε.Τρια παιδια του γεννησε ,δυο γυιους του ηλιου
αστρα και μια κορη θυγατερα αστρο της αυγης.Κι εκεινη
η στριγγλα η πεθερα ολα τ'αλλαζε κρυφα στην κουνια
με μικρα γουρουνακια,και τα παιδια τα επνιγε στην στερ-
να.Οσο και να την αγαπουσε ο αντρας την γυναικα του
θυμωσε αγριεψε και την εδιωξε.Την εστειλε την δυστυχη
να βοσκει βρωμικη τις χηνες απ'την ανατολη ως την δυ-
ση του ηλιου.Κι υστερα αρραβωνιαστηκε αλλη γυναικα
της μανας αρεσκεια.
Και τυχη κακη θα την εβρισκε αν δεν γινονταν τα θαυματα.
Τα πουλακια καθονταν στου αρχοντα το παραθυρι καθε πρωι-
νο,τρια πουλακια δυο αηδονια και στην μεση καρδερινα
και τραγουδουσαν κι ελεγαν μ'ανθρωπινη λαλιτσα:
''Τρια παιδακια ειμαστε κακοθανατισμενα
απο κακουργα πεθερα της μανας μας,
της μανας μας ,οπου φυλλαει τις χηνες''
Εκεινο το τραγουδι των πουλιων πολυ τον παραξενεψε
τον αρχοντα και θελησε να μαθει.Κι επιασε τη μανα του
την μαγισα και την ρωτησε ,εκεινη αρνηθηκε,την ρωτησε
δευτερη και παλι αρνηθηκε ,την ρωτησε και τριτη και
τοτε η φονισα μαρτυρησε για το κακο το φονικο των παι-
διων.Εκεινη την φονισα την επιασαν και την πεταξαν στα
νερα της λιμνης να πνιγει και μεσα στις χηνες στις βοσκες
βρηκαν την κορη βρωμισμενη,την καθαρισαν με νερο,την
εντυσαν στα μεταξωτα και την ειχαν για αρχοντισα.
Και μεσα στις τρεις μερες βρεθηκαν τα παιδια στις κουνιες
οι δυο οι γυιοι αστρα φωτεινα του ηλιου κι η κορη η θυγατε-
ρα αστρο της αυγης.
Ο κυρης ο πατερας ειδε και ταραχτηκε η καρδια του την
λεμονια στο περιβολακι τα φυλλα να κιτρινιζει να ξερενει κι
να μενει ξυλο ξερο και μαυρο.Κι ενα πρωινο και μια λαμπρην
ημερα τα φυλλα πεταξε πρασινα πολλα κι ανθοβολησε,της
πρωτης κορης του σημαδι,της φωτεινης του ηλιου..
Η δευτερη παντρευτηκε ,οπως ειπαμε,αντρα νησιωτη ναυτι-
κο περα και μεσα στα νησια.Την ανοιξη τα καλοκαιρια τα-
ξιδευε στης θαλασσας τα πελαγα και τους χειμωνες το φθι-
νοπωρο γυρνουσε στο σπιτι στο νησι.
Κι ηρθε ο καιρος κι ολοι γυρισαν στον τοπο τους στις μανες
στα παιδια και στις γυναικες στις αγαπητικιες κι εκεινος
ο ναυτης ο δικος της δεν γυρισε.Κι αλλος,που ρωτησε της
ειπε πως σε λιμανι μακρυνο παντρευτηκε μαγισας κορη
μαγιοπουλα,και τον ποτιζει δυνατο κρασι ολα να τα ξεχα-
σει.Κι αλλος,που ρωτησε της ειπε πως θεορατα κυματα
σαν ορη σαν βουνα σαν το στομα της φαλαινας τον κατα-
βροχθισαν τον επνιξαν και τον εφαγε ο καρχαριας και τα
ψαρια.
Και περασε η δυστυχη πολλα κι αυτη και τα παιδια της.
Και δοκιμασθηκε πολυ στην φτωχεια και στη πεινα,κι
ηρθε να χασει το μυαλο της να πεσει στη θαλασα στα
βραχια να σκοτωθει.Κι ηρθε κι ο πειρασμος να τον απαρ-
νηθει τον αντρα της μ'αλλον αντρα να παει.Κι εκεινη ε-
κανε υπομονη πως θα γυρισει.
Κι ηρθε καιρος λαμπρη ημερα και γυρισε στο νησι ο
αντρας της ο κυρης.Της ειπε πως ειδε πολλων ανθρωπων
τις πολιτειες, πως επαθε πολλα στης θαλασσας τα πελαγα
κι ειδε τους συντροφους του να χανονται στα κυματα και
να μην εχουν μερα γυρισμου.
Ο κυρης ο πατερας ειδε και ταραχτηκε η καρδια την
μηλια στο περιβολακι τα μηλα να μαρακιαζει να σαπιζει,κι
να μενει ξυλο στεγνο και μαυρο.Κι ενα πρωινο και μια ηλιο-
λουστην ημερα πεταξε φυλλα και κλαδια στα μηλα φορτωμε-
νη,της δευτερης κορης του σημαδι,της ασπρης και της γαλα-
νης.
Η τριτη η μικροτερη η μοσχοθυγατερα αρρωστησε βαρεια κι
ηταν ο αντρας της ταξιδευτης στα ξενα.Ο πυρετος της εκαιγε
της ελιωνε της λυγερης το σωμα.Κι ετυχε να'χει μικρο παιδι
μωρο στην κουνια,να κλαιει για το γαλα του βυζιου να τρα-
φει το σωμα .Και δεν την ωφελησαν τα βοτανα τα γιατρικα
κι ενα αποβραδο και μια μαυρη νυχτα περασε πανω σε μαυ-
ρο αλογο μαυρος καβαλλαρης σιμα στα κυπαρισσια του σπι-
τιου.
Κι ακουσε εκει στα ξενα και τα μακρυνα ο κυρης ο αντρας
της ταξιδευτης στα ορη στα βουνα στους καμπους,που περ-
νουσε περδικας λαλιτσα λυπητερη κι ακουσε τρυγωνα μο-
ναχη κι εκει στους καμπους ακουσε τον μαυροκορακα.Κι
ειπε με σιγανη κι ανησυχη φωνη:
''Μην ειναι η καλη καλιτσα μου αρρωστη
μην η αγαπη μου πεθαινει;''
Δινει βιτσια του μαυρου του και παει χιλια μιλια,και δευτε-
ρωνει την βιτσια και παει αλλα τοσα χιλια μυρια.Ισα και
την προλαβε την λιγερη την ομορφη και παλεψε τον νικησε
τον μαυρο τον αρχαγγελλο σαν διγενης ακριτας και δεν
της πηρε την ψυχη.Και περασε η αρρωστεια της και γλυκα-
ναν τα ματια κοκκινησαν τα μαγουλα.
Ο κυρης ο πατερας ειδε και ταραχτηκε η καρδια του την
νεραντζουλα στο περιβολακι τα ανθνη να ριχνει να σκορπιζει
και να μενει ξυλο γυμνο και μαυρο.Κι ενα πρωινο και μια
καλην ημερα φουντωσε κλωνους και πουλια,της τριτης κορης
του σημαδι,της ομορφης στου φεγγαριου την οψη.
Τοτε εκεινος ησυχος εκλεισε για παντα τα ματια και τ'ανοι-
ξε στου παραδεισου το περιβολι,εκει μεσα στις λεμονιτσες,
στα δεντρα στις μηλιες και στις νεραντζοπουλες.
Αυτη η ιστορια ηταν μεγαλη πολυ,κι εχει καιρο να ξημερωσει,
να ροδισει η ανατολη,κι αλλος ας παρει τη σειρα να ιστορησει.
.
.
.
ζ'
.
.
Τα λογια ειναι πολλων ανθρωπων λογια και οι πραξεις
μας φτανουν στα παιδια των παιδιων μας.
Μια φορα κι ενα καιρο ηταν τρια αδερφια.Ο πρωτος αν-
τρας της παντρειας παντρευτηκε κορη πολυ ομορφη γυ-
ναικας χωρις στεφανι γαμου.Ο δευτερος ,πανω στην πρω-
τη ανθιση της νιοτης,λεβεντης κι οξυθυμος.Ο τριτος ,ο μι-
κροτερος,ο Κωνσταντακης,τριων χρονων παιδι οταν ορ-
φανεψε απο την μανα.Ο πατερας γερος ηρθαν τα χρονια
του και πεθανε.
Ο δευτερος αδερφος ως ηταν πανω στην ανθιση της νιο-
της την ειδε την νυφη,που'ταν κρινολουλουδο του αγρου
και του αρεσε και με λογια λαγνα πυρωμενα την πλησιαζε,
κι εκεινη πλανευτηκε και κρυφα τον σφιχταγκαλιαζε.
Κι ηρθε το πληρωμα του χρονου και του μηνα και γεννη-
σε η νυφη κορη .Ηρθαν και οι συγγενεις και οι δικοι τους
να δωρισουν και να ευχηθουν το παιδι.Κι ολοι ειπαν
για την μεγαλη ομοιοτητα του παιδιου με τον θειο.Ποτε
ομως το μυστικο τους δεν μαθευτηκε στο φως του
ηλιου.
Μεγαλωσε η μικρη η ξανθουλα στο μελι και στο γαλα.Το
ονομα της ητανε Αρετουσα.Και στα παιχνιδια της ειχε πα-
ρεα τον Κωνσταντακη,τι ηταν ακομα παιδι.Ηταν τα δυο
τους ταιριαστα κι αγαπημενα.
Οταν περασαν τα χρονια κι ο Κωνσταντακης πηγε στον
στρατο του βασιλια να πολεμησει η Αρετουσα πολυ λυ-
πηθηκε κι εχασε τη μιλια της.Μητε να φαει μητε να πιει
ηθελε.Και μητε να τραγουδησει,αυτη ,που'χε γαργαρη φω-
νη σαν της βρυσουλας το νερο και σωπαιναν τ'αηδονακια
αυτη να τραγουδησει.Μητε να παντρευτει ηθελε,τα προ-
ξενια αρνιονταν και τα γυρνουσε πισω.
Σαν γυρισε απο τον πολεμο ο Κωνσταντης η Αρετουσα δεν
κρατησε το μυστικο της στην καρδια και του'πε πως τον
αγαπα .Κι εκεινος της ειπε πως κι αυτος την αγαπα.Και τον
πηρε τον Κωνσταντακη η Αρετουσα στο κρεβατι της.
Και γρηγορα φουσκωσε η κοιλια της και φανερωθηκαν.Τα
δυο τα κυνηγησαν σαν τους κακουργους και σαν τους
εγκληματιες τα εξορισαν.Κι εκεινα τα αγαπημενα εφυγαν
γι'αλλους τοπους.
Ηρθε το πληρωμα του χρονου και η Αρετουσα γεννησε
του Κωνσταντακη την Πουλια ασπρη κορη ομορφη.
Κι εζησαν ευτυχισμενοι χρονια πολλα.
Ακομα και τωρα οι βοσκοι δειχνουν στον ουρανο τους
αστερισμους και διηγουνται την ιστορια τους
.
.
.
η' .
.
.
Μια φορα κι εναν καιρο ενας γερος βασιλιας στα
γεραματα του αποκτησε ενα γυιο,διαδοχο στο θρο-
νο,απο την νεαρη βασιλισα.Εκεινα τα χρονια συνει-
θιζαν να ρωτανε αυτους,που γνωριζαν για τα πεπρω-
μενα των ανθρωπων.Ετσι οταν του ειπαν πως σαν
μεγαλωσει ο γυιος,που μολις γεννηθηκε,θα τον σκο-
τωσει και μαλιστα θα παρει για γυναικα του την ιδια
του την μανα,που τον γεννησε,ανησυχησε και ταρα-
χτηκε πολυ.Εδωσε σ'εναν απο τους βοσκους του το
νεογεννητο παιδι,μελλοντα δολοφονο του πατερα
βασιλια και αιμομικτη της μητερας του βασιλισας,να
το παρει στο λογγο στα βουνα και να το θανατωσει.
Εκεινος ο βοσκος το λυπηθηκε το βασιλοπουλο,ετσι
που εκλαιγε ,αδυνατο και τρομαγμενο στα χερια του,
νομισε ακαρδο τον τυραννο και το παρατησε στη μεση
του μεγαλου δασους με τις βελανιδιες.
Τρεις μερες και τρεις νυχτες ακουγε τα κλαματα του
παιδιου στο δασος.Εκεινο κλαρακι σε δεντρο δεν πετου-
σε μητε ανθους ανοιγε μητε φυλλα εβγαζε,μητε βατο-
μουρα κομπιαζε στους βατους και του ραγιζονταν η καρ-
δια.
Υστερα την τεταρτη μερα και στις ερχομενες μερες
δεν το ξανακουσε,σωπασε αποκαμωμενο απο το κλα-
μα και απο την μεγαλη πεινα ,γαλα της μανας δεν ειχε
να χορτασει.Ισως να πεθανε απο την πεινα και την δι-
ψα,γιατι τα μωρα των ανθρωπων οπως γεννιουνται αδυ-
νατα δεν μπορουν να πορευτουν μονα τους η' ισως το
βρηκε στο κυνηγι της καποια λυκαινα η' καποια λιοντα-
ρισα λεχωνα και το πηρε να το μεγαλωσει μαζι με τα δι-
κα της παιδια,οπως το συνειθιζουν,ως γνωστον,εκεινα
τα ζωα .
Κανενα απο εκεινα δεν ειχε συμβει.Το βρηκε ελαφινα,
μικρομανα,που το μεγαλωσε στο μελι και στο γαλα.Πολ-
λα μαθητευσε και διδαχτηκε κοντα της.Στην γρηγοραδα
των ποδιων και τους λαγους ξεπερνουσε και μ'ενα
σαλτο των ποδιων του πηδουσε πανω απ'τα ανοιγματα
των γκρεμων στα βουνα.Κι οπως φωνη ανθρωπων δεν
ακουσε κι ανθρωπινη μορφη δεν ειδε,αγνοουσε την αν-
θρωπινη γεννια ,την γλωσσα και τις πολιτειες των.
Οταν σκυλια αγρια για κυνηγι περικυκλωσαν την ελα-
φινα αλλα απο μπροστα αλλα απο πισω και αλλα απο
το πλαι την κυνηγησαν για ωρες κι εκεινη σαν αποκανε
η δυναμη της την πλησιασαν την αρπαξαν και κατασπα-
ραξαν τις σαρκες της,τοτε αισθανθηκε μεγαλη λυπη για
το χαμο της.
Εκτοτε βιωνε την ζωη του μοναχος τρωγοντας τα αγρια
και τα ημερα των χορτων και των καρπων.
Περιπλανηθηκε πανω στην πλατη της γης ποτε για να
βρει τροφη ποτε για να ξεφυγει την κακοκαιρια της βρο-
χης τα χιονια,αλλη φορα ζεστανε πολυ η μερα κι αλλοτε
γυρω του ειχαν πληθυνει τα αγρια των θηριων και κινδυ-
νευε.
Καποτε περιπλανωμενος μπηκε σε κηπο.Κι ειχε ο κηπος
μηλιες και δεν το γνωριζε κι ειχε τριανταφυλλιες κι ειχε
φυτεμενα δεντρα κερασιες και βερυκοκιες,κι αυτος δεν
γνωριζε τα ονοματα τους.Κοιμηθηκε στον κηπο ως ηταν
κουρασμενος βαρια και τον ξυπνησε το λαμπερο φως
του ηλιου,που δεν ηξερε το ονομα του,και γυρω του
παρουσιασθηκαν οντα,που πρωτη φορα τα εβλεπε και,
που εμοιαζαν στην μορφη με την δικη του μορφη.
Τον πηραν κι εζησε μαζι τους.Πολυ γρηγορα αποκτησε
τις συνηθειες των ανθρωπων, μιλησε την γλωσσα τους .
Εμαθε τους τροπους με τους οποιους κυβερνουν στις κοι-
νωνιες τους και γνωρισε πως συμβαινουν τα φαινομενα
της φυσης.Εγινε γνωστος και πολυ τον αγαπουσαν για
την κριση του.
Οταν ηρθε ο καιρος να γινουν τα γραμμενα,που δεν ξε-
γραφουν,τον οδηγησαν στην βασιλισσα.Εκεινη τον δε-
χτηκε καθισμενη πανω σε χρυσο θρονο.Θαμπωθηκε σαν
την ειδε ,εμοιαζε του ηλιου στην ομορφια και τα χρυσα.
Του ειπε πως εμαθε γι'αυτον και τον θελει για αντρα της.
Εκεινος μεσα του βαθεια χαρηκε να συμβει εκεινο να πα-
ρει γυναικα τη βασιλισα και δεχτηκε.
Εγιναν ολα οσα απο την αρχη ετσι καθορισθηκαν.
Βασιλεψε δικαια δωδεκα χρονια,και πανω στον δωδεκατο
χρονο επεσε λοιμος θανατικο και πανουκλα στον λαο του.
Γεμισαν τα σπιτια οι δρομοι οι πλατειες της αγαπημενης
του πολιτειας με πτωματα ανθρωπων και ζωων.Φωναξε
τους θεραπευτες και τους ιατρους να τον συμβουλευσουν.
Αναψαν σ'ολη την πολη φωτιες,παντου,να καθαρισθει το
μολυσμα στον αερα.Τιποτα δεν ωφελησε.Σ'ολη την πολι-
τεια νυχτα και μερα ακουγες τα βογγητα και τις κραυγες
των αρρωστων ανθρωπων,και ο αερας γεμισε απο τη σταχτη
και την μυρωδια των σωματων που τα καιγανε σωρους -
σωρους ομαδικα.
Τοτε βγηκε στην Αγορα μπροστα στους αλλους ανθρωπους
ανθρωπος πλανος και συκοφαντης,βαλτος απο αντιπαλους
κι εχθρους του βασιλια και τον κατηγορισε σαν αιτιο του
κακου.Τον ειπε σφετεριστη της εξουσιας,δολοφονο του γε-
ρου βασιλια και μιερο αιμομικτη.Πως σκοτωνοντας τον
πατερα του παντρευτηκε την ιδια την μανα του και μαζι
της ζευγαρωνοντας εκαμε παιδια ,ντροπη στους νομους
των ανθρωπων.
Εκεινοι οι πονηροι ανθρωποι εφεραν για του λογου το
ασφαλες διαφορους να μαρτυρησουν εκεινα.Πολλοι ηταν
εκεινοι που γυρισαν την γνωμη τους εναντιον του,κι αλλους
πολλους τους εκφοβισαν κι αλλους τους εξαγορασαν.
Εφεραν κι ενα γερο βοσκο,με απειλες και φοβερες τον αναγ-
κασαν να ομολογησει μπροστα στους ανθρωπους και τον
βασιλια πως αυτος ο ιδιος με τα χερια του τον πηρε μωρο παι-
δι και τον πηγε μεσα στο μεγαλο δασος με τις βελανιδιες να
τον σκοτωσει οπως τον διεταξε ο δολοφονημενος βασιλιας,
ομως τον λυπηθηκε και τον παρατησε στην μοιρα του.
Μετα απ'αυτα ξεσηκωθηκε ο λαος,τον συνελαβαν,τον εσυ-
ραν σε δικη,ποιος ειναι και τι εκανε.Εκεινος στην αρχη αν-
τισταθηκε,φωναζε πως ειναι αθωος,υστερα κατω απο το
βαρος των κατηγοριων κλειστηκε στη σιωπη του.
Οταν εφτασε το φριχτο νεο για την τυχη της βασιλισας,
πως κρεμαστηκε στο δοκαρι της οροφης στο σπιτι τους,
κατερευσε.Ουρλιαξε.Φωναξε.'' Να την δω.Θελω να την
δω''.
Τον πηραν και το πηγαν εκει.
Και την βρηκε να αιωρειται κρεμασμενη στο σχοινι μεσα
στο σκοτεινο δωματιο.Ουρλιαξε.Τραβηξε τις χρυσες καρ-
φιτσες ,που στερεωνε και στολιζε τα ομορφα μαλλια της
κι εχωσε τις βελονες τους στα ματια του και τα ξεριζωσε
απο τις κογχες τους.
Αιματωβαμμενος βγηκε στο μπαλκονι και παρουσιαστηκε
στο πληθος ,που ουρλιαζε εναντιον του παρακινουμενο
απο τους λαοπλανους και με φωνη αργοσυρτη κραυγασε:
''Ιδου ο Ανθρωπος''
Μετα απο εκεινα,εχοντας στο πλαι τις δυο κορες απο εκεινο
τον γαμο με την μανα,περασε στους δρομους της πολης του,
που τον δοξασε και τον εξορισε,τυφλος,ακουμπωντας πανω
σ'ενα ξερο κλαδι ελιας και βγηκε στη εξοχη κι εφτασε εκει,
που λαλουν τ'αηδονια.
Στα ματια του,που δεν εβλεπαν πια τα εφημερα του κοσμου,
ειδε καθαρα τα ανειδωτα και καταλαβε με δεος τα ακατανοη-
τα
.
.
.
θ'
.
.
Με τα παραμυθια παληα παιδευονταν οι αν-
θρωποι και στα συναισθηματα και στα κοινω-
νικα ζητηματα.
Μια φορα κι ενα καιρο περασμενο , ενας φη-
μισμενος αρχιτεκτονας πηρε εντολη απο τον
αρχοντα της χωρας να χτισει ενα κατασκευα-
σμα , που οποιος μπει στο εσωτερικο του η '
στα εγκατα του να μην μπορεσει ποτε να βρει
την εξοδο του απο εκει μεσα .Εκεινος , που
θεωρουνταν σοφος , αμεσως του εδειξε εναν
ανθρωπο , πως αυτος ειναι εκεινο το
δημιουργημα , που ζηταει.Ομως αλλαζονας ο
δυναστης και φιλοδοξος τον απειλησε με τιμω-
ρια τον θανατο αν δεν πραγματοποιησει την
υψηλη επιθυμια του.Ακομα τοποθετησε ολο-
γυρα του αγρυπνους φυλακες σιδεροφρακτους
στρατιωτες , μην τυχον διανοηθει να δραπε-
τευσει.Του παραχωρησε στη διαθεση του αφ-
θονα οικονομικα μεσα και τεραστιο ανθρωπινο
δυναμικο .Στολιδια χρυσα των γυναικων και
λαμπρα διαμαντια στα δακτυλιδια δημευτηκαν,
καραβια με μεγαλα αμπαρια για τη μεταφορα
του σιταριου τωρα κουβαλουσαν δουλους στοι-
βαγμενους με τα ποντικια , για το κουβαλημα
της πετρας , το λαξεμα της , για τη λασπη του
πηλου.Εκανε πληθος σχεδια , πολλα απερ-
ριψε , μερικα τα κρατησε με βελτιωσεις : ανα-
καλυψε κι επεξεργαστηκε διαφορα γεωμετρικα
συστηματα πανω στα οποια θα βασιζε τη κατα-
σκευη [ σ' εκεινες τις ερευνες οφειλονται πολ-
λα προβληματα στα Μαθηματικα ακομα αλυτα
μεχρι σημερα] .Σε καποια απ ' αυτα , τα γεω-
μετρικα σχηματα της κατασκευης σχηματιζο-
νται απο τις πραξεις των συνολων, που αποτε-
λουνται απο σημεια του υπερβατικου χωρου .
Ομως σε ολα αυτα του ελειπε η κεντρικη ιδεα.
Το βραδυ , που θα ξημερωνε την ημερα των
εργασιων ξενυχτησε .Περιφερθηκε κατω απο
τον γεματο δισκο του φεγγαριου .Εκεινο
αρμενιζε εγκλωβισμενο στον κυκλο του μηνα.
Φανταστηκε ενα κατασκευασμα , που να
συμπεριφερεται οπως ενας ζωντανος οργα-
νισμος .Ανεπαισθητα να αυξανει η ' να ελ-
λατωνει τα μερη του στις διαστασεις τους ,
ορισμενα δε μερη να αναπαραγονται με τη
μεθοδο της συνεχους διχοτομησης . Και ο
ιδιος ο επισκεπτης να ενσωματωνεται σαν
οργανικο του στοιχειο , οπως τα εισερχομε-
να σ'ενα σωμα παρασιτα η ' μικροβια να
προκαλει μια σειρα αντιδρασεις στην
οντοτητα της κατασκευης. Θεωρησε πως
εκεινοι οι συλλογισμοι ειναι ανιεροι ,
υβριστικοι και θα οδηγησουν σε τερατουρ-
γηματα .Γυρισε απο τη νυχτερινη περιπλα-
νιση το πρωι ξημερωνοντας στο σπιτι
του , επεσε να κοιμηθει κι ο υπνος του
ηταν ησυχος κι αδιαταραχτος , αφου αδι-
αφορουσε στη σκεψη , πως θα τον τι-
μωρουσε σε θανατο αν δεν πραγματοποι-
ουσε την επιθυμια του .
Μετα τα εγκαινια των εργασιων ξεκινησε
η κατασκευη , με τοιχους ισομεγεθεις ,
ισομηκεις και ισου'ψεις , προχωρησε με
καθετους τοιχους σ'εκεινους κι εκεινο
επαναληφθηκε ολη τη μερα μεχρι τη δυση
του ηλιου , που σταματησαν οι εργασιες .
Το ιδιο επαναληφθηκε και τις επομενες
ημερες των εργασιων .Χιλιαδες ανθρωποι
κατω απο τα δυνατα βελη του ηλιου
καθρεφτιζαν στα ιδρωμενα κορμια τους
ενα τεραστιο συστημα μιας ματαιοδοξης
μηχανης .Η σταθερη επαναληπτικοτητα
του σχεδιου δημιουργησε στους ανθρωπους
συγχιση και μοναχα ο δημιουργος του
διατηρουσε τη διαυγεια στο νου του και
τη σταθεροτητα στο στοχο του .Οταν το-
ποθετηθηκε μετα απο χρονια και η τελευ-
ταια πετρα στη θεση της , τοτε ολοι με
τρομο διαισθανθηκαν το εφυεστατο τε-
χνασμα : ειχε χτιστει ενας τεραστιος ιστος
αραχνης με μοναδικο θυμα τον τυραννο.
Στο κεντρου του εσωτερικου του εγκλει-
στος ,σαν μυγα πιασμενος κι ολοι οι αλλοι
ανθρωποι τηςχωρας και οι δουλοι στον
εξωτερικο χωρο του ιστου.
Η τελευταια πραξη του δραματος παιχτηκε
με τον ακολουθο τροπο: διαλεχτηκε με
ανοιχτη ψηφοφορια ενας εφηβος , αρμα-
τωμενος με ξιφος να μπει μεσα στον
λαβυρινθο .Τον εφοδιασαν επιπλεον
μ' ενα κουβαρι σχοινι .Του το προσφερε σε
ιερη τελετη μια νεαρη ιερεια πανω σε
χρυσο δισκο με παραστασεις ταυρων .
Την μια ακρη , την αρχη , του κουβαριου την
εδεσαν σ' ενα σταθερο σημειο στην εισοδο του
λαβυρινθου και ξετυλιγοντας το κου-
βαρι ο ηρωας εφτασε στη κεντρικη αι-
θουσα.Μεσα στο μισοσκοταδο αντι-
κρυσε τρομακτικες τοιχογραφιες
στους τοιχους .Εκει σκοτωσε μετα απο
μαχη τον δυναστη .Οταν επεστεψε τρο-
παιοφορος , τυλιγοντας τον μιτο , και
τον ρωτησαν τι ειδε και τι εκανε ,ανα-
φερθηκε σ' ενα θηριο , σ'ενα τερας , με
κεφαλη ταυρου πανω σ'ενα σωμα αν-
θρωπου . Κανεις δεν τον πιστεψε , θεω-
ρησαν τα λεγομενα του φανταστικα ,
προκαλουμενα απο τη δυσκολια και τον
μεγαλο κινδυνο του εγχειρηματος.
Την αλλη μερα πρωι ξημερωνοντας ο
αρχιτεκτονας αναχωρησε σε αλλη χωρα,
περα απ ' τη θαλασσα , για να μην τον
εξαναγκασουν με τη βια να καταστρεψει
το εργο της επιθυμιας του
.
.
.
ι' .
.
.
Μια φορα κι ενα καιρο ζουσε στον κοσμο μια γυ-
ναικα μονη χωρις αντρα με τον μοναχογυιο της.Τον
μεγαλωνε με την φτωχεια,μαζευε χορτα να φανε,γυ-
ριζε στα χωραφια και μαζευε τα σταχυα,π'αφησαν
οι θερισταδες να κανει λιγο αλευρι να ψησει ψωμι,
μαζευε και τα σταφυλια ,π'αφησαν οι τρυγηταδες
και τα ζυμωνε κρασι,μαζευε και τις ελιες ,που πα-
ρατουσαν στα δεντρα και τις ελιωνε να βγαλουν
λαδι,ενα μερος να φανε ,ενα μερος για τον φωτισμο
τη νυχτα.
Το παιδι σαν μεγαλωσε δεν το'στειλε στο σχολειο.Τι
χρειαζονται τα γραμματα στους φτωχους ανθρωπους;
Εκεινη του εμαθε τα ονοματα και τις χρησεις των βοτα-
νων,τις κινησεις και τις θεσεις των αστεριων στον
ουρανο,τον Σειριο,την Μεγαλη Αρκουδα,τον Πο-
λικο Αστερα,την Πουλια.Το εμαθε τις εποχες του
χρονου,την ανοιξη το καλοκαιρι το φθινοπωρο και
τον χειμωνα,,ποτε θεριζουν τα σπαρτα,σιταρι βρωμη
και κριθαρια,ποτε τρυγουν στ'αμπελια τα μοσχοστα-
φυλα ,ποτε ψαρευουν την μαριδα ,ποτε τη σαρδελλα,
στη θαλασσα,ποτε ειναι ο καιρος να κυνηγησουν τους
λαγους,τις χηνες και τα παπια.Και του'πε να'ναι ομορφος
και γερος στο σωμα ,και τα λογια του να'ναι λιγοστα και
φρονιμα.Να'ναι και δικαιος και να νοιαζεται τον αλ-
λον ανθρωπο .
Οταν εγινε αντρας τ'αποφασισε κι εφυγε για τα ξενα
και τα μακρυνα.Εκει να βρει χωραφια παχια να σπει-
ρει να θερισει,εκει να βρει αμπελια να κλαδεψει,εκει να
βρει θαλασσα πλατια βαθεια να ριξει στα ψαρια διχτια.
Εφυγε και περασε βουνα καμπους και ποταμια,και συναν-
τησε μεγαλες πολιτειες και συναστραφηκε με πολλους
ανθρωπους.Εκανε και περιουσια με τον ιδρωτα και
την τεχνη του.
Εκει περα στα ξενα και τα μακρυνα παντρευτηκε γυ-
ναικα,και την ειχαν για μαγισσα,πως ξερει τροπους
με βοτανα να δενει τα κορμια μαγεμενα,και πως αν
σ'ακουμπουσε ,ελεγαν,με το χρυσο ραβδακι της σε με-
ταμορφωνε σε χοιρο.Τετοια γυναικα μαγισσα ηταν
και τον μαγεψε και τον πηρε για αντρας της κι ας ηταν
φρονιμος.
Ηρθαν οι μερες και πηγαν,οι μηνες και τα χρονια δια-
βηκαν,μητε γραμμα μητε νεα λαβαινε η ερημη η μα-
να του.
Εκεινη ολα τα βραδυα κι ολες της νυχτες ανοιγε το
παραθυρο ,και της φαινονταν της αμοιρης πως εφτα-
νε μεσα απ'τα κυπαρισσια και τις ελιες ο αερας και
ακουγε λυπητερη φωνη λυπητερο τραγουδι περα απο
τα περατα τα μακρυνα.Κι ελεγε η φωνη:
''Καλοτυχα ειναι τα βουνα
οπου βοσκουνε τα περδικια
Καλοτυχοι ειναι οι καμποι
οπου λαλουνε τ'αηδονια
και μενα το βαριομοιρο
με δεσανε στα ξενα
με τρεις αλυσσους με δεσανε
σκλαβακι να με πανε''
Κι εκεινη η βαριομοιρη σαν τ'ακουγε το πονεμενο
τραγουδι την επερνε το παραπονο και το βαρυ το
κλαμα ,της λυνονταν τα γονατα,κι ηθελε να ξεριζω-
σει την καρδια της.
Οταν δεν αντεξε στον πονο και στα βασανα και τε-
λειωσε τις μερες της πεταξε η ψυχουλα της σαν το
πουλι πουλακι στα ξενα και τα μακρυνα.
Κι ως πετουσε στο ταξιδι της στα βουνα στους καμ-
πους κυνηγοι την πηραν για παπια αγριοπαπια και την
σημαδεψαν.Κανενας δεν την πετυχε.Και την σημαδε-
ψε κι εκεινος ο δυστυχος ο γυιος και την πετυχε κατα-
στηθα τη μανα.
Εκει στο χωμα ,που'πεσε φυτρωσε στον χρονο πανω
γλυκομηλια,που φουντωσε στους κλωνους,τα μηλα
φορτωμενη.Κι οποιος απλωνε το χερι να κοψει καρπο
ψηλωνε και δεν εφτανε ,μοναχα στον μοναχογυιο της
χαμηλωνε να κοψει καρπο να φαει και να δροσισει.Και
τρωγοντας απ'τον γλυκο καρπο του'ρθαν στο μυαλο
τα λογια της μανας σαν ητανε παιδι κοντα της.Να'ναι
δικαιο και να'ναι φρονιμο.Και γυριζοντας στο σπιτι σκο-
τωσε τη μαγισσα γυναικα.
Υστερα διαλεξε γυναικα ομορφη στην οψη και φρο-
νιμη στα λογια.Και του γενησε η λυγερη κορη θυγατε-
ρα ομορφη να δωσει το ονομα της πικρομανας του.
Τι Ευγενικια την ελεγαν.
Κι εκανε η μηλια,που φυτεψαν στον κηπο χρυσα γλυκα
τα μηλα.
Εκεινοι εζησαν καλα κι εμεις το ιδιο ζουμε.
Εγω περασα τη σειρα μου κι αλλος εχει σειρα ν'αρχισει
το παραμυθι.
.
.
.
ια' .
.
.
Καποτε παληα οι ανθρωποι ζουσαν με δυσκολιες τη ζωη
τους,στα καματα του ηλιου δεν ειχαν,που να προφυλαχθουν
και στις βροχες απ'τον ουρανο αυτοι και τα υπαρχοντα τους
πλημμυριζαν.Κανενα εργο δεν ωφελουσε απ'οσα μηχανευον-
ταν να αποφυγουν τα κακα.
Αποφασισαν να φυγουν και μια μερα πηραν τις γυναικες,τα
παιδια,τους αρρωστους και τους γεροντες, τα ζωα τους και τα
πραγματα του σπιτιου τους και πορευτηκαν μερες και μηνες
διψασμενοι και πεινασμενοι.Κι οταν η μερα αλλαξε και φωτι-
σθηκε η ατμοσφαιρα η ψυχη τους επιτελους ημερεψε.
Σταθηκαν σ'ενα αγνωστο μερος,εκει εκτισαν τα σπιτια τους
με τις πετρες,που πηραν απ'τη γη,εκει παντρευτηκαν οι αν-
τρες τις γυναικες και πληθυνθηκαν.Οι αντρες κυνηγουσαν
στα δαση ελαφια και ζαρκαδια και αγριογουρουνα,στη θαλασ-
σα ψαρευαν,αφθονα τοτε τα ψαρια,και στα ποταμια ψαρευαν
χελια και πεστροφες.Η ζωη τους ειχε αλλαξει,κι ηταν ευτυχι-
σμενοι.
Μοναχα ενα παιδι μεσα σ'αυτους ,ενα παιδι ορφανο,δεν ησυ-
χαζε κι ειχε στην καρδια λυπη.Καποια μερα εφυγε να γυρισει
πισω στα μερη ,που πρωτα ειδαν τα ματια του κι εκει πρωτο-
μιλησε.Οταν εφυγαν ηταν πολυ μικρος και δυσκολευτηκε πο-
λυ να ξαναβρει εκεινο το μερος.Ολα τα θυμονταν θολα και
θαμπα,και μονο στον υπνο του τα' βλεπε καθαρα και φωτισμε-
να.Και οταν ξαναγυρισε βρηκε τα σπιτια τους ερειπωμενα,
εκει μεσα σερνονταν φιδια,κι ειχε φαρμακερους σκορπιους,οι
δρομοι ειχαν χαθει μεσα στα χορταρια και τ'αγκαθια.
Εψαξε και βρηκε τα κοκκαλα τους,ξασπρισμενα,συγκινημε-
νος τα μαζεψε,τα καθαρισε με νερο και τα μοσχομυρισε στα
αρωματα των αγριων λουλουδιων,υστερα εσκαψε με τα χε-
ρια του το χωμα και τα εθαψε στη γη.Γυρω -γυρω απο το
μνημα εκτισε εκκλησια,την εκανε σταυρο στο σχημα,στην
κορυφη της καμπυλωσε τρουλο,πηρε πηλο και τον επλασε
επειτα τον εψησε ,εφτιαξε τα κεραμιδια και την σκεπασε,
και μεσα στην εκκλησια εστησε ξυλινο τεμπλο,πανω του
σκαλισε φυλλα και βεργες αμπελιου και ανθη,ακομη την
εικονογραφησε με αγιους,και στην κογχη του ιερου εκανε
την γεννηση,ανοιξε και παραθυρα να μπαινει το φως της
μερας του ηλιου και την νυχτα το ασημι του φεγγαριου.
Σαν τελειωσε εκεινο το εργο σαραντα μερες νηστεψε
Σαν περασαν οι σαραντα μερες καλεσε ολα τα πουλια του
τοπου ανοιγοντας την πορτα και τα παραθυρα της εκκλησι-
ας να μπουν στην εκκλησια να ψαλλουν με τις φωνες τους.
Οταν τελειωσε και μ'εκεινο το εργο επεστρεψε.
Σε κανεναν δεν μαρτυρισε τιποτα.Παντρευτηκε,εκανε πολ-
λα παιδια και δουλευε στα χωραφια μεχρι,που τελειωσαν
οι μερες του πανω στη γη.
Το παραμυθι αυτο,που σας ειπα μου το παρεδωσε ενας γε-
ροντας αναχωρητης,εξηντα χρονια ειχε στις εκκλησιες της
ερημιας.
.
.
.
ιβ'
.
.
Μια φορα ζουσε ενα παιδι μονακριβο, με τη μανα
του ολες τις μερες του χρονου και με τον πατερα
του, που θαλασσωνονταν , σαν επερνε να
χειμωνιαζει ο καιρος,την εποχη ,που αγκυρο-
βολουσαν τα καραβια στα λιμανια για το
φοβο της τρικυμιας και των ανεμων.Δεν ηθελε
τα γραμματα , μητε τα σπουδαγματα, η ψυχη
του λαχταρουσε μοναχα τη μουσικη.Μαθαινε
στο βιολι με το δοξαρι του τα φερσιματα των
κυματων στα βραχια και στα χαλικια ,κρατουσε
στις χορδες του τα κελαηδισματα των πουλιων
και τ'απελευθερωνε παιζοντας, τ'αηδονι την
ανοιξη στα ευκαλυπτα και την καρδερινα,
που γλυκολαλει ,ακουγε και τον ανεμο αναμε-
σα στα φυλλα της ελιας να μουρμουριζει
κι αποτυπωνε τη φωτεινη γραμμη ,
το οργωμα, του φεγγαριου στο χωραφι
τ'ουρανου , υστερα επαιζε τη ''μαντζου-
ρανα'',που του διδαξε να παιζει στο βιολι
οσο ζουσε ενας γεροντας σοφος δασκαλος
της μουσικης,εκεινους τους ρυθμους ,που
προερχονταν απο τα οργανα τη ζυγια
της τσαμπουνας , τα χερια του φτερουγιζαν
ασκημενα στη δεξιοτεχνια .Αργοτερα
επακολουθησαν οι διηγησεις των αντρων
και των γυναικων ,κι αλλαζε σε σκοπους
γαμηλιους και χορευτικους ,φθογγοι ,λε-
ξεις κι ολοκληρη η γλωσσα μας χορευε
στη ψυχη του .
Εκεινα τα χρονια ζουσε ο βασιλιας ,που
κατειχε τα σιταροφαγα αλογα και τους
ψηλους πυργους,κι ειχε τη δυναμη να
εξουσιαζει τους ανθρωπους ,τα ζωντανα
και τ'αψυχα.
Σαν τον χτυπησε το κακο στο σπιτι του
εστειλε να'ρθουν οσοι μεσα κι εξω απ 'το
βασιλειο του δυνονταν να γιατρεψουν
τη βασιλοπουλα απ'την αρρωστεια της.
Κι οπως ειχε σταματησει να τρεφεται
η οψη της χλωμιασε πολυ ,οπως χλωμιαζουν
και σβηνουν τ'αστρα της νυχτας στον
ερχομο της μερας και του ηλιου.Κι η ομορ-
φια στα ματια τα ματοκλαδα χαθηκε
μαζι με την ασπραδα του κορμιου ,που
ματι κρυφο ποτε δεν ειδε στον
κοσμο.Και πως ξαφνικα σταματησε
να γελα το στομα με τα μαργαριταρενια
δοντια , και τα μαγουλα σαν τα κοκκινα
τριανταφυλλα στον φραχτη του κηπου
φυλλοροησαν στο αποτομο φυσημα
τ' ανεμου ,τ'αγγιγμα.
Οποιος την εκανε καλα,διαλαλησαν
οι κηρυκες ,εκεινον θα παντρευονταν
η βασιλοπουλα και θα βασιλευε στο βασι-
λειο.
Κινησαν τοτε κι απ'τα τεσσερα περατα
του κοσμου παλικαρια διαλεχτα , κινησε
κι εκεινο το μικρουτσικο το μοναχο.Η μανα
του του φωναξε κι εκεινο διαβαινει τα ορη
τα βουνα, η μανα του του ξαναφωναξε κι
εκεινο πορευεται στη νυχτα με φεγγαρι , η
μανα του το ευχηθηκε κι εκεινο εφτασε
στο παλατι του βασιλια .
Κανενας δεν πετυχε να γιατρεψει τη βασι-
λοπουλα , μητε με τα τεχνασματα μητε
με τ'αστεια λογια πετυχε , μητε με την ομορ-
φαδα και την λεβεντια του.Εκεινη στεκωνταν
ακινητη σαν να'ταν μαρμαρωμενη, μητε
ετρωγε μητε γελουσε.
Σαν ηρθε κι η σειρα του νιουτσικου κι εστα-
θηκε αντικρυ στη βασιλοπουλα , πηρε στα
χερια το βιολι τοιμασε το δοξαρι και στις
χορδες κυλησαν τα κυματα στην αμμο
της ακρογυαλιας χιλια γλυκοφιληματα,
κι επειτα δοξαρισε επιδεξια το σταλαγμα
της κληματαριας καθως φουντωνει στους
χυμους , υστερα συνοδεψε τα πεταγματα
της χελιδωνας σαν ερθει η ανοιξη κι ανοι-
ξει ο καιρος . Πηρε γλυκοφωνα το νανου-
ρισμα της μανας στο μικρο παιδι ,πο'χει
στη κουνια :''κοιμησου αστερακι μου και
σου παραγγειλα με τον ηλιο το φεγγαρι'',
και το τραγουδι ,που πλεκει η φαλαινα
επαιξε .
Ομως ,τιποτα .Εκεινα δεν ειχαν αποτελεσμα
κανενα , μεσα στις τοσες φωνες του βιολιστη.
Κι ωρες πολλες εκεινος επαιζε ακαταπαυστα
το οργανο :μηπως κι ανθισει το χαμογελο
στα κλειστα χειλη , μηπως και πηδηξει η χαρα
απ'τ' απνοα στηθη.
Αλιμονο, καθως δεν ειχαν αποτελεσμα κανενα
οι μουσικες του , αποκαμε ο λαλητης , κι η
ψυχη του σφιχτηκε ,μαραθηκε και τοτε
σιγα-σιγα σαν απο λευκο κυκνο ,που
μονος αργοπεθαινει ξεχυθηκε μακροσυρτο
παραπονο ,της απελπισιας ποταμι ελευθε-
ρωθηκε ,και λοξοδρομησε στα κρυφα τα
λογια της αγαπης κι ηταν απ'τα χρυσαφια
στα μαλλια της ,που θαμπωθηκε κι ηταν
,που'μοιαζε στον κρινο το λευκο ο λαιμος
της , στο γαρυφαλλο το χρωμα των
χειλιων της κι επαιζε πληγωμενος της
αγαπης το τραγουδι. Κι επαιζε κι επαιζε.
Εκεινη ,σαν απο βαθυ υπνο να ξυπνησε,
χρονια κοιμωμενη , ροδισε στα μαγουλα
σαν την αυγουλα , τα ματια ανοιξε κι ελαμ-
ψε σαν ηλιος στην οψη η ομορφαδα της ,
και το χαμογελο κυλησε κελαριστο στο
προσωπο της ,κι εκεινη η ομορφη η ζη-
λευτη αναστηθηκε στ'ακουσματα της
μουσικης του.
Καθως ταχτηκε του την δωσανε νυφη γυναικα
στο πλευρο του .Περασανε τα στεφανα και μια
βδομαδα γλεντουσαν και χορευανε.
Κι ετσι αυτοι ζησανε καλα κι εσεις ακομα καλυ-
τερα.
Εγω ,που ολα εκεινα διηγηθηκα, γλεντησα και
μεθυσα μαζι τους
.
.
.
16 ΜΙΚΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
 [ και 5 ζωγραφιες ]
16 SORT  FAIRY TALES
[and 5 paintings ]
.
.

.
.
16 ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
[και 5 Ζωγραφιες ]
.
.
.
α'
.
.
Μια φορα κι ενα καιρο εκανε χρονια να βρεξει
κι ο ηλιος ειχε σιμωσει τη γη και την κατακαψε.
Σ'ολοκληρη την επιφανεια της γης ηταν σκορπι-
σμενα τα πτωματα των ανθρωπων αταφα και τα
κορακια κατετρωγαν τις σαρκες τους. Μεσα στην
απελπισια οι καταρες μαζυ με τις βλαστημιες και
τις ικεσιες για ελεος υψωνονταν στους ουρανους,
σαν τους καπνους οταν καινε στις αθημωνιες τα
ξερα χορτα.Ανθρωποι σκελετωμενοι με μακριες
γενειαδες τους καλουσαν να μετανοησουν γιατι
εφτασε η συντελεια του κοσμου, και τοτε πολλοι
εχασαν τα λογικα τους και τρελλαθηκαν κι αλλοι
πανω στην απελπισια τους σκοτωσαν τους ιδιους
τους εαυτους των.Αυτος δεν εδειξε ελεος κι ολοι
χαθηκαν για παντα
.
.
.
β'
.
.
Η νυχτα ειναι μεγαλη και δεν διαβαινει διχως λο-
για, πρωτος λοιπον αρχιζω στη σειρα να λεω το
παραμυθι.Θα ηταν τα πολυ παλια χρονια ,που ο-
ταν γεννιοταν ενας ανθρωπος την ιδια στιγμη
μ'αυτον γεννιοταν κι ενα αλογο,που τον συντρο-
φευε σ'ολη του τη ζωη.Αν το ζωο παθαινε κακο,
κακο παθαινε κι ο ανθρωπος και το αντιθετο :αν
παθαινε καλο ο ανθρωπος,καλο παθαινε και τ'α-
λογο..Βρεθηκαν τοτε τσαρλατανοι να παινευον-
ται πως μπορουν να ξεγραψουν τα γραμμενα, κι
ηταν πολλοι οι αφελεις ,που τους πιστεψαν κι ε-
τρεξαν σ'αυτους για τις μαγιες τους,που ομως δεν
τους ωφελησαν.Κι αυτη η γεννια των ανθρωπων
εζησε πανω στη γη τρεις χιλιαδες χιλιαδων χρο-
νια. Απομειναρια τους και λειψανα υπαρχουν α-
κομα κι εχουν συναντηθει πολλα ως τα σημερα,
μερικα απ'αυτα παραμενουν στις συνηθειες και
στη γλωσσα μας.
.
.
.
.
γ'
.
.
Ημουν μικρος σαν ακουσα αυτη την ιστορια ,και
το μυαλο μου δεν ηταν ωριμασμενο,μητε κατεχα
τη γλωσσα.Στα παλια χρονια μια φορα ενας γερον-
τας ζουσε ,ακληρος,με τη γυναικα του, κι ηρεμοι
προσμεναν να ησυχασουν για παντα.Μια μερα,που
η γρια πηγε να μαζεψει χορτα ακουσε μιλια ανθρω-
πινη που πολυ την ταραξε, γιατι προερχονταν απο'
ναν τοσο δα μικρουλικο ψυλλο:''παρε με κυρα ,να
μ'εχεις γυιο''.Το σκεφτηκε η γρια ,το ξανασκεφτηκε,
δεν της φανηκε παραλογο κι αποφασισε να τον πα-
ρει στο σπιτι.Ο γερος ευχαριστηθηκε πολυ κι εκα-
νε χαρες, κι ολη η μεριμνα κι η φροντιδα του ηταν
αυτος ο μικρος γυιος του.Εκεινος για να τους δια-
σκεδασει και να τους κανει να γελασουν εκανε
διαφορα πηδηματα απο δω κι απο κει.Ετσι περνου-
σε ο καιρος και τα χρονια ,ο ψυλλος φαινεται με-
γαλωσε γιατι τους ζητησε να τον παντρεψουν και
μαλιστα με τη βασιλοπουλα τη μονακριβη κορη
του βασιλια, που ηταν ασπρη σαν το γαλα και ρο-
δαλη σαν το τριανταφυλλο.Τι να κανουν ,δεν η-
θελαν να του χαλασουν χατηρι ,μια και δυο πανε
στο βασιλια.Το και το ,αυτος στη αρχη τους πηρε
στα γελια, μα υστερα θυμωσε πολυ κι ηταν να
φοβασαι.Σαν εφτασαν οι γεροι στο σπιτι απραχτοι
με την αρνηση του βασιλια επεσε ο κακομοιρος
ο ψυλλος του θανατα κι εκεινοι ηταν πολυ απελ-
πισμενοι.Τα πραγματα πηγαιναν απ'το κακο στο
χειροτερο και χειροτερεψαν παντελως σαν μαθευ-
τηκε πως αρραβωνιαστηκε η βασιλοπουλα αλλον
και μαλιστα την Κυριακη ,που μας ερχεται θα
τον παντρευονταν.Τοτε απ'το κρεβατι ,που κειτον-
ταν αρρωστος σηκωθηκε ο ψυλλος .Καλεσε και
μαζεψε μεγαλο στρατο απο ψυλλους πολεμιστες
και τους εστειλε γενναιους κι αρματωμενους
παση θυσια να ματαιωσουν τους γαμους της
βασιλοπουλας.Κι ετσι εγινε.Η μαχη ηταν σκληρη
κι ο πολεμος ανελεητος:οποιον τσιμπουσαν οι ψυλ-
λοι πεθανε αμεσως η' αρρωστενε βαρεια κι αγια-
τρευτα.Ειδε κι αποειδε ο βασιλιας ,τι να κανε ;πα-
ραδοθηκε στο στρατο των ψυλλων κι αυτος κι
ολοκληρη η οικογενεια του μαζυ με το βασιλειο.
Και ταχια την αλλη Κυριακη οριστηκαν οι γαμοι.
Ο ψυλλος κι η βασιλοπουλα παντρευτηκαν ,και
ζησανε αυτοι καλα κι εμεις καλυτερα.
.
.
.
δ'
.
.
Εκεινα τα χρονια ,που δεν ζουσε ο παππους ,ουτε
ο προπαππους μου ο αφεντης ,που αφεντευε τον
τοπο ηταν κακος κι αχρειος δυναστης.Αλυσσοδενε
τους ανθρωπους τη νυχτα και τη μερα απ'τ'αγρια
χαραματα ως το βαθυ βραδιασμα τον εδουλευαν
σκληρα κι ασταματητα.Τοτε ειδαν τη μεγαλη αδι-
κια ,που γινονταν στους ανθρωπους τ'αγρια ζωα
και μαζωχτηκαν σε συναξη μεγαλη μυστικη να
κρινουν.Κι η κριση να εκτελεσουν ηταν αμετα-
κλητα καταδικαστικη για τον δυναστη τυραννο.
Αφου τον συνελαβαν ,τον δεσανε σφιχτα με χον-
τρο σχοινι απ'τον λαιμο ως τα ποδια ,πισθαγγωνα.
Κι ετσι τον εστησαν μπροστα σ'ενα βραχο , ψηλο
ξεροβραχο και ριχνοντας του απανωτα βελη αιχ-
μηρα ως να δυσει ο ηλιος τον κακοθανατωσαν .
Οπως του'πρεπε πληρωθηκε.Οσοι μετα απ'αυτον
κυβερνησαν ησαν φρονιμοι και βαδιζαν στη δι-
καιοσυνη για τον μεγαλο φοβο μηπως κι αυτοι
παθουν τα ιδια και χειροτερα απο εκεινον.
.
.
.
ε'
.
.
Μια φορα κι ενα καιρο ηταν ενα παλλικαρι,γυιος
μιας χηρας ο μονογεννης .Η αντρειωσυνη του
ηταν ξεχωριστη μεσα στ'αλλα παλλικαρια και
σαν ακουσαν τ'αυτια του πως δρακοντας κακος
κρατα το νερο της πηγης να μην κυλησει και
να μην ποτισει τους κηπους και τα στοματα των
ανθρωπων να μην ξεδιψασει ,αλλα και ολων
των αλλων ζωων ,εδραμε ευθυς καβαλλα στ'ασ-
προ του αλογο φοβερος στην οψη .Κι ως ζηγωσε
στα μερη που κατοικουσε εκεινο το θεριο δεν
λιγοψυχισε η καρδια του , μονο βιτσια δινει
στ'αλογο και την ξαναδευτερωνει.Οπως το θεριο
ξαντικρυσε πεταει να κονταρισει και ξαστοχησε,
ευθυς βγαζει σπαθι σπαθακι να το σπαθισει στη
καρδια ,τσακησε το σπαθακι και ξεσπαθισε ο
διγενης.Κι οταν ο δρακοντας τον ειχε πια απο-
δυναμωμενο στα δυνατα του χερια εκεινη ακρι-
βως την ωρα αναθυμηθηκε τη μανα του στο
σπιτι και πως την αφηνε στον πανω κοσμο μονη
και παντερμη
.
.
.
στ'
.
.
''Κοκκινη κλωστη δεμενη στην ανεμη γυρισμενη
δωστου κλωτσο να γυρισει παραμυθι ν'αρχινισει''
Παλια οι ανθρωποι ειχαν ανοιξει τρυπες βαθεια
μεσα στη γη.Εκει στα σπλαχνα της καλλιεργουσαν,
οσο κι αν φαινεται παραξενο ,σιταρια και βγαζανε
κρασι μυρωδατο απ'τ'αμπελια τους.Τοτε τους ζηλο-
φθονησαν τα μερμυγκια,που εκεινα τα χρονια ηταν
τεραστια στο σωμα, εκστρατευσανε εναντιον τους
αρματωμενα και μαχεψανε μαζυ τους.Σ'εκεινο τον
πολεμο κατανικησαν τους α;νθρωπους κι αφου τους
κυνηγησαν τους καταδικασαν να ζουν πλεον εξορι-
σμενοι πανω στην επιφανεια της γης.Τα μερμυγκια
κατασπαταλησαν τις σοδειες κι επεσαν σε μεγαλη
χρεια τροφης,ετσι αναγκαστηκαν απο την ανυποφο-
ρη ασιτεια ,που θα τα ξεκανε μεσα σε λιγο καιρο,
να εκδραμουν ξανα πανοπλα εναντιον των ανθρω-
πων,που εν τω μεταξυ ειχαν προοδευσει.Μοναχα,
που αυτη τη φορα ο Θεος βοηθησε τους ανθρωπους
κι εκεινα τα τιμωρησε να μεινουν μικρα κι αδυνατα
για την απληστια ,που δειξανε .
.
.

.
.
ζ'
.
.
Τωρα θ'αρχισω εγω με τη σειρα μου να ιστορω το
παραμυθι:Μια φορα μεσα στο δασος στο πιο απρο-
σιτο μερος του ηταν χτισμενη μια μεγαλη πολιτεια,
που εκτεινονταν και στα τεσσερα σημεια του ορι-
ζοντα.Ηταν τοσο απομακρυσμενη απ'τους ανθρω-
πους που ανθρωπινο ον ποτε δεν πατησε σ'εκεινα
τα μερη.Οι γεφυρες ηταν σαν τεραστια τοξα πανω
απο τις ξεραμενες κοιτες των ποταμων,που καποτε
την διεσχιζαν σ'ολο της το μηκος και τα καμπαναρια
στις εκκλησιες της ,που ηταν αμετρητες, εμοιαζαν
με υψωμενα δαχτυλα.Περνουσαν τα χρονια ερημα
κι ετσι θα ησαν και τα μελλουμενα αν τα πουλια,
που τα χρονια εκεινα ειχαν φωνη και μιλουσαν,δεν
προδιδαν το κρυμενο μυστικο στους ανθρωπους.
Εκεινοι απ' την αλλη μερα κιολας βαλανε χιλιαδες
μυριαδες ξυλοκοπους να ξυλοκοπησουν τα δεντρα
του δασους ,μα οσο και να ψαξανε δεν μπορεσαν
ποτε να βρουν την κρυμενη πολιτεια.
.
.
.
η'
.
.
Ριξτε ακομα ενα κουτσουρο στη φωτια στο τζακι
ωσοτου ν'αποκαει ν'αποσωσω το παραμυθι.
Μια φορα στα χρονια ,που περασαν και διαβηκαν
μια μανα ειχε ενα μονακριβο γυιο.Κι οταν τη
νυχτα ,που γεννηθηκε ,ηρθαν οι μοιρες τον μοιρα-
ναν και του 'ταξαν κακα βασανισμενα.Η δολια η
μανα,που παραφυλαξε τ'ακουσε ολα και ταραχτηκε
στη καρδια συνθεμελα.Κι απο τοτε πολλα μηχανευ-
τηκε ν'αποφυγει το παιδι της τα γραμμενα: με γυναι-
κεια ρουχα τον εντυσε και τον εστειλε στον γυναι-
κωνιτη μεσα στις κοπελλες κρυμενο να μαθει τον
αργαλειο και το κεντημα στο χερι.Μα η ομορφαδα
του στα μαυρα ματια και η γυαλαδα του στα μαγου-
λα ξελογιασαν μια ασπρη λυγερη και κεινη η ανο-
μη γκαστρωθηκε.Μεσα στους εφτα τους μηνες ξε-
γεννησε σαν τις κατσικες στο μαντρι του γιδοβο-
σκου κρυφα.Το παιδι ητανε σημαδεμενο οπως ο
κυρης του και σαν αντρωθηκε επραξε ανομα πολ-
λα: παντρευτηκε ο αδιαντροπος τη μανα του και
την κοιμηθηκε τα βραδυα στην αγνοια της ,τον δε
πατερα σαν τον βρηκε βαρια ανημπορο στο στρω-
μα αρρωστο αφου πρωτα με το αιχμηρο μαχαιρι
του ξερριζωσε και τους δυο οφθαλμους απ'τις
κογχες τον πεταξε τον αμοιρο μαζυ μ'αυτους στα
πεινασμενα γουρουνια να τον κατασπαραξουν
αγρια .Κι αλλα πολλα ιδια και χειροτερα εγκλη-
ματα θα συνεβαιναν αν τα ιδια του τα παιδια δεν
αποφασιζαν με σκληρο κι ακαμπτωτο ξυλο να
του τρυπησουν τη καρδια στο στηθος ,αφου
αποβραδυς τον ποτισαν με δυνατο κρασι να ζα-
λιστει ν'αποκοιμηθει ,τι μοναχα στον βαθυ υ-
πνο μπορουσαν να τον κανουν καλα.
.
.
.
θ'
.
.
Τα αστρα εχουν ακομα ωρα να βολταρουν στον
ουρανο κι αργει πολυ ν'ανατειλει το λαμπερο ασ-
τρο της αυγης.Μου'λεγε η μανα μου το παραμυθι,
που της παραδοθηκε απ'τη δικια της μανα.
Μια φορα κι ενα καιρο μια βοσκοπουλα βοσκου-
σε τις χηνες κι ενα μικρο χηνοπουλο της μιλησε
μ'ανθρωπινη φωνιτσα: ''Σκαψε ,λυγερη, εκει
μπροστα στα ποδια σου που βρισκεσαι''.Κι αυτη
το ακουσε κι ετσι εγινε,εσκαψε ,και να μην πολ-
λυλογουμε βρηκε κασελα αργυρη ,γεμισμενη με
διαμαντικα και χρυσα.Μ'αυτα στολιστηκε,γιορ-
τανια και χρυσες καρφιτσες, την Κυριακη να
βγει για το σεργιανι.Μ'αυτα βγηκε κι ελαμπε
σαν τον ηλιο τη μερα σαν το φεγγαρι τη νυχτα.
Οι ανθρωποι ομως ειναι κακοι και φθονεροι και
την ζηλεψαν :την παραειδανε για κλεφτρα,στη
φυλακη την κλεισανε.Εκεινη η βαριομοιρη
ολη μερα κι ολη νυχτα εκλαιγε και φωναζε πως
ειναι αθωα πως τιποτα δεν εκλεψε, πως ,να, ενα
χηνοπουλο εκει που βοσκουσε τις χηνες της
εδειξε τον κρυμενο θησαυρο εκει μπροστα στα
ποδια της.Κι οι φυλακες που την κρατουσαν
κλεισμενη στη φυλακη ηταν σκληροι στη
καρδια και την περιγελουσαν:'' Α κι εγω, ομορ-
φουλα , αμα κλεψω θα φωναζω πως γι'αυτο
φταιει ενα χηνοπουλο ασπρο και ζουμερο της
μανας του καμαρι ''
Και λεγοντας αυτα οι παρανομοι κι ανομοι
αδιαντροπα την μοιρασαν την ασπρη στα
ζαρια .Ποιος παιρνει τα διαμαντικα και τα
χρυσαφια .Και ποιος παιρνει την ομορφουλα
με τη σειρα του .
.
.

.
.
ι'
.
.
''...Τα Παραμυθια μετα[γραφουν] και κατα[γρα-
φουν] το α[συνειδητο].Η Πλοκη του Παραμυθιου
βασιζεται στα Πρωτα Στοιχεια [Κανονες ] της
Λογοτεχνιας :Μεταφορα , Συμπυκνωση,Μετωνυ-
μια,Το Μερος Για Το Ολον.
Το Περιεχομενο τους δομειται πανω στις Υπερ[βα-
σεις] της Γλωσσας.
Οι ανθρωποι ποτε δεν εγκατελειψαν την παρα-μυθια
αφηγηση, απλα μετα[αλλαχτηκε] ο αφηγηματι-
κος τροπος ...
Τελειωνω την Διαλεξη μου '' Η Μορφολογια του
Παραμυθιου'' μ'ενα ... Παραμυθι'' :
''Μια φορα κι ενα καιρο δυο κοπελες ειχαν στην
ακρη αδερφο μικροτερο.Κωνσταντακη τ'ονομα.
Η μια κοπελα ηταν ασπρη σαν τη μερα κι αλλη
μαυρη σαν τη νυχτα και τον αγαπουσαν σαν τα
ματια τους τα δυο τον Κωνσταντακη.Ειχαν απο
μικρες ορφανεψει και τον μεγαλωσαν με το με-
λι με το γαλα.Τον περναν παιδι στον ποταμο μα-
ζυ τους να πλυνουν τ'ασπρορουχα.Και στον αρ-
γαλειο που 'φαιναν τα κιλιμια και τις μαντανιες.
Και συχνα πυκνα τον επαιρναν στα γλυκοφιλη-
ματα για φιλια στο μαγουλο για στα χειλη για
στο μετωπο.Περασε ο καιρος κι ηρθε καιρος
που μεστωσε το κορμι τους , ειχαν απλωσει
κλαδια κι ανθους ανθισει.Η ομορφια των θυγα-
τερων οπως τ'αρωμα στα τριανταφυλλα του
κηπου την ανοιξη εποχη του χρονου.
Εν τω μεταξυ απο κοντα κι ο Κωνσταντης τις
παραβγαινε στην ωραιοτητα και το κορμι ειχ'αν-
δρωθει . Τα πονηρα λογια του κοσμου φουσκω-
σαν ,κυλλησαν και πηραν δρομο: ''Για δεστε
αδερφαδες της παντρειας σαν τα κρινα τ'αγρου
και δεν ντρεπονται ν'αγαπαν αντρικα τον αδερφο
τους''
Εκεινα τα κακομοιρα πολυ καιρο δεν χαρηκαν.
Επεσε αρρωστεια κακια αγιατρευτη στον
Κωνσταντακη και το γερο κορμι του σαπισε.
Κι οσα γιατρικα φαρμακια στον ντουνια ολο-
κληρο δεν τον φελουσαν και παει χασανε οι
αδερφες τον αδερφο .
Αποβραδυς τον κλαιγανε τον δυστυχο το βρα-
δυ τον μοιρολογανε:πως γινεται να φαει τετοιο
κορμι ομορφο η μαυρη γη .Και την αυγιτσα
σκαβουνε βαθεια πλατια τη γη για τρεις νομα-
τους χωρο .Στ'αριστερα η μια του αδερφη η
ασπρη σαν τη μερα , στα δεξια η αλλη του
αδερφη η μαυρη σαν τη νυχτα και κει στη με-
ση ο πικρο-Κωνσταντακης να τον σφιχταγκα-
λιαζουν.
Κι εριξε ο Θεος νερα τρεις μερες και τρεις
νυχτες ακαταπαυστα να τους αποκαθαρισει
απ'τ'αμαρτηματα των ανθρωπων .Κι ως εφεξε
την τεταρτη μερα το χωμα μυροβολισε σ'εκει-
νο τον τοπο.
Κι ετσι αναπαυφτηκαν τα πολυαγαπημενα ''
.
.
.
ια'
.
.
Παραμυθι -μυθι το κουκι και το ρεβυθι
επαντρεψαν το γατι και το ποντικι
Μια φορα στον καιρο εκεινο για να ταξιδεψουν
οι ανθρωποι στον αερα ψηλα κολλουσαν φτε-
ρουγες στον ωμο τους με κερι.Επειτα απο πολυ-
ημερα ταξιδια στον κοσμο γυρνουσαν πισω κι
διηγουνταν τα τοσα που ακουσαν και ειδαν.
Ενας απ'αυτους τους ταξιδευτες, ο πιο αλαφρο-
ισκιωτος , ολους τους ξεπερνουσε στα ψεματα κι
ουτε τον ενοιαζε που καταλαβαιναν τα ψεματα και
τον περιγελουσαν.Εκεινον αλλο δεν τον μαγευε πα=
ρα μονοχα η μαστορια που'χτιζε τις ιστοριες του,
σαν τους μαστορους ,τους αρχιτεκτονες ,που χτιζουν
τα μεγαλα σπιτια.
Μια φορα ,τους ειπε, πως τοσο μακρια ταξιδεψε,που
εφτασε στο φεγγαρι ,''να αυτο που βλεπετε στον ου-
ρανο'', και τον φιλοξενησαν οι φεγγαρισιοι ,που κα-
θολου δεν μοιαζουν ''με μας '' τους ανθρωπους.
Εκει ,αυτοι οι φεγγαρισιοι , τον ζευγαρωσαν με τη
βια με γυναικα ,μ'οτι τελοσπαντων αυτοι εννοουν
γυναικα.Αυτος ομως το'σκασε και να 'τος εδω μαζι
τους και τωρα ζηταει τη συμπαρασταση και τη βο-
ηθεια τους.Εκεινοι τον ειρωνευτηκαν , τον κατη-
γορισαν πως ηθελε να τους γελοιοποιησει με τα
ανοητα παραμυθια του .Κι ολοι χωρις καμια εξαι-
ρεση του γυρισαν την πλατη και τον απομονω-
σαν.
Την νυχτα που ηρθε δεν νυχτωσε ουτε και τις
αλλες νυχτες που ηρθαν δεν νυχτωσε.Αυτο πολυ
τον φοβισε ,το κορμι του ετρεμε σαν απο κρυο και
πυρετο και δεν ειχε πανω στη γη πουθενα καταφυ-
γιο να τον κρυψει.
Οταν ηρθε ο καιρος κι οι μερες του φεγγαριου,που
στον ουρανο περιοδευει τις νυχτες, ολοι αναρωτηθη-
καν γιατι αργοπορει το ταξιδι του στον ουρανο τοσο
πολυ.Και τοτε καποιος κοροιδευτικα ειπε:'' Το φεγ-
γαρι φαινεται σαν κατι να ψαχνει να βρει ''
Εκεινο μεγαλωσε στο σχημα κι αυξηθηκε στο φως
ωσπου σαν εγινε πανσεληνος φωτισθηκαν με απλετο
φως οι κρυφες σκιες της γης και ξεθαψε τα κρυμενα,
εκεινα που πηγαν να κρυφτουν.
Οταν η αλλη μερα ξημερωσε στον ηλιο μαθευτηκε
[και βεβαιωθηκε] η εξαφανιση ενος ανθρωπου.Που
ελεγε μεγαλα ψεματα.
Και τις νυχτες, που ακολουθησαν εκεινο το συμβαν
το φεγγαρι στον ουρανο ταξιδευε κανονικα οπως
πριν , μικρενε και μεγαλωνε οπως το 'χει ορισει η
φυση
Εκεινα ,που τελικα βρηκαν ηταν μονο τα φτερα του,
αποκολλημενα απ'τους ωμους του
.
.


.
.
ιβ'
.
.
Τα Παραμυθια,μου'λεγε ο παππους μου, ειναι για τη
ζωη των παλαιοτερων ανθρωπων και φτανουν ως ε-
μας την ιστορια τους.Εγω ομως ειχα καταλαβει πως
πολλα απ'αυτα που μου διηγουνταν τα'χε ο ιδιος ι-
στορησει .Κι αυτο το ιδιο ,να ιστορω ,το κληρονο-
μησα κι εγω.
Μια φορα κι ενα καιρο μια κορη ομορφη σαν τα
κρυα τα νερα υφαινε στον αργαλειο καμαρι της
μανας τον ουρανο με τάστρα .Κι ειχε στο νου σαν
τελειωσει με τους αστερισμους ν'αρχισει να ιστορει
τη θαλασσα,που'ναι γαλαζιος καθρεφτης τ'ουρανου.
Και πανω στο πανι να βαλει ολα τα υπαρχοντα της :
τα στειδια,το χταποδι ,τη περκα και τ'αλλα ψαρια.
Η μανα της την παινευτηκε την ομορφη κι αξια θυ-
γατερα κι ειχε στην καρδια γι'αυτην μεγαλο λογο.
Μονο σαν τον ξεστομισε οι αλλοι ανθρωποι που'χαν
κοριτσια στην ωρα της παντρειας πολυ την ζηλεψαν
κι ηρθε στο λογο τους η κακια ωρα ν'αρρωστησει τη
θυγατερα.Τα χερακια της παραλυνε και τα λαμπερα
ματια τυφλωσε, η λιγεραδα στο κορμι μαραθηκε σαν
το βλασταρακι στον παγο τη χειμωνια κι η γλυκεια
φωνιτσα χαθηκε σαν πουλακι που γλυκοκελαηδουσε μια φορα.
Κι ελεγε η μαυρομανα:
''Τι μου'γινες ετσι , καλιτσα μου, τι μου'παθες ,καλη
μου ,και μου μαραθηκες κι εριξες κλωνους και καρ-
πους;''
Κι η κορη πριν ξεψυχισει την παρηγορουσε κι ελεγε:
''Μανα μανιτσα καλη μου μανα δεν σου'τανε γραφτο
νυφουλα να με καμαρωνεις, σαν ανθισμενη αμυγ-
δαλια .Και τα προικια εμειναν ,μανα ,στον αργαλειο
η θαλασσα κι ο ουρανος ο ηλιος το φεγγαρι.Σαν
,μανα,θα σ'αφησω ,σαν ερθει ο μαυρος καβαλλαρης
ο αγγελος ,μην φοβηθεις μην λυπηθεις μονο ,μανου-
λα.να τον κερασεις το γλυκο να του ποτισεις τ'αλογο
να μου σηκωσει τη ψυχουλα απαλα κι ελαφρια για
στους ουρανους που τ'αστρα φωτανε λαμπερα πη-
γαινω,για στη θαλασσα συντροφια με στρειδια και
χταποδια''
Αυτα τα λογια ειπε η διαλεχτη και πεταξε η ψυχουλα
της σαν πουλι στον ουρανο η ' σαν περκα βυθιστηκε
στα πελαγα στη θαλασσα.
.
.
.
ιγ'
.
.
Μια φορα κι ενα καιρο στη γη γεννηθηκε και με-
γαλωσε μια κορη ,κορη του Ηλιου.Ηταν ομορφη
πολυ λαμπερη στη οψη.Το κορμι ηταν φτιαγμενο
απο διαφανο κρυσταλλο,κι ολοι την προσεχαν στα
παιχνιδια της μην πεσει μην σκονταψει:αν σκοντα-
φτε κι αν επεφτε θα γινονταν κομματια,κι αυτο τον
Ηλιο πολυ θα τον πικρανε.Τοτε ,αλιμονο τι θα γινο-
ταν,ποτε πια δεν θα ξαναδειχνε το λαμπερο του προ-
σωπο στη γη απανω και στους ανθρωπους.
Φαινεται πως μεχρι τωρα ,αυτην την ωρα, που εμεις
μιλαμε το'χουν καλα καταφερει μητε να πεσει μητε
να σκονταψει η κορη του Ηλιου
.
.
.
ιδ'
.
.
Μια φορα στα πολυ παλια χρονια ενας γιγαντας δια-
φεντευε οχι μονο τα μερη της γης αλλα και τα πληθη
των αστεριων στον ουρανο ψηλα.Αναλογα με τις δια-
θεσεις του,αρπαζε με τα τεραστια χερια ολοκληρα
βουνα και τα βυθιζε στη θαλασσα ,και με τις χουφτες
του αλλοτε βουτουσε αστρα πολλα αμετρητα και
τα'σπερνε σαν φοβερος σπορεας στα απεραντα μηκη
και πλατη τ'ουρανου.Ευτυχως που τοτε ,τα χρονια
εκεινα,δεν υπηρχαν ακομα ανθρωποι πανω στη γη.
Φαντασθητε πως θα ενιωθαν να μην βλεπουν απ'τ'α-
νοιχτα παραθυρα τους τα βουνα ,που εβλεπαν την
προηγουμενη μερα η' να μην γνωριζαν απ' τους
αστερισμους στον βραδυνο ουρανο ποια η ωρα κι
ο καιρος να σπειρουν να ψαρεψουν ποτε να φυτε-
ψουν δεντρα ποτε να καρπισουν τη γυναικα τους.
Η' αν ηταν ανηξεροι απο θαλασσα βαρκες και
κουπια να πρεπει να φτιαξουν λιμανια και να συμ-
βουλευονται ναυτικους χαρτες και πυξιδες.Και που
να βρεις τον...Πολικο Αστερα για ασφαλη ταξιδια;
Τωρα ,θα μου πειτε,πως γινεται και τα γνωριζω
ολ'αυτα και μαλιστα τα διηγουμαι ,αφου τοτε
δεν ημουν;
Πολλοι λενε πως αυτα ειναι κατασκευασματα της
φαντασιας μου η' πως οφειλονται στα μεγαλα ψε-
ματα ,που εχω την αδυναμια εδω και καιρο να επι-
νοω.
Αληθεια, ποιος ξερει;
.
.

.
.
ιε'
.
.
Μια φορα στους περασμενους καιρους ο ουρανος
ειχε γεμισει απ'ακρη σ'ακρη μ'αετους μεγαλοπτερυ-
γους.Πολλοι απορουσαν σφοδρα μ'αυτο το θεαμα
και δεν μπορουσαν να το ερμηνευσουν.
Οι παλαιοτεροι μαρτυρουσαν πως παρομοιο συμ-
βαν στο παρελθον δεν ειχε ξαναγινει.Ορισμενοι
νεωτεροι ,στη προσπαθεια να καταλαβουν,μιλουσαν
για καποιο θαυμα η' το χαραχτηριζαν αοριστα σαν
οραμα, οφθαλμαπατη.Με το περασμα του καιρου
ομως το συνειθισαν και δεν τους προκαλουσε πια
καμια εντυπωση .
Μια μερα ,την ωρα του μεσημεριου,ενα μικρο παι-
δι,απροσωπο οπως ολα τα παιδια του κοσμου ειναι,
σηκωσε τον δειχτη του δεξιου χεριου του στον ουρα-
νο και τους εδειξε:
''Ε ,κοιταξτε'' τους φωναξε ''δεν υπαρχει ουτε ενας
αετος στον ουρανο ψηλα''
Αυτοι ανασηκωσαν τα κεφαλια τους στον ουρανο
και με εκπληξη τον αντικρυσαν αδειασμενο.Πραγ-
ματικα ουτε ενας αετος δεν πετουσε εκει ψηλα.
Απο εκεινη την ωρα προετοιμασθηκαν για τα
μεγαλα κακα,που θα ερχονταν.Το παιδι πρωτο
απ'ολα το εσυραν σ'ενα παρατημενο ερημικο λατο-
μειο ,εκει το λιθοβολισαν μεχρι θανατου.
.
.
.
ιστ'
.
.
Μια φορα κι ενα καιρο ενας πατερας ειχε τρεις
γιους και τους καλοπαντρεψε.
Ο πρωτος ο μεγαλυτερος πηρε γυναικα υφαντρα
παινεμενη ,ο δευτερος παντρευτηκε γυναικα περι-
βολαρισα κι ο τριτος ο μικροτερος βρηκε να'χει
αμπελια και σταφιδες γυναικα.
Οσο καιρο ακομα ειχε στο φως τα ματια ανοιχτα
ο γερος τα πραγματα πηγαιναν δεξια, μα σαν τα'
κλεισε τα ματια ο γερος στο σκοταδι ολα ξαφνικα
στραβωσαν.Τ'αδερφια ,πρωτα αγαπημενα και
μονιασμενα,φιλονικησαν για τα χωραφια και
τα χτηματα και δεν μιλιοντουσαν τωρα.
Εκεινες οι εχθρητες τραβηξαν πολυ καιρο και
δεν ειχαν διορθωμο.
Στα τελευταια ,βαρυνθηκαν κι οι γυνακες στη
καρδια, πηραν τα ματια τους ,τους παρατησαν κι
εφυγαν.
Κι ο αργαλειος ,που'φαινε η λιγερη ,ξεστυλωθηκε
απ' τα ξυλα του.Το δε περιβολι ,που καλλιεργουσε
η ομορφη γεμισε αγριοχορτα κι αγριαγκαθια .Και
τ'αμπελι που φροντιζε η γαιτανοφρυδουσα ξεραθη-
κε κι εριξε τα φυλλα.
.
.
.
ΜΙΚΡΟ  ΠΑΡΑΜΥΘΙ
.
.
Ητανε τα παλια χρονια μια γυναικα με το μικρο γιο της
σε μερος μακρυνο γυρω -γυρω ψηλα βουνα και γυρω
απ'τα βουνα πλατια θαλασσα.Κι ητανε μοναχοι μεσα στους
αλλους ανθρωπους τι ο αρχοντας κακος και πονηρος της χω-
ρας βουληθηκε ανομα τη ξενη γυναικα για δικη του,και κατα-
σκευασε πλεκτανη και κατηγορησε τον αντρα της.Και τον κατα-
δικασε στην εξορια σε χωρα μακρυνη κι αγυριστη περα απ'τη
θαλασσα.Και μητε γυρισε ποτε,μονο εμαθαν απο ταξιδευτη
δικο τους πως εκει στα ξενα χαθηκε.Τα χρονια περασαν
και το παιδι μεγαλωσε.Και μια μερα μεσημερι βγηκε
μπροστα απ'τον αχρειο εκεινον αρχοντα δεν λογαριασε
τους φυλακες του του φωναξε δυνατα το ονομα του πατερα
του και πριν προφτασουν να τον εμποδισουν εβγαλε το ξιφος
του και σκοτωσε τον αρχοντα.Κι ως λιοντας αγριος φαινεται
εξαφνα μεσα σε κοπαδια προβατα κι εκεινα σκορπιζουν φο-
βισμενα και τα κοβει ετσι κι εκεινος φανηκε λιοντας εξαφνα
αναμεσα στους δολερους ανθρωπους και τρομαξαν σφοδρα
πολυ και τους πηρε το αδικο αιμα.Κι ως αετος πελωριος θαυμα-
σιος ανοιξε τα μεγαλα φτερουγια του με δυναμη κι ορμη φο-
βερη κι ανεβηκε γοργα στους ουρανους πολυ ψηλα και χαθηκε.
Και μητε απο τοτε τον ειδε κανεις,αυτον τον περηφανο ,ουτε
και τη μανα του ξαναειδαν σ'εκεινον τον μακρυνο τοπο.
Κλειστηκαν φωτεινα μετεωρα στη μνημη και στα λογια
των δικαιων ανθρωπων.
.
.
.
Στο Τελος του Παραμυθιου ζησανε αυτοι καλα
κι εμεις καλυτερα
.
.
.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου