Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

2-LITTERATURE - ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ- ΚΕΙΜΕΝΑ- TEXTS-Χ.Ν.ΚΟΥΒΕΛΗΣ-C.N.COUVELIS-ΜΕΡΟΣ 2-PART 2

.
.
.
.
LITTERATURE-ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΚΕΙΜΕΝΑ-TEXTS
Χ.Ν.ΚΟΥΒΕΛΗΣ - C.N.COUVELIS
.
.
ΜΕΡΟΣ 2
PART 2
.
.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
ο Ευκλειδης και ο Jorge Luis Borges συνομιλουν
.
12 ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.
.
ΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
.
ΧΡΟΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
.
Traveling into Dali -an Dreams
.
ΣΚΑΚΕΡΑ ΧΡΟΝΟΥ-ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΧΩΡΟΥ
ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΙ [ΜΕ ΤΟΝ DE CHIRICO]
.
ΠΕΡΙ ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟΝ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ 
ΖΟΓΡΑΦΟΝ
.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
.
FUGA
.
ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
.
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ [SHORT STORIES]
1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21--...
.
Αποσπασματα ενος Λογου [στη Πολη]
Fragments of a Logos [in Athens City]
.
11 παραγοντικο  ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
[11! ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ]
.
Το Ημερολογιο Ενος Αφελους Ανθρωπου
[Diary of an Idiot]
.
[Παρα-δειγμα Πολης[τι δεν ειδε ο ανθρωπος
που κοιμονταν στα σκαλια του Συνταγματος
εκεινον τον Οκτωβριο
.
ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΦΕΛΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
[ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ]
DIARY OF AN IDIOT MAN
[THE POLITICS]
.
Ιστορια η' Μυθος λεγει
[Οι ταπεινοι και ξεχασμενοι αγιοι του Ξηρομερου]
.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΡΑ-ΜΥΘΩΝ
[ΑΡΧΑΙΑ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ]
.
ΠΟΝΤΑΡΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ
[IN SLOT-MACHINE LOTTERING THE FIVE
LETTERS OF HER NAME]
.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
[THE BOOK OF THE TIME]
.
Η ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ''ΟΡΝΙΘΩΝ''
ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
.
Magritte's Projection
.
The Works from
ART-EXHIBITION OF INSTALLATIONS
by c.n.couvelis
Τα Εργα απο
ΕΚΘΕΣΗ  ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
του χ.ν.κουβελη
.
ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ
[ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ]-ΘΕΑΤΡΟ
.
ΑΘΗΝΑ.Αποπειρα Αφηγησης
.
Βελανιδι
ΧΡΟΝΙΚΟ
.
''ΣΕ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ  ΚΑΘΡΕΦΤΩΝ ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ''
.
ΣΥΜΜΕΤΡΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
.
Νικολαος Χριστοδουλου Κουβελης ο πατερας μου
ξηρομεριτης καπνοπαραγωγος γεωργος απο τη Μαχαιρα
.
ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ
.
FROM A WOMAN'S  FACEBOOK
[Homage to Andrei Tarkofsky's cinema]
σεναριο[αποσπασμα]
.
ΣΕ  ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ 2 ΕΙΣ ΤΗΝ  24η ΤΑΞΗΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΙΚΟ
ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ ΑΥΤΟ
.
Στην Μαρια Μηδεια Τοσκα Νορμα
.
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
.
Απο το ''Ημερολογιο Ενος Αφελους Ανθρωπου''
from ''Diary Of An Idiot Man''
ΑΝΘΡΩΠΟΜΕΤΡΙΑ[ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ/ΕΞΩΤΕΡ​ΙΚΟ]
.
Η  ΛΥΣΗ
[ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ  ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ]
.
ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ
.
painting -photos by c.n.couvelis[χ.ν.κουβελης]
.
.
.
ο Ευκλειδης και ο Jorge Luis Borges συνομιλουν
.
.


.
.
Ο Ευκλειδης και ο Jorge Luis Borges συνομιλουν
.
Ευκλειδης: Απο το σημειο Α μιας επιπεδης ζωνης
αρχισε το ταξιδι του ενα μυρμηγκι στην εξωτερικη
της πλευρα,και μετα απο καποιο χρονικο διαστημα
επεστρεψε στο σημειο Α με την εμπειρια της εσω-
τερικης πλευρας της ζωνης.
.
Jorge Luis Borges :Σε μια χωρα μακρυνη απ'τη
δικη σου,η Δημοκρατια καταργηθηκε με πραξικοπη-
μα μιας αθλιας χουντας ,επικρατησαν οι Ολιγαρχικοι.
Συνελαβαν ενα Δημοκρατη ,ασημαντο ανθρωπο.
Τον εσυραν στο Στρατοδικειο, με ψευδομαρτυρες
τον καταδικασαν σε ισοβια δεσμα,τον εκλεισαν
στη φυλακη.Εκει στα σκοτεινα μονος ,παρατημε-
νος ,χωρις νεα απο τους δικους του.Μια μερα η '
νυχτα ,ποιος ξερει,παρατηρησε στην οροφη του
κελιου ενα λεκε δημιουργημενο απο την μεγαλη
υγρασια και τη μουχλα ,που επικρατουσε εκει
μεσα.Σιγα-σιγα αρχισε να απομονωνει καποια
μοτιβα:και να διακρινει μια πολη ,τους δρομους
με λεπτομερεια,τα σπιτια, τους ανθρωπους ,
τις φωνες τους , τα αυτοκινητα,ολα τα συμβαντα
μιας πολης.Αργοτερα ειδε ολοκληρες επαρχιες,
με τα δεντρα ,τα βουνα τους , τα χωρια, τη
χωρα του ολοκληρη.Κι υστερα εντοπισε ολη τη
γη,με τα παντα ,που κραταει πανω της , και δεν
περασε πολυς χρονος κι ειδε ολοκληρο το Συμ-
παν.Και τοτε καταλαβε τι ειχε γινει:αυτοι ,
που τον φυλακισαν εξαφανιστηκαν μαζι με
τον κοσμο τους .Ο κοσμος ,που του στερησαν
ηταν μπροστα στα ματια του ,πραγματικος,
αληθινος.Οι αλλοι,οι φαυλοι ,δεν υπηρχαν,
εξαφανιστηκαν
Κι ισως ,εγω κι συ, που αυτη τη στιγμη συζητα-
με ανηκουμε στον δικο του κοσμο, ακομη κι
αυτη η αφηγηση κι αυτος ,που τη γραφει.
Κι αυτος που τη διαβαζει αυτη τη στιγμη,κι
οσοι θα τη διαβασουν ,...
.
.
.
12 ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ
.
.
Ι
Στο ονειρο ειδε μια αμυγδαλια,οταν ξυ-
πνησε δεν ειχε ξημερωσει ακομα.Απο-
κοιμηθηκε και ξαναειδε το ιδιο ονειρο
με την αμυγδαλια,θυμονταν ακομη την
αρχαια πολη,απο τις ακρες των κλαδι-
ων συμπερανε οτι φυσουσε.Δεν προσπα-
θησε να ξυπνησει.
.
.
ΙΙ
Η θαλασσα ηταν ηρεμη κι οι γλαροι ξεψα-
χνιζαν το σκελετο ενος μεγαλου ψαριου.
Λευκο με στιγματα κοκκινο.Αυτος εφτασε
με το ποδηλατο,αφησε τα πατηματα του
στην απαλη αμμο,το πρωι το κυμα θα τα
εχει γεμισει με νερο.Ξαπλωσε αντικρυ στον
ηλιο και περιμενε να'ρθει η σειρα του,κα-
θως ο ηλιος θα εξατμιζε το νερο θ'αφηνε
στη θεση του να λευκαζει τ'αλατι το αλλο
μεσημερι.
.
.
ΙΙΙ
Καθε μερα την ιδια ακριβως ωρα,στις 11:10'
το μεσημερι διεσχιζε,για συντομια,το παρκο.
Εκεινη τη μερα του τραβηξαν τη προσοχη
τα παπουτσια που προεξειχαν απο τα φυλ-
λωματα του θαμνου.Πλησιασε και με φρικη
αντικρισε απο κατω το πτωμα ενος νεου σε
ηλικια ανθρωπου.Τρομαξε και βιαστηκε να
φυγει.Σε κανεναν δεν τολμησε να το αναφε-
ρει.
Απο εκεινη τη μερα αρχισαν να του συμβαι-
νουν διαφορα παραξενα γεγονοτα:τα ονει-
ρα του ηταν εφιαλτικα ,του ηταν αδυνατο να
τα θυμηθει την αλλη μερα,στο σωμα του ενι-
ωθε μια αδικαιολογητη κουραση,συχνα ηταν
αφηρημενος σαν να ζουσε σ'αλλον κοσμο.
Σ'εναν απ'τους εφιαλτες που καταφερε να
θυμηθει,επειδη ηταν εντονες κι αποτροπαι-
ες οι εικονες του, ειδε πως αυτος ο ιδιος ηταν
εκεινος ο δολοφονημενος αντρας στο παρκο.
Την αλλη μερα μετα απ'αυτο,στις 12:10' ακρι=
βως,κανεις δεν τον ειδε να διασχιζει το παρκο.
.
.
ΙV
Λατρευε με παθος τη μουσικη.Σε καποιο κον-
τσερτο με εργα του Μπετοβεν αφησε τον εαυτο
του να παρασυρθει απ'τους ηχους της θεικης
μουσικης.Οταν τελειωσε η συναυλια βγηκε στο
δρομο.Ηταν Σαββατο βραδυ,πολυς κοσμος εξω,
στο κυνηγι της διασκεδασης.Εβρεχε.Περασε
διπλα του μια παρεα απο αντρες και γυναικες
χαχανιζοντας και χαθηκε στο βαθος του δρο-
μου.Βγηκε απ'την πολη και εφτασε στην ακρη
της , περπατουσε στην εξοχη.Δεν τον ενοιαζε
αν ειχε χαθει στα διαφορα μονοπατια που
ανοιγονταν μεσα στα δεντρα και την πυκνη
βλαστηση.Ειδε ενα φραχτη φορτωμενο με
κοκκινα τριανταφυλλα.Η ομορφια τους τον
γοητευσε ,σταματησε κι εκοψε ενα απ'αυτα.
Την επομενη μερα,οταν ξημερωσε,ο κηπου-
ρος του κηπου βρηκε πανω στο πρασινο
χορταρι ενα φρεσκοκομμενο τριανταφυλλο.
Εσκυψε και το πηρε στα χερια του,το παρα-
τηρησε :καποιες σταγονες απο αιμα πανω
στα φυλλα του τον παραξενεψαν,σχεδον
στο χρωμμα του τριανταφυλλου.
Τις νυχτες που ακολουθησαν εκει τριγυρω
καποιοι ακουγαν τους ηχους απο μια θεικη
μουσικη για πολυ καιρο.
.
.
V
Απο το ανοιχτο παραθυρο ,στον πανω οροφο
του σπιτιου,ειχε μια πανοραμικη θεα προς
το οικοπεδο.Εκει μερικα παιδια εκεινη την
ωρα παιζανε,οι φωνες εφθαναν χορευοντας
σαν μπαλλαρινες μεχρι το ανοιχτο παραθυρο.
Περα στο βαθος του οριζοντα οι λοφοι σβησμε-
νοι στη πλημμυρα του πρασινου κι ο ηλιος
ψηλα λαμπερο ματι τ'ουρανου.Οταν νυχτωσε
αρκετα ,εκλεισε το παραθυρο,το ασφαλισε
και δεν αναψε το ηλεκτρικο φως.Ξαπλωσε
στη πολυθρονα, εκλεισε τα ματια κι απομεινε
στο βαθυ σκοταδι ακινητος.Ξαφνικα ολο το
δωματιο γεμισε απο φωνες που τρεχανε σαν
το νερο,γεμισε απο χρωματα που κυματιζαν
σαν φρεσκοβαμμενες βαρκουλες κι ολα
λουστηκαν στο λαμπερο φως.Μεσα απο τη
καρδια του παρακαλεσε να μην ξημερωσει.
Και δεν ξημερωσε ποτε πια.
.
.
VI
Τα παιδικα του χρονια τα περασε σε μια φτωχη
γειτονια ,μεσα στην ανεχεια.Το χειμωνα με τα
νερα της βροχης τα σπιτια πλημμυριζαν κι οι
δρομοι γινονταν χειμμαροι λασπης.Τα καλο-
καιρια η ζεστη ανυποφορη τη μερα,ακομα και
τη νυχτα.Ηθελε γρηγορα να μεγαλωσει και
να φυγει μακρυα.Κι ηρθαν ετσι τα πραγματα
και καταφερε να φυγει.Δουλεψε σκληρα κι
εκανε περιουσια.Καποτε θελησε να γυρισει
πισω.Δυσκολευτηκε πολυ να ξαναβρει τη
παλια του γειτονια.Πολλες κατεδαφισεις
παλιων σπιτιων ειχαν συμβει,δωθηκαν
αντιπαροχη και στη θεση τους εχτισαν πα-
νυψηλα κτιρια.Ενιωσε πικρα.
Και τοτε με τα χερια ενος γιγαντα παραμερι-
σε αυτο το απανθρωπο τειχος κι αποκαλύψε
τη παλια γειτονια του.Βρηκε το σπιτι του,
βρηκε τη μανα και την μικρη αδερφη του,
οπως τις ειχε αφησει τοτε.Εκεινες δεν τον
αναγνωρισαν , τους ειπε ποιος ηταν,δεν
θυμονταν αν ειχαν ποτε γυιο κι αδερφο.
Προσπαθησε να τις κανει να θυμηθουν,
ανεφερε διαφορα γεγονοτα απο τη παι-
δικη του ηλικια.Ματαια,εκεινες του απαν-
τησαν πως δεν υπαρχουν ,πως δεν υπηρξαν
ποτε.Εφυγε, πηγε στο ξενοδοχειο που ειχε
πιασει δωματιο.
Γυρισε την αλλη μερα, ομως οσο κι αν εψα-
ξε εκεινη τη μερα και τις επομενες μερες
δεν ξαναβρηκε εκεινη τη γειτονια και
το σπιτι του.
.
.
VII
Αγαπουσε τις γατες κι ειδικα εκεινη τη συγκε-
κριμενη γατα.Τις νυχτες την επερνε κοντα της
στο κρεβατι,κι αυτη ξαπλωνε πανω στις κουβερ-
τες.Οταν ερχονταν απ'τη δουλεια η' τα ψωνια
την περιμενε στην εξωπορτα και της νιαουριζε.
Καποια μερα χαθηκαν και οι δυο ,πρωτα η
γατα και μετα η γυναικα,κανενας πια δεν τις
ξαναειδε.
.
.
ΙΙΧ
Παρεμεινε στο γραφειο μεχρι αργα το βραδυ.
Ισως στο σπιτι ν'ανησυχουσαν,παρ'ολ'αυτα
ομως δεν πηρε τηλεφωνο.Εβαλε να πιει ενα
ποτο.Το τηλεφωνο κουδουνισε πολλες φορες,
δεν το σηκωσε.Εκεινο σταματησε ,και μετα
απο λιγο ξαναχτυπησε γι'αρκετη ωρα.Ηταν
σιγουρος πως τον επερναν απ'το σπιτι.Το
ειχε αποφασισει.Για μερες εγραφε αυτα που
θ'ακολουθησουν η' καλυτερα θα ακολουθου-
σαν.''Ετσι κι αλλιως '' σκεφτηκε ''η διαφορα
βρισκεται,ειναι,στη γραμματικη:ζουμε δια-
φορα Εγω''.
Βγηκε εξω.Η πραξη ηταν ιδιαιτερως απο-
τροπαια [ κατ'αλλους ιδιαζοντως ειδεχθης ]
.
.
ΙΧ
Για να επιστρεψει στο σπιτι του επαιρνε το
δρομο πλαι στη θαλασσα.Εμενε ψηλα στο
λοφο κι απο κει αγναντευε το πελαγο.Συ-
χνα αναλογιζονταν τους ναυτικους,που με-
τρανε τις αποστασεις με τις μερες στη θα-
λασσα και το χρονο με τα πορτα ,που επι-
σκεφτονται.Καποια μερα,στη αρχη του
φθινοπωρου,εφτασαν τα νεα:πως τον μα-
χαιρωσαν στη πλατη και στη καρδια σ'ενα
μακρυνο λιμανι στις Νοτιες Θαλασσες
.
.
Χ
Την αγαπουσε παραφορα και τις νυχτες
παντα την ονειρευονταν:Ολες τις φορες
μεσα σ'ενα κηπο ανθισμενο και με τα
μαλλια λυτα σαν φραχτες με γιασεμια.Της
μιλουσε και του απαντουσε γλυκα.Μονο
μια φορα οσο κι αν την γυρεψε,δεν την
βρηκε,οσο κι αν την φωναξε δεν πηρε
καμια αποκριση.Ματαια την αναζητουσε
απεγνωσμενα τις επομενες νυχτες.Περα-
σαν τα χρονια του μονοτονα και δυστυχι-
σμενα.Και ξαφνικα ξαναγυρισαν τα ονει-
ρα,πιο λαμπερα,πιο εντονα:παντα σε
κηπο ανθισμενο και με τα μαλλια της
πλεχτα σαν τα γιασεμια στο φραχτη.
Της μιλουσε και εκεινη του απαντουσε
γλυκα:''Για Παντα Ηρθες Εδω''
.
.
ΧΙ
Αρχισε να γραφει ενα σεναριο για τον κι-
νηματογραφο:
''Κοντινο πλανο σε μια βαρκα.Φωνες παι-
διων [οφ]-Τραβελινκ σε μια προκυμαια με
παλια ψαραδικα σπιτια κατα μηκος της .
Στοπ.Και μεσο-αμερικανικο πλανο σ'ενα
ανθρωπο ηλικιωμενο :''Σημερα υπαρχουμε''
η τελευταια λεξη ακουγεται οφ μεσα στο
γκρο-πλανο μιας γυαλας με ψαρια'' .Στα-
ματησε να γραφει.Σκεφτηκε να τη βαλει
σ'ενα σπιτι με γαλαζια παραθυρα,ριγμενη
στο πατωμα με μια ανοιχτη πληγη στο
αριστερο στηθος.Ηξερε πως δεν του απομε-
νε τιποτα αλλο παρα να σαπισει στη φυλακη
.
.
ΧΙΙ
Του συνεβηκε η πιο αλλοκοτη ιστορια, σε
οσους την διηγηθηκε κανενας δεν τον πι-
στεψε.Γι'αυτο προσπαθησε να την απλο-
στευσει,να την κανει πιο πιστευτη.
Ολα αρχισαν μια Κυριακη πρωι:στη πετρι-
νη σκαλα εξω απ'το σπιτι βρηκε ενα σκοτω-
μενο περιστερι.Ανεξηγητα ενιωσε τρομο
και τυψεις.Οι γειτονες απο την αρχη τον
κατηγορουσαν ανοιχτα:πως η ζωη του
ηταν σκοτεινη και παραξενη.Αυτος σ'ολες
αυτες τις συκοφαντιες σιωπουσε.
Τις νυχτες,επειδη φοβονταν,ξενυχτουσε
με το φως της ηλεκτρικης λαμπας ανοι-
χτο μεχρι το πρωι.Του φαινονταν πως
ακουγε ακαθοριστους ,διαπεραστικους
θορυβους .Ομως παρ'ολ'αυτα οταν κα-
ποτε αποκοιμονταν απ'τη κουραση τα
ονειρα του ηταν ηρεμα,χωρις εφιαλτες.
Σκεφτηκε να φυγει απ'αυτο το σπιτι,
αλλα δεν ειχε που να παει αλλου,ουτε
ηξερε να ζει αλλιως.Ετσι αποφασισε να
μεινει.
Τις τρεις τελευταιες ημερες δεν ξανα-
βρηκε αλλα πουλια κομματιασμενα στη
σκαλα.Οι γειτονες ομως συνεχιζαν να
μιλουν με αποτροπιασμο για καποιο σκο-
τεινο πραγμα ,που βρωμουσε απαισια
τοσες μερες εκει.
Κατα περιεργο τροπο ,ξαφνικα,επαψαν
να ασχολουνται μ'αυτον και τις υποθεσεις
του
.
.
.
ΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ
.
.
I
Πηραν τη βαρκα και πηγαν στο απεναντι νησι
μαζι με τεσσερις αλλους,δυο αντρες και δυο γυ-
ναικες.Περιπλανηθηκαν στο νησι.Τα σπιτια
ερειπωμενα ,σαν βασανισμενα κορμια ανθρω-
πων.Αναζητησαν τις κραυγες τους,τους πλη-
γιασμενους ανθρωπους,ταπεινομενες και κα-
ταφρονεμενες ψυχες.Η ανοιξη με τα λουλου-
δια της ειχε κυριεψει το νησι.Ειδανε δυο πα
παρουνες ,το αιμα τους η' ισως την ψυχη τους.
''Να μην ζωγραφιστει τιποτα.Να μην ζωγρα-
φιστει τιποτα''επανελαβε.''Η απανθρωπια
δεν εχει εικονα''.Πηρανε τη βαρκα για την
επιστροφη,μαζυ και οι αλλοι,δυο αντρες και
δυο γυναικες.Γυρισε με βαρια τη ψυχη κι
ειδε στο βαθος το νησι να κουβαλα τις ψυχες
τους ,βαρκα,στον ποταμο Αχεροντα.
.
[απο την επισκεψη στο νησι Σπιναλογγα,
νησι λεπρων ] Μαιος 1997,Κρητη
.
.
ΙΙ
Τεταρτη βραδυ 10:15 στο πανω δωματιο.
Στο τραπεζακι διπλα το τηλεφωνο.Μεταφραζει
απο τα ''Σημειοματαρια'' του Λεοναρντο
Ντα Βιντσι:''Απο τη ζωγραφικη,που υπηρετει
το ματι[την ευγενικοτερη αισθηση]προερχεται
η αρμονια των αναλογιων:ακριβως καθως πολ-
λες διαφορετικες φωνες ενωμενες μαζι και
τραγουδωντας ταυτοχρονα παραγουν μια αρμο-
νικη αναλογια,που δινει τετοια ικανοποιηση
στην αισθηση της ακοης,που οι ακροατες πα-
ραμενουν γοητευμενοι...''
''Ετσι κανει ο δικος μας Μποτιτσελι,που ειπε
οτι τετοιες σπουδες ειναι ματαιες:αφου μ'ενα
απλο πεταγμα ενος σφουγγαριου διαποτι-
σμενου με διαφορα χρωματα σ'ενα τοιχο ενας
λεκες σχηματιζεται μεσα απο τον οποιο ενα
ομορφο τοπιο μπορει να ξεχωρισει''.Θελει να
ζωγραφισει μια σειρα εργα εφαρμοζοντας
τη Θεωρια του Ντα Βιντσι για την Ζωγραφικη.
Μακρυα ακουγοντουσαν γαυγισματα σκυλων.
Μεταφραζει απο τον Βιτγκεσταιν:''στη φιλο-
σοφια ειναι παντοτε καλυτερα να θετεις μια
ερωτηση αντι μια απαντηση σε μια ερωτηση'',
''μια αποδειξη ειναι ενα οργανο-λεω''ενα
οργανο γλωσσας'';''.Απο μια προταση σε αλλη
προταση περναει ο χρονος.Η ωρα πηγε 11.
Ξυλο στη θαλασσα του κοσμου η προταση
του Βιτγκεσταιν.Εξω ,μεσα στη νυχτα,συμ-
φωνουν οι γρυλλοι.
.
[απο το μακρυνο 1997,Μαιος]
.
.
ΙΙΙ
''Να βλεπεις δεν ειναι το ιδιο με το να αναπαρι-
στας''εγραψε.''Να βρισκεις τις εικονες σου στα
χρωματα και οχι στην οραση''συνεχισε να γρα-
φει''να ζωγραφισω εναν πινακα τετοιο:''φαν-
ταζομαι το κοκκινο'' ''.
Σημειωσε ... ,επειτα συμπληρωσε: ...=5.Με τον
νου σχεδιασε μια βαρκα ,στην κοιλια της εναν
αχινο και τον ουρανο πανω σαν ενα τεραστιο
κιτρινο λουλουδι
.
.
ΙV
Ειχε γεννηθει στη πολη,τη φυση δεν την γνω-
ριζε.Τα Σαββατοκυριακα οι αλλοι εφευγαν για
την εξοχη.Γυριζαν την Κυριακη αργα το βραδυ.
Δεν τους ρωτουσε ποτε για την φυση.Αυτο συ-
νεβαινε σχεδον στη μιση του ζωη,μια μερα ευ-
χηθηκε να μην ξαναγυρισουν.Και δεν ξαναγυ-
ρισαν.Τα σπιτια ερειπωσαν,ουτε στιγμη δεν
σκεφτηκε να τους επαναφερει,τωρα δεν κιν-
δυνευε απο τη φυση.Οταν πια γερασε και
τα ματια του θαμπωσαν βγηκε στην εξοχη
κι εμεινε για παντα εκει.Τοτε οι αλλοι επε-
στρεψαν στη πολη.
.
.
V
Επρεπε να καταστρωσει ενα τελειο σχεδιο
για την ολοσχερη εξοντωση του.Μετα απο
ενα μηνα σχεδιασμων ηταν ετοιμος να το
εκτελεσει.Ολα εγιναν καθως τα'χε προσχε-
διασει.Οταν βρηκε στο σχεδιο του ενα τρωτο
σημειο , αρχισε να φοβαται στην αρχη,
υστερα του εγινε εμμονη ιδεα,πως θ'απο-
καλυφθει.Οι αλλοι ομως ειχαν τυφλωθει
απο την ,φαινομενικη, ακριβεια και τελει-
οτητα του σχεδιου,που δεν καταλαβαν το
παραμικρο.Αποφασισε να τα αποκαλυψει
ολα.Το εκανε,γελασαν μαζι του,κανεις δεν
τον πιστευε,πως ολα αυτα τα σχεδιασε ,να
τους εντυπωσιασει με τη δυναμη του ορθο-
λογισμου του.Περασαν πολλα χρονια για να
καταλαβει πως μ'αυτη τους τη σταση τον ει-
χαν στην κυριολεξια τιμωρησει:να μην μπο-
ρει να αποδειξει την ενοχη του.Φυλακισμενος
στην Αθωοτητα .Ετσι κι αλλιως αυτο ειχε επι-
διωξει απο την αρχη.
.
.
ViΜετα απο καποια ηλικια ειχε διαμορφωσει τη ζωη του
ετσι οπου κυριως τον απασχολουσε να ρωταει παρα
να απανταει.Αυτο στην αρχη τον εφερε μπροστα σε
ανυπερβλητες δυσκολιες,ομως με τον καιρο και με
πολυ σκληρη εργασια τα καταφερε καπως.Τον ενδιε-
εφερε να μην φαινεται αυτο,οι ερωτησεις να ειναι .
ανεπαισθητες.Επειδη δεν συνεβηκε καμια σημαντι-
κη αλλαγη στη ζωη του,περασε απο τις πλαδαρες κι
εκτετεμενες ερωτησεις σε περισσοτερο γενικες και
συντομες.Γρηγορα καταλαβε πως ολοι οι ανθρωποι
δεν ειναι καταλληλοι για ερωτησεις[η' για ορισμενου
ειδους ερωτησεις ]ετσι περιοριστικε μεχρι να κατα-
ληξει στα παιδια.Το προβλημα ηταν πως κι αυτα
ρωτουν.Οταν ρωτουσε π.χ '' τι ειναι χρωμα;''
επαιρνε την απαντηση-ερωτηση: '' τι εννοεις
με το ειναι;''.Σκεφτηκε οτι οι απαντησεις ειναι
αποσιωπημενες ερωτησεις,αρκει μια αλλαγη
στον τροπο της εκφρασης,απο καταφαση σε ερωτηση
Ξαναγυρισε απο εκει που ειχε αρχισει,ενιωσε μια
ανακουφιση που ξεμπερδεψε μια και καλη απο τις
απαντησεις.
.
.
VII
Ατενιζε τη δυση του ηλιου,τα χρωματα στα συννε-
φα κοκκινα.Γυρισε σπιτι.Ανοιξε το ραδιοφωνο.Ε-
τοιμασε κι εστρωσε για φαγητο.Κανενας δεν γνω-
ριζε για τη ζωη του κι ουτε κανενας μπορουσε να
μαθει.Οταν σηκωθηκε το πρωι ο ηλιος ειχε ανεβει
ψηλα στον οριζοντα.Τον επισκεφθηκε.Τον γνωρι-
σε αμεσως,δεν χρειαστηκε να του θυμησει τιποτα,
τα παραδεχτηκε ολα,του ειπε πως ηταν πολυ ε-
ξυπνο απο μερους του να εξαφανισθει τοσα χρο-
νια.Το μονο που του ζητησε ηταν να ζωγραφισει
μια κοκκινη κατακοκκινη δυση,το υποσχεθηκε.
Οταν αφηνε το σπιτι ο δρομος ηταν ερημικος,
περπατησε ως την προκυμαια,μπηκε σ'ενα μπαρ,
ηπιε ενα ποτο,σε καποιον που τον ρωτησε:''που
σε ξερω εσενα;''απαντησε:''θα μοιαζω με καποιον
γνωστο σου''.ηπιε αλλο ενα ποτο μονορουφι και
βγηκε εξω στην υγρασια και στην ομιχλη
.
.
VIIIΟση ωρα παρεδιδε πανω στη Φιλοσοφια του Αρι-
στοτελη και ειδικα στην ''Ποιητικη '' του,σ'ενα
ασφυχτικα γεματο αμφιθεατρο,αναποφευκτα
τον διαπερνουσαν διαφορες σκεψεις:
''Εσυ θελεις να πεις οτι καθε νεα αποδειξη αλ-
λαζει την αντιληψη της αποδειξης κατα καποιο
τροπο''
''Η αντιρρηση οτι''το ορισμενο δεν μπορει να
πιασει[αρπαξει] το αοριστο''ειναι πραγματικα
εναντια στην ιδεα της ψυχολογικης πραξης
του να καταλαβεις''
'' ''Καταλαβαινω'' ειναι μια ασαφης εννοια''
''Αυτη η προταση λεει οτι αυτος ο αριθμος δεν
μπορει να προκυψει απο αυτους τους αριθμους
μ'αυτο τον τροπο''
''Ο Godel λεει οτι ενας πρεπει να εμπιστευεται
μια αποδειξη οταν θελει να την πρακτικοποιηση''
Οι φοιτητες σηκωθηκαν απο τα εδρανα να
αναχωρησουν οταν τελειωσε την παραδοση για
τον Αριστοτελη.Μονο ενας φοιτητης που καθον-
ταν στη μεση σχεδον του αμφιθεατρου παρε-
μεινε στη θεση του.Τον ρωτησε:''Δεν θα φυγετε;''
,''Θελω να συνεχισετε'',''Μα τελειωσα'',''Οχι,μα
γι'αυτα που λεγατε για τον Godel και τα μαθη-
ματικα'',''Που ξερετε εσεις τι ελεγα;'',''Λεγατε:
'' ''Καταλαβαινω'' ειναι μια ασαφης εννοια'' ''.
Μαζεψε τα χαρτια του ,τα ταχτοποιησε στη
τσαντα του και βγηκε με γρηγορα βηματα απο
την αιθουσα
.
.
IX
''Η ομορφια εχει τα ορια της'' σταματησε να
γραφει,τα αυτοκινητα περνουσαν στο δρομο,
η πολη ειναι μακρυα.Αυτη την ωρα το φως
ειναι γλυκο,ενα συννεφο κατα τον βορια σαν
αιωρουμενο ορος.Ολη η φυση ξυπνα μεσα
στο ονειρο.Το νερο αναπηδαει στη φουγκα
του ανεμου.Παει καιρος που περασε το ελα-
φι,η πατημασια του απολιθωμενη.Το κυμα
ξεβραζει τα κοχυλια στην αμμουδια,περιτεχνα
σχηματα διπλα σε κοκκαλα ψαριων,η βαρκα
παρατημενη και τα σανιδια σαπιζουν.Εκει
πηγε να βρει αραγμα,ξαπλωσε στα χαλικια,
σταυρωσε τα χερια οπως οι αγαθοι ανθρω-
ποι,και περιμενε τα μυρμηγκια να τον απο-
σαρκωσουν,ενω τις νυχτες με γεματο φεγγα-
ρι το κυμα στην κορυφη του κουβαλαει το
ασημι του στην ακτη.Συνεχισε να γραφει:
''Η διηγηση δεν εχει τα ορια μου ''
.
.
XΚαθησε να διηγηθει στο παιδι ενα παραμυθι.
Αρχισε καπως τυχαια:''Μια φορα μια πεταλου-
δα πεταξε προς την αυγη.Αυτη της πηρε τα
χρωματα.Τοτε λυπηθηκε τοσο πολυ που ζητη-
σε τη βοηθεια της χελωνας,εφτιαξε απ'το κα-
βουκι της ενα αργαλειο κι εβαλε την αραχνη
να της υφανει τα πιο ομορφα φτερα.Αφου τα
φορεσε χαρουμενη και ξετρελαμενη ετρεξε
να συναντησει τον ηλιο που εκεινη την ωρα
εδυε.Κι η δυση της πηρε τα χρωματα.Τωρα
ομως δεν λυπηθηκε,στον αργαλειο της χελω-
νας εφτιαχνε τα πιο ομορφα φορεματα κι
τα μοιραζε σ'ανατολη και δυση απλοχερα''.
Οταν τελειωσε το παιδι τον κοιταξε και
του ειπε:''Αυτο δεν ειναι παραμυθι,αυτο
ειναι η αληθεια''.
.
.

Πηγε στο μερος,που του ειπανε,κοντα στη
θαλασσα.Εβγαλε τα ρουχα του.τα διπλωσε
προσεκτικα και μπηκε στο νερο.Κολυμπησε
στην αρχη παραλληλα κατα μηκος της ακτης.
Επειτα ξεμακρυνε.Το τοπιο ηταν λιτο.Πανω
υψωνονταν το γρανιτενιο βουνο,στ'αριστερα
μονο ενα πευκο.Βραχια διασπαρτα παντου.
Ο ηλιος ηταν στο ζενιθ.Κολυμπησε για αρκετη
ωρα.Περασε πανω απο μια φυκαδα,κι εφτασε
στο μερος της αμμουδαριας,πατησε στην αμμο
που βουλιαζε ελαφρα,επαιξε για λιγο με τα
παιχνιδια της διαθλασης.Βγηκε απ'τη θαλασσα
και ξαπλωσε στον ηλιο που εκαιγε.Φαινεται
θ'αποκοιμηθηκε ωρα πολυ γιατι δεν κατα-
λαβε ποτε ηρθαν.Εκεινη ηταν μια γυναικα
γυρω στα τριαντα κι ο αντρας ειχε την ιδια
περιπου ηλικια .Σηκωθηκε,τους πλησιασε.
Συστηθηκαν.Τα ονοματα τους δεν του ελε-
γαν τιποτα.Ο αντρας πεταξε δυο τρια βο-
τσαλα στο νερο ,κι εφυγε.Η γυναικα ηταν
αδυνατη,τα μαλλια της βαμενα,στον καρπο
του αριστερου της χεριου φορουσε χρυση
αλυσιδα.Εβγαλε απ'την τσαντα της ενα
γυναικειο περιοδικο και το ξεφυλλιζε.Ειπε,
σαν ν'απευθυνονταν στον εαυτο της:''Κα-
νει ζεστη''κι εβγαλε τη μπλουζα της.Σηκω-
θηκε κι ανασηκωνοντας τη φουστα της
ως τα γονατα περπατησε στο νερο παραλ-
λα κατα μηκος της ακτης ,οπως χτυπουσε
το κυμα.Περασε αρκετη ωρα,επειτα καθισε
διπλα του.Αυτος ανασηκωθηκε,τον τυφλωνε
ο ηλιος.Μεσα στο εκτυφλωτικο φως ειδε
το προσωπο της και την ακουσε να του
λεει:''Τωρα,ειμαι ετοιμη''
.
.
XII
12.00.01.Κατασκευασα την οσφρηση στο
λουλουδι
12.οο.02.Κατασκευασα τα ματι στο φως
.
12,01.00.μ 'ολη την ελευθεριοτητα
.
12.ο2.02.για να φτασει σ'αυτο το σημειο
.
12.ο2.05.Η κουραση,που αισθανονταν να
μην εχει κοιμηθει την προηγουμενη μερα
12.02.15.Αυτος ο ηχος του εφερε στο μυαλο
τα κυματα
12.02.32.Πηρε μια καρεκλα και καθησε
πλαι μου
12.03.27.Το διπλανο σπιτι ειχε κηπο με δια-
φορα δεντρα:μηλιες,ροδιες,αμυγδαλιες
12.03.28.Αυτη η διηγηση εχει τελειωσει
.
.
XIIIΗταν νεα και δεν ξεπερνουσε τα εικοσι χρο-
νια.Πολυ γρηγορα εκανε δυο παιδια.Ο συ-
ζυγος ελειπε συχνα σε ταξιδια,αυτη τον πε-
ριμενε υπομονετικα,σπανια εβγαινε εξω.
Τωρα εδω και δυο χρονια δεν εχει μηνυμα
του.τα παιδια τον περιμενουν.Καποτε γυρι-
σε,δεν ειπε τιποτα,μονο τον φιλησε,του
ζεστανε νερο να πλυθει και του στρωσε να
κοιμηθει σε καθαρα σεντονια.Την αλλη
μερα οταν ξυπνησε,οσο κι αν την αναζητησε
δεν την βρηκε .Ουτε και τα παιδια.Ετσι τη
μερα ,που ξαναφυγε δεν υπηρχε να τον
αποχαιρετησει
.
.
XIV
''ο γλαρος κυνηγηθηκε αγρια απ'το ψαρι,
κατεφυγε λαχανιασμενος στη στερια,στα-
θηκε να ξεκουραστει σ'ενα δεντρο ,εκεινη
την ωρα ανετειλε ο ηλιος και τυφλωθηκε.
Μετα απο μεγαλη περιπλανηση κουρνιασε
σ'ενα καταρτι καραβιου χωρις να το γνωριζει.
Ενιωθε τοση ερημια ,που το νερο της θαλασ-
σας αποσυρθηκε και παρουσιαστηκε μια
απεραντη ερημος.Μετα απο πολλες μερες
και νυχτες που ξημερωθηκε και νυχτωθηκε
,αποκαμωμενος ξαποστασε στα κλαδια μιας
φοινικιας,κι αρχισε να ξαναβλεπει οταν το
παιδι τελειωσε το παραμυθι του''
.
.
XV
Στον υπογειο σταθμο του Μετρο ορμησε το
πληθος να καταλαβει τον κενο χωρο του
βαγονιου.Αυτος στριμωχτηκε ,για λιγο την
εχασε απ'τη θεα.Με κοπο μπορουσε να δει.
Αυτη η κατασταση συνεχιστηκε τρεις στα-
σεις ακομη.Τωρα ηταν πιο ελευθερα,ομως
οσο κι αν την αναζητησε με το βλεμμα του,
δεν την βρηκε.Πηγε και καθησε σε μια αδει-
ανη θεση.Οι διπλανοι του,ενα ηλικιωμενο
ζευγαρι,κατεβηκαν στον επομενο σταθμο.
Το τρενο ειχε ηδη φτασει στα προαστεια,
εδω υπηρχε πρασινο και μονοκατοικιες.
Αφηρημενος οπως ηταν απ'τις σκεψεις
του ,γυρω απο την κοινωνιολογια του
τοπιου,δεν προσεξε αμεσως την κυρια που
καθισε διπλα του.Το αρωμα της οπως και
η ανασα της ηταν βαρια,κατι ψιθυρισε,
στα χερια σε καθε δαχτυλο φορουσε δια-
φορα δαχτυλιδια,ανοιξε τη τσαντα της κι
εβγαλε ενα σημειωματαριο,σημειωσε κατι,
το μουτζουρωσε,ξαναγραψε κατι,το εσκισε.
Το τρενο σταματησε,ξαφνικα η γυναικα
πεταχτηκε και κατεβηκε απ'το τρενο.Αυτος
δεν μπορεσε ν'αντιδρασει,οι πορτες εκλεισαν
και το τρενο ξεκινησε.Ηταν σιγουρος,αυτη
ηταν, την ειχε αναγνωρισει η' ,καλυτερα, την
ειχε ξαναθυμηθει
.
.
XVI
Ζουσε μακρυα απο συγγενεις και δυσκολα
εκανε γνωριμιες.Ισως αυτο να το ειχε επι-
λεξει.Το φαγητο του ηταν παντα απλο και
λιτο.Επαιζε χαρτια.Στα χαρτια ζουσε μια
εγκεφαλικη και ταυτοχρονα μια σωματικη
περιπετεια.Ασκουσε ολες τις ικανοτητες του,
αντιπαθουσε τους μετριους και ηλιθιους παιχ-
τες.Τον γοητευε τρομερα η πιθανοτητα να
χασει η' να κερδισει.Αν και τα χρηματα δεν
τον ενδιεφεραν ,ζουσε απο τα χαρτια.Αλλαζε
συνεχως πολη και στην ιδια πολη συχνα
συνοικια.Γυρνουσε σπιτι κατα το ξημερωμα,
,εκανε ενα κρυο ντους,επινε ενα ποτηρι γαλα
και ξυπνουσε παντα αργα.Εβγαινε εξω στη
πολη και προτιμουσε να περπαταει στο
δρομο με τις λευκες ,εκεινη την ωρα ειχε
πολλα παιδια και τα χαζευε να παιζουν.Οταν
επεφτε το σκοταδι συνηθως δειπνουσε σ'ενα
ακριβο εστιατοριο.Αφηνε φιλοδωρημα στο
γκαρσονι κι εφευγε.Εκεινη τη βραδια δεν
πηγε στη χαρτοπαιχτικη λεσχη,εβγαλε ει-
σητηριο σ'ενα κεντρικο σινεμα και κατεβηκε
στην υπογεια αιθουσα προβολης,στα σκοτεινα
βρηκε μια κενη θεση και καθισε.Το εργο
ειχε ηδη αρχισει:ενα μεσο αμερικανικο πλα-
νο εδειχνε εναν ανθρωπο να παιζει χαρτια.
Στην εξελιξη της ταινιας εμαθε πως δεν
ειχε συγγενεις,ουτε εκανε γνωριμιες,συνε-
χως ταξιδευε και πως συχαινονταν τους
ηληθιους παιχτες.Σε καποιο σημειο της χα-
μογελασε βλεποντας ενα παιδι να ψαχνει
να βρει τη μπαλα που κυλησε και χαθηκε
πισω απ'τους θαμνους σ'εναν δρομο με λευ-
κες.Παρακατω σ'ενα εστιατοριο παραγγειλε
ακριβο κρασι,ειχε αρχισει να γραφει μια
μελετη με θεμα:''Θεωρια των Παιγνιων
και Φαντασιακη Σωματικοτητα'',τα πρωι-
να στο σπιτι εκανε παντα κρυο ντους κι
επινε ενα ποτηρι ζεστο γαλα
.
.
XVII
''Ειμαι μονη,η ωρα ειναι 5 και 10 [το απογευ-
μα ...[ Ομως ] παρακολουθω τ'αυτο[κινη]τ[α].
Αυτ[α] με πα[ρα]κο[λουθ]ουν; Παντως δεν ε-
χει σημασια.Σκυβω,οταν σκ[υβω] σκοτεινιαζει
γυρω [μο]υ σαν καπ[ο]ιος [να] μπαινει μπρο-
στα μου [ ].Πινακες [ ] εχουμε τα ματι[α ] μας
και συντροφια.Κοντευω να [δω] ονει[ρα]
[τω]ρα.Π.χ οτι βρισκομα[ι] στο κρεβατι κλει-
νω τα μ[ατια] μ[ου] και ολες οι πορτες κλει-
νουν.Τοποθετω το βαρυ κεφαλι στο μαξιλαρι,
ενω τα ποδια μου κανενα κρεβατι δεν τα
βαζει.Θελω [εσενα ].[ ]ομως πες [μου].
Τα ρουχα εξω της [ Στελλας ] απλωμενα τα
παιρνει ο αερας.[ ] .Αραγε τι να κανει;[ ].
[ ] . Ενα γλυκο γεια .[ ] Μπορω να ζωγρα-
φισω με τη σκεψη.Μπορω [να] κανω ονειρ[α]
[ ].Αυτο στ'αφιερωνω.[ ].''
.
.
ΧIIX
Εζησε τοσα χρονια απλα και ηρεμα,τις αγριες
και κρυες μερες του χειμωνα και τις ζεστες
και δροσερες νυχτες του καλοκαιριου.Ποτε
δεν θελησε ν'απομακρυνθει απ'τον τοπο του,
εβλεπε τα δεντρα ν'ανθιζουν και να καρπιζουν,
τα ζωα να γεννοβολουν .Ουτε καν ονειρευον-
ταν ,ισως επειδη η ζωη του ηταν ενα ονειρο.
Τον τελευταιο καιρο, οταν ειχε φεγγαρι
εβγαινε και περπατουσε σε μονοπατια
μ'ελιες στο πλαι ,μεσα στο σεληνοφωτο, κι
οταν ροδιζε η ωρα επερνε το δρομο της
επιστροφης.Το ειχε παρατηρησει πως μονο
τοτε εβλεπε ενα ονειρο,το ιδιο,ομως
καθε' φορα με παραλλαγες:Οδηγουσε
σε μια λεωφορο μιας μεγαλης πολης,βια-
ζονταν , καποιον πηγαινε να συναντησει,
αλλοτε τον συναντουσε κι αλλοτε σαν να
περιμενε αυτος να τον συναντησουν
.
.
ΧIX
Εκεινη τη μερα κατεβηκε στη θαλασσα,ελυ-
σε τη βαρκα,πηδησε μεσα της και κωπηλα-
τοντας απομακρυνθηκε απ'την ακτη.Στο
δρομο συναντησε τις αλλες βαρκες,ανταλ-
λαξαν χαιρετισμους.Οταν τους εχασε εψαξε
να βρει λιμανι.Στη παραλια ειχε υπολειματα
απο αστεριες κι αχινους.Εμεινε τη νυχτα εκει.
Η θαλασσα ξαφνικα τρικυμισε κι επεφτε με
μανια στα βραχια.Τα τεραστια κυματα θα
τον κομματιαζαν κι αυτον αν δεν ειχε τη
δυναμη να ξεφυγει και να κρυφτει στο δασος.
Εκει περιφερονταν σαν αγριο θεριο.Οταν
καποτε τελειωσε το δασος κι αρχισε η ερημος
δεν λιγοψυχισε κι ας ζεστενονταν κι ας διψουσε
πολυ.Σ'εκεινο το μερος ουτε ανετειλε ουτε
εδυε ο ηλιος,στεκονταν ακινητος ψηλα στο
ιδιο σημειο.Οταν περασε την ατελειωτη
σειρα απο αμμολοφους ολα αρχισαν ν'αλ-
λαζουν μπροστα στα ματια του:ασταματητες
βροχες κι ο ισχυρος ανεμος ξεριζωνε τα
παντα.Ο τοπος γυρω του πλημμυρισε ,και
θα πνιγονταν αν δεν προλαβαινε ν'αρπαχ-
τει απο εναν τεραστιο κορμο δεντρου που
επεπλεε στα τρικυμισμενα νερα.Μονο
στις αστραπες σχιζονταν το σκοταδι και
ξεχωριζε γυρω του.Δεινοπαθησε τοσο πο-
λυ που η ψυχη του στο τελος δειλιασε και
θα'βρησκε κακο τελος αν ολ'αυτα δεν
τελειωναν ξαφνικα.Απο εκεινη τη μερα
που ξημερωσε ορκιστηκε να μην ξανα-
κατεβει αλλη φορα στη θαλασσα.
.
.
.
ΧΡΟΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
.
.
αλλη μια φορα η Ιστορια
.
-Χρονικο 1 . [- ηλθε στο Ξηρομερο.Αρραβω-
νιαστηκε μια ντοπια γυναικα,και την παν-
τρευτηκε πολυ συντομα.Αποκτησε μαζυ της
εφτα παιδια και μια θυγατερα.
.
-Χρονικο 2. [- σε μια παλια φυλλαδα διαβασε:
'' Ψωμι χαψια δεν εχομε''.Το'χε γραψει ο ηρωας
Καραισκακης Γεωργιος .Κοιταξε ολογυρα και
καταλαβε.
.
-Χρονικο 3. [-Τα χρονια δυσκολα.Στα πολιτικα
πραγματα ειχαν επικρατησει οι αντιπαλοι.Ενοι-
ωσε ντροπη που δεν αντεδρασε,που ειχε απο-
δεχτει την ηττα.
.
-Χρονικο 4. [-Οι υπολοιποι Ξηρομεριτες επεσ-
τρεψαν μετα τον αφοπλισμο στα σπιτια τους.
Ειχαν μανα ,γυναικα και παιδια ,και μια μι-
κρη αδερφη.Οι νεωτεροι συνεχισαν ,βγηκαν
στο βουνο.Τα παιδια τον κοιταξαν.
''Γυρισες ''. Αυτος εσκυψε το κεφαλι. Δεν
απαντησε
.
-Χρονικο 5 . [- ηρθε ο φακελλος της πενιχρης
οικονομικης ενισχυσης.Πανω-πανω:''Εδωθη-
σαν εν συνολω απο την Επιτροπη Προνοιας
...κλπ κλπ ''.Κυριως γυναικεια ονοματα :
Κωνσταντουλα , Αικατερινη ,Περιστερα,
Ελενη , Μαρια, Λαμπρινη ,Αγγελικη,
Τριανταφυλλια, Τασουλα ,Πανωργια,
Δημητρουλα ,Βασιλικη ,Μυγδαλινη ,
Ρηνουλα ...
.
-Χρονικο 6 .[ - σε τακτα χρονικα διαστηματα
επρεπε να δινει το παρον στο σταθμο Χωρο-
φυλακης.Οταν ερχονταν εκεινη η μερα,το
προηγουμενο βραδυ εμενε ξαγρυπνος. Εφευ-
γε νωρις , πολυ πριν ξημερωσει, βαθυ σκοταδι
ακομη.Κι γυρνουσε οταν η νυχτα ειχε σκεπασει
τα παντα προ πολλου.
.
-Χρονικο 7. [- Σκοπιμα εκεινες τις μερες διαδο-
θηκε πως υπογραψε την '' Δηλωσιν ειλικρινους
μετανοιας ''. Προσπαθησε σε δυο-τρεις να δω-
σει εξηγησεις, να δικαιολογηθει.
Ματαια ,του γυρισαν την πλατη αποδοκιμαστι-
κα. Χωρις να το καταλαβει σιγα-σιγα απομο-
νωθηκε.Τοτε τον επαιρνε το βαρυ παραπονο.
.
- Χρονικο 8 . [- Ετσι κυνηγημενος και ταπεινω-
μενος αναγκασθηκε να μετακομισει στη πολη.
Στην αρχη ανεργος. Μετεπειτα επιασε δουλει-
α σ'ενα εργοστασιο.Τα βραδυα ως αργα μελε-
τουσε να μορφωθει.
.
=Χρονικο 9 . [- Αργοτερα , τον βρισκουμε πολι-
τικο εξοριστο στα Γιουρα.Στη απομονωση.Οργη.
Ποια Δικαιοσυνη εσεις πρεσβευεται; Ως ποτε
η Αδικια.
.
-Χρονικο 10 .[ - Καποτε μετα απο χρονια ,γυρι-
σε στον τοπο του.Ολα ειχαν αλλαξει.Οι ανθρω-
ποι που γνωριζε ειχαν πια φυγει.Περιπλανηθη-
κε σ'αδειους χωρους.Στα καφενεια επιναν και
χαρτοπαιζαν .
Μπηκε σ'ενα καφενειο .Χαιρετησε .Καθησε
σ'ενα τραπεζι κοντα στο παραθυρο.Ενας νε-
αρος φωναξε :'' Νικο ,κερασε τον μπαρμπα''.
Δεχτηκε το κερασμα . Σηκωθηκε κι εβαλε στο
ηλεκτροφωνο ενα δισκο του Καζαντζιδη.
.
-Χρονικο 11. [- Στην Ανατολη γυαλιζε η μερα.
''Τιποτα ματαιο '' σκεφτηκε. '' Βαθεια στο χω-
μα οι ριζες ,δεν θα μπορεσει κανεις να μας
ξεριζωσει''
.
-Χρονικο 12 . [ - ''Τα παιδια , η εγνοια σου τα
παιδια '' του φωναξε η μανα απ'την εξωπορτα
καθως εφευγε.Γυρισε το κεφαλι.Την ειδε, και
το σπιτι του ν'απομακρυνεται. Σηκωσε το χερι
και το κουνησε σε χαιρετισμο.Της ειχε κρυψει
πως τελευταια τα'βγαζε δυσκολα περα.
.
Σχολιο: [ Αυτα ,ουτε μοιρολατρεια , ουτε μυθο-
πλασια ουτε Προπαγανδα αλλα Γεγονοτα ,
Μαρτυριες , Χρονικο, μ'ενα λογο η ΙΣΤΟΡΙΑ.
.
.
.
Traveling into Dali-an Dreams
.
.
Ειδε ενα περιστερι ανεβασμενο σ'ενα συννεφο
να ριχνει κατω λευκα κομματια ασβεστη.Τοτε
ανοιγοντας το παραθυρο ειδε τους απεναντι λο-
φους,τις πετρες και τα δεντρα.Μια μορφη απο
εκει τον χαιρετησε και τον καλεσε να βγει εξω.
Γυρνωντας,μεσα στον μεγαλο καθρεφτη στον
απεναντι τοιχο ειδε το ιδιο τοπιο πιο καθαρα.
Ακουστηκε παλι η φωνη.Δεν γυρισε το κεφαλι
πισω και προχωρησε μεσα στον καθρεφτη.
.
.
.
ΣΚΑΚΙΕΡΑ ΧΡΟΝΟΥ-ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΧΩΡΟΥ
ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΙ [ΜΕ ΤΟΝ DE CHIRICO ]
.
.

.
ΣΚΑΚΙΕΡΑ ΧΡΟΝΟΥ-.ΓΕΩΜΕΤΡΙΑ ΧΩΡΟΥ
ΝΑ ΕΡΜΗΝΕΥΤΕΙ  [ΜΕ ΤΟΝ DE CHIRICO ]
.
.
Βρεθηκε στον σιδηροδρομικο σταθμο μιας μεγαλης
πολιτειας.Μεσημερι.Σκληρες και αιχμηρες οι σκιες
των κτιριων εκεινη την ωρα σαν ξιφη.
Ειχε χρονο στη διαθεση του ,ετσι καθισε να
περιεργαστει το χωρο γυρω του.
Η πρωτη εντυπωση ηταν πως προκειται για μια περι-
εργη αρχιτεχτονικη.Το κεντρικο κτιριο του σταθμου
,ενα τεραστιο ορθογωνιο παραλληλεπιπεδο.Μια
μεγαλη σειρα πετροχτιστα τοξα στην προσοψη της
εισοδου.Πανω ,ακριβως,απ'το κεντρικο τοξο,μεγαλο-
πρεπες στην απλοτητα του, υψωνονταν ενας τετρα-
γωνισμενος στην κατοψη πυργος μ'ενα στρογγυλο
ρολοι με λατινικους αριθμους για τις ωρες.Διαβασε
την ωρα του χρονου,που'ναι ακινητος για τον ανθ-
ρωπο.Σκεφτηκε πως ετσι πρεπει να'ναι.Γιατι στην
αντιθετη περιπτωση αν υπηρχε η κινηση του ο ανθ-
ρωπος θ'αποκαλυπτε το πριν και το μετα του,που
τοσο απεγνωσμενα, κι ισως οπως φαινεται ως τα
τωρα [αλλα ποιος ξερει αν δεν ειναι ζητημα χρο-
νου]χωρις την παραμικρη ελπιδα,ψαχνει με τη φι-.
λοσοφια.Ο Χρονος γυριζει σ'ενα Φαυλο Κυκλο.
Τα κτιρια ,στο δεξιο και στο αριστερο ακρο του
μεγαλου κεντρικου κτιριου,ηταν τελειοι κυβοι.
Ψηλα στην προσοψη τους,υπηρχε μια σειρα απο
μικρα παραθυρα,σε ορθογωνια σχηματα, και
με την οριζοντια γραμμη της στεγης σχηματιζαν
μια παραλληλη ζωνη.
Εκεινη την ωρα,ακριβως μεσημερι, ενα τρενο ηταν
σταματημενο στο σταθμο.Η προοπτικη του χωρου
ειχε τετοια γεωμετρια που δημιουργουσε στον θεα-
τη την εντυπωση πως ο αριθμος των βαγονιων ,που
εσερνε η μεγαλη ατμομηχανη ,ηταν απειρος.
Η πλατεια μπροστα απο τα κτιρια ειχε σχημα τετρα-
γωνου.Ηταν στρωμενη με λευκες κι ασπρες τετραγω-
νες πλακες.Μια τεραστια σκακιερα.
Στο κεντρο της υψωνονταν ενα μνημειακο μπρουτζι-
νο αγαλμα.Η μορφη μιας ξαπλωμενης γυναικας ελα-
φρα ανασηκωμενης.
Πανω στην επιφανεια της πλατειας διεκρινε στο
φως εκεινης της ωρας διαφορες ψηλολιγνες ανθρω-
πινες μορφες, διασπαρτες σε διαφορα σημεια της.
Φιγουρες μοναχικες , απολυτα ακινητοποιημενες ,
,με σκληρες αιχμηρες σκιες,σαν σκοτεινα αποτυ-
πωματα στην αιωνιοτητα αυτης της παραδοξης
γεωμετριας.Σ'οποιο εσωτερικο της σημειο και να
βρισκοσουν ενιωθες πως ο χωρος που σε περι-
βαλλει ηταν απεραντος και πως καμπυλωνε βαθ-
μιαια ως το απειρο.
Ψηλα στον καθαρο γαλαζιο ουρανο αιωρουνταν
επιμηκη ,με συστρεφωμενα σχηματα, συννεφα απο-
μειναρια μιας αχρονης νεροποντης που συνεβηκε [η'
θα συμβει] η ' απο τον καπνο που δραπετευσε απο
τα φουγαρα των τρενων.
Το τελικο αισθημα ,που του προκαλουσε εκεινο το
λιτο γεωμετρικο σκηνικο ηταν δεος ,που το αι-
σθανονταν κυριως στο πνευμα κι οχι στη καρδια.
Εδινε σ'αυτο διαφορες ερμηνειες.Παντα ομως του
ξεφευγε η απολυτη αληθεια των πραγματων.Εψαχνε
μεσα στη Μεγαλη Αβεβαιοτητα
.
.
.
ΠΕΡΙ ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟΝ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ ΖΩΓΡΑΦΟΝ
.
.

Θεοφιλος Χατζημιχαηλ ζωγραφος [ Επιζωγραφιση
σε φωτογραφια του Θεοφιλου ] Χ.Ν.Κουβελης
.
.
ΠΕΡΙ ΤΟΝ ΘΕΟΦΙΛΟΝ ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ
ΖΟΓΡΑΦΟΝ
.
.
''Τοτε εζουσα και ζωγραφιζα στο Πηλιο.Ενας αρ-
χοντας μ'ειχε περικαλεσει να του ζωγραφισω τους
τοιχους.Ο κυρ Γιαννης ητο ευγενικος ανθρωπος
και μου ητανε πολυ συμπαθης.Τον εκανα μια ει-
κονα καββαλαρης σε αλογο ,και μεσα στα δεντρα
μηλιες και τα λουλουδια και τα σπιτια.
Εφτιαξα κι αλλα .Τον Μεγα Αλεξανδρο με περι-
κεφαλαια να παλευει να μερωσει τον Βουκεφαλο.
Αυτο πολυ μου αρεσε .Και γω ντυνομουν Αλεξαν-
νδρος ,εντυνα και πολλα παιδια αρχαιους και
παεναμε στους δρομους.
Τοτε,αλλη φορα, σ'ενα καφενειο ειχα τελειωσει
μια ζωγραφια , ενα μερος στη θαλασσα ειχε και
τα βουνα .Κι ενας ντοπιος ανθρωπος μου'πε πως
ειχα κανει τα καραβια μικρα και τα ζωα μεγαλα,
και τα πουλια με χρωματα που δεν εχουν,και τις
μαργαριτες μεγαλυτερες απ'τα δεντρα,κι αλλα.
Τοτε εκεινοι που ηταν μεσα στο καφενειο γελα-
σαν,εγω δεν ειπα τιποτα ,μαζεψα τα πραγματα
μου και βγηκα εξω.Ειχε νυχτωσει .''
Εικονες πολλες,τον Ρωτοκριτο την Αρετουσα
τον πατερα του ηρωος Δυσσεα .Τα χρωμματα
τα παιρνα και τα βαζα κοντα να λενε την ιστο-
ρια,αν και γραμματα δεν ηξερα μητε πολλα
ουτε λιγα ειχα στο μπαουλο μου φυλλαδες με
ζωγραφιες και με γραμματα .Κι ηθελα να κανω
τον Καραισκακη σαν πρωτο ξαδερφο του Αχιλλε-
α που τα παλια χρονια σκοτωθηκε εξω απ'τους
πυργους της Τροιας ,να μοιαζουν.
Και τον Δυσσεα Αντρουτσο να 'ναι ,να μοια-
ζει στον Οδυσσεα ,αδερφος,τι εμεις οι Ελληνες
μια μαγια ειμαστε,οπως τα λενε οι γραμματι-
σμενοι.
Τα ψωμια οταν τα ξεφουρνιζει ο μαστορας ο
φουρναρης ηθελα να μπορουσα να τα'κανα
ετσι ν'αχνιζουν να τα κοψεις να τα μοιρασεις
στην φαμελια να χορτασει.Αυτο στο μυαλο
μου το ξεσηκωσα απο μια ιστορια που διαβασα.
Ητανε ενας αρχαιος ζωγραφος τοσο αξιος που
στο πανι ζωγραφισε κερασια τοοο αληθινα
που ξεγελαστηκαν τα πουλια και πηγαν να
τα τσιμπησουν.
Και τον Ιασωνα που λενε πως ειναι απο τουτα
τα μερη εκανα ,και τη γυναικα του τη Μηδεια,
και την αδελφη του Μεγαλεξανδρου τη Γοργο-
να μιση ψαρι κι απ'τη μεση κι απανω κοπελλα,
και τον Εχτορα παλικαρι και την Ανδρομαχη
ρουσα,να'χει και το παιδι μωρο στην αγγαλια,
και τη βασιλισσα την Κλειτεμνηστρα τον αν-
δρα της τον βασιλια τον Αγαμεμνονα να
πνιγουν στο λουτρο με τον Αιγισθο,και τις
μικρες μελλισσες στα ανθη ,και τις πεταλουδες
στα κρινα, τα προβατα τα γιδια τ'αλογα το
ψιλο το χορταρακι
''και τωρα πισω στη πατριδα που γεννηθηκα
ηρθε ο μεσιε Στρατης ανθρωπος καλος και
εξυπνος,ηθελε να δει εκεινα που εκανα ,μ'ε-
φερε πανια κολλες χαρτια χρωματα να κα-
τσω κατω να κανω ζωγραφιες.
Και να μην χαλασω το χατηρι σε τετοιο
καλο ανθρωπο του ζωγραφιζω .Και ντρε-
πομαι να τον πω πως τα βραδυα που
πεφτω να ξαποστασω και τωρα στα χρο-
νια που εχω δυσκολα ερχεται ο υπνος
φτιαχνω πολλες ζωγραφιες ,αυτες θελω
να κανω ,μα το ξημερωμα ,χανονται
απ'το νου μου, οπως ο καπνος διαλυονται.''
Εφερε στο σπιτι ανθρωπους γραμματισμε-
νους ποιητες συγγραφεις να με δουνε και
να με ρωτησουν.
Ενας απ'αυτους ειπε πως αυτες οι ζωγραφιες
μου ειναι οι τοποι μας οι ανθρωποι μας
τα ζωα και τα πουλια που πετουν πανω μας
τα δεντρα τα σπιτια μας τα ποταμια η θαλασ-
σα τα παραμυθια τα δικα μας οι ηρωες οι
παλιοι
Εγω σαν εφυγαν εκλεισα τα παραθυρα τη
πορτα κλειστηκα στο σκοταδι καθησα στην
ακρη του κρεβατιου εκλεισα τα ματια κι ειδα
μετα απο λιγο τη μανα μου και τον πατερα
μου σε φωτισμενη ακρογυαλια να με περιμε-
νουν.
.
.
.
 Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
.
.

HYPER-CHESS
.
.
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
.
.
Θα'φτανε στη πολη αργα.Ειχε ξεκινησει στις δεκα
και μιση το πρωι.Μια -δυο φορες εκανε σταση στο
δρομο.Μια για φαγητο και την αλλη περπατησε σ'
ενα δρομο μεσα στα καλαμποκια.Χαθηκε εκει μεσα,
σ'ενα λαβυρινθο ,η συνεχης επαναληψη του ιδιου:
δρομοι και καλαμιες σ'ενα απεραντο επιπεδο μ'ενα
καθαρο ουρανο πανω με σκληρο δυνατο φως.
Τελικα επεστρεψε στ'αυτοκινητο ευκολα,αν κι αυτο
του φανηκε θαυμα.Κοιταξε.Ο ηλιος ,λιγο ψηλωτερα
απ'τον οριζοντα.Ξεκινησε.
Γρηγορα βραδυασε.Τα φωτα της πολης στο βαθος.Συ-
νεχως τον πλησιαζαν.
Μπηκε στη πολη και παρκαρε τ'αυτοκινητο κοντα στο
κεντρο.Πηρε ενα δρομο π'ανηφοριζε ελαφρα προς τα
κει.Πολλα αυτοκινητα.Μια ξανθια του σφυριξε,δεν γυ-
ρισε να κοιταξει.Πιο πανω σταθηκε μπροστα σε μια βι-
τρινα,χαζεψε για λιγο.Καποιος τον ρωτησε τι ωρα ηταν.
Ηταν 12:10.Εφτασε στη κεντρικη πλατεια .Κατεβηκε
στον υπογειο σταθμο του τρενου.Εκεινη την ωρα λιγο-
στοι ανθρωποι στη πλατφορμα.Πηρε το τρενο,ετσι κατι
να κανει,να περασει η ωρα ,και κατεβηκε στον επομενο
σταθμο,προς τα νοτια.Ανεβηκε στην επιφανεια.Εβγαλε
τσιγαρο ,εψαξε στις τσεπες του για αναπτηρα ,τον βρηκε
και το αναψε.Για πολυ ωρα περιπλανηθηκε στους δρο-
μους.
Κοιμηθηκε σ'ενα φτηνο ξενοδοχειο,ενα απ'αυτα εκει
γυρω στο κεντρο,που ακομα δεν τα καταδαφισαν.Ζη-
τησε να του φερουν καφε.Μολις τον αγγιξε στα χειλη,
ειχε μια παραξενη μυρωδια,του'ρθε εμετος,τον αφησε.
Μπηκε στη τουαλετα.Δεν υπηρχε ζεστο νερο,πλυθηκε
με κρυο.Ετοιμασθηκε και κατεβηκε τη σκαλα,ασανσερ
δεν υπηρχε.Η κυρια ,καποιας ηλικιας ,στη ρεσεψιον τον
καλημερισε .Της παρεδωσε τα κλειδια.Εκεινη ευγενικα
του ειπε αν θα κρατησει το δωματιο.Εκεινος της απαντη-
σε:πως δεν του αρεσει να κοιμαται στο ιδιο μερος καθε
βραδυ, την πληρωσε κι εφυγε.Ακουσε την απαντηση της,
με βραχνη φωνη,πισω του:''Αν καποτε βαρεθεις,προτιμι-
σε μας''.Βγηκε στο δρομο.
Μπηκε σ'ενα βιβλιοπωλειο,Περιεργαστηκε τα βιβλια.Δεν
αγορασε τιποτα,Η πωλητρια,την ειδε,εκανε ενα μορφασμο
καθως περνουσε διπλα της να φυγει.Του 'ρθε να της φωνα-
ξει πως επαψε ν'αγαπαει το διαβασμα,αλλα συγκρατηθηκε
και δεν ειπε τιποτα.
Εκει θα πηγαινε με το αστικο λεωφορειο .Οπως και τοτε,
πριν χρονια,ασφυκτικα γεματο.Θα κατεβαινε στο τερμα της
διαδρομης.
Δεν δυσκολευτηκε να βρει το σπιτι.Τον θυμηθηκαν.Αν και
του φερθηκαν ψυχρα,αυτο δεν τον πειραξε.Το περιμενε.
Για τιποτα ,που εγινε,δεν δικαιολογηθηκε.Ουτε κι εκεινοι
του ζητησαν να κανει κατι τετοιο.Ανταλλαξαν τυπικες
κουβεντες.Επειτα τους ειπε πως θελει να φυγει.Δεν εφε-
ραν καμμια αντιρρηση.Σηκωθηκε και τους χαιρετησε.Το-
τε ανοιξε μια πορτα και μπηκε μεσα ενα μικρο κοριτσακι,
περιπου πεντε ετων.Σταθηκε,ρωτησε για τ' ονομα της.
Του το ειπαν.Χαμογελασε,γυρισε κι εκανε για την εξο-
δο.Στο ανοιγμα της πορτας σταθηκε :''Ωραιο ονομα''ει-
πε.Θελησαν να τον συνοδεψουν ως τη σταση του λεω-
φορειου,Αρνηθηκε.Δεν πηρε αμεσως το λεωφορειο.
Βρηκε ενα περιπτερο εκει κοντα,αγορασε μια εφημερι-
δα στη τυχη.Τη ξεφυλλισε,βρηκε αυτο ,που ηθελε,εβγα-
λε ενα στυλο και το σημειωσε σ'ενα χαρτι.
Την αλλη μερα με το ηλεκτρικο τρενο κατεβηκε στην
αλλη πολη,συνεχεια ,που ηταν λιμανι.Διαλεξε ενα ασφα-
λες μερος,στηθηκε εκει και περιμενε.Η ωρα ηταν 11:20,
σε 5 λεπτα.
Καθισε αναμεσα απο δυο κοπελλες στη επιστροφη.Με-
τα απο τρεις στασεις κατεβηκαν.Μετακινηθηκε στην α-
δεια θεση προς το παραθυρο.Διπλα του καθισαν ενας
αντρας μ'ενα μικρο κοριτσακι.Τα φωτα αναψαν,βραδυ-
ασε.Κατεβηκε ενα σταθμο μετα το κεντρο.
Στο περιπτερο πηρε τηλεφωνο.Εκανε λαθος στον αριθ-
μο.Ξαναπηρε.Μιλησε λιγη ωρα.Εκλεισε,πηρε μια σοκο-
λατα και πληρωσε.
Μπηκε σ'ενα καφε της πλατειας,γεματο κοσμο.Παραγγει-
λε ενα καπουτσινο.Τον εφεραν.Παρατηρουσε τον κοσμο
γυρω για να περασει η ωρα και να ξεχαστει.Καποια γυ-
ναικα τον κοιταξε και γυρνωντας κατι ψιθυρισε σε μια
κοκκινομαλλα διπλα της.Ηπιε τον καφε του και πηγε
στο ξενοδοχειο,ειχε περασει η ωρα.
Το δωματιο του ηταν ψηλοταβανο με γυψινες διακο-
σμησεις λουλουδιων.Κοιμηθηκε,ειδε εφιαλτες,Σ'εναν
απ'αυτους τον πλησιασε μια κοκκινομαλα,ηταν μεθυ-
σμενη,κατι του φωναζε δυνατα,που δεν μπορουσε ν'
ακουσει,εκανε να τον πιασει ,σωριαστηκε,εσκυψε
να την σηκωσει,εκει ξυπνησε.
Το πρωι οταν βγηκε απ'το δωματιο για να φυγει,
εξω, εκει στον διαδρομο ειδε τη καθαριστρια,μια
χοντρη γυναικα, που σφουγγαριζε το πατωμα.Ειχε
γυρισμενη τη πλατη της,τον καταλαβε ,γυρισε το κε-
φαλι της και του χαμογελασε,τα δοντια της ηταν κα-
τασπρα.Γυρισε και ξαναμπηκε στο δωματιο.Εκεινη
τον ακολουθησε.Εκλεισε τη πορτα.Την αρπαξε και
την ερριξε στο κρεβατι.Οταν εφυγε της αφησε στο
τραπεζακι διπλα μερικα χαρτονομισματα .''Την αλλη
φορα θα...'' του φωναξε πισω του,απο την ανοιχτη
πορτα,αλλα ηταν ηδη χαμηλα κατω στη σκαλα και
δεν ακουσε τη συνεχεια.
Του ειχαν ορισει το ραντεβου για τις 12, το μεσημε-
ρι.Ειχε ωρα ,που ειχε πιει τον καφε του.Δεν φανηκε
κανενας.Κοιταξε το ρολοι:12 και μιση.Περιμενε ακο-
μα αλλα δεκα λεπτα.Τιποτα.Σηκωθηκε να φυγει,στη
πορτα τον προλαβε το γκαρσονι και του ειπε πως τον
ζητουν στο τηλεφωνο.Πηγε.Απ'τ'αλλο μερος του ει-
παν μια δικαιολογια.Ειπε:''γεια'' κι εκλεισε.
Για να περασει την ωρα του μπηκε σ'ενα σινεμα,χωρις
να προσεξει τι εργο επαιζε.Λιγοι θεατες στην αιθου-
σα.Καθισε σε μια θεση,περιπου στη μεση,διπλα στο
κεντρικο διαδρομο.Ειχε αρχισει το εργο,στην αρχη
δεν καταλαβαινε ,ενα θριλλερ:γκανγκστερς πυροβο-
λουσαν απ'τα παραθυρα αυτοκινητων αλλους γανγκ-
στερς σ'αλλα αυτοκινητα,με ιλλιγκιωδη ταχυτητα,σ'α-
ποτομες στροφες,...Σε καποια σκηνη μια κοπελλα βρε-
θηκε δολοφονημενη σ'ενα δωματιο.Πριν τελειωσει
η ταινια βγηκε εξω.Ειχε νυχτωσει.
Η αλλη μερα περασε,χωρις να συμβει κατι ξεχωρι-
στο.
Εκεινο το πρωι σηκωθηκε ακεφος.Ξυριστηκε και κο-
πηκε.Βλαστημησε.Ντυθηκε γρηγορα,κατεβηκε κατω,
πληρωσε κι εφυγε.Περιπλανηθηκε ασκοπα.Απροσω-
πος.Φυσουσε πολυ.
Περνωντας μπροστα απο μια παλια εκλησια,πηγε να
περασει απεναντι ,αλλαξε γνωμη και μπηκε μεσα.Εκει-
νη την ωρα ηταν λιγοι πιστοι,κυριως γυναικες.Περιερ-
γαστηκε τις αγιογραφιες στους τοιχους,κανωντας το
κυκλο στο εσωτερικο της εκκλησιας.Σταθηκε στη Σταυ-
ρωση.Τοτε ηταν,που την ειδε,να βγαινει,στο φως της
πορτας και να χανεται.Βιαστηκε,στο περασμα του εσ-
πρωξε μια γυναικα,την ακουσε να του φωναζει,βγηκε
γρηγορα εξω,δεν την ειδε,ειχε εξαφανισθει.Κατεβηκε
τρεχοντας τη σκαλα της εκκλησιας,πηγε στη σταση
του λεωφορειου εκει πιο κατω,δεν την βρηκε.Εψαξε
στο δρομο ,κοιταξε μεσα στα καταστηματα.Τιποτα.
Το μεσημερι στο εστιατοριο εφαγε ψαρι,ηπιε και λι-
γο κρασι.Πληρωσε,αφησε φιλοδωρημα,σηκωθηκε
και βγηκε εξω.Σ'ενα περιπτερο της πλατειας τηλε-
φωνισε.Απ'την αλλη μερια απαντησαν.Ειπε:''Ησουν
στην εκκλησια;Γιατι εξαφανιστηκες;'' .Κατι του ει-
πε.Δεν ακουγε καλα,θορυβος,πολλα αυτοκινητα.
''Θα καθισω ακομα μια μερα ''φωναξε κι εκλεισε.
Οση ωρα εκανε να πληρωσει το τηλεφωνο,τα τσι-
γαρα και την εφημεριδα,στο τηλεφωνο μιλουσε
μια γυναικα με βαμενα ξανθα μαλλια και κατακοκ-
κινα χειλη.Χωρις να θελει ακουσε:''Στο διαολο κα-
θαρμα''ουρλιαξε η γυναικα και βροντησε το ακου-
στικο.Την περιμενε πιο περα.Εκεινη σταθηκε,α=
νοιξε τη τσαντα της,εβγαλε απο μεσα το κραγιον
κι εβαψε τα χειλη της.Οταν περασε απο μπροστα
του της μιλησε.Εκεινη σταματησε,στην αρχη δεν
τον γνωρισε,υστερα τον θυμηθηκε.Της προτεινε,
αν ηθελε,να πανε για καφε.Εκεινη δεχτηκε.
Αργοτερα ,οταν αρχισε να βραδυαζει,πηρε τ'αυτο-
κινητο κι οδηγησε μεσα στη πολη πανω απο δυο
ωρες.
Στο ξενοδοχειο τον πηρε στο τηλεφωνο.Ειπε πως
ηταν κοντα και θα τον επισκεφτονταν .Την περιμε-
νε ξαπλωμενος στο κρεβατι,καπνιζοντας.Ακουσε
ελαφρο χτυπημα στη πορτα.Σηκωθηκε και της ανοι-
ξε.Μπηκε μεσα στο δωματιο.Φορουσε ενα μακρυ
μαυρο φορεμα.Τα χειλη κατακοκκινα.Καθισε απενα-
τι του στον καναπε.Μαζυ της ειχε φερει δυο μπυρες,
του εδωσε τη μια.Ανοιξε τη μπυρα,ηπιε μια γουλια,
και την κοιτουσε.Της ειπε να μην μιλησει,εκεινη
υπακουσε.Απο κει εβλεπε τη σαρκα της ασπρη.Πε-
ρασε αρκετη ωρα.Εκεινη διορθωσε τα ρουχα της,
τον ρωτησε αν ηθελε να κοιμηθει εκει,εκεινος δεν της
αρνηθηκε.Ξαπλωσε,δεν εβγαλε το φορεμα,μονο τα
παπουτσια.Κοιμηθηκε σχεδον αμεσως.Εκεινος ανοι-
ξε την τηλεοραση,εψαξε τα καναλια ,επεσε σ'ενα
αστυνομικο φιλμ-νουαρ.Η πρωταγωνιστρια του φιλμ
της εμοιζε πολυ.Σηκωθηκε,πηρε απ'τη ντουλαπα
μια κουβερτα και τη σκεπασε.Αποκοιμηθηκε με
τη τηλεοραση ανοιχτη.Οταν ξυπνησε τη βρηκε
κλειστη κι η γυναικα ειχε φυγει.Στη ρεσεψιον η
κοπελα τον πληροφορησε πως η κυρια ειχε φυγει
πολυ νωρις.Φαινονταν βιαστικη και στη πορτα την
περιμενε ενας κυριος,ψηλος,με λιγοστα μαλλια
κι ενα μουσακι .Ανεβηκε στο δωματιο.Στον καναπε
βρηκε το καλτσον της και στο τραπεζακι το κραγιον
της.Δεν θυμονταν τ'ονομα της,μετανοιωσε ,που δεν
την ρωτησε.Ξαπλωσε στο κρεβατι κι αποκοιμηθηκε.
Οταν αργοτερα βγηκε απ'το δωματιο κατεβαινοντας
τη σκαλα επεσε πανω στη χοντρη καθαριστρια,εκεινη
αναμερισε να περασει,τον αναγνωρισε,του ειπε
πως την εδιωξαν απο κεινο το ξενοδοχειο επειδη
πηγαινε με τους πελατες.Για την αποφυγει της ειπε
πως δεν ειχε χρονο και την προσπερασε.Εκεινη ξεσπα-
σε σε δυνατα γελια και του πεταξε στα μουτρα μια
βρωμικη λεξη,της ειπε πως αυριο φευγει,και κατε-
βηκε τις σκαλες σχεδον τρεχοντας.
Τον περιμενε στη ρεσεψιον.Ηταν πολυ ομορφη.Του'
πε πως περιμενε πολυ ωρα.Της ζητησε συγνωμη,αν το
ηξερε.Βγηκαν εξω.Εκεινη του'ιπε πως δεν ειχε πολυ
ωρα στη διαθεση της.Δεν της απαντησε.Της ειπε μονο,
αν ηθελε μπορουσε να οδηγησει εκεινη.Εψαξε στη τσα-
ντα της,δεν βρηκε το διπλωμα οδηγησης.Την ρωτησε
που επιθυμουσε να πανε.Εξω φυσουσε κι εβρεχε,Εκει-
νη ειπε πως δεν ειχε καμια προτιμηση.Της προτεινε
να πανε στη θαλασσα και να μεινουν μεσα στ'αυτοκι-
νητο.Εκεινη συμφωνησε.Διαλεξε μια θεση και σταθη-
καν.Η θαλασσα μπροστα τους εκτεινονταν απεραντη.
Η βροχη δεν ειχε σταματησει.Δεν την ρωτησε ουτε
για τον αντρα της ,ουτε για τα παιδια της.Μονη της
αρχισε να του λεει.Οση ωρα μιλουσε δεν την διεκο-
ψε.Κοιτουσε την ομιχλη πανω στα τζαμια να υγρο-
ποιειται.Οταν τελειωσε,τον ρωτησε τι λεει για ολ'
αυτα.Δεν μιλησε.Εκεινη του φωναξε ,ουρλιαξε,για-
τι δεν την περνει στο τηλεφωνο.Της ειπε πως αργη-
σαν και πρεπει να γυρισουν πισω.Του 'πιασε τα χε-
ρια και κρατωντας τα πολυ σφιχτα τον κοιταξε στα
ματια και του'πε πως τ'αποφασισε να το κανει,πως
τωρα ειναι ετοιμη.Εκεινος ξεκινησε,φερνωντας απο-
τομα επιτοπια στροφη,τα λαστιχα στριγγλισαν,εκει-
νη τρανταχτηκε κι ουρλιαξε τρομαγμενη:''Προσεξε.
Θα με σκοτωσεις.''.Βγηκαν στη παραλιακη λεωφο-
ρο.Εκεινος ανοιξε το ραδιοφωνο.Εμπεναν στη πολη.
Της ειπε που θελει να την αφησει.Εκεινη του ειπε
πως προτιμουσε να κατεβει στο κεντρο για ασφαλει-
α.Σταματησε,Εκεινη κατεβηκε και κλεινοντας τη
πορτα του φωναξε πως δεν εχει αλλαξει γνωμη.
Δεν ξεκινησε αμεσως,την παρατηρουσε ν'απομα-
κρυνεται μεσα στη βροχη.Εκεινη σταματησε στο
φαναρι,που αναψε κοκκινο,οταν αλλαξε σε πρασι-
νο διεσχισε τη λεωφορο κι εξαφανισθηκε μεσα στο
πληθος.Τοτε κι εκεινος ξεκινησε να φυγει.
Μεχρι την αλλη μερα το πρωι δεν ειχε τιποτα να
κανει.Πηγε σινεμα.Υστερα επισκεφθηκε μια
γκαλερι ζωγραφικης.Τα εργα της εκθεσης ηταν
πινακες μεγαλων διαστασεων,αφηρημενα.Γεω-
μετρικα σχηματα,με δυο χρωματα ,κιτρινο και
γαλαζιο.Τον πλησιασε ο καλλιτεχνης,ενας νεαρος.
Τον ρωτησε για τη δουλεια του.Εκεινος του ειπε
πως σ'αυτη την εκθεση τον ενδιαφερει πως κατα-
σκευαζεται μια Θεωρια,για την ευρεση της Αλη-
θειας.Τον ρωτησε ποιο ηταν τ'ονομα του,αλλα
δεν εδωσε τ'αληθινο του.
Σ'ενα κεντρικο καταστημα δισκων αγορασε ενα
δισκο μουσικης.
Στο ξενοδοχειο,γυρισε αργα,μετα τα μεσανυχτα.
Κοιμηθηκε χωρις να βγαλει τα ρουχα και τα
παπουτσια.Στον υπνο του ειδε εφιαλτες.Ενας απ'
αυτους ηταν τοσο δυνατος,που τον ξυπνησε τη
νυχτα και τον θυμαται:ηταν βαρκαρης στο λιμα-
νι κι αντικρυσε μεσα στα βρωμικα θολα νερα
το πτωμα μιας γυναικας.Ηταν εκεινη η γυναικα.
Ενιωσε τρομο ,μ'ολη τη δυναμη της φωνης του
ζητησε βοηθεια,και ξυπνησε.Μετα απ'αυτο κοι-
μηθηκε βαρια .
Ξυπνησε,ετοιμασθηκε αργα,βγηκε απ'το δωμα-
τιο,κατεβηκε,στη ρεσεψιον πληρωσε για τη νυ-
χτα,που εμεινε κι εφυγε.
Στο δρομο σταματησε τ'αυτοκινητο ,κατεβηκε,
στο περιπτερο αγορασε μια εφημεριδα στη τυχη.
Εψαξε και χωρις δυσκολια βρηκε αυτο που ζητου-
σε.Επειτα τη διπλωσε προσεκτικα και την πεταξε
σ'ενα καδο απορριματων.
Γυρισε στ'αυτοκινητο.Ξεκινησε.Στο δρομο
δεν σταματησε πουθενα.
.
.
.
FUGA
.
.

BLUE INFINITY
.
.
FUGA
.
.
Οι γλαροι σηκωθηκαν στον αερα κι ακολουθη-
σαν το καραβι στο μακρυνο του ταξιδι στη θα-
λασσα.Ο ναυτης στο πιο ψηλο καταρτι ανεβαζ-
μενος τους φωναζε και χειρονομουσε να φυγουν,
να σκορπιστουν.Εκεινοι δεν υπακουσαν.Τις επο-
μενες μερες εμειναν μονο εφτα να τους ακολου-
θουν και ξημερωνοντας η ογδοοη μερα τους
παρατησαν και πεταξαν σ'αγνωστη κατευθυνση.
Τ'απογευμα της ιδιας μερας αραξαν σε μια απο-
μερη παραλια.Τα πευκα βουτουσαν τις ριζες τους
,μεσα στο θαλασσινο νερο.Εκει γυρω ψαρεψαν,
κι εφαγαν τους αχινους.Οταν εφτασε η ωρα του
υπνου,αλλος εστρωσε στο καταστρωμα του κα-
ραβιου κι αλλος επεσε να κοιμηθει κατω απ'τα
πευκα,ως τ'αλλο ξημερωμα.
Οταν σηκωθηκαν φυσουσε απ'το μερος του βορ-
ρα.Σε λιγο ο καιρος αγριεψε,η θαλασσα σηκωσε
βουνα τα κυματα,στο βαθος του οριζοντα οι ασ-
τραπες ξεσκιζαν τα βαρια καταμαυρα συννεφα.
Αποφασισαν να μην ταξιδεψουν μ'αυτη την κα-
κοκαιρια,μεχρι να καλυτερεψει.Πολυ γρηγορα
αλλαξε ο καιρος,ο βορριας σταματησε,ο ηλιος
λαμπερος κι η θαλασσα γαληνεψε.Αλαφρυνε η
βαρια καρδια των ναυτικων.Για να σιγουρευ-
τουν για το καιρο συμφωνησαν ν'αναβαλουν
την αναχωρηση τους για την επομενη μερα.
Μολις βραδυασε ο μικροτερος ναυτης αρρωστη-
σε ξαφνικα,ολη τη νυχτα τον εψηνε ο πυρετος,
παραμιλουσε,ελεγε για τη μανα του και την
αρραβωνιστικια του στην πατριδα ,η αναπνοη
του εγινε δυσκολη,χλωμιασε το προσωπο του,
και το πρωι ξημερωνοντας ξεψυχισε.Τον επλυ-
ναν με θαλασσα,τον καθαρισαν ,τον περιποιη-
θηκαν και με βαρια τη ψυχη τον εθαψαν στην
αμμο εκει που κτυπα το κυμα,και πανω στο
μνημα του εστηκαν το κουπι του,οπως τους
παραγγειλε στα τελευταια λογια του.
Αφου οι συντροφοι ολ'αυτα τα τελειωσαν
βαριοκαρδισμενοι ανεβηκαν στο καραβι ,τεν-
τωσαν τα πανια,σηκωσαν την αγκυρα κι απο-
μακρυνθηκαν στη θαλασσα,που τοσο αγαπου-
σε εκεινος.
Πισω τους επαναεμφανισθηκαν οι γλαροι,η ' ι-
σως αλλοι γλαροι, πεντε τον αριθμο.Μετα απο
λιγο απ'τα τεσσερα σημεια του οριζοντα συγκε-
ντρωθηκαν κι αλλοι.Εκεινοι χτυπωντας πιο δυ-
νατα τα κουπια τους στα νερα ,και με τον ανε-
μο στα πανια τους προσπαθησαν να τους ξε-
φυγουν,να μη βλεπουν την ασπραδα τους.Θυ-
μηθηκαν το ναυτη και τη κακια μοιρα του,να
τιμωρηθει που τα φωναζε να φυγουν ,φοβηθη-
καν και τ'αφησαν ησυχα.
Επεσαν σε μεγαλη θαλασσοταραχη κι αυτος
μονο σωθηκε απ'τους αλλους και γυρισε πισω.
Τους αλλους ειτε τους σκεπασε το κυμα και
τους εφαγαν τα ψαρια,ειτε αφου μερονυχτα πα-
λεψαν με τα κυματα δεν αντεξε η καρδια τους
απ'τη μεγαλη κουραση και στις ακτες που τους
εβγαλε το κυμα τ'αψυχα σωματα,φουσκωμενα,
εκει τους αποσαρκωσαν οι γλαροι.Κι αλλοι
γραπωσαν ξυλα του καραβιου .που επεπλεαν
στα νερα κι εφτασαν σ'αφιλοξενα νησια,στη
μεση της θαλασσας,βραχοι χωρις δεντρα και
νερο κι εκει τους ξεκανε η πεινα κι η διψα,τα
φιδια και τα ορνια..
Εκει στη πατριδα βρηκε τη γυναικα του αρρω-
στη απ'τη στεναχωρια να τον περιμενει.Οταν
τον αντικρυσε με μακρια γενια και μαλλια τρο-
μαξε να τον γνωρισει.Τελικα οταν συνηλθε χα-
ρηκε , τον πηρε και τον ξεντυσε,τον επλυνε με
καθαρο νερο,τον εντυσε καθαρα ρουχα,τον
χτενισε ,του εστρωσε να φαει και μετα τον κα-
θισε διπλα της να της διηγηθει τα γεγονοτα και
στο τελος με γλυκα λογια τον εβαλε να της ορκι-
στει: στη θαλασσα να μην ξαναβγει.
Ξαναρθε η ομορφια στο προσωπο της γυναικας,
και τον εθρεφε με μελι και με γαλα ,του'κανε γε-
ρα κι ομορφα παιδια και με γλυκο κρασι τον με-
θουσε τα βραδυα.
Ομως εκεινος με το περασμα του καιρου της ειπε
πως τον βασανιζε ο καημος της θαλασσας ,του'
τρωγε τα σωθικα και να πανε μακρυα μεσα στη
στερια να μεινουν ,εκει οι ανθρωποι δεν γνωρι-
ζουν τα εργα της θαλασσας κι ισως γλυτωσει απ'
την ιδεα της.
Εκει στα ξενα καλλιεργουσε τα χωραφια,σιταρια ,
κριθαρια,καλαμποκια ,αμπελια ,σταφιδες,δεντρα
συκιες μηλιες και στα πρασινα λιβαδια βοσκουσε
μοσχαρια και προβατα.
Και ερχονταν στιγμες,ολο και πιο συχνα,το κορμι
του να τρεμει στη ξαφνικη θυμηση της θαλασσας.
Τοτε επαιρνε τα λοφακια για τα κυματα,και τ'ασ-
πρα συννεφα στον ουρανο για γλαρους,τα σπιτια
τοτε του φαινονταν για καραβια π'αρμενιζουν ,και
το δροσερο αερακι της ζεστες νυχτες του καλοκαι-
ριου για τη θαλασσια αυρα , και σηκωνε τα βραδυα
ψηλα τα ματια να δει τον πολικο αστερα και τη
μεγαλη αρκουδα στον ουρανο,αλανθαστα εργαλεια
του ναυτικου στα ταξιδια του.
Και μια μερα δεν αντεξε,τ'αποφασισε ,της ανακοι-
νωσε πως θα φυγει.Εκεινη στην αρχη τον παρακα-
λεσε ν'αλλαξει γνωμη,υστερα εκλαψε χτυπηθηκε
ουρλιαξε,και στο τελος σαν ειδε πως ηταν αμεταπει-
στος σιωπηλα τον ετοιμασε να φυγει.Εκεινος εφυ-
γε πριν ακομα ξημερωσει.
Οταν διαλυθηκε το σκοταδι και φωτισθηκε ο κοσμος
αρχισε να σκεφτεται,να σχεδιασει,πως θα φτασει στα
μερη της θαλασσας.
Εψαχνε να βρει ποταμι στη πορεια του,αυτο απο'τα χιο-
νια στα βουνα κατεβαζει τα νερα μεσα απο φαραγγια,
ορμητικο ,με καταρραχτες,μουγκριζοντας σαν ταυρος,
επειτα διασχιζοντας πυκνα δαση σαν φιδι,φτανει ηρεμο
και πλατυ στη πεδιαδα κι αφου αφησει βαλτους και
λιμνουλες,ανακατευει μεσα σε καλαμια τα γλυκα νερα
του με το αλατι της θαλασσας.
Ομως εκει που βαδιζε δεν βρηκε ποταμια,μονο λιμνες,
που μαζευαν στις λεκανες τους τα νερα της βροχης ,
και τα νερα των χειμμαρων απ'τα βουνα γυρω τους.
Καποτε νυχτωθηκε σε μερη ανθρωπων μ'αλλη γλωσσα
απ'τη δικη του,κι αλλα εθιμα,μ'αγνοια της θαλασσας.
Αλλοτε ταξιδευε καβαλαρης στις ραχες αλογων,γρηγο-
ρων σαν τον ανεμο,αλλοτε αργα με γαιδουρακια .Αλλο-
τε μισθωνε αμαξες και κυλουσε σε δρομους,αλλοτε πε-
ζος διαβαινε στους καμπους και ξεσηκωνε τρομαγμενα
απ'τη βοσκη τ'αγριοπεριστερα.Αλλοτε επαιρνε οδηγους
να τον περασουν μεσα απο επικινδυνους βαλτοτοπους,
απο πυκνα δαση κι αποκρημνα βουνα .
Και παντου στ'πλατια ανοιγματα της γης και στα
ψηλωματα τα ματια του ταξιδευαν σαν καραβια ,ν'ανοι-
ξουν δρομους στα τεσσερα σημεια του οριζοντα,ν'απε-
λευθερωθουν.
Ταξιδευε καιρο πολυ,χωρις να δει καραβια ν'αρμενι-
ζουν στο απεραντο γαλαζιο της θαλασσας.
Καποτε βρεθηκε στον σιδηροδρομικο σταθμο μιας με-
γαλης πολιτειας.Μεσημερι.Σκληρες και αιχμηρες οι
σκιες των κτιριων εκεινη την ωρα σαν ξιφη.
Ειχε χρονο στη διαθεση του ,ετσι καθισε να
περιεργαστει το χωρο γυρω του.
Η πρωτη εντυπωση ηταν πως προκειται για μια περι-
εργη αρχιτεχτονικη.Το κεντρικο κτιριο του σταθμου
,ενα τεραστιο ορθογωνιο παραλληλεπιπεδο.Μια
μεγαλη σειρα πετροχτιστα τοξα στην προσοψη της
εισοδου.Πανω ,ακριβως,απ'το κεντρικο τοξο,μεγαλο-
πρεπες στην απλοτητα του, υψωνονταν ενας τετραγω-
νισμενος στην κατοψη πυργος μ'ενα στρογγυλο ρολοι
με λατινικους αριθμους για τις ωρες.Διαβασε την ωρα
του χρονου,που'ναι ακινητος για τον ανθρωπο.Σκεφ-
τηκε πως ετσι πρεπει να'ναι.Γιατι στην αντιθετη πε-
ριπτωση αν υπηρχε η κινηση του ο ανθρωπος θ'αποκα-
λυπτε το πριν και το μετα του,που τοσο απεγνωσμενα,
κι ισως οπως φαινεται ως τα τωρα [αλλα ποιος ξερει
αν δεν ειναι ζητημα χρονου]χωρις την παραμικρη ελ-
πιδα,ψαχνει με τη φιλοσοφια.Ο Χρονος γυριζει σ'ενα
Φαυλο Κυκλο.
Τα κτιρια ,στο δεξιο και στο αριστερο ακρο του
μεγαλου κεντρικου κτιριου,ηταν τελειοι κυβοι.
Ψηλα στην προσοψη τους,υπηρχε μια σειρα απο
μικρα παραθυρα,σε ορθογωνια σχηματα, και
με την οριζοντια γραμμη της στεγης σχηματιζαν
μια παραλληλη ζωνη.
Εκεινη την ωρα,ακριβως μεσημερι, ενα τρενο ηταν
σταματημενο στο σταθμο.Η προοπτικη του χωρου
ειχε τετοια γεωμετρια που δημιουργουσε στον θεα-
τη την εντυπωση πως ο αριθμος των βαγονιων ,που
εσερνε η μεγαλη ατμομηχανη ,ηταν απειρος.
Η πλατεια μπροστα απο τα κτιρια ειχε σχημα τετρα-
γωνου.Ηταν στρωμενη με λευκες κι ασπρες τετραγω-
νες πλακες.Μια τεραστια σκακιερα.
Στο κεντρο της υψωνονταν ενα μνημειακο μπρουτζι-
νο αγαλμα.Η μορφη μιας ξαπλωμενης γυναικας ελα-
φρα ανασηκωμενης.
Πανω στην επιφανεια της πλατειας διεκρινε στο
φως εκεινης της ωρας διαφορες ψηλολιγνες ανθρω-
πινες μορφες, διασπαρτες σε διαφορα σημεια της.
Φιγουρες μοναχικες , απολυτα ακινητοποιημενες ,
με σκληρες αιχμηρες σκιες,σαν τ σκοτεινα αποτυ-
πωματα στην αιωνιοτητα αυτης της παραδοξης
γεωμετριας.Σ'οποιο εσωτερικο της σημειο και να
βρισκοσουν ενιωθες πως ο χωρος που σε περι-
βαλλει ηταν απεραντος και πως καμπυλωνε βαθ-
μιαια ως το απειρο.
Ψηλα στον καθαρο γαλαζιο ουρανο αιωρουνταν
επιμηκη ,με συστρεφωμενα σχηματα, συννεφα απο-
μειναρια μιας αχρονης νεροποντης που συνεβηκε [η'
θα συμβει] η ' απο τον καπνο που δραπετευσε απο
τα φουγαρα των τρενων.
Το τελικο αισθημα ,που του προκαλουσε εκεινο το
λιτο γεωμετρικο σκηνικο ηταν δεος ,που το αι-
σθανονταν κυριως στο πνευμα κι οχι στη καρδια.
Εδινε σ'αυτο διαφορες ερμηνειες.Παντα ομως του
ξεφευγε η απολυτη αληθεια των πραγματων.Εψαχνε
μεσα στη Μεγαλη Αβεβαιοτητα
Ο δρομος τον εφερνε σε τοπους μ'ελιες,φυτεμενες
στις πλαγιες .Εκει η φυση τον ξεγελουσε ,νομιζε πως
η θαλασσα ηταν κοντα,επειδη η καλλιεργεια της ελιας
συνειθιζεται στη περιοχη της.
Σ'αλλα μερη ανακαλυψε σκαβοντας σε αμμωδη ε-
δαφη απολιθωμενα κοραλλιογενη φυτα και ασβεστο-
λιθικα υπολειματα κοχυλιων.Τοτε του φανηκε πως
εκεινα τα ευρηματα εκαναν τη θαλασσα,που αναζη-
τουσε περισοτερο απουσα .
Οι αναγκες του ειχαν περιοριστει στο ελαχιστο.Το ι-
διο και οι διασκεδασεις του.Το φαγητο λιγοστο,τα
ρουχα τα απαραιτητα,κι οι μονες γυναικες με τις
οποιες ηρθε σ'επαφη μαζι τους ηταν οι κοινες.Μια
φορα μπερδευτηκε σε μια βρωμικη δουλεια ,που
κατεληξε σε φονο και ξεμπλεξε δυσκολα.Μια
νυχτα βρεθηκε σ'ενα δωματιο με μια γυναικα.
Ο εραστης της τους ανακαλυψε,μπηκε στο δω-
ματιο ,τους αιφνιδιασε την ωρα που κοιμονταν,
εσφαξε τη κοπελλα κι εξαφανιστηκε .Θεωρηθηκε
υποπτος για τη δολοφονια και τον συνελαβαν.
Περασε πολλα μεχρι ν'αποδειξει οτι δεν ηταν
αυτος ο δολοφονος.Τον αφησαν ελευθερο αλλα
για πολυ καιρο ο υπνος του ηταν εφιαλτικος και
ξυπνουσε τρομαγμενος.Φοβονταν πως ζουσε
μεσα σ'ενα πνιγηρο αχαρο κοσμο στον οποιο η
θαλασσα δεν υπηρχε,στερημενο απ'το φως και
τα χρωματα της.
Σε μια πολιτεια, που εμεινε πολυ καιρο,για να επι-
ζησει,να τρεφεται και να βρισκει μερος να κοιμα-
ται ζωγραφιζε αυτα που ποθουσε πολυ:καικια,
βαρκες στο λιμανι,μεγαλα καραβια στη θαλασσα
μεσα σε τρικυμια και καταιγιδα,βραχια στην α-
κρη της θαλασσας να τα χτυπαει το κυμα,και
ψαρια γυαλιστερα στα διχτυα.Οι ανθρωποι μη
γνωριζοντας τη θαλασσα θεωρησαν αυτα τα ερ-
γα φανταστικα.Οι κριτικοι τα σχολιασαν σαν τα
δημιουργηματα ενος ιδιοφυους ανθρωπου.Τα
εργα εκεινα ειχαν μεγαλη ζητηση κι εβγαλε πολ-
λα χρηματα.Τα χρονια ειχαν περασει,ειχε κουρα-
στει,και σκεφτηκε να εγκαταλειψει εκεινη την
αναζητηση.Καποια στιγμη,ταυτοχρονα με τη
ζωγραφικη,ασχοληθηκε με τη γλωσσα τους,
Μια λεξη αλλοτε ηταν μονο ενα πραγμα,κι αλ-
λοτε ενα κειμενο,συχνα πολλες λεξεις αντιστοι-
χουσαν στο ονομα ενος πραγματος.Τα σχηματα
του λογου,η μεταφορα,η παρομοιωση,η μετωνυ-
μια,η συνεκδοχη ,ηταν ανυπαρκτα σ'αυτη τη
γλωσσα.Ειχαν διαφορετικα συστηματα γλωσσι-
κης εκφρασης.Σε καποια κειμενα επικρατουσε
αυστηρη λιτοτητα στα εκφραστικα μεσα .Σε
πολλα εργα τους οι λεξεις συνοδευονταν απο
ηχους,σχετικους η' και ασχετους με τη συνει-
θισμενην οημασια τους.Π.χ η λεξη ''αηδονι''
με το κελαιδισμα του αηδονιου η' με τους
χτυπους της καρδιας ενος μικρου παιδιου,πολ-
λες φορες οριζονταν και η ακριβης ηληκια του.
Ενα αφηγημα δμιουργειται,δειγμα δεξιοτεχνιας,
απο τη παραθεση φυσικων αντικειμενων.Ενα
παραδειγμα:δειχνουν ενα συννεφο,εχει σημασια
σε ποιο ακριβως σημειο τ'ουρανου,επειτα δει-
χνουν το κορμο μιας αμυγδαλιας,ειτε ολοκληρο
ειτε ενα συγκεκριμενο μερος του,στη συννε-
χεια δειχνουν ενα βραχο σ'ενα χερσο χωρα-
φι.Πολυ μεγαλη σημασια, σπουδαιοτητα, ε-
χει η σειρα με την οποια δειχνουν κατι,ο χρο-
νος μεσα στον οποιο το δειχνουν,η σχετικη
αποσταση που χωριζει τα αντικειμενα μετα-
ξυ τους,ο αριθμος των αφηγητων,αλλα και ο
αριθμος καθε φορα των θεατων η'των αναγνω-
στων,η αμεσοτητα η' οχι ,στη παρατηρηση,του
αναγνωστη-θεατη,εχουμε αφηγησεις των αφηγη-
σεων , ...
Εμαθε τοσο καλα τη γλωσσα τους,που καταφερε
να γραψει πολλες ιστοριες σ'αυτη,κι ακομη αυ-
το ,που πιο πολυ τον ενδιεφερε, να γραψει για
τη μητρικη του γλωσσα.Απεκτησε τετοιο κυρος
που τον καλεσαν πολλες φορες να δωσει διαλε-
ξεις στο μοναδικο Πανεπιστημιο της πολης με
κεντρικο θεμα ''τη θαλασσα''.Κατορθωσε να
πλουτισει το λεξιλογιο τους με καινουργιες λε-
ξεις,που προερχονταν απο τη δικη του γλωσσα.
Οπως:θαλασσα,γαλαζιο,ποντος,ιχθυς,πολυφλοι,
σβοιο,γλαρος,Ομηρος,Οδυσσεας,δελφινι,διχτυ,
παρα κοιλησιν νηυσι,Ελπηνορας,παραγαδι,υφα-
λος,πορτολανος,τρικυμια,γοργονα,Ιθακη,χτα-
ποδι,...
Συνεπεια αυτων των επιστημονικων εργασιων
του ηταν να διορισθει καθηγητης Γλωσσολογιας,
με αντικειμενο τη Γλωσσα του.και δημιουργηθη-
κε τεραστιο ενδιαφερον για κεινες τις σπουδες .
Απεκτησε τη συνηθεια,μετα τις ασχολιες της με-
ρας, να περπατα εξω,στην εξοχη, στο φως του
φεγγαριου, οταν ειχε φεγγαρι .Καθε φορα ,που
εκανε αυτη την εξοδο εχανε τη διαθεση ολο και
περισσοτερο να επιστρεψει.
Εκεινο το βραδυ δεν επεστρεψε.Ξυπνησε σε μια
παραλια,τα πευκα βουτουσαν τις ριζες τους στα
νερα της θαλασσας,που εκτεινονταν απεραντη.
Σιγα-σιγα μεσα σ'αυτο το τοπιο συνηλθε κι ειδε
τ'ασπρο συννεφο στο βαθος,λιγο πανω απ'τον
οριζοντα,να διαλυεται σ'ενα πληθος ασπρων
γλαρων,που πεταξαν μακρυα.Τοτε εψαξε στη
παραλια και βρηκε τα υπολειματα της φωτιας
που'χαν αναψει εκεινο το βραδυ .Η ψυχη του
αλαφρυνε.Πλαι στο στημενο κουπι στην αμμο
εκει, που χτυπαει το κυμα και φερνει το φως,
εκει θ'αναπαυονταν το σωμα του,οπως το επι-
θυμησε
.
.
.
ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ
ΚΑΙ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ
.
.




















.
.
Τρια παιδια ο Δημητρης,η Ελενη και η Μαρια
ζωγραφισαν με μαρκαδορους πανω σε χαρτο-
πετσετες και μου δωρισαν τις ζωγραφιες τους,
το Σεπτεβριο θα πανε στη α' δημοτικου
.
.
FAIRY TALE [η Ιστορια]
[που τους χαριζω και σ'ολα τα παιδια του κοσμου]
.
.
Καποτε δεν ηταν ετσι οπως ειναι σημερα.Ενα
περιστερι στον ουρανο αφησε ενα αυγο να πε-
σει απο κει ψηλα ,που πετουσε.Τ'ασπραδι του
αυγου απλωσε κι εγινε ενα ασπρο συννεφο και
σταθηκε στον αερα σαν ελαφρυτερο που ηταν,
ενω ο κιτρινος κροκος σαν βαρυτερος που ηταν,
επεσε πανω στο σκληρο καυκαλο μιας χελωνας ,
κι απο κει αναπηδωντας υψωθηκε στον ουρανο
εφτασε στο συνεφο,χτυπησε σ'αυτο και παλι
στην χελωνα ,απο κατω τα παιδια σταματησαν
το παιχνιδι και κοιτουσαν με θαυμασμο αυτο
το παραξενο πινγκ-πονγκ μεταξυ της χελωνας
και του συννεφου.
[ Καποιοι σοφοι αργοτερα ερμηνευοντας αυτο
το ατελειωτο πινγκ-πονγκ ειπαν πως συμβολιζε το
καθημερινο ταξιδι του ηλιου απ'τη γη στον ουρανο
στη γη]
Οταν καποτε βαρεθηκαν το παιχνιδι του
πινγκ -πονγκ με τον κιτρινο κροκο τ'αυγου
η'απο καποιο λαθος κινηση της αργης χελω-
νας σε μια δυσκολη μπαλια του συννεφου
η κιτρινη σφαιρα του κροκου κυλλησε στο
πρασινο χορταρι,τοτε τα παιδια αμεσως
την πηραν κι αφου χωριστικαν σε δυο ομαδες
επαιξαν ποδοσφαιρο , με τον κροκο για μπαλα.
Επαιξαν και χαρηκαν.Στο τελος το παιχνιδιου
ενα απο τα παιδια ,το πιο δυνατο,κλωτσησε
δυνατα την μπαλα ψηλα και εκεινη ανεβηκε
στον ουρανο οσο γινοταν ψηλοτερα κι εγινε
ο κιτρινος κροκος του αυγου ο ηλιος που φωτιζει
και θερμαινει τη γη ως τα σημερα
[βεβαια τα παιδια ξεχασαν αυτο το περιστατικο
,και θα'χε ξεχαστει για παντα αν δεν τα μαρτυρουσε
ολα οσα εγιναν και ειδε να γινονται εκεινη
τη μερα το περιστερι που πετουσε εκει ψηλα]
.
.
.
 ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
[SHORT  STORIES]
.
1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-...
.



.
.
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
.
.
1
Ειχε πολυ καιρο να την δει κι η αγωνια του ηταν
μεγαλη τωρα ,που πλησιαζε η ωρα να την συναν-
τησει.Στο τηλεφωνο του ειχε μιλησει τρυφερα.Α-
ναλογιστηκε τα χρονια που περασαν μαζυ,μπορει
και να την ειχε σκοτωσει,τα χρονια ,που ηρθαν σαν
να τα ζουσε ενας νεκρος,αδιαφορα.Αναρρωτηθηκε
αν ηταν ομορφη ακομα οπως τοτε.Δεν γνωριζε αν
την αγαπουσε η' αν ηθελε να εκδικηθει.Φοβονταν
πως συνεβαινε το πρωτο.Οταν τελικα ηρθε ειχε πα-
ρει την αποφαση του,αμετακλειτη,μονο που για
την εκτελεση της χρειαζονταν χρονος.
.
.
2
Μετα απο πολλα χρονια γυρισε στον τοπο ,που
γεννηθηκε.Κανενας απο εκεινους ,που μεγαλωσαν
μαζυ δεν ζουσε,και επιπλεον ειχαν συμβει τεραστι-
ες αλλαγες,σαν τα σπιτια με τα δεντρα μαζυ να
ειχαν αλλαξει τις θεσεις τους,εκεινες,που θυμον-
ταν.Προσπαθησε να βρει στους νεωτερους,αυτους
,που κατοικουσαν τωρα εκει ,σημαδια ,χαραχτη-
ριστικα των παλαιοτερων.Ματαια,σαν να μην τους
ενωνε κανενας δεσμος ,τιποτα .Η γλωσσα ,που
μιλουσαν του ηταν εντελως αγνωστη ,σαν να ηταν
περα απο την Ιστορια,καποια αρχαια γλωσσα.
Ουτε με χειρονομιες καταφερε να συνενοηθει και
να επικοινωνισει μαζυ τους,ουτε εδειξαν εστω
και καποιο ενδιαφερον για αυτο.Παραιτηθηκε
απο οποιαδηποτε προσπαθεια.Εμεινε στη πολη
μερικες μερες ακομη κι επειτα αναχωρησε.
.
.
3
Συζητουσαν.Σε καποιο σημειο της συζητησης τον
εκοψε.''Η ζωη δεν ειναι πιο ενδιαφερουσα απο τον
θανατο'' του ειπε.''Ομως ειναι η ζωη,που σου δινει
τη δυνατοτητα να το διατυπωνεις'' απαντησε ο αλ-
λος .''Εγω ζω στη ζωη μου νεκρος'' συνεχισε σαν
να μην ακουσε.''Αρα απο αλλη θεση,θες να πεις,
πως το διατυπωσες;''.Ο αλλος σαν να συνηλθε του
ειπε πως τον θαυμαζει για τον τροπο με τον οποιο
παντα συζηταει .
.
.
4
Ο πατερας του ,ναυτικος ,οταν γυρνουσε απ'τα μα-
κρυνα ταξιδια,τον επαιρνε,μικρο παιδι,στα διαφο-
ρα ταβερνεια που συχναζουν οι ναυτικοι,εκει επιναν
κι ελεγαν ιστοριες της θαλασσας.Οταν γυρνουσαν
σπιτι,η μανα ,παντα του'λεγε αυστηρα:''Τους ναυτι-
κους,να μην τους πιστευεις''κι επειτα γελωντας
''φτιαχνουν περιπετειες''.Εκεινος το'χε αποφασισει,
σαν μεγαλωσει θα μπει σε καραβι να ταξιδεψει.
Μετα το ναυαγιο και τον πνιγμο του πατερα τα-
ξιδεψε.Για να μην παραπονιεται η μανα και γκρι-
νιαζει της εστελνε συχνα γραμματα,και χρηματα
για το σπιτι.Καποτε σ'ενα πορτο,στο Μπουενος
Αιρες της Αργεντινης σ'ενα κακοφημο σπιτι μια
κοπελα ,που πηγε μαζυ της,του'πε πως εμοιαζε
πολυ με καποιον αλλον ,σαν να'ταν στενος συγ-
γενης του, και δε του πηρε χρηματα.Αυτος τα κα-
λαβε ολα.Και περιμενε να πληρωθουν με τη σει-
ρα ολα.Επειδη η μοιρα,το πεπρωμενο του ναυτι-
κου ειναι το στομα του καρχαρια,το καραβι του
βρεθηκε σ'αγρια θαλασσα και μετα απο ανιση
μαχη βουλιαξε,μαζυ με το καραβι κι ο ναυτης.
Οταν βρεθηκε στον βυθο ξαπλωσε χωρις παρα-
πονο,ηρεμος,αναμεσα στα κοραλλια και παρα-
καλεσε οταν εχει γαληνη ψηλα πανω ,στον ου-
ρανο να προβαλλει καθαρα αναμεσα στους αστε-
ρισμους η μικρη πολη,που γεννηθηκε με τη
θαλασσα της, τα σπιτια της ,το σπιτι του με τη
μανα και τ'αδερφια του.Και διπλα του κοντα
εβλεπε μεσα στα νερα και στα βραχια τον πατε-
ρα του σκεπασμενον με αστεριες κι αχινους.Κι
ηταν η καρδια του τοτε γεματη, πληρης.
.
.
5
Μιλαγε κι ο αλλος δεν καταλαβαινε τιποτα.Η' ετσι
τουλαχιστον φαινονταν.Του επαναλαμβανε τα λεγο-
μενα του, ομως χωρις ν'αλλαξει το παραμικρο.Αρχι-
σε ,υπομονετικα,να του διδασκει τη γλωσσα,απο την
αρχη.Επειδη παλι δεν ειχε κανενα αποτελεσμα αγα-
νακτησε,απειλησε πως ποτε δεν θα του ξαναμιλουσε.
Ο αλλος ακουγοντας εκεινο χαμογελασε ,επιδοκιμα-
στικα,σαν εκεινο να επεδιωκε.
.
.
6
Ενιωθε μεγαλη ευτυχια,που περασε τη ζωη του παρα-
τηρωντας τη θαλασσα.Νυχτες ολοκληρες περασε σε
κρυφες απομερες παραλιες βλεποντας το φως του φεγ-
γαριου, ασημι ,να το φερνει στις πλατες του το κυμα και
να το αφηνει στην λεπτη αμμο μπροστα στα ποδια του.
Φανταζονταν τον εαυτο του να τρυπωνει στη σπηλια
ενος κοχυλιου και να ζει σαν ερημιτης του .
.
.
7
Παρ'οτι δεν επεδιωξε το κακο,ηρθαν ετσι τα πραγματα,
που μπερδευτηκε ασχημα.Ξεφυγε,ποτε δεν τον επιασαν
κι αυτο το χρωστουσε στην εξυπναδα του,να κρυβει
καλα τις πραξεις του.Καποτε σταματησε αυτη τη ζωη,
και ζουσε σε μεγαλη εκτιμηση απο τους αλλους.Αργο-
τερα οταν αποκαλυφθηκαν τα εγγκληματα του,αλλαξαν
συμπεριφορα ,κι εγιναν πολυ σκληροι ,ανελεητοι..Ολους
τους απογονους του τους επιασαν , τους πηραν τις περι`-
ουσιες τους και τους εξολοθρευσαν.Σβηνοντας τα παντα
τελειωσαν.
.
.
8
Συχνα συγκεντρωνε το βλεμμα του σ'ενα αντικειμενο
π.χ σ'ενα μηλο,επειτα εκλεινε σφιχτα τα ματια του κι ο-
ταν μετα απο καποια ωρα τα ανοιγε το πραγματικο μηλο
ειχε εξαφανισθει.Αυτη η ικανοτητα του,η' τελος παντων
οτι ηταν,δεν ειχε καμια σχεση με μαγειες και θαυματα,
αυτο το γνωριζε καλα.Τις νυχτες ,μεσα στα ονειρα του,
ολα εκεινα τα αντικειμενα αναβιωναν,και κατειχαν πε-
ρισσοτερη πραγματικοτητα εκεινα τα ειδωλα.
.
.
9
Καποια μερα εφυγε,για πολυ καιρο περιπλανηθηκε,καποι-
ες φορες ενιωσε ευτυχισμενος.Οταν καποτε γυρισε πισω
ολα ειχαν αλλαξει,ματαια εψαχνε να ξαναβρει τα προσω-
πα,που ειχε εγκαταλειψει τοτε.Αποκαμε να ψαχνει,ισως
αυτη η τιμωρια ηταν η καταλληλη ,για την πραξη του.Τα
υπολοιπα χρονια της ζωης του τα περασε μονος,ερημος.
Οταν μετα απο χρονια τους συναντησε και παλι ,εκεινοι
τον συγχωρησαν και δεν του κρατησαν καμια κακια,ουτε
του ζητησαν να δικαιολογησει την συμπεριφορα του.
.
.
10
''Τι ειδος γνωση ειναι αυτη που εχουμε γι'αυτην -εδω-την
πραγματικοτητα;'',''Η εφευρεση η' η ευρεση νεων μορφων
αφηγησης εξυπερετει αισθητικες αναγκες;'',''Μπορει η
πραγματικοτητα να ειναι διατυπωμενη πανω στην εξαπα-
τηση των αισθησεων;''Αυτα ηταν τα ερωτηματα ,που τον
αποσχολουσαν ,οταν αισθανθηκε την αναγκη να την καλε-
σει να ερθει στο σπιτι.Την ειχε γνωρισει τυχαια,σε μια
κοινωνικη εκδηλωση,πριν λιγο καιρο.Ηταν ευγενικη και
πολυ ομορφη.Αποψε του φανηκε ανησυχη,σαν να την βα-
σανιζε κατι.Προσποιηθηκε πως δεν καταλαβε κατι,υστερα
δεν κρατηθηκε και την ρωτησε.Εκεινη του απαντησε,απλα,
πως δεν ειχε κατι ,που να αξιζει,να κρατηθει απο αυτο.
''Ετσι κι αλλιως πρεπει να κατασκευασουμε η' να εφευρου-
με τους λογους για να ζουμε.Κι ισως γι'αυτο βρισκομα-
στε εδω'' ειπε.Στη συνεχεια του αφηγηθηκε μια ιστορια,
αν και ηταν ενδιαφερουσα,του φανηκε φτιαχτη,κατασκευ-
ασμενη.Ενα δυο σημεια της ηταν σκοτεινα,απο πισω τους
διαισθανονταν μια τρομακτικη αληθεια.Λιγο μετα της εξι
το απογευμα εφυγε.Εκεινος μετα την αναχωρηση της σκε-
φτηκε μηπως ηταν καλυτερα να μην σιωπησει,να τρεξει
πισω της,να της πει πως εχει καταλαβει τι παει να κανει,και
να την συνεφερει.Ομως δεν το κουνησε απο τη θεση του.
Πηγε μονο στο παραθυρο και μολις που προλαβε να τη δει
να στριβει στη γωνια του δρομου κατω και να χανεται
.
.
11
Γνωριζε πολυ καλα την μεγαλη του αγαπη να
αφηγειται ιστοριες.Τον επισκεφθηκε στο σπιτι
του.Εκεινη τη μερα του αφηγηθηκε μια πραγματι-
κη ιστορια:
''Οι πληγες του ηταν ανοιχτες και αιμοραγουσαν,
τα αγρια κυνηγοσκυλα ειχαν εξαντληθει απο το
τρεξιμο και τον βασανιζε η σκεψη πως η αληθεια
ειναι απουσα''
Αργοτερα επεξεργασθηκε καλα ενα μυθο:
''Καποιος ειχε δολοφονησει τον πατερα του κι ειχε
παει με τη μανα του.Παιδια δεν αποκτησε μαζυ της.
Καλυτερα ετσι''Σταματησε την αφηγηση και ρωτησε:
''Ποιος γνωριζει,αυτο που ειναι ο ανθρωπος;''
Στη συνεχεια αναφερθηκε πως συνεβηκε το γεγο-
νος:''εκεινος εσπερνε το καμωμενο χωραφι,οταν
ξαφνικα ακουστηκε μεγαλη βουη απ'τον ουρανο και
χυμηξε μ'ανοιγμενα τα φτερα αετος και αφου τον αρ-
παξε στα νυχια του αναληφθηκε μαζυ του στον ουρα-
νο ψηλα''
Απο τον πατερα του ειχε κληρονομησει μεγαλη
περιουσια,η μητερα του τους ειχε εγκαταλειψει,
οταν ηταν ακομα μωρο παιδι,στη κουνια,και πο-
τε δεν εμαθαν τιποτα γι'αυτην.
Οταν ειχε αρχισει να νυχτωνει αναχωρησε,εκεινος
τον συνοδευσε ως την αυλοπορτα του σπιτιου.
''Ολοι οι ανθρωποι ειναι θνητοι,, ακουσε τα τελευ-
ταια του λογια.
Τις επομενες μερες χαθηκε μεσα σε ανοητες και
ασημαντες πραξεις,και δεν του εμεινε ,εστω κι ελα-
χιστος χρονος,να αντιληφθει την πραγματικη ουσια
των πραγματων,που τον περιτριγυριζουν.Δυστυχως,
καμια καινουργια ιδεα.
.
.
12
Δεν ενιωθε απο τη ζωη της ικανοποιημενη,
κατι την ανησυχουσε,ακαθοριστο.Ουτε η δου-
λεια ουτε ο αντρας της ουτε και τα παιδια της
της εδιναν πια χαρα.Αποφασισε να τα εγκατα-
λειψει ολα,οι δικοι της προσπαθησαν να την
μεταπεισουν.Ματαια.Παλεψε πολυ σκληρα με
τη δειλια της και τελικα νικησε τους φοβους
της.''Η αληθεια ,ειναι το αδυνατο'' εγραψε στο
σημειωμα ,που αφησε πισω της κι εφυγε.Πολυ
αργοτερα,αφου την εψαχναν παντου για πολυ
καιρο ,την βρηκαν να δουλευει σ'ενα απο τα
''σπιτια'' της πολης.
.
.
13
Στην αρχη και για πολυ καιρο τον εκμαλευτη-
καν πολυ σκληρα.Καταφερε και διχτυωθηκε
μεσα σ'αυτο το κυκλωμα.Ταυτοχρονα ανεβηκε
κοινωνικα κι ετσι αθορυβα απλωσε παντου τα
πλοκαμια των επιχειρησεων του.Οσοι διανοη-
θηκαν πως μπορουσαν να τον βγαλουν απ'τη
μεση απετυχαν.Η τιμωρια τους ηταν σκληροτα-
τη .Με κινησεις υπολογισμενες,και την καταλλη-
λη στιγμη αστραπιαιες οπως του φιδιου.Οταν
πια γερασε,αντι να καμφθει η ζωτικοτιτα του
δυναμωσε,συνδιασμενη με την εμπειρια και τη
σοφια,που αποκτησε τοσα χρονια.Ηταν παντο-
δυναμος.Καμια γυναικα ,απ'οσες εμπλεξε,δεν
παντρευτηκε.Συνειθιζε να λεει πως ο αντρας ,
που τον εχουν εκμεταλευτει,απεχθανεται ο ιδι-
ος να εκμεταλευεται αδυνατα ατομα.Τα παντα
λειτουργουσαν με αυστηρους απαραβατους
κανονες.Ενα τελειο συστημα.Ακομα και τον
θανατο του σχεδιασε αριστοτεχνικα στην ελα-
χιστη λεπτομερεια.Δολοφονηθηκε μεσα στο
γραφειο του την ωρα,που περα εξω απ'τ'ανοιχτο
παραθυρο κοκκινιζε τον μακρυνο οριζοντα η
δυση του ηλιου.
Ο δολοφονος του δεν βρεθηκε ποτε.
.
.
14
Τις νυχτες με φεγγαρι ανοιγε το παραθυρο.Αποψε
το φεγγαρι περνουσε ησυχο,σιωπηλο κι αγγιζε στις
ακρες τις μηλιες ,μαζευε το αρωμα τους και το περ-
νουσε μεσα στο σπιτι,που βουλιαζε μακαριο κι ευτυ-
χισμενο στο ονειρο.
Το πρωι ξυπνωντας βρηκε στη τραπεζαρια πανω στο
τραπεζι ενα κατακοκκινο μηλο.Το αλλο πρωι βρηκε
παλι δυο μηλα,κατακοκκινα,σε δυο διαφορετικα ση-
μεια του σπιτιου.Τις επομενες μερες γεμισε ολοκλη-
ρο το σπιτι με κατακοκκινα μηλα .Αργοτερα το μεση-
μερι εμαθε πως και σε αλλα σπιτια στη γειτονια εγιναν
τα ιδια.Το αλλο πρωι,απο νωρις,γεμισε το σπιτι με που-
λια ,που κελαηδουσαν.
.
.
15
Την επισκεπτονταν συχνα τα σαββατα στο σπιτι της
στην εξοχη.Πολλες φορες την ρωτουσε γιατι μια τοσο
ομορφη γυναικα ,που ειναι,να εχει απομονωθει στην
ερημια.Σ'εκεινες τις ερωτησεις δεν του απαντουσε,μο-
νο μια φορα του ειπε σοβαρα:''Εγω,δεν χρειαζομαι την
ομορφια για να πεθανω για παντα''.
Εμεναν ξενυχτωντας και συζητουσαν μεχρι το ξημε-
ρωμα,τοτε εκεινη σηκωνονταν πηγαινε στην θαλασσα,
που απλωνονταν ηρεμη μπροστα απο το σπιτι και κολυ-
μπουσε ωρα πολυ.
Οταν γυρνουσε τον ξυπνουσε,κι ετρωγαν φρεσκα φρου-
τα.Εφευγε παντα αργα την κυριακη.
Ενα σαββατο ,που την επισκεφθηκε δεν την βρηκε ουτε
αυτη ουτε το σπιτι.Ρωτησε τους γειτονους .Εκεινοι τον
κοιταξαν παραξενα και του απαντησαν πως στη θεση ε-
κεινη δεν υπηρξε ποτε σπιτι,και φυσικα ποτε καμια γυ-
ναικα δεν εζησε εκει.
.
.
16
Προχωρησε στο μονοπατι κατω απο τον ηλιο.Λεμονιες
και πορτοκαλιες αριστερα και δεξια του δρομου, αναμε-
σα τους εβρισκε ροδιες και συκιεςς.Πιο κατω συναντησε
την ευθεια των σιδερογραμμων του τρενου και την ακο-
λουθησε για λιγο,υστερα την αφησε και περνωντας ενα
δρομακι,που κουλουριαζονταν στη πλαγια του λοφου
κατεβηκε ως τη θαλασσα.Γαληνη.Ερημη ,ακυμαντη επι-
φανεια,ξαφνικα γλαροι πεταξαν τρομαγμενοι απο το
περασμα του τρενου ψηλοτερα στο λοφο.
Περασε η μερα , οι ισκιοι στη γη μακρυναν.Τοτε περασαν
βαρκες στα ανοιχτα,μια απ'αυτες ξεκοψε ,πλησιασε στην
ακτη,κατεβηκε ο ψαρας να γουλιασει στα βραχια τα χταπο-
δια,που επιασε,κι εκει βρηκε το σωμα εκεινου του ανθρω-
που .Εδιωξε τους γλαρους απο πανω του,το τραβηξε στη
θαλασσα κι αφου το καθαρισε με το αρμυρο νερο, εκει
διπλα στην αμμο το εθαψε.Σε λιγο θα νυχτωνε,πηδηξε στη
βαρκα κι ανοιχτηκε στη θαλασσα,γυριζοντας σπιτι του.
.
.
17
Διαλεξε τα πιο ομορφα λουλουδια,τα' βαλε στο βαζο και
μ'αυτα στολισε το τραπεζι.Μεσα στον καθρεφτη στο βαθος
του δωματιου ειδε το προσωπο της,καποτε οταν ηταν νεα ο-
μορφο,γερασμενο απο τα χρονια και τα βασανα της ζωης.
Το μεσημερι θα ερχονταν τα παιδια για φαγητο,αργοτερα το
απογευμα θα πηγαιναν στη θαλασσα για μπανιο.Τις ζεστες
νυχτες του καλοκαιριου εστρωναν στρωματα εξω στη λοντζα
και ξαπλωναν να κοιμηθουν εκει.Στο μικροτερο παιδι του
αρεσε να μετραει τα αστερια στον ουρανο,και να παραφυλαει
την ξαφνικη πτωση του μετεωριτη,ισα που προλαβαινε να τη
δει.Τοτε γυρνουσε σ'αυτη, την αγκαλιαζε και της ελεγε:''Πες
μου,μανουλα,κι εσυ θα γινεις αστερι;Ετσι δεν ειναι; Θα γι-
νεις'',της το'λεγε με τοσο σοβαρο υφος ,που της φαινονταν
κωμικο,εκεινη γελουσε κι επειτα το παρηγορουσε:''Ελα,
μικρο μου ,ησυχασε,παντα εδω θα μεινω ,διπλα σου,οσο
κοντα ειναι στο χερι τα δαχτυλακια σου το ενα με το αλλο''
Εκεινο ησυχασμενο κοιμονταν κι εκεινη σηκωνε τα ματια
της ψηλα στον ουρανο κι εψαχνε στα αστερια του το προ-
σωπο της.
.
.
18
Αν η πραγματικοτητα,κατα καποιο τροπο,ειναι αυθαιρετη,
τοτε μπορουσε να ενεργησει με πληρη ελευθερια.Το σπιτι
του συνορευε με το δασος.Γυρω γυρω απ'το σπιτι ειχε φυτε-
ψει πολλα δεντρα,και τα πουλια φωλιαζαν στα φυλλωματα
τους.Χωρις να το καταλαβει,ανεπαισθητα,το δασος σιγα-σι-
γα πλησιασε και σφιχταγκαλιασε τον χωρο του.Δεν του φανη-
κε παραξενη η ιδεα πως μπορει να βρισκονταν στο κεντρο
του δασους.Το σπιτι του ερειπωσε και στα χαλασματα φυ-
τρωσαν αγριοχορτα,τα δεντρα του κηπου αγριεψαν,τα που-
λια σκορπιστικαν στο αδιαπεραστο δασος.Ολα πια τελειω-
σαν.
.
.
19
Εκει μεσα στο λαβυρινθο,που σχηματιζαν τα σπαρτα χαθη-
κε μια μερα το μικρο παιδι.Η μανα του φτωχη γυναικα κι ο
πατερας ξενιτεμενος στα μακρυνα τα ξενα.Τριγυρνουσε σαν
τρελλη μεσα στα σπαρτα η μανα και τον ηλιο ψηλα ρωτουσε
που ολα τα βλεπει και τιποτα δεν του ξεφευγει κρυφο αν ειδε
το παιδι.Κι εκεινος μακρυα πολυ ηταν ,δεν την ακουγε ,και
τιποτα δεν της απαντουσε.Κι εκεινη τριγυρνουσε και τρι-
γυρνουσε κι οταν κατεβαινε χαμηλα το φεγγαρι πολλοι ακου-
γαν το παραπονο της και τους ραγιζονταν η καρδια:''Ορφανε-
μενο μου μικρο πουλακι,και που να σ'ανταμωσω η ερμη.
Μητε ο ηλιος μ'απαντα μητε το φεγγαρι μ'αποκρινεται.Κι
εσυ που μου παιζεις που μου χορευεις ερμο και μοναχουλι
και στην αυλιτσα μας δεν λουλουδιαδει μοσχος αφοτε εσυ
εδυσες αστερι της φτωχιας ζωης μου''
Τοσα χρονια πανε και τιποτα δεν βρεθηκε.
.
.
20
Οι τοιχογραφιες των αγιων μια -μια τελειωναν με τη σειρα:
η Γεννηση,η Βαπτιση,η Κοιμηση της Θεοτοκου,η Βαιφο-
ρος,η Σταυρωση,η Δευτερα Παρουσια,οι σειρες των Αγιων
και των Οσιων.Απομενε ψηλα στη μεση του τρουλου ο
Παντοκρατορας,ο αυστηρος Κριτης Των Παντων.Ψηλα στη
σκαλωσια ο αγιογραφος,τεχνιτης,αρχισε το εργο.Ολα στην αρ-
χη πηγαιναν καλα,ομως ξαφνικα τα χερια του δεν υπακουσαν,
ατεχνιες ,που ματαια προσπαθουσε να διορθωσει.Τις νυχτες
ηταν σκεπτικος και δεν εκλεινε ματι,οπως μαρτυρουν οι βοη-
θοι του,ανησυχουσε πολυ,πως ισως δεν θα προλαβαινε να
τελειωσει το εργο του.
Κανενας δεν καταλαβε πως εγινε η καταστροφη,η σκαλωσια
ξαφνικα καταρρευσε σαν χαρτινος πυργος και τον καταπλα-
κωσε πεφτοντας απο ψηλα.Τον τραβηξαν με δυσκολια μεσα
απο τα σπασμενα ξυλα πεθαμενον
.
.
21
Ο πατερας του τον επαιρνε συντροφια του οταν οργωνε τα
χωραφια.Το μικρο παιδι καθονταν παραμερα και θαυμαζε
τον πατερα του,μεσα στο φως της μερας ιδιος αγιος.Εκει
στην ακρη του χωραφιου ξεκουραζονταν ο πατερας και
ελεγε στο παιδι πως σαν μεγαλωσει θα το μαθει να ημερω-
σει αγριο αλογο και να το ζεψει στο αλετρι.Εκεινο χαρηκε
μεσα του βαθεια.
Κι ηρθαν οι χρονοι αλλιωτικα
Το παιδι αρρωστησε βαρεια για να πεθανει κι απομεινε
ο γερος του ερημος στον κοσμο μοναχος .
Τον μαυρο,που'χαν ταμενο στο παιδι ,αν θυμαμαι καλα,
δεν τον πουλησαν.τον κρατησαν
.
.
.
Αποσπασματα ενος Λογου [ στη Πολη ]
Fragments of a Logos [in Athens City]
.
.

.
.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΕΝΟΣ ΛΟΓΟΥ
[ στη Πολη ]
.
.
συχνα εμπενε στα σπιτια με τις κοινες γυναικες
με αναμεικτα αισθηματα ντροπης και επιθυμιας,
εκει στις πολυθρονες εβρισκε κι αλλους αντρες
διαφορων ηλικιων,ολοι σιωπηλοι,μερικοι καπνι-
ζαν περιμενοντας τη κοπελλα,εκεινη αφου τελει-
ωνε καποιο πελατη εμφανιζονταν,μ'ενα ημιδιαφα-
νο κομπινεζον,εκανε μια βολτα το σωμα της για
επιδειξη και εξαφανιζονταν,η πατρωνα φωναζε
τον επομενο,αφου την προπληρωνε,καποιοι ση-
κωνονταν να φυγουν,αν δεν ηταν του γουστο τους
η κοπελα,κι αλλοι επειδη ειχαν ερθει μονο να δουν,
οι υπολοιποι εμειναν και περιμεναν τη σειρα τους
υπομονετικα,εκεινη με βραχνη φωνη απ'τα τσιγαρα
και τα ποτα του ελεγε να ετοιμασθει,και ξαπλωνε
στο κρεβατι,το δωματιο βαμενο κοκκινο ροζ,βαριες
κουρτινες στα παραθυρα,αν ειχε,και καποια λαικη
εικονα ενος γυμνου γυναικας κρεμασμενη στον τοι-
χο,η γυναικα τον περιμενε,οταν τελειωνε καθαριζε
τα χερια του στον νεροχυτη,που ειχε εκει μεσα.
.
τ'απογευματα της κυριακης κατεβαινε στο λιμανι,
χαζευε τα καραβια,επειτα ανηφοριζε στην κεν-
τρικη πλατεια με το Θεατρο,εξω ταμπλο με το
εργο ,που παιζονταν,απο εκει κατεβαινε στο αλλο
λιμανι με τα κοττερα,γεματο καφετεριες και μπαρ,
ανθρωποι επιναν καφε ,μπυρες ,αναψυκτικα,ετρω-
γαν γλυκα,παγωτα,οι αντρες μιλουσαν για πολιτικα,
για τα αθλητικα,οι γυναικες ειχαν το νου τους για
τα παιδια,που αν δεν τα προσεχες τα'χανες μεσα
στο δασος των καρεκλων,αυτος όλα αυτα τα προ-
σπερνουσε αμετοχος,αδιαφορος,σχεδον αορατος.
.
περπατουσε στο κεντρο της πολης χωρις σχεδιο,
σταματουσε στις βιτρινες των βιβλιοπωλειων,
εβλεπε τα βιβλια τους,σταματουσε και σε βιτρι-
νες με γυναικεια εσωρουχα,με καποια ενοχη,οι
ανθρωποι που τον προσπερνουσαν χανονταν δια-
λυμενοι στην ανωνυμια τους,τυχαινε να ακολου-
θησει για λιγο καποια γυναικα,σκεφτονταν πως
γινεται να χανεται το κουνημα των γοφων,το
ανεμισμα των μαλλιων,το λυγισμα της μεσης,
στη μεγαλη αδιαφορια,πλησιαζοντας τη μεγαλη
πλατεια συναντουσε τους ζητιανους,πισω απ'τη
πλατεια στις παροδους οι κινηματογραφοι με τα
πορνο.
.
η επαφη με τους ανθρωπους του γεννησε ιστοριες:
ο συζυγος εκανε δυο δουλειες,τα παιδια κακομαθη-
μενα,μηχανακια,τ'απογευματα στα γυμναστηρια,τα
βραδυα στις καφετεριες ,στα μπαρ ανταλλασαν κενα
συναισθηματα με υπερβολικα επιφωνηματα,η μανα
ειχε εραστη, ενα πουρο πλουσιο θυμα να το μασησει,
χρυσα δαχτυλιδια,γουνες,εκεινη εβαφε εντονα τα
ματια ποτε μαυρα ποτε γαλαζια,το σωμα εχασε την
ελαστικοτητα του,πλαδαρο,ο γυιος εμπλεξε σ'ασχημες
παρεες,η κορη προκλητικη με τους αντρες,,μολις η
μανα χωρισε το γερο τα'φτιαξε μ'ενα νεαρο στην ηλη-
κια του γυιου της,ενα ρεμαλι,την στριμωχνε μεσα
στα παρκα,πισω απο παρατημενα βαγονια του τρενου,
τραβηχτηκε μαζυ του παραπανω απο ενα χρονο,του
ειπε πως εμεινε μαζυ του γιατι εκανε αυτα ,που δεν
εκανε με τον αντρα της,την χωρισε,τον επερνε τις
νυχτες τηλεφωνο εκεινος την εβριζε και της εκλεινε
το τηλεφωνο,τον αντρα της τον μισουσε,τον αλλον
τον αγαπουσε παραφορα,ενιωθε κουρασμενη,ολη
τη μερα δεν ησυχαζει,εγινε νευρωτικη,τα απορρυπαν-
τικα της εκαψαν τα χερια,παχυνε,το τελευταιο καιρο
τρωει σαν γουρουνα,ενιωθε μονη απελπισμενη,πολλες
φορες σκεφτηκε να τερματησει τη ζωη της
.
τα πρωινα τις κυριακες ανεβαιναν με το τρενο στα
βορεια προαστεια ,τα μεσημερια γεματα με φιλα-
θλους ,για το ματς,γυριζαν το βραδυ,οι μεν απο μια
ψευτικη επαφη με τη φυση και οι αλλοι απο μια
απατηλη περιπετεια,εβλεπε μεσα απο τις αντανα-
κλασεις στα τζαμια του τρενου τα ειδωλα τους,
τα παιδια κουρασμενα στις αγκαλιες των μαναδων,
οι φιλαθλοι φωνακλαδες σχολιαζαν το ματς,εβρι-
ζαν και υμνολογουσαν,στους κεντρικους σταθμους
τους καταπινε η αδυσωπητη πραγματικοτητα,ξεμπου-
καραν απο τα βαγονια,οχλος μαζα,υστερα αναδυον-
ταν απο τα υπογεια στην επιφανεια,διασκορπιζονταν
στους δρομους διαλυμενοι μεσα στα φωτα ενας
ενας κανενας,στα αυτοκινητα ,στους θορυβους της
πολης,επεστρεφοντας στην ανωνυμια,του ηρθε
να φωναξει
.
επεσε πανω σε ανθρωπους που φωναζαν για τα
δικαιωματα τους,δεν τον ενδιεφερε να μαθει τι δι-
εκδικουσαν,τον γοητευε η επικη ρυθμικοτητα των
φωνων,ο ανθρωπος πρεπει να επιζησει
.
σε μια συναυλια συγχρονης μουσικης,στο Γκαιτε,
ο εκτελεστης χτυπουσε τα ξυλοφωνα χωρις να τα
αγγιξει,μια στιγμη πριν τα χτυπησει,μια στιγμη
πριν αναπηδησει απο μεσα τους ο ηχος,μια παρα-
σταση της μουσικης εργασιας,μετα-μουσικη,η χει-
ρονομια του δισταγμου,ηχος ηχηρος απο τα ανε-
παφα ξυλοφωνα,οι ακροατες,αρκετοι,αμυητοι στη
συγχρονη τεχνη,στριφογυριζαν στα καθισματα τους
ανησυχοι,μην μπορωντας να αντεξουν τη μη- μουσι-
κη της μουσικης,περα απο τα συντηρητικα γουστα
τους,τελικα σηκωθηκαν και βγηκαν απο την αιθου-
σα,υπεροπτες,στο φουαγιε ανταλλαξαν κοινοτυπιες
αερολογοντας για την παρακμη της τεχνης,πινοντας
κοκτειλς και φλερταροντας σαχλες γυναικες της τα-
ξης τους,μην κατανοωντας πως η συναυλια πετυχε
επειδη αυτο το αποτελεσμα επεδιωκε,να τους εκδιω-
ξει
.
την συναντησε τυχαια στην πανεπιστημιου κοντα
στο ρεξ,φορουσε μαυρες δερματινες γυαλιστερες
μποτες μεχρι πανω απ'τα γονατα,μινι βελουδινη
φουστα,το προσωπο εντονα βαμμενο,τα μαλλια
ξανθο οξυζενε,του ζητησε να πανε για καφε,πηγαν
στο ατρεουμ ,τους κοιτουσαν περιεργα,εκεινος ντρα-
πηκε,την πηραν για πουτανα πολυτελειας,κι αυτον
για νταβατζη της,σερβεριστηκαν ,ουτε που προσε-
χε τι της ελεγε,κοιτουσε πισω του ,αριστερα απο τον
ωμο του,εριξε επιτηδες το κουταλακι του εσπρεσο
κατω και σκυβοντας να το σηκωσει γυρισε το κε-
φαλι ,ειδε ενα δυο τραπεζια πιο πισω ενα φιογγο,
αυτον κοιτουσε,δεν της ειπε τιποτα,δεν θελησε
να της χαλασει τη δουλεια,της ειπε πως δεν ειχε
χρονο,ειχε αργησει,και σηκωθηκε να φυγει,εκει-
νη τον ακολουθησε,στη γωνια του δρομου χωρη-
σαν.
.
ειχε ερθει απο τη θρακη,καθαριζε σκαλες σε φτηνο
ξενοδοχειο ,εικοσιπεντε χρονων,ακομα ομορφη,
το αφεντικο της ριχτηκε,αντισταθηκε,την εδιωξε,
πηγε σ'αλλο,τα ιδια,με τρια παιδια απο δυο αποτυ-
χημενους γαμους,με αντρα τεμπελη και μικροαπα-
τεωνα στον τριτο γαμο και δυο ακομα παιδια,ο αν-
τρας της αδελφης της ,ενα τομαρι,της ριχτηκε στο
ιδιο της το σπιτι μπροστα στα μικρα παιδια,ειχε
και τη γυναικα του,την αδελφη της συνεργο,αντι-
σταθηκε φωναξε κλωτσησε δαγκωσε,και μια νυχτα
δανειστες απο τα χρεη του αντρα της ηρθαν και
της χτυπουσαν τη πορτα και τα παραθυρα,φωναζαν
θα σπασουν την πορτα,πως αν τον πετυχουν θα τον
λιωσουν σαν σκουληκι κι εκεινη,αν δεν τους κατσει
να ξεπληρωσει,θα την βιασουν ,
.
αυτοι ,που συναντας και περνουν δεν γνωριζεις τι
ειναι,ειναι και δεν ειναι,υπαρχουν οσο χρονο τους
βλεπεις,ισως οι μεγαλυτεροι εγκληματιες να περα-
σαν διπλα του,να σταθηκαν διπλα διπλα να περασουν
στις διασταυρωσεις των δρομων,αλλα και ποσους
ευγενεις ανθρωπους δεν τους καταλαβε,ηταν κοντα
και δεν τους ειδε,δεν τους γνωρισε,
.
εμενε με τη μικρη κορη της στο μεταξουργειο,
σ'ενα παλιο σπιτι,με εσωτερικη αυλη και γυρω
γυρω τα δωματια,που τα νοικιαζαν διαφοροι αν-
θρωποι,φοιτητες απο την επαρχια,εργατες,και
αλλοι,ηταν χωρισμενη, η κορη της ηταν δεκατεσ-
σαρων χρονων,ο αντρας της τους ειχε παρατησει
πανω απο δεκα χρονια,δεν εδωσε σημεια ζωης,δεν
εμαθε,αν ζουσε η' πεθανε,,καποιος της ειπε πως ξε-
νιτευτηκε ,αλλος πως σε καυγα πανω καποιον μα-
χαιρωσε και σαπιζει στη φυλακη,εκεινη απροστα-
τευτη,νεα ακομα,επεσε στα χερια ενος παληαν-
θρωπου,αυτος την πουλουσε σε πλουσιους πελα-
τες,η μικρη εμενε μονη τα βραδυα,η μανα της
γυρνουσε το ξημερωμα μεθυσμενη και ξερνου-
σε στη τουαλετα,συχνα κουβαλουσε τους πελα-
τες στο σπιτι,και δεν μπορουσε να κοιμηθει απο
τα βλαστημια,τα δυνατα γελια και τις φωνες των
μεθυσμενων πελατων,ηταν και φορες που την
εδερναν και ουρλιαζε, η μικρη τρομαζε,ετρεμε
απο τον φοβο της,δεν διστασαν να της ζητησουν
τη μικρη στα βρωμικα παιχνιδια τους,εκεινη δεν
ηθελε φωναξε,την χτυπησαν ,εγινε αυτο,που θε-
λησαν,καποτε ξεσηκωθηκαν οι ενοικοι,πηγαν στην
αστυνομια ,ηρθαν και τις μαζεψαν μανα και κορη,
απο τοτε κανεις δεν εμαθε για κεινες τις ψυχες
.
τοτε δεκαπεντε χρονων,θυμαται καλα,εκανε δια-
φορες δουλειες ,απο το πρωι μεχρι ,που νυχτωνε,
γυριζε σπιτι,ετρωγε κατι,εκλεινε τα φωτα κι εμενε
κρυμμενος μεσα στο σκοταδι κοντα στο παραθυρο
και απο κει παρακολουθουσε τις σκιες στα φωτισμε-
να παραθυρα ,με τις σκιες και τις φωνες εκεινες απο-
κοιμιονταν,δεν τολμησε να εκμυστηρευτει σε κανε-
ναν τα μυστικα της καρδια του,αργοτερα η γυναικα
του αφεντικου του ,μια χοντρη γυναικα,του ριχτηκε,
αντεδρασε,τον απειλισε πως θα πει στον αντρα της
πως εκεινος της ριχτηκε,θα τον εδιωχνε,παραδωθηκε
για δυο ολοκληρα χρονια στις ορεξεις της,τελικα
καταφερε να ξεφυγει,γνωρισε μια κοπελλα ,την αγα-
πησε κι εκεινη το ιδιο,δεν παντρευτηκαν,εμαθε πως
εκεινη ατυχησε,χωρισε με τρια παιδια,ολα ειχαν τε-
λειωσει, δεν προσπαθησε να την συναντησει ξανα.
.
Την περιμενε στην καφετερια σαν την γαλα-
ζια θαλασσα κι επειτα απο ωρες ευτυχιας την
συνοδευσε μεχρι το σπιτι της αδερφης της.Την
ειχε στο μυαλο του για καιρο.
Οταν την συναντησε εκεινη τη μερα στο κεν-
τρο της πολης εκεινη σαστισε.Στο ζαχαροπλα-
στειο ,που πηγανε για γλυκο ματαια προσπα-
θησε να κρυψει τη βερα που φορουσε στο
δαχτυλο της:ειχε αρραβωνιαστει καποιον,που
δεν ηθελε,δεν τολμησε να αντιδρασει.Εκεινος
πικραμενος την κατηγορησε πως λεει ψεματα,
εκεινη εκλαψε κι αρνηθηκε πως ηταν ετσι.
Της ζητησε να του υποσχεθει πως θα τον
ακολουθουσε παντου οπου αυτος ηθελε.Του
το υποσχεθηκε.Την εσυρε σ'ενα δωματιο ενος
ξενοδοχειου,στο κεντρο,σ'ενα απο κεινα τα
παληα νεοκλασσικα που ξεμειναν.Βρεθηκε
κλεισμενη σ'εκεινο το δωματιο μαζι του,δεν
τον φοβηθηκε,αντιθετα χαρηκε,εβγαλε
τη βερα απ'το δαχτυλο και την πεταξε απ'
τ'ανοιχτο παραθυρο εξω στο δρομο.Μετα
απο λιγο ακουσε το θορυβο που εκανε
πεφτοντας στο πεζοδρομιο.Επειτα τον
αγκαλιασε και κυλισε ο χρονος.
Οταν τελειωσαν ,στο δρομο ακομα κυ-
λουσαν αυτοκινητα , πιο λιγοστα ομως
αυτη την ωρα.Ακουμπισε το κεφαλι της
στο μπρατσο του κι αποκοιμηθηκε.
Στον υπνο της την τυραννισαν εφιαλτες:
Περπατουσε αμεριμνη στην ακρογυαλια,
οταν ξαφνικα καποιος αμολυσε σκυλια
να την κυνηγησουν.Ετρεχε μ'ολη τη δυ-
ναμη που ειχε,ενιωθε την ανασα τους
να την αγγιζει κι ισως να την εφταναν
και να την κατασπαραζαν αν δεν ανοι-
γε ξαφνικα μια πορτα και δεν εκλεινε
γρηγορα πισω της,Η καρδια της πηγαι-
νε να σπασει απ'τον τρομο.Ανεβηκε
συγχισμενη τη σκαλα που βρεθηκε
μπροστα της ,μπηκε σ'ενα δωματιο και
καθισε στο κρεβατι.Οταν συνηλθε παρα-
τηρησε στην οροφη του μια παρασταση,
πλαισιωμενη με γυψινες διακοσμησεις
απο φυτικα μοτιβα.Αναγνωρισε τη κατα-
διωξη του Αδωνι ,αγριεμενα σκυλια τον
κυνηγουσαν σ'ενα καταπρασινο λιβαδι.
Οπως ηταν απορροφημενη στη σκηνη
δεν ειδε αμεσως τη γυναικα ,που μπηκε
μεσα στο δωματιο.Εκεινη την πλησιασε
,την πηρε απ'το χερι και την οδηγησε
σ'εναν λαβυρινθο.Μεσα απο αναριθμη-
τους διαδρομους και αναριθμητα δωμα-
τια εφτασαν σ'ενα δωματιο,εκει μπρο-
στα σ'εναν καθρεφτη ειδε με τρομο πως
η ομορφια της ειχε χαθει,τα ματια της
ειχαν θολωσει,το στομα της ρυτιδωμενο.
Τρομαξε μ'αυτη την εικονα και ουρλιαξε.
Ξυπνησε ιδρωμενη ,χωρις στην αρχη να
εχει αντιληψη του χωρου στον οποιο βρι-
σκονταν.Σιγα-σιγα συνηλθε .Εκεινος δεν
ηταν διπλα της ,τον φωναξε μα δεν
πηρε απαντηση.Σηκωθηκε και πηγε στον
καθρεφτη.Η ιδια εικονα .Γυρισε στο κρε-
βατι, βρηκε τα χρηματα πανω στο σεν-
τονι,τα μαζεψε ,τα κρατησε για λιγο στα
χερια της κι αφου τα μετρησε προσεκτικα
τα εχωσε βιαστικα στη τσαντα της.Ντυθη-
κε ,εβαψε με εντονο κοκκινο κραγιον τα
χειλη της και κατεβηκε στο δρομο.
Απο τοτε πολλες φορες επισκεφθηκε εκει-
νο το δωματιο.
Καποτε σταματησε εκεινη τη ζωη,γυρισε
στον αρραβωνιαστικο της.Κανεις δεν την
ρωτησε για τη μεταβολη στην εμφανιση
της ,ουτε αυτη ειπε κουβεντα,εζησε σαν
να μην ειχε συμβει τιποτα.Μονο καποιοι
παρατηρησαν πως μερικες φορες ηταν
πολυ σκεφτικη κι απομονονονταν ωρες.
Οταν μεγαλωσαν τα παιδια της γυρνουσε
για ωρες στις παροδους,γυρω απ'το κεντρο
της πολης,χαζευοντας στις βιτρινες.Στο
σπιτι οταν την ρωτουσαν γι'αυτες τις πε-
ριπλανησεις απαντουσε αινιγματικα.Μια
φορα απαντησε :πως ''μ'αρεσει να γυριζω,
εκει που αυτο ειναι.Καποια μερα θα σταθω
τυχερη''
Εκεινο το ονειρο η'τον εφιαλτη δεν τον ειχε
ξαναδει απο τοτε.
Τον τελευταιο καιρο ομως ονειρευτηκε κατι,
που αρχισε να της δινει θαρρος και πεποιθη-
ση πως θα πραγματοποιηθει η επιθυμια της.
Εκει στην αγορα,μια μερα,τον ειδε μεσα στο
πληθος , ορθιος ακουμπουσε στον τοιχο της
αγορας.Δεν ειχε αλλαξει αισθητα,ευτυχως
αυτη ειχε αλλαγμενο το προσωπο ,σαν
μασκα,και δεν θα την αναγνωριζε.Τον πλη-
σιασε ,του προτεινε να περασει μαζι του
μια νυχτα,να μην τον νοιαζει για χρηματα.
Εκεινος την κοιταξε αδιαφορα, δεν την
αναγνωρισε,φαινονταν να πειναει, τα
ματια του με δυσκολια κρατουσε ανοιχτα,
σαν να τον ταλαιπωρουσε αυπνια πολ-
λων ημερων.Εκεινη επεμενε στη προταση
της.Εκεινος ,διχως θεληση,κουνησε το
κεφαλι ασυναισθητα,''ναι,παμε'' ψιθυ-
ρισε,μολις κουνοντας τα χειλη.Την ακου-
λουθησε στο ξενοδοχειο,στο ιδιο δωματιο
βρεθηκαν κλεισμενοι.
Επειτα τον αφησε ν'αποκοιμηθει .Τοτε
σηκωθηκε σιγα-σιγα προσεχοντας να
μην κανει θορυβο και τον ξυπνησει,περ-
πατησε στις μυτες των ποδιων και φθα-
νοντας στην πορτα την ανοιξε προσε-
κτικα.Εβγαλε το κεφαλι εξω και τα
προσκαλεσε με φωνη γλυκεια να μπουν
κι εκεινα ορμησαν μεσα αγριεμενα.Ε-
κεινη βγηκε εξω κι εκλεισε τη πορτα πι-
σω της και τον αφησε μονο του με τα
σκυλια να τον κατασπαραξουν.
Αυτο το ονειρο το εβλεπε συνεχως καθε
νυχτα το ιδιο ,χωρις αλλαγες.
Δεν περασαν πολλες μερες και μια
μερα αποφασισε να σταθει μπροστα
στον καθρεφτη:το προσωπο που ειδε
ηταν ομορφο και παλι.
Στις επιμονες ερωτησεις των αλλων
για την ξαφνικη αλλαγη στην εμφα-
νιση της δεν απαντησε παρα μ'ενα
αινιγματικο χαμογελο στα χειλη της.
.
.
.
11 παραγοντικο ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
[11! ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ]
.
.

.
.
11 παραγοντικο ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ
[11! ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ]
.
.
[ αυτες οι 11 μικρες ιστοριες μπορει να διαβαστουν
με οποιαδηποτε σειρα ,καθε φορα κατασκευαζοντας
μια συνολικη ιστορια απο τις 11 ιστοριες.
Ο αριθμος τους ειναι 11 παραγοντικο =11!=
1.2.3.4.5.6.7.8.9.10.11=39916800 ιστοριες των 11 μικρων
ιστοριων ]
.
Ο ανεμος παρεσερνε τα συννεφα στον ουρανο,
και τα στοιβαζε μπροστα στον ηλιο,να σκοτει-
νιασει τη γη , την ανοιξη και το φθινοπωρο
απλωνουν πανω της κιτρινα καφετια χρωματα
και το λευκο σκαλωνει στις αμυγδαλιες απαλο,
φετος ο αριθμος των πουλιων λιγοστεψε,και
τα ψαρια στη θαλασσα ελαχιστα,απο τις μαρτυ-
ριες των ψαραδων,η καρδια του θλιβεται και
τα λογια του ματαια ,η πληγη του μολυνθηκε
και τον τυρανναει τις νυχτες.
.
οταν παντρευτηκε πηρε ομορφη γυναικα με
μαυρα μαλλια και ματια,ηρθαν αναποδοι και-
ροι,τα κακα πολλα,αδελφια πολεμουσαν αδελ-
φια,τα παιδια τους οσα εζησαν τα κυνηγησαν
οι νικητες,τα δικα του ξενιτευτηκαν,εκει δου-
λεψαν σκληρα προοδευσαν,τις ωρες ,που ζεστε-
νει το καλοκαιρι καθεται στον ισκιο της κλημα-
ταριας κι εκει τον φθανουν σαν δροσια φωνες
παιδιων, οταν ο αποσπεριτης δυσει αποτραβιεται
μεσα στο σπιτι να κρυφτει τη νυχτα.
.
οι κυνηγοι με δυνατες φωνες και τα αγρια αλυ-
χτισματα των σκυλιων τρομαξαν τα αλογα,
που'ναι ειρηνικα απο τη φυση τους,τοτε ετρεξε,
τους βγηκε μπροστα και τους φωναξε να παψουν,
να'ναι προσεκτικοι,εκεινοι τον περιφρονησαν
κι αφου τον περικυκλωσαν απ'ολες τις μεριες
εκαναν δηθεν στ'αστεια οτι τον σημαδευαν,ο-
ταν χορτασαν με τους απαισιους αστεισμους
τους τον σκοτωσαν.
.
τη μανα την εχασαν οταν ηταν μωρο η μικρη
του αδερφη,μετα χαθηκε ο πατερα,τα μεγαλυ-
τερα αδερφια ξενιτευτηκαν,αυτος απομεινε με
τη μικρη,δεν της ελειψε τιποτα,οσα στολιζουν
τα κοριτσια,κι εκεινη πολυ ασπρη κι ομορφη,
οταν ηρθε η σειρα της την ρωτησε ποιον θελει
η καρδια της να παρει για αντρα,εκεινη κοκκι-
νισε εσκυψε το κεφαλι,την ρωτησε παλι,κι εκει-
νη καταπιε τη ντροπη και με χαμηλα λογια ψιθυ-
ριστα του ειπε,εκεινον για αντρα της λαχταραει
κι ως τ'ακουσε πηρε μαχαιρι και την εσφαξε
σαν χηνα σαν παπια την περδικα.
.
Μετα απο το κακο ,που εκαμε δεινοπαθησε,και
σαν τον αρχαιο εκεινο γιγαντα,που τον εδεσαν
σε βραχο της ερημιας κι ερχονταν γυπας να τον
κατασπαραξει,βασανιστηκε,λυπηση δεν ειχε απο
κανεναν,κι ως επεθυμουσε τον θανατο δεν επεθυμισε
ποτε τη ζωη,περασε πολλα ,ταπεινωθηκε να καθαρι
σθει απο το κριμα του,περασαν καιροι ,αποκτησε
σοφια,οι ανθρωποι τον σεβονταν και μια μερα εφε-
ραν μπροστα του ενα αλυτη να τον δικασει,ταραχτη-
κε οταν εκεινος ο ελειηνος αγυρτης τον κοιταξε βα-
θεια στα ματια και του ειπε:''Ο αναμαρτητος πρωτος
τον λιθον βαλετω'',μετα απο εκεινο το συμβαν παραι
τηθηκε απο το αξιωμα του
.
η νυχτα με γεματο το φεγγαρι λαμπρο φως στη πλατη
της θαλασσας και τοτε αναπηδησε μεσα απ'τα νερα
δελφινι ευλιγιστο ,το σπιτι στο θαμπος του μεση-
μεριου με κηπο λουλουδια ανθισμενο μυρωδιες χιλιες
χρυσα φρουτα στα δεντρα πουλιων κελαηδισμοι,και
η βαρια καρδια του ελαφρωσε,τη νυχτα ξαναρθε γεμα-
το το φεγγαρι, κοιμηθηκε κι ονειρευτηκε πως ξυπνη-
σε σ'αυτον τον κοσμο,πολλες φορες στην ιδια πραγμα-
τικοτητα.
.
στην ατμοσφαιρα κυματισε το γελιο,επειτα διαλυθηκε
μεσα στο φως,ξεφλουδιζε το πορτοκαλι προσεκτικα
με το μαχαιρι να μην κοπει,πριν τελειωσει το παρατησε
στο τραπεζι διπλα στο κομμενο γαρυφαλο,τον πλησιασε
η φωνη της στα αυτια:''Ειναι λιγα τα πραγματα ,που
χρειαζονται οι ανθρωποι για να ευτυχισουν'',ακουσε,''πο-
τε τα γαρυφαλλα δεν ειχαν τοσο κοκκινο χρωμα μαζεψει'',
εξω περα στο δρομο περνουσε μια παρεα παιδιων με τις
φωνες τους.
.
εστρωσε ασπρο τραπεζομαντηλο,τα φαγητα σερβεριστικαν
με τη σειρα,ψαρι ψητο στη σχαρα ,σαλατες και κοκκινο
κατακοκκινο κρασι,πολλες μερες ειχαν να ανταλλαξουν
εστω και μια τυπικη ασημαντη κουβεντα,εκεινη τη μερα
το ειχε αποφασισει, εκεινη κατι διαισθανθηκε κι ηταν ανη-
συχη,εξω στα δεντρα γατζωμενα τα τζιτζικια σε ξεκουφεναν,
αν δεν γινει τωρα δεν θα γινει ποτε,σκεφτονταν,την παρα-
τηρησε,ειχε βγαλει αδεξια τις τριχες απο τα φρυδια της,
κι αυτα τα βαρια παλιομοδιτικα σκουλαρικια στ'αυτια
της τον νευριαζαν ,τα βυζια της πεσμενα,βαρια,τον αηδια-
ζαν,ολα ενα καλοστημενο σκηνικο για την πραξη του.
.
απομακρυνθηκε απο τα εγκοσμια ,με δυσκολια κοιμονταν,
σπανια πλησιαζε φαγητο,το τελος του ηταν κοντα,οι
δικοι του προσπαθησαν να τον μεταπεισουν,χωρις απο-
τελεσμα,εκεινος τους εδειξε τα πουλια στον ουρανο,που
ουτε σπερνουν ουτε θεριζουν,τον πηραν για τρελλο και
τον παρατησαν,εκεινος πηγαινε στους ανθρωπους,κι
επιανε το λογο να τους διδαξει να κανουν υπομονη να
αντεξουν τη ζωη,μερικοι τον ακολουθησαν,τον πηραν
για αγιο ανθρωπο,πολλοι ηταν εναντιον του,ενας τσαρ
λατανος ενας μαγος ηταν,τον κατηγορισαν και καταφε-
ραν να τον καταδικασουν ,τον πεταξαν στην φυλακη
να σαπισει με τα χρονια ,ξεχασμενος.
.
ενα σμηνος μελισσες αναληφθηκε μεσα απο τα λου-
λουδια στον καθαρο αερα ,και μετα απο καιρο απο
τον βορρα κατεφθασαν ανθρωποι πολλοι να μεινουν
σε τουτους τους τοπους,ποτε δεν μαθαμε για το λογο
της φυγης τους,εδω ιδρυσαν τις κοινωνιες τους,ηταν με-
τριοι στο αναστημα,με γερο κορμι,οι αντρες και λεπτη
μεση οι γυναικες ,τα βλεφαρα εβαφαν με γαλαζιο χρωμα,
ποτε κανενας δεν τους ακουσε να τραγουδουν,εμεις τους
σεβαστηκαμε,δεν τους πειραξαμε,με τα χρονια αναμει-
χτηκαμε μαζυ τους,πηραμε γυναικες απ'αυτους κι αυτοι
απο εμας,και πληθυναμε.
.
τα κοχυλια σωρους τα σωριαζε στη παραλια το κυμα,
βαδιζε στην αμμο,μαζευε τα κοχυλια,επαιρνε καποιο
στα χερια του και το εξεταζε,τον γοητευε η γεωμετρια
τους,απορροφημενος στην εξεταση του δεν προσεξε
τη κοπελλα,ποτε κατεβηκε στη παραλια,εκεινη τον
πλησιασε,ομορφη κοπελλα,και του μιλησε πρωτη,
ξεντυθηκε και μπηκε στη θαλασσα,τον φωναξε να
της κανει παρεα,στην αρχη αδιαφορισε,εκεινη επε-
μεινε,δεν αντισταθηκε αλλο στο καλεσμα της,την
ακολουθησε και καταστραφηκε η ζωη του,πολλα συ-
νεβησαν,κι οταν ξεμπλεξε επεστρεψε στη παραλια,
ο ηλιος την εκαιγε,ματαια εψαξε για κοχυλια,τα κο-
χυλια με τα σχηματα τους ειχαν εξαφανισθει.
.
.
,
Το Ημερολογιο Ενος Αφελους Ανθρωπου 
[Diary of an Idiot]
.
.

.
.
Κυριακη.μεσημερι ,12:20
Δημοκρατια,
πειραματισμοι εν δυσιν λογοις
.
Κυριακη ,απογευμα
Στο εσωτερικο μια αθλητικης εφημεριδας ροζ
αγγελιες:''20 χρονη,μελαχροινη,1.75, εξωτικη
ομορφια,πολυ αισθησιακη,ζητει...''
Ποιος ανθρωπος εχει ορεξη να αγορασει ανθρω-
πους για λιγα λεπτα,και ποιος ανθρωπος ειναι
ελευθερος να πουληθει για λεφτα;
.
Δευτερα,απογευμα
Αν σκεφτεις πως ο Οδυσσεας ηταν θεος και υπο-
βιβαστηκε σε θνητο,καταγομενος απο την Αρκαδια,
και το ονομα του ηταν Ολλυτεας,πολυ τυχερος στα-
θηκε με εκεινον τον φαντασιοπληκτο Ομηρο.
.
Τριτη,απογευμα
επεσε στα χερια του ενα παλιο σχολικο βιβλιο
''ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΙΣΤΟΡΙΑ'' Β' Λυκειου [εκδοση 1985]
το διαβασε ολοκληρο σε λιγες ωρες.Τι χασαμε στα
σχολεια.Το κειμενο γεματο σημειωσεις [ εκεινης της
μαθητριας της β' λυκειου]:ενδοιαστικες πλαγιες ερω-
τησεις,αναφορικες ονοματικες,διδωμι διδωμαι,,χρονι-
κες παραχωριτικες,...Μεσα σ'αυτον τον κυκεωνα
ψυχρης μελετης που βρισκεται ο Μεγαλος Ιστορικος;
γεννημενος στον Αλιμο το 460 με 454 π.χ,εκανε παρεα
με τον Περικλη,τον Φειδια,τον Ευριπιδη,τον Ιπποκρατη,
το 424 τον εξορισε ο Κλεωνας,σαν αιτιο για την Αμφιπο-
λη, που εχασαν οι Αθηναιοι στην Θρακη ,εξω απο την
Αθηνα για 20 χρονια εγραφε την Ιστορια εκεινου
του Πολεμου απο το 431[ως το 411],που τον ειπαν Πελ-
λοπονησιακο,στην Αθηνα γυρισε το 404,καθισε λιγο και
στη Θρακη τελειωσε τη ζωη και το εργο του λιγα
χρονια μετα το 404,πως να μαθουμε μεσα στα διαφορα
ισταμαι ιστημι ,τα παραθετικα,τους υποθετικους λογους,...
χαθηκε το ''κτημα τε ες αιει''
''Ουτως αταλαιπωρος τοις πολλοις η ζητησις της αληθει-
ας,και επι τα ετοιμα μαλλον τρεπονται''
[Ετσι οι περισοτεροι χωρις να ταλαιπωρουνται ζητουν
την αληθεια,και πιο πολυ προτιμουν τα γνωστα'']
''και οι φαυλωτεροι γνωμην ως το πλειω περιεγιγνοντο''
[και επι το πλειστον οι πιο φαυλοιι επικρατουσαν ]
στο τελευταιο Βιβλιο το Η της Ιστοριας του ,το 413-411,
γραφει για τον Δεκελεικο πολεμο,για την αναμειξη
των Περσων ,και για την επικρατηση των ολιγαρχικων
στην Αθηνα
Ε,μετα απο αυτα ,τι να ασχολουμαστε τωρα;
για αναμειξεις ξενων στα εσωτερικα,και για πραξικο-
πηματα,εμεις εχουμε ωριμη ακλονητη Δημοκρατια,
λοιπον ας συνεχισουμε απο εκει ,που μειναμε:
μετοχες,γ'ενικο οριστ.ευκ.,τιθημι,τιθειμαι,ευκτικες
ολων των χρονων,...
.
Θουκυδιδης Αθηναιος ξυνεγραψε
...εληζοντο δε και κατ'ηπειρον αλληλους.Και μεχρι
τουδε πολλα της Ελλαδος τω παλαιω τροπω νεμεται
περι τε Λοκρους τους Οζολας και Αιτωλους και
Ακαρνανας και την ταυτη ηπειρον
[ εκαναν επιδρομες και ληστευαν ο ενας τον αλλον.
Και μεχρι τωρα σε πολλα μερη της Ελλαδας ζουν
με τον παλιο τροπο,εκει γυρω στη Λοκριδα,στους
Οζολας,στην Αιτωλια και στην Ακαρνανια ]
...Και ες μεν ακροασιν ισως το μη μυθωδες αυτων
ατερπεστερον φανειναι,οσοι δε βουλησονται των
τε γενομενων το σαφες σκοπειν και των μελλοντων
ποτε αυθις κατα το ανθρωπινον τοιουτων και πα-
ραπλησιων εσεσθαι,ωφελιμα κρινειν αυτο αρκουν-
τως εξει.Κτημα τε ες αιει μαλλον η' αγωνισμα ες το
παραχρημα ακουειν ξυγκειται.
[και ισως επειδη δεν ασχολειται με τα παραμυθια δεν
θα φανει ευχαριστο στ'αυτια,οσοι ομως θελησουν να
μελετησουν την ακριβεια αυτων,που εγιναν ,αλλα
κι εκεινων που θα γινουν στο μελλον ιδια και πα-
ραπλησια, επειδη ετσι ειναι η ανθρωπινη φυση,
θα κρινουν το εργο μου πολυ ωφελιμο.Κτημα παντο-
τινο των ανθρωπων να ειναι, παρα επιδειξη για
εφημερο ακουσμα ]
.
.
.
[ παρα δειγμα ] τι δεν ειδε ο ανθρωπος,
που κοιμονταν στα σκαλια του Συνταγματος
εκεινον τον Οκτωβριο
.
.
Παρα-δειγμα Πολης
.
.
[Τον Οκτωβριο στην Αθηνα στις 15 του μηνα το 2008
στα σκαλια στην πλατειας Συνταγματος ενας ανθρω-
πος κοιμαται,μεσημερι.Εκει γυριζεται μια τηλεοπτικη
διαφημιση[ενα τρειλερ ],επαναλαμβανεται πολλες
φορες η σκηνη με δυο τι-βι σταρ κοπελλες,πολλους
τεχνικους και ραπερς πισω για φοντο.
Παμε:
οι κοπελες [χτυπουν τα χερια η μια της αλλης,σαν
παιδικο παιχνιδι,και λενε μαζυ]:
''Ενα δυο τρια .Μεγκα Σταρ.
Σε λιγο κοντα μας η Ελενη Ραντου''
και ξανα το ιδιο ,και ξανα το ιδιο
κι ο ανθρωπος στην σκαλα συνεχιζει να κοιμαται
μεσα στον ζεστο ηλιο του Οκτωβριου,με μια πλαστικη
σακκουλα περασμενη στο χερι του.Ανθρωποι ανεβαι-
νουν και κατεβαινουν τα σκαλια,περνουν,καποιοι στα-
ματουν για λιγο,κοιτουν τη σκηνη,οχι τον ανθρωπο, κι
υστερα χανονται,απο[προς]τον σταθμο του Μετρο στο
Συνταγμα,απο[προς]το βαθος της Πλατειας απο[προς]
την Μητροπολεως απο[προς]την Ερμου και πανω απο
[προς] την Βουλη.
Ολα αυτα περιεχομενα στο Μεγαλο Κειμενο της
Πολης,
[απο,προς]κυλλουν την μερα στην Αθηνα με την
τζαζ του Γουντι Αλεν.]
.
.
.
ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΦΕΛΟΥΣ
ΑΝΘΡΩΠΟΥ
[ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ]
FROM THE DIARY OF AN IDIOT MAN
[THE POLITICS ]
.
.
ΔΕΥΤΕΡΑ
.
Πολιτικη
Δημοκρατια του Κω[ο]ματος
.
Υπερ Μνημονιου
Υπερ Ημι-Μνημονιου
Υπερ Κατα-Μνημονιου
Ολοι Υπερ του Μνημοσυνου της Πολιτικης
.
Πολιτικοι Χωρις Μελλον
με Τεραστιο Παρελθον
.
[οι ετεροδημοτες:Οι Μαυρες Τρυπες της Πολιτικης
και της Δημοκρατιας]
Αν ζεις εκεις,που ζεις και δεν ψηφιζεις,δεν Υπαρχεις
Πολιτικα
Αν ζεις εκει που ζεις και ψηφιζεις εκει,που δεν ζεις
δεν Υπαρχεις Πολιτικα
.
Δημοκρατια Διορισμενων Αξιωματουχων Διαχειριστων
Συμφεροντων
.
Δημοκρατια,+1/3 γυναικες [ γλαστρες,γυναικες κα-
ποιου[αν και σαν χηρες καποιου θα ειχαν καλυτερη
περαση],για τον αριθμο κομματια,..]
.
τον πλησιασε καποιος,''Εισαι Μαθηματικος;'' τον ρω-
τησε,απαντησε για να δωσει μια απαντηση,''Ναι,ειμαι''
''Κι εγω ''απαντησε ο αλλος και καθησε στο τραπεζι
του.''Ξερεις την Τ. ...;''τον ρωτησε ο αλλος,''Την
ξερω ειμαστε γειτονοι''απαντησε,''Με τον Α. τον
γυιο της,ειμαστε ξαδερφια''.Τοτε πηρε γραμμη και
μπηκε στο νοημα.''Κατεβαινεις στις εκλογες;''τον ρω-
τησε,''Ναι ,με τον ...'',''Κι εγω με την...''.Μετα απο λι-
γο ο πολιτικος Μαθηματικος σηκωθηκε κι εφυγε.Η
προσθεση ,που πηγε να κανει ειχε προσθεταιο το
μηδεν.
Μετα απο εναν μηνα τον συναντησε παλι στο καφε-
νειο,τον βρηκε εκει οταν μπηκε,ο αλλος εκανε πως
δεν τον ειδε και δεν τον χαιρετησε.
[Αλλος ενας ''προοδευτικος''υποψηφιος πολιτικος
στον σβερκο μας με ενα φουσκωμενο βιογραφικο
θεσεων παραθεσεων διθεσεων,και σικε κοινωνικων
και πολιτικων αγωνων]
Ουαι της Δημοκρατιας
Ουαι της Πολιτικης
Ουαι των Αδυνατων
Ουαι των Δικαιων
Αιδως Αργειοι
.
Υποψηφιοι,που γυρνουν ζητιανευοντας στα τραπεζια
των συνταξιουχων ψηφους.Τους χτυπουν στην πλατη
φιλικα,ακουν με περισπουδαστο υφος τα προβληματα
τους,δινουν ανεξοδα λυσεις,κολλακευουν,πωλουν ελπι-
δα.Να φανουν στην ανυπαρξια των ανθρωπων.
[Το προφιλ ενος υποψηφιου,που ειδε:
συν- πλην εξηντα,βαμενο μαυρο μαλλι,κοιλιτσα ,ασπρα
παπουτσια αθλητικα,τσιγαρο στο στομα.
Η Απολυτη Κιτς Πολιτικη Εικονα]
.
Δημοκρατες,προσεξτε.
Με ανταλλαγμα μια λιγοζωη κλεβουν ολη τη ζωη.
.
Ψηφοδελτια με σταυρους σε δυο σταθερους υποψηφι-
ους, ο τριτος σταυρος μεταβλητος


+[;]
Τετοια αναπηρη Δημοκρατια μας ταζουν,
το ΓαΜα την Δημοκρατια
.
Κατηγοριες [ Α ]Πολιτων
-Αυτοι,που δεν υπολογιζονται[νεοι,γεροι,γυναικες,
Δημοκρατες]
-Αυτοι ,που [παρα]υπολογιζονται[οι κυνικοι,οι αρι-
βιστες,οι κολακες,οι κομματικοι των συμφεροντων,
τα τρωκτικα της οικονομιας του χρηματος]
.
Προσοντα Πολιτικου
-Χρημα[Οικονομικη Δυναμη] να διαλυει,να παραλυει,
να διασπα,να εξαγοραζει]
-Κομμα[Πολιτικος Μηχανισμος]να εκβιαζει,να ευθυ=
γραμμιζει,να κομματιαζει
-Χρημα+Κομμα[Η Απολυτη Δυναμη]
Την Δημοκρατια Επι Σκοπον .Πυρ.
.
Αληθεια,υπηρξε καποτε ο Σολων,ο Κλεισθενης,ο
Περικλης;
η' μονο οι Τριακοντα Τυραννοι;
[ Ο Επιταφιος του Περικλη για τους πρωτους
νεκρους του πελοποννησιακου πολεμου ηταν
ενας Υμνος της Δημοκρατιας:
''Φιλοκαλλουμεν μετ'ευτελειας και φιλοσοφουμεν
ανευ μαλακιας''
Μεταφραζω σημερα για τον Υμνο των Σαλτιμπαγγων
της Δημοκρατιας:
'' Καλουμε τους φιλους ευτελιζοντας τους και τους
σκεφτομαστε με αδιαφορια''
Ο Επιταφιος της Δημοκρατιας
.
Ποτε αφησαμε τη ζωη μας,την Πραγματικοτητα
στο[ν] Α,στο[ν] Β, ...,στο[ν]Η,..
και στους κλωνοποιημενους απ'αυτους;
-Απο Παντα
-Ας Αρχισουμε Απο Τωρα Και Για Παντα
Να Αρνουμαστε
.
Εναντια στον Μεγα ΑΜελλοντικο Παρελθωντα.
.
.
.
Ιστορια η' Μυθος λεγει
[Οι ταπεινοι και ξεχασμενοι αγιοι του Ξηρομερου]
.
.
Ιστορια η' μυθος λεγει για εναν ηρωα,εικοσιπενταετη,
πως καββαλαρης σε αλογο ερυθρο,πολεμησε και νι-
κησε δρακοντα και ελευθερωσεν τον τοπον.Εις την
μνημη του εκτισαν εκκλησιαν.Ετουτην.Και εδω εθε-
μελιωσαν τα σπιτια τους,εδω επανδρευτηκαν,εδω εζη-
σαν βιον ταπεινον και ειρηνικον.Οι ελιες χιλιετη δεν-
τρα μετα κορμων ελλισομενων,ως τωρα καρπιζουν.
Φωναι αιγων και συριγμοι ποιμενων εκ των κρημνων
και των βραχων του ορους υψηλωτερα του παλαιου
οικισμου κατολισθενοντας ως λιθοι φθανουν στα αυτια
μας..Ο τοπος γεματος θαμνων και βατων,με αλυγιες ,με
βατομουριες και φραγκοσυκιες.Σωζεται και μερος ενος
πλακοστρωτου δρομισκου του χωριου.Οι τοιχοι των ε-
ρειπωμενων οικιων εγκατακρημνισμενοι χασκουν ως
λειψανα περασμενης ζωης ταπεινων ανθρωπων γεωρ-
γων και κτηνοτροφων.Ο ποιμην,ος μας εχαιρετησεν,
εις την αρχην εφοβηθη,μας ενομισεν ληστας η'κλεφτας..
Ο ηλιος κυκλος η' σφαιρα εκυλιετο υπερθεν λαμπρος
προς εσπεριαν.Εν νεφος επιμηκες και λευκοφαιες αιω-
ρειτο εις το μερος της ανατολης.Ουδεν επνεεν την ω-
ρα εκεινην.Ηκουοντο τερπνα και ηδυφωνα ασματα
πτηνων εις τα δεντρα και εις τον αερα..Το εσωτερικον
της εκκλησιας ητο το παλαι επιβλητικοτατον,τρικλιτον,
με κιονας και αψιδας.Εις το ιερον υπερανω της κογχης
ητο εζωγραφισμενος υπερμεγεθης οφθαλμος.Και
εις δυσμας ητο εκει εις το υπερωον εζωγραφισμενον
μεγαν θαλασσιον καβουρην.Εν τω μεσω του ουρανου
της οροφης ο Παντοκρατωρ,η ζωγραφια του ητο εις
καλην καταστασιν.Και εκ των τεσσαρων ευαγγελιστων
εις τα τριγωνα των αψιδων εσωζοντο οι δυο.Το τεμπλο
εργο μεγαλου τεχνιτου δεν εφερεν ουδεμιαν εικοναν
αγιου η' παραστασεως.Τα παραθυρα αποτελουντο εκ
πολυχρωμων τεμαχιων υαλων και το φως του ηλιου
εισερχετο εις το εσωτερικον του ναου διαφορως κε-
χρωσμενον.Εις το δαπεδο παντου τριματα εκ της κα-
ταστροφης της στεγης,πετρες χωματα και ξυλα.Οι κι-
ονες κεκλιμενοι,να σπασουν,να συντριφθουν.παρασυ-
ροντας εις την πτωσην των ολοκληρον το οικοδομημα
του ναου.Ο ναος εγκατελελειφθης εις την φθοραν,
το μεγα καλλος του εν ερημωσει,Εις την μαχην με
τον Χρονον ενικησεν ο Χρονος.
.
.
.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑ - ΜΥΘΩΝ
[ ΑΡΧΑΙΑ ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑ ]
.
.
Αρχαιολογια/Μυθολογια
.
Το τελος της Εποχης του Λιθου στην Ακαρνανια
και την Αιτωλια κατοικουσαν οι Λελεγες.
Περιπου το 3000 π.Χ ,αρχες της Χαλκοκρατιας,
οι Αιμονες και οι Υαντες ηταν στον τοπο.
Το 1900 π.Χ ηρθαν τα Ελληνικα φυλα.
Οι Ιωνες,οι Αχαιοι.οι Αιολεις,οι Δωριεις.
Ακαρνανες ,Αιτωλοι
[ Πολεις Ακαρνανων -Αιτωλων
...Αστακος,Φυτειες,Κοροντα,Αλυζια,
Παλαιρος,Σολλιον,Τορυβεια,Κεκροπια,Ανακτοριο,
Μεδεων,Θυρρειο,Λιμναια,Αμφιλοχικον Αργος,
Μητροπολις,Σαυρια,Στρατος,
Οινιαδες,Καλυδωνα ,Πλευρωνα,Θερμο,
Θεστια,Αγρινιο,Ιθωρια,Χαλκιδα,Πυληνη,
Ωλενος,Μακυνεια... ]
.
Στην ευφορη Ηλιδα βασιλευε ο Ενδυμιων,γιος του
Αεθλιου η' του Δια και της Καλυκης,για γυναικα πη-
ρε την Υπεριππη,κορη του Αρκαδα η' του Ζησου,εκα-
νε τρεις γιους ,τον Επειο,τον Αιτωλο και τον Παιων.
Οταν γερασε στον θρονο θα ανεβαινε ο νικητης σε
ιπποδρομια στην Ολυμπια.Νικητης ο Επειος.Στον
θρονο ανεβηκε και ο Αιτωλος.Οταν ομως σκοτωσε
τον Ατη,γιο του βασιλια του Αργους Φορωνεα,τον
κυνηγησαν οι γιοι του σκοτωμενου κι εφτασε στη
χωρα τον Κουρητων.Εγινε αρχηγος τους κι εδω-
σε το ονομα του στον τοπο.Αιτωλια.Πηρε για γυναι-
κα την Προνοη,κορη του Φορβου,και εκανε δυο γιους
τον Καλυδωνα και τον Πλευρωνα.Μετα τον θανατο
του Αιτωλου τον διαδεχτηκε ο Πλευρων,τον Πλευρωνα
ο γιος του Αγηνωρ .Αυτος πηρε για γυναικα την Επι-
καστη ,που γεννησε τον Πορθαων.Ο Πορθαων εγινε
βασιλιας της Καλυδωνας και απο τη γυναικα του Ευρυτη
γεννηθηκαν ο Αγριος,ο Οινεας,ο Αλκαθοος,
ο Λευκοπεας και η Στεροπη[γυναικα του Αχελωου].
[ κατα αλλη γενεαλογια ο Οινεας καταγονταν απο
τον Αιτωλο-
και κατα μια αλλη,καταγονταν απο τον Δευκαλιωνα,
του οποιου ο γιος Ορεσθεας ηταν παππους του ]
Γιοι του Αγριου ηταν.Ο Ογχηστης,ο Θερσιτης,
ο Κελευτωρ,ο Λυκωπευς, και ο Μελανιππος.
Ο Οινεας και η Αλθαια[κορη του Θεστιου] ειχαν
τρια παιδια.
Τον Τυδεα,την Δηιανειρα και τον Μελεαγρο[λενε
πως ηταν γιος του Αρη.με τον οποιο πηγε η Αλθαια]
και τεσσερις κορες,τις Μελεαγριδες
Ο Τυδεας ειχε γιο τον Διομηδη.[λενε πως ο Τυδεας
ηταν απο τον δευτερο γαμο του Οινεα με την Περιβοια
κορη του βασιλια Ιππονοου]
Η Δηιανειρα εγινε γυναικα του Ηρακλη .
Καποτε κατα τη γιορτη των Θαλυσιων ο Οινεας
αμελησε να θυσιασει στην Αρτεμη,εκεινη θυμωσε
πολυ κι εστειλε απο το ορος Αρακυνθο ενα φοβερο
αγριογουρουνο,τον Καλυδωνειο καπρο,να κατα-
στρεψει τις καλιεργειες, και τ'αμπελια]
Φιλοξενησε τον ηρωα Ηρακλη,που πολεμισε με τον
ποταμο Αχελωο και τον νικησε,για επαλθο του εδωσε
την κορη του Δηιανειρα.
Επισης φιλοξενησε [κατα μια παραδοση] τον Μενελαο
και τον Αγαμεμνωνα.
Στα γεραματα του τον γκρεμισαν απ'τον θρονο
τα ανηψια του,παιδια του αδελφου του Αγριου.Τον
επανεφερε στον θρονο του ο εγγονος του Διομηδης.
Κατα μια αλλη εκδοχη του μυθου,τον Οινεα τον
σκοτωσαν στην Αρκαδια δυο γυιοι του Αγριου,και
ταφηκε απο τον Διομηδη στο Αργος.
[ Ηρωες κυνηγοι του Καλυδωνειου καπρου.
Ο Ιδας,ο Λυγκεας,ο Θησεας,ο Ιασονας,
ο Τελαμωνας,ο Καστορας και ο Πολυδευκης,
ο Υλεας,ο Αγκαιος,η ομορφη Αταλαντη]
.
Ιστοριες Παρα-Μυθων:
.
-το βραδυ κοντα στο τζακι ο κυρ-Μελεαγρος
αφηγηθηκε στην κυρα-Αταλαντη.
''Μια φορα κι ενα καιρο...''
.
.
''Οταν γεννηθηκε ο Μελεαγρος ηρθαν οι μοιρες στην
κουνια και μια ειπε στην μανα του την Αλθαια,πως
οταν καει το κουτσουρο στο τζακι το παιδι θα πεθανει.
Τρομαγμενη η μανα αρπαξε το κουτσουρο,το εσβησε
και το εκρυψε σε κρυφο μερος.
Περασαν τα χρονια.Ο βασιλιας Οινεας σε καποια γιορτη
δεν θυσιασε στη Αρτεμη.Εκεινη προσβληθηκε και θυμωσε.
Εστειλε απο το ορος Αρακυνθο ενα φοβερο αγριογουρουνο
καπρο να καταστρεψει τον τοπο.Τοτε χαθηκαν πολλοι αν-
θρωποι,πολλα ζωα, και βοσκοι.
Ο βασιλιας εστειλε να ερθουν οι καλλιτεροι κυνηγοι να
σκοτωσουν τον Καλυδωνιο καπρο.Και επαλθο ο νικητης
θα'περνε το δερμα του και το κεφαλι του. Ηρθαν οι πιο
ονομαστοι του τοπου,κι αναμεσα τους η ομορφη
Αταλαντη κορη απο την Αρκαδια.
Μερες τον κυνηγουσαν, πρωτος τον πληγωσε ο Με-
λεαγρος,και τον αφησε να τον σκοτωσει η Αταλαντη.Κι
αυτη πηρε το βραβειο.
Τοτε θυμωσαν με τον Μελεαγρο οι θειοι του,τ'αδερφια
της μανας του,τα'βαλαν μαζυ του και πιαστηκαν σε εχθρα.
Καταληξη ηταν να τους σκοτωσει ο Μελεαγρος.Το εμαθε
η μανα του η Αλθαια λυπηθηκε πολυ για τ'αδερφια της
και καταραστηκε τον γιο της τον φονια.Τοτε θυμηθηκε
τα λογια της μοιρας .Πηρε απ'το κρυφο το μερος το κου-
τσουρο,το πεταξε στο τζακι στη φωτια να καει.
Κι οταν καηκε το ξυλο κι εγινε σταχτη πεθανε
ο Μελεαγρος.
Μετα απο τη πραξη της μετανιωσε κι εδωσε τελος στη
ζωη της με ιδια της τα χερια .Οταν το'μαθαν οι κορες της
ουρλιαξαν απ'τον πονο ,μερα και νυχτα μοιρολογουσαν
την μανα και τον αγαπημενο αδερφο.
Τις λυπηθηκαν οι θεοι και τις μεταμορφωσαν στα που-
λια Μελεαγριδες.
Αυτα τα πουλια,που σημερα εμεις ονομαζουμε
φραγκοκοτες.''
.
.
''Μια φορα κι ενα καιρο στον τοπο μας ενας
νεος τ'ονομα του Ανηλιαγος και μια κορη
τ'ονομα της κυρα-Ρηνη ...''
.
στο καστρο της Καλυδωνας ηταν η ομορφη
κυρα-Ρηνη και περασε αντρας ομορφος και παλλη-
καρι,και τα δυο τους αγαπηθηκαν.Ανηλιαγος ηταν
τ'ονομα του.Μοιρα του ηταν γραμμενη ακτινα του
ηλιου να μην τον ακουμπισει,γιατι σαν το κερι θα
λιωσει.
Και μια νυχτα ξεχαστηκε στον γλυκο υπνο στο
κρεβατι της κυρα-Ρηνης μαζι της και ξημερωσε
η μερα.Δεν προλαβε το παλληκαρι να φυγει και
ξεψυχισε στην αγκαλια της κυρα-Ρηνης ο Ανηλιαγος.
.
συνεχισε την ιστορια ο Ηρακλης γυριζοντας
απ'το ταξιδι
.
Πιο μεσα στη θαλασσα στα νησια κι εδω
ηταν ο Οδυσσεας.
Οταν γυρισε απ'τον μεγαλο πολεμο της Τροιας
στο Θιακι και τελειωσε με τους μνηστηρες,εκαμε
οπως του ειπε ο Τειρεσιας.Περασε απεναντι στην
στερια της Ακαρνανιας,μπηκε στο εσωτερικο της
και με το κουπι στον ωμο ρωτουσε τους ανθρωπους
να του πουν τι ειναι αυτο,που κουβαλαει στον ωμο.
Κι αν εβρει ανθρωπο ν'απαντησει πως το κουπι
ειναι ξερο ξυλο και να αγνοει το αλατι εκει σ'εκεινο
τον τοπο να σταθμευσει και να θυσιασει.
[ Τα χρονια περασαν κι ισως ο Οδυσσεας να ειναι
εδω στον τοπο μας]
.
.
.
ΠΟΝΤΑΡΟΝΤΑΣ ΤΑ ΠΕΝΤΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΗΣ
[IN SLOT-MACHINE LOTΤERING THE FIVE
LETTERS OF HER NAME]
.
.
πονταρε στο ονομα της και τραβηξε
τον μοχλο,τα γραμματα γυριζαν,σταματησαν
,εχασε,δεν βγηκε ουτε ενα γραμμα απο το
ονομα της,ξαναπονταρησε,τραβηξε τον μοχλο,
τα ιδια,εχασε,πονταρησε παλι,τιποτα δεν αλλαξε,
συνεχισε,θα τα εχανε ολα,δεν τον ενδιεφερε,
καποτε βγηκε ενα γραμμα το μεσαιο
απο τα πεντε του ονοματος της,αλλη φορα
βγηκε το πρωτο και το τελευταιο,πολλες
φορες βγηκαν μαζυ τα δυο ομοια γραμματα
του ονοματος της,μια φορα,μετα απο πολλες
αποτυχιες βγηκαν τρια γραμματα,επαναλη-
φθηκε αυτο με διαφορετικα ομως τρια γραμματα,
παντα εχανε και πληρωνε,συνεχιζε,εξω ισως
ειχε σκοτεινιασει η ' ισως ειχε ξημερωσει,μπορει
να ηταν μεσημερι,απογευμα,ισως να 'χε βρεξει,
η' να ηταν λιακαδα,αυτη τη μερα η' την αλλη
μερα η' τις αλλες,αυτον τον μηνα ,τον επομενο
η' τον περασμενο,αυτον τον χρονο η 'τον περα-
σμενο η' τα επομενα χρονια,δεν τον πειραζε ,που
δεν τον ζητουσε κανενας,αυτο τον βολευε,τις περισ-
σοτερες φορες εβγαζε δυο γραμματα,σκεφτηκε πως
ηταν δυνατο τα γραμματα ,που εβγαιναν να
μην ηταν απο το δικο της ονομα,αλλα απο
καποιο αλλο ονομα,τι μονο ενα ονομα εχει,
α,ι η' μ,α η' μ,ρ ; δεν θα σταματουσε,θα πονταρι-
ζε συνεχως,αν τελειωναν οσα ειχε θα δανει-
ζονταν,αν χρειαζονταν θα εκανε καταχρηση,θα
απατουσε,και ληστεια ακομη,η' θα τυπωνε πλαστα,
δεν μπορει καπου μεσα στις απειρες επαναληψεις
να σχηματιζονταν το ονομα της ,με τα πεντε
γραμματα στη σωστη σειρα, να αναβοσβηνουν,
φοβονταν μονο μηπως τοτε εκεινη δεν θα υπηρχε,
μονο το ονομα της θα εμφανιζονταν και δεν
θα χανονταν ποτε,τοσα χασιματα,τοσες αποτυχι-
μενες προσπαθειες το εφτιαξαν,δεν θα χανονταν
ηταν σιγουρος γι'αυτο,πονταρισε,τραβηξε τον
μοχλο,τα γραμματα γυρισαν,περιμενε,σταματησαν,
τιποτα,κανενα γραμμα δεν εφερε,εχασε,πληρωσε,
πονταρισε,συνεχισε
.
.
.
ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
THE BOOK OF THE TIME
.
.
Ειδε ενα περιστερι ανεβασμενο σ'ενα συννεφο
να ριχνει κατω λευκα κομματια ασβεστη.Τοτε
ανοιγοντας το παραθυρο ειδε τους απεναντι λο-
φους,τις πετρες και τα δεντρα.Μια μορφη απο
εκει τον χαιρετησε και τον καλεσε να βγει εξω.
Γυρνωντας,μεσα στον μεγαλο καθρεφτη στον
απεναντι τοιχο ειδε το ιδιο τοπιο πιο καθαρα.
Ακουστηκε παλι η φωνη.Δεν γυρισε το κεφαλι
πισω και προχωρησε μεσα στον καθρεφτη.
Εκει μεσα,ξαφνικα,ολα αλλαξαν,χαθηκε το τοπι-
ο με τους λοφους ,τις πετρες και τα δεντρα.Βρε-
θηκε σ'εναν ανυδρο τοπο,μια ερημο,η σκια του
σκληρη πανω στην αμμο,πουθενα δεν δροσιζε.
Το φως αμεταβλητο,εκτυφλωτικο,σαν η ωρα να
μην αλλαζε,η μερα η' οτι αλλο ηταν το μετρημα
του Χρονου.
Ζαλισμενος εφτασε χωρις να το καταλαβει,μπρο-
στα σε μια πορτα στη μεση της ερημου.Η πορτα
ηταν μισανοιχτη,ετριζε απο καποια πνοη.Στην αρχη
διστασε να την ανοιξει,μετα θελησε να την προσπε-
ρασει.Απο την αριστερη της πλευρα ηταν αδυνατο,
σαν η ατμοσφαιρα να ειχε πυκνωσει απειρα και να
ηταν αδιαπεραστος τοιχος,χωρις να χασει τη διαφα-
νεια.Εβλεπε καθαρα ως περα την απεραντη επιφα-
νεια της αμμου.
Και απο την δεξια πλευρα της πορτας οταν προ-
σπαθησε αντιμετωπισε το ιδιο εμποδιο.Δεν του
εμενε παρα ν'ανοιξει την πορτα.Την ανοιξε και
και περασε μεσα της.
Βρεθηκε σε μια αιθουσα,αδεια,κανενα επιπλο και
καμια ανθρωπινη παρουσια δεν ειδε.Στους τοιχους
της αιθουσας δεν υπηρχε κανενα παραθυρο,ομως ηταν
πολυ καλα φωτισμενη,ομοιομορφα.Προσεξε πως
το δαπεδο της αιθουσας ηταν χωρισμενο σε τετρα-
γωνα ασπρα και μαυρα.Τα μετρησε.64 τετραγωνα.
Ξανα τα μετρησε,64,δεν εκανε λαθος,ηταν μια σκα-
κιερα.''Ενα Σκακι'' μονολογησε με χαμηλη φωνη.
Δεν προλαβε να τελειωσει τη φραση του κι ειδε
να γεμιζουν τα τετραγωνα της σκακιερας με 4 αλο-
γα πραγματικα,με 16 πραγματικους ζωντανους
στρατιωτες πιονια,με 4 αξιωματικους,με 4 ψηλους
πυργους και με δυο βασιλισσες και δυο βασιλιαδες.
Ολα τα πιονια στηθηκαν στις προκαθορισμενες
θεσεις του παιχνιδιου.
Ακουσε μια φωνη απο απεναντι,ακαμπτη στην αρθρω-
ση,να του φωναζει πως αυτος κανει την πρωτη κινηση
στην παρτιδα,αρχιζοντας το παιχνιδι..
Υπακουσε,και σκεφτηκε την πρωτη κινηση που θα εκα-
νε.Διαταξε εναν στρατιωτη,εκεινον μπροστα απο το
αριστερο αλογο να μετακινηθει στον αξονα του δυο
θεσεις μπροστα.Ο αντιπαλος απαντησε αμεσως βγα-
ζοντας το δεξι αλογο του μπροστα.Αυτος συνεχισε
με αλλο πιονι απο την δεξια πλευρα της σκακιερας,
ο αλλος απαντησε παλι γρηγορα.
Η παρτιδα προχωρουσε.Αυτος ηταν αδυνατο να μετρη-
σει ποσο χρονο επαιζε.Μπορει ο χρονος να ηταν δυο-
τρεις ωρες,η' μια μερα,η' μια -δυο μερες,η' μια εβδομα-
δα,η' ενας μηνας,η' ενας χρονος,η' πολλα χρονια ,η' αι-
ωνες,η' μια αιωνιοτητα,η' και μια απειροελαχιστη στιγ-
μη.
Τον αντιπαλο του στη διαρκεια του παιχνιδιου ποτε δεν
τον ειδε.Η' ηταν πολυ μακρια απεναντι και δεν τον ξεχω-
ριζε η' ηταν ενα πολυ μικροσκοπικος,ενα σημειο,η ' ηταν
τεραστιος κι αυτο που εβλεπε δεν ηταν παρα ενα ασημαντο
τμημα του,η' ηταν ενα ον που το σωμα του ηταν πολλων
διαστασεων και δεν μπορουσε να το αντιληφθει,η' ηταν
απων και εκανε τις κινησεις με τον τηλε-μεταχειρισμο
καποιας παιχνιδομηχανης,η' ειχε απεναντι του για αντι-
παλο εναν εφυη Ηλεκτρονικο Υπολογιστη.Σ'οποιαδηπο-
τε περιπτωση οι κινησεις του ηταν παντα γρηγορες,και
ισοχρονες,ενω αυτος οσο το παιχνιδι προχωρουσε τοσο
περισσοτερο καθυστερουσε στην επομενη κινηση.
Καταφερε να κερδισει τη παρτιδα κανοντας ματ,εκεινη
τη στιγμη ειχε 5 πιονια κι ο αντιπαλος του ειχε 7 πιονια.
Τοτε ακουσε την ακαμπτη φωνη του αντιπαλου του.Πως
για επαθλο της νικης του μπορουσε ,αν ηθελε,να διαλε-
ξει τους 16 στρατιωτες,τα 4 αλογα και τους 4 αξιωματι-
κους και να κυριαρχησει στον κοσμο ολοκληρο.Η' να
του δωρισει ενα βιβλιο που ηταν το ισοδυναμο του
Χρονου.
Διαλεξε το δευτερο.Τοτε εξαφανισθηκαν τα πιονια ,η
αιθουσα παρεμεινε η ιδια οπως στην αρχη οταν περασε
την πορτα και μπηκε μεσα,αδεια.Το δαπεδο της ομως
πια δεν ειχε τετραγωνα ασπρα και μαυρα,χαθηκαν.
Στο κεντρο του δαπεδου της αιθουσας ειδε το βιβλιο.
Προχωρησε να το παρει.Αν και η αποσταση απ'αυτο
του φανηκε στην αρχη μικρη,οσο προχωρουσε ομως
δεν το πλησιαζε.Οχι δεν απομακρυνονταν το βιβλιο
απο τη θεση του.Φαινονταν να ειναι στο ιδιο παντα
σημειο,ακινητο,αλλα δεν το εφτανε.Ουτε η πορεια
του προς αυτο καμπυλωνε,ηταν ευθυγραμμη.Παρα
τη μεγαλη προσπαθεια ηταν αδυνατο να το φθασει.
Αποφασισε να γυρισει πισω,φοβηθηκε μηπως ειχε
απομακρυνθει πολυ και δε τα καταφερνε να βρεθει
στην αρχη.
Γυρισε πισω.Παραξενο,βρεθηκε γρηγορα στην πορτα,
την περασε και βγηκε εξω στην ερημο.Ακριβως μπρο-
στα στα ποδια του ηταν το βιβλιο.Εσκυψε το πηρε στα
χερια του και το ανοιξε.
Οι σελιδες που αντικρυσε ηταν γραμμενες.Πιο κατω
στο ξεφυλισμα του συναντησε αγραφες σελιδες.
Συνεχισε να γυριζει τις σελιδες του,απειρες σελιδες
αγραφες.Σε καποια σελιδα ειδε ενα γραμμα.Ηταν σε
τετοια συγχιση που γυρισε τη σελιδα,μια αγραφη σελιδα.
Γυρισε τη σελιδα πισω να δει το γραμμα.Αγραφη σελιδα,
γυρισε και αλλες σελιδες ,βρηκε μονο αγραφες.
Γυρισε τις σελιδες μπροστα,απειρες αγραφες σελιδες.
Καπου συναντουσε μια μονο λεξη,η' πολλες λεξεις,
σε αγνωστες γλωσσες αλλα και σε γνωστες γλωσσες.
Σε καποια γνωστη γλωσσα που θελησε να διαβασει
το κειμενο ηταν αδυνατο να προχωρησει απο μια λε-
ξη στην επομενη λεξη,που την εβλεπε καθαρα.Ενδια-
μεσα συνεχως παρεμβαλονταν καινουργιες λεξεις.
Γυριζε σελιδες.Αγραφες σελιδες,συνεχως εναλλασομενες
με γραμμενες σελιδες,σε διαφορους αριθμους σελιδων.
Αν και το μεγεθος του βιβλιου φαινονταν να αποτε-
λειται απο συγκεκριμενο αριθμο σελιδων δεν εφτανε
στο τελος του,προσθετονταν συνεχως νεες σελιδες.
Καποιες φορες συναντησε το ιδιο κειμενο,ειχαν ομως
ελλατωθει οι σελιδες του.Επειτα βρηκε σελιδες με
λεξεις αναμειγμενες,σαν ολα τα κειμενα του βιβλιου
να ειχαν ανακατευθει διαλυθει το ενα μεσα στο αλλο.
Τοτε ειχε εντονη την εντυπωση πως το βιβλιο εφθα-
νε στο τελος του.
Καποιες σελιδες πριν το τελος του,παλι κενες σελιδες,
επειτα στη σειρα ακολουθουσαν γραμμενες,ενα μονο
γραμμα,δυο γραμματα,μια μονο λεξη,δυο λεξεις,ενα
κειμενο μικρο,ενα περισσοτερο εκτεταμενο,ενα τερα-
στιο,απειρο.Κι ενδιαμεσα καμια λεξη ως το απειρο.
Ποσος χρονος περασε σ'αυτο το ξεφυλλισμα του βι-
βλιου δεν μπορουσε να υπολογισει.
Αποφασισε να σταματησει το ξεφυλλισμα του βιβλιου.
Ανοιξε την πορτα,η ιδια αιθουσα,αδεια,πεταξε το βι-
βλιο μεσα οσο πιο μακρα μπορουσε κι εκλεισε την
πορτα.Τ'ακουσε που επεσε καπου ,επειτα ησυχια.
Το τοπιο της ερημου αμεταβλητο γυρω του.Απο την
αριστερη πλευρα της πορτας η ατμοσφαιρα αραιωσε
και δεν ηταν πια εμποδιο.Περασε και βρεθηκε στην
αποβαθρα ενος υπογειου σιδηροδρομικου σταθμου,
ανθρωποι γυρω του περιμεναν το τρενο.Ηταν στο
σταθμο του Μετρο μιας αγνωστης πολης.Αυτο το
συμπερανε επειδη οι ανθρωποι μιλουσαν μια αγνω-
στη γλωσσα.Ακουσε το τρενο,σε λιγο εφθασε στο
σταθμο και σταματησε.Ανοιξαν οι πορτες και μπηκε
σ'ενα βαγονι.
Το τρενο ξεκινησε.Μετα το τουνελ το τρενο βγηκε
στο φως της μερας και διεσχιζε μια αγνωστη πολη.
Επειτα χωθηκε σ'ενα τουνελ,οταν βγηκε στο φως
η πολη που διεσχιζε του φανηκε γνωστη,σαν καπο-
τε να ειχε κανει την ιδια διαδρομη,να ειχε ζησει εκει.
Δεν προλαβε να δει περισσοτερα,το τρενο βυθιστηκε
παλι σε τουνελ.Συνεχιστηκε η ιδια διαδρομη.Η πολη
ποτε του ηταν αγνωστη και ποτε ηταν γνωστη.
Σ'εναν υπογειο σταθμο κατεβηκε,κι αλλοι ανθρωποι
κατεβηκαν.Ανεβηκε την κυλιομενη σκαλα.Στην κορυ-
φη της τον περιμενε μια γνωστη του γυναικα.
Πηγαν και καθησαν σε μια καφετερια.Εξω εβρεχε.Εκει-
νη του ειπε πως εβρεχε,με μικρα διαλειματα,δυο με-
ρες συνεχεια.Δεν του φανηκε παραξενο,της ειπε πως
και την αλλη φορα εβρεχε συνεχως.Εκεινη φανηκε να
μη καταλαβαινει.Τον ρωτησε για τη δουλεια του,της
απαντησε πως τιποτα δεν αλλαξε,ολα τα ιδια.Εκεινη
του ειπε πως αν δεν ειχε που να παει μπορουσε να τον
φιλοξενισει στο σπιτι της,αν ηθελε.Δεχθηκε.Του εδωσε
την διευθυνση και το κλειδι του σπιτιου.
Εκεινη θα εφευγε πρωτη,επρεπε να γυρισει στο γραφειο
της,εκει γυρω κοντα,ειχε δουλεια,δεν ειχε τελειωσει ακο-
μα.Εφυγε και την ειδε να χανεται μεσα στη βροχη.
Αργοτερα εκεινος πηρε ενα ταξι και πηγε στην διευθυν-
ση που του εδωσε.Το σπιτι ηταν μονοκατοικια,δεν θυμον-
ταν να ειχε μεινει εκει αλλοτε.Η γυναικα δεν ειχε επι--
στρεψει ακομα,ηταν απογευμα,η μερα ειχε ακομα φως.
Πηγε στο παραθυρο,κοιταξε εξω,μετα τη βροχη φυσου-
σε.Στ'αυτια του εφτανε η βοη της πολης.
Τοτε ανοιγοντας το παραθυρο ειδε τους απεναντι λοφους,
τις πετρες και τα δεντρα.Ξεχαστηκε.Και τον επανεφερε
η φωνη της γυναικας που ειχε μπει στο σπιτι.
.
.
.
Η ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΕΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ''ΟΡΝΙΘΩΝ''
ΚΑΤΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
 

.
.
Κατ'αρχην συντηριτικα,διατηρωντας τα μερη της
κωμωδιας:
-προλογος
-παροδος[η εισοδος του χορου των πουλιων
με χορο και τραγουδι,απο καποιο κοτετσι,δεν το τσε-
καρα]
-στασιμα[ο χορος των πουλιων χορευει και
τραγουδαει,κανωντας μας αερα με τα φτερα του]
-επεισοδια[η δραση,η υποθεση του εργου προχωραει,
θα μαθουμε αν θα χτισθει η πουλοχωρα,η Ουτοπια,
δεν βαζω και το χερι μου στη φωτια οτι θα γινει ποτε]
-εξοδος[η λυσις][να σηκωθουμε απο τις καρεκλες
σε λιγο,μας αρεσε δεν μας αρεσε το εργο,δεν μας
πεφτει λογος, δεν πληρωσαμε,τζαμπα ητανε]
-η παραβαση[οχι,που θα γλυτωναμε,εδω ακουμε τις
αμπελοσοφιες του ποιητη,τι εννοει ο ποιητης δηλαδη,
αυτα μην τ'ακουτε ειναι για τους χορηγους να τους
καλοπιασει για του χρονου,ρεκλαμα,και για τους αργο-
σχολους]
Βεβαια τα παιδια εκαναν αταξιες στην παρασταση,
αλλα αυτος που ειναι υπευθυνος για τις παρανομιες,
και τις παραβασεις στο κοτετσι των Κοτων[Ορνιθων,
Ορνιων] ειναι ο σκηνοθετης ο δασκαλος ο Γιαννης,
απο τη Θεσσαλια,
αυτος λοιπον εβαλε συγχρονα[και με το δικιο του
απο το 414 πχ μεχρι το 2005 μχ ,ειναι τοσα χρονια,
ζαλιζεσαι,μονο το π με το μ ν'αλλαξεις,το χ ειναι
σταθερο,σαν την κοταμαρα μας].Εκσυγχρονιση.
Ακουσαμε Vangelis[Βαγγο,να πουμε],το μινορε
της αυγης[του Σπυρου Περιστερη][να ξυπνησουν
οι πετινοι]''Ξυπνα μικρο μου κι ακουσε''[αμα εχεις
μικρο ειναι να το ξυπνησεις; κακως κακιστα,και να'ρθεις
με τον κηδεμονα σου] και καπακι[να εμπεδωσουμε
το ξυπνημα,μηπως και δεν ξυπνησουμε,σαν τα δυο
ρολογια,που βανουν να ξυπνησουν μερικοι εξυπνοι]
''Γιατι με ξυπνησες πρωι;''[εδω θελει ερωτηματικο,
γιατι να με ξυπνησεις;] του Βασιλη Τσιτσανη,
να και το Ποπακι,οχι καμια Ποπη,
μην εκθετουμε ποσωπα,και μαλιστα θηλεα],το ποπακι
[παλιν συγνωμη.προκειται περι αναποφευχτης
συμπτωσης]της Ελενας Παπαριζου το ''The Number
One'',α' βραβειο στην EUROVISION 2004,bit bit
boot κουνημα,να και ο Διονυσος [φαντης μπαστουνης,
τι δικο του το πανηγυρι,Θεατρο Θετρο Μπαιγνιο
Σκωμμα,γινεται χωρις αυτον;]να μην στειλει αντι-
προσωπο; την αφεντομουτσουναρα του συνονοματο
του Διονυσση Σαβοπουλου με τον Καραγκιοζη του
[''κεινο που με τρωει,[ειναι τα ...],κεινο που με σωζει...]
πουλια πουλακια πουλαδες πουλες κουτοπουλια κοτουρ-
νιθια χαζοπουλια
ο ουρανος ανηκει σ'ολα τα πουλια
[με το μπαρδον τι ανηκει;,αδικο,και να παρθουν
αμεσα μετρα εισαγγελικα,μας κουτσουλανε κυριε
προεδρε, θα μ'αναψουν τα αιματα,θ'αρπαξω καμια
καραμπινα,και μπαμμ στο φτερο,και αμαρτιαν
ουκ εχω]
Ωωπ,στοπ.Οικολογια[τωρα το μερος της Οικολογιας.
Αετος εφαγεν χελωνα ,χελωνα εφαγε χορτο,και
παει,κι ας περνιεται για κορακοζωητη,...εφαγεν...
εφαγεν...ωραια Οικολογια Καλοφαγιας].Φτου[ρ]Φτου[ρ]
ε ας ριξουμε μια Βουγιουκλακη[αν και...γατουλα.sos.πουλια]
[τι να πει ;ας πει το, ας το πει ,πεταξτο στον αερα]
''Τ'αγορι μου, τ'αγορι μου,...Ρικο,Ρικο κο κο''[ε φανερος ο
στοχος σου κ. σκηνοθετα,τι κουτορνιθια ειμαστε,το ρικο
ρικοκο ειναι απο τον κοκορα το κικιρικο και το
κοκο το αυγο, εξυπνο παντως για κοτους ανθρωπους]
κι επειδη η Βουγιουκλακη εχει σουξε,στο καπακι της παρα-
στασης πηραμε τους δρομους και ποιος μας πιανει ,
τσιμπησε το δισκακι
''καροτσερι καροτσερι τραβα και μη σταματας''
τα παιδια- κοτοπουλια κακαριζουν :
''εφτασε η ωρα για την πουλοχωρα
εφτασε η ωρα για να δοξαστει[εμενα μου λες
θα φαμε τετοιο δοξασμενο κουτσουλισμα, τιμη
μας και καμαρι μας,στο πετο σαν παρασημα,μην
ειμαστε και αχαριστοι]
Λοιπον συνεχεια κοτοχ...
''εφτασε η ωρα για την πουλοχωρα
εφτασει η ωρα σ'ολους ν'ακουστει ''
[και οπου φυγει φυγει πουλ πουλ]
Εν τω μεταξυ [στα επεισοδια,εγιναν επεισοδια]
ηρθαν,την επεσαν διαφοροι πονηροι επιτιδειοι
τεχνοκρατες[να εδω οι δρομοι,εδω τα κοτοπουλεια,
εδω οι κοτοφραγκοι,εδω οι κοτες,εδω τα κορακια
στην Πουλοχωρα]τους πηραν χαμπαρι τους προγ-
κιξαν τους εκραξαν τους διαολοεστειλαν.
επειτα κατεφθασσε διμελες [για το Αδιαφθορο,μας
ακουει κανεις;κλεισε την πορτα]της Εφοριας.
λιγο πουλυ ζητουσαν ελεγχο.Να ο διαλογος
[αυθεντικος απο την παρασταση]
-εχουμε διαταγη να κανουμε ελεγχο
-ενα δεκαλιρο;
-ντροπη ,κυριε,δωροδοκια
-δυο δεκαλιρα;
-αυτο δεν επιτρεπεται θα σας καταγγειλω
-πεντε δεκαλιρα;
-πεντε δεκαλιρα,ειπατε;ειπατε
δωστα,δωστα
-να παρτα,παρτα[και τους ...μουτζωνει με τα
πεντε δεκαχτυλα]
Ειδατε ποσο συγχρονο ειναι το...συγχρονο
Εν τω μεταξυ ακουμε διαφορα κουφα:
Ζητω .Λαος -Πουλια στην Εξουλια
[Δηλαδη Εξουσιοπουλισαμε,ξεπουλισαμε]
Κατι ακουστηκε και για το ευρω,αλλα δεν κατα-
λαβε κανενας τιποτα,αγνωστο αντικειμενο,
δυσευρευτο.''Καλε,για το ευρω δεν θα πει κανεις
τιποτα; '',Ασε μας πουλο-κοπελα μου,μην σγαρλιζεις
τον πονο μας;τετοιες μερες μνημονιου]
και σαν να μην εφταναν αυτα,Μοδα τα Πουλια,Γκραν
Σουξε,επεσε Πουλομανια[αργοτερα μας κουβαληθηκε
η νοσος των πτηνων]
Απαριθμουν οι Ρεκλαμαδοροι Πουλιων[ενα Ειδος
Γραφειου Προπαγανδας Πουλιων]:
τα παιδια στα σχολεια κανουν γραμματα ορνιθοσκα-
λισματα,το ...το λενε πουλι,λενε διαφορα,οπως ''θα
μου δεις τον περδικο'',εκαναν τραγουδια με τα πουλια,
''ειμ'αητος χωρις φτερα''[τωρα μεταξυ μας,τι σοι αητος
ειναι χωρις φτερα;γουστα ειναι αυτα]''η γερακινα'',
επεται συνεχεια,
τ'αλλα αντ'αλλα''αλλου τα κακαρισματα κι αλλου
γενουν οι κοτες'',
''της γερακιδας γιος'',''μου παρηγγειλε τ'αηδονι με το
πετροχελιδονι'',και του Χρηστακη ''το πουλι'',''και του
πουλιου το γαλα''του Βασιλοπουλου[τζαμπα διαφημιση
ρε μπαγασα ,για τα ματια μιας μικρης,εχε χαρι],σου
τρεσαρει μπουνια στα μουτρα ο μαγκας... κι ειδες
πουλακια να τσιουτσιουνιζουν ,κι αλλα πουλλα πουλισια
Εν τω μεταξυ οι θεοι στελνουν sms μηνυμα,κτυπα
το κινητο ,''Οι Θεοι ,ειναι'' .''Τι θελουν τα λαμογια;''
Αρθρο α':Εμεις οι Θεοι παραδινουμε την Εξουσια
στα πουλια[Μεγα Κοροιδελικι,δεν τρωμε κοτοχορτο,
ποιος παραδινει εξουσια ;ποτες των ποτων]
Αρθρο β':Τα Πουλια να μας δωσουν συνταξη [Να την
περναμε ζωη και κοτα,αμ τι τζαμπα ειναι η Δημοκρατια;
τωρα τι θυμηθηκα]
Αρθρο γ':Να μην περνουν στον ουρανο[διοδια και
τα ρεστα θα πληρωνονται]να μην εμποδιζουν
τις κουτσολοπτησεις των πουλιων
Αρθρο δ':Να φροντιζουν το Περιβαλον[Πρασινοι Θεοι,
λιγο δυσκολο το βλεπω οι Θεοι μας ηταν παντα...ροζ ,
ολη την ωρα το'χαν το μυαλο τους στις τρελλιτσες με
τις διαφορες αλλανιαρες ,θεες και τις δικες μας
τις γηινες,τι απ'το ψαχνο θα το ριξουν στο χορτο;
δεν το βλεπω]
Αρθρο ε':Να ζουν αγαπημενοι,με αγαπη ειρηνη
και δικαιοσυνη[Η Πεμπτουσια της Μπαγοποντιας,
αυτο κι αν ειναι Κοροιδιλικι Μεγα]
Και τοτε πεταγεται ο Λιγοπλανος και δουλευεται
γαζι και την αμολαει και μαλιστα στο ρυθμικο αλα
ΚΚΕ του Φλωρακη:
''ΑΓΑΠΗ,ΕΙΡΗΝΗ ,ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
Οι Νομοι των Θεων και των Ανθρωπων ''
[το επαναλαμβανει,και μαζυ του ολα τα κουτορνιθια]
ΑΓΑΠΗ ΕΙΡΗΝΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ
[Βρε ουστ,ΟΥΣΤΟΠΙΑ,
Νομοι των Θεων; [των Δυνατων δηλαδη].Δυνατοι
ειναι οτι θελουν κανουν ,και...κοκοβιους γιαχνι αμα
λαχει,να πουμε
Νομοι των Ανθρωπων;[Ποτε;που;,δεν κολλατσιζεις
στους ανθρωπους τετοια :Αγαπη Ειρηνη Δικαιοσυνη;
ουτε...κοκοβιους γιαχνι,την γαζωνουν στο αλλιωτικο
[ΠΑΡΑΒΑΣΗ:
ΟΥΤΟΠΙΑ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ
ΤΕΛΟΣ ]
Για καλο και για κακο παρτε μια ασπιρινη η ' ενα
καλμον η ' ενα ντεπον[αναφερω ολες τις μαρκες
για μην μεροληπτησω]να σας περασει ο πονοκεφαλος,
γιατι ''οποιος ανακατωνεται με τα σκατα τον τρωνε
οι κοτες'',ως γνωστον εξ αρχαιοτατων χρονων
.
Στα σκηνικα προσπαθησα να δρασω Αριστοφανικα,
στο αριστερο σκηνικο στον ουρανο τα πουλια σχηματι-
ζουν το SOS,στο μεσαιο ο δρομος ανηφοριζει στην
Πουλοχωρα,μην τον ακολουθησεται σε κανεναν
γκρεμο θα σας ριξει,πριν την ωρα σας,εχω εκει
μια κορη κι ενα κουρο ,με προσωπα πουλιων,μην
το πιστευεται,δεν ειστε κοτορνιθια,μασκες θεατρι-
κες ειναι[να'μαστε με το γραμμα του νομουτων κριτικων,
μην μας την πεσει κανενας,και μας ζαλισει τον ερωτα
του....θεατρου],ο κουρος φοραει ποδοσφαιρικο σωβρα-
κο με τον αριθμο 10,η αρχαια κωμωδια ηταν λαικο
θεαμα με πολιτικες προεκτασεις,και οχι οπως καντησε ν'ασχο-
λειται με πορνο-σταρς,τιβι ψωνια,παρανοικους
εθνικιστες,γυναικιζοντα νουμερα,αταλαντους,
και με διαφορους αθυροστομους βωμολοχους
αφσκολογους επι πληρωμει,
στο δεξιο σκηνικο η πολη,τις πολυκατοικιες,με τα
δεντρα τις κεραιες των τηλεορασεων να ισορροπουν
με τα καμενα δεντρα στο αριστερο σκηνικο,στον
ουρανο τα πουλια σχηματιζουν την ελληνικη σημαια,
εχω κι εναν Φασιανοιζοντα ποδηλατιστη με φτερα,
και σε μια λαικη συνοικια εχει παρασταση Καραγκιοζη
με το εργο :''Ο Καραγκιοζης Κοτοπουλας''.
.
[Οταν εκανα τα σκηνικα ,στον χωρο εκεινο γι-
νονταν και οι προβες των παιδιων,ηταν μεγαλη
εμπειρια για μενα,εκεινη την ωρα,που επαιζαν
μπροστα απο τα ατελειωτα σκηνικα δεν δουλευα,
καθομουν και τα ακουγα,επηρεαζομουν απο αυτα,
το τι θα εκανα.
Τα παιδια ,γινονταν πουλια με τις φωνες τους τα φτερα
τους να πεταξουν ελευθερα.
Τους ευχομαι σ'ολη τους τη ζωη να πετανε ελευθερα
και ευτυχισμενα]
.
.
.
Magritte's Projection
.
.
Ενας ανθρωπος ηρθε και σταθηκε διπλα στην καρεκλα,
στο τραπεζι ενα καρπουζι κομμενο στα δυο.Τον πλησι-
ασαμε και καθησαμε μπροστα του ημικυκλικα.Εβγαλε
απ'την τσεπη του μια πιπα,κατι μας ειπε σε μια ξενη
γλωσσα.Εμεις χωρις να ξερουμε γιατι, σηκωσαμε το
κεφαλι και κοιταξαμε τον ουρανο,εκεινη την ωρα πε-
τουσε ενα γαλαζιο πουλι,μας φανηκε για λιγο πως
εσβηνε τα συννεφα.Αυτο συνεχιστηκε για αρκετη
ωρα.Οταν τελειωσε το πουλι το σβησιμο,εκεινος ο
ανθρωπος πηρε απο το τραπεζι το μισο καρπουζι,
το σηκωσε στο υψος του προσωπου του,και μετα
απο λιγο ειδαμε το πουλι να καθεται πανω του
και να τρωει απο τη κοκκινη σαρκα του καρπου-
ζιου.
Αφου το πουλι τελειωσε με το φαγωμα του καρ-
πουζιου πεταξε και στη θεση του αφησε ενα σχε-
τικα τεραστιο αβγο.Τοτε ηταν που καποιος απο
μας φωναξε:
''Κοιταξτε το πουλι στον ουρανο ανοιγει πορτες
και παραθυρα''
.
.
.
The Works from
ART-EXHIBITION OF INSTALLATIONS
By c.n.couvelis
Τα Εργα απο
ΕΚΘΕΣΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
του Χ.Ν.Κουβελη
Dedicated to J.L.Borges
.
.
WORKS  FROM
THE ISTALLATIONS OF AN ART-EXHIBITION
[ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ-ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΙΑΣ
ΕΚΘΕΣΗΣ]
.
.
-Μια ηλεκτρονικη οθονη [1χ1.20μ]ανοιχτη,μαυρη,
στο δαπεδο απο κατω ενα cd player,και σε αποστα-
ση 2μ απο το κεντρο της μια αδεια καρεκλα.
Ο Θεατης βαζει στο cd player το cd-r με το εργο
του Luigi Nono: ricorde cose ti hanno in Auschwitz
[''Θυμησου τι σου εχουν κανει στο Αουσβιτς'']
Παταει το play και καθεται στην αδεια καρεκλα
ακινητος και σ'ολη τη διαρκεια ακροασης του
εργου κοιταζει το μαυρο ορθογωνιο της οθονης,
στο οποιο κατα διαστηματα εμφανιζονται σκιες
μορφες ανθρωπων αλλα και το δικο του προσωπο ,
απο ληψη καμερας που γινεται εκεινη τη στιγμη.
Οταν τελειωσει το cd συνεχιζει να καθεται στην
καρεκλα ιση διαρκεια χρονου οσο διαρκεσε η
ακροαση και στην οθονη δεν προβαλλεται καμια
μορφη,παραμενει μαυρη,ακινητη..
[Οσο διαρκει η ακροαση του εργου διακοπτεται
η εισοδος επισκεπτων στην αιθουσα της εκθεσης]
.
.
-Σ'ενα εσωτερικο σημειο της αιθουσας πανω σε μια
στηλη[υψος 1.50μ] ειναι ενα γυαλινο μπουκαλι γεμα-
το με νερο.Απο εκει ακουγονται[σε διαφορες εντασεις
και διαρκειες] ηχοι νερου.Νερο που κυλλαει,χειμαρου,
ποταμου,βρυσης,ηχοι κυματων,η θαλασσα,η λιμνη,
βροχη,ανθρωπος που πλενεται,ανθρωπος που πινει
νερο,ανασα ανθρωπου διψασμενου,πτωση δυτη
στο νερο ,ναυμαχια,αυτοκινητο που τρεχει σε βρεγ-
μενο δρομο,ανοιγμα ομπρελλας,μωρο που προφερει
για πρωτη φορα τη λεξη ''νερο'',η λεξη ''νερο'' ακου-
γεται σ'ολες τις γλωσσες,...]Μετα απο 2 ωρες η στηλη
ταλαντευεται για μερικα δευτερολεπτα η γυαλινη
μπουκαλα με το νερο τρανταζεται πεφτει και σπαει.
Το νερο που ειχε μεσα χυνεται στο δαπεδο και
σιγα -σιγα εξατμιζεται
[Αυτο γινεται εφοσον εχει δει το εργο συνεχως
χωρις διακοπη[για 30 λεπτα τουλαχιστον]ενας
ανθρωπος-θεατης]
.
.
-Σε ηλεκτρονικη οθονη[3χ4μ] ενας ανθρωπος περπα-
ταει για 8 ωρες και προβαλεται το εδαφος[γενικωτερα
η επιφανεια]μπροστα του απο 1μ μεχρι 1.50 μ αποσταση
που καταγραφεται απο βιντεο-καμερα που κραταει
στα χερια του.Ακουγονται ολοι οι ηχοι του περιβαλον-
τος[τα βηματα του,φυσικοι ηχοι,πουλιων, ζωων,
ανεμος,βροχη ,ηχοι ανθρωπων,αυτοκινητα,...]
Υπαρχουν διαφορες κινησεις του ανθρωπου[πολυ γρη-
γορα,κανονικα,αργα,πολυ αργα,σταση,περιγραφη[απο-
σματικη,περιλιπτικη,ελλειπτικη,λεπτομεριακη]μιας
περιοχης.Πλησιασμα η ' απομακρυνση απο καποια
περιβαλοντα,...,συναντηση με ανθρωπους,συνομιλια
μαζι τους,κινησεις σε εξωτερικους χωρους και σε εσω-
τερικους,σε σκαλα,σε γηπεδο,σε πολυκαταστημα,
σε γραφειο,στο Μετρο,στο αεροδρομιο,στο λεωφο-
ρειο.
Οταν τελειωσει η 8-ωρη περιπλανηση του ανθρωπου
τοτε προβαλεται [για μεταβλητο χρονικο διαστημα ]
το δαπεδο μπροστα απο την οθονη [απο τη βιντεο-ληψη
που εγινε κατα την διαρκεια του Εργου ,με τους ηχους
της αιθουσας εκεινες τις 8 ωρες προβολης
[Η προβολη του Εργου γινεται μια και μοναδικη φορα
κατα την διαρκεια της εκθεσης.Η ενεργοποιησης της
γινεται αυτοματα και σε μη- συγκεκριμενη στιγμη [ουτε
ειναι απαραιτητο να υπαρχει[ουν] Θεατης[ες] να
παρατηρουν το Εργο.
Για την απροσκοπτη προβολη του εργου απαραιτητη
προυποθεση ειναι η εκθεση να ειναι τουλαχιστον 8 ωρες
ανοιχτη καθε μερα.Το μερος με τους ηχους της αιθουσας
μπορει[το υπολοιπο του]να συνεχισθει την επομενη μερα
[εκτος αν ειναι η τελευταια μερα].
.
.
-Σε διαφορα σημεια της αιθουσας υπαρχουν στο
δαπεδο κοματια σελιδων εφημεριδων και πανω
τους μια πετρα
[το εργο παραπεμπει σε μια αφοδευτικη πρακτικη
των παιδιων παλαιοτερα στην υπαιθρο]
.
.
-Τρεις ηλεκτρονικες οθονες στον τοιχο.Στη μεσαια
οθονη[1χ1.20μ]ενα χερι γραφει συνεχως γραμματα,
συλλαβες,λεξεις,προτασεις,κειμενα σε καποια γλωσ-
σα η ' σε καποιες γλωσσες[οχι ανακατα,αν αρχισει
με μια γλωσσα μ'αυτη συνεχιζει.Υπαρχει η δυνατο-
τητα ο θεατης να διαλεξει τη γλωσσα της αρεσκειας
του]
Στην αριστερη και στην δεξια οθονη[1.50χ1μ]πα-
ρουσιαζονται ορισμοι,ετυμολογιες λεξεων,βιβλιο-
γραφιες,στατιστικα στοιχεια για μια λεξη[π.χ ποσες
φορες παρουσιαζεται μια λεξη σ'ενα συγκεκρι-
μενο εργο ενος συγγραφεα,η ' σ'ολα τα εργα του,
με σχετικα αποσπασματα του εργου που την περι-
εχουν]...
[ακουγονται ηχοι απο το χερι που γραφοι,ηχοι
ξεφυλισματος βιβλιου,φωνη παιδιου που συλ-
λαβιζει,αλλα υπαρχουν και μεγαλα διαστηματα
σιωπης]
.
.
-Σε ηλεκτρονικη οθονη[3χ4μ]προβαλλονται σκιες
ανθρωπων που κινουνται στους δρομους μιας
μεγαλουπολης.Τους ακουμε να λενε τα ονοματα
τους.
Στο πρωτο μερος 3ο' λεπτων ακουγονται τα ονο-
ματα το ενα μετα το αλλο,τα επομενα 10' λεπτα
στη διαρκεια του ενος ονοματος ακουγονται 2
ονοματα,τα επομενα 10' τρια,τα επομενα 10'
τεσσερα,...,μεχρι να μην ξεχωριζει κανενα ονομα.
Επειτα επανερχομαστε στην αρχικη κατασταση.
[Επισης γινονται μεταβολλες,ποια αποσταση
χωριζει ενα ονομα απο αλλο ονομα,η εναλλαγη
των ονοματων,η σειρα με την οποια επικαλυ-
πτονται,οπως και διαστηματα που δεν ακους
τιποτα]
.
.
-Βλεπουμε τη σκια[σε μεταβαλομενα πλανα]ενος
γνωστου ηθοποιου σε μια ηλεκτρονικη οθονη
[1.50χ1μ] και τον ακουμε να διαβαζει διαφορα
κειμενα[μεταβλητης εκτασης].Τα κειμενα ειναι
αποσπασματα εργων απο την λογοτεχνια,την
επιστημη,την φιλοσοφια,απο την δημοσιογρα-
φια,απο εργα για παιδια,απο την πολιτικη,απο
την οικονομια,...
Τα κειμενα αυτα τα διαβαζει μια και μοναδικη
φορα, η' επαναλαμβανει καποια κειμενα,με δια-
φορετικους τροπους αναγνωσης.Σταδιακα
προστιθεται στην αναγνωση ενος κειμενου
με καθυστερηση καποιων δευτερολεπτων η
αναγνωση του ιδιου κειμενου η' καποιου αλ-
λου κειμενου.Συνεχως προστιθονται νεα κει-
μενα η' τμηματα προηγουμενης αναγνωσης.
Η ενταση του ηχου παραμενει σταθερη ,ειτε
αυξανεται,ειτε μειωνεται.Μετα την κορυφωση
πολλων κειμενων που ακουγονται,σταδιακα
αφαιρουνται κειμενα μεχρι να καταληξει η
αναγνωση στην αρχικη κατασταση της μιας
αναγνωσης.Αυτο επαναλαμβανεται σε ισα
χρονικα διαστηματα,ειτε σε μεταβλητα,με
διαφορες διαρκειες και με διαφορα αποτελε-
σματα[διατηρηση της ευκρινειας της αναγνω-
σης,σταδιακη μειωση της ευκρινειας μεχρι
τον θορυβο.
[Η Συνολικη χρονικη διαρκεια του Εργου ειναι
ιση με την χρονικη διαρκεια της Εκθεσης
Το εργο ειναι Ανοιχτο-Εργο.Μπορει να αλλα-
ξει ο αναγνωστης[[να τον διαδεχθει ενας αλλος
ηθοποιος,ενας απλος ανθρωπος,ενα παιδι-μαθη-
της που συλλαβιζει,ενας ξενος που δεν γνωριζει
τη γλωσσα,ενας ανθρωπος με προβληματα αρ-
θρωσης[ψευδισμου,τραυλισμου,δυσλεξιας,...],
ενας ανθρωπος με προβληματα [μερικα η' ολικα
ακοης ] ακοης με αναγνωση στη νοηματικη γλωσσα ,
ανθρωποι διαφορων ηλικιων και φυλων,διαφορων
ταξεων,οικονομικων,γνωστικων,καταστασεων
[καταδικοι,πορνες,μειονοτητες,δημοκρατες,
φασιστες,ψυχωτικοι,...]
Μια ωρα πριν το τελος της Εκθεσης σταματαει
οποιαδηποτε αναγνωση και στη οθονη προβαλεται
μια ανθρωπινη καρδια που παλεται και ακουγεται
ο χτυπος της.
.
.
-Πανω σ'ενα τραπςζι υπαρχουν λευκα χαρτια Α4,
οποιος επισκεπτης της εκθεσης μπορει να καθισει
να παρει ενα λευκο χαρτι[η' να χρησιμοποιησει
περισοτερα] και να γραψει οτι θελει [οσο θελει]
η' και να σχεδιασει.
Οταν τελειωσει να ριξει το χαρτι[η'τα χαρτια] ανα-
λογα με την κριση του[η' την διαθεση του] ειτε
στο Κουτι των Κοινων αριστερα ,ειτε στο Κουτι
των Κρυφων[Απορρητων] δεξια.
Στο τελος της μερας ολα τα κειμενα[Κοινα και
Κρυφα]ανακατευονται και τυπωνονται.
Την επομενη μερα μπορει να τα διαβασει οποιος
θελει και μετα καταστρεφονται
[Το Εργο διαρκει μεχρι το τελος της Εκθεσης[
.
.
.
ΜΑΓΝΗΤΟΤΑΙΝΙΑ
[ΜΟΝΟΠΡΑΚΤΟ]-ΘΕΑΤΡΟ
.
.
η σκηνη στο σαλονι ενος διαμερισματος,τυ-
πικα μοντερνο,στον 10 ο οροφο μιας πολυ-
κατοικιας στη περιοχη του κεντρου μεγαλου-
πολης,ενας ανδρας γυρω στα 30 και μια γυναικα
γυρω στα 25,ο αντρας καθεται σ'ενα καναπε,δια-
βαζει εφημεριδα και η γυναικα καθαριζει τα ε-
πιπλα,το μεγαλο παραθυρο στον δυτικο τοιχο
ειναι ανοιχτο,κατω απο την τηλεοραση υπαρχει
ενα μαγνητοφωνο αντικα με τις παλιες μαγνη-
τοταινιες - μπομπινες.
ΑΝΤΡΑΣ:[αφηνει την εφημεριδα στο τραπεζι
μπροστα του]
Ακους;
[παιρνει το τηλεκοντρολ και ανοιγει την τηλεο-
ραση,την αφηνει για λιγο ανοιχτη κι επειτα
την κλεινει]
ΑΝΤΡΑΣ:Ακους;
ΓΥΝΑΙΚΑ: Ακουσα
ΑΝΤΡΑΣ:Τι θορυβος
ΓΥΝΑΙΚΑ:Δεν βλεπω τηλεοραση
ΑΝΤΡΑΣ:Ο θορυβος της πολης
[πηγαινει στο ανοιχτο παραθυρο,στεκεται,
κοιταζει] ενα μεγαφωνο θορυβου
ΓΥΝΑΙΚΑ:Τι να ετοιμασω για φαγητο;
ΑΝΤΡΑΣ:Εκει κατω δεν ειναι θορυβος,ειναι
συγγεκριμενοι ηχοι
[γυριζει προς τη γυναικα]Δεν τηλεφωνησε
ακομα;
ΓΥΝΑΙΚΑ:Λες να μην ερθει;
ΑΝΤΡΑΣ:[φευγει απο το παραθυρο ,πη-
γαινει και καθεται στον καναπε,στον ιδιο που
ηταν πριν καθισμενος]
Και την αλλη φορα δεν ηρθε
ΓΥΝΑΙΚΑ:Μας τηλεφωνησε πως κατι
του'τυχε
ΑΝΤΡΑΣ:Του'τυχε;τιποτα δεν του'τυχε,το'πε
ετσι,για ν'αποφυγει
ΓΥΝΑΙΚΑ:[παει στο παραθυρο]Εχεις δικιο
ΑΝΤΡΑΣ:[χωρις να γυρισει προς το μερος
της]Να δεις που ουτε σημερα θα'ρθει
ΓΥΝΑΙΚΑ:[φευγει απ'το παραθυρο και συ-
νεχιζει να καθαριζει το χωρο]
Τι θορυβος,και να σκεφτει κανεις πως καποιος
εκει μεσα ζει
ΑΝΤΡΑΣ:Κανε μπιφτεκια,και καμια σαλα-
τα,μπυρα εχει;
ΓΥΝΑΙΚΑ:Εχω αποφασισει τι θα κανω
ΑΝΤΡΑΣ:Ποια ηληκια εχει,που δουλευει,
δεν ξερουμε
ΓΥΝΑΙΚΑ:Εχει τρεις μπυρες,θ'ανοιξουμε
και κρασι
ΑΝΤΡΑΣ:[σηκωνεται,πηγαινει στο παραθυ-
ρο,κοιταζει κατω]Να,λες να ειναι αυτος,εκει,
σαν κουκιδα απο δω φαινεται
ΓΥΝΑΙΚΑ:[ανοιγει την τηλεοραση,κατι λεει
που δεν ακουγεται]
ΑΝΤΡΑΣ:[χωρις να γυρισει,φωναζει]Τι κα-
νεις; εισαι ανοητη;
ΓΥΝΑΙΚΑ:[πηγαινει κοντα του στο παρα-
θυρο,κοιταζει]
Δεν ωφελει να περιμενεις,το ξερεις,δεν
σου κανει καλο
ΑΝΤΡΑΣ:[μετα απο μεγαλη σιωπη]
Ετσι ειναι,τοσα χρονια
ΓΥΝΑΙΚΑ:[αμεσως]Τι θ'αλλαξει αν ερθει;
ΑΝΤΡΑΣ:Θα ξερουμε
ΓΥΝΑΙΚΑ:Και τωρα ξερουμε
ΑΝΤΡΑΣ:Δεν ειμαστε βεβαιοι
ΓΥΝΑΙΚΑ;Κι αν αυτος ειναι ανικανος να
μας δωσει βεβαιοτητα;
ΑΝΤΡΑΣ:Δεν μπορει να γινει αυτο,επιλε-
χθηκε γι'αυτο
ΓΥΝΑΙΚΑ:Να βεβαιωθουμε η' να μην βε-
βαιωθουμε;
ΑΝΤΡΑΣ:Οτι και να ειναι θα 'ναι μια βε-
βαιωση
ΓΥΝΑΙΚΑ:Τι ωρα ειναι;
ΑΝΤΡΑΣ:[κοιταζει το ρολοι του]Περασε η
ωρα
ΓΥΝΑΙΚΑ:[φευγοντας απο κοντα του]Παω
στην κουζινα να ετοιμασω κατι
ΑΝΤΡΑΣ:[επιστρεφει στον καναπε,στον ιδιο]
Θα περιμενουμε ,ο θορυβος της πολης αυ-
ξηθηκε
[φωναζει]Μπορεις να μου φερεις λιγο νερο;
ΓΥΝΑΙΚΑ:[του φερνει ενα ποτηρι νερο]
Σε λιγο θα νυχτωσει
ΑΝΤΡΑΣ:[την κοιταζει]Αυριο,μπορει να
ερθει αυριο,η' μεθαυριο,εδω θα'μαστε,θα πε-
ριμενουμε
[παιρνει το νερο και το πινει]
ΓΥΝΑΙΚΑ: Εκανα λαθος,στο ψυγειο εχει μο-
νο μια μπυρα,και κρασι καθολου
ΑΝΤΡΑΣ:Μπορει να μην του αρεσει η μπυρα,
δεν πειραζει,μην ανησυχεις
ΓΥΝΑΙΚΑ:[στεκει ορθια κοντα στην πορτα
της κουζινας]Εχει σημασια,απο το γουστο
του στο ποτο,μπορει να εξαρταται η διαθεση
του
ΑΝΤΡΑΣ:Αν δεν του αρεσει ,να θυμωσει,να
συγχιστει,και να μην πει τιποτα
ΓΥΝΑΙΚΑ:Ετσι κι αλλιως δεν θα εχει τιπο-
τα να πει
ΑΝΤΡΑΣ:Πως το ξερεις;
ΓΥΝΑΙΚΑ:Ειμαι βεβαιη,πως δεν εχει κρασι
ΑΝΤΡΑΣ:Αυτο ειναι τοτε αχρηστο,καταστρο-
φη
ΓΥΝΑΙΚΑ:Θα περιμενουμε,το κρσσι ειναι
βεβαιο πως δεν υπαρχει,για το αλλο δεν ξε-
ρουμε τιποτα
ΑΝΤΡΑΣ:Πρεπει να μαθουμε,δεν γινεται,κατι
θα ειναι,να ξερουμε
ΓΥΝΑΙΚΑ:[τον πλησιαζει]Μα ξερουμε,αν
ερθει θα ξερουμε,κι αν δεν ερθει θα ξερουμε,
ειτε ετσι ειτε αλλιως θα ξερουμε[πηγαινει
στο παραθυρο και το κλεινει]
Μπιφτεκια θα κανω
ΑΝΤΡΑΣ:Ο θορυβος τωρα ελλατωθηκε,πε-
ρασε η ωρα,δεν θα'ρθει,δεν το συνειθιζει τε-
τοια ωρα
[περναει αρκετη ωρα χωρις να πει η' να κα-
νει κατι,επειτα ανοιγει την τηλεοραση,αλλα-
ζει συνεχως καναλια,την κλεινει]
ΓΥΝΑΙΚΑ:Θα φτιαξω σαλτσα με ντοματα
και κρεμυδια [ακουγεται η φωνη της απο την
κουζινα ]
ΑΝΤΡΑΣ:[σηκωνεται πηγαινει στο μερος
που ειναι η τηλεοραση και παει το στοπ στο
μαγνητοφωνο,η μαγνητοταινια σταματα να
γυριζει]
Τα φωτα χαμηλωνουν και ο χωρος τυλιγεται
στο σκοταδι
ΑΥΛΑΙΑ
.
.
.
ΑΘΗΝΑ.Αποπειρα Αφηγησης
.
.
Ζουσε σ'ενα διαμερισμα στα Κατω Πετραλωνα,
καθε μερα πηγαινε για πολλα χρονια στο κεντρο
της πολης,στην Ομονοια,γυρω-γυρω,στην Πανεπι-
στημιου,στα Χαυτεια,στην πλατεια Λαυριου,
στη Σταδιου,στην Κοραη,στην Κλαυθμωνος,
στου Καουφμαν,στη Πλατεια Καρυτση,στο Συν-
ταγμα,στη Πλακα,στην Κυδαθηναιων,στην Αν-
δριανου,στην Πανδροσου,στην Ηφαιστου,στην
Μητροπολεως,στην Ερμου,στην Αιολου,στην
Περικλεους,στην Αθηνας,στη Βαρβακειο Αγο-
ρα,στην Πλατεια Κοτζια,στην Πειραιως,στην
Αγιου Κωνσταντινου,στο Εθνικο Θεατρο,στην
Πλατεια Καραισκακη,στη Βαθης,στη Γ' Σεπτεμ=
βριου,στην Πατησιων,στα Εξαρχεια,στη Πλα-
τεια Καννιγγος,στην Ακαδημιας,στη Σολωνος,
στη Σινα,η ροη της Ιστοριας τον τυλιγε και τον
κουβαλουσε,στην αλλη Ελλαδα η Ιστορια βου-
λιαζε ,στο τελμα στην αδιαφορια,πολλαπλα
κοματια συγχρονης πραγματικοτητας εν-δυο
στα βηματα του,το παιδι που προλαβε να δει
καταλαβαινε και δεν καταλαβαινε,η γυναικα
που εστριψε στη γωνια του δρομου και χαθηκε,
και ποτε δεν την ξαναειδε,μεσα στους αλλους
ενας αλλος,στοματα που δεν ανοιξαν να του
φωναξουν,να του μιλησουν,αυτια να τον ακου-
σουν,χερια που δεν απλωσαν [και δεν απλωσε]
να χαιρετισουν,ματια που δεν ειδαν ,τιποτα,πι-
σω απο την ομιχλη της ανωνυμιας,και ποιος
ζει και ποιος δρα,και δεν το ξερεις,και δεν το
μαθαινεις δεν το αντιλαμβανεσαι αμεσα,χωρις
το ενδιαμεσο των εφημεριδων και της τηλεο-
ρασης,εκει στην Αιολου σ'ενα παγκακι καθεται
μια γυναικα,σακουλες ψωνια,και διπλα αριστερα
το παιδι της ,γυρω στα 7 χρονια,τρωει μια
τυροπιτα,οταν την τελειωνει σηκωνονται και
κατηφοριζουν το δρομο,στο βαθος της προοπτι-
κης η Ακροπολη δειχνει αχνη αδιαφορη υπερο-
πτικη σκια στην εκτυφλωτικη διαφανεια της
μερας,αλλοι ανηφοριζουν την Ερμου προς το
Συνταγμα ,μια αδεια λεξη κενη,τι ειναι ο αν-
θρωπος που κατανταει αγοων,ποιος αλλος πε-
ρασε διπλα του ;τι ειναι και τι σκεφτεται;κα-
πνος που διαλυθηκε σε public opinions,ενα ζε-
στο σωμα που παλλεται και αναπνεει ,σε κατα-
ναλωτικο χυλο αδιαφοριας πνιγεται ,βυθιζεται,
στην Ερμου καθε ανθρωπος και το κινητο του,
το φαναρι του Διογενη ,΄΄ψαχνω ενα ανθρωπο'',
να μια ιδεα για μια διαφημιση καποιας κινητης
τηλεφωνιας [του πλησιον οντος],ενα σκυλι ξα-
πλωμενο στο πεζοδρομιο γωνια Αθηνας και Ερ-
μου αδιαφορο απομακρο το διαγραφουν το πο-
δοπατουν σκιες πηγαινοερχομενων ανθρωπων,
ενα ερμαιο ζωης,που δεν χανεται εκει που επι-
κρατησαν οι ανθρωποι,οσο και ν' απομακρυνε-
ται στη κλιμακα και να ελαφραινει στο βαρος
της ζωης και να μην λογαριαζεται,εδω που λο-
γαριαζοντας καθημερινα με μηδενικα αθροιζου-
με αριθμους μη-υπαρξης,τουλαχιστον ας μας
θυμιζει το γαυγισμα,κατι ειναι κι αυτο,και ειναι
η πολη ενα ζωντανο σωμα που αλλαζει συνεχως,
ειναι και δεν ειναι,εκεινο το μαγαζι στο 12 της
Σολωνος δεν ειναι,εκλεισε,αλλαξαν στην Κλαυθ-
μωνος την πλακοστρωση,το μαγαζακι στη Πλα-
τεια Καρυτση που επερνε πιτσα εκλεισε κι αυτο,
στον Παρνασσο ειχε δει μια εκθεση ζωγραφικης με
εξωφυλλα δισκων του Καζαντζιδη,ποτε ο ανθρω-
πος που περνα στη Σταδιου η' στη Χρηστου Λαδα
η' στην Ερμου δεν ειναι ο ιδιος ,οπως το νερο του
Ηρακλειτου,κι ειναι θαυμα κι ανεξηγητο,ευτυχια να
γινεται να σε γνωριζω και να σε φερνω στο καφε-
νεδακι της Αιολου να σε κερασω καφε η' στη Πα-
νεπιστημιου κοντα στο Ρεξ να σε κατεβαζω στο
ημιυπογειο για λουκουμαδες,κατεβαινω τη Σολω-
νος/ανεβαινεις την Ακαδημιας,μια παροδος 20-
30 μετρα μας χωριζει,μια γεφυρα,ενα κλικ αρι-
στερα-αριστερα και συναντηθηκαμε,ισως και
οχι,να μην ειναι ο χρονος και η τυχη μας,με
απειρα ασυμπτωτα και με ελαχιστες συμπτωσεις
προχωρα η ζωη μας,το πριν και το μετα του τω-
ρα ,το εκειθε και το δωθε του εδω,ομως η Ιστο-
ρια συμβαινει,και τι ζηταει μια Μεγαλη Βρεττα-
νια σιο Συνταγμα;τωρα ειναι[και ταυτοχρονα δεν
ειναι] καιρος για ολα,και για τιποτα,στη Παλια
Βουλη ενδοξος καββαλαρης σε μας τους χορτα-
σμενους απο συμβολα και παραχαραξεις ιδεων
κατι μας δειχνει,καπου,και ποιος τυφλος να δει;
οταν τοσα χρονια[και προσφατα μαλιστα] τα πα-
ντα ειδαμε,κι ειναι δρομοι που αγαπουσε πιο πο-
λυ απ'τους αλλους,τη Σταδιου,απο την Ομονοια στο
Συνταγμα και αντιστροφα,απο το Συνταγμα στην
Ομονοια,την Αθηνας,τα φυστικια που αγορασε εκει,
το ροκ δισκαδικο στο υπογειο διπλα απ'το Δημαρ-
χειο,τις γυναικες που χαζεψε στην Αιολου και στην
Ερμου,τους δισκους τζαζ ,ροκ και μπλουζ που αγο-
ρασε στην Ηφαιστου στο Μοναστηρακι,και ακου-
σε τον Ηλεκτρικο απο την Στοα του Ατταλου να
σφυριζει την επαρση της Ακροπολης πιο πανω,
γυριζε τα παλαιοπωλεια,διαλεγε βιβλια περιοδικα,
1 ευρω 10 Ρομαντσα,στην Αθηνας δεν ειναι πια
το Ξενοδοχειον ''Η Ζακυνθος'',εκλεισε η εποχη
του περασε ,η κοπελα με τα κοκκινα χειλη και
το τσιγαρο στο στομα συνταξιοδοτηθηκε ,μα-
ταια αναζητηση της κιτς αθωοτητας,Πριν Ιντερ-
νετ,απο την Περικλεους στην Μητροπολη και
στη Πλακα στην Κυδαθηναιων στη πλατεια κα-
μακι σε τουριστριες με σανταλια ,και οι γερμανι-
δες στο Γκαιτε,πιο πανω οι γαλλιδουλες στο
Ινστιτουτο της Σινα,κατεβαινοντας σκαλια
κουλτουρας φτανεις στα Εξαρχεια,στο θερινο σι-
νεμα της Βαλτετσιου ,στην Πλατεια ανθρωποι,
να τους τσαλαπατησουν το μυαλο και τη σκεψη,
στη Πατησιων το Πολυτεχνειο,δεξια στριβωντας
το Μουσειο,αριστερα στριβωντας μερικα τετρα-
γωνα πιο κατω το Μινιον,στριβωντας και στρι-
βωντας δρομους να η Ομονοια πλατζ,γυρω -γυρω
η Πανεπιστημιου,εκει στη Στοα το δισκαδικο,μια
ξανθια ωραια γυναικα το ειχε,πισω απεναντι απο
τον Λαμπροπουλο το πορνο-σινεμα,το Μπαγκειον,
η Αθηνας,ο Μεγας Αλεξανδρος,η Πειραιως,το Χοτελ
Ομονοια,η Γ'Σεπτεμβριου,το Αττικον Φροντιστηρι-
ον,το Καφενειον 'Το Νεον'',τα σφαιριστηρια,η Στοα
με το Σουφλατζιδικο,πιο κατω η γουβα της Βαθης ,
το εστιατοριο του Θεμη,μεσα σε ποσα,απειρα,λεω-
φορεια,σε ποσα ταξι,σε ποσα τρολει και σε ποσα
αυτοκινητα περασαν ανθρωποι,και πισω απ'τα τζα-
μια ειδαν [και πολλες φορες δεν ειδαν]αλλους αν-
θρωπους να περνουν στους δρομους,ιδια μ'αυτους
ανωνυμοι,χωρις κανενα αποτυπωμα,ομως η πολη
υπαρχει,ειναι πραγματικη ,οπως το χερι σου που
πιανει τσιγαρο ν'αναψει,και στους λαβυρινθους της
ζουν ανεπαφοι,κοντινοι και ταυτοχρονα μακρι-
νοι,και η πολη δεν τελειωνει ουτε αρχιζει σε
καποια αφηγηση,ουτε σ'αυτη,κανενας ανθρωπος
δεν εξαντλειται στην ανωνυμια του, ανωνυμια
δεν σημαινει ανυπαρξια,αλλα μια αλλη μορφη
υπαρξης,της ελευθεριας,
.
.
.
Βελανιδι
ΧΡΟΝΙΚΟ
:
.
Ανθρωποι ταπεινοι ηταν εξω στο δασος στα γουρδια απο
τις αρχες του Αυγουστου,τιναζαν το βελανιδι,το μαζευαν ,
το ξεβελανιαζαν και το ελιαζαν μετα αφου ξηραινονταν
το σακιαζαν,φετος ηταν καλο μεγαλο και καθαρο θα'πιανε
τιμη στον εμπορο,πολλοι ειχαν μικρα παιδια να ταισουν κι
αλλοι ειχαν κορες της παντρειας,εκεινες τις μερες της συλ-
λογης δεν γυριζαν στο χωριο στα σπιτια τους,εκει ετρωγαν,
εκει στο λογγο κοιμοντουσαν τη νυχτα,στο χερσο,ολοι και
τα παιδια στον αγωνα,στη ζεστη,στο φοβο για τα φιδια,ητανε
και καποιοι αντρες καλλιφωνοι που τραγουδουσαν σκαρφα-
λωμενοι στα δεντρα της βελανιδιας καθως τιναζαν με το λουρο
το βελανιδι απ'τα κλαρια,''βγηκα ψηλα και πλαγιασα'',κι ακου-
γονταν το τραγουδι τους απ' τα διπλα και απ' τα περα τεμαχια,
κι ητανε τα χερια τους πληγιασμενα απο τ'αγκαθια,τις πετρες
και τα πουρναρια και πονουσαν,κι ητανε πολλα τα γελια και
τ'αστεια τους και τα πειραγματα τους να ξεχασθουν να καλο-
καρδισουν να περασει ο καιρος,κι ετσι περνουσε και κυλουσε
χρονια τωρα ομοια απαραλαχτα ,και καταλαβαιναν τον τοπο
τους και τον νοιαζονταν και τον πονουσαν σαν δικο τους
καταδικο τους ανθρωπο σαν τα προσωπα τους τα ιδια.
.
.
.
''ΣΕ ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΕΙΣ ΚΑΘΡΕΦΤΩΝ ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ''
.
.
Ας υποθεσουμε[οχι ας υποθεσουμε ετσι ειναι]πως ενας ανθρωπος
ειναι γλωσσικο κατασκευασμα.Π.χ πως κατασκευαζεται[η' μπορει
να κατασκευασθει]σαν προταση.''Εγω θελω αυτο απο σενα''.Τοτε
θα εκτελει τις εντολες σου,θα συμπεριφερεται συμφωνα με
τις επιθυμιες σου.Μια αλλη προταση θα ηταν:''Εισαι ελευθερος''
Αοριστη προταση.Ελευθερος απο τι,απο ποιους καταναγκασμους
ελευθερος;τελος παντων τι ειδους ελευθερια του δινουμε;Η' να επι-
βαλουμε ,να οργανωσουμε ενα συστημα προτασεων ,μια σειρα προ-
τασεις σ'εναν ανθρωπο,η' και σε ομαδα ανθρωπον με προβλεπομενο
στοχο,η' και απροβλεπτο.Να εκτελεσει μια ασημαντη πραξη,μια ηρωι-
κη πραξη,ακομα και μια παρανομη πραξη[π.χ μια ληστεια,μια απατη,κλπ].
Αυτο το αποτελεσμα μπορει να το πετυχει μια Ανωτερη Αρχη.Ενας θεος ,
ας πουμε,ειτε μια ακλονητη θεωρια,μια αναντιρητη ιδεολογια,ειτε μια
εξουσια που επιβαλεται,με τον ενα η' με τον αλλο τροπο,πανω στους
ανθρωπους.Μπορουσε να ειχαμε,σε καποιες περιπτωσειςοχι σπανιες,
και τετοια παραδειγματα,λογοτεχνικα:''Δεν την γνωριζε,απο φωτογραφια
της συμπερανε πως ηταν ομορφη,ειχε αποψη για τη ζωη,ενα δυο πραγματα
εφταναν για να συμπερανει πως αγαπουσε τα ζωα,ειδικα τις γατες,
κι αλλα,οπως το χρωμα της θαλλσσα που φερνουν τα κυματα,π.χ σε
μια ελληνικη ακρογιαλια το καλοκαιρι,αλλα και τους ηχους της νυχτας
με πανσεληνο,και καταλαβαινε την αφηρημαδα της τωρα τελευταια,σαν
να της ελειπε κατι,οπως ενας ανθρωπος,συγκεκριμενα αυτος που
τωρα γραφει γι'αυτην αυτες τις προτασεις εδω,αυτος ειναι ο λογος που
σημερα σπαταλησε αρκετη ωρα μπροστα στον καθρεφτη,χτενισε ομορφα
τα μαλλια της,εβαψε ελαφρα κοκκινα τα χειλη,σαν να γνωριζε,σχεδον ηταν
βεβαιη,πως ετσι θα του αρεσε,ειχε ετοιμασει και τα λογια που θα του ελε=
γε οταν θα τον συναντουσε,κι ας ηξερε πως μαλλον ηταν απιθανο να συ-
ναντηθουν και να αγαπηθουν,ομως δεν ξερεις,τοσους ανθρωπους συναντα
στο δρομο,στη δουλεια,ενας απ'αυτους τους αγνωστους μπορει να'ναι αυ-
τος,κι αν την απογοητευσει;οχι,αυτο το'βγαλε απ'το μυαλο της,ξερει καλα
πως θα της αναστατωσει τη ζωη,για πρωτη φορςα θα αισθανθει παθος για
εναν αλλο ανθρωπιο,ειναι ετοιμη δεν φοβαται,μονο να μην αργησει να
συμβει,γιατι αναμεσα τους παρεμβαλλονται αλλοι ανθρωποι,και θολωνουν
τα πραγματα,ατονουν οι επιθυμιες,αλλαζει ο ανθρωπος,και αυτο δεν το
λεει γι'αυτην την ιδια,αυτη ειναι σιγουρη,αλλα για τον αλλον,α ποσα εχει
να του πει ,κραταει σημειωσεις ,κραταει ακομα και τις αποδειξεις απο τη
βενζινη στο αυτοκινητο,ακομα και τα προγραμματα του σινεμα,χθες φυλα-
ξε την αποδειξη απο την ταβερνα που πηγε με τη παρεα της ,προσπαθουσε
να μαντεψει τι εφημεριδα διαβαζει,αν τον ενδιαφερουν τα χρηματα και πως
τα ξοδευει,και τι δεν θα'δινε ν'ακουσει το γελιο του,γι'αυτο αποψε ειναι αφη-
ρημενη,δυο φορες της λενε κατι,τους κοιταζει κι εχει σχηματισει το προσωπο
του,οχι δεν μπορει να το περιγραψει,ξερει ομως πως θα'ναι ακριβως αυτο
το προσωπο,αν και τιποτα δεν γνωριζει,το παραμικρο,τα ξερει ολα,γι'αυτο
ειναι αφηρημενη αποψε,κοιταζει το ρολοι της,λεει μια δικαιολογια ,πως εχει
μια δουλεια που περιμενει,γυριζει σπιτι,αναβει ολα τα φωτα,βαζει μουσικη,
καθεται στον καναπε,σ'εκεινον που συνηθως καθεται,κλεινει τα ματια,χαμο-
γελαει και λεει χωρις να κουνησει τα χειλη της,χωρις ν'ακουστει ηχος,σαν
να γραφει μια προταση .''Θελω να γραψει ακριβως αυτα που γραφει''''
.
.
.
ΣΥΜΜΕΤΡΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ
.
.
Κατεβαινε τη Σταδιου προς το Συνταγμα,3 η ωρα το απογευμα,πολλα
αυτοκινητα στο δρομο,στην Χρηστου Λαδα εστριψε ν'αποφυγει το θο-
ρυβο ,εκατο μετρα πιο κατω την ειδε,απο τοτε δεν ειχε αλλαξει,ειχαν
περασει δεκα χρονια,τη γνωρισε αμεσως,χτενιζε τα μαλλια της με τον
ιδιο τροπο,κρατουσε απο το χερι ενα μικρο αγορακι,5-6 χρονων,
τους πηρε απο πισω,περασαν την Περικλεους,και βρεθηκαν στην
Μητροπολεως,ο μικρος κατι της ειπε και η γυναικα γυρισε το κεφαλι
προς τα πισω,προλαβε να κρυφθει πισω απο μια κολονα,συνεχισε το
δρομο της,κανα δυο φορες γυρισε και κοιταξε πισω,δεν φοβηθηκε
μηπως τον γνωρισει,αυτα τα χρονια που περασαν ειχε αλλαξει πολυ,
ειχε γινει ενας αλλος ανθρωπος,εφτασαν στον ηλεκτρικο σταθμο στο
Μοναστηρακι,κατεβηκαν τη σκαλα προς την αποβαθρα,δεξια οπως
πανε τα τρενα προς τον Πειραια,κατεβηκε κι αυτος, σταθηκε σε καποια
αποσταση,κρυμμενος πισω απο τους αλλους ανθρωπους που περιμεναν,
ηρθε το τρενο,τολμησε και μπηκε στο ιδιο βαγονι μαζι τους,η γυναικα
βρηκε μια αδεια θεση στα δεξια και καθισε προς το παραθυρο ,τον μικρο
τον πηρε αγκαλια στα ποδια της,αυτος πηγε και σταθηκε στην πορτα προς
το εσωτερικο του βαγονιου ,απο εκει την παρατηρουσε,δεν του ξεφευγε
καμια εκφραση της,του φανηκε καποια στιγμη,εκει στη γεφυρα του Που-
λοπουλου πως χαμογελασε,το παιδι κατι της ειπε,εσκυψε προς το μερος
του και το φιλησε,στα Πετραλωνα αδειασε η θεση απεναντι της ,πηγε
και καθησε εκει,τωρα δεν την κοιτουσε,εκεινη τον ρωτησε τι ωρα ειναι,
κοιταξε το ρολοι του ,4 παρα 20,περνουσαν πανω απο τη γεφυρα
της Χαμοστερνας,φοβηθηκε μην κατεβει στον Ταυρο,την κοιταξε,του
φανηκε αγνωστη,μια αγνωστη γυναικα που ποτε δεν ειχε συναντησει,
το τρενο σταματησε στον σταθμο η γυναικα δεν κατεβηκε,το παιδι τον
κλωτσισε κατα λαθος,οταν περνουσαν την Σιβατανειδιο,του ζητησε
συγνωμη,και μαλωσε το παιδι να'ναι προσεκτικο και να μην ενοχλει,
της ειπε πως δεν πειραζει,τον κοιταξε,τα ματια της σοβαρεψαν,του ειπε
με σιγανη φωνη,σχεδον ψιθυριστη,''εσυ εισαι;''της απαντησε πως τον
περναει για καποιον αλλον,''κι ομως μοιαζεται,τετοια ομοιοτητα;'',αρνη-
θηκε πως ηταν αυτος,στο Φαληρο κατεβηκε,η γυναικα με το παιδι συνε-
χισαν,ηταν τεταρτη κι ειχε γηπεδο ,αγωνα κυπελλου,Ολυμπιακος- ΠΑΟΚ
Θεσσαλονικης,ακουγε τις φωνες των φιλαθλων,περασε απο κατω απο τις
γραμμες,και ανεβηκε τη σκαλα,προς την αποβαθρα προς το μερος
της Αθηνας,στο τρενο μεσα εκλεισε τα ματια,και τοτε ολα τα χρονια
που περασε μαζι της κυλησαν σαν κινηματογραφικη ταινια,με την παρα-
μικρη λεπτομερεια,πως γνωρισθηκαν ,πως χωρισαν,στην Ομονοια κατε-
βηκε,ανεβηκε γρηγορα στην επιφανεια της πλατειας,προς τη πλευρα
των Χαυτειων,πηρε τη Σταδιου προς το Συνταγμα,κοιταξε το ρολοι
του,3 η ωρα το απογευμα,πολλα αυτοκινητα,στην Χρηστου Λαδα εστρι-
ψε ν'αποφυγει τον ενοχλητικο θορυβο,εκατο μετρα πιο κατω την συναν-
τησε μπροστα του,κρατουσε απο το χερι ενα μικρο παιδι 5-6 χρονων,
την παρακολουθησε απο καποια αποσταση,η γυναικα κατι ειπε στο παιδι
κι εκεινο γυρισε το κεφαλι προς τα πισω,αιφνιδιασθηκε και δεν προλαβε
να κρυφθει,φοβηθηκε μηπως τον γνωρισουν ,εκεινη χτενιζε με τον ιδιο
τροπο τα μαλλια της,σε μια βιτρινα σταματησε,το παιδι την τραβουσε ,
για μια στιγμη σκεφθηκε να τρεξει να την σταματησει,κι αν ηταν καποια
αλλη κι εμοιαζε; ομως κατι τον εκανε να πιστευει πως ειναι αυτη,καποια
στιγμη στη πολυκοσμια τους εχασε,τρομαξε,ηταν τυχερος και την ξανα-
βρηκε,σταθηκε και αγορασε απο εναν πλανοδιο πωλητη κατι στο παιδι,
στην Πανδροσου λιγο πριν φτασει στη πλατεια στο Μοναστηρακι συναν-
τησε εναν αντρα και τον χαιρετησε,ο αντρας ηταν ψηλος,αδυνατος 40 με
45 χρονων,φαινεται να ηταν γνωστοι, μιλησαν για 2-3 λεπτα,επειτα μπαι-
νοντας στη πλατεια τραβηξε προς τον σταθμο,βιαστηκε πισω της,σχεδον
ετρεξε,μην την χασει μεσα στην πολυκοσμια του σταθμου εκεινη την ωρα
.
.
.
Νικολαος Χριστοδουλου Κουβελης ο πατερας μου
ξηρομεριτης καπνοπαραγωγος γεωργος απο τη Μαχαιρα
-
.
Ο πατερας αγαπουσε τον καπνο ,''την καπνοκαλιεργεια''ελεγε και
συγκινουνταν,τον αγαπουσε τον καπνο ισα σαν τα παιδια του,σαν
την γυναικα,τον προσεχε να'ναι καλος,''λιρα ,αλφα ενα'',ητανε
περηφανος γι'αυτον,''τοσες αρμαθες σημερα'',''θα κανω πεντε χερια
στον κηπο'',τον βλεπω ακομα τωρα,ψηλη ξερακιανη φιγουρα γεωργου,
μετα απο τοσα χρονια καπνοκαλιεργειας να τους κοβουν τα καπνα
'' εγω παω τωρα τελειωσα'',α ρε πατερα να ζεις αραγε στον παραδεισο;
και να'χει καπνα ο παραδεισος αυτη την εποχη,να'χει μπελονιασμα,και
να'μαστε ολοι μαζι,πριν μας σκορπισουν,πριν μας διαλυσουν,η μανα
τα αδερφια εσυ εγω ολοι οι ανθρωποι του καπνου γειτονες συγχω-
ριανοι  μαζι αδερφια,ειμαι σιγουρος πως σε τετοιο παραδεισο ζητε ,
αυτο ειναι το δικιο,σ'ενα παραδεισο καπνοχωραφα περηφανοι
ευτυχισμενοι
.
.
.
ΤΟΥ ΚΥΚΛΟΥ ΤΑ ΓΥΡΙΣΜΑΤΑ
.
.
Τα δυο ομοια γραμματα στα ονοματα μας ειναι μια καποια
επαφη,καθολου ασημαντο αν σκεφτει κανεις πως ο Παολο
και η Φραντζεσκα στον Δαντη γνωριστηκαν διαβαζοντας
ταυτοχρονα το ιδιο βιβλιο,τη ρομαντικη ιστορια του Lancelot
και της Guinevere,τελικα ολες οι ιστοριες καταληγουν σε κυκλο,
καθε σημειο του η αρχη και το τελος του,η σειρα μας ειναι να
εμφανισθουμε [η' να επαναεμφανισθουμε]
.
.
.
FROM A WOMAN'S FACEBOOK
[Homage to Andrei Tarkovsky 's cinema ]
σεναριο[αποσπασμα]
.
.
σπιτι στην εξοχη,ενα απεραντο πρασινο λιβαδι,στο δυτικο συνορο του ποταμι,
εχει νυχτωσει,η νεαρη γυναικα καθεται μπροστα στον καθρεφτη[μεσαιο πλανο,απο πισω],η καμερα πλησιαζει και κανει γκρο-πλανο[30'']στο προσωπο της,εκτος καδρου ακουγεται η φωνη ενος αντρα[απο τα αριστερα του καδρου]''θα παω μεχρι το ποταμι'',η γυναικα γυριζει το προσωπο προς το μερος της φωνης,ακουγεται μια πορτα που κλινει,και το γαυγισμα ενος σκυλου,[πολυ κοντινο πλανο στα ματια της γυναικας στο ειδωλο της στον καθρεφτη,20'']αργη κινηση της καμερας προς τα πισω[σε μεσο αμερικανικο πλανο]η γυναικα σηκωνεται και πλησιαζει το ανοικτο παραθυρο,πλησιαζει η καμερα,πλανο γενικο,στο λιβαδι,συννεφιασμενη βροχερη μερα,ακουγεται η βροχη,στο βαθος του τοπιου ακουγεται το γαυγισμα ενος σκυλου,και απο τα αριστερα εισερχεται στο πλανο η φιγουρα ενος αντρα συνοδευομενη απο τη φιγουρα ενος παιδιου, διασχιζουν το πλανο και χανονται στο δεξιο του μερος ,η γυναικα επιστρεφει στον καθρεφτη,εκτος καδρου ακουγεται νερο που τρεχει σε βρυση,και παιδικη φωνη που τραγουδαει ενα παιδικο τραγουδι[40''],10'' πριν το τελος του τραγουδιου ακουγεται ο ηχος φωτιας σε ξερα χορτα και ξυλα,η καμερα σε σταθερο γκρο- πλανο του κεφαλιου της γυναικας[προφιλ απο αριστερα],πλανο στον καθρεφτη,φλου,και πλανο κοντινο σε φλογες φωτιας,ακουγεται ο ηχος βροχης,και η φωνη μιας γυναικας απο μακρια που επαναλαμβανεται[30''],η καμερα κινειται προς τα δεξια και ζουμαρει σε λιμνασμενα νερα και σε μια παιδικη κουκλα [10'']ακουγονται κεραυνοι,ενα κοριτσακι [10 χρονων]μπαινει απο αριστερα στο εσωτερικο του πλανου ,σκυβει παιρνει τη κουκλα [η καμερα την ακολουθει,περναει μπροστα απο τη φωτια και βγαινει απο τα δεξια του καδρου,ακολουθει σκοτεινο πλανο[40'']ακουγεται ενας αντρας να φωναζει ενα σκυλι,μετα απο λιγο μια πορτα ν'ανοιγει,επειτα να κλεινει,και πολυ κοντα η φωνη του αντρα:''το ποταμι αυτη την εποχη εχει γεμισει αγριοπαπιες',γκρο- πλανο στο προσωπο της γυναικας,η καμερα χαμηλωνει και καταληγει στα δακτυλα του δεξιου χεριου της[10''],ακουγεται ο ηχος πεταγματος πουλιων,φλου,πανοραμικο στο πρασινο λιβαδι,τραβελινγ προς ρτα αριστερα κι επειτα προς τα δεξια,ακουγεται μουσικη απο ραδιοφωνο,αποσπασμα απο τη Fuga του Μπαχ,η ενταση της μουσικης δυναμωνει,φλου ανοιχτο[30'']
.
.
.
ΣΕ ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ 2 ΕΙΣ ΤΗΝ 24η ΤΑΞΗΣ ΠΑΡΑΓΟΝΤΙΚΟ
ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ ΑΥΤΟ
.
.
ενας απλος λαβυρινθος ,χωρις να απαιτειται η ιδιαιτερη εφυια
του αρχιτεκτονα,θα ηταν ο λαβυρινθος που θα αποτελουνταν απο
ολα,μα ολα τα κειμενα που μπορει να γραφτουν απο τα 24 γραμ-
ματα του Ελληνικου Αλφαβητου,απο ενα γραμμα,απο δυο γραμ-
ματα,κ.ο.κ,τα επη του Ομηρου,ο ''Δωδεκαλογος του Γυφτου ''
του Παλαμα,το Συνταγμα της Τροιζηνας,τα Πτωχοπροδρομικα
Ποιηματα,οι συνταγες μαγειρικης,ολα,οσα γραφτηκαν[κι οσα μπο-
ρουν να γραφτουν,κι οσα δεν θα γραφτουν ποτε],ακομα κι αυτο
το κειμενο που γραφεται τωρα,αυτη τη στιγμη,και στο κεντρικο
δωματιο του λαβυρινθου των γραμματων,αυτος που εισερχεται
σ'αυτον τον ιδιοτυπο λαβυρινθο,σαν βραβειο εκει θα τον περιμενει
το κειμενο με το δικο του εργο,που θα τον κανει σπουδαιο,και θα
κερδισει την αιωνιοτητα,αδιαφορο αν δεν εχει το ταλεντο να γρα-
ψει,εγω αν μπω ποτε [αν μου επιτραπει ,γιατι δεν επιτρεπεται
σε ολους η εισοδος ,καποιοι ειναι τυχεροι]επιθυμω,και το ξερω
καλα πως αυτο επιθυμω,να βρω οχι ενα δικο μου κειμενο,μια
κουφια ματαιοδοξια ξερω πως αυτο ειναι παραβαση του κανο-
νισμου,μια υβρις,αλλα αυτο θελω[γι'αυτο αλλωστε εκτισα αυτο
τον λαβυρινθο],να βρω εκει μεσα το κειμενο που εσυ εγραψες
για μενα,χωρις μισολογα και υπεκφυγες,εστω συντομο,μα να
περιεχει οτι ησουν οτι εισαι και οτι θα εισαι,τα παντα,ξεροντας
πως αν μου δωθει αυτη η χαρι,στην εξοδο απ'τον λαβυρινθο,
αυτο ειναι βεβαιο,θα τιμωρηθω με πληρη αμνησια τι διαβασα
σ'εκεινο το κειμενο,ετσι χωρις να φοβασαι πως θα κοινοποιηθει
το κειμενο σου αρχισε απ'αυτη τη στιγμη να το γραφεις, απο
στιγμη σε στιγμη ειμαι ετοιμος να περασω την εισοδο,να περασα
στο εσωτερικο του λαβυρινθου,αδυνατο να κανω πισω,σε οποιο-
δηποτε σημειο,θεση,του λαβυρινθου,περιβαλεσε απο ενα εξισου
πολυπλοκο λαβυρινθο,αυτο ειναι η μεγαλη του ιδιομορφια,δεν
με πειραζει,ειμαι αποφασισμενος, αν περασουν μηνες ,χρονια η'
και αιωνες ακομη μεχρι να συναντησω το κειμενο,βεβαια αυτο
το αιωνιο της αναζητησης κατα καποιο τροπο ειναι συμφερον για
σενα,θα ζεις αιωνια,τωρα υπαρχει μια πιθανοτητα,μικρη αλλα
υπαρκτη,να μην υπαρχει κειμενο,παρα μια λευκη σελιδα,αγραφη,
ουτε ενα σημαδακι,αν το σκεφτω καλυτερα ,αυτο μπορει να ση-
μαινει πως τοτε θα μπορω να φανταστω το κειμενο,οπως θελω
εγω,και μπορει να τολμησω μια σκεψη,αφου μπορω να φαντα-
στω το κειμενο σου,αρα μπορω να το γραψω εγω,αρα εγω ειμαι
εσυ,προς το παρον ειμαι στον λαβυρινθο που κατασκευασα για
να μαθω[να ρισκαρω να μαθω] τις σκεψεις σου,αν εσυ νιωσεις,
σπ'αυτη τη στιγμη που διαβαζεις αυτο το κειμενο μια μεγαλη
ελευθερια,μια εκπληκτικη ανεση, στο χειρισμο των 24 ελληνικων
γραμματων,αυτο σημαινει πως καποια στιγμη θα γραψεις αυτο το
κειμενο η ' και να αποφασισεις να μην το γραψεις,παντως να ξερεις
πως οπως ειμαστε και οι δυο μεσα στον λαβυρινθο,παρα πολυ πιθα-
νον ειναι,να διαβαζουμε το ιδιο κειμενο αυτη τη στιγμη,2:23 μμ πχ τη
γυναικα της ζακυθος του Σολωμου,η' μια σημειωση στο facebook
ενος κοινου φιλου,η' αυτο που διαβασες τωρα εσυ να το διαβασω
εγω μετα απο καποιο χρονο,η'αμεσως μετα[ενα δευτερολεπτο μετα
],η ' μετα απο χρονια,και ισως αιωνες,η' τιποτα να μη γινει,ποτε
να μην διαβασουσε το ιδιο κειμενο,καμια συμπτωση,αδυμπτωτη
η πορεια μας,βλεπεις[το καταλαβες] πως αυτος ο λαβυρινθος δια-
κλαδιζεται συνεχως,και μαλιστα σαν ζωντανος οργανισμος ανα-
πτυσεται ολο και πιο πολυπλοκος,και αν δεν αποφασισω να στα-
ματησω να γραφω,αυτο το αεικινητο πολλαπλασιασμα του θα συ-
νεχισθει, εσυ μην τρομαζεις μεχρι να σε συναντησω,δηλαδη να
συναντησω το κειμενο σου,κοιταξε μεσα στον λαβυρινθο να περνας
καλα,διασκεδασε,διαβασε ευχαριστα κειμενα,αυτα που σου αρε-
σουν,συνεχισε να γραφεις αυτα που θελεις,αλλωστε εχουμε απειρο
χρονο μεχρι την αιωνιοτητα,εγω για να κανω πιο συντομο το ταξιδι,
[αστειευομαι με το αδυνατο]θα παραλειψω τα κειμενα με τονους,
βαρειες ,περισπωμενες,ψιλες και δασειες,ισως συντομευσω το δρομο
μου και σε συναντησω,το κειμενο που εισαι,απο τα 24 ελληνικα γραμ-
ματα,επειτα ειναι και μια υποθεση που πρεπει να επιβεβαιωσω[να επα-
ληθευσω]:πως στον λαβυρινθο ενας μονο ανθρωπος εισερχεται και
ενας μονο ανθρωπος εξερχεται,χωρις τη μνημη ολων αυτων που συ-
ναντησε στο εσωτερικο του.Και μια λογικη συνεπαγωγη:σε καθε
γνησιο λαβυρινθο,κι αυτος ειναι ενας γνησιος λαβυρινθος.καθε
σημειο του ειναι κεντρικο σημειο.Επομενως μολις εισερχεσαι
αμεσως εξερχεσαι,χωρις την αναμνηση του κειμενου που δια-
βασες σ'εκεινη τη θεση.Αν συνυπολογισει κανεις ποσο αδυνατο
ειναι να σου επιτραπει η εισοδος στο λαβυρινθο[ποσο μαλλον
δευτερη φορα],τοτε καταλαβαινει κανεις γιατι ειμαστε τελειως
αγνωστοι[χωρις αυτη τη δυνατοτητα γνωριμιας στο εσωτερικο
του λαβυρινθου ,της πραγματικοτητας] .
.
.
.
Στην Μαρια Μηδεια Τοσκα Νορμα
.
.
μετα τα αποτροπαια γεγονοτα η πριγκιπισσα Μηδεια παρουσιασθηκε στην Αγορα μπροστα στο λαο και ζητησε τους δικαστες να την καταδικασουν,εκεινοι τα ηξεραν ολα με την παραμικρη λεπτομερεια ,αν και με καποια υπερβαση ,απο τον ποιητη Ευριπιδη,την πηραν οι στρατιωτες στην αυλη του δικαστηριου,οι δικαστες συσκεφθηκαν,και με τρομο ανακαλυψαν πως δεν υπηρχαν νομοι για μια τετοια πραξη,για ενα τοσο ειδεχθες εγκλημα,ανησυχησαν για το κενο νομου,επειτα τα χρονια περασαν και βαραιναν στους ωμους και στη κριση τους,κι επειτα τι συμφερει τον αρχοντα ,το πιο συμφερον γι'αυτον ειναι που γλυτωσε απο τη βαρβαρη γυναικα και τα παιδια της,ηταν μια λυση αυτο,θα βρουν τροπο να την τιμωρησουν,δεν θα κωλισιεργησουν,ειναι ζητημα ωρων,εστω ημερων,οσο για κεινον τον αγυρτη τον ψευδοκαινοτομο ποιητη θα τον κανονισουν,του ετοιμαζουν,τι του ετοιμαζουν ;ηδη την εχουν ετοιμασει,την εξορια στη Μακεδονια,ας παει εκει να παιξει τα μοντερνα θεατρα του,εκει μπορει να τους ξεγελασει ετσι απολιτιστοι που ειναι,ενας λαος σε παρακμη ,χωρις προσωπο και μελλον στην ιστορια,ακους ο σαλτιμπαγκος ο αταλαντος να θελει να τους γελοιοποιησει,να βρουν τον μπελα τους,με κενα νομων,με οικογενειακα δικαια,με δικαιωματα γυναικων,καλα εχουν την ησυχια τους,ας παει αλλου να δοξασθει,κι αυτη τη φονισσα διεταξαν και την πηραν στρατιωτες και την πηγαν μακρυα στην ακρη του κοσμου σε πυκνο δασος που συνορευει με αποκρεμνους τοπους και πελωρια βραχια ως τη θαλασσα,να κλειστει εκει μεσα να μην ξεφυγει,κι ετσι εγινε κι οταν γινονταν νυχτα κι ειχε πανσεληνο τραγουδουσε η ερημη γυναικα και διαλυονταν η φωνη της στο φως του φεγγαριου σε χιλια κομματια πονου,κι οσα καραβια τ'ακουσαν πετρωσαν στο μεσο του ποντου κι οσοι παιδια ναυτικοι τ'ακουσαν χαθηκαν στα μαυρα νερα
.
.
.
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
.
.

.

.
Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
.
.
Κατεβηκε με το λεωφορειο στο κεντρο.Στις 11:20 δυτικα της πλατειας,
απο το μερος της Αγιου Κωνσταντινου,κατεβηκε απο τις κυλιομενες
σκαλες στον υπογειο σταθμο του Μετρο στην Ομονοια.Εφτασε στην
Κηφισια.
Πηρε ενα ταξι και μετα απο 30 λεπτα περιπου διαδρομη το σταματησε
πληρωσε και κατεβηκε.
Προχωρησε στο δρομο καμια εκατοστι μετρα βορεια,κι αφηνοντας το
δρομο,απο τα δεξια του,μπηκε στα χωραφια.Κυριως πευκα ,λιγοστες
ελιες,καπου -καπου αμπελια,και σκορπιες συκιες στο τοπιο.Ηταν μεση-
μερι,η ατμοσφαιρα εκαιγε.Εβγαλε ενα μαντηλι και σκουπισε τον ιδρωτα
στο μετωπο του
Περπατησε αρκετη ωρα.Συνεχεια προς τα ανατολικα.Συναντησε τον μι-
κρο χωματινο δρομο.Τον ακολουθησε προς τα βορεια.Καπου πεντακοσια
μετρα πιο πανω ο δρομος εστρεφε με μεγαλη στροφη προς τα ανατολικα.
Πιο περα ενα χιλιομετρο προς αυτη τη κατευθυνση με πολυ κλειστη στροφη
εστριβε βορειο δυτικα.Μετα απο πορεια σαραντα λεπτων εστριβε με πολυ
κλειστη γωνια προς τα ανατολικα.
Παρατηρησε πως καθε 500-600 μετρα,εστριβε συνεχως καθετα στη
διευθυνση που περπατουσε .Στην αρχη προς τα βορεια,επειτα προς τα
δυτικα,επειτα παλι βορεια ,παλι δυτικα ,επειτα νοτια,προς τα δυτικα,προς
τα βορεια,προς τα νοτια ,προς τα ανατολικα ,επειτα προς τα δυτικα.προς
τα βορεια,προς τα ανατολικα,προς τα νοτια.
Ετσι συνεχιστηκε ο δρομος του.Το τοπιο γυρω του ηταν σχεδον επιπεδο.
Λιγα δεντρα σε μακρινες αποστασεις το ενα απο το αλλο,και πουθενα δεν
συναντησε κτισματα.
Οταν εφτασε στο σπιτι ,ενα σχεδον κυβικο σπιτι,με ασπρους τοιχους,
διπατο,κοιταξε το ρολοι του.Η ωρα ηταν 5 και 10 λεπτα το απογευμα.
Το σπιτι ηταν 30-40 μετρα μακρια απο το δρομο μεσα στο οικοπεδο.
Δεν ηταν περιφραγμενο.Στην προσοψη του ειχε στο ισογειο τη κεν-
τρικη εισοδο στη μεση ακριβως και δυο παραθυρα σε συμμετρικες
θεσεις .Στον πανω οροφο ηταν επισης δυο παραθυρα,ακριβως πανω
απο τα κατω παραθυρα.Τα τεσσερα παραθυρα και η πορτα ηταν βα-
μενα σκουρο γαλαζιο.Το κτιριο φαινονταν να ειναι συγχρονο, χτι-
σμενο την τελευταια διετια.
Πλησιασε.Εφτασε στη πορτα και χτυπησε.Περιμενε απαντηση.Ξανα-
χτυπησε.Καμια απαντηση.Εσπρωξε και η πορτα ανοιξε .Μπηκε μεσα .
Βρεθηκε στο χωλ,για το μεγεθος του σπιτιου του φανηκε τεραστιο.
Στο βαθος του ειδε σ'εναν μεγαλο καθρεφτη τη μορφη του.
Γυρισε και εκλεισε τη πορτα.Αναψε το ηλεκτρικο φως.Ενας πολυ=
ελαιος αναψε απο πανω του κρεμασμενος στο κεντρο της οροφης.
Ακριβως απο κατω του υπηρχε ενα κυκλικο τραπεζι.Αν και στο χω-
ρο δεν υπηρχαν πολλα επιπλα,δεν εδωνε την εντυπωση πως κατι
λειπει.
Στο μεσο του αριστερου τοιχου ηταν ενα ανοιγμα.Πλησιασε.Ειδε
μια σκαλα που κατεβαινε στο υπογειο.Ακριβως απεναντι δεξια,
ηταν η εσωτερικη σκαλα που ανεβαινε στον πανω χωρο.
Στον αλλο τοιχο ηταν δυο πορτες.Ανοιξε την αριστερη και μπηκε
στον εσωτερικο χωρο.Αναψε το φως.Ελαχιστα επιπλα υπηρχαν.
Πουθενα δεν ειδε παραθυρο.Ουτε καποια σκαλα να ανεβαινει η'
να κατεβαινει.Στον τοιχο απεναντι του δυο πορτες.
Ανοιξε παλι την αριστερη πορτα και βρεθηκε σ'ενα μακρυ δια-
δρομο.Δεν χρειασθηκε να αναψει φως γιατι φωτιζονταν,απο ενα
φωτισμο φυσικο,αν και αυτο του φανηκε παραξενο,αφου κανενα
παραθυρο δεν υπηρχε στους κατα μηκους τοιχους του,ουτε καποιο
ανοιγμα στην οροφη του.
Ο διαδρομος ειχε μηκος περιπου 100 μετρα.Προχωρησε ατο διαδρομο.
Στο τελος του ανοιξε τη πορτα και μπηκε στον επομενο χωρο.Και εκει
ηταν φωτισμενα,με φυσικο φωτισμο της ιδιας εντασης.
Σ'αυτο το δωματιο υπηρχαν τρεις πορτες στους τρεις τοιχους του.Δια-
λεξε τη πορτα στα δεξια του,την ανοιξε και βρεθηκε σε δυο καθετους
επιμηκεις διαδρομους.
Ο ενας οπως μπηκε του φανηκε μακρυτερος γιατι ισα που διακρινον-
ταν θολα το τελος του.
Πηρε τον μικροτερο διαδρομο και μπηκε σ'ενα τεραστιο φωτισμενο
δωματιο απο οκτω παραθυρα ανοικτα.Ανα δυο σε καθεναν απο τους τεσ-
σερις τοιχουςτου.Στο χωρο υπηρχαν πολλα επιπλα,χωρις  ομως την
εντυπωση του υπερφορτωμενου.
Πλησιασε το πιο κοντινο του παραθυρο,στα αριστερα.Απο εκει ειδε ενα
κομματι του κηπου.Ειχε πορτοκαλιες,αχλαδιες,και δυο κυπαρισσια στο
βαθος του,.Πηγε απο το παραθυρο αυτο διαγωνια στο παραθυρο του απε-
ναντι τοιχου .Εκει ειδε μια σχεδον απεραντη ειφανεια,με ελαχιστα δεν-
τρα.Καθισε ωρα και παρατηρουσε την ακινησια της.Αυτη η ακινησια
του εδωσε την εντυπωση του χρονου,οπως θα τον παρατηρουσε ενα
υπερτατο ον.Ακινητο στην απειροτητα του.Εφυγε απο το παραθυρο
αυτο και πηγε παλι στο πρωτο παραθυρο.Ειδε τον ιδιο κηπο.Μονο που
τωρα του φανηκε πως τον εβλεπε απο το υψος των ματιων του.
Παρατηρουσε πισω απο τους κορμους των δεντρων.Του φανηκε πως
ειδε τη μορφη μιας γυναικας να περναει πισω απο τους κορμους
των δεντρων,ποτε να απομακρινεται και ποτε να πλησιαζει.Του φανηκε
πως ακουσε και τις φωνες και το γελιο ενος παιδιου.
Μετα απο 10 λεπτα ολα σταματησαν.Για 20 λεπτα δεν ξαναειδε τη
γυναικα ουτε ξανακουσε τις φωνες του παιδιου.
Πηγε στο δευτερο παραθυρο.Εδω η εικονα δεν ειχε αλλαξει.Το απε-
ραντο ακινητο τοπιο.
Διαλεξε στη τυχη ενα απο τα αλλα παραθυρα.Σε οποιο πηγαινε εβλε-
πε,ενα κομματι απο τον γυρω χωρο του σπιτιου.
Οταν πηγε στο αρχικο παραθυρο ειδε τον κηπο.Ειδε και το παιδι,την
γυναικα δεν την ειδε.Στο αλλο παραθυρο το ιδιο ακινητο απεραντο
τοπιο.
Εφυγε απο το παραθυρο ,και τοτε παρατηρησε πως δεν υπηρχε καμια
αλλη πορτα στο δωματιο,εκτος απο αυτη,που μπηκε μεσα.Βγηκε απο
αυτη τη πορτα.
Βρεθηκε στον διαδρομο.Μετα απο 100 μετρα περιπου συναντησε ενα
αλλο διαδρομο καθετα.Ο διαδρομος ηταν καλα φωτισμενος.Στο βαθος
του ειδε την πορτα.
Συνεχισε στον διαδρομο του.Πιο κατω παλι 100 μετρα περιπου,ανοιγε
καθετα ενας διαδρομος αριστερα του.Ηταν κι αυτος φωτισμενος.Σ'αυτον
φαινονταν πιο μακρια η πορτα του.Συνεχισε στον αρχικο διαδρο .Στο
τελος του ηταν η πορτα εξοδου ,αλλα και καθετα ενας αλλος διαδρομος.
Αποφασισε να ακολουθησει αυτον τον διαδρομο.Περπατησε σ'αυτον
τον διαδρομο,χωρις παραθυρα,αλλα πολυ καλα φωτισμενο,με φυσικο
φως.Ειχε απομακρυνθει αρκετα σ'αυτον τον διαδρομο και δεν εφτανε
στο τελος του.Σταματησε και γυρισε πισω να δει την αποσταση.
Ειδε μονο 100 μετρα περιπου ενω κατα τους υπολογισμους του ειχε
διανυσει πολυ περισσοοτερα.Σαν η γραμμη του διαδρομου να καμπυ-
λωνε.Μπροστα ο διαδρομος του εδωνε την εντυπωση της ευθειας
γραμμης.Συνεχισε.Το ιδιο διαπιστωσε σε διαφορες θεσεις του.
Οταν βρηκε στα δεξια του εναν καθετο διαδρομο εκανε παρακαμψη .
Ο διαδρομος ηταν μικρος,περιπου 20 μετρα,Αμοιξε τη πορτα και
βρεθηκε σ'ενα τεραστιο τετραγωνο χωρο.Ενας κυβικος χωρος.Στις
τεσσερις πλευρες του απο το δαπεδο εως πανω την οροφη του ηταν
ραφια γεματα με βιβλια.
Παρατηρησε.Ο τεραστιος εσωτερικος χωρος της βιβλιοθηκης ηταν
αδειος,χωρις τραπεζια,καρεκλες,χωρις επιπλα.
Για να ανεβει και να φτασει κανεις στα πολυ ψηλα ραφια τα βιβλια,
υπηρχαν μεταλλικες σκαλες που εφαπτονταν κατακορυφα στα ρα-
φια και καποιος θα επρεπε να αναρριχηθει για να φτασει καποιο βι-
βλιο.
Η Βιβλιοθηκη ειχε παρα πολλα βιβλια.Απειρα βιβλια.Αυτο το ειδε
με τα ματια του αλλα και το διαπιστωσςε παιρνωντας στα χερια του
τυχαια ενα βιβλιο.
Το ανοιξε .Εκει αναγραφονταν ο αριθμος των βιβλιων.Μια σελιδα
γεματη με ψηφια αριθμων απο το 0 εως το 9: 8900612344321000123487699987675646123456789098765432
123123445566778899000999888777666555513579357911131
719...,το ιδιο και στην επομενη σελιδα συνεχιζονταν ο αριθμος
των βιβλιων.Ξαναγυρισε τη σελιδα ,δεν βρηκε τους ιδιους αριθμους.
Γυριζοντας τη σελιδα προς τα πισω δεν βρηκε οσο κι αν προσπαθησε
την αρχικη σελιδα του βιβλιου
Ξεφυλλιζε τυχαια,σε καποια σελιδα ειδε τα ψηφια του υπερβατικου
αριθμου π: 314159265358979323846264338​3...,επισης ειδε τα ψηφια
του υπερβατικου αριθμου e :271828182845904523536028747​135...,
Ξεφυλλιζοντας μπροστα η' πισω το βιβλιο βρηκε σελιδες με τους
τιτλους βιβλιων,στην ελληνικη γλωσσα αλλα και σε ξενες γλωσσες.
Τιτλοι ποιηματων,μυθιστορηματων,ιστοριων,εγκυκλοπαιδειες,τιτλοι
εργων φιλοσοφιας,επιστημονικων,...
Ξεφυλλιζοντας συνεχως ,παλι μπροστα η' πισω,εβρισκε και διαφορα κειμενα,ποιηση,διηγημα,ιστορια,επιστημονικα,...
Σε μια σελιδα βρηκε βρηκε την αρχικη σελιδα του διηγηματος ''Αλεφ''
του Μπορχες σε αγγλικη μεταφραση,γυριζοντας σελιδα για να διαβα-
σει τη συνεχεια του διηγηματος,βρεθηκε στην 9η σελιδα της ''Γενικης
Θεωριας της Σχετικοτητας ''του Αινσταιν,γυριζοντας πισω τη σελιδα
αντι να βρεθει στην 8η σελιδα βρεθηκε στην 121 σελιδα του 5ου το-
μου της εγκυγκλοπαιδειας της Μπριττανικα σε γαλλικη εηκδοση
του 1950,,...
Εκλεισε το βιβλιο και το εβαλε στη θεση του.Πηρε το διπλανο βιβλιο
και το ανοιξε σε καποια εσωτερικη σελιδα του.Επεσε στην 121 σελι-
δα του 5ου τομου της εγκυκλοπαιδειας της Μπριττανικα σε γερμανι-
κη εκδοση του 2002,
Γυρισε σελιδα ,η σελιδα ηταν γεματη αριθμους ,γυριζε συνεχεια σε-
λιδες ,συνεχεια αριθμοι,...
Σε καποια σελιδα διαβασε ενα αποσπασμα απο το Canto XX
του Ezra Pound.
Εκλεισε το βιβλιο και το εβαλε στη θεση του.Επειτα πηρε αλλο,το
ιδιο αντιμετωπισε.
Ανεβηκε μια σκαλα στα ραφια,σταματησε σε μια θεση.Πηρε ενα βιβλιο το
ανοιξε,το ιδιο.Συνεχισε παιρνωντας στη τυχη απο βιβλια απο διαφορες
θεσεις της βιβλιοθηκης ,χαμηλα και ψηλα στους τεσσερις τοιχους της.Το
ιδιο.Σαν να υπηρχε στα ραφια της Βιβλιοθηκης μονο ενα βιβλιο.Σε απειρο
αριθμο.
Σ'ενα απο αυτα τα βιβλια που πηρε απο τον αριστερο τοιχο ακριβως στο ση-
μειο,στη θεση,που τεμνονται οι νοητες ευθειες των διαγωνιων του τε-
τραγωνου του τοιχου,ξεφυλλιζοντας το σε διαφορες θεσεις με αριθμο
σελιδων κατα σειρα:1,1,2,4,7,13,24,44,81,...διαβασε στην πρωτη σελιδα
την αρχη ενος διηγηματος ,που στις επομενες σελιδες εξελισσονταν.
Αυτο διαβασε;
''Κατεβηκε με το λεωφορειο στο κεντρο.Στις 11:20 δυτικα της πλατειας,
απο το μερος της Αγιου Κωνσταντινου,κατεβηκε απο τις κυλιομενες
 σκαλες στον υπογειο σταθμο του Μετρο στην Ομονοια.Εφτασε στην
 Κηφισια.
Πηρε ενα ταξι και μετα απο 30 λεπτα περιπου διαδρομη το σταματησε
πληρωσε και κατεβηκε''
Δεν υπηρχε καμια αμφιβολια πως ενα μοναδικο βιβλιο υπηρχε στη
βιβλιοθηκη σε απειρες κοπιες.Αυτο θα μπορουσε να εξηγηθει μονο
αν υποθεσει κανεις πως οι αναγνωστες της βιβλιοθηκης ειναι απειροι,
ωστε σε καθεναν αναγνωστη να αντιστοιχει ενα ακριβως βιβλιο.Οση
ωρα ηταν στη βιβλιοθηκη αλλος ανθρωπος απο αυτον δεν υπηρχε
εκει μεσα,ουτε καποιος αλλος μπηκε μεσα.Σηκωσε το κεφαλι να παρα-
τηρησει την οροφη της βιβλιοθηκης.Ηταν επενδυμενη απο διαφορα
τμηματα καθρεφτων,σε διαφορα σχηματα,και σε διαφορες κλισεις
προσαρμοσμενα,και με διαφορες καμπυλωτητες.Επιπεδοι καθρε-
φτες ,αλλακαι κοιλοι και κυρτοι καθρεφτες υπηρχαν.
Σταθηκε σε διαφορες θεσεις κατω στο δαπεδο της βιβλιοθηκης,και ειδε το
ειδωλο του στους καθρεφτες.Σε διαφορες θεσεις εβλεπε μονο ενα ειδωλο,
οπως ειναι,αλλου το εβλεπε παραμορφωμενο αναλογα με την καμπυλοτητα
των καθρεφτων.Αλλου το ειδωλο του πολλαπλασιαζονταν σε διαφορες θε-
σεις στην επιφανεια της οροφης και σε διαφορες μορφες,
Μετρουσε το πληθος των ειδωλων:1,2,3,4,5,6,....,
89006123443210001234876999876756461234567890987654321231
23445566778899000999888777666555513579357911131719...
271828182845904523536028747​135...,
1,1,2,4,7,13,24,44,81,...
314159265358979323846264338​3...,
Σε διαφορες θεσεις που στεκονταν στο δαπεδο της βιβλιοθηκης
ηταν αδυνατο να υπολογισει το πληθος των ειδωλων.Απειρο
Σε καποιες θεσεις δεν υπηρχε κανενα ειδωλο,αριθμος ο.Αν μετα-
κινουνταν ελαχιστα τοτε πλημμυριζε η οροφη των καθρεφτων με
ειδωλα,ειτε με απαριθμησιμο πληθος,ειτε με μη -απαριθμισιμο .
Ηταν και καποιες φορες που οσο και να μετακινουνταν σε δια-
φορες αποστασεις,αποκλισεις,απο θεση 0,δεν εβλεπε κανενα
ειδωλο στους καθρεφτες.Αυτο τον ανησυχησε πολυ.
Αποφασισε να βγει απο τη μοναδικη πορτα της αιθουσας της βι-
βλιοθηκης.Βρεθηκε σ'ενα τεραστιο χωλ.Στο βαθος του υπηρχε
ενας μεγαλος καθρεφτης .Εκει ειδε το ειδωλο του.
Διπλα στο καθρεφτη υπηρχε μια πορτα.Πλησιασε και ανοιξε την πορτα.
Βρεθηκε στο εξωτερικο του κυβικου σπιτιου.Ο ηλιος εκαιγε .
Κοιταξε το ρολοι του 5 η ωρα και 9 λεπτα το απογευμα.Κατεβηκε το δρομο
προς τα νοτια.Το τοπιο σχεδον επιπεδο με λιγοστα δεντρα.
Μετα απο 20 λεπτα πεζοδρομια βρεθηκε σε εναν ασφαλτοστρωμενο δρομο,
λιγο πιο κατω συναντησε τα πρωτα σπιτια.
Ειδε ενα ταξι να περναει στον καθετο δρομο.Φωναξε .Το ταξι σταματησε.
Ετρεξε ,εφθασε στο ταξι,ανοιξε την πισω δεξια πορτα και μπηκε μεσα,
καθησε και εκλεισε τη πορτα.Ειπε στον οδηγο να τον παει στον σταθμο
του ηλεκτρικου της Κηφισιας.
Μετα απο ενα τεταρτο εφτασαν στον σταθμο.
Ανεβηκε στην αποβαθρα του σταθμου. Σε λιγο ηρθε το τρενο.Ανοιξαν οι
πορτες και οι επιβατες κατεβηκαν.Διαλεξε ενα κεντρικο βαγονι και μπηκε.
Ηταν αδειο.Καθισε δεξια,προς το μερος του παραθυρου.Μετα απο λιγο μπηκε
και μια νεα γυναικα μ'ενα μικρο παιδι.Καθησαν στη ιδια πλευρα του τρενου,
στο καθισμα μπροστα του απ'την αλλη πλευρα της πορτας.Του ειχαν γυρι-
σμενη τη πλατη.Μετα απο λιγο οι πορτες εκλεισαν.Το τρενο ξεκινησε
Εφθασαν στην πλατεια Βικτωριας.Στην Ομονοια θα κατεβαινε.
.
.
.
Απο το ''Ημερολογιο Ενος Αφελους Ανθρωπου''
from ''Diary Of An Idiot Man''
ΑΝΘΡΩΠΟΜΕΤΡΙΑ[ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ/ΕΞΩΤΕΡ​ΙΚΟ]
.
.
Τεταρτη.3:20μμ
Στην Πανεπιστημιου στο Ρεξ λιγο πιο κατω,ειδε εναν ανθρωπο
να ανεβαινει τη λεωφορο ενας ανθρωπος χωρις προσωπο.Μεσα
σε τοσους ανθρωπους ξεχωριζε.Αυτος τον γνωρισε.Σκεφτηκε
πως κι ο αλλος θα τον αναγνωριζε και θα σταματουσε να τον
χαιρετησει.Ομως δεν σταματησε.Γυρισε και τον κοιτουσε μεχρι
που χαθηκε στο πληθος.Απο εκεινη τη στιγμη δεν του φανηκε
περιεργο που δυσκολευτηκε να θυμηθει που ηθελε να παει και
τι δουλεια ειχε εκεινη την ωρα στο κεντρο.
.
Πεμπτη.10:45 πρωι
Στο Μπαγκειον ειπνε εσπρεσσο.Καποια φωνη γνωστη τον εκανε
να κοιταξει γυρω του.Δυο τραπεζια αριστερα του στη ιδια ευθεια
καθονταν η Ε. με εναν αντρα περιπου 40 χρονων ευσωμο.Κοιτου-
σε προς το μερος του.Ο αντρας ειχε την πλατη του γυρισμενη προς
αυτον.Σηκωσε το δεξι του χερι και την χαιρετησε.Καμια αντιδραση
απο μερος της.Την ξαναχαιρετησε.Παλι καμια αντιδραση.Σηκωθηκε
πλησιασε προς το τραπεζι της.Ζητησε συγνωμη απο τον συνοδο της.
''Τι κανεις Ε.;''τη χαιρετησε.Τον κοιταξε σαν αγνωστο.''Καλα ειμαι ,
ευχαριστω.Αλλα δεν σας γνωριζω κυριε''.Αμηχανια.Ξεκινησε να
πει:'Ειμαι ο...''Διστασε να συνεχισει.Ζητησε συγνωμη και πηγε στο
τραπεζι του.Αληθεια τι τον εκανε να πιστευει πως γνωριζε αυτη τη
γυναικα;Κι αν ζησανε τρια χρονια μαζι,τι σημασια εχει για την υπο-
λοιπη ζωη της;Πρεπει να το παραδεχτει,η μνημη ατονει και το πα-
ρελθον εξαφανιζεται.Σαν το εσπρεσσο που ηπιε.Ηταν στην αρχη
πληρες,και τωρα τελειωσε.Σωθηκε.
.
Παρασκευη.12:10 το μεσημερι
Στο Θησειο την περιμενε.Ειχαν ραντεβου στις 12.Ποτε δεν κατα-
λαβε γιατι οι ανθρωποι δινουνε τα ραντεβου ακριβως η' και μιση.
Ποτε δεν δινουνε ,ας πουμε,και 11,παρα 17,....Εκεινη ηρθε 12:19.
Ειπε μια δικαιολογια.Την απλοικη.Ειχε μεγαλη κινηση στους δρο-
μους.Ηρθε το γκαρσονι.Παραγγειλε να πιει μια μπυρα .Αμστελ
πρασινη.Την ιδια μπυρα παντα.''Παντα''σκεφτηκε ,''τι σημαινει ζω
για παντα με εναν ανθρωπο;''.Ηρθε η μπυρα.Γεμισε το ποτηρι της.
Σηκωσε το ποτηρι της,ειπε ''Στη υγεια σου ''και ηπιε.Καταβασε
το ποτηρι στο τραπεζι.Τον κοιταξε.''Θελω να τελειωσουμε''.Την κοι-
ταξε στα ματια χωρις να πει κατι.Ηταν ακομα ομορφη.Φωναξε
το γκαρσονι.Το πληρωσε.Σηκωθηκε κι εφυγε.Δεν της ειπε''γεια''.
Βγηκε στο δρομο.Ενα ζευγαρακι τον εσπρωξε μπαινοντας μεσα.
Η νεαρη κοπελα του ζητησε συγνωμη.
.
Σαββατο:11:42
Στην Αιολου στην καφετερια που συχναζε.Εξω.Πολυς κοσμος
πηγαινοερχονταν στα μαγαζια,κυριως γυναικες.Ολα τα τραπεζια
γυρω του πιασμενα.Ειχε ανοιξει την εφημεριδα και διαβαζε.Τα
πολιτικα ηταν ασχημα,τα οικονομικα το ιδιο.Απο την απορροφηση
του τον εβγαλε μια γυναικεια φωνη.Κατεβασε την εφημεριδα.
''Μπορω κυριε να καθησω στο τραπεζι σας;''.''Ναι,πως''της απαντησε.
Η κοπελα καθησε.Ηταν περιπου 30 χρονων.Τα μαλλια βαμενα κοκ-
κινα,ηταν απλα ντυμενη μ'ενα τζιν παντελονι.Τα χειλη τα ειχε ελα=
φρα βαμενα ροζ.Αρκετα ομορφη.Παραγγειλε ουισκι με παγο.Εβγα-
λε απο τη τσαντα τα τσιγαρα της.Εψαχνε στη τσαντα.''Δεν μπορω
να βρω τον αναπτηρα.Μπορειτε να μου δανεισετε τον δικο σας;'',
''Ευχαριστως'' και της τον εδωσε.Εκεινη αναψε.Του τον επεστρεψε.
''Ευχαριστω πολυ'',''Παρακαλω,τιποτα''''Απο εδω ειστε;Δηλαδη θελω
να πω απο την Αθηνα;Εδω μενετε;''''Ναι στην Αθηνα μενω'',''Θα
εχετε τοτε παρεα,Δεν εχετε παρεα;''τον ρωτησε ''Παρεα;τι εννοειτε;
''της απαντησε.''Να,ηθελα να πω γυναικα,συντροφο'' ''Φυσικα και
εχω.Αλλα γιατι ρωτατε ;'',''Κριμα''του αποκριθηκε εκεινη,ενιωσε
τη λυπη στη φωνη της.''Κριμα;Γιατι κριμα;''.Εκεινη δεν απαντησε
αμεσως.Ηπιε μια γουλια ουισκι απ'το ποτηρι της.Εκεινος την κοι-
τουσε.''Γιατι κριμα;''.επεμενε.Του απαντησε χωρις να τον κοιταζει
στα ματια,κοιτουσε το ποτηρι της.''Να θα καναμε παρεα οι δυο μας''.
''Τι εννοεις θα καναμε παρεα οι δυο μας;''την κοιτουσε επιμονα.
Εκεινη σηκωσε τα ματια της και τον κοιταξε.Ειχε ομορφα ματια.
Μαυρα ματια,με ελαφρο μακιγιαζ.''Θελετε να παμε σε καποιο
ξενοδοχειο εδω κοντα η' εχετε καποιο σπιτι ;Οτι θελετε εσεις''
του ειπε γρηγορα χαμηλωνοντας τη φωνη της να μην την ακου-
σουν.''Ποσο παιρνετε;'' ''200 ευρω,πληρωμενο το ξενοδοχειο,και
τα ποτα''.Φωναξε το γκαρσονι.Πληρωσε και το ποτο της κοπελας.
Σηκωθηκε πανω.''Παμε''της ειπε.Εκεινη του ειπε:''Αν θελετε ,αν
δεν σας πειραζει.Εγω θα παω μπροστα κι ακουλουθηστε με .
Να μην σας δουνε'',''Οχι,μαζι θα παμε.Σηκωθητε''Σηκωθηκε
η κοπελα και φυγανε μαζι.Στριψανε προς το Συντραγμα.Η κοπε-
λα διπλα του μυριζε γλυκα και τον ακουμπουσε.
.
.
.
Η ΛΥΣΗ
[ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ]
.
.
Στην Αθηνα.Σε καποια συνοικια.Κοντα στο κεντρο.Νοτια.
Σε καποιο διαμερισμα.Πρωτος οροφος.Εκεινη τριαντα
χρονων.Παντρεμενη.Γνωριζονταν απο παιδια.Ενα χρονο
ηταν εραστες.Το τελευταιο καιρο ειχαν προβληματα.Η
σχεση βαδιζε στο τελος.Το ηξεραν και δεν μπορουσαν
να αντιδρασουν.Η γυναικα ενιωθε ασχημα.Ειχε τοσα
επενδυσει σ'αυτη τη σχεση.Κι αυτη κατερρεε σαν χαρτι-
νος πυργος.Εκεινος το ειχε παρει αποφαση.Να τελειωσει
η ιστορια μια ωρα νωριτερα.Του ειπε,λιγο πριν φυγει,''να
σου τηλεφωνω;''.''Οχι,γιατι να βασανιζεσε''Οταν της ειπε
αυτο δεν την κοιτουσε.''Οπως θελεις''του αποκριθηκε.Ανοιξε
τη πορτα.''Γεια,'' του ειπε,''να προσεχεις''.Βγηκε μαζι της.
Κατεβηκαν τη σκαλα.Στην εισοδο της ειπε''Μην στεναχωριεσε''
Εκεινη δεν του απαντησε.Της ανοιξε τη πορτα κι εκεινη βγηκε
εξω.Εκεινος δεν την ακολουθησε.Εκλεισε τη πορτα.Την ειδε
να φευγει.Ανεβηκε στο διαμερισμα.Ειχε αφησει τα τσιγαρα της.
Πηρε ενα και το αναψε.Φαντασθηκε πως θα πηρε ταξι,η' μπο-
ρει να πηρε τον ηλεκτρικο.Μονη στο βαγονι.Μεσα σε αγνωστους
ανθρωπους.Δεν βγηκε απ'το σπιτι.Περιμενε να του τηλεφωνησει.
Δεν τηλεφωνησε,ουτε την αλλη μερα.Ουτε την επομενη.Δεν
του τηλεφωνησε .Ουτε κι αυτος της τηλεφωνησε.Μια μερα,
θα'χε περασει ενας μηνας,την ειδε να περναει στο δρομο
κατω απ'το σπιτι του.Κατεβηκε κατω,δεν την προφθασε.Σαν
να ανοιξε η γη και να την καταπιε.Ενιωσε λυπη.Αργοτερα κα-
ποιος κοινος γνωστος του ειπε,σε μια συζητηση γι'αυτη,πως
τα ειχε φτιαξει με καποιον,νεωτερο της.Και πως στο σπιτι
γινονταν φασαριες.Τοτε την πηρε τηλεφωνο.Το σηκωσε η
κορη της.Την ζητησε,ειπε πως ειναι απο το γραφειο που εργα-
ζεται.Του ειπαν πως ελειπε .Ξαναπηρε.Δεν την βρηκε.Πηρε μετα
απο 20 μερες.Παλι δεν την βρηκε.Καταλαβε,πως ηταν εκει,και
δεν ηθελε να μιλησει.Περασε ο καιρος.Εν τω μεταξυ ειχε κανει
μια καινουργια σχεση.Η γυναικα ηταν πεντε χρονια μικροτερη
του.Τα πηγαιναν καλα.Μια μερα εκεινη τον ρωτησε για εκεινη
κι αν εχει νεα της.Απορησε που την ηξερε.Και την ρωτησε.Εκει-
νη του απαντησε,πως αυτος της ειχε μιλησει γι'αυτην και
μαλιστα πολλες φορες και με λεπτομερειες.Αυτος δεν θυμονταν
να ειχε γινει αυτο.Δεν της το'πε.Εκεινη με διαφορες αφορμες του
μιλουσε για κεινη.Ετσι εμαθε πως χωρισε.Την επιασε ο αντρας της
με αλλον αντρα και το διαζυγιο βγηκε εις βαρος της.Το παιδι το πη-
ρε υπο την κηδεμονια της.Πως ο νεαρος την παρατησε.Εκεινη
τα'φτιαξε με αλλον.Σε μια βδομαδα χωρισε.Εμεινε για καποιο χρο-
νικο διαστημα μονη της και συνδεθηκε μ'εναν συναδελφο του γρα-
φειου της.Την κακομεταχειριζονταν,την ζηλευε παραφορα.Εκεινη
ταυτοχρονα ειχε σχεση και με αλλον.Μετα απο αυτες τις πληροφοριες
την επισκεφθηκε στη δουλεια της.Την πρωτη φορα ελειπε με αδεια
για δυο εβδομαδες.Τη δευτερη φορα ειχε ρεπο.Μετα απο δυο
μηνες την επισκεφθηκε και παλι.Την εστησε απ'εξω απο το
κτιριο που εργαζονταν.Πηγαν να φανε σ'ενα εστιατοριο εκει γυρω
και μετα σ'ενα ξενοδοχειο.Κοιμηθηκαν μαζι.Του ειπε ολα οσα
του ειπε η κοπελα.Ηταν αληθεια.Κανονισαν να συναντηθουν
μετα απο τρεις μερες.Παλι πηγαν στο ιδιο ξενοδοχειο.Αυτο συνε-
χισθηκε .Την αλλη κοπελα δεν την ξαναειδε.Εμαθε πως πηρε μετα-
θεση για αλλη πολη.Την επισκεφθηκε γιατι ενιωθε τυψεις.Της ζητησε
συγνωμη.Του ειπε πως δεν του κρατουσε τιποτα.Αλλωστε του εκμυ-
στηρεφθηκε πως κι αυτη δεν του ηταν πιστη.Οσο καιρο ειχαν σχεση
εβγαινε και με αλλον αντρα.Με τον οποιο ειχε σχεση ακομα.Αυτα που
του ειπε τον εκαναν να υποψιασθει.Γυρισε στην Αθηνα.Εκανε πως δεν
συνεβαινε τιποτα.Την παρακολουθησε.Και διαπιστωσε πως εβγαινε
και με αλλον αντρα,και πως ειχε σμιξει με τον αντρα της,και του το'χε
κρυψει.Καταλαβε το σχεδιο της.Ολα αυτα τα εκανε για να τον εκδικη-
θει.Δεν της φανερωθηκε πως τα ξερει ολα.Συνεχισε μαζι της.Γνωριζε
πως του λεει ψεματα.Αυτος επιτηδες την παρακινουσε,με διαφορους
τροπους την παρασερνε να του λεει ψεματα.Τα ψεματα δεν ξεχωριζαν
πια απο την αληθεια.Αλλα και το αντιστροφο.Η αληθεια δεν ξεχωριζε
απο το ψεμα.Και η αλλη κοπελα του ειχε πει ψεματα.Πως χωρισε με τον
αντρα της,πως πηρε το παιδι,και πως εκανε σχεση μ'εναν νεωτερο
της.Εκεινη του τα βεβαιωσε αυτα.Ομως αυτος δεν την πιστεψε.
Επαψε να την ρωταει.Κι αυτη δεν του ελεγε αληθεια.Η ιστορια τους
πηρε αλλη τροπη.Μη βασιζομενη στη πραγματικοτητα δεν υπηρχε
καμια ,μα καμια,περιπτωση να χωρισουν.
.
.
.
ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ
.
.


.
.
ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΣΥΜΒΑΝΤΟΣ
.
.
Περασμενα μεσανυχτα.Μια γυναικα,περιπου 30 χρονων,καθεται
στο σαλονι σ'ενα καναπε και ξεφυλλιζει ενα περιοδικο.Τα φωτα
ειναι χαμηλωμενα.Ο χωρος επιπλωμενος μοντερνα.Η τηλεοραση
ειναι ανοιχτη με χαμηλωμενη τη φωνη.Το κινητο τηλεφωνο στο
τραπεζακι μπροστα απ'τον καναπε που καθεται η γυναικα χτυπα-
ει.Ισα που ακουγεται ο ηχος του.Η γυναικα πεταει το περιοδικο
διπλα της και σηκωνει γρηγορα το κινητο.Μιλα σιγανα :''Εμπρος''.
Ακουει.''Εσυ;''λεει σιγανα.Κοιταζει ανησυχα προς την εσωτερικη
πορτα.''Περιμενε''λεει,ισα που ακουγεται η φωνη της.Ησυχια.''Δεν
ειναι τιποτα.Ενταξει''.Ακουει.Ο αλλος μιλαει αρκετη ωρα.''Δεν μπο-
ρω.Ειναι πολυ δυσκολο για μενα''λεει η γυναικα.Ακουει.Μετα απο
λιγο.''Γιατι;''Ακουει.''Πως μπορεις;''.Ακουει.''Περιμενε'',Περιμενε'',
φωναζει δυνατοτερα.''Δεν μ'ενδιαφερει ας μ'ακουσουν.Περιμενε''
''Περιμενε.Μια στιγμη.Για λιγο.Περιμενε''φωναζει δυνατα.Ουρλια-
ζει.''Περιμενε.Σε παρακαλω.Περιμενε'',ο αλλος κλεινει,εκλεισε το
τηλεφωνο,βουβο,ακουγεται θορυβος περα απ'την εσωτερικη πορ-
τα ,ακουγεται κλαμα μικρου παιδιου,αναβει το φως στο χωλ,
ακουγεται μια αντρικη φωνη,ισα που προλαβε να κρυψει το κινη-
το πισω της,εμφανιζεται ο αντρας στο ανοιγμα της πορτας,τρεχει
κοντα της,''Τι επαθες,γιατι φωναζεις;'',καθεται διπλα της,την
αγκαλιαζει τρυφερα απ'τους ωμους.,την τραβαει κοντα του.
''Δεν ειναι τιποτα.Απλα νυσταξα και κοιμηθηκα,ειδα εναν εφιαλ-
τη και τρομαξα.Μην ανησυχεις''του ειπε χωρις να τον κοιταξει.
Ο αντρας της χαιδεψε τα μαλλια και τη φιλησε στο μαγουλο.''Ελα.
Ηρεμησε.Παμε στο κρεβατι να ξαπλωσεις'' ''Πηγαινε.Θα ερθω σε
λιγο.Μην ανησυχεις.Θα μου περασει.Πηγαινε να δεις το παιδι μη-
πως ξυπνησε.'',ο αντρας σηκωθηκε,βγηκε απο την πορτα,το φως
στο χωλ δεν εσβησε,ακουστηκε μια πορτα ν'ανοιγει,επειτα απο
λιγο να κλεινει,ησυχια,το φως στο χωλ αναμενο,η γυναικα στον
καναπε ακινητη,κοιταζει αδιαφορα και αφηρημενα,βουβα νιωθει
πως τιποτα δεν την ενδιαφερει,ολα χαθηκαν διαλυθηκαν,τιποτα
δεν υπαρχει για να πιαστει,αδειασε ο κοσμος γυρο της ,ενα απε-
ραντο κενο.
.
.
.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου